Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32026L0806

Οδηγία (ΕΕ) 2026/806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης και της οδηγίας 2014/24/ΕΕ όσον αφορά τις υπηρεσίες αποτίμησης κατά την εξυγίανση

PE/17/2026/INIT

ΕΕ L, 2026/806, 20.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/806/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/806/oj

European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/806

20.4.2026

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2026/806 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 30ής Μαρτίου 2026

για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης και της οδηγίας 2014/24/ΕΕ όσον αφορά τις υπηρεσίες αποτίμησης κατά την εξυγίανση

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων («ιδρύματα») θεσπίστηκε στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009 και μετά την πρώτη δημοσίευση από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας των βασικών χαρακτηριστικών αποτελεσματικών καθεστώτων εξυγίανσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων («Key Attributes of Effective Resolution Regimes for Financial Institutions») τον Οκτώβριο του 2011. Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης αποτελείται από την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Αμφότερες οι νομοθετικές πράξεις εφαρμόζονται σε ιδρύματα και σε άλλες οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ή του εν λόγω κανονισμού («οντότητες»). Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης αποσκοπεί στη συντεταγμένη αντιμετώπιση των περιπτώσεων πτώχευσης ιδρυμάτων και οντοτήτων μέσω της διατήρησης των κρίσιμων λειτουργιών τους, της αποφυγής των απειλών κατά της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, ταυτόχρονα, της προστασίας των καταθετών και των δημόσιων πόρων. Επιπλέον, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης επιδιώκει να προωθήσει την ανάπτυξη της τραπεζικής εσωτερικής αγοράς, με τη δημιουργία εναρμονισμένου καθεστώτος για την αντιμετώπιση διασυνοριακών κρίσεων με συντονισμένο τρόπο και με την αποφυγή ζητημάτων στρέβλωσης του ανταγωνισμού και κινδύνων άνισης μεταχείρισης.

(2)

Εφαρμοζόμενο εδώ και αρκετά χρόνια, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης δεν επιτυγχάνει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα όσον αφορά ορισμένους από τους στόχους αυτούς. Ειδικότερα, παρότι τα ιδρύματα και οι οντότητες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης και έχουν διαθέσει σημαντικούς πόρους για τον σκοπό αυτόν, ιδίως μέσω της αύξησης της ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης και της συμπλήρωσης χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης χρησιμοποιείται σπανίως. Αντιθέτως, οι πτωχεύσεις ορισμένων μικρότερων και μεσαίων ιδρυμάτων και οντοτήτων αντιμετωπίζονται κατά κανόνα μέσω μη εναρμονισμένων εθνικών μέτρων. Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται χρήματα των φορολογουμένων αντί για δίχτυα ασφαλείας χρηματοδοτούμενα από τον κλάδο, όπως χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Η κατάσταση αυτή φαίνεται να οφείλεται σε ανεπαρκή κίνητρα. Τα εν λόγω ανεπαρκή κίνητρα είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του ενωσιακού πλαισίου εξυγίανσης με τους εθνικούς κανόνες, καθώς η ευρεία διακριτική ευχέρεια των αρχών εξυγίανσης, όταν προβαίνουν σε εκτίμηση του δημόσιου συμφέροντος, δεν ασκείται πάντοτε κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει την επιδιωκόμενη εφαρμογή του ενωσιακού πλαισίου εξυγίανσης. Ταυτόχρονα, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης έχει αξιοποιηθεί σε μικρό βαθμό λόγω του κινδύνου να πρέπει οι καταθέτες χρηματοδοτούμενων από καταθέσεις ιδρυμάτων να πρέπει να επωμιστούν ζημίες προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των εν λόγω ιδρυμάτων σε εξωτερική χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση, ιδίως ελλείψει άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων. Τέλος, το ότι υπάρχουν λιγότερο αυστηροί κανόνες για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση εκτός της εξυγίανσης από ό,τι κατά την εξυγίανση λειτουργεί αποτρεπτικά για την εφαρμογή του πλαισίου εξυγίανσης της Ένωσης και ευνοούνται άλλες λύσεις, οι οποίες συχνά συνεπάγονται τη χρήση χρημάτων των φορολογουμένων αντί της χρήσης ιδίων πόρων των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων ή των διχτυών ασφαλείας που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί με τη σειρά της κινδύνους κατακερματισμού, κινδύνους μη βέλτιστων αποτελεσμάτων όσον αφορά τη διαχείριση πτωχεύσεων ιδρυμάτων και οντοτήτων, και ειδικότερα στην περίπτωση μικρότερων και μεσαίων ιδρυμάτων και οντοτήτων, καθώς και κόστος ευκαιρίας λόγω αχρησιμοποίητων χρηματοδοτικών πόρων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης εφαρμόζεται πιο αποτελεσματικά και πιο συνεκτικά, και ότι μπορεί να εφαρμόζεται όποτε η εφαρμογή του είναι προς το δημόσιο συμφέρον, μεταξύ άλλων για ορισμένα μικρότερα και μεσαία ιδρύματα τα οποία χρηματοδοτούνται πρωτίστως από καταθέσεις και δεν διαθέτουν επαρκείς άλλες υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις.

(3)

Ένας από τους κύριους στόχους για την αναθεώρηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ είναι να προστατεύονται καλύτερα τα χρήματα των φορολογουμένων, διά της διασφάλισης ότι το πλαίσιο εξυγίανσης μπορεί να εφαρμόζεται όποτε τούτο είναι αναγκαίο. Με το αναθεωρημένο πλαίσιο επιδιώκεται να εξασφαλιστεί ότι θα μειωθεί σημαντικά η χρήση χρημάτων των φορολογουμένων, ώστε να χρησιμοποιούνται συχνότερα και αποτελεσματικότερα τα δίχτυα ασφαλείας που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης.

(4)

Η ένταση και το επίπεδο λεπτομέρειας των εργασιών κατάρτισης σχεδίου εξυγίανσης που απαιτούνται όσον αφορά θυγατρικές που δεν έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης ποικίλλουν ανάλογα με το μέγεθος των σχετικών ιδρυμάτων και οντοτήτων, το προφίλ κινδύνου τους, τον ρόλο τους στην παροχή κρίσιμων λειτουργιών, τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς τους, τη σημασία τους για την επιχειρησιακή συνέχεια του ομίλου μετά την εξυγίανση και τη στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου, καθώς και τη σημασία της θυγατρικής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη, συμπεριλαμβανομένων της δυνητικής συστημικής σημασίας της και του δυνητικού αντικτύπου της στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) στην περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους παράγοντες αυτούς κατά τον προσδιορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με τις εν λόγω θυγατρικές και να ακολουθούν σύμμετρη προσέγγιση, κατά περίπτωση.

(5)

Ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που τελεί υπό εκκαθάριση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, μετά από διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και το συμπέρασμα της αρχής εξυγίανσης ότι η εξυγίανσή του ιδρύματος / της οντότητας δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον, κινείται τελικά προς την έξοδο από την αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται πλέον σχέδιο εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή της εν λόγω οντότητας, ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας αυτού του ιδρύματος ή αυτής της οντότητας. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά εναπομένον ίδρυμα υπό εξυγίανση μετά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο στρατηγικής για μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να διευκρινιστεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απαιτείται η έγκριση σχεδίων εξυγίανσης.

(6)

Η διαδικασία υποβολής πληροφοριών, από οντότητες που ανήκουν σε όμιλο, στις αρχές εξυγίανσης για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τη διαδικασία που ορίζεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ για την υποβολή πληροφοριών με σκοπό την παρακολούθηση της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (EAIKEY), ώστε να αποφεύγονται περιττές δαπάνες και πολυπλοκότητα.

(7)

Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν επί του παρόντος να αποφασίσουν να απαγορεύουν ορισμένες διανομές σε περίπτωση που ένα ίδρυμα ή μια οντότητα, είτε πρόκειται για οντότητα εξυγίανσης είτε όχι, δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον της EAIKEY. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα ενδέχεται να υποχρεωθεί να συμμορφωθεί με την EAIKEY σε διαφορετική βάση από τη βάση επί της οποίας το εν λόγω ίδρυμα ή η εν λόγω οντότητα υποχρεούται να συμμορφώνεται με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τις προϋποθέσεις για την άσκηση των εξουσιών των αρχών εξυγίανσης να απαγορεύουν διανομές και για τον υπολογισμό του μέγιστου διανεμητέου ποσού που σχετίζεται με την EAIKEY. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι, στις περιπτώσεις αυτές, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ασκούν την εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών με βάση την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που προκύπτει από τη μεθοδολογία που ορίζεται στην εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 45γ παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Για να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να κοινοποιούν την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας στο ίδρυμα ή την οντότητα, το οποίο ή η οποία στη συνέχεια θα πρέπει να δημοσιοποιεί την εν λόγω εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας.

(8)

Τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης θεσπίστηκαν για να δώσουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να διορθώνουν την επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας και να μειώνουν, στο μέτρο του δυνατού, τον κίνδυνο και τις επιπτώσεις μιας πιθανής εξυγίανσης. Ωστόσο, λόγω έλλειψης βεβαιότητας όσον αφορά τους παράγοντες που ενεργοποιούν την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων έγκαιρης παρέμβασης και λόγω μερικών επικαλύψεων με εποπτικά μέτρα, σπανίως έχουν χρησιμοποιηθεί μέτρα έγκαιρης παρέμβασης Επομένως, θα πρέπει να απλουστευτούν και να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων έγκαιρης παρέμβασης. Για να αρθούν οι αβεβαιότητες σχετικά με τις προϋποθέσεις και τον χρόνο απομάκρυνσης του διοικητικού οργάνου ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας και τον διορισμό προσωρινών διαχειριστών, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να προσδιορίζονται ρητά ως μέτρα έγκαιρης παρέμβασης και η εφαρμογή τους θα πρέπει να υπόκειται στους ίδιους παράγοντες ενεργοποίησης. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η σταδιακή παύση των δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει οικονομικά αποδοτική λύση που θα διευκολύνει ένα ίδρυμα ή μια οντότητα με αδύναμο επιχειρηματικό μοντέλο να εξέλθει από την αγορά, αποφεύγοντας έτσι μια παρατεταμένη κάμψη που θα καταλήξει στην πτώχευση του ιδρύματος ή της οντότητας. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να παρεμβαίνουν έγκαιρα για να ζητούν την υποβολή σχεδίου προς εφαρμογή στην περίπτωση εθελούσιας σταδιακής παύσης των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας, αφήνοντας παράλληλα την απόφαση σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου στο οικείο ίδρυμα ή την οικεία οντότητα. Κατά την άσκηση εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να υποχρεούνται να επιλέγουν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης κατάστασης σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Για να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους που σχετίζονται με τη φήμη ή τους κινδύνους που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή την τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών, θα πρέπει να αξιολογούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης όχι μόνο βάσει ποσοτικών δεικτών, όπως οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ή οι απαιτήσεις ρευστότητας, το επίπεδο μόχλευσης, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή η συγκέντρωση ανοιγμάτων, αλλά και βάσει ποιοτικών παραγόντων ενεργοποίησης. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με μέτρα έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να επιτρέπει την ταχεία εξέτασή τους και, αν αρμόζει, την εφαρμογή τους, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης του ιδρύματος ή της οντότητας.

(9)

Για τη βελτίωση της ασφάλειας δικαίου, τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, τα οποία αλληλεπικαλύπτονται με τις υφιστάμενες εξουσίες δυνάμει του πλαισίου προληπτικής εποπτείας που καθορίζεται στις οδηγίες 2013/36/ΕΕ (6) και (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), θα πρέπει να απαλειφθούν. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να προετοιμαστούν για την πιθανή εξυγίανση ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας. Ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώνει εγκαίρως τις αρχές εξυγίανσης σχετικά με την επιδείνωση της κατάστασης ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας, οι δε αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για την εφαρμογή προπαρασκευαστικών μέτρων. Είναι σημαντικό ότι, για να μπορούν οι αρχές εξυγίανσης να αντιδράσουν όσο το δυνατόν ταχύτερα σε τυχόν επιδείνωση της κατάστασης ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας, η εκ των προτέρων εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης δεν θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η αρχή εξυγίανσης να προβεί σε ρυθμίσεις για τη θέση σε πώληση του ιδρύματος ή της οντότητας ή να ζητήσει πληροφορίες προς επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και προετοιμασία της αποτίμησης. Κατά τη θέση σε πώληση ιδρύματος που είναι μέλος θεσμικού συστήματος προστασίας (ΘΣΠ), η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζει μέτρα που θα μπορούσε να λάβει το ΘΣΠ πριν από την εξυγίανση για την αποτροπή του σημαντικού κινδύνου πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης του ιδρύματος. Για να εξασφαλιστεί συνεπής, συντονισμένη, αποτελεσματική και έγκαιρη αντίδραση στην επιδείνωση της κατάστασης ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας και για να προετοιμαστεί κατάλληλα μια πιθανή εξυγίανση, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν η αλληλεπίδραση και ο συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών εξυγίανσης. Μόλις ένα ίδρυμα ή μια οντότητα εκπληρώσει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ενισχύσουν τη μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών πληροφοριών, και να παρακολουθούν από κοινού την κατάσταση του ιδρύματος ή της οντότητας.

(10)

Είναι αναγκαίο να διασφαλίζονται η έγκαιρη δράση και ο έγκαιρος συντονισμός μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης, ενόσω ένα ίδρυμα ή μια οντότητα εξακολουθεί μεν να διατηρείται σε λειτουργία, υπάρχει όμως σημαντικός κίνδυνος πτώχευσής του ιδρύματος ή της οντότητας. Ως εκ τούτου, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης το συντομότερο δυνατό για έναν τέτοιο κίνδυνο. Η εν λόγω ενημέρωση θα πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους για την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής και μη εξαντλητική επισκόπηση των εναλλακτικών μέτρων του ιδιωτικού τομέα, των εποπτικών ενεργειών ή των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης που είναι διαθέσιμα για την πρόληψη της πτώχευσης του ιδρύματος ή της οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η εν λόγω έγκαιρη ενημέρωση δεν επηρεάζει τυχόν εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων του ΘΣΠ, με τα οποία θα μπορούσε να αποτραπεί η πτώχευση ή η πιθανή πτώχευση του ιδρύματος ή της οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ούτε θίγει τις διαδικασίες βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης. Η εκ των προτέρων ενημέρωση από την αρμόδια αρχή προς την αρχή εξυγίανσης ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να βρεθεί ένα ίδρυμα ή μια οντότητα σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης ή η λήξη του προσδιοριζόμενου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή των μέτρων προς αντιμετώπιση ενός τέτοιου σημαντικού κινδύνου δεν θα πρέπει να αποτελούν προϋπόθεση για, ή να συνεπάγονται κατ’ ανάγκη άλλως, μεταγενέστερη διαπίστωση ότι ένα ίδρυμα ή μια οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Επιπλέον, εάν σε μεταγενέστερο στάδιο εκτιμηθεί ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για την αποτροπή της εν λόγω πτώχευσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η αρχή εξυγίανσης πρέπει να αποφασίσει αν θα αναλάβει δράση εξυγίανσης. Στην περίπτωση αυτή, ο έγκαιρος χαρακτήρας της απόφασης να εφαρμοστεί δράση εξυγίανσης στο ίδρυμα ή στην οντότητα μπορεί να έχει θεμελιώδη σημασία για την επιτυχή εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης, ιδίως επειδή η έγκαιρη παρέμβαση στο ίδρυμα ή στην οντότητα μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση επαρκών επιπέδων ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ρευστότητας για την εκτέλεση της εν λόγω στρατηγικής. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να δοθεί στην αρχή εξυγίανσης η δυνατότητα να αξιολογεί, σε στενή συνεργασία με την αρμόδια αρχή, τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα για την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση του ιδρύματος ή της οντότητας. Για να διασφαλιστεί η έγκαιρη έκβαση και να μπορέσει η αρχή εξυγίανσης να προετοιμαστεί κατάλληλα για την πιθανή εξυγίανση ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας, η αρχή εξυγίανσης και η αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεδριάζουν τακτικά, η δε αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με τη συχνότητα των εν λόγω συνεδριάσεων λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης.

(11)

Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται σε κάθε ίδρυμα ή οντότητα, ανεξάρτητα από το μέγεθος και το επιχειρηματικό μοντέλο του/της, εάν τα εργαλεία που διατίθενται βάσει του εθνικού δικαίου δεν επαρκούν για τη διαχείριση της πτώχευσης. Ωστόσο, ορισμένοι στόχοι του πλαισίου πρέπει να προσδιοριστούν περαιτέρω, για να αυξηθεί η εναρμόνιση και να προαχθεί η σύγκλιση. Ο στόχος εξυγίανσης που συνίσταται στη διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών αποσκοπεί στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στην προστασία της πραγματικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη παροχή των κρίσιμων λειτουργιών. Ειδικότερα, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να συμπεράνουν ότι ορισμένες λειτουργίες ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας θεωρούνται κρίσιμες, ακόμη και αν η διακοπή τους θα επέφερε διαταραχή της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή υπηρεσιών απαραίτητων για την πραγματική οικονομία μόνο σε περιφερειακό επίπεδο. Όσον αφορά την αποδοχή καταθέσεων, οι αρχές εξυγίανσης οφείλουν να αποδίδουν τη δέουσα προσοχή στον κίνδυνο απώλειας της εμπιστοσύνης των καταθετών που έχουν καταθέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Οι δημόσιοι πόροι θα πρέπει να προστατεύονται με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, ιδίως όταν παρέχεται από τον προϋπολογισμό κράτους μέλους. Θα πρέπει επίσης να προστατεύονται οι καταθέτες που καλύπτονται από την οδηγία 2014/49/ΕΕ, οι επενδυτές που καλύπτονται από την οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), τα κεφάλαια πελατών και τα περιουσιακά στοιχεία πελατών.

(12)

Κατά το στάδιο κατάρτισης του σχεδίου εξυγίανσης, όταν αποφασίζεται αν ένα ίδρυμα θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εξυγίανσης, το γεγονός ότι υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις θα πρέπει, γενικά, να αποτελεί για τις αρχές εξυγίανσης ένδειξη ότι η εξυγίανσή του ιδρύματος σε περίπτωση πτώχευσης δεν θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα, το γεγονός ότι ένα ίδρυμα δεν υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι η εξυγίανσή του σε περίπτωση πτώχευσης θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον.

(13)

Η εκκαθάριση μιας οντότητας υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να διακόψει την παροχή κρίσιμων λειτουργιών. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, αν η αφερεγγυότητα είναι πιθανό να οδηγήσει σε ζημίες επί σημαντικού μεριδίου των καταθέσεων ή σε σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά τη συνέχιση της πρόσβασης στις καταθέσεις, και αν η αρχή εξυγίανσης θεωρήσει ότι οι εν λόγω ζημίες ή δυσκολίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την παροχή κρίσιμων λειτουργιών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα μέσω μετάδοσης των κινδύνων ή την πραγματική οικονομία. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι εξαιρετικά πιθανό το δημόσιο συμφέρον να εξυπηρετείται με τη θέση του ιδρύματος ή της οντότητας σε εξυγίανση αντί για την εκκαθάρισή του υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκτίμηση του αν η εξυγίανση ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον θα πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζει, στο μέτρο του δυνατού, τη διαφορά μεταξύ, αφενός, της χρηματοδότησης που παρέχεται μέσω διχτυών ασφαλείας που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο, και συγκεκριμένα των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης ή των ΣΕΚ, και, αφετέρου, της χρηματοδότησης που τα κράτη μέλη παρέχουν με χρήματα των φορολογουμένων. Τέτοια παρεχόμενη από τα κράτη μέλη χρηματοδότηση ενέχει μεγαλύτερο ηθικό κίνδυνο και μικρότερο κίνητρο για πειθαρχία της αγοράς. Ως εκ τούτου, κατά την αξιολόγηση του στόχου της ελαχιστοποίησης της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να προκρίνουν τη χρηματοδότηση μέσω των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης ή των ΣΕΚ έναντι της χρηματοδότησης μέσω ισόποσων πόρων από τον προϋπολογισμό των κρατών μελών.

(14)

Όταν διενεργούν εκτίμηση του δημόσιου συμφέροντος, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζουν αν θα διακυβευόταν κάποιος από τους στόχους εξυγίανσης σε περίπτωση που το ίδρυμα ή η οντότητα που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης εκκαθαριζόταν υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η δράση εξυγίανσης δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον αν, στην περίπτωση που το ίδρυμα ή η οντότητα εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν διακυβεύεται κανένας από τους στόχους εξυγίανσης. Εάν η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι διακυβεύεται τουλάχιστον ένας στόχος εξυγίανσης σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, το αποτέλεσμα της εκτίμησης του δημόσιου συμφέροντος θα πρέπει να είναι αρνητικό μόνον όταν η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας του ιδρύματος ή της οντότητας που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης θα επιτύγχανε τους στόχους της εξυγίανσης όχι μόνο στον ίδιο βαθμό με την εξυγίανση, αλλά αποτελεσματικότερα.

(15)

Όταν ίδρυμα ή οντότητα που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης δεν τίθεται υπό καθεστώς εξυγίανσης, θα πρέπει να εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται βάσει του εθνικού δικαίου. Οι διαδικασίες αυτές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Μολονότι ενδείκνυται η παροχή επαρκούς ευελιξίας για τη χρήση των υφιστάμενων εθνικών διαδικασιών, ορισμένες πτυχές θα πρέπει να αποσαφηνιστούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα σχετικά ιδρύματα ή οι σχετικές οντότητες θα εξέλθουν από την αγορά.

(16)

Θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης κινεί ή αιτείται την κίνηση διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου για την εκκαθάριση ιδρύματος ή οντότητας που έχει διαπιστωθεί ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης αλλά δεν έχει τεθεί υπό εξυγίανση. Όταν στο εθνικό δίκαιο προβλέπεται η δυνατότητα εθελούσιας εκκαθάρισης του ιδρύματος ή της οντότητας κατόπιν απόφασης των μετόχων, θα πρέπει ως επιλογή να παραμένει διαθέσιμη και η σχετική αρχή να έχει την εξουσία να ζητεί την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας. Ωστόσο, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι, ελλείψει ταχείας δράσης εκ μέρους των μετόχων, δράση αναλαμβάνει η αρμόδια εθνική αρχή.

(17)

Θα πρέπει επίσης να προβλέπεται ότι το τελικό αποτέλεσμα των διαδικασιών εκκαθάρισης είναι ο τερματισμός των τραπεζικών δραστηριοτήτων ο οποίος επιφέρει και την έξοδο του ιδρύματος ή της οντότητας που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης από την αγορά. Ανάλογα με το εφαρμοζόμενο εθνικό δίκαιο, το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους. Αυτοί μπορεί να περιλαμβάνουν την πώληση του συνόλου ή μερών του ιδρύματος ή της οντότητας, την πώληση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων, τη σταδιακή παύση των δραστηριοτήτων του/της, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών και της αποδοχής καταθέσεων, με σκοπό τη σταδιακή πώληση των περιουσιακών στοιχείων του/της για την επιστροφή των χρημάτων τους στους θιγόμενους πιστωτές. Για τον τερματισμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων ενδέχεται επίσης να απαιτείται, μεταξύ άλλων, περιορισμός της έκδοσης νέων υποχρεώσεων ώστε να καλύπτονται μόνον οι ανάγκες αναχρηματοδότησης που προκύπτουν από υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία, προκειμένου να μην παραταθεί η ληκτότητα των υποχρεώσεων. Προκειμένου να βελτιωθεί η προβλεψιμότητα των διαδικασιών, η συγκεκριμένη έκβαση θα πρέπει να εξασφαλίζεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

(18)

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν την εξουσία ανάκλησης της άδειας ιδρύματος ή οντότητας με μόνη βάση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης πλην όμως δεν έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να ανακαλούν την άδεια με σκοπό τη στήριξη του στόχου της εκκαθάρισης του ιδρύματος ή της οντότητας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ιδίως σε περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατή η κίνηση των διαθέσιμων διαδικασιών δυνάμει του εθνικού δικαίου κατά τον χρόνο στον οποίο διαπιστώνεται ότι το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες το ίδρυμα ή η οντότητα δεν χαρακτηρίζεται από φερεγγυότητα σε επίπεδο ισολογισμού. Προκειμένου να διασφαλιστεί περαιτέρω η δυνατότητα επίτευξης του στόχου της εκκαθάρισης του ιδρύματος ή της οντότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή περιλαμβάνεται επίσης στις ενδεχόμενες προϋποθέσεις κίνησης μίας τουλάχιστον από τις διαδικασίες που είναι διαθέσιμες δυνάμει του εθνικού δικαίου και ότι εφαρμόζεται σε ιδρύματα ή οντότητες που βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης πλην όμως δεν έχουν τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης.

(19)

Με βάση την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και των οδηγιών 2014/49/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να χορηγηθούν κατ’ εξαίρεση μέτρα προληπτικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζονται ως έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Θα πρέπει να διασφαλιστεί η έγκαιρη λήψη των προληπτικών μέτρων. Επιπλέον, μέτρα αρωγής για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των φορέων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή των συστημάτων εγγύησης περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να αποδειχτούν αποτελεσματικά και αποδοτικά όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιτιών πιθανών οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν τα ιδρύματα και οι οντότητες και την πρόληψη της πτώχευσής τους και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να συνιστούν σχετικά προληπτικά μέτρα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα προληπτικά μέτρα μπορούν να λάβουν τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία.

(20)

Για τη διατήρηση της πειθαρχίας της αγοράς, την προστασία των δημόσιων πόρων και την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να συνεχίσουν να αποτελούν εξαίρεση και να εφαρμόζονται μόνο για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σοβαρών διαταραχών στην αγορά και για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως σε περίπτωση συστημικής κρίσης. Επιπλέον, τα προληπτικά μέτρα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ζημιών που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν. Το πιο αξιόπιστο μέσο για τον ποσοτικό προσδιορισμό των ζημιών που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν είναι ο έλεγχος της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών – ΕΑΤ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), ή τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τον εν λόγω έλεγχο, ή κατά περίπτωση επιτόπιες επιθεωρήσεις, για να προσδιορίσουν ποσοτικά τις ζημίες που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν, όταν ο εν λόγω έλεγχος ή οι εν λόγω επιθεωρήσεις μπορούν να διενεργηθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν ποσοτικά τις ζημίες που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο υπό τις επικρατούσες συνθήκες, με βάση, κατά περίπτωση, τον ισολογισμό του ιδρύματος ή της οντότητας, εφόσον αυτός συνάδει με τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες και τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα, κατ’ επιβεβαίωση ανεξάρτητου εξωτερικού ελεγκτή. Η εκτίμηση της φερεγγυότητας ιδρύματος ή οντότητας, για τους σκοπούς των μέτρων στήριξης με τη μορφή προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης και κρατικών εγγυήσεων νεοεκδοθεισών υποχρεώσεων, θα πρέπει να βασίζεται σε μελλοντοστραφή αξιολόγηση του αν το ίδρυμα ή η οντότητα μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 (11) ή στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), καθώς και με την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ ή στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034.

(21)

Σκοπός της προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης είναι η στήριξη βιώσιμων ιδρυμάτων και οντοτήτων για τα οποία διαπιστώνεται ότι είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν προσωρινές δυσχέρειες στο εγγύς μέλλον και η αποτροπή περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασής τους. Για να αποφευχθεί η χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις που είναι ήδη μη κερδοφόρες, δεν θα πρέπει να χορηγούνται προληπτικά μέτρα με τη μορφή απόκτησης μέσων ιδίων κεφαλαίων ή άλλων κεφαλαιακών μέσων ή μέσω μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία σε ποσό πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της έλλειψης κεφαλαίων που διαπιστώνεται στο δυσμενές σενάριο προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ή ισοδύναμου ελέγχου. Για να διασφαλιστεί ότι θα υπάρξει εντέλει διακοπή της δημόσιας χρηματοδότησης, τα εν λόγω προληπτικά μέτρα θα πρέπει επίσης να είναι χρονικά περιορισμένα και να περιλαμβάνουν σαφές χρονοδιάγραμμα όσον αφορά τον τερματισμό τους («στρατηγική εξόδου από το μέτρο στήριξης»). Τα μέσα αόριστης διάρκειας, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και να υπόκεινται σε ορισμένα ποσοτικά όρια, δεδομένου ότι από τη φύση τους δεν είναι κατάλληλα για τη συμμόρφωση με τον όρο της προσωρινής ισχύος. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ζητούν εφάπαξ σχέδιο αποκατάστασης από τα ιδρύματα και τις οντότητες που δεν συμμορφώνονται με τους όρους της στρατηγικής εξόδου από το μέτρο στήριξης. Για να διασφαλιστεί η έξοδος από την αγορά ιδρυμάτων ή οντοτήτων που αποδεικνύεται ότι δεν είναι βιώσιμα, η σχετική αρχή θα πρέπει να προσδιορίζει αν το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, όταν η αρμόδια αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με το σχέδιο αποκατάστασης ή όταν το ίδρυμα ή η οντότητα δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο αποκατάστασης.

(22)

Τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να περιορίζονται στο ποσό που θα χρειαζόταν το ίδρυμα ή η οντότητα για να διατηρήσει τη φερεγγυότητά του/της στην περίπτωση δυσμενούς σεναρίου προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ή ισοδύναμου ελέγχου. Στην περίπτωση προληπτικών μέτρων με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, το ίδρυμα ή η οντότητα που τα λαμβάνει θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το χορηγούμενο ποσό για την κάλυψη ζημιών από τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία ή σε συνδυασμό με απόκτηση κεφαλαιακών μέσων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση του συνολικού ποσού του διαπιστωθέντος ελλείμματος. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα προληπτικά μέτρα με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία συμμορφώνονται με τους ισχύοντες κανόνες και τις βέλτιστες πρακτικές για τις κρατικές ενισχύσεις, ότι αποκαθιστούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ιδρύματος ή της οντότητας, ότι η κρατική ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο και ότι αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Για τους λόγους αυτούς, οι οικείες αρχές θα πρέπει, στην περίπτωση προληπτικών μέτρων με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένων του σχεδίου στρατηγικής της Επιτροπής για τη σύσταση εθνικών εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και της ανακοίνωσης της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά την πανδημία της COVID-19. Τα προληπτικά μέτρα με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει επίσης να υπόκεινται πάντοτε στον επιτακτικό όρο ότι είναι προσωρινά. Οι δημόσιες εγγυήσεις που χορηγούνται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε σχέση με τα απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία του οικείου ιδρύματος ή της οικείας οντότητας αναμένεται ότι θα εξασφαλίζουν καλύτερη συμμόρφωση με τον εν λόγω όρο από ό,τι οι μεταβιβάσεις των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων σε οντότητα υποστηριζόμενη από το δημόσιο.

(23)

Για να καλυφθούν οι σοβαρές παραβάσεις των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων διαπιστώνεται ότι οι εταιρείες συμμετοχών βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Η παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων από εταιρεία συμμετοχών θα πρέπει να θεωρείται σοβαρή όταν το είδος και η έκταση της παράβασης είναι συγκρίσιμη με παράβαση η οποία, εάν είχε διαπραχθεί από πιστωτικό ίδρυμα, θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(24)

Τα κράτη μέλη ενδέχεται να διαθέτουν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας τους, εξουσίες αναστολής υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν επιλέξιμες καταθέσεις. Όταν η αναστολή υποχρεώσεων πληρωμής ή παράδοσης δεν έχει άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος, οι καταθέσεις δεν ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες για τους σκοπούς της οδηγίας 2014/49/ΕΕ. Συνεπεία της αναστολής, οι καταθέτες ενδέχεται να μην μπορούν να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στον τραπεζικό τομέα και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε ενδεδειγμένο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις τους για την κάλυψη, ειδικότερα, του κόστους ζωής, σε περίπτωση που δεν έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους λόγω αναστολής πληρωμών για λόγους που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την εκταμίευση των καταθέσεων. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να έχει έκτακτο χαρακτήρα, τα δε κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε ενδεδειγμένα ημερήσια ποσά.

(25)

Για να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου, και δεδομένης της δυνητικής σημασίας υποχρεώσεων που θα προκύψουν από αβέβαια γεγονότα στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένης της έκβασης δικαστικών διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο της εξυγίανσης, είναι αναγκαίο να καθοριστεί η δέουσα μεταχείριση των εν λόγω υποχρεώσεων για τους σκοπούς της εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να κάνουν διάκριση μεταξύ υποχρεώσεων, αβέβαιου μεν χρόνου και ποσού, οι οποίες όμως βασίζονται σε παρούσες οφειλές που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα και θα οδηγήσουν σε ζημία, και υποχρεώσεων που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον αλλά δεν θα οδηγήσουν σε ζημία ή που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον μόνον εάν επέλθει αβέβαιο γεγονός.

(26)

Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι οι υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου και ποσού, όταν οι εν λόγω υποχρεώσεις βασίζονται σε παρούσες οφειλές που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα και θα οδηγήσουν σε ζημία, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται άλλες υποχρεώσεις. Οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να μπορούν να υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, εκτός εάν πληρούν ένα από τα ειδικά κριτήρια για την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Δεδομένης της ενδεχόμενης σημασίας των εν λόγω υποχρεώσεων για την εξυγίανση, και για να εξασφαλιστεί βεβαιότητα κατά την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι αποτελούν μέρος των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε αυτές το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να μειώνει, μεταξύ άλλων και να μηδενίζει, το οφειλόμενο κεφάλαιο σε σχέση με τέτοιες υποχρεώσεις και να μετατρέπει τις εν λόγω υποχρεώσεις σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η μείωση ή η μετατροπή μπορεί να παράγει αποτελέσματα μόνον εάν και όταν προσδιοριστεί οριστικά από άποψη χρόνου και ποσού η υποχρέωση αβέβαιου χρόνου ή ποσού.

(27)

Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι υποχρέωση που θα μπορούσε να προκύψει από αβέβαιο γεγονός στο μέλλον ή υποχρέωση αβέβαιου χρόνου ή ποσού η οποία βασίζεται σε παρούσα οφειλή κατά τον χρόνο της εξυγίανσης δεν θίγει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής εξυγίανσης και ιδίως του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, ο εκτιμητής θα πρέπει, στο πλαίσιο της αποτίμησης για τους σκοπούς της εξυγίανσης, να προβαίνει σε εκτίμηση των εν λόγω υποχρεώσεων και να προσδιορίζει ποσοτικά, όσο μπορεί καλύτερα, τη δυνητική αξία τους. Για να διασφαλιστεί ότι, μετά τη διαδικασία εξυγίανσης, το ίδρυμα ή η οντότητα μπορεί να διατηρήσει επαρκή επίπεδα εμπιστοσύνης της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα, ο εκτιμητής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εν λόγω δυνητική αξία κατά τον καθορισμό του ποσού κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις ώστε να αποκατασταθούν οι δείκτες κεφαλαίου του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζει τις οικείες εξουσίες μετατροπής σε υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις στον βαθμό που απαιτείται για να διασφαλιστεί ότι η ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος επαρκεί για την κάλυψη δυνητικών ζημιών που ενδέχεται να προκληθούν από υποχρέωση που μπορεί να προκύψει στο μέλλον λόγω αβέβαιου γεγονότος ή που βασίζεται σε παρούσα οφειλή αλλά διέπεται από αβεβαιότητα από άποψη χρόνου ή ποσού. Κατά την εκτίμηση του ποσού που πρέπει να απομειωθεί ή να μετατραπεί, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τον αντίκτυπο της δυνητικής ζημίας στο υπό εξυγίανση ίδρυμα με βάση διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας εκδήλωσης του γεγονότος, του χρονικού πλαισίου για την εκδήλωσή του και του ποσού της υποχρέωσης.

(28)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά την παροχή συνεισφοράς από τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης έως το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων του ιδρύματος ή της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να χρησιμοποιούν πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης για να στηρίξουν περαιτέρω την οικεία δράση εξυγίανσης. Θα πρέπει να διευκρινιστεί σαφέστερα σε ποιες περιπτώσεις η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης θα μπορούσε να παρέχει περαιτέρω στήριξη όταν όλες οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις που δεν είναι επιλέξιμες καταθέσεις, με σειρά κατάταξης χαμηλότερη από εκείνη των μη καλυπτόμενων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, και που δεν εξαιρούνται κατά διακριτική ευχέρεια από τη διάσωση με ίδια μέσα, έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως.

(29)

Οι καταθέσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν επιλέξιμες υποχρεώσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται με στόχο τη συμμόρφωση με την EAIKEY. Ωστόσο, δεδομένου του ειδικού χαρακτήρα των καταθέσεων, καθώς και του ρόλου που διαδραματίζουν στην πραγματική οικονομία και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, η συμπερίληψή τους στο φάσμα των υποχρεώσεων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση της EAIKEY θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότερες απαιτήσεις, δεδομένου ότι οι πόροι που είναι επιλέξιμοι για την κάλυψη της EAIKEY θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται στο σύνολό τους για την κάλυψη των ζημιών και τη συμβολή στην ανακεφαλαιοποίηση ενός πιστωτικού ιδρύματος στην περίπτωση πτώχευσής του. Πρώτον, όπως ισχύει και με τους υφιστάμενους κανόνες, δεν θα πρέπει να είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της EAIKEY καταθέσεις φυσικών προσώπων ή πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Δεύτερον, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι καταθέσεις που παρέχουν στον κάτοχό τους δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης δεν μπορούν να είναι επιλέξιμες για την κάλυψη της EAIKEY, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων εκείνων στις οποίες οι συμβατικές διατάξεις προβλέπουν ότι η πρόωρη εξόφληση υπόκειται στην καταβολή χρηματικής ποινής. Τρίτον, για να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την ακατάλληλη τοποθέτηση τέτοιων καταθέσεων, οι σχετικές συμβατικές διατάξεις θα πρέπει να αναφέρονται ρητά στην πρόθεση του πιστωτικού ιδρύματος να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω καταθέσεις για τη συμμόρφωση με τη EAIKEY, καθώς και στο γεγονός ότι δεν θεωρούνται επιλέξιμες καταθέσεις και ότι, ως εκ τούτου, κανένα μέρος της εν λόγω κατάθεσης δεν θα επιστραφεί από το ΣΕΚ σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας. Τέταρτον, η χρήση καταθέσεων στην EAIKEY δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, να επιτρέπεται, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης έχουν προηγουμένως επιτρέψει τη συμπερίληψή τους στους επιλέξιμους για την EAIKEY πόρους βασιζόμενες στην εκτίμηση ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν θα χρειαστεί να προστατευτούν από την ανάληψη ζημιών σε περίπτωση εξυγίανσης και δεν θα δημιουργήσουν ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να επιτρέπουν τη χρήση καταθέσεων για την κάλυψη της EAIKEY σε γενική βάση για κάθε οντότητα εξυγίανσης, χωρίς ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε κατάθεσης, καθώς και να περιορίζουν σε καθορισμένα ποσά τη συμπερίληψη καταθέσεων για την κάλυψη της EAIKEY. Οι δομημένες καταθέσεις, παρότι αποτελούν υποχρεώσεις με ενσωματωμένα παράγωγα, μπορούν επίσης να θεωρηθούν επιλέξιμες υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι άλλες προϋποθέσεις.

(30)

Προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα κατακρήμνισης, είναι αναγκαίο να γίνεται αποδοχή του προϋφιστάμενου καθεστώτος για υφιστάμενες καταθέσεις που θεωρούνται επιλέξιμες υποχρεώσεις. Για τις καταθέσεις που έχουν ληφθεί πριν από τις 12 Μαΐου 2028, θα πρέπει να αρθούν τα νέα κριτήρια επιλεξιμότητας. Η εξαίρεση θα πρέπει να λήγει στις 11 Μαΐου 2029.

(31)

Με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/876 (13) και (ΕΕ) 2019/877 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) και την οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) ενσωματώθηκαν στο δίκαιο της Ένωσης οι διεθνείς όροι λειτουργίας της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (ΣΙΑΖ), που δημοσιεύθηκαν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις 9 Νοεμβρίου 2015 («πρότυπο ΣΙΑΖ»), για τις παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες, οι οποίες αναφέρονται στο δίκαιο της Ένωσης ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII). Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/877 και την οδηγία (ΕΕ) 2019/879 τροποποιήθηκε επίσης η EAIKEY που ορίζεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Είναι αναγκαίο οι προβλεπόμενες στην οδηγία 2014/59/ΕΕ διατάξεις σχετικά με την EAIKEY να ευθυγραμμίζονται με την εφαρμογή του προτύπου ΣΙΑΖ για τα G-SII όσον αφορά ορισμένες υποχρεώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη του μέρους της EAIKEY που θα πρέπει να καλύπτεται με ίδια κεφάλαια και άλλες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις που έχουν την ίδια κατάταξη με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια και στα επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης των οντοτήτων εξυγίανσης, όταν το ποσό των εν λόγω εξαιρούμενων υποχρεώσεων στον ισολογισμό της οντότητας εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας εξυγίανσης και όταν από τη συμπερίληψη αυτή δεν προκύπτουν κίνδυνοι που σχετίζονται με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών.

(32)

Για ορισμένες οντότητες εξυγίανσης, η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης που προβλέπεται στο σχέδιο εξυγίανσης ή στο σχέδιο εξυγίανσης ομίλου βασίζεται πρωτίστως στη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του υπό εξυγίανση ιδρύματος σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι πιθανό να ζητηθεί από το ΣΕΚ να συνεισφέρει στη δράση εξυγίανσης, ενδεχομένως για να διασφαλιστεί η προστασία ορισμένων καταθέσεων που δεν καλύπτονται από το ΣΕΚ. Ως εκ τούτου, για να ελαχιστοποιηθεί ο ηθικός κίνδυνος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η EAIKEY για την οικεία οντότητα εξυγίανσης δεν θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από ορισμένα όρια, όταν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος και την έξοδο της οντότητας εξυγίανσης από την αγορά. Όταν η εφαρμογή των κανόνων για τη βαθμονόμηση της EAIKEY συνεπάγεται ποσό υψηλότερο από τα εν λόγω όρια, θα πρέπει να υπερισχύει το εν λόγω υψηλότερο ποσό. Τα όρια αυτά δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στην EAIKEY που καθορίζεται για οντότητες εξυγίανσης των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης συνίσταται στην εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για την ανακεφαλαιοποίησή τους σε βαθμό που αρκεί για την αποκατάσταση της ικανότητάς τους να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια, ακόμη και όταν η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, τα οποία χρησιμοποιούνται επικουρικά.

(33)

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ δεν περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες σχετικά με μεταβατικές ρυθμίσεις και ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για την κάλυψη της EAIKEY μετά το 2024. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες τα ιδρύματα ή οι οντότητες δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται σε άμεση συμμόρφωση με υψηλότερη EAIKEY που καθορίζει η αρχή εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η αύξηση της EAIKEY προκύπτει από ουσιώδεις αλλαγές στο ίδρυμα ή την οντότητα λόγω, για παράδειγμα, συγχωνεύσεων ή εξαγορών, ή από αλλαγές στην προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης. Ειδικότερα, όταν αλλάζει η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης και, από εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, εφαρμόζεται δράση εξυγίανσης, το ίδρυμα ή η οντότητα ενδέχεται να μην είναι σε θέση αμέσως να καλύψει πλήρως την EAIKEY, όπως έχει οριστεί από την αρχή εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στις αρχές εξυγίανσης η εξουσία να καθορίζουν κατάλληλες μεταβατικές περιόδους για τη συμμόρφωση με την EAIKEY. Επιπλέον, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν την εξουσία να καθορίζουν δεσμευτικά ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για τα εν λόγω ιδρύματα ή τις εν λόγω οντότητες, ώστε να διασφαλίζεται ότι συγκεντρώνουν τους επιλέξιμους για την EAIKEY πόρους τους με ενδεδειγμένο τρόπο. Για την προστασία των εύλογων προσδοκιών, οι μεταβατικές περίοδοι που είχαν καθοριστεί προηγουμένως από τις αρχές εξυγίανσης βάσει των κανόνων που ίσχυαν κατά τη σχετική ημερομηνία δεν θα πρέπει να επηρεαστούν από τους νέους κανόνες.

(34)

Τα ιδρύματα και οι οντότητες υποχρεούνται να περιλαμβάνουν συμβατική αναγνώριση των αποτελεσμάτων του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε συμφωνίες ή μέσα που δημιουργούν υποχρεώσεις οι οποίες διέπονται από το δίκαιο τρίτων χωρών, εκτός εάν αυτό είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο. Ωστόσο, η πείρα που αποκομίσθηκε κατά την εφαρμογή του πλαισίου εξυγίανσης έχει δείξει ότι οι απαιτήσεις για τους εν λόγω όρους περί συμβατικής αναγνώρισης της διάσωσης με ίδια μέσα, καθώς και η διαδικασία κοινοποίησης και αξιολόγησης του ανέφικτου της συμπερίληψης τέτοιων όρων, είναι αδικαιολόγητα ευρείες, πολύπλοκες και επαχθείς προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος διασφάλισης της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων που ενδέχεται να υπαχθούν σε δράση εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής της απαίτησης στα μέσα ιδίων κεφαλαίων και στις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις, εξαιρώντας έτσι, ιδίως, τις συμβάσεις οι οποίες δημιουργούν υποχρεώσεις που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον από αβέβαιο γεγονός. Επιπλέον, για το φάσμα των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που υπόκεινται στην απαίτηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προβλεπόμενη στο σχέδιο εξυγίανσης στρατηγική. Για τον λόγο αυτόν, οι οντότητες εκκαθάρισης και οι θυγατρικές οντοτήτων εξυγίανσης που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να περιλαμβάνουν στις συμβάσεις τους τον όρο περί αναγνώρισης της διάσωσης με ίδια μέσα, εκτός εάν το απαιτήσει η αρχή εξυγίανσης. Τέλος, ενώ δεν απαιτούνται προσαρμογές όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους γίνεται επίκληση του ανέφικτου της συμπερίληψης του όρου περί αναγνώρισης της διάσωσης με ίδια μέσα στις συμβάσεις ιδρυμάτων και οντοτήτων, θα πρέπει να απλουστευτεί η διαδικασία αναφοράς τέτοιων καταστάσεων από τα ιδρύματα και τις οντότητες στην αρχή εξυγίανσης και να ενσωματωθεί στην ετήσια υποβολή εκθέσεων για τους σκοπούς της κατάρτισης του σχεδίου εξυγίανσης.

(35)

Για τη διευκόλυνση του σχεδιασμού της εξυγίανσης, της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης και της άσκησης της εξουσίας για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, καθώς και για την προώθηση της ανταλλαγής πληροφοριών, η αρχή εξυγίανσης ιδρύματος με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορεί να συστήσει σώμα εξυγίανσης, στο οποίο θα προεδρεύει.

(36)

Δεδομένου ότι η παροχή πληροφοριών σχετικά με τον συγκεντρωτικό αριθμό των πελατών για τους οποίους ένα ίδρυμα ή μια οντότητα είναι ο μόνος ή ο κυριότερος τραπεζικός εταίρος, οι οποίες τηρούνται από τους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), μπορεί να είναι αναγκαία και αναλογική για τη διενέργεια της εκτίμησης του δημόσιου συμφέροντος, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες κατά περίπτωση. Θα πρέπει επίσης να προσδιοριστεί το ακριβές χρονοδιάγραμμα της έμμεσης πρόσβασης των αρχών εξυγίανσης σε πληροφορίες.

(37)

Υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ του πλαισίου για την εξυγίανση και του πλαισίου για την κατάχρηση της αγοράς. Ειδικότερα, ενώ οι δράσεις που αναλαμβάνονται κατά την εξυγίανση ή κατά την προετοιμασία ενόψει της εξυγίανσης ενδέχεται να χαρακτηριστούν προνομιακές πληροφορίες βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), η πρόωρη δημοσιοποίησή τους μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη διαδικασία εξυγίανσης. Όταν οι δράσεις αυτές αποτελούν ενδιάμεσα στάδια μιας παρατεταμένης διαδικασίας, δεν απαιτείται άμεση δημοσιοποίηση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014. Σε άλλες περιπτώσεις, τα ιδρύματα ή οι οντότητες είναι σε θέση να λάβουν μέτρα για την αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος καθυστερώντας τη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 ή 5 του εν λόγω κανονισμού. Ωστόσο, κατά τον χρόνο της εξυγίανσης ή της προετοιμασίας ενόψει της εξυγίανσης ενδέχεται να μην υπάρχουν πάντοτε τα κατάλληλα κίνητρα ώστε το υπό εξυγίανση ίδρυμα να αναλάβει την πρωτοβουλία υποβολής τέτοιου αιτήματος. Για την αποφυγή τέτοιων καταστάσεων, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν την εξουσία να απαιτούν από ίδρυμα ή οντότητα να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των προνομιακών πληροφοριών σχετικά με την προετοιμασία για εξυγίανση και τη διαδικασία εξυγίανσης ή την απομείωση και τη μετατροπή, εφόσον το κρίνουν αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης. Τα ιδρύματα και οι οντότητες θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις εν λόγω προνομιακές πληροφορίες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 μόνον αφού ενημερωθούν από την αρχή εξυγίανσης ότι η διασφάλιση της εμπιστευτικότητας δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης. Ωστόσο, όταν δεν διασφαλίζεται πλέον η εμπιστευτικότητα, θα πρέπει να απαιτείται η δημοσιοποίηση των προνομιακών πληροφοριών από τα ιδρύματα και τις οντότητες το συντομότερο δυνατό.

(38)

Θα πρέπει επίσης να διατηρηθεί επαρκής σύνδεση μεταξύ καταβολών και επιδόσεων σε περίπτωση εξυγίανσης, ιδίως όταν οι ζημίες είναι πιθανό να μετακυλιστούν στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, τυχόν μεταβλητές αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών τού υπό εξυγίανση ιδρύματος που δεν έχουν καταβληθεί ή δεν έχουν εκχωρηθεί θα πρέπει να ακυρώνονται. Εκτός εάν ένα μέλος του διοικητικού οργάνου ή ένα ανώτατο διοικητικό στέλεχος αποδείξει ότι δεν συμμετείχε ή δεν ήταν υπεύθυνο για τη συμπεριφορά που οδήγησε ή συνέβαλε στην πτώχευση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, οι μεταβλητές αποδοχές που εκχωρήθηκαν ή καταβλήθηκαν κατά τους 24 μήνες που προηγήθηκαν της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης θα πρέπει να επιστρέφονται.

(39)

Μετά την αρχική περίοδο συγκέντρωσης πόρων για τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, τα αντίστοιχα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα τους ενδέχεται να υποστούν ελαφρά μείωση κάτω από το επίπεδο-στόχο τους, ιδίως λόγω της αύξησης των καλυπτόμενων καταθέσεων. Επομένως, το ποσό των εκ των προτέρων συνεισφορών που ενδέχεται να εισπραχθούν υπό τις συνθήκες αυτές είναι πιθανό να είναι μικρό. Ως εκ τούτου είναι δυνατό, σε μερικά έτη, το ποσό των εν λόγω εκ των προτέρων συνεισφορών να μην είναι πλέον σύμμετρο προς το κόστος της είσπραξης των εν λόγω συνεισφορών. Συνεπώς, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να μπορούν να αναβάλουν την είσπραξη των εκ των προτέρων συνεισφορών για έως και τρία έτη, έως ότου το προς είσπραξη ποσό ανέλθει σε ποσό ανάλογο προς το κόστος της διαδικασίας είσπραξης, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αναβολή δεν επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητα των αρχών εξυγίανσης να χρησιμοποιούν τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης.

(40)

Οι αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής αποτελούν μία από τις συνιστώσες των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να εισπραχθούν οι εν λόγω δεσμεύσεις πληρωμής. Σε περίπτωση που μια οντότητα παύσει να υπόκειται στην υποχρέωση καταβολής συνεισφορών σε χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μετά από απόφαση παραίτησης από την άδειά της, η αμετάκλητη δέσμευση πληρωμής θα πρέπει να ακυρώνεται. Για να διασφαλιστεί ότι η ακύρωση της αμετάκλητης δέσμευσης πληρωμής δεν οδηγεί σε κατάσταση κατά την οποία τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα στη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μειώνονται κάτω από το επίπεδο που η αρχή εξυγίανσης κρίνει επαρκές, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να καθορίζει συνεισφορά την οποία θα πρέπει να υποχρεούται να καταβάλει η σχετική οντότητα. Στην απόφασή της, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη διατήρησης ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ όλων των συμμετεχόντων ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένης της οντότητας που παύει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Η αρχή εξυγίανσης οφείλει να παρέχει αναλυτική αιτιολόγηση της απόφασής της και να κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησής της, στην ετήσια έκθεσή της. Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια και βεβαιότητα όσον αφορά το μερίδιο των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής στο συνολικό ποσό των εκ των προτέρων συνεισφορών που θα συγκεντρωθούν, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να καθορίζει το εν λόγω μερίδιο σε ετήσια βάση, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων ορίων. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να επιδιώκει να διασφαλίσει ότι μετριάζεται κάθε επίδραση των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που ενισχύει τις κυκλικές τάσεις ανάλογα με τη λογιστική αντιμετώπισή τους.

(41)

Το μέγιστο ετήσιο ποσό των έκτακτων εκ των υστέρων συνεισφορών στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης που επιτρέπεται να εισπραχθεί περιορίζεται επί του παρόντος στο τριπλάσιο του ποσού των εκ των προτέρων συνεισφορών. Μετά την αρχική περίοδο συγκέντρωσης πόρων που προβλέπεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ, οι εν λόγω εκ των προτέρων συνεισφορές θα εξαρτώνται, σε περιστάσεις πλην των περιστάσεων χρήσης των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης, μόνον από διακυμάνσεις του επιπέδου των καλυπτόμενων καταθέσεων και, ως εκ τούτου, είναι πιθανό να μειωθούν. Ο καθορισμός του μέγιστου ποσού των έκτακτων εκ των υστέρων συνεισφορών με βάση τις εκ των προτέρων συνεισφορές θα μπορούσε επομένως να έχει ως αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό της δυνατότητας των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης να εισπράττουν εκ των υστέρων συνεισφορές, μειώνοντας έτσι την ικανότητά τους για ανάληψη δράσης. Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει να προβλεφθεί διαφορετικό όριο και το μέγιστο ποσό έκτακτων εκ των υστέρων συνεισφορών που επιτρέπεται να εισπραχθεί θα πρέπει να οριστεί στο τριπλάσιο του ενός όγδοου του επιπέδου-στόχου της σχετικής χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης.

(42)

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ εναρμόνισε εν μέρει την κατάταξη των καταθέσεων βάσει των εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων που διέπουν τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι σχετικοί κανόνες προέβλεπαν κατάταξη των καταθέσεων σε τρεις κατηγορίες, βάσει της οποίας οι καλυπτόμενες καταθέσεις είχαν την ύψιστη προτεραιότητα, έπονταν δε οι επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων πέραν του επιπέδου κάλυψης. Οι λοιπές καταθέσεις, ήτοι οι καταθέσεις μεγάλων εταιρειών που υπερβαίνουν το επίπεδο κάλυψης και καταθέσεις οι οποίες δεν είναι επιλέξιμες για επιστροφή από το ΣΕΚ, έπρεπε να έχουν χαμηλότερη προτεραιότητα, πλην όμως η θέση τους δεν εναρμονιζόταν με άλλον τρόπο. Τέλος, οι απαιτήσεις των ΣΕΚ τύγχαναν της ίδιας ύψιστης προτεραιότητας με τις καλυπτόμενες καταθέσεις. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτή η μερική εναρμόνιση δεν είναι η βέλτιστη λύση για την προστασία των καταθετών. Η μερική εναρμόνιση έχει επιφέρει διαφορές στη μεταχείριση των λοιπών καταθετών στα κράτη μέλη, ειδικότερα καθώς ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη αποφάσισαν να χορηγήσουν επίσης νόμιμη προτεραιότητα σε εναπομένουσες καταθέσεις. Οι διαφορές αυτές έχουν επίσης δημιουργήσει δυσκολίες κατά τον καθορισμό του αντιπαραδείγματος αφερεγγυότητας για τους διασυνοριακούς ομίλους κατά τις αποτιμήσεις στο πλαίσιο της εξυγίανσης. Επιπλέον, η έλλειψη γενικής προτίμησης των καταθετών ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα ως προς την τήρηση της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, ειδικότερα όταν οι καταθέσεις η προτεραιότητα των οποίων δεν έχει εναρμονιστεί με την οδηγία 2014/59/ΕΕ κατατάσσονται στο ίδιο επίπεδο με τις απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα. Επομένως, η κατάταξη των καταθέσεων στην τρέχουσα ιεράρχηση των απαιτήσεων θα πρέπει να τροποποιηθεί.

(43)

Η κατάταξη των καταθέσεων θα πρέπει να εναρμονιστεί πλήρως μέσω της εφαρμογής γενικής προτίμησης των καταθετών, στην οποία όλες οι καταθέσεις επωφελούνται από υψηλότερη σειρά κατάταξης σε σχέση με τις κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις, με περιορισμένες προσδοκίες. Η γενική προτίμηση των καταθετών θα συμβάλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταθετών και στην περαιτέρω αποφυγή του κινδύνου μαζικών αναλήψεων καταθέσεων. Η ενίσχυση της προστασίας των καταθετών ευθυγραμμίζεται επίσης με τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζουν οι καταθέσεις στην πραγματική οικονομία, δεδομένου ότι αποτελούν το κυριότερο εργαλείο αποταμιεύσεων και πληρωμών, καθώς και στην τραπεζική δραστηριότητα, στην οποία οι καταθέσεις αποτελούν σημαντική πηγή χρηματοδότησης και βασικό παράγοντα της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους πιέσεων στην αγορά. Επιπλέον, η γενική προτίμηση των καταθετών βελτιώνει τη δυνατότητα εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς αυξάνει τη δυνατότητά τους να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την πρόσβαση στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης και μειώνει το ποσό της χρηματοδότησης που απαιτείται από τις εν λόγω ρυθμίσεις, λόγω του χαμηλότερου κινδύνου παραβίασης της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών κατά τη διάσωση με ίδια μέσα κοινών μη εξασφαλισμένων οφειλών. Ειδικότερα, η αφαίρεση των καταθέσεων από την κατηγορία αφερεγγυότητας των κοινών μη εξασφαλισμένων απαιτήσεων θα αυξήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εναπομένουσες κοινές μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις για διάσωση με ίδια μέσα μέσω της ελαχιστοποίησης του κινδύνου παραβιάσεων της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών. Μέσω της μείωσης της πιθανότητας απομείωσης ή μετατροπής των καταθέσεων προκειμένου να διασφαλιστεί πρόσβαση στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, η γενική προτίμηση των καταθετών θα συμβάλει ώστε το εργαλείο της διάσωσης με ίδια μέσα να καταστεί πιο αποτελεσματικό και πιο αξιόπιστο και θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου του πλαισίου εξυγίανσης. Η γενική προτίμηση των καταθετών θα συμβάλει επίσης στην αξιοπιστία των στρατηγικών μεταβίβασης κατά την εξυγίανση, καθώς θα απλουστεύσει τη συμπερίληψη ολόκληρης της σύμβασης κατάθεσης στις υποχρεώσεις που πρόκειται να μεταβιβαστούν σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα προς όφελος της σχέσης με τον πελάτη και της αξίας δικαιόχρησης του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Τέλος, η πλήρης εναρμόνιση της κατάταξης των καταθετών σε περίπτωση αφερεγγυότητας θα είναι επωφελής από διασυνοριακής απόψεως και από απόψεως ισότητας των όρων ανταγωνισμού.

(44)

Είναι σκόπιμο ορισμένες μη επιλέξιμες καταθέσεις να εξαιρούνται από τη γενική προτίμηση των καταθετών. Ειδικότερα, οι καταθέσεις που λαμβάνονται από πιστωτικό ίδρυμα για να χρησιμοποιηθούν με στόχο τη συμμόρφωση με την EAIKEY δεν θα πρέπει να επωφελούνται από νόμιμη προτεραιότητα, καθώς αυτό θα ήταν ασυμβίβαστο με τη γενική αρχή ότι οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στην EAIKEY θα πρέπει να επωμίζονται ζημίες και να συμβάλλουν στην ανακεφαλαιοποίηση ενός πιστωτικού ιδρύματος στην περίπτωση πτώχευσής του. Η σειρά κατάταξης των εν λόγω καταθέσεων δεν θα πρέπει να εναρμονιστεί με την οδηγία 2014/59/ΕΕ και, αντ’ αυτού, θα πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές και συμβατικές διατάξεις. Επιπλέον, η κατάταξη δεν θα πρέπει να μεταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της κατάθεσης ανάλογα με το αν η αρχή εξυγίανσης έχει επιτρέψει τη συμπερίληψή της στους επιλέξιμους για EAIKEY πόρους ούτε ανάλογα με την εναπομένουσα ληκτότητά της.

(45)

Θα πρέπει να διατηρηθεί η τρέχουσα κατάταξη των καταθέσεων σε τρία επίπεδα, καθώς παρέχει ισχυρή προστασία των απαιτήσεων των ΣΕΚ και, ως εκ τούτου, των μέσων χρηματοδότησής τους. Ωστόσο, δεδομένων των τροποποιήσεων στην οδηγία 2014/49/ΕΕ που εισήχθησαν με την οδηγία (ΕΕ) 2026/804 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), οι οποίες υπάγουν τις καταθέσεις ορισμένων δημόσιων αρχών στο πεδίο εφαρμογής της αποζημίωσης από τα ΣΕΚ, ενδείκνυται το μέρος των εν λόγω καταθέσεων που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης να έχει την ίδια σειρά κατάταξης με εκείνη των επιλέξιμων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που υπερβαίνουν το επίπεδο κάλυψης.

(46)

Χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να στηριχθεί η εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, με τα οποία ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος μεταβιβάζεται σε αποδέκτη. Σε τέτοια περίπτωση, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης ενδέχεται να έχει απαίτηση έναντι του εναπομένοντος ιδρύματος ή της εναπομένουσας οντότητας κατά την επακόλουθη εκκαθάρισή του/της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης χρησιμοποιείται σε σχέση με ζημίες που θα είχαν υποστεί σε διαφορετική περίπτωση οι πιστωτές, μεταξύ άλλων με τη μορφή εγγυήσεων για περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ή κάλυψης της διαφοράς μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές που παραμένουν στο εναπομένον ίδρυμα ή στην εναπομένουσα οντότητα απορροφούν αποτελεσματικά τις ζημίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος και βελτιώνουν το ενδεχόμενο επιστροφών, σε περίπτωση αφερεγγυότητας, στο ειδικό δίχτυ ασφαλείας για την εξυγίανση, οι σχετικές απαιτήσεις της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης έναντι του εναπομένοντος ιδρύματος ή της εναπομένουσας οντότητας και οι απαιτήσεις που προκύπτουν από εύλογες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν δεόντως, θα πρέπει να κατατάσσονται πάνω από τις απαιτήσεις των καταθετών και των ΣΕΚ. Δεδομένου ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται στους μετόχους και τους πιστωτές από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης λόγω παραβιάσεων της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων της δράσης εξυγίανσης επ’ αυτών, η εν λόγω αποζημίωση δεν θα πρέπει να θεμελιώνει απαιτήσεις από τις εν λόγω ρυθμίσεις.

(47)

Για να διασφαλιστεί επαρκής ευελιξία και να διευκολυνθεί η παρέμβαση των ΣΕΚ για τη στήριξη της χρήσης των εργαλείων εξυγίανσης, όταν αυτά οδηγούν στην έξοδο του υπό εξυγίανση ιδρύματος από την αγορά, θα πρέπει να προσδιοριστούν ορισμένες πτυχές της χρήσης των ΣΕΚ κατά τη διαδικασία εξυγίανσης. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα κεφάλαια των ΣΕΚ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη συναλλαγών μεταβίβασης που περιλαμβάνουν καταθέσεις, μεταξύ των οποίων επιλέξιμες καταθέσεις που υπερβαίνουν το επίπεδο κάλυψης που παρέχεται από το οικείο ΣΕΚ, καθώς και τις μη επιλέξιμες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη γενική προτίμηση των καταθετών, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό σαφείς προϋποθέσεις. Η συνεισφορά ενός ΣΕΚ θα πρέπει να στοχεύει στην κάλυψη του ελλείμματος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται σε αγοραστή ή μεταβατικό ίδρυμα σε σύγκριση με την αξία των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων. Όταν, στο πλαίσιο της συναλλαγής, απαιτείται συνεισφορά εκ μέρους του αγοραστή, προκειμένου να διασφαλίζεται η κεφαλαιακή ουδετερότητά της και να διατηρείται η συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του αγοραστή, το ΣΕΚ θα πρέπει επίσης να συνεισφέρει για τον σκοπό αυτόν. Η στήριξη που παρέχεται από ένα ΣΕΚ σε δράση εξυγίανσης θα πρέπει να έχει τη μορφή μετρητών ή άλλες μορφές, όπως εγγυήσεις ή συμφωνίες επιμερισμού των ζημιών που μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τον αντίκτυπο της στήριξης στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του εν λόγω ΣΕΚ, καθιστώντας παράλληλα δυνατή την επίτευξη των σκοπών της συνεισφοράς του ΣΕΚ.

(48)

Η συνεισφορά του ΣΕΚ στην εξυγίανση θα πρέπει να υπόκειται σε ορισμένα όρια. Πρώτον, το συνολικό ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ σε κάθε περίπτωση εξυγίανσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ύψος των καλυπτόμενων καταθέσεων στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα. Δεύτερον, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι κάθε παρέμβαση του ΣΕΚ στο πλαίσιο δράσης εξυγίανσης η οποία βασίζεται κυρίως στο εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύματος υπό εξυγίανση και τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του, δεν υπερβαίνει τη ζημία που θα υφίστατο το ΣΕΚ σε περίπτωση αφερεγγυότητας, εάν εξοφλούσε τους καλυπτόμενους καταθέτες και υποκαθίστατο στις απαιτήσεις τους επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος. Τρίτον, όταν το ΣΕΚ χρησιμοποιείται για τη στήριξη δράσης εξυγίανσης που συνίσταται κυρίως στη μεταβίβαση της δραστηριότητας σε αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα, το ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του, εκτός εάν η ορισθείσα αρχή βάσει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ επιλέξει να μην εφαρμόσει το εν λόγω όριο, προκειμένου να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή για να διασφαλιστεί η πρόσβαση των καταθετών στις καταθέσεις τους. Η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις προϋποθέσεις για τη μη εφαρμογή του εν λόγω ορίου. Τέταρτον, το ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων και υποχρεώσεων με ίδια ή υψηλότερη προτεραιότητα από τις εν λόγω καταθέσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Τούτο θα διασφαλίζει ότι η συνεισφορά του ΣΕΚ χρησιμοποιείται μόνον με σκοπό την αποφυγή της επιβολής ζημιών στους καταθέτες, όπου συντρέχει περίπτωση, και όχι για την προστασία πιστωτών που κατατάσσονται κάτω από τις καταθέσεις στην αφερεγγυότητα. Ωστόσο, κατά περίπτωση, η συνεισφορά μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ένα ποσό που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας της αποδέκτριας οντότητας.

(49)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ΣΕΚ θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεισφέρει στη μεταβίβαση υποχρεώσεων πλην των καλυπτόμενων καταθέσεων εκτός καλυπτόμενων καταθέσεων στο πλαίσιο εξυγίανσης μόνο εάν η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα, κατά περίπτωση, ότι οι καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη γενική προτίμηση των καταθετών πλην των καλυπτόμενων καταθέσεων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάσωση με ίδια μέσα ούτε να αφεθούν στο εναπομένον ίδρυμα υπό εξυγίανση, το οποίο θα εκκαθαριστεί, και εφόσον οι προϋποθέσεις για τη χρήση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης δεν πληρούνται μέσω συνεισφορών από μετόχους και πιστωτές. Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να αποφεύγει την κατανομή ζημιών στις εν λόγω καταθέσεις όταν η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να διαφυλαχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων ή όταν είναι αναγκαία για την αποφυγή ευρείας μετάδοσης και χρηματοπιστωτικής αστάθειας η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στην οικονομία της Ένωσης ή κράτους μέλους. Οι ίδιοι λόγοι θα πρέπει να ισχύουν για τη συμπερίληψη στη μεταβίβαση σε αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού με κατάταξη χαμηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση των εν λόγω υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων δεν θα πρέπει να υποστηρίζεται με συνεισφορά του ΣΕΚ. Εάν απαιτείται οποιαδήποτε εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη για τη μεταβίβαση των εν λόγω υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων, η στήριξη θα πρέπει να παρέχεται από τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης.

(50)

Δεδομένης της δυνατότητας χρησιμοποίησης ΣΕΚ σε περίπτωση εξυγίανσης, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η συνεισφορά του ΣΕΚ μπορεί να συνυπολογιστεί για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις πρόσβασης σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη μόνο για πιστωτικά ιδρύματα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων ίση ή μικρότερη από 80 δισεκατομμύρια EUR και στο πλαίσιο δράσης εξυγίανσης που βασίζεται κυρίως στην εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η εξυγίανση εξακολουθεί να χρηματοδοτείται πρωτίστως από εσωτερικούς πόρους του πιστωτικού ιδρύματος και προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η χρησιμοποίηση της συνεισφοράς του ΣΕΚ για τη διασφάλιση πρόσβασης σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον για πιστωτικά ιδρύματα στα οποία, κατά τους προηγούμενους 24 μήνες πριν από τη λήψη δράσης εξυγίανσης, το σχέδιο εξυγίανσης ή το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν προβλέπει την εκκαθάρισή τους με συντεταγμένο τρόπο σε περίπτωση πτώχευσης, δεδομένου ότι η EAIKEY που καθόρισαν οι αρχές εξυγίανσης για τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα καθορίστηκε σε επίπεδο που περιλαμβάνει τόσο τα ποσά απορρόφησης ζημιών όσο και τα ποσά ανακεφαλαιοποίησης. Η EAIKEY που καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης για τα πιστωτικά ιδρύματα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση άνω των 30 δισεκατομμυρίων EUR θα πρέπει να συμμορφώνεται με τα ελάχιστα επίπεδα της EAIKEY για ιδρύματα και οντότητες με προτιμώμενες στρατηγικές εξυγίανσης που προβλέπουν πρωτίστως τη χρήση εργαλείων μεταβίβασης κατά την εξυγίανση, ακόμη και αν το αντίστοιχο σχέδιο εξυγίανσης ή σχέδιο εξυγίανσης ομίλου είχε προβλέψει διαφορετικές δράσεις και, ως εκ τούτου, η EAIKEY των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων δεν υπόκειτο στα εν λόγω ελάχιστα επίπεδα. Επιπλέον, πριν από τη συνεισφορά του ΣΕΚ θα πρέπει να έχει προηγηθεί η συνεισφορά ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Τέλος, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν από το ίδρυμα υπό εξυγίανση να μην έχει παραβιάσει την EAIKEY, συμπεριλαμβανομένων των δεσμευτικών ενδιάμεσων στόχων, εντός ορισμένης περιόδου πριν από τη λήψη δράσης εξυγίανσης, με την επιφύλαξη βραχυπρόθεσμων τεχνικών παραβιάσεων της EAIKEY.

(51)

Εάν η συνεισφορά των μετόχων και των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος μέσω μειώσεων, απομειώσεων ή μετατροπών των υποχρεώσεών τους ή μέσω των ζημιών που αναμένεται να υποστούν κατά την εκκαθάριση της εναπομένουσας οντότητας, η οποία προστίθεται στη συνεισφορά του ΣΕΚ ανέρχεται σε τουλάχιστον 8 % των συνολικών υποχρεώσεων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιήσει τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης για την παροχή περαιτέρω χρηματοδότησης, όταν αυτό απαιτείται για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εξυγίανσης σύμφωνα με τους στόχους της εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η συνεισφορά του ΣΕΚ θα πρέπει να περιορίζεται στο ποσό που είναι αναγκαίο προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης. Επιπλέον, για ένα πιστωτικό ίδρυμα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση μεταξύ 30 δισεκατομμυρίων EUR και 80 δισεκατομμυρίων EUR, η συνεισφορά του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 2,5 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος σε μεμονωμένη βάση.

(52)

Σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να προκύψει ότι η συνεισφορά της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης ύψους 5 % του συνόλου των υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων δεν επαρκεί για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών μιας δεδομένης δράσης εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, και όταν η εν λόγω συνεισφορά έχει καταστεί δυνατή με την παρέμβαση του ΣΕΚ, το ΣΕΚ θα πρέπει να καταβάλλει πρόσθετη συνεισφορά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ίση με το ποσό των ζημιών που θα είχαν υποστεί οι καλυπτόμενες καταθέσεις εάν δεν προστατεύονταν. Το κόστος της εν λόγω πρόσθετης συνεισφοράς δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί το ΣΕΚ στο υποθετικό σενάριο εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας και επιστροφής των καλυπτόμενων καταθέσεων. Επιπλέον, το άθροισμα της αρχικής συνεισφοράς και της πρόσθετης συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα. Μαζί με την πρόσθετη συνεισφορά του ΣΕΚ, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εν λόγω χρηματοδότηση.

(53)

Όταν τα κεφάλαια του ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με συνεισφορές από τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης, η εναπομένουσα οντότητα μετά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων θα πρέπει να εκκαθαρίζεται με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Επιπλέον, όταν τα κεφάλαια του ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για τη στήριξη του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, οι δραστηριότητες του μεταβατικού ιδρύματος θα πρέπει να παύουν σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφοι 3, 5 και 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(54)

Για να διευκολυνθεί η διαδικασία έγκρισης εξαιρετικά τεχνικών πτυχών για τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και να βελτιωθεί η εφαρμογή και η παρακολούθησή τους από τις αρχές εξυγίανσης, οι εντολές της ΕΑΤ για την κατάρτιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να αναθεωρηθούν ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή στο πεδίο εφαρμογής και στο περιεχόμενο των διαφόρων εντολών σε ολόκληρη την οδηγία 2014/59/ΕΕ. Οι εν λόγω εντολές θα πρέπει επίσης να ευθυγραμμιστούν με τις διατάξεις που διέπουν την υποβολή εκθέσεων και τη δημοσιοποίηση εποπτικών πληροφοριών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι εν λόγω τροποποιήσεις των υφιστάμενων εντολών θα πρέπει να διευκολύνουν τις μελλοντικές επανεξετάσεις των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων και δεν αποσκοπούν να επηρεάσουν τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης που ισχύουν επί του παρόντος. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σύμφωνα το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Το πεδίο των υφιστάμενων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων σχετικά με την εκτίμηση των πρόσθετων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τις οντότητες εξυγίανσης θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να περιλαμβάνει οντότητες οι οποίες δεν έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης, όταν οι εν λόγω απαιτήσεις δεν έχουν καθοριστεί στην ίδια βάση με τη EAIKEY. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει την οδηγία 2014/59/ΕΕ εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(55)

Για να επιτευχθεί μεγαλύτερος βαθμός ολοκλήρωσης των εκθέσεων και δημοσιοποιήσεων που σχετίζονται με την EAIKEY, η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει σε κεντρικό επίπεδο τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων και οντοτήτων, σεβόμενη παράλληλα το δικαίωμα όλων των ιδρυμάτων και οντοτήτων να δημοσιεύουν και εκείνα δεδομένα και πληροφορίες. Η εν λόγω κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων θα παράσχει στην ΕΑΤ τη δυνατότητα να δημοσιεύει τις δημοσιοποιήσεις των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων, με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές και στις αρχές εξυγίανσης, και αναμένεται, ως εκ τούτου, να περιορίσει δραστικά τη διοικητική επιβάρυνση που υφίστανται τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα. Ταυτόχρονα, η κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων δεν αναμένεται να έχει κόστος για τα άλλα ιδρύματα και οντότητες, ενώ προσδοκάται ότι θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα μειώσει το κόστος πρόσβασης στις πληροφορίες προληπτικής εποπτείας για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Η αυξημένη αυτή διαφάνεια προσδοκάται ότι θα διευκολύνει τη συγκρισιμότητα των δεδομένων για τα ιδρύματα και τις οντότητες και θα προαγάγει την πειθαρχία της αγοράς. Η κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων που σχετίζονται με την εξυγίανση διασφαλίζει την ευθυγράμμιση με τη διαδικασία που εφαρμόζεται στις εποπτικές δημοσιοποιήσεις, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ώστε να διασφαλίζεται ότι όλες οι υποχρεώσεις δημοσιοποίησης αντιμετωπίζονται με παρόμοιο τρόπο.

(56)

Δεδομένου του ρόλου της στην προώθηση της σύγκλισης των πρακτικών που εφαρμόζουν οι αρχές, η ΕΑΤ θα πρέπει να παρακολουθεί και να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με τις εσωτερικές πρακτικές και μεθοδολογίες των αρχών εξυγίανσης όταν αποφασίζουν αν ένα ίδρυμα ή μια οντότητα χρήζει εξυγίανσης ή εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, υπό το πρίσμα των στόχων εξυγίανσης και του κατά πόσον η εξυγίανση θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Η ΕΑΤ πρέπει επίσης να παρακολουθεί και να υποβάλλει εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο που σημειώνουν οι αρχές εξυγίανσης όσον αφορά τη βελτίωση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων και των ομίλων, καθώς και σχετικά με τις δράσεις και τις προπαρασκευαστικές ενέργειες των αρχών εξυγίανσης για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης. Στις εν λόγω εκθέσεις, η ΕΑΤ θα πρέπει να αξιολογεί επίσης το επίπεδο διαφάνειας των μέτρων που λαμβάνουν οι αρχές εξυγίανσης έναντι των σχετικών εξωτερικών ενδιαφερόμενων μερών και την έκταση της συμβολής τους στην ετοιμότητα για την εξυγίανση και στη δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυμάτων και των ομίλων.

(57)

Στο πλαίσιο των καθηκόντων της ΕΑΤ περί συμβολής στη διασφάλιση συνεκτικού και συντονισμένου καθεστώτος διαχείρισης κρίσεων και εξυγίανσης στην Ένωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να συντονίζει και να εποπτεύει ασκήσεις προσομοίωσης διαχείρισης κρίσεων σε επίπεδο Ένωσης. Οι εν λόγω προσομοιώσεις θα πρέπει να καλύπτουν τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και αρχών εξυγίανσης κατά τη διάρκεια της επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής κατάστασης ιδρυμάτων και οντοτήτων και να ελέγχουν την εφαρμογή της εργαλειοθήκης για τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης, την έγκαιρη παρέμβαση και την εξυγίανση με ολιστικό τρόπο. Οι εν λόγω προσομοιώσεις κρίσεων θα πρέπει να λαμβάνουν ειδικότερα υπόψη τη διασυνοριακή διάσταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των σχετικών αρχών καθώς και την εφαρμογή των διαθέσιμων εργαλείων και την άσκηση των σχετικών εξουσιών. Όπου συντρέχει περίπτωση, οι προσομοιώσεις κρίσεων θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν επίσης την έγκριση και την εφαρμογή καθεστώτων εξυγίανσης εντός της τραπεζικής ένωσης, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.

(58)

Με την επιφύλαξη των ισχυόντων κανόνων περί επαγγελματικού απορρήτου, οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των φορολογικών αρχών θα πρέπει να βελτιωθούν. Οι εν λόγω ανταλλαγές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Σε περίπτωση που οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συναίνεση της αρμόδιας αρχής που τις έχει κοινοποιήσει.

(59)

Η οδηγία (ΕΕ) 2019/879 τροποποίησε την οδηγία 2014/59/ΕΕ με σκοπό τη θέσπιση ειδικών κανόνων για να διασφαλιστεί ότι οι ιδιώτες πελάτες δεν επενδύουν υπερβολικά σε μέσα που είναι επιλέξιμα για την EAIKEY ιδρυμάτων και οντοτήτων. Η υπερβολική κατοχή μέσων EAIKEY από ιδιώτες πελάτες μπορεί να είναι επιζήμια για τη δυνατότητα εξυγίανσης ενός ιδρύματος ή μιας οντότητας και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα προβληματικό όταν οι ιδιώτες πελάτες είναι επίσης καταθέτες του εκδίδοντος ιδρύματος, καθώς οι εν λόγω καταθέτες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην ακατάλληλη τοποθέτηση των μέσων του ίδιου του ιδρύματος. Ως εκ τούτου, οι αρχές πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι πωλητές, τα ιδρύματα και οι οντότητες συμμορφώνονται με τα μέτρα που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για τη μεταφορά της οδηγίας (ΕΕ) 2019/879 στο εθνικό δίκαιο, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των ιδιωτών πελατών. Όταν τα εν λόγω μέτρα δεν εφαρμόζονται κατάλληλα, οι αρχές θα πρέπει να επιβάλλουν τους εν λόγω κανόνες. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να θεσπιστούν ειδικές εξουσίες στην οδηγία 2014/59/ΕΕ για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης με τους ειδικούς κανόνες για την προστασία των ιδιωτών πελατών, παράλληλα με τις υφιστάμενες εξουσίες στην οδηγία 2014/65/ΕΕ. Επιπλέον, χρησιμοποιώντας την υφιστάμενη διαδικασία υποβολής εκθέσεων για τους σκοπούς του σχεδιασμού της εξυγίανσης και της EAIKEY, οι αρχές εξυγίανσης πρέπει να αξιολογούν τη φύση της βάσης επενδυτών σε μέσα επιλέξιμα για EAIKEY κατά τη διενέργεια της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων και των οντοτήτων και, όπου συντρέχει λόγος, να απαιτούν από το ίδρυμα ή την οντότητα να αντιμετωπίσει ή να εξαλείψει τυχόν εμπόδια που εντοπίζονται. Τέλος, η ΕΑΤ, σε συντονισμό με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19), θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την προστασία των ιδιωτών πελατών όσον αφορά τα χρεωστικά μέσα που είναι επιλέξιμα για την EAIKEY σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ, συγκρίνοντας και αξιολογώντας τυχόν δυνητικές επιπτώσεις στις διασυνοριακές πράξεις. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή θα μπορούσε να εγκρίνει νομοθετική πρόταση για τη διασφάλιση αποτελεσματικότερης προστασίας των ιδιωτών πελατών.

(60)

Η υψηλής ποιότητας εκτίμηση επιπτώσεων έχει καθοριστική σημασία για την κατάρτιση εύρωστων και τεκμηριωμένων νομοθετικών προτάσεων, τα δε πραγματικά στοιχεία και τα αποδεικτικά στοιχεία είναι κρίσιμα για την παροχή πληροφοριών για τη λήψη αποφάσεων κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Για τον λόγο αυτό, η ΕΑΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και η ΕΚΤ θα πρέπει να παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες τις οποίες χρειάζεται για την άσκηση των σχετικών με την κατάρτιση πολιτικής καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων της εκπόνησης εκτιμήσεων επιπτώσεων και της κατάρτισης και της διαπραγμάτευσης νομοθετικών προτάσεων. Όταν οι πληροφορίες αυτές δεν είναι διαθέσιμες στην ΕΑΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης ή την ΕΚΤ, θα πρέπει να παρέχονται από τις αρχές εξυγίανσης, τις αρμόδιες αρχές και άλλα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών.

(61)

Λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και ταχείας δράσης, οι αρχές εξυγίανσης δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων για υπηρεσίες αποτίμησης για τους σκοπούς της εξυγίανσης και της αξιολόγησης του κατά πόσον οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα είχαν τύχει καλύτερης μεταχείρισης εάν το ίδρυμα υπό εξυγίανση είχε υπαχθεί σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, οι παρεχόμενες υπηρεσίες θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20). Όσον αφορά τις νομικές υπηρεσίες που ενδέχεται να χρειάζονται οι αρχές εξυγίανσης, ορισμένες νομικές υπηρεσίες εξαιρούνται ήδη από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και άλλες περιλαμβάνονται στον κατάλογο υπηρεσιών που παρατίθεται στο παράρτημα XIV της εν λόγω οδηγίας για τις οποίες ισχύουν υψηλότερα όρια και λιγότερο αυστηροί εναρμονισμένοι κανόνες.

(62)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης για ιδρύματα και οντότητες, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω των κινδύνων που ενδέχεται να συνεπάγονται οι αποκλίνουσες εθνικές προσεγγίσεις για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο με την τροποποίηση κανόνων που έχουν ήδη θεσπιστεί σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(63)

Επομένως, οι οδηγίες 2014/59/ΕΕ και 2014/24/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 5) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5)

“θυγατρική”: μία θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 7, 12, 17, 18, 45 έως 45ιγ, 59 έως 62, 91 και 92 της παρούσας οδηγίας στους ομίλους εξυγίανσης που αναφέρονται στο σημείο 83β) στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρου 45ε παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας·»

·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«28α)

“εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα”: κάθε στήριξη η οποία δεν χαρακτηρίζεται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη·»

·

γ)

το σημείο 35) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«35)

“κρίσιμες λειτουργίες”: οι δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο, να οδηγήσει σε διαταραχή της παροχής ζωτικών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους του ιδρύματος ή του ομίλου, του μεριδίου του στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών του διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων του, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή λειτουργιών·»

·

δ)

το σημείο 71) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«71)

“υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού”: οι υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού, και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) και οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 2·»

·

ε)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«71αα)

“υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού”: οι υποχρεώσεις βάσει τρεχουσών οφειλών που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα οι οποίες θα οδηγήσουν σε ζημία και των οποίων ο χρόνος ή το ποσό είναι αβέβαια·»

·

στ)

το σημείο 71β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«71β)

“επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης”: μέσα που πληρούν όλους τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 πλην των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 72β του εν λόγω κανονισμού, και, όπου συντρέχει περίπτωση, του άρθρου 45β παράγραφος 1α της παρούσας οδηγίας·»

·

ζ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«72α)

“ορισθείσα αρχή”: ορισθείσα αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·»

·

η)

στο σημείο 83β), το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό και ο ίδιος ο κεντρικός οργανισμός όταν τουλάχιστον ένα από αυτά τα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ο κεντρικός οργανισμός είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους·»

·

θ)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«83δ)

“παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ”: παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 134 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

83ε)

“οντότητα G-SII”: οντότητα G-SII όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 136 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·»

·

ι)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«93α)

“κατάθεση”: για τους σκοπούς των άρθρων 108 και 109 της παρούσας οδηγίας, κατάθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 3) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·»

·

2)

Στο άρθρο 5, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους τουλάχιστον ετησίως ή έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος, στις δραστηριότητές του ή στη χρηματοοικονομική κατάστασή του, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά ή να απαιτήσει ουσιώδη αλλαγή στο σχέδιο ανάκαμψης. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαιτούν από τα ιδρύματα να επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαμψής τους σε συχνότερη βάση.

Απουσία των μεταβολών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο κατά τους 12 μήνες που έπονται της τελευταίας ετήσιας επικαιροποίησης του σχεδίου ανάκαμψης, οι αρμόδιες αρχές μπορούν κατ’ εξαίρεση να παραιτούνται, έως την επόμενη 12μηνη περίοδο, από την απαίτηση επικαιροποίησης του σχεδίου ανάκαμψης. Η εν λόγω απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί για μέγιστη περίοδο 12 μηνών.

3.   Τα σχέδια ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα ή λήψη οποιουδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη·

β)

επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα·

γ)

στήριξη της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας ή επιτοκίου.

4.   Τα σχέδια ανάκαμψης περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, ανάλυση του πώς και πότε ένα ίδρυμα δύναται να υποβάλει αίτηση, υπό τους όρους του σχεδίου ανάκαμψης, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες που δεν εξαιρούνται από το πεδίο του εν λόγω σχεδίου δυνάμει της παραγράφου 3 και προσδιορίζουν τα περιουσιακά στοιχεία που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφαλίσεις.»

·

3)

Στο άρθρο 6 παράγραφος 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή του, κοινοποιεί στο ίδρυμα ή τη μητρική επιχείρηση του ομίλου την αξιολόγησή της και απαιτεί από αυτό να υποβάλει, εντός προθεσμίας τριών μηνών, η οποία μπορεί να παραταθεί κατά ένα μήνα εφόσον το εγκρίνει η αρχή, αναθεωρημένο σχέδιο, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο πρόκειται να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω ελλείψεις ή εμπόδια.»

·

4)

Στο άρθρο 8 παράγραφος 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

5)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η αρχή εξυγίανσης δεν εγκρίνει σχέδιο εξυγίανσης όταν η έχουν κινηθεί διαδικασίες για την εκκαθάριση ενός ιδρύματος σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία δυνάμει του άρθρου 32β ή όταν έχει εφαρμογή το άρθρο 37 παράγραφος 6.»

·

β)

στην παράγραφο 7, το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι)

λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων στρατηγικών εξυγίανσης οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σύμφωνα με τα διάφορα πιθανά σενάρια και τα εφαρμοστέα χρονοδιαγράμματα, καθώς και του τρόπου με τον οποίο οι εν λόγω στρατηγικές θα επιτύχουν τους στόχους εξυγίανσης·»

·

6)

Στο άρθρο 11, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν:

α)

τις μεθόδους και τις ρυθμίσεις κοινοποίησης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

τη συχνότητα και τις προθεσμίες της κοινοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

4.   Η ΕΑΤ αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων υποβολής εκθέσεων, προτύπων δεδομένων, μορφοτύπων και οδηγιών, για την κοινοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»

·

7)

Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε ομάδα τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τις οντότητες εκκαθάρισης.»

·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Κατά τον προσδιορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν έναντι των θυγατρικών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), οι οποίες δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ακολουθήσουν μια σύμμετρη προσέγγιση, εάν η προσέγγιση αυτή δεν επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ομίλου, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους της θυγατρικής, του προφίλ κινδύνου της, του ρόλου της στην παροχή κρίσιμων λειτουργιών και βασικών επιχειρηματικών τομέων, της σημασίας της για την επιχειρησιακή συνέχεια του ομίλου μετά την εξυγίανση και της στρατηγικής εξυγίανσης του ομίλου. Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη σημασία της θυγατρικής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη, συμπεριλαμβανομένης της δυνητικής συστημικής σημασίας της, και τον δυνητικό αντίκτυπό της στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Όταν έχουν κινηθεί διαδικασίες για την εκκαθάριση οντότητας σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 32β ή όταν εφαρμόζεται το άρθρο 37 παράγραφος 6, οι αρχές εξυγίανσης δεν περιλαμβάνουν πλέον την εν λόγω οντότητα στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 11 και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 7, στον βαθμό που είναι συναφή από την άποψη ενός σχεδίου εξυγίανσης ομίλου.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί τις μεθοδολογίες και τις πρακτικές που χρησιμοποιούν οι αρχές εξυγίανσης για να αποφασίζουν, κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης και των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου, αν κάποια ιδρύματα ή οντότητες χρήζουν εξυγίανσης ή εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας και για να αποφασίζουν σχετικά με τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν στα σενάρια που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 και στις περιστάσεις που περιγράφονται στο άρθρο 32 παράγραφος 5.

Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις υφιστάμενες μεθοδολογίες και πρακτικές των αρχών εξυγίανσης και σχετικά με ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών έως τις 11 Μαΐου 2031.

Η έκθεση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

όσον αφορά ιδρύματα που δεν ανήκουν σε όμιλο και τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, τις εσωτερικές προσεγγίσεις και μεθοδολογίες για την επιλογή των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, ιδίως τα κριτήρια βάσει των οποίων το σχέδιο εξυγίανσης ή το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προβλέπει δράση εξυγίανσης, την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής ή την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας·

β)

όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης, τις εσωτερικές προσεγγίσεις και μεθοδολογίες για την επιλογή των προτιμώμενων και των εναλλακτικών στρατηγικών εξυγίανσης και των δράσεων εξυγίανσης που πρέπει να αναληφθούν·

γ)

τις σύμμετρες προσεγγίσεις που ακολουθούν οι αρχές εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο.»

·

8)

Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) υποβάλλουν στην οικεία αρχή εξυγίανσης τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 11. Οι αρχές εξυγίανσης που απαιτούν πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 11 για τις οντότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους διαβιβάζουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.

Υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο:

α)

στην ΕΑΤ·

β)

στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών·

γ)

στις αρμόδιες αρχές των περιοχών δικαιοδοσίας όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για το σημαντικό υποκατάστημα·

δ)

στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 115 και 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· και

ε)

στις αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένες οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ).»

·

β)

στην παράγραφο 4, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

9)

Στο άρθρο 15 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί την εφαρμογή των αξιολογήσεων της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρυμάτων και ομίλων από τις αρχές εξυγίανσης. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις υφιστάμενες πρακτικές για τις αξιολογήσεις της δυνατότητας εξυγίανσης και τις πιθανές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών έως τις 11 Μαΐου 2028.

Η έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο καλύπτει τα ακόλουθα:

α)

αξιολόγηση των μεθοδολογιών που καταρτίζουν οι αρχές εξυγίανσης για τη διενέργεια αξιολογήσεων της δυνατότητας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένου του προσδιορισμού τομέων δυνητικών αποκλίσεων μεταξύ κρατών μελών·

β)

αξιολόγηση των ικανοτήτων δοκιμής που απαιτούνται από τις αρχές εξυγίανσης προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματική εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης·

γ)

το επίπεδο διαφάνειας, έναντι των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών, των μεθοδολογιών που καταρτίζουν οι αρχές εξυγίανσης για τη διενέργεια αξιολογήσεων της δυνατότητας εξυγίανσης και του αποτελέσματος των εν λόγω αξιολογήσεων.»

·

10)

Στο άρθρο 16α προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Όταν μια οντότητα εξυγίανσης ή μια οντότητα που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης δεν υπόκειται στη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας στην ίδια βάση με τη βάση επί της οποίας υποχρεούται να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας, οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τις παραγράφους 1 έως 6 του παρόντος άρθρου βάσει της εκτίμησης της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που προκύπτει από τη μεθοδολογία που ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 45γ παράγραφο 4 της παρούσας οδηγίας. Εφαρμόζεται το άρθρο 128 τέταρτη παράγραφος της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η αρχή εξυγίανσης περιλαμβάνει την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην απόφαση για τον καθορισμό των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 45γ και 45δ της παρούσας οδηγίας. Η οντότητα δημοσιοποιεί την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας μαζί με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 45θ παράγραφος 3.»

·

11)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι τα μέτρα που προτείνει η οικεία οντότητα μειώνουν αποτελεσματικά ή αίρουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει απόφαση, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι η αρχή εξυγίανσης έχει αξιολογήσει τα προτεινόμενα μέτρα ως επαρκή για την αποτελεσματική μείωση ή άρση των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης και επιβάλλεται στην οντότητα η εφαρμογή των προτεινόμενων μέτρων.»

·

β)

στην παράγραφο 5 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τουλάχιστον την εξουσία να λαμβάνουν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα:»

·

12)

Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες την υποβάλλουν στις θυγατρικές που τελούν υπό την εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας στις οποίες βρίσκονται σημαντικά υποκαταστήματα. Η έκθεση συντάσσεται μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και αναλύει τα ουσιαστικά εμπόδια που παρεμβάλλονται στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο, και επίσης όσον αφορά ομίλους εξυγίανσης όποτε ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης. Η έκθεση εξετάζει τον αντίκτυπο στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου και προτείνει αναλογικά και στοχοθετημένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου γνωστοποιεί κάθε μέτρο που προτείνεται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας, την ΕΑΤ, τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που το εν λόγω μέτρο έχει σημασία για αυτά τα σημαντικά υποκαταστήματα. H αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των περιοχών δικαιοδοσίας, στις οποίες είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την εκτίμηση των μέτρων που προτείνονται από τη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, καθώς και τα μέτρα που απαιτούνται από τις αρχές, προκειμένου να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν αυτά τα εμπόδια, καθώς και λαμβάνουν υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος.»

·

γ)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Ελλείψει κοινής απόφασης σχετικά με τη λήψη μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 5 στοιχείο ζ), η) ή ια) της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως της αρχής εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 6, 6α ή 7 του παρόντος άρθρου, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συμφωνία, όπως ορίζεται στο άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

13)

Τα άρθρα 27 και 28 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 27

Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν αμελλητί και, εάν αρμόζει, λαμβάνουν μέτρα έγκαιρης παρέμβασης όταν ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ):

α)

πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 102 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του άρθρου 38 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 ή η αρμόδια αρχή διαπίστωσε ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας εποπτικής επανεξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 97 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζει το ίδρυμα ή η οντότητα καθώς και τα ίδια κεφάλαια και η ρευστότητα του συγκεκριμένου ιδρύματος ή της συγκεκριμένης οντότητας δεν διασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους, και ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

το ίδρυμα ή η οντότητα δεν έχει λάβει τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 39 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034·

ii)

η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι οι διορθωτικές ενέργειες εκτός των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του εν λόγω ιδρύματος ή της εν λόγω οντότητας·

β)

παραβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 45ε ή 45στ της παρούσας οδηγίας· ή

γ)

παραβαίνει ή ενδέχεται να παραβεί εντός 12 μηνών από την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή των άρθρων 3 έως 7, 14 έως 17 ή 24, 25 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1).

Η αρμόδια αρχή μπορεί να διαπιστώσει ότι πληρούται η προϋπόθεση του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, χωρίς να έχουν ληφθεί προηγουμένως άλλα διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 39 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία β) και γ) της παρούσας παραγράφου, οι αρχές εξυγίανσης ή οι αρμόδιες αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή για την παράβαση ή την πιθανή παράβαση.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

την απαίτηση να προβεί το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

i)

να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης· ή

ii)

να επικαιροποιεί το σχέδιο ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 όταν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έγκαιρη παρέμβαση διαφέρουν από τις παραδοχές που ορίζονται στο αρχικό σχέδιο ανάκαμψης και να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που ορίζονται στο επικαιροποιημένο σχέδιο ανάκαμψης εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου·

β)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας να συγκαλέσει συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος ή της οντότητας ή, εάν το διοικητικό όργανο δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, την άμεση σύγκλησή της από την αρμόδια αρχή και, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να ορίσει την ημερήσια διάταξη, καθώς και να απαιτήσει την εξέταση ορισμένων αποφάσεων προς έγκριση από τους μετόχους·

γ)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας να καταρτίσει σχέδιο, σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης, κατά περίπτωση, για τη διαπραγμάτευση της αναδιάρθρωσης χρέους με ορισμένους ή όλους τους πιστωτές του/της·

δ)

την απαίτηση μεταβολής της νομικής διάρθρωσης του ιδρύματος ή της οντότητας·

ε)

την απαίτηση να απομακρυνθούν ή να αντικατασταθούν σύμφωνα με το άρθρο 28 τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας στο σύνολό τους ή σε ατομική βάση·

στ)

τον διορισμό ενός ή περισσότερων προσωρινών διαχειριστών στο ίδρυμα ή στην οντότητα, σύμφωνα με το άρθρο 29·

ζ)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας να καταρτίσει σχέδιο το οποίο μπορεί να εφαρμόσει το ίδρυμα ή η οντότητα σε περίπτωση που αποφασίσει να ξεκινήσει εκούσια παύση των δραστηριοτήτων του/της.

3.   Οι αρμόδιες αρχές επιλέγουν τα κατάλληλα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αναλογικώς προς τους επιδιωκόμενους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων σχετικών πληροφοριών, τη σοβαρότητα της παράβασης ή της πιθανής παράβασης και την ταχύτητα επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ).

4.   Για καθένα από τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν προθεσμία εφαρμογής, η οποία περιορίζεται αυστηρά στον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή του σχετικού μέτρου υπό εύλογες συνθήκες. Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του μέτρου αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας και κοινοποιούν την εν λόγω αξιολόγηση στην αρχή εξυγίανσης.

Όταν από την αξιολόγηση συνάγεται το συμπέρασμα ότι τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως ή ότι δεν είναι αποτελεσματικά, η αρμόδια αρχή μπορεί να προβεί σε εκτίμηση του αν πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α).

5.   Έως τις 11 Μαΐου 2028, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να προωθηθεί η συνεπής εφαρμογή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28

Αντικατάσταση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού οργάνου

Για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο ε), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα νέα ανώτατα διοικητικά στελέχη ή το διοικητικό όργανο, ή μεμονωμένα μέλη αυτών, διορίζονται σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο και οι εν λόγω διορισμοί υπόκεινται στην έγκριση ή τη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/600/oj).»·"

14)

Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο στ), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν, βάσει του αναλογικού χαρακτήρα των περιστάσεων, να διορίσουν έναν ή περισσότερους προσωρινούς διαχειριστές για να προβούν σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

την προσωρινή αντικατάσταση του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)· ή

β)

την προσωρινή συνεργασία με το διοικητικό όργανο του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ).

Κατά τον χρόνο διορισμό του προσωρινού διαχειριστή, η αρμόδια αρχή διευκρινίζει αν ο διορισμός αυτός γίνεται για τους σκοπούς του στοιχείου α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), η αρμόδια αρχή διευκρινίζει περαιτέρω, τη στιγμή του διορισμού, τον ρόλο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή, καθώς και κάθε υποχρέωση του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος ή της οντότητας να ζητεί τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεση του προσωρινού διαχειριστή πριν από τη λήψη ορισμένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισμένων δράσεων.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από την αρμόδια αρχή να δημοσιοποιεί τον διορισμό κάθε προσωρινού διαχειριστή, εκτός εάν ο προσωρινός διαχειριστής δεν έχει αρμοδιότητα εκπροσώπησης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ).

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι κάθε προσωρινός διαχειριστής διαθέτει επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων του και πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφος 2 και 2α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή του αν ο προσωρινός διαχειριστής διαθέτει τις εν λόγω γνώσεις, δεξιότητες και πείρα και συμμορφώνεται με τις εν λόγω απαιτήσεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης διορισμού του εν λόγω προσωρινού διαχειριστή.

2.   Η αρμόδια αρχή προσδιορίζει τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού του, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις. Οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), βάσει του καταστατικού του ιδρύματος ή της οντότητας και του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας του διαχειριστή να ασκεί ορισμένα ή όλα τα διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος ή της οντότητας. Οι εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή όσον αφορά το ίδρυμα ή την οντότητα συμμορφώνονται προς το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο. Η αρμόδια αρχή μπορεί να προσαρμόζει τις εν λόγω εξουσίες σε περίπτωση μεταβολής των περιστάσεων.

3.   H αρμόδια αρχή διευκρινίζει τον ρόλο και τα καθήκοντα του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού. Ο εν λόγω ρόλος και τα εν λόγω καθήκοντα μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

εξακρίβωση της οικονομικής θέσης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β)

διαχείριση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή μέρους των εν λόγω δραστηριοτήτων του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της οικονομικής θέσης του/της·

γ)

λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της υγιούς και συνετής διαχείρισης των δραστηριοτήτων του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

δ)

διασφάλιση της συμμόρφωσης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) με τυχόν απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 30α παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο ή παράγραφος 5.

H αρμόδια αρχή διευκρινίζει τα όρια του ρόλου και των καθηκόντων του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού.»

·

β)

στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε κάθε περίπτωση, ο προσωρινός διαχειριστής δύναται να συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και να διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνον με την πρότερη συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής.»

·

γ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, ο προσωρινός διαχειριστής συντάσσει εκθέσεις με θέμα την οικονομική θέση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από την αρμόδια αρχή. Ο προσωρινός διαχειριστής συντάσσει, σε κάθε περίπτωση, την εν λόγω έκθεση κατά τη λήξη της εντολής του.

7.   Ο προσωρινός διαχειριστής διορίζεται για ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο. Η αρμόδια αρχή μπορεί κατ’ εξαίρεση να παρατείνει την εν λόγω περίοδο μία φορά για διάρκεια ανάλογη προς τις περιστάσεις, εάν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον διορισμό του προσωρινού διαχειριστή. Η αρμόδια αρχή είναι υπεύθυνη να καθορίζει κατά πόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις και να αιτιολογεί κάθε παράταση της θητείας του προσωρινού διαχειριστή στους μετόχους.»

·

15)

Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Συντονισμός των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης για τους ομίλους»

·

β)

οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης βάσει του άρθρου 27 όσον αφορά μητρική επιχείρηση της Ένωσης, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με τις λοιπές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του σώματος εποπτείας προτού αποφασίσει να εφαρμόσει μέτρο έγκαιρης παρέμβασης.

2.   Μετά την ειδοποίηση και διαβούλευση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αποφασίζει αν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα του άρθρου 27 ως προς τη σχετική μητρική επιχείρηση της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο των μέτρων αυτών στις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφαση στην ΕΑΤ και στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας.

3.   Εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης βάσει του άρθρου 27 όσον αφορά θυγατρική μητρικής επιχείρησης της Ένωσης, η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση και σκοπεύει να λάβει κάποιο μέτρο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.

Μετά την παραλαβή της κοινοποίησης, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να εκτιμήσει τον πιθανό αντίκτυπο από την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης δυνάμει του άρθρου 27 στο οικείο ίδρυμα ή την οικεία οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), στον όμιλο ή σε οντότητες του ομίλου σε άλλα κράτη μέλη. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαβιβάζει την εν λόγω εκτίμηση στην αρμόδια αρχή εντός τριών ημερών.

Μετά την κοινοποίηση και τη διαβούλευση, η αρμόδια αρχή αποφασίζει αν θα εφαρμόσει μέτρο έγκαιρης παρέμβασης. Στην απόφαση συνεκτιμάται δεόντως οποιαδήποτε εκτίμηση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί την απόφαση στην ΕΑΤ, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας.

4.   Σε περίπτωση που περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές σκοπεύουν να εφαρμόσουν μέτρο έγκαιρης παρέμβασης δυνάμει του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), του ίδιου ομίλου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές αξιολογούν αν ενδείκνυται περισσότερο ο διορισμός του ίδιου προσωρινού διαχειριστή για όλες τις σχετικές οντότητες ή ο συντονισμός της εφαρμογής των άλλων μέτρων έγκαιρης παρέμβασης σε περισσότερα από ένα ιδρύματα ή οντότητες, ώστε να διευκολυνθούν τυχόν ενέργειες αποκατάστασης της χρηματοοικονομικής θέσης του σχετικού ιδρύματος ή της σχετικής οντότητας. Η εκτίμηση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής ενοποιημένης εποπτείας και των υπόλοιπων σχετικών αρμοδίων αρχών. H κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός πέντε ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η κοινή απόφαση είναι αιτιολογημένη και περιλαμβάνεται σε έγγραφο που παρέχει η αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης.

Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών, να βοηθάει τις αρμόδιες αρχές να καταλήγουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Ελλείψει κοινής απόφασης εντός πέντε ημερών, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των θυγατρικών μπορούν να λάβουν μεμονωμένες αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή στα ιδρύματα ή στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ), για τα οποία είναι υπεύθυνες καθώς και σχετικά με την εφαρμογή των άλλων μέτρων έγκαιρης παρέμβασης.»

·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Η ΕΑΤ μπορεί, κατ’ αίτηση οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές που σκοπεύουν να εφαρμόσουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας σε σχέση με τα σημεία 4), 10), 11) και 19) του τμήματος A του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας, του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της παρούσας οδηγίας ή του άρθρου 27 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της παρούσας οδηγίας να καταλήξουν σε συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

16)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο στον Τίτλο III:

«Άρθρο 30α

Προετοιμασία για εξυγίανση

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρχές εξυγίανσης σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

οποιοδήποτε από τα μέτρα του άρθρου 104 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του άρθρου 39 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 το οποίο λαμβάνουν ή υποχρεώνουν ένα ίδρυμα ή μια οντότητα εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας να λάβει·

β)

ότι, όπως προκύπτει από την εποπτική δραστηριότητα, οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 πληρούνται σε σχέση με ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), ανεξάρτητα από την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης·

γ)

την εφαρμογή οποιουδήποτε από τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 27.

Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς, σε στενή συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης, την κατάσταση του ιδρύματος ή της οντότητας και τη συμμόρφωσή του/της με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της επιδείνωσης της κατάστασης του εν λόγω ιδρύματος ή της εν λόγω οντότητας, καθώς και με τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ειδοποιούν τις αρχές εξυγίανσης το συντομότερο δυνατόν όταν θεωρούν ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιστάσεις του άρθρου 32 παράγραφος 4 σε σχέση με ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ). Η εν λόγω ειδοποίηση περιλαμβάνει:

α)

τους λόγους για την ειδοποίηση·

β)

επισκόπηση των υπό εξέταση μέτρων που θα αποτρέψουν την πτώχευση του οικείου ιδρύματος ή της οικείας οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τον αναμενόμενο αντίκτυπό τους στο ίδρυμα ή στην οντότητα όσον αφορά τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 και το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων.

Μετά τη λήψη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν, σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα για τους σκοπούς της αξιολόγησης της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β), λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα της επιδείνωσης της κατάστασης του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης και τυχόν άλλα συναφή ζητήματα. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να επαναξιολογήσουν το χρονοδιάγραμμα και να το προσαρμόσουν στις περιστάσεις της περίπτωσης. Οι αρχές εξυγίανσης κοινοποιούν την εν λόγω αξιολόγηση ή επαναξιολόγηση στις αρμόδιες αρχές το συντομότερο δυνατόν.

Μετά τη λήψη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης παρακολουθούν, σε στενή συνεργασία, την κατάσταση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), την εφαρμογή των σχετικών μέτρων εντός του αναμενόμενου χρονικού πλαισίου και τυχόν άλλες σχετικές εξελίξεις. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεδριάζουν τακτικά, με συχνότητα που ορίζουν οι αρχές εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης. Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε σχετική πληροφορία χωρίς καθυστέρηση.

3.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης όλες τις πληροφορίες που ζητούν οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες είναι αναγκαίες για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και προετοιμασία για την ενδεχόμενη εξυγίανση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β)

διενέργεια της αποτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 36.

Όταν οι πληροφορίες αυτές δεν είναι ήδη διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται και συντονίζονται για την απόκτηση των εν λόγω πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να υποχρεώνουν το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες, μεταξύ άλλων μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων, και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους τις εν λόγω πληροφορίες.

4.   Οι εξουσίες των αρχών εξυγίανσης περιλαμβάνουν την εξουσία να θέτουν προς πώληση σε δυνητικούς αγοραστές το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για την εν λόγω θέση προς πώληση, ή να απαιτούν από το ίδρυμα ή την οντότητα να το πράξει, για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

να προετοιμαστεί για την εξυγίανση του εν λόγω ιδρύματος ή της εν λόγω οντότητας, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 και των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που ορίζονται στα άρθρα 84 και 84β·

β)

να διενεργεί την εκτίμηση της αρχής εξυγίανσης σχετικά με την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Όταν, κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να θέσει απευθείας το ίδρυμα ή την οντότητα προς πώληση σε δυνητικούς αγοραστές, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις περιστάσεις, ιδίως τυχόν προληπτικά μέτρα που ενδέχεται δυνητικά να ληφθούν από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή τυχόν μέτρα που ενδέχεται δυνητικά να ληφθούν από ΘΣΠ, καθώς και τον δυνητικό αντίκτυπο της άσκησης της εν λόγω εξουσίας στη συνολική θέση του ιδρύματος ή της οντότητας.

5.   Οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να απαιτούν από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), να μεριμνήσει για τις αναγκαίες ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης ψηφιακής πλατφόρμας, για την ανταλλαγή πληροφοριών με δυνητικούς αγοραστές ή με συμβούλους και εκτιμητές που έχει προσλάβει η αρχή εξυγίανσης. Όταν η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία αυτή, εφαρμόζεται το άρθρο 84 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ).

6.   Η εκ των προτέρων ειδοποίηση από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη ώστε οι αρχές εξυγίανσης να προβούν σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την εξυγίανση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) ή να ασκήσουν τις εξουσίες που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου.

7.   Οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές για κάθε ενέργειά τους κατά τις παραγράφους 3, 4 και 5.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

κατά την εξέταση του ενδεχόμενου λήψης των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της επιδείνωσης της κατάστασης ιδρύματος ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), και των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου·

β)

κατά την εξέταση του ενδεχομένου ανάληψης οποιασδήποτε από τις δράσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5·

γ)

κατά την υλοποίηση των δράσεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του παρόντος εδαφίου.

Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω μέτρα και οι εν λόγω δράσεις χαρακτηρίζονται από συνέπεια, συντονισμό και αποτελεσματικότητα.»

·

17)

Στο άρθρο 31 παράγραφος 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, ιδίως όταν παρέχεται από τον προϋπολογισμό κράτους μέλους·»

·

18)

Το άρθρο 32 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι ιδρύματος εάν οι αρχές εξυγίανσης διαπιστώσουν, κατόπιν λήψης κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή ιδίας πρωτοβουλίας, και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης, ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης·

β)

έχοντας υπόψη το χρονοδιάγραμμα και τις άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν υπάρχει καμία εύλογη προοπτική ότι θα αποφευχθεί η πτώχευση του ιδρύματος εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος με οιοδήποτε εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα έναντι του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από ΘΣΠ, αποτρεπτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, εποπτικής δράσης, μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, ή της απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας·

γ)

η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημόσιου συμφέροντος, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή προβαίνει σε εκτίμηση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 1 στοιχείο α) κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εκτός της αρμόδιας αρχής, την εκτίμηση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) μπορεί να διενεργήσει και η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, εάν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τα αναγκαία μέσα, συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της επαρκούς πρόσβασης στις σχετικές πληροφορίες, για να προβούν στην εκτίμηση αυτή. Σε τέτοια περίπτωση, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία η αρχή εξυγίανσης ζητεί για τη διενέργεια της εκτίμησης, πριν ή αφού ενημερωθεί από την αρχή εξυγίανσης για την πρόθεσή της να προβεί στην εν λόγω εκτίμηση.

Η εκτίμηση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) πραγματοποιείται από την αρχή εξυγίανσης σε στενή συνεργασία με την αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία η αρχή εξυγίανσης ζητεί για να διενεργήσει την εκτίμησή της. Η αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να ενημερώσει την αρχή εξυγίανσης ότι θεωρεί ότι πληρούται η προϋπόθεση που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και β), η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης ζητεί τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή, κατά περίπτωση, από το ΘΣΠ του οποίου το ίδρυμα είναι μέλος, οι οποίες θα ήταν συναφείς για την εν λόγω αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένου του εάν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή το ΘΣΠ μπορεί να αποτρέψει την πτώχευση.»

·

β)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός εάν η εν λόγω στήριξη λαμβάνει μία από τις μορφές που αναφέρονται στο άρθρο 32γ.»

·

ii)

το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο και το πέμπτο εδάφιο απαλείφονται·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), μια δράση εξυγίανσης δεν είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον εάν η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους στόχους εξυγίανσης δεν θα διακυβευόταν σε περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Εάν η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης θα διακυβεύονταν σε περίπτωση εκκαθάρισης του ιδρύματος υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αρχή εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον όταν είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων από τους στόχους εξυγίανσης, και αναλογική προς αυτόν ή προς αυτούς, και όταν η εκκαθάριση του ιδρύματος υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα επιτύγχανε αποτελεσματικότερα τους στόχους εξυγίανσης που διακυβεύονται.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης, με βάση τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της κατά τον χρόνο της εν λόγω εκτίμησης, εξετάζει και συγκρίνει κάθε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη που μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι θα χορηγηθεί στο ίδρυμα, τόσο σε περίπτωση εξυγίανσης όσο και σε περίπτωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη το κόστος της εξυγίανσης και των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας και επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει και να αποφύγει την καταστροφή αξίας, εκτός εάν είναι αναπόφευκτη προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης.»

·

19)

Τα άρθρα 32α και 32β αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 32α

Προϋποθέσεις εξυγίανσης για κεντρικό οργανισμό και πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναλάβουν δράση εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό οργανισμό και όλα τα πιστωτικά ιδρύματα ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με αυτόν και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, όταν ο κεντρικός οργανισμός και όλα τα πιστωτικά ή τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με αυτόν, ή ο όμιλος εξυγίανσης στον οποίο ανήκουν, πληρούν ως σύνολο τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.

Άρθρο 32β

Διαδικασίες για τα ιδρύματα και τις οντότητες που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), όχι όμως την προϋπόθεση που καθορίζεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η αρμόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης κινεί ή ζητεί την κίνηση της σχετικής διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, εθελοντικής διαδικασίας, τη διαδικασία για την εκκαθάριση του ιδρύματος ή της οντότητας με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), το οποίο εκκαθαρίζεται με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία στις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων σε εθελοντική διαδικασία εκκαθάρισης, εξέρχεται από την αγορά ή παύει τις τραπεζικές δραστηριότητές του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), όχι όμως την προϋπόθεση που καθορίζεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ), η εν λόγω διαπίστωση είναι ικανή προϋπόθεση για να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εν λόγω οντότητας ή του εν λόγω ιδρύματος η αρμόδια αρχή.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) συνιστά ικανή προϋπόθεση ώστε η σχετική εθνική διοικητική ή δικαστική αρχή να μπορεί να κινήσει, χωρίς καθυστέρηση, τη διαδικασία για την εκκαθάριση του ιδρύματος ή της οντότητας με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.»

·

20)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 32γ

Έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη εκτός δράσης εξυγίανσης μπορεί να χορηγηθεί σε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), κατ’ εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη πληροί τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν, για να αντιμετωπιστεί σοβαρή διαταραχή έκτακτου ή συστημικού χαρακτήρα στην οικονομία ενός κράτους μέλους και για να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:

i)

κρατικής εγγύησης για την κάλυψη ταμειακών διευκολύνσεων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με τους όρους των κεντρικών τραπεζών·

ii)

κρατικής εγγύησης για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις·

iii)

απόκτησης μέσων ιδίων κεφαλαίων πλην των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή άλλων κεφαλαιακών μέσων, ή χρήση μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία σε τιμές, διάρκεια και άλλους όρους που δεν παρέχουν αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στο οικείο ίδρυμα ή στην οικεία οντότητα, όταν δεν συντρέχει καμία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχεία α), β) ή γ) ή στο άρθρο 59 παράγραφος 3 κατά τον χρόνο χορήγησης της δημόσιας στήριξης·

β)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή παρέμβασης με σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

γ)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή παρέμβασης με σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

δ)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή κρατικής ενίσχυσης χορηγούμενης σε ίδρυμα ή σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 32β της παρούσας οδηγίας, εκτός από τη στήριξη που χορηγείται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

2.   Τα μέτρα στήριξης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α):

α)

περιορίζονται σε φερέγγυα ιδρύματα ή φερέγγυες οντότητες, όπως επιβεβαιώνει η αρμόδια αρχή·

β)

είναι προληπτικού και προσωρινού χαρακτήρα και βασίζονται σε προκαθορισμένη στρατηγική για την έξοδο από τα μέτρα στήριξης, εγκεκριμένη από την αρμόδια αρχή, η οποία συμπεριλαμβάνει σαφώς καθορισμένη ημερομηνία λήξης, ημερομηνία πώλησης ή χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής για καθένα από τα εν λόγω μέτρα·

γ)

είναι αναλογικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής έκτακτου ή συστημικού χαρακτήρα στην οικονομία κράτους μέλους και για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και

δ)

δεν χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση ζημιών που έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί το ίδρυμα ή η οντότητα εντός των επόμενων 12 μηνών τουλάχιστον.

Η προκαθορισμένη στρατηγική που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου δεν δημοσιοποιείται παρά μόνο μετά την έξοδο του ιδρύματος ή της οντότητας από τα σχετικά μέτρα στήριξης ή αφότου ολοκληρωθεί η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη υποχρεώσεων δημοσιοποίησης που δεν επιδέχονται αναβολή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, όταν μια έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή μέτρων στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία ii) και iii) του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα θεωρείται φερέγγυο ή φερέγγυα, αντίστοιχα, όταν η αρμόδια αρχή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει σημειωθεί ούτε είναι πιθανό να σημειωθεί κατά τους επόμενους 12 μήνες, με βάση τις τρέχουσες προσδοκίες, παραβίαση οποιασδήποτε από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 ή στις σχετικές εφαρμοστέες απαιτήσεις βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.

Κατά την αξιολόγηση του εάν έχει σημειωθεί παραβίαση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρμόδια αρχή αγνοεί τυχόν παραβιάσεις που έχουν αποκατασταθεί αποτελεσματικά κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό να σημειωθεί μελλοντική παραβίαση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 κατά τους επόμενους 12 μήνες, μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρήσει ένα ίδρυμα ή μια οντότητα φερέγγυο ή φερέγγυα, αντίστοιχα, εάν κρίνει ότι η παραβίαση θα έχει βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και ότι το ίδρυμα ή η οντότητα έχει προβλέψει αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης για την αντιμετώπισή της, τα οποία χαρακτηρίζονται αξιόπιστα από την αρμόδια αρχή κατά τον χρόνο της αξιολόγησης.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), η οικεία αρμόδια αρχή προσδιορίζει ποσοτικά τις ζημίες που έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί το ίδρυμα ή η οντότητα. Ο εν λόγω ποσοτικός προσδιορισμός βασίζεται σε ελέγχους ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων που διενεργούνται από την ΕΚΤ, την ΕΑΤ ή τις εθνικές αρχές, ή, κατά περίπτωση, σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διενεργούνται από την αρμόδια αρχή. Όταν δεν είναι δυνατή η διενέργεια των εν λόγω ελέγχων ή επιθεωρήσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η αρμόδια αρχή μπορεί να βασίσει τον ποσοτικό προσδιορισμό στον ισολογισμό του ιδρύματος ή της οντότητας, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισολογισμός συμμορφώνεται με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες και τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα, όπως επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή. Ο ποσοτικός προσδιορισμός πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην ημερομηνία χορήγησης των μέτρων στήριξης και με τη χρήση των πλέον πρόσφατων πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η αρμόδια αρχή.

5.   Τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο iii) περιορίζονται σε μέτρα που έχουν αξιολογηθεί από την αρμόδια αρχή ως αναγκαία για τη διατήρηση της φερεγγυότητας του ιδρύματος ή της οντότητας μέσω της αντιμετώπισης του κεφαλαιακού ελλείμματος όπως αυτό καθορίζεται στο δυσμενές σενάριο των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων σε εθνικό ή ενωσιακό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΕΜ ή ισοδύναμων ελέγχων που διενεργούνται από την ΕΚΤ, την ΕΑΤ ή τις εθνικές αρχές, κατά περίπτωση, και επιβεβαιώνεται από την αρμόδια αρχή.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο iii) του παρόντος άρθρου, η απόκτηση μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση όταν η φύση του διαπιστωθέντος ελλείμματος είναι τέτοια που η απόκτηση οποιωνδήποτε άλλων μέσων ιδίων κεφαλαίων ή άλλων κεφαλαιακών μέσων δεν θα επέτρεπε στο οικείο ίδρυμα ή στην οικεία οντότητα να αντιμετωπίσει το κεφαλαιακό έλλειμμα όπως αυτό καθορίζεται στο δυσμενές σενάριο στη σχετική προσομοίωση ακραίων καταστάσεων ή σε ισοδύναμο έλεγχο. Το ποσό των αποκτηθέντων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 δεν υπερβαίνει το 2 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο του οικείου ιδρύματος ή της οικείας οντότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει την υπέρβαση του ορίου του 2 %, εφόσον έχει αποδείξει ότι αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την εφαρμογή των μέτρων στήριξης, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων της περίπτωσης. Η υπέρβαση του ορίου θα αντιστοιχεί σε ποσό που να μην δημιουργεί κανέναν κίνδυνο για την έγκαιρη και αξιόπιστη εκτέλεση της προκαθορισμένης στρατηγικής εξόδου από τα μέτρα στήριξης. Η αρμόδια αρχή παρέχει στην Επιτροπή την ανάλυση στην οποία βασίζεται η άδειά της για υπέρβαση του ορίου του 2 % για τους σκοπούς ενδεχόμενης αξιολόγησης κρατικής ενίσχυσης.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, αν οποιοδήποτε από τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν εξοφληθεί, αποπληρωθεί ή τερματιστεί με άλλον τρόπο σύμφωνα με τους όρους της στρατηγικής εξόδου από το μέτρο στήριξης που καθορίστηκε κατά τον χρόνο χορήγησης του εν λόγω μέτρου, η αρμόδια αρχή ζητεί από το ίδρυμα ή την οντότητα να υποβάλει εφάπαξ σχέδιο αποκατάστασης. Το σχέδιο αποκατάστασης περιγράφει τις ενέργειες που πρέπει να διεκπεραιωθούν για την έξοδο από το μέτρο στήριξης εντός δύο ετών και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ιδρύματος ή της οντότητας. Το σχέδιο αποκατάστασης δεν περιορίζει την εξουσία των οικείων αρχών να αξιολογούν ή να διαπιστώνουν αν το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, ανά πάσα στιγμή.

Εάν η αρμόδια αρχή δεν πεισθεί ότι το σχέδιο αποκατάστασης είναι αξιόπιστο ή εφικτό, ή εάν το ίδρυμα η οντότητα δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο αποκατάστασης, οι οικείες αρχές αξιολογούν εάν το ίδρυμα ή η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης.

7.   Έως τις 11 Μαΐου 2027, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με το είδος των προσομοιώσεων ή ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου, που είναι δυνατόν να οδηγήσουν στα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο iii) του παρόντος άρθρου.»

·

21)

Στο άρθρο 33, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) ή δ), λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης, εφόσον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.

Για τους σκοπούς της ανάληψης δράσης εξυγίανσης, μια οντότητα θεωρείται ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η οντότητα πληροί μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β)

η οντότητα παραβιάζει ουσιωδώς ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η οντότητα θα παραβιάσει ουσιωδώς, στο εγγύς μέλλον, τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.»

·

22)

Το άρθρο 33α τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 8 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν αμελλητί το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως η) όταν ασκούν την εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μετά τη διαπίστωση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα πτωχεύει ή ενδέχεται να πτωχεύσει σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο α) και πριν από τη λήψη της απόφασης για εξυγίανση.»

·

β)

στην παράγραφο 9 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Παρά το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ασκούνται οι εκεί αναφερόμενες εξουσίες σε σχέση με επιλέξιμες καταθέσεις και οι εν λόγω καταθέσεις δεν θεωρούνται μη διαθέσιμες για τους σκοπούς της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, οι καταθέτες έχουν πρόσβαση σε κατάλληλο ημερήσιο ποσό από τις καταθέσεις αυτές.»

·

23)

Το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να διορίσουν έναν ή περισσότερους ειδικούς διαχειριστές προς αντικατάσταση του διοικητικού οργάνου του υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος ή για σκοπούς συνεργασίας με το διοικητικό όργανο του υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος. Οι αρχές εξυγίανσης γνωστοποιούν στο κοινό τον διορισμό του ειδικού διαχειριστή. Οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν εφαρμόζεται στον διορισμό ειδικών διαχειριστών.

2.   Ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού οργάνου του υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος. Ωστόσο, ο ειδικός διαχειριστής μπορεί να ασκεί τις εξουσίες αυτές μόνο υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τον ειδικό διαχειριστή να καταρτίζει εκθέσεις για την αρχή εξυγίανσης η οποία τον διόρισε σχετικά με την οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση του υπό εξυγίανση ή του μεταβατικού ιδρύματος και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ανά τακτά διαστήματα τα οποία ορίζονται από την αρχή εξυγίανσης, καθώς και κατά την έναρξη και τη λήξη της θητείας του.»

·

24)

Στο άρθρο 36 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7α.   Όταν είναι αναγκαίο για την τεκμηρίωση των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία γ) και δ), ο εκτιμητής συμπληρώνει τις πληροφορίες της παραγράφου 6 στοιχείο γ) με εκτίμηση της αξίας των εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού και της αξίας των υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον από αβέβαιο γεγονός και των υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού.»

·

25)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Όταν τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου χρησιμοποιούνται, ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, για τη μεταβίβαση μέρους μόνο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, τυχόν εναπομένουσα οντότητα ως έχει μετά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και την εφαρμογή άλλων εργαλείων εξυγίανσης, κατά περίπτωση, εκκαθαρίζεται με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Η εκκαθάριση αυτή πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη τυχόν ανάγκης η εν λόγω εναπομένουσα οντότητα να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 65, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας της εναπομένουσας οντότητας προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 34.

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται όταν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα εφαρμόζεται σε ίδρυμα υπό εξυγίανση για τους σκοπούς του άρθρου 43 παράγραφος 2 στοιχείο α), σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όταν η δράση εξυγίανσης θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση των πιστωτών με ζημίες ή τη μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να μην ασκήσει την εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 59, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εάν τα εν λόγω μέσα πρόκειται να παραμείνουν στην εναπομένουσα οντότητα και η εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου, σε συνδυασμό με την εκκαθάριση της εναπομένουσας οντότητας, θα διασφαλίσει, βάσει της αποτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 36, ότι θα επωμιστούν ζημίες πριν από οποιουσδήποτε άλλους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος.»

·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«11.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί τις δράσεις και την προετοιμασία των αρχών εξυγίανσης για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης και άσκησης των σχετικών εξουσιών σε περίπτωση εξυγίανσης. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις υφιστάμενες πρακτικές και τις πιθανές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών έως τις 11 Μαΐου 2028.

Η έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο καλύπτει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τις υφιστάμενες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα και το επίπεδο συνεργασίας με υποδομές της χρηματοπιστωτικής αγοράς και αρχές τρίτων χωρών, όπου συντρέχει περίπτωση·

β)

τις υφιστάμενες ρυθμίσεις για τη θέση σε εφαρμογή άλλων εργαλείων εξυγίανσης·

γ)

το επίπεδο διαφάνειας έναντι των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών όσον αφορά τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στα σημεία α) και β).»

·

26)

Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προκειμένου να θέσουν σε εφαρμογή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης επιδίωξης οποιωνδήποτε από τους στόχους της εξυγίανσης, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να μεταβιβάζουν σε μεταβατικά ιδρύματα όλα τα ακόλουθα:»

·

β)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου, όταν η εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα καθιστά δυνατή την παροχή του κεφαλαίου του μεταβατικού ιδρύματος εξολοκλήρου μέσω της μετατροπής των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση του παθητικού υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα είδη κεφαλαιακών μέσων, είναι δυνατή η παραίτηση από την απαίτηση του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) το μεταβατικό ίδρυμα να ανήκει εν όλω ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές.»

·

27)

Στο άρθρο 42 παράγραφος 5, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία του υπό εξυγίανση ιδρύματος, του μεταβατικού ιδρύματος ή του ίδιου του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων· ή»

·

28)

Το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης μπορεί να προβεί σε συνεισφορά σύμφωνα με την παράγραφο 4, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι μέτοχοι και οι κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας, οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού μέσω μείωσης, απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 48 παράγραφος 1 και του άρθρου 60 παράγραφος 1, και το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει του άρθρου 109, κατά περίπτωση, έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση με ποσό ίσο τουλάχιστον με το 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, επιμετρούμενων σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36·

β)

η συνεισφορά της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, επιμετρούμενων σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 36.»

·

β)

στην παράγραφο 7 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε εξαιρετικές περιστάσεις η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης αφού προηγουμένως:

α)

η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης έχει προβεί σε συνεισφορά σύμφωνα με την παράγραφο 4 και έχει επιτευχθεί το όριο του 5 % που αναφέρεται στην παράγραφο 5 στοιχείο β)· και

β)

έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως όλες οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις που δεν είναι επιλέξιμες καταθέσεις, που κατατάσσονται χαμηλότερα από τις καταθέσεις του άρθρου 108 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και που δεν έχουν εξαιρεθεί από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»

·

29)

Στο άρθρο 44α προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Έως τις 11 Νοεμβρίου 2027, η ΕΑΤ, σε συντονισμό με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Στην εν λόγω έκθεση συγκρίνονται τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη προκειμένου να συμμορφωθούν με το παρόν άρθρο, αναλύεται η αποτελεσματικότητά τους για την προστασία των ιδιωτών πελατών και αξιολογείται ο αντίκτυπός τους στις διασυνοριακές πράξεις. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει νομοθετική πρόταση τροποποίησης της παρούσας οδηγίας.»

·

30)

Στο άρθρο 45, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) πληρούν ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, όποτε απαιτείται και όπως καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 45α έως 45θ.»

·

31)

Το άρθρο 45β τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α.   Οι οντότητες εξυγίανσης συμπεριλαμβάνουν καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνον εφόσον για τη συμπερίληψη αυτή έχει δοθεί άδεια από την αρχή εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 1β και εφόσον οι εν λόγω καταθέσεις πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι καταθέσεις πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο·

β)

οι καταθέσεις δεν κατέχονται από φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις·

γ)

οι καταθέσεις είναι προθεσμιακές καταθέσεις με αρχική διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους και δεν παρέχουν στον κάτοχο δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης ακόμη και όταν η πρόωρη εξόφληση υπόκειται στην καταβολή χρηματικής ποινής·

δ)

τα σχετικά συμβατικά έγγραφα αναφέρονται ρητά:

i)

στην πρόθεση της οντότητας εξυγίανσης να συμπεριλάβει τις καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων·

ii)

στην εξαίρεση των καταθέσεων από οποιαδήποτε καταβολή αποζημιώσεων από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

1β.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να δώσει άδεια στην οντότητα εξυγίανσης να συμπεριλαμβάνει εν όλω ή εν μέρει καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, εάν έχει πεισθεί ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αρχή εξυγίανσης αναμένει ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν θα εξαιρεθούν εν όλω ή εν μέρει από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 44 παράγραφος 3 ή δεν θα μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης·

β)

Η αρχή εξυγίανσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπερίληψη δεν αποτελεί, ή δεν είναι πιθανό να αποτελέσει, ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης, ιδίως λόγω του αντικτύπου στη σκοπιμότητα της χρήσης εργαλείων εξυγίανσης κατά τρόπο που να επιτυγχάνει τους στόχους εξυγίανσης.

Η αρχή εξυγίανσης ανακαλεί την άδεια εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούται πλέον οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Στην περίπτωση αυτή, η οντότητα εξυγίανσης παύει να συμπεριλαμβάνει καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.»

·

β)

στις παραγράφους 4, 5 και 7 ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητες G-SII»·

γ)

η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητες G-SII»·

ii)

στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητα G-SII»·

iii)

στο τέταρτο εδάφιο ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητες G-SII»·

δ)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«10.   Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει στην οντότητα εξυγίανσης να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 7, χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια ή υποχρεώσεις, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

όσον αφορά οντότητες που είναι οντότητες G-SII ή οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6, η αρχή εξυγίανσης δεν έχει μειώσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, δυνάμει του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου·

β)

οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και δεν πληρούν την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συμμορφώνονται με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 72β παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ε) του εν λόγω κανονισμού.»

·

32)

Το άρθρο 45γ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2α δεύτερο εδάφιο το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

υποχρεώσεις που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία β) και δ) του εν λόγω κανονισμού, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 45β παράγραφος 1α της παρούσας οδηγίας.»

·

β)

στην παράγραφο 3 όγδοο εδάφιο, οι λέξεις «κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών» αντικαθίστανται από τον όρο «κρίσιμων λειτουργιών»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν οι αρχές εξυγίανσης προκειμένου να εκτιμήσουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, με σκοπό τον προσδιορισμό της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 16α της παρούσας οδηγίας, για τις ακόλουθες οντότητες:

α)

τις οντότητες εξυγίανσης σε ενοποιημένο επίπεδο ομίλου εξυγίανσης, όπου ο όμιλος εξυγίανσης δεν υπόκειται αυτός καθ’ εαυτόν στις σχετικές απαιτήσεις δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

β)

τις οντότητες οι οποίες δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, όπου η οντότητα δεν υπόκειται στις σχετικές απαιτήσεις δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ στην ίδια βάση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45στ της παρούσας οδηγίας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6α.   Για τις οντότητες εξυγίανσης που ανήκουν σε όμιλο εξυγίανσης με συνολικά περιουσιακά στοιχεία άνω των 30 δισεκατομμυρίων EUR και των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει πρωτίστως την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος και την έξοδό τους από την αγορά, το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ισούται τουλάχιστον με:

α)

15 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α)· και

β)

4,5 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο β).

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται σε οντότητες εξυγίανσης των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό του άρθρου 43 παράγραφος 2 στοιχείο α), μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης.»

·

ε)

στην παράγραφο 7 όγδοο εδάφιο, οι λέξεις «κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών» αντικαθίστανται από τον όρο «κρίσιμων λειτουργιών»·

33)

Στο άρθρο 45δ παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 για οντότητα εξυγίανσης που είναι οντότητα G-SII συνίσταται στα ακόλουθα:»

·

34)

Το άρθρο 45στ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45γ και 45δ σε ενοποιημένη βάση.»

·

ii)

το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους ομίλους εξυγίανσης που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 83β) στοιχείο β), τα πιστωτικά ιδρύματα ή τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ο κεντρικός οργανισμός που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης, και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις του άρθρου 45ε παράγραφος 3, συμμορφώνονται με το άρθρο 45γ παράγραφος 7 σε μεμονωμένη βάση.»

·

β)

στην παράγραφο 2 στοιχείο α) το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία β), γ), ια), ιβ) και ιγ) και το άρθρο 72β παράγραφοι 3, 4 και 5 του εν λόγω κανονισμού, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 45β παράγραφος 1α της παρούσας οδηγίας·»

·

35)

Το άρθρο 45ζ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 45ζ

Απαλλαγή για κεντρικό οργανισμό ή για πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό

Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραιτηθεί εν μέρει ή πλήρως από την εφαρμογή του άρθρου 45στ σε κεντρικό οργανισμό, ή σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που συνδέεται μόνιμα με κεντρικό οργανισμό, όταν πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

α)

το πιστωτικό ίδρυμα ή το χρηματοδοτικό ίδρυμα και ο κεντρικός οργανισμός υπόκεινται στην εποπτεία της ίδιας αρμόδιας αρχής, είναι εγκατεστημένα στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

β)

οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες και εις ολόκληρον υποχρεώσεις, ή οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού·

γ)

η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, και η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων·

δ)

σε περίπτωση απαλλαγής για πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα μόνιμα συνδεδεμένο με κεντρικό οργανισμό, η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού εξουσιοδοτείται να εκδώσει οδηγίες προς τη διοίκηση των μόνιμα συνδεδεμένων ιδρυμάτων·

ε)

ο σχετικός όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε παράγραφος 3· και

στ)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν σε περίπτωση εξυγίανσης.»

·

36)

Το άρθρο 45θ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι οντότητες δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που ορίζονται στο άρθρο 128β.»

·

β)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν:

α)

τις μεθόδους και τις ρυθμίσεις κοινοποίησης των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2·

β)

τη συχνότητα και τις προθεσμίες υποβολής της κοινοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προσδιορίζουν έναν τυποποιημένο τρόπο παροχής πληροφοριών για την κατάταξη των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) προς εφαρμογή σε εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σε κάθε κράτος μέλος.

Για τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας και υπόκεινται στα άρθρα 92α και 92β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αυτά τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται, όπου αρμόζει, με την εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 430 του εν λόγω κανονισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5α.   Η ΕΑΤ αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων υποβολής εκθέσεων, προτύπων δεδομένων, μορφοτύπων και οδηγιών, για την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν:

α)

τις μεθόδους και τις ρυθμίσεις για τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

β)

τη συχνότητα των δημοσιοποιήσεων.

Τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων μεταφέρουν επαρκώς αναλυτικές και συγκρίσιμες πληροφορίες προκειμένου να αξιολογείται το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων και των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) καθώς και τον βαθμό συμμόρφωσής τους με την εφαρμοστέα απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ.

Για τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας και υπόκεινται στο άρθρο 92α και το άρθρο 92β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται, όπου αρμόζει, με την εκτελεστική πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 434α του εν λόγω κανονισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6α.   Η ΕΑΤ αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων δημοσιοποίησης και οδηγιών, για τις δημοσιοποιήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.»

·

37)

Στο άρθρο 45ι, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν:

α)

τις μεθόδους και τις ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και την υποβολή πληροφοριών από τις αρχές εξυγίανσης, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, στην ΕΑΤ για τους σκοπούς της παραγράφου 1·

β)

τη συχνότητα και τις προθεσμίες υποβολής της κοινοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο α).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να υιοθετεί τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Η ΕΑΤ αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων υποβολής εκθέσεων, προτύπων δεδομένων, μορφοτύπων και οδηγιών, για την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»

·

38)

Στο άρθρο 45ια παράγραφος 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καλύπτει τρία ημερολογιακά έτη και υποβάλλεται στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους που έπεται του τελευταίου έτους που καλύπτεται από την έκθεση. Η υποχρέωση της παραγράφου 2 παύει να ισχύει μετά την υποβολή της δεύτερης έκθεσης.»

·

39)

Το άρθρο 45ιγ τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ορίσουν κατάλληλες μεταβατικές περιόδους, όχι μεγαλύτερες των τριών ετών, για τη συμμόρφωση ιδρυμάτων ή οντοτήτων που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) ή δ) με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ ή με απαιτήσεις που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5, ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, όταν η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις χωρίς μεταβατική περίοδο δεν θα ήταν αναλογική.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ορίσει ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για τις απαιτήσεις του άρθρου 45ε ή 45στ, ή για τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχει επιτύχει ένα ίδρυμα ή μια οντότητα μέχρι την ημερομηνία που θα ορίσει η αρχή εξυγίανσης. Τα ενδιάμεσα επίπεδα-στόχοι διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων προς την επίτευξη της απαίτησης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η μεταβατική περίοδος που ορίζεται από τις αρχές εξυγίανσης για ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), του οποίου η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης αλλάζει από εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας στην εφαρμογή δράσης εξυγίανσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

Όταν δικαιολογείται δεόντως και κρίνεται σκόπιμο βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ορίσει μεγαλύτερη μεταβατική περίοδο διάρκειας έως έξι ετών.

Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να ορίσει ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για την απαίτηση του άρθρου 45ε ή για τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχει επιτύχει το ίδρυμα ή η οντότητα μέχρι την ημερομηνία που θα ορίσει η αρχή εξυγίανσης. Τα ενδιάμεσα επίπεδα-στόχοι διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων έως την ικανοποίηση της απαίτησης.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφοι 4 και 7 και στο άρθρο 45γ παράγραφοι 5 και 6, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται κατά την περίοδο των τριών ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης ή ο όμιλος του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι μέλος χαρακτηρίστηκαν ως G-SII ή G-SII εκτός ΕΕ, ή η οντότητα εξυγίανσης περιέρχεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 45γ παράγραφος 5 ή 6.»

·

40)

Στο άρθρο 46 παράγραφος 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζει το ποσό κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή, κατά περίπτωση, για να καθοριστεί ο δείκτης του μεταβατικού ιδρύματος, λαμβανομένης υπόψη κάθε συνεισφοράς κεφαλαίου από το τη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 101 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της παρούσας οδηγίας·

β)

να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή στο μεταβατικό ίδρυμα, λαμβανομένων υπόψη τυχόν υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον από αβέβαιο γεγονός ή υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού που δεν έχουν απομειωθεί ούτε έχουν μετατραπεί, και να δοθεί στο εν λόγω ίδρυμα η δυνατότητα να συνεχίσει να πληροί, για τουλάχιστον ένα έτος, τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή 2014/65/ΕΕ.»

·

41)

Το άρθρο 47 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

να ακυρώνουν τις υφιστάμενες μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή να τα μεταβιβάζουν:

i)

σε πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων μετατρέπονται σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα·

ii)

στον αγοραστή, κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου σε συνδυασμό με το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων· ή

iii)

σε μεταβατικό ίδρυμα, κατά την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου σε συνδυασμό με το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος·»

·

β)

το στοιχείο β) σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 που έχει εκδώσει το ίδρυμα υπό εξυγίανση, βάσει της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 2· ή»

·

42)

Το άρθρο 52 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να παρατείνει την προθεσμία ενός μήνα για την υποβολή του σχεδίου αναδιοργάνωσης κατά έναν ακόμη μήνα.»

·

β)

στην παράγραφο 5 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να απαιτήσει από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) να συμπεριλάβει πρόσθετα στοιχεία στο σχέδιο αναδιοργάνωσης.»

·

43)

Το άρθρο 53 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν μια αρχή εξυγίανσης μηδενίζει την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης υποχρέωσης αβέβαιου χρόνου και ποσού, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο ε), η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν, που δεν είναι δεδουλευμένες κατά τη στιγμή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμες σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα υπό εξυγίανση ή τυχόν διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση.

4.   Όταν μια αρχή εξυγίανσης μειώνει εν μέρει, αλλά όχι εξολοκλήρου, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης υποχρέωσης αβέβαιου χρόνου ή ποσού, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο ε):

α)

η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της μείωσης·

β)

το σχετικό μέσο ή συμφωνία που δημιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο μιας υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αξίας, και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 63 παράγραφος 1 στοιχείο ι).»

·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«5.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4, η εξόφληση της υποχρέωσης αβέβαιου χρόνου ή ποσού και τυχόν απαιτήσεων που προκύπτουν σε σχέση με αυτήν παράγει αποτελέσματα εάν και μόλις προσδιοριστεί οριστικά η σχετική υποχρέωση όσον αφορά τον χρόνο και το ποσό ή προκύψει η απαίτηση που σχετίζεται με αυτήν.»

·

44)

Το άρθρο 55 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα και τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) να περιλαμβάνουν συμβατικό όρο με τον οποίο ο πιστωτής ή μέρος της συμφωνίας ή του μέσου που δημιουργεί σχετικό κεφαλαιακό μέσο ή υποχρέωση υποκείμενη σε αναδιάρθρωση παθητικού αναγνωρίζει ότι το εν λόγω μέσο ή η εν λόγω υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και συμφωνεί να δεσμεύεται από κάθε μείωση της αξίας του αρχικού κεφαλαίου ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου ποσού, μετατροπή ή ακύρωση που απορρέει από την άσκηση των εν λόγω εξουσιών από αρχή εξυγίανσης, υπό τον όρο ότι το εν λόγω μέσο ή η υποχρέωση πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

β)

το μέσο ή η υποχρέωση δεν αποτελεί κατάθεση όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 108 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ)

το μέσο ή η υποχρέωση διέπεται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας·

δ)

το μέσο ή η υποχρέωση εκδίδεται ή αναλαμβάνεται μετά την ημερομηνία κατά την οποία ένα κράτος μέλος εφαρμόζει τις διατάξεις που θεσπίζονται για τη μεταφορά του παρόντος τμήματος.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους διαπιστώσει ότι τα μέσα ή οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορούν να υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής που ασκεί η αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους δυνάμει της νομοθεσίας τρίτης χώρας ή δεσμευτικής συμφωνίας που συνήφθη με την εν λόγω τρίτη χώρα.

1α.   Η απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται σε οντότητες εκκαθάρισης ή σε θυγατρικές οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης.

Τα μέσα ή οι υποχρεώσεις των οντοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο δεν προσμετρώνται στην απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αποφασίσουν ότι απαίτηση που ορίζεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται στις ακόλουθες οντότητες:

α)

οντότητα εκκαθάρισης για την οποία η αρχή εξυγίανσης έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1·

β)

θυγατρική οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας η οποία δεν είναι η ίδια οντότητα εξυγίανσης.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) καταλήγει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριλάβει στις συμβατικές διατάξεις που διέπουν μια σχετική υποχρέωση όρο που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η απαίτηση συμπερίληψης του εν λόγω όρου δεν εφαρμόζεται.

Όταν, εντός μιας κατηγορίας υποχρεώσεων που περιλαμβάνει επιλέξιμες υποχρεώσεις, το ποσό των υποχρεώσεων που δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ανέρχεται σε άνω του 10 % της εν λόγω κατηγορίας, το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς την αρχή εξυγίανσης. Το εν λόγω ίδρυμα ή οντότητα περιλαμβάνει στην εν λόγω κοινοποίηση τον προσδιορισμό της κατηγορίας των υποχρεώσεων οι οποίες, δυνάμει του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, δεν περιλαμβάνουν τον εν λόγω συμβατικό όρο, καθώς και σχετική αιτιολόγηση. Το εν λόγω ίδρυμα ή οντότητα παρέχει επίσης στην αρχή εξυγίανσης όλες τις πληροφορίες που ζητεί η αρχή εξυγίανσης, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την παραλαβή της κοινοποίησης. Η αρχή εξυγίανσης εκτιμά τον αντίκτυπο των εν λόγω πληροφοριών στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή οντότητας, περιλαμβανομένου του αντικτύπου στη δυνατότητα εξυγίανσης που απορρέει από τον κίνδυνο να πληγούν οι διασφαλίσεις των πιστωτών που προβλέπονται στο άρθρο 73 κατά την εφαρμογή των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής σε επιλέξιμες υποχρεώσεις.

Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στη διαπίστωση ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί στις συμβατικές διατάξεις όρος που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος ή της οντότητας, μπορεί να απαιτήσει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τη συμπερίληψη ενός τέτοιου συμβατικού όρου. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, επιπροσθέτως, να απαιτήσει από το ίδρυμα ή την οντότητα να τροποποιήσει τις πρακτικές του/της όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης από τη συμβατική αναγνώριση της διάσωσης με ίδια μέσα.

Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν περιλαμβάνουν πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1, μέσα της κατηγορίας 2 και χρεωστικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 48) στοιχείο ii), όπου τα εν λόγω μέσα είναι μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου είναι ανώτερης εξοφλητικής προτεραιότητας από τις υποχρεώσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 108 παράγραφος 2.

Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι υποχρεώσεις οι οποίες δεν περιλαμβάνουν τον συμβατικό όρο που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δημιουργούν ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης, εφαρμόζει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 17, κατά περίπτωση, ώστε να αρθεί το εν λόγω εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης.

Οι υποχρεώσεις για τις οποίες το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) δεν συμπεριλαμβάνει στις συμβατικές διατάξεις τον όρο που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ή στις οποίες, σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εφαρμόζεται η εν λόγω απαίτηση, δεν υπολογίζονται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.»

·

β)

στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, τα στοιχεία β) και γ) απαλείφονται·

γ)

η παράγραφος 8 διαγράφεται·

45)

Το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρχές εξυγίανσης να ασκούν την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής, σύμφωνα με το άρθρο 60 και χωρίς καθυστέρηση, σε σχέση με τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα, και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου, που εκδίδονται από ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης αποτελεσματικής άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής ή, κατά περίπτωση, της αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, όταν συντρέχει μία από τις ακόλουθες περιστάσεις:»

·

ii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), εκτός εάν η εν λόγω στήριξη λαμβάνει μία από τις μορφές που αναφέρονται στο άρθρο 32γ.»

·

β)

στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

λαμβανομένων υπόψη του χρονικού σημείου και άλλων σχετικών παραμέτρων, καμία δράση, περιλαμβανομένων των εναλλακτικών μέτρων του ιδιωτικού τομέα, της εποπτικής δράσης ή των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, πλην της απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου, δεν αναμένεται ευλόγως να αποτρέψει την πτώχευση του ιδρύματος ή της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) ή του ομίλου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.»

·

46)

Το άρθρο 63 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο ιγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιγ)

την εξουσία να απαιτούν από τη σχετική αρχή να αξιολογήσει τον αγοραστή ειδικής συμμετοχής εγκαίρως, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που αναφέρονται στο άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, στο άρθρο 27α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), στο άρθρο 11 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, στο άρθρο 58 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και στο άρθρο 12 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, καθώς και από τυχόν χρονικά όρια που τίθενται στην εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά του άρθρου 6 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3).

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/909/oj)."

(*3)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/2366/oj).»·"

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν ασκούνται οι εξουσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) ή στ) όσον αφορά υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού, η μείωση ή η μετατροπή παράγει αποτελέσματα εάν και όταν προσδιοριστεί οριστικά η σχετική υποχρέωση ως προς τον χρόνο και το ποσό ή προκύψει η απαίτηση που σχετίζεται με αυτήν.»

·

β)

στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 6 και του άρθρου 85 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, απαιτήσεις να λάβουν την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ιδιωτικού ή δημόσιου, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων ή των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος και των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς των άρθρων 22 έως 27 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·»

·

47)

Στο άρθρο 71α, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η σύμβαση δημιουργεί νέα υποχρέωση, ή τροποποιεί ουσιωδώς υπάρχουσα υποχρέωση, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων που θεσπίζονται σε εθνικό επίπεδο για τη μεταφορά του παρόντος άρθρου στο εθνικό δίκαιο·

β)

η σύμβαση προβλέπει την άσκηση ενός ή περισσοτέρων δικαιωμάτων καταγγελίας ή δικαιωμάτων αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας, στα οποία θα εφαρμόζονταν τα άρθρα 33α, 68, 69, 70 ή 71, αν η χρηματοπιστωτική σύμβαση διεπόταν από το δίκαιο κράτους μέλους.»

·

48)

Στο άρθρο 74 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι, οι πιστωτές ή τα οικεία συστήματα εγγύησης των καταθέσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 109 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 6, εάν το υπό εξυγίανση ίδρυμα, σε σχέση με το οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 82·»

·

49)

Το άρθρο 75 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 75

Διασφάλιση για τους μετόχους και τους πιστωτές

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 74 διαπιστωθεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 73, ή το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 109 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 6, έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης.»

·

50)

Στο άρθρο 84 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6α.   Το παρόν άρθρο δεν αποκλείει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών εξυγίανσης και φορολογικών αρχών στο ίδιο κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Εάν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συναίνεση της σχετικής αρχής που τις έχει κοινοποιήσει.»

·

51)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα στο κεφάλαιο VIII:

«Άρθρο 84α

Πληροφορίες που τηρούνται από κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές που διαχειρίζονται τους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς οι οποίοι θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 32α της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4) παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης, κατόπιν αιτήματός τους, πληροφορίες σχετικά με τον συγκεντρωτικό αριθμό των πελατών για τους οποίους μόνος ή κυριότερος τραπεζικός εταίρος είναι ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης ζητούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνο κατά περίπτωση και εφόσον είναι αναγκαίο και αναλογικό για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων τους βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 84β

Εμπιστευτικότητα προνομιακών πληροφοριών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των εξουσιών δυνάμει του άρθρου 30α παράγραφοι 3, 4 και 5 της παρούσας οδηγίας ή κατά τη διενέργεια αποτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 36 της παρούσας οδηγίας, οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να απαιτούν από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, σχετικά με την προετοιμασία για εξυγίανση, έως ότου η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι η εμπιστευτικότητα δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης ή την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας, οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να απαιτούν από το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών, όπως αναφέρονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, σχετικά με τη διαδικασία εξυγίανσης ή την απομείωση ή μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 59 της παρούσας οδηγίας, έως ότου η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι η εμπιστευτικότητα δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.

3.   Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει το ίδρυμα ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ), μόλις κρίνει ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.

4.   Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας υποχρεούται να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

5.   Όταν αρχή εξυγίανσης απαιτήσει από ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου, ή όταν αρχή εξυγίανσης ενημερώσει το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω οντότητα ότι η εμπιστευτικότητα δεν είναι πλέον αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, η εν λόγω αρχή ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την αρμόδια αρχή που προσδιορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 17 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

6.   Το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας μπορεί να γνωστοποιήσει τις προνομιακές πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε τρίτο μέρος κατά τη συνήθη άσκηση της εργασίας, του επαγγέλματος ή των καθηκόντων του, όπως ορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, μόνον εάν το πρόσωπο που λαμβάνει τις εν λόγω προνομιακές πληροφορίες υπέχει υποχρέωση εμπιστευτικότητας, ανεξάρτητα από το αν το καθήκον αυτό βασίζεται σε νόμο, κανονισμούς, καταστατικό ή σύμβαση, και διασφαλίζει ότι οι εν λόγω πληροφορίες παραμένουν εμπιστευτικές για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

7.   Εάν, παρά τα αναγκαία μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας προνομιακών πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου, δεν διασφαλίζεται πλέον η εμπιστευτικότητα των εν λόγω πληροφοριών, το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) δημοσιοποιεί τις προνομιακές πληροφορίες το συντομότερο δυνατόν. Η παρούσα παράγραφος περιλαμβάνει περιπτώσεις στις οποίες μια φήμη αναφέρεται ρητά στις εν λόγω προνομιακές πληροφορίες και η φήμη αυτή είναι επαρκώς ακριβής ώστε να καταδεικνύεται ότι η εμπιστευτικότητα των εν λόγω πληροφοριών δεν είναι πλέον εξασφαλισμένη.

(*4)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/849/oj).»·"

52)

Το άρθρο 88 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

οι ορισθείσες αρχές των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων με το οποίο είναι συνδεδεμένα τα πιστωτικά ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου.»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, όταν η θυγατρική είναι χρηματοοικονομικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) και είναι επίσης οντότητα εκκαθάρισης, η αρχή εξυγίανσης της εν λόγω θυγατρικής αποφασίζει αν προτίθεται να συμμετέχει ως μέλος στο σώμα εξυγίανσης. Εάν η αρχή εξυγίανσης της εν λόγω θυγατρικής θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία η συμμετοχή της ως μέλος, ζητεί τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου για την παύση της εν λόγω συμμετοχής της. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συναινεί στην παύση της εν λόγω συμμετοχής, εκτός εάν η συνέχισή της είναι αναγκαία για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του σώματος εξυγίανσης. Σε περίπτωση ουσιωδών αλλαγών ικανών να επηρεάσουν την αξιοπιστία των διαδικασιών αφερεγγυότητας, η αρχή εξυγίανσης της εν λόγω θυγατρικής κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου την ανάγκη αποκατάστασης της συμμετοχής της ως μέλους στο σώμα εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, μόλις λάβει την εν λόγω κοινοποίηση, αποκαθιστά την εν λόγω συμμετοχή.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6α.   Για να διευκολυνθεί η εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, στο άρθρο 15 παράγραφος 1 και στο άρθρο 17 παράγραφος 1, και για να ανταλλάσσονται τυχόν σχετικές πληροφορίες, είναι δυνατόν να συσταθεί σώμα εξυγίανσης:

α)

στην περίπτωση ιδρύματος με ένα ή περισσότερα σημαντικά υποκαταστήματα που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, από την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος·

β)

στην περίπτωση ομίλου που αποτελείται από μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, οι οποίες είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος, και από σημαντικά υποκαταστήματα, ένα ή περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, από την αρχή εξυγίανσης της εν λόγω μητρικής επιχείρησης.

Η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα ή η μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ασκεί την προεδρία του σώματος εξυγίανσης και θέτει κατάλληλους κανόνες για τη λειτουργία του, κατόπιν διαβούλευσης με τις άλλες αρχές εξυγίανσης. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 7 δεν εφαρμόζεται στα σώματα εξυγίανσης που συστήνονται βάσει της παρούσας παραγράφου, αλλά λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των κανόνων λειτουργίας τους. Ο πρόεδρος του σώματος εξυγίανσης αποφασίζει ποιες αρχές συμμετέχουν σε συνεδρίαση ή σε δραστηριότητα του σώματος εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη το ενδιαφέρον που παρουσιάζει για τις εν λόγω αρχές η δραστηριότητα που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο προγραμματισμού ή συντονισμού, ειδικότερα δε τον δυνητικό αντίκτυπο στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα οικεία κράτη μέλη και τα καθήκοντα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Ο πρόεδρος του σώματος εξυγίανσης ενημερώνει πλήρως και εκ των προτέρων όλα τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με την οργάνωση των εν λόγω συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Ο πρόεδρος ενημερώνει επίσης πλήρως και εγκαίρως όλα τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται στις εν λόγω συνεδριάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται.»

·

53)

Το άρθρο 91 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν μια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) και είναι θυγατρική ομίλου πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) ή του άρθρου 33 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β), ανάλογα με την περίπτωση, η εν λόγω αρχή κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και στα μέλη του σώματος εξυγίανσης για τον εν λόγω όμιλο τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την απόφαση ότι το ίδρυμα ή η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) ή του άρθρου 33 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β), ανάλογα με την περίπτωση·

αα)

το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο άρθρου 33 παράγραφος 4 στοιχείο γ)·

β)

τις δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα αφερεγγυότητας τα οποία η αρχή εξυγίανσης κρίνει κατάλληλα για το εν λόγω ίδρυμα ή την εν λόγω οντότητα.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μπορούν να περιλαμβάνονται στις κοινοποιήσεις που απευθύνονται δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 3 στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και στα μέλη του σώματος εξυγίανσης για τον υπό εξέταση όμιλο.»

·

β)

στην παράγραφο 7, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

54)

Στο άρθρο 92 παράγραφος 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.»

·

55)

Στο άρθρο 96 παράγραφος 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τις απαιτήσεις σχετικά με την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης που καθορίζονται στον τίτλο IV κεφάλαιο IV.»

·

56)

Στο άρθρο 98, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης και τα αρμόδια υπουργεία ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες, περιλαμβανομένων σχεδίων εξυγίανσης, με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

σε σχέση με πληροφορίες που αφορούν την ανάκαμψη και την εξυγίανση, οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου·

β)

σε σχέση με άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στις αρμόδιες αρχές, οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 55 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, στις πληροφορίες που αφορούν την ανάκαμψη και την εξυγίανση περιλαμβάνεται κάθε πληροφορία που σχετίζεται άμεσα με τα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών βάσει της παρούσας οδηγίας, ειδικότερα δε τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και τα σχέδια ανάκαμψης, τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης και τις ανταλλαγές πληροφοριών με τις αρχές εξυγίανσης σχετικά με τον σχεδιασμό της εξυγίανσης, τα σχέδια εξυγίανσης και τη δράση εξυγίανσης.»

·

57)

Στο άρθρο 101 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 2, ακυρώνονται τυχόν μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, των εν ενεργεία και των πρώην μελών του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών τού υπό εξυγίανση ιδρύματος για περιόδους πριν από την πτώχευση του ιδρύματος, οι οποίες δεν έχουν καταβληθεί ή δεν έχουν εκχωρηθεί πριν από την απόφαση για ανάληψη δράσης εξυγίανσης. Τα εν ενεργεία και πρώην μέλη του διοικητικού οργάνου και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη επιστρέφουν τις μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών που εκχωρήθηκαν ή καταβλήθηκαν κατά τους 24 μήνες που προηγήθηκαν της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης, εκτός εάν αποδείξουν ότι δεν συμμετείχαν ή δεν ευθύνονταν για τη συμπεριφορά που οδήγησε ή συνέβαλε στην πτώχευση του υπό εξυγίανση ιδρύματος.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, που ρυθμίζονται από συλλογική σύμβαση.»

·

58)

Στο άρθρο 102 παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα δεν επαρκούν για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι εκ των προτέρων συνεισφορές που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 103 συνεχίζονται έως ότου επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναβάλουν την είσπραξη των εκ των προτέρων συνεισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 103 για έως και τρία έτη, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το προς είσπραξη ποσό ανέρχεται σε ποσό αναλογικό προς το κόστος της διαδικασίας είσπραξης, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αναβολή δεν επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητα της αρχής εξυγίανσης να χρησιμοποιεί τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 101. Εάν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, οι συνεισφορές καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου-στόχου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.»

·

59)

Το άρθρο 103 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 102, μπορεί να περιλαμβάνουν αμετάκλητες αναλήψεις υποχρεώσεων πληρωμής οι οποίες καλύπτονται πλήρως από εξασφαλίσεις με περιουσιακά στοιχεία χαμηλού κινδύνου που δεν βαρύνονται από τυχόν δικαιώματα τρίτων μερών, βρίσκονται στην απόλυτη διάθεση των αρχών εξυγίανσης και προορίζονται για αποκλειστική χρήση από τις αρχές εξυγίανσης, για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 101 παράγραφος 1. Το μερίδιο των αμετάκλητων αναλήψεων υποχρεώσεων πληρωμής δεν υπερβαίνει το 30 % του συνολικού ποσού των συνεισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Εντός του ορίου αυτού, η αρχή εξυγίανσης καθορίζει ετησίως το μερίδιο των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής επί του συνολικού ποσού των συνεισφορών που πρέπει να συγκεντρωθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Η αρχή εξυγίανσης αξιώνει την εκτέλεση των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που έχουν αναληφθεί δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου όταν καθίσταται αναγκαία η χρήση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 101.

Όταν μια οντότητα παύει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η αρχή εξυγίανσης να ακυρώσει τις αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής που έχουν αναληφθεί δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, και να επιστραφούν οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν τις εν λόγω δεσμεύσεις.

Έχοντας υπόψη την ανάγκη διατήρησης ή αποκατάστασης επαρκούς επιπέδου διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων στις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία, κατόπιν ακύρωσης των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής, να καθορίσουν για την οντότητα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο ποσό συνεισφοράς στη χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης με τη μορφή, τους όρους και το χρονοδιάγραμμα που καθορίζονται στην απόφαση της αρχής εξυγίανσης.

Η συνεισφορά που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο δεν υπερβαίνει το ποσό των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που ακυρώνονται δυνάμει του δεύτερου εδαφίου.»

·

60)

Στο άρθρο 104 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συνολικό ποσό των έκτακτων εκ των υστέρων συνεισφορών κατ’ έτος δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του 12,5 % του επιπέδου-στόχου που προσδιορίζεται στο άρθρο 102.»

·

61)

Στο άρθρο 107 παράγραφος 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

τις τυχόν συνεισφορές που θα πρέπει να καταβάλουν τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 109·»

·

62)

Το άρθρο 108 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στην εθνική τους νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας:

α)

τα ακόλουθα έχουν την ίδια σειρά κατάταξης, που είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης του στοιχείου β):

i)

οι καλυπτόμενες καταθέσεις·

ii)

οι απαιτήσεις των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

β)

τα ακόλουθα έχουν την ίδια σειρά κατάταξης, που είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης του στοιχείου γ):

i)

το τμήμα των επιλέξιμων καταθέσεων φυσικών προσώπων, πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων καθώς και δημόσιων αρχών που υπερβαίνει το επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

ii)

οι καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων καθώς και δημόσιων αρχών που θα ήταν επιλέξιμες καταθέσεις αν δεν είχαν γίνει μέσω υποκαταστημάτων που βρίσκονται εκτός Ένωσης και ανήκουν σε ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση·

γ)

οι καταθέσεις που δεν αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) έχουν την ίδια σειρά κατάταξης, που είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης που προβλέπεται για τις απαιτήσεις κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών.

Οι καταθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ), στ), ια) και ιβ) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ δεν περιλαμβάνονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου και δεν έχουν υψηλότερη σειρά κατάταξης από τη σειρά κατάταξης που προβλέπεται για τις απαιτήσεις κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών.»

·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«8.   Όταν τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 στοιχείο α) ή β) χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μέρους μόνο των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης έχει απαίτηση έναντι του εναπομένοντος ιδρύματος ή της εναπομένουσας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) για τυχόν έξοδα και ζημίες που υπέστη η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης ως αποτέλεσμα τυχόν συνεισφορών στην εξυγίανση δυνάμει του άρθρου 101 παράγραφος 1 σε σχέση με ζημίες που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν υποστεί οι πιστωτές.

9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 37 παράγραφος 7 έχουν, στην εθνική νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, προτιμησιακή σειρά κατάταξης, που είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης που προβλέπεται για τις απαιτήσεις καταθέσεων ή συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.»

·

63)

Το άρθρο 109 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 109

Χρήση συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων στο πλαίσιο της εξυγίανσης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι πιστωτικού ιδρύματος, και εφόσον η εν λόγω δράση διασφαλίζει ότι οι καταθέτες εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στο οποίο συμμετέχει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα συνεισφέρει τα ακόλουθα ποσά:

α)

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό του άρθρου 43 παράγραφος 2 στοιχείο α), μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, το ποσό κατά το οποίο οι καλυπτόμενες καταθέσεις θα απομειώνονταν ή θα μετατρέπονταν για την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 1, εάν οι καλυπτόμενες καταθέσεις είχαν περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της διάσωσης με ίδια μέσα·

β)

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων ή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, με αποτέλεσμα την έξοδο του υπό εξυγίανση ιδρύματος από την αγορά:

i)

το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της αξίας των καλυπτόμενων καταθέσεων και των υποχρεώσεων με σειρά κατάταξης ίδια ή υψηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων και, αφετέρου, της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος που πρόκειται να μεταβιβαστούν σε αποδέκτη· και

ii)

κατά περίπτωση, το ποσό το οποίο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας του αποδέκτη μετά τη μεταβίβαση.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, όταν η μεταβίβαση στον αποδέκτη περιλαμβάνει καταθέσεις που δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, και η αρχή εξυγίανσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν, για τις εν λόγω καταθέσεις ή υποχρεώσεις, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 3, και όταν ούτε το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 στοιχείο α) ούτε το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 44 παράγραφος 8 στοιχείο α) για τη χρήση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης καλύπτεται από τη συνεισφορά των μετόχων και των κατόχων άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των κατόχων σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, το ποσό που συνεισφέρει το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων είναι το ακόλουθο:

α)

το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της αξίας των καταθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και των υποχρεώσεων με σειρά κατάταξης ίδια ή υψηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων και, αφετέρου, της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος που πρόκειται να μεταβιβαστούν σε αποδέκτη· και

β)

κατά περίπτωση, ποσό το οποίο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας της μεταβίβασης για τον αποδέκτη.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων έχει συνεισφέρει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το υπό εξυγίανση ίδρυμα απέχει από την απόκτηση συμμετοχών σε άλλες επιχειρήσεις, δεν προβαίνει σε διανομές σε σχέση με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ούτε σε πληρωμές επί πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1 και δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα εκροή κεφαλαίων.

3.   Όταν τα κεφάλαια του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων χρησιμοποιούνται κατά την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) για τη συνεισφορά στην ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μεταβιβάζει στον ιδιωτικό τομέα τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που κατέχει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα μόλις το επιτρέψουν οι εμπορικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θέτει προς πώληση τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο με ανοικτό και διαφανή τρόπο. Σε περίπτωση τέτοιας πώλησης, δεν παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο οι εν λόγω μετοχές ή τα εν λόγω μέσα, δεν εισάγονται διακρίσεις μεταξύ δυνητικών αγοραστών, και η πώληση πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους.

4.   Η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε μεταβίβαση που περιλαμβάνει καταθέσεις οι οποίες δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου συνυπολογίζεται στα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 στοιχείο α) και παράγραφος 8 στοιχείο α), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος σε μεμονωμένη βάση δεν υπερβαίνει τα 80 δισεκατομμύρια EUR·

β)

το υπό εξυγίανση ίδρυμα δεν έχει οριστεί, κατά τους 24 μήνες που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης, ως οντότητα εκκαθάρισης στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή στο σχέδιο εξυγίανσης·

γ)

τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και τυχόν υποχρεώσεις που δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως επιλέξιμες υποχρεώσεις διότι δεν πληρούν την προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 72γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, έχουν χρησιμοποιηθεί πλήρως για την απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, εκτός από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι συντρέχουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας·

δ)

για υπό εξυγίανση ίδρυμα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση άνω των 30 δισεκατομμυρίων EUR, το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 είναι τουλάχιστον ίσο με το επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 45γ παράγραφος 6α.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται μόνον εφόσον το υπό εξυγίανση ίδρυμα δεν έχει παραβεί την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), περιλαμβανομένων των αντίστοιχων ενδιάμεσων επιπέδων-στόχων που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 45ιγ παράγραφοι 1 και 2, για δύο διαδοχικά τρίμηνα κατά την τετραετή περίοδο που λήγει την ημερομηνία πριν από την πρώτη ημέρα των τριών πλήρων τριμήνων που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης. Εάν η αρμόδια αρχή ή αρχή εξυγίανσης έχει εφαρμόσει τουλάχιστον ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 45ια παράγραφος 1 για την αντιμετώπιση παράβασης της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2 στοιχείο α), η αρχή εξυγίανσης δεν λαμβάνει υπόψη παραβάσεις της εν λόγω απαίτησης κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πλήρων τριμήνων που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης.

Το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται στις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7.

5.   Εάν η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε μεταβίβαση η οποία περιλαμβάνει καταθέσεις που δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, δυνάμει των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου, μαζί με τη συνεισφορά των μετόχων, και των κατόχων άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των κατόχων σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού, στην απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, καθιστά δυνατή τη χρήση της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης, η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων περιορίζεται στο ποσό που είναι αναγκαίο για να καλυφθούν τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 στοιχείο α) και παράγραφος 8 στοιχείο α). Μετά τη συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, η χρηματοδοτική ρύθμιση εξυγίανσης χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη χρήση της χρηματοδοτικής ρύθμισης εξυγίανσης οι οποίες καθορίζονται στα άρθρα 44 και 101.

Εάν ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα έχει συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση μεταξύ 30 δισεκατομμυρίων EUR και 80 δισεκατομμυρίων EUR, η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει το 2,5 % των συνολικών υποχρεώσεων, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων τού υπό εξυγίανση ιδρύματος.

6.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου και πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων καταβάλλει πρόσθετη συνεισφορά ίση με το ποσό των ζημιών που θα είχαν υποστεί οι καλυπτόμενες καταθέσεις, εάν οι καλυπτόμενες καταθέσεις υφίσταντο ζημίες κατ’ αναλογία προς τις ζημίες των πιστωτών με την ίδια σειρά κατάταξης στις εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Το κόστος της πρόσθετης συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως εκτιμώνται δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 8.

7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε δράση εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 11ε στοιχείο α) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων ή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) ή στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων που αναφέρεται στις εν λόγω διατάξεις δεν υπερβαίνει το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Η ορισθείσα αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι το όριο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αιτιολογήσει στην εν λόγω ορισθείσα αρχή τη συνεισφορά από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ποσού υψηλότερου από το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του ως αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή να διατηρηθεί η πρόσβαση των καταθετών στις καταθέσεις τους.

Όταν εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων δεν υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως εκτιμώνται δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 8.

Κατόπιν αιτήματος, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ενημερώνει αμέσως την αρχή εξυγίανσης σχετικά με τα ποσά που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο.

8.   Η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο και κοινοποιεί την απόφασή του στην ορισθείσα αρχή και στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων εφαρμόζει την εν λόγω απόφαση χωρίς καθυστέρηση.

9.   Όταν οι επιλέξιμες καταθέσεις σε ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα μέσω του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, οι καταθέτες δεν έχουν καμία απαίτηση δυνάμει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ έναντι του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων όσον αφορά οποιοδήποτε μέρος των οικείων καταθέσεων στο υπό εξυγίανση ίδρυμα που δεν μεταβιβάζονται, εφόσον το ύψος των οικείων καταθέσεων που μεταβιβάζονται είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το συνολικό επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας.

10.   Όταν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων συνεισφέρει στη δράση εξυγίανσης, εφαρμόζεται το άρθρο 101 παράγραφος 3.

11.   Έως τις 11 Μαΐου 2028, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η ορισθείσα αρχή δεν εφαρμόζει το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 7 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.»

·

64)

Στο άρθρο 111 παράγραφος 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ε)

δεν τηρούνται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 44α·

στ)

δεν τηρείται η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ.»

·

65)

Το άρθρο 128 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 128

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ιδρυμάτων και αρχών

1.   Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται με την ΕΑΤ για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης παρέχουν χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτελέσει τα καθήκοντά της σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

2.   Η ΕΑΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και η ΕΚΤ παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της σε σχέση με την κατάρτιση πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων της διενέργειας εκτιμήσεων επιπτώσεων, της κατάρτισης νομοθετικών προτάσεων και της συμμετοχής στη νομοθετική διαδικασία. Κατά περίπτωση, η ΕΑΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και η ΕΚΤ συντονίζονται με τις αρχές εξυγίανσης, τις εθνικές αρμόδιες αρχές και άλλα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, σύμφωνα με το πλαίσιο συνεργασίας τους.

3.   Οι αρχές εξυγίανσης, οι εθνικές αρμόδιες αρχές και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών πλην της ΕΚΤ παρέχουν στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, όταν η ΕΑΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης ή η ΕΚΤ δεν διαθέτουν τις πληροφορίες αυτές ή όταν δεν μπορούν να τις παράσχουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το αίτημα είναι αναλογικό, αιτιολογημένο και προβλέπει εύλογο χρονικό διάστημα για την παροχή των πληροφοριών. Οι πληροφορίες παρέχονται σε μορφή που δεν επιτρέπει την ταυτοποίηση μεμονωμένων οντοτήτων και δεν περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Η Επιτροπή και οι υπάλληλοι της Επιτροπής υπόκεινται στις απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που καθορίζονται στο άρθρο 84 σε σχέση με τις πληροφορίες που λαμβάνουν.»

·

66)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 128β

Τρόποι δημοσιοποίησης

1.   Τα ιδρύματα, πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας υποβάλλουν στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 45θ παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας σε ηλεκτρονική μορφή, το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, κατά περίπτωση, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές, μαζί με την ημερομηνία υποβολής τους, στον ιστότοπό της.

Η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι οι δημοσιοποιήσεις που πραγματοποιούνται στον ιστότοπό της περιέχουν πληροφορίες που είναι ίδιες με αυτές που της υπέβαλαν τα ιδρύματα και οι οντότητες. Τα ιδρύματα και οι οντότητες έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σύμφωνα με τα τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 45θ παράγραφος 6. Η ΕΑΤ δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εκ νέου υποβολή.

Η ΕΑΤ καταρτίζει και επικαιροποιεί εργαλείο που προσδιορίζει την αντιστοίχιση των υποδειγμάτων και των πινάκων για τις δημοσιοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 45θ παράγραφος 3 με εκείνα που αφορούν την υποβολή εποπτικών αναφορών σύμφωνα με το άρθρο 45θ παράγραφος 1. Το εργαλείο αντιστοίχισης είναι προσβάσιμο στο κοινό μέσω του ιστοτόπου της ΕΑΤ.

Τα ιδρύματα και οι οντότητες μπορούν να συνεχίσουν να δημοσιεύουν αυτοτελές έγγραφο που παρέχει άμεσα προσβάσιμη πηγή πληροφοριών περί προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης για τους χρήστες των εν λόγω πληροφοριών ή διακριτό τμήμα περιλαμβανόμενο ή επισυναπτόμενο στις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων το οποίο περιέχει τις απαιτούμενες δημοσιοποιήσεις και είναι εύκολα αναγνωρίσιμο από τους εν λόγω χρήστες. Τα ιδρύματα και οι οντότητες μπορούν να περιλαμβάνουν στους ιστοτόπους τους σύνδεσμο προς τον ιστότοπο της ΕΑΤ, όπου οι πληροφορίες περί προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης δημοσιεύονται με συγκεντρωτικό τρόπο.

2.   Όταν το άρθρο 45θ παράγραφοι 1 και 3 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζεται σε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η ΕΑΤ δημοσιεύει στον ιστότοπό της τις δημοσιοποιήσεις των εν λόγω ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 45θ παράγραφος 3 με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές και στις αρχές εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 45θ παράγραφος 1.

3.   Η ΕΑΤ αναρτά ετήσιες δημοσιοποιήσεις στον ιστότοπό της την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα και οι οντότητες δημοσιεύουν τις οικονομικές τους καταστάσεις ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή.

Η ΕΑΤ αναρτά εξαμηνιαίες και τριμηνιαίες δημοσιοποιήσεις, ανάλογα με την περίπτωση, στον ιστότοπό της την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα και οι οντότητες δημοσιεύουν τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή.

Τυχόν καθυστέρηση μεταξύ της ημερομηνίας πραγματοποίησης των δημοσιοποιήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και των σχετικών οικονομικών καταστάσεων πρέπει να είναι εύλογη.

4.   Η ΕΑΤ καθιστά διαθέσιμο στον ιστότοπό της αρχείο των πληροφοριών που απαιτείται να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Το εν λόγω αρχείο παραμένει προσβάσιμο για χρονική περίοδο όχι μικρότερη από τη διάρκεια αποθήκευσης που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία για τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων. Την ιδιοκτησία των δεδομένων και την ευθύνη για την ακρίβειά τους έχουν τα ιδρύματα ή οι οντότητες που τα παράγουν.

Άρθρο 128γ

Προσομοιώσεις διαχείρισης κρίσεων

1.   Η ΕΑΤ συντονίζει τακτικούς ελέγχους που διενεργούνται σε ολόκληρη την Ένωση για τη δοκιμασία της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5) σε καταστάσεις με διασυνοριακή διάσταση σχετικά με τις ακόλουθες πτυχές:

α)

συνεργασία των αρμόδιων αρχών κατά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης·

β)

συνεργασία μεταξύ αρχών εξυγίανσης και αρμόδιων αρχών πριν από την πτώχευση και κατά τη διάρκεια της εξυγίανσης ιδρυμάτων και οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) και δ) της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων κατά την εφαρμογή καθεστώτων εξυγίανσης που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014.

2.   Η ΕΑΤ εκπονεί έκθεση στην οποία περιγράφονται τα κύρια πορίσματα και συμπεράσματα των προσομοιώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Άρθρο 128δ

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 145β παράγραφος 1α, οι καταθέσεις που λαμβάνονται πριν από τις 12 Μαΐου 2028 και πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 45βπαράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 45γ παράγραφος 2α δεύτερο εδάφιο ή στο άρθρο 45στ παράγραφος 2 στοιχείο α) μπορούν να περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων έως τις 11 Μαΐου 2029.

2.   Όσον αφορά τις μεταβατικές περιόδους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), γ) ή δ) της παρούσας οδηγίας με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 45ε ή στο άρθρο 45στ της παρούσας οδηγίας ή με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 45β παράγραφος 4, 5 ή 7 της παρούσας οδηγίας, κατά περίπτωση, οι οποίες καθορίζονται από αρχές εξυγίανσης πριν από τις 12 Μαΐου 2028, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 1 σημείο 39) στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2026/806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6).

(*5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/806/oj)."

(*6)  Οδηγία (ΕΕ) 2026/806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης και της οδηγίας 2014/24/ΕΕ όσον αφορά τις υπηρεσίες αποτίμησης κατά την εξυγίανση (ΕΕ L, 2026/806, 20.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/806/oj).»·"

67)

Στο παράρτημα, στο τμήμα Β, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«5α.

περιγραφή των υποχρεώσεων του ιδρύματος και όλων των νομικών οντοτήτων του που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, μεταξύ των οποίων τα εξής:

—

το ποσό στο οποίο ανέρχονται·

—

η σύνθεσή τους, συμπεριλαμβανομένου του προφίλ ληκτότητας·

—

το εφαρμοστέο δίκαιο της τρίτης χώρας·

—

η κατάταξή τους σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας·

—

εάν η υποχρέωση εξαιρείται βάσει του άρθρου 44 παράγραφος 2·

—

εάν περιλαμβάνουν στις συμβατικές διατάξεις τον όρο που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και του άρθρου 52 παράγραφος 1 στοιχεία ιστ) και ιζ) και του άρθρου 63 στοιχεία ιδ) και ιε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

—

εάν έχει διαπιστωθεί ότι είναι νομικά ή άλλως ανέφικτο να συμπεριληφθεί ο συμβατικός όρος περί αναγνώρισης της διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2, η κατηγορία της υποχρέωσης δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 7.».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/24/ΕΕ

Στο άρθρο 10 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ια)

υπηρεσίες αποτίμησης που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 74 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7).

(*7)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/oj).»."

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 11 Μαΐου 2028. Ενημερώνουν αμέσως στην Επιτροπή σχετικά..

Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις από τις 12 Μαΐου 2028.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 σημείο 65) εφαρμόζεται από τις 11 Μαΐου 2026, το δε άρθρο 1 σημείο 44) στοιχεία β) και γ) εφαρμόζεται από τις 12 Μαΐου 2028.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 30 Μαρτίου 2026.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

M. PANAYIOTOU


(1)   ΕΕ C 307 της 31.8.2023, σ. 19.

(2)   ΕΕ C 349 της 29.9.2023, σ. 161.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (ΕΕ C, C/2025/3753, 17.9.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/3753/oj) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 5ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(4)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/oj).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/806/oj).

(6)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj).

(7)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/2034/oj).

(8)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/49/oj).

(9)  Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1997/9/oj).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1093/oj).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/oj).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/2033/oj).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/876/oj).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/877 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά την ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 226, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/877/oj).

(15)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της οδηγίας 98/26/ΕΚ (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 296, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/879/oj).

(16)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/849/oj).

(17)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/596/oj).

(18)  Οδηγία (ΕΕ) 2026/804 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/49/ΕΕ όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της προστασίας των καταθέσεων, τη χρήση των κεφαλαίων των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, τη διασυνοριακή συνεργασία και τη διαφάνεια (ΕΕ L, 2026/804, 20.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/804/oj).

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1095/oj).

(20)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/24/oj).


ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/806/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)


Top