This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 32024R1356
Regulation (EU) 2024/1356 of the European Parliament and of the Council of 14 May 2024 introducing the screening of third-country nationals at the external borders and amending Regulations (EC) No 767/2008, (EU) 2017/2226, (EU) 2018/1240 and (EU) 2019/817
Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817
Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817
PE/20/2024/REV/1
ΕΕ L, 2024/1356, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
In force: This act has been changed. Current consolidated version:
22/05/2024
|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά L |
|
2024/1356 |
22.5.2024 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1356 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 14ης Μαΐου 2024
για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 77 παράγραφος 2 στοιχεία β) και δ),
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο χώρος Σένγκεν δημιουργήθηκε με σκοπό τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η καλή λειτουργία του εν λόγω χώρου βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών και στην αποτελεσματική διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. |
|
(2) |
Οι κανόνες που διέπουν τον συνοριακό έλεγχο προσώπων κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ένωσης καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) (. Παρά τα εφαρμοζόμενα μέτρα επιτήρησης των συνόρων, είναι πιθανό τα κράτη μέλη να βρεθούν αντιμέτωπα με παράνομες διελεύσεις των συνόρων από υπηκόους τρίτων χωρών που αποφεύγουν τους συνοριακούς ελέγχους. Για την περαιτέρω ανάπτυξη της πολιτικής της Ένωσης με σκοπό τη διενέργεια ελέγχων προσώπων και την αποτελεσματική εποπτεία της διέλευσης των εξωτερικών συνόρων που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), θα πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα για την αντιμετώπιση καταστάσεων κατά τις οποίες υπήκοοι τρίτων χωρών συλλαμβάνονται λόγω παράνομης διέλευσης των εξωτερικών συνόρων, υπήκοοι τρίτων χωρών αποβιβάζονται κατόπιν επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης και κατά τις οποίες υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας σε συνοριακό σημείο διέλευσης χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου. Ο παρών κανονισμός συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 όσον αφορά αυτές τις περιπτώσεις. Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις οι υπήκοοι τρίτων χωρών υποβάλλονται σε έλεγχο διαλογής, προκειμένου να διευκολυνθεί η ορθή εξακρίβωση ταυτότητας και να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παραπομπή τους στις κατάλληλες διαδικασίες, οι οποίες, ανάλογα με τις περιστάσεις, ενδεχομένως να είναι η διαδικασία διεθνούς προστασίας ή διαδικασίες που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Ο έλεγχος διαλογής των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών θα πρέπει να συμπληρώνει απρόσκοπτα τους ελέγχους που διενεργούνται στα εξωτερικά σύνορα ή να αντισταθμίζει το γεγονός ότι οι εν λόγω έλεγχοι δεν έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων. |
|
(3) |
Ο έλεγχος των συνόρων εξυπηρετεί τα συμφέροντα όχι μόνον των κρατών μελών στα εξωτερικά σύνορα των οποίων διενεργείται, αλλά όλων των κρατών μελών που έχουν καταργήσει τους ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα. Ο έλεγχος των συνόρων θα πρέπει να συμβάλλει στη μείωση της παράνομης μετανάστευσης, στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης και της εμπορίας ανθρώπων, καθώς και στην πρόληψη κάθε απειλής κατά της εσωτερικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας και των διεθνών σχέσεων των κρατών μελών. Κατά τον έλεγχο των συνόρων, τα κράτη μέλη πρέπει να ενεργούν σεβόμενα το οικείο ενωσιακό και διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967, τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη διεθνή προστασία, ιδίως την αρχή της μη επαναπροώθησης, και τα θεμελιώδη δικαιώματα. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που λαμβάνονται στα εξωτερικά σύνορα αποτελούν σημαντικά στοιχεία μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης της μετανάστευσης, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν την πρόκληση των μεικτών αφίξεων αντικανονικών μεταναστών και προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας. |
|
(4) |
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, ο έλεγχος των συνόρων συνίσταται σε συνοριακούς ελέγχους που διενεργούνται στα συνοριακά σημεία διέλευσης και στην επιτήρηση των συνόρων, η οποία διενεργείται μεταξύ των συνοριακών σημείων διέλευσης, προκειμένου να αποτρέπεται η διέλευση των συνόρων που δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο του εν λόγω κανονισμού ή η παράκαμψη των συνοριακών ελέγχων από υπηκόους τρίτων χωρών. Δυνάμει των διατάξεων σχετικά με την επιτήρηση των συνόρων στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, πρόσωπο που διήλθε παρανόμως τα σύνορα και δεν έχει δικαίωμα παραμονής στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους συλλαμβάνεται και υπόκειται στις διαδικασίες που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ. Δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, ο έλεγχος των συνόρων πρέπει να διενεργείται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των προσφύγων και των αιτούντων διεθνή προστασία, κυρίως όσον αφορά τη μη επαναπροώθηση. |
|
(5) |
Οι συνοριοφύλακες έρχονται συχνά αντιμέτωποι με υπηκόους τρίτων χωρών που ζητούν διεθνή προστασία χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα, τόσο μετά από σύλληψη κατά τη διάρκεια επιτήρησης των συνόρων όσο και κατά τη διάρκεια ελέγχων στα συνοριακά σημεία διέλευσης. Επιπλέον, σε ορισμένα τμήματα των συνόρων, οι συνοριοφύλακες έρχονται αντιμέτωποι με μεγάλο αριθμό ταυτόχρονων αφίξεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αλλά σημαντικό, να διασφαλιστεί ότι γίνεται αναζήτηση σε όλες τις σχετικές βάσεις δεδομένων και να καθοριστεί η κατάλληλη διαδικασία το ταχύτερο δυνατόν. |
|
(6) |
Ειδικότερα, ο έλεγχος διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών θα πρέπει να συμβάλλει στη διασφάλιση ότι αυτοί παραπέμπονται στις κατάλληλες διαδικασίες όσο το δυνατόν νωρίτερα και ότι οι εν λόγω διαδικασίες συνεχίζονται χωρίς διακοπή ή καθυστέρηση. Ταυτόχρονα, ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει να συμβάλλει στην καταπολέμηση της πρακτικής σύμφωνα με την οποία ορισμένοι αιτούντες διεθνή προστασία διαφεύγουν αφού λάβουν άδεια εισόδου στην επικράτεια κράτους μέλους βάσει της οικείας αίτησης διεθνούς προστασίας, προκειμένου να υποβάλουν τις εν λόγω αιτήσεις σε άλλο κράτος μέλος ή και καθόλου. |
|
(7) |
Ο έλεγχος διαλογής των υπηκόων τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας θα πρέπει να ακολουθείται από εξέταση της ανάγκης διεθνούς προστασίας. Θα πρέπει να καθιστά δυνατή τη συλλογή και την ανταλλαγή με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εν λόγω εξέταση κάθε σχετικής πληροφορίας που είναι σημαντική για τις τελευταίες προκειμένου να προσδιορίζεται η κατάλληλη διαδικασία για την εξέταση της αίτησης χωρίς να προδικάζεται το είδος διαδικασίας, επιταχύνοντας έτσι την εν λόγω εξέταση. Ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στον προσδιορισμό ευάλωτων προσώπων, έτσι ώστε να λαμβάνονται πλήρως υπόψη τυχόν ειδικές ανάγκες κατά τον καθορισμό και την εκτέλεση της εφαρμοστέας διαδικασίας. |
|
(8) |
Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να θίγουν τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). |
|
(9) |
Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών και σε ανιθαγενείς, ανεξαρτήτως του αν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, οι οποίοι συλλαμβάνονται λόγω παράνομης διέλευσης των εξωτερικών συνόρων κράτους μέλους, διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, εξαιρουμένων υπηκόων τρίτων χωρών για τους οποίους το οικείο κράτος μέλος δεν υποχρεούται να λάβει τα βιομετρικά δεδομένα σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1358 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) για λόγους εκτός της ηλικίας τους, καθώς και σε υπηκόους τρίτων χωρών που αποβιβάστηκαν κατόπιν επιχειρήσεων έρευνας και διάσωσης, και οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399. Για τους υπηκόους τρίτων χωρών που αποβιβάστηκαν μετά από επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να εφαρμόζεται στα πρόσωπα που αιτούνται διεθνή προστασία στα συνοριακά σημεία διέλευσης ή στις ζώνες διέλευσης χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου ή όταν υπήκοοι τρίτων χωρών, αφού τους έχει επιτραπεί η είσοδος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 για λόγους ανθρωπιστικούς ή εθνικού συμφέροντος ή λόγω διεθνών υποχρεώσεων, υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας. |
|
(10) |
Ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει να διενεργείται σε οποιαδήποτε ενδεδειγμένη και κατάλληλη τοποθεσία που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος και βρίσκεται γενικώς στα εξωτερικά σύνορα ή πλησίον αυτών ή, εναλλακτικά, σε άλλες τοποθεσίες εντός της επικράτειας, λαμβανομένων υπόψη της γεωγραφίας και των υφιστάμενων υποδομών, εφόσον διασφαλίζεται ότι ο έλεγχος διαλογής μπορεί να διενεργηθεί χωρίς καθυστέρηση. Ο έλεγχος διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα εντός της επικράτειας των κρατών μελών, οι οποίοι έχουν διασχίσει εξωτερικά σύνορα για να εισέλθουν στην επικράτεια των κρατών μελών παράνομα και οι οποίοι δεν έχουν ήδη υποβληθεί σε έλεγχο διαλογής σε κράτος μέλος, θα πρέπει να διενεργείται σε κάθε ενδεδειγμένη και κατάλληλη τοποθεσία που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος εντός της επικράτειάς του. |
|
(11) |
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής θα πρέπει να παραμένουν στη διάθεση των αρχών ελέγχου διαλογής κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν διατάξεις στο εθνικό τους δίκαιο ώστε να διασφαλίζεται η παρουσία των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής για την αποτροπή της διαφυγής τους. Όταν κρίνεται αναγκαίο και βάσει ατομικής εκτίμησης κάθε περίπτωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν υπό κράτηση πρόσωπο που υπόκειται στον έλεγχο διαλογής, εάν δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα. Η κράτηση θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνον ως έσχατη λύση σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και θα πρέπει να είναι δεκτική αποτελεσματικής προσφυγής, σύμφωνα με το εθνικό, το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) , για τους αιτούντες διεθνή προστασία, και οι σχετικοί κανόνες περί κράτησης της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, για τους υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας. |
|
(12) |
Όταν, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, καθίσταται σαφές ότι υπήκοος τρίτης χώρας που υπόκειται στον εν λόγω έλεγχο διαλογής πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει να τερματίζεται και θα πρέπει να επιτρέπεται στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας να εισέλθει στην επικράτεια, με την επιφύλαξη της επιβολής κυρώσεων για τη παράνομη διέλευση των εξωτερικών συνόρων σε μέρη εκτός των συνοριακών σημείων διέλευσης ή σε χρονικά σημεία διαφορετικά από τις καθορισμένες ώρες λειτουργίας που αναφέρονται στον εν λόγω κανονισμό. |
|
(13) |
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού των παρεκκλίσεων από τις προϋποθέσεις εισόδου για τους υπηκόους τρίτων χωρών που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, τα πρόσωπα των οποίων η είσοδος έχει επιτραπεί από κράτος μέλος, σύμφωνα με τις εν λόγω παρεκκλίσεις βάσει του εν λόγω κανονισμού στο πλαίσιο ατομικής απόφασης δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο διαλογής ακόμη και αν δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις εισόδου, εκτός αν υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας. |
|
(14) |
Όλα οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής θα πρέπει να υποβάλλονται σε ελέγχους, προκειμένου να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ταυτότητά τους και να επαληθευθεί αν ενδεχομένως συνιστούν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. Στην περίπτωση προσώπων που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας στα συνοριακά σημεία διέλευσης, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι έλεγχοι ταυτότητας και ασφάλειας που διενεργούνται στο πλαίσιο των συνοριακών ελέγχων, ώστε να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις των ελέγχων. |
|
(15) |
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής, οι ενδιαφερόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών θα πρέπει είτε να παραπέμπονται στις αρχές που είναι αρμόδιες για την καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας είτε να υπόκεινται σε διαδικασίες που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ, κατά περίπτωση. Οι σχετικές πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής θα πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές προς υποστήριξη της περαιτέρω αξιολόγησης κάθε μεμονωμένης περίπτωσης, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όπου είναι αναγκαίο, οι έλεγχοι που θεσπίζονται από τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να συνεχίζονται από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας. Οι διαδικασίες που θεσπίζονται με την οδηγία 2008/115/ΕΚ θα πρέπει να αρχίζουν να εφαρμόζονται μόνο μετά το τέλος του ελέγχου διαλογής. Οι διατάξεις σχετικά με την καταχώριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του κανονισμού (EE) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο μετά το τέλος του ελέγχου διαλογής. Τούτο δεν θίγει το γεγονός ότι τα πρόσωπα που αιτούνται διεθνή προστασία κατά τη στιγμή της σύλληψης, κατά τη διάρκεια συνοριακού ελέγχου στο συνοριακό σημείο διέλευσης ή κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, θα πρέπει να θεωρούνται αιτούντες διεθνή προστασία, και στην περίπτωσή τους θα πρέπει να εφαρμόζονται ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1348 και η οδηγία (ΕΕ) 2024/1346. |
|
(16) |
Τα πρόσωπα που υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας έναντι των οποίων τα κράτη μέλη δεν είναι σε θέση να εφαρμόσουν ή δεν είναι πλέον σε θέση να εφαρμόσουν συνοριακή διαδικασία ασύλου σύμφωνα με τη διάταξη για τις εξαιρέσεις από τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, θα πρέπει, κατά κανόνα, να επιτρέπεται να εισέλθουν στην επικράτεια. |
|
(17) |
Τον έλεγχο διαλογής θα μπορούσε επίσης να ακολουθήσει η μετεγκατάσταση στο πλαίσιο του μηχανισμού αλληλεγγύης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1351 ή άλλου υφιστάμενου μηχανισμού αλληλεγγύης. |
|
(18) |
Σύμφωνα με το τεκμήριο διάρκειας παραμονής που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων εισόδου και η άδεια εισόδου πιστοποιούνται με σφραγίδα εισόδου σε ταξιδιωτικό έγγραφο. Συνεπώς, η απουσία τέτοιας σφραγίδας εισόδου ή η απουσία ταξιδιωτικού εγγράφου ενδέχεται να θεωρηθεί ένδειξη ότι ο κάτοχος δεν πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου. Με την έναρξη λειτουργίας του συστήματος εισόδου/εξόδου που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2226 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) (ΣΕΕ) που οδηγεί στην αντικατάσταση των σφραγίδων με καταχώριση στο ΣΕΕ, το τεκμήριο αυτό θα καταστεί πιο αξιόπιστο. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διενεργούν τον έλεγχο διαλογής σε υπηκόους τρίτων χωρών που βρίσκονται ήδη στην επικράτεια τους και οι οποίοι δεν είναι σε θέση να αποδείξουν ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις εισόδου στην επικράτεια των κρατών μελών. Ο έλεγχος διαλογής των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών είναι αναγκαίος προκειμένου να αντισταθμίζεται το γεγονός ότι, κατά πάσα πιθανότητα, κατάφεραν να αποφύγουν τους ελέγχους εισόδου κατά την άφιξή τους στον χώρο Σένγκεν και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε να τους απαγορευθεί η είσοδος ή να παραπεμφθούν στην κατάλληλη διαδικασία μετά τον έλεγχο διαλογής. Η διενέργεια του ελέγχου διαλογής θα μπορούσε επίσης να συμβάλει στην εξακρίβωση, μέσω της αναζήτησης στις βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν συνιστούν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Στο τέλος του ελέγχου διαλογής εντός της επικράτειας, οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών θα πρέπει να υπόκεινται σε διαδικασία επιστροφής ή, όταν υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας, στην κατάλληλη διαδικασία ασύλου. Οι υπήκοοι τρίτης χώρας δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε επαναλαμβανόμενους ελέγχους διαλογής. |
|
(19) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να μη διενεργούν έλεγχο διαλογής εντός της επικράτειας εάν υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει παράνομα στην επικράτειά τους επιστραφεί, αμέσως μετά τη σύλληψη, σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων ή δυνάμει διμερών πλαισίων συνεργασίας. Στην εν λόγω περίπτωση, ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει να διενεργείται χωρίς καθυστέρηση από το κράτος μέλος στο οποίο έχει επιστραφεί ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας. |
|
(20) |
Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που αφορούν την εξακρίβωση ταυτότητας υπηκόων τρίτων χωρών που είναι ύποπτοι για παράνομη παραμονή σε κράτος μέλος όταν η εν λόγω εξακρίβωση της ταυτότητας αποσκοπεί στη διερεύνηση πληροφοριών, εντός σύντομου αλλά εύλογου χρονικού διαστήματος, για τον καθορισμό του νόμιμου ή μη χαρακτήρα της παραμονής. |
|
(21) |
Με την επιφύλαξη των κανόνων για τον έλεγχο των συνόρων που εφαρμόζεται στα εσωτερικά σύνορα των κρατών μελών όταν δεν έχει ακόμη ληφθεί απόφαση άρσης των εν λόγω ελέγχων, ο έλεγχος διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται λόγω παράνομης διέλευσης των εν λόγω εσωτερικών συνόρων, όταν οι έλεγχοι δεν έχουν ακόμη αρθεί, θα πρέπει να ακολουθεί τους κανόνες που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό για τον έλεγχο διαλογής εντός της επικράτειας και όχι τους κανόνες που θεσπίζονται για τον έλεγχο διαλογής στα εξωτερικά σύνορα. |
|
(22) |
Ο έλεγχος διαλογής στα εξωτερικά σύνορα θα πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν και να μην υπερβαίνει τις επτά ημέρες. Ο έλεγχος διαλογής εντός της επικράτειας θα πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατόν και να μην υπερβαίνει τις τρεις ημέρες. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να εμποδίζονται να ολοκληρώσουν τον έλεγχο διαλογής στα εξωτερικά σύνορα και τον έλεγχο διαλογής εντός της επικράτειας σε συντομότερες περιόδους, υπό την προϋπόθεση ότι διενεργούνται οι έλεγχοι που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. |
|
(23) |
Ο έλεγχος διαλογής αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής ολοκληρωμένης διαχείρισης των συνόρων. Το Μέσο Χρηματοδοτικής Στήριξης για τη Διαχείριση των Συνόρων και την Πολιτική Θεωρήσεων, που θεσπίστηκε, ως μέρος του Ταμείου για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Συνόρων, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), ειδικότερα, μπορεί να κινητοποιηθεί για την παροχή στήριξης σε δράσεις των κρατών μελών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη χρήση του εν λόγω μέσου και με την επιφύλαξη άλλων προτεραιοτήτων που υποστηρίζονται από αυτό. |
|
(24) |
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του ελέγχου διαλογής, θα πρέπει να εξασφαλιστεί ισχυρότερο πλαίσιο για στενή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών που αναφέρονται στη διάταξη σχετικά με τη διεξαγωγή του ελέγχου του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, των αρχών που είναι υπεύθυνες για τις διαδικασίες ασύλου και την υποδοχή των αιτούντων, των αρχών που είναι υπεύθυνες για την προστασία της δημόσιας υγείας, και των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών επιστροφής που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από τη στήριξη των σχετικών οργανισμών, ιδίως του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) (ο «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής»)και του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/2303 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) (ο «Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο»), εντός των ορίων των εντολών τους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη συμμετοχή των εθνικών αρχών για την προστασία του παιδιού και των εθνικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον εντοπισμό και την εξακρίβωση της ταυτότητας θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, όταν ο έλεγχος διαλογής αποκαλύπτει γεγονότα σχετικά με την εμπορία ανθρώπων σύμφωνα με την οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14). |
|
(25) |
Κατά τον έλεγχο διαλογής, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού θα πρέπει πάντοτε να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Οι αρχές προστασίας του παιδιού θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον έλεγχο διαλογής, όποτε αυτό είναι αναγκαίο, ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνεται δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Θα πρέπει να ορίζεται εκπρόσωπος για να εκπροσωπεί και να επικουρεί τον ασυνόδευτο ανήλικο κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής ή, σε περίπτωση που δεν έχει οριστεί εκπρόσωπος, θα πρέπει να καθοριστεί πρόσωπο καταρτισμένο για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος και της συνολικής ευημερίας του ανηλίκου. Κατά περίπτωση, ο εν λόγω εκπρόσωπος θα πρέπει να είναι ο εκπρόσωπος που ορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες για τους ασυνόδευτους ανηλίκους της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346. Το καταρτισμένο πρόσωπο θα πρέπει να είναι το πρόσωπο που έχει οριστεί να ενεργεί προσωρινά ως εκπρόσωπος βάσει της εν λόγω οδηγίας, όταν το εν λόγω πρόσωπο έχει οριστεί. |
|
(26) |
Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς διακρίσεις για λόγους φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. |
|
(27) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει μηχανισμό παρακολούθησης και επαρκείς εγγυήσεις για την ανεξαρτησία αυτού, όπως την τήρηση των αρχών των Παρισίων, που εγκρίθηκαν με το ψήφισμα αριθ. 48/134 της 20ής Δεκεμβρίου 1993 της Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, των αρχών της Βενετίας, που εγκρίθηκαν από την Επιτροπή της Βενετίας κατά την 118η ολομέλειά της στις 15-16 Μαρτίου 2019, του ψηφίσματος της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, της 28ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με τον ρόλο του Διαμεσολαβητή και των θεσμών διαμεσολαβητών στην προώθηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της χρηστής διακυβέρνησης και του κράτους δικαίου, και του προαιρετικού πρωτοκόλλου της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, που εγκρίθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2002 κατά την πεντηκοστή έβδομη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμα A/RES/57/199. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε ήδη υφιστάμενους εθνικούς μηχανισμούς παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Ο μηχανισμός παρακολούθησης που προβλέπεται από κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να καλύπτει, ιδίως, τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε σχέση με τον έλεγχο διαλογής, καθώς και την τήρηση των εφαρμοστέων ενωσιακών και εθνικών κανόνων σχετικά με την κράτηση και τη συμμόρφωση με την αρχή της μη επαναπροώθησης. Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 168/2007 του Συμβουλίου (15) (ο «Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων») θα πρέπει να θεσπίσει γενικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τη σύσταση και την ανεξάρτητη λειτουργία αυτού του μηχανισμού παρακολούθησης.Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τη στήριξη του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για την ανάπτυξη του εθνικού τους μηχανισμού παρακολούθησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύονται τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σχετικά με τον καθορισμό της μεθοδολογίας για τον για τον εθνικό τους μηχανισμό παρακολούθησης και σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα κατάρτισης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να καλούν συναφείς και αρμόδιες εθνικές, διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και φορείς να συμμετάσχουν στην παρακολούθηση. Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων που παρέχουν οι παρατηρητές θεμελιωδών δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1896, του μηχανισμού παρακολούθησης για τον σκοπό της παρακολούθησης της επιχειρησιακής και τεχνικής εφαρμογής του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/2303, του μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/922 του Συμβουλίου (16) και της παρακολούθησης που διενεργείται από υφιστάμενους εθνικούς ή διεθνείς φορείς παρακολούθησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διερευνούν ισχυρισμούς παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά τον έλεγχο διαλογής, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας την ταχεία και κατάλληλη διεκπεραίωση των καταγγελιών. |
|
(28) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν κατάλληλους οικονομικούς πόρους στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης. |
|
(29) |
Η απλή ύπαρξη ένδικων βοηθημάτων σε μεμονωμένες περιπτώσεις ή εθνικών συστημάτων που εποπτεύουν την αποτελεσματικότητα του ελέγχου διαλογής δεν επαρκεί για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις σχετικά με την παρακολούθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων βάσει του παρόντος κανονισμού. |
|
(30) |
Οι αρχές ελέγχου διαλογής θα πρέπει να συμπληρώνουν έντυπο ελέγχου διαλογής. Το έντυπο θα πρέπει να διαβιβάζεται με οποιοδήποτε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών εργαλείων, στις αρχές που καταχωρίζουν αιτήσεις διεθνούς προστασίας ή στις αρχές που είναι αρμόδιες για τις διαδικασίες επιστροφής —ανάλογα με την αρχή στην οποία παραπέμπεται το πρόσωπο. |
|
(31) |
Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις ενέργειες που αναλαμβάνονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο με σκοπό τη διαπίστωση της ταυτότητας του εκάστοτε προσώπου ή την αξιολόγηση πιθανών απειλών για την εσωτερική ασφάλεια. |
|
(32) |
Οι πληροφορίες στο έντυπο ελέγχου διαλογής θα πρέπει να καταγράφονται κατά τρόπο ώστε να μπορούν να υποβληθούν σε διοικητικό και δικαστικό έλεγχο κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε επακόλουθης διαδικασίας ασύλου ή επιστροφής. Το πρόσωπο που υποβάλλεται στον έλεγχο διαλογής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να υποδεικνύει στις αρχές ελέγχου διαλογής ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο έντυπο είναι εσφαλμένες. Κάθε τέτοια υπόδειξη θα πρέπει να καταγράφεται στο έντυπο ελέγχου διαλογής χωρίς να καθυστερεί η ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής. |
|
(33) |
Οι πληροφορίες που περιέχονται στο έντυπο ελέγχου διαλογής θα πρέπει να διατίθενται είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή στο εκάστοτε πρόσωπο, με εξαίρεση τις πληροφορίες που αφορούν την αναζήτηση σε σχετικές βάσεις δεδομένων για ελέγχους ασφαλείας. Στην περίπτωση ανηλίκων, οι πληροφορίες που περιέχονται στο έντυπο ελέγχου διαλογής θα πρέπει να παρέχονται στον ενήλικα ή στους ενηλίκους που είναι υπεύθυνοι για το παιδί. Στην περίπτωση ασυνόδευτων ανηλίκων, οι πληροφορίες που περιέχονται στο έντυπο ελέγχου διαλογής θα πρέπει να παρέχονται στον εκπρόσωπο του παιδιού ή στο πρόσωπο που είναι καταρτισμένο για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος και της συνολικής ευημερίας του ανηλίκου. |
|
(34) |
Η επεξεργασία δεδομένων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ελέγχου διαλογής θα πρέπει πάντα να διενεργείται σύμφωνα με την το ισχύον ενωσιακό δίκαιο για την προστασία των δεδομένων, ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17). |
|
(35) |
Τα βιομετρικά δεδομένα που λαμβάνονται κατά τον έλεγχο διαλογής θα πρέπει, μαζί με τα δεδομένα που αναφέρονται στις διατάξεις για τη συλλογή και διαβίβαση βιομετρικών δεδομένων αιτούντων διεθνή προστασία, υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που συλλαμβάνονται κατά την παράνομη διέλευση εξωτερικών συνόρων, υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που διαμένουν παράνομα σε κράτος μέλος και υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών που αποβιβάστηκαν έπειτα από επιχείρηση έρευνας και διάσωσης του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358, να διαβιβάζονται στο Eurodac που θεσπίζεται με τον εν λόγω κανονισμό («Eurodac»), από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις προθεσμίες που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό. |
|
(36) |
Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής θα πρέπει να υπόκεινται σε προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο από ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό με σκοπό τον προσδιορισμό τυχόν αναγκών υγειονομικής περίθαλψης ή απομόνωσης για λόγους δημόσιας υγείας. Το ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίσει, με βάση την ιατρική κατάσταση που αφορά τη γενική εικόνα κάθε υπηκόου τρίτης χώρας, ότι δεν απαιτείται περαιτέρω ιατρικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Ο εν λόγω προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος θα πρέπει να διενεργείται από ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό που ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες της ταξινόμησης ISCO-08 της διεθνούς τυποποιημένης ταξινόμησης των επαγγελμάτων που τελεί υπό την ευθύνη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας: 221 ιατροί, 2221 νοσηλευτές, ή 2240 ασκούντες παραϊατρικά επαγγέλματα. |
|
(37) |
Θα πρέπει να διενεργείται προκαταρκτικός έλεγχος ευαλωτότητας με σκοπό τον προσδιορισμό προσώπων που έχουν ενδείξεις ότι είναι ευάλωτα, ότι είναι θύματα βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, είναι ανιθαγενείς ή ενδέχεται να έχουν ειδικές ανάγκες υποδοχής ή ειδικές διαδικαστικές ανάγκες κατά την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 και του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 αντίστοιχα. Αυτό θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη περαιτέρω αξιολόγησης κατά τις επακόλουθες διαδικασίες μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής. Ο έλεγχος ευαλωτότητας θα πρέπει να διενεργείται από ειδικευμένο προσωπικό των αρχών ελέγχου διαλογής που έχει καταρτιστεί για τον σκοπό αυτό. |
|
(38) |
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, θα πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα βιοτικό επίπεδο που να συνάδει με τον Χάρτη, και τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και σε απαραίτητη θεραπευτική αγωγή. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ευάλωτα άτομα, όπως εγκύους, ηλικιωμένους, μονογονεϊκές οικογένειες, πρόσωπα με άμεσα αναγνωρίσιμη σωματική ή διανοητική αναπηρία, πρόσωπα που έχουν εμφανώς υποστεί ψυχολογικά ή σωματικά τραύματα και ασυνόδευτους ανηλίκους. Ειδικότερα, σε περίπτωση ανηλίκου, οι πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και κατάλληλο για την ηλικία. Όλες οι αρχές που συμμετέχουν στην εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με τον έλεγχο διαλογής θα πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ευπάθεια υποπίπτει στην αντίληψή τους ή περιέρχεται σε γνώση τους, να σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ιδιωτική ζωή, και να αποφεύγουν κάθε διακριτική μεταχείριση. |
|
(39) |
Δεδομένου ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής ενδέχεται να μην έχουν τα απαραίτητα έγγραφα ταυτότητας και τα απαραίτητα ταξιδιωτικά έγγραφα που απαιτούνται για τη νόμιμη διέλευση των εξωτερικών συνόρων, θα πρέπει να διενεργείται διαδικασία εξακρίβωσης ταυτότητας ή επαλήθευσης στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής. |
|
(40) |
Το κοινό αποθετήριο δεδομένων ταυτότητας («CIR») θεσπίστηκε με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/817 (18) και (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) για να διευκολύνει και να βοηθήσει στην ορθή εξακρίβωση ταυτότητας των προσώπων που καταχωρίζονται στο σύστημα εισόδου/εξόδου («ΣΕΕ»), στο Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις που δημιουργήθηκε με την απόφαση 2004/512/ΕΚ του Συμβουλίου (20) («VIS»), στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21) («ETIAS»), στο Eurodac και στο κεντρικό σύστημα εντοπισμού των κρατών μελών που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών και ανιθαγενών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/816 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22) («ECRIS-TCN»), συμπεριλαμβανομένων των αγνώστων προσώπων που δεν είναι σε θέση να δώσουν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Για τον σκοπό αυτό, το CIR περιέχει, λογικά διαχωρισμένα, μόνο τα δεδομένα ταυτότητας, τα δεδομένα ταξιδιωτικού εγγράφου και τα βιομετρικά δεδομένα που έχουν καταγραφεί στο ΣΕΕ, το VIS, το ETIAS, το Eurodac και το ECRIS-TCN. Μόνο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι απολύτως απαραίτητα για τη διενέργεια επακριβούς ελέγχου ταυτότητας αποθηκεύονται στο CIR. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που είναι καταγεγραμμένα στο CIR διαγράφονται αυτομάτως όταν τα δεδομένα διαγράφονται από τα υποκείμενα συστήματα. Η αναζήτηση στο CIR επιτρέπει την αξιόπιστη και εξαντλητική εξακρίβωση ή επαλήθευση της ταυτότητας προσώπων, παρέχοντας τη δυνατότητα αναζήτησης όλων των δεδομένων ταυτότητας που υπάρχουν στο ΣΕΕ, το VIS, το ETIAS, το Eurodac και το ECRIS-TCN κατά τρόπο ενιαίο, με ταχύτητα και αξιοπιστία, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των δεδομένων και αποφεύγοντας την περιττή επεξεργασία ή την αλληλεπικάλυψη των δεδομένων. |
|
(41) |
Προκειμένου να διαπιστωθεί ή να επαληθευτεί η ταυτότητα των προσώπων που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής, θα πρέπει να ξεκινήσει επαλήθευση στο CIR, παρουσία του προσώπου, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Κατά τη διάρκεια της επαλήθευσης αυτής, τα βιομετρικά δεδομένα του προσώπου θα πρέπει να ελέγχονται με βάση τα δεδομένα που περιέχονται στο CIR. Όταν τα βιομετρικά δεδομένα ενός προσώπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή εάν η αναζήτηση με τα δεδομένα αυτά είναι ατελέσφορη ή δεν δίνει θετικό αποτέλεσμα, η αναζήτηση θα μπορούσε να διενεργηθεί με τα δεδομένα ταυτότητας του προσώπου σε συνδυασμό με δεδομένα ταξιδιωτικού εγγράφου, εφόσον τα εν λόγω δεδομένα είναι διαθέσιμα, ή με δεδομένα ή πληροφορίες που παρέχονται ή λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας. Σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και στις περιπτώσεις που προκύπτει από την αναζήτηση ότι είναι αποθηκευμένα στο CIR δεδομένα που αφορούν το εν λόγω πρόσωπο, οι αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στο CIR για να συμβουλεύονται δεδομένα ταυτότητας, δεδομένα ταξιδιωτικού εγγράφου και βιομετρικά δεδομένα του εν λόγω προσώπου, χωρίς να παρέχεται από το CIR οποιαδήποτε ένδειξη σχετικά με το ποιο σύστημα πληροφοριών της ΕΕ περιέχει τα δεδομένα. |
|
(42) |
Δεδομένου ότι, με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/817 και (ΕΕ) 2019/818, η χρήση του CIR για σκοπούς εξακρίβωσης ταυτότητας περιορίστηκε στη διευκόλυνση και την υποστήριξη της ορθής εξακρίβωσης ταυτότητας προσώπων που έχουν καταχωριστεί στα συστήματα ΣΕΕ, VIS, ETIAS, Eurodac και ECRIS-TCN σε περιπτώσεις αστυνομικών ελέγχων που διενεργούνται στην επικράτεια των κρατών μελών, οι εν λόγω κανονισμοί πρέπει να τροποποιηθούν για να προβλέπουν, επιπροσθέτως, τον σκοπό της χρήσης του CIR για την εξακρίβωση ή επαλήθευση της ταυτότητας προσώπων κατά τον έλεγχο διαλογής. Στην περίπτωση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/818, η τροποποίηση αυτή θα πρέπει, για λόγους μεταβλητής γεωμετρίας, να πραγματοποιηθεί μέσω κανονισμού διαφορετικού από τον παρόντα κανονισμό. |
|
(43) |
Δεδομένου ότι πολλά πρόσωπα που υποβάλλονται σε έλεγχο διαλογής ενδέχεται να μην έχουν ταξιδιωτικά έγγραφα, οι αρχές ελέγχου διαλογής θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε κάθε άλλο σχετικό έγγραφο που κατέχουν τα εν λόγω πρόσωπα στις περιπτώσεις που τα βιομετρικά δεδομένα των εν λόγω προσώπων δεν είναι χρησιμοποιήσιμα ή δεν δίνουν κανένα αποτέλεσμα στο CIR. Οι αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν δεδομένα από τα εν λόγω έγγραφα, πλην των βιομετρικών δεδομένων, για τη διενέργεια ελέγχων με αντιπαραβολή προς τις σχετικές βάσεις δεδομένων. |
|
(44) |
Η εξακρίβωση ή επαλήθευση της ταυτότητας προσώπων κατά τη διάρκεια συνοριακών ελέγχων στο συνοριακό σημείο διέλευσης και οποιαδήποτε αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων, στο πλαίσιο της επιτήρησης των συνόρων ή των αστυνομικών ελέγχων στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων ή εντός της επικράτειας από τις αρχές που παρέπεμψαν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο στον έλεγχο διαλογής, θα πρέπει να θεωρούνται μέρος του ελέγχου διαλογής και να μην επαναλαμβάνονται, εκτός εάν υφίστανται ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν μια τέτοια επανάληψη. Η λήψη βιομετρικών δεδομένων για τον σκοπό τόσο της εξακρίβωσης ή επαλήθευσης της ταυτότητας όσο και της καταχώρισης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358 θα πρέπει να πραγματοποιείται άπαξ στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής. |
|
(45) |
Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή, οι οποίες θα της δίνουν τη δυνατότητα να ορίσει τις λεπτομερείς διαδικασίες και τις προδιαγραφές για την ανάκτηση δεδομένων και να καθορίζει τη διαδικασία συνεργασίας μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής, των εθνικών κεντρικών γραφείων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ και των εθνικών ομάδων Ευρωπόλ, αντιστοίχως, με σκοπό τον προσδιορισμό της απειλής για την εσωτερική ασφάλεια. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23). |
|
(46) |
Ο έλεγχος διαλογής θα πρέπει επίσης να επαληθεύει κατά πόσον η είσοδος των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ένωση ενδέχεται να συνιστά απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. |
|
(47) |
Καθώς ο έλεγχος διαλογής αφορά υπηκόους τρίτων χωρών που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου, υπηκόους τρίτων χωρών που αποβιβάζονται κατόπιν επιχείρησης έρευνας και διάσωσης χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου, και υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα εντός της επικράτειας των κρατών μελών, οι έλεγχοι ασφάλειας που διενεργούνται στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής θα πρέπει να είναι τουλάχιστον παρόμοιου επιπέδου με τους ελέγχους που διενεργούνται σε σχέση με υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλουν εκ των προτέρων αίτηση για άδεια εισόδου στην Ένωση για βραχεία παραμονή, είτε υπόκεινται σε υποχρέωση θεώρησης είτε όχι. |
|
(48) |
Για υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι εξαιρούνται λόγω της ιθαγένειάς τους από την απαίτηση θεώρησης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), ο κανονισμός (EE) 2018/1240 τ προβλέπει ότι πρέπει να υποβάλουν αίτηση για άδεια ταξιδιού για να μεταβούν στην Ένωση για βραχεία παραμονή. Προτού λάβουν την εν λόγω άδεια ταξιδιού, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλονται σε ελέγχους ασφαλείας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλουν με αντιπαραβολή σειράς ενωσιακών βάσεων δεδομένων — ήτοι, του VIS, του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2018/1860 (25), (ΕΕ) 2018/1861 (26) και (ΕΕ) 2018/1862 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27) (SIS), του ΣΕΕ, του ETIAS, των δεδομένων Ευρωπόλ που υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό του διασταυρούμενου ελέγχου που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28), του ECRIS-TCN, καθώς και της βάσης δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ για κλαπέντα και απολεσθέντα ταξιδιωτικά έγγραφα (SLTD) και της βάσης δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ για τα ταξιδιωτικά έγγραφα που συνδέονται με καταχωρίσεις (TDAWN).Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1806 υποβάλλονται σε ελέγχους ασφαλείας πριν από τη χορήγηση θεώρησης, με χρήση των ίδιων βάσεων δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης, δυνάμει των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 810/2009 (29) και (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30). |
|
(49) |
Όσον αφορά τα πρόσωπα που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής, θα πρέπει να διενεργούνται αυτοματοποιημένες επαληθεύσεις για λόγους ασφάλειας με τη χρήση των ίδιων συστημάτων που προβλέπονται για τους αιτούντες θεώρηση, θεώρηση μακράς διαμονής, άδεια διαμονής στο πλαίσιο του VIS ή άδεια ταξιδιού στο πλαίσιο του ETIAS, ήτοι των VIS, ΣΕΕ, ETIAS, συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου επιτήρησης ETIAS που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1240, των SIS, ECRIS-TCN όσον αφορά πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατικά εγκλήματα και άλλες σοβαρές αξιόποινες πράξεις, των δεδομένων Ευρωπόλ που υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό του διασταυρούμενου ελέγχου που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794, των SLTD και TDAWN. |
|
(50) |
Η αναζήτηση στις σχετικές βάσεις δεδομένων για λόγους ασφάλειας θα πρέπει να διενεργείται κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι από τις εν λόγω βάσεις δεδομένων ανακτώνται μόνο τα δεδομένα που είναι απαραίτητα για τη διενέργεια των ελέγχων ασφαλείας. Όσον αφορά τα πρόσωπα που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας σε συνοριακό σημείο διέλευσης ή σε ζώνες διέλευσης, η αναζήτηση σε βάσεις δεδομένων για τον έλεγχο ασφαλείας στο πλαίσιο του ελέγχου διαλογής θα πρέπει να επικεντρώνεται στις βάσεις δεδομένων στις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε αναζήτηση κατά τη διάρκεια των συνοριακών ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα, αποφεύγοντας έτσι τις επανειλημμένες αναζητήσεις. |
|
(51) |
Όταν δικαιολογείται, ο έλεγχος διαλογής θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει τον έλεγχο των αντικειμένων που έχουν στην κατοχή τους οι υπήκοοι τρίτων χωρών, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Οποιαδήποτε μέτρα εφαρμόζονται στο πλαίσιο ελέγχου ασφαλείας θα πρέπει να είναι αναλογικά και να σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής. Οι εμπλεκόμενες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ελευθερίας της έκφρασης. |
|
(52) |
Δεδομένου ότι η πρόσβαση στα συστήματα ΣΕΕ, ETIAS, VIS και ECRIS-TCN είναι απαραίτητη για τις αρχές ελέγχου διαλογής προκειμένου να επαληθεύεται κατά πόσον ένα πρόσωπο ενδέχεται να συνιστά απειλή για την εσωτερική ασφάλεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2008, ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2226, ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1240 και ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/816 θα πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να προβλέπεται το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης, το οποίο επί του παρόντος δεν προβλέπεται στους εν λόγω κανονισμούς. Στην περίπτωση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/816, η τροποποίηση αυτή θα πρέπει, για λόγους μεταβλητής γεωμετρίας, να πραγματοποιηθεί μέσω κανονισμού διαφορετικού από τον παρόντα κανονισμό. |
|
(53) |
Η ευρωπαϊκή πύλη αναζήτησης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/817 (ESP) θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη διενέργεια αναζητήσεων στο σύστημα CIR για την εξακρίβωση ή επαλήθευση ταυτότητας. |
|
(54) |
Θα πρέπει να είναι δυνατό για τις αρχές ελέγχου διαλογής να χρησιμοποιούν την ESP για τη διενέργεια αναζητήσεων στα συστήματα ΣΕΕ, ETIAS, VIS, SIS και ECRIS-TCN, τα δεδομένα Ευρωπόλ και τις SLTD and TDAWN, για τον σκοπό των ελέγχων ασφαλείας, κατά περίπτωση. |
|
(55) |
Η αναζήτηση σε ενωσιακές βάσεις δεδομένων για τους σκοπούς της εξακρίβωσης ή επαλήθευσης ταυτότητας ή των ελέγχων ασφαλείας μπορεί να δικαιολογείται για την αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου διαλογής και για την επίτευξη του ίδιου του σκοπού για τον οποίο έχει δημιουργηθεί καθεμία από τις εν λόγω βάσεις δεδομένων, δηλαδή την αποτελεσματική διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκληρωμένης διαχείρισης των συνόρων. |
|
(56) |
Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος για τους σκοπούς της εξακρίβωσης ή επαλήθευσης ταυτότητας ή του ελέγχου ασφαλείας, η αρχή ελέγχου διαλογής θα πρέπει να επαληθεύει ότι τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί στα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ ή τα δεδομένα Ευρωπόλ αντιστοιχούν στα δεδομένα που προκαλούν το θετικό αποτέλεσμα. |
|
(57) |
Θα πρέπει να είναι επίσης δυνατόν για τις αρχές ελέγχου διαλογής να ελέγχουν τις σχετικές εθνικές βάσεις δεδομένων στο πλαίσιο της εξακρίβωσης ή της επαλήθευσης ταυτότητας ή των ελέγχων ασφαλείας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. |
|
(58) |
Για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με την υποχρέωση διενέργειας ελέγχων εξακρίβωσης ή επαλήθευσης της ταυτότητας και ασφάλειας κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, τα κράτη μέλη που δεν εφαρμόζουν ακόμη πλήρως ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν και, ως εκ τούτου, δεν έχουν πρόσβαση σε όλα τα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ και τις ενωσιακές βάσεις δεδομένων, είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια ελέγχων ταυτότητας και ασφάλειας διενεργώντας αναζητήσεις μόνο στα συστήματα και βάσεις δεδομένων στα οποία έχουν πρόσβαση. |
|
(59) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η ενίσχυση του ελέγχου των υπηκόων τρίτων χωρών κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων και η πρόβλεψη διατάξεων για την εξακρίβωση ή την επαλήθευση της ταυτότητας όλων των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής και για την αναζήτηση δεδομένων στις σχετικές βάσεις δεδομένων, προκειμένου να επαληθευτεί αν οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται σε έλεγχο διαλογής ενδέχεται να συνιστούν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια και να εξασφαλιστεί η παραπομπή τους στις κατάλληλες διαδικασίες, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών. |
|
(60) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στη έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αναπτύσσει περαιτέρω το κεκτημένο του Σένγκεν, η Δανία αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, εντός έξι μηνών αφότου το Συμβούλιο αποφασίσει επί του παρόντος κανονισμού, σχετικά με τη μεταφορά του στο εθνικό της δίκαιο. |
|
(61) |
Ο παρών κανονισμός συνιστά ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν στις οποίες δεν συμμετέχει η Ιρλανδία, σύμφωνα με την απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου (31)· ως εκ τούτου, η Ιρλανδία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. |
|
(62) |
Όσον αφορά την Ισλανδία και τη Νορβηγία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας η οποία συνήφθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφενός, και από τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, αφετέρου, σχετικά με τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου (32). |
|
(63) |
Όσον αφορά την Ελβετία, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου (33). |
|
(64) |
Όσον αφορά το Λιχτενστάιν, ο παρών κανονισμός αποτελεί ανάπτυξη των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν, κατά την έννοια του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, οι οποίες διατάξεις εμπίπτουν στον τομέα στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 1 σημείο Α της απόφασης 1999/437/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της απόφασης 2011/350/ΕΕ του Συμβουλίου (34). |
|
(65) |
Όσον αφορά την Κύπρο, ο παρών κανονισμός συνιστά πράξη που βασίζεται στο κεκτημένο του Σένγκεν ή συνδέεται άλλως με αυτό κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 της πράξης προσχώρησης του 2003. |
|
(66) |
Όσον αφορά την Κύπρο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 866/2004 του Συμβουλίου (35) προβλέπει συγκεκριμένους κανόνες που εφαρμόζονται στη γραμμή μεταξύ των περιοχών της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίες τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και των περιοχών οι οποίες βρίσκονται εκτός του αποτελεσματικού ελέγχου της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, μολονότι η γραμμή δεν αποτελεί εξωτερικό σύνορο, πρέπει να διενεργούνται έλεγχοι σε όλα τα πρόσωπα που διασχίζουν τη γραμμή μέσω νόμιμου ή παράνομου σημείου διέλευσης, με σκοπό την πάταξη της παράνομης μετανάστευσης υπηκόων τρίτων χωρών και τον εντοπισμό και την πρόληψη κάθε κινδύνου για την ασφάλεια. Συνάγεται εξ αυτού ότι ο έλεγχος διαλογής στα εξωτερικά σύνορα μπορεί επίσης να εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών που συλλαμβάνονται λόγω παράνομης διέλευσης της εν λόγω γραμμής και σε εκείνους που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στα νόμιμα σημεία διέλευσης. |
|
(67) |
Η Δανία, η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Ελβετία και το Λιχτενστάιν δεν δεσμεύονται από την οδηγία (ΕΕ) 2024/1346. Στα κράτη αυτά, οι απαιτήσεις για την υποδοχή αιτούντων διεθνή προστασία ρυθμίζονται από τις σχετικές εθνικές νομοθεσίες που βασίζονται στην Σύμβαση της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967. Όσον αφορά τα εν λόγω κράτη, οι παραπομπές του παρόντος κανονισμού στην εν λόγω οδηγία θα πρέπει να νοούνται ως παραπομπές σε αντίστοιχες διατάξεις του εθνικού δικαίου, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει:
|
α) |
τον έλεγχο διαλογής στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών των υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι, χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, έχουν διέλθει τα εξωτερικά σύνορα παράνομα, έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας κατά τη διάρκεια συνοριακών ελέγχων, ή έχουν αποβιβαστεί κατόπιν επιχείρησης έρευνας και διάσωσης, προτού παραπεμφθούν στην κατάλληλη διαδικασία, και |
|
β) |
τον έλεγχο διαλογής των υπηκόων τρίτων χωρών που παραμένουν παράνομα στην επικράτεια των κρατών μελών, όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών έχουν υποβληθεί σε ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, προτού παραπεμφθούν στην κατάλληλη διαδικασία. |
Στόχος του ελέγχου διαλογής είναι η ενίσχυση του ελέγχου υπηκόων τρίτων χωρών που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα, η εξακρίβωση της ταυτότητας όλων των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής και ο έλεγχος, με τη χρήση των σχετικών βάσεων δεδομένων, του αν τα πρόσωπα που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής ενδέχεται να συνιστούν απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Ο έλεγχος διαλογής περιλαμβάνει επίσης προκαταρκτικούς υγειονομικούς ελέγχους και ελέγχους ευαλωτότητας για τον προσδιορισμό των προσώπων που χρήζουν υγειονομικής περίθαλψης και των προσώπων που ενδέχεται να συνιστούν απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς και για τον προσδιορισμό των ευάλωτων προσώπων. Οι εν λόγω έλεγχοι διευκολύνουν την παραπομπή των εν λόγω προσώπων στην κατάλληλη διαδικασία.
Ο παρών κανονισμός προβλέπει επίσης ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης σε κάθε κράτος μέλος για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»), κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
«απειλή κατά της δημόσιας υγείας»: η «απειλή κατά της δημόσιας υγείας», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399· |
|
2) |
«επαλήθευση»: η «επαλήθευση» όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817· |
|
3) |
«εξακρίβωση ταυτότητας»: η «εξακρίβωση ταυτότητας» όπως ορίζεται στο άρθρο 4 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817· |
|
4) |
«υπήκοος τρίτης χώρας»: «υπήκοος τρίτης χώρας» όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399· |
|
5) |
«ανιθαγενής»: πρόσωπο που κανένα κράτος δεν θεωρεί υπήκοό του βάσει της νομοθεσίας του· |
|
6) |
«δεδομένα Ευρωπόλ»: τα «δεδομένα Ευρωπόλ», όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817· |
|
7) |
«εκπρόσωπος»: φυσικό πρόσωπο ή οργάνωση, συμπεριλαμβανομένης δημόσιας αρχής, που ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς, προκειμένου να εκπροσωπεί, να επικουρεί ασυνόδευτο ανήλικο και να ενεργεί εξ ονόματός του, κατά περίπτωση· |
|
8) |
«βιομετρικά δεδομένα»: τα «βιομετρικά δεδομένα», όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817· |
|
9) |
«ανήλικος»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής κάτω των 18 ετών· |
|
10) |
«αρχές ελέγχου διαλογής»: όλες οι αρμόδιες αρχές που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο για την εκτέλεση ενός ή περισσότερων από τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός από τους ιατρικούς ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1· |
|
11) |
«ασυνόδευτος ανήλικος»: ανήλικος που φθάνει στην επικράτεια του κράτους μέλους χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για αυτόν, βάσει νόμου ή της πρακτικής του οικείου κράτους μέλους, και εφόσον κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του εν λόγω ανηλίκου, συμπεριλαμβανομένου του ανηλίκου που αφήνεται ασυνόδευτος μετά την είσοδό του στην επικράτεια κράτους μέλους· |
|
12) |
«κράτηση»: ο περιορισμός προσώπου από κράτος μέλος σε συγκεκριμένο τόπο, όταν το εν λόγω πρόσωπο στερείται την ελευθερία κυκλοφορίας· |
|
13) |
«βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ»: οι «βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ», όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 σημείο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817 για τη διαλειτουργικότητα· |
|
14) |
«επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης»: οι «επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης» όπως αναφέρονται στη Διεθνή Σύμβαση για τη Ναυτική Έρευνα και Διάσωση του 1979, η οποία θεσπίστηκε στις 27 Απριλίου 1979 στο Αμβούργο της Γερμανίας. |
Άρθρο 3
Θεμελιώδη δικαιώματα
Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη συμμορφώνονται πλήρως προς τη συναφή ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, το συναφές διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την πρόσβαση σε διεθνή προστασία, ιδίως την αρχή της μη επαναπροώθησης, και τα θεμελιώδη δικαιώματα.
Άρθρο 4
Σχέση με άλλες νομικές πράξεις
1. Για τους υπηκόους τρίτων χωρών που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής και έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας:
|
α) |
η καταχώριση της αίτησης διεθνούς προστασίας που έγινε σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1348 καθορίζεται από το άρθρο 27 του εν λόγω κανονισμού· και |
|
β) |
η εφαρμογή των κοινών απαιτήσεων για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 καθορίζεται από το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας. |
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 7 του παρόντος κανονισμού, η οδηγία 2008/115/ΕΚ ή οι εθνικές διατάξεις που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ εφαρμόζονται μόνον μετά το τέλος του ελέγχου διαλογής, εκτός από την περίπτωση του ελέγχου διαλογής που αναφέρεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού, στην οποία η εν λόγω οδηγία ή οι εθνικές διατάξεις που ερείδονται στην εν λόγω οδηγία εφαρμόζονται παράλληλα με τον έλεγχο διαλογής που αναφέρεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 5
Έλεγχος διαλογής στα εξωτερικά σύνορα
1. Ο έλεγχος διαλογής που προβλέπεται βάσει του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών, ανεξαρτήτως του αν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 και:
|
α) |
συλλαμβάνονται λόγω παράνομης διέλευσης των εξωτερικών συνόρων κράτους μέλους διά ξηράς, θαλάσσης ή αέρος, εκτός από τους υπηκόους τρίτων χωρών για τους οποίους το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν υποχρεούται να λάβει βιομετρικά δεδομένα, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφοι 1 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358 για λόγους άλλους από την ηλικία τους, ή |
|
β) |
αποβιβάζονται στην επικράτεια κράτους μέλους κατόπιν επιχείρησης έρευνας και διάσωσης. |
2. Ο έλεγχος διαλογής που προβλέπεται βάσει του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας στα σημεία διέλευσης των εξωτερικών συνόρων ή στις ζώνες διέλευσης και οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399.
3. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους έχει επιτραπεί η είσοδος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399 δεν υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής. Ωστόσο, οι υπήκοοι τρίτων χωρών στους οποίους επιτρέπεται η είσοδος σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού και οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση διεθνούς προστασίας υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής.
Όταν καθίσταται προφανές κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής ότι ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου που ορίζονται στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, ο έλεγχος διαλογής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τερματίζεται.
O έλεγχος διαλογής δύναται να διακοπεί όταν οι σχετικοί υπήκοοι τρίτων χωρών εγκαταλείπουν την επικράτεια των κρατών μελών, με προορισμό τη χώρα καταγωγής τους ή τη χώρα κατοικίας ή άλλη τρίτη χώρα στην οποία οι σχετικοί υπήκοοι τρίτων χωρών αποφασίζουν εκούσια να επιστρέψουν και όπου η επιστροφή των εν λόγω υπηκόων τρίτων χωρών γίνεται αποδεκτή.
Άρθρο 6
Άδεια εισόδου στην επικράτεια κράτους μέλους
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής δεν επιτρέπεται η είσοδος στην επικράτεια κράτους μέλους στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις για να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 παραμένουν στη διάθεση των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής στις τοποθεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 8, καθ’ όλη τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, για την πρόληψη κάθε κινδύνου διαφυγής, πιθανών απειλών για την εσωτερική ασφάλεια που πηγάζουν από τέτοια διαφυγή ή πιθανών απειλών για τη δημόσια υγεία που πηγάζουν από τέτοια διαφυγή.
Άρθρο 7
Έλεγχος διαλογής στο εσωτερικό της επικράτειας
1. Τα κράτη μέλη διενεργούν τον έλεγχο διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα στην επικράτειά τους μόνο στην περίπτωση που οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών διήλθαν τα εξωτερικά σύνορα για να εισέλθουν στην επικράτεια των κρατών μελών παρανόμως και δεν έχουν ήδη υποβληθεί σε έλεγχο διαλογής σε κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν στο εθνικό τους δίκαιο διατάξεις για να διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω υπήκοοι τρίτων χωρών παραμένουν στη διάθεση των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής καθ’ όλη τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, προς αποτροπή κάθε κινδύνου διαφυγής και πιθανών απειλών για την εσωτερική ασφάλεια που πηγάζουν από τέτοια διαφυγή.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να μη διενεργούν τον έλεγχο διαλογής σύμφωνα με την παράγραφο 1 εάν υπήκοος τρίτης χώρας που διαμένει παράνομα στην επικράτειά τους επιστραφεί, αμέσως μετά τη σύλληψη, σε άλλο κράτος μέλος δυνάμει διμερών συμφωνιών ή ρυθμίσεων ή δυνάμει διμερούς πλαισίου συνεργασίας. Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος διαλογής διενεργείται από το κράτος μέλος στο οποίο έχει επιστραφεί ο συγκεκριμένος υπήκοος τρίτης χώρας.
3. Το άρθρο 5 παράγραφος 3 δεύτερο και τρίτο εδάφιο εφαρμόζονται στον έλεγχο διαλογής σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 8
Απαιτήσεις σχετικά με τον έλεγχο διαλογής
1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5, ο έλεγχος διαλογής διενεργείται σε οποιαδήποτε ενδεδειγμένη και κατάλληλη τοποθεσία που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος, γενικώς στα εξωτερικά σύνορα ή πλησίον αυτών, ή, εναλλακτικά, σε άλλες τοποθεσίες εντός της επικράτειάς του.
2. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7, ο έλεγχος διαλογής διενεργείται σε οποιαδήποτε ενδεδειγμένη και κατάλληλη τοποθεσία, η οποία ορίζεται από κάθε κράτος μέλος, εντός της επικράτειας κράτους μέλους.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού, ο έλεγχος διαλογής διενεργείται χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση ολοκληρώνεται εντός επτά ημερών από τη σύλληψη στην περιοχή των εξωτερικών συνόρων, την αποβίβαση στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους ή την προσέλευση στο συνοριακό σημείο διέλευσης. Όσον αφορά τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 23 παράγραφοι 1 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358, σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά εξακολουθούν να είναι παρόντα στα εξωτερικά σύνορα για περισσότερες από 72 ώρες, ο έλεγχος διαλογής αυτών διενεργείται μετά την παρέλευση αυτού του χρονικού διαστήματος, η δε περίοδος για τη διενέργειά του μειώνεται στις τέσσερις ημέρες.
4. Ο έλεγχος διαλογής που αναφέρεται στο άρθρο 7 διενεργείται χωρίς καθυστέρηση και ολοκληρώνεται εντός τριών ημερών από τη σύλληψη του υπηκόου τρίτης χώρας.
5. Ο έλεγχος διαλογής περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α) |
προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο σύμφωνα με το άρθρο 12· |
|
β) |
προκαταρκτικό έλεγχο ευαλωτότητας σύμφωνα με το άρθρο 12· |
|
γ) |
εξακρίβωση ή επαλήθευση ταυτότητας σύμφωνα με το άρθρο 14· |
|
δ) |
την καταχώριση βιομετρικών δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 15, 22 και 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358, εφόσον αυτό δεν έχει ήδη γίνει· |
|
ε) |
έλεγχο ασφαλείας σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16· |
|
στ) |
συμπλήρωση του εντύπου ελέγχου διαλογής σύμφωνα με το άρθρο 17· |
|
ζ) |
παραπομπή στην κατάλληλη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 18. |
6. Οι οργανώσεις και τα πρόσωπα που παρέχουν συμβουλές και καθοδήγηση έχουν πραγματική πρόσβαση στους υπηκόους τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν όρια στην εν λόγω πρόσβαση δυνάμει του εθνικού δικαίου, όταν αυτά τα όρια είναι αντικειμενικά απαραίτητα για την ασφάλεια, τη δημόσια τάξη ή τη διοικητική διαχείριση συνοριακού σημείου διέλευσης ή εγκατάστασης στην οποία διενεργείται ο έλεγχος διαλογής, υπό τον όρο ότι η εν λόγω πρόσβαση δεν περιορίζεται υπερβολικά ούτε καθίσταται αδύνατη.
7. Οι σχετικοί κανόνες για την κράτηση που ορίζονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής όσον αφορά υπηκόους τρίτων χωρών που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας.
8. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι σε όλα τα πρόσωπα που υποβάλλονται σε έλεγχο διαλογής παρέχεται βιοτικό επίπεδο το οποίο διασφαλίζει τη συντήρησή τους, προστατεύει τη σωματική και ψυχική υγεία τους και σέβεται τα δικαιώματά τους βάσει του Χάρτη.
9. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές ελέγχου διαλογής και διασφαλίζουν ότι το προσωπικό των εν λόγω αρχών που θα διενεργήσει τον έλεγχο διαλογής διαθέτει τις κατάλληλες γνώσεις και έχει λάβει την αναγκαία κατάρτιση σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο προκαταρκτικός ιατρικός έλεγχος που προβλέπεται στο άρθρο 12 διενεργείται από ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό και ότι ο προκαταρκτικός έλεγχος ευαλωτότητας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο διενεργείται από ειδικευμένο προσωπικό των αρχών ελέγχου διαλογής που είναι καταρτισμένο γι’ αυτόν τον σκοπό. Όπου αρμόζει, στους εν λόγω ελέγχους εμπλέκονται επίσης οι εθνικές αρχές προστασίας του παιδιού και οι εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τον εντοπισμό και την εξακρίβωση της ταυτότητας θυμάτων εμπορίας ανθρώπων ή ισοδύναμοι μηχανισμοί.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι μόνον δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό των αρχών ελέγχου διαλογής που είναι υπεύθυνες για την εξακρίβωση ή την επαλήθευση της ταυτότητας και τον έλεγχο ασφαλείας έχει πρόσβαση στα δεδομένα, τα συστήματα και τις βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15.
Τα κράτη μέλη διαθέτουν κατάλληλο προσωπικό και επαρκείς πόρους για την αποτελεσματική διενέργεια του ελέγχου διαλογής.
Οι αρχές ελέγχου διαλογής δύνανται να επικουρούνται ή να υποστηρίζονται κατά τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής από εμπειρογνώμονες ή αξιωματικούς συνδέσμους και ομάδες που έχουν τοποθετηθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής και τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο εντός των ορίων των εντολών τους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω εμπειρογνώμονες ή αξιωματικοί σύνδεσμοι και ομάδες έχουν λάβει τη σχετική κατάρτιση όπως αναφέρεται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο.
Άρθρο 9
Υποχρεώσεις υπηκόων τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής
1. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υπόκεινται στον έλεγχο διαλογής παραμένουν στη διάθεση των αρχών ελέγχου διαλογής.
2. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών:
|
α) |
δηλώνουν το ονοματεπώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, το φύλο και την ιθαγένειά τους και παρέχουν, εφόσον είναι διαθέσιμα, έγγραφα και πληροφορίες που μπορούν να αποδείξουν τα εν λόγω δεδομένα· |
|
β) |
παρέχουν βιομετρικά δεδομένα όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1358. |
Άρθρο 10
Παρακολούθηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σχετικές διατάξεις για τη διερεύνηση ισχυρισμών περί μη σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε σχέση με τον έλεγχο διαλογής.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, κατά περίπτωση, την παραπομπή για την κίνηση διαδικασιών αστικής ή ποινικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις μη σεβασμού ή μη επιβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
2. Κάθε κράτος μέλος προβλέπει ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο, ο οποίος:
|
α) |
παρακολουθεί τη συμμόρφωση με το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη, ιδίως σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, την αρχή της μη επαναπροώθησης, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού και τους σχετικούς κανόνες για την κράτηση, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου για την κράτηση, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής· και |
|
β) |
διασφαλίζει ότι τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί περί μη σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις συναφείς δραστηριότητες σε σχέση με τον έλεγχο διαλογής, αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οδηγούν, όπου είναι αναγκαίο, σε έρευνες για τους εν λόγω ισχυρισμούς, και παρακολουθεί την πρόοδο των ερευνών αυτών. |
Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης καλύπτει όλες τις δραστηριότητες που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης έχει την εξουσία να εκδίδει ετήσιες συστάσεις προς τα κράτη μέλη.
Τα κράτη μέλη θεσπίζουν επαρκείς εγγυήσεις για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης. Οι εθνικοί διαμεσολαβητές και οι εθνικοί οργανισμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών μηχανισμών πρόληψης, που έχουν συσταθεί δυνάμει του προαιρετικού πρωτοκόλλου στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1984 κατά των βασανιστηρίων ή άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, συμμετέχουν στη λειτουργία του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης, μπορούν δε να ανατεθούν σε αυτούς όλα ή μέρος των καθηκόντων του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης. Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης μπορεί επίσης να περιλαμβάνει σχετικές διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις και δημόσιους φορείς που είναι ανεξάρτητοι από τις αρχές που διενεργούν τον έλεγχο διαλογής. Στο μέτρο που ένας ή περισσότεροι από τους εν λόγω φορείς ή οργανισμούς δεν συμμετέχουν άμεσα στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης, ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης δημιουργεί και διατηρεί στενούς δεσμούς μαζί τους. Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης δημιουργεί και διατηρεί στενούς δεσμούς με τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων.
Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης εκτελεί τα καθήκοντά του βάσει επιτόπιων ελέγχων και τυχαίων και αιφνιδιαστικών ελέγχων.
Τα κράτη μέλη παρέχουν στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης πρόσβαση σε όλες τις σχετικές τοποθεσίες, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων υποδοχής και κράτησης, στα άτομα και τα έγγραφα, στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή είναι αναγκαία ώστε να μπορεί ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Η πρόσβαση σε σχετικές τοποθεσίες ή διαβαθμισμένες πληροφορίες χορηγείται μόνο σε πρόσωπα που ενεργούν εξ ονόματος του ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης και έχουν λάβει κατάλληλη διαπίστευση ασφαλείας από αρμόδια αρχή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εκδίδει γενικές κατευθυντήριες γραμμές για τα κράτη μέλη σχετικά με τη σύσταση μηχανισμού παρακολούθησης και την ανεξάρτητη λειτουργία του. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δύνανται να ζητήσουν τη στήριξη του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων για την ανάπτυξη του οικείου ανεξάρτητου μηχανισμού παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των διασφαλίσεων για την ανεξαρτησία των εν λόγω μηχανισμών, καθώς και της μεθοδολογίας παρακολούθησης και των κατάλληλων προγραμμάτων κατάρτισης.
Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα των ανεξάρτητων μηχανισμών παρακολούθησης κατά την αξιολόγηση της αποτελεσματικής εφαρμογής και υλοποίησης του Χάρτη σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 και το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΕ) 2021/1060 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (36).
3. Ο ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δεν θίγει τον μηχανισμό παρακολούθησης για τον σκοπό της παρακολούθησης της επιχειρησιακής και τεχνικής εφαρμογής του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, όπως ορίζεται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/2303, ούτε τον ρόλο των παρατηρητών θεμελιωδών δικαιωμάτων όσον αφορά την παρακολούθηση του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε όλες τις δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, όπως ορίζεται στο άρθρο 80 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1896.
4. Τα κράτη μέλη παρέχουν κατάλληλους οικονομικούς πόρους στον ανεξάρτητο μηχανισμό παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
Άρθρο 11
Παροχή πληροφοριών
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής ενημερώνονται σχετικά με:
|
α) |
τον σκοπό, τη διάρκεια και τα στοιχεία του ελέγχου διαλογής, καθώς και τον τρόπο διενέργειάς του και τα πιθανά αποτελέσματά του· |
|
β) |
το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας και τους εφαρμοστέους κανόνες σχετικά με την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, κατά περίπτωση υπό τις περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και, για όσους υπηκόους τρίτων χωρών έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, τις υποχρεώσεις και τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης που προβλέπονται στα άρθρα 17 και 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351· |
|
γ) |
τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των υπηκόων τρίτων χωρών κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεών τους που αναφέρονται στο άρθρο 9, και τη δυνατότητα να επιδιώξουν ή να δεχθούν επικοινωνία με τις οργανώσεις και τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 6· |
|
δ) |
τα δικαιώματα που παρέχονται στα υποκείμενα των δεδομένων από την εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων, και ιδίως τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679. |
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης, κατά περίπτωση, ότι οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής ενημερώνονται σχετικά με:
|
α) |
τους εφαρμοστέους κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου των υπηκόων τρίτων χωρών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399, καθώς και σχετικά με άλλες προϋποθέσεις εισόδου, παραμονής και διαμονής στο σχετικό κράτος μέλος, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ήδη παρασχεθεί· |
|
β) |
την υποχρέωση επιστροφής σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ και τις δυνατότητες εγγραφής σε πρόγραμμα παροχής υλικοτεχνικής, χρηματοοικονομικής και άλλης υλικής βοήθειας ή βοήθειας σε είδος για τον σκοπό της υποστήριξης της οικειοθελούς αναχώρησης· |
|
γ) |
τους όρους μετεγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 ή άλλον υφιστάμενο μηχανισμό αλληλεγγύης· |
3. Οι πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής δίνονται σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο υπήκοος τρίτης χώρας. Οι πληροφορίες παρέχονται γραπτώς, εγγράφως ή σε ηλεκτρονική μορφή, και, όταν είναι αναγκαίο, προφορικά με τη χρήση υπηρεσιών διερμηνείας. Στην περίπτωση ανηλίκων, οι πληροφορίες παρέχονται με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και κατάλληλο για την ηλικία τους και με τη συμμετοχή του εκπροσώπου ή του προσώπου που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3. Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν στις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη διαθεσιμότητα υπηρεσιών πολιτισμικής διαμεσολάβησης, ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση στη διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας.
4. Τα κράτη μέλη δύνανται να εξουσιοδοτούν σχετικούς και αρμόδιους εθνικούς, διεθνείς και μη κυβερνητικούς οργανισμούς και φορείς να παρέχουν στους υπηκόους τρίτων χωρών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Άρθρο 12
Προκαταρκτικοί ιατρικοί έλεγχοι και περιπτώσεις ευπάθειας
1. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 7 υπόκεινται σε προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο που διενεργείται από ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό με σκοπό τον προσδιορισμό τυχόν αναγκών υγειονομικής περίθαλψης ή απομόνωσης για λόγους δημόσιας υγείας. Το ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό μπορεί να αποφασίσει, με βάση την ιατρική κατάσταση που αφορά τη γενική εικόνα ενός υπηκόου τρίτης χώρας, ότι δεν απαιτείται περαιτέρω ιατρικός έλεγχος κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 7 έχουν πρόσβαση σε επείγουσα υγειονομική περίθαλψη και σε απαραίτητη θεραπευτική αγωγή.
2. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών που ορίζονται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348, για τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν υποβάλει αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ο ιατρικός έλεγχος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να αποτελεί μέρος της ιατρικής εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 24 του εν λόγω κανονισμού.
3. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής που αναφέρεται στα άρθρα 5 και 7 υπόκεινται σε προκαταρκτικό έλεγχο ευαλωτότητας από ειδικευμένο προσωπικό των αρχών ελέγχου διαλογής καταρτισμένο για τον σκοπό αυτόν, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον ένας υπήκοος τρίτης χώρας ενδέχεται να είναι ανιθαγενής ή ευάλωτος ή θύμα βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, ή να έχει ειδικές ανάγκες κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, του άρθρου 25 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 και του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348. Για τον σκοπό του εν λόγω ελέγχου ευαλωτότητας, οι αρχές ελέγχου διαλογής μπορούν να επικουρούνται από μη κυβερνητικές οργανώσεις και, κατά περίπτωση, από ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό.
4. Όταν υπάρχουν ενδείξεις ευπάθειας ή ειδικών αναγκών υποδοχής ή ειδικών διαδικαστικών αναγκών, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας λαμβάνει έγκαιρη και επαρκή υποστήριξη σε κατάλληλες εγκαταστάσεις λόγω της σωματικής και ψυχικής του υγείας. Στην περίπτωση ανηλίκων, παρέχεται υποστήριξη με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και κατάλληλο για την ηλικία τους από προσωπικό καταρτισμένο και ειδικευμένο στον χειρισμό ανηλίκων, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές προστασίας του παιδιού.
5. Με την επιφύλαξη της αξιολόγησης των ειδικών αναγκών υποδοχής που απαιτείται βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, της αξιολόγησης των ειδικών διαδικαστικών αναγκών που απαιτείται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1348 και του ελέγχου ευαλωτότητας που απαιτείται βάσει της οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ο προκαταρκτικός έλεγχος ευαλωτότητας που αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου μπορεί να εντάσσεται στην αξιολόγηση ευαλωτότητας και τις εκτιμήσεις των ειδικών διαδικαστικών αναγκών που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό και στις εν λόγω οδηγίες.
Άρθρο 13
Εγγυήσεις για ανηλίκους
1. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πάντοτε πρωταρχικό μέλημα σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 2 του Χάρτη.
2. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, ο ανήλικος συνοδεύεται από ενήλικο μέλος της οικογένειας, εφόσον παρίσταται.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα, το συντομότερο δυνατόν, για να διασφαλίσουν ότι ο ασυνόδευτος ανήλικος συνοδεύεται και επικουρείται από εκπρόσωπο ή, όταν δεν έχει οριστεί εκπρόσωπος, πρόσωπο εκπαιδευμένο για τη διαφύλαξη του βέλτιστου συμφέροντος και της συνολικής ευημερίας του ανηλίκου, κατά τη διάρκεια του ελέγχου διαλογής, με τρόπο φιλικό προς τα παιδιά και κατάλληλο για την ηλικία τους και σε γλώσσα που κατανοεί. Το εν λόγω πρόσωπο είναι το πρόσωπο που έχει οριστεί να ενεργεί προσωρινά ως εκπρόσωπος βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346, όταν το εν λόγω πρόσωπο έχει καθοριστεί βάσει της εν λόγω οδηγίας.
Ο εκπρόσωπος έχει τις δεξιότητες και την εμπειρογνωσία που απαιτούνται, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τη μεταχείριση και τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων. Ο εκπρόσωπος ενεργεί κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται το βέλτιστο συμφέρον και η συνολική ευημερία του ανηλίκου και ώστε ο ασυνόδευτος ανήλικος να μπορεί να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.
4. Το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνοδεύει και να επικουρεί ασυνόδευτο ανήλικο σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν είναι πρόσωπο υπεύθυνο για οποιοδήποτε στοιχείο του ελέγχου διαλογής, ενεργεί ανεξάρτητα και δεν λαμβάνει εντολές ούτε από πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τον έλεγχο διαλογής ούτε από τις αρχές ελέγχου διαλογής. Τα πρόσωπα αυτά ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με την αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και διαθέτουν την κατάλληλη εμπειρογνωσία και κατάρτιση για τον σκοπό αυτόν. Για να εξασφαλιστεί η ευημερία και η κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, το εν λόγω πρόσωπο αλλάζει μόνον όταν κρίνεται αναγκαίο.
5. Τα κράτη μέλη αναθέτουν σε εκπρόσωπο ή σε πρόσωπο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 αναλογικό και περιορισμένο αριθμό ασυνόδευτων ανηλίκων, ο οποίος, υπό κανονικές συνθήκες, δεν υπερβαίνει τους τριάντα ασυνόδευτους ανηλίκους κατά τον ίδιο χρόνο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο εν λόγω εκπρόσωπος ή το εν λόγω πρόσωπο είναι σε θέση να εκτελεί αποτελεσματικά τα καθήκοντά του.
6. Ο μη διορισμός εκπροσώπου ή ο μη καθορισμός προσώπου που ενεργεί προσωρινά ως εκπρόσωπος δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1346 δεν εμποδίζει τον ασυνόδευτο ανήλικο να ασκήσει το δικαίωμα υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας.
Άρθρο 14
Εξακρίβωση ή επαλήθευση της ταυτότητας
1. Στον βαθμό που δεν έχει ήδη συμβεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, η ταυτότητα των υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής σύμφωνα με το άρθρο 5 ή το άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού επαληθεύεται ή διαπιστώνεται με τη χρήση, κατά περίπτωση, των ακόλουθων:
|
α) |
έγγραφα ταυτότητας, ταξιδιωτικά έγγραφα ή άλλα έγγραφα· |
|
β) |
δεδομένα ή πληροφορίες που παρέχονται ή λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας· και |
|
γ) |
βιομετρικά δεδομένα. |
2. Για τον σκοπό της εξακρίβωσης και της επαλήθευσης της ταυτότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρχές ελέγχου διαλογής πραγματοποιούν, χρησιμοποιώντας τα δεδομένα ή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, αναζήτηση στο κοινό αποθετήριο δεδομένων ταυτότητας που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/817 και (ΕΕ) 2019/818 (CIR) δυνάμει του άρθρου 20α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817 και δυνάμει του άρθρου 20α του κανονισμού (ΕΕ) 2019/818, στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν που θεσπίστηκε με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2018/1860, (ΕΕ) 2018/1861 και (ΕΕ) 2018/1862 (SIS) και, κατά περίπτωση, αναζήτηση στις ισχύουσες εθνικές βάσεις δεδομένων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Τα βιομετρικά δεδομένα υπηκόου τρίτης χώρας που υποβάλλεται στον έλεγχο διαλογής λαμβάνονται άπαξ για τον σκοπό τόσο της εξακρίβωσης ή της επαλήθευσης της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου όσο και της καταχώρισης του εν λόγω προσώπου στο Eurodac, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο β) και τα άρθρα 22, 23 και 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1358, κατά περίπτωση.
3. Η αναζήτηση στο CIR που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου δρομολογείται μέσω της ESP σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817 και το κεφάλαιο ΙΙ του κανονισμού (ΕΕ) 2019/818. Στις περιπτώσεις που είναι τεχνικά αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η ESP για την πραγματοποίηση αναζήτησης σε ένα ή περισσότερα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ ή το CIR, το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και οι αρχές ελέγχου διαλογής έχουν πρόσβαση απευθείας στα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ ή στο CIR. Η παρούσα παράγραφος δεν θίγει την πρόσβαση των αρχών ελέγχου διαλογής στο SIS, για το οποίο η χρήση της ESP παραμένει προαιρετική.
4. Όταν τα βιομετρικά δεδομένα του υπηκόου τρίτης χώρας δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή όταν η αναζήτηση με χρήση των δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 είναι ατελέσφορη ή δεν δίνει θετικό αποτέλεσμα, η αναζήτηση πραγματοποιείται με χρήση των δεδομένων ταυτότητας του υπηκόου τρίτης χώρας σε συνδυασμό με οποιαδήποτε δεδομένα εγγράφου ταυτότητας ή ταξιδιωτικού ή άλλου εγγράφου, ή με οποιαδήποτε από τα δεδομένα ή τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).
5. Οι αναζητήσεις στο SIS με βιομετρικά δεδομένα πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1861 και το άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1862.
6. Οι έλεγχοι περιλαμβάνουν επίσης, στο μέτρο του δυνατού, την επαλήθευση τουλάχιστον ενός από τα βιομετρικά αναγνωριστικά στοιχεία που είναι ενσωματωμένα σε οποιοδήποτε έγγραφο ταυτότητας, ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο.
Άρθρο 15
Έλεγχος ασφαλείας
1. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλονται στον έλεγχο διαλογής σύμφωνα με το άρθρο 5 ή το άρθρο 7 υποβάλλονται σε έλεγχο ασφαλείας για να εξακριβωθεί εάν συνιστούν ενδεχομένως απειλή για την εσωτερική ασφάλεια. Ο έλεγχος ασφαλείας μπορεί να διενεργείται τόσο στους υπηκόους τρίτων χωρών όσο και στα αντικείμενα που έχουν στην κατοχή τους. Σε περίπτωση ερευνών εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους.
2. Για τον σκοπό της διενέργειας του ελέγχου ασφαλείας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και στον βαθμό που αυτό δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399, πραγματοποιείται αναζήτηση στις σχετικές ενωσιακές βάσεις δεδομένων, ιδίως στο SIS, στο σύστημα εισόδου/εξόδου που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2226 (ΣΕΕ), στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1240 (ETIAS), συμπεριλαμβανομένου του καταλόγου επιτήρησης του ETIAS που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (EΕ) 2018/1240, στο σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις που θεσπίστηκε με την απόφαση 2004/512/ΕΚ (VIS) και στο κεντρικό σύστημα εντοπισμού των κρατών μελών που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών και ανιθαγενών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/816 (ECRIS-TCN), στα δεδομένα Ευρωπόλ που υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, και στις βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, όπως προβλέπεται στο άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτόν, μπορούν επίσης να πραγματοποιούνται αναζητήσεις σε σχετικές εθνικές βάσεις δεδομένων.
3. Όσον αφορά την αναζήτηση στο ΣΕΕ, στο ETIAS, με εξαίρεση τον κατάλογο επιτήρησης του ETIAS που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1240, και στο VIS δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα ανακτώμενα δεδομένα περιορίζονται στην ένδειξη των αρνήσεων εισόδου, της άρνησης, ακύρωσης ή ανάκλησης άδειας ταξιδιού, ή των αποφάσεων άρνησης, ακύρωσης ή ανάκλησης θεώρησης, θεώρησης μακράς διαμονής ή άδειας διαμονής, αντίστοιχα, που βασίζονται σε λόγους ασφάλειας.
Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος στο SIS, η αρχή ελέγχου διαλογής που διενεργεί την αναζήτηση έχει πρόσβαση στα δεδομένα που περιλαμβάνονται στην καταχώριση.
4. Όσον αφορά την αναζήτηση στο ECRIS-TCN, τα δεδομένα που ανακτώνται περιορίζονται σε καταδίκες οι οποίες σχετίζονται με τρομοκρατικά εγκλήματα και άλλες μορφές σοβαρών αξιόποινων πράξεων όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/816.
5. Εάν είναι απαραίτητο, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της λεπτομερούς διαδικασίας και των προδιαγραφών για την ανάκτηση δεδομένων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 19 παράγραφος 2.
Άρθρο 16
Ρυθμίσεις για την εξακρίβωση ταυτότητας και τους ελέγχους ασφαλείας
1. Οι αναζητήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 και στο άρθρο 15 παράγραφος 2 μπορούν, για αναζητήσεις που αφορούν τα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ, δεδομένα Ευρωπόλ και βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, να δρομολογηθούν με χρήση της ESP σύμφωνα με το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817 και το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2019/818.
2. Όταν, κατόπιν αναζήτησης όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2, προκύπτει θετικό αποτέλεσμα ως προς τα δεδομένα ενός από τα ενωσιακά συστήματα πληροφοριών, οι αρχές ελέγχου διαλογής έχουν πρόσβαση για να συμβουλευτούν τα δεδομένα που αντιστοιχούν στο συγκεκριμένο θετικό αποτέλεσμα στα αντίστοιχα ενωσιακά συστήματα πληροφοριών υπό τους όρους που καθορίζονται στις νομικές πράξεις που διέπουν την εν λόγω πρόσβαση.
3. Όταν, κατόπιν έρευνας στο SIS, προκύπτει θετικό αποτέλεσμα, οι αρχές ελέγχου διαλογής ακολουθούν τις διαδικασίες που προβλέπονται στους κανονισμούς (ΕΕ) 2018/1860, (ΕΕ) 2018/1861 ή (ΕΕ) 2018/1862, συμπεριλαμβανομένης της διαβούλευσης με το κράτος μέλος καταχώρισης μέσω των τμημάτων SIRENE που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1861 και στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1862.
4. Όταν τα προσωπικά δεδομένα υπηκόου τρίτης χώρας αντιστοιχούν σε πρόσωπο του οποίου τα δεδομένα έχουν καταχωριστεί στο ECRIS-TCN και έχουν επισημανθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/816, τα δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τον σκοπό του ελέγχου ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 15 του παρόντος κανονισμού και για τον σκοπό της αναζήτησης στα εθνικά ποινικά μητρώα που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 7γ του εν λόγω κανονισμού. Η αναζήτηση στα εθνικά ποινικά μητρώα γίνεται πριν από την έκδοση γνώμης δυνάμει του άρθρου 7γ του εν λόγω κανονισμού.
5. Όταν από την αναζήτηση όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 προκύπτει αντιστοιχία με δεδομένα Ευρωπόλ, αποστέλλεται στην Ευρωπόλ αυτόματη κοινοποίηση, η οποία περιέχει τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την αναζήτηση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/794, προκειμένου η Ευρωπόλ να λάβει, εάν απαιτείται, τα ενδεδειγμένα επακόλουθα μέτρα, χρησιμοποιώντας τους διαύλους επικοινωνίας που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.
6. Οι αναζητήσεις στις βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ όπως προβλέπονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 και το άρθρο 72 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/817. Όταν δεν είναι δυνατόν να διενεργηθούν οι εν λόγω αναζητήσεις κατά τρόπο ώστε να μην αποκαλυφθούν πληροφορίες στον κάτοχο του σήματος της ΙΝΤΕΡΠΟΛ, ο έλεγχος διαλογής δεν περιλαμβάνει την αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ.
7. Όταν προκύπτει θετικό αποτέλεσμα από τον κατάλογο επιτήρησης ETIAS που αναφέρεται στο άρθρο 34 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1240, εφαρμόζεται το άρθρο 35α του εν λόγω κανονισμού.
8. Εάν είναι απαραίτητο, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια του ελέγχου διαλογής, των εθνικών κεντρικών γραφείων της ΙΝΤΕΡΠΟΛ και των εθνικών μονάδων Ευρωπόλ, αντιστοίχως, με σκοπό τον προσδιορισμό της απειλής για την εσωτερική ασφάλεια. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 19 παράγραφος 2.
Άρθρο 17
Έντυπο ελέγχου διαλογής
1. Οι αρχές ελέγχου διαλογής συμπληρώνουν, αναφορικά με τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 7, έντυπο που περιλαμβάνει τα εξής:
|
α) |
ονοματεπώνυμο, ημερομηνία και τόπος γέννησης και φύλο· |
|
β) |
ένδειξη ιθαγενειών ή ανιθαγένειας, χώρες διαμονής πριν από την άφιξη και ομιλούμενες γλώσσες· |
|
γ) |
τον λόγο για τον οποίο διενεργήθηκε ο έλεγχος διαλογής· |
|
δ) |
πληροφορίες σχετικά με τον προκαταρκτικό ιατρικό έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1, μεταξύ άλλων όταν, με βάση τις περιστάσεις που αφορούν τη γενική εικόνα κάθε υπηκόου τρίτης χώρας, δεν ήταν αναγκαίος περαιτέρω ιατρικός έλεγχος· |
|
ε) |
σχετικές πληροφορίες όσον αφορά την προκαταρκτικό έλεγχο ευαλωτότητας που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3, ιδίως τυχόν εντοπισθείσες περιπτώσεις ευαλωτότητας ή ειδικές ανάγκες υποδοχής ή ειδικές διαδικαστικές ανάγκες· |
|
στ) |
πληροφορίες σχετικά με το αν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας· |
|
ζ) |
πληροφορίες που παρέχει ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας σχετικά με αν έχει μέλη οικογενείας που βρίσκονται στην επικράτεια οποιουδήποτε κράτους μέλους· |
|
η) |
εάν η αναζήτηση σε σχετικές βάσεις δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 15 οδήγησε σε θετικό ή μηδενικό αποτέλεσμα. |
|
θ) |
εάν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας έχει συμμορφωθεί με την υποχρέωση συνεργασίας του σύμφωνα με το άρθρο 9. |
2. Στο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία, εφόσον είναι διαθέσιμα:
|
α) |
ο λόγος της παράνομης άφιξης ή εισόδου· |
|
β) |
πληροφορίες σχετικά με τις διαδρομές των ταξιδιών που πραγματοποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων του σημείου αναχώρησης, των τόπων προηγούμενης διαμονής, των τρίτων χωρών διέλευσης, των τρίτων χωρών όπου ενδέχεται να ζητήθηκε ή να χορηγήθηκε διεθνής προστασία και του σκοπούμενου προορισμού εντός της Ένωσης· |
|
γ) |
το (τα) ταξιδιωτικό (-ά) έγγραφο (-α) ή έγγραφο (-α) ταυτότητας που έφεραν μαζί τους οι υπήκοοι τρίτων χωρών· |
|
δ) |
σχόλια και άλλες σχετικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σχετικών πληροφοριών σε περιπτώσεις υπόνοιας παράνομης διακίνησης ή εμπορίας ανθρώπων. |
3. Οι πληροφορίες στο έντυπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καταγράφονται κατά τρόπο ώστε να μπορούν να υποβληθούν σε διοικητικό και δικαστικό έλεγχο κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε επακόλουθης διαδικασίας ασύλου ή επιστροφής.
Διευκρινίζεται αν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) έχουν επιβεβαιωθεί από τις αρχές ελέγχου διαλογής ή δηλώνονται από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο έντυπο διατίθενται είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο στοιχείο η) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου απαλείφονται. Πριν από τη διαβίβαση του εντύπου στις αρμόδιες αρχές όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφοι 1, 2, 3 και 4, το πρόσωπο που υποβάλλεται στον έλεγχο διαλογής έχει τη δυνατότητα να υποδείξει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο έντυπο είναι εσφαλμένες. Οι αρχές ελέγχου διαλογής καταγράφουν κάθε τέτοια υπόδειξη στις συναφείς πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Άρθρο 18
Ολοκλήρωση του ελέγχου διαλογής
1. Μόλις ολοκληρωθεί ο έλεγχος διαλογής ή, το αργότερο, όταν παρέλθουν οι προθεσμίες που ορίζονται στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού και οι οποίοι δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας παραπέμπονται στις αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή των διαδικασιών που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/EΚ, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399.
Το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 17 διαβιβάζεται στις αρμόδιες αρχές στις οποίες παραπέμπεται ο υπήκοος τρίτης χώρας.
2. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που αναφέρονται στα άρθρα 5 και 7 και οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας παραπέμπονται στις αρχές που είναι αρμόδιες για την καταχώρηση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
3. Όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας πρόκειται να μετεγκατασταθεί σύμφωνα με το άρθρο 67 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351 ή με άλλο υφιστάμενο μηχανισμό αλληλεγγύης, ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας παραπέμπεται στις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών με το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού.
4. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών του άρθρου 7 του παρόντος κανονισμού που δεν έχουν υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας συνεχίζουν να υπόκεινται στις διαδικασίες επιστροφής που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/EΚ.
5. Ο έλεγχος διαλογής τερματίζεται όταν οι υπήκοοι τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού παραπέμπονται στην κατάλληλη διαδικασία διεθνούς προστασίας, σε διαδικασία που ερείδεται την οδηγία 2008/115/EΚ ή στις σχετικές αρχές άλλου κράτους μέλους όσον αφορά υπηκόους τρίτων χωρών που πρόκειται να μετεγκατασταθούν. Στην περίπτωση που δεν έχουν ολοκληρωθεί όλοι οι έλεγχοι εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στο άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού, τερματίζεται παρά ταύτα ο έλεγχος διαλογής όσον αφορά το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο παραπέμπεται στην κατάλληλη διαδικασία.
6. Όταν σύμφωνα με το εθνικό ποινικό δίκαιο, υπήκοος τρίτης χώρας που αναφέρεται στο άρθρο 5 ή το άρθρο 7 υπόκειται σε εθνικές διαδικασίες ποινικού δικαίου ή σε διαδικασία έκδοσης, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τον έλεγχο διαλογής. Εάν ο έλεγχος διαλογής έχει ήδη ξεκινήσει, το έντυπο που αναφέρεται στο άρθρο 17 του παρόντος κανονισμού αποστέλλεται, με αναφορά των περιστάσεων που τερμάτισαν τον έλεγχο διαλογής, στις αρχές που είναι αρμόδιες για τις διαδικασίες που ερείδονται στην οδηγία 2008/115/ΕΚ ή, εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, στις αρχές που είναι αρμόδιες βάσει του εθνικού δικαίου για την καταχώριση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας.
7. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποθηκεύονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού διαγράφονται σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που ορίζονται στον κανονισμό (EU) 2024/1358.
Άρθρο 19
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Αν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 20
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008
Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Πρόσβαση στο VIS για την αναζήτηση δεδομένων έχει μόνο το δεόντως εξουσιοδοτημένο προσωπικό:
Η πρόσβαση αυτή περιορίζεται κατά τον βαθμό που τα δεδομένα απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του για τους εν λόγω σκοπούς, και είναι ανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους. (*1) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817 (ΕΕ L, 2024/1356, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj).»." |
|
2) |
Παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: «2α. Οι αρχές ελέγχου διαλογής όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού 2024/1356 έχουν επίσης πρόσβαση στο VIS για την αναζήτηση των δεδομένων με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η αναζήτηση σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο πραγματοποιείται με τη χρήση των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, προκύπτει δε θετικό αποτέλεσμα από το VIS όταν έχει καταγραφεί σε αντίστοιχο φάκελο απόφαση άρνησης, ακύρωσης ή ανάκλησης θεώρησης, θεώρησης μακράς διαμονής ή άδειας διαμονής για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημεία i), v) και vi) του παρόντος κανονισμού. Όταν προκύπτει θετικό αποτέλεσμα, οι αρχές ελέγχου διαλογής έχουν πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα του φακέλου.». |
Άρθρο 21
Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2226
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2226 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 6 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
(*2) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817 (ΕΕ L, 2024/1356, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj).»." |
|
2) |
Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 24α Πρόσβαση σε δεδομένα για τον έλεγχο ασφαλείας για τους σκοπούς του ελέγχου διαλογής Οι αρχές ελέγχου διαλογής όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 έχουν πρόσβαση στο ΣΕΕ για την αναζήτηση των δεδομένων με σκοπό τη διενέργεια ελέγχου ασφαλείας σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η αναζήτηση σύμφωνα με το παρόν άρθρο πραγματοποιείται με τη χρήση των δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356, προκύπτει δε θετικό αποτέλεσμα από το ΣΕΕ όταν υπάρχει συνδεδεμένη με τον αντίστοιχο (ατομικό) φάκελο καταχώριση άρνησης εισόδου για τους λόγους που προβλέπονται στο παράρτημα V μέρος Β σημεία Β, Δ, Η, Θ και Ι του κανονισμού (ΕΕ) 2016/399. Όταν προκύπτει θετικό αποτέλεσμα, οι αρχές ελέγχου διαλογής έχουν πρόσβαση σε όλα τα σχετικά δεδομένα του φακέλου. Εάν ο ατομικός φάκελος δεν περιλαμβάνει βιομετρικά δεδομένα, οι αρχές ελέγχου διαλογής μπορούν να προχωρήσουν σε πρόσβαση στα βιομετρικά δεδομένα του ενδιαφερόμενου προσώπου και να επαληθεύσουν την αντιστοιχία στο VIS σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 767/2008.». |
|
4) |
Στο άρθρο 46 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
Άρθρο 22
Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1240
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1240 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 4 παρεμβάλλεται νέο στοιχείο:
(*4) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817 (ΕΕ L, 2024/1356, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj).»." |
|
2) |
Στο άρθρο 8 παράγραφος 2 προστίθεται νέο στοιχείο:
|
|
3) |
Το άρθρο 13 τροποποιείται ως εξής:
|
|
4) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 35α Καθήκοντα της εθνικής μονάδας ETIAS και της Ευρωπόλ όσον αφορά τον κατάλογο επιτήρησης ETIAS για τον σκοπό του ελέγχου διαλογής 1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 4β τέταρτο εδάφιο, το κεντρικό σύστημα ETIAS αποστέλλει αυτόματη κοινοποίηση είτε στην εθνική μονάδα ETIAS είτε στην Ευρωπόλ, ανάλογα με το ποια από αυτές έχει εισαγάγει τα δεδομένα στον κατάλογο επιτήρησης ETIAS. Όταν η εθνική μονάδα ETIAS ή η Ευρωπόλ, όπως αρμόζει, θεωρεί ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας που υποβάλλεται σε έλεγχο διαλογής ενδέχεται να συνιστά απειλή για την εσωτερική ασφάλεια, ενημερώνει αμέσως τις αντίστοιχες αρχές ελέγχου διαλογής και παρέχει αιτιολογημένη γνώμη στο κράτος μέλος που διενεργεί τον έλεγχο διαλογής, εντός δύο ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης, ως ακολούθως:
2. Η αυτόματη κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιέχει τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 τα οποία χρησιμοποιούνται για την αναζήτηση.». |
|
5) |
Στο άρθρο 69 παράγραφος 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
Άρθρο 23
Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/817
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/817 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 7, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Οι αρχές κρατών μελών και οι οργανισμοί της Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου χρησιμοποιούν την ESP για την αναζήτηση δεδομένων σχετικά με πρόσωπα ή τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα που περιέχονται στα κεντρικά συστήματα του ΣΕΕ, του VIS και του ETIAS, σύμφωνα με τα δικαιώματα πρόσβασης που διαθέτουν όπως αναφέρεται στις νομικές πράξεις που διέπουν τα εν λόγω συστήματα πληροφοριών της ΕΕ και στο εθνικό δίκαιο. Χρησιμοποιούν επίσης την ESP για την πραγματοποίηση αναζητήσεων στο CIR, σύμφωνα με τα δικαιώματα πρόσβασης που έχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού για τους σκοπούς που αναφέρονται στα άρθρα 20, 20α, 21 και 22.». |
|
2) |
Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3) |
Στο άρθρο 18, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Οι αρχές που έχουν πρόσβαση στο CIR ενεργούν σύμφωνα με τα δικαιώματα πρόσβασής τους δυνάμει των νομικών πράξεων που διέπουν τα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ και δυνάμει του εθνικού δικαίου και σύμφωνα με τα δικαιώματα πρόσβασής τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού για τους σκοπούς που αναφέρονται στα άρθρα 20, 20α, 21 και 22.». |
|
4) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 20α Πρόσβαση στο κοινό αποθετήριο δεδομένων ταυτότητας για σκοπούς εξακρίβωσης ή επαλήθευσης ταυτότητας σύμφωνα με τον κανονισμό (EE) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5) 1. Αναζητήσεις στο CIR πραγματοποιούνται από τις αρχές ελέγχου διαλογής όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1356 (οι “αρχές ελέγχου διαλογής”) αποκλειστικά για τον σκοπό της εξακρίβωσης ή επαλήθευσης της ταυτότητας προσώπου σύμφωνα με το άρθρο 14 του εν λόγω κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία κινήθηκε παρουσία του εν λόγω προσώπου. 2. Όταν από την αναζήτηση προκύπτει ότι είναι αποθηκευμένα στο CIR δεδομένα για το εν λόγω πρόσωπο, οι αρχές ελέγχου διαλογής έχουν πρόσβαση για να συμβουλεύονται τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, καθώς και τα δεδομένα που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/818. (*5) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1356 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση ελέγχου διαλογής υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/817 (ΕΕ L, 2024/1356, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj).»." |
|
5) |
Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:
|
Άρθρο 24
Αξιολόγηση
Έως τις 12 Ιουνίου 2028, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.
Έως τις 12 Ιουνίου 2031, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού. H Επιτροπή υποβάλλει έκθεση με τα κύρια πορίσματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την εκπόνηση της εν λόγω έκθεσης έως τις 12 Δεκεμβρίου 2030 και στη συνέχεια ανά πενταετία.
Άρθρο 25
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από τη 12η Ιουνίου 2026.
Οι διατάξεις που προβλέπονται στα άρθρα 14 έως 16 σχετικά με τις αναζητήσεις στα συστήματα πληροφοριών της ΕΕ, το CIR και την ESP αρχίζουν να εφαρμόζονται μόνο αφού τεθούν σε λειτουργία τα επιμέρους σχετικά συστήματα πληροφοριών, το CIR και η ESP.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
Βρυξέλλες, 14 Μαΐου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
H. LAHBIB
(1) ΕΕ C 155 της 30.4.2021, σ. 58.
(2) EE C 175 της 7.5.2021, σ. 32.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου 14ης Μαΐου 2024.
(4) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (EE L 77 της 23.3.2016, σ. 1).
(5) Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1351 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2021/1147 και (ΕΕ) 2021/1060 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 (ΕΕ L, 2024/1351, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1351/oj).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1358 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή βιομετρικών δεδομένων προκειμένου να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι κανονισμοί (ΕΕ) 2024/1351 και (ΕΕ) 2024/1350 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου και να ταυτοποιούνται παρανόμως διαμένοντες υπήκοοι τρίτων χωρών και ανιθαγενείς και σχετικά με αιτήσεις αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L, 2024/1358, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1358/oj).
(8) Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (ΕΕ L, 2024/1346, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1346/oj).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1348 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2024, για τη θέσπιση κοινής διαδικασίας διεθνούς προστασίας στην Ένωση και την κατάργηση της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (ΕΕ L, 2024/1348, 22.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1348/oj).
(10) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2226 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εισόδου/εξόδου (ΣΕΕ) για την καταχώριση δεδομένων εισόδου και εξόδου και δεδομένων άρνησης εισόδου των υπηκόων τρίτων χωρών που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών, τον καθορισμό των όρων πρόσβασης στο ΣΕΕ για σκοπούς επιβολής του νόμου και την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008 και (ΕΕ) αριθ. 1077/2011 (ΕΕ L 327 της 9.12.2017, σ. 20).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 2021, για τη θέσπιση, ως μέρους του Ταμείου για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Συνόρων, του Μέσου Χρηματοδοτικής Στήριξης για τη Διαχείριση των Συνόρων και την Πολιτική Θεωρήσεων (ΕΕ L 251 της 15.7.2021, σ. 48).
(12) Κανονισμός (EE) 2019/1896 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2019, για την Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1052/2013 και (ΕΕ) 2016/1624 (ΕΕ L 295 της 14.11.2019, σ. 1).
(13) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/2303 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2021, σχετικά με τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 (ΕΕ L 468 της 30.12.2021, σ. 1).
(14) Οδηγία 2011/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και για την προστασία των θυμάτων της, καθώς και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 101 της 15.4.2011, σ. 1).
(15) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 168/2007 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2007, για την ίδρυση Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 53 της 22.2.2007, σ. 1)
(16) Κανονισμός (ΕΕ) 2022/922 του Συμβουλίου, της 9ης Ιουνίου 2022, σχετικά με τη θέσπιση και τη λειτουργία μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης για την επαλήθευση της εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1053/2013 (ΕΕ L 160 της 15.6.2022, σ. 1).
(17) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(18) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/817 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για τη θέσπιση πλαισίου διαλειτουργικότητας μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ στον τομέα των συνόρων και θεωρήσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 767/2008, (ΕΕ) 2016/399, (ΕΕ) 2017/2226, (ΕΕ) 2018/1240, (ΕΕ) 2018/1726 και (ΕΕ) 2018/1861 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και των αποφάσεων 2004/512/ΕΚ και 2008/633/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 22.5.2019, σ. 27).
(19) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/818 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για τη θέσπιση πλαισίου διαλειτουργικότητας μεταξύ των συστημάτων πληροφοριών της ΕΕ στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, του ασύλου και της μετανάστευσης και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1726, (ΕΕ) 2018/1862 και (ΕΕ) 2019/816 (ΕΕ L 135 της 22.5.2019, σ. 85).
(20) Απόφαση 2004/512/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2004, για τη δημιουργία του Συστήματος Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) (ΕΕ L 213 της 15.6.2004, σ. 5).
(21) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1240 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018, για τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού (ETIAS), καθώς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1077/2011, (ΕΕ) αριθ. 515/2014, (ΕΕ) 2016/399, (ΕΕ) 2016/1624 και (ΕΕ) 2017/2226 (ΕΕ L 236 της 19.9.2018, σ. 1).
(22) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/816 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για τη θέσπιση κεντρικού συστήματος εντοπισμού των κρατών μελών που διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος υπηκόων τρίτων χωρών και ανιθαγενών (ECRIS-TCN) με σκοπό τη συμπλήρωση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών Ποινικού Μητρώου, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1726 (ΕΕ L 135 της 22.5.2019, σ. 1).
(23) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(24) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών, και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 303 της 28.11.2018, σ. 39).
(25) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1860 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν για την επιστροφή παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 312 της 7.12.2018, σ. 1).
(26) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1861 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα των συνοριακών ελέγχων, την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν και την τροποποίηση και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 (ΕΕ L 312 της 7.12.2018, σ. 14).
(27) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1862 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2018, σχετικά με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν (SIS) στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, την τροποποίηση και κατάργηση της απόφασης 2007/533/ΔΕΥ του Συμβουλίου και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της απόφασης 2010/261/ΕΕ της Επιτροπής (ΕΕ L 312 της 7.12.2018, σ. 56).
(28) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (ΕΕ L 135 της 24.5.2016, σ. 53).
(29) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 810/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τη θέσπιση κοινοτικού κώδικα θεωρήσεων (κώδικας θεωρήσεων) (ΕΕ L 243 της 15.9.2009, σ. 1).
(30) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για το Σύστημα Πληροφοριών για τις Θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας (κανονισμός VIS) (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 60).
(31) Απόφαση 2002/192/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το αίτημα της Ιρλανδίας να συμμετέχει σε ορισμένες από τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 64 της 7.3.2002, σ. 20).
(32) Απόφαση 1999/437/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας για τη σύνδεση των δύο αυτών κρατών, με την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 176 της 10.7.1999, σ. 31).
(33) Απόφαση 2008/146/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2008, για τη σύναψη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 1).
(34) Απόφαση 2011/350/ΕE του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2011, για τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του πρωτοκόλλου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τη σύνδεση της Ελβετικής Συνομοσπονδίας προς τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, όσον αφορά την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και την κυκλοφορία των προσώπων (ΕΕ L 160 της 18.6.2011, σ. 19).
(35) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 866/2004 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το καθεστώς βάσει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 10 της πράξης προσχώρησης (ΕΕ L 161 της 30.4.2004, σ. 128).
(36) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1060 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2021, για τον καθορισμό κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, το Ταμείο Συνοχής, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας, Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας, και δημοσιονομικών κανόνων για τα εν λόγω Ταμεία και για το Ταμείο Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης, το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Μέσο για τη Χρηματοδοτική Στήριξη της Διαχείρισης των Συνόρων και την Πολιτική των Θεωρήσεων (ΕΕ L 231 της 30.6.2021, σ. 159).
ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1356/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)