This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 32024R1781
Regulation (EU) 2024/1781 of the European Parliament and of the Council of 13 June 2024 establishing a framework for the setting of ecodesign requirements for sustainable products, amending Directive (EU) 2020/1828 and Regulation (EU) 2023/1542 and repealing Directive 2009/125/EC (Text with EEA relevance)
Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
PE/106/2023/REV/1
ΕΕ L, 2024/1781, 28.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1781/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
In force: This act has been changed. Current consolidated version:
28/06/2024
|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά L |
|
2024/1781 |
28.6.2024 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1781 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 13ης Ιουνίου 2024
για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η οποία περιγράφεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019, είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης και αποσκοπεί στον μετασχηματισμό της Ένωσης σε δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία με σύγχρονη, ανταγωνιστική, κλιματικά ουδέτερη και κυκλική οικονομία και περιβάλλον χωρίς τοξικές ουσίες. Θέτει τον φιλόδοξο στόχο να διασφαλιστεί ότι η Ένωση θα καταστεί η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος έως το 2050. Αναγνωρίζει τα πλεονεκτήματα της επένδυσης στην ανταγωνιστική βιωσιμότητα της Ένωσης μέσω της οικοδόμησης δικαιότερης, πιο πράσινης και πιο ψηφιακής Ευρώπης. Τα προϊόντα διαδραματίζουν καίριο ρόλο σε αυτήν την πράσινη μετάβαση. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, υπογραμμίζοντας ότι οι τρέχουσες διαδικασίες παραγωγής και τα καταναλωτικά πρότυπα παραμένουν υπερβολικά γραμμικά και εξαρτημένα από την παροχή νέων υλικών που εξορύσσονται, πωλούνται και μεταποιούνται σε αγαθά τα οποία στο τέλος απορρίπτονται ως απόβλητα ή εκπομπές, δίνει έμφαση στην επείγουσα ανάγκη μετάβασης σε ένα μοντέλο κυκλικής οικονομίας και τονίζει τη σημαντική πρόοδο που απομένει να επιτευχθεί. Προσδιορίζει επίσης την ενεργειακή απόδοση ως προτεραιότητα για την απανθρακοποίηση του ενεργειακού τομέα και για την επίτευξη των κλιματικών στόχων για το 2030 και το 2050. |
|
(2) |
Για να επιταχυνθεί η μετάβαση σε ένα μοντέλο κυκλικής οικονομίας, η Επιτροπή σχεδίασε, στην ανακοίνωση της, της 11ης Μαρτίου 2020, σχετικά με ένα νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία (CEAP), ένα θεματολόγιο προσανατολισμένο στο μέλλον για την επίτευξη πιο καθαρής και πιο ανταγωνιστικής Ευρώπης, με στόχο να καταστεί το κανονιστικό πλαίσιο κατάλληλο για ένα βιώσιμο μέλλον. Στο CEAP τονίζεται ότι «όσον αφορά τους πολίτες, η κυκλική οικονομία θα παρέχει λειτουργικά, ασφαλή και υψηλής ποιότητας προϊόντα, τα οποία θα είναι αποδοτικά και οικονομικά προσιτά, θα διαρκούν περισσότερο και θα είναι σχεδιασμένα για επαναχρησιμοποίηση, επισκευή και υψηλής ποιότητας ανακύκλωση». Όπως ορίζεται στο CEAP, επί του παρόντος δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σύνολο απαιτήσεων που να διασφαλίζει ότι όλα τα προϊόντα που διατίθενται στην ενωσιακή αγορά καθίστανται ολοένα και πιο βιώσιμα και ότι πληρούν τους όρους κυκλικότητας. Ειδικότερα, ο σχεδιασμός των προϊόντων δεν προωθεί επαρκώς τη βιωσιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής. Ως εκ τούτου, τα προϊόντα αντικαθίστανται συχνά, με σημαντική χρήση ενέργειας και πόρων για την παραγωγή και διανομή νέων προϊόντων και την απόρριψη των παλαιών. Εξακολουθεί να είναι πολύ δύσκολο για τους οικονομικούς φορείς και τους πολίτες να κάνουν βιώσιμες επιλογές σε σχέση με τα προϊόντα, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σχετικές πληροφορίες και οικονομικά προσιτές επιλογές για τον σκοπό αυτόν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται ευκαιρίες για τη βιωσιμότητα και για δραστηριότητες διατήρησης της αξίας, να είναι περιορισμένη η ζήτηση δευτερογενών υλικών και να δημιουργούνται εμπόδια στην υιοθέτηση κυκλικών επιχειρηματικών μοντέλων. |
|
(3) |
Μια πλήρως λειτουργική εσωτερική αγορά για βιώσιμα προϊόντα αποτελεί προϋπόθεση για την εδραίωση μιας κυκλικής οικονομίας στην Ένωση. Κοινές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού σε επίπεδο Ένωσης θα καταστήσουν δυνατή την ανάπτυξη, την εφαρμογή και την κλιμάκωση νέων επιχειρηματικών μοντέλων κυκλικής οικονομίας σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά. Τα μέτρα αυτά θα ελαφρύνουν επίσης την επιβάρυνση των επιχειρήσεων και θα εξασφαλίσουν την πρόσβαση της βιομηχανίας και των καταναλωτών σε αξιόπιστα και σαφή δεδομένα, καθιστώντας έτσι δυνατή την υιοθέτηση πιο βιώσιμων επιλογών. |
|
(4) |
Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 10ης Μαρτίου 2020 σχετικά με μια νέα βιομηχανική στρατηγική για την Ευρώπη καθορίζει τη γενική φιλοδοξία της Ένωσης να προωθήσει μια «διττή μετάβαση» προς την κλιματική ουδετερότητα και την ψηφιακή πρωτοκαθεδρία. Απηχεί την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία επισημαίνοντας τον ηγετικό ρόλο που πρέπει να διαδραματίσει η ευρωπαϊκή βιομηχανία στη μετάβαση αυτή, με τη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα και του αποτυπώματος υλικού της και με την ενσωμάτωση της κυκλικότητας σε ολόκληρη την οικονομία, και υπογραμμίζει την ανάγκη απομάκρυνσης από τα παραδοσιακά μοντέλα και ριζικής αλλαγής του τρόπου σχεδιασμού, παραγωγής, χρήσης και απόρριψης των προϊόντων, καθώς και την ανάγκη για ασφαλή προμήθεια πρώτων υλών. Η ανακύκλωση και η χρήση δευτερογενών πρώτων υλών θα συμβάλει στη μείωση της εξάρτησης της Ένωσης. Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 5ης Μαΐου 2021, με τίτλο «Επικαιροποίηση της νέας βιομηχανικής στρατηγικής του 2020: προς μια ισχυρότερη ενιαία αγορά για την ανάκαμψη της Ευρώπης» ενισχύει τα κύρια μηνύματα της στρατηγικής του 2020 και δίνει έμφαση στα διδάγματα που αντλήθηκαν από την κρίση της νόσου COVID-19, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα. |
|
(5) |
Ελλείψει ενωσιακής νομοθεσίας, έχουν ήδη υιοθετηθεί αποκλίνουσες εθνικές προσεγγίσεις για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων, οι οποίες ποικίλλουν από απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τη διάρκεια της συμβατότητας του λογισμικού των ηλεκτρονικών συσκευών έως υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων σχετικά με τον χειρισμό μη πωληθέντων διαρκών αγαθών. Οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν ένδειξη ότι περαιτέρω εθνικές προσπάθειες για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με τον παρόντα κανονισμό θα ήταν πιθανό να οδηγήσουν σε περαιτέρω κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς. Ως εκ τούτου, προκειμένου ο κανονισμός να συμβάλει στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και, παράλληλα, να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος, είναι αναγκαίο ένα φιλόδοξο κανονιστικό πλαίσιο για τη σταδιακή θέσπιση απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τα προϊόντα. Ο παρών κανονισμός θα θεσπίσει ένα τέτοιο πλαίσιο, προβλέποντας την εφαρμογή της προσέγγισης οικολογικού σχεδιασμού που είχε αρχικά καθοριστεί στην οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) στο ευρύτερο δυνατό φάσμα προϊόντων. |
|
(6) |
Ο παρών κανονισμός θα στηρίξει την παραγωγή και τα καταναλωτικά πρότυπα τα οποία εναρμονίζονται με τους συνολικούς στόχους βιωσιμότητας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των στόχων για το κλίμα, το περιβάλλον, την ενέργεια, τη χρήση των πόρων και τη βιοποικιλότητα, παραμένοντας παράλληλα εντός των ορίων του πλανήτη, μέσω της θέσπισης νομοθετικού πλαισίου που θα συμβάλει στο να καταστούν τα προϊόντα κατάλληλα για κλιματικά ουδέτερη, αποδοτική από πλευράς πόρων και κυκλική οικονομία, στη μείωση των αποβλήτων και στη διασφάλιση ότι οι επιδόσεις των πρωτοπόρων στη βιωσιμότητα θα αποτελέσουν προοδευτικά συνήθη πρακτική. Θα πρέπει να προβλέπει τον καθορισμό νέων απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας, της αξιοπιστίας, της δυνατότητας επισκευής, της δυνατότητας αναβάθμισης, της δυνατότητας επαναχρησιμοποίησης και της ανακυκλωσιμότητας των προϊόντων, τη βελτίωση των δυνατοτήτων ανακαίνισης και συντήρησης προϊόντων, την αντιμετώπιση της παρουσίας επικίνδυνων χημικών ουσιών στα προϊόντα, την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και της αποδοτικής χρήσης των προϊόντων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις δυνατότητες ανάκτησης στρατηγικών και κρίσιμων πρώτων υλών, τη μείωση της προβλεπόμενης παραγωγής αποβλήτων και την αύξηση του ανακυκλωμένου περιεχομένου στα προϊόντα, διασφαλίζοντας παράλληλα τις επιδόσεις και την ασφάλειά τους, καθιστώντας δυνατή την ανακατασκευή και την ανακύκλωση υψηλής ποιότητας και μειώνοντας το αποτύπωμα άνθρακα και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. |
|
(7) |
Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει επίσης να καλύπτουν τις πρακτικές που συνδέονται με την πρόωρη αχρήστευση. Οι πρακτικές αυτές έχουν συνολικά αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον, καθώς προκαλούν αύξηση των αποβλήτων και της χρήσης ενέργειας και υλικών, αντίκτυπο που οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού μπορούν να μειώσουν, συμβάλλοντας παράλληλα στη βιώσιμη κατανάλωση. |
|
(8) |
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 25ης Νοεμβρίου 2020 με τίτλο «Μετάβαση προς μια πιο βιώσιμη ενιαία αγορά για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές» (4), επικρότησε την προώθηση βιώσιμων προϊόντων, τα οποία είναι ευκολότερο να επισκευαστούν, να επαναχρησιμοποιηθούν και να ανακυκλωθούν. Στο ψήφισμά του της 10ης Φεβρουαρίου 2021 σχετικά με το νέο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία (5), το Κοινοβούλιο υπογράμμισε ότι τα βιώσιμα, κυκλικά, ασφαλή και μη τοξικά προϊόντα και υλικά θα πρέπει να καταστούν ο κανόνας στην αγορά της Ένωσης και όχι η εξαίρεση, και θα πρέπει να θεωρούνται η βασική επιλογή, η οποία είναι ελκυστική, οικονομικά προσιτή και προσβάσιμη για όλους τους καταναλωτές. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε επίσης τη θέσπιση ενωσιακών δεσμευτικών στόχων για τη σημαντική μείωση του αποτυπώματος υλικού και του αποτυπώματος κατανάλωσης της Ένωσης. Έκρινε ότι η μετάβαση σε κυκλική οικονομία μπορεί να παράσχει λύσεις για την αντιμετώπιση των σημερινών περιβαλλοντικών προκλήσεων και της οικονομικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία COVID-19. Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του για μια κυκλική και πράσινη ανάκαμψη, που εγκρίθηκαν στις 11 Δεκεμβρίου 2020, εξέφρασε επίσης την ικανοποίησή του για την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλει νομοθετικές προτάσεις ως μέρος ενός ολοκληρωμένου και συνολικού πλαισίου πολιτικής για βιώσιμα προϊόντα, το οποίο θα προάγει την κλιματική ουδετερότητα, την ενεργειακή απόδοση και την αποδοτική χρήση των πόρων και μια μη τοξική κυκλική οικονομία, θα προστατεύει τη δημόσια υγεία και τη βιοποικιλότητα, θα ενδυναμώνει και θα προστατεύει τους καταναλωτές και τους αγοραστές του δημόσιου τομέα. |
|
(9) |
Ο παρών κανονισμός θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια. Σύμφωνα με τους στόχους που καθορίζονται στη συμφωνία του Παρισιού, η οποία εγκρίθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2015 στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (6) («συμφωνία του Παρισιού») και εγκρίθηκε από την Ένωση στις 5 Οκτωβρίου 2016 (7), ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) θεσπίζει δεσμευτική ενωσιακή υποχρέωση για εγχώρια μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % έως το 2030 και κατοχυρώνει στη νομοθεσία τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας για το σύνολο της οικονομίας έως το 2050. Το 2021 η Επιτροπή ενέκρινε τη δέσμη προσαρμογής στον στόχο του 55 % για να καταστούν οι πολιτικές της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια κατάλληλες για την επίτευξη αυτών των στόχων. Για τον σκοπό αυτόν, σύμφωνα με την αρχή της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση που κατοχυρώνεται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), οι βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης πρέπει να αυξηθούν σημαντικά και να φθάσουν το 36 % περίπου ως προς την κατανάλωση τελικής ενέργειας έως το 2030. Οι απαιτήσεις για τα προϊόντα που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη του εν λόγω στόχου μειώνοντας σημαντικά το ενεργειακό αποτύπωμα των προϊόντων. Χάρη σε αυτές τις απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης θα μειωθεί επίσης η ευπάθεια των καταναλωτών στις αυξήσεις των τιμών της ενέργειας. Όπως αναγνωρίζεται στη συμφωνία του Παρισιού, η βελτίωση της βιωσιμότητας της κατανάλωσης και της παραγωγής θα διαδραματίσει επίσης σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. |
|
(10) |
Ο παρών κανονισμός θα συμβάλει επίσης στην επίτευξη των ευρύτερων περιβαλλοντικών στόχων της Ένωσης. Το 8ο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον που θεσπίστηκε με την απόφαση (ΕΕ) 2022/591 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) κατοχυρώνει σε νομικό πλαίσιο τον στόχο της Ένωσης να παραμείνει εντός των ορίων του πλανήτη και προσδιορίζει τους αναγκαίους πρόσφορους όρους για την επίτευξη των στόχων προτεραιότητας, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη μετάβαση σε μη τοξική κυκλική οικονομία. Στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας καλείται επίσης η Ένωση να παρακολουθεί καλύτερα, να αναφέρει, να προλαμβάνει και να αντιμετωπίζει τη ρύπανση του αέρα, των υδάτων, του εδάφους και των καταναλωτικών προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι οι χημικές ουσίες, τα υλικά και τα προϊόντα πρέπει να είναι ασφαλή και βιώσιμα εκ σχεδιασμού και καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, ώστε να επιτυγχάνονται μη τοξικοί κύκλοι υλικών, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 2021, με τίτλο «Σχέδιο δράσης της ΕΕ για μηδενική ρύπανση των υδάτων, του αέρα, και του εδάφους» και την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2020, με τίτλο «Στρατηγική για τη βιωσιμότητα των χημικών προϊόντων — Για ένα περιβάλλον χωρίς τοξικές ουσίες», η οποία ζητεί την ενσωμάτωση της φιλοδοξίας μηδενικής ρύπανσης στην παραγωγή και την κατανάλωση. Επιπλέον, τόσο στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία όσο και στο σχέδιο δράσης για την κυκλική οικονομία αναγνωρίζεται ότι η εσωτερική αγορά της Ένωσης παρέχει μια κρίσιμη μάζα που μπορεί να επηρεάσει τα παγκόσμια πρότυπα στον τομέα της βιωσιμότητας των προϊόντων και τον σχεδιασμό των προϊόντων. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επίτευξη διάφορων στόχων που έχουν τεθεί στο πλαίσιο των στόχων βιώσιμης ανάπτυξης της ατζέντας του 2030 των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη, τόσο εντός όσο και εκτός της Ένωσης, ιδίως των στόχων στο πλαίσιο του στόχου βιώσιμης ανάπτυξης 12 («Υπεύθυνη κατανάλωση και παραγωγή»). |
|
(11) |
Η οδηγία 2009/125/ΕΚ θέσπισε πλαίσιο για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα. Από κοινού με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), έχει μειώσει σημαντικά τη ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας για τα προϊόντα στην Ένωση και εκτιμάται ότι η εξοικονόμηση αυτή θα συνεχίσει να αυξάνεται. Τα μέτρα εφαρμογής που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ περιλαμβάνουν επίσης απαιτήσεις σχετικά με πτυχές κυκλικότητας, όπως η ανθεκτικότητα, η δυνατότητα επισκευής και η ανακυκλωσιμότητα. Ταυτόχρονα, μέσα όπως το οικολογικό σήμα της ΕΕ, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), ή τα κριτήρια της ΕΕ για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις που καθορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2008, με τίτλο «Οι δημόσιες συμβάσεις στην υπηρεσία του περιβάλλοντος» έχουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, αλλά έχουν μειωμένο αντίκτυπο λόγω των περιορισμών που συνεπάγονται οι εθελοντικές προσεγγίσεις. |
|
(12) |
Η οδηγία 2009/125/ΕΚ υπήρξε γενικά επιτυχής όσον αφορά την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και ορισμένων πτυχών κυκλικότητας των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων, και η προσέγγισή της σε επίπεδο οικολογικού σχεδιασμού έχει τη δυνατότητα να καλύψει σταδιακά τη βιωσιμότητα όλων των προϊόντων. Για την υλοποίηση των δεσμεύσεων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να επεκταθεί και σε άλλες ομάδες προϊόντων και να καλύπτει συστηματικά βασικές πτυχές για την αύξηση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων με δεσμευτικές απαιτήσεις. Διασφαλίζοντας ότι μόνο τα προϊόντα που πληρούν τις εν λόγω απαιτήσεις διατίθενται στην αγορά της Ένωσης, ο παρών κανονισμός δεν θα βελτιώσει μόνο την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών με την αποφυγή των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών, αλλά και θα μειώσει τις αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του κύκλου ζωής των προϊόντων για τα οποία καθορίζονται οι εν λόγω απαιτήσεις. |
|
(13) |
Προκειμένου να δημιουργηθεί αποτελεσματικό και ανθεκτικό στον χρόνο εναρμονισμένο κανονιστικό πλαίσιο, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ο καθορισμός απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για όλα τα υλικά αγαθά που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των συστατικών μερών όπως τα ελαστικά και των ενδιάμεσων προϊόντων. Στο πεδίο εφαρμογής πρέπει επίσης να περιλαμβάνεται το ψηφιακό περιεχόμενο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος ενός υλικού προϊόντος. Με τον τρόπο αυτόν θα έχει τη δυνατότητα η Επιτροπή να λάβει υπόψη το ευρύτερο δυνατό φάσμα προϊόντων κατά την ιεράρχηση του καθορισμού των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού και, ως εκ τούτου, να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητά τους. Όπου απαιτείται, θα πρέπει να προβλεφθούν ειδικές εξαιρέσεις κατά τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, ιδίως όταν οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού δεν είναι απαραίτητες για τη συμβολή στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα συγκεκριμένων προϊόντων ή, για παράδειγμα, για προϊόντα με συγκεκριμένη χρήση, προϊόντα με συγκεκριμένο σκοπό που δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί εάν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού ή προϊόντα που παράγονται σε πολύ μικρές ποσότητες ή λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαιτερότητα και το μέγεθος της αγοράς του προϊόντος. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προϊόντα για τα οποία είναι ήδη σαφές ότι οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού δεν θα ήταν κατάλληλες ή όταν άλλα πλαίσια προβλέπουν τον καθορισμό τέτοιων απαιτήσεων. Αυτό θα πρέπει να ισχύει για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), για τα φάρμακα, όπως ορίζονται στην οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), για τα κτηνιατρικά φάρμακα όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), για τα ζώντα φυτά, ζώα και μικροοργανισμούς, για τα προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης, για τα προϊόντα φυτών και ζώων που σχετίζονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους, καθώς και για τα οχήματα όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), όσον αφορά τις πτυχές του προϊόντος για τις οποίες καθορίζονται απαιτήσεις βάσει τομεακών νομοθετικών πράξεων της Ένωσης που ισχύουν για τα εν λόγω οχήματα. Τα εν λόγω οχήματα υπόκεινται σε διάφορες ειδικές ανά προϊόν απαιτήσεις και σε διαφορετικά εναρμονισμένα συστήματα έγκρισης τύπου βάσει νομικών πράξεων της Ένωσης, όπως οι οδηγίες 2000/53/ΕΚ (19) και 2005/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) και ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/858. Οι πρόσθετες εναρμονισμένες απαιτήσεις για τα οχήματα θα πρέπει να περιορίζονται σε πτυχές που δεν καλύπτονται επί του παρόντος, για παράδειγμα στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τα ελαστικά. Ωστόσο, τα ηλεκτρικά ποδήλατα και τα ηλεκτρικά πατίνια δεν θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. |
|
(14) |
Η οδηγία (ΕΕ) 2024/1275 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21) απαιτεί από τα κράτη μέλη να καθορίζουν ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για τα δομικά στοιχεία που αποτελούν μέρος του κελύφους του κτιρίου και συστημικές απαιτήσεις όσον αφορά τη συνολική ενεργειακή απόδοση, την ορθή εγκατάσταση και τη σωστή διαστασιολόγηση, ρύθμιση και έλεγχο των τεχνικών συστημάτων κτιρίων σε νέα ή υφιστάμενα κτίρια. Παρουσιάζει συνεκτικότητα προς τους στόχους του παρόντος κανονισμού το γεγονός ότι αυτές οι ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να περιορίζουν την εγκατάσταση συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων τα οποία συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις του, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω απαιτήσεις δεν αποτελούν αδικαιολόγητο φραγμό για το εμπόριο. |
|
(15) |
Προκειμένου να βελτιωθεί η περιβαλλοντική βιωσιμότητα των προϊόντων και να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων στην εσωτερική αγορά, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. Οι εν λόγω απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει κατά κανόνα να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων, όπως οικιακά πλυντήρια ρούχων και οικιακά πλυντήρια-στεγνωτήρια ρούχων. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού και να βελτιωθεί αποτελεσματικά η περιβαλλοντική βιωσιμότητα των προϊόντων, θα πρέπει επίσης να είναι δυνατό να καθοριστούν μία ή περισσότερες οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για ευρύτερο φάσμα ομάδων προϊόντων, όπως οι ηλεκτρονικές συσκευές ή τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα. Θα πρέπει να θεσπιστούν οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού όταν οι τεχνικές ομοιότητες των ομάδων προϊόντων επιτρέπουν τη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητάς τους με βάση τις ίδιες απαιτήσεις. Είναι σημαντικό να αναπτυχθούν οριζόντιες απαιτήσεις, ιδίως όσον αφορά την ανθεκτικότητα και τη δυνατότητα επισκευής. |
|
(16) |
Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει, κατά περίπτωση, να περιλαμβάνουν απαιτήσεις επιδόσεων ή απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ή και τα δύο. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση των πτυχών των προϊόντων που σχετίζονται με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, όπως η ανθεκτικότητα, η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, η δυνατότητα επισκευής, η ενεργειακή απόδοση, η ανακυκλωσιμότητα, καθώς και το αποτύπωμα άνθρακα και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει να είναι διαφανείς, αντικειμενικές, αναλογικές και σύμφωνες με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου. |
|
(17) |
Ο τομέας των μεταχειρισμένων προϊόντων διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης παραγωγής και κατανάλωσης, όπως για παράδειγμα στην ανάπτυξη νέων κυκλικών επιχειρηματικών μοντέλων, και συμβάλλει στην παράταση της διάρκειας ζωής ενός προϊόντος και στην αποφυγή της μετατροπής του σε απόβλητο. Τα μεταχειρισμένα προϊόντα, ιδίως τα προϊόντα που υποβάλλονται σε ανακαίνιση ή επισκευή, και είναι ενωσιακής προέλευσης, δεν είναι νέα προϊόντα και μπορούν να κυκλοφορούν στην εσωτερική αγορά χωρίς να χρειάζεται να συμμορφώνονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που ορίζουν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού οι οποίες έχουν αρχίσει να ισχύουν μετά τη διάθεσή τους στην αγορά. Ωστόσο, τα ανακατασκευασμένα προϊόντα θεωρούνται νέα προϊόντα και υπόκεινται σε απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού εάν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης. |
|
(18) |
Μετά την έκδοση, από την Επιτροπή, κατ’ εξουσιοδότηση πράξης για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για δεδομένη ομάδα προϊόντων, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται, προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, να καθορίζουν εθνικές απαιτήσεις επιδόσεων με βάση τις παραμέτρους προϊόντος που καλύπτονται από τις εν λόγω απαιτήσεις επιδόσεων οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και δεν θα πρέπει πλέον να επιτρέπεται να καθορίζουν εθνικές απαιτήσεις παροχής πληροφοριών με βάση τις παραμέτρους προϊόντος που καλύπτονται από τις εν λόγω απαιτήσεις παροχής πληροφοριών οι οποίες ορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Προκειμένου να βελτιωθεί η περιβαλλοντική βιωσιμότητα των προϊόντων και να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία τους εντός της εσωτερικής αγοράς, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να καθορίσει ότι δεν απαιτούνται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού υπό μορφή απαιτήσεων επιδόσεων ή υπό μορφή απαιτήσεων παροχής πληροφοριών σε σχέση με συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος, εάν μια απαίτηση που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που εξετάζονται για την ομάδα προϊόντων. |
|
(19) |
Κατά τη θέσπιση απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση και τον σκοπό των οικείων προϊόντων, καθώς και τα χαρακτηριστικά των σχετικών αγορών. Για παράδειγμα, ο αμυντικός εξοπλισμός πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργεί υπό συγκεκριμένες και ενίοτε δυσμενείς συνθήκες, γεγονός που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. Ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον αμυντικό εξοπλισμό δεν θα πρέπει να δημοσιοποιούνται και θα πρέπει να προστατεύονται. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να επιβάλλονται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού σε προϊόντα που εξυπηρετούν αποκλειστικά την άμυνα ή την εθνική ασφάλεια. Είναι σημαντικό οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για άλλο στρατιωτικό ή ευαίσθητο εξοπλισμό να λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες ασφάλειας και τα χαρακτηριστικά της αμυντικής αγοράς, όπως ορίζονται στην οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22). Ομοίως, η διαστημική βιομηχανία έχει στρατηγική σημασία για την Ευρώπη και για την τεχνολογική μη εξάρτησή της. Καθώς οι διαστημικές τεχνολογίες λειτουργούν σε ακραίες συνθήκες, κατά τον καθορισμό οποιωνδήποτε απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τα διαστημικά προϊόντα θα πρέπει να εξισορροπούνται τα ζητήματα βιωσιμότητας με την ανθεκτικότητα και τις αναμενόμενες επιδόσεις. Επιπλέον, για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23), και τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/746 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη την ανάγκη να μην επηρεάζονται αρνητικά η υγεία και η ασφάλεια των ασθενών και των χρηστών. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών της αγοράς και την κατάρτιση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, να προσπαθεί να λαμβάνει υπόψη τα εθνικά χαρακτηριστικά, όπως είναι οι διαφορετικές κλιματικές συνθήκες στα κράτη μέλη και οι πρακτικές και οι τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται στα κράτη μέλη με αποδεδειγμένα ευεργετικά αποτελέσματα για το περιβάλλον. |
|
(20) |
Για να αποφευχθεί η κανονιστική επιβάρυνση, θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του παρόντος κανονισμού και των απαιτήσεων που καθορίζονται σε άλλη ενωσιακή νομοθεσία ή σύμφωνα με αυτήν, ιδίως σχετικά με τα προϊόντα, τις χημικές ουσίες, τις συσκευασίες και τα απόβλητα. Ωστόσο, η ύπαρξη εξουσιοδοτήσεων βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας για τον καθορισμό απαιτήσεων με τα ίδια ή παρόμοια αποτελέσματα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να περιορίζει τις εξουσιοδοτήσεις που περιλαμβάνονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν ορίζεται στον παρόντα κανονισμό. |
|
(21) |
Κατά την κατάρτιση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη διάφορα στοιχεία, και συγκεκριμένα τις προτεραιότητες της Ένωσης, τη σχετική ενωσιακή και εθνική νομοθεσία, τις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, καθώς και τα μέτρα αυτορρύθμισης και τα σχετικά πρότυπα. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις προτεραιότητες για το κλίμα, το περιβάλλον, την ενεργειακή απόδοση, την αποδοτική χρήση των πόρων και την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της μη τοξικής κυκλικής οικονομίας, καθώς και άλλες σχετικές προτεραιότητες και στόχους της Ένωσης. Είναι σημαντικό να δοθεί προσοχή στους στόχους του 8ου προγράμματος δράσης για το περιβάλλον που καθορίζονται στην απόφαση (ΕΕ) 2022/591, συμπεριλαμβανομένης της ευημερίας των ανθρώπων το αργότερο έως το 2050 εντός των ορίων του πλανήτη, σε μια οικονομία ευμάρειας, της αρχής του «μη βλάπτειν» και της ιεράρχησης των αποβλήτων όπως ορίζεται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25), καθώς και στις δεσμεύσεις της Ένωσης για την προστασία και την αποκατάσταση της βιοποικιλότητας, όπως διατυπώνονται επίσης στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2020, σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 — Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας και στο παγκόσμιο πλαίσιο για τη βιοποικιλότητα Κουνμίνγκ-Μόντρεαλ που εγκρίθηκε από τη δέκατη πέμπτη συνεδρίαση της διάσκεψης των μερών (COP-15) της σύμβασης για τη βιολογική ποικιλότητα των Ηνωμένων Εθνών. |
|
(22) |
Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει, όπως στην περίπτωση των μέτρων εφαρμογής δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, να υποβάλλονται σε ειδική εκτίμηση επιπτώσεων και σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, θα πρέπει δε να καταρτίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας και να περιλαμβάνουν εκτίμηση της διεθνούς διάστασης και των επιπτώσεων σε τρίτες χώρες. Η Επιτροπή θα πρέπει να βασίζει την εκτίμηση επιπτώσεων στα βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία και να λαμβάνει δεόντως υπόψη όλες τις πτυχές του κύκλου ζωής του προϊόντος. Κατά την κατάρτιση απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να χρησιμοποιεί επιστημονική προσέγγιση και να λαμβάνει επίσης υπόψη τις σχετικές τεχνικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως βάση για —ή προκύπτουν από—, ιδίως, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 66/2010, την οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26), τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27) και τα κριτήρια της ΕΕ για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις. |
|
(23) |
Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των προϊόντων, η Επιτροπή θα πρέπει να επιλέξει μεθόδους για την αξιολόγηση του καθορισμού των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού και, κατά περίπτωση, να τις αναπτύξει περαιτέρω. Οι μέθοδοι αυτές θα πρέπει να βασίζονται στη φύση του προϊόντος, τις σημαντικότερες πτυχές του και τις επιπτώσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη την πείρα που απέκτησε κατά την αξιολόγηση του καθορισμού απαιτήσεων βάσει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ και τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για την ανάπτυξη και τη βελτίωση επιστημονικά τεκμηριωμένων εργαλείων αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησης της μεθοδολογίας για τον οικολογικό σχεδιασμό των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων και της μεθόδου περιβαλλοντικού αποτυπώματος προϊόντος που ορίζεται στη σύσταση (ΕΕ) 2021/2279 της Επιτροπής (28), μεταξύ άλλων όσον αφορά την προσωρινή αποθήκευση άνθρακα, καθώς και την ανάπτυξη προτύπων από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης, μεταξύ άλλων σχετικά με την αποδοτική χρήση των υλικών των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων. Με βάση τα εν λόγω εργαλεία και με τη χρήση ειδικών μελετών όταν χρειάζεται, η Επιτροπή θα πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω τις πτυχές κυκλικότητας, όπως η ανθεκτικότητα, η δυνατότητα επισκευής, συμπεριλαμβανομένης της βαθμολόγησης της δυνατότητας επισκευής, η ανακυκλωσιμότητα, η δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, ο προσδιορισμός των χημικών ουσιών που εμποδίζουν την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση κατά την αξιολόγηση των προϊόντων, σύμφωνα με την προσέγγιση του κύκλου ζωής, με σκοπό την κατάρτιση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, και θα πρέπει να αναπτύξει νέες μεθόδους ή εργαλεία, κατά περίπτωση. Οι πληροφορίες σχετικά με τους περιβαλλοντικούς δείκτες κύκλου ζωής, όπως το αποτύπωμα άνθρακα, θα πρέπει να υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνώς καθιερωμένες μεθόδους που έχουν ήδη εφαρμοστεί στην ενωσιακή νομοθεσία. Είναι επίσης σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη επιστημονικές μέθοδοι που συνιστώνται από διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης. Ειδικότερα, όσον αφορά τη μοντελοποίηση της ενέργειας που χρησιμοποιείται στις διαδικασίες παραγωγής, θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στη μοντελοποίηση του ενεργειακού μείγματος κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται επίσης υπόψη ζητήματα όπως οι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οι εγγυήσεις προέλευσης και η ίδια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ενδέχεται επίσης να χρειαστούν νέες προσεγγίσεις για την κατάρτιση υποχρεωτικών κριτηρίων για τις δημόσιες συμβάσεις και για την απαγόρευση της καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων. |
|
(24) |
Οι απαιτήσεις επιδόσεων θα πρέπει να αφορούν επιλεγμένη παράμετρο προϊόντος που θα σχετίζεται με τη στοχευόμενη πτυχή του προϊόντος σε σχέση με την οποία έχει διαπιστωθεί δυνατότητα βελτίωσης της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ελάχιστα ή μέγιστα επίπεδα επιδόσεων σε σχέση με την παράμετρο του προϊόντος, μη ποσοτικές απαιτήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση των επιδόσεων σε σχέση με την παράμετρο του προϊόντος ή απαιτήσεις που σχετίζονται με τις λειτουργικές επιδόσεις ενός προϊόντος, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι επιλεγμένες απαιτήσεις επιδόσεων δεν επηρεάζουν αρνητικά την ικανότητα του προϊόντος να επιτελεί τη λειτουργία για την οποία σχεδιάστηκε και διατίθεται στην αγορά. Όσον αφορά τα ελάχιστα ή μέγιστα επίπεδα, θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να λάβουν τη μορφή ορίου στην κατανάλωση ενέργειας κατά το στάδιο χρήσης ή στις ποσότητες συγκεκριμένου υλικού που ενσωματώνεται στο προϊόν, απαίτησης για ελάχιστες ποσότητες ανακυκλωμένου περιεχομένου, ή ορίου επί συγκεκριμένης κατηγορίας περιβαλλοντικών επιπτώσεων ή επί του συνόλου όλων των σχετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Παράδειγμα μη ποσοτικής απαίτησης είναι η απαγόρευση συγκεκριμένης τεχνικής λύσης που είναι επιζήμια για τη δυνατότητα επισκευής του προϊόντος. Οι απαιτήσεις επιδόσεων θα χρησιμοποιούνται για να διασφαλίζεται η απόσυρση από την αγορά των προϊόντων με τις χειρότερες επιδόσεις και για τη σταδιακή μετάβαση σε προϊόντα με τις καλύτερες επιδόσεις, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η συμβολή στην επίτευξη των στόχων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας του παρόντος κανονισμού. Οι απαιτήσεις επιδόσεων θα μπορούσαν επίσης να αφορούν τη χρήση πόρων, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων σχετικών με τη χρήση ανανεώσιμων πόρων ή υλικών με περιεχόμενο βιολογικής προέλευσης στο προϊόν και να αντιμετωπίζουν την έκλυση νανοπλαστικών και μικροπλαστικών. Όταν η Επιτροπή εξετάζει συνδυασμό απαιτήσεων, θα πρέπει να τις αξιολογεί στο σύνολό τους και να προσδιορίζει τον συνδυασμό απαιτήσεων που αποφέρει τα υψηλότερα οφέλη περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. |
|
(25) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή, οι απαιτήσεις επιδόσεων θα πρέπει να συμπληρώνουν την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας για τα απόβλητα. Ενώ οι απαιτήσεις για τη διάθεση στην αγορά συσκευασιών ως τελικών προϊόντων καθορίζονται στο πλαίσιο της οδηγίας 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (29), ο παρών κανονισμός θα μπορούσε να συμπληρώνει την εν λόγω οδηγία καθορίζοντας απαιτήσεις με βάση τα προϊόντα οι οποίες θα εστιάζουν στη συσκευασία συγκεκριμένων προϊόντων όταν διατίθενται στην αγορά. Κατά περίπτωση, οι εν λόγω συμπληρωματικές απαιτήσεις θα πρέπει να συμβάλλουν ιδίως στην ελαχιστοποίηση της ποσότητας συσκευασιών που χρησιμοποιούνται, συμβάλλοντας με τη σειρά τους στην πρόληψη της παραγωγής αποβλήτων στην Ένωση. |
|
(26) |
Η χημική ασφάλεια αποτελεί αναγνωρισμένο στοιχείο της βιωσιμότητας των προϊόντων. Βασίζεται στους εγγενείς κινδύνους των χημικών ουσιών για την υγεία ή το περιβάλλον σε συνδυασμό με ειδική ή γενική έκθεση και καλύπτεται από την ενωσιακή νομοθεσία που αφορά τα χημικά, όπως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 (30), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (31), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 (32), ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 (33), ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/745, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1021 (34) και η οδηγία 2009/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (35). Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να προβλέπει τον περιορισμό ουσιών πρωτίστως για λόγους χημικής ασφάλειας, όπως προβλέπεται βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας. Η νομοθεσία της Ένωσης για τα χημικά προϊόντα προβλέπει ήδη περιορισμούς ουσιών ή μειγμάτων που σχετίζονται με την ασφάλεια ή τον κίνδυνο, όπου απαιτείται. Ωστόσο, ο καθορισμός απαιτήσεων επιδόσεων θα πρέπει επίσης, κατά περίπτωση, να μειώνει τους σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με την παρουσία ουσιών που προκαλούν ανησυχία θα συμβάλουν επίσης στη μείωση της έκθεσης σε χημικές ουσίες, συμπληρώνοντας τα μέτρα διαχείρισης κινδύνου που προβλέπονται από άλλη νομοθεσία της Ένωσης. Ομοίως, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επιτρέπει τον περιορισμό των ουσιών για λόγους που σχετίζονται με την ασφάλεια των τροφίμων. Ωστόσο, το ενωσιακό δίκαιο για τα χημικά προϊόντα και τα τρόφιμα δεν προβλέπει την αντιμετώπιση, μέσω περιορισμών ορισμένων ουσιών, των επιπτώσεων στη βιωσιμότητα που δεν σχετίζονται με τη χημική ασφάλεια ή την ασφάλεια των τροφίμων. Για να ξεπεραστεί ο εν λόγω περιορισμός, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τον περιορισμό ουσιών που περιέχονται σε προϊόντα ή χρησιμοποιούνται στις διαδικασίες παρασκευής τους, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τη βιωσιμότητα των προϊόντων. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρώνει, όπου χρειάζεται, αλλά να μην αναπαράγει ή να αντικαθιστά τους περιορισμούς ουσιών που καλύπτονται από την οδηγία 2011/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36), η οποία έχει ως στόχο την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένης της περιβαλλοντικώς ορθής ανάκτησης και διάθεσης αποβλήτων ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού. |
|
(27) |
Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων επιδόσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζει απαιτήσεις για να αποτρέπεται η συμπερίληψη ορισμένων ουσιών σε ένα προϊόν. Ο προσδιορισμός των ουσιών αυτών θα πρέπει να αποτελεί μέρος της αξιολόγησης της Επιτροπής πριν από τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για μια συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων και η Επιτροπή θα πρέπει κατά την αξιολόγηση αυτή να λαμβάνει υπόψη, για παράδειγμα, εάν μια ουσία καθιστά την επαναχρησιμοποίηση ή την ανακύκλωση ενός προϊόντος πιο περίπλοκη ή επηρεάζει αρνητικά τις ιδιότητες του ανακυκλωμένου υλικού, για παράδειγμα λόγω του χρώματος ή της οσμής της. Σε περίπτωση που μια ουσία έχει ήδη προσδιοριστεί ως ουσία που εμποδίζει την κυκλικότητα για μια ομάδα προϊόντων, αυτό μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι παρεμποδίζει την κυκλικότητα και για άλλες ομάδες προϊόντων. Ο προσδιορισμός, και πιθανός περιορισμός, μιας ουσίας θα πρέπει επίσης να ενεργοποιεί απαίτηση παροχής πληροφοριών. |
|
(28) |
Για τη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων, οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών θα πρέπει να αφορούν επιλεγμένη παράμετρο προϊόντος που σχετίζεται με την πτυχή του προϊόντος, όπως το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και το αποτύπωμα άνθρακα του προϊόντος και η ανθεκτικότητά του. Βάσει των απαιτήσεων αυτών, θα πρέπει να επιβάλλεται στον κατασκευαστή η υποχρέωση να καθιστά διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιδόσεις του προϊόντος σε σχέση με επιλεγμένη παράμετρο προϊόντος ή άλλες πληροφορίες που ενδέχεται να επηρεάσουν τον τρόπο χειρισμού του προϊόντος από άλλα μέρη εκτός του κατασκευαστή, προκειμένου να βελτιωθούν οι επιδόσεις σε σχέση με την παράμετρο αυτή. Οι εν λόγω απαιτήσεις παροχής πληροφοριών θα πρέπει να καθορίζονται είτε επιπλέον των απαιτήσεων επιδόσεων όσον αφορά την ίδια παράμετρο του προϊόντος είτε αντί αυτών, ανάλογα με την περίπτωση. Είναι σημαντικό η Επιτροπή να αιτιολογεί δεόντως την απόφασή της όταν αποφασίζει να καθορίσει μόνο απαιτήσεις παροχής πληροφοριών αντί για απαιτήσεις επιδόσεων. Όταν μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη περιλαμβάνει απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, θα πρέπει να αναφέρει τη μέθοδο για τη διάθεση και την εύκολη προσβασιμότητα των απαιτούμενων πληροφοριών, όπως η προσθήκη τους σε ιστότοπο ελεύθερης πρόσβασης, σε ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ή σε ετικέτα προϊόντος. Οι ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με την υγεία, την ασφάλεια και τα δικαιώματα των τελικών χρηστών θα πρέπει πάντα να παρέχονται στους καταναλωτές με υλικά μέσα και να είναι προσβάσιμες μέσω ενός φορέα δεδομένων που περιλαμβάνεται στο προϊόν. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών είναι απαραίτητες για να επιτευχθεί η αλλαγή συμπεριφοράς που απαιτείται προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας του παρόντος κανονισμού. Οι πληροφορίες για μια συνειδητή απόφαση αγοράς θα πρέπει να παρέχονται στον καταναλωτή πριν από την αγορά του προϊόντος. Με την παροχή των κατάλληλων μέσων για να συγκρίνουν οι αγοραστές και οι δημόσιες αρχές τα προϊόντα με βάση την περιβαλλοντική τους βιωσιμότητα, οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών αναμένεται να ωθήσουν τους καταναλωτές και τις δημόσιες αρχές σε πιο βιώσιμες επιλογές. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στη βελτίωση των ποσοστών συλλογής από τα κράτη μέλη για τις σχετικές ομάδες προϊόντων, ιδίως για εκείνες για τις οποίες υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες επαναχρησιμοποίησης και ανακαίνισης, όπως τα κινητά τηλέφωνα για τα οποία το ποσοστό συλλογής στα κράτη μέλη δεν υπερβαίνει το 5 %, για παράδειγμα με τη διευκόλυνση της πληροφόρησης σχετικά με τα συστήματα επιστροφής μέσω οικονομικών κινήτρων και συστημάτων παρακράτησης ποσού έναντι επιστροφής, εγγυήσεων για την προστασία των δεδομένων, βάσεων δεδομένων των σημείων παράδοσης, και εξατομικευμένων πληροφοριών, στο τέλος του κύκλου ζωής μέσω ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος σχετικά με την αξία του προϊόντος και με βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την ορθή διάθεση. |
|
(29) |
Όταν οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιλαμβάνουν απαιτήσεις παροχής πληροφοριών, θα μπορούσαν επιπλέον να καθορίζουν κατηγορίες επιδόσεων σε σχέση με μία ή περισσότερες σχετικές παραμέτρους προϊόντων, προκειμένου να διευκολύνεται η σύγκριση μεταξύ προϊόντων. Οι κατηγορίες επιδόσεων θα πρέπει να επιτρέπουν τη διαφοροποίηση των προϊόντων με βάση τη σχετική βιωσιμότητά τους και θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται τόσο από τους καταναλωτές όσο και από τις δημόσιες αρχές. Ως εκ τούτου, σκοπός τους είναι να ωθήσουν την αγορά προς πιο βιώσιμα προϊόντα. |
|
(30) |
Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών σχετικά με τη δυνατότητα επισκευής και την ανθεκτικότητα διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην παροχή στους καταναλωτές της δυνατότητας να συμμετέχουν στη βιώσιμη κατανάλωση. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει την καθιέρωση βαθμολόγησης της δυνατότητας επισκευής ή της ανθεκτικότητας των προϊόντων, όταν η βαθμολόγηση αυτή κρίνεται σκόπιμη για την παροχή περιβαλλοντικών οφελών και σαφέστερων πληροφοριών στους καταναλωτές. Προκειμένου να μπορούν οι καταναλωτές να αξιολογούν και να συγκρίνουν αποτελεσματικά τα προϊόντα, είναι σημαντικό η μορφή, το περιεχόμενο και η απεικόνιση των εν λόγω βαθμολογήσεων δυνατότητας επισκευής και ανθεκτικότητας να περιλαμβάνουν εύκολα κατανοητή γλώσσα και εικονογράμματα και η βαθμολόγηση της δυνατότητας επισκευής να βασίζεται σε εναρμονισμένη μεθοδολογία που καθορίζεται για το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων και που συγκεντρώνει παραμέτρους όπως η διαθεσιμότητα και η τιμή των ανταλλακτικών, η ευκολία αποσυναρμολόγησης και η διαθεσιμότητα εργαλείων σε μια ενιαία βαθμολογία. |
|
(31) |
Οι πληροφορίες σχετικά με την παρουσία ουσιών που προκαλούν ανησυχία στα προϊόντα αποτελούν βασικό στοιχείο για τον εντοπισμό και την προώθηση βιώσιμων προϊόντων. Η χημική σύνθεση των προϊόντων καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις λειτουργίες και τις επιπτώσεις τους, καθώς και τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης ή ανάκτησής τους μόλις μετατραπούν σε απόβλητα. Στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 14ης Οκτωβρίου 2020 με τίτλο «Στρατηγική για τη βιωσιμότητα των χημικών προϊόντων — Για ένα περιβάλλον χωρίς τοξικές ουσίες», ζητούνται η ελαχιστοποίηση της παρουσίας, στα προϊόντα, ουσιών που προκαλούν ανησυχία και η διασφάλιση της διαθεσιμότητας πληροφοριών σχετικά με την περιεκτικότητα σε χημικά προϊόντα και την ασφαλή χρήση, με τη θέσπιση απαιτήσεων πληροφόρησης και την παρακολούθηση της παρουσίας ουσιών που προκαλούν ανησυχία καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των υλικών και των προϊόντων. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 και άλλες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις για τα χημικά προϊόντα, όπως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, διασφαλίζουν ήδη την κοινοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους για την υγεία ή το περιβάλλον που ενέχουν ορισμένες ουσίες οι οποίες προκαλούν ανησυχία, μόνες ή σε μείγμα. Θα πρέπει επίσης να παρέχονται στους χρήστες ουσιών και μειγμάτων συναφείς πληροφορίες. Επιπλέον, οι χρήστες προϊόντων εκτός ουσιών ή μειγμάτων και οι διαχειριστές αποβλήτων από τα εν λόγω προϊόντα θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών που σχετίζονται κυρίως με τους κινδύνους των χημικών προϊόντων για την υγεία ή το περιβάλλον. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει τον καθορισμό απαιτήσεων σχετικά με την παρακολούθηση και την κοινοποίηση πληροφοριών βιωσιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίας ουσιών, στα προϊόντα, που προκαλούν ανησυχία καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, και με σκοπό την απολύμανση και την ανάκτηση τέτοιων προϊόντων όταν μετατρέπονται σε απόβλητα. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να αποσκοπεί στη σταδιακή κάλυψη των ουσιών που προκαλούν ανησυχία σε όλα τα προϊόντα που παρατίθενται στα προγράμματα εργασίας που εγκρίνονται από την Επιτροπή. Οι εν λόγω απαιτήσεις σχετικά με την παρακολούθηση ουσιών που προκαλούν ανησυχία θα πρέπει να περιλαμβάνονται εξ ορισμού στις περιπτώσεις που προβλέπεται απαίτηση παροχής πληροφοριών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν η εν λόγω απαίτηση παροχής πληροφοριών αποτελεί μέρος οριζόντιων απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που πρέπει να πληρούν οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, και ιδίως για να αποφευχθεί δυσανάλογος διοικητικός φόρτος για τους οικονομικούς φορείς, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση, κατά περίπτωση για την οικεία ομάδα προϊόντων, να καθορίζει κατώτατα όρια για τη συγκέντρωση ουσιών στο προϊόν ή στα σχετικά συστατικά που ενεργοποιούν την απαίτηση παρακολούθησης, να καθορίζει διαφοροποιημένες προθεσμίες εφαρμογής και, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να προβλέπει παρεκκλίσεις από την απαίτηση παρακολούθησης. Κατά τον καθορισμό των λεπτομερειών των απαιτούμενων πληροφοριών και των κατώτατων ορίων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών και τα κατώτατα όρια βάσει του ενωσιακού δικαίου, ιδίως βάσει του κανονισμού (ΕK) αριθ. 1907/2006 και του κανονισμού (ΕK) αριθ. 1272/2008, και άλλων τομεακών νομοθετικών πράξεων για τα προϊόντα. Παρέκκλιση βάσει της τεχνικής σκοπιμότητας θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις που η παρουσία κάποιας ουσίας σε ένα προϊόν δεν μπορεί να επαληθευτεί με τις τεχνολογίες που προς το παρόν έχουμε στη διάθεσή μας. |
|
(32) |
Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να περιλαμβάνουν την απαίτηση διάθεσης ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. Το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποτελεί σημαντικό ψηφιακό εργαλείο για τη διάθεση πληροφοριών σε φορείς σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα και η διαθεσιμότητα ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος αναμένεται να ενισχύσει σημαντικά την ιχνηλασιμότητα από άκρο σε άκρο ενός προϊόντος σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα του. Μεταξύ άλλων, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αναμένεται να βοηθά τους πελάτες να κάνουν συνειδητές επιλογές με τη βελτίωση της πρόσβασής τους στις σχετικές πληροφορίες, να επιτρέπει σε οικονομικούς φορείς, ήτοι κατασκευαστές, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους, εισαγωγείς, διανομείς, εμπόρους και παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών, και άλλους φορείς της αξιακής αλυσίδας, όπως πελάτες, επαγγελματίες επισκευαστές, ανεξάρτητους φορείς, επιχειρήσεις ανακαίνισης, επιχειρήσεις ανακατασκευής, επιχειρήσεις ανακύκλωσης, αρχές εποπτείας της αγοράς και τελωνειακές αρχές, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ερευνητές, συνδικαλιστικές οργανώσεις και την Επιτροπή, ή οποιονδήποτε οργανισμό που ενεργεί για λογαριασμό τους, να έχουν πρόσβαση σε σχετικά δεδομένα, να τα καταχωρίζουν ή να τα επικαιροποιούν, και να δίνει τη δυνατότητα στις αρμόδιες εθνικές αρχές να εκτελούν τα καθήκοντά τους, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η προστασία των εμπιστευτικών επιχειρηματικών πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτόν, είναι σημαντικό το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος να είναι φιλικό προς τον χρήστη και τα δεδομένα που περιέχονται σε αυτό να είναι ακριβείς, πλήρεις και επικαιροποιημένες. Το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει, όπου είναι αναγκαίο, να συμπληρώνεται από μη ψηφιακές μορφές διαβίβασης πληροφοριών, όπως οι πληροφορίες που περιέχονται στο εγχειρίδιο προϊόντος ή σε ετικέτα. Επιπλέον, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη σχετική ομάδα προϊόντων σύμφωνα με άλλη ενωσιακή νομοθεσία. |
|
(33) |
Για να ληφθούν υπόψη η φύση του προϊόντος και η αγορά του, οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά, κατά περίπτωση, κατά την κατάρτιση ειδικών ανά προϊόν κανόνων. Για να βελτιστοποιηθεί η πρόσβαση στα δεδομένα που προκύπτουν και, παράλληλα, να προστατεύονται τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος πρέπει να σχεδιαστεί και να εφαρμοστεί με τρόπο που να καθιστά δυνατή τη διαφοροποιημένη πρόσβαση στα δεδομένα του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, ανάλογα με το είδος των δεδομένων και την τυπολογία των ενδιαφερόμενων μερών. Ομοίως, για να αποφευχθεί να επιβαρυνθούν οι εταιρείες και οι πολίτες με δυσανάλογο κόστος σε σχέση με τα ευρύτερα οφέλη, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να αφορά ειδικά το είδος, την παρτίδα ή το μοντέλο προϊόντος, ανάλογα, για παράδειγμα, με την πολυπλοκότητα της αξιακής αλυσίδας, το μέγεθος, τη φύση ή τις επιπτώσεις των εξεταζόμενων προϊόντων. Στις εκτιμήσεις επιπτώσεων που διενεργούνται κατά την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει επίσης να αναλύονται το κόστος και τα οφέλη του καθορισμού απαιτήσεων παροχής πληροφοριών μέσω ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων σε επίπεδο μοντέλου, παρτίδας ή είδους. Ο όρος «μοντέλο» συνήθως αναφέρεται σε μια έκδοση ενός προϊόντος στο πλαίσιο της οποίας όλες οι μονάδες φέρουν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά που είναι συναφή για τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και το ίδιο αναγνωριστικό μοντέλο· ο όρος «παρτίδα» συνήθως αναφέρεται σε ένα υποσύνολο κάποιου συγκεκριμένου μοντέλου που συνίσταται από όλα τα προϊόντα που παράγονται σε μια συγκεκριμένη μονάδα παραγωγής μια ορισμένη χρονική στιγμή και ο όρος «είδος» συνήθως αναφέρεται σε ένα μόνο τεμάχιο κάποιου μοντέλου. Στην εκτίμηση επιπτώσεων θα πρέπει επίσης να εξετάζεται, στον βαθμό που το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος βασίζεται σε πρότυπα που δεν είναι δωρεάν, κατά πόσον αυτό είναι κατάλληλο και με ποιους τρόπους μπορεί να αποφευχθεί το δυσανάλογο κόστος για τις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (ΜΜΕ). |
|
(34) |
Δεδομένου ότι άλλη ενωσιακή νομοθεσία καθορίζει απαιτήσεις παροχής πληροφοριών για τα προϊόντα και δημιουργεί συστήματα για τη διάθεση πληροφοριών στους οικονομικούς φορείς και τους πελάτες, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει τη σύνδεση των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών δυνάμει του παρόντος κανονισμού με τις εν λόγω άλλες απαιτήσεις, όπως η υποχρέωση παροχής δελτίων δεδομένων ασφαλείας για ουσίες και μείγματα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1907/2006. Όπου είναι εφικτό, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να συνδέει το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος με υφιστάμενες βάσεις δεδομένων και εργαλεία της Ένωσης, όπως το ευρωπαϊκό μητρώο προϊόντων για την ενεργειακή επισήμανση (EPREL) ή τη βάση δεδομένων για πληροφορίες σχετικά με τις ουσίες που προκαλούν ανησυχία σε αντικείμενα ή σε σύνθετα αντικείμενα (προϊόντα) (SCIP). |
|
(35) |
Προκειμένου να μην καθυστερήσει άσκοπα ο καθορισμός απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, με την εξαίρεση εκείνων που αφορούν το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, ή να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξαιρεί ομάδες προϊόντων από τις απαιτήσεις που αφορούν το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος όταν δεν υπάρχουν τεχνικές προδιαγραφές σε σχέση με τις βασικές απαιτήσεις για τον τεχνικό σχεδιασμό και τη λειτουργία του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. Ομοίως, προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή διοικητική επιβάρυνση των οικονομικών φορέων, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξαιρεί ομάδες προϊόντων από τις απαιτήσεις που αφορούν το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σε περίπτωση που άλλη ενωσιακή νομοθεσία περιλαμβάνει ήδη σύστημα για την ψηφιακή παροχή πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα, το οποίο επιτρέπει στους φορείς σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα να έχουν πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες για τα προϊόντα και διευκολύνει την επαλήθευση της συμμόρφωσης των προϊόντων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Οι εξαιρέσεις αυτές θα πρέπει να επανεξετάζονται περιοδικά, λαμβανομένης υπόψη της περαιτέρω διαθεσιμότητας τεχνικών προδιαγραφών. |
|
(36) |
Η μοναδική ταυτοποίηση των προϊόντων αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την ιχνηλασιμότητα σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού. Ως εκ τούτου, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να συνδέεται με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος. Επιπλέον, κατά περίπτωση, το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να συνδέεται με έναν μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό φορέα και έναν μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό εγκατάστασης που θα επιτρέπει τον εντοπισμό των φορέων και των εγκαταστάσεων παρασκευής που σχετίζονται με το εν λόγω προϊόν. Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα, ο φορέας δεδομένων, ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα και ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός εγκατάστασης που καθιστούν δυνατή την ιχνηλασιμότητα θα πρέπει να εκδίδονται σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με την αντικατάσταση ή την προσθήκη προτύπων σύμφωνα με τα οποία θα μπορούν να εκδίδονται ο φορέας δεδομένων, ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα και ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός εγκατάστασης, λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής ή επιστημονικής προόδου. Με τον τρόπο αυτόν αναμένεται να διασφαλιστεί ότι τα δεδομένα που περιέχονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος μπορούν να καταγράφονται και να διαβιβάζονται από όλους τους οικονομικούς φορείς, καθώς και να εξασφαλίζεται η συμβατότητα των μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών με εξωτερικά στοιχεία, όπως οι συσκευές σάρωσης. Επιπλέον, τα δεδομένα θα πρέπει να είναι μεταβιβάσιμα μέσω ενός ανοιχτού διαλειτουργικού δικτύου ανταλλαγής δεδομένων χωρίς εγκλωβισμό σε συγκεκριμένο πάροχο. |
|
(37) |
Οι ψηφιοποιημένες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν και τον κύκλο ζωής του ή, κατά περίπτωση, το διαβατήριό του θα πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμες με τη σάρωση του φορέα δεδομένων, όπως υδατόσημα ή κωδικός ταχείας απόκρισης (QR). Όπου είναι δυνατόν, ο φορέας δεδομένων θα πρέπει να βρίσκεται πάνω στο ίδιο το προϊόν, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα παραμένουν προσβάσιμες καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του. Ωστόσο, θα πρέπει να είναι δυνατές παρεκκλίσεις ανάλογα με τη φύση, το μέγεθος ή τη χρήση των οικείων προϊόντων. |
|
(38) |
Για να διασφαλιστεί η πρόσβαση στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος για την περίοδο που ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, μεταξύ άλλων μετά από αφερεγγυότητα, εκκαθάριση ή παύση της δραστηριότητας στην Ένωση, ο οικονομικός φορέας που διαθέτει το προϊόν στην αγορά θα πρέπει να καθιστά διαθέσιμο εφεδρικό αντίγραφο του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος μέσω ανεξάρτητου τρίτου παρόχου υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. |
|
(39) |
Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική ανάπτυξη του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, ο τεχνικός σχεδιασμός, οι απαιτήσεις δεδομένων και η λειτουργία του θα πρέπει να τηρούν ένα σύνολο βασικών τεχνικών απαιτήσεων που παρέχουν τη βάση για τη συνεπή ανάπτυξη του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος σε όλους τους τομείς. Θα πρέπει να θεσπιστούν τεχνικές προδιαγραφές για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των εν λόγω βασικών απαιτήσεων, είτε με τη μορφή εναρμονισμένων προτύπων των οποίων οι αριθμοί αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε, ως εφεδρική επιλογή, με τη μορφή κοινών προδιαγραφών που θεσπίζονται από την Επιτροπή μέσω εκτελεστικών πράξεων. Ο τεχνικός σχεδιασμός θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος φέρει δεδομένα με ασφαλή τρόπο, τηρώντας τους κανόνες για την προστασία της ιδιωτικότητας. Είναι αναγκαίο το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος να αναπτυχθεί στο πλαίσιο ανοικτού διαλόγου με τους διεθνείς εταίρους, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι απόψεις τους κατά την ανάπτυξη των τεχνικών προδιαγραφών και να διασφαλιστεί ότι συμβάλλουν στην άρση των εμπορικών φραγμών για πιο πράσινα προϊόντα με εκτενείς κύκλους ζωής και κυκλικότητα, στη μείωση του κόστους για βιώσιμες επενδύσεις, εμπορία και συμμόρφωση και στην υποστήριξη της καινοτομίας. Προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή τους, είναι σημαντικό οι τεχνικές προδιαγραφές και οι απαιτήσεις που σχετίζονται με την ιχνηλασιμότητα σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα να αναπτυχθούν, στο μέτρο του δυνατού, βάσει συναινετικής προσέγγισης και με τη συμμετοχή, τον ενστερνισμό και την αποτελεσματική συνεργασία διαφόρων φορέων, συμπεριλαμβανομένων φορέων τυποποίησης, κλαδικών ενώσεων, νεοφυών επιχειρήσεων, οργανώσεων καταναλωτών, εμπειρογνωμόνων, μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και διεθνών εταίρων, συμπεριλαμβανομένων των αναπτυσσόμενων οικονομιών. |
|
(40) |
Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον σαφή καθορισμό του ρόλου και των αρμοδιοτήτων των διαφόρων φορέων, όπως οι φορείς έκδοσης και οι πάροχοι υπηρεσιών που θα συμμετέχουν στη δημιουργία, την επαλήθευση ταυτότητας, την επεξεργασία και την αποθήκευση δεδομένων και, ενδεχομένως, την απόσυρση σημαντικών στοιχείων του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, όπως οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί και οι φορείς δεδομένων. Η Επιτροπή θα μπορούσε, στον βαθμό αυτόν, να διενεργήσει εκτίμηση επιπτώσεων για να διερευνήσει την καταλληλότητα της ανάπτυξης συστήματος πιστοποίησης για τους παρόχους υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. |
|
(41) |
Για να διασφαλιστεί ότι το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι ευπροσάρμοστο, ευέλικτο, έχει ως γνώμονα την αγορά και εξελίσσεται σύμφωνα με τα επιχειρηματικά μοντέλα, τις αγορές και την καινοτομία, θα πρέπει να βασίζεται σε αποκεντρωμένο σύστημα δεδομένων, το οποίο θα δημιουργήσουν και θα διαχειρίζονται οι οικονομικοί φορείς. Ωστόσο, για σκοπούς επιβολής και παρακολούθησης, είναι αναγκαίο οι αρμόδιες εθνικές αρχές και η Επιτροπή να έχουν άμεση πρόσβαση σε αρχείο όλων των μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών που συνδέονται με τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει και να διαχειρίζεται μητρώο ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων για την αποθήκευση των εν λόγω δεδομένων («μητρώο»). Όταν απαιτείται για την περαιτέρω διευκόλυνση της επιβολής, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να προσδιορίζει και άλλα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος τα οποία πρέπει να αποθηκεύονται στο μητρώο. |
|
(42) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει και να συντηρεί μια φιλική προς τον χρήστη και δημόσια διαθέσιμη διαδικτυακή πύλη όπου τα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως οι πελάτες, οι οικονομικοί φορείς και άλλοι σχετικοί φορείς, έχουν πρόσβαση στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στα διαβατήρια προϊόντων και τη δυνατότητα αναζήτησης και σύγκρισης των δεδομένων που περιέχονται στα εν λόγω διαβατήρια σύμφωνα με τα αντίστοιχα δικαιώματα πρόσβασης που προβλέπονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. Η διαδικτυακή πύλη θα πρέπει να παρέχει συνδέσμους προς δεδομένα τα οποία ο οικονομικός φορέας έχει ήδη αποθηκεύσει στο αποκεντρωμένο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος του. |
|
(43) |
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να συμμορφώνεται προς τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές εντός των κρατών μελών πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37) με ιδιαίτερη προσοχή στις αρχές της προστασίας των δεδομένων ήδη από τον σχεδιασμό και εξ ορισμού. Οποιαδήποτε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή, ιδίως εκείνων που αποθηκεύονται στο μητρώο, πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (38). Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των πελατών δεν θα πρέπει να αποθηκεύονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος. |
|
(44) |
Η αποτελεσματική επιβολή της νομοθεσίας όσον αφορά τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης, είτε παράγονται στην εγχώρια αγορά είτε εισάγονται, έχει ουσιαστική σημασία για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, όταν η Επιτροπή έχει δημιουργήσει το μητρώο, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση σε αυτό μέσω του περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της ΕΕ για τα τελωνεία που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (39). Ο ρόλος των τελωνειακών αρχών θα πρέπει να συνίσταται στο να επαληθεύουν τουλάχιστον ότι ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός καταχώρισης ενός προϊόντος απαιτείται να έχει παρασχεθεί ή να έχει διατεθεί σε αυτές και ο σχετικός κωδικός εμπορευμάτων αντιστοιχούν στα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο μητρώο. Αυτό θα επιτρέψει στις τελωνειακές αρχές να επαληθεύουν την ύπαρξη ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για τα εισαγόμενα προϊόντα. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει στην εκτελεστική της πράξη σχετικά με το μητρώο τις αναγκαίες υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων να επικαιροποιούν τα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο μητρώο. |
|
(45) |
Τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποσκοπούν στο να επιτρέψουν στις τελωνειακές αρχές να ενισχύσουν και να διευκολύνουν τη διαχείριση των κινδύνων και να καταστήσουν τους ελέγχους στα σύνορα καλύτερα στοχευμένους. Ως εκ τούτου, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανακτούν και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος και στο σχετικό μητρώο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (40). |
|
(46) |
Για να εξασφαλιστεί η στροφή των καταναλωτών σε βιώσιμες επιλογές, οι ετικέτες θα πρέπει, όταν απαιτείται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, να παρέχουν σαφείς και εύκολα κατανοητές πληροφορίες που επιτρέπουν την αποτελεσματική σύγκριση των προϊόντων, για παράδειγμα με την αναγραφή κατηγοριών επιδόσεων. Ειδικά για τους καταναλωτές, οι φυσικές ετικέτες μπορούν να αποτελέσουν πρόσθετη πηγή πληροφοριών στον τόπο πώλησης. Θα πρέπει να παρέχουν στους καταναλωτές γρήγορη οπτική βάση χάρη στην οποία θα μπορούν να κάνουν διάκριση μεταξύ προϊόντων με βάση τις επιδόσεις τους σε σχέση με συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος ή σύνολο παραμέτρων προϊόντος. Θα πρέπει επίσης, κατά περίπτωση, να καθιστούν δυνατή την πρόσβαση σε πρόσθετες πληροφορίες με την αναγραφή συγκεκριμένων στοιχείων αναφοράς, όπως διευθύνσεις ιστοτόπων, δυναμικοί κωδικοί ταχείας απόκρισης (QR), σύνδεσμοι προς ετικέτες στο διαδίκτυο ή οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο προσανατολισμένο στον καταναλωτή. Η Επιτροπή θα πρέπει να ορίσει στη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο παρουσίασης των εν λόγω ετικετών, μεταξύ άλλων στην περίπτωση των επιγραμμικών εξ αποστάσεως πωλήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις για τους πελάτες και τους οικονομικούς φορείς και τα χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να απαιτήσει να τυπώνεται η ετικέτα επί της συσκευασίας του προϊόντος. |
|
(47) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369, ο οποίος καθορίζει το πλαίσιο για την ενεργειακή σήμανση εφαρμόζεται, παράλληλα με τον παρόντα κανονισμό, στα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα. Οι ενεργειακές ετικέτες αποτελούν επιτυχημένο μέσο παροχής κατάλληλων πληροφοριών στους καταναλωτές όσον αφορά συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα. Οι κατηγορίες επιδόσεων που καθορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει, κατά περίπτωση, να ενσωματώνονται στην ενεργειακή ετικέτα ως συμπληρωματικές πληροφορίες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369. Στις περιπτώσεις που οι σχετικές πληροφορίες για τις επιδόσεις ενός προϊόντος σε σχέση με μια παράμετρο προϊόντος δεν μπορούν να συμπεριληφθούν ως συμπληρωματικές πληροφορίες στην ενεργειακή ετικέτα, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να είναι σε θέση να ζητήσει τη δημιουργία ετικέτας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, αντί της ενεργειακής ετικέτας, στην οποία μπορούν επίσης να ενσωματωθούν οι σχετικές πληροφορίες για την ενεργειακή ετικέτα. |
|
(48) |
Οι καταναλωτές πρέπει να προστατεύονται από παραπλανητικές πληροφορίες που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τις επιλογές τους για πιο βιώσιμα προϊόντα. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά ή η θέση σε λειτουργία προϊόντων που φέρουν ή συνοδεύονται από ετικέτες οι οποίες ενδέχεται να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση στους πελάτες μέσω της απομίμησης ετικετών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ή που συνοδεύονται από οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία ενδέχεται να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση στους πελάτες σε σχέση με τις σημάνσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Το οικολογικό σήμα της ΕΕ και άλλα επίσημα αναγνωρισμένα σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο οικολογικά σήματα EN ISO 14024 τύπου I δεν πρέπει να θεωρείται ότι παραπλανούν ή προκαλούν σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι τα κριτήρια που καθορίζονται στο πλαίσιο της εν λόγω σήμανσης είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηρά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
|
(49) |
Προκειμένου να επιτευχθούν με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο οι στόχοι της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και να καλυφθούν πρώτα τα προϊόντα με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο, η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε ιεράρχηση των προϊόντων που θα ρυθμιστούν βάσει του παρόντος κανονισμού και των απαιτήσεων που θα ισχύουν γι’ αυτά. Με βάση τη διαδικασία που ακολουθείται για την ιεράρχηση δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει πρόγραμμα εργασίας, το οποίο θα καλύπτει τουλάχιστον τρία έτη και θα καθορίζει κατάλογο των ομάδων προϊόντων για τις οποίες προτίθεται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, καθώς και τις πτυχές των προϊόντων για τις οποίες προτίθεται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οριζόντιας εφαρμογής. Η Επιτροπή θα πρέπει να βασίσει την ιεράρχησή της σε σύνολο κριτηρίων που θα αφορούν ιδίως τη δυνητική συμβολή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων στην επίτευξη των κλιματικών, περιβαλλοντικών και ενεργειακών στόχων της Ένωσης και τη δυνατότητά τους να βελτιώσουν τις πτυχές των προϊόντων που επιλέγονται χωρίς να οδηγήσουν σε δυσανάλογο κόστος για το κοινό και τους οικονομικούς φορείς. Θα πρέπει επίσης να ζητηθεί η γνώμη των κρατών μελών και των ενδιαφερόμενων μερών μέσω ενός φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού που θα θεσπιστεί από την Επιτροπή. Λόγω της συμπληρωματικότητας μεταξύ του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 για τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, τα χρονοδιαγράμματα για το πρόγραμμα εργασίας βάσει του παρόντος κανονισμού και το πρόγραμμα εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 θα πρέπει να εναρμονιστούν. Κατά την ιεράρχηση των ενδιάμεσων προϊόντων, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις συνέπειες για τα τελικά προϊόντα που παράγονται από τα εν λόγω ενδιάμεσα προϊόντα. Δεδομένης της σημασίας τους για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων της Ένωσης, τα προγράμματα εργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν επαρκή αριθμό δράσεων σε σχέση με συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα. Τα οχήματα όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 167/2013, στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 168/2013 και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/858 υπόκεινται ήδη σε ολοκληρωμένες διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών περιβαλλοντικών απαιτήσεων και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να τους δίνεται προτεραιότητα για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. Για το πρώτο πρόγραμμα εργασίας, η Επιτροπή θα πρέπει να δώσει προτεραιότητα στον σίδηρο, τον χάλυβα, το αλουμίνιο, τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, ιδίως τα ενδύματα και τα υποδήματα, τα έπιπλα, συμπεριλαμβανομένων των στρωμάτων, τα ελαστικά, τα απορρυπαντικά, τα χρώματα, τα λιπαντικά, τις χημικές ουσίες, τα προϊόντα τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών και άλλα ηλεκτρονικά και συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, για τα οποία πρέπει να καθοριστούν για πρώτη φορά απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού ή για τα οποία τα υφιστάμενα μέτρα που εγκρίνονται δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ πρόκειται να επανεξεταστούν βάσει του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχει κατάλληλη αιτιολόγηση σε περίπτωση που αποφασίσει να τροποποιήσει τον εν λόγω κατάλογο. |
|
(50) |
Η τσιμεντοβιομηχανία, ως ένας από τους τομείς με τη μεγαλύτερη ένταση ενέργειας, υλικών και άνθρακα, ευθύνεται σήμερα για το 7 % περίπου των παγκόσμιων εκπομπών CO2 και το 4 % των εκπομπών CO2 της Ένωσης, γεγονός που την καθιστά κομβικό τομέα για την ευθυγράμμιση με τη συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους της Ένωσης το συντομότερο δυνατόν. Ενώ τα δομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένου του τσιμέντου, πρέπει να καλύπτονται από κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων («κανονισμός δομικών προϊόντων»), παραμένουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Για να αποφευχθεί η έλλειψη απαιτήσεων για τα προϊόντα που χρειάζονται επειγόντως για την επίτευξη των στόχων μας για το κλίμα και το περιβάλλον, απουσία επαρκών απαιτήσεων επιδόσεων και απαιτήσεων παροχής πληροφοριών για τα εν λόγω προϊόντα στο πλαίσιο του κανονισμού δομικών προϊόντων, η Επιτροπή θα πρέπει να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για το τσιμέντο το νωρίτερο στις 31 Δεκεμβρίου 2028 και το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2030. |
|
(51) |
Όσον αφορά τα δομικά προϊόντα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθορίζει απαιτήσεις για τα τελικά προϊόντα μόνον όταν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό δομικών προϊόντων και η εφαρμογή του είναι απίθανο να επιτύχουν επαρκώς τους στόχους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας που επιδιώκονται με τον παρόντα κανονισμό. Επιπλέον, κατά τη διαμόρφωση των προγραμμάτων εργασίας, η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι, σε συνέχεια της τρέχουσας πρακτικής, ο κανονισμός δομικών προϊόντων δίνει προτεραιότητα στις απαιτήσεις βιωσιμότητας που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που είναι επίσης δομικά προϊόντα. Τέτοια προϊόντα είναι, για παράδειγμα, οι θερμαντήρες, οι λέβητες, οι αντλίες θερμότητας, οι συσκευές θέρμανσης νερού και χώρου, οι ανεμιστήρες, τα συστήματα ψύξης και εξαερισμού και τα φωτοβολταϊκά προϊόντα (εξαιρουμένων των φωτοβολταϊκών συλλεκτών που είναι ενσωματωμένοι σε κτίρια). Ο κανονισμός δομικών προϊόντων μπορεί εφαρμόζεται στα εν λόγω προϊόντα με συμπληρωματικό τρόπο, όπου απαιτείται, κυρίως σε σχέση με τις πτυχές ασφάλειας, λαμβανομένων επίσης υπόψη άλλων ενωσιακών νομοθετικών πράξεων σχετικά με προϊόντα όπως οι συσκευές αερίου, ο εξοπλισμός χαμηλής τάσης και τα μηχανήματα. |
|
(52) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, η Επιτροπή θα πρέπει να συστήσει ένα φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού, αποτελούμενο από εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως εκπρόσωποι της βιομηχανίας, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και της βιοτεχνίας, των κοινωνικών επιχειρήσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των εμπόρων, των λιανοπωλητών, των εισαγωγέων, των οργανώσεων καταναλωτών και περιβαλλοντικών οργανώσεων, των φορέων που συμμετέχουν σε δραστηριότητες κυκλικής οικονομίας, των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης, καθώς και των ερευνητών. Στο πλαίσιο του φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να συγκροτήσει ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, η οποία θα πρέπει να συμβάλει στην κατάρτιση νέων απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, στην αξιολόγηση των μέτρων αυτορρύθμισης, στην ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με μέτρα για την ενίσχυση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, όπως εκπαιδευτικές και ενημερωτικές εκστρατείες ή παροχή στήριξης των ΜΜΕ, καθώς και στον καθορισμό προτεραιοτήτων. |
|
(53) |
Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η αυτορρύθμιση ως έγκυρη εναλλακτική λύση αντί των ρυθμιστικών προσεγγίσεων, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, έχοντας ως βάση την οδηγία 2009/125/ΕΚ, να περιλαμβάνει τη δυνατότητα της βιομηχανίας να υποβάλλει μέτρα αυτορρύθμισης για προϊόντα ή ομάδες προϊόντων που δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασίας. Τα μέτρα αυτορρύθμισης θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τα μέτρα αυτορρύθμισης που προτείνει η βιομηχανία, μαζί με τις πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλουν οι υπογράφοντες, υπό το πρίσμα, μεταξύ άλλων, των διεθνών εμπορικών δεσμεύσεων της Ένωσης και της ανάγκης να διασφαλιστεί η συνεκτικότητα με το ενωσιακό δίκαιο. Είναι επίσης σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη, για παράδειγμα, των σχετικών εξελίξεων στην αγορά ή των τεχνολογικών εξελίξεων στο πλαίσιο της οικείας ομάδας προϊόντων, να μπορεί η Επιτροπή να ζητεί αναθεωρημένη έκδοση του μέτρου αυτορρύθμισης όποτε κρίνεται αναγκαίο. Από τη στιγμή που ένα μέτρο αυτορρύθμισης παρατίθεται σε εκτελεστική πράξη περιέχουσα κατάλογο των μέτρων αυτορρύθμισης που πληρούν τα κριτήρια του παρόντος κανονισμού, οι οικονομικοί φορείς έχουν θεμιτή προσδοκία ότι η Επιτροπή πρώτα θα εξετάσει το περιεχόμενο ενός τέτοιου μέτρου, προτού προτείνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τη σχετική συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων. Ωστόσο, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να θεσπίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που ισχύουν και για ορισμένα ή όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από αναγνωρισμένο μέτρο αυτορρύθμισης για τις πτυχές προϊόντων που δεν καλύπτονται από το εν λόγω μέτρο αυτορρύθμισης. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα μέτρο αυτορρύθμισης δεν πληροί πλέον τα κριτήρια που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να το διαγράφει από την εν λόγω εκτελεστική πράξη. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να είναι δυνατόν να καθοριστούν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για τις ομάδες προϊόντων τις οποίες αφορούσε προηγουμένως το εν λόγω μέτρο αυτορρύθμισης. |
|
(54) |
Οι ΜΜΕ θα μπορούσαν να επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της ζήτησης για βιώσιμα προϊόντα, αλλά θα μπορούσαν επίσης να αντιμετωπίσουν πρόσθετο κόστος και δυσκολίες λόγω ορισμένων απαιτήσεων. Κατά τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο τους στις ΜΜΕ, ιδίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα προϊόντων. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να παρέχουν, στους αντίστοιχους τομείς αρμοδιότητάς τους, επαρκείς πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, να παρέχουν στοχευμένη και εξειδικευμένη κατάρτιση και να παρέχουν ειδική βοήθεια και στήριξη, συμπεριλαμβανομένης χρηματοδοτικής στήριξης, σε ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή προϊόντων για τα οποία καθορίζονται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. Οι δράσεις αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για τις ομάδες προϊόντων στις οποίες η παρουσία ΜΜΕ είναι ουσιαστική. Η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να στηρίζει τον υπολογισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος προϊόντος παρέχοντας ψηφιακά εργαλεία, όπως εργαλεία για τον υπολογισμό της αξιολόγησης του κύκλου ζωής, και να στηρίζει την εφαρμογή του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. Είναι σημαντικό η Επιτροπή να παρέχει χρηματοδοτική στήριξη στους εκπροσώπους των ΜΜΕ, ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική συμμετοχή τους στο φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού και να παρέχει στις ΜΜΕ εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδοτική στήριξη και τα προγράμματα που διατίθενται. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν μέτρα σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Κατά την ανάπτυξη και την εφαρμογή των εν λόγω δράσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζονται στη στήριξη που παρέχεται από ενωσιακά προγράμματα και πρωτοβουλίες για τις ΜΜΕ. |
|
(55) |
Η καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, όπως τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και τα υποδήματα, από τους οικονομικούς φορείς ανάγεται σε ευρέως διαδεδομένο περιβαλλοντικό πρόβλημα σε ολόκληρη την Ένωση, ιδίως λόγω της ταχείας αύξησης των επιγραμμικών πωλήσεων. Ισοδυναμεί με απώλεια πολύτιμων οικονομικών πόρων, καθώς τα εμπορεύματα παράγονται, μεταφέρονται και στη συνέχεια καταστρέφονται χωρίς ποτέ να χρησιμοποιούνται για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος, να θεσπίσει ο παρών κανονισμός πλαίσιο για την πρόληψη της καταστροφής μη πωληθέντων προϊόντων που προορίζονται κυρίως για τους καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που δεν έχουν διατεθεί προς πώληση ή των προϊόντων που έχουν επιστραφεί από τους καταναλωτές βάσει του δικαιώματος υπαναχώρησης τους, όπως ορίζεται στην οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41) ή κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε μεγαλύτερης περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται από τον έμπορο. Η έννοια της καταστροφής κατά τα οριζόμενα στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να καλύπτει τις τρεις τελευταίες δραστηριότητες της ιεράρχησης των αποβλήτων, ήτοι την ανακύκλωση, την άλλου είδους ανάκτηση και τη διάθεση. Η προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ανακαίνισης και της ανακατασκευής, δεν θα πρέπει να λογίζεται ως καταστροφή. Με την πρόληψη της καταστροφής θα μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των εν λόγω προϊόντων με τη μείωση της παραγωγής αποβλήτων και με την αποθάρρυνση της υπερπαραγωγής προϊόντων. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να αποτρέπουν την ανάγκη καταστροφής των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων. Επιπλέον, δεδομένου ότι αρκετά κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνική νομοθεσία σχετικά με την καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, δημιουργώντας έτσι στρεβλώσεις στην αγορά, απαιτούνται εναρμονισμένοι κανόνες για την καταστροφή των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι διανομείς, οι έμποροι λιανικής πώλησης και άλλοι οικονομικοί φορείς υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και στα ίδια κίνητρα σε όλα τα κράτη μέλη. |
|
(56) |
Για την αποθάρρυνση της καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων και για την περαιτέρω παραγωγή δεδομένων σχετικά με τη συχνότητα χρήσης αυτής της πρακτικής, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να θεσπίσει υποχρέωση διαφάνειας για τους οικονομικούς φορείς, εξαιρουμένων των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, απαιτώντας από αυτούς να δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό και το βάρος των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων που απορρίπτονται ετησίως τουλάχιστον σε εύκολα προσβάσιμη σελίδα στον ιστότοπό τους. Κατά περίπτωση, θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να συμπεριλαμβάνουν τις εν λόγω πληροφορίες στις εκθέσεις διαχείρισής τους σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (42). Η υποχρέωση θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται στις μεσαίες επιχειρήσεις έξι έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ο οικονομικός φορέας θα πρέπει να επισημαίνει το είδος ή την κατηγορία των προϊόντων, τους λόγους απόρριψής των προϊόντων και της παράδοσής τους για επακόλουθες εργασίες επεξεργασίας αποβλήτων, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται και εκείνα που προβλέπονται για την πρόληψη της καταστροφής των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων. |
|
(57) |
Οι αδικαιολόγητα υψηλοί όγκοι παραγωγής και η σύντομη διάρκεια χρήσης των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, από τα οποία τα είδη ένδυσης αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο της κατανάλωσης στην Ένωση, επιφέρουν σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 2022 με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για βιώσιμα και κυκλικά κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα». Μεταξύ των ειδών που, σύμφωνα με πληροφορίες, καταστρέφονται συγκαταλέγονται κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που παρήχθησαν πρόσφατα αλλά δεν πωλήθηκαν, και ιδίως είδη ένδυσης. Θα πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη αξία στα ενδύματα, να χρησιμοποιούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να τυγχάνουν μεγαλύτερης φροντίδας απ’ ό,τι ισχύει στη σύγχρονη γρήγορη μόδα. Από την άποψη μιας κυκλικής οικονομίας, τέτοια κατασπατάληση πολύτιμων πόρων βρίσκεται σαφώς στον αντίποδα των στόχων του παρόντος κανονισμού. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται η απαγόρευση της καταστροφής των μη πωληθέντων καταναλωτικών ενδυμάτων και συμπληρωμάτων ένδυσης, καθώς και των υποδημάτων. |
|
(58) |
Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της καταστροφής άλλων τύπων μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με την προσθήκη νέων προϊόντων στον κατάλογο καταναλωτικών προϊόντων των οποίων απαγορεύεται η καταστροφή από οικονομικούς φορείς. Δεδομένου του ευρέος φάσματος προϊόντων που μπορούν ενδεχομένως να καταστρέφονται χωρίς ποτέ να πωληθούν ή να χρησιμοποιηθούν, είναι αναγκαίο η Επιτροπή να αξιολογήσει σε ποιόν βαθμό πραγματοποιείται στην πράξη η καταστροφή των εν λόγω προϊόντων, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που παρέχουν οι οικονομικοί φορείς, κατά περίπτωση. Για να διασφαλιστεί ότι η υποχρέωση αυτή είναι αναλογική, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό ειδικών παρεκκλίσεων βάσει των οποίων μπορεί να εξακολουθήσει να επιτρέπεται η καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, για παράδειγμα λόγω ανησυχιών για την υγεία και την ασφάλεια. Για να παρακολουθείται η αποτελεσματικότητα της εν λόγω απαγόρευσης και να αποθαρρύνεται η καταστρατήγηση, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τον αριθμό και το βάρος των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων που απορρίφθηκαν, τους λόγους απόρριψης των εν λόγω προϊόντων και τις ισχύουσες παρεκκλίσεις. Τέλος, για να αποφευχθεί τυχόν περιττή διοικητική επιβάρυνση για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, θα πρέπει να εξαιρούνται από την απαγόρευση καταστροφής συγκεκριμένων προϊόντων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η εν λόγω απαγόρευση θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται στις μεσαίες επιχειρήσεις έξι έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, όταν υπάρχουν εύλογες αποδείξεις ότι οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταστρατήγηση της απαγόρευσης αυτής, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να απαιτεί σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για ορισμένες ομάδες προϊόντων η απαγόρευση καταστροφής των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων ή η υποχρέωση δημοσιοποίησης να ισχύουν για τις εν λόγω επιχειρήσεις για συγκεκριμένα προϊόντα. |
|
(59) |
Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν εθνικά μέτρα όσον αφορά την καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων για προϊόντα που δεν υπόκεινται στην απαγόρευση δυνάμει του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο. |
|
(60) |
Με βάση τις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς και άλλα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει στον ιστότοπό της ενοποιημένες πληροφορίες σχετικά με την καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων και να προσδιορίζει στο πρόγραμμα εργασίας τα προϊόντα για τα οποία θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο απαγόρευσης καταστροφής. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να συμπεριληφθεί στο πρώτο πρόγραμμα εργασίας ο ηλεκτρικός και ηλεκτρονικός εξοπλισμός. |
|
(61) |
Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι υπεύθυνοι για τη συμμόρφωση των προϊόντων με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, σε σχέση με τους αντίστοιχους ρόλους τους στην αλυσίδα εφοδιασμού, ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω προϊόντων στην εσωτερική αγορά και να βελτιώνεται η βιωσιμότητά τους. Οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι καθιστούν διαθέσιμα στην αγορά μόνο προϊόντα που είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν. |
|
(62) |
Καθώς οι κατασκευαστές γνωρίζουν λεπτομερώς τη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής, θα πρέπει να είναι αρμόδιοι για τη διενέργεια της εφαρμοστέας διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή την ανάθεση της διενέργειάς της σε τρίτους εξ ονόματός τους. |
|
(63) |
Για να διαφυλαχθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα από τρίτες χώρες που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό και με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού είτε εισάγονται ως προϊόντα είτε ως συστατικά μέρη είτε ως ενδιάμεσα προϊόντα. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι κατασκευαστές έχουν διενεργήσει τις κατάλληλες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει επίσης να απαιτείται από τους εισαγωγείς να διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα που διαθέτουν στην αγορά συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις και ότι η σήμανση CE και ο φάκελος που καταρτίζουν οι κατασκευαστές είναι στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών για έλεγχο. Θα πρέπει επίσης να απαιτείται από τους εισαγωγείς να εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, τη διαθεσιμότητα ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για τα εν λόγω προϊόντα. |
|
(64) |
Κατά τη διάθεση προϊόντος στην αγορά, οι εισαγωγείς θα πρέπει να αναγράφουν στο προϊόν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους, καθώς και την ταχυδρομική διεύθυνση και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με τα οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί επικοινωνία με αυτούς. Θα πρέπει να προβλέπονται παρεκκλίσεις όταν το μέγεθος του προϊόντος δεν επιτρέπει την αναγραφή των ενδείξεων αυτών ή όταν οι εισαγωγείς θα έπρεπε να ανοίξουν τη συσκευασία για να τοποθετήσουν το όνομα και τη διεύθυνση στο προϊόν ή όταν το μέγεθος του προϊόντος είναι πολύ μικρό για να τοποθετηθούν οι πληροφορίες αυτές. |
|
(65) |
Δεδομένου ότι οι διανομείς καθιστούν προϊόντα διαθέσιμα στην αγορά μετά τη διάθεσή των εν λόγω προϊόντων στην αγορά από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, θα πρέπει να ενεργούν με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις ισχύουσες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. Οι διανομείς θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζονται τα προϊόντα δεν επηρεάζει αρνητικά τη συμμόρφωσή των εν λόγω προϊόντων με τον παρόντα κανονισμό ή τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού. |
|
(66) |
Δεδομένου ότι οι διανομείς και οι εισαγωγείς βρίσκονται κοντά στην αγορά και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των προϊόντων, θα πρέπει να συμμετέχουν στα καθήκοντα εποπτείας της αγοράς που εκτελούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να συμμετέχουν ενεργά, παρέχοντας στις εν λόγω αρχές όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αφορούν το οικείο προϊόν. |
|
(67) |
Δεδομένου ότι οι έμποροι προσφέρουν προϊόντα προς πώληση, μίσθωση ή πώληση με δόσεις ή εκθέτουν προϊόντα σε πελάτες ή εγκαταστάτες, είναι αναγκαίο οι έμποροι να διασφαλίζουν ότι οι πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένων των δυνητικών πελατών, μπορούν να έχουν αποτελεσματική πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση εξ αποστάσεως πωλήσεων. Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιβάλλει στους εμπόρους την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι προσβάσιμο από τους πελάτες τους, συμπεριλαμβανομένων των δυνητικών πελατών, και ότι οι ετικέτες είναι ευδιάκριτες, σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις. Οι έμποροι θα πρέπει να συμμορφώνεται με την εν λόγω υποχρέωση κάθε φορά που το προϊόν προσφέρεται προς πώληση, μίσθωση ή πώληση με δόσεις. |
|
(68) |
Για να διευκολύνεται η επιλογή πιο βιώσιμων προϊόντων, οι ετικέτες, όπου απαιτούνται, θα πρέπει να παρουσιάζονται με ευδιάκριτο και αναγνωρίσιμο τρόπο. Θα πρέπει να είναι αναγνωρίσιμές ως ετικέτες που ανήκουν στο εν λόγω προϊόν, χωρίς να πρέπει οι πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των δυνητικών πελατών, να διαβάσουν την εμπορική ονομασία και τον αριθμό μοντέλου στις ετικέτες. Οι ετικέτες θα πρέπει να προσελκύουν την προσοχή των πελατών κατά την περιήγησή τους στα προϊόντα που εκτίθενται. Για να διασφαλίζεται ότι οι ετικέτες είναι προσβάσιμες από τους πελάτες όταν εξετάζουν το ενδεχόμενο αγοράς, τόσο ο έμπορος όσο και ο υπεύθυνος οικονομικός φορέας θα πρέπει να παρουσιάζουν τις ετικέτες όποτε διαφημίζουν το προϊόν, μεταξύ άλλων και σε περιπτώσεις πωλήσεων εξ αποστάσεως, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών πωλήσεων. |
|
(69) |
Οι εισαγωγείς ή διανομείς οι οποίοι είτε διαθέτουν στην αγορά προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα τους είτε τροποποιούν το εν λόγω προϊόν πριν τεθεί σε λειτουργία κατά τρόπο που ενδέχεται να επηρεάσει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό ή με τη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη θα πρέπει να θεωρούνται ο κατασκευαστής και θα πρέπει να αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις του κατασκευαστή. |
|
(70) |
Οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην αλυσίδα εφοδιασμού, επιτρέποντας στους οικονομικούς φορείς να προσεγγίζουν μεγάλο αριθμό πελατών. Δεδομένου του σημαντικού ρόλου τους ως διαμεσολαβητών μεταξύ οικονομικών φορέων και πελατών κατά την πώληση προϊόντων, οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών θα πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη για την αντιμετώπιση της πώλησης προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, και θα πρέπει να συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς. Η οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (43) παρέχει το γενικό πλαίσιο για το ηλεκτρονικό εμπόριο και θεσπίζει ορισμένες υποχρεώσεις για τις επιγραμμικές πλατφόρμες. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (44) ρυθμίζει την ευθύνη και τη λογοδοσία των παρόχων ενδιάμεσων υπηρεσιών στο διαδίκτυο όσον αφορά το παράνομο περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. Με βάση το εν λόγω γενικό πλαίσιο, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές απαιτήσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πώλησης μη συμμορφούμενων προϊόντων στο διαδίκτυο. |
|
(71) |
Είναι σημαντικό οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών να συνεργάζονται στενά με τις αρχές εποπτείας της αγοράς. Υποχρέωση συνεργασίας με τις αρχές εποπτείας της αγοράς επιβάλλεται στους παρόχους υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45) όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από τον εν λόγω κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων για τα οποία καθορίζονται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι γενικές υποχρεώσεις που ορίζονται στο κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, ιδίως η υποχρέωση που σχετίζεται με τη συμμόρφωση εκ σχεδιασμού για τους παρόχους επιγραμμικών αγορών στο άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065. Για τους σκοπούς του άρθρου 31 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών θα πρέπει να χρησιμοποιούν, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στη δημόσια διεπαφή χρήστη στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020. Οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών θα πρέπει επίσης να συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς για την αντιμετώπιση του παράνομου περιεχομένου που σχετίζεται με μη συμμορφούμενα προϊόντα. Οι δράσεις στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν την καθιέρωση τακτικής και διαρθρωμένης ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τη δράση που αναλαμβάνουν οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της αφαίρεσης προσφορών προϊόντων. Οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών θα πρέπει επίσης να παρέχουν πρόσβαση στις διεπαφές τους, ώστε να βοηθούν τις αρχές εποπτείας της αγοράς να εντοπίζουν τα μη συμμορφούμενα προϊόντα που πωλούνται διαδικτυακά. Επιπλέον, είναι πιθανό οι αρχές εποπτείας της αγοράς να χρειαστεί επίσης να προβούν σε συγκομιδή δεδομένων από τις επιγραμμικές αγορές. |
|
(72) |
Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 παρέχει στις αρχές εποπτείας της αγοράς την εξουσία, όταν δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την εξάλειψη ενός σοβαρού κινδύνου, να απαιτούν την αφαίρεση περιεχομένου που αναφέρεται στα μη συμμορφούμενα προϊόντα από την επιγραμμική διεπαφή. Οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρχές εποπτείας της αγοράς βάσει του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται και στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς βάσει του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να αποφεύγεται η παρουσία μη συμμορφούμενων προϊόντων στην αγορά της Ένωσης, οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να εφαρμόζονται σε όλες τις αναγκαίες και ανάλογες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων στα προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο ο οποίος δεν είναι σοβαρός. Οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (EΕ) 2022/2065. |
|
(73) |
Η διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας ενός προϊόντος σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού διευκολύνει το έργο των αρχών εποπτείας της αγοράς όσον αφορά τον εντοπισμό των οικονομικών φορέων που διέθεσαν στην αγορά ή κατέστησαν διαθέσιμα στην αγορά μη συμμορφούμενα προϊόντα. Ως εκ τούτου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να υποχρεούνται να διατηρούν τις πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές τους για ορισμένο χρονικό διάστημα. |
|
(74) |
Για να επιταχύνεται και να διευκολύνεται η επαλήθευση της συμμόρφωσης των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την επιβολή στους οικονομικούς φορείς, όπου απαιτείται, της υποχρέωσης να θέτουν στη διάθεση τόσο των αρμόδιων εθνικών αρχών όσο και της Επιτροπής συγκεκριμένα μέρη του τεχνικού φακέλου σε ψηφιακή μορφή. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούν οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές χωρίς αίτημα ενώ, παράλληλα, θα εξακολουθεί να διασφαλίζεται η προστασία των εμπορικών απορρήτων και των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στα πιθανά μέσα διάθεσης των πληροφοριών αυτών σε ψηφιακή μορφή θα πρέπει καταρχήν να περιλαμβάνεται το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, είτε μέσω της προσθήκης του στο τμήμα της βάσης δεδομένων για τα προϊόντα που αφορά τη συμμόρφωση το οποίο αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 ή σε ιστότοπο του οικονομικού φορέα. Η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να αφαιρεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές το δικαίωμα πρόσβασης σε άλλα μέρη του τεχνικού φακέλου κατόπιν αιτήματος. |
|
(75) |
Για να καταστεί δυνατή η καλύτερη εκτίμηση της διείσδυσης των σχετικών προϊόντων στην αγορά, για την καλύτερη τεκμηρίωση των μελετών που τροφοδοτούν την κατάρτιση ή την επικαιροποίηση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού και των προγραμμάτων εργασίας και για να διευκολυνθεί ο προσδιορισμός του μεριδίου αγοράς συγκεκριμένων ομάδων προϊόντων προκειμένου να επιταχυνθεί η διατύπωση ή η επανεξέταση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την επιβολή απαίτησης συλλογής επαρκών και αξιόπιστων δεδομένων σχετικά με την πώληση προϊόντων, με την παροχή της δυνατότητας συλλογής των εν λόγω δεδομένων από ή για λογαριασμό της Επιτροπής απευθείας από τους κατασκευαστές ή τους εμπόρους λιανικής πώλησης. Κατά τη θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση και την υποβολή στοιχείων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη μεγιστοποίησης των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τη διείσδυση στην αγορά και την ανάγκη ελαχιστοποίησης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους οικονομικούς φορείς, και ιδίως για τις ΜΜΕ. |
|
(76) |
Προκειμένου να βελτιωθούν οι μελλοντικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και να βελτιωθεί η εμπιστοσύνη των τελικών χρηστών ως προς τον εντοπισμό και τη διόρθωση των αποκλίσεων μεταξύ της ενεργειακής κατανάλωσης κατά τη χρήση και άλλων παραμέτρων επιδόσεων όταν μετρώνται υπό συνθήκες δοκιμής και κατά την πραγματική λειτουργία, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με την πραγματική κατανάλωση ενέργειας των προϊόντων κατά τη χρήση και, κατά περίπτωση, σε άλλες παραμέτρους επιδόσεων. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την επιβολή απαίτησης καταγραφής της κατανάλωσης ενέργειας και άλλων σχετικών παραμέτρων επιδόσεων σε μεμονωμένα προϊόντα, όπως τα οδικά οχήματα, και παρουσίασής τους στον τελικό χρήστη. Για τα προϊόντα που συνδέονται με το διαδίκτυο, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την επιβολή απαίτησης στους οικονομικούς φορείς να συλλέγουν εξ αποστάσεως δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση και να αναφέρουν τα σχετικά δεδομένα στην Επιτροπή, δεδομένου ότι είναι σημαντικό να προσδιορίζονται οι επιδόσεις των προϊόντων και να ενημερώνεται το κοινό. Για τα προϊόντα των οποίων οι επιδόσεις κατά τη χρήση εξαρτώνται επίσης σημαντικά από τις κλιματικές ή γεωγραφικές συνθήκες, θα πρέπει επίσης να συλλέγονται και να υποβάλλονται γενικές κλιματικές ή γεωγραφικές πληροφορίες, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης θέσης των μεμονωμένων συσκευών. Οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να συμφωνούν ρητά στη συλλογή πληροφοριών τις οποίες θεωρούν σκόπιμο να ανταλλάσσουν. Δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη συμπεριφορά των συσκευών που πραγματοποιείται σε ένα πλαίσιο στο οποίο το άτομο μπορεί εύλογα να αναμένει ότι δεν πραγματοποιείται καμία παρακολούθηση ή καταγραφή, ή συλλογή πληροφοριών που θα μπορούσε να παράσχει ή να καταστήσει δυνατή την ταυτοποίηση ατόμων ή την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη συμπεριφορά τους. |
|
(77) |
Προκειμένου να διευκολυνθεί η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, μεταξύ άλλων για να διευκολυνθεί η αξιολόγηση της συμμόρφωσης και η εποπτεία της αγοράς, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να απαιτεί, όταν αιτιολογείται δεόντως, από τους παράγοντες της αλυσίδας εφοδιασμού να παράσχουν δωρεάν πληροφορίες σχετικά με το τι προμηθεύουν, όπως την ποσότητα και τον τύπο ή τη χημική σύνθεση των χρησιμοποιούμενων υλικών ή την εφαρμοζόμενη διαδικασία παραγωγής, ή πληροφορίες σχετικά με τους όρους παροχής των υπηρεσιών τους. Θα πρέπει επίσης να δίνεται η δυνατότητα να επιτρέπεται στους κατασκευαστές να έχουν πρόσβαση στα έγγραφα που περιέχουν τις εν λόγω πληροφορίες ή στις εγκαταστάσεις των φορέων της αλυσίδας εφοδιασμού, ώστε να μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες, εάν οι φορείς της αλυσίδας εφοδιασμού δεν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να επιτρέπει στους κοινοποιημένους οργανισμούς και στις εθνικές αρχές να επαληθεύουν την ακρίβεια των πληροφοριών που σχετίζονται με τις δραστηριότητες των παραγόντων της αλυσίδας εφοδιασμού. |
|
(78) |
Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και εναρμονισμένη εφαρμογή των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται βάσει του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά πτυχές όπως η χρήση ενέργειας ή η ενεργειακή απόδοση, η ανθεκτικότητα και η αξιοπιστία, καθώς και το ανακυκλωμένο περιεχόμενο, η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να μετράται με αξιόπιστες, ακριβείς και αναπαραγώγιμες μεθόδους που λαμβάνουν υπόψη τις γενικώς αποδεκτές πλέον σύγχρονες μεθόδους. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για τα προϊόντα θα πρέπει κατά κανόνα να περιλαμβάνουν τις προδιαγραφές για τις δοκιμές, τις μετρήσεις ή τους υπολογισμούς που απαιτούνται για τη διαπίστωση ή την επαλήθευση της συμμόρφωσης. Επιπλέον, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με την επιβολή απαίτησης χρήσης ψηφιακών εργαλείων που αντικατοπτρίζουν τις εφαρμοστέες απαιτήσεις υπολογισμού, προκειμένου να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη εφαρμογή τους. |
|
(79) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού επιτυγχάνουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματά τους, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ολοκληρωμένες και γενικές διατάξεις, που να είναι εφαρμοστέες σε όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και οι οποίες να απαγορεύουν την καταστρατήγηση των εν λόγω απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απαγορεύεται κάθε πρακτική που οδηγεί σε αδικαιολόγητη μεταβολή των επιδόσεων του προϊόντος κατά τη διάρκεια των δοκιμών συμμόρφωσης, ή εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από τη θέση του προϊόντος σε λειτουργία, με αποτέλεσμα οι δηλωθείσες επιδόσεις να μην αντιστοιχούν στις πραγματικές επιδόσεις του προϊόντος κατά τη χρήση του. |
|
(80) |
Κατά περίπτωση, θα πρέπει να είναι δυνατό οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού να αναφέρονται στη χρήση προτύπων για τη διαπίστωση ή την επαλήθευση της συμμόρφωσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν υπάρχουν φραγμοί στο εμπόριο στην εσωτερική αγορά, τα πρότυπα αυτά θα πρέπει να είναι εναρμονισμένα σε επίπεδο Ένωσης. Μόλις εκδοθούν τα στοιχεία αναφοράς σε τέτοια πρότυπα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46) και δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τα εν λόγω πρότυπα θα πρέπει να θεωρούνται συμμορφούμενα με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στον βαθμό που καλύπτονται από τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα. Ομοίως, οι μέθοδοι δοκιμών, μέτρησης ή υπολογισμού που συμμορφώνονται με τα εναρμονισμένα πρότυπα θα πρέπει να θεωρούνται συμμορφούμενες με τις απαιτήσεις δοκιμών, μέτρησης και μεθόδων υπολογισμού που καθορίζονται στις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τη θέσπιση απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, στον βαθμό που καλύπτονται από τα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα. |
|
(81) |
Το ισχύον ενωσιακό πλαίσιο τυποποίησης, το οποίο βασίζεται στις αρχές της νέας προσέγγισης που καθορίζονται στο ψήφισμα του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1985, για νέα προσέγγιση στο θέμα της τεχνικής εναρμόνισης και τυποποίησης (47) και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, αποτελεί το προκαθορισμένο πλαίσιο για την κατάρτιση προτύπων που παρέχουν τεκμήριο συμμόρφωσης με τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ελλείψει σχετικών αναφορών σε εναρμονισμένα πρότυπα, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση κοινών προδιαγραφών, ως έκτακτη εφεδρική λύση ώστε να διευκολύνεται η συμμόρφωση του κατασκευαστή με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, για παράδειγμα όταν η διαδικασία τυποποίησης παρεμποδίζεται λόγω έλλειψης συναίνεσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών ή όταν υπάρχουν καθυστερήσεις στην κατάρτιση εναρμονισμένου προτύπου και δεν μπορεί να τηρηθεί η ταχθείσα προθεσμία. Τέτοιες καθυστερήσεις θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να υπάρξουν όταν δεν επιτυγχάνεται η απαιτούμενη ποιότητα. Επιπλέον, η προσφυγή στη λύση αυτή θα πρέπει να είναι δυνατή όταν η Επιτροπή έχει περιορίσει ή αποσύρει τα στοιχεία αναφοράς των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012. Η συμμόρφωση με τις κοινές προδιαγραφές θα πρέπει επίσης να παρέχει τεκμήριο συμμόρφωσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα, η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των σχετικών ενδιαφερόμενων μερών στη διαδικασία καθορισμού των κοινών προδιαγραφών που καλύπτουν τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. |
|
(82) |
Για να μπορούν οι οικονομικοί φορείς να αποδεικνύουν, και οι αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν, ότι τα προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης που είναι κατάλληλες και αναλογικές προς τη φύση του οικείου προϊόντος και των παραμέτρων του προϊόντος που ρυθμίζονται. Για να εξασφαλιστεί η συνεκτικότητα με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να επιλέγονται από την ενότητα εσωτερικού ελέγχου της παραγωγής που περιλαμβάνεται στον παρόντα κανονισμό και από τις ενότητες που περιλαμβάνονται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48), η αυστηρότητα των οποίων ποικίλλει, από τις λιγότερο αυστηρές έως τις πιο αυστηρές. Για να διασφαλιστεί περαιτέρω ότι η εφαρμοστέα ενότητα είναι κατάλληλη και αναλογική προς τη φύση του οικείου προϊόντος και των παραμέτρων του προϊόντος που ρυθμίζονται, η Επιτροπή θα πρέπει να προσαρμόζει ανάλογα, όπου είναι αναγκαίο, την επιλεγμένη ενότητα. |
|
(83) |
Οι κατασκευαστές θα πρέπει να συντάσσουν δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση των προϊόντων με τον παρόντα κανονισμό. Οι κατασκευαστές θα μπορούν επίσης να υποχρεωθούν από άλλη ενωσιακή νομοθεσία να καταρτίζουν δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας της αγοράς, θα πρέπει να συντάσσεται ενιαία δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ όσον αφορά όλη την ενωσιακή νομοθεσία. Για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης των οικονομικών φορέων, θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα η εν λόγω ενιαία δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ να είναι φάκελος που περιλαμβάνει τις σχετικές επιμέρους δηλώσεις συμμόρφωσης ΕΕ. |
|
(84) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (49) θεσπίζει κανόνες για τη διαπίστευση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και καθορίζει τις γενικές αρχές που διέπουν τη σήμανση CE και τη σχέση της με άλλες σημάνσεις. Ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στα προϊόντα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που επωφελούνται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Ένωσης πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας δημόσιων συμφερόντων, όπως είναι η ανθρώπινη υγεία, η ασφάλεια και το περιβάλλον. Όταν έχουν θεσπιστεί απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για ένα προϊόν, η σήμανση CE θα πρέπει να υποδεικνύει τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος με τον παρόντα κανονισμό και τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή του, εφόσον σχετίζονται με το προϊόν. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός προβλέπει τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για ευρύ φάσμα προϊόντων, οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που καθορίζουν τις εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να καθορίζουν κανόνες για τη σήμανση συμμόρφωσης σε σχέση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, ώστε να διασφαλίζεται η συνεκτικότητα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου που εφαρμόζεται στα καλυπτόμενα προϊόντα, να αποτρέπεται η σύγχυση με άλλες σημάνσεις και να ελαχιστοποιείται η διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς. |
|
(85) |
Ορισμένες από τις ενότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που καθορίζονται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ απαιτούν την παρέμβαση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να κοινοποιούν αυτούς τους οργανισμούς στην Επιτροπή. |
|
(86) |
Για να εξασφαλιστεί συνεκτικό επίπεδο ποιότητας κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν οι κοινοποιούσες αρχές που συμμετέχουν στην αξιολόγηση, την κοινοποίηση και την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η κοινοποιούσα αρχή είναι αντικειμενική και αμερόληπτη όσον αφορά τη δραστηριότητά της. Επιπλέον, οι κοινοποιούσες αρχές θα πρέπει να υποχρεούνται να διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνουν, αλλά θα πρέπει, ωστόσο, να είναι σε θέση να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους κοινοποιημένους οργανισμούς με τις εθνικές αρχές, τις κοινοποιούσες αρχές άλλων κρατών μελών και την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Για την αποτελεσματική εξακρίβωση και παρακολούθηση της επάρκειας και της ανεξαρτησίας των αιτούντων οργανισμών, οι κοινοποιούσες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν μόνο την ακριβή νομική οντότητα που υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τα διαπιστευτήρια των μητρικών ή των αδελφών εταιρειών. Για τον ίδιο λόγο, οι κοινοποιούσες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τους αιτούντες οργανισμούς σε σχέση με όλες τις συναφείς απαιτήσεις και τα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης, με βάση εναρμονισμένα πρότυπα για τις απαιτήσεις και τα καθήκοντα που καλύπτονται από τα εν λόγω πρότυπα. |
|
(87) |
Δεδομένου του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζουν στη διασφάλιση της αξιοπιστίας των αξιολογήσεων της συμμόρφωσης σε σχέση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, είναι σημαντικό οι κοινοποιούσες αρχές να διαθέτουν επαρκή αριθμό ικανού προσωπικού και επαρκή χρηματοδότηση για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων τους. |
|
(88) |
Είναι σημαντικό όλοι οι κοινοποιημένοι οργανισμοί να εκτελούν τα καθήκοντά τους στο ίδιο επίπεδο και υπό συνθήκες ισότιμου ανταγωνισμού και αυτονομίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστούν απαιτήσεις για τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης που επιθυμούν να αποκτήσουν το καθεστώς κοινοποιημένου οργανισμού προκειμένου να παρέχουν δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν ώστε να διασφαλίζεται ότι διατηρείται η επάρκεια του κοινοποιημένου οργανισμού. Για να διασφαλιστεί η αυτονομία του, ο κοινοποιημένος οργανισμός και το προσωπικό που απασχολεί θα πρέπει να υποχρεούνται να διατηρούν την ανεξαρτησία τους έναντι των οικονομικών φορέων στην αξιακή αλυσίδα των προϊόντων για τα οποία έχει κοινοποιηθεί ο οργανισμός και έναντι άλλων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων επιχειρηματικών ενώσεων, καθώς και των μητρικών εταιρειών και αδελφών εταιρειών, των θυγατρικών και των υπεργολάβων. |
|
(89) |
Εάν οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αποδεικνύει συμμόρφωση με τα κριτήρια που ορίζονται σε εναρμονισμένα πρότυπα, τότε θα πρέπει να τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται και με τις αντίστοιχες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. |
|
(90) |
Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συχνά αναθέτουν υπεργολαβικά σε τρίτους ή σε θυγατρική τους μέρη των δραστηριοτήτων τους που συνδέονται με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Για να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, οι υπεργολάβοι και οι θυγατρικές που αξιολογούν τη συμμόρφωση θα πρέπει να πληρούν τις ίδιες απαιτήσεις με τους κοινοποιημένους οργανισμούς όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Για να εξασφαλιστεί αυτό, οι σχετικοί κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να θεσπίσουν διαδικασίες για τη συνεχή παρακολούθηση της επάρκειας, των δραστηριοτήτων και των επιδόσεων των υπεργολάβων ή των θυγατρικών τους, για παράδειγμα μέσω ενός πίνακα προσόντων. |
|
(91) |
Προκειμένου οι κοινοποιούσες αρχές να εξακριβώνουν και να παρακολουθούν αποτελεσματικά την επάρκεια και την ανεξαρτησία των αιτούντων οργανισμών, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να είναι και να παραμένουν αυτόνομοι. Ως εκ τούτου, ορισμένες δραστηριότητες και διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τόσο όσον αφορά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων όσο και άλλες εσωτερικές δραστηριότητες του κοινοποιημένου οργανισμού, θα πρέπει να διεξάγονται αποκλειστικά από τον ίδιο τον εκάστοτε κοινοποιημένο οργανισμό. |
|
(92) |
Για να διευκολύνεται η διαδικασία εξακρίβωσης και παρακολούθησης της επάρκειας και της ανεξαρτησίας των αιτούντων οργανισμών, οι αιτούντες οργανισμοί θα πρέπει να παράσχουν περιγραφή του πώς το συναφές προσωπικό, η θέση και τα καθήκοντα του εν λόγω προσωπικού ανταποκρίνονται στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης, τα καθήκοντα σε σχέση με τα οποία οι εν λόγω οργανισμοί αναμένουν κοινοποίηση, όπως με τη μορφή πίνακα προσόντων, ώστε να μπορεί η κοινοποιούσα αρχή να αξιολογεί αποτελεσματικότερα την επάρκεια του προσωπικού και τη συνεχή αυτονομία των κοινοποιημένων οργανισμών. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να εξασφαλίζουν την εναλλαγή του προσωπικού που εκτελεί διαφορετικά καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης. |
|
(93) |
Επειδή οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί σε ένα κράτος μέλος ενδέχεται να αφορούν προϊόντα που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά ολόκληρης της Ένωσης, κρίνεται σκόπιμο να δοθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή η δυνατότητα να υποβάλλουν ενστάσεις σχετικά με κοινοποιημένο οργανισμό. |
|
(94) |
Για λόγους διευκόλυνσης και επιτάχυνσης της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων, έχει ζωτική σημασία οι κοινοποιημένοι οργανισμοί να εφαρμόζουν τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης με συνέπεια και χωρίς να δημιουργούν περιττή επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς. |
|
(95) |
Πριν από τη λήψη τελικής απόφασης σχετικά με το αν το προϊόν μπορεί να λάβει πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ο οικονομικός φορέας που επιθυμεί να διαθέσει το εν λόγω προϊόν στην αγορά θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να συμπληρώνει μία φορά μόνο τον σχετικό φάκελο. Ο περιορισμός αυτός είναι αναγκαίος για να διασφαλιστεί ότι οι κοινοποιημένοι οργανισμοί δεν θα μπορούν να βοηθήσουν τους κατασκευαστές να προβούν σε αλλαγές έως ότου επιτευχθεί η συμμόρφωση, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι η παρεχόμενη υπηρεσία είναι παρόμοια με συμβουλευτική υπηρεσία και θα μπορούσε στην πράξη να αποδυναμώσει τον χαρακτήρα δημοσίου συμφέροντος των καθηκόντων των κοινοποιημένων οργανισμών. Κατά περίπτωση, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει επίσης να μπορούν να περιορίζουν, να αναστέλλουν ή να ανακαλούν τυχόν πιστοποιητικά ή αποφάσεις έγκρισης. |
|
(96) |
Για να διευκολυνθούν ο εντοπισμός και η επίλυση περιπτώσεων μη συμμόρφωσης κοινοποιημένων οργανισμών, κατασκευαστών ή προϊόντων, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να διαβιβάζουν προορατικά τις σχετικές πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους στις κοινοποιούσες αρχές ή στις αρχές εποπτείας της αγοράς. |
|
(97) |
Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κοινοποιημένων οργανισμών και των αρχών εποπτείας της αγοράς, μεταξύ άλλων και από άλλα κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτόν, οι κοινοποιούσες αρχές και οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να διασφαλίζουν τη συνέχεια στα αιτήματα παροχής πληροφοριών από τις αρχές εποπτείας της αγοράς. |
|
(98) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει τον κατάλληλο συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των κοινοποιημένων οργανισμών. Για να εξασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, οι κοινοποιημένοι οργανισμοί θα πρέπει να συζητούν και να συντονίζουν θέματα για τα οποία υπάρχει πιθανή διάσταση απόψεων. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κάθε σχετική κατευθυντήρια γραμμή και σύσταση που εκδίδεται από τις αρμόδιες τεχνικές επιτροπές των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης. |
|
(99) |
Προκειμένου να δοθούν κίνητρα στους καταναλωτές για να κάνουν βιώσιμες επιλογές, ιδίως όταν τα πιο βιώσιμα προϊόντα δεν είναι επαρκώς οικονομικά προσιτά, θα μπορούσαν να προβλεφθούν μηχανισμοί όπως τα οικολογικά κουπόνια (eco-vouchers) και η πράσινη φορολογία. Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν κίνητρα για την επιβράβευση των προϊόντων με τις καλύτερες επιδόσεις, θα πρέπει να το πράττουν στοχεύοντας τα εν λόγω κίνητρα στα προϊόντα που εντάσσονται στις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων που καθορίστηκαν από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδόθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, οι οποίες δεν λαμβάνονται απαραιτήτως σωρευτικά, σε περίπτωση που οι κατηγορίες επιδόσεων καθορίζονται σε σχέση με περισσότερες από μία παραμέτρους. Για τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369 ή για τα ελαστικά που καλύπτονται από απαιτήσεις σήμανσης όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (50), θα πρέπει να εφαρμόζονται τα κριτήρια που καθορίζονται στο πλαίσιο αυτών των δύο πράξεων αντί εκείνων του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να μπορούν να απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος με βάση την κατηγορία επιδόσεών του. Η θέσπιση κινήτρων από τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή των ενωσιακών κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. |
|
(100) |
Οι δημόσιες συμβάσεις ανέρχονται στο 14 % του ΑΕΠ της Ένωσης. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμβολή στην επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας, στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και της αποδοτικής χρήσης των πόρων και στη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία που προστατεύει τη δημόσια υγεία και τη βιοποικιλότητα, διασφαλίζοντας ότι υπάρχει επαρκής ζήτηση για προϊόντα που είναι πιο βιώσιμα από περιβαλλοντική άποψη, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς θα πρέπει, κατά περίπτωση, να ευθυγραμμίζουν τις συμβάσεις τους με συγκεκριμένες απαιτήσεις για πράσινες δημόσιες συμβάσεις. Σε σύγκριση με την εθελοντική προσέγγιση, οι υποχρεωτικές απαιτήσεις για πράσινες δημόσιες συμβάσεις θα διασφαλίσουν τη μεγιστοποίηση της αξιοποίησης των δημόσιων δαπανών για την τόνωση της ζήτησης για προϊόντα με καλύτερες επιδόσεις. Είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να παρέχουν βοήθεια στις εθνικές αναθέτουσες αρχές για την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και την επανειδίκευση του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις. Οι εν λόγω απαιτήσεις για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις θα πρέπει να αποτελούν ελάχιστες απαιτήσεις, γεγονός που σημαίνει ότι οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζουν πρόσθετες και πιο αυστηρές απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και αντικειμενικότητα και δεν θα πρέπει να εισάγουν διακρίσεις. Η διαδικασία σύναψης δημόσιων συμβάσεων θα πρέπει να διεξάγεται από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς σύμφωνα με την οδηγία 2014/24/ΕΕ (51) και την οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (52) και με την ισχύουσα τομεακή νομοθεσία, καθώς και με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας για τις δημόσιες συμβάσεις και άλλων διεθνών συμφωνιών από τις οποίες δεσμεύεται η Ένωση. Οι εν λόγω απαιτήσεις δεν θίγουν τη δυνατότητα των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων να βασίζονται σε παρεκκλίσεις ή εξαιρέσεις όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο, ιδίως στις οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ. Οι απαιτήσεις που καθορίζονται για συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων θα πρέπει να τηρούνται όχι μόνο κατά την απευθείας προμήθεια των εν λόγω προϊόντων στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων προμηθειών, αλλά και στις συμβάσεις δημόσιων έργων ή δημόσιων υπηρεσιών, όταν τα εν λόγω προϊόντα θα χρησιμοποιηθούν για δραστηριότητες που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με τις πτυχές των προϊόντων που εξετάζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που ρυθμίζει τα εν λόγω προϊόντα. Στο πλαίσιο των εν λόγω απαιτήσεων, η Επιτροπή θα μπορούσε να καθορίσει ελάχιστες υποχρεωτικές τεχνικές προδιαγραφές σύμφωνα με τις οποίες τα προϊόντα πρέπει να συμμορφώνονται με τα βέλτιστα δυνατά επίπεδα επιδόσεων, όπως ορίζονται στις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, με τις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων ή βαθμολογίες. Ως εκ τούτου, για παράδειγμα, θα είναι υποχρεωτικό για τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να απαιτούν τα προϊόντα των προσφερόντων να πληρούν συγκεκριμένες απαιτήσεις αποτυπώματος άνθρακα. Σύμφωνα με το πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, οι εν λόγω ελάχιστες υποχρεωτικές τεχνικές προδιαγραφές θα πρέπει να αποφεύγουν τον τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού και την ευνοϊκή μεταχείριση ενός συγκεκριμένου οικονομικού φορέα. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να θεσπίσει ελάχιστα υποχρεωτικά κριτήρια ανάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της απόδοσης ειδικής στάθμισης, μεταξύ 15 % και 30 %, στα εν λόγω κριτήρια, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την επιλογή των προϊόντων υπέρ εκείνων που είναι πιο περιβαλλοντικά βιώσιμα. Ως εκ τούτου, για παράδειγμα, θα είναι υποχρεωτικό για τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να αποδίδουν στο ανακυκλωμένο περιεχόμενο των εν λόγω προϊόντων ελάχιστη στάθμιση μεταξύ 20 % και 30 %. Κατά συνέπεια, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, στην ειδική διαδικασία ανάθεσης, θα έχουν τη δυνατότητα να αποδίδουν στάθμιση άνω του 30 %, αλλά όχι χαμηλότερη από 20 %, στο ανακυκλωμένο περιεχόμενο. Τα κριτήρια ανάθεσης θα πρέπει να προτιμώνται από τις τεχνικές προδιαγραφές όταν υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με τη διαθεσιμότητα ή το κόστος των προϊόντων με τις καλύτερες επιδόσεις στην αγορά της Ένωσης. Η Επιτροπή θα μπορούσε επίσης να θέσει όρους και στόχους για την εκτέλεση της σύμβασης, σύμφωνα με τους οποίους, για παράδειγμα, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς θα πρέπει, για παράδειγμα, να αναθέτουν τουλάχιστον το 50 % των ετήσιων προμηθειών τους για ορισμένα προϊόντα σε προϊόντα που περιέχουν πάνω από 70 % ανακυκλώσιμα υλικά. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν ακόμη να θέσουν υψηλότερους στόχους για την προμήθεια των εν λόγω προϊόντων. Κατά την εκπόνηση εκτελεστικών πράξεων και ιδίως κατά την εξέταση της οικονομικής σκοπιμότητας για τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα καλύτερα δυνατά περιβαλλοντικά προϊόντα και τις καλύτερες δυνατές περιβαλλοντικές λύσεις που διατίθενται στην αγορά, τις επιπτώσεις των απαιτήσεων στον ανταγωνισμό και το γεγονός ότι οι διάφορες αναθέτουσες αρχές και αναθέτοντες φορείς σε διαφορετικά κράτη μέλη ενδέχεται να έχουν διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες ή άλλους περιορισμούς, όπως σε σχέση με τις κλιματικές συνθήκες ή τις υποδομές δικτύων. |
|
(101) |
Δεν θα πρέπει να απαγορεύεται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν εθνικά μέτρα για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις όσον αφορά ομάδες προϊόντων για τις οποίες δεν έχουν ακόμη καθοριστεί απαιτήσεις για τις δημόσιες συμβάσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ή να θεσπίζουν αυστηρότερες εθνικές απαιτήσεις όσον αφορά προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εκτελεστικών πράξεων που καθορίζουν απαιτήσεις για τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι τέτοια μέτρα και απαιτήσεις συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο. |
|
(102) |
Η αποτελεσματική επιβολή των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού έχει ουσιαστική σημασία για τη διασφάλιση του ισότιμου ανταγωνισμού στην αγορά της Ένωσης και για τη διασφάλιση της επίτευξης των προσδοκώμενων οφελών και της συμβολής του παρόντος κανονισμού στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα, την ενέργεια και την κυκλικότητα. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020, που καθορίζει οριζόντιο πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς και τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, θα πρέπει να εφαρμόζεται στα προϊόντα για τα οποία καθορίζονται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, στον βαθμό που δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις με τον ίδιο στόχο, χαρακτήρα ή αποτέλεσμα στον παρόντα κανονισμό. Επιπλέον, για να μειωθούν τα προβληματικά επίπεδα μη συμμόρφωσης των προϊόντων που καλύπτονται από μέτρα εφαρμογής τα οποία θεσπίζονται δυνάμει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη της μη συμμόρφωσης με τις μελλοντικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, και λαμβανομένων υπόψη του ευρύτερου πεδίου εφαρμογής και της αυξημένης φιλοδοξίας του παρόντος κανονισμού σε σύγκριση με την οδηγία 2009/125/ΕΚ, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικούς πρόσθετους κανόνες που θα συμπληρώνουν το πλαίσιο που δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020. Οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να αποσκοπούν στην περαιτέρω ενίσχυση του σχεδιασμού, του συντονισμού και της στήριξης των προσπαθειών των κρατών μελών και θα πρέπει να παρέχουν πρόσθετα εργαλεία στην Επιτροπή ώστε να τη βοηθούν να διασφαλίσει ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη της μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
|
(103) |
Πέρα από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, οι τελωνειακές αρχές μπορούν επίσης να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην επιβολή του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τα εισαγόμενα εμπορεύματα και μπορούν να βασίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου (53) για τον σκοπό αυτόν. |
|
(104) |
Για να διασφαλιστεί η διενέργεια κατάλληλων ελέγχων σε επαρκή κλίμακα σε σχέση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, στο πλαίσιο της εθνικής τους στρατηγικής εποπτείας της αγοράς που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίσουν ειδική ενότητα με τα προϊόντα ή τις απαιτήσεις που έχουν καθορίσει ως προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς βάσει του παρόντος κανονισμού και οι δραστηριότητες που προγραμματίζονται για τη μείωση ή την παύση της μη συμμόρφωσης των σχετικών προϊόντων ή της μη συμμόρφωσης με τις σχετικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
|
(105) |
Οι προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς βάσει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να προσδιορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως τα παρατηρούμενα επίπεδα μη συμμόρφωσης ή οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκύπτουν από τη μη συμμόρφωση. Οι δραστηριότητες που προγραμματίζονται για την αντιμετώπιση των εν λόγω προτεραιοτήτων θα πρέπει με τη σειρά τους να είναι ανάλογες προς τα στοιχεία που οδηγούν στην ιεράρχησή τους. |
|
(106) |
Με βάση τα δεδομένα που καταχωρίζονται στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, η Επιτροπή θα πρέπει να συντάσσει έκθεση με πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν, τα επίπεδα μη συμμόρφωσης που παρατηρήθηκαν και τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε σχέση με τη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού κατά τα τέσσερα προηγούμενα ημερολογιακά έτη. H έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει σύγκριση των δραστηριοτήτων των κρατών μελών με τις προγραμματιζόμενες δραστηριότητες, ενδεικτικά κριτήρια συγκριτικής αξιολόγησης και κατάλογο προτεραιοτήτων για τις αρχές εποπτείας της αγοράς. Κατά την εξέταση της έκδοσης εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα τα αποτελέσματα των εκθέσεων που έχει συντάξει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό βάσει των πληροφοριών που εισάγουν οι αρχές εποπτείας της αγοράς στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, και θα πρέπει να εξετάζει, κατά περίπτωση, τα προϊόντα ή τις ομάδες προϊόντων που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, σχετικά με το ποιοι συγκεκριμένοι κίνδυνοι ή σοβαρές παραβάσεις εντοπίζονται συνεχώς, προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό. |
|
(107) |
Για να ενισχυθεί περαιτέρω ο συντονισμός των αρχών εποπτείας της αγοράς, η ομάδα διοικητικής συνεργασίας («ADCO») που συγκροτείται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει, για τους σκοπούς του προσδιορισμού των προϊόντων ή των απαιτήσεων που καθορίζονται ως προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς δυνάμει του παρόντος κανονισμού και των προγραμματιζόμενων δραστηριοτήτων για τη μείωση ή την παύση της μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό, να συνεδριάζει σε τακτά χρονικά διαστήματα και να προσδιορίζει κοινές προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στις εθνικές στρατηγικές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών, προτεραιότητες για την παροχή ενωσιακής στήριξης, και απαιτήσεις που εγκρίνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι οποίες εφαρμόζονται ή ερμηνεύονται διαφορετικά, οδηγώντας έτσι σε στρέβλωση της αγοράς. |
|
(108) |
Για να στηρίξει τα κράτη μέλη στις προσπάθειές τους να διασφαλίσουν τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη της μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, να κάνει χρήση των μέτρων στήριξης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020. Η Επιτροπή θα πρέπει να οργανώνει και, κατά περίπτωση, να χρηματοδοτεί κοινά έργα εποπτείας της αγοράς και δοκιμών σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, κοινές επενδύσεις σε ικανότητες εποπτείας της αγοράς και κοινά προγράμματα κατάρτισης για το προσωπικό των αρχών εποπτείας της αγοράς, των τελωνειακών αρχών, των κοινοποιουσών αρχών και των κοινοποιημένων οργανισμών. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής και επιβολής των απαιτήσεων που εγκρίνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όπου αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλίζεται η εναρμονισμένη εφαρμογή τους. |
|
(109) |
Τα προϊόντα θα πρέπει να διατίθενται στην αγορά μόνον εάν δεν παρουσιάζουν κίνδυνο. Για την καλύτερη εναρμόνιση με τον ειδικό χαρακτήρα των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι προσπάθειες εποπτείας της αγοράς επικεντρώνονται στη μη συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις, ένα προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο θα πρέπει, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, να ορίζεται ως προϊόν το οποίο, καθώς δεν συμμορφώνεται με απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού ή επειδή ένας υπεύθυνος οικονομικός φορέας δεν συμμορφώνεται με απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το περιβάλλον ή άλλα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται από τις εν λόγω απαιτήσεις. Αυτός ο πιο συγκεκριμένος ορισμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εφαρμογή των άρθρων 19 και 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020. |
|
(110) |
Θα πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία βάσει της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη θα ενημερώνονται για τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν όσον αφορά τα προϊόντα που παρουσιάζουν κίνδυνο. Θα πρέπει επίσης να παρέχεται η δυνατότητα στις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών, σε συνεργασία με τους σχετικούς οικονομικούς φορείς, να ενεργούν σε πρώιμο στάδιο όσον αφορά τέτοιου είδους προϊόντα. Για τον σκοπό αυτόν, η ρήτρα διασφάλισης που περιλαμβάνεται επί του παρόντος στην οδηγία 2009/125/ΕΚ θα πρέπει να επικαιροποιηθεί και να εναρμονιστεί με τις διαδικασίες διασφάλισης που περιλαμβάνονται σε άλλες ενωσιακές νομοθετικές πράξεις εναρμόνισης και στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ. |
|
(111) |
Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα όταν διαπιστώνεται ότι είτε ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού είτε ότι ο οικονομικός φορέας έχει παραβιάσει τους κανόνες για τη διάθεση ή τη διαθεσιμότητα προϊόντων στην αγορά ή άλλους κανόνες που το αφορούν. |
|
(112) |
Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (54). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. |
|
(113) |
Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τα εξής: α) τη θέσπιση διαδικασιών έκδοσης και επαλήθευσης των ψηφιακών διαπιστευτηρίων για την πρόσβαση στα δεδομένα που αποθηκεύονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος από οικονομικούς φορείς και άλλους σχετικούς φορείς βάσει των αντίστοιχων δικαιωμάτων τους, β) τον καθορισμό των ρυθμίσεων εφαρμογής για τη διασύνδεση του μητρώου και του συστήματος ενιαίας θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών, συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού καταχώρισης· γ) τη θέσπιση κοινών απαιτήσεων για τη διάταξη των ετικετών· δ) την έγκριση και επικαιροποίηση καταλόγου μέτρων αυτορρύθμισης ως εναλλακτικών λύσεων αντί της θέσπισης κατ’ εξουσιοδότησης πράξης σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· ε) τον καθορισμό των στοιχείων και του μορφότυπου για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών σχετικά με τα μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα που έχουν απορριφθεί· στ) τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση των κοινών προδιαγραφών για τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, τις βασικές απαιτήσεις για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων ή τις απαιτήσεις δοκιμών, μέτρησης ή υπολογισμού· ζ) τον καθορισμό ελάχιστων απαιτήσεων για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων για την αγορά προϊόντων που καλύπτονται από απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, ή για έργα ή υπηρεσίες, όταν τα εν λόγω προϊόντα χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων· και η) τη λήψη απόφασης, σύμφωνα με την ενωσιακή διαδικασία διασφάλισης, για το αν εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο ή όχι. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (55). |
|
(114) |
Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά, ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωση των προϊόντων με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, το κοινό πρέπει να είναι βέβαιο ότι οι οικονομικοί φορείς που διαθέτουν μη συμμορφούμενα προϊόντα στην αγορά θα υπόκεινται σε κυρώσεις. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και να διασφαλίσουν την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές και να περιλαμβάνουν τουλάχιστον πρόστιμα και χρονικά περιορισμένο αποκλεισμό από τις διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων. Με την επιφύλαξη της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών και της διακριτικής ευχέρειας των αρμόδιων αρχών και δικαστών να επιβάλλουν κατάλληλες κυρώσεις σε μεμονωμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να θεσπιστούν κοινά ενδεικτικά κριτήρια για τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των κυρώσεων που θα πρέπει να επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να διευκολυνθεί η συνεκτικότερη εφαρμογή των κυρώσεων. Τα εν λόγω κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης, την οικονομική κατάσταση του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από τον συνολικό κύκλο εργασιών ή το ετήσιο εισόδημα, και τα οικονομικά οφέλη που προέκυψαν και προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω οφέλη μπορούν να προσδιοριστούν. |
|
(115) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού. Σύμφωνα με την παράγραφο 22 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται σε πέντε κριτήρια, και συγκεκριμένα την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα, τη συνάφεια, τη συνεκτικότητα και την προστιθέμενη αξία, και θα πρέπει να αποτελεί τη βάση των εκτιμήσεων επιπτώσεων για ενδεχόμενα περαιτέρω μέτρα. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τον αντίκτυπό του στην περιβαλλοντική βιωσιμότητα των προϊόντων και στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Κατά περίπτωση, η έκθεση θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόταση τροποποίησης του παρόντος κανονισμού. |
|
(116) |
Είναι σκόπιμο η Επιτροπή να αξιολογήσει τα πιθανά οφέλη του καθορισμού απαιτήσεων και σε σχέση με τις κοινωνικές πτυχές των προϊόντων. Στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει σε ποιο βαθμό οι εν λόγω απαιτήσεις θα μπορούσαν να συμπληρώσουν την ενωσιακή νομοθεσία, αντιμετωπίζοντας έτσι τις δυσμενείς επιπτώσεις στα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων και από τα προϊόντα. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργήσει αξιολόγηση εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τα πιθανά οφέλη της συμπερίληψης απαιτήσεων κοινωνικής βιωσιμότητας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή Περιφερειών έκθεση σχετικά με την αξιολόγηση. Εάν κρίνεται σκόπιμο, η έκθεση θα πρέπει να συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για τροποποίηση του παρόντος κανονισμού. |
|
(117) |
Για να διευκολυνθεί η ιδιωτική επιβολή του παρόντος κανονισμού, οι καταναλωτές που έχουν υποστεί ζημία λόγω μη συμμόρφωσης ενός προϊόντος με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν αποζημίωση για την εν λόγω ζημία από τον κατασκευαστή του προϊόντος ή, εάν ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, από τον εισαγωγέα ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του κατασκευαστή ή, εάν κανένας από αυτούς τους οικονομικούς φορείς δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, από τον πάροχο υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών. Το εν λόγω δικαίωμα αποζημίωσης δεν θα πρέπει να θίγει άλλους τρόπους επανόρθωσης που έχουν στη διάθεσή τους οι καταναλωτές βάσει του ενωσιακού δικαίου, όπως οι τρόποι επανόρθωσης κατά του πωλητή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης των αγαθών που πωλούνται σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (56). Επιπλέον, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να διατηρούν ή να εισάγουν δικαιώματα για τους καταναλωτές σε άλλα μέσα έννομης προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όπως η επισκευή ή η αντικατάσταση προϊόντων που παραβιάζουν τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
|
(118) |
Οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τα δικαιώματά τους σε σχέση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους κατασκευαστές και, κατά περίπτωση, στους εισαγωγείς, τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και τους παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών δυνάμει του παρόντος κανονισμού μέσω αντιπροσωπευτικών αγωγών σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (57). Για τον σκοπό αυτόν, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ότι η οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 εφαρμόζεται στις αντιπροσωπευτικές αγωγές που αφορούν παραβάσεις του παρόντος κανονισμού από κατασκευαστές και, κατά περίπτωση, από εισαγωγείς, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών που χαρακτηρίζονται ως έμποροι σύμφωνα με το άρθρο 3 σημείο 2 της εν λόγω οδηγίας, οι οποίες βλάπτουν ή θα μπορούσαν να βλάψουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών. Συνεπώς, το παράρτημα I της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Εναπόκειται στα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι η εν λόγω τροποποίηση θα αποτυπώνεται στα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο που θεσπίζουν σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, παρά το γεγονός ότι η θέσπιση σχετικών μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τις αντιπροσωπευτικές αγωγές. Η δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας σε αντιπροσωπευτικές αγωγές για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού από κατασκευαστές και, κατά περίπτωση, από εισαγωγείς, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και παρόχους υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών, παραβάσεις οι οποίες βλάπτουν ή θα μπορούσαν να βλάψουν τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών, θα πρέπει να αρχίσει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. |
|
(119) |
Είναι απαραίτητο οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού να εφαρμόζονται στο ευρύτερο δυνατό φάσμα προϊόντων και όχι μόνο στα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα και να διευρυνθεί ο ορισμός των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού ώστε να καλύπτει όλες τις πτυχές της κυκλικότητας. Είναι επίσης αναγκαίο να εναρμονιστεί ο παρών κανονισμός με το νέο νομοθετικό πλαίσιο που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ και να βελτιωθούν οι διατάξεις που αφορούν την εποπτεία της αγοράς. Η οδηγία 2009/125/ΕΚ θα πρέπει, επομένως, να αντικατασταθεί. Για να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου για όλους τους οικονομικούς φορείς από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά, οι διατάξεις που θεσπίζουν υποχρεώσεις διαφάνειας σε σχέση με την απόρριψη μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, την καταστρατήγηση και την εποπτεία της αγοράς θα πρέπει να εφαρμόζονται ομοιόμορφα για όλους τους φορείς σε ολόκληρη την Ένωση. Κατά συνέπεια, η οδηγία 2009/125/ΕΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από κανονισμό. |
|
(120) |
Στο πρόγραμμα εργασίας 2022-2024 για τον οικολογικό σχεδιασμό και την ενεργειακή επισήμανση, που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 4ης Μαΐου 2022, προσδιορίστηκαν οι πολιτικές προτεραιότητες για τις εργασίες σχετικά με τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα. Όταν τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την αξιολόγηση της σκοπιμότητας των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού σύμφωνα με την οδηγία 2009/125/ΕΚ θα σημειώσουν ουσιαστική πρόοδο για φωτοβολταϊκούς συλλέκτες, θερμαντήρες χώρου και συνδυασμένης λειτουργίας, θερμαντήρες νερού, τοπικούς θερμαντήρες χώρου με στερεό καύσιμο, κλιματιστικά, συμπεριλαμβανομένων αντλιών θερμότητας αέρα-αέρα και ανεμιστήρων δροσισμού, λέβητες στερεού καυσίμου, μονάδες εξαερισμού για θέρμανση και ψύξη αέρα, ηλεκτρικές σκούπες, συσκευές μαγειρέματος, αντλίες νερού, ανεμιστήρες βιομηχανικής χρήσης, κυκλοφορητές, εξωτερικά τροφοδοτικά ισχύος, υπολογιστές, διακομιστές και προϊόντα αποθήκευσης δεδομένων, μετασχηματιστές ισχύος και επαγγελματικό εξοπλισμό ψύξης και εξοπλισμό απεικόνισης. Χάρη στις εν λόγω προπαρασκευαστικές εργασίες εντοπίστηκαν πολυάριθμοι τομείς στους οποίους μπορεί να εξοικονομηθεί ενέργεια και υλικό και πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες διαβουλεύσεις με τους πολίτες και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επανέναρξη αυτών των προπαρασκευαστικών εργασιών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού θα καθυστερούσε σημαντικά τη θέσπιση απαιτήσεων σχετικά με την εξοικονόμηση ενέργειας και υλικών για τα εν λόγω προϊόντα. Για να διασφαλιστεί ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες δεν θα αχρηστευθούν, είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθούν μεταβατικοί κανόνες που θα επιτρέπουν τη θέσπιση εκτελεστικών μέτρων για τα εν λόγω προϊόντα σύμφωνα με την οδηγία 2009/125/ΕΚ, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Επιπλέον, και προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία των εκτελεστικών μέτρων που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, οι αναγκαίες τροποποιήσεις για την αντιμετώπιση των τεχνικών ζητημάτων θα πρέπει να εγκριθούν, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της εν λόγω οδηγίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030. |
|
(121) |
Για να διασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και η συνέχεια για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία σύμφωνα με τα μέτρα εφαρμογής που θεσπίζονται βάσει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, στην έκδοσή της που ισχύει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ και μετά την εν λόγω ημερομηνία και έως ότου καταργηθούν με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Για τους ίδιους λόγους, ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2009/125/ΕΚ θα πρέπει να συνεχίσουν να παράγουν πλήρη αποτελέσματα στο πλαίσιο της εφαρμογής των εν λόγω μέτρων εφαρμογής. Πρόκειται ειδικότερα για τις διατάξεις της οδηγίας 2009/125/ΕΚ που αφορούν την εξαίρεση των μέσων μεταφοράς εμπορευμάτων ή προσώπων από το πεδίο εφαρμογής της, τη διατύπωση ορισμών σχετικών με τα μέτρα εφαρμογής, τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων των οικονομικών φορέων σε σχέση με τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά, τον προσδιορισμό των λεπτομερειών των σχετικών διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΚ, τη θέσπιση τεκμηρίου συμμόρφωσης για τα προϊόντα στα οποία έχει απονεμηθεί το οικολογικό σήμα της ΕΕ και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων σε σχέση με τα εναρμονισμένα πρότυπα. Δεδομένης της σημασίας να διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, να απαγορεύονται οι πρακτικές που μεταβάλλουν παράνομα τις επιδόσεις των προϊόντων προκειμένου να επιτευχθεί ευνοϊκότερο αποτέλεσμα και να εξασφαλίζεται η ορθή επιβολή των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται στα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που διατίθενται στην αγορά σύμφωνα με τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 2009/125/ΕΚ. |
|
(122) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων και η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας, στην εσωτερική αγορά, προϊόντων για τα οποία καθορίζονται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, λόγω της κλίμακάς τους και των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν μόνο σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει πλαίσιο για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού τις οποίες πρέπει να πληρούν τα προϊόντα προκειμένου να διατίθενται στην αγορά ή να τίθενται σε λειτουργία, με σκοπό τη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων, ώστε τα βιώσιμα προϊόντα να γίνουν ο κανόνας και να μειωθεί το συνολικό αποτύπωμα άνθρακα και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των προϊόντων κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους και τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας βιώσιμων προϊόντων στην εσωτερική αγορά.
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει επίσης το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, προβλέπει τον καθορισμό υποχρεωτικών απαιτήσεων για τις οικολογικές δημόσιες συμβάσεις και δημιουργεί πλαίσιο για την πρόληψη της καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων.
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε κάθε υλικό αγαθό που διατίθεται στην αγορά ή τίθεται σε λειτουργία, συμπεριλαμβανομένων των συστατικών μερών και των ενδιάμεσων προϊόντων. Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται σε:
|
α) |
τρόφιμα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002· |
|
β) |
ζωοτροφές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002· |
|
γ) |
φάρμακα, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ· |
|
δ) |
κτηνιατρικά φάρμακα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/6· |
|
ε) |
ζώντα φυτά, ζώα και μικροοργανισμούς· |
|
στ) |
προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης· |
|
ζ) |
προϊόντα φυτών και ζώων που συνδέονται άμεσα με τη μελλοντική αναπαραγωγή τους· |
|
η) |
οχήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 167/2013, στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 168/2013 και στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/858, όσον αφορά τις πτυχές του προϊόντος για τις οποίες καθορίζονται απαιτήσεις βάσει τομεακών νομοθετικών πράξεων της Ένωσης που ισχύουν για τα εν λόγω οχήματα. |
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
«προϊόν»: κάθε υλικό αγαθό που διατίθεται στην αγορά ή τίθεται σε λειτουργία· |
|
2) |
«συστατικό μέρος»: προϊόν που προορίζεται να ενσωματωθεί σε άλλο προϊόν· |
|
3) |
«ενδιάμεσο προϊόν»: προϊόν για το οποίο απαιτείται περαιτέρω κατασκευή ή μεταποίηση, όπως ανάμειξη, επίχριση ή συναρμολόγηση, ώστε να καταστεί κατάλληλο για τους τελικούς χρήστες· |
|
4) |
«συνδεόμενο με την ενέργεια προϊόν»: κάθε προϊόν που επηρεάζει την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση του· |
|
5) |
«ομάδα προϊόντων»: σύνολο προϊόντων που εξυπηρετούν ανάλογους σκοπούς και είναι ομοειδή όσον αφορά τη χρήση τους ή έχουν παρόμοιες λειτουργικές ιδιότητες, είναι δε ομοειδή όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές· |
|
6) |
«οικολογικός σχεδιασμός»: η ενσωμάτωση παραμέτρων περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος και στις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα του προϊόντος· |
|
7) |
«απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού»: απαίτηση επιδόσεων ή απαίτηση παροχής πληροφοριών που αποσκοπεί να αυξήσει την περιβαλλοντική βιωσιμότητα ενός προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα του προϊόντος· |
|
8) |
«απαίτηση επιδόσεων»: ποσοτική ή μη ποσοτική απαίτηση για ένα προϊόν ή σε σχέση με ένα προϊόν για την επίτευξη ορισμένου επιπέδου επιδόσεων σε σχέση με μια παράμετρο προϊόντος που αναφέρεται στο παράρτημα Ι· |
|
9) |
«απαίτηση παροχής πληροφοριών»: η υποχρέωση να συνοδεύεται ένα προϊόν από πληροφορίες όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2· |
|
10) |
«αλυσίδα εφοδιασμού»: όλες οι ανάντη δραστηριότητες και διαδικασίες της αξιακής αλυσίδας του προϊόντος, έως το σημείο κατά το οποίο το προϊόν φθάνει στον πελάτη· |
|
11) |
«αξιακή αλυσίδα»: όλες οι δραστηριότητες και διαδικασίες που αποτελούν μέρος του κύκλου ζωής ενός προϊόντος, καθώς και η πιθανή ανακατασκευή του· |
|
12) |
«κύκλος ζωής»: τα διαδοχικά και αλληλοσυνδεόμενα στάδια της ζωής ενός προϊόντος, τα οποία συνίστανται στην απόκτηση ή παραγωγή πρώτων υλών από φυσικούς πόρους, στην προεπεξεργασία, την κατασκευή, την αποθήκευση, τη διανομή, την εγκατάσταση, τη χρήση, τη συντήρηση, την επισκευή, την αναβάθμιση, την ανακαίνιση και την επαναχρησιμοποίηση, καθώς και στο τέλος του κύκλου ζωής· |
|
13) |
«τέλος του κύκλου ζωής»: το στάδιο του κύκλου ζωής που αρχίζει όταν ένα προϊόν απορρίπτεται και τελειώνει όταν το απόβλητο που προκύπτει από το προϊόν επανέρχεται στη φύση ή εισέρχεται στον κύκλο ζωής άλλου προϊόντος· |
|
14) |
«περιβαλλοντικές επιπτώσεις»: κάθε μεταβολή στο περιβάλλον, είτε αρνητική είτε θετική, η οποία προκύπτει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από ένα προϊόν κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του· |
|
15) |
«κατηγορία επιδόσεων»: εύρος επιπέδων επιδόσεων σε σχέση με μία ή περισσότερες παραμέτρους προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, το οποίο καθορίζεται με βάση κοινή μεθοδολογία για το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων, με σειρά που καθιστά δυνατή τη διαφοροποίηση των προϊόντων· |
|
16) |
«ανακατασκευή»: ενέργειες μέσω των οποίων ένα νέο προϊόν παράγεται από αντικείμενα που αποτελούν είτε απόβλητα, προϊόντα ή συστατικά μέρη και μέσω των οποίων πραγματοποιείται τουλάχιστον μία αλλαγή η οποία επηρεάζει σημαντικά την ασφάλεια, τις επιδόσεις, τον σκοπό ή τον τύπο του προϊόντος· |
|
17) |
«αναβάθμιση»: ενέργειες που πραγματοποιούνται για να βελτιωθούν η λειτουργικότητα, οι επιδόσεις, η χωρητικότητα, η ασφάλεια ή η αισθητική ενός προϊόντος· |
|
18) |
«ανακαίνιση»: ενέργειες που πραγματοποιούνται για να προετοιμαστεί, να καθαριστεί, να δοκιμαστεί, να συντηρηθεί και, όπου απαιτείται, να επισκευαστεί ένα προϊόν ή ένα απορριφθέν προϊόν με σκοπό την αποκατάσταση των επιδόσεων ή της λειτουργικότητάς του στο πλαίσιο της προβλεπόμενης χρήσης και του εύρους επιδόσεων που είχαν αρχικά προβλεφθεί στο στάδιο του σχεδιασμού κατά τη στιγμή της διάθεσης του προϊόντος στην αγορά. |
|
19) |
«συντήρηση»: μία ή περισσότερες ενέργειες που πραγματοποιούνται με σκοπό τη διατήρηση ενός προϊόντος σε κατάσταση κατά την οποία μπορεί να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται· |
|
20) |
«επισκευή»: μία ή περισσότερες ενέργειες που πραγματοποιούνται για να επαναφερθεί ένα ελαττωματικό προϊόν ή απόβλητο σε κατάσταση στην οποία εκπληρώνει τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται· |
|
21) |
«πρόωρη αχρήστευση»: χαρακτηριστικό σχεδιασμού προϊόντος ή μεταγενέστερη ενέργεια ή παράλειψη που έχει ως αποτέλεσμα το προϊόν να καταστεί μη λειτουργικό ή λιγότερο αποδοτικό, χωρίς οι εν λόγω αλλαγές στη λειτουργικότητα ή τις επιδόσεις να είναι αποτέλεσμα φυσιολογικής φθοράς. |
|
22) |
«ανθεκτικότητα»: η ικανότητα ενός προϊόντος να διατηρεί με την πάροδο του χρόνου τη λειτουργία και τις επιδόσεις του υπό καθορισμένες συνθήκες χρήσης, συντήρησης και επισκευής· |
|
23) |
«αξιοπιστία»: η πιθανότητα να λειτουργεί ένα προϊόν όπως απαιτείται υπό δεδομένες συνθήκες για δεδομένο χρονικό διάστημα χωρίς να συμβεί περιστατικό που να προκαλεί την απώλεια μιας κύριας ή δευτερεύουσας λειτουργίας του εν λόγω προϊόντος· |
|
24) |
«περιβαλλοντικό αποτύπωμα»: ποσοτικός προσδιορισμός των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που προκύπτουν από ένα προϊόν καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του, είτε σε σχέση με μία μόνο κατηγορία περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε με μια συγκεντρωτική δέσμη κατηγοριών επιπτώσεων με βάση τη μέθοδο περιβαλλοντικού αποτυπώματος προϊόντος που θεσπίζεται από τη σύσταση (EU) 2021/2279 ή άλλες επιστημονικές μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί από διεθνείς οργανισμούς, έχουν δοκιμαστεί ευρέως σε συνεργασία με διάφορους βιομηχανικούς κλάδους και έχουν εγκριθεί ή εφαρμοστεί από την Επιτροπή σε άλλα νομοθετήματα της Ένωσης· |
|
25) |
«αποτύπωμα άνθρακα»: το άθροισμα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου σε ένα σύστημα προϊόντων, εκφραζόμενο ως ισοδύναμα CO2 και βάσει αξιολόγησης του κύκλου ζωής με χρήση της ενιαίας κατηγορίας επιπτώσεων κλιματικής αλλαγής· |
|
26) |
«αποτύπωμα υλικού»: η συνολική ποσότητα πρώτων υλών που εξορύσσονται για την κάλυψη των αναγκών τελικής κατανάλωσης· |
|
27) |
«ουσία που προκαλεί ανησυχία»: ουσία η οποία:
|
|
28) |
«ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος»: σύνολο δεδομένων που αφορούν συγκεκριμένο προϊόν, το οποίο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και είναι προσβάσιμο με ηλεκτρονικά μέσα μέσω φορέα δεδομένων σύμφωνα με το κεφάλαιο III· |
|
29) |
«φορέας δεδομένων»: γραμμικό σύμβολο γραμμωτού κωδικού, δισδιάστατο σύμβολο ή άλλο μέσο αυτόματης συλλογής δεδομένων ταυτοποίησης που μπορεί να διαβαστεί από συσκευή· |
|
30) |
«μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός προϊόντος»: μοναδική σειρά χαρακτήρων για την ταυτοποίηση ενός προϊόντος, η οποία καθιστά επίσης δυνατή τη δημιουργία διαδικτυακού συνδέσμου προς το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος· |
|
31) |
«μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα»: μοναδική σειρά χαρακτήρων για την ταυτοποίηση παράγοντα που συμμετέχει στην αξιακή αλυσίδα ενός προϊόντος· |
|
32) |
«πάροχος υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ανεξάρτητο τρίτο μέρος, εξουσιοδοτημένο από τον οικονομικό φορέα που διαθέτει το προϊόν στην αγορά ή το θέτει σε λειτουργία και το οποίο επεξεργάζεται τα δεδομένα του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για το εν λόγω προϊόν με σκοπό να καταστήσει τα εν λόγω δεδομένα διαθέσιμα σε οικονομικούς φορείς και άλλους σχετικούς φορείς με δικαίωμα πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα βάσει του παρόντος κανονισμού ή άλλης ενωσιακής νομοθεσίας· |
|
33) |
«μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός εγκατάστασης»: μοναδική σειρά χαρακτήρων για την ταυτοποίηση των τοποθεσιών ή των κτιρίων που συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα ενός προϊόντος ή χρησιμοποιούνται από παράγοντες που συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα ενός προϊόντος· |
|
34) |
«καταστροφή»: η σκόπιμη φθορά ή απόρριψη ενός προϊόντος ως αποβλήτου, με εξαίρεση την απόρριψή του αποκλειστικά για τον σκοπό της παράδοσης του απορριφθέντος προϊόντος για εργασίες προετοιμασίας για επαναχρησιμοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών ανακαίνισης ή ανακατασκευής· |
|
35) |
«πελάτης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει, μισθώνει ή λαμβάνει προϊόν για ιδία χρήση είτε ενεργεί για σκοπούς που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή επαγγελματική του δραστηριότητα είτε όχι· |
|
36) |
«καταναλωτικό προϊόν»: κάθε προϊόν, εξαιρουμένων των συστατικών μερών και των ενδιάμεσων προϊόντων, που προορίζεται κυρίως για τους καταναλωτές· |
|
37) |
«μη πωληθέν καταναλωτικό προϊόν»: κάθε καταναλωτικό προϊόν που δεν έχει πωληθεί, συμπεριλαμβανομένων του πλεονάζοντος αποθέματος, της υπερβολικής αποθεματοποίησης και του νεκρού αποθέματος, και που έχει επιστραφεί από τον καταναλωτή βάσει του δικαιώματος υπαναχώρησής του σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 2011/83/ΕΕ ή, κατά περίπτωση, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε μεγαλύτερης περιόδου υπαναχώρησης που προβλέπεται από τον έμπορο· |
|
38) |
«μέτρο αυτορρύθμισης»: εθελοντική συμφωνία ή κώδικας δεοντολογίας που συνάπτουν οικονομικοί φορείς με δική τους πρωτοβουλία και είναι υπεύθυνοι για την επιβολή τους· |
|
39) |
«διαθεσιμότητα στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν· |
|
40) |
«διάθεση στην αγορά»: η πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά της Ένωσης· |
|
41) |
«θέση σε λειτουργία»: η πρώτη χρήση ενός προϊόντος για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται εντός της Ένωσης· |
|
42) |
«κατασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατασκευάζει ένα προϊόν ή αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την κατασκευή του προϊόντος, και διοχετεύει στην αγορά το προϊόν αυτό υπό την επωνυμία του ή το εμπορικό σήμα του· |
|
43) |
«εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον κατασκευαστή να ενεργεί για λογαριασμό του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων σχετικών με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο κατασκευαστής βάσει του παρόντος κανονισμού· |
|
44) |
«εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση το οποίο διαθέτει προϊόν τρίτης χώρας στην αγορά της Ένωσης· |
|
45) |
«διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, διαφορετικό από τον κατασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο καθιστά προϊόν διαθέσιμο στην αγορά· |
|
46) |
«οικονομικός φορέας»: ο κατασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας, ο διανομέας, ο έμπορος και ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών· |
|
47) |
«ανεξάρτητος φορέας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο είναι ανεξάρτητο από τον κατασκευαστή και εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα στην ανακαίνιση, την επισκευή, τη συντήρηση ή την αναπροσαρμογή χρήσης προϊόντος και περιλαμβάνει φορείς διαχείρισης αποβλήτων, επιχειρήσεις ανακαίνισης, επισκευαστές, κατασκευαστές ή διανομείς εξοπλισμού επισκευής, εργαλείων ή ανταλλακτικών, καθώς και εκδότες τεχνικών πληροφοριών, φορείς που παρέχουν υπηρεσίες επιθεώρησης και δοκιμών και φορείς που παρέχουν κατάρτιση σε εγκαταστάτες, κατασκευαστές και επισκευαστές εξοπλισμού· |
|
48) |
«επαγγελματίας επισκευαστής»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει επαγγελματικές υπηρεσίες επισκευής ή συντήρησης ενός προϊόντος, χωρίς να έχει σημασία αν το εν λόγω πρόσωπο ενεργεί στο πλαίσιο του συστήματος διανομής του κατασκευαστή ή ανεξάρτητα· |
|
49) |
«τεχνική προδιαγραφή»: έγγραφο με το οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα τεχνικά χαρακτηριστικά προϊόντος, διεργασίας ή υπηρεσίας· |
|
50) |
«σήμανση CE»: σήμανση με την οποία ο κατασκευαστής δηλώνει ότι το σχετικό προϊόν συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης· |
|
51) |
«αξιολόγηση της συμμόρφωσης» η διαδικασία με την οποία αποδεικνύεται ότι έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
52) |
«οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης»: οργανισμός ο οποίος πραγματοποιεί δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, περιλαμβανομένης της βαθμονόμησης, της δοκιμής, της πιστοποίησης και της επιθεώρησης· |
|
53) |
«κοινοποιημένος οργανισμός»: οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης που κοινοποιείται σύμφωνα με το κεφάλαιο IX· |
|
54) |
«πάροχος επιγραμμικής αγοράς»: πάροχος ενδιάμεσης υπηρεσίας που χρησιμοποιεί επιγραμμική διεπαφή η οποία επιτρέπει στους πελάτες να συνάπτουν συμβάσεις εξ αποστάσεως με οικονομικούς φορείς για την πώληση προϊόντων που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
55) |
«έμπορος»: διανομέας ή κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προσφέρει προϊόντα προς πώληση, μίσθωση ή πώληση με δόσεις ή εκθέτει προϊόντα σε τελικούς χρήστες στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, μεταξύ άλλων μέσω πωλήσεων εξ αποστάσεως· και περιλαμβάνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που θέτει ένα προϊόν σε λειτουργία στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας· |
|
56) |
«πωλήσεις εξ αποστάσεως»: η προσφορά προϊόντων προς πώληση, μίσθωση ή πώληση με δόσεις, επιγραμμικά ή με άλλες μεθόδους πωλήσεων εξ αποστάσεως, όπου ο δυνητικός πελάτης δεν μπορεί να έχει φυσική πρόσβαση στο προϊόν· |
|
57) |
«προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο»: προϊόν το οποίο, μη συμμορφούμενο με απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό ή σύμφωνα με αυτόν, εκτός από εκείνες που απαριθμούνται στο άρθρο 71 παράγραφος 1, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το περιβάλλον ή άλλα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονται από την εν λόγω απαίτηση· |
|
58) |
«προϊόν που παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο»: προϊόν που παρουσιάζει κίνδυνο για το οποίο, βάσει αξιολόγησης, ο βαθμός της σχετικής μη συμμόρφωσης ή της σχετικής βλάβης θεωρείται ότι απαιτεί ταχεία παρέμβαση από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες οι επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης δεν είναι άμεσες. |
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «ΜΜΕ», «μικρές επιχειρήσεις» και «πολύ μικρές επιχειρήσεις» που παρατίθενται στο άρθρο 2 σημεία 1), 2) και 3) αντίστοιχα του παραρτήματος I της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (58).
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «ουσία» και «μείγμα» του άρθρου 3 σημεία 1) και 2) αντίστοιχα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «διαπίστευση» και «εθνικός οργανισμός διαπίστευσης» του άρθρου 2 σημεία 10) και 11) αντίστοιχα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «απόβλητα», «επικίνδυνα απόβλητα», «επαναχρησιμοποίηση», «ανάκτηση», «προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση» και «ανακύκλωση» που παρατίθενται στο άρθρο 3 σημεία 1), 2), 13), 15), 16) και 17) αντίστοιχα της οδηγίας 2008/98/ΕΚ.
Ισχύει ο ορισμός του όρου «εναρμονισμένο πρότυπο» του άρθρου 2 σημείο 1) στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «αναθέτουσες αρχές» του άρθρου 2 σημείο 1) της οδηγίας 2014/24/ΕΕ και «αναθέτοντες φορείς» του άρθρου 4 σημείο 1) της οδηγίας 2014/25/ΕΕ. «Δημόσιες συμβάσεις»: οι συμβάσεις που καλύπτονται από την οδηγία 2014/24/ΕΕ και την οδηγία 2014/25/ΕΕ.
Ισχύει ο ορισμός του όρου «επεξεργασία» του άρθρου 3 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1807 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (59).
Ισχύει ο ορισμός του όρου «καταναλωτής» του άρθρου 2 σημείο 2) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/771.
Ισχύουν οι ορισμοί των όρων «εποπτεία της αγοράς», «αρχή εποπτείας της αγοράς», «πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών», «επιγραμμική διεπαφή», «διορθωτικό μέτρο», «τελικός χρήστης», «ανάκληση», «απόσυρση», «τελωνειακές αρχές» και «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία» που παρατίθενται στο άρθρο 3 σημεία 3), 4), 11), 15), 16), 21), 22), 23), 24) και 25) αντίστοιχα του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.
Άρθρο 3
Ελεύθερη κυκλοφορία
1. Τα προϊόντα διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία μόνον εφόσον συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που ισχύουν για τα εν λόγω προϊόντα και καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντων που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις επιδόσεων που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 για λόγους μη συμμόρφωσης με εθνικές απαιτήσεις επιδόσεων που αφορούν τις παραμέτρους προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και καλύπτονται από τις απαιτήσεις επιδόσεων που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.
Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντων που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 για λόγους μη συμμόρφωσης με εθνικές απαιτήσεις επιδόσεων που αφορούν τις παραμέτρους προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και καλύπτονται από τις απαιτήσεις επιδόσεων που περιλαμβάνονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δεν εμποδίζονται να καθορίζουν ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1275 και συστημικές απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 της εν λόγω οδηγίας.
4. Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, περιορίζουν ή εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντων για τα οποία κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2, ορίζει ότι απαιτήσεις επιδόσεων, απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ή τόσο απαιτήσεις επιδόσεων όσο και απαιτήσεις παροχής πληροφοριών δεν απαιτούνται για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες παραμέτρους προϊόντος όπως αναφέρονται στο παράρτημα I, λόγω μη συμμόρφωσης με εθνικές απαιτήσεις σχετικά με τις εν λόγω παραμέτρους.
5. Σε εμπορικές και άλλες εκθέσεις και παρόμοιες εκδηλώσεις, τα κράτη μέλη δεν θέτουν εμπόδια στην επίδειξη προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύονται από ευδιάκριτο σήμα που δηλώνει σαφώς ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και δεν είναι προς πώληση έως ότου επιτευχθεί η συμμόρφωσή τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Άρθρο 4
Εξουσιοδοτήσεις για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων
1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 8. Αυτές οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού καθορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7 και το κεφάλαιο III.
2. Η εξουσιοδότηση της παραγράφου 1 περιλαμβάνει τη δυνατότητα να ορίζεται ότι δεν είναι αναγκαία η επιβολή απαιτήσεων επιδόσεων, απαιτήσεων παροχής πληροφοριών ή ούτε απαιτήσεων επιδόσεων ούτε απαιτήσεων παροχής πληροφοριών για ορισμένες παραμέτρους προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα I εάν η απαίτηση που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις εν λόγω απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που εξετάζονται για την οικεία ομάδα προϊόντων.
3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν περιλαμβάνει τη δυνατότητα έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που να ορίζει ότι δεν είναι απαραίτητες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για μια ομάδα προϊόντων.
4. Στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή παρέχει στους οικονομικούς φορείς επαρκή χρόνο για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ανάγκες των ΜΜΕ, ειδικά των πολύ μικρών επιχειρήσεων. Η ημερομηνία εφαρμογής μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης δεν μπορεί να είναι προγενέστερη των 18 μηνών από την έναρξη ισχύος της, εκτός από δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις για ολόκληρη την πράξη ή για ορισμένες ειδικές απαιτήσεις, ή εκτός από περιπτώσεις μερικής κατάργησης ή τροποποίησης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, όπου μπορεί να οριστεί προγενέστερη ημερομηνία εφαρμογής.
5. Στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό προσδιορίζοντας τις εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, επιλέγοντας είτε την ενότητα Α που παρατίθεται στο παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού είτε μία από τις ενότητες B ως H1 που παρατίθενται στο παράρτημα II της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ, με τις προσαρμογές που απαιτούνται για το συγκεκριμένο προϊόν ή τις σχετικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, σύμφωνα με το άρθρο 43 του παρόντος κανονισμού.
Όταν πρέπει να χρησιμοποιούνται διαφορετικές ενότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης του παραρτήματος ΙΙ της απόφασης 768/2008/ΕΚ, σύμφωνα με άλλο ενωσιακό δίκαιο για το ίδιο προϊόν, η ενότητα που προβλέπεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού.
Όταν ο παρών κανονισμός, κατά περίπτωση, εφαρμόζεται σε μια ομάδα προϊόντων κατά τρόπο συμπληρωματικό προς κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων («κανονισμός δομικών προϊόντων»), η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 προσδιορίζει τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, τυχόν συστημάτων που προβλέπονται σύμφωνα με μέτρο δυνάμει του κανονισμού δομικών προϊόντων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της ομάδας προϊόντων, τις σχετικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και το κόστος για τους οικονομικούς φορείς.
6. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μπορούν, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της ομάδας προϊόντων, να περιλαμβάνουν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πρόσθετες απαιτήσεις:
|
α) |
όταν είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς:
|
|
β) |
οι κατασκευαστές, οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί τους ή οι εισαγωγείς να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες προϊόντος που καλύπτεται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου οι οποίες διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1· |
|
γ) |
όταν είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η ενεργειακά αποδοτική χρήση των προϊόντων ή για να εκπονηθούν μελλοντικές απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού:
|
|
δ) |
προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, κανόνες για τις σημάνσεις που δηλώνουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, για προϊόντα που δεν υπόκεινται στην απαίτηση τοποθέτησης της σήμανσης CE πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 47. |
7. Η πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν τίθεται σε ισχύ πριν από τις 19 Ιουλίου 2025.
Άρθρο 5
Απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού
1. Για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων και με βάση τις παραμέτρους προϊόντος που αναφέρονται στο παράρτημα I, οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 είναι τέτοιες ώστε να βελτιώνουν τις ακόλουθες πτυχές του προϊόντος («πτυχές προϊόντων»), όταν οι εν λόγω πτυχές του προϊόντος αφορούν την οικεία ομάδα προϊόντων:
|
α) |
ανθεκτικότητα· |
|
β) |
αξιοπιστία· |
|
γ) |
δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης· |
|
δ) |
δυνατότητα αναβάθμισης· |
|
ε) |
δυνατότητα επισκευής· |
|
στ) |
δυνατότητα συντήρησης και ανακαίνισης· |
|
ζ) |
παρουσία ουσιών που προκαλούν ανησυχία· |
|
η) |
χρήση ενέργειας και ενεργειακή απόδοση· |
|
θ) |
χρήση υδάτων και αποδοτική χρήση των υδάτων· |
|
ι) |
χρήση πόρων και αποδοτική χρήση των πόρων· |
|
ια) |
ανακυκλωμένο περιεχόμενο· |
|
ιβ) |
δυνατότητα ανακατασκευής· |
|
ιγ) |
ανακυκλωσιμότητα· |
|
ιδ) |
δυνατότητα ανάκτησης υλικών· |
|
ιε) |
περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένου του αποτυπώματος άνθρακα και του περιβαλλοντικού αποτυπώματος· |
|
ιστ) |
προβλεπόμενη παραγωγή αποβλήτων. |
2. Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού διασφαλίζουν, κατά περίπτωση, βάσει των παραμέτρων προϊόντος που αναφέρονται στο παράρτημα I, ότι τα προϊόντα δεν καθίστανται πρόωρα αχρηστευμένα για λόγους όπως επιλογές σχεδιασμού από τους κατασκευαστές, χρήση συστατικών μερών που είναι πολύ λιγότερο ανθεκτικά από άλλα συστατικά μέρη, παρεμπόδιση της αποσυναρμολόγησης βασικών συστατικών μερών, μη διαθέσιμες πληροφορίες επισκευής ή μη διαθέσιμα ανταλλακτικά, μη λειτουργικό λογισμικό μετά την ενημέρωση λειτουργικού συστήματος ή μη διαθέσιμες ενημερώσεις λογισμικού.
3. Η Επιτροπή επιλέγει ή αναπτύσσει εργαλεία ή μεθοδολογίες αναλόγως των αναγκών για τον καθορισμό των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού.
4. Απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού ορίζονται για μια συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων. Μπορούν να διαφοροποιούνται για κάθε συγκεκριμένο προϊόν που ανήκει στην εν λόγω συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων.
5. Τα προϊόντα που εξυπηρετούν αποκλειστικά την άμυνα ή την εθνική ασφάλεια εξαιρούνται από τις ομάδες προϊόντων.
6. Η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και για τις ομάδες προϊόντων ή τις πτυχές προϊόντων που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα εργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 18.
7. Όταν δύο ή περισσότερες ομάδες προϊόντων παρουσιάζουν μία ή περισσότερες ομοιότητες που επιτρέπουν την αποτελεσματική βελτίωση μιας πτυχής προϊόντος βάσει κοινών απαιτήσεων παροχής πληροφοριών ή επιδόσεων, μπορούν να καθορίζονται οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για τις εν λόγω ομάδες προϊόντων («οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού»). Κατά την εξέταση του κατά πόσον θα καθοριστούν οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη τις θετικές επιδράσεις των εν λόγω απαιτήσεων προς την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, ιδίως την ικανότητα κάλυψης ευρέος φάσματος ομάδων προϊόντων στην ίδια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Η Επιτροπή μπορεί να συμπληρώνει τις οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού μέσω του καθορισμού απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για μια συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων.
8. Μια απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού μπορεί να καλύπτει προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής μέτρου αυτορρύθμισης το οποίο περιλαμβάνεται στον κατάλογο της εκτελεστικής πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3, σε περίπτωση που το εν λόγω μέτρο αυτορρύθμισης δεν αντιμετωπίζει τις πτυχές του προϊόντος που καλύπτονται από την εν λόγω απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού.
9. Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, για τη βελτίωση των συγκεκριμένων πτυχών του προϊόντος, ένα ή αμφότερα από τα ακόλουθα:
|
α) |
απαιτήσεις επιδόσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 6· |
|
β) |
απαιτήσεις παροχής πληροφοριών όπως ορίζονται στο άρθρο 7. |
10. Κατά την κατάρτιση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή διασφαλίζει τη συνοχή με άλλα νομοθετήματα της Ένωσης και:
|
α) |
λαμβάνει υπόψη:
|
|
β) |
διενεργεί εκτίμηση επιπτώσεων με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία και αναλύσεις και, κατά περίπτωση, βάσει πρόσθετων μελετών και ερευνητικών αποτελεσμάτων που παράγονται στο πλαίσιο των ενωσιακών χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Ο καθορισμός απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού σχετικά με ορισμένες από τις πτυχές προϊόντων δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα λόγω αβεβαιοτήτων σχετικά με τη δυνατότητα καθορισμού απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τη βελτίωση άλλων πτυχών προϊόντων του εν λόγω προϊόντος. Στην εκτίμηση επιπτώσεων, η Επιτροπή:
|
|
γ) |
λαμβάνει υπόψη τις σχετικές τεχνικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως βάση για το ενωσιακό δίκαιο ή τις πράξεις της Ένωσης ή που προκύπτουν από αυτά, συμπεριλαμβανομένων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 66/2010, της οδηγίας 2010/75/ΕΕ, των τεχνικών κριτηρίων ελέγχου που θεσπίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 και των κριτηρίων της ΕΕ για τις οικολογικές δημόσιες συμβάσεις· |
|
δ) |
λαμβάνει υπόψη την προστασία των εμπιστευτικών επιχειρηματικών πληροφοριών· |
|
ε) |
λαμβάνει υπόψη τις απόψεις που εκφράζει το φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού που αναφέρεται στο άρθρο 19 και η ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών που αναφέρεται στο άρθρο 20. |
11. Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
δεν υπάρχει σημαντικός αρνητικός αντίκτυπος στη λειτουργικότητα του προϊόντος σε ό,τι αφορά τον χρήστη· |
|
β) |
δεν υπάρχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία και την ασφάλεια των προσώπων· |
|
γ) |
δεν υπάρχει σημαντικός αρνητικός αντίκτυπος στους καταναλωτές όσον αφορά την οικονομική προσιτότητα των σχετικών προϊόντων, λαμβανομένων επίσης υπόψη της πρόσβασης σε μεταχειρισμένα προϊόντα, της ανθεκτικότητας και του κόστους του κύκλου ζωής των προϊόντων· |
|
δ) |
δεν υπάρχει δυσανάλογος αρνητικός αντίκτυπος στην ανταγωνιστικότητα των οικονομικών φορέων και άλλων φορέων στην αξιακή αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων· |
|
ε) |
δεν επιβάλλεται αποκλειστική τεχνολογία στους κατασκευαστές ή άλλους φορείς στην αξιακή αλυσίδα· |
|
στ) |
δεν υπάρχει δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους κατασκευαστές ή άλλους φορείς στην αξιακή αλυσίδα, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων. |
12. Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού είναι επαληθεύσιμες. Η Επιτροπή προσδιορίζει τα κατάλληλα μέσα επαλήθευσης για συγκεκριμένες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων απευθείας ελέγχων επί του προϊόντος ή βάσει του τεχνικού φακέλου.
13. Η Επιτροπή δημοσιεύει σχετικές μελέτες και αναλύσεις, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων επιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 10 στοιχείο β), που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού.
14. Για κάθε ομάδα προϊόντων την οποία αφορούν απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή καθορίζει, κατά περίπτωση, ποιες ουσίες εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 2 σημείο 27) στοιχείο δ) έχοντας τουλάχιστον λάβει υπόψη κατά πόσο:
|
α) |
με βάση τις συμβατικές τεχνολογίες, οι ουσίες καθιστούν τη διαδικασία επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης περιπλοκότερη, δαπανηρότερη, με περιβαλλοντικό αντίκτυπο ή ενεργοβόρα ή απαιτητική από πλευράς πόρων· |
|
β) |
οι ουσίες παρακωλύουν τις τεχνικές ιδιότητες ή λειτουργικές δυνατότητες, τη χρησιμότητα ή την αξία του ανακυκλωμένου υλικού που προέρχεται από το προϊόν ή τα προϊόντα που κατασκευάζονται από το εν λόγω ανακυκλωμένο υλικό· |
|
γ) |
οι ουσίες επηρεάζουν αρνητικά τις ιδιότητες του ανακυκλωμένου υλικού από την άποψη της αισθητικής ή της οσμής. |
Άρθρο 6
Απαιτήσεις επιδόσεων
1. Τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις επιδόσεων που σχετίζονται με τις πτυχές των προϊόντων, όπως ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Οι απαιτήσεις επιδόσεων βασίζονται στις σχετικές παραμέτρους προϊόντος που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και, κατά περίπτωση, περιλαμβάνουν ένα ή αμφότερα από τα ακόλουθα:
|
α) |
ελάχιστα ή μέγιστα επίπεδα σε σχέση με συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος ή συνδυασμό αυτών· |
|
β) |
μη ποσοτικές απαιτήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση των επιδόσεων σε σχέση με μία ή περισσότερες από αυτές τις παραμέτρους προϊόντος. |
3. Οι απαιτήσεις επιδόσεων που βασίζονται στην παράμετρο προϊόντος που αναφέρεται στο παράρτημα Ι σημείο στ) δεν περιορίζουν, για λόγους που σχετίζονται πρωτίστως με τη χημική ασφάλεια, την παρουσία ουσιών σε προϊόντα.
Ωστόσο, ο καθορισμός απαιτήσεων επιδόσεων, κατά περίπτωση, μειώνει επίσης τους σημαντικούς κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον.
4. Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων επιδόσεων, η Επιτροπή ακολουθεί τη διαδικασία που ορίζεται στο παράρτημα ΙΙ.
Άρθρο 7
Απαιτήσεις παροχής πληροφοριών
1. Τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που σχετίζονται με τις πτυχές των προϊόντων, όπως ορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών:
|
α) |
περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, απαιτήσεις σχετικά με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, το οποίο θεσπίζεται στο κεφάλαιο ΙΙΙ, και απαιτήσεις σχετικά με τις ουσίες που προκαλούν ανησυχία, οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 5· |
|
β) |
κατά περίπτωση, απαιτούν επίσης τα προϊόντα να συνοδεύονται από:
|
|
γ) |
είναι σαφείς, εύκολα κατανοητές και προσαρμοσμένες στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των σχετικών ομάδων προϊόντων και των αποδεκτών των πληροφοριών. |
Μπορεί να καθοριστεί απαίτηση παροχής πληροφοριών για συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος, ανεξάρτητα από το αν έχει καθοριστεί απαίτηση επιδόσεων για τη συγκεκριμένη παράμετρο προϊόντος.
Όταν μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη περιέχει οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται.
3. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που βασίζονται στην παράμετρο προϊόντος που ορίζεται στο παράρτημα Ι σημείο στ) δεν αφορούν την επισήμανση ουσιών ή μειγμάτων για λόγους που σχετίζονται κυρίως με τους κινδύνους που ενέχουν για την υγεία ή το περιβάλλον.
4. Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) σημείο i), η Επιτροπή καθορίζει, κατά περίπτωση, δεδομένης της ιδιαιτερότητας της ομάδας προϊόντων, κατηγορίες επιδόσεων.
Η Επιτροπή μπορεί να βασίζει τις κατηγορίες επιδόσεων σε μεμονωμένες παραμέτρους ή σε συγκεντρωτικές βαθμολογίες. Οι εν λόγω κατηγορίες επιδόσεων μπορούν να εκφράζονται σε απόλυτους όρους ή σε οποιαδήποτε άλλη μορφή που επιτρέπει στους δυνητικούς πελάτες να επιλέγουν τα προϊόντα με τις καλύτερες επιδόσεις.
Οι εν λόγω κατηγορίες επιδόσεων αντιστοιχούν σε σημαντικές βελτιώσεις των επιπέδων επιδόσεων.
Όταν οι κατηγορίες επιδόσεων βασίζονται σε παραμέτρους σε σχέση με τις οποίες καθορίζονται απαιτήσεις επιδόσεων, η χαμηλότερη κατηγορία αντιστοιχεί στο ελάχιστο επίπεδο επιδόσεων που απαιτείται κατά τον χρόνο έναρξης εφαρμογής των κατηγοριών επιδόσεων.
5. Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην παράγραφο 6, σημείο β), οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση των ουσιών που προκαλούν ανησυχία καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των σχετικών προϊόντων, εκτός εάν η παρακολούθηση αυτή καθίσταται ήδη δυνατή σύμφωνα με απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που ορίζονται σε άλλη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και καλύπτει τα σχετικά προϊόντα, και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:
|
α) |
την ονομασία ή τον αριθμητικό κωδικό των ουσιών που προκαλούν ανησυχία οι οποίες περιέχονται στο προϊόν, ως εξής:
|
|
β) |
τη θέση των ουσιών που προκαλούν ανησυχία στο εσωτερικό του προϊόντος· |
|
γ) |
τη συγκέντρωση, τη μέγιστη συγκέντρωση ή το εύρος συγκέντρωσης των ουσιών που προκαλούν ανησυχία, στο επίπεδο του προϊόντος, των σχετικών συστατικών μερών του ή των ανταλλακτικών του· |
|
δ) |
σχετικές οδηγίες για την ασφαλή χρήση του προϊόντος· |
|
ε) |
πληροφορίες σχετικές με την αποσυναρμολόγηση, την προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, την επαναχρησιμοποίηση, την ανακύκλωση και την περιβαλλοντικά ορθή διαχείριση του προϊόντος στο τέλος της ζωής του. |
Η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση για τη σχετική ομάδα προϊόντων, να καθορίζει κατώτατα όρια για την εφαρμογή της απαίτησης παροχής πληροφοριών σχετικά με ουσίες που προκαλούν ανησυχία.
6. Κατά τον καθορισμό απαιτήσεων παροχής πληροφοριών σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, η Επιτροπή, κατά περίπτωση:
|
α) |
ορίζει ημερομηνίες εφαρμογής τέτοιων απαιτήσεων παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5, με διαφοροποίηση μεταξύ των ουσιών που προκαλούν ανησυχία, κατά περίπτωση· |
|
β) |
προβλέπει δεόντως αιτιολογημένες εξαιρέσεις για ουσίες που προκαλούν ανησυχία ή πληροφοριακά στοιχεία από τέτοιες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5, με βάση την τεχνική σκοπιμότητα ή τη συνάφεια των ουσιών που προκαλούν ανησυχία, την ύπαρξη αναλυτικών μεθόδων για την ανίχνευση και την ποσοτικοποίησή τους, την ανάγκη προστασίας εμπιστευτικών επιχειρηματικών πληροφοριών και σε άλλες δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις· οι ουσίες που προκαλούν ανησυχία κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 27) στοιχείο α) δεν εξαιρούνται εάν περιέχονται σε προϊόντα, στα κύρια συστατικά μέρη τους ή στα ανταλλακτικά τους σε συγκέντρωση άνω του 0,1 % κατά βάρος· και |
|
γ) |
διασφαλίζει τη συνέπεια με τις υφιστάμενες απαιτήσεις πληροφόρησης βάσει του ενωσιακού δικαίου και ελαχιστοποιεί τον διοικητικό φόρτο, μεταξύ άλλων μέσω κατάλληλων τεχνικών λύσεων. |
7. Στις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να καθίστανται διαθέσιμες οι απαιτούμενες πληροφορίες. Όταν διατίθεται ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, οι απαιτούμενες πληροφορίες παρέχονται σε αυτό και, όταν είναι αναγκαίο, παρέχονται επίσης με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
|
α) |
επί του ίδιου του προϊόντος· |
|
β) |
στη συσκευασία του προϊόντος· |
|
γ) |
σε ετικέτα που αναφέρεται στο άρθρο 16· |
|
δ) |
σε εγχειρίδιο χρήστη ή άλλο έγγραφο το οποίο συνοδεύει το προϊόν· |
|
ε) |
σε ιστότοπο ή εφαρμογή ελεύθερης πρόσβασης. |
Οι πληροφορίες που καθιστούν δυνατή την παρακολούθηση των ουσιών που προκαλούν ανησυχία σύμφωνα με την παράγραφο 5 είτε παρέχονται επί του προϊόντος είτε είναι προσβάσιμες μέσω φορέα δεδομένων που περιλαμβάνεται στο προϊόν.
8. Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών παρατίθενται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους πελάτες, όπως καθορίζεται από το κράτος μέλος στην αγορά του οποίου το προϊόν πρόκειται να διατεθεί ή στο οποίο πρόκειται να τεθεί σε λειτουργία.
Άρθρο 8
Περιεχόμενο των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων
Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 καθορίζουν κατ’ ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α) |
τον ορισμό της ομάδας ή των ομάδων προϊόντων που καλύπτονται, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου των κωδικών εμπορευμάτων, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου (60) και των περιγραφών των προϊόντων· |
|
β) |
τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για τις καλυπτόμενες ομάδες προϊόντων· |
|
γ) |
κατά περίπτωση, τις παραμέτρους προϊόντων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, για τις οποίες η Επιτροπή δηλώνει ότι δεν απαιτούνται απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
δ) |
τα πρότυπα ή τις μεθόδους δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1· |
|
ε) |
κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις για τη χρήση ψηφιακών εργαλείων σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2· |
|
στ) |
κατά περίπτωση, τις μεταβατικές μεθόδους, τα εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, των οποίων οι παραπομπές έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή κοινές προδιαγραφές που πρέπει να χρησιμοποιούνται· |
|
ζ) |
το περιεχόμενο, τον μορφότυπο, τον τρόπο και τη σειρά με την οποία πρέπει να διατίθενται οι πληροφορίες που απαιτούνται για την επαλήθευση της συμμόρφωσης· |
|
η) |
την ενότητα αξιολόγησης της συμμόρφωσης που πρέπει να χρησιμοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5· όταν η ενότητα που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι διαφορετική από την ενότητα που ορίζεται στο παράρτημα IV, τους παράγοντες που οδηγούν στην επιλογή της εν λόγω ενότητας· |
|
θ) |
τις απαιτήσεις σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι κατασκευαστές, μεταξύ άλλων για τα στοιχεία του τεχνικού φακέλου, που είναι απαραίτητες προκειμένου να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού· |
|
ι) |
κατά περίπτωση, τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών δυνάμει των άρθρων 36 και 37· |
|
ια) |
τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου κατά την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να επιτρέπουν τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντων τα οποία συμμορφώνονται με τους κανονισμούς που ισχύουν στο έδαφός τους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
ιβ) |
την ημερομηνία για την επανεξέταση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων πτυχών:
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Άρθρο 9
Ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος
1. Οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών προβλέπουν ότι τα προϊόντα μπορούν να διατίθενται στην αγορά ή να τίθενται σε λειτουργία μόνον εάν είναι διαθέσιμο το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 4 και των άρθρων 10 και 11. Τα δεδομένα στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι ακριβή, πλήρη και επικαιροποιημένα.
2. Οι απαιτήσεις σχετικά με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 προσδιορίζουν, κατά περίπτωση για τις καλυπτόμενες ομάδες προϊόντων, τα ακόλουθα:
|
α) |
τα δεδομένα που πρέπει να περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το παράρτημα III· |
|
β) |
έναν ή περισσότερους φορείς δεδομένων που πρέπει να χρησιμοποιούνται· |
|
γ) |
τη διάταξη με την οποία παρουσιάζεται ο φορέας δεδομένων και τη θέση του· |
|
δ) |
αν το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος πρέπει να καθορίζεται στο επίπεδο του μοντέλου, της παρτίδας ή του είδους, καθώς και τον ορισμό των επιπέδων αυτών· |
|
ε) |
τον τρόπο με τον οποίο το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος πρέπει να καταστεί προσβάσιμο στους πελάτες προτού δεσμευθούν από σύμβαση για πώληση, μίσθωση ή πώληση με δόσεις, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πωλήσεων εξ αποστάσεως· |
|
στ) |
τους παράγοντες που πρέπει να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος καθώς και τα δεδομένα στα οποία πρέπει να έχουν πρόσβαση· |
|
ζ) |
τους παράγοντες που πρέπει να δημιουργήσουν ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ή να επικαιροποιούν τα δεδομένα σε ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, καθώς και τα δεδομένα τα οποία μπορούν να εισάγουν ή να επικαιροποιούν· |
|
η) |
τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εισαγωγή ή την επικαιροποίηση των δεδομένων· |
|
θ) |
την περίοδο κατά την οποία πρέπει να παραμένει διαθέσιμο το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, η οποία αντιστοιχεί τουλάχιστον στην αναμενόμενη διάρκεια ζωής ενός συγκεκριμένου προϊόντος. |
3. Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2:
|
α) |
διασφαλίζουν ότι οι παράγοντες κατά μήκος της αξιακής αλυσίδας μπορούν να έχουν εύκολα πρόσβαση σε πληροφορίες για τα προϊόντα που τους αφορούν και να τις κατανοούν· |
|
β) |
διευκολύνουν την επαλήθευση της συμμόρφωσης του προϊόντος από τις αρμόδιες εθνικές αρχές· και |
|
γ) |
βελτιώνουν την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων κατά μήκος της αξιακής αλυσίδας. |
4. Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων που σχετίζονται με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, η Επιτροπή μπορεί να εξαιρεί ομάδες προϊόντων από την απαίτηση να διαθέτουν ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος όταν:
|
α) |
δεν υπάρχουν διαθέσιμες τεχνικές προδιαγραφές του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος σε σχέση με τις βασικές απαιτήσεις που περιλαμβάνονται στα άρθρα 10 και 11· ή |
|
β) |
άλλη ενωσιακή νομοθεσία περιλαμβάνει σύστημα ψηφιακής παροχής πληροφοριών σχετικά με μια ομάδα προϊόντων, για την οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι επιτυγχάνει τους στόχους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και β). |
Άρθρο 10
Γενικές απαιτήσεις για το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος
1. Το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος συμμορφώνεται με τις ακόλουθες βασικές απαιτήσεις:
|
α) |
συνδέεται μέσω φορέα δεδομένων με μοναδικό μόνιμο αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος· |
|
β) |
ο φορέας δεδομένων βρίσκεται επί του προϊόντος, στη συσκευασία του ή στην τεκμηρίωση που συνοδεύει το προϊόν, όπως ορίζεται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
γ) |
ο φορέας δεδομένων και οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί προϊόντος συμμορφώνονται με ένα ή περισσότερα από τα πρότυπα που αναφέρονται στο παράρτημα III δεύτερο εδάφιο ή ισοδύναμα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα έως ότου τα στοιχεία αναφοράς των εναρμονισμένων προτύπων δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· |
|
δ) |
όλες τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος βασίζονται σε ανοικτά πρότυπα, αναπτύσσονται σε διαλειτουργικό μορφότυπο και, κατά περίπτωση, είναι μηχαναγνώσιμα, δομημένα, με δυνατότητα αναζήτησης, και διαβιβάσιμα μέσω ανοικτού διαλειτουργικού δικτύου ανταλλαγής δεδομένων χωρίς εγκλωβισμό σε συγκεκριμένο πάροχο, σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 11· |
|
ε) |
τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με πελάτες δεν αποθηκεύονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή τους σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679· |
|
στ) |
τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αναφέρονται στο μοντέλο, στην παρτίδα ή στο είδος προϊόντος, όπως ορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
ζ) |
η πρόσβαση στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντων ρυθμίζεται σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 11 και με τα ειδικά δικαιώματα πρόσβασης σε επίπεδο ομάδας προϊόντων όπως ορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4. |
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72 για την τροποποίηση του παραρτήματος ΙΙΙ πρώτο εδάφιο σημείο γ) και δεύτερο εδάφιο λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής και επιστημονικής προόδου, αντικαθιστώντας τα πρότυπα ή προσθέτοντας ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα με τα οποία πρέπει να συμμορφώνονται οι φορείς δεδομένων, οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί φορέων και οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί εγκατάστασης προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος κεφαλαίου.
2. Όταν άλλη νομοθεσία της Ένωσης απαιτεί ή επιτρέπει να συμπεριλαμβάνονται ειδικά δεδομένα στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, τα εν λόγω δεδομένα μπορούν να περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με την εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
3. Ο οικονομικός φορέας που διαθέτει το προϊόν στην αγορά:
|
α) |
παρέχει στους εμπόρους και στους παρόχους ηλεκτρονικών αγορών ψηφιακό αντίγραφο του φορέα δεδομένων ή του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού προϊόντος, κατά περίπτωση, ώστε να μπορούν να καταστήσουν τον φορέα δεδομένων ή τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος προσβάσιμο σε δυνητικούς πελάτες σε περίπτωση που αυτοί δεν μπορούν να έχουν φυσική πρόσβαση στο προϊόν· |
|
β) |
παρέχει το ψηφιακό αντίγραφο του στοιχείου α) ή σύνδεσμο προς ιστότοπο δωρεάν αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του σχετικού αιτήματος. |
4. Ο οικονομικός φορέας, κατά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά, καθιστά διαθέσιμο εφεδρικό αντίγραφο του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος μέσω παρόχου υπηρεσιών διαβατηρίου προϊόντος.
Άρθρο 11
Τεχνικός σχεδιασμός και λειτουργία του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος
Ο τεχνικός σχεδιασμός και η λειτουργία του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος συμμορφώνονται με τις ακόλουθες βασικές απαιτήσεις:
|
α) |
το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος είναι πλήρως διαλειτουργικό με άλλα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων που απαιτούνται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 σε σχέση με τις τεχνικές, σημασιολογικές και οργανωτικές πτυχές της διατερματικής επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων· |
|
β) |
οι πελάτες, οι κατασκευαστές, οι εισαγωγείς, οι διανομείς, οι έμποροι, οι επαγγελματίες επισκευαστές, οι ανεξάρτητοι φορείς, οι επιχειρήσεις ανακαίνισης, οι επιχειρήσεις ανακατασκευής, οι επιχειρήσεις ανακύκλωσης, οι αρχές εποπτείας της αγοράς και οι τελωνειακές αρχές, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλοι σχετικοί παράγοντες έχουν δωρεάν και εύκολη πρόσβαση στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος με βάση τα αντίστοιχα δικαιώματα πρόσβασής τους που ορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
γ) |
το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύεται από τον οικονομικό φορέα που είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία του ή από παρόχους υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος· |
|
δ) |
όταν δημιουργείται νέο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος για προϊόν που διαθέτει ήδη ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, το νέο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος συνδέεται με το αρχικό ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ή τα αρχικά ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος· |
|
ε) |
το διαβατήριο ψηφιακού προϊόντος παραμένει διαθέσιμο για την περίοδο που καθορίζεται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, μεταξύ άλλων μετά από αφερεγγυότητα, εκκαθάριση ή παύση των δραστηριοτήτων του οικονομικού φορέα που είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος στην Ένωση· |
|
στ) |
τα δικαιώματα εισαγωγής, τροποποίησης ή επικαιροποίησης δεδομένων στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος περιορίζονται βάσει των δικαιωμάτων πρόσβασης που προσδιορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 4· |
|
ζ) |
διασφαλίζεται η γνησιότητα, η αξιοπιστία και η ακεραιότητα των δεδομένων· |
|
η) |
τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων σχεδιάζονται και λειτουργούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο ασφάλειας και ιδιωτικότητας και να αποφεύγεται η απάτη. |
Εάν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύονται σύμφωνα με το στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου ή υποβάλλονται με άλλον τρόπο σε επεξεργασία από παρόχους υπηρεσιών διαβατηρίου προϊόντος, οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών διαβατηρίου προϊόντος δεν πωλούν, επαναχρησιμοποιούν ή επεξεργάζονται τα εν λόγω δεδομένα, εν όλω ή εν μέρει, πέραν του αναγκαίου για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών αποθήκευσης ή επεξεργασίας, εκτός εάν υπάρχει ρητή συμφωνία με τον οικονομικό φορέα που διαθέτει το προϊόν στην αγορά ή το θέτει σε λειτουργία·
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72 για τη συμπλήρωση του παρόντος άρθρου με τον καθορισμό των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι πάροχοι υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για να γίνουν τέτοιοι πάροχοι και, κατά περίπτωση, ενός συστήματος πιστοποίησης για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις, καθώς και με τον καθορισμό των απαιτήσεων με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι εν λόγω πάροχοι υπηρεσιών κατά την παροχή υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος.
Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καθορίζουν διαδικασίες για την έκδοση και την επαλήθευση των ψηφιακών διαπιστευτηρίων των οικονομικών φορέων και άλλων σχετικών φορέων που έχουν δικαιώματα πρόσβασης στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 3.
Άρθρο 12
Μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός
1. Οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί φορέα που αναφέρονται στο παράρτημα III πρώτο εδάφιο σημεία ζ) και η) και οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί εγκατάστασης που αναφέρονται στο παράρτημα III πρώτο εδάφιο σημείο θ) συμμορφώνονται με τα πρότυπα που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ πρώτο εδάφιο σημεία γ) και δεύτερο εδάφιο ή ισοδύναμα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, έως ότου τα στοιχεία αναφοράς των εναρμονισμένων προτύπων δημοσιευθούν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Όταν δεν είναι ακόμη διαθέσιμος ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα που αναφέρεται στο παράρτημα III πρώτο εδάφιο σημείο η), ο οικονομικός φορέας που δημιουργεί ή επικαιροποιεί το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος υποβάλλει αίτημα για μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό φορέα για λογαριασμό του σχετικού φορέα και παρέχει στον εν λόγω φορέα πλήρη στοιχεία του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού φορέα μόλις εκδοθεί.
Πριν από την έκδοση αιτήματος όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο οικονομικός φορέας που δημιουργεί ή επικαιροποιεί το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ζητεί επιβεβαίωση από τον εν λόγω σχετικό φορέα ότι δεν υπάρχει μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα.
3. Όταν δεν είναι ακόμη διαθέσιμος ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός εγκατάστασης που αναφέρεται στο παράρτημα III πρώτο εδάφιο σημείο θ), ο οικονομικός φορέας που δημιουργεί ή επικαιροποιεί το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος υποβάλλει αίτημα για μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό εγκατάστασης για λογαριασμό του φορέα που είναι υπεύθυνος για τη σχετική τοποθεσία ή το σχετικό κτίριο και παρέχει στον εν λόγω φορέα πλήρη στοιχεία του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού εγκατάστασης μόλις εκδοθεί.
Πριν από την έκδοση αιτήματος όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο οικονομικός φορέας που δημιουργεί ή επικαιροποιεί το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος ζητεί επιβεβαίωση από τον σχετικό φορέα ότι δεν υπάρχει μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός εγκατάστασης.
4. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη διαχείριση του κύκλου ζωής των μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και των φορέων δεδομένων. Ειδικότερα, οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις:
|
α) |
θεσπίζουν κανόνες για τους οργανισμούς που επιθυμούν να καταστούν φορείς έκδοσης μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και φορέων δεδομένων· και |
|
β) |
θεσπίζουν κανόνες για τους οικονομικούς φορείς που επιθυμούν να παράγουν τους δικούς τους μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς και φορείς δεδομένων χωρίς να βασίζονται σε φορέα έκδοσης μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και φορέων δεδομένων. |
5. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 καθορίζουν:
|
α) |
τα κριτήρια για την ανάληψη της ιδιότητας του φορέα έκδοσης μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και φορέων δεδομένων· |
|
β) |
τα καθήκοντα ενός φορέα έκδοσης μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και φορέων δεδομένων· |
|
γ) |
τους κανόνες που διασφαλίζουν ότι οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί και οι φορείς δεδομένων είναι αξιόπιστοι, επαληθεύσιμοι και μοναδικοί σε παγκόσμιο επίπεδο· |
|
δ) |
τους κανόνες για την δημιουργία, τη διατήρηση, την επικαιροποίηση και την απόσυρση μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών και φορέων δεδομένων· |
|
ε) |
τους κανόνες που αφορούν τη διαχείριση δεδομένων. |
6. Κατά τη θέσπιση των κανόνων και διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η Επιτροπή:
|
α) |
επιδιώκει να διασφαλίσει τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των διαφόρων προσεγγίσεων· |
|
β) |
λαμβάνει υπόψη σχετικές υφιστάμενες τεχνικές λύσεις και πρότυπα· |
|
γ) |
διασφαλίζει ότι οι κανόνες και οι διαδικασίες που θεσπίζονται παραμένουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, τεχνολογικά ουδέτεροι. |
Άρθρο 13
Μητρώο ψηφιακών διαβατηρίων προϊόντων
1. Έως τις 19 Ιουλίου 2026, η Επιτροπή δημιουργεί ένα ψηφιακό μητρώο («μητρώο») για την ασφαλή αποθήκευση τουλάχιστον των μοναδικών αναγνωριστικών κωδικών.
Στην περίπτωση προϊόντων που προορίζονται να υπαχθούν στο τελωνειακό καθεστώς «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία», το μητρώο αποθηκεύει τον κωδικό εμπορευμάτων.
Το μητρώο αποθηκεύει τους μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς για μπαταρίες που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (61).
Η Επιτροπή διαχειρίζεται το μητρώο και διασφαλίζει ότι τα δεδομένα που αποθηκεύονται στο μητρώο υποβάλλονται σε ασφαλή επεξεργασία και σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
2. Η Επιτροπή, στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, προσδιορίζει κάθε άλλο δεδομένο το οποίο, πέραν του ότι περιλαμβάνεται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, πρέπει να αποθηκεύεται στο μητρώο, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
την ανάγκη να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της γνησιότητας του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος· |
|
β) |
τη σημασία των πληροφοριών για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων εποπτείας της αγοράς και των τελωνειακών ελέγχων· |
|
γ) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς και τις τελωνειακές αρχές. |
3. Όσον αφορά την ευθύνη της για τη θέσπιση και τη διαχείριση του μητρώου και την επεξεργασία τυχόν δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που ενδέχεται να προκύψουν από την εν λόγω δραστηριότητα, η Επιτροπή θεωρείται υπεύθυνος επεξεργασίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.
4. Ο οικονομικός φορέας που διαθέτει το προϊόν στην αγορά ή το θέτει σε λειτουργία αναφορτώνει, στο μητρώο, τα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.
5. Μόλις ο οικονομικός φορέας αναφορτώσει τα δεδομένα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 στο μητρώο, το μητρώο κοινοποιεί αυτόματα στον εν λόγω οικονομικό φορέα έναν μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό καταχώρισης που συνδέεται με τους μοναδικούς αναγνωριστικούς κωδικούς που αναφορτώνονται στο μητρώο για συγκεκριμένο προϊόν σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η εν λόγω κοινοποίηση από το μητρώο δεν θεωρείται απόδειξη της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό ή άλλη ενωσιακή νομοθεσία.
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με την οποία καθορίζονται οι ρυθμίσεις εφαρμογής του μητρώου, συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού καταχώρισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.
Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 3.
6. Η Επιτροπή, οι αρμόδιες εθνικές αρχές και οι τελωνειακές αρχές έχουν πρόσβαση στο μητρώο για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων τους σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο.
Άρθρο 14
Διαδικτυακή πύλη για δεδομένα στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος
Η Επιτροπή δημιουργεί και διαχειρίζεται δημόσια προσβάσιμη διαδικτυακή πύλη που επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη να αναζητούν και να συγκρίνουν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος. Η διαδικτυακή πύλη σχεδιάζεται έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να αναζητούν και να συγκρίνουν τα δεδομένα με τρόπο συμβατό με τα αντίστοιχα δικαιώματα πρόσβασής τους όπως ορίζουν οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 15
Τελωνειακοί έλεγχοι σχετικά με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος
1. Κάθε πρόσωπο που προτίθεται να θέσει προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 υπό το τελωνειακό καθεστώς «θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία» παρέχει ή θέτει στη διάθεση των τελωνειακών αρχών τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό καταχώρισης του εν λόγω προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5.
Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται από τη στιγμή της θέσης σε λειτουργία του μητρώου.
2. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να θέτουν ένα προϊόν σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνον αφού επαληθεύσουν τουλάχιστον ότι ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός καταχώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5 και ο κωδικός εμπορευμάτων που τους έχουν παρασχεθεί ή έχουν διατεθεί σε αυτές αντιστοιχούν στα δεδομένα που είναι αποθηκευμένες στο μητρώο.
Η επαλήθευση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πραγματοποιείται ηλεκτρονικά και αυτόματα μέσω της διασύνδεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Εφαρμόζεται από τη στιγμή που τίθεται σε λειτουργία η διασύνδεση.
Η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία δεν θεωρείται απόδειξη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό ή άλλη ενωσιακή νομοθεσία.
3. Η Επιτροπή διασυνδέει το μητρώο με το σύστημα ενιαίας θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών (EU CSW-CERTEX), καθιστώντας με αυτόν το τρόπο δυνατή την αυτοματοποιημένη ανταλλαγή πληροφοριών με τα εθνικά τελωνειακά συστήματα μέσω του περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της ΕΕ για τα τελωνεία που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2399.
Η εν λόγω διασύνδεση τίθεται σε λειτουργία εντός τεσσάρων ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 5.
4. Η Επιτροπή και οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ανακτούν και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος και στο μητρώο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων, των τελωνειακών ελέγχων και της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013.
5. Το παρόν άρθρο ισχύει με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 και του κεφαλαίου VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και τυχόν άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΕΤΙΚΕΤΕΣ
Άρθρο 16
Ετικέτες
1. Όταν οι απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ορίζουν ότι οι πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνονται σε ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο γ), οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 προσδιορίζουν:
|
α) |
το περιεχόμενο της ετικέτας· |
|
β) |
τη διάταξη της ετικέτας, ώστε να είναι ευδιάκριτη και ευανάγνωστη· |
|
γ) |
τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εμφανίζεται η ετικέτα στους πελάτες, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πωλήσεων εξ αποστάσεως, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 32 και των επιπτώσεων για τους σχετικούς οικονομικούς φορείς· |
|
δ) |
κατά περίπτωση, ηλεκτρονικά μέσα για τη δημιουργία ετικετών. |
2. Όταν μια απαίτηση παροχής πληροφοριών συνεπάγεται την ενσωμάτωση της κατηγορίας επιδόσεων ενός προϊόντος σε ετικέτα, η διάταξη της ετικέτας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) είναι σαφής και εύκολα κατανοητή και επιτρέπει στους πελάτες να συγκρίνουν εύκολα τις επιδόσεις του προϊόντος σε σχέση με τη σχετική παράμετρο προϊόντος και να επιλέγουν προϊόντα με καλύτερες επιδόσεις.
3. Για τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που υπόκεινται στις ενεργειακές ετικέτες που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1369, όταν οι πληροφορίες που αφορούν μια σχετική παράμετρο προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών επιδόσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, δεν μπορούν να ενσωματωθούν στην ενεργειακή ετικέτα [σήμανση] και εφόσον οι πληροφορίες αυτές θεωρούνται πιο σχετικές και εμπεριστατωμένες από τις πληροφορίες που καλύπτει η ενεργειακή ετικέτα, η Επιτροπή, αφού αξιολογήσει τους κινδύνους σύγχυσης για τους πελάτες, τη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς και τον καλύτερο τρόπο κοινοποίησης αυτών των συγκεκριμένων πληροφοριών, μπορεί, κατά περίπτωση, να απαιτήσει τη θέσπιση ετικέτας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό αντί ενεργειακής ετικέτας που θεσπίζεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369.
4. Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή απαιτεί, κατά περίπτωση, η ετικέτα να περιλαμβάνει φορείς δεδομένων ή άλλα μέσα που επιτρέπουν στους πελάτες να έχουν πρόσβαση σε πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν, συμπεριλαμβανομένων μέσων που επιτρέπουν την πρόσβαση στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος.
5. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τη θέσπιση κοινών απαιτήσεων για τη διάταξη των ετικετών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 στοιχείο γ).
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 3.
Άρθρο 17
Απομίμηση ετικετών
Τα προϊόντα που φέρουν ή συνοδεύονται από ετικέτες που ενδέχεται να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση στους πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, μέσω της απομίμησης ετικετών που προβλέπονται στο άρθρο 16 ή τα προϊόντα που συνοδεύονται από άλλες πληροφορίες που ενδέχεται να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση στους πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες σε σχέση με τις σημάνσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο δεν διατίθενται στην αγορά ούτε τίθενται σε λειτουργία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΙΕΡΑΡΧΗΣΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΩΝ, ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ
Άρθρο 18
Ιεράρχηση και προγραμματισμός
1. Κατά την ιεράρχηση των προϊόντων που πρέπει να καλύπτονται από απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή αναλύει τη δυνητική συμβολή των εν λόγω προϊόντων στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα, το περιβάλλον και την ενεργειακή απόδοση, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
τις δυνατότητες βελτίωσης των πτυχών των προϊόντων χωρίς δυσανάλογο κόστος, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη:
|
|
β) |
τον όγκο των πωλήσεων και εμπορικών συναλλαγών των εν λόγω προϊόντων εντός της Ένωσης· |
|
γ) |
την κατανομή σε ολόκληρη την αξιακή αλυσίδα των κλιματικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων, της χρήσης ενέργειας, της χρήσης πόρων και της παραγωγής αποβλήτων σχετικά με τα εν λόγω προϊόντα· |
|
δ) |
την ανάγκη τακτικής επανεξέτασης και προσαρμογής των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 λαμβανομένων υπόψη των τεχνολογικών εξελίξεων και των εξελίξεων της αγοράς. |
Η Επιτροπή επιδιώκει επίσης να αξιολογήσει τη δυνητική συμβολή των εν λόγω προϊόντων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και στην οικονομική ανθεκτικότητα της Ένωσης.
2. Κατά την ιεράρχηση των πτυχών που πρέπει να καλύπτονται από οριζόντιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα οφέλη από την κάλυψη ευρείας σειράς προϊόντων και ομάδων προϊόντων στην ίδια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σε σχέση με την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.
3. Η Επιτροπή εγκρίνει πρόγραμμα εργασίας και το δημοσιοποιεί μαζί με τα σχετικά προπαρασκευαστικά έγγραφα («πρόγραμμα εργασίας»). Στο πρόγραμμα εργασίας περιλαμβάνεται κατάλογος των ομάδων προϊόντων στις οποίες πρέπει να δοθεί προτεραιότητα όσον αφορά τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, καθώς και τα εκτιμώμενα χρονοδιαγράμματα για τον καθορισμό τους. Ο εν λόγω κατάλογος περιλαμβάνει τις πτυχές των προϊόντων και τις ομάδες προϊόντων που πρέπει να θεωρούνται προτεραιότητες για τον καθορισμό οριζόντιων απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού, καθώς και μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα, εάν υπάρχουν, σε σχέση με τα οποία πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης απαγόρευσης καταστροφής από τους οικονομικούς φορείς, με βάση τις ενοποιημένες πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 και κάθε άλλο διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο
Η Επιτροπή εξετάζει ιδίως το ενδεχόμενο συμπερίληψης ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού όταν εντοπίζει για πρώτη φορά τα προϊόντα, εάν υπάρχουν, για τα οποία θα εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης απαγόρευσης καταστροφής από τους οικονομικούς φορείς.
Το πρόγραμμα εργασίας καλύπτει περίοδο τουλάχιστον τριών ετών και επικαιροποιείται τακτικά.
Κατά την έγκριση ή την επικαιροποίηση του προγράμματος εργασίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.
4. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχέδιο του προγράμματος εργασίας πριν από την έγκριση του προγράμματος εργασίας.
5. Στο πρώτο πρόγραμμα εργασίας, το οποίο εγκρίνεται έως τις 19 Απριλίου 2025, η Επιτροπή δίνει προτεραιότητα στις ακόλουθες ομάδες προϊόντων:
|
α) |
σίδηρο και χάλυβα· |
|
β) |
αργίλιο· |
|
γ) |
κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, ιδίως ενδύματα και υποδήματα· |
|
δ) |
έπιπλα, συμπεριλαμβανομένων των στρωμάτων· |
|
ε) |
ελαστικά· |
|
στ) |
απορρυπαντικά· |
|
ζ) |
χρώματα· |
|
η) |
λιπαντικά· |
|
θ) |
χημικές ουσίες· |
|
ι) |
συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα για τα οποία πρέπει να καθοριστούν για πρώτη φορά απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού ή για τα οποία τα υφιστάμενα μέτρα που εγκρίνονται σύμφωνα με την οδηγία 2009/125/ΕΚ πρόκειται να επανεξεταστούν δυνάμει του παρόντος κανονισμού· και |
|
ια) |
τα προϊόντα τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών και άλλα ηλεκτρονικά προϊόντα. |
Εάν κάποια από τις ομάδες προϊόντων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν περιλαμβάνεται στο πρώτο πρόγραμμα εργασίας ή εάν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε άλλη ομάδα προϊόντων, η Επιτροπή αιτιολογεί την απόφασή της στο πρόγραμμα εργασίας.
6. Όταν δεν υπάρχουν επαρκείς απαιτήσεις επιδόσεων και πληροφοριών σχετικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και το αποτύπωμα άνθρακα για το τσιμέντο βάσει του κανονισμού δομικών προϊόντων, η Επιτροπή καθορίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για το τσιμέντο σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 το νωρίτερο στις 31 Δεκεμβρίου 2028 και το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2030.
7. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετησίως σχετικά με την πραγματοποιηθείσα πρόοδο στην εφαρμογή του προγράμματος εργασίας.
Άρθρο 19
Φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού
Η Επιτροπή συγκροτεί φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού ως ομάδα εμπειρογνωμόνων με ισόρροπη και αποτελεσματική συμμετοχή εμπειρογνωμόνων που ορίζονται από τα κράτη μέλη και όλων των μερών που ενδιαφέρονται για το εν λόγω προϊόν ή ομάδα προϊόντων.
Το φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού συμβάλλει ιδίως στα εξής:
|
α) |
την προετοιμασία απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού· |
|
β) |
την κατάρτιση προγραμμάτων εργασίας· |
|
γ) |
την εξέταση της αποτελεσματικότητας των καθιερωμένων μηχανισμών εποπτείας της αγοράς· |
|
δ) |
την αξιολόγηση μέτρων αυτορρύθμισης· και |
|
ε) |
την αξιολόγηση της απαγόρευσης καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων επιπλέον αυτών που απαριθμούνται στο παράρτημα VII. |
Άρθρο 20
Ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών
Η Επιτροπή συγκροτεί ομάδα εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών ως υποομάδα του φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού, η οποία απαρτίζεται από εμπειρογνώμονες που ορίζονται από τα κράτη μέλη.
Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες συμβάλλουν ιδίως στα εξής:
|
α) |
την προετοιμασία απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού· |
|
β) |
την αξιολόγηση μέτρων αυτορρύθμισης· |
|
γ) |
την ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών σχετικά με μέτρα για την ενίσχυση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό· |
|
δ) |
τον καθορισμό προτεραιοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 26. |
Άρθρο 21
Μέτρα αυτορρύθμισης
1. Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να υποβάλουν στην Επιτροπή μέτρο αυτορρύθμισης που καθορίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού για προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 ή δεν περιέχονται στο πρόγραμμα εργασίας. Οι εν λόγω φορείς παρέχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πληρούνται τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
2. Το μέτρο αυτορρύθμισης που υποβάλλεται βάσει της παραγράφου 1 περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
κατάλογο των οικονομικών φορέων που έχουν υπογράψει το μέτρο αυτορρύθμισης· |
|
β) |
τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που ισχύουν για τα προϊόντα που καλύπτονται από το μέτρο αυτορρύθμισης· |
|
γ) |
λεπτομερές, διαφανές και αντικειμενικό σχέδιο παρακολούθησης, με σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες για τη βιομηχανία και τους ανεξάρτητους φορείς ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων που ορίζονται στο παράρτημα VI σημείο 6· |
|
δ) |
κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλουν οι υπογράφοντες, καθώς και σχετικά με τις δοκιμές και τις επιθεωρήσεις· |
|
ε) |
κανόνες σχετικά με τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης υπογράφοντος οι οποίοι περιλαμβάνουν διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες, εάν ο υπογράφων δεν έχει λάβει επαρκή διορθωτικά μέτρα εντός τριών μηνών, διαγράφεται από τους υπογράφοντες του εν λόγω μέτρου αυτορρύθμισης· και |
|
στ) |
σημείωμα που διευκρινίζει πώς το μέτρο αυτορρύθμισης που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 βελτιώνει την περιβαλλοντική βιωσιμότητα των προϊόντων σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού ταχύτερα ή με μικρότερο κόστος απ’ ό,τι μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· το εν λόγω σημείωμα πρέπει να στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνίστανται σε δομημένη τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική ανάλυση, η οποία αιτιολογεί τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και τους στόχους του μέτρου αυτορρύθμισης και αξιολογεί τις επιπτώσεις των εν λόγω απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού. |
Οι υπογράφοντες το μέτρο αυτορρύθμισης επικαιροποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και είναι διαθέσιμες σε δημόσια και ελεύθερα προσβάσιμο ιστότοπο.
Οι υπογράφοντες το μέτρο αυτορρύθμισης κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή τυχόν αλλαγές στο μέτρο αυτορρύθμισης, ιδίως τυχόν αλλαγές που τους αφορούν.
3. Η Επιτροπή αξιολογεί το υποβληθέν μέτρο αυτορρύθμισης και, εφόσον απαιτείται, ζητεί επιστημονικές συμβουλές από αποκεντρωμένους οργανισμούς της Ένωσης. Κατά την αξιολόγηση, η Επιτροπή επαληθεύει εάν πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
το μέτρο αυτορρύθμισης υποβάλλεται από τουλάχιστον δύο οικονομικούς φορείς· |
|
β) |
το μερίδιο αγοράς από άποψη όγκου των υπογραφόντων το μέτρο αυτορρύθμισης σε σχέση με τα προϊόντα που καλύπτονται από το εν λόγω μέτρο είναι τουλάχιστον 80 % των μονάδων που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία· |
|
γ) |
το μέτρο αυτορρύθμισης συμβάλλει στη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού και στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας στην εσωτερική αγορά πιο γρήγορα ή με μικρότερο κόστος σε σύγκριση με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, και αποτελείται από απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που είναι απαραίτητες για την επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού· |
|
δ) |
το μέτρο αυτορρύθμισης πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα VI· |
|
ε) |
το μέτρο αυτορρύθμισης συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο και τις διεθνείς εμπορικές δεσμεύσεις της Ένωσης. |
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη που περιέχει κατάλογο των μέτρων αυτορρύθμισης που πληρούν τα κριτήρια του παρόντος άρθρου. H εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 2.
4. Η Επιτροπή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από τους υπογράφοντες μέτρο αυτορρύθμισης που παρατίθεται σε εκτελεστική πράξη που εγκρίθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, να υποβάλουν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αναθεωρημένη και επικαιροποιημένη έκδοση του εν λόγω μέτρου λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εξελίξεων της αγοράς ή των τεχνολογικών εξελίξεων σε σχέση με τη σχετική ομάδα προϊόντων. Όταν η Επιτροπή έχει λόγους να πιστεύει ότι δεν πληρούνται πλέον τα κριτήρια που ορίζονται στο παρόν άρθρο, οι υπογράφοντες υποβάλλουν αναθεωρημένη και επικαιροποιημένη έκδοση του εν λόγω μέτρου εντός τριών μηνών από την υποβολή του αιτήματος από την Επιτροπή.
5. Άπαξ και ένα μέτρο αυτορρύθμισης συμπεριληφθεί σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, οι υπογράφοντες το εν λόγω μέτρο υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή, σε τακτά χρονικά διαστήματα που ορίζονται στην εν λόγω εκτελεστική πράξη, σχετικά με την πραγματοποιηθείσα πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων του μέτρου αυτορρύθμισης και προκειμένου να αποδειχθεί ότι εξακολουθούν να πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 3.
Ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου που αναφέρεται στο παράρτημα VI σημείο 6) ενημερώνει την Επιτροπή για την έλλειψη συμμόρφωσης ενός υπογράφοντος.
Οι εκθέσεις προόδου, συμπεριλαμβανομένων των εκθέσεων συμμόρφωσης που υποβάλλει ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου, και οι κοινοποιήσεις σχετικά με την έλλειψη συμμόρφωσης και τα αντίστοιχα διορθωτικά μέτρα διατίθενται από τους υπογράφοντες σε δημόσια προσβάσιμο ιστότοπο.
6. Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα μέτρο αυτορρύθμισης που παρατίθεται σε εκτελεστική πράξη που εγκρίθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο, δεν πληροί πλέον τα κριτήρια του παρόντος άρθρου ή σε περίπτωση που οι υπογράφοντες το σχετικό μέτρο αυτορρύθμισης δεν τήρησαν την προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 4, το διαγράφει το εν λόγω μέτρο από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 μέσω εκτελεστικών πράξεων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη συμβουλευτική διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 2.
Όταν ένα μέτρο αυτορρύθμισης έχει διαγραφεί από τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που ισχύουν για το προϊόν που καλύπτεται από το εν λόγω μέτρο αυτορρύθμισης σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 22
Μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις
1. Στο πλαίσιο των προγραμμάτων από τα οποία μπορούν να επωφεληθούν οι ΜΜΕ, ιδίως οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι υπάρχουν πρωτοβουλίες που βοηθούν τις επιχειρήσεις αυτές να ενσωματώσουν την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής απόδοσης, στην αξιακή τους αλυσίδα.
2. Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 4, η Επιτροπή συνοδεύει, κατά περίπτωση, τις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις με ψηφιακά εργαλεία και κατευθυντήριες γραμμές που καλύπτουν τις ιδιαιτερότητες των ΜΜΕ, ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων, που δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα του προϊόντος ή της ομάδας προϊόντων, προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των εν λόγω επιχειρήσεων με τον παρόντα κανονισμό. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή διαβουλεύεται με οργανώσεις που εκπροσωπούν ΜΜΕ.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να βοηθήσουν τις ΜΜΕ, ιδίως τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4. Τα κράτη μέλη διαβουλεύονται με οργανώσεις που εκπροσωπούν ΜΜΕ σχετικά με το είδος των μέτρων που οι ΜΜΕ θεωρούν χρήσιμα.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας υπηρεσιών μίας στάσης ή παρόμοιων μηχανισμών για την ευαισθητοποίηση σχετικά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και τη δημιουργία ευκαιριών δικτύωσης για τις ΜΜΕ, ιδίως τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, ώστε να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού.
Επιπλέον, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, τα εν λόγω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν:
|
α) |
χρηματοδοτική στήριξη, μεταξύ άλλων με την παροχή φορολογικών πλεονεκτημάτων και την επένδυση σε υλικές και ψηφιακές υποδομές· |
|
β) |
πρόσβαση σε χρηματοδότηση· |
|
γ) |
εξειδικευμένη κατάρτιση της διοίκησης και του προσωπικού· |
|
δ) |
οργανωτική και τεχνική βοήθεια. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΗ ΠΩΛΗΘΕΝΤΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Άρθρο 23
Γενική αρχή για την πρόληψη της καταστροφής
Οι οικονομικοί φορείς λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα που αναμένεται ευλόγως ότι θα αποτρέψουν την ανάγκη καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων.
Άρθρο 24
Δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα
1. Οι οικονομικοί φορείς που απορρίπτουν μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα απευθείας ή αναθέτουν την απόρριψη μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων για λογαριασμό τους, δημοσιοποιούν:
|
α) |
τον αριθμό και το βάρος των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων που απορρίπτονται ανά έτος, με διαφοροποίηση ανά τύπο ή κατηγορία προϊόντων· |
|
β) |
τους λόγους της απόρριψης των προϊόντων και, κατά περίπτωση, τη σχετική παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 5· |
|
γ) |
το ποσοστό των απορριφθέντων προϊόντων που, είτε απευθείας είτε μέσω τρίτου, παραδίδονται για να υποβληθούν σε καθεμία από τις ακόλουθες ενέργειες: προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση, συμπεριλαμβανομένης της ανακαίνισης και της ανακατασκευής, ανακύκλωση, άλλου είδους ανάκτηση, συμπεριλαμβανομένης ανάκτησης ενέργειας, και εργασίες διάθεσης σύμφωνα με την ιεράρχηση των αποβλήτων που ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ· |
|
δ) |
τα μέτρα που λαμβάνονται και τα μέτρα που σχεδιάζονται με σκοπό την πρόληψη της καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων. |
Οι οικονομικοί φορείς δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο με σαφή και ορατό τρόπο τουλάχιστον σε εύκολα προσβάσιμη σελίδα στον ιστότοπό τους. Οι οικονομικοί φορείς που υπόκεινται στην υποχρέωση δημοσίευσης των εκθέσεων βιωσιμότητας στην έκθεση διαχείρισής τους σύμφωνα με το άρθρο 19α ή το άρθρο 29α της οδηγίας 2013/34/ΕΕ μπορούν να συμπεριλάβουν τις εν λόγω πληροφορίες στις εν λόγω εκθέσεις βιωσιμότητας.
Οι οικονομικοί φορείς δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σε ετήσια βάση και συμπεριλαμβάνουν, στο πλαίσιο των πληροφοριών αυτών, τα μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα που απορρίπτονται κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους. Οι οικονομικοί φορείς δημοσιοποιούν τις πληροφορίες για κάθε έτος. Αυτή η πρώτη δημοσιοποίηση καλύπτει μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα που απορρίφθηκαν κατά το πρώτο πλήρες οικονομικό έτος ισχύος του παρόντος κανονισμού.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις.
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις μεσαίες επιχειρήσεις από τις 19 Ιουλίου 2030.
2. Με εξαίρεση την περίπτωση στην οποία οι πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην αρμόδια εθνική αρχή βάσει άλλης νομικής πράξης, οικονομικοί φορείς, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής ή αρμόδιας εθνικής αρχής, παρέχουν όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η παράδοση και η παραλαβή των απορριφθέντων προϊόντων, όπως δημοσιοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, και, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχθεί η δυνατότητα εφαρμογής παρέκκλισης δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 5. Οι εν λόγω πληροφορίες και τεκμηρίωση παρέχονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή εντός 30 ημερών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος.
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των λεπτομερειών και του μορφοτύπου της δημοσιοποίησης των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένης της οριοθέτησης των τύπων ή κατηγοριών προϊόντων και του τρόπου επαλήθευσης των πληροφοριών αυτών.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 3.
Η πρώτη σχετική εκτελεστική πράξη εκδίδεται έως τις 19 Ιουλίου 2025.
Άρθρο 25
Καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων
1. Από τις 19 Ιουλίου 2026, απαγορεύεται η καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων όπως απαριθμούνται στο παράρτημα VII.
Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις.
Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται στις μεσαίες επιχειρήσεις από τις 19 Ιουλίου 2030·
2. Οι οικονομικοί φορείς που δεν υπόκεινται στην απαγόρευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν καταστρέφουν τα μη πωληθέντα καταναλωτικά προϊόντα που τους παρέχονται με σκοπό την παράκαμψη της εν λόγω απαγόρευσης.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72 για την τροποποίηση του παραρτήματος VII:
|
α) |
για να προστεθούν νέα προϊόντα, ώστε να ληφθούν υπόψη οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της καταστροφής τους· |
|
β) |
για την επικαιροποίηση των καταχωρίσεων εντός των ομάδων προϊόντων, ώστε να ευθυγραμμιστούν με τροποποιήσεις των αντίστοιχων κωδικών εμπορεύματος ή των αντίστοιχων περιγραφών τους που γίνονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, όταν είναι αναγκαίο. |
4. Κατά την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που πρόκειται να εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α), η Επιτροπή:
|
α) |
αξιολογεί την εξάπλωση και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της καταστροφής συγκεκριμένων μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων· |
|
β) |
λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες που δημοσιοποιούν οι οικονομικοί φορείς σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1· |
|
γ) |
διενεργεί εκτίμηση επιπτώσεων με βάση τα βέλτιστα διαθέσιμα στοιχεία και αναλύσεις, καθώς και με βάση πρόσθετες μελέτες, εάν κρίνεται αναγκαίο. |
Η εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη προσδιορίζει την ημερομηνία εφαρμογής της και, κατά περίπτωση, τυχόν κλιμακωτά μέτρα ή μεταβατικά μέτρα ή μεταβατικές περιόδους.
5. Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 72, οι οποίες συμπληρώνουν τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας παρεκκλίσεις από την απαγόρευση καταστροφής των μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα VII, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
|
α) |
λόγοι υγείας, υγιεινής και ασφάλειας· |
|
β) |
ζημία σε προϊόντα η οποία προκύπτει ως αποτέλεσμα του χειρισμού τους ή η οποία ανιχνεύεται μετά την επιστροφή των προϊόντων και δεν μπορεί να επισκευαστεί με οικονομικά αποδοτικό τρόπο· |
|
γ) |
ακαταλληλότητα των προϊόντων για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται, λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου και τεχνικών προτύπων· |
|
δ) |
μη αποδοχή των προϊόντων που προσφέρονται για δωρεά· |
|
ε) |
ακαταλληλότητα των προϊόντων για προετοιμασία για επαναχρησιμοποίηση ή ανακατασκευή· |
|
στ) |
μη διάθεση προς πώληση προϊόντων λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων παραποίησης/απομίμησης· |
|
ζ) |
η καταστροφή είναι η επιλογή με τις λιγότερες αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις. |
Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορούν επίσης, κατά περίπτωση, να προβλέπουν ότι η απαγόρευση καταστροφής μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή η υποχρέωση δημοσιοποίησης που ορίζεται στο άρθρο 24 ισχύει για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις όταν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι αυτές οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καταστρατήγηση της εν λόγω απαγόρευσης ή της εν λόγω υποχρέωσης.
Η πρώτη κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εκδίδεται από τις 19 Ιουλίου 2025.
Άρθρο 26
Ενοποιημένες πληροφορίες σχετικά με την καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων
Έως τις 19 Ιουλίου 2027 και στη συνέχεια κάθε 36 μήνες, η Επιτροπή δημοσιεύει στον ιστότοπό της ενοποιημένες πληροφορίες σχετικά με την καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων στοιχείων:
|
α) |
της εξάπλωσης της καταστροφής συγκεκριμένων ομάδων μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων ετησίως, με βάση τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1· |
|
β) |
των συγκριτικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που επιφέρει η καταστροφή μη πωληθέντων καταναλωτικών προϊόντων ανά ομάδα προϊόντων. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ
Άρθρο 27
Υποχρεώσεις των κατασκευαστών
1. Κατά τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντων που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι:
|
α) |
τα εν λόγω προϊόντα έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις επιδόσεων που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
β) |
τα εν λόγω προϊόντα συνοδεύονται από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· και |
|
γ) |
υπάρχει διαθέσιμο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 9 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, συμπεριλαμβανομένου εφεδρικού αντιγράφου της πλέον επικαιροποιημένης έκδοσης του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος που αποθηκεύεται από πάροχο υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4. |
2. Προτού διαθέσουν στην αγορά ή θέσουν σε λειτουργία προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι κατασκευαστές διενεργούν τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που καθορίζεται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ή αναθέτουν τη διενέργειά της εξ ονόματός τους και καταρτίζουν τον απαιτούμενο τεχνικό φάκελο.
Όταν η συμμόρφωση ενός προϊόντος που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις αποδεικνύεται με την εν λόγω διαδικασία, οι κατασκευαστές καταρτίζουν δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 44, και τοποθετούν τη σήμανση CE σύμφωνα με το άρθρο 46. Ωστόσο, όταν η Επιτροπή έχει καθορίσει εναλλακτικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο δ), ο κατασκευαστής τοποθετεί τη σήμανση συμμόρφωσης σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες.
3. Οι κατασκευαστές διατηρούν τον τεχνικό φάκελο και τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ επί 10 έτη από τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντος που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, εκτός αν στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ορίζεται διαφορετική περίοδος.
4. Οι κατασκευαστές διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται διαδικασίες που εγγυώνται ότι τα προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 στο πλαίσιο εν σειρά παραγωγής ώστε να διατηρείται η συμμόρφωση προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις. Οι αλλαγές στη διαδικασία παραγωγής, στον σχεδιασμό του προϊόντος ή στα χαρακτηριστικά, καθώς και οι αλλαγές στα εναρμονισμένα πρότυπα, στις κοινές προδιαγραφές ή άλλες τεχνικές προδιαγραφές σε σχέση με τις οποίες δηλώνεται η συμμόρφωση του προϊόντος ή μέσω της εφαρμογής των οποίων επαληθεύεται η συμμόρφωσή του, λαμβάνονται δεόντως υπόψη από τους κατασκευαστές και, σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι επηρεάζεται η συμμόρφωση του προϊόντος από αυτές τις αλλαγές, οι κατασκευαστές διενεργούν επαναξιολόγηση σύμφωνα με την εφαρμοστέα διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή αναθέτουν τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης εξ ονόματός τους.
5. Οι κατασκευαστές διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα τους που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 φέρουν αριθμό τύπου, παρτίδας ή σειράς ή άλλο στοιχείο που επιτρέπει την ταυτοποίησή τους ή, όταν δεν το επιτρέπει το μέγεθος ή η φύση του προϊόντος, διασφαλίζουν ότι οι απαιτούμενες πληροφορίες αναγράφονται στη συσκευασία ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν.
6. Για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι κατασκευαστές αναγράφουν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία τους ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους, την ταχυδρομική τους διεύθυνση και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας τους, όπου μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους:
|
α) |
επί του δημόσιου τμήματος του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, κατά περίπτωση· και |
|
β) |
επί του προϊόντος, ή εάν αυτό δεν είναι δυνατό, επί της συσκευασίας του, ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν. |
Η διεύθυνση υποδεικνύει ένα και μόνο σημείο επικοινωνία με τον κατασκευαστή. Τα στοιχεία επικοινωνίας είναι σαφή, κατανοητά και ευανάγνωστα.
7. Οι κατασκευαστές εξασφαλίζουν ότι ένα προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 συνοδεύεται από οδηγίες σε ψηφιακή μορφή σχετικά με το προϊόν («ψηφιακές οδηγίες») σε γλώσσα εύκολα κατανοητή, όπως καθορίζεται από το οικείο κράτος μέλος. Οι ψηφιακές οδηγίες είναι σαφείς, κατανοητές και ευανάγνωστες και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii), όπως καθορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.
Ωστόσο, οι κατασκευαστές παρέχουν σε έντυπη μορφή, με συνοπτικό μορφότυπο, τις πληροφορίες ασφαλείας και τις οδηγίες που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια των πελατών και άλλων σχετικών παραγόντων.
Κατά την παροχή των ψηφιακών οδηγιών, ο κατασκευαστής τις συμπεριλαμβάνει στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος και τις καθιστά προσβάσιμες μέσω του αντίστοιχου φορέα δεδομένων ή, αν δεν υπάρχει διαβατήριο προϊόντος, αναγράφει στο προϊόν ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, στη συσκευασία του ή σε συνοδευτικό έγγραφο, τον τρόπο πρόσβασης στις ψηφιακές οδηγίες.
Ο κατασκευαστής παρουσιάζει τις ψηφιακές οδηγίες σε μορφότυπο που καθιστά δυνατή την τηλεφόρτωση και αποθήκευσή τους σε ηλεκτρονική συσκευή, ώστε ο χρήστης να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές ανά πάσα στιγμή και τις καθιστά προσβάσιμες επιγραμμικά κατά την αναμενόμενη διάρκεια ζωής του προϊόντος αλλά πάντως για τουλάχιστον 10 έτη μετά τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά ή τη θέση του σε λειτουργία.
Εφόσον ο πελάτης το ζητήσει κατά την αγορά ή έως και έξι μήνες μετά την αγορά, ο κατασκευαστής παρέχει τις ψηφιακές οδηγίες σε έντυπη μορφή, δωρεάν, εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος.
Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 μπορούν να ορίζουν ότι ορισμένες πληροφορίες που αποτελούν μέρος των ψηφιακών οδηγιών πρέπει επίσης να παρέχονται σε έντυπη μορφή.
8. Οι κατασκευαστές που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 το οποίο έχουν διαθέσει στην αγορά ή έχουν θέσει σε λειτουργία δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη λαμβάνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος, ή για να το αποσύρουν ή να το ανακαλέσουν αμέσως, κατά περίπτωση.
Οι κατασκευαστές ενημερώνουν αμέσως τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών στα οποία κατέστησαν διαθέσιμο το προϊόν ή το έθεσαν σε λειτουργία για την εικαζόμενη μη συμμόρφωση και για τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβαν.
9. Οι κατασκευαστές θέτουν στη διάθεση του κοινού διαύλους επικοινωνίας, όπως αριθμό τηλεφώνου, ηλεκτρονική διεύθυνση ή ειδικό τμήμα του ιστοτόπου τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία, προκειμένου να μπορούν οι πελάτες να υποβάλλουν καταγγελίες ή προβληματισμούς σχετικά με την πιθανή μη συμμόρφωση των προϊόντων.
Οι κατασκευαστές τηρούν μητρώο καταγγελιών και προβληματισμών για όσο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού αλλά όχι πέραν των πέντε ετών από την υποβολή τους, και καθιστούν το μητρώο διαθέσιμο κατόπιν αιτήματος μιας αρχής εποπτείας της αγοράς.
10. Οι κατασκευαστές, για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος που υποβάλλεται από αρμόδια εθνική αρχή, παρέχουν όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση των εν λόγω προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του τεχνικού φακέλου, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Οι εν λόγω πληροφορίες και η τεκμηρίωση παρέχονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερών από την παραλαβή αιτήματος από την εν λόγω αρχή.
Οι κατασκευαστές συνεργάζονται με την αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με κάθε διορθωτικό μέτρο που λαμβάνεται για την αποκατάσταση κάθε περίπτωσης μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 28
Εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι
1. Ο κατασκευαστής μπορεί να διορίζει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, με γραπτή εντολή.
Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 και η κατάρτιση του τεχνικού φακέλου δεν αποτελούν μέρος της εντολής του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.
2. Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή την οποία λαμβάνει από τον κατασκευαστή. Η εντολή επιτρέπει στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τουλάχιστον τα ακόλουθα:
|
α) |
να διατηρεί τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ και τον τεχνικό φάκελο και να τα θέτει στη διάθεση των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς για διάστημα 10 ετών μετά τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντος που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 εκτός αν στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ορίζεται διαφορετική περίοδος· |
|
β) |
να συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, σε τυχόν μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με περιπτώσεις μη συμμόρφωσης του προϊόντος το οποίο καλύπτει η εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου· |
|
γ) |
κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος που υποβάλλεται από αρμόδια εθνική αρχή, να παρέχει στην εν λόγω αρχή όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση ενός προϊόντος, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή το συντομότερο δυνατόν και πάντως εντός 15 ημερών από την παραλαβή του εν λόγω αιτήματος· και |
|
δ) |
να τερματίζει την εντολή, εάν ο κατασκευαστής ενεργεί κατά παράβαση των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος κανονισμού. |
Άρθρο 29
Υποχρεώσεις των εισαγωγέων
1. Οι εισαγωγείς, όσον αφορά προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, διαθέτουν στην αγορά μόνο προϊόντα τα οποία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.
2. Προτού διαθέσουν στην αγορά προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι:
|
α) |
έχει διενεργηθεί η κατάλληλη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης από τον κατασκευαστή και ότι ο κατασκευαστής έχει καταρτίσει τον τεχνικό φάκελο· |
|
β) |
το προϊόν συνοδεύεται από τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 7 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· και |
|
γ) |
υπάρχει διαθέσιμο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 9 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, συμπεριλαμβανομένου εφεδρικού αντιγράφου της πλέον επικαιροποιημένης έκδοσης του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος που αποθηκεύεται από πάροχο υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4. |
Ο εισαγωγέας διασφαλίζει περαιτέρω ότι προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 φέρει την απαιτούμενη σήμανση CE που αναφέρεται στο άρθρο 45, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τους κανόνες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 46, ή την εναλλακτική σήμανση συμμόρφωσης, όπως ορίζεται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο δ), και συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα, και ότι ο κατασκευαστής έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του άρθρου 27 παράγραφοι 5 και 6.
Όταν οι εισαγωγείς θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, δεν διαθέτουν το προϊόν στην αγορά ούτε το θέτουν σε λειτουργία έως ότου αυτό συμμορφωθεί.
3. Για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι εισαγωγείς αναγράφουν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία τους ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους, την ταχυδρομική τους διεύθυνση και τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας τους, όπου μπορεί κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους:
|
α) |
επί του δημόσιου τμήματος του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος, κατά περίπτωση· και |
|
β) |
επί του προϊόντος ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατό, επί της συσκευασίας, ή σε έγγραφο που συνοδεύει το προϊόν. |
Τα στοιχεία επικοινωνίας είναι σαφή, κατανοητά και ευανάγνωστα.
4. Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι ένα προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 συνοδεύεται από ψηφιακές οδηγίες σε γλώσσα εύκολα κατανοητή, όπως καθορίζεται από το οικείο κράτος μέλος. Οι οδηγίες αυτές είναι σαφείς, κατανοητές και ευανάγνωστες και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4. Οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται από το άρθρο 27 παράγραφος 7 τέταρτο και πέμπτο εδάφιο εφαρμόζονται κατ’ αvαλoγίαv.
5. Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
6. Οι εισαγωγείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 το οποίο έχουν διαθέσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, λαμβάνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος, ή για να το αποσύρουν ή να το ανακαλέσουν αμέσως, κατά περίπτωση.
Οι εισαγωγείς ενημερώνουν αμέσως τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών στα οποία κατέστησαν διαθέσιμο το προϊόν για την εικαζόμενη μη συμμόρφωση και για τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβαν.
7. Οι εισαγωγείς διατηρούν αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ στη διάθεση των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς και εξασφαλίζουν ότι ο τεχνικός φάκελος μπορεί να τεθεί στη διάθεση των εν λόγω αρχών, κατόπιν αιτήματός τους, για διάστημα 10 ετών μετά τη διάθεση στην αγορά ή τη θέση σε λειτουργία προϊόντος που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, εκτός αν στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ορίζεται διαφορετική περίοδος.
8. Οι εισαγωγείς, για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος που υποβάλλεται από αρμόδια εθνική αρχή, παρέχουν όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση των εν λόγω προϊόντων, συμπεριλαμβανομένου του τεχνικού φακέλου, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Οι εν λόγω πληροφορίες και η τεκμηρίωση παρέχονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερών από την παραλαβή αιτήματος από την εν λόγω αρχή.
Οι εισαγωγείς συνεργάζονται με την αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με κάθε διορθωτικό μέτρο που λαμβάνεται για την αποκατάσταση κάθε περίπτωσης μη συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 30
Υποχρεώσεις των διανομέων
1. Όταν οι διανομείς καθιστούν διαθέσιμο στην αγορά ένα προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, ενεργούν με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις.
2. Προτού καταστήσουν διαθέσιμο στην αγορά προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι διανομείς επαληθεύουν ότι:
|
α) |
το προϊόν φέρει τη σήμανση CE σύμφωνα με τα άρθρα 45 και 46 ή τη σήμανση συμμόρφωσης που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 4 τρίτο εδάφιο παράγραφος 6 και, κατά περίπτωση, επισημαίνεται ή συνδέεται με ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη· |
|
β) |
το προϊόν συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα και από ψηφιακές οδηγίες σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους πελάτες, όπως ορίζεται από το οικείο κράτος μέλος, και ότι οι εν λόγω οδηγίες είναι σαφείς, κατανοητές και ευανάγνωστες και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii), όπως προσδιορίζεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται από το άρθρο 27 παράγραφος 7 τέταρτο και πέμπτο εδάφιο εφαρμόζονται κατ’ αvαλoγίαv· και |
|
γ) |
ο κατασκευαστής και ο εισαγωγέας έχουν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 27 παράγραφοι 5 και 6 και στο άρθρο 29 παράγραφος 3. |
3. Όταν οι διανομείς, προτού καταστήσουν προϊόν διαθέσιμο στην αγορά, θεωρούν ή έχουν λόγους να πιστεύουν ότι το προϊόν ή ο κατασκευαστής του δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, δεν καθιστούν το προϊόν διαθέσιμο στην αγορά έως ότου επιτευχθεί η συμμόρφωση του προϊόντος ή του κατασκευαστή.
Οι διανομείς εξασφαλίζουν ότι, ενόσω το προϊόν βρίσκεται υπό την ευθύνη τους, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
4. Οι διανομείς που θεωρούν ή έχουν λόγους να πιστεύουν ότι ένα προϊόν που έχουν καταστήσει διαθέσιμο στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 διασφαλίζουν ότι λαμβάνονται τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να επιτύχουν τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος, να το αποσύρουν ή να το ανακαλέσουν, κατά περίπτωση.
Οι διανομείς ενημερώνουν αμέσως τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών στα οποία κατέστησαν διαθέσιμο το προϊόν για την εικαζόμενη μη συμμόρφωση και για τυχόν διορθωτικά μέτρα που έλαβαν.
5. Οι διανομείς, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος που υποβάλλεται από αρμόδια εθνική αρχή, παρέχουν όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση στις οποίες έχουν πρόσβαση και οι οποίες είναι αναγκαίες για να αποδειχθεί η συμμόρφωση ενός προϊόντος. Οι εν λόγω πληροφορίες και η τεκμηρίωση παρέχονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, εντός 15 ημερών από την παραλαβή αιτήματος εκ μέρους της εν λόγω αρχής.
Οι διανομείς συνεργάζονται με την αρμόδια εθνική αρχή σχετικά με κάθε διορθωτικό μέτρο που λαμβάνεται για την αποκατάσταση κάθε περίπτωσης μη συμμόρφωσης με την εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 31
Υποχρεώσεις των εμπόρων
1. Οι έμποροι διασφαλίζουν ότι οι πελάτες τους και οι δυνητικοί πελάτες τους έχουν πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία που συνοδεύει προϊόντα, όπως απαιτείται από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πωλήσεων εξ αποστάσεως.
2. Οι έμποροι διασφαλίζουν ότι οι πελάτες τους και οι δυνητικοί πελάτες τους έχουν εύκολη πρόσβαση στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πωλήσεων εξ αποστάσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο ε) και προσδιορίζεται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
3. Οι έμποροι, και στην περίπτωση των πωλήσεων εξ αποστάσεως:
|
α) |
παρουσιάζουν στους πελάτες και στους δυνητικούς πελάτες, με ευδιάκριτο τρόπο, τις ετικέτες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή γ)· |
|
β) |
αναφέρονται στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετικέτες που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή γ) σε οπτικές διαφημίσεις ή σε τεχνικό διαφημιστικό υλικό για συγκεκριμένο μοντέλο, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· και |
|
γ) |
δεν παρέχουν ούτε παρουσιάζουν άλλες ετικέτες, σήματα, σύμβολα ή επιγραφές που ενδέχεται να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση στους πελάτες και στους δυνητικούς πελάτες όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα σχετικά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
Άρθρο 32
Υποχρεώσεις σχετικά με τις ετικέτες
1. Όταν κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 απαιτεί τα προϊόντα να φέρουν ετικέτα όπως αναφέρεται στο άρθρο 16, οι οικονομικοί φορείς που διαθέτουν τα προϊόντα στην αγορά ή τα θέτουν σε λειτουργία:
|
α) |
εξασφαλίζουν ότι τα προϊόντα συνοδεύονται, για κάθε μεμονωμένη μονάδα και δωρεάν, από τυπωμένες ετικέτες σύμφωνα με την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη· |
|
β) |
παρέχουν στον έμπορο τυπωμένες ετικέτες ή ψηφιακά αντίγραφα της ετικέτας δωρεάν, αμέσως και σε κάθε περίπτωση εντός 5 εργάσιμων ημερών από το αίτημα του εμπόρου· και |
|
γ) |
εξασφαλίζουν ότι οι ετικέτες τους είναι ακριβείς και παρέχουν επαρκή τεχνικό φάκελο ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση της ακρίβειας των ετικετών τους. |
2. Όταν κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 απαιτεί τα προϊόντα να φέρουν ετικέτα όπως αναφέρεται στο άρθρο 16, ο οικονομικός φορέας που καθιστά τα προϊόντα διαθέσιμα στην αγορά ή τα θέτει σε λειτουργία:
|
α) |
αναφέρεται στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα, σε οπτικές διαφημίσεις ή σε τεχνικό διαφημιστικό υλικό για συγκεκριμένο μοντέλο σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
β) |
δεν παρέχει ούτε παρουσιάζει άλλες ετικέτες, σήματα, σύμβολα ή επιγραφές που ενδέχεται να παραπλανήσουν ή να προκαλέσουν σύγχυση στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες όσον αφορά τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα σχετικά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού. |
Άρθρο 33
Υποχρεώσεις των παρόχων υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών
Οι πάροχοι υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών διασφαλίζουν ότι, για τα προϊόντα που χειρίζονται και τα οποία καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι συνθήκες κατά την αποθήκευση, τη συσκευασία, τη διευθυνσιοδότηση ή την αποστολή δεν θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωση των προϊόντων με την εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.
Άρθρο 34
Περίπτωση στην οποία οι υποχρεώσεις των κατασκευαστών εφαρμόζονται στους εισαγωγείς και τους διανομείς
Οι εισαγωγείς ή οι διανομείς θεωρούνται κατασκευαστές για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού όταν:
|
α) |
διαθέτουν στην αγορά προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 υπό την επωνυμία τους ή το εμπορικό σήμα τους· ή |
|
β) |
τροποποιούν το εν λόγω προϊόν που έχει ήδη διατεθεί στην αγορά κατά τρόπο που επηρεάζει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4. |
Άρθρο 35
Υποχρεώσεις των παρόχων επιγραμμικών αγορών και επιγραμμικών μηχανών αναζήτησης
1. Οι γενικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 30 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065 ισχύουν για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
Με την επιφύλαξη των γενικών υποχρεώσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών συνεργάζονται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, κατόπιν αιτήματος των εν λόγω αρχών και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, για να διευκολύνουν κάθε μέτρο που λαμβάνεται για την εξάλειψη ή, εάν αυτό δεν είναι δυνατόν, τον μετριασμό της μη συμμόρφωσης ενός προϊόντος το οποίο προσφέρεται ή προσφέρθηκε προς πώληση επιγραμμικά μέσω των υπηρεσιών τους.
2. Όσον αφορά τις εξουσίες που ανατίθενται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, τα κράτη μέλη εκχωρούν στις οικείες αρχές εποπτείας της αγοράς την εξουσία, για όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, να δίνουν εντολή σε πάροχο επιγραμμικής αγοράς να λάβει μέτρα κατά ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων περιεχομένου που αναφέρονται σε μη συμμορφούμενο προϊόν, μεταξύ άλλων αφαιρώντας τα. Τέτοιου είδους περιεχόμενο θεωρείται παράνομο περιεχόμενο κατά την έννοια του άρθρου 3 στοιχείο η) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065, να δίδουν τέτοιες εντολές.
3. Οι πάροχοι επιγραμμικών αγορών καθορίζουν ένα ενιαίο σημείο επαφής για τους σκοπούς της άμεσης επικοινωνίας με τις αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών σχετικά με τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.
Το εν λόγω ενιαίο σημείο επαφής μπορεί να είναι το ίδιο με εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (62) ή στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2065.
Άρθρο 36
Υποχρεώσεις ενημέρωσης για τους οικονομικούς φορείς
1. Όταν ένα προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που θεσπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 καθίσταται διαθέσιμο στην αγορά μέσω πωλήσεων εξ αποστάσεως, οι οικονομικοί φορείς διασφαλίζουν ότι στο προσφερόμενο προϊόν εμφανίζονται σαφώς και ευδιάκριτα τουλάχιστον οι ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
το όνομα, η καταχωρισμένη επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του κατασκευαστή, καθώς και η ταχυδρομική και η ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας του· |
|
β) |
στην περίπτωση που ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, το όνομα, η ταχυδρομική και η ηλεκτρονική διεύθυνση και ο αριθμός τηλεφώνου του οικονομικού φορέα που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020· και |
|
γ) |
πληροφορίες που επιτρέπουν την ταυτοποίηση του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης μιας εικόνας του προϊόντος, του τύπου του καθώς και τυχόν άλλου αναγνωριστικού κωδικού του προϊόντος. |
2. Οι οικονομικοί φορείς παρέχουν, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος, στις αρχές εποπτείας της αγοράς:
|
α) |
το όνομα κάθε οικονομικού φορέα που τους έχει προμηθεύσει προϊόν που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
β) |
το όνομα κάθε οικονομικού φορέα στον οποίο έχουν προμηθεύσει τα εν λόγω προϊόντα, καθώς και τις ποσότητες και τα ακριβή μοντέλα των προϊόντων αυτών. |
Οι οικονομικοί φορείς εξασφαλίζουν ότι είναι σε θέση να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο επί 10 έτη αφότου έχουν προμηθευτεί τα σχετικά προϊόντα και επί 10 έτη αφότου έχουν προμηθεύσει τα εν λόγω προϊόντα, εκτός εάν έχει καθοριστεί διαφορετική περίοδος στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή, εντός 15 ημερών από τη λήψη αιτήματος εκ μέρους της αρχής εποπτείας της αγοράς.
3. Όταν απαιτεί από τους κατασκευαστές, τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους ή τους εισαγωγείς να διαθέτουν σε ψηφιακή μορφή μέρη του τεχνικού φακέλου που αφορά το σχετικό προϊόν σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο α) σημείο iii), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
την ανάγκη να διευκολυνθεί η επαλήθευση, από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, της συμμόρφωσης των κατασκευαστών, των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους και των εισαγωγέων με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις· και |
|
β) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις ΜΜΕ. |
Η Επιτροπή καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να καθίστανται διαθέσιμα τα σχετικά μέρη του τεχνικού φακέλου. Εφόσον υπάρχει ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, ο τεχνικός φάκελος καθίσταται διαθέσιμος μέσω αυτού.
Άρθρο 37
Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων όσον αφορά την παρακολούθηση και την υποβολή στοιχείων
1. Όταν απαιτεί από τους κατασκευαστές, τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους ή τους εισαγωγείς να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο β), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
τη διαθεσιμότητα αποδεικτικών στοιχείων σχετικών με τη διείσδυση του σχετικού προϊόντος στην αγορά και που είναι αναγκαία προκειμένου να διευκολυνθεί η επανεξέταση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 και ισχύουν για το εν λόγω προϊόν· |
|
β) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις ΜΜΕ· και |
|
γ) |
τη χρησιμότητα των απαιτούμενων πληροφοριών και την αναλογικότητα της απαίτησης αυτής. |
Η Επιτροπή καθορίζει τη χρονική περίοδο την οποία πρέπει να αφορούν οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Οι πληροφορίες αυτές διαφοροποιούνται ανά μοντέλο προϊόντος.
Η Επιτροπή προσδιορίζει τα μέσα με τα οποία πρέπει να καθίστανται διαθέσιμες οι σχετικές πληροφορίες και τη συχνότητα με την οποία πρέπει να καθίστανται διαθέσιμες οι πληροφορίες αυτές.
Η Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που καθίστανται διαθέσιμες υποβάλλονται σε επεξεργασία ασφαλή και σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης.
2. Όταν απαιτεί ένα προϊόν να είναι σε θέση να μετρά την ενέργεια που καταναλώνει ή τις επιδόσεις του σε σχέση με άλλες σχετικές παραμέτρους προϊόντος που αναφέρονται στο παράρτημα Ι κατά τη χρήση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο γ) i), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
τη χρησιμότητα των δεδομένων κατά τη χρήση για τους τελικούς χρήστες για την κατανόηση και τη διαχείριση της χρήσης ενέργειας ή των επιδόσεων του προϊόντος· |
|
β) |
την τεχνική σκοπιμότητα της καταγραφής δεδομένων κατά τη χρήση· |
|
γ) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις ΜΜΕ· και |
|
δ) |
την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι δεν συλλέγονται δεδομένα που επιτρέπουν την ταυτοποίηση ατόμων ή την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με συμπεριφορές ατόμων. |
3. Τα προϊόντα που καλύπτονται από απαίτηση που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο γ) καταγράφουν, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα δεδομένα κατά τη χρήση και τα καθιστούν ορατά στον τελικό χρήστη.
4. Όταν απαιτεί από τους κατασκευαστές, τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους ή τους εισαγωγείς να συλλέγουν δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και να υποβάλλουν τα εν λόγω δεδομένα στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο γ) ii), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
τη χρησιμότητα των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση για την Επιτροπή κατά την επανεξέταση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού ή την παροχή βοήθειας στις αρχές εποπτείας της αγοράς με στατιστικές πληροφορίες για την ανάλυση βάσει κινδύνου που διενεργούν· και |
|
β) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις ΜΜΕ. |
5. Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μπορούν να αποτελούνται ιδίως από:
|
α) |
τη συλλογή δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση, εάν μπορούν να είναι προσβάσιμα εξ αποστάσεως μέσω διαδικτύου, κατόπιν ρητής συγκατάθεσης του τελικού χρήστη να καταστούν διαθέσιμα τα εν λόγω δεδομένα· και |
|
β) |
την υποβολή των εν λόγω δεδομένων στην Επιτροπή τουλάχιστον μία φορά ετησίως. |
Όταν απαιτείται η υποβολή σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, τα εν λόγω δεδομένα περιλαμβάνουν, εφόσον είναι διαθέσιμα, το αναγνωριστικό μοντέλου όπως έχει καταχωριστεί στη βάση δεδομένων για τα προϊόντα που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και, αν σχετίζονται με τις επιδόσεις τους, γενικές γεωγραφικές πληροφορίες για τα προϊόντα.
6. Η Επιτροπή προσδιορίζει στη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη τις λεπτομέρειες και τον μορφότυπο για την υποβολή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4.
7. Η Επιτροπή αξιολογεί περιοδικά τα δεδομένα μη προσωπικού χαρακτήρα κατά τη χρήση που λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 4 και, κατά περίπτωση, δημοσιεύει συγκεντρωτικά σύνολα δεδομένων.
Άρθρο 38
Απαιτήσεις για τους παράγοντες της αλυσίδας εφοδιασμού
Εφόσον προβλέπεται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι παράγοντες της αλυσίδας εφοδιασμού:
|
α) |
παρέχουν, κατόπιν αιτήματος και δωρεάν, στους κατασκευαστές, στους κοινοποιημένους οργανισμούς και στις αρμόδιες εθνικές αρχές τις διαθέσιμες συναφείς πληροφορίες που αφορούν τα προϊόντα που προμηθεύουν ή τις υπηρεσίες που παρέχουν· |
|
β) |
επιτρέπουν στους κατασκευαστές, ελλείψει των πληροφοριών που αναφέρονται στο στοιχείο α), να αξιολογούν τα προϊόντα που προμηθεύουν ή τις υπηρεσίες που παρέχουν και δίνουν πρόσβαση σε σχετικά έγγραφα ή εγκαταστάσεις στους εν λόγω κατασκευαστές· και |
|
γ) |
παρέχουν στους κοινοποιημένους οργανισμούς και στις αρμόδιες εθνικές αρχές τη δυνατότητα να επαληθεύουν την ακρίβεια των συναφών πληροφοριών που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
Άρθρο 39
Μέθοδοι δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού
1. Για τους σκοπούς της συμμόρφωσης και της επαλήθευσης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, οι δοκιμές, οι μετρήσεις και οι υπολογισμοί πραγματοποιούνται με τη χρήση εναρμονισμένων προτύπων ή άλλων αξιόπιστων, επακριβών και αναπαραγώγιμων μεθόδων που λαμβάνουν υπόψη τις γενικώς αναγνωρισμένες πλέον σύγχρονες μεθόδους. Οι μέθοδοι αυτές πληρούν τις απαιτήσεις για τις μεθόδους δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού που καθορίζονται στις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Κατά τον καθορισμό της απαίτησης χρήσης ψηφιακών εργαλείων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο γ) iii), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
την ανάγκη να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή των μεθόδων υπολογισμού· και |
|
β) |
την ανάγκη ελαχιστοποίησης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους οικονομικούς φορείς. |
Τα ψηφιακά εργαλεία είναι ελεύθερα προσβάσιμα για τους οικονομικούς φορείς.
Άρθρο 40
Πρόληψη της καταστρατήγησης και της επιδείνωσης των επιδόσεων
1. Οι οικονομικοί φορείς απέχουν από κάθε συμπεριφορά που υπονομεύει τη συμμόρφωση των προϊόντων με τον παρόντα κανονισμό, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω συμπεριφορά είναι συμβατικής, εμπορικής, τεχνικής ή άλλης φύσης.
2. Τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 δεν διατίθενται στην αγορά ούτε τίθενται σε λειτουργία εάν είναι σχεδιασμένα να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά ή τις ιδιότητές τους όταν υποβάλλονται σε δοκιμή προκειμένου να καταλήγουν σε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για οποιαδήποτε από τις παραμέτρους προϊόντος που ρυθμίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα προϊόντα που έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να ανιχνεύουν ότι υποβάλλονται σε δοκιμή και που αντιδρούν μεταβάλλοντας αυτόματα τις επιδόσεις τους και τα προϊόντα που έχουν ρυθμιστεί εκ των προτέρων ώστε να μεταβάλλουν τις επιδόσεις τους κατά τη στιγμή της δοκιμής, θεωρούνται προϊόντα σχεδιασμένα να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά ή τις ιδιότητές τους κατά τη δοκιμή.
3. Οι οικονομικοί φορείς που διαθέτουν στην αγορά ή θέτουν σε λειτουργία προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 δεν καθορίζουν ειδικές οδηγίες για τις δοκιμές οι οποίες μεταβάλλουν τη συμπεριφορά ή τις ιδιότητες του προϊόντος προκειμένου να επιτευχθεί ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για οποιαδήποτε από τις παραμέτρους του προϊόντος που ρυθμίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι οδηγίες που οδηγούν σε χειροκίνητη μεταβολή του προϊόντος πριν από δοκιμή, η οποία μεταβάλλει τις επιδόσεις του προϊόντος θεωρούνται ειδικές οδηγίες για τις δοκιμές που μεταβάλλουν τη συμπεριφορά ή τις ιδιότητες των προϊόντων.
4. Τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 δεν διατίθενται στην αγορά ούτε τίθενται σε λειτουργία εάν είναι σχεδιασμένα να μεταβάλλουν τη συμπεριφορά ή τις ιδιότητές τους εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από τη θέση του προϊόντος σε λειτουργία, με αποτέλεσμα την επιδείνωση των επιδόσεών τους σε σχέση με οποιαδήποτε από τις παραμέτρους προϊόντος που ρυθμίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, ή των λειτουργικών επιδόσεών τους από τη σκοπιά του χρήστη.
5. Οι ενημερώσεις λογισμικού ή υλικολογισμικού δεν οδηγούν σε επιδείνωση των επιδόσεων του προϊόντος πέραν των αποδεκτών περιθωρίων που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 σε σχέση με οποιαδήποτε από τις παραμέτρους προϊόντος που ρυθμίζονται στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ή των λειτουργικών επιδόσεων από τη σκοπιά του χρήστη κατά τη μέτρηση με τη μέθοδο δοκιμής που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, εκτός εάν ο πελάτης συναινεί ρητά πριν από την ενημέρωση στην εν λόγω επιδείνωση των επιδόσεων. Δεν επέρχεται καμία μεταβολή λόγω απόρριψης της ενημέρωσης.
Οι ενημερώσεις λογισμικού ή υλικολογισμικού δεν οδηγούν σε καμία περίπτωση σε επιδείνωση των επιδόσεων του προϊόντος που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε τέτοιο βαθμό ώστε το προϊόν να καθίσταται μη συμμορφούμενο με τις απαιτήσεις που ορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 και ισχύουν κατά τη στιγμή της διάθεσης του προϊόντος στην αγορά ή της θέσης του σε λειτουργία.
Άρθρο 41
Τεκμήριο συμμόρφωσης
1. Οι μέθοδοι δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 39 και συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο και με τις απαιτήσεις δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού που ορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 στον βαθμό που οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τα εν λόγω εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών.
2. Τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος τα οποία συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 10 και 11 στον βαθμό που οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τα εν λόγω εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών.
3. Τα προϊόντα που συμμορφώνονται με εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που ορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 στον βαθμό που οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τα εν λόγω εναρμονισμένα πρότυπα ή μέρη αυτών.
4. Τα προϊόντα τα οποία καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και στα οποία έχει απονεμηθεί το οικολογικό σήμα της ΕΕ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 66/2010 τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη στον βαθμό που οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από τα κριτήρια απονομής του οικολογικού σήματος της ΕΕ που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.
Άρθρο 42
Κοινές προδιαγραφές
1. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό, για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, κοινών προδιαγραφών που καλύπτουν τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, τις βασικές απαιτήσεις για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11 ή για τις μεθόδους δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 39.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται μόνον όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
η Επιτροπή έχει ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012, από έναν ή περισσότερους ευρωπαϊκούς οργανισμούς τυποποίησης να καταρτίσουν εναρμονισμένο πρότυπο για απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού, για βασική απαίτηση για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του παρόντος κανονισμού ή για μέθοδο δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 39 του παρόντος κανονισμού· και:
|
|
β) |
δεν έχουν δημοσιευθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στοιχεία αναφοράς σε εναρμονισμένα πρότυπα για απαίτηση οικολογικού σχεδιασμού ή για βασική απαίτηση για ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11 του παρόντος κανονισμού, ούτε για μέθοδο δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 39 του παρόντος κανονισμού και δεν προβλέπεται να δημοσιευθούν τέτοια στοιχεία αναφοράς εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. |
Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 3.
2. Πριν από την κατάρτιση του σχεδίου των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή ενημερώνει την επιτροπή του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 ότι θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
3. Κατά την κατάρτιση του σχεδίου των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις απόψεις του φόρουμ οικολογικού σχεδιασμού και της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, καθώς και οποιωνδήποτε άλλων σχετικών φορέων, και διαβουλεύεται δεόντως με όλα τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη.
4. Οι μέθοδοι δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 39 και συμμορφώνονται με κοινές προδιαγραφές που θεσπίζονται από εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή μέρη αυτών τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο και με τις απαιτήσεις δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού που καθορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 στον βαθμό που οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τις εν λόγω κοινές προδιαγραφές ή μέρη αυτών.
5. Τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και τα οποία συμμορφώνονται με τις κοινές προδιαγραφές που θεσπίζονται με εκτελεστικές πράξεις κατά τα οριζόμενα στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή μέρη αυτών τεκμαίρεται ότι συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού ή με τις βασικές απαιτήσεις για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος που αναφέρονται στα άρθρα 10 και 11 ή με τις απαιτήσεις δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού που αναφέρονται στο άρθρο 39 ως έχουν στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, στον βαθμό που οι απαιτήσεις αυτές καλύπτονται από τις εν λόγω κοινές προδιαγραφές ή μέρη αυτών.
6. Όταν ένα εναρμονισμένο πρότυπο θεσπίζεται από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης και υποβάλλεται στην Επιτροπή με σκοπό τη δημοσίευση των στοιχείων αναφοράς του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή αξιολογεί το εναρμονισμένο πρότυπο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.
Όταν τα στοιχεία αναφοράς ενός εναρμονισμένου προτύπου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή καταργεί τις εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ή μέρη αυτών τα οποία καλύπτουν τις ίδιες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, τις βασικές απαιτήσεις για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντων και τις απαιτήσεις δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού.
7. Όταν ένα κράτος μέλος ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι μια κοινή προδιαγραφή δεν ικανοποιεί πλήρως τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, τις βασικές απαιτήσεις για τα ψηφιακά διαβατήρια προϊόντος και τις απαιτήσεις δοκιμής, μέτρησης ή υπολογισμού, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή υποβάλλοντας λεπτομερή επεξήγηση. Η Επιτροπή προβαίνει σε εκτίμηση της εν λόγω λεπτομερούς επεξήγησης και μπορεί, κατά περίπτωση, να τροποποιήσει την εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση της εν λόγω κοινής προδιαγραφής.
Άρθρο 43
Αξιολόγηση της συμμόρφωσης
1. Κατά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 5, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
αν η σχετική ενότητα είναι κατάλληλη για τον τύπο του προϊόντος και για τις συναφείς απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού και ανάλογη προς το επιδιωκόμενο δημόσιο συμφέρον· |
|
β) |
τη φύση των κινδύνων που ενέχει το προϊόν και κατά πόσον η αξιολόγηση της συμμόρφωσης αντιστοιχεί στη φύση και στον βαθμό των εν λόγω κινδύνων· και |
|
γ) |
όταν είναι υποχρεωτική η συμμετοχή τρίτου φορέα, την ανάγκη να έχει ο κατασκευαστής δυνατότητα επιλογής μεταξύ των ενοτήτων για τη διασφάλιση της ποιότητας και την πιστοποίηση του προϊόντος που παρατίθενται στο παράρτημα IΙ της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ. |
2. Κατά περίπτωση, οι φάκελοι και η αλληλογραφία που αφορούν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης συντάσσονται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος ο κοινοποιημένος οργανισμός ο οποίος συμμετέχει σε διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή σε γλώσσα αποδεκτή από τον εν λόγω οργανισμό.
Άρθρο 44
Δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ
1. Με τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ δηλώνεται ότι πληρούνται αποδεδειγμένα οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 ή ότι ισχύει τεκμήριο συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 41.
2. Η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ ακολουθεί το υπόδειγμα δομής που παρατίθεται στο παράρτημα V και περιέχει τα στοιχεία που προσδιορίζονται στην εφαρμοστέα διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και παραπομπή στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4. Επικαιροποιείται σε συνεχή βάση και μεταφράζεται στη γλώσσα ή τις γλώσσες που απαιτεί το κράτος μέλος στην αγορά του οποίου διατίθεται ή καθίσταται διαθέσιμο το προϊόν.
3. Όταν ένα προϊόν το οποίο καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 υπόκειται σε περισσότερες από μία νομικές πράξεις της Ένωσης βάσει των οποίων απαιτείται δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ, καταρτίζεται ενιαία δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ για όλες τις εν λόγω νομικές πράξεις της Ένωσης. Η δήλωση αυτή κατονομάζει τις εν λόγω νομικές πράξεις της Ένωσης και αναφέρει τα στοιχεία δημοσίευσής τους. Μπορεί να είναι φάκελος που περιλαμβάνει τις σχετικές επιμέρους δηλώσεις συμμόρφωσης ΕΕ.
4. Με την κατάρτιση της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΕ, ο κατασκευαστής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος.
Άρθρο 45
Γενικές αρχές της σήμανσης CE
Η σήμανση CE υπόκειται στις γενικές αρχές του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.
Άρθρο 46
Κανόνες και όροι για την τοποθέτηση της σήμανσης CE
1. Η σήμανση CE τοποθετείται στο προϊόν κατά τρόπο εμφανή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο. Όταν η φύση του προϊόντος δεν το επιτρέπει ή δεν το δικαιολογεί, η σήμανση CE τοποθετείται στη συσκευασία του προϊόντος και στα συνοδευτικά έγγραφα.
2. Η σήμανση CE τοποθετείται προτού το προϊόν διατεθεί στην αγορά ή τεθεί σε λειτουργία.
3. Για προϊόν στη φάση του ελέγχου της παραγωγής όπου συμμετέχει κοινοποιημένος οργανισμός, η σήμανση CE ακολουθείται από τον αριθμό μητρώου του εν λόγω κοινοποιημένου οργανισμού.
Ο αριθμός μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού τοποθετείται είτε από τον ίδιο τον οργανισμό είτε, σύμφωνα με τις οδηγίες του, από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.
4. Η σήμανση CE και, κατά περίπτωση, ο αριθμός μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού μπορεί να συνοδεύονται από εικονόγραμμα ή άλλη σήμανση που υποδεικνύει ειδικό κίνδυνο ή χρήση.
5. Τα κράτη μέλη βασίζονται σε υφιστάμενους μηχανισμούς για να εξασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του καθεστώτος που διέπει τη σήμανση CE και λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα σε περίπτωση αθέμιτης χρήσης της σήμανσης.
Άρθρο 47
Ειδικοί κανόνες για σημάνσεις
Όσον αφορά προϊόντα που δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις σήμανσης CE σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, κατά τον καθορισμό κανόνων σχετικά με τη σήμανση που υποδηλώνει τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο δ), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:
|
α) |
την ανάγκη ελαχιστοποίησης της διοικητικής επιβάρυνσης για τους οικονομικούς φορείς· |
|
β) |
την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι υπάρχει συνοχή σε σχέση με άλλες σημάνσεις που ισχύουν για ένα συγκεκριμένο προϊόν· και |
|
γ) |
την ανάγκη να αποφευχθεί η σύγχυση σχετικά με την έννοια των σημάνσεων σύμφωνα με άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ
Άρθρο 48
Κοινοποίηση
Όταν προβλέπονται καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης από τρίτους βάσει των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τους οργανισμούς που έχουν λάβει έγκριση για την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.
Άρθρο 49
Κοινοποιούσες αρχές
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν μία κοινοποιούσα αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό και τη διεξαγωγή των αναγκαίων διαδικασιών αξιολόγησης και κοινοποίησης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 54.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι η αξιολόγηση και η παρακολούθηση στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1 πρέπει να διεξάγονται από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και σύμφωνα με αυτόν.
3. Εφόσον η κοινοποιούσα αρχή εκχωρήσει ή αναθέσει με άλλον τρόπο την αξιολόγηση, κοινοποίηση ή παρακολούθηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου σε οργανισμό που δεν είναι κρατική οντότητα, ο οργανισμός αυτός είναι νομικό πρόσωπο και συμμορφώνεται, κατ’ αναλογία, προς τις απαιτήσεις του άρθρου 50. Επιπροσθέτως, αυτός ο οργανισμός διαθέτει την υποδομή για την κάλυψη των ευθυνών που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του.
4. Η κοινοποιούσα αρχή αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελεί ο οργανισμός ο οποίος αναφέρεται στην παράγραφο 3.
Άρθρο 50
Απαιτήσεις σχετικά με τις κοινοποιούσες αρχές
1. H κοινοποιούσα αρχή συγκροτείται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται σύγκρουση συμφερόντων με τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
2. Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται και λειτουργεί κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία των δραστηριοτήτων της.
3. Η κοινοποιούσα αρχή οργανώνεται κατά τρόπον ώστε κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση ενός οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης να λαμβάνεται από αρμόδια πρόσωπα που είναι άλλα από τα πρόσωπα που διεξήγαγαν την αξιολόγηση.
4. Η κοινοποιούσα αρχή δεν προσφέρει ούτε παρέχει οποιεσδήποτε δραστηριότητες που εκτελούνται από οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή οποιεσδήποτε συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση.
5. Η κοινοποιούσα αρχή εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει. Ωστόσο, κατόπιν αιτήματος, ανταλλάσσει πληροφορίες για τους κοινοποιημένους οργανισμούς με την Επιτροπή, με τις κοινοποιούσες αρχές άλλων κρατών μελών και άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές.
6. Η κοινοποιούσα αρχή αξιολογεί μόνο τον συγκεκριμένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης που υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης και δεν λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες ή το προσωπικό της μητρικής ή των αδελφών εταιρειών. Η κοινοποιούσα αρχή αξιολογεί τον εν λόγω οργανισμό σε σχέση με όλες τις σχετικές απαιτήσεις και τα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
7. Η κοινοποιούσα αρχή διαθέτει επαρκές προσωπικό που διαθέτει τα κατάλληλα προσόντα, καθώς και επαρκή χρηματοδότηση για την ορθή εκτέλεση των καθηκόντων της.
Άρθρο 51
Υποχρέωση ενημέρωσης που υπέχουν οι κοινοποιούσες αρχές
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζουν για την αξιολόγηση και την κοινοποίηση των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση των κοινοποιημένων οργανισμών, καθώς και σχετικά με τυχόν αλλαγές στις διαδικασίες αυτές.
Η Επιτροπή δημοσιοποιεί αυτές τις πληροφορίες.
Άρθρο 52
Απαιτήσεις σχετικά με τους κοινοποιημένους οργανισμούς
1. Για τους σκοπούς της κοινοποίησης, ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 έως 12.
2. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης συγκροτείται βάσει της εθνικής νομοθεσίας κράτους μέλους και διαθέτει νομική προσωπικότητα.
3. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι ανεξάρτητος από τον οργανισμό ή το προϊόν που αξιολογεί. Δεν έχει επιχειρηματικούς δεσμούς με οργανισμούς που έχουν συμφέρον από τα προϊόντα τα οποία αξιολογεί, ιδίως με τους κατασκευαστές, τους εμπορικούς εταίρους τους και τους επενδυτές που κατέχουν συμμετοχή σε αυτούς. Αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα του κοινοποιημένου οργανισμού να διεξάγει δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης οι οποίες αφορούν ανταγωνιζόμενους κατασκευαστές.
4. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν συμπίπτουν με τον σχεδιαστή, τον κατασκευαστή, τον προμηθευτή, τον εισαγωγέα, τον διανομέα, τον εγκαταστάτη, τον αγοραστή, τον ιδιοκτήτη, τον χρήστη ή τον συντηρητή του προϊόντος που αξιολογούν, ούτε με τον αντιπρόσωπο των ανωτέρω. Αυτό δεν αποκλείει τη χρήση αξιολογημένων προϊόντων που είναι αναγκαία για τις λειτουργίες του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή τη χρήση των προϊόντων για προσωπικούς σκοπούς.
Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τα διευθυντικά του στελέχη και το προσωπικό που είναι αρμόδιο για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν συμμετέχουν άμεσα στον σχεδιασμό, στην παραγωγή ή την κατασκευή, την εμπορία, την εγκατάσταση, τη χρήση ή τη συντήρηση των εν λόγω προϊόντων, ούτε εκπροσωπούν τα μέρη που συμμετέχουν στις δραστηριότητες αυτές. Δεν αναλαμβάνουν καμία δραστηριότητα που μπορεί να θίξει την ανεξάρτητη κρίση ή την ακεραιότητά τους σε σχέση με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί. Τούτο ισχύει ιδίως για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης εξασφαλίζουν ότι οι δραστηριότητες της μητρικής εταιρείας ή των αδελφών εταιρειών τους, των θυγατρικών ή των υπεργολάβων τους δεν επηρεάζουν την εμπιστευτικότητα, την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης που διεξάγουν.
Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν αναθέτουν σε υπεργολάβο ή σε θυγατρική τη θέσπιση και την εποπτεία εσωτερικών διαδικασιών, γενικών πολιτικών, κωδίκων δεοντολογίας ή άλλων εσωτερικών κανόνων, τον ορισμό μελών του προσωπικού τους για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων ή τις αποφάσεις αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
5. Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προσωπικό τους διενεργούν τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τον ύψιστο βαθμό επαγγελματικής ακεραιότητας και την απαιτούμενη τεχνική επάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα. Είναι απαλλαγμένοι από κάθε πίεση και προτροπή, ιδίως οικονομική, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση τους ή τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης που διεξάγουν, ιδιαίτερα από πρόσωπα ή ομάδες προσώπων που έχουν συμφέρον από τα αποτελέσματα των εν λόγω δραστηριοτήτων.
6. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης είναι σε θέση να εκτελεί όλα τα καθήκοντα τα σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης που του έχουν ανατεθεί βάσει της σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και σε σχέση με την οποία έχει κοινοποιηθεί, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για καθήκοντα που εκτελούνται από τον ίδιο τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης ή εξ ονόματός του και υπ’ ευθύνη του.
Ανά πάσα στιγμή και για κάθε διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και για κάθε είδος ή κατηγορία προϊόντων για τα οποία είναι κοινοποιημένος, ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης έχει στη διάθεσή του:
|
α) |
το αναγκαίο προσωπικό με τις τεχνικές γνώσεις και την επαρκή και κατάλληλη πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων αξιολόγησης της συμμόρφωσης· |
|
β) |
τις αναγκαίες περιγραφές των διαδικασιών σύμφωνα με τις οποίες διενεργείται η αξιολόγηση της συμμόρφωσης, με διασφάλιση της διαφάνειας και της δυνατότητας αναπαραγωγής των εν λόγω διαδικασιών και με περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τα σχετικά μέλη του προσωπικού, η θέση και τα καθήκοντά τους αντιστοιχούν στα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τα οποία ο οργανισμός προτίθεται να κοινοποιηθεί· |
|
γ) |
τις αναγκαίες κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τη διάκριση μεταξύ των καθηκόντων τα οποία εκτελεί ως κοινοποιημένος οργανισμός και των άλλων δραστηριοτήτων του· |
|
δ) |
τις αναγκαίες διαδικασίες για να ασκεί τις δραστηριότητές του λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, τον βαθμό πολυπλοκότητας της τεχνολογίας του προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της παραγωγικής διαδικασίας. |
Διαθέτει τα αναγκαία μέσα για να εκτελεί με τον κατάλληλο τρόπο τα τεχνικά και διοικητικά καθήκοντα που συνδέονται με τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και έχει πρόσβαση σε όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις.
7. Το προσωπικό που είναι αρμόδιο για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης διαθέτει:
|
α) |
πλήρη τεχνική και επαγγελματική κατάρτιση, η οποία καλύπτει όλα τα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης για τα οποία έχει κοινοποιηθεί ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης· |
|
β) |
επαρκή γνώση των απαιτήσεων των αξιολογήσεων που διενεργεί και επαρκές κύρος για τη διενέργεια των αξιολογήσεων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των κατάλληλων γνώσεων και κατανόησης της σχετικής νομοθεσίας, των απαιτήσεων δοκιμής, μέτρησης και υπολογισμού, των εφαρμοστέων εναρμονισμένων προτύπων ή κοινών προδιαγραφών, και των σχετικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
γ) |
την ικανότητα να καταρτίζει τα πιστοποιητικά, τα πρακτικά και τις εκθέσεις που αποδεικνύουν τη διεξαγωγή των αξιολογήσεων. |
8. Το προσωπικό που είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων αξιολόγησης:
|
α) |
απασχολείται από τον οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κοινοποιούντος κράτους μέλους· |
|
β) |
δεν έχει άλλη δυνητική σύγκρουση συμφερόντων· |
|
γ) |
διαθέτει την επάρκεια για την επαλήθευση των αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται από άλλα μέλη του προσωπικού, εξωτερικούς εμπειρογνώμονες ή υπεργολάβους· |
|
δ) |
είναι επαρκές σε αριθμό για τη διασφάλιση της συνέχειας των δραστηριοτήτων και της συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά τις αξιολογήσεις συμμόρφωσης· |
9. Η αμεροληψία του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης και των διευθυντικών στελεχών του και του προσωπικού αξιολόγησης είναι εγγυημένη.
Οι αμοιβές των διευθυντικών στελεχών και του προσωπικού αξιολόγησης ενός οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν εξαρτώνται από τον αριθμό των αξιολογήσεων που πραγματοποιούνται ή από τα αποτελέσματά τους.
10. Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συνάπτουν ασφάλεια αστικής ευθύνης, εάν η ευθύνη αυτή δεν καλύπτεται από το κράτος βάσει του εθνικού δικαίου ή εάν η αξιολόγηση της συμμόρφωσης δεν πραγματοποιείται υπό την άμεση ευθύνη του κράτους μέλους.
11. Το προσωπικό του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεσμεύεται να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για κάθε πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης βάσει των σχετικών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, πλην όσον αφορά τις κοινοποιούσες αρχές και άλλες εθνικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγονται οι δραστηριότητες του οργανισμού. Τα δικαιώματα ιδιοκτησίας προστατεύονται.
12. Οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης συμμετέχουν στις σχετικές δραστηριότητες τυποποίησης, ή εξασφαλίζουν ότι το προσωπικό αξιολόγησης ενημερώνεται για τις δραστηριότητες αυτές, και λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές οδηγίες και συστάσεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες τεχνικές επιτροπές των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης.
Άρθρο 53
Τεκμήριο συμμόρφωσης των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης
Όταν ένας οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης αποδεικνύει ότι πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στα σχετικά εναρμονισμένα πρότυπα ή σε μέρη αυτών, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε τεκμαίρεται ότι συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 52 εφόσον τα εφαρμοστέα εναρμονισμένα πρότυπα καλύπτουν τις απαιτήσεις αυτές.
Άρθρο 54
Θυγατρικές και υπεργολάβοι κοινοποιημένων οργανισμών
1. Όταν ένας κοινοποιημένος οργανισμός αναθέτει με υπεργολαβία συγκεκριμένα καθήκοντα που συνδέονται με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ή προσφεύγει σε θυγατρική, διασφαλίζει ότι ο υπεργολάβος ή η θυγατρική πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 52 και ενημερώνει αναλόγως την κοινοποιούσα αρχή.
2. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για τα καθήκοντα που εκτελούν οι υπεργολάβοι ή οι θυγατρικές, όπου και αν είναι εγκατεστημένοι/-ες.
3. Οι δραστηριότητες μπορούν να ανατίθενται σε υπεργολάβο ή να διεξάγονται από θυγατρική μόνον εφόσον συμφωνήσει ο πελάτης.
4. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί τηρούν στη διάθεση της κοινοποιούσας αρχής τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των προσόντων του υπεργολάβου ή της θυγατρικής και τις εργασίες που διεξήγαγε ο υπεργολάβος ή η θυγατρική δυνάμει των σχετικών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 55
Αίτηση κοινοποίησης
1. Ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης στην κοινοποιούσα αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος.
2. Η εν λόγω αίτηση συνοδεύεται από περιγραφή των δραστηριοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης, της ενότητας ή των ενοτήτων αξιολόγησης της συμμόρφωσης και του προϊόντος ή των προϊόντων για τα οποία ο οργανισμός ισχυρίζεται ότι διαθέτει την επάρκεια, καθώς και από πιστοποιητικό διαπίστευσης, αν υπάρχει, το οποίο έχει εκδοθεί από εθνικό οργανισμό διαπίστευσης και με το οποίο πιστοποιείται ότι ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 52. Το πιστοποιητικό διαπίστευσης αφορά μόνο τη συγκεκριμένη νομική οντότητα που υποβάλλει αίτηση κοινοποίησης και βασίζεται, επιπλέον των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων, στις ειδικές απαιτήσεις και στα καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης που ορίζονται στη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
3. Αν ο οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης δεν μπορεί να προσκομίσει πιστοποιητικό διαπίστευσης, τότε παρέχει στην κοινοποιούσα αρχή όλη την τεκμηρίωση που είναι αναγκαία για την επαλήθευση, αναγνώριση και τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις του άρθρου 52.
Άρθρο 56
Διαδικασία κοινοποίησης
1. Οι κοινοποιούσες αρχές μπορούν να κοινοποιούν μόνο τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 52.
2. Οι κοινοποιούσες αρχές πραγματοποιούν την κοινοποίηση στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη μέσω του ηλεκτρονικού μέσου κοινοποίησης που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή.
3. Στην κοινοποίηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία για τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, την ενότητα ή τις ενότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης και το προϊόν ή τα προϊόντα και τη σχετική βεβαίωση επάρκειας.
4. Όταν η κοινοποίηση δεν βασίζεται σε πιστοποιητικό διαπίστευσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 55 παράγραφος 2, η κοινοποιούσα αρχή παρέχει στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη τα αποδεικτικά έγγραφα που πιστοποιούν την επάρκεια του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης και τις υφιστάμενες ρυθμίσεις με τις οποίες διασφαλίζεται ότι ο οργανισμός αυτός θα παρακολουθείται τακτικά και θα συνεχίσει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 52.
5. Ο εν λόγω οργανισμός αξιολόγησης της συμμόρφωσης μπορεί να εκτελεί τις δραστηριότητες κοινοποιημένου οργανισμού μόνον εάν δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από την Επιτροπή ή τα άλλα κράτη μέλη εντός δύο εβδομάδων από την κοινοποίηση όταν χρησιμοποιείται πιστοποιητικό διαπίστευσης, ή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση όταν δεν χρησιμοποιείται διαπίστευση.
Μόνον υπό αυτές τις προϋποθέσεις θεωρείται κοινοποιημένος ο οργανισμός για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
6. Η κοινοποίηση αρχίζει να ισχύει την επομένη της συμπερίληψης του οργανισμού στον κατάλογο κοινοποιημένων οργανισμών που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 2 από την Επιτροπή.
Ο ενδιαφερόμενος οργανισμός μπορεί να εκτελεί τις δραστηριότητες κοινοποιημένου οργανισμού μόνο αφού αρχίσει να ισχύει η κοινοποίηση.
Η Επιτροπή δεν δημοσιεύει κοινοποίηση εάν γνωρίζει ή εάν αντιληφθεί ότι ο σχετικός κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 52.
7. Η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη ενημερώνονται για τυχόν μεταγενέστερες σχετικές τροποποιήσεις της κοινοποίησης.
Άρθρο 57
Αριθμοί ταυτοποίησης και κατάλογοι κοινοποιημένων οργανισμών
1. Η Επιτροπή χορηγεί αριθμό μητρώου σε κάθε κοινοποιημένο οργανισμό.
Χορηγεί έναν και μόνο αριθμό, ακόμη και αν ο οργανισμός είναι κοινοποιημένος βάσει διαφόρων πράξεων της Ένωσης.
2. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τον κατάλογο των οργανισμών που κοινοποιούνται βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αριθμών μητρώου που τους έχουν χορηγηθεί και των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχουν κοινοποιηθεί.
Η Επιτροπή μεριμνά για την επικαιροποίηση του καταλόγου αυτού.
Άρθρο 58
Αλλαγές στις κοινοποιήσεις
1. Όταν κοινοποιούσα αρχή διαπιστώνει ή πληροφορείται ότι κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 52 ή ότι δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, η κοινοποιούσα αρχή περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί την κοινοποίηση, κατά περίπτωση, ανάλογα με τη σοβαρότητα της μη τήρησης των εν λόγω απαιτήσεων ή της μη εκπλήρωσης των εν λόγω υποχρεώσεων. Ενημερώνει αμέσως σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
2. Στην περίπτωση περιορισμού, αναστολής ή ανάκλησης της κοινοποίησης ή όταν ο κοινοποιημένος οργανισμός παύσει τη δραστηριότητά του, το κοινοποιούν κράτος μέλος προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για να εξασφαλίσει ότι τα αρχεία του εν λόγω οργανισμού είτε τα χειρίζεται άλλος κοινοποιημένος οργανισμός είτε παραμένουν διαθέσιμα στις αρμόδιες αρχές κοινοποίησης και εποπτείας της αγοράς, κατόπιν αιτήματός τους.
Άρθρο 59
Αμφισβήτηση της επάρκειας των κοινοποιημένων οργανισμών
1. Η Επιτροπή ερευνά όλες τις περιπτώσεις για τις οποίες έχει αμφιβολίες ή έχουν περιέλθει σε γνώση της αμφιβολίες όσον αφορά την επάρκεια κοινοποιημένου οργανισμού ή την ικανότητα συνεχούς εκπλήρωσης από κοινοποιημένο οργανισμό των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων που υπέχει.
2. Το κοινοποιούν κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματος, όλες τις πληροφορίες σχετικά με την αιτιολόγηση της κοινοποίησης ή τη διατήρηση της επάρκειας του εν λόγω οργανισμού.
3. Η Επιτροπή διασφαλίζει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα όλων των ευαίσθητων πληροφοριών που λαμβάνει στο πλαίσιο των ερευνών της.
4. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κοινοποιημένος οργανισμός δεν πληροί ή παύει να πληροί τις απαιτήσεις κοινοποίησής του, ενημερώνει το κοινοποιούν κράτος μέλος σχετικά και ζητεί από το τελευταίο να λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της άρσης της κοινοποίησης, εφόσον είναι αναγκαίο.
Η Επιτροπή επικαιροποιεί τον κατάλογο των κοινοποιημένων οργανισμών που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 2 εντός δύο εβδομάδων από την κοινοποίηση των διορθωτικών μέτρων που έλαβαν τα κοινοποιούντα κράτη μέλη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 60
Λειτουργικές υποχρεώσεις των κοινοποιημένων οργανισμών
1. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διενεργούν αξιολογήσεις της συμμόρφωσης σύμφωνα με τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που προβλέπονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Οι αξιολογήσεις της συμμόρφωσης διενεργούνται κατά τρόπο αναλογικό, ώστε να αποφεύγονται οι περιττές επιβαρύνσεις για τους οικονομικούς φορείς. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ασκούν τις δραστηριότητές τους λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το μέγεθος μιας επιχείρησης, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται, τη δομή της, την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας του εκάστοτε προϊόντος και τον μαζικό ή εν σειρά χαρακτήρα της διαδικασίας παραγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, τηρούν πάντως τον βαθμό αυστηρότητας και το επίπεδο προστασίας που απαιτούνται για τη συμμόρφωση των προϊόντων με τις σχετικές απαιτήσεις.
3. Όταν ένας κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώσει ότι ο κατασκευαστής δεν πληροί τις σχετικές απαιτήσεις ή τα αντίστοιχα εναρμονισμένα πρότυπα, τις κοινές προδιαγραφές ή άλλες τεχνικές προδιαγραφές, ζητεί από τον εν λόγω κατασκευαστή να λάβει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα ενόψει της τελικής αξιολόγησης της συμμόρφωσης, εκτός εάν οι ελλείψεις δεν μπορούν να διορθωθούν, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν εκδίδει πιστοποιητικό ή απόφαση έγκρισης.
4. Όταν, κατά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης μετά την έκδοση του πιστοποιητικού σύμφωνα με τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που προβλέπονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 ή της απόφασης έγκρισης, ένας κοινοποιημένος οργανισμός διαπιστώσει ότι ένα προϊόν ή ο κατασκευαστής δεν συμμορφώνεται ή δεν συμμορφώνεται πλέον, απαιτεί από τον κατασκευαστή να λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα και αναστέλλει ή ανακαλεί το πιστοποιητικό ή την απόφαση έγκρισης, εφόσον απαιτείται.
5. Εάν δεν ληφθούν διορθωτικά μέτρα ή εάν αυτά δεν έχουν το απαιτούμενο αποτέλεσμα, ο κοινοποιημένος οργανισμός περιορίζει, αναστέλλει ή ανακαλεί τυχόν πιστοποιητικά ή αποφάσεις έγκρισης, κατά περίπτωση.
Άρθρο 61
Υποχρέωση ενημέρωσης που υπέχουν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί
1. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί ενημερώνουν την κοινοποιούσα αρχή για τα εξής:
|
α) |
τυχόν άρνηση, περιορισμό, αναστολή ή ανάκληση πιστοποιητικού· |
|
β) |
τυχόν καταστάσεις που επηρεάζουν το πεδίο εφαρμογής και τους όρους της κοινοποίησης· |
|
γ) |
τυχόν αίτημα για ενημέρωση σχετικά με δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, το οποίο έλαβαν από τις αρχές εποπτείας της αγοράς· |
|
δ) |
κατόπιν αιτήματος, τις δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης που εκτελούν στο πλαίσιο της κοινοποίησής τους και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών δραστηριοτήτων και υπεργολαβιών. |
2. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί παρέχουν στους άλλους κοινοποιημένους δυνάμει του παρόντος κανονισμού οργανισμούς που διεξάγουν παρόμοιες δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης οι οποίες καλύπτουν την ίδια ομάδα προϊόντων τις σχετικές πληροφορίες για ζητήματα που αφορούν αρνητικά και, κατόπιν αιτήματος, θετικά αποτελέσματα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
3. Όταν η Επιτροπή ή η αρχή εποπτείας της αγοράς κράτους μέλους υποβάλλει αίτημα σε κοινοποιημένο οργανισμό εγκατεστημένο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους σχετικά με αξιολόγηση της συμμόρφωσης την οποία πραγματοποίησε ο εν λόγω κοινοποιημένος οργανισμός, διαβιβάζει αντίγραφο του αιτήματος αυτού στην κοινοποιούσα αρχή του εν λόγω άλλου κράτους μέλους. Ο οικείος κοινοποιημένος οργανισμός απαντά στο αίτημα αυτό χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο εντός 15 ημερών. Η κοινοποιούσα αρχή μεριμνά ώστε ο κοινοποιημένος οργανισμός να διεκπεραιώνει τα αιτήματα αυτά.
4. Όταν οι κοινοποιημένοι οργανισμοί διαθέτουν ή λαμβάνουν στοιχεία ως προς τα ακόλουθα, προειδοποιούν και κοινοποιούν τα εν λόγω στοιχεία στη σχετική αρχή εποπτείας της αγοράς ή στην κοινοποιούσα αρχή, κατά περίπτωση:
|
α) |
ότι άλλος κοινοποιημένος οργανισμός δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 52 ή με τις υποχρεώσεις του· |
|
β) |
ότι προϊόν που διατίθεται στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στις εφαρμοστέες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4· ή |
|
γ) |
ότι προϊόν που έχει διατεθεί στην αγορά είναι πιθανό, λόγω της φυσικής του κατάστασης, να προκαλέσει σοβαρό κίνδυνο. |
Άρθρο 62
Ανταλλαγή εμπειριών
Η Επιτροπή μεριμνά για την οργανωμένη ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των αρχών των κρατών μελών που είναι αρμόδιες για την πολιτική κοινοποίησης.
Άρθρο 63
Συντονισμός των κοινοποιημένων οργανισμών
1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει την ύπαρξη κατάλληλου συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και την ορθή λειτουργία τους υπό μορφή ομάδας ή ομάδων κοινοποιημένων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, ομάδων οργανισμών που κοινοποιούνται δυνάμει της ίδιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 ή σε σχέση με παρόμοια καθήκοντα αξιολόγησης της συμμόρφωσης.
Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί συμμετέχουν στις εργασίες κάθε σχετικής ομάδας άμεσα ή μέσω διορισμένων αντιπροσώπων.
2. Οι κοινοποιημένοι οργανισμοί εφαρμόζουν ως γενικές οδηγίες κάθε σχετικό έγγραφο που καταρτίζεται ως αποτέλεσμα των εργασιών των ομάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3. Ο συντονισμός και η συνεργασία στο πλαίσιο των ομάδων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στη διασφάλιση της εναρμονισμένης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4. Στο πλαίσιο αυτό, οι εν λόγω ομάδες λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες τεχνικές επιτροπές των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ X
ΚΙΝΗΤΡΑ
Άρθρο 64
Κίνητρα που παρέχουν τα κράτη μέλη
1. Όταν τα κράτη μέλη παρέχουν κίνητρα για προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κίνητρα αυτά στοχεύουν στις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων σε επίπεδο Ένωσης ή, κατά περίπτωση, σε προϊόντα που φέρουν το οικολογικό σήμα της ΕΕ.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όταν τα κράτη μέλη παρέχουν κίνητρα για συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα ή ελαστικά που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και υπόκεινται επίσης σε απαιτήσεις επισήμανσης της ενεργειακής απόδοσης ή της εξοικονόμησης καυσίμου, εφαρμόζονται αντίστοιχα το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/740.
Άρθρο 65
Οικολογικές δημόσιες συμβάσεις
1. Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς, συμμορφούμενοι με την οδηγία 2014/24/ΕΕ ή 2014/25/ΕΕ, αναθέτουν δημόσιες συμβάσεις που συμμορφώνονται με τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για την αγορά προϊόντων που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 ή για έργα ή υπηρεσίες, όταν τα εν λόγω προϊόντα χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες που αποτελούν το αντικείμενο των εν λόγω συμβάσεων («ελάχιστες απαιτήσεις»).
2. Οι ελάχιστες απαιτήσεις καθορίζονται κατά περίπτωση, προκειμένου να δοθούν κίνητρα για την προσφορά και τη ζήτηση περιβαλλοντικά βιώσιμων προϊόντων που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, λαμβάνοντας υπόψη την αξία και τον όγκο των δημόσιων συμβάσεων που ανατίθενται για τις σχετικές ομάδες προϊόντων και την οικονομική σκοπιμότητα για τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς να αγοράζουν πιο βιώσιμα από περιβαλλοντική άποψη προϊόντα χωρίς δυσανάλογο κόστος.
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να καθορίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τις ελάχιστες απαιτήσεις υπό μορφή τεχνικών προδιαγραφών, κριτηρίων ανάθεσης, όρων ή στόχων εκτέλεσης της σύμβασης.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις καθορίζονται σε σχέση με τις πτυχές των προϊόντων οι οποίες εξετάζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 που εφαρμόζεται στις εν λόγω ομάδες προϊόντων, ανάλογα με τις ανάγκες των εν λόγω ομάδων προϊόντων.
Οι ελάχιστες απαιτήσεις βασίζονται στις δύο υψηλότερες κατηγορίες επιδόσεων, στις υψηλότερες βαθμολογίες ή, όταν δεν είναι διαθέσιμες, στα βέλτιστα δυνατά επίπεδα επιδόσεων, όπως ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 και ισχύει για τις εν λόγω ομάδες προϊόντων.
Τα κριτήρια ανάθεσης έχουν, κατά περίπτωση, ελάχιστο συντελεστή στάθμισης μεταξύ 15 % και 30 % στη διαδικασία ανάθεσης, γεγονός που συνεπάγεται ότι μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο αποτέλεσμα της διαδικασίας υποβολής προσφορών και ευνοεί την επιλογή των πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμων προϊόντων.
Οι στόχοι απαιτούν, σε ετήσια ή πολυετή βάση, ελάχιστο ποσοστό 50 % των προμηθειών που διενεργούνται σε επίπεδο αναθετουσών αρχών ή αναθετόντων φορέων, ή σε συγκεντρωτικό εθνικό επίπεδο, των πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμων προϊόντων που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 3.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ
Άρθρο 66
Προγραμματισμένες δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς
1. Κάθε κράτος μέλος, στην εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, παρέχει μια ενότητα σχετικά με τις προγραμματισμένες δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς προκειμένου να διασφαλιστεί ότι διενεργούνται κατάλληλοι έλεγχοι, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, φυσικών και εργαστηριακών ελέγχων, σε επαρκή κλίμακα σε σχέση με τον παρόντα κανονισμό και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού.
Η ενότητα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον:
|
α) |
τα προϊόντα ή τις απαιτήσεις που προσδιορίζονται ως προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς, λαμβανομένων υπόψη των κοινών προτεραιοτήτων που προσδιορίζονται από την ομάδα διοικητικής συνεργασίας («ADCO») που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 1 στοιχείο α) και τις εκθέσεις δυνάμει του άρθρου 67 παράγραφος 2· |
|
β) |
τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που προγραμματίζονται με σκοπό τη μείωση ή την παύση της μη συμμόρφωσης για τα προϊόντα ή τις απαιτήσεις που προσδιορίζονται ως προτεραιότητες, συμπεριλαμβανομένης της φύσης των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται κατά την περίοδο που καλύπτεται από την εθνική στρατηγική εποπτείας της αγοράς. |
2. Οι προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α) προσδιορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, στα οποία περιλαμβάνονται τα εξής:
|
α) |
τα επίπεδα μη συμμόρφωσης που παρατηρούνται στην αγορά που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αρχής εποπτείας της αγοράς· |
|
β) |
οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης· |
|
γ) |
εφόσον υπάρχουν, ο αριθμός των καταγγελιών που ελήφθησαν από τελικούς χρήστες ή οργανώσεις καταναλωτών ή άλλες πληροφορίες που ελήφθησαν από οικονομικούς φορείς ή μέσα ενημέρωσης· |
|
δ) |
ο αριθμός των σχετικών προϊόντων που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αρχής εποπτείας της αγοράς· και |
|
ε) |
ο αριθμός των σχετικών οικονομικών φορέων που δραστηριοποιούνται στην αγορά που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της αρχής εποπτείας της αγοράς· |
3. Για τις κατηγορίες προϊόντων που χαρακτηρίζονται ως υψηλού κινδύνου μη συμμόρφωσης, οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, φυσικούς και εργαστηριακούς ελέγχους βάσει επαρκών δειγμάτων.
Οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν το δικαίωμα να ανακτούν από τον υπεύθυνο οικονομικό φορέα το κόστος ελέγχου των εγγράφων και φυσικής δοκιμής των προϊόντων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Άρθρο 67
Υποβολή εκθέσεων και συγκριτική αξιολόγηση
1. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς εισάγουν στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τη σοβαρότητα τυχόν κυρώσεων που επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό.
2. Η Επιτροπή συντάσσει, ανά τετραετία και έως τις 30 Ιουνίου, έκθεση με βάση τις πληροφορίες που εισάγονται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.
Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει:
|
α) |
πληροφορίες σχετικά με τη φύση και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν από τις αρχές εποπτείας της αγοράς κατά τα τέσσερα προηγούμενα ημερολογιακά έτη σύμφωνα το άρθρο 34 παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020· |
|
β) |
πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα μη συμμόρφωσης που εντοπίστηκαν και σχετικά με τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που επιβλήθηκαν κατά τα τέσσερα προηγούμενα ημερολογιακά έτη σε σχέση με προϊόντα που καλύπτονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού· |
|
γ) |
σύγκριση των πληροφοριών που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου με τις δραστηριότητες που προγραμματίζονται στο πλαίσιο της ενότητας για τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1· |
|
δ) |
ενδεικτικά κριτήρια συγκριτικής αξιολόγησης για τις αρχές εποπτείας της αγοράς σε σχέση με τη συχνότητα των ελέγχων και τη φύση και τη σοβαρότητα των κυρώσεων που επιβάλλονται· |
|
ε) |
κατάλογο προτεραιοτήτων για τις αρχές εποπτείας της αγοράς όσον αφορά τα προϊόντα και τις απαιτήσεις. |
3. Η Επιτροπή δημοσιεύει την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου στο σύστημα πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και δημοσιοποιεί την έκθεση. Η πρώτη από τις εν λόγω εκθέσεις δημοσιεύεται έως τις 19 Ιουλίου 2028.
Άρθρο 68
Συντονισμός και υποστήριξη της εποπτείας της αγοράς
1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η ADCO συνέρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και, όταν απαιτείται, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της Επιτροπής ή δύο ή περισσότερων συμμετεχουσών αρχών εποπτείας της αγοράς.
Στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων της που ορίζονται στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, η ADCO υποστηρίζει την εφαρμογή της ενότητας σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας της αγοράς που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 66 παράγραφος 1 και προσδιορίζει:
|
α) |
κοινές προτεραιότητες για την εποπτεία της αγοράς, όπως αναφέρονται στο άρθρο 66 παράγραφος 1 στοιχείο α), βάσει αντικειμενικών κριτηρίων όπως αναφέρονται στο άρθρο 66 παράγραφος 2· |
|
β) |
προτεραιότητες για τη στήριξη της Ένωσης σύμφωνα με την παράγραφο 2· |
|
γ) |
απαιτήσεις που ορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι οποίες εφαρμόζονται ή ερμηνεύονται διαφορετικά και οι οποίες θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητες για την οργάνωση κοινών προγραμμάτων κατάρτισης ή την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. |
2. Με βάση τις προτεραιότητες που προσδιορίζονται από την ομάδα ADCO, η Επιτροπή:
|
α) |
οργανώνει κοινά έργα εποπτείας της αγοράς και δοκιμών σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος· |
|
β) |
οργανώνει κοινές επενδύσεις σε ικανότητες εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων του εξοπλισμού και των εργαλείων ΤΠ· |
|
γ) |
οργανώνει κοινά προγράμματα κατάρτισης για το προσωπικό των αρχών εποπτείας της αγοράς, των τελωνειακών αρχών, των κοινοποιουσών αρχών και των κοινοποιημένων οργανισμών, μεταξύ άλλων σχετικά με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 και σχετικά με τις μεθόδους και τις τεχνικές που είναι κρίσιμες για την εφαρμογή ή την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις αυτές· |
|
δ) |
καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή και την επιβολή των απαιτήσεων που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, συμπεριλαμβανομένων κοινών πρακτικών και μεθοδολογιών για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς· |
|
ε) |
κατά περίπτωση, διαβουλεύεται με ενδιαφερόμενα μέρη και ειδικούς. |
Η Ένωση χρηματοδοτεί, κατά περίπτωση, τις δράσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου.
3. Η Επιτροπή παρέχει τεχνική και υλικοτεχνική υποστήριξη για να διασφαλίσει ότι η ομάδα ADCO εκπληρώνει τα καθήκοντά της που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 στις περιπτώσεις που τα εν λόγω καθήκοντα σχετίζονται με τον παρόντα κανονισμό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Άρθρο 69
Διαδικασία αντιμετώπισης των προϊόντων που παρουσιάζουν κίνδυνο σε εθνικό επίπεδο
1. Όταν οι αρχές εποπτείας της αγοράς έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι ένα προϊόν που καλύπτεται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρουσιάζει κίνδυνο, διενεργούν αξιολόγηση που καλύπτει όλες τις απαιτήσεις που αφορούν τον κίνδυνο και προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή στην εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.
Εάν, κατά την εν λόγω αξιολόγηση, οι αρχές εποπτείας της αγοράς διαπιστώσουν ότι το προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, απαιτούν αμελλητί από τον σχετικό οικονομικό φορέα να λάβει κατάλληλα και αναλογικά διορθωτικά μέτρα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από τις αρχές εποπτείας της αγοράς και ανάλογου προς τη φύση και, κατά περίπτωση, τον βαθμό της μη συμμόρφωσης, προκειμένου να θέσει τέλος στη μη συμμόρφωση. Τα εν λόγω διορθωτικά μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα μέτρα που απαριθμούνται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.
Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν σχετικά τον οικείο κοινοποιημένο οργανισμό.
2. Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς θεωρούν ότι η μη συμμόρφωση δεν περιορίζεται στη δική τους εθνική επικράτεια, ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και τα διορθωτικά μέτρα που απαίτησαν να λάβει ο οικονομικός φορέας.
3. Ο σχετικός οικονομικός φορέας εξασφαλίζει ότι λαμβάνονται όλα τα ενδεικνυόμενα διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά προϊόντα που έχει καταστήσει διαθέσιμα στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.
4. Εάν ο σχετικός οικονομικός φορέας δεν λάβει διορθωτικά μέτρα εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο ή εάν η μη συμμόρφωση εξακολουθήσει να υφίσταται, οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα προσωρινά μέτρα για να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διαθεσιμότητα του σχετικού προϊόντος στην εθνική τους αγορά, να το αποσύρουν από την αγορά ή να το ανακαλέσουν.
Ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα αυτά.
5. Οι ενημερώσεις που πρέπει να παρέχονται στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου κοινοποιούνται μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και περιλαμβάνει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα δεδομένα που απαιτούνται για την ταυτοποίηση του μη συμμορφούμενου προϊόντος, την καταγωγή του, τη φύση της εικαζόμενης μη συμμόρφωσης και της σχετικής μη συμμόρφωσης, τη φύση και τη διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν, καθώς και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο σχετικός οικονομικός φορέας. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς αναφέρουν επίσης αν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε κάποιον από τους παρακάτω λόγους:
|
α) |
το προϊόν δεν πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στη σχετική κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού· ή |
|
β) |
υπάρχουν ελλείψεις στα εναρμονισμένα πρότυπα ή στις κοινές προδιαγραφές που αναφέρονται στα άρθρα 41 και 42 του παρόντος κανονισμού και στα οποία βασίζεται το τεκμήριο της συμμόρφωσης. |
6. Τα κράτη μέλη, πλην του κράτους μέλους που κίνησε τη διαδικασία, ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη για τα μέτρα που έλαβαν και παρέχουν τυχόν άλλες πρόσθετες πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους όσον αφορά τη μη συμμόρφωση του οικείου προϊόντος, και, σε περίπτωση διαφωνίας με κοινοποιηθέν εθνικό μέτρο, για τις τυχόν αντιρρήσεις τους.
7. Εάν, εντός τριών μηνών από τη λήψη της ενημέρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση είτε από κράτος μέλος είτε από την Επιτροπή σε σχέση με προσωρινό μέτρο που έχει λάβει κράτος μέλος, το εν λόγω μέτρο θεωρείται δικαιολογημένο. Το εν λόγω προσωρινό μέτρο μπορεί να καθορίζει περίοδο διαφορετική από τους τρεις μήνες, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των σχετικών προϊόντων ή απαιτήσεων.
8. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται αμελλητί τα κατάλληλα περιοριστικά μέτρα όσον αφορά το σχετικό προϊόν, όπως απόσυρση του προϊόντος από την αγορά τους.
Άρθρο 70
Ενωσιακή διαδικασία διασφάλισης
1. Εάν, κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του άρθρου 69 παράγραφοι 3 και 4, διατυπωθούν αντιρρήσεις για μέτρο που έχει λάβει κράτος μέλος ή εάν η Επιτροπή θεωρήσει το εθνικό μέτρο αντίθετο με την ενωσιακή νομοθεσία, η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τα κράτη μέλη και τον σχετικό οικονομικό φορέα ή φορείς και διενεργεί αξιολόγηση του εθνικού μέτρου. Βάσει των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης, η Επιτροπή αποφασίζει, μέσω εκτελεστικής πράξης, αν το εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο.
Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 73 παράγραφος 3.
Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον σχετικό οικονομικό φορέα ή τους σχετικούς οικονομικούς φορείς.
2. Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο, όλα τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την απόσυρση του μη συμμορφούμενου προϊόντος από τις αγορές τους και ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά.
Εάν το εθνικό μέτρο δεν θεωρηθεί δικαιολογημένο, το οικείο κράτος μέλος ανακαλεί το μέτρο.
3. Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο και η μη συμμόρφωση του προϊόντος αποδοθεί σε ελλείψεις των εναρμονισμένων προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 41 του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012.
4. Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο και η μη συμμόρφωση του προϊόντος αποδοθεί σε ελλείψεις των κοινών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 42, η Επιτροπή εκδίδει αμελλητί εκτελεστικές πράξεις για την τροποποίηση ή την κατάργηση των σχετικών κοινών προδιαγραφών.
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 73 παράγραφος 3.
Άρθρο 71
Τυπική μη συμμόρφωση
1. Όταν κράτος μέλος προβαίνει σε μία από τις κατωτέρω διαπιστώσεις, απαιτεί από τον σχετικό οικονομικό φορέα να θέσει τέλος στην αντίστοιχη μη συμμόρφωση:
|
α) |
η σήμανση CE έχει τοποθετηθεί κατά παράβαση του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 ή του άρθρου 46 του παρόντος κανονισμού· |
|
β) |
η σήμανση CE δεν έχει τοποθετηθεί· |
|
γ) |
ο αριθμός μητρώου του κοινοποιημένου οργανισμού έχει τοποθετηθεί κατά παράβαση του άρθρου 46 ή δεν έχει τοποθετηθεί όπου απαιτείται· |
|
δ) |
δεν έχει καταρτιστεί δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ· |
|
ε) |
η δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ δεν έχει καταρτιστεί σωστά· |
|
στ) |
ο τεχνικός φάκελος δεν είναι διαθέσιμος, δεν είναι πλήρης ή περιέχει σφάλματα· |
|
ζ) |
οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 6 ή στο άρθρο 29 παράγραφος 3 λείπουν, είναι λανθασμένες ή είναι ελλιπείς· |
|
η) |
δεν πληρούται οποιαδήποτε άλλη διοικητική απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 27 ή στο άρθρο 29 ή στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4. |
2. Εάν η μη συμμόρφωση της παραγράφου 1 εξακολουθήσει να υφίσταται, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα για να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διαθεσιμότητα στην αγορά του προϊόντος και να εξασφαλίσει ότι αυτό ανακαλείται ή αποσύρεται από την αγορά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII
ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Άρθρο 72
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.
2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 4, στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 11 παράγραφος 3, στο άρθρο 12 παράγραφος 4 και στο άρθρο 25 παράγραφοι 3 και 5 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 18 Ιουλίου 2024. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλει αντιρρήσεις το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.
3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 4, στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 11 παράγραφος 3, στο άρθρο 12 παράγραφος 4 και στο άρθρο 25 παράγραφοι 3 και 5 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.
4. Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
5. Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, το άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 11 παράγραφος 3, το άρθρο 12 παράγραφος 4 ή το άρθρο 25 παράγραφοι 3 ή 5 αρχίζει να ισχύει μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 73
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
3. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 74
Κυρώσεις
1. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμελλητί τους εν λόγω κανόνες και τα εν λόγω μέτρα στην Επιτροπή και την ενημερώνουν σχετικά με κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κυρώσεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα εξής, κατά περίπτωση:
|
α) |
τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης· |
|
β) |
κατά περίπτωση, εάν η παράβαση είναι εσκεμμένη ή οφείλεται σε αμέλεια· |
|
γ) |
την οικονομική κατάσταση του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου· |
|
δ) |
τα οικονομικά οφέλη που αντλήθηκαν από την παράβαση από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν· |
|
ε) |
την περιβαλλοντική ζημία που προκλήθηκε από την παράβαση· |
|
στ) |
κάθε ενέργεια του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου για τον μετριασμό ή την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε· |
|
ζ) |
τον επαναλαμβανόμενο ή μη χαρακτήρα της παράβασης· |
|
η) |
κάθε άλλο επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό παράγοντα που είναι εφαρμοστέος στις συνθήκες της υπόθεσης. |
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν τουλάχιστον τις ακόλουθες κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεων του παρόντος κανονισμού:
|
α) |
χρηματικά πρόστιμα· |
|
β) |
χρονικά περιορισμένο αποκλεισμό από διαδικασίες σύναψης δημόσιων συμβάσεων. |
Άρθρο 75
Παρακολούθηση και αξιολόγηση
1. Μεταξύ των σχετικών προπαρασκευαστικών εγγράφων για την επικαιροποίηση του προγράμματος εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3, η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού με σκοπό την παρακολούθηση των βελτιώσεων της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και κυκλικότητας των προϊόντων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.
2. Έως τις 19 Ιουλίου 2030 και στη συνέχεια ανά εξαετία, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού και της συμβολής του στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον τομέα της επαναχρησιμοποίησης και της ανακαίνισης, τα οχήματα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο η) και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο κεφάλαιο VI, ιδίως τις εξαιρέσεις για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, και στη βελτίωση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας των προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτής της αξιολόγησης, η Επιτροπή αξιολογεί τη σκοπιμότητα της συμπερίληψης της αυτόματης προσαρμογής των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού με βάση τη βελτίωση των επιδόσεων των προϊόντων στα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση σχετικά με τα κύρια πορίσματα της αξιολόγησής της και την δημοσιοποιεί.
3. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπόνηση των εκθέσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.
4. Έως τις 19 Ιουλίου 2028, η Επιτροπή αξιολογεί τα δυνητικά οφέλη από τη συμπερίληψη των απαιτήσεων κοινωνικής βιωσιμότητας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση σχετικά με τα κύρια πορίσματα της αξιολόγησής της και την δημοσιοποιεί.
5. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή συνοδεύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 4 με νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 76
Μέσα έννομης προστασίας των καταναλωτών
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ενός προϊόντος με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που θεσπίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4, οι ακόλουθοι οικονομικοί φορείς είναι υπεύθυνοι για τη ζημία που υπέστη ο καταναλωτής:
|
α) |
ο κατασκευαστής· ή, |
|
β) |
στην περίπτωση που ο κατασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, και με την επιφύλαξη της δικής του ευθύνης, ο εισαγωγέας ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του κατασκευαστή· ή, |
|
γ) |
στην περίπτωση που ο εισαγωγέας δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή δεν υπάρχει εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του κατασκευαστή, ο πάροχος υπηρεσιών διεκπεραίωσης παραγγελιών. |
Η ευθύνη των εν λόγω οικονομικών φορέων για ζημίες δεν θίγει την εφαρμογή άλλων μέσων έννομης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι καταναλωτές βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.
Άρθρο 77
Τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828
Το σημείο 27 του παραρτήματος I της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
«27) |
Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1726 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 και του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542 και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ (ΕΕ L, 2024/1726, 28.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1726/oj).». |
Άρθρο 78
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542
Στο άρθρο 77 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1542, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:
«10. Ο οικονομικός φορέας που διαθέτει τη μπαταρία στην αγορά ή τη θέτει σε λειτουργία αναφορτώνει τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1726 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1).
Άρθρο 79
Κατάργηση και μεταβατικές διατάξεις
1. Η οδηγία 2009/125/ΕΚ καταργείται από τις 18 Ιουλίου 2024, με εξαίρεση:
|
α) |
τα άρθρα 1 και 2, το άρθρο 8 παράγραφος 2, τα άρθρα 11, 14, 15, 18 και 19 και τα παραρτήματα I, II, IV, V και VII της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, στην έκδοση που ίσχυε στις 17 Ιουλίου 2024, τα οποία, αντί των άρθρων 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 19 και 20 και των παραρτημάτων I, II, III και IV του παρόντος κανονισμού, εξακολουθούν να ισχύουν:
|
|
β) |
το άρθρο 1 παράγραφος 3, το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 1, τα άρθρα 4, 5 και 8, το άρθρο 9 παράγραφος 3, τα άρθρα 10, 14 και 20, καθώς και τα παραρτήματα IV, V και VI της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, στην έκδοση που ισχύει στις 17 Ιουλίου 2024, η οποία, αντί των άρθρων 1, 2, 27 και 29, του άρθρου 41 παράγραφος 4, του άρθρου 43 παράγραφος 2, των άρθρων 44, 45 και 46 και του άρθρου 74 και των παραρτημάτων IV και V του παρόντος κανονισμού, εξακολουθεί να εφαρμόζεται όσον αφορά τα προϊόντα που ρυθμίζονται με εκτελεστικά μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15 της εν λόγω οδηγίας, έως ότου τα μέτρα αυτά καταργηθούν ή κηρυχθούν παρωχημένα. |
Το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται μόλις η Επιτροπή θεσπίσει εκτελεστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2009/125/ΕΚ για τα προϊόντα που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) και ii).
2. Τα άρθρα 3 και 40 και τα άρθρα 66 έως 71 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στα προϊόντα που διέπονται από μέτρα εφαρμογής τα οποία θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2009/125/ΕΚ.
3. Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VIII.
4. Για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά ή τίθενται σε λειτουργία σύμφωνα με την οδηγία 2009/125/ΕΚ πριν από την ημερομηνία εφαρμογής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού και η οποία καλύπτει τα ίδια προϊόντα, ο κατασκευαστής, για περίοδο 10 ετών από την ημερομηνία κατασκευής του τελευταίου από τα εν λόγω προϊόντα, καθιστά διαθέσιμη προς επιθεώρηση ηλεκτρονική έκδοση της τεκμηρίωσης σχετικά με την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και τη δήλωση συμμόρφωσης, εντός 10 ημερών από την παραλαβή σχετικού αιτήματος από τις αρχές εποπτείας της αγοράς ή την Επιτροπή.
Άρθρο 80
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 13 Ιουνίου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
H. LAHBIB
(1) ΕΕ C 443 της 22.11.2022, σ. 123.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2024.
(3) Οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα (ΕΕ L 285 της 31.10.2009, σ. 10).
(4) ΕΕ C 425 της 20.10.2021, σ. 10.
(5) ΕΕ C 465 της 17.11.2021, σ. 11.
(6) ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 4.
(7) Απόφαση (ΕΕ) 2016/1841 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 2016, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας του Παρισιού που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (ΕΕ L 282 της 19.10.2016, σ. 1).
(8) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1).
(9) Οδηγία (EE) 2018/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση (ΕΕ L 328 της 21.12.2018, σ. 210).
(10) Απόφαση (ΕΕ) 2022/591 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 2022, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2030 (ΕΕ L 114 της 12.4.2022, σ. 22).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1369 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2017, σχετικά με τον καθορισμό ενός πλαισίου για την ενεργειακή σήμανση και για την κατάργηση της οδηγίας 2010/30/ΕΕ (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 1).
(12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με το οικολογικό σήμα της ΕΕ (EU Ecolabel) (ΕΕ L 27 της 30.1.2010, σ. 1).
(13) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).
(14) Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).
(15) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/6 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για τα κτηνιατρικά φάρμακα και για την κατάργηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ (ΕΕ L 4 της 7.1.2019, σ. 43).
(16) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 167/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς γεωργικών και δασικών οχημάτων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 1).
(17) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 168/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2013, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς δίκυκλων ή τρίκυκλων οχημάτων και τετράκυκλων (ΕΕ L 60 της 2.3.2013, σ. 52).
(18) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για την έγκριση και την εποπτεία της αγοράς μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 715/2007 και (ΕΚ) αριθ. 595/2009 και για την κατάργηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ (ΕΕ L 151 της 14.6.2018, σ. 1).
(19) Οδηγία 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (ΕΕ L 269 της 21.10.2000, σ. 34).
(20) Οδηγία 2005/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την έγκριση τύπου οχημάτων με κινητήρα όσον αφορά τη δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και ανάκτησής τους, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 310 της 25.11.2005, σ. 10.
(21) Οδηγία (ΕΕ) 2024/1275 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Απριλίου 2024, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ L, 2024/1275, 8.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1275/oj).
(22) Οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης ορισμένων συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτονται από αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας καθώς και την τροποποίηση των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 216 της 20.8.2009, σ. 76).
(23) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/745 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/ΕΚ, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 και για την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/385/ΕΟΚ και 93/42/ΕΟΚ (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 1).
(24) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/746 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2017, για τα in vitro διαγνωστικά ιατροτεχνολογικά προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 98/79/ΕΚ και της απόφασης 2010/227/ΕΕ της Επιτροπής (ΕΕ L 117 της 5.5.2017, σ. 176).
(25) Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).
(26) Οδηγία 2010/75/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, περί βιομηχανικών εκπομπών (ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχος της ρύπανσης) (ΕΕ L 334 της 17.12.2010, σ. 17).
(27) Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).
(28) Σύσταση (ΕΕ) 2021/2279 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2021, σχετικά με τη χρήση των μεθόδων περιβαλλοντικού αποτυπώματος για τη μέτρηση και τη γνωστοποίηση των περιβαλλοντικών επιδόσεων κατά τον κύκλο ζωής των προϊόντων και των οργανισμών (ΕΕ L 471 της 30.12.2021, σ. 1).
(29) Οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 10).
(30) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1935/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τα υλικά και αντικείμενα που προορίζονται να έρθουν σε επαφή με τρόφιμα και με την κατάργηση των οδηγιών 80/590/ΕΟΚ και 89/109/ΕΟΚ (ΕΕ L 338 της 13.11.2004, σ. 4).
(31) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
(32) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).
(33) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 59).
(34) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1021 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τους έμμονους οργανικούς ρύπους (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 45).
(35) Οδηγία 2009/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, σχετικά με την ασφάλεια των παιχνιδιών (ΕΕ L 170 της 30.6.2009, σ. 1).
(36) Οδηγία 2011/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, για τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 88).
(37) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(38) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
(39) Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, για τη θέσπιση περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα τελωνεία και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 (ΕΕ L 317 της 9.12.2022, σ. 1).
(40) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).
(41) Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 304 της 22.11.2011, σ. 64).
(42) Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).
(43) Οδηγία 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178 της 17.7.2000, σ. 1).
(44) Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2065 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με την ενιαία αγορά ψηφιακών υπηρεσιών και την τροποποίηση της οδηγίας 2000/31/ΕΚ (πράξη για τις ψηφιακές υπηρεσίες) (ΕΕ L 277 της 27.10.2022, σ. 1).
(45) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1).
(46) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης αριθ. 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 12).
(47) ΕΕ C 136 της 4.6.1985, σ. 1.
(48) Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).
(49) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).
(50) Κανονισμός (ΕΕ) 2020/740 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2020, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων όσον αφορά την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες παραμέτρους, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1369 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 (ΕΕ L 177 της 5.6.2020, σ. 1).
(51) Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).
(52) Οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243).
(53) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1997, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών και γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.1997, σ. 1).
(54) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(55) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(56) Οδηγία (ΕΕ) 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της οδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της οδηγίας 1999/44/ΕΚ (ΕΕ L 136 της 22.5.2019, σ. 28).
(57) Οδηγία (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2020, σχετικά με τις αντιπροσωπευτικές αγωγές για την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/22/ΕΚ (ΕΕ L 409 της 4.12.2020, σ. 1).
(58) Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).
(59) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1807 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με ένα πλαίσιο για την ελεύθερη ροή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 303 της 28.11.2018, σ. 59).
(60) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1).
(61) Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1542 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12 Ιουλίου 2023, σχετικά με τις μπαταρίες και τα απόβλητα μπαταριών, την τροποποίηση της οδηγίας 2008/98/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση της οδηγίας 2006/66/ΕΚ (ΕΕ L 191 της 28.7.2023, σ. 1).
(62) Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 23.5.2023, σ. 1).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Παράμετροι προϊόντος
Οι ακόλουθες παράμετροι χρησιμοποιούνται, κατά περίπτωση, και εφόσον είναι αναγκαίο συμπληρώνονται από άλλες, μεμονωμένα ή συνδυαστικά, ως βάση για τη βελτίωση των πτυχών των προϊόντων:
|
α) |
ανθεκτικότητα και αξιοπιστία του προϊόντος ή των συστατικών μερών του, όπως εκφράζονται μέσω της εγγυημένης διάρκειας ζωής του προϊόντος, της τεχνικής διάρκειας ζωής, του μέσου χρόνου μεταξύ αστοχιών, της ένδειξης των πληροφοριών πραγματικής χρήσης του προϊόντος, της αντοχής στις καταπονήσεις ή των μηχανισμών παλαίωσης· |
|
β) |
ευκολία επισκευής και συντήρησης, όπως εκφράζεται μέσω χαρακτηριστικών, διαθεσιμότητας, χρόνου παράδοσης και οικονομικής προσιτότητας ανταλλακτικών, δομοστοιχείωσης, συμβατότητας με κοινώς διαθέσιμα εργαλεία και ανταλλακτικά, διαθεσιμότητα οδηγιών επισκευής και συντήρησης, αριθμού χρησιμοποιούμενων υλικών και συστατικών μερών, χρήσης τυποποιημένων συστατικών μερών, χρήσης προτύπων κωδικοποίησης συστατικών μερών και υλικών για τον προσδιορισμό των συστατικών μερών και των υλικών, αριθμού και πολυπλοκότητας των απαιτούμενων διαδικασιών και αν χρειάζονται ειδικά εργαλεία, ευκολίας μη καταστρεπτικής αποσυναρμολόγησης και επανασυναρμολόγησης, όρων πρόσβασης σε δεδομένα προϊόντος, όρων πρόσβασης ή χρήσης του αναγκαίου υλισμικού και λογισμικού· |
|
γ) |
ευκολία αναβάθμισης, επαναχρησιμοποίησης, ανακατασκευής και ανακαίνισης, όπως εκφράζεται μέσω αριθμού χρησιμοποιούμενων υλικών και συστατικών μερών, χρήσης προτύπων κωδικοποίησης συστατικών μερών και υλικών για τον προσδιορισμό των συστατικών μερών και των υλικών, αριθμού και πολυπλοκότητας των διαδικασιών και των εργαλείων που απαιτούνται, ευκολίας μη καταστρεπτικής αποσυναρμολόγησης και επανασυναρμολόγησης, όρων πρόσβασης σε δεδομένα προϊόντος, όρων πρόσβασης ή χρήσης του αναγκαίου υλισμικού και λογισμικού, όρων πρόσβασης σε πρωτόκολλα δοκιμών ή σε μη κοινώς διαθέσιμο εξοπλισμό δοκιμών, διαθεσιμότητας ειδικών εγγυήσεων για ανακατασκευασμένα ή ανακαινισμένα προϊόντα, όρων πρόσβασης ή χρήσης τεχνολογιών που προστατεύονται από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, δομοστοιχείωσης· |
|
δ) |
σχεδιασμός για ανακύκλωση, ευκολία και ποιότητα ανακύκλωσης, όπως εκφράζεται μέσω χρήσης εύκολα ανακυκλώσιμων υλικών, ασφαλής, εύκολης και μη καταστρεπτικής πρόσβασης σε ανακυκλώσιμα συστατικά μέρη και υλικά ή σε συστατικά μέρη και υλικά που περιέχουν επικίνδυνες ουσίες και σύνθεσης υλικών και ομοιογένειας, δυνατότητας διαλογής υψηλής καθαρότητας, αριθμού υλικών και συστατικών μερών που χρησιμοποιούνται, χρήσης τυποποιημένων συστατικών μερών, χρήσης προτύπων κωδικοποίησης συστατικών μερών και υλικών για τον προσδιορισμό των συστατικών μερών και υλικών, αριθμού και πολυπλοκότητας των απαιτούμενων διαδικασιών και εργαλείων, ευκολίας μη καταστρεπτικής αποσυναρμολόγησης και επανασυναρμολόγησης, όρων πρόσβασης σε δεδομένα προϊόντος, όρων πρόσβασης ή χρήσης του αναγκαίου υλισμικού και λογισμικού· |
|
ε) |
αποφυγή τεχνικών λύσεων επιζήμιων για την επαναχρησιμοποίηση, την αναβάθμιση, την επισκευή, τη συντήρηση, την ανακαίνιση, την ανακατασκευή και την ανακύκλωση προϊόντων και συστατικών μερών· |
|
στ) |
χρήση ουσιών, ιδίως δε ουσιών που προκαλούν ανησυχία, σε καθαρή μορφή, ως συστατικών ουσιών ή σε μείγματα, κατά τη διαδικασία παραγωγής προϊόντων ή με αποτέλεσμα την παρουσία τους σε προϊόντα, ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα καταστούν απόβλητα, και οι επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον· |
|
ζ) |
χρήση ή κατανάλωση ενέργειας, νερού και άλλων πόρων σε ένα ή περισσότερα στάδια του κύκλου ζωής του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης φυσικών παραγόντων ή ενημερώσεων λογισμικού και υλικολογισμικού στην αποδοτικότητα των προϊόντων και συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στην αποψίλωση των δασών· |
|
η) |
χρήση ή περιεχόμενο ανακυκλωμένων υλικών και ανάκτηση υλικών, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων πρώτων υλών· |
|
θ) |
χρήση ή περιεχόμενο ανανεώσιμων και βιώσιμων υλικών· |
|
ι) |
βάρος και όγκος του προϊόντος και της συσκευασίας του, καθώς και λόγος προϊόντος προς συσκευασία· |
|
ια) |
ενσωμάτωση μεταχειρισμένων συστατικών μερών· |
|
ιβ) |
ποσότητα, χαρακτηριστικά και διαθεσιμότητα των αναλωσίμων που απαιτούνται για την ορθή χρήση και συντήρηση, όπως εκφράζονται, μεταξύ άλλων, μέσω της απόδοσης, της τεχνικής διάρκειας ζωής, της ικανότητας επαναχρησιμοποίησης, επισκευής και ανακατασκευής, της απόδοσης της σχέσης μάζας-πόρων και της διαλειτουργικότητας· |
|
ιγ) |
περιβαλλοντικό αποτύπωμα του προϊόντος, εκφρασμένο ως ποσοτικός προσδιορισμός, σύμφωνα με την εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του κύκλου ζωής ενός προϊόντος, είτε σε σχέση με μία ή περισσότερες κατηγορίες περιβαλλοντικών επιπτώσεων είτε με μια συγκεντρωτική δέσμη κατηγοριών επιπτώσεων· |
|
ιδ) |
αποτύπωμα άνθρακα του προϊόντος· |
|
ιε) |
αποτύπωμα υλικού του προϊόντος· |
|
ιστ) |
απελευθέρωση μικροπλαστικών και νανοπλαστικών· όπως εκφράζεται μέσω της έκλυσης κατά τα σχετικά στάδια του κύκλου ζωής του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των σταδίων κατασκευής, μεταφοράς, χρήσης και λήξης του κύκλου ζωής· |
|
ιζ) |
εκπομπές στον αέρα, στο νερό ή στο έδαφος που εκλύονται σε ένα ή περισσότερα στάδια του κύκλου ζωής του προϊόντος όπως εκφράζονται μέσω των ποσοτήτων και της φύσης των εκπομπών συμπεριλαμβανομένου του θορύβου· |
|
ιη) |
ποσότητες παραγόμενων αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των πλαστικών αποβλήτων και των απορριμμάτων συσκευασίας και της ευκολίας επαναχρησιμοποίησής τους, καθώς και ποσότητες παραγόμενων επικίνδυνων αποβλήτων· |
|
ιθ) |
λειτουργικές επιδόσεις και συνθήκες χρήσης, μεταξύ άλλων εκπεφρασμένων μέσω της ικανότητας εκτέλεσης της προβλεπόμενης χρήσης, των προφυλάξεων χρήσης, των απαιτούμενων δεξιοτήτων και της συμβατότητας με άλλα προϊόντα ή συστήματα· |
|
κ) |
ελαφρά σχεδίαση, όπως εκφράζεται μέσω της μείωσης της κατανάλωσης υλικών, της βελτιστοποίησης της ανάληψης φορτίου και της καταπόνησης των δομών, της ενσωμάτωσης λειτουργιών εντός του υλικού ή σε ένα μόνο συστατικό μέρος του προϊόντος, της χρήσης υλικών χαμηλότερης πυκνότητας ή υψηλής αντοχής και υβριδικών υλικών, από την άποψη της εξοικονόμησης υλικών, της ανακύκλωσης και άλλων πτυχών κυκλικότητας, και της μείωσης των αποβλήτων. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
Διαδικασία για τον καθορισμό των απαιτήσεων επιδόσεων
Οι ειδικές ανά προϊόν ή οριζόντιες απαιτήσεις επιδόσεων ορίζονται ως εξής:
Η τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική ανάλυση επιλέγει ορισμένα αντιπροσωπευτικά μοντέλα του εν λόγω προϊόντος ή προϊόντων στην αγορά και προσδιορίζει τις τεχνικές επιλογές για τη βελτίωση των επιδόσεων του προϊόντος σε σχέση με τις παραμέτρους του προϊόντος που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική βιωσιμότητα των επιλογών και αποφεύγοντας οποιαδήποτε σημαντική αύξηση άλλων περιβαλλοντικών επιπτώσεων του κύκλου ζωής και τυχόν σημαντική απώλεια επιδόσεων ή χρησιμότητας για τους καταναλωτές.
Η ανάλυση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο προσδιορίζει επίσης, για την υπό εξέταση παράμετρο, τα προϊόντα και τις τεχνολογίες με τις καλύτερες επιδόσεις που είναι διαθέσιμα/-ες στην αγορά, καθώς και τις αναδυόμενες τεχνολογικές βελτιώσεις.
Οι επιδόσεις των προϊόντων που διατίθενται στις διεθνείς αγορές και τα σημεία αναφοράς που ορίζονται στη νομοθεσία άλλων χωρών λαμβάνονται υπόψη κατά την ανάλυση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο καθώς και κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων.
Με βάση την ανάλυση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, και λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής και τεχνικής σκοπιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της διαθεσιμότητας βασικών πόρων και τεχνολογιών, καθώς και των δυνατοτήτων βελτίωσης, καθορίζονται επίπεδα ή μη ποσοτικές απαιτήσεις.
Κάθε όριο συγκέντρωσης για τις ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι στοιχείο στ) βασίζεται σε ενδελεχή ανάλυση της βιωσιμότητας των ουσιών και των εναλλακτικών ουσιών που έχουν προσδιοριστεί και δεν έχει σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία ή στο περιβάλλον. Κάθε απαίτηση επιδόσεων σχετικά με τις ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι στοιχείο στ) λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες αξιολογήσεις χημικής ασφάλειας που έχουν διενεργηθεί από τα αρμόδια όργανα της Ένωσης για τις εν λόγω ουσίες, καθώς και τα κριτήρια που έχει καταρτίσει η Επιτροπή για ασφαλή και βιώσιμα χημικά προϊόντα και υλικά εκ σχεδιασμού. Τα προτεινόμενα όρια συγκέντρωσης λαμβάνουν επίσης υπόψη πτυχές της δυνατότητας επιβολής, όπως τα όρια ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου.
Κατά περίπτωση, η ανάλυση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο λαμβάνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στο προϊόν κατά την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής του, καθώς και τη δυνατότητα του προϊόντος να βελτιώσει την κλιματική ανθεκτικότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του.
Διεξάγεται ανάλυση ευαισθησίας που να καλύπτει τους σχετικούς παράγοντες, όπως η τιμή της ενέργειας ή άλλων πόρων, το κόστος των πρώτων υλών και των απαραίτητων τεχνολογιών, το κόστος παραγωγής, τα προεξοφλητικά επιτόκια και, κατά περίπτωση, το εξωτερικό περιβαλλοντικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που αποφεύγονται.
Για την εκπόνηση της ανάλυσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στο πλαίσιο άλλων δραστηριοτήτων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των υφιστάμενων τομεακών χαρτών πορείας που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 και περιλαμβάνουν τεχνικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται ως βάση για — ή προκύπτουν από— τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 66/2010, την οδηγία 2010/75/ΕΕ, τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου που θεσπίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 και τα κριτήρια της ΕΕ για τις οικολογικές δημόσιες συμβάσεις.
Αυτό ισχύει επίσης για τις διαθέσιμες πληροφορίες από υφιστάμενα προγράμματα που εφαρμόζονται σε άλλα μέρη του κόσμου για τη θέσπιση των ειδικών απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού ή για προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο εμπορικών συναλλαγών με τους οικονομικούς εταίρους της Ένωσης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙI
Ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος
(κατά τα άρθρα 9 έως 12)
Οι απαιτήσεις σχετικά με το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος που ορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 προσδιορίζουν ποια δεδομένα πρέπει ή μπορούν να περιλαμβάνονται στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος:
|
α) |
πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο β) και του άρθρου 7 παράγραφος 5 ή βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στη σχετική ομάδα προϊόντων· |
|
β) |
μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός προϊόντος στο επίπεδο που αναφέρεται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
γ) |
Διεθνής Κωδικός Μονάδας Εμπορίας, όπως προβλέπεται στο πρότυπο ISO/IEC 15459-6 του Διεθνούς Οργανισμού Τυποποίησης/της Διεθνούς Ηλεκτροτεχνικής Επιτροπής ή ισοδύναμο, για τα προϊόντα ή τα μέρη τους· |
|
δ) |
σχετικοί κωδικοί εμπορευμάτων, όπως ο κωδικός TARIC όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87· |
|
ε) |
τεκμηρίωση της συμμόρφωσης και πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού ή άλλης ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο προϊόν, όπως η δήλωση συμμόρφωσης, ο τεχνικός φάκελος ή πιστοποιητικά συμμόρφωσης· |
|
στ) |
εγχειρίδια χρήστη, οδηγίες, προειδοποιήσεις ή πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια, όπως απαιτείται από άλλη ενωσιακή νομοθεσία που εφαρμόζεται στο προϊόν· |
|
ζ) |
πληροφορίες σχετικά με τον κατασκευαστή, όπως ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα και οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 7· |
|
η) |
μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί φορέων πέραν εκείνου του κατασκευαστή· |
|
θ) |
μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί εγκαταστάσεων· |
|
ι) |
πληροφορίες σχετικά με τον εισαγωγέα, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 3 και του αριθμού Economic Operators Registration and Identification (EORI) του· |
|
ια) |
όνομα, στοιχεία επικοινωνίας και μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα του οικονομικού φορέα που είναι εγκατεστημένος στην Ένωση και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 ή στο άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/988 ή παρόμοια καθήκοντα σύμφωνα με άλλη νομοθεσία της ΕΕ που εφαρμόζεται στο προϊόν· |
|
ιβ) |
στοιχεία αναφοράς του παρόχου υπηρεσιών ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος που φιλοξενεί το εφεδρικό αντίγραφο του ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος. |
Ο φορέας δεδομένων, ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός προϊόντος που αναφέρεται στο στοιχείο β), οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί φορέα που αναφέρονται στα στοιχεία ζ), η) και ια) και οι μοναδικοί αναγνωριστικοί κωδικοί εγκαταστάσεων που αναφέρονται στο σημείο θ) συμμορφώνονται, εφόσον συντρέχει λόγος για τα αντίστοιχα προϊόντα, με τα πρότυπα ISO/IEC 15459-1:2014, ISO/IEC 15459-2:2015, ISO/IEC 15459-3:2014, ISO/IEC 15459-4:2014, ISO/IEC 15459-5:2014 και ISO/IEC 15459-6:2014.
Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4 προσδιορίζουν πληροφορίες σχετικές με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού τις οποίες οι κατασκευαστές μπορούν να περιλαμβάνουν στο ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, επιπλέον των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο α), συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για ειδικά προαιρετικά σήματα που ισχύουν για το προϊόν. Αυτό περιλαμβάνει το αν έχει απονεμηθεί στο προϊόν οικολογικό σήμα της ΕΕ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 66/2010.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV
Εσωτερικός έλεγχος παραγωγής
(Ενότητα A)
1. Ο εσωτερικός έλεγχος της παραγωγής είναι η διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης με την οποία ο κατασκευαστής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα σημεία 2, 3 και 4, και βεβαιώνει και δηλώνει με αποκλειστική του ευθύνη ότι το προϊόν πληροί τις απαιτήσεις της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
2. Τεχνικός φάκελος
Ο κατασκευαστής καταρτίζει τον τεχνικό φάκελο. Ο τεχνικός φάκελος καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του προϊόντος προς τις απαιτήσεις της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4. Ο τεχνικός φάκελος προσδιορίζει τις εφαρμοστέες απαιτήσεις και καλύπτει —στον βαθμό που αυτό απαιτείται για την αξιολόγηση— τον σχεδιασμό, την κατασκευή και τη λειτουργία του προϊόντος. Ο τεχνικός φάκελος περιέχει, κατά περίπτωση, τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:
|
— |
γενική περιγραφή του προϊόντος και της προβλεπόμενης χρήσης του, |
|
— |
σχέδια αρχικής σύλληψης και σχεδιαγράμματα κατασκευής, καθώς και διαγράμματα συστατικών μερών, υποσυγκροτημάτων, κυκλωμάτων κ.λπ., |
|
— |
τις αναγκαίες περιγραφές και επεξηγήσεις για την κατανόηση των εν λόγω σχεδίων και διαγραμμάτων και της λειτουργίας του προϊόντος, |
|
— |
κατάλογο των εναρμονισμένων προτύπων, κοινών προδιαγραφών ή άλλων σχετικών τεχνικών προδιαγραφών τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα οποία εφαρμόζονται πλήρως ή εν μέρει, καθώς και περιγραφές των λύσεων που εφαρμόζονται για την τήρηση των απαιτήσεων σε περίπτωση που δεν έχουν εφαρμοστεί τα εν λόγω εναρμονισμένα πρότυπα. Σε περίπτωση μερικώς εφαρμοζόμενων εναρμονισμένων προτύπων, ο τεχνικός φάκελος προσδιορίζει τα μέρη που έχουν εφαρμοστεί, |
|
— |
τα αποτελέσματα των υπολογισμών σχεδιασμού, των ελέγχων που διενεργήθηκαν κ.λπ., |
|
— |
τα αποτελέσματα των μετρήσεων που διενεργήθηκαν σε σχέση με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών στοιχείων για τη συμμόρφωση των μετρήσεων αυτών με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού που καθορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4, |
|
— |
εκθέσεις δοκιμών και |
|
— |
αντίγραφο των πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 7. |
3. Κατασκευή
Ο κατασκευαστής λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου η διαδικασία κατασκευής και η παρακολούθησή της να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο σημείο 2 και προς τις απαιτήσεις της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 4.
4. Σήμανση CE και δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ
Ο κατασκευαστής τοποθετεί την απαιτούμενη σήμανση συμμόρφωσης σε κάθε μεμονωμένο προϊόν που πληροί τις απαιτήσεις της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 4.
Ο κατασκευαστής συντάσσει γραπτή δήλωση συμμόρφωσης για κάθε μοντέλο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 44 και τη διατηρεί, μαζί με τον τεχνικό φάκελο, στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών επί δέκα έτη από τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά ή τη θέση του σε λειτουργία. Η δήλωση συμμόρφωσης αναφέρει το προϊόν για το οποίο έχει συνταχθεί.
Στις αρμόδιες αρχές, εφόσον το ζητήσουν, διατίθεται αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης.
5. Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος
Οι υποχρεώσεις του κατασκευαστή που καθορίζονται στο σημείο 4 επιτρέπεται να εκπληρώνονται από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, για λογαριασμό του κατασκευαστή και υπό την ευθύνη του, υπό την προϋπόθεση ότι οι υποχρεώσεις ορίζονται λεπτομερώς στην εντολή.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
Δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ
(αναφέρεται στο άρθρο 44)
1.
Αριθ. … (αποκλειστικό στοιχείο ταυτοποίησης του προϊόντος):
2.
Όνομα και διεύθυνση του κατασκευαστή και, κατά περίπτωση, του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του κατασκευαστή:
3.
Η παρούσα δήλωση συμμόρφωσης ΕΕ εκδίδεται με αποκλειστική ευθύνη του κατασκευαστή:
4.
Αντικείμενο της δήλωσης (περιγραφή του προϊόντος η οποία είναι επαρκής για την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίησή του και καθιστά δυνατή την ιχνηλασιμότητα· μπορεί, εφόσον απαιτείται για την ταυτοποίηση του προϊόντος, να περιλαμβάνει εικόνα):
5.
Το αντικείμενο της δήλωσης που αναφέρεται στο σημείο 4 συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 4 και, κατά περίπτωση, άλλη ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης:
6.
Μνεία των σχετικών εναρμονισμένων προτύπων ή των κοινών προδιαγραφών που χρησιμοποιήθηκαν ή μνεία των λοιπών τεχνικών προδιαγραφών σε σχέση με τις οποίες δηλώνεται η συμμόρφωση:
7.
Κατά περίπτωση, ο κοινοποιημένος οργανισμός … (ονομασία, αριθμός) … πραγματοποίησε … (περιγραφή της παρέμβασης) και χορήγησε το πιστοποιητικό ή την απόφαση έγκρισης … (αριθ.):
8.
Ανάλογα με την περίπτωση, μνεία άλλης ενωσιακής νομοθεσίας η οποία εφαρμόζεται και προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης CE:
9.
Στοιχεία ταυτότητας και υπογραφή του προσώπου που έχει το δικαίωμα να δεσμεύει τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του κατασκευαστή:
10.
Συμπληρωματικές πληροφορίες:Υπογραφή για λογαριασμό και εξ ονόματος:
(τόπος και ημερομηνία έκδοσης):
(όνομα, θέση) (υπογραφή):
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
Κριτήρια για τα μέτρα αυτορρύθμισης
(αναφέρεται στο άρθρο 21)
Ο ακόλουθος μη εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση μέτρων αυτορρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 21:
|
1. |
Ανοικτή συμμετοχή Τα μέτρα αυτορρύθμισης πρέπει να είναι ανοικτά στη συμμετοχή όλων των φορέων που διαθέτουν στην αγορά προϊόν που καλύπτεται από το μέτρο αυτορρύθμισης, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ και των φορέων τρίτων χωρών, τόσο κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο όσο και κατά το στάδιο της εφαρμογής. Οι οικονομικοί φορείς που προτίθενται να θεσπίσουν μέτρο αυτορρύθμισης θα πρέπει να προβούν σε δημόσια αναγγελία σχετικά με την πρόθεσή τους αυτή πριν από την έναρξη της διαδικασίας εκπόνησης του μέτρου. |
|
2. |
Βιωσιμότητα και προστιθέμενη αξία Τα μέτρα αυτορρύθμισης πρέπει να ανταποκρίνονται στους στόχους πολιτικής του παρόντος κανονισμού, καθώς και να συνάδουν με την οικονομική και την κοινωνική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα μέτρα αυτορρύθμισης πρέπει να έχουν ολοκληρωμένη προσέγγιση για την προστασία του περιβάλλοντος, των συμφερόντων των καταναλωτών, της υγείας, της ποιότητας ζωής και των οικονομικών συμφερόντων. |
|
3. |
Αντιπροσωπευτικότητα Ο βιομηχανικός κλάδος και οι σχετικοί του φορείς που συμμετέχουν σε μέτρο αυτορρύθμισης πρέπει να αντιπροσωπεύουν τη μεγάλη πλειονότητα του σχετικού οικονομικού τομέα, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β). Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της ενωσιακής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ιδίως του άρθρου 101 ΣΛΕΕ όσον αφορά τις αντιανταγωνιστικές συμφωνίες. |
|
4. |
Στόχοι ποσοτικά εκπεφρασμένοι και σταδιακώς εφαρμοζόμενοι Οι στόχοι τους οποίους καθορίζουν οι υπογράφοντες στα μέτρα αυτορρύθμισής τους πρέπει να εκφράζονται με σαφήνεια και ακρίβεια και να είναι ποσοτικοποιημένοι, σε επακριβώς καθορισμένη βάση. Αν το μέτρο αυτορρύθμισης καλύπτει μεγάλο χρονικό διάστημα, πρέπει να περιλαμβάνονται ενδιάμεσοι στόχοι. Πρέπει να εξασφαλίζεται η δυνατότητα παρακολούθησης της συμμόρφωσης προς τους στόχους και τους ενδιαμέσους στόχους κατά τρόπο οικονομικά προσιτό και αξιόπιστο, με τη χρήση σαφών και αξιόπιστων δεικτών. |
|
5. |
Συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών Για τη διασφάλιση της διαφάνειας, τα μέτρα αυτορρύθμισης πρέπει να δημοσιοποιούνται, μεταξύ άλλων επιγραμμικά σε δημόσια και ελεύθερα προσβάσιμο ιστότοπο και μέσω της χρήσης άλλων ηλεκτρονικών μέσων διάδοσης των πληροφοριών. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών, της βιομηχανίας, περιβαλλοντικών ΜΚΟ και ενώσεων καταναλωτών, καλούνται να υποβάλλουν παρατηρήσεις σχετικά με τα μέτρα αυτορρύθμισης. |
|
6. |
Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων Ένας ανεξάρτητος φορέας ελέγχου πρέπει να επιλέγεται και να διορίζεται προκειμένου να παρακολουθεί τη συμμόρφωση των υπογραφόντων με το μέτρο αυτορρύθμισης. Το μέτρο αυτορρύθμισης πρέπει να εξουσιοδοτεί τον ανεξάρτητο φορέα ελέγχου να επαληθεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του. Το μέτρο αυτορρύθμισης πρέπει επίσης να προβλέπει τη διαδικασία επιλογής του ανεξάρτητου φορέα ελέγχου και τους κανόνες που διασφαλίζουν ότι ο φορέας ελέγχου δεν βρίσκεται σε σύγκρουση συμφερόντων και διαθέτει τις απαιτούμενες δεξιότητες για να επαληθεύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του. Κάθε έτος, κάθε υπογράφων πρέπει να υποβάλλει όλες τις πληροφορίες και τα δεδομένα που απαιτούνται προκειμένου ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου να επαληθεύει αξιόπιστα τη συμμόρφωση του υπογράφοντος με το μέτρο αυτορρύθμισης. Ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου πρέπει να συντάσσει έκθεση συμμόρφωσης στο τέλος κάθε ετήσιας περιόδου αναφοράς. Όταν ένας υπογράφων δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του μέτρου αυτορρύθμισης, πρέπει να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα. Ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου ενημερώνει τους λοιπούς υπογράφοντες που συμμετέχουν στο μέτρο αυτορρύθμισης για την έλλειψη συμμόρφωσης ενός υπογράφοντος και για τα διορθωτικά μέτρα που προτίθεται να λάβει ο υπογράφων. Τα αποτελέσματα οποιασδήποτε δραστηριότητας εποπτείας της αγοράς που διενεργείται από αρχή εποπτείας της αγοράς, κατά τις οποίες διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις περί μέτρων αυτορρύθμισης, λαμβάνονται υπόψη από τον ανεξάρτητο φορέας ελέγχου, ιδίως στην έκθεση συμμόρφωσης, και λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα. |
|
7. |
Οικονομική αποδοτικότητα της διαχείρισης των μέτρων αυτορρύθμισης Το κόστος διαχείρισης του μέτρου αυτορρύθμισης, ιδίως όσον αφορά την παρακολούθηση, δεν πρέπει να οδηγεί σε δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση σε σύγκριση με τους στόχους του και με άλλα διαθέσιμα μέσα πολιτικής. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ
Καταναλωτικά προϊόντα των οποίων απαγορεύεται η καταστροφή από οικονομικούς φορείς
Οι κωδικοί εμπορευμάτων και οι περιγραφές έχουν ληφθεί από τη Συνδυασμένη Ονοματολογία, όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 και όπως παρατίθεται στο παράρτημα I αυτού, στην εκδοχή που είναι σε ισχύ στις 28 Ιουνίου 2024.
|
Κωδικός εμπορευμάτων |
Περιγραφή |
||
|
|||
|
4203 |
Ενδύματα και εξαρτήματα της ένδυσης από δέρμα φυσικό ή ανασχηματισμένο |
||
|
61 |
Ενδύματα και συμπληρώματα του ενδύματος, πλεκτά |
||
|
62 |
Ενδύματα και συμπληρώματα του ενδύματος, εκτός πλεκτών |
||
|
6504 |
Καπέλα και άλλα καλύμματα κεφαλής, πλεγμένα ή κατασκευασμένα με συναρμολόγηση ταινιών, από κάθε ύλη, έστω και στολισμένα |
||
|
6505 |
Καπέλα και άλλα καλύμματα κεφαλής, πλεγμένα ή κατασκευασμένα από δαντέλες, πίλημα ή άλλα υφαντουργικά προϊόντα, σε τεμάχια (αλλά όχι σε ταινίες), έστω και στολισμένα. Δίχτυα και φιλέδες για τα μαλλιά, από κάθε ύλη, έστω και στολισμένα |
||
|
|||
|
6401 |
Υποδήματα αδιάβροχα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα και το πάνω μέρος από καουτσούκ ή από πλαστική ύλη, στα οποία το πάνω μέρος δεν είναι ούτε ενωμένο με το εξωτερικό πέλμα με ραφή ή με καρφιά, βίδες, θηλυκωτήρια ή παρόμοιες διατάξεις, ούτε φτιαγμένο από διάφορα μέρη που έχουν συναρμολογηθεί με τις ίδιες αυτές μεθόδους |
||
|
6402 |
Άλλα υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα και το πάνω μέρος από καουτσούκ ή από πλαστική ύλη |
||
|
6403 |
Υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, πλαστική ύλη, δέρμα φυσικό ή ανασχηματισμένο και το πάνω μέρος από δέρμα φυσικό |
||
|
6404 |
Υποδήματα που έχουν τα εξωτερικά πέλματα από καουτσούκ, πλαστική ύλη, δέρμα φυσικό ή ανασχηματισμένο και το πάνω μέρος από υφαντικές ύλες |
||
|
6405 |
Άλλα υποδήματα |
||
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙΙ
Πίνακας αντιστοιχίας
|
Οδηγία 2009/125/ΕΚ |
Παρών κανονισμός |
|
Άρθρο 1 |
Άρθρο 1 |
|
Άρθρο 2 |
Άρθρο 2 |
|
Άρθρο 3 |
— |
|
Άρθρο 4 |
Άρθρο 29 |
|
Άρθρο 5 |
Άρθρα 44, 45 και 46 |
|
Άρθρο 6 |
Άρθρο 3 |
|
Άρθρο 7 |
Άρθρα 69, 70 και 71 |
|
Άρθρο 8 |
Άρθρα 27 και 43 |
|
Άρθρο 9 |
Άρθρο 41 |
|
Άρθρο 10 |
— |
|
Άρθρο 11 |
Άρθρο 38 |
|
Άρθρο 12 |
Άρθρο 68 |
|
Άρθρο 13 |
Άρθρο 22 |
|
Άρθρο 14 |
Άρθρο 7 |
|
Άρθρο 15 |
Άρθρα 4 και 5 |
|
Άρθρο 16 |
Άρθρο 18 |
|
Άρθρο 17 |
Άρθρο 21 |
|
Άρθρο 18 |
Άρθρο 19 |
|
— |
Άρθρο 24 |
|
— |
Άρθρο 28 |
|
— |
Άρθρα 30 έως 40 |
|
— |
Άρθρο 42 |
|
— |
Άρθρα 47 έως 67 |
|
— |
Άρθρο 72 |
|
Άρθρο 19 |
Άρθρο 73 |
|
Άρθρο 20 |
Άρθρο 74 |
|
Άρθρο 21 |
Άρθρο 75 |
|
Άρθρο 22 |
— |
|
Άρθρο 23 |
— |
|
Άρθρο 24 |
Άρθρο 79 |
|
Άρθρο 25 |
Άρθρο 80 |
|
Άρθρο 26 |
— |
|
Παράρτημα I |
Άρθρα 5 και 7, Παράρτημα I |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II |
Παράρτημα II |
|
— |
Παράρτημα ΙΙI |
|
Παράρτημα ΙΙI |
— |
|
Παράρτημα IV |
Παράρτημα IV |
|
Παράρτημα V |
— |
|
Παράρτημα VI |
Παράρτημα V |
|
Παράρτημα VIΙ |
Άρθρο 8 |
|
Παράρτημα VΙΙΙ |
Παράρτημα VI |
|
Παράρτημα IX |
— |
|
Παράρτημα Χ |
Παράρτημα VΙΙΙ |
ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1781/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)