This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 51996PC0183
Proposal for a EUROPEAN PARLIAMENT AND COUNCIL DIRECTIVE amending Article 12 of Directive 77/780/EEC on the coordination of laws, regulations and administrative provisions relating to the taking up and pursuit of the business of credit institutions, Articles 2, 6, 7, 8 and annexes II and III of Directive 89/647/EEC on a solvency ratio for credit institutions and Article 2 and annex II of Directive 93/6/EEC on the capital adequacy of investment firms and credit institutions
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του άρθρου 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος - των άρθρων 2, 6, 7, 8 και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του άρθρου 2 και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του άρθρου 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος - των άρθρων 2, 6, 7, 8 και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του άρθρου 2 και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων
/* COM/96/0183 τελικό - COD 96/0121 */
ΕΕ C 208 της 19.7.1996, pp. 8–14
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του άρθρου 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος - των άρθρων 2, 6, 7, 8 και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του άρθρου 2 και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων /* COM/96/0183 ΤΕΛΙΚΟ - COD 96/0121 */
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 208 της 19/07/1996 σ. 0008
Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του άρθρου 12 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, τον άρθρων 2, 6, 7, 8 και των παραρτημάτων ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ σχετικά με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και του άρθρου 2 και του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (96/C 208/06) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) COM(96) 183 τελικό - 96/0121(COD) (Υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 30 Απριλίου 1996) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 57 παράγραφος 2 δεύτερη και τρίτη πρόταση, την πρόταση της Επιτροπής, τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, Αποφασίζοντας ομόφωνα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 189Β της συνθήκης, Εκτιμώντας: ότι το άρθρο 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1) προβλέπει ότι οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται σε τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου 7 ότι το άρθρο 12 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να προβαίνουν στις ανταλλαγές πληροφοριών που προβλέπονται από τις οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα και ότι οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο 7 ότι το άρθρο 12 παράγραφος 5 προβλέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών ενός κράτους μέλους και, μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ αρμοδίων αρχών και άλλων αρχών ή οργάνων που ορίζονται στην παράγραφο αυτή, καθώς και ότι οι πληροφορίες αυτές υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο 7 ότι το άρθρο 12 παράγραφος 3 παρέχει δυνατότητα σύναψης συμφωνιών συνεργασίας με αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών για την ανταλλαγή πληροφοριών, εφόσον οι πληροφορίες αυτές καλύπτονται από εγγυήσεις σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 12 7 ότι το άρθρο 12 δεν προβλέπει δυνατότητα σύναψης συμφωνιών συνεργασίας με μη τραπεζικές ελεγκτικές αρχές τρίτων χωρών για την ανταλλαγή πληροφοριών 7 ότι για λόγους συνοχής είναι σκόπιμο να προβλεφθεί δυνατότητα σύναψης συμφωνιών συνεργασίας με τις μη τραπεζικές ελεγκτικές αρχές τρίτων χωρών που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 5 πρώτη περίπτωση της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ, εφόσον οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται από εγγυήσεις σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο αυτό 7 ότι η οδηγία 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) για το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων σταθμίζει τα εκτός ισολογισμού στοιχεία ενεργητικού σε συνάρτηση με τον πιστωτικό κίνδυνο που ενέχουν 7 ότι οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές κοινότητες οι οποίες έχουν συσταθεί υπό μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και έχουν, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δικαίωμα επιβολής φόρου, αντιπροσωπεύουν πιστωτικό κίνδυνο αντίστοιχο με εκείνον των περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων 7 ότι είναι, κατά συνέπεια, σκόπιμο να δοθεί στις αρμόδιες αρχές δυνατότητα εφαρμογής στις απαιτήσεις έναντι εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών και επιχειρήσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που αυτές διαχειρίζονται, ιδίου καθεστώτος με εκείνον που εφαρμόζεται στις απαιτήσεις έναντι περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων, στο βαθμό που οι εν λόγω εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες επιβάλλουν φόρους 7 ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο 2 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ ορίζει, όσον αφορά τα έξοδα επομένων χρήσεων και τα εισπρακτέα έσοδα χρήσεως, ότι «σ' αυτά τα στοιχεία εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης του αντισυμβαλλομένου εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση να τον προσδιορίσει σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ 7 ειδάλλως, στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να τον προσδιορίσει, εφαρμόζεται κατ' αποκοπή στάθμιση 50 %». ότι η μεταχείριση αυτή δεν είναι κατάλληλη εάν τα στοιχεία ενεργητικού που εμφανίζονται στα έξοδα επομένων χρήσεων και στα εισπρακτέα έσοδα χρήσεως, έχουν καθαρά λογιστικό χαρακτήρα, δεν ενέχουν κίνδυνο και δεν έχουν αντισυμβαλλόμενο και, κατά συνέπεια, αποτελούν απλώς λογιστική απεικόνιση ορισμένων στοιχείων παθητικού 7 ότι εφόσον δεν ενέχουν κίνδυνο, τα στοιχεία αυτά πρέπει να σταθμίζονται με συντελεστή 0 % στα έξοδα επομένων χρήσεων και στα εισπρακτέα έσοδα χρήσεως 7 ότι η οδηγία 94/7/ΕΚ της Επιτροπής (1), για την τεχνική τροποποίηση της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου, συμπεριέλαβε στον ορισμό των «πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης» το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων 7 ότι το ταμείο αυτό αποτελεί νέο και μοναδικό πλαίσιο συνεργασίας στην Ευρώπη που προορίζεται να συμβάλει στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη και στην ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής 7 ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ) σημείο 7 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, το μη καταβληθέν από πιστωτικά ιδρύματα τμήμα του εγγεγραμμένου κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων πρέπει να σταθμιστεί με συντελεστή 100 % 7 ότι το τμήμα του κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων που προορίζεται για εγγραφή από πιστωτικά ιδρύματα περιορίζεται σε 30 %, από το οποίο καταβάλλεται αρχικά ποσοστό 20 % σε τέσσερις ετήσιες δόσεις που ανέρχονται καθεμία σε 5 % 7 ότι κατά συνέπεια το 80 % του κεφαλαίου αυτού δεν καταβάλλεται άμεσα και ότι τα μέλη του ταμείου έχουν υποχρέωση καταβολής του εναπομένοντος ποσοστού του αναληφθέντος κεφαλαίου μόνον όταν αυτό καταστεί αναγκαίο 7 ότι λαμβανομένων υπόψη των στόχων που καθόρισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τη σύσταση του ταμείου όσον αφορά την ενθάρρυνση της συμμετοχής των εμπορικών τραπεζών, η οποία δεν πρέπει επομένως να αποτελεί επιβάρυνση για τις τράπεζες αυτές, είναι ενδεδειγμένη η εφαρμογή συντελεστή στάθμισης 20 % στο μη καταβληθέν τμήμα του εγγεγραμμένου κεφαλαίου 7 ότι το παράρτημα I της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, το οποίο αφορά την κατάταξη των στοιχείων εκτός ισολογισμού, προβλέπει για ορισμένα από τα στοιχεία αυτά υψηλό κίνδυνο και, κατά συνέπεια, στάθμιση 100 % 7 ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 6 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι «όταν τα εκτός ισολογισμού στοιχεία καλύπτονται από ρητή εγγύηση, σταθμίζονται σαν να είχαν συναφθεί για λογαριασμό του εγυητή και όχι του πραγματικού αντισυμβαλλομένου. Όταν ο κίνδυνος που προκύπτει από συναλλαγή εκτός ισολογισμού είναι πλήρως και καθ' ολόκληρον ασφαλισμένος, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με κάποια από τα στοιχεία ενεργητικού που αναγνωρίζονται ως επαρκή, ασφάλεια στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο 11, εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης 0 % ή 20 %, ανάλογα με την εν λόγω ασφάλεια» 7 ότι είναι επιθυμητό να ληφθεί επίσης υπόψη η περίπτωση στην οποία η εγγύηση είναι εμπράγματη ασφάλεια κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο 1, έαν πρόκειται για στοιχεία εκτός ισολογισμού που είναι εγγυοδοσίες ή εγγυήσεις πιστώσεων που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων 7 ότι δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, στοιχείο α) σημεία 2, 4 και 7, τα στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών διοικήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Α ή απαιτήσεις που καλύπτονται από τη ρητή εγγύηση κεντρικών διοικήσεων ή κεντρικών τραπεζών και τα στοιχεία ενεργητικού που είναι εξασφαλισμένα με τίτλους που εκδίδονται από κεντρικές διοικήσεις ή κεντρικές τράπεζες της ζώνης Α σταθμίζονται με συντελεστή 0 % 7 ότι, δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 7 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 0 % στα στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι των ιδίων τους περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων, καθώς και στις απαιτήσεις έναντι τρίτων και στα στοιχεία εκτός ισολογισμού που κατέχονται για λογαριασμό τρίτων και καλύπτονται από την εγγύηση αυτών των περιφερειακών ή τοπικών διοικήσεων 7 ότι το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 20 % στα στοιχεία ενεργητικού που, κατά την κρίση των οικείων αρμοδίων αρχών, είναι εξασφαλισμένα με τίτλους που έχουν εκδοθεί από περιφερειακές ή τοπικές διοικήσεις της ζώνης Α 7 ότι είναι σκόπιμο να θεωρηθούν οι ασφάλειες υπό μορφή τίτλων που εκδίδονται από περιφερειακές ή τοπικές διοικήσεις των κρατών μελών ως εγγυήσεις που παρέχονται από τις διοικήσεις αυτές κατά την έννοια του άρθρου 7 παράγραφος 1, προκειμένου να δοθεί στις αρμόδιες αρχές η δυνατότητα να εφαρμόζουν στα στοιχεία ενεργητικού και στα στοιχεία εκτός ισολογισμού που καλύπτονται από τις ασφάλειες αυτές συντελεστή στάθμισης 0 %, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο αυτή 7 ότι το παράρτημα II της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ προβλέπει, για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, τη μεταχείριση των εκτός ισολογισμού στοιχείων τα οποία αποκαλούνται κοινώς εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα και σχετίζονται με επιτόκια και τιμές συναλλάγματος 7 ότι τα άρθρα 5, 8, 9, 10, 11, καθώς και τα παραρτήματα I και II της παρούσας οδηγίας είναι σύμφωνα με το έργο άλλων διεθνών οργάνων στα οποία συμμετέχουν οι εποπτικές αρχές του τραπεζικού τομέα για μια λεπτομερέστερη και από μια απόψη αυστηρότερη μεταχείριση των πιστωτικών κινδύνων που ενυπάρχουν στα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα, ιδίως όσον αφορά την επέκταση της υποχρεωτικής κεφαλαιακής κάλυψης σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα που έχουν και άλλα υποκείμενα στοιχεία πλην των επιτοκίων και των τιμών συναλλάγματος και τη δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα μείωσης του κινδύνου των συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού, που αναγνωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές όταν υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τους ενδεχόμενους μελλοντικούς πιστωτικούς κινδύνους που ενυπάρχουν στα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα 7 ότι για τα πιστωτικά ιδρύματα και τους ομίλους πιστωτικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες διεθνώς σε διάφορες χώρες και ανταγωνίζονται τα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας, οι κανόνες που θεσπίζονται σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο θα έχουν ως αποτέλεσμα την πληρέστερη αντιμετώπιση, από την άποψη της εποπτείας, των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσων 7 ότι η μεγαλύτερη ακρίβεια εξασφαλίζει καταλληλότερη υποχρεωτική κεφαλαιακή κάλυψη, δεδομένου ότι λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου των αναγνωρισμένων από τις εποπτικές αρχές συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού για τους ενδεχόμενους μελλοντικούς πιστωτικούς κινδύνους 7 ότι για να καταστεί δυνατή για τα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας η πληρέστερη αντιμετώπιση, από την άποψη της εποπτείας, των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσων και για να δοθεί η δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου των αναγνωρισμένων συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού στους ενδεχόμενους μελλοντικούς πιστωτικούς κινδύνους, απαιτείται τροποποίηση της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ 7 ότι για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στην Κοινότητα μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι αναγκαία η ομοιόμορφη μεταχείριση, από την άποψη της εποπτείας, των αντιστοίχων δραστηριοτήτων τους στον τομέα των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσων, για την οποία απαιτούνται προσαρμογές στην οδηγία 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου (1) 7 ότι η έγκριση της παρούσας οδηγίας αποτελεί το πλέον πρόσφορο μέσο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων 7 ότι η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες ρυθμίσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων αυτών και δεν περιλαμβάνει διατάξεις που δεν είναι αναγκαίες για το σκοπό αυτό 7 ότι η παρούσα οδηγία αφορά τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) και ότι τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 99 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο 7 ότι η έγκριση της παρούσας οδηγίας αποτέλεσε αντικείμενο διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών που συστάθηκε από την οδηγία 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: ΤΙΤΛΟΣ I Τροποποιήσεις της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ Άρθρο 1 Τροποποίηση του άρθρου 12 Το άρθρο 12 παράγραφος 3 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να συνάπτουν με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με τις μη τραπεζικές ελεγκτικές αρχές των χωρών αυτών, όπως αυτές ορίζονται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 5, συμφωνίες συνεργασίας που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, παρά μόνον εάν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.» ΤΙΤΛΟΣ II Τροποποίησεις της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ Άρθρο 2 Τροποποιήσεις του άρθρου 2 Στο άρθρο 2 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο: «Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να περιλάβουν στην έννοια των "περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών" τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες που έχουν συσταθεί υπό μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των υπό τη διαχείρισή τους οργανισμών και επιχειρήσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, στο βαθμό που αυτές ασκούν εξουσίες επιβολής φόρων σύμφωνα με τη νομοθεσία που τους παρέχει το δικαίωμα αυτό.» Άρθρο 3 Νέο σημείο 8 στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) και τροποποίηση του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο 2 1. Στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) προστίθεται το σημείο 8: «8. στοιχεία ενεργητικού που περιλαμβάνονται στα έξοδα επομένων χρήσεων και στα εισπρακτέα έσοδα χρήσεως, τα οποία έχουν καθαρά λογιστικό χαρακτήρα, δεν ενέχουν κίνδυνο και δεν έχουν αντισυμβαλλόμενο.» 2. Στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο 2, μετά τις λέξεις «κατ' αποκοπή στάθμιση 50 %» προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «. . . με την επιφύλαξη των διατάξεων του στοιχείου α) σημείο 8 της παρούσας παραγράφου.» Άρθρο 4 Τροποποίηση του άρθρου 6 παράγραφος 2 Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 6 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «Το μη καταβληθέν τμήμα του εγγεγραμμένου κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων μπορεί να σταθμίζεται με συντελεστή 20 %.» Άρθρο 5 Τροποποίηση του άρθρου 6 παράγραφος 3 Το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Οι μέθοδοι που περιγράφονται στο παράρτημα II εφαρμόζονται στα εκτός ισολογισμού στοιχεία του παραρτήματος III. Δεν ισχύουν για τις συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένα χρηματιστήρια στα οποία υπόκεινται σε ημερήσια υποχρεωτικά περιθώρια και στις συμβάσεις ξένου συναλλάγματος (εκτός από τις συμβάσεις που αφορούν το χρυσό) με αρχική προθεσμία λήξεως δεκατέσσερις ημερολογιακές ημέρες ή λιγότερο.» Άρθρο 6 Τροποποίηση του άρθρου 6 παράγραφος 4 Στο άρθρο 6 παράγραφος 4 προστίθεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο: «Τα κράτη μέλη μπορούν μα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 50 % στα στοιχεία εκτός ισολογισμού που αντιπροσωπεύουν εγγυοδοσίες ή εγγυήσεις πιστώσεων που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων και τα οποία εξασφαλίζονται πλήρως, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με υποθήκες που πληρούν τους όρους της παραγράφου 1 στοιχείο γ) σημείο 1, υπό την επιφύλαξη ότι ο εγγυητής έχει άμεσο δικαίωμα επί της ασφάλειας αυτής.» Άρθρο 7 Τροποποιήσεις του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 8 παράγραφος 1 1. Στο τέλος της πρώτης παραγράφου του άρθρου 7 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «. . . ή είναι εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους που έχουν εκδοθεί από αυτές τις περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές.» 2. Στο τέλος της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 7 προστίθεται το ακόλουθο κείμενο: «. . ., συμπεριλαμβανομένων των εγγυήσεων υπό μορφή τίτλων.» 3. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στάθμιση 20 % στα στοιχεία ενεργητικού που, κατά την κρίση των οικείων αρμοδίων αρχών, είναι εξασφαλισμένα με τίτλους που εκδίδονται από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές της ζώνης Α εκτός εκείνων των κρατών μελών, με καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα της ζώνης Α πλην του δανειοδοτούντος ιδρύματος ή με πιστοποιητικά καταθέσεων ή άλλα παρόμοια μέσα που εκδίδονται από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα.» Άρθρο 8 Τροποποίηση του παραρτήματος II Το παράρτημα II της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ τροποποιείται όπως περιγράφεται στο παράρτημα I του παρόντος σχεδίου οδηγίας. Άρθρο 9 Τροποποίηση του παραρτήματος III Το παράρτημα III της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το παράρτημα ΙΙ του παρόντος σχεδίου οδηγίας. ΤΙΤΛΟΣ III Τροποποιήσεις της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ Άρθρο 10 Τροποποίηση του άρθρου 2 παράγραφος 10 Το άρθρο 2 παράγραφος 10 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «10. Εξωχρηματιστηριακά (OTC) παράγωγα μέσα: τα εκτός ισολογισμού στοιχεία στα οποία εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ, οι μέθοδοι που περιγράφονται στο παράρτημα II της εν λόγω οδηγίας.» Άρθρο 11 Τροποποίηση του παραρτήματος II Το σημείο 5 του παραρτήματος II της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «5. Για να υπολογίζουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που αντιστοιχούν στα εξωχρηματιστηριακά τους παράγωγα μέσα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν το παράρτημα II της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ. Οι εφαρμοστέοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τους συγκεκριμένους αντισυμβαλλομένους καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 της παρούσας οδηγίας.» Άρθρο 12 1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1997. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. 2. Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη. 3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των ουσιωδών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία. Άρθρο 13 Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 14 Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. (1) ΕΕ αριθ. L 322 της 17. 12. 1977, σ. 30, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/13/ΕΚ (ΕΕ αριθ. L 66 της 16. 3. 1996, σ. 15). (2) ΕΕ αριθ. L 386 της 30. 12. 1989, σ. 14 7 οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 96/10/ΕΚ (ΕΕ αριθ. L 85 της 3. 4. 1996, σ. 17). (1) ΕΕ αριθ. L 89 της 6. 4. 1994, σ. 17. (1) ΕΕ αριθ. L 141 της 11. 6. 1993, σ. 1-26. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I 1. Η επικεφαλίδα του παραρτήματος II της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ αντικαθίσταται ως ακολούθως: «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II» 2. Το σημείο 1 του παραρτήματος II της οδηγίας 89/647/ΕΟΚ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Επιλογή της μεθόδου Με την επιφύλαξη της συναίνεσης των εποπτικών τους αρχών, τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να επιλέγουν μια από τις μεθόδους που περιγράφονται κατωτέρω για τη μέτρηση των κινδύνων των σχετιζομένων με τις συμβάσεις που απαριθμούνται στα σημεία 1 και 2 του παραρτήματος III. Τα πιστωτικά ιδρύματα που πρέπει να τηρούν την υποχρέωση του άρθρου 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, χρησιμοποιούν τη μέθοδο 1 που περιγράφεται κατωτέρω. Για τη μέτρηση των πιστωτικών κινδύνων που σχετίζονται με τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα III σημείο 3, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να χρησιμοποιούν τη μέθοδο 1 που περγράφεται κατωτέρω.» 3. Ο πίνακας 1 αντικαθίσταται από τον ακόλουθο πίνακα: «>ΘΕΣΗ ΠΗΝΑΚΑ> » 4. Στον πίνακα 2 η επικεφαλίδα στην πρώτη σειρά, τρίτη στήλη, αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Συμβάσεις που αφορούν τιμές συναλλάγματος και χρυσό». 5. Στο τέλος του σημείου 2 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: «Οι εποπτικές αρχές πρέπει να εξασφαλίζουν και στις δύο μεθόδους ότι το πλασματικό ονομαστικό ποσό που λαμβάνεται υπόψη ανταποκρίνεται στο βαθμό του κινδύνου που ενυπάρχει στη σύμβαση. Όταν παραδείγματος χάρη η σύμβαση προβλέπει πολλαπλασιασμό των ταμειακών ροών, το θεωρητικό ποσό πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα ώστε να λαμβάνονται υπόψη στη διάρθρωση των κινδύνων της σύμβασης οι συνέπειες του πολλαπλασιασμού αυτού.» 6. Στο τέλος του σημείου 3 στοιχείο β) παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: «Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αναγνωρίζουν το αποτέλεσμα περιορισμού του κινδύνου των συμφωνικών συμβατικού συμψηφισμού που καλύπτουν συμβάσεις ξένου συναλλάγματος και έχουν αρχική διάρκεια ίση η μικρότερη των 14 ημερολογιακών ημερών, των πωληθέντων δικαιωμάτων ή άλλων παρεμφερών εκτός ισολογισμού στοιχείων για τα οποία δεν ισχύει το παρόν παράρτημα επειδή ο πιστωτικός κίνδυνος είναι μηδενικός ή αμελητέος. Αν, ανάλογα με τη θετική ή αρνητική τιμή αγοράς των συμβάσεων αυτών, η ένταξή τους σε άλλη συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού μπορεί να προκαλέσει αύξηση ή μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να υποχρεώσουν το πιστωτικό ίδρυμα που ελέγχουν, να εφαρμόσει ανάλογη μεταχείριση.» 7. Η πρώτη παράγραφος και το πρώτο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του σημείου 3 στοιχείο γ) περίπτωση ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «ii) Άλλες συμφωνίες συμψηφισμού Στη Μέθοδο 1 βήμα α), το τρέχον κόστος αντικατάστασης για τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια συμφωνία συμψηφισμού μπορεί να υπολογισθεί αν ληφθεί υπόψη το υποθετικό καθαρό κόστος αντικατάστασης που προκύπτει από τη συμφωνία 7 όταν από το συμψηφισμό προκύπτει καθαρή υποχρέωση για το πιστωτικό ίδρυμα που υπολογίζει το καθαρό κόστος αντικατάστασης, το τρέχον κόστος αντικατάστασης υπολογίζεται ως "μηδέν". Στο βήμα β) το ποσό που αφορά τα ανδεχόμενα πιστωτικά ανοίγματα για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια συμφωνία συμψηφισμού, μπορεί να μειωθεί σύμφωνα με την ακόλουθη εξίσωση: ΕΠΑμειωμένο = 0,4 * ΕΠΑακαθ + 0,6 * ΔΚΑ * ΕΠΑακαθ όπου: - ΕΠΑμειωμένο = το μειωμένο ποσό που αφορά το ενδεχόμενο μελλοντικό πιστωτικό άνοιγμα για όλες τις συμβάσεις με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη διμερή συμφωνία συμψηφισμού - ΕΠΑακαθ = το άθροισμα των ενδεχομένων μελλοντικών πιστωτικών ανοιγμάτων για όλες τις συμβάσεις με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται σε μία νομικά έγκυρη συμφωνία συμψηφισμού, τα οποία υπολογίζονται αν πολλαπλασιαστούν τα πλασματικά ονομαστικά ποσά με τα ποσοστά του πίνακα 1 - ΔΚΑ = δείκτης καθαρού προς ακαθάριστο ("net-to-gross ratio"): κατά την κρίση των εποπτικών αρχών είτε: i) με χωριστό υπολογισμό: το πηλίκο του καθαρού κόστους αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη συμφωνία συμψηφισμού με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο (αριθμητής) προς το ακαθάριστο κόστος αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη διμερή συμφωνία συμψηφιασμού με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο (παρονομαστής) ή ii) με συνολικό υπολογισμό: το πηλίκο του αθροίσματος του καθαρού κόστους αντικατάστασης που υπολογίζεται σε διμερή βάση για όλους τους αντισυμβαλλομένους λαμβανομένων υπόψη όλων των συμβάσεων που περιλαμβάνονται σε νομικά έγκυρες συμφωνίες συμψηφισμού (αριθμητής) προς το ακαθάριστο κόστος αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε νομικά έγκυρες συμφωνίες συμψηφισμού (παρονομαστής). Άν τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να επιλέγουν τη μέθοδο, τότε η μέθοδος που θα επιλεγεί πρέπει να χρησιμοποιείται με συνέπεια. Για τον υπολογισμό των ενδεχομένων μελλοντικών πιστωτικών ανοιγμάτων σύμφωνα με τον παραπάνω τύπο, οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία συμψηφισμού μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως μια σύμβαση με πλασματικό ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τα καθαρά έσοδα. Οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις είναι συμβόλαια προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος (forward foreign exchange contracts), ή παρεμφερείς συμβάσεις στις οποίες το ονομαστικό ποσό είναι ισοδύναμο με τις ταμειακές ροές, αν οι ταμειακές ροές λήγουν την ίδια τοκοφόρο ημερομηνία και πλήρως ή εν μέρει στο ίδιο νόμισμα. Στην Μέθοδο 2 βήμα α) οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία συμψηφισμού μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως μια σύμβαση με πλασματικό ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τα καθαρά έσοδα 7 τα πλασματικά ονομαστικά ποσά πολλαπλασιάζονται με τα ποσοστά του πίνακα 2.» ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III ΕΙΔΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ 1. Συμβάσεις επιτοκίου α) ανταλλαγές επιτοκίων στο ίδιο νόμισμα (single-currency rate swaps), β) ανταλλαγές κυμαινομένων επιτοκίων διαφορετικής βάσης (basis swaps), γ) προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου (forward rate agreements), δ) προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (interest-rate futures), ε) αγορασθέντα δικαιώματα επιτοκίου (interest-rate options purchased), στ) άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως. 2. Συμβάσεις συναλλάγματος και συμβάσεις χρυσού α) ανταλλαγές επιτοκίων σε διαφορετικό νομίσματα (cross-currency interest-rate swaps), β) συμβόλαια προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος (forward foreign-exchange contracts), γ) προθεσμιακά συμβόλαια συναλλάγματος (currency futures), δ) αγορασθέντα δικαιώματα συναλλάγματος (currency options purchased), ε) άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως, στ) συμβάσεις χρυσού παρεμφερείς με εκείνες των περιπτώσεων α) έως ε). 3. Συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως με εκείνες των σημείων 1 α) έως ε) και 2 α) έως δ) επί στοιχείων αναφοράς ή επί δεικτών, οι οποίες αφορούν: α) μετοχές, β) πολύτιμα μέταλλα εκτός από το χρυσό, γ) εμπορεύματα άλλα εκτός από πολύτιμα μέταλλα, δ) άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως.»