Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32014D0882

2014/882/ΕΕ: Απόφαση της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2013 , σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις αριθ. SA.16237 (C58/02) (πρώην N118/02) που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ της SNCM [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2013) 7066] Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

ΕΕ L 357 της 12.12.2014, pp. 1–50 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2014/882/oj

12.12.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 357/1


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2013

σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις αριθ. SA.16237 (C58/02) (πρώην N118/02) που εφάρμοσε η Γαλλία υπέρ της SNCM

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2013) 7066]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2014/882/ΕΕ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο (1),

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων (2) και έλαβε υπόψη αυτές τις παρατηρήσεις,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 18 Φεβρουαρίου 2002 η Γαλλία κοινοποίησε στην Επιτροπή σχέδιο ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση της εταιρείας Société nationale maritime Corse-Méditerranée (στη συνέχεια «η SNCM»), το οποίο συμπληρώθηκε στις 3 Ιουλίου 2002 (3). Το εν λόγω σχέδιο αναδιάρθρωσης υποβλήθηκε μετά την κοινοποίηση από τις γαλλικές αρχές, στις 20 Δεκεμβρίου 2001, χρηματικής προκαταβολής που πραγματοποίησε η Compagnie générale maritime et financière (στη συνέχεια «η CGMF») (4) στην SNCM ποσού 22,5 εκατ. ευρώ ως ενίσχυσης διάσωσης. Με απόφαση της 17ης Ιουλίου 2002 (5) (στη συνέχεια «η απόφαση του 2002»), η Επιτροπή επέτρεψε την ενίσχυση διάσωσης υπέρ της SNCM στο πλαίσιο μιας προκαταρκτικής διαδικασίας εξέτασης των ενισχύσεων που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ. Η κοινοποιηθείσα ενίσχυση αναδιάρθρωσης συνίστατο στη ανακεφαλαιοποίηση της SNCM μέσω της CGMF για ποσό 76 εκατ. EUR.

(2)

Με επιστολή της 19ης Αυγούστου 2002 η Επιτροπή κοινοποίησε στις γαλλικές αρχές την απόφασή της να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας (6) κατ’ εφαρμογή του άρθρου 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (7).

(3)

Στις 8 Οκτωβρίου 2002 (8) οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις τους επί της απόφασης της 19ης Αυγούστου 2002 (9).

(4)

Με αίτηση των γαλλικών αρχών, διοργανώθηκαν συνεδριάσεις εργασίας με τις υπηρεσίες της Επιτροπής στις 24 Οκτωβρίου 2002, στις 3 Δεκεμβρίου 2002 και στις 25 Φεβρουαρίου 2003.

(5)

Στο πλαίσιο της κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις εκ μέρους δύο επιχειρήσεων, της Corsica Ferries France (στη συνέχεια «CFF») στις 8 Ιανουαρίου 2003 (10) και της STIM d’Orbigny του ομίλου STEF-TFE (στη συνέχεια «STIM») στις 7 Ιανουαρίου 2003, καθώς και από διάφορους γαλλικούς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και περιφερειακής διοίκησης, στις 18 Δεκεμβρίου 2002 και στις 9 και 10 Ιανουαρίου 2003. Διαβίβασε τις παρατηρήσεις αυτές στη Γαλλία για να υποβάλει σχόλια, με επιστολές στις 13 και 16 Ιανουαρίου και στις 5 και 21 Φεβρουαρίου 2003.

(6)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τα σχόλιά τους επί των παρατηρήσεων της CFF και της STIM στις 13 Φεβρουαρίου 2003 (11) και στις 27 Μαΐου 2003 (12).

(7)

Στις 16 Ιανουαρίου 2003 οι υπηρεσίες της Επιτροπής απέστειλαν αίτηση συμπληρωματικών πληροφοριών στην οποία οι γαλλικές αρχές απάντησαν στις 21 Φεβρουαρίου 2003.

(8)

Με επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2003 (13) οι γαλλικές αρχές ανέπτυξαν επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι το σχέδιο ενίσχυσης ήταν σε όλα απολύτως σύμφωνο με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης των προβληματικών επιχειρήσεων (14) (στη συνέχεια «οι κατευθυντήριες γραμμές του 1999»).

(9)

Στις 25 Φεβρουαρίου 2003 (15) οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν, μετά από αίτημα της Επιτροπής, αντίγραφο του συμφώνου συμμετοχής που συνδέει την SNCM με την STIM.

(10)

Με την απόφαση 2004/166/ΕΚ (16) (στη συνέχεια «η απόφαση του 2003»), η Επιτροπή ενέκρινε, με ορισμένους όρους, τη χορήγηση ενίσχυσης αναδιάρθρωσης υπέρ της SNCM καταβλητέας σε δύο δόσεις, η μία ύψους 66 εκατ. EUR και η άλλη ανώτατου ποσού 10 εκατ. EUR που θα καθοριζόταν σε συνάρτηση με το καθαρό προϊόν εκποίησης στοιχείων ενεργητικού η οποία θα γινόταν μετά την έκδοση της απόφασης του 2003. Η καταβολή της πρώτης δόσης εγκρίθηκε με την απόφαση του 2003.

(11)

Στις 13 Οκτωβρίου του 2003 η CFF υπέβαλε προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης του 2003 στο Πρωτοδικείο των ΕΚ (στη συνέχεια «το Πρωτοδικείο») (υπόθεση T-349/03).

(12)

Με την απόφαση 2005/36/ΕΚ (17) (στη συνέχεια «η απόφαση του 2004»), η Επιτροπή αποφάσισε ότι οι τροποποιήσεις που ζήτησε η Γαλλία στις 23 Ιουνίου 2004, συγκεκριμένα η αντικατάσταση του πλοίου Aliso με το πλοίο Asco στον στόλο των πλοίων που επιτρεπόταν να χρησιμοποιήσει η SNCM μετά την απόφαση του 2003 και η πώληση του πλοίου Aliso αντί του πλοίου Asco, δεν έθεταν υπό αμφισβήτηση τη συμβατότητα με την κοινή αγορά της επιτραπείσας με την απόφαση του 2003 ενίσχυσης αναδιάρθρωσης.

(13)

Με απόφαση της 16ης Μαρτίου 2005 (στη συνέχεια «απόφαση του 2005») (18) η Επιτροπή ενέκρινε την καταβολή δεύτερης δόσης της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, ποσού 3,3 εκατ. EUR, και έτσι το συνολικό ποσό της επιτρεπόμενης ενίσχυσης αναδιάρθρωσης ανήλθε σε 69,3 εκατ. EUR.

(14)

Στις 15 Ιουνίου 2005, στην υπόθεση Τ-349/03 (19), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του 2003 λόγω εσφαλμένης εκτίμησης του ελάχιστου χαρακτήρα της ενίσχυσης.

(15)

Στις 25 Οκτωβρίου 2005 (20) οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή στοιχεία σχετικά με τη δημοσιονομική κατάσταση της εταιρείας μετά την κοινοποίηση του σχεδίου ενίσχυσης αναδιάρθρωσης της 18ης Φεβρουαρίου 2002.

(16)

Στις 17 Νοεμβρίου 2005 (21) οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στοιχεία σχετικά με την επικαιροποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης του 2002 και την ανασύσταση των ιδίων κεφαλαίων της SNCM (22).

(17)

Στις 15 Μαρτίου 2006 οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή συνοπτική περίληψη σχετικά με την αγορά, το επιχειρηματικό σχέδιο (μέρος που αφορά τα έσοδα) και τα προβλεπόμενα αποτελέσματα χρήσης (23). Στις 28 Μαρτίου 2006 και στις 7 Απριλίου 2006 (24) διαβιβάστηκαν και άλλα έγγραφα στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Με τα τελευταία έγγραφα, οι γαλλικές αρχές καλούσαν την Επιτροπή να θεωρήσει ότι, λόγω του εικαζόμενου χαρακτήρα της ως «αποζημίωσης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας», μέρος της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης του 2002, ιδίως το ποσό των 53,48 εκατ. EUR, δεν συνιστά μέτρο που ελήφθη στο πλαίσιο ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης, αλλά μη ενίσχυση βάσει της απόφασης στην υπόθεση Altmark (25) ή αυτόνομο και ανεξάρτητο μέτρο του σχεδίου αναδιάρθρωσης βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ.

(18)

Στις 21 Απριλίου 2006 σχέδιο συγκέντρωσης με το οποίο οι επιχειρήσεις Veolia Transport (στη συνέχεια «VT») (26) και Butler Capital Partners (στη συνέχεια «BCP») απέκτησαν από κοινού τον έλεγχο της SNCM (27) κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (28). Η Επιτροπή αποφάσισε να μην αντιταχθεί στη συγκεκριμένη πράξη και την κήρυξε συμβατή προς την κοινή αγορά με απόφασή της στις 29 Μαΐου 2006 (29).

(19)

Στις 21 Ιουνίου 2006 (30) οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή την απόφαση της 26ης Μαΐου 2006 του Υπουργείου Οικονομίας, Οικονομικών και Βιομηχανίας για την έγκριση των χρηματοπιστωτικών πράξεων που είχε αποφασίσει η Société nationale des chemins de fer français (στη συνέχεια «η SNCF») και το διάταγμα αριθ. 2006-606 της 26ης Μαΐου 2006 για την ιδιωτικοποίηση της SNCM.

(20)

Στοιχεία σχετικά με τη σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας και τις ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα όσον αφορά τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στις 7 Ιουνίου 2006 (31).

(21)

Με επιστολή της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή κοινοποίησε στις γαλλικές αρχές την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας όπως προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ και στο άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 όσον αφορά τα νέα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή υπέρ της SNCM και το σχέδιο αναδιάρθρωσης που κοινοποιήθηκε το 2002 (32) (στη συνέχεια «η απόφαση του 2006»).

(22)

Στις 16 Νοεμβρίου 2006 η Γαλλία κοινοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της σε συνέχεια της απόφασης του 2006 (33).

(23)

Κατόπιν αιτήματος ορισμένων ενδιαφερόμενων μερών να παραταθεί κατά ένα μήνα η προθεσμία υποβολής των παρατηρήσεών τους (34), η Επιτροπή αποφάσισε να χορηγήσει αυτή την πρόσθετη προθεσμία σε όλους τους ενδιαφερομένους (35).

(24)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από μέρους της CFF (36) και της STIM (37) που διαβιβάστηκαν στις γαλλικές αρχές με επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2007. Ένας τρίτος ενδιαφερόμενος κοινοποίησε επίσης παρατηρήσεις, οι οποίες διαβιβάστηκαν και αυτές στις γαλλικές αρχές, αλλά τις ανακάλεσε στις 28 Μαΐου 2008.

(25)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν τις παρατηρήσεις τους για τα σχόλια των ενδιαφερόμενων τρίτων μερών στις 30 Απριλίου 2007 (38).

(26)

Στις 20 Δεκεμβρίου 2007 η CFF υπέβαλε ενώπιον της Επιτροπής καταγγελία κατά της SNCM συμπληρωματικά προς τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν στις 15 Ιουνίου 2007 και στις 30 Νοεμβρίου 2007. Η καταγγελία αυτή αφορά το άρθρο 3 της νέας σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας που υπεγράφη τον Ιούνιο του 2007 μεταξύ της περιφερειακής αρχής της Κορσικής και του ομίλου Compagnie méridionale de navigation – SNCM για την περίοδο 2007-2013. Κατά την άποψη της CFF, η εφαρμογή αυτής της ρήτρας συνεπαγόταν τη διάθεση νέων χρηματοδοτικών πόρων για την SNCM της τάξης των 10 εκατ. EUR για το έτος 2007. Επιπλέον, η καταβληθείσα στην SNCM αποζημίωση για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας ισοδυναμούσε με κρατική ενίσχυση, παράνομη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.

(27)

Η Επιτροπή ενημέρωσε τα ενδιαφερόμενα μέρη για την απόφασή της να παρατείνει την προθεσμία υποβολής των παρατηρήσεων των τρίτων μερών στις 14 Μαρτίου 2008.

(28)

Η Επιτροπή διαβίβασε στις 26 Μαρτίου 2008 τις παρατηρήσεις των ενδιαφερομένων τρίτων στη Γαλλία, η οποία κοινοποίησε τα σχόλιά της στις 28 Μαρτίου 2008, στις 10 Απριλίου 2008 και τις 28 Απριλίου 2008.

(29)

Με απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, η Επιτροπή έκρινε ότι τα νέα μέτρα του 2006 δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, και ότι τα μέτρα που κοινοποιήθηκαν το 2002 ήταν ενισχύσεις συμβατές προς την κοινή αγορά.

(30)

Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε μερικώς από το Πρωτοδικείο στις 11 Σεπτεμβρίου 2012 (39). Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα συμπεράσματα της Επιτροπής όσον αφορά τα μέτρα που εφαρμόστηκαν το 2006 περιείχαν καταφανή σφάλματα εκτίμησης. Αναφορικά με τα μέτρα αναδιάρθρωσης του 2002, έκρινε ότι η ανάλυσή τους έπρεπε να επανεξεταστεί καθώς η ακυρούμενη απόφαση θεμελιωνόταν στην παραδοχή ότι τα μέτρα του 2006 ήταν απαλλαγμένα ενισχύσεων.

(31)

Το μόνο σημείο που δεν ακυρώθηκε είναι η δήλωση συμβατότητας της εισφοράς ύψους 53,4 εκατ. EUR εν είδει αποζημίωσης έναντι των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας της SNCM κατά την περίοδο 1991-2001. Ως εξ αυτού, η παρούσα απόφαση δεν εξετάζει το συγκεκριμένο σημείο.

(32)

Η Επιτροπή οφείλει, κατόπιν τούτου, να εκδώσει νέα οριστική απόφαση. Δεν χρειάζεται να διερευνηθούν στοιχεία μεταγενέστερα της ημερομηνίας έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης. Πράγματι, ως αποτέλεσμα της ακύρωσης, η Επιτροπή υποχρεώθηκε, αφενός, να εξετάσει αν ορισμένα από τα εν λόγω μέτρα προσιδιάζουν στη συμπεριφορά ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς και, αφετέρου, εφόσον τα εξεταζόμενα μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, εάν πληρούνται οι όροι συμβατότητας που ορίζονται από τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές. Για κάθε μία από τις δύο αυτές έρευνες, σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου (40), η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη μόνο τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της κατά την ημερομηνία έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης, στην προκειμένη περίπτωση στις 8 Ιουλίου 2008 (41).

(33)

Στις 13 Νοεμβρίου 2012 πραγματοποιήθηκε συνάντηση, παρουσία εκπροσώπου της Επιτροπής, μεταξύ των γαλλικών αρχών και εκπροσώπων της SNCM.

(34)

Με τις επιστολές της 6ης Δεκεμβρίου 2012 και της 5ης Φεβρουαρίου 2013, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν δύο φορές αίτημα για απόφαση εκ νέου κίνησης της διαδικασίας με το εξής σκεπτικό: καθορίζοντας τα κριτήρια προσδιορισμού του συνετού επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, το Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση που άνοιγε νέους δρόμους στη νομολογία και καθιστούσε αναγκαία την εκ νέου κίνηση της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας. Με τις επιστολές της 15ης Ιανουαρίου και της 13ης Φεβρουαρίου 2013, η Επιτροπή απέρριψε τα δύο αιτήματα, υπογραμμίζοντας ότι η διαδικασία ήταν δυνατό να κινηθεί εκ νέου μόνον εφόσον διαπιστωνόταν παρανομία και υπενθυμίζοντας ότι η απόφαση του 2006 για κίνηση της διαδικασίας δεν συνδεόταν, κατά την Επιτροπή, με καμία παρανομία. Ωστόσο, ενημέρωσε επίσης τις γαλλικές αρχές ότι είχαν δικαίωμα να προσκομίσουν κάθε συμπληρωματικό στοιχείο μελέτης ή ανάλυσης και κάθε έγγραφο το οποίο μπορεί να θεωρούσαν κατάλληλο.

(35)

Οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή ενημερωτικό σημείωμα στις 16 Μαΐου 2013.

(36)

Με την επιστολή της 19ης Ιουνίου 2013, η SNCM υπέβαλε επίσης αίτημα για απόφαση εκ νέου κίνησης της επίσημης διαδικασίας έρευνας με σκεπτικό ανάλογο με εκείνο των γαλλικών αρχών. Η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό με έγγραφο της 10ης Ιουλίου 2013. Ωστόσο, ενημέρωσε επίσης την SNCM ότι είχε δικαίωμα να προσκομίσει κάθε συμπληρωματικό στοιχείο μελέτης ή ανάλυσης και κάθε έγγραφο το οποίο μπορεί να θεωρούσε κατάλληλο.

(37)

Στις 27 Αυγούστου 2013, η SNCM απέστειλε ενημερωτικό σημείωμα και νέα έκθεση με αντικείμενο τη μεταβίβαση της SNCM.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

2.1.   Ο ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

(38)

Ο δικαιούχος των καλυπτόμενων από την παρούσα απόφαση μέτρων είναι η SNCM η οποία έχει διάφορες θυγατρικές στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών και η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, αυτοκινήτων και βαρέων οχημάτων στις θαλάσσιες συνδέσεις μεταξύ της ηπειρωτικής Γαλλίας και της Κορσικής, της Ιταλίας (Σαρδηνία) και των χωρών του Μαγκρέμπ (Αλγερία και Τυνησία).

(39)

Η SNCM είναι ανώνυμη εταιρεία που δημιουργήθηκε το 1969 από τη συγχώνευση της Compagnie générale transatlantique και της Compagnie de navigation mixte, οι οποίες είχαν ιδρυθεί και οι δύο το 1 850. Την εποχή εκείνη ονομαζόταν Compagnie générale transméditerranéenne, μετονομάστηκε σε Société nationale maritime Corse-Méditerranée το 1976, αφού προηγουμένως η Société nationale des chemins de fer (SNCF) απέκτησε συμμετοχή στο κεφάλαιό της. Πράγματι, η εταιρεία είχε επιλεγεί από τη γαλλική κυβέρνηση να υλοποιήσει την αρχή της εδαφικής συνοχής με την Κορσική, δηλαδή την ευθυγράμμιση των ναύλων των θαλάσσιων μεταφορών με τις τιμές των σιδηροδρομικών μεταφορών της SNCF, με σύμβαση που υπεγράφη στις 31 Μαρτίου 1976 για διάρκεια 25 ετών. Η γαλλική κυβέρνηση είχε ήδη αναθέσει στην Compagnie générale transatlantique τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής με προγενέστερη σύμβαση της 23ης Δεκεμβρίου 1948.

(40)

Όταν κοινοποιήθηκε η ανακεφαλαιοποίηση το 2002, η SNCM είχε το 20 % και η CGMF το 80 % του μετοχικού κεφαλαίου της SNCM. Μετά την προσφορά μετοχών της SNCM στους υπαλλήλους της, στις 30 Μαΐου 2006 (βλέπε σημείο 18 της παρούσας απόφασης), η BCP και η VT κατέχουν αντίστοιχα το 38 % και το 28 % του κεφαλαίου της SNCM, ενώ η CGMF συμμετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο με 25 % (9 % του κεφαλαίου κατέχεται από τους μισθωτούς).

(41)

Το 2008, οι βασικές θυγατρικές της SNCM είναι η Compagnie méridionale de navigation (στη συνέχεια «CMN») (42), η Compagnie générale de tourisme et d’hôtellerie (CGTH) (43), οι εταιρείες Aliso Voyage (44), Sud-Cargos (45), Société aubagnaise de restauration et d’approvisionnement (SARA) (46), Ferrytour (47) και Les Comptoirs du Sud (48).

(42)

Μετά την πώληση των πλοίων υψηλής ταχύτητας Aliso τον Σεπτέμβριο του 2004 και Asco (49) τον Μάιο του 2005, ο στόλος της SNCM αποτελείται από δέκα πλοία [πέντε οχηματαγωγά (50), τέσσερα μεικτής χρήσης (μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών) (51) και ένα πλοίο μεγάλης ταχύτητας (NGV) που εκτελεί δρομολόγια κυρίως από τον λιμένα της Νίκαιας (52) ], επτά εκ των οποίων είναι της απόλυτης ιδιοκτησίας της (53).

(43)

Για να συμπληρωθεί η εικόνα, υπενθυμίζεται ότι οι υπηρεσίες τακτικών θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ των λιμένων της ηπειρωτικής Γαλλίας και της Κορσικής παρέχονται από το 1948 στο πλαίσιο δημόσιας υπηρεσίας, της οποίας η SNCM και CMN ήταν παραχωρησιούχοι από το 1976 έως το 2001 με σύμβαση-πλαίσιο που είχε αρχικά συναφθεί για εικοσιπέντε έτη. Σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες (54) και στο πλαίσιο ευρωπαϊκού διαγωνισμού (55) που οργάνωσε η Περιφέρεια της Κορσικής (56), κατακυρώθηκε από κοινού στις SNCM και CMN η Ανάθεση Δημόσιας Υπηρεσίας – ΑΔΥ (délégation de service public – DSP) για τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής από το λιμένα της Μασσαλίας έναντι οικονομικής αποζημίωσης για την περίοδο 2002-2006.

(44)

Επειδή η ΑΔΥ έληξε στα τέλη του 2006, η προαναφερθείσα δημόσια υπηρεσία θαλάσσιων μεταφορών, για την οποία διενεργήθηκε νέος διαγωνισμός σε ευρωπαϊκό επίπεδο (57), ανατέθηκε στον όμιλο SNCM-CMN από την 1η Μαΐου 2007 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013 με επιδότηση περίπου 100 εκατ. EUR ετησίως.

(45)

Παράλληλα, επιβλήθηκαν υποχρεώσεις ως προς τη συχνότητα των δρομολογίων σε όλες τις επιχειρήσεις οι οποίες εξυπηρετούν το νησί από τους λιμένες της Τουλόν και της Νίκαιας. Σε αυτές τις γραμμές, οι μόνιμοι κάτοικοι της Κορσικής καθώς και άλλες κατηγορίες επιβατών λαμβάνουν από το 2002 και μέχρι το 2013 κοινωνικά επιδόματα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή βάσει των αποφάσεων της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2002 (58) και της 24ης Απριλίου 2007 (59).

2.2.   ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

(46)

Η SNCM δραστηριοποιείται κυρίως σε δύο χωριστούς τομείς, τον τομέα της μεταφοράς επιβατών και τον τομέα της μεταφοράς εμπορευμάτων. Εξυπηρετεί τις θαλάσσιες μεταφορές με την Κορσική και τις χώρες του Μαγκρέμπ με αφετηρία τη Γαλλία, αφενός, και, δευτερευόντως, τις θαλάσσιες μεταφορές με την Ιταλία και την Ισπανία.

2.2.1.   Οι θαλάσσιες μεταφορές με την Κορσική

2.2.1.1.   Η μεταφορά επιβατών

(47)

Η συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής για τη μεταφορά επιβατών είναι αγορά με έντονα εποχικό χαρακτήρα. Πράγματι, κύριο χαρακτηριστικό της είναι οι περίοδοι αιχμής κατά τις οποίες ο αριθμός επιβατών μπορεί να είναι έως και δεκαπλάσιος από τον αριθμό επιβατών κατά τους άλλους μήνες, γεγονός που επιβάλλει στους επιχειρηματίες να διαθέτουν στόλο ικανό να καλύπτει τις περιόδους αιχμής. Το ήμισυ του κύκλου εργασιών πραγματοποιείται τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Επιπλέον, υπάρχει ανισορροπία όσον αφορά την κατεύθυνση της διαδρομής, ακόμη και σε περιόδους αιχμής: τον Ιούλιο, παραδείγματος χάρη, κατά την αναχώρηση από την ηπειρωτική χώρα τα πλοία είναι πλήρη, ενώ κατά την επιστροφή είναι σχεδόν άδεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα μέσα ποσοστά ετήσιας πληρότητας να είναι σχετικά χαμηλά.

(48)

Η SNCM είναι ο φορέας που κατά παράδοση συνδέει την Κορσική με την ηπειρωτική Γαλλία. Σχηματικά, τα δύο τρίτα της δραστηριότητάς της αφορούν τη σύνδεση μεταξύ Μασσαλίας και Κορσικής στο πλαίσιο ΑΔΥ· το υπόλοιπο ένα τρίτο της δραστηριότητάς της συνίσταται σε συνδέσεις μεταξύ άλλων σημείων αφετηρίας ή προορισμού (Νίκαια – Κορσική, Τουλόν – Κορσική, διεθνείς συνδέσεις προς τη Σαρδηνία ή τις χώρες του Μαγκρέμπ).

(49)

Η SNCM επωφελούνταν για μεγάλο διάστημα από κατάσταση μονοπωλίου στην κύρια δραστηριότητά της. Από το 1996, ωστόσο, αντιμετωπίζει ταχύτατα αναπτυσσόμενο ανταγωνισμό. Έτσι, η εταιρεία CFF κυριαρχεί στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ της ηπειρωτικής χώρας και της Κορσικής, με συνεχώς αυξανόμενο μερίδιο αγοράς. Ενώ η παρουσία της σε αυτή την αγορά άρχισε μόλις το 1996, η δραστηριότητα μεταφοράς επιβατών της CFF αυξανόταν κατά 44 % ετησίως από το 2000 έως το 2005 και η αύξηση αυτή συνεχίζεται. Έτσι, το 2008, περίπου […] (*1) % επιβάτες μεταφέρθηκαν μεταξύ ηπειρωτικής Γαλλίας και Κορσικής διά θαλάσσης με πλοία της CFF, ενώ μόνο […] (*1) % επιβάτες χρησιμοποίησαν πλοία της SNCM, ενώ η CMN μετέφερε τους υπόλοιπους επιβάτες, δηλαδή […] (*1) %.

(50)

Η θέση που έχει κατακτήσει η CFF από το 2000 στην εξεταζόμενη αγορά προκύπτει και από τον αριθμό των μεταφερόμενων επιβατών ανά εποχική περίοδο μεταξύ Κορσικής και ηπειρωτικής Γαλλίας. Από το κατωτέρω διάγραμμα προκύπτει ότι το μερίδιο αγοράς της CFF αυξήθηκε από 45 % το 2000 σε 70 % το 2007 και ότι το μερίδιο της SNCM μειώθηκε από 53 % σε 26 % κατά την ίδια περίοδο, με διαφορά που υπερβαίνει το ένα εκατ. επιβάτες.

Διάγραμμα

Αριθμός μεταφερθέντων επιβατών ανά εποχική περίοδο (Μάιος - Σεπτέμβριος) μεταξύ ηπειρωτικής Γαλλίας και Κορσικής: περίοδοι 2000 έως 2007

Image 1

SNCM

CFF

CMN

Πηγή:

Observatoire régional des transports de la Corse.

(51)

Οι άλλοι ήσσονος σημασίας ανταγωνιστές της SNCM στα δρομολόγια της Κορσικής είναι οι εταιρείες Compagnie méridionale de navigation (CMN), Moby Lines, Happy Lines και TRIS.

(52)

Από το 2006, η προσφορά της SNCM και τα μερίδια αγοράς της για τις συνδέσεις με την Κορσική μειώθηκαν κατά 8 % σε προσφορά θέσεων (– 20 % για τα δρομολόγια από Νίκαια και – 3 % για τα δρομολόγια από τη Μασσαλία).

(53)

Εντούτοις, η συνεχιζόμενη μείωση των μεριδίων αγοράς δείχνει ότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των επιβατών, η οποία είχε πληγεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις απεργίες και τα προβλήματα που προκλήθηκαν από τις διαφορές με το προσωπικό της περιόδου 2004-2005, ιδίως λόγω της ιδιωτικοποίησης της επιχείρησης, πραγματοποιείται με πολύ αργό ρυθμό.

(54)

Η αγορά των θαλάσσιων μεταφορών επιβατών μεταξύ ηπειρωτικής Γαλλίας και Κορσικής παρουσίαζε μέση αύξηση κατά 4 % από το 1993· η αύξηση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιζόταν, κατά […] (*1) % το 2008 (εξεταζόμενη περίοδος) και στη συνέχεια κατά μικρότερο ποσοστό τα επόμενα έτη. Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να υπάρχουν νέες επιχειρήσεις που να επιδιώκουν να δραστηριοποιηθούν σε αυτή την αγορά. Επ’ ευκαιρία της πρόσκλησης υποβολής προσφορών που προκήρυξε η Υπηρεσία μεταφορών της Κορσικής για να αναθέσει για την περίοδο 2007-2013 την παροχή δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιων μεταφορών σε ορισμένους λιμένες της Κορσικής, καμία άλλη εταιρεία εκτός από την CFF και την SNCM-CMN δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον, ενώ υπήρχε δυνατότητα ακόμη και για μερική συμμετοχή σε μία συγκεκριμένη γραμμή.

(55)

Όσον αφορά τον κύριο ανταγωνιστή της SNCM, την CFF, η προσφορά θέσεων αυτής της εταιρείας σημείωσε μεγάλη αύξηση από 500 000 θέσεις σε 4,5 εκατ. από το 1999 έως το 2007 (εκ των οποίων 30 % αύξηση μεταξύ του 2006 και του 2007), γεγονός που της επέτρεψε να αυξήσει τα έσοδα από ναύλους (από 1,3 εκατ. το 2005 σε 1,6 εκατ. το 2007) και το μερίδιο αγοράς της. Η πολιτική αυτή εκφράζεται, ωστόσο, με χαμηλότερα από διαρθρωτική άποψη ποσοστά πληρότητας για την CFF και για την SNCM, με διαφορά της τάξης των 10 εκατοστιαίων μονάδων. Για την SNCM, το μέσο ποσοστό πληρότητας το 2007 ανερχόταν σε 48 %, το οποίο είναι φυσιολογικό, εάν ληφθεί υπόψη ο έντονα εποχικός χαρακτήρας της αγοράς (βλέπε ανωτέρω).

2.2.1.2.   Η μεταφορά εμπορευμάτων

(56)

Όσον αφορά τη μεταφορά εμπορευμάτων στην Κορσική, η SNCM κατείχε το 2005 περίπου το 45 % της αγοράς στις γραμμές Μασσαλίας-Τουλόν προς την Κορσική.

(57)

Για τη μεταφορά γενικών εμπορευμάτων (ασυνόδευτων), η SNCM και η CMN κατέχουν οιονεί μονοπώλιο εκ των πραγμάτων. Στο πλαίσιο της σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, οι δύο εταιρείες πραγματοποιούν τακτικά δρομολόγια από τη Μασσαλία προς όλους τους λιμένες της Κορσικής.

(58)

Για τα συνοδευόμενα ρυμουλκούμενα που φορτώνονται στα οχηματαγωγά, τα οποία αντιπροσωπεύουν συνολικά το 24 % της μεταφοράς γενικής φύσεως εμπορευμάτων μετρούμενης σε γραμμικά μέτρα, υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ όλων των εταιρειών μεταφοράς επιβατών. Η SNCM και η CMN κατέχουν επίσης το μεγαλύτερο μερίδιο στις μεταφορές συνοδευόμενων εμπορευμάτων. Οι άλλες επιχειρήσεις, ιδίως η CFF, κατέχουν το 10 %, που αντιστοιχεί στο 2 % των συνολικών μεταφορών.

(59)

Όσον αφορά τα συνοδευόμενα αυτοκίνητα (60), που φορτώνονται στα οχηματαγωγά (περίπου το 24 % της κίνησης γενικής φύσεως εμπορευμάτων το 2003), η SNCM και η CMN κατέχουν επίσης το μεγαλύτερο μερίδιο της εν λόγω αγοράς. Όμως, από το 2002 και μετά, η CFF ανέπτυξε προσφορά και κατέχει περίπου το 15 % της αγοράς.

2.2.2.   Η συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση των χωρών του Μαγκρέμπ

(60)

Η Τυνησία και η Αλγερία αποτελούν σημαντική αγορά, περίπου 5 εκατ. επιβατών, στην οποία κυριαρχούν οι αεροπορικές μεταφορές. Οι θαλάσσιες μεταφορές αντιπροσωπεύουν περίπου το 15 % των επιβατικών ροών. Ενώ η Αλγερία αντιπροσωπεύει σημαντική αγορά θαλάσσιων μεταφορών της τάξης των 560 000 επιβατών, η Τυνησία είναι λιγότερο σημαντική αγορά της τάξης των 250 000 επιβατών.

(61)

Η αγορά των θαλάσσιων μεταφορών της Γαλλίας προς τις χώρες του Μαγκρέμπ εμφάνισε σταθερή αύξηση της τάξης του 13 % από το 2001 έως το 2005. Λαμβάνοντας υπόψη τις προοπτικές ανάπτυξης του τουρισμού προς αυτή την περιοχή, διατυπωνόταν η εκτίμηση (κατά την εξεταζόμενη περίοδο) ότι οι θαλάσσιες μεταφορές θα παρουσίαζαν ετήσια αύξηση της τάξης του 4 % μέχρι το 2010.

(62)

Στην Αλγερία, η SNCM κατέχει τη δεύτερη θέση στην εξεταζόμενη αγορά μετά την Entreprise nationale de transport maritime de voyageurs (ENTMV), αλγερινή δημόσια επιχείρηση. Το μερίδιο αγοράς της SNCM αυξήθηκε από 24 % το 2001 σε 35 % το 2005.

(63)

Η SNCM κατέχει τη δεύτερη θέση στην αγορά θαλάσσιων μεταφορών προς την Τυνησία μετά την Compagnie tunisienne de navigation (CTN). Αν και, από το 2001, η SNCM έχει απολέσει μερίδιο αγοράς προς όφελος της CTN από 44 % σε 39 % το 2004, το 2005 παρουσίασε ωστόσο αύξηση (40 %).

2.3.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ

2.3.1.   Η ανακεφαλαιοποίηση της SNCM του 2002

(64)

Μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2002 η οποία επέτρεπε τη χορήγηση ενίσχυσης διάσωσης στην SNCM (61), οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή, στις 18 Φεβρουαρίου 2002, σχέδιο ενίσχυσης αναδιάρθρωσης υπέρ της SNCM. Το μέτρο συνίστατο στην ανακεφαλαιοποίηση της SNCM μέσω της μητρικής της εταιρείας, της CGMF, για ποσό 76 εκατ. EUR, εκ των οποίων τα 46 εκατ. EUR ως έξοδα αναδιάρθρωσης (62). Αυτή η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου είχε στόχο την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων της SNCM από 30 εκατ. EUR σε 106 εκατ. EUR.

(65)

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999, οι γαλλικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης (63) για την SNCM που αφορά πέντε σημεία:

i)

μείωση του αριθμού των δρομολογίων και αναδιάταξη των πλοίων της σε διαφορετικές γραμμές (μείωση των δρομολογίων προς την Κορσική και ενίσχυση των δρομολογίων με τις χώρες του Μαγκρέμπ). Το σχέδιο αναδιάρθρωσης προέβλεπε μείωση του αριθμού των δρομολογίων από 4 138 (3 835 της SNCM και 303 της θυγατρικής της Corsica Marittima) σε 3 410 το 2003 με τις ακόλουθες τροποποιήσεις στα δρομολόγια:

—

τροποποίηση των δρομολογίων μεταξύ Μασσαλίας και Κορσικής σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων της σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας 2001-2006,

—

οιονεί κατάργηση των συνδέσεων μεταξύ Τουλόν και Κορσικής,

—

μείωση των δρομολογίων μεταξύ Νίκαιας και Κορσικής,

—

κατάργηση της γραμμής Λιβόρνο-Bastia και του σχετικού υλικού, η οποία έκλεισε οριστικά το 2003,

—

ενίσχυση της συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης της Αλγερίας και της Τυνησίας με τα πλοία Méditerranée, Île de Beauté και Corse και κατάργηση της γραμμής Γένοβα – Τύνιδα·

ii)

μείωση του στόλου κατά τέσσερα πλοία, γεγονός που θα της απέφερε ρευστότητα 21 εκατ. EUR·

iii)

την πώληση ορισμένων ακινήτων·

iv)

μείωση του προσωπικού (64) κατά 12 % περίπου η οποία, σε συνδυασμό με μια ορθολογική μισθολογική πολιτική, θα επέτρεπε να μειωθούν τα έξοδα πληρωμάτων από 61,8 εκατ. EUR το 2001 σε 54,8 εκατ. EUR κατά μέσο όρο από το 2003 έως το 2006 και τα έξοδα χερσαίων υπηρεσιών από 50,3 εκατ. EUR το 2001 σε 45,8 εκατ. EUR κατά την ίδια περίοδο·

v)

η κατάργηση δύο από τις θυγατρικές της, της Compagnie maritime toulonnaise και της εταιρείας Corsica Marittima, τις υπολειπόμενες δραστηριότητες των οποίων θα αναλάμβανε η SNCM.

(66)

Μετά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής στην απόφαση της 19ης Αυγούστου 2002, οι γαλλικές αρχές περιέγραψαν, στην επιστολή τους της 31ης Ιανουαρίου 2003, τις βελτιώσεις που επήλθαν στο σχέδιο αναδιάρθρωσης ως προς τα ακόλουθα σημεία:

—

δεσμεύσεις και διευκρινίσεις σχετικά με τη μισθολογική πολιτική,

—

σχέδιο περικοπής δαπανών σε ενδιάμεσες αγορές,

—

ανάληψη της δέσμευσης ότι η SNCM δεν θα ξεκινούσε πόλεμο τιμών με τους ανταγωνιστές της στα δρομολόγια της Κορσικής.

(67)

Ως προς το τελευταίο σημείο, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι «η SNCM αναλαμβάνει αυτή τη δέσμευση ανεπιφύλακτα, διότι θεωρεί ότι ένας πόλεμος τιμών από την πλευρά της δεν θα ήταν σύμφωνος ούτε με τη στρατηγική της θέση, ούτε τα συμφέροντά της θα εξυπηρετούσε, διότι θα προκαλούσε μείωση των εσόδων της, αλλά ούτε και με τις συνήθεις πρακτικές της και με την τεχνογνωσία της».

(68)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που υπέβαλαν οι γαλλικές αρχές στην Επιτροπή περιλάμβανε αναλυτικό οικονομικό σχέδιο για την περίοδο 2002-2007 βάσει διάμεσων παραδοχών για μια σειρά μεταβλητών (65). Από τις χρηματοοικονομικές προβολές συνάγεται, μεταξύ άλλων, επάνοδος σε θετικά τρέχοντα αποτελέσματα από το 2003.

Πίνακας 1

Οικονομικό σχέδιο περιόδου 2002-2007

σε εκατ. EUR

2000 εκτελεσθέν

2001 εκτελεσθέν

2002 πρόβλεψη

2002 εκτελεσθέν

2003 πρόβλεψη

2004 πρόβλεψη

2005 πρόβλεψη

2006 πρόβλεψη

2007 πρόβλεψη

Κύκλος εργασιών

204,9

204,1

178

205,8

190,4

192,9

195,2

197,1

193,9

Επιδοτήσεις λειτουργίας

85,4

86,7

74,5

77,7

69,9

68,8

68,4

67

68,5

Τρέχον αποτέλεσμα

–14,7

–5,1

1,2

–5,8

6,8

10,6

10,7

8,1

9

Καθαρό αποτέλεσμα

–6,2

–40,4

23

4,2

12

14

1

3

3

Ίδια κεφάλαια

67,5

29,7

119

33,8

124

134

145

160

169

Καθαρά χρέη (πλην χρηματοδοτικής μίσθωσης)

135,8

134,5

67,7

144,8

55,2

38,2

57,1

115,7

228,1

Οικονομικοί δείκτες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρέχον αποτέλεσμα/Κύκλος εργασιών + επιδοτήσεις

–5  %

–2  %

0  %

–2  %

3  %

4  %

4  %

3  %

3  %

Ίδια κεφάλαια / Χρέη ισολογισμού

50  %

22  %

176  %

23  %

225  %

351  %

254  %

138  %

74  %

Στοιχεία για τα έτη 2000, 2001 και 2002 προερχόμενα από τις ετήσιες εκθέσεις 2001 και 2002 της SNCM.

(69)

Η εισροή κεφαλαίου 76 εκατ. EUR καθώς και η αποκατάσταση της κερδοφορίας που είχε προβλεφθεί ήδη από το 2003 εκτιμάται ότι θα επιτρέψουν, κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων από το επίπεδο των 30 εκατ. EUR περίπου στο τέλος του 2001 σε 120 εκατ. EUR βραχυπρόθεσμα (2003) και στη συνέχεια σε 160-170 εκατ. EUR στη λήξη του σχεδίου (2006-2007). Εκτιμάται ότι αυτό θα συμβάλει στη μείωση του χρέους από 145 εκατ. EUR το 2002 σε 40 έως 55 εκατ. EUR από το 2003 έως το 2005. Κατά τα τελευταία έτη του σχεδίου, η εταιρεία είχε προβλέψει αύξηση του χρέους για την ανανέωση ενός ή δύο πλοίων της (σε βάση αποκλειστικής ιδιοκτησίας).

(70)

Οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν επίσης μελέτη ευαισθησίας των αναμενόμενων αποτελεσμάτων σε σχέση με τις παραδοχές όσον αφορά την κίνηση στις διάφορες γραμμές θαλάσσιων μεταφορών. Σε αυτή τη βάση, από τις διάφορες προσομοιώσεις προέκυπτε ότι η SNCM θα επανερχόταν σε τροχιά αποδοτικότητας με βάση τα μελετώμενα σενάρια.

(71)

Αρχικά, οι γαλλικές αρχές επικαλέστηκαν δύο εναλλακτικές μεθόδους τις οποίες απέκλεισαν λόγω υπερβολικά μεγάλου κόστους.

i)

Η πρώτη μέθοδος αξιολόγησης συνίστατο στην πρόσθεση του κόστους του συνόλου των μέτρων αναδιάρθρωσης. Είχε ως αποτέλεσμα την ανάγκη χρηματοδότησης κατά 90,9 εκατ. EUR, λαμβάνοντας υπόψη τα εξής:

—

τις συσσωρευμένες ζημίες της περιόδου 1991 - 2001, ήτοι 41,7 εκατ. EUR (29 εκατ. EUR – ποσό που επικυρώθηκε με την απόφαση 2002/149/ΕΚ της 30ής Οκτωβρίου 2001 (ΕΕ L 50 της 21.2.2002, σ. 66), 6,1 εκατ. EUR για το 2000 και 6,6 εκατ. EUR προ των εξόδων αναδιάρθρωσης, για το 2001),

—

τη μείωση του πόρου που αποτελείται από έκτακτες αποσβέσεις κατά τις ίδιες περιόδους, ήτοι 24 εκατ. EUR (το κονδύλιο μειώνεται από 86 σε 62 εκατ. EUR κατά την εν λόγω περίοδο, γεγονός που οφείλεται στην παράταση από 12 σε 20 έτη της περιόδου απόσβεσης, στη μικρότερη χρήση του πόρου αυτού και στη χρήση της μεθόδου «leasing» για τις τελευταίες παραδοθείσες μονάδες),

—

την υπεραξία μεταβίβασης κατά την αναδιάρθρωση που ανέρχεται σε 21 εκατ. EUR, που μειώνει τις ανάγκες χρηματοδότησης, και

—

το συνολικό αποτέλεσμα των δαπανών αναδιάρθρωσης που ανέρχεται σε 46,2 εκατ. EUR (βλέπε υποσημείωση 58).

ii)

Η δεύτερη μέθοδος αξιολόγησης συνίστατο στον καθορισμό του ύψους ιδίων κεφαλαίων που απαιτούν οι τράπεζες για το σύνολο του στόλου, γνωρίζοντας ότι οι τράπεζες γενικά για τη χρηματοδότηση της αγοράς πλοίου απαιτούν ίδια κεφάλαια που αντιστοιχούν στο 20 έως 25 % της αξίας του πλοίου. Με βάση τον υπολογισμό των γαλλικών αρχών, βάσει ιστορικού κόστους κτήσης του στόλου ύψους 843 εκατ. EUR, οι ανάγκες για ίδια κεφάλαια ανέρχονταν σε 157 έως 196 εκατ. EUR. Εάν αφαιρεθούν τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια στο τέλος του έτους 2001, βάσει αυτής της μεθόδου η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης κυμαινόταν από 101 έως 140 εκατ. EUR.

(72)

Η μέθοδος που επέλεξαν τελικά οι γαλλικές αρχές για να καθορίσουν το ποσό της ανακεφαλαιοποίησης συνίσταται στον υπολογισμό της ανάγκης χρηματοδότησης με βάση τη μέση αναλογία ιδίων κεφαλαίων προς χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που διαπιστώθηκε το 2000 σε πέντε ευρωπαϊκές εταιρείες θαλάσσιων μεταφορών. Παρά τις διαφορές στους ισολογισμούς αυτών των επιχειρήσεων, ο μέσος όρος ανέρχεται σε 79 % κατά τις γαλλικές αρχές. Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι από τις δημοσιονομικές προβολές στην περίοδο από το 2002 έως το 2007 προκύπτει μέση αναλογία ιδίων κεφαλαίων προς οφειλές 77 % με ίδια κεφάλαια ύψους169 εκατ. EUR το 2007. Αυτό το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων θα έπρεπε να ληφθεί με την ανακεφαλαιοποίηση των 76 εκατ. EUR και με την επιτυχία των ενεργειών που προβλέπει το σχέδιο αναδιάρθρωσης.

2.3.2.   Μέτρα μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2002

2.3.2.1.   Προκαταρκτική παρατήρηση

(73)

Η ανακεφαλαιοποίηση και το σχέδιο αναδιάρθρωσης του 2002 δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα και, από το 2004, η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της SNCM επιδεινώθηκε σοβαρά. Η επιδείνωση αυτή οφείλεται τόσο σε εσωτερικούς (διαφορές με το προσωπικό, ανεπαρκής και καθυστερημένη επίτευξη των στόχων παραγωγικότητας, απώλεια μεριδίων αγοράς) όσο και εξωγενείς παράγοντες της SNCM (μείωση της ελκυστικότητας της Κορσικής ως τόπου προορισμού, απώλεια μεριδίων αγοράς προς όφελος της CFF, διαχειριστικά σφάλματα εκ μέρους του κράτους (66)) καθώς και η αύξηση του κόστους των καυσίμων.

(74)

Έτσι, το τρέχον αποτέλεσμα της SNCM διαμορφώθηκε σε – 32,6 εκατ. EUR το 2004 και σε – 25,8 εκατ. EUR το 2005. Το καθαρό αποτέλεσμα ήταν – 29,7 εκατ. EUR το 2004 και – 28,8 εκατ. EUR το 2005.

(75)

Η υποβάθμιση της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης της SNCM ανάγκασε τις γαλλικές αρχές να εκποιήσουν στοιχεία ενεργητικού πέρα από αυτά που είχαν αρχικά προβλεφθεί στο σχέδιο αναδιάρθρωσης του 2002 και απαιτήθηκαν με την απόφαση του 2003 καθώς και στο να κινήσουν διαδικασία αναζήτησης ιδιωτικών εταίρων.

Πίνακας 2

Κατάλογος εκποιηθέντων στοιχείων ενεργητικού της SNCM από το 2002

 

Καθαρό προϊόν εκχωρήσεων

Ημερομηνία

Προταθείσες εκποιήσεις στην κοινοποίηση του 2002 (σε χιλ. EUR)

25 165

 

Aliso

(σε αντικατάσταση του Asco, σύμφωνα με την απόφαση της 8.9.2004 της Επιτροπής)

(315)

30.9.2004

Napoléon

6 396

6.5.2002

Monte Rotondo

591

31.7.2002

Liberté

10 088

27.1.2003

Ensemble immobilier Schuman

8 405

20.1.2003

 

 

 

Πρόσθετες εκποιήσεις που επέβαλε η Επιτροπή στη απόφασή της 9.7.2003 (σε χιλ. EUR)

5 022

 

SCI Espace Schuman

765,7

24.6.2003

Southern Trader

2 153

22.7.2003

Someca

1 423,9

30.4.2004

Amadeus

680

12.10.2004

CCM

—

 (67)

—

 

 

 

Πρόσθετες εκποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν από την απόφαση του Ιουλίου 2003 και μετά (σε χιλ. EUR)

12 600

 

Asco

7 100

24.5.2005

Sud Cargos

4 300

15.9.2005

Πώληση διαμερισμάτων από το σύνολο των ακινήτων της SNCM

(όπου στο παρελθόν διέμενε το προσωπικό της SNCM)

1 200

9.2003 έως 2006

ΣΥΝΟΛΟ (σε χιλιάδες EUR)

42 385

 

2.3.2.2.   Τα μέτρα μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2002

(76)

Η διαδικασία επιλογής ιδιωτικών εταίρων πραγματοποιήθηκε από τις 26 Ιανουαρίου 2005 έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2005.

(77)

Στις 26 Ιανουαρίου και 17 Φεβρουαρίου 2005, η γαλλική κυβέρνηση ανήγγειλε ότι επρόκειτο να αναζητήσει ιδιωτικό εταίρο για εγγραφή στο κεφάλαιο της SNCM, με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής της διάρθρωσης και την πλαισίωσή της ώστε να προβεί στις αναγκαίες για την ανάπτυξή της αλλαγές.

(78)

Αφού διόρισε μια ανεξάρτητη προσωπικότητα για την επίβλεψη της διαδικασίας αναζήτησης, η Agence des participation de l’État («APE») έδωσε εντολή σε μια τράπεζα-σύμβουλο («HSBC») να έλθει σε επαφή με δυνητικούς αγοραστές.

(79)

Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν επαφές με 72 βιομηχανικούς και χρηματοοικονομικούς επενδυτές, με στόχο τον καθορισμό των χρηματοοικονομικών όρων μιας προσφοράς που αποσκοπεί στην υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου της εταιρείας και τη διατήρηση της απασχόλησης και της σωστής εκτέλεσης της δημόσιας υπηρεσίας. Από αυτούς 23 εξέφρασαν ενδιαφέρον, υπεγράφησαν 15 συμφωνίες εμπιστευτικότητας και απεστάλησαν 15 ενημερωτικά υπομνήματα. Έξι επιχειρήσεις υπέβαλαν προσφορές στον πρώτο γύρο, στις 5 Απριλίου 2005, και τρεις προσφορές [Connex, η οποία στο μεταξύ είχε μετονομαστεί σε Veolia Transdev (VT), Caravelle και BCP] ελήφθησαν στον δεύτερο γύρο, στις 17 Ιουνίου 2005, καθώς και εκδήλωση ενδιαφέροντος για την απόκτηση συμμετοχής μειοψηφίας (Comanav). Κατά τον τρίτο γύρο ελήφθησαν τρεις προσφορές στις 28 Ιουλίου 2005.

(80)

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2005, κλήθηκε κάθε επιχείρηση να υποβάλει τη σταθερή και οριστική προσφορά της πριν τις 15 Σεπτεμβρίου 2005. Επειδή η εταιρεία Connex παραιτήθηκε μέχρι εκείνη την ημερομηνία, οι υπηρεσίες του κράτους έλαβαν δύο σταθερές προσφορές εισφοράς κεφαλαίου και αγοράς του συνόλου του κεφαλαίου των γαλλικών ομίλων BCP και Caravelle.

(81)

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2005, η Γαλλία εξέδωσε ανακοίνωση τύπου που ανέφερε ότι, βάσει διεξοδικής εξέτασης των δύο προσφορών, επελέγη η προσφορά που υπέβαλε ο όμιλος BCP διότι, εκτός του ότι ήταν οικονομικά η πλέον συμφέρουσα, ανταποκρινόταν καλύτερα και στα συμφέροντα της εταιρείας, της δημόσιας υπηρεσίας και της απασχόλησης. Η αρχική προσφορά της BCP πρότεινε αρνητική τιμή 113 εκατ. EUR και αποτελούσε την ασθενέστερη εκτίμηση της αρνητικής τιμής.

(82)

Η εν λόγω αρχική προσφορά των δυνητικών αγοραστών προέβλεπε ρητά τη δυνατότητα προσαρμογής της προσφοράς τους κατά τη λήξη των διενεργηθέντων ελέγχων. Οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι η αρχική αρνητική τιμή αναθεωρήθηκε προς τα πάνω μετά τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Δεκεμβρίου 2005 λόγω αντικειμενικών στοιχείων που επηρεάζουν το κανονιστικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο δραστηριοποιείται η SNCM τα οποία προέκυψαν μετά την υποβολή της προσφοράς στις 15 Σεπτεμβρίου 2005. Έτσι, η αρνητική τιμή αναθεωρήθηκε σε 200 εκατ. EUR.

(83)

Οι διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στις γαλλικές αρχές και τους μελλοντικούς αγοραστές, ήτοι την BCP, εταιρεία συνδεδεμένη με τον όμιλο Connex, που ακολούθως μετονομάστηκε σε Veolia Transdev, θυγατρική της Veolia, συνέβαλαν στο να μειωθεί το ποσό σε 142,5 εκατ. EUR, προσαυξημένο κατά την επιβάρυνση με ένα μέρος των δαπανών που σχετίζονταν με τα ταμεία συνταξιοδότησης των εργαζομένων της SNCM (δηλαδή 15,5 εκατ. EUR).

(84)

Μετά από την εν λόγω διαδικασία ανοικτής, διαφανούς και χωρίς διακρίσεις επιλογής, επιτεύχθηκε τελικά συμφωνία, στις 13 Οκτωβρίου 2005, μεταξύ του κράτους, της BCP και της VT σε ένα εξαιρετικά δυσμενές κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Η VT είναι ο βιομηχανικός φορέας της SNCM (συμμετοχή κατά 28 %) ενώ η BCP είναι ο μέτοχος αναφοράς με συμμετοχή 38 %. Το κράτος δεσμεύθηκε, κυρίως έναντι του προσωπικού, να παραμείνει μέτοχος της εταιρείας κατά το 25 % (68). Η BCP και η VT εκπόνησαν επιχειρηματικό σχέδιο για την SNCM το οποίο κοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 7 Απριλίου 2006.

a)   Το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου συμφωνίας

(85)

Το πρωτόκολλο συμφωνίας, βάσει του οποίου το 75 % του κεφαλαίου της SNCM παραχωρήθηκε σε ιδιώτες, υπεγράφη στις 16 Μαΐου 2006 μεταξύ των μερών (BCP, VT και CGMF).

(86)

Το τμήμα II του πρωτοκόλλου συμφωνίας περιέχει δέσμευση της CGMF να εγκρίνει, να εγγράψει και να αποδεσμεύσει εξ ολοκλήρου αύξηση κεφαλαίου της SNCM, συνολικού ποσού 142,5 εκατ. EUR.

(87)

Εκτός από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, η CGMF δεσμεύθηκε να διαθέσει στην SNCM, υπό μορφή προκαταβολής σε λογαριασμό όψεως, το ποσό των 38,5 εκατ. EUR. Η εν λόγω προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως, η οποία θα κατατεθεί από την SNCM σε μεσεγγυούχο (την τράπεζα CIC), προορίζεται για χρηματοδότηση του μέρους του επονομαζόμενου κόστους «γενναιοδωρίας», το οποίο θα καταβληθεί επιπλέον των οφειλομένων ποσών σύμφωνα με τις νομικές και συμβατικές διατάξεις, εάν οι αγοραστές προβούν σε μείωση του προσωπικού. Η καταβολή των πρόσθετων αποζημιώσεων εκτός από τις εισπραττόμενες αποζημιώσεις κατ’ εφαρμογή των νομικών και συμβατικών διατάξεων γίνεται σε ατομική και ονομαστική βάση και αντιστοιχεί σε μισθωτούς οι οποίοι έχουν φύγει από την επιχείρηση και των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει λυθεί.

(88)

Ο μηχανισμός αυτός προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ.2 το πρωτοκόλλου εκχώρησης της 16ης Μαΐου 2006, το οποίο ορίζει ότι ο λογαριασμός αυτός προορίζεται «για τη χρηματοδότηση του μέρους του κόστους των ενδεχόμενων εθελούσιων συνταξιοδοτήσεων ή λύσεων συμβάσεων εργασίας […] συμπληρωματικά προς τα πάσης φύσεως ποσά που θα έπρεπε να καταβάλει ο εργοδότης κατ’ εφαρμογή των νόμιμων και συμβατικών διατάξεων». Ο μεσεγγυούχος «έχει αποστολή να καταβάλει τα κεφάλαια σε περίπτωση που οι εν λόγω μισθωτοί μη υπαγόμενοι σε διαδικασία εσωτερικής μετάταξης στον όμιλο SNCM εγκαταλείψουν πράγματι την εταιρεία και να αποδεσμεύσει το υπόλοιπο του δεσμευμένου ποσού με τη λήξη της αποστολής του ως μεσεγγυούχου». Η λειτουργία αυτού του λογαριασμού αποτελεί αντικείμενο σύμβασης μεσεγγυούχου η οποία προσαρτάται στο πρωτόκολλο συμφωνίας. Για να επιτραπεί η ενεργοποίηση του μεσεγγυούχου, η SNCM πρέπει να υποβάλει στον πρόεδρο της CGMF τον ονομαστικό κατάλογο των προσώπων η σύμβαση εργασίας των οποίων έχει λυθεί και για τα οποία ζητείται η ενεργοποίηση του μεσεγγυούχου, καθώς και μηνιαία κατάσταση καθαρών δαπανών η οποία συνίσταται στη διεξοδική αναφορά όλων των αποζημιώσεων και εξόδων που καταβάλλονται στους εν λόγω εργαζομένους. Ταυτοχρόνως, η SNCM κοινοποιεί στον μεσεγγυούχο το «πρόσθετο πραγματικό μηνιαίο κόστος» ανά εργαζόμενο, το οποίο αντιστοιχεί στα συμπληρωματικά ποσά πέραν των πάσης φύσεως ποσών που πρέπει να καταβάλει ο εργοδότης κατ’ εφαρμογή των νόμιμων και συμβατικών διατάξεων. Το συνολικό ύψος των συμπληρωματικών μέτρων «γενναιοδωρίας» του κράτους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τα 38,5 εκατ. EUR και στην περίπτωση που τα εν λόγω συμπληρωματικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα δεν καλύψουν αυτό το κατώτατο όριο εντός τριών ετών από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης, το υπόλοιπο επιστρέφεται στο κράτος.

(89)

Μετά από αυτές τις πράξεις, το τμήμα III του πρωτοκόλλου συμφωνίας προβλέπει την εκχώρηση των μετοχών της CGMF στους ιδιώτες αγοραστές, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 75 % των μετοχών που αποτελούν το εταιρικό κεφάλαιο της επιχείρησης, και του δεσμευμένου λογαριασμού που προορίζεται για τη χρηματοδότηση του σκέλους του σχεδίου κοινωνικών μέτρων της επιχείρησης πέρα από τις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις της.

(90)

Το τμήμα III του πρωτοκόλλου συμφωνίας προβλέπει επίσης συμπληρωματική αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR από την BCP/VT, που τίθεται στη διάθεση της SNCM για την κάλυψη ταμειακών αναγκών της. Η παράγραφος ΙΙΙ.2.7 του πρωτοκόλλου συμφωνίας προβλέπει ότι η αξία των μετοχών της CGMF είναι ίση, ανά πάσα στιγμή, με την αρχική ονομαστική αξία τους προσαυξημένη κατά το […] (*1) % της αποδεσμευθείσας ονομαστικής της αξίας, πολλαπλασιασμένης επί J/365, όπου J είναι ο αριθμός ημερών από την ημέρα της υλοποίησης, αφού αφαιρεθούν όλα τα εισπραχθέντα ποσά (όπως τα μερίσματα). Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση διαδικασίας εξυγίανσης ή εκκαθάρισης της εταιρείας με δικαστική απόφαση.

(91)

Το πρωτόκολλο συμφωνίας (τμήμα III.5) περιέχει ρήτρα υπαναχώρησης ως προς τη μεταβίβαση της SNCM, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί ταυτόχρονα από τους αγοραστές, εάν συμβεί κάποιο από τα ακόλουθα γεγονότα, εφόσον αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία του επιχειρηματικού τους σχεδίου και η αποκατάσταση της βιωσιμότητας της εταιρείας:

—

η μη ανάθεση της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας θαλάσσιας συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης της Κορσικής για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2007, ή η ανάθεσή της υπό πολύ δυσμενέστερους όρους,

—

οποιαδήποτε αρνητική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή απόφαση του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου των ΕΚ, όπως η απόρριψη της πράξης ή η επιβολή όρων που θα είχαν σημαντική επίπτωση στην αξία της εταιρείας, για περίοδο έξι ετών από την ημερομηνία απόκτησης από τους εταίρους των δικαιωμάτων επί της εταιρείας.

(92)

Το τμήμα VII του πρωτοκόλλου συμφωνίας προβλέπει ότι η CGMF αναλαμβάνει μέρος των κοινωνικών υποχρεώσεων της SNCM για δαπάνες ταμείων αλληλοβοήθειας των συνταξιούχων της για ποσό που εκτιμάται σε 15,5 εκατ. EUR από την ημέρα μεταβίβασης της ιδιοκτησίας της επιχείρησης.

(93)

Οι λεπτομέρειες εταιρικής διακυβέρνησης της επιχείρησης ορίζονται στο τμήμα IV του πρωτοκόλλου συμφωνίας. Προβλέπεται τροποποίηση του τρόπου διαχείρισης της SNCM, η οποία θα μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με διευθυντικά και εποπτικά όργανα. Το εποπτικό συμβούλιο θα αποτελείται αρχικά από 10 και στη συνέχεια από 14 μέλη. Χρέη προέδρου θα εκτελεί προσωρινά εκπρόσωπος του κράτους. Εάν η ΑΔΥ ανατεθεί στην SNCM, ο πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου θα αντικατασταθεί από αντιπρόσωπο της BCP. Αποστολή του διοικητικού συμβουλίου είναι η διασφάλιση της επιχειρησιακής διαχείρισης της SNCM.

(94)

Στις 26 Μαΐου 2006, η γαλλική κυβέρνηση ενέκρινε τη μεταβίβαση της SNCM καθώς και τα προαναφερθέντα μέτρα.

β)   Τα μέτρα

(95)

Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτόκολλο συμφωνίας περιέχει τρεις τύπους κρατικών μέτρων που δικαιολογούν τη διενέργεια έρευνας σε σχέση με τους κανόνες της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων:

—

η εκχώρηση του 75 % της SNCM σε αρνητική τιμή 158 εκατ. EUR (εισφορά κεφαλαίου 142,5 εκατ. EUR και ανάληψη δαπανών κοινωνικής ασφάλισης για ποσό 15,5 εκατ. EUR),

—

η προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως από την CGMF ποσού 38,5 εκατ. EUR υπέρ των απολυμένων της SNCM,

—

η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR που ενέγραψε από κοινού και ταυτόχρονα η CGMF στην εισφορά των 26,25 εκατ. EUR που πραγματοποίησαν οι VT και BCP,

—

η ρήτρα υπαναχώρησης ως προς τη μεταβίβαση (69).

2.4.   ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

(96)

Η παρούσα τελική απόφαση αφορά τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η Γαλλία υπέρ της SNCM από τις 18 Φεβρουαρίου 2002 και μετά, και συγκεκριμένα:

—

το υπόλοιπο της εισφοράς κεφαλαίου της CGMF στην SNCM ύψους 76 εκατ. ευρώ που πραγματοποιήθηκε το 2002, δηλαδή 15,81 εκατ. EUR,

—

την τιμή αρνητικής πώλησης της SNCM από την CGMF για ποσό 158 εκατ. EUR,

—

την προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως από την CGMF ποσού 38,5 εκατ. EUR υπέρ του απολυθέντος προσωπικού της SNCM,

—

την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR που ενέγραψε η CGMF.

(97)

Η παρούσα απόφαση δεν αφορά την αποζημίωση έναντι των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας της SNCM κατά την περίοδο 1991-2001 η συμβατότητα της οποίας επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 (70).

(98)

Δεν αφορά επίσης την εξέταση των οικονομικών αποζημιώσεων που εισέπραξε ή θα εισπράξει η SNCM για υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας την περίοδο 2007-2013, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο χωριστής διαδικασίας (71).

(99)

Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2012 αποτελεί αντικείμενο δύο αναιρέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της SNCM και της Γαλλίας στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-533/12 P και C-536/12 P. Η παρούσα απόφαση λαμβάνεται σε εφαρμογή της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνον στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση του Πρωτοδικείου ακύρωσε την απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008. Υπό αυτές τις συνθήκες, αν η εξέταση των αναιρέσεων καταλήξει σε μερική ή ολική ακύρωση της απόφασης της 11ης Νοεμβρίου 2012 και έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά ορισμένων τμημάτων του διατακτικού της απόφασης της 8ης Ιουλίου 2008 τα οποία ακύρωσε η προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου, η παρούσα απόφαση καταργείται, ακριβώς λόγω αυτών των αναιρετικών αποφάσεων, εφόσον έχει ως αντικείμενο μέτρα που έχουν αποκατασταθεί.

2.5.   ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ 2002 ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΕΔΙΟΥ ΤΗΣ ΤΟ 2006

2.5.1.   Η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας του 2002

(100)

Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας της 19ης Αυγούστου 2002, η Επιτροπή, αν και αναγνώρισε τη δυσχερή θέση στην οποία βρισκόταν η SNCM, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το συμβιβάσιμο του κοινοποιηθέντος μέτρου με τα κριτήρια που παρατίθενται στο σημείο 3.2.2 των κατευθυντήριων γραμμών του 1999 που ίσχυαν εκείνη την εποχή.

(101)

Η Επιτροπή διατύπωσε ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης, δεδομένης της έλλειψης ανάλυσης των αιτίων για τις ζημίες της επιχείρησης. Ειδικότερα, η Επιτροπή έθεσε ερωτήματα όσον αφορά τη σχέση ανάμεσα στις ζημίες και τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, την επίπτωση που είχε στους ισολογισμούς της SNCM η πολιτική αγοράς πλοίων και τα προβλεπόμενα μέτρα για την αύξηση της παραγωγικότητας της επιχείρησης.

(102)

Επίσης, η Επιτροπή επισήμανε ορισμένες ελλείψεις του σχεδίου αναδιάρθρωσης, ιδίως την έλλειψη συγκεκριμένων μέτρων για τη μείωση του ποσού της ενδιάμεσης κατανάλωσης και την απουσία αναφοράς στη μελλοντική τιμολογιακή πολιτική της SNCM.

(103)

Η Επιτροπή διερωτήθηκε επίσης σχετικά με την καταλληλότητα της μεθόδου υπολογισμού που επέλεξαν οι κρατικές αρχές για να καθορίσουν το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης, καθώς και σχετικά με ορισμένες παραδοχές ως προς τον καθορισμό των χρηματοοικονομικών προσομοιώσεων.

2.5.2.   Η επέκταση του πεδίου της επίσημης διαδικασίας έρευνας του 2006

(104)

Με την απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2006 η Επιτροπή αποφάσισε να επεκτείνει το πεδίο της επίσημης διαδικασίας έρευνας του 2002 για να περιληφθούν τα μέτρα που είχαν προβλεφθεί στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της SNCM.

(105)

Στην περίπτωση που το ποσό αυτό θα χαρακτηριζόταν κρατική ενίσχυση συμβατή βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε να υπολογιστεί με βάση τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων (στη συνέχεια «οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004») (72). Εφόσον το ποσό της ενίσχυσης στην αναδιάρθρωση θα ήταν σημαντικά χαμηλότερο από αυτό που κοινοποιήθηκε το 2002 και εγκρίθηκε το 2003, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα διατήρησης του συνόλου των αντισταθμιστικών μέτρων που επιβλήθηκαν στην SNCM με την απόφαση του 2003.

(106)

Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες ως προς την τήρηση των όρων που επιβλήθηκαν με την απόφαση του 2003, δηλαδή με την αρχή του «πρώτου στις τιμές» και του αριθμού των δρομολογίων με επιστροφή στην Κορσική.

(107)

Όσον αφορά την αρνητική τιμή πώλησης της SNCM, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες αν η ανακεφαλαιοποίηση από το κράτος πριν από την εκχώρηση της SNCM είναι σύμφωνη με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες για την εγκυρότητα του υπολογισμού του κόστους εκκαθάρισης το οποίο θα όφειλε να καταβάλει το κράτος ως μέτοχος σε περίπτωση εκκαθάρισης της SNCM.

(108)

Η Επιτροπή αμφισβήτησε το γεγονός ότι τα οικονομικά μέτρα μπορούν να αιτιολογηθούν βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

(109)

Εξάλλου, εξέφρασε τις αμφιβολίες της και για τη δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση κατά 8,75 εκατ. EUR όσον αφορά την τήρηση των αρχών της χρονικής σύμπτωσης ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια επένδυση και την ταυτότητα των όρων εγγραφής κατά την έννοια της νομολογίας.

(110)

Τέλος, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες αν τα πρόσθετα κοινωνικά μέτρα της βοήθειας των 38,5 εκατ. EUR στο προσωπικό μπορούν να αποτελέσουν έμμεσο πλεονέκτημα υπέρ της επιχείρησης. Επισήμανε επίσης τον κίνδυνο ο συνυπολογισμός των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης να μην είναι συμβατός με τους κινδύνους που αναλαμβάνει ένας συνετός επενδυτής.

III.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

3.1.   ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 2002

(111)

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που κοινοποιήθηκε το 2002 συνίστατο σε εισφορά κεφαλαίου ύψους 76 εκατ. EUR, από τα οποία 53,48 εκατ. EUR αποτελούσαν αποζημίωση για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Συνυπολογίζοντας τις μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού που πραγματοποίησε η SNCM (73), το πραγματικό ύψος της χορηγηθείσας ενίσχυσης ανέρχεται πλέον σε 69 292 400 EUR. Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι αν το ποσό των 53,48 εκατ. EUR συνιστά συμβατή ενίσχυση, το ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να θεωρηθεί ως ενίσχυση αναδιάρθρωσης βάσει της κοινοποίησης του 2002 ανέρχεται τελικά σε 15,81 εκατ. EUR.

3.2.   ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 2002

(112)

Η Γαλλία υπενθυμίζει, εξαρχής, ότι η σοβαρότητα των κινητοποιήσεων του προσωπικού της περιόδου 2004-2005 και η υποβάθμιση της οικονομικής και δημοσιονομικής κατάστασης της SNCM ανάγκασαν το κράτος να κινήσει τον Ιανουάριο του 2005 διαδικασία επιλογής ιδιωτών επενδυτών και να θέσει σε εφαρμογή επείγοντα μέτρα (ιδίως την πώληση του Asco και της συμμετοχής στη Sud Cargos (74)).

3.2.1.   Σχετικά με την αρνητική τιμή πώλησης της SNCM

(113)

Κατ’ εφαρμογή της τότε ισχύουσας κοινοτικής νομολογίας επί του θέματος, οι γαλλικές αρχές καλούν την Επιτροπή να θεωρήσει ότι η αρνητική τιμή πώλησης της SNCM των 158 εκατ. EUR δεν περιέχει κανένα μέτρο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, αφού το γαλλικό κράτος ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής σε οικονομία της αγοράς.

(114)

Ως προεισαγωγική παρατήρηση, η Γαλλία δηλώνει ότι η τελική τιμή των 158 εκατ. EUR, η οποία είναι κατώτερη από την αρνητική τιμή που ζητούσαν αρχικά οι αγοραστές μετά τον έλεγχο που διενήργησαν στην SNCM, είναι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης για τη μεταβίβαση του ελέγχου η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ανοικτού, διαφανούς και χωρίς διακρίσεις διαγωνισμού και, ως και τούτου, αποτελεί αγοραία τιμή.

(115)

Η Γαλλία θεωρεί ότι, εφόσον η αναζήτηση ιδιώτη εταίρου για την SNCM πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ανοικτού, διαφανούς και χωρίς διακρίσεις διαγωνισμού, κατά το πέρας της οποίας επελέγη η πλέον συμφέρουσα προσφορά, η τιμή πώλησης αποτελεί αγοραία τιμή.

(116)

Κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, η πώληση στην αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR πραγματοποιήθηκε με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους για το κράτος, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα κοινοτική νομολογία και την πρακτική λήψης αποφάσεων της Επιτροπής και δεν περιέχει κανένα στοιχείο ενίσχυσης. Πράγματι, η Γαλλία θεωρεί ότι η εν λόγω αρνητική τιμή είναι κατώτερη από το κόστος εκκαθάρισης με το οποίο θα επιβαρυνόταν το κράτος σε περίπτωση εκκαθάρισης της επιχείρησης.

(117)

Το συμπέρασμα αυτό θα ήταν επιβεβλημένο τόσο με βάση την προσέγγιση που προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής νομολογία «Gröditzer» (75)) όσο και με την προσέγγιση που βασίζεται στην ανάλυση του πραγματικού κόστους εκκαθάρισης της SNCM (απόφαση «ΑΒΧ» (76)).

(118)

Όσον αφορά την πρώτη μέθοδο που βασίζεται στην απόφαση Gröditzer, η Γαλλία υποστηρίζει ότι η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση της απόφασης της Επιτροπής της 8ης Ιουλίου 1999 σύμφωνα με την οποία «μόνο η τιμή εκκαθάρισης […] των στοιχείων ενεργητικού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ως κόστος εκκαθάρισης» (77).

(119)

Ως προς αυτό, οι εκθέσεις της CGMF (78) και Oddo-Hastings (79) υπολογίζουν την τιμή εκκαθάρισης των στοιχείων ενεργητικού σε τουλάχιστον 190,3 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 (80).

(120)

Κατά συνέπεια, εφόσον το κράτος ως μέτοχος μιας εταιρείας είναι υπεύθυνο για τα χρέη της μόνο μέχρι την τιμή εκκαθάρισης των περιουσιακών στοιχείων της (απόφαση «Hytasa» (81)), η Γαλλία ισχυρίζεται ότι η τιμή εκκαθάρισης των στοιχείων ενεργητικού της εταιρείας, που εκτιμάται τουλάχιστον σε 190,3 εκατ. EUR, είναι σαφώς ανώτερη από την αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατ. EUR.

(121)

Ως προς τη δεύτερη μέθοδο, η Γαλλία αναφέρει ότι αυτή απορρέει από την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε το Βέλγιο υπέρ της ABX Logistics, στην οποία η Επιτροπή εξέτασε μια αρνητική τιμή πώλησης η οποία έχει, όπως και στην παρούσα περίπτωση, τον χαρακτήρα μιας αγοραίας τιμής, σε σύγκριση με το κόστος το οποίο θα βάρυνε πραγματικά το κράτος ως μέτοχο στο πλαίσιο μιας φιλικής ή δικαστικής εκκαθάρισης, όπως αυτό εκτιμήθηκε από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα. Κατά τη Γαλλία, η Επιτροπή αναγνωρίζει ιδίως σε αυτή την απόφαση την εγκυρότητα ορισμένων εξόδων που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια αγωγή εκ μέρους των πιστωτών για κάλυψη του παθητικού ή από την εκποίηση στους άλλους κλάδους δραστηριότητας του ομίλου ο οποίος προβαίνει στην εκκαθάριση της θυγατρικής του.

(122)

Με βάση τις προαναφερθείσες εκθέσεις της CGMF και της Oddo-Hastings, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι συνολικά τα πραγματικά έξοδα με τα οποία θα ήταν αναγκασμένη να επιβαρυνθεί ως μέτοχος η Γαλλική Δημοκρατία θα ανέρχονταν από 312,1 έως 361 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, ποσό που αναλύεται ως εξής:

—

[70-80]  (*1) εκατ. EUR για το συμβατικό σχέδιο κοινωνικών μέτρων, το οποίο καλύπτει το σύνολο των δαπανών που συνδέονται με τη λύση συμβάσεων εργασίας και βαρύνουν συμβατικά την επιχείρηση,

—

[30-40]  (*1) εκατ. EUR για το εξωσυμβατικό σχέδιο κοινωνικών μέτρων, το οποίο καλύπτει το σύνολο των δαπανών σε σχέση με τα μέτρα πλαισίωσης που συνδέονται με τις νομικές και κανονιστικές υποχρεώσεις της SNCM σε θέματα απολύσεων και των έμμεσων δαπανών που συνδέονται με το συμβατικό σχέδιο κοινωνικών μέτρων,

—

μεταξύ [200-210]  (*1) και [250-260]  (*1) εκατ. EUR για την καταβολή πρόσθετων αποζημιώσεων απόλυσης τις οποίες ο δικαστής θα επέβαλε στο κράτος, επιπλέον των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στο πλαίσιο του συμβατικού και του εξωσυμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων, σε εφαρμογή της νομολογίας του Cour d’appel (Εφετείου) της Rouen της 22ας Μαρτίου 2005 επί της υπόθεσης Aspocomp Group Oyj.

(123)

Η μέθοδος αυτή λαμβάνει ιδίως υπόψη τον κίνδυνο καταδίκης του γαλλικού κράτους να «καλύψει το παθητικό», σε περίπτωση που κάποιο δικαστήριο αποφαινόταν ότι αποτελούσε εκ των πραγμάτων τον διαχειριστή της SNCM. Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι ο κίνδυνος να ασκηθεί αγωγή για κάλυψη του παθητικού δεν μπορεί να αποκλειστεί, ιδίως με βάση προηγούμενη απόφαση του Cour de cassation (Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) της Γαλλίας (82). Έτσι, σε πολλές επιστολές προς την Επιτροπή, οι γαλλικές αρχές υποστήριξαν ότι μια καταδίκη του κράτους από ένα εθνικό δικαστήριο για κάλυψη του παθητικού της επιχείρησης την οποία διαχειρίζεται ήταν κάτι περισσότερο από πιθανή υπόθεση και ότι αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του πραγματικού κόστους μιας ενδεχόμενης εκκαθάρισης της SNCM.

(124)

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, η υπολειμματική αξία του ενεργητικού της SNCM (190,3 εκατ. EUR) ήταν, μετά την εξυπηρέτηση προνομιακών απαιτήσεων, 36,5 εκατ. EUR. Τα άλλα στοιχεία του κόστους που λαμβάνονται υπόψη σε περίπτωση αγωγής κατά του κράτους για να καλύψει το παθητικό περιλαμβάνουν ιδίως τα έξοδα λύσης των βασικών συμβάσεων εκμετάλλευσης, τα έξοδα που συνδέονται με την ακύρωση της χρηματοδοτικής μίσθωσης πλοίων και την εξυπηρέτηση απαιτήσεων μειωμένης προτεραιότητας· αυτό θα οδηγούσε σε ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού ύψους 134,4 εκατ. EUR. Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι το κράτος θα καταδικαζόταν να επιβαρυνθεί με το 85 έως 100 % αυτού του ποσού.

(125)

Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι, λόγω της σχέσης εξάρτησης με την SNCM και σύμφωνα με άλλη γαλλική νομολογία (83), η εκκαθάριση της επιχείρησης θα οδηγούσε ενδεχομένως τον δικαστή να διατάξει την καταβολή αποζημιώσεων και τόκων στους μισθωτούς. Με βάση αυτή τη νομολογία, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι κατά πάσα πιθανότητα ένας δικαστής θα καθόριζε το ποσό των πρόσθετων αποζημιώσεων με βάση τις αποζημιώσεις που θα καταβάλλονταν στο πλαίσιο ενός κοινωνικού σχεδίου που υποβάλλεται πριν από την εκκαθάριση.

(126)

Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, από την ανάλυση των πραγματικών δαπανών με τις οποίες θα επιβαρυνόταν το κράτος μέτοχος συνάγεται ότι το κόστος για το κράτος από την πώληση της SNCM σε αρνητική τιμή 158 εκατ. EUR είναι κατώτερο από το πραγματικό κόστος με το οποίο θα επιβαρυνόταν σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης της επιχείρησης.

(127)

Εν κατακλείδι, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση.

3.2.2.   Σχετικά με την κοινή εισφορά κεφαλαίου των μετόχων

(128)

Η Γαλλία θεωρεί ότι, μέσω αυτής της απόκτησης συμμετοχής, ενήργησε ως συνετός επενδυτής διότι, αφενός, παρενέβη ταυτόχρονα και μειοψηφικά μαζί με την BCP και την VT και, αφετέρου, η συμμετοχή αυτή έχει απόδοση επί του παγίου κεφαλαίου […] (*1) % ετησίως, γεγονός που απαλλάσσει το κράτος από τον κίνδυνο εκτέλεσης του επιχειρηματικού σχεδίου. Πράγματι, η Γαλλία υποστηρίζει ότι αυτό το ποσοστό απόδοσης είναι πολύ ικανοποιητικό για έναν ιδιώτη επενδυτή (84). Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι καμία αμοιβή δεν θα οφειλόταν σε περίπτωση εξυγίανσης ή εκκαθάρισης της SNCM κατόπιν δικαστικής αποφάσεως ή εφαρμογής της ρήτρας υπαναχώρησης εκ μέρους των αγοραστών.

3.2.3.   Σχετικά με τα πρόσθετα κοινωνικά μέτρα (ενίσχυση στο προσωπικό)

(129)

Επικαλούμενη το σκεπτικό των αποφάσεων της Επιτροπής, η Γαλλία θεωρεί, ιδίως στην υπόθεση SFP (Société française de production) (85), ότι η χρηματοδότηση αυτή συνιστά ενίσχυση σε πρόσωπα και όχι προς όφελος της επιχείρησης. Συνεπώς, η εφαρμογή με δημόσια κεφάλαια συμπληρωματικών μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα υπέρ των απολυθέντων, χωρίς τα μέτρα αυτά να απαλλάσσουν τον εργοδότη από τις κανονικές του υποχρεώσεις, εντάσσονται στην κοινωνική πολιτική των κρατών μελών και δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση.

3.2.4.   Σχετικά με την άρση των περιορισμών που επιβλήθηκαν με την καταργηθείσα απόφαση του 2003

(130)

Οι γαλλικές αρχές υπενθυμίζουν, αφενός, ότι όλοι οι όροι που επέβαλε η απόφαση του 2003 εφαρμόστηκαν και τηρήθηκαν κατά την περίοδο 2003-2006. Αφετέρου, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι τα μέτρα αυτά δεν είναι πλέον απαραίτητα για την πρόληψη στρέβλωσης του ανταγωνισμού και η διατήρησή τους θα ήταν αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου του περιορισμού του ποσού των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης, το οποίο έχει μειωθεί σε 15,81 εκατ. EUR. Συγκεκριμένα, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι πρέπει να αρθούν οι όροι που εξακολουθούν ενδεχομένως να εφαρμόζονται, δηλαδή οι όροι που αφορούν την απαγόρευση του εκσυγχρονισμού του στόλου της SNCM, την τήρηση της αρχής του «πρώτου στις τιμές» σε θέματα τιμολογιακής πολιτικής και τη διατήρηση συγκεκριμένου αριθμού δρομολογίων.

3.3.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(131)

Ωστόσο, σε περίπτωση που η Επιτροπή χαρακτήριζε ως κρατική ενίσχυση το σύνολο ή μέρος των νέων μέτρων, η Γαλλία εφιστά την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι τα νέα μέτρα, τα οποία εξασφαλίζουν την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της SNCM, θα επέτρεπαν να διατηρηθεί ο ανταγωνισμός στις εξεταζόμενες αγορές, και ιδίως στην αγορά των θαλάσσιων μεταφορών με την Κορσική. Το στοιχείο αυτό, κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, αποτελεί βασική αρχή των κατευθυντήριων γραμμών για τη διάσωση μιας προβληματικής επιχείρησης, όπως ανέφεραν η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση (αιτιολογική σκέψη 283 της ακυρωθείσας απόφασής της) και το Πρωτοδικείο στην απόφασή του της 15ης Ιουνίου 2005 (αιτιολογική σκέψη 117). Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι η Επιτροπή μπορούσε να κρίνει, ασκώντας την ευρεία διακριτική της ευχέρειας, ότι η παρουσία μιας επιχείρησης ήταν απαραίτητη για να προληφθεί η δημιουργία μιας ενισχυμένης ολιγοπωλιακής διάρθρωσης στις εν λόγω αγορές.

(132)

Όσον αφορά τον καθορισμό των τυχόν επιβλητέων αντισταθμιστικών μέτρων στην SNCM, η Γαλλία προτείνει να λάβει υπόψη η Επιτροπή τη διάρθρωση της αγοράς. Έτσι, μία μείωση του δυναμικού της SNCM θα ενίσχυε τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει πλέον η CFF στην αγορά των θαλάσσιων μεταφορών με την Κορσική (86).

(133)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, το επικαιροποιημένο σχέδιο αναδιάρθρωσης είναι σύμφωνο με τα κριτήρια συμβατότητας που όρισε η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές του 1999 και του 2004. Το σύνολο των μέτρων που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο της ιδιωτικοποίησης της SNCM προσδοκάται, σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές, ότι θα επιτρέψουν επίσης να αποκατασταθεί από τα τέλη του 2009 η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της SNCM και θα περιοριστούν στο ελάχιστο απαραίτητο για την επιστροφή στη βιωσιμότητα.

IV.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ

4.1.   ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ 2002

4.1.1.   Παρατηρήσεις της Corsica Ferries (CFF)

(134)

Αμφισβητώντας καταρχάς ότι ή SNCM είναι προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών (87), η CFF διερωτάται αν η SNCM είναι ικανή να καταστεί κερδοφόρα στις μη επιδοτούμενες γραμμές της. Ακόμη, η CFF αμφισβητεί, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης (88), ότι εξακολουθεί να υφίσταται η σύνδεση με το Λιβόρνο.

(135)

Σχετικά με το ζήτημα της μείωσης του κόστους, η CFF εκφράζει την απογοήτευσή της για το γεγονός ότι δεν έχει πρόσβαση σε ορισμένα στοιχεία του σχεδίου αναδιάρθρωσης για το οποίο οι αντιπρόσωποί της διατύπωσαν επικρίσεις (89).

(136)

Η CFF έχει την άποψη ότι ο υπολογισμός των γαλλικών αρχών που οδηγεί στο ποσό των 76 εκατ. EUR είναι καθαρά εικονικός (90), ενώ η ύψους 79 % αναλογία ιδίων κεφαλαίων προς τις χρηματοοικονομικές οφειλές που καθόρισαν οι γαλλικές αρχές είναι υπερβολική (91). Όσον αφορά τις συμμετοχές της SNCM, η CFF επισημαίνει ότι ορισμένες θυγατρικές δεν είναι χρήσιμες για τις δραστηριότητες μιας ναυτιλιακής εταιρείας (92).

(137)

Εν κατακλείδι, κατά την άποψη της CFF, το σχέδιο ενίσχυσης αποσκοπεί στην καταστρατήγηση του κανονισμού για τις εσωτερικές μεταφορές (καμποτάζ) και καθιστά άσκοπο το διαγωνισμό που προκηρύχθηκε για τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής από τη Μασσαλία. Η CFF επιμένει ότι η προτεινόμενη ενίσχυση δεν πρέπει τελικά να επιτρέψει μια περισσότερο επιθετική εμπορική προσφορά εκ μέρους της SNCM. Η ίδια προτείνει τη χορήγηση ενίσχυσης για αναδιάρθρωση μόνο το 2007 και μόνο αν η SNCM δεν αναδειχθεί ανάδοχος κατά τον προσεχή διαγωνισμό του 2006, μοναδική εκδοχή που κατ’ αυτήν θα μπορούσε να προκαλέσει πραγματικές δυσχέρειες στη δημόσια ναυτιλιακή εταιρεία.

4.1.2.   Παρατηρήσεις της STIM

(138)

Η STIM, ο μέτοχος αναφοράς της CMN, υποστηρίζει ότι οι συμμετοχές της SNCM στην CΜΝ πρέπει να αναλυθούν ως καθαρά χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού. Κατά την άποψη της STIM, η CMN και η SNCM είναι ανεξάρτητες και ανταγωνιστικές σε άλλες γραμμές εκτός από αυτές με αφετηρία τη Μασσαλία, παρά το γεγονός ότι και οι δύο είναι από κοινού ανάδοχοι της σύμβασης παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

(139)

Η επιστολή αναφέρει ότι η STIM θα αναλάμβανε τη δέσμευση «να εξαγοράσει, το σύνολο ή μέρος, και κατά προτίμηση το σύνολο των συμμετοχών της SNCM στην CΜΝ», την αξία των οποίων εκτιμά σε 15 έως 17 εκατ. EUR, εάν η Επιτροπή έκρινε, με τους όρους που θα μπορούσε να επιβάλει στην τελική απόφασή της, ότι «αυτή η μεταβίβαση είναι απαραίτητη για την ισορροπία του σχεδίου αναδιάρθρωσης».

4.1.3.   Παρατηρήσεις των εκπροσώπων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης

(140)

Ο δήμαρχος της Μασσαλίας, ο πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου της περιφέρειας Bouches-du-Rhône και ο πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου της περιφέρειας Provence-Alpes-Côte d’Azur επισημαίνουν την οικονομική σημασία της SNCM για την περιφερειακή οικονομία.

(141)

Ο πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου Provence-Alpes-Côte d’Azur αναφέρει ότι, κατά την άποψή του, πληρούνται οι όροι ώστε το σχέδιο αναδιάρθρωσης της SNCM να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

(142)

Ο πρόεδρος του εκτελεστικού συμβουλίου της Συνέλευσης της Κορσικής διαβίβασε απόφασή της, της 18ης Δεκεμβρίου 2002, στην οποία η Συνέλευση της Κορσικής διατύπωσε «ευνοϊκή γνώμη» για το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης της SNCM.

4.1.4.   Παρατηρήσεις της Υπηρεσίας Μεταφορών της Κορσικής

(143)

Η OTC ανέφερε ότι, εφόσον η SNCM είναι σήμερα η μόνη εταιρεία που μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της σύμβασης όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, η εξαφάνισή της «θα προκαλούσε άμεσα σημαντική μείωση των παρεχόμενων υπηρεσιών». Υπενθυμίζει επίσης το βάρος της SNCM στην οικονομία της Κορσικής.

4.2.   ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ 2006

4.2.1.   Παρατηρήσεις της Corsica Ferries France (CFF)

(144)

Η CFF επισημαίνει τη σημασία των υπό εξέταση χρηματικών ποσών, τη δυσαναλογία τους σε σχέση με τον κύκλο εργασιών της SNCM και το γεγονός ότι καταβλήθηκαν στην SNCM πριν η Επιτροπή λάβει απόφαση βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.

(145)

Η CFF εφιστά την προσοχή της Επιτροπής στο γεγονός ότι η στήριξη του γαλλικού κράτους προς την SNCM έχει στρατηγική σημασία για την ανάπτυξη της CFF. Τα μη επιτρεπόμενα αυτά μέτρα θα έδιναν στη SNCM τη δυνατότητα να ακολουθήσει μια επιθετικότατη τιμολογιακή πολιτική στις γραμμές στις οποίες έχει κατακτήσει θέση η CFF εδώ και 10 έτη και στις οποίες, για πρώτη φορά από την εγκατάστασή της, θα έχανε μερίδια αγοράς.

(146)

Όσον αφορά τη διαδικασία ανοιχτού διαγωνισμού για τη μεταβίβαση της εταιρείας, η CFF θεωρεί ότι αυτή δεν ήταν πλήρως διαφανής, εφόσον η επιχείρηση που επελέγη, δηλαδή η BCP, δεν είναι πλέον υπό τον επιχειρησιακό έλεγχο της SNCM, έχοντας εκχωρήσει τη θέση της στον όμιλο VT. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι οικονομικοί όροι έχουν γίνει πολύ ευνοϊκότεροι για τους αγοραστές, η CFF διερωτάται αν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης των επενδυτών που θα έπρεπε να διέπει την όλη διαδικασία.

(147)

Όσον αφορά την αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατ. EUR, η CFF αμφιβάλλει αν εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση το κριτήριο του συνετού επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Αφενός, η CFF διερωτάται αν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω συναλλαγή διεκπεραιώθηκε από το κράτος παράλληλα με μια σημαντική και ταυτόχρονη παρέμβαση των εμπλεκόμενων ιδιωτικών επιχειρήσεων σε όρους συγκρίσιμους, ενώ το κράτος προέβη σε ανακεφαλαιοποίηση της εταιρείας πριν την κοινή ανακεφαλαιοποίηση από μέρους των μετόχων και το νέο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Αφετέρου, η CFF θεωρεί ότι, λόγω της σοβαρής οικονομικής κατάστασης της SNCM, ένας συνετός επενδυτής θα είχε παρέμβει νωρίτερα για να αποτρέψει την απαξίωση της επένδυσής του (93).

(148)

Η CFF θεωρεί ότι η παραπομπή στην υπόθεση «ΑΒΧ Logistics» δεν είναι σωστή. Εκτός από το γεγονός ότι οι περιστάσεις εκείνης της υπόθεσης δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, η CFF επισημαίνει τη σημαντική συνεισφορά του δικαιούχου των ενισχύσεων σε αυτή την υπόθεση, πράγμα το οποίο είναι προφανές ότι δεν υφίσταται στην περίπτωση της SNCM. Εξάλλου, κατά την άποψη της CFF, η απόφαση της Επιτροπής του 2006 δεν έλαβε υπόψη το κόστος που συνδέεται με τον κίνδυνο άσκησης δικαστικών αγωγών στο πλαίσιο μιας εκκαθάρισης της εν λόγω επιχείρησης. Ως προς αυτό, η CFF θεωρεί ότι η εθνική νομολογία την οποία επικαλείται η Γαλλία για να δικαιολογήσει το κόστος το οποίο θα συνδεόταν με την εκκαθάριση της SNCM δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, κατά την CFF, στην υπόθεση Mines et produits chimiques de Salsignes, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο δεν επικαλείται πουθενά την άμεση ευθύνη του κράτους μετόχου σε περίπτωση εκκαθάρισης μιας επιχείρησης της οποίας είναι μέτοχος, αλλά τη δυνατότητα άσκησης αγωγής για την καταβολή των κοινωνικής φύσεως οφειλών κατά μιας δημόσιας οντότητας βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα και την αδυναμία των διαχειριστών να αποποιηθούν τις υποχρεώσεις τους επικαλούμενοι την παρέμβαση των δημόσιων αρχών.

(149)

Όσον αφορά το εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση της νομολογίας του Εφετείου της Rouen στην περίπτωση Aspocomp, η CFF υποστηρίζει ότι το αντικείμενο αυτής της απόφασης, που αφορά την καταδίκη μιας μητρικής εταιρείας να καταβάλει στους μισθωτούς μιας θυγατρικής αποζημιώσεις κοινωνικού χαρακτήρα λόγω «μη τήρησης μιας συμφωνίας» που επικυρώθηκε από τη μητρική διαφέρει πολύ από τις περιστάσεις της υπόθεσης SNCM. Δεν υφίσταται, συνεπώς, βέβαιος κίνδυνος να καταδικαστεί η CGMF ή να καταβάλει το κράτος αποζημιώσεις απόλυσης σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης. Εξάλλου, η CFF αμφισβητεί τον υπολογισμό των άλλων κοινωνικών δαπανών, επειδή οι διάφοροι εμπειρογνώμονες που καλούνται να τις υπολογίσουν παρουσιάζουν διαφορετικά στοιχεία.

(150)

Η CFF θεωρεί ότι η εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση της κοινοτικής νομολογίας στις υποθέσεις «Gröditzer» και «Hytasa» θα οδηγούσε αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι το κράτος δεν ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής εφόσον, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, η εισφορά κεφαλαίου του κράτους συνδέθηκε με την πώληση του 75 % της συμμετοχής του στην SNCM, μειώνοντας κατά το ίδιο ποσοστό τις προοπτικές απόδοσης της επένδυσης.

(151)

Τέλος, η CFF θεωρεί ότι η σύγκριση ανάμεσα στο κόστος εκκαθάρισης και το κόστος μιας ανακεφαλαιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αξία των στοιχείων ενεργητικού η οποία, και στις δύο περιπτώσεις, μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Η CFF θεωρεί ότι η αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων ενεργητικού στους αγοραστές κυμαινόταν μεταξύ 640 εκατ. EUR και 755 εκατ. EUR (94), λαμβανομένης υπόψη της αγοραίας αξίας του στόλου που χρησιμοποιεί η SNCM, την οποία η CFF εκτιμά μεταξύ 644 και 664 εκατ. EUR τον Αύγουστο του 2006.

(152)

Όσον αφορά την εκτίμηση ότι τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2006 συνιστούν ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, η CFF εκτιμά ότι, εάν η SNCM πληροί τους όρους για να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές του 2004 κατά την περίοδο πριν από την πρώτη ανακεφαλαιοποίηση, ύψους 142,5 εκατ. EUR, ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμος όσον αφορά την περίοδο πριν από τη δεύτερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR, εφόσον έγινε ανασύσταση ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης.

(153)

Αναφορικά με τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, η CFF επισημαίνει ότι η μεταβίβαση της SNCM είναι μερική και δεν είναι αμετάκλητη, εάν ληφθούν υπόψη οι ρήτρες υπαναχώρησης που συμφωνήθηκαν με τους αγοραστές. Τα στοιχεία αυτά αντιπροσωπεύουν μεγάλη αβεβαιότητα ως προς τη βούληση και την ικανότητα των αγοραστών να εξυγιάνουν την SNCM και υπονομεύουν εξαρχής τις προοπτικές μιας μακροχρόνιας βιωσιμότητας της επιχείρησης. Επιπλέον, η CFF αναφέρει ότι, σε αντίθεση με τις απαιτήσεις των κατευθυντήριων γραμμών του 2004, οι γαλλικές αρχές δεν προέβλεψαν εγκατάλειψη των δραστηριοτήτων που θα εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν διαρθρωτικά ελλείμματα ακόμη και μετά την αναδιάρθρωση (95). Επιπλέον, η CFF εκφράζει επιφυλάξεις για το σχέδιο μείωσης του κόστους τη στιγμή που ο στόλος της SNCM θα αυξανόταν (96) και για το σχέδιο μείωσης του προσωπικού, κυρίως λόγω της αποτυχίας του κοινωνικού σχεδίου του 2002.

(154)

Η CFF εκφράζει τις αμφιβολίες της ότι οι νέες ενισχύσεις περιορίζονται στο ελάχιστο λόγω, αφενός, έλλειψης σαφήνειας ως προς το τι καλύπτουν οι κοινωνικές δαπάνες και, αφετέρου, του περιεχομένου των πρακτικών της Συνέλευσης της SNCM της 28ης Απριλίου 2006, από το οποίο προκύπτει ότι μέρος αυτών των ενισχύσεων θα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη λειτουργικών ζημιών της εταιρείας το 2006 και το 2007. Η CFF θεωρεί επίσης ότι οι αγοραστές της SNCM δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στην αναδιάρθρωση της επιχείρησης.

(155)

Για να αποτραπούν αδικαιολόγητες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η CFF θεωρεί απαραίτητο να παραταθούν και να διευκρινιστούν τα αντισταθμιστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στην SNCM το 2003 και να προστεθούν νέα μέτρα για τη μείωση της παρουσίας της SNCM στην αγορά (97). Η CFF θεωρεί επίσης ότι ορισμένα από τα μέτρα που επιβλήθηκαν στην SNCM με την απόφαση του 2003 δεν τηρήθηκαν. Η SNCM προέβη στην αγορά νέων πλοίων κατά παράβαση του άρθρου 2 της απόφασης της Επιτροπής του 2003. Εξάλλου, η SNCM δεν εκποίησε τη συμμετοχή της στην CCM παραβιάζοντας το άρθρο 3 της απόφασης της Επιτροπής. Τέλος η SNCM εφαρμόζει από το 2003 επιθετική πολιτική τιμών με τιμές κατώτερες από αυτές που εφάρμοζε η CFF, κατά παράβαση του άρθρου 4 της ίδιας απόφασης (εισιτήρια έως 30 % φθηνότερα για την παροχή ταυτόσημων ή συγκρίσιμων υπηρεσιών).

(156)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα της δεύτερης ανακεφαλαιοποίησης κατά 8,75 εκατ. EUR, η CFF θεωρεί ότι, εκτός από την ταυτόχρονη δημόσια και ιδιωτική επένδυση, η ιδιωτική παρέμβαση πρέπει να είναι σημαντική και να υλοποιείται με όρους συγκρίσιμους ούτως ώστε να δικαιώνεται η παρέμβαση του κράτους. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πληρούνται αυτοί οι δύο όροι. Αφενός, η συμμετοχή των αγοραστών, που συνδέεται αυστηρά με την πρώτη αύξηση κεφαλαίου κατά 142,5 εκατ. EUR, δεν είναι σημαντική. Αφετέρου, η παρέμβαση των αγοραστών δεν πραγματοποιήθηκε με όρους συγκρίσιμους με αυτούς του κράτους, κυρίως εξαιτίας των ακυρωτικών ρητρών και της προσδοκώμενης αποδοτικότητας της μειοψηφικής συμμετοχής της CGMF.

(157)

Ως προς τα κοινωνικά μέτρα ποσού 38,5 εκατ. EUR η CFF αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό αυτού του ποσού ως ενίσχυσης σε πρόσωπα. Πράγματι, αν και το ποσό αυτό ευεργετεί άμεσα τους απασχολούμενους της SNCM, η CFF επισημαίνει ότι το μέτρο αυτό θα μπορούσε να έχει έμμεσα θετικά αποτελέσματα για την SNCM, ιδίως από άποψη κατευνασμού του κοινωνικού κλίματος.

4.2.2.   Παρατηρήσεις της STIM

4.2.2.1.   Όσον αφορά τα μέτρα μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2002

(158)

Όσον αφορά την αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατ. EUR, η STIM θεωρεί ότι η τιμή αυτή δεν συνιστά αγοραία αξία που προέκυψε μετά από διαδικασία ανοικτού και χωρίς διακρίσεις διαγωνισμού, διότι η ανακεφαλαιοποίηση έγινε με διαφορετικούς όρους από αυτούς που θα έπρεπε φυσιολογικά να καθοδηγούν έναν ιδιώτη επενδυτή. Η STIM θεωρεί πράγματι ότι η επανεκτιμηθείσα καθαρή λογιστική αξία ενεργητικού θα επέτρεπε, στη χειρότερη περίπτωση, εκκαθάριση χωρίς κόστος για το κράτος, ακόμα και την ύπαρξη υπεραξίας από την εκκαθάριση, ότι η τιμή πώλησης είναι ευτελής σε σχέση με την αξία της επιχείρησης (την οποία η STIM εκτιμά σε 350 εκατ. EUR) και ότι το ύψος της ενίσχυσης είναι δυσανάλογο σε σχέση με τις ανάγκες της επιχείρησης.

(159)

Η STIM εφιστά επίσης την προσοχή της Επιτροπής στον εξωφρενικό χαρακτήρα της ακυρωτικής ρήτρας της μεταβίβασης στον ιδιωτικό τομέα.

(160)

Τέλος, η STIM αμφισβητεί την αιτιολόγηση της πώλησης σε αρνητική τιμή με το ελάχιστα πειστικό επιχείρημα ότι η εκκαθάριση θα ήταν από κοινωνική άποψη δύσκολη.

(161)

Όσον αφορά τη δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση κατά 8,75 εκατ. EUR, η STIM θεωρεί ότι αυτή η εισφορά κεφαλαίου δεν τηρεί την αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, λόγω ανεπάρκειας των εγγυήσεων απόδοσης της επένδυσης. Η STIM αμφισβητεί το επιχείρημα ότι η χρονική σύμπτωση της ιδιωτικής και της δημόσιας επένδυσης αφαιρεί από αυτή την εισφορά κεφαλαίου την ιδιότητα της κρατικής ενίσχυσης. Μια τέτοια χρονική σύμπτωση, εφόσον διαπιστωθεί, δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλή ένδειξη και δεν είναι δυνατό να αποτελέσει από μόνη της κριτήριο χαρακτηρισμού (98). Τέλος, η STIM ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου ισοδυναμούσε με παροχή εγγύησης εκ μέρους της γαλλικής κυβέρνησης προς τους αγοραστές ότι η SNCM θα ήταν πράγματι ο ανάδοχος της ΑΔΥ για τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής.

(162)

Όσον αφορά τις ενισχύσεις των 38,5 εκατ. EUR σε πρόσωπα, η STIM θεωρεί ότι το ποσό αυτό στην πραγματικότητα έχει στόχο να παράσχει στην SNCM τα μέσα για να τηρήσει ορισμένα βασικά στοιχεία του σχεδίου εξυγίανσης που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, ιδίως τη μείωση του προσωπικού, τα οποία δεν τηρήθηκαν.

4.2.2.2.   Όσον αφορά τη συμβατότητα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2004

(163)

Η STIM θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που εισέπραξε η SNCM δεν περιορίζονται στο ελάχιστο. Η συνεισφορά της SNCM και των αγοραστών στο σχέδιο αναδιάρθρωσης είναι ανεπαρκής σε σχέση με τους όρους που επιβάλλουν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004 και δεν αποδεικνύεται ότι η SNCM βρισκόταν σε τόσο έκτακτη κατάσταση που να δικαιολογεί χαμηλότερο επίπεδο ίδιας συνεισφοράς. Επίσης, η STIM επισημαίνει τον δυσανάλογο χαρακτήρα των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν το 2006, στο μέτρο που αυτές επέτρεψαν στην SNCM να συστήσει αποθεματικά για να καλύψει μελλοντικές απώλειες. Τέλος, το γεγονός ότι ή SNCM δεν εκποίησε στοιχεία ενεργητικού τα οποία δεν είναι απαραίτητα για την επιβίωσή της είναι αντίθετο προς τις απαιτήσεις των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

(164)

Η STIM θεωρεί ότι η καταβολή αυτών των ποσών παραβιάζει την αρχή του ενιαίου συστήματος που θέσπισαν οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004. Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης και οι κοινωνικές συγκρούσεις δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως περιστάσεις έκτακτες, μη προβλέψιμες και μη καταλογιστέες στη δικαιούχο επιχείρηση.

(165)

Κατά συνέπεια, η STIM απαιτεί πρόσθετες αποζημιώσεις μέχρι το ήμισυ του ποσού των ενισχύσεων οι οποίες χορηγήθηκαν, ήτοι 98,25 εκατ. EUR μέσω της μεταβίβασης ενός ακόμη πλοίου καθώς και των άμεσων και έμμεσων συμμετοχών της SNCM στην CMN. Ως προς αυτό, η STIM ισχυρίζεται ότι οι συμμετοχές αυτές δεν είναι στρατηγικού χαρακτήρα με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές του 2004 για τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης, διότι δεν είναι «απαραίτητες για την επιβίωση της επιχείρησης» ούτε έχουν χαρακτήρα αναπαλλοτρίωτου στοιχείου ενεργητικού.

(166)

Η STIM ισχυρίζεται επίσης ότι οι εικαζόμενες συνέργειες ανάμεσα στην SNCM και την CMN δεν υφίστανται, εφόσον η SNCM δεν έχει καμία πραγματική συμμετοχή στη διαχείριση και την εξέλιξη της CMN. Τέλος, η STIM επισημαίνει ότι η σύμβαση μετόχων που συνδέει τις δύο επιχειρήσεις δεν υφίσταται πλέον από τις 15 Μαρτίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία την κατήγγειλε η CMN, όπως διαπίστωσε το Εφετείο των Παρισίων.

4.2.3.   Παρατηρήσεις της SNCM

(167)

Η SNCM κοινοποίησε στην Επιτροπή φάκελο με τα στοιχεία της τρέχουσας οικονομικής και ανταγωνιστικής της κατάστασης· ο φάκελος συνοδεύεται με νομική γνωμοδότηση η οποία εκτιμά ότι υπήρχε κίνδυνος, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας εκκαθάρισης, να χαρακτηριστεί το κράτος με δικαστική απόφαση ως εκ των πραγμάτων διαχειριστής της εταιρείας κατά την περίοδο πριν από την ιδιωτικοποίηση.

(168)

Η εταιρεία νομικών συμβούλων Baker & McKenzie τη γνώμη της οποίας ζήτησε η SNCM, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, με βάση τα έγγραφα της εταιρείας, τις σχετικές επιστολές, τις εισηγήσεις και τα πρακτικά των συνεδριάσεων των ελεγκτικών οργάνων, το γαλλικό κράτος […] (*1) αποφάσεις (99) […] (*1) όργανα (100), […] (*1) κοινωνικά όργανα (101). Η έκθεση επισημαίνει ακόμα ότι […] (*1) SNCM (102). Τέλος, η ίδια έκθεση αναφέρει ότι […] (*1) SNCM.

(169)

Με βάση τα ανωτέρω, ο εμπειρογνώμονας της SNCM συμπεραίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα το Εμποροδικείο της Μασσαλίας θα υιοθετούσε το χαρακτηρισμό του κράτους ως εκ των πραγμάτων διαχειριστή της εταιρείας.

(170)

Επιπλέον, από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά παρουσιάζονται ιδίως στις εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, συνάγεται ότι διαχειριστικά λάθη που διέπραξε το γαλλικό κράτος, ως εκ των πραγμάτων διαχειριστής της SNCM, συνέβαλαν στη διαπιστωθείσα ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού της SNCM. Η έκθεση επισημαίνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα διαχειριστικά σφάλματα: την επιλογή […] (*1) εμπορικού χαρακτήρα. Η ζημία που οφείλεται σε διαχειριστικά λάθη του κράτους ανέρχεται σε […] (*1).

(171)

Με αυτά τα δεδομένα, κατά την άποψη του εμπειρογνώμονα της SNCM δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, εάν ασκείτο αγωγή για κάλυψη παθητικού, το κράτος θα καταδικαζόταν να αναλάβει το σύνολο ή μέρος της ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού λόγω της ισχυρής συμμετοχής του στη διαχείριση της SNCM, των πρόδηλων διαχειριστικών σφαλμάτων και του μεγέθους των οικονομικών πόρων του κράτους.

(172)

Με βάση τη σχετική νομολογία, ο εμπειρογνώμονας της SNCM συμπεραίνει ότι, εάν είχε γίνει εκκαθάριση της SNCM, το κράτος θα καταδικαζόταν οπωσδήποτε να αναλάβει το σύνολο των κοινωνικών υποχρεώσεων της SNCM. Αυτό θα είχε σαν αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί το κράτος μέτοχος κατά ποσοστό 85 έως 100 % της διαπιστωθείσας ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού (δηλαδή από 316,6 έως 385,7 εκατ. EUR). Κατά συνέπεια, με την απόφασή του να ιδιωτικοποιήσει την SNCM, αφού προηγουμένως προέβη σε αύξηση των ιδίων κεφαλαίων της κατά 158 εκατ. EUR, το κράτος ενήργησε ως συνετός επενδυτής.

V.   ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

5.1.   ΣΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΓΑΛΛΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΙΝΗΣΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΤΟΥ 2002

5.1.1.   Σχετικά με τις παρατηρήσεις της CFF

(173)

Οι γαλλικές αρχές ανέφεραν ότι ορισμένα από τα στοιχεία που προσκόμισε η CFF σχετικά με την προσφορά της SNCM είναι ανακριβή.

(174)

Το κράτος κρίνει, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η CFF, ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης καταρτίστηκε έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η εξυγίανση της SNCM το συντομότερο δυνατό και να δημιουργηθούν οι όροι της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς της. Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι σημαντικό μέρος του προγράμματος περικοπής δαπανών έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Τα θαλάσσια μεταφορικά μέσα έχουν περιοριστεί και το πρόγραμμα εκποίησης στοιχείων ενεργητικού εξελίσσεται σύμφωνα με το βιομηχανικό σχέδιο. Υπήρξε αναδιάταξη των δρομολογίων και το σχέδιο δράσης για τη μείωση των ενδιάμεσων αναλώσεων παράγει τα πρώτα αποτελέσματα. Τέλος, το σκέλος απασχόλησης του βιομηχανικού σχεδίου τίθεται σταδιακά σε εφαρμογή. Ακόμη, η SNCM διέθεσε το 2001 ποσό 21,3 εκατ. EUR για τη χρηματοδότηση μέτρων αναδιάρθρωσης, και ιδίως για το σχέδιο διασφάλισης των θέσεων απασχόλησης.

(175)

Αναφορικά με τον καθορισμό του ποσού της ενίσχυσης, οι γαλλικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι η αναλογία 0,79 των ιδίων κεφαλαίων προς τις συνολικές οφειλές είναι πολύ συνήθης στους ισολογισμούς των περισσότερων ναυτιλιακών εταιρειών, πλην εκτάκτων καταστάσεων. Η αναλογία 0,497 που δήλωσε η CFF για τη CMN το 2001 είναι ανακριβής κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, διότι δεν λαμβάνει υπόψη τα ρευστά διαθέσιμα στο ενεργητικό του ισολογισμού. Εάν συνεκτιμηθεί και αυτό το στοιχείο, η αναλογία της CMN είναι 0,557. Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, αυτό το επίπεδο εξακολουθεί να είναι σε κάθε περίπτωση ανεπαρκές για τη CMN και καταδεικνύει τη δυσχερή ταμειακή κατάσταση που αντιμετώπιζε η CMN το 2002. Η CMN αναγκάστηκε, πράγματι, να δανειστεί 8 εκατ. EUR από την STIM για την κάλυψη ταμειακού ελλείμματος που δεν κάλυψαν οι τράπεζές της.

5.1.2.   Σχετικά με τις παρατηρήσεις της STIM

(176)

Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι η συμμετοχή της SNCM στο κεφάλαιο της CMN δεν μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς χρηματοοικονομικό στοιχείο ενεργητικού, όπως φαίνεται να ισχυρίζεται η STIM. Η Γαλλία υποστηρίζει ότι οι συμμετοχές της SNCM στην CMN έχουν εξόχως στρατηγικό χαρακτήρα. Η εκποίησή τους θα ήταν, κατά την άποψή της, όχι μόνο αντίθετη με την επιχειρηματική λογική αλλά θα αποτελούσε πράγματι και μείζον στρατηγικό λάθος.

5.1.3.   Σχετικά με τις παρατηρήσεις των αντιπροσώπων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης

(177)

Αν και η Γαλλία συμφωνεί συνολικά το περιεχόμενο της επιστολής του προέδρου της Περιφέρειας Προβηγκίας - Άλπεων - Κυανής Ακτής, οφείλει ωστόσο να δηλώσει ότι, σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στο σημείο 2 της εν λόγω επιστολής (103), η προσφορά για τη συγκοινωνιακή σύνδεση της ηπειρωτικής Γαλλίας με την Κορσική δεν είναι «υπερβολική σε σχέση με τη ζήτηση» και ότι η τιμολογιακή πολιτική της SNCM είναι σύμφωνη με τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει να μην ξεκινήσει η ίδια πόλεμο τιμών και να μην διαδραματίζει ηγετικό ρόλο στον καθορισμό τιμών («price leader»).

5.2.   ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ 2006

(178)

Γενικά, η Γαλλία επισημαίνει ότι πολλές από τις παρατηρήσεις της SNCM και της CFF είναι ταυτόσημες με τις παρατηρήσεις που οι ίδιες εταιρείες είχαν ήδη διατυπώσει στην Επιτροπή το 2003. Συγκεκριμένα, αναφέρουν ότι οι παρατηρήσεις της CFF υποβλήθηκαν στο Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της προσφυγής αναιρέσεως της απόφασης της Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 2003 και, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, απορρίφθηκαν τόσο από την Επιτροπή όσο και από το Πρωτοδικείο.

5.2.1.   Σχετικά με την πρόωρη εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονταν στο πρώτο σχέδιο αναδιάρθρωσης και τις τροποποιήσεις του

(179)

Στη γενική παρατήρηση σχετικά με την πρόωρη εφαρμογή από τη Γαλλία των μέτρων που χαρακτηρίζονται ενισχύσεις, οι γαλλικές αρχές απαντούν ότι η εν λόγω εφαρμογή δικαιολογείται λόγω της ιδιαιτερότητας της διαδικασίας, δηλαδή της ακύρωσης το 2005 της εγκριτικής απόφασης της Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 2003 και όχι από την πρόθεση των γαλλικών αρχών να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη συνθήκη ΕΚ. Επίσης, η Γαλλία διευκρινίζει ότι ενημέρωνε πάντοτε την Επιτροπή σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης και για τα διάφορα μέτρα που λαμβάνονταν από τον Ιανουάριο του 2005, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας ανάμεσα στα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

(180)

Όσον αφορά τα τελευταία μέτρα, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι, εφόσον κανένα από αυτά δεν συνιστά ενίσχυση, δεν εφαρμόζεται in fine σε αυτά το άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται καμία απολύτως υποχρέωση αναστολής της εκτέλεσής τους.

5.2.2.   Όσον αφορά τα μέτρα μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2002

(181)

Όσον αφορά τη διαδικασία μεταβίβασης, η Γαλλία διευκρινίζει ότι προέβλεψε ήδη εξαρχής κλασικά κριτήρια επιλογής βασιζόμενη κυρίως στην προταθείσα τιμή για να αποτιμήσει τους τίτλους της SNCM και επικουρικά σε άλλες παραμέτρους (βιομηχανικό σχέδιο, σχέδιο κοινωνικών μέτρων κ.λπ.)· ένα από τα κριτήρια ήταν και το ποσό που οι υποψήφιοι αγοραστές ήταν διατεθειμένοι να επενδύσουν στην εταιρεία στο πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης. Η Γαλλία αμφισβητεί κατηγορηματικά το επιχείρημα τρίτων ότι η διαδικασία πώλησης δεν ήταν διαφανής και υπενθυμίζει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κράτος τήρησε με το παραπάνω τις ήδη ισχυρές και δεσμευτικές νομικές και κανονιστικές υποχρεώσεις που προβλέπονται για την εκποίηση συμμετοχών του δημοσίου. Η Γαλλία υπενθυμίζει ότι η εξέλιξη που υπήρξε μετά την προσφορά της BCP να αγοράσει το 100 % των τίτλων της SNCM σημειώθηκε σε δυσχερέστατο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο και ότι η σύνδεση της VT με την προσφορά της BCP δεν μετέβαλε τους εμπορικούς και οικονομικούς όρους της συναλλαγής (πλην της κατανομής του κεφαλαίου).

(182)

Όσον αφορά την αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατ. EUR, οι γαλλικές αρχές υπενθυμίζουν ότι, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης της SNCM στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, η επιχείρηση πωλήθηκε σε τιμή της αγοράς και ότι η πώληση ήταν οικονομικά συμφερότερη από την εκκαθάριση της επιχείρησης. Ως προς αυτό, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι η εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή σε περίπτωση μεταβίβασης μιας επιχείρησης που πλησιάζει την εκκαθάριση δεν πρέπει να θεωρείται ως επιδίωξη της «αποδοτικότητας της δημόσιας παρέμβασης» αλλά ως αποτροπή σημαντικότερων απωλειών τις οποίες θα υφίστατο ο μέτοχος μέσω μιας επαχθέστερης εκκαθάρισης.

(183)

Όσον αφορά το καταβληθέν τίμημα, η Γαλλία αμφισβητεί τον ισχυρισμό ότι η τιμή πώλησης της SNCM δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική της αξία. Συγκεκριμένα, απορρίπτει την εκτίμηση της αξίας της επιχείρησης από τη STIM σε περίπου 350 εκατ. EUR, η οποία λαμβάνει υπόψη μόνο τα στοιχεία του ισολογισμού που αυξάνουν την αξία με βάση τη λογιστική θέση της επιχείρησης (έκτακτες αποσβέσεις, υπολειμματική υπεραξία των πλοίων κ.λπ.), χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία παθητικού που τη μειώνουν. Αυτή η καθαρά λογιστική μέθοδος υπολογισμού δεν ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα μιας εταιρείας θαλάσσιων μεταφορών, όπως η SNCM, η οποία διαθέτει στοιχεία ενεργητικού που καταγράφονται στον ισολογισμό, αλλά παρουσιάζει επίσης μειωμένη αποδοτικότητα και σημαντικά στοιχεία παθητικού εκτός ισολογισμού.

(184)

Οι γαλλικές αρχές απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό της CFF ότι υποεκτιμήθηκε η αγοραία αξία του στόλου της SNCM, την οποία η CFF εκτιμά μεταξύ 406,5 εκατ. EUR και 426,5 εκατ. EUR. Οι γαλλικές αρχές δηλώνουν ότι τα πλοία που έλαβε υπόψη η CFF για τον υπολογισμό της δεν είναι εκείνα που είχε στην αποκλειστική της κυριότητα η SNCM στις 30 Σεπτεμβρίου 2005. Η μη εφαρμογή εκπτώσεων στην αγοραία αξία των πλοίων δεν ελάμβανε υπόψη το πλαίσιο στο οποίο θα διεξαγόταν μια ενδεχόμενη δικαστική εκκαθάριση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων και, τέλος, η ημερομηνία που επελέγη για τον υπολογισμό αυτής της αγοραίας αξίας, δηλαδή ο Αύγουστος του 2006, δεν είναι η ημερομηνία δυνητικής εκκαθάρισης της SNCM η οποία θα έπρεπε να ληφθεί ως ημερομηνία αναφοράς, εφόσον αυτή ήταν η 30ή Σεπτεμβρίου 2005. Εξάλλου, η Γαλλία επισημαίνει ότι, εάν επιλεγόταν η ημερομηνία που προτείνει η CFF, η αρνητική τιμή θα ήταν τρεις φορές χαμηλότερη από την τιμή εκκαθάρισης των στοιχείων ενεργητικού με βάση την απόφαση Gröditzer, η οποία θα ήταν ευνοϊκότερη από τις παραδοχές που υπέβαλαν στην Επιτροπή οι γαλλικές αρχές.

(185)

Στο επιχείρημα της CFF που αμφισβητεί ότι εφαρμόστηκε η απόφαση Gröditzer, αναφερόμενη στο γεγονός ότι η εισφορά κεφαλαίου του κράτους στην SNCM ήταν συνδεδεμένη με την πώληση του 75 % της συμμετοχής του, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη μείωση των προοπτικών απόδοσης της επένδυσης, οι γαλλικές αρχές απαντούν ότι η αρνητική τιμή πώλησης των 158 εκατ. EUR αντιστοιχεί πράγματι στη μεταβίβαση του συνολικού κεφαλαίου της SNCM που ακολουθήθηκε από νέα επένδυση του κράτους ύψους 25 % με απόδοση […] (*1) % ετησίως. Συνεπώς, η Γαλλία θεωρεί ότι η απόδοση της επένδυσης εξακολουθεί να είναι εγγυημένη λόγω της συμμετοχής της στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας κατά 25 %, εφόσον η συμμετοχή αυτή έχει την εγγύηση πολύ υψηλής απόδοσης.

(186)

Η Γαλλία αμφισβητεί επίσης το επιχείρημα της CFF ότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα περίπτωση το σκεπτικό της απόφασης ΑΒΧ, που βασίζεται κυρίως στην ανάλυση των πραγματικών εξόδων εκκαθάρισης της SNCM και στον κίνδυνο να θεωρηθεί το κράτος υπεύθυνο για το παθητικό της επιχείρησης σε περίπτωση αγωγής για κάλυψη παθητικού, όπως προβλέπουν οι συλλογικές διαδικασίες της Γαλλίας και σύμφωνα με την εθνική νομολογία (απόφαση του Εφετείου της Ρουέν της 22ας Μαρτίου 2005). Αν και οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι η συμπεριφορά τους ως διαχειριστές της SNCM δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί «πλημμελής» στο πλαίσιο αυτού του μέτρου, επιμένουν ότι υπήρχε πολύ υψηλός κίνδυνος καταδίκης του κράτους από ένα εθνικό δικαστήριο για έλλειμμα στοιχείων ενεργητικού της SNCM λόγω ελαστικών κριτηρίων χαρακτηρισμού της πλημμελούς διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου L.651-2 του εμπορικού κώδικα και βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας η οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση.

(187)

Όσον αφορά την ανακεφαλαιοποίηση κατά 8,75 εκατ. EUR, η Γαλλία υπενθυμίζει ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της CFF και της STIM, η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση λόγω της χρονικής σύμπτωσης αυτής της επένδυσης, της ομοιότητας των όρων εγγραφής και της υψηλότερης από τον μέσο όρο μέση αμοιβής που έλαβε το κράτος μέσω της CGMF.

(188)

Ειδικότερα, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι η παρουσία ακυρωτικών ρητρών δεν θα μπορούσε να διακυβεύσει την αρχή της ισότητας των επενδυτών, εφόσον οι ρήτρες αυτές είχαν προβλεφθεί στο πλαίσιο της μεταβίβασης του 100 % της SNCM και όχι στο πλαίσιο της μεταγενέστερης ανακεφαλαιοποίησης των 35 εκατ. EUR.

(189)

Επιπλέον, η Γαλλία υπενθυμίζει ότι η επένδυσή της είναι σαφώς κατώτερη από την επένδυση των αγοραστών, εφόσον μόνο το ποσό των 8,75 εκατ. EUR πρέπει να συγκριθεί με την επένδυση των αγοραστών (26,25 εκατ. EUR). Πράγματι, η εξέταση της πρώτης ανακεφαλαιοποίησης των 142,5 εκατ. EUR θα έπρεπε να γίνει μόνο στο πλαίσιο της σύγκρισης με την τιμή εκκαθάρισης.

(190)

Τέλος, η Γαλλία αμφισβητεί τον ισχυρισμό της STIM ότι αυτή η εισφορά κεφαλαίου συνιστούσε παροχή εγγύησης στους ιδιώτες αγοραστές ότι η SNCM θα ήταν ο ανάδοχος της ΑΔΥ για τη συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση της Κορσικής. Οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι η εν λόγω αύξηση κεφαλαίου είναι πράξη συνετή και ανεξάρτητη από τις επιδόσεις της επιχείρησης και ότι η ανάθεση της ΑΔΥ στην SNCM δεν θα βελτίωνε την αναμενόμενη αποδοτικότητα αυτής της επένδυσης.

(191)

Όσον αφορά το ποσό των 38,5 εκατ. EUR για μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα, η Γαλλία επαναλαμβάνει το επιχείρημα ότι τα μέτρα αυτά συνιστούν ενισχύσεις σε πρόσωπα και ότι το γεγονός ότι το κράτος ανέλαβε την εκτέλεσή τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παροχή έμμεσου πλεονεκτήματος στην επιχείρηση, εφόσον τα μέτρα αυτά έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα προς τις νομικές και συμβατικές υποχρεώσεις της SNCM. Ακόμη, η Γαλλία υπενθυμίζει ότι τα μέτρα αυτά δεν επέτρεπαν την απόλυση των εργαζομένων διότι, και χωρίς τη λήψη των μέτρων, η SNCM θα διατηρούσε την ευθύνη της απέναντί τους.

(192)

Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της CFF, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι το ποσό των 38,5 εκατ. EUR δεν αντιστοιχεί στο κόστος της μείωσης προσωπικού που προβλεπόταν στο πλαίσιο του κοινωνικού σχεδίου του 2003, διότι αυτές οι περικοπές προσωπικού είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή, παρά την καθυστέρηση. Το νέο κοινωνικό σχέδιο έχει, συνεπώς, συμπληρωματικό χαρακτήρα προς τα πρώτα κοινωνικά μέτρα του 2003.

5.2.3.   Σχετικά με τη συμβατότητα με τις κατευθυντήριες γραμμές

(193)

Η Γαλλία θεωρεί ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να αναλυθεί είναι 15,81 εκατ. EUR.

(194)

Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της CFF, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι, με βάση το σημείο 11 των κατευθυντήριων γραμμών του 2004, αν και η πρώτη ανακεφαλαιοποίηση επέτρεψε την ανασύσταση των ιδίων κεφαλαίων της SNCM, δεν είχε σαν αποτέλεσμα να πάψει να θεωρείται πλέον προβληματική επιχείρηση, εφόσον αυτή η ανακεφαλαιοποίηση είχε στόχο να διασφαλίσει τη διατήρηση της δραστηριότητας της εταιρείας.

(195)

Η Γαλλία αρνείται τους ισχυρισμούς της CFF ότι δεν έπρεπε να κάνει νέες εισφορές κεφαλαίου στην επιχείρηση, διότι η SNCM θα μπορούσε να προσφύγει στον τραπεζικό δανεισμό. Ως προς αυτό, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι, στις 24 Αυγούστου 2005, οι τράπεζες είχαν αρνηθεί να χορηγήσουν στην SNCM νέα πιστωτικά όρια και, ως εκ τούτου, οι μοναδικές εναλλακτικές δυνατότητες που απέμεναν ήταν η ιδιωτικοποίηση ή η εκκαθάριση της επιχείρησης.

(196)

Η Γαλλία αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της CFF και της STIM περί αποτυχίας του σχεδίου αναδιάρθρωσης του 2002 το οποίο, παρά τη σχετική καθυστέρηση, τέθηκε σε εφαρμογή και συνέβαλε στο να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι το 2005. Το γεγονός ότι στη συνέχεια επιδεινώθηκε η οικονομική και δημοσιονομική κατάσταση της SNCM εξαιτίας παραγόντων εξωγενών προς την επιχείρηση κατέστησε αναγκαία την παράταση της εφαρμογής του σχεδίου που κοινοποιήθηκε το 2002 και τη θέσπιση νέων μέτρων.

(197)

Η Γαλλία θεωρεί ότι η SNCM έχει καλές προοπτικές εξυγίανσης και ότι τα μέτρα που προέβλεψαν οι νέοι μέτοχοι, ιδίως η εφαρμογή του κοινωνικού σχεδίου, η αναδιάταξη των δρομολογίων και η ανανέωση ορισμένων πλοίων, θα συμβάλουν στην αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχείρησης. Ως προς αυτό, η Γαλλία παρατηρεί ότι, λόγω των εσόδων που προέρχονται από την ΑΔΥ (περίπου [50-70] (*1) % του κύκλου εργασιών της SNCM) και λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των πάγιων εξόδων και των δυσκολιών αναδιάταξης των έξι πλοίων που χρησιμοποιούνται στα δρομολόγια Μασσαλίας-Κορσικής, η ΑΔΥ αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της στρατηγικής της επιχείρησης και της βιωσιμότητάς της.

(198)

Όσον αφορά τον περιορισμό της ενίσχυσης στο ελάχιστο, η Γαλλία θεωρεί ότι περιόρισε στο απολύτως ελάχιστο το κόστος της αναγκαίας αναδιάρθρωσης ώστε αυτή να καταστεί εφικτή. Σχετικά, οι γαλλικές αρχές υπενθυμίζουν ότι, όπως αναγνώρισε η Επιτροπή στην απόφασή της του 2003, η ίδια η επιχείρηση συνεισέφερε επαρκώς στο σχέδιο αναδιάρθρωσης με δικούς της πόρους εκποιώντας περιουσιακά στοιχεία της αξίας 30,2 εκατ. EUR. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη και άλλων μεταβιβάσεων που πραγματοποίησε η SNCM συνολικού ύψους 12,2 εκατ. EUR, το σύνολο των ιδίων συνεισφορών της επιχείρησης ανέρχεται σε 42,38 εκατ. EUR. Η Γαλλία θεωρεί ότι το ποσό αυτό είναι κατά πολύ υψηλότερο από το ποσό των ίδιων συνεισφορών που απαιτούνται για την έγκριση ενισχύσεων αναδιάρθρωσης, οι οποίες ανήλθαν τελικά σε 15,81 εκατ. EUR, εφόσον τα άλλα μέτρα δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση.

5.2.4.   Σχετικά με τους όρους που επιβλήθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής του 2003 και με τις ενδεχόμενες νέες αντισταθμίσεις

(199)

Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της STIM και της CFF, οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι τήρησαν όλους τους όρους που επιβλήθηκαν με την απόφαση του 2003, στους οποίους ήταν προσηλωμένες μέχρι τα τέλη του 2006, και συγκεκριμένα τη διατήρηση του στόλου των 11 πλοίων και την εφαρμογή χαμηλότερων τιμών έναντι των ανταγωνιστών.

(200)

Εξάλλου, η Γαλλία θεωρεί ότι, στο πλαίσιο της νέας τελικής απόφασης, το επίπεδο των αντισταθμιστικών μέτρων που θα επιβληθούν στην SNCM πρέπει να είναι προσαρμοσμένο, εφόσον το ποσό των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης ανέρχεται πλέον σε 15,81 εκατ. EUR και όχι σε 69,3 εκατ. EUR.

(201)

Ως προς αυτό, η Γαλλία αμφισβητεί τις παρατηρήσεις της STIM σχετικά με την πιθανότητα να επιβάλει η Επιτροπή στην SNCM ως αντιστάθμιση τη μεταβίβαση της συμμετοχής της στην CMN. Η Γαλλία αμφισβητεί το επιχείρημα της STIM ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2004 αμφισβήτησαν τον ορισμό των στρατηγικών στοιχείων ενεργητικού σε σχέση με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1999.

(202)

Όσον αφορά τα μέτρα που επικαλείται η CFF, τα οποία αποσκοπούν στη μείωση της παρουσίας της SNCM στην αγορά, οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι, όπως εξάλλου αναφέρει και η Επιτροπή στην απόφασή της του 2003 (σημείο 87), δεν υφίσταται υπερβάλλουσα ικανότητα στις σχετικές αγορές (Γαλλία – Κορσική – Μαγκρέμπ) και ότι μια αναδιάταξη των δρομολογίων που εξυπηρετούν την Κορσική στο πλαίσιο και εκτός της ΑΔΥ θα έθετε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

(203)

Αναφορικά με το επιχείρημα της CFF ότι η εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων προς όφελος της SNCM ενείχε σοβαρό κίνδυνο να εξαλειφθεί ο βασικός ανταγωνιστής της, δηλαδή η CFF, από την αγορά των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ της ηπειρωτικής Γαλλίας και της Κορσικής, οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι, με βάση τη σημερινή κατάσταση σε αυτή την αγορά στην οποία η CFF κατέχει πλέον μεγαλύτερο μερίδιο, η διατήρηση μιας ανταγωνιστικής δομής εξαρτάται από την έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης της SNCM και την παρουσία της εταιρείας στην εξεταζόμενη αγορά.

VI.   ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

6.1.   ΥΠΑΡΞΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 107 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΗΣ ΣΛΕΕ

(204)

Το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως».

(205)

Ο χαρακτηρισμός ενός εθνικού μέτρου ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ προϋποθέτει ότι πληρούνται συγκεντρωτικά οι ακόλουθοι όροι: 1) το εξεταζόμενο μέτρο παρέχει επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα· 2) το πλεονέκτημα αυτό πρέπει να χρηματοδοτείται με πόρους του κράτους· 3) το πλεονέκτημα αυτό νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό· και, τέλος, 4) το πλεονέκτημα αυτό επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (104).

(206)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η SNCM εισέπραξε κρατικούς πόρους συνολικού ποσού 274,54 εκατ. EUR (105) μέσω της CGMF η οποία ανήκει κατά 100 % στο κράτος.

(207)

Εφόσον η SNCM δραστηριοποιείται στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, ο οποίος είναι ανοικτός στον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό, το δυνητικό οικονομικό πλεονέκτημα που έλαβε είναι δυνατό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(208)

Το γεγονός ότι η αγορά των θαλάσσιων ενδομεταφορών (καμποτάζ) με τα νησιά της Μεσογείου είχε προσωρινά εξαιρεθεί, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1999, από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3577/92 δεν επιτρέπει να αποκλειστεί εκ προοιμίου το ενδεχόμενο ότι οι προηγούμενες επιδοτήσεις για την εξυπηρέτηση εσωτερικών γραμμών με τα νησιά της Μεσογείου στο πλαίσιο της ΑΔΥ θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.

(209)

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν οι χορηγούμενες επιδοτήσεις για την εξυπηρέτηση εσωτερικών γραμμών θα μπορούσαν να μην επηρεάσουν τις συναλλαγές και να μη προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού πριν την 1η Ιανουαρίου 1999, η κατάσταση μετά από την ημερομηνία εκείνη άλλαξε, εφόσον, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3577/92, οι δραστηριότητες ενδομεταφοράς είναι πλέον ανοικτές για όλες τις επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η SNCM δεν ασκεί αποκλειστικά δραστηριότητες εσωτερικών μεταφορών, αλλά δραστηριοποιείται και στην αγορά των διεθνών θαλάσσιων μεταφορών η οποία απελευθερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4055/86 του Συμβουλίου (106).

(210)

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται τα τρία τελευταία κριτήρια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 205 της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου, οφείλει να εξετάσει διαδοχικά για κάθε μέτρο την ύπαρξη επιλεκτικού οικονομικού πλεονεκτήματος, σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2012.

6.1.1.   Χρονικό πλαίσιο της ανάλυσης

(211)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου (107), η Επιτροπή οφείλει, μετά την ακύρωση απόφασής της, να βασίσει τη νέα ανάλυσή της αποκλειστικά στα στοιχεία που διέθετε τη στιγμή της έκδοσης της ακυρωθείσας απόφασης, στην προκειμένη περίπτωση στις 8 Ιουλίου 2008.

(212)

Τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις 8 Ιουλίου 2008, κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Οι αλλαγές ή εξελίξεις της αγοράς ή η κατάσταση του δικαιούχου της ενίσχυσης, δεν πρέπει ληφθούν υπόψη στην ανάλυση. Επίσης, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη την περίοδο εκτέλεσης του σχεδίου αναδιάρθρωσης μετά τον Ιούλιο 2008 (108).

(213)

Ομοίως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να επαναλάβει την εξέταση της υπόθεσης, ούτε να τη συμπληρώσει με νέες τεχνικές μελέτες (109). Η ακύρωση πράξης που περατώνει διοικητική διαδικασία η οποία περιλαμβάνει διάφορα στάδια δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την ακύρωση του συνόλου της διαδικασίας. Σε περιπτώσεις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που παρά τις διερευνητικές ενέργειες που επιτρέπουν ενδελεχή ανάλυση του συμβιβάσιμου της ενίσχυσης, η ανάλυση από μέρους της Επιτροπής αποδεικνύεται ατελής συνεπαγόμενη, ως εκ τούτου, τον παράνομο χαρακτήρα της απόφασης, η διαδικασία με σκοπό την αντικατάσταση της απόφασης αυτής μπορεί να επαναληφθεί βάσει των ήδη πραγματοποιηθεισών διερευνητικών ενεργειών (110).

(214)

Εξάλλου, δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να βασίσει τη νέα ανάλυσή της αποκλειστικά σε πληροφορίες που διέθετε τον Ιούλιο του 2008, πληροφορίες ως προς τις οποίες οι γαλλικές αρχές και η SNCM έχουν ήδη τοποθετηθεί, δεν υπάρχει λόγος να γίνει εκ νέου διαβούλευση με αυτές (111). Τέλος, το δικαίωμα τρίτων ενδιαφερομένων να διατυπώσουν παρατηρήσεις εξασφαλίστηκε με τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας (112) και καμία διάταξη του κανονισμού αριθ. 659/1999 δεν επιβάλλει να τους δοθεί εκ νέου αυτή η δυνατότητα αφού το αρχικό σχέδιο αναδιάρθρωσης τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της εξέτασης (113).

(215)

Η παρούσα απόφαση βασίζεται συνεπώς, κατά κύριο λόγο, μόνο στα στοιχεία που ήταν διαθέσιμα στις 8 Ιουλίου 2008. Εντούτοις, επικουρικά, η Επιτροπή θα αποδείξει ότι η ενδεχόμενη συνεκτίμηση του σημειώματος των γαλλικών αρχών, της 16ης Μαΐου 2013, σε σχέση με τα προ της 8ης Ιουλίου 2008 γεγονότα, καθώς και των πληροφοριών που προσκόμισε η SNCM στις 27 Αυγούστου 2013, δεν θα διαφοροποιούσαν τα συμπεράσματά της.

6.1.2.   Η μεταβίβαση της SNCM με αρνητική τιμή πώλησης 158 εκατ. EUR

(216)

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει αν η κρατική εισφορά κεφαλαίου των 158 εκατ. EUR πριν από τη μεταβίβαση της SNCM στους ιδιώτες αγοραστές, δηλαδή αν η «αρνητική τιμή πώλησης» της επιχείρησης προς ισοδύναμο ποσό είναι απαλλαγμένη από στοιχεία κρατικής ενίσχυσης.

(217)

Μια ανοικτή, διαφανής και χωρίς διακρίσεις διαδικασία επιλογής με την οποία το κράτος μεταβιβάζει την επιχείρηση, προηγηθείσης μιας ανακεφαλαιοποίησης, (ύψους μεγαλύτερου από την τιμή πώλησης) δεν αποκλείει κατ’ ανάγκην την ύπαρξη ενίσχυσης που θα ωφελούσε ταυτόχρονα τόσο την ιδιωτικοποιηθείσα επιχείρηση όσο και τον αγοραστή της (114).

(218)

Για να επαληθεύσει αν μια επιχείρηση έχει επωφεληθεί από οικονομικό πλεονέκτημα από εισφορά κεφαλαίου του κράτους, η Επιτροπή εφαρμόζει, κατά κανόνα, το κριτήριο του «ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς» (στη συνέχεια «το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή») εφόσον ο δικαιούχος δεν υπέχει υποχρέωση επιστροφής άλλων κρατικών ενισχύσεων και η εν λόγω εισφορά δύναται να αναλυθεί με βάση αυτό το κριτήριο. Το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή είναι εκπορεύεται από την αρχή της ίσης μεταχείρισης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, η οποία απορρέει από το άρθρο 345 της ΣΛΕΕ. Βάσει αυτής της αρχής, τα κεφάλαια που διαθέτει το κράτος σε μια επιχείρηση, άμεσα ή έμμεσα, υπό συνθήκες που αντιστοιχούν στους συνήθεις όρους της αγοράς, δεν δύνανται να χαρακτηριστούν κρατικές ενισχύσεις (115).

(219)

Προς τούτο, η Επιτροπή μπορεί ιδίως να αξιολογήσει αν ο φορέας που διαθέτει τους πόρους έχει ενεργήσει ως ιδιώτης επενδυτής που εφαρμόζει μια διαρθρωτική πολιτική, συνολική ή τομεακή, με γνώμονα τις προοπτικές μακροπρόθεσμης απόδοσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων. Η ορθότητα αυτής της προσέγγισης έχει αναγνωρισθεί από τον ενωσιακό δικαστή σε διάφορες υποθέσεις (116).

(220)

Κατά πάγια νομολογία, η εισφορά κεφαλαίου από δημόσιο επενδυτή χωρίς καμία προοπτική κέρδους, έστω και μακροπρόθεσμη, συνιστά κρατική ενίσχυση (117).

(221)

Ο ενωσιακός δικαστής έκρινε επίσης ότι ένας ιδιώτης επενδυτής που εφαρμόζει σφαιρικά ή σε συγκεκριμένο τομέα μια διαρθρωτική πολιτική στηριζόμενη σε προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας, δεν μπορεί λογικά να επιτρέψει στον εαυτό του, μετά από συνεχείς ζημίες επί σειρά ετών, να προβεί σε εισφορά κεφαλαίου η οποία όχι μόνον αποδεικνύεται από οικονομική άποψη περισσότερο ζημιογόνα από την εκποίηση του ενεργητικού, αλλά επιπλέον συνδέεται και με την πώληση της επιχείρησης, γεγονός που αφαιρεί κάθε προοπτική, έστω και μελλοντική, επίτευξης κέρδους (118).

(222)

Ειδικότερα, στην απόφαση Gröditzer το Δικαστήριο έκρινε ότι για να προσδιοριστεί αν η ιδιωτικοποίηση μιας επιχείρησης σε αρνητική τιμή πώλησης περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενίσχυσης: «πρέπει να εξακριβωθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επιχειρηματίας μεγέθους συγκρίσιμου προς το μέγεθος των οργανισμών που διαχειρίζονται τον δημόσιο τομέα θα μπορούσε να λάβει την απόφαση να προβεί σε εισφορές κεφαλαίων τέτοιας εκτάσεως στο πλαίσιο της πωλήσεως της εν λόγω επιχειρήσεως ή θα επιθυμούσε τη θέση της υπό εκκαθάριση» (119).

(223)

Με βάση τα ανωτέρω, για να προσδιορίσει αν το εν λόγω μέτρο συνιστά ενίσχυση, η Επιτροπή οφείλει «να εξετάσει εάν η λύση που επέλεξε το κράτος είναι η λιγότερο δαπανηρή, τόσο σε απόλυτες τιμές, όσο και σε σχέση με κάθε άλλη λύση, συμπεριλαμβανομένης της μη παρέμβασης. Εφόσον η απάντηση είναι θετική, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι το κράτος ενήργησε ως ιδιώτης επενδυτής» (120).

(224)

Με άλλα λόγια, η Επιτροπή πρέπει να εξακριβώσει αν η επιλογή της εισφοράς κεφαλαίου τόσο μεγάλου ύψους αποδεικνύεται στην πράξη λιγότερο ζημιογόνα από μια εκκαθάριση.

6.1.2.1.   Σχετικά με το κόστος εκκαθάρισης

a)   Σχετικά με τον συνυπολογισμό της καταβολής των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης

(225)

Για να προσδιορίσουν ποσοτικά το κόστος εκκαθάρισης για τον μέτοχο, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι οι μεγάλοι όμιλοι επιχειρήσεων δεν θα μπορούσαν να μην ενδιαφέρονται σήμερα, κατά το κλείσιμο εγκαταστάσεων ή την εκκαθάριση θυγατρικών, για τις κοινωνικές συνέπειες από το κλείσιμο ή την εκκαθάριση επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό εφαρμόζουν συνήθως προγράμματα κοινωνικών μέτρων που περιλαμβάνουν ενδεχομένως η αλλαγή δραστηριότητας του προσωπικού, ενισχύσεις για την αναζήτηση απασχόλησης, αποζημιώσεις απόλυσης, ακόμη και δράσεις σε επίπεδο τοπικού οικονομικού ιστού, που υπερβαίνουν τα επιβαλλόμενα από το νόμο και τις συλλογικές συμβάσεις.

(226)

Στο πλαίσιο αυτό, οι γαλλικές αρχές έλαβαν υπόψη, βάσει του σχεδίου κοινωνικών μέτρων του 2005, το οποίο βασιζόταν στο σχέδιο κοινωνικών μέτρων του 2002, ένα φάσμα που κυμαίνεται από [90 000-100 000] (*1) έως [120 000-130 000] (*1) EUR ανά μισθωτό, ήτοι συνολικό ποσό που κυμαίνεται μεταξύ [200-210] (*1) εκατ. EUR και [250-260] (*1) εκατ. EUR. Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι το κατώτερο όριο του προαναφερόμενου φάσματος λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το κόστος του κοινωνικού σχεδίου αναφοράς προσαυξάνεται λόγω του σημαντικότατου ποσοστού των μισθωτών που πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδότησης, η αποχώρηση των οποίων πραγματοποιείται υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες. Εξ άλλου, λαμβάνεται επίσης υπόψη το γεγονός ότι το πλαίσιο εκκαθάρισης της εταιρείας και απόλυσης του συνόλου των απασχολουμένων της δεν είναι συγκρίσιμο με αυτό της προσαρμογής του προσωπικού κατά τρόπο που να επιτρέπει τη συνέχιση των δραστηριοτήτων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κοινωνικού σχεδίου αναφοράς.

(227)

Τέλος, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι, ακόμη και με εφαρμογή του πλαισίου ανάλυσης που ορίζει το Πρωτοδικείο στην απόφασή του της 15ης Σεπτεμβρίου 2012, η μεταβίβαση του ελέγχου της SNCM έναντι αρνητικής τιμής 158 εκατ. EUR δεν ενείχε στοιχεία κρατικής ενίσχυσης. Θεωρούν πράγματι ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της όλα τα στοιχεία που χρειάζεται προκειμένου να απαντήσει στις επικρίσεις του Πρωτοδικείου.

(228)

Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται εν προκειμένω αυτή την ανάλυση.

(229)

Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου (121), η καταβολή συμπληρωματικών αποζημιώσεων απολύσεως ενδέχεται, καταρχήν, να αποτελεί νόμιμη και εύλογη πρακτική, αναλόγως των περιστάσεων, με σκοπό τον ειρηνικό κοινωνικό διάλογο και τη διαφύλαξη του καλού ονόματος της εταιρείας ή του ομίλου εταιρειών. Βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα καταβολής συμπληρωματικών αποζημιώσεων απολύσεως σε περίπτωση εκκαθάρισης δημόσιας επιχείρησης, έστω και αν οι υποχρεώσεις τους δεν μπορούν a priori να υπερβούν τις ελάχιστες απαιτούμενες εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι «[…] η ανάληψη του πρόσθετου αυτού κόστους, λόγω εύλογων ανησυχιών, δεν μπορεί να γίνεται για αποκλειστικά κοινωνικό, ή ακόμα και πολιτικό, σκοπό, διότι τότε εκφεύγει από το πλαίσιο του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή […]. Επομένως, η ανάληψη κόστους που υπερβαίνει τις αναγκαίες εκ του νόμου και εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις, εάν δεν δικαιολογείται οικονομικά, έστω και μακροπρόθεσμα, πρέπει να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ» (122).

(230)

Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με την εικόνα του κράτους, το οποίο προέβαλαν οι γαλλικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι «[…] αν δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις και δεν υφίσταται ιδιαίτερα πειστική αιτιολογία, η προστασία της καλής εικόνας του κράτους μέλους που ενεργεί ως παγκόσμιος επενδυτής στην οικονομία της αγοράς δεν μπορεί να αποτελεί επαρκή δικαιολογία για τη μακροπρόθεσμη οικονομική ορθολογικότητα της αναλήψεως πρόσθετου κόστους, όπως οι συμπληρωματικές αποζημιώσεις απολύσεως» (123). Όμως αυτές οι εξαιρετικές περιστάσεις δεν υφίστανται στην προκειμένη περίπτωση.

(231)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να προσδιορίσουν μετά την κίνηση της διαδικασίας τις οικονομικές δραστηριότητες, ιδίως σε γεωγραφικό και κλαδικό επίπεδο, του γαλλικού κράτους ως προς τις οποίες πρέπει να εκτιμηθεί ο μακροπρόθεσμος οικονομικός ορθολογισμός των εξεταζόμενων μέτρων, παρά το γεγονός ότι στην επιστολή τους της 16ης Μαΐου 2013 διαπίστωναν τελικώς ότι οι ενέργειες του κράτους έπρεπε να συγκριθούν με εκείνες μιας διαφοροποιημένης εταιρείας συμμετοχών, η οποία επιδιώκει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της ως παγκόσμιος οικονομικός παράγοντας, ιδίως σε επίπεδο διαχείρισης του προσωπικού της.

(232)

Όσον αφορά την εικόνα της CGMF, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εν λόγω εταιρεία δεν κατείχε κανένα άλλο στοιχείο ενεργητικού πλην της SNCM στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. Συνεπώς, το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν την αφορά.

(233)

Όσον αφορά την εικόνα του κράτους ως μετόχου, οι γαλλικές αρχές υποστήριξαν ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος κοινωνικών συγκρούσεων στις κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις, όχι μόνο σε γεωγραφική γειτνίαση με τη SNCM αλλά και σε οποιονδήποτε τομέα, ιδίως δε στον τομέα των μεταφορών. Η Επιτροπή επισημαίνει, αφενός, ότι οι γαλλικές αρχές δεν απέδειξαν την ύπαρξη αυτού του κινδύνου μετάδοσης σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις και θεωρεί, αφετέρου, ότι οι γαλλικές αρχές δεν απέδειξαν με πειστικό τρόπο ούτε ότι η καταβολή αυτών των συμπληρωματικών αποζημιώσεων θα είχε ως αποτέλεσμα την αποτροπή νέων απεργιών. Τέλος, η Επιτροπή έχει την άποψη ότι η αιτιολόγηση της ανάληψης από το κράτος αυτών των συμπληρωματικών αποζημιώσεων με επιχειρήματα αμιγώς κοινωνικού χαρακτήρα δεν επαρκεί για να αποκλείσει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης.

(234)

Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι γαλλικές αρχές δεν προσκόμισαν επαρκώς αντικειμενικά και επαληθεύσιμα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι η καταβολή συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης, σε ανάλογες συνθήκες, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων του κλάδου. Η Επιτροπή πράγματι επισημαίνει ότι η απλή παραπομπή σε έναν μικρό αριθμό σχεδίων κοινωνικών μέτρων δεν αποδεικνύει την ύπαρξη μιας επαρκώς εδραιωμένης πρακτικής σε συγκρίσιμες με την προκείμενη περιπτώσεις, ότι τα σχέδια κοινωνικών μέτρων που αναφέρουν οι γαλλικές αρχές αφορούν σχέδια αναδιάρθρωσης και όχι εκκαθάρισης και ότι πολλά από αυτά σχετίζονται με τομείς οι οποίοι δεν έχουν εκ προοιμίου κανένα κοινό με τις υποδομές των μεταφορών, όπως τα καλλυντικά (Yves Saint-Laurent Haute Couture), τα γεωργικά προϊόντα διατροφής (Danone) ή τα ηλεκτρονικά προϊόντα (Hewlett Packard). Εκτός αυτού, ο πίνακας που κατέθεσαν οι γαλλικές αρχές στο σημείωμα της 16ης Μαΐου 2013, στον οποίο απαριθμείται σειρά σχεδίων κοινωνικών μέτρων, επικαλείται έξι σχέδια τα οποία τέθηκαν σε εφαρμογή μετά την ιδιωτικοποίηση της SNCM και, συνεπώς, δεν είναι δυνατό να ληφθούν υπόψη προκειμένου να δικαιολογηθεί η ανάληψη των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης.

(235)

Η SNCM κατέθεσε νέο κατάλογο πέντε σχεδίων κοινωνικών μέτρων στο σημείωμα της 27ης Αυγούστου 2013. Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο κατάλογος αυτός δεν αποδεικνύει ότι η καταβολή συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης, σε ανάλογες συνθήκες, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική μεταξύ των ιδιωτικών επιχειρήσεων του κλάδου. Πράγματι, η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς ότι από τα πέντε σχέδια που αναφέρονται, τα δύο αφορούν τη SNCM, μεταξύ αυτών και το σχέδιο που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Τα δύο αυτά σχέδια δεν μπορούν, συνεπώς, να χρησιμοποιηθούν ως αντικειμενικά στοιχεία σύγκρισης για δύο λόγους: αφενός, η SNCM δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τις δικές της παρελθούσες πρακτικές στον τομέα αυτό για να αποδείξει επαρκώς τον εδραιωμένο χαρακτήρα αυτής της πρακτικής και αφετέρου το σχέδιο κοινωνικών μέτρων του 2002 αφορά μια περίοδο κατά την οποία η SNCM ήταν ακόμη δημόσια επιχείρηση, ενώ το Πρωτοδικείο έθεσε ως κριτήριο σύγκρισης ιδιωτικές επιχειρήσεις του συγκεκριμένου κλάδου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το σχέδιο κοινωνικών μέτρων για τον λιμένα της Μασσαλίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθώς το 2004 ο λιμένας ήταν δημόσιος οργανισμός και όχι ιδιωτική επιχείρηση. Τέλος, όσον αφορά τα δύο τελευταία αναφερόμενα σχέδια κοινωνικών μέτρων, εκείνα της Air Lib και της Eurostar, η Επιτροπή παρατηρεί ότι πρόκειται για σχέδια αναδιάρθρωσης και όχι για σχέδια εκκαθάρισης. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η μέση συμπληρωματική αποζημίωση των δύο αυτών σχεδίων υπολείπεται κατά το ήμισυ και πλέον της μέσης συμπληρωματικής αποζημίωσης που έλαβε υπόψη η SNCM.

(236)

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι γαλλικές αρχές δεν απέδειξαν ότι οι ενέργειες του γαλλικού κράτους υποκινούνταν από την εύλογη πιθανότητα επίτευξης έμμεσου υλικού κέρδους, έστω και μακροπρόθεσμα, αποφεύγοντας την περαιτέρω επιδείνωση του κοινωνικού κλίματος στους κόλπους της επιχείρησης, αφού στην περίπτωση ακριβώς μιας εκκαθάρισης, η επιχείρηση θα έπαυε να υπάρχει. Όσον αφορά την παραδοχή ότι οι εργαζόμενοι άλλων δημόσιων επιχειρήσεων αποκόμισαν μεγαλύτερα οφέλη, αυτή δεν θεμελιώνεται επαρκώς. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στον βαθμό που, ακόμη και στο πλαίσιο μιας επιχειρηματολογίας περί παγκόσμιου επενδυτή όπως αυτή που προβάλλουν οι γαλλικές αρχές, η χορήγηση πολύ υψηλών αποζημιώσεων συνταξιοδότησης στους εργαζομένους μιας εταιρείας είναι δυνατό να δυσχεράνει την ενδεχόμενη αναδιάρθρωση άλλων εταιρειών που ανήκουν στον ίδιο επενδυτή. Εξάλλου, οι γαλλικές αρχές δεν προσδιόρισαν το μέγεθος του ενδεχόμενου κοινωνικού κόστους το οποίο επικαλούνται για να αιτιολογήσουν την καταβολή συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης.

(237)

Οι γαλλικές αρχές ισχυρίστηκαν επίσης ότι μια διαδικασία εκκαθάρισης θα ήταν πιο χρονοβόρα και θα ενείχε ενδεχομένως μεγαλύτερο κίνδυνο για το κράτος μέτοχο, σε σχέση με την πώληση της SNCM σε αρνητική τιμή. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι γαλλικές αρχές δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη για τον κίνδυνο αυτό και δεν εξήγησαν γιατί ένας ιδιώτης επενδυτής θα λάμβανε υπόψη τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης. Η υπόθεση Frucona Kosice (124) την οποία αναφέρουν οι γαλλικές αρχές δεν είναι συναφής στην προκειμένη περίπτωση αφού αφορά το κριτήριο του ιδιώτη πιστωτή. Η διάρκεια μιας διαδικασίας εκκαθάρισης έχει σημασία προκειμένου να αναλυθεί αν το κράτος, ως πιστωτής της Frucona Kosice, μεγιστοποίησε την εξόφληση των απαιτήσεών του αποδεχόμενο μια μερική αλλά άμεση εξόφληση ή αν θα έπρεπε να περιμένει το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης της επιχείρησης. Η κατάσταση είναι διαφορετική στην προκειμένη περίπτωση, καθώς το κράτος βρίσκεται στη θέση του μετόχου της SNCM και όχι του ιδιώτη πιστωτή. Δεδομένου ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης της SNCM τα στοιχεία ενεργητικού θα ήταν σαφώς ανεπαρκή για την κάλυψη των στοιχείων παθητικού, το κράτος θα αδυνατούσε να ανακτήσει την εισφορά του. Επομένως, η επίκληση της διάρκειας μιας διαδικασίας εκκαθάρισης είναι άνευ νοήματος στην προκειμένη περίπτωση.

(238)

Οι γαλλικές αρχές δεν κατέδειξαν, συνεπώς, ότι η ανάληψη του κόστους αυτών των συμπληρωματικών αποζημιώσεων από το κράτος υπό την ιδιότητα του ιδιώτη επενδυτή στην υποθετική περίπτωση μιας εκκαθάρισης ήταν δικαιολογημένη.

(239)

Στο παρόν στάδιο της ανάλυσης, η Επιτροπή οφείλει πλέον να καθορίσει την αξία εκκαθάρισης της SNCM χωρίς τις συμπληρωματικές αποζημιώσεις για απολύσεις.

β)   Σχετικά με την τιμή εκκαθάρισης της SNCM

(240)

Σύμφωνα με τη μέθοδο αναπροσαρμογής της αξίας των καθαρών στοιχείων ενεργητικού, η ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού διαπιστώνεται όταν η οικονομική αξία των πραγματικών στοιχείων ενεργητικού (που γενικά είναι ανώτερη από την καθαρή λογιστική αξία) δεν καλύπτει την οικονομική αξία των πραγματικών οφειλών.

(241)

Για να διαπιστώσει την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή επαλήθευσε, με τη βοήθεια του εμπειρογνώμονά της (125), όπως εξηγείται στη συνέχεια, ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 η αξία των περιουσιακών στοιχείων της SNCM δεν ήταν αρκετή για την ικανοποίηση των αξιώσεων των προνομιακών πιστωτών και των μη προνομιακών πιστωτών.

(242)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποτίμηση της αξίας του καθαρού ενεργητικού είναι μια μέθοδος που εφαρμόζεται κατά κόρον για την αποτίμηση των εταιρειών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. Εξάλλου, κρίνει ότι η μέθοδος αυτή ενδείκνυται κατ’ εξοχήν στην περίπτωση της SNCM, εφόσον η μόνη εναλλακτική επιλογή του μετόχου αναφοράς της εκτός από τη μεταβίβαση της επιχείρησης είναι η εκκαθάρισή της.

(243)

Όσον αφορά τις άλλες μεθόδους αποτίμησης, ιδίως τη μέθοδο της παρούσας αξίας των ελεύθερων λειτουργικών ταμειακών ροών, η Επιτροπή θεωρεί ότι, λόγω του ότι προϋποθέτει τη συνέχιση της δραστηριότητας της εταιρείας, πράγμα που δεν θα ίσχυε στην εξεταζόμενη υποθετική περίπτωση εκκαθάρισης της SNCM, δεν είναι κατάλληλη για την προκειμένη περίπτωση.

(244)

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την ημερομηνία της 30ής Σεπτεμβρίου 2005 ως ημερομηνία αναφοράς για την αποτίμηση της SNCM, εφόσον είναι η ημερομηνία κατά την οποία έγινε πράγματι η επιλογή ανάμεσα στην αποδοχή της προσφοράς εξαγοράς ή της εκκαθάρισης της εταιρείας, ενώ η επιλογή της BCP είχε αποφασιστεί στις 27 Σεπτεμβρίου 2005.

i)   Σχετικά με την αξία του ενεργητικού της SNCM

(245)

Η Επιτροπή παρατηρεί ιδίως ότι ο μέτοχος της SNCM προέβη, σε συνεργασία με την εταιρεία συμβούλων Ernst & Young, σε ποσοτικό υπολογισμό του κόστους εκκαθάρισης της επιχείρησης (η προαναφερθείσα έκθεση της CGMF) στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, και σε μια δεύτερη πραγματογνωμοσύνη από την Oddo Corporate Finance και την εταιρεία συμβούλων Paul Hastings. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η προαναφερθείσα έκθεση της Oddo-Hastings αποτίμησε την αξία των στοιχείων ενεργητικού της SNCM σε 190,3 εκατ. EUR.

(246)

Όσον αφορά την αποτίμηση του στόλου αποκλειστικής ιδιοκτησίας (126), εφόσον η ακαθάριστη αγοραία αξία των πλοίων της SNCM είχε αξιολογηθεί από την ειδικευμένη μεσιτική εταιρεία BRS σε 224 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, ο στόλος της SNCM αποτιμήθηκε από την έκθεση Oddo σε 150,7 εκατ. EUR λαμβάνοντας υπόψη από έκπτωση (127), προμήθεια μεσιτείας (128) και πρόβλεψη αστάθμητου δικαστικού παράγοντα (129).

Πίνακας 3

Εναλλακτικές υποθέσεις αποτίμησης των στοιχείων ενεργητικού της SNCM στις 30 Σεπτεμβρίου 2005

 

Αξία ενεργητικού

έκθεση Oddo

σε εκατ. EUR

Αξία ενεργητικού

σύμβουλος της Επιτροπής

σε εκατ. EUR

Άυλα στοιχεία ενεργητικού

—

—

Υλικά πάγια στοιχεία ενεργητικού

 

 

Στόλος αποκλειστικής κατοχής

150,7

151,7

Κτίρια  (130)

11,2

11,2

Πάγια χρηματοπιστωτικά στοιχεία  (131)

32,7

38,3

Πάγια στοιχεία ενεργητικού

194,6

201,2

Αποθέματα

—

—

Προκαταβολές και χρηματικές διευκολύνσεις

—

—

Απαιτήσεις κατά πελατών

0,8

0,8

Άλλες απαιτήσεις  (132)

9,4

9,4

Καθαρή ταμειακή κατάσταση

–14,5

—

Λογαριασμοί τάξεως

—

—

Άλλα στοιχεία ενεργητικού

–4,3

10,20

Σύνολο στοιχείων ενεργητικού

190,3

211,4

Πηγές:

Έκθεση Oddo-Hastings, Έκθεση του συμβούλου της Επιτροπής.

(247)

Από την ανάγνωση του ανωτέρω πίνακα η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ο στόλος των πλοίων αποτελεί το βασικό στοιχείο ενεργητικού της επιχείρησης. Ως προς αυτό, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής έκρινε, αφού πραγματοποίησε εφόσον ήταν εφικτό, συγκριτική ανάλυση, ότι η έκπτωση που εφαρμόστηκε στην ακαθάριστη αγοραία αξία των πλοίων και ο αστάθμητος δικαστικός παράγοντας ήταν συνεπή. Σε αυτή τη βάση, θεώρησε ότι δεν είχε επιχειρήματα για να απορρίψει την αποτίμηση της αξίας του στόλου που πραγματοποίησε το κράτος.

(248)

Όσον αφορά την έκπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίπεδό της είναι σύμφωνο με τις εκπτώσεις που παρατηρούνται κατά τις πωλήσεις πλοίων σε περίπτωση ρευστοποίησης ενεργητικού. Σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα της Επιτροπής, η Régie des transports maritimes, βελγική εθνική εταιρεία που εκμεταλλεύεται τη γραμμή Οστάνδης-Ramsgate, μεταβίβασε δύο οχηματαγωγά το 1997 με μειώσεις που εκτιμώνται σε 35 % και 45 %. Πιο πρόσφατα, η εταιρεία Festival Cruises μεταβίβασε τρία κρουαζιερόπλοια με μέση έκπτωση 20 %. Οι παρατηρούμενες εκπτώσεις σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογες με τις εκπτώσεις που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές στην προκειμένη περίπτωση.

(249)

Όσον αφορά τον αστάθμητο δικαστικό παράγοντα, επειδή δεν υπήρξε στην αγορά καμία συγκρίσιμη συναλλαγή, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επιχειρήματα που δικαιολογούν τη συνεκτίμηση αυτού του παράγοντα είναι συνεπή με τη στενότητα της αγοράς για τυποποιημένα πλοία που σχεδιάζονται για ειδική εκμετάλλευση.

(250)

Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονάς της αναθεώρησε προς τα άνω την αποτίμηση των πάγιων χρηματοπιστωτικών στοιχείων, ιδίως της συμμετοχής της SNCM στην CMN (από 21,8 εκατ. EUR έως 28 εκατ. EUR). Από αυτή την άποψη, λαμβανομένης υπόψη της προσφοράς των 35,2 εκατ. EUR για την εξαγορά αυτής της συμμετοχής από την Stef-TFE, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αποτίμηση της συμμετοχής της SNCM στην CMN σε 28 εκατ. EUR είναι λογική στο πλαίσιο εκκαθάρισης μιας εταιρείας.

(251)

Όσον αφορά την αποτίμηση των άλλων στοιχείων ενεργητικού, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής δεν εξέφρασε κάποια ειδική αντίρρηση. Δεν ενέκρινε, ωστόσο, τη θέση «καθαρή ταμειακή κατάσταση» του ενεργητικού, εφόσον αυτή ήταν ελλειμματική. Η Επιτροπή πράγματι θεωρεί ότι η θέση αυτή πρέπει να αναταξινομηθεί στο παθητικό της SNCM.

(252)

Λαμβανομένων υπόψη των προσαρμογών που πραγματοποιήθηκαν, η Επιτροπή αποτιμά το ενεργητικό της SNCM σε 211,4 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005.

ii)   Σχετικά με την αξιολόγηση του παθητικού της SNCM

253)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι γαλλικές αρχές υπολογίζουν το οφειλόμενο ποσό για προνομιακές αξιώσεις σε 153,8 εκατ. EUR και το οφειλόμενο ποσό για μη προνομιακές απαιτήσεις σε 170,9 εκατ. EUR (πλην των συμπληρωματικών αποζημιώσεων για απολύσεις).

(254)

Ειδικότερα όσον αφορά το παθητικό εταιρικού κεφαλαίου, οι γαλλικές αρχές αξιολογούν το κόστος του συμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων σε [70-80] (*1) εκατ. EUR. Οι συναφείς δαπάνες με το συμβατικό σχέδιο κοινωνικών μέτρων καθορίστηκαν σε ατομική βάση, αφού ελήφθη υπόψη ο τύπος σύμβασης (σύμβαση αορίστου χρόνου – ΣΑΧ και σύμβαση ορισμένου χρόνου – ΣΟΧ), οι υπηρεσιακές καταστάσεις και οι εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις (προσωπικό πλοίων, προσωπικό ξηράς και διοικητικό προσωπικό), ο βαθμός αρχαιότητας, η κατηγορία του προσωπικού και η αμοιβή του κάθε μισθωτού. Το ποσό αυτό καλύπτει τις αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας ([20-30] (*1) εκατ. EUR), τις αποζημιώσεις άδειας ([0-10] (*1) εκατ. EUR), τις συμβατικές αποζημιώσεις απόλυσης ([30-40] (*1) εκατ. EUR) και τη συνεισφορά Delalande ([0-10] (*1) εκατ. EUR) (133).

(255)

Το κόστος του εξωσυμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων αποτιμήθηκε από τις γαλλικές αρχές σε [30-40]* εκατ. EUR. Το εν λόγω σχέδιο κοινωνικών μέτρων καλύπτει το σύνολο των μέτρων πλαισίωσης που συνδέονται με τις νομικές και κανονιστικές υποχρεώσεις της SNCM σε θέματα απολύσεων (134) και των έμμεσων δαπανών που συνδέονται με το συμβατικό σχέδιο κοινωνικών μέτρων (135).

(256)

Το κόστος καταγγελίας των βασικών συμβάσεων εκμετάλλευσης αφορά κυρίως την κατάπτωση της τραπεζικής εγγύησης ύψους 7,4 εκατ. EUR που παρέχεται για την ορθή εκπλήρωση από την SNCM των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, στην οποία προστίθενται η προβλεπόμενη στην εν λόγω σύμβαση χρηματική ποινή, ίση προς το 2 % της χρηματικής αποζημίωσης αναφοράς ύψους 63 εκατ. EUR για το έτος 2005, δηλαδή περίπου 1,2 εκατ. EUR σε περίπτωση αδυναμίας εκπλήρωσης υποχρεώσεων του αναδόχου.

(257)

Όσον αφορά το παθητικό που συνδέεται με τη μεταβίβαση των πλοίων υπό χρηματοδοτική μίσθωση (136), οι γαλλικές αρχές επισημαίνουν ότι, βάσει ορισμένων παραδοχών (137), το καθαρό προϊόν της εκποίησης εκτιμάται, από τον ειδικευμένο χρηματιστή BRS, σε 144,8 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 μετά την έκπτωση, την προμήθεια μεσιτείας και το χρηματοοικονομικό κόστος εκχώρησης. Δεδομένου ότι οι εξοικονομήσεις φόρων και τα τραπεζικά χρέη ανέρχονται σε 193,5 εκατ. EUR, παραμένει υπόλοιπο τραπεζικών χρεών προς αποπληρωμή για πλοία σε χρηματοδοτική μίσθωση ύψους 48,7 εκατ. EUR.

Πίνακας 4

Εναλλακτικές υποθέσεις αποτίμησης του παθητικού της SNCM στις 30 Σεπτεμβρίου 2005

 

Αξία παθητικού

έκθεση Oddo

σε εκατ. EUR

Αξία παθητικού

εμπειρογνώμονας της Επιτροπής

σε εκατ. EUR

Προνομιακές οφειλές εκ των οποίων:

 

 

Κοινωνικές και φορολογικές οφειλές

[20-30]*

[20-30]*

Χρηματοπιστωτικές οφειλές εξασφαλισμένες με στοιχεία ενεργητικού  (138)

15,9

15,9

Κόστος του συμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων

[70-80]*

[70-80]*

Κόστος των ταμείων αλληλοβοήθειας των συνταξιούχων  (139)

10,2

10,2

Κόστος της διαδικασίας εκκαθάρισης

4,7

4,7

Πρόσθετες λειτουργικές απώλειες  (140)

26,5

26,5

Ικανοποίηση των αξιώσεων των προνομιακών πιστωτών

153,8

153,8

Οφειλές μειωμένης προτεραιότητας  (141)

69,7

84,2

Κόστος του εξωσυμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων

[30-40]*

[30-40]*

Κόστος καταγγελίας των κύριων συμβάσεων εκμετάλλευσης

[10-20]*

[10-20]*

Πρόσθετο κόστος που συνδέεται με τη μεταβίβαση πλοίων σε χρηματοδοτική μίσθωση

48,7

48,7

Ικανοποίηση των αξιώσεων των μη προνομιακών μισθωτών

170,9

181,1

Πηγές:

Έκθεση Oddo-Hastings, Έκθεση του εμπειρογνώμονα της Επιτροπής.

(258)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το παθητικό εταιρικού κεφαλαίου αποτελεί βασικό στοιχείο του παθητικού της SNCM. Όσον αφορά το κόστος του συμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής επαλήθευσε τους μαθηματικούς τύπους υπολογισμού όλων των συνιστωσών του σχεδίου με δειγματοληπτικές μετρήσεις και δεν διαπίστωσε ούτε ανωμαλίες ούτε σφάλματα. Λαμβανομένης υπόψη αυτής της επαλήθευσης, η Επιτροπή θεωρεί εύλογο το ποσό των [70-80] (*1) εκατ. EUR που προκατέβαλαν οι γαλλικές αρχές στο πλαίσιο συμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων.

(259)

Όσον αφορά τις πρόσθετες λειτουργικές ζημίες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εκτίμηση είναι συνεπής με τη νομοθεσία, ιδίως τα άρθρα L.622-10 του εμπορικού κώδικα και 119-2 του διατάγματος αριθ. 85-1388 της 27ης Δεκεμβρίου 1985, βάσει των οποίων η SNCM ενδέχεται να υποχρεωθεί από το αρμόδιο Εμποροδικείο να συνεχίσει τη λειτουργία της για περίοδο δύο μηνών ανανεώσιμη μετά από αίτηση της εισαγγελικής αρχής λόγω της υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας που έχει αναλάβει.

(260)

Όσον αφορά τις οφειλές μειωμένης προτεραιότητας, ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής δεν εξέφρασε ειδική αντίρρηση. Διόρθωσε, ωστόσο, το ποσό των 69,7 εκατ. EUR κατά 14,5 εκατ. EUR μετά από νέα επεξεργασία της θέσης του ενεργητικού «καθαρή ταμειακή κατάσταση». Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η νέα επεξεργασία είναι σύμφωνη με τις τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού της SNCM.

(261)

Όσον αφορά το κόστος του εξωσυμβατικού σχεδίου κοινωνικών μέτρων (πλην των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης) ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής θεωρεί ότι το κόστος των δικαστικών διαφορών πρέπει να μειωθεί σε [0-5] (*1) εκατ. EUR αντί των [0-10] (*1) εκατ. EUR που προκατάβαλαν οι γαλλικές αρχές. Ως προς αυτό, εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι βέβαιο ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις θα ζητήσουν μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου (142), πιστεύει ότι τα αριθμητικά στοιχεία πρέπει να αφορούν μόνο τους μισθωτούς με σύμβαση ορισμένου χρόνου για τους οποίους ο κίνδυνος αυτός είναι σχεδόν βέβαιος (δηλαδή 150 ΣΟΧ). Εάν ληφθεί ως βάση μεικτός μηνιαίος μισθός [2 000-2 500] (*1) EUR με αποζημίωση ίση προς τους μισθούς 9 μηνών για τις [100-120] (*1) πρώτες ΣΟΧ και 6 μηνών για τις επόμενες [50-70] (*1), το ποσό διαμορφώνεται σε [0-10] (*1) εκατ. EUR.

(262)

Σχετικά με το καθαρό παθητικό που συνδέεται με τη μεταβίβαση των πλοίων με χρηματοδοτική μίσθωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι παραδοχές στις οποίες βασίστηκε ο υπολογισμός είναι δικαιολογημένες, ιδίως λόγω του συμβατικού τύπου των GIE, που περιορίζει κάθε δυνατότητα υποκατάστασης της SNCM με τρίτους και ρυθμίζει τα φορολογικά πλεονεκτήματα της εκμετάλλευσης πλοίων υπό γαλλική σημαία. Είναι επίσης εξίσου δικαιολογημένο ο αστάθμητος δικαστικός παράγοντας να μην εφαρμοστεί στην περίπτωση πλοίων η εκμετάλλευση των οποίων πραγματοποιείται στο πλαίσιο χρηματοδοτικής μίσθωσης, διότι τα πλοία αυτά εκποιούνται από τις πιστώτριες τράπεζες των GIE. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δικαιολογημένο να ληφθεί υπόψη ένα χρηματοοικονομικό κόστος εκχώρησης από τις 30 Σεπτεμβρίου 2005 μέχρι την ημερομηνία πραγματικής μεταβίβασης του πλοίου.

(263)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 το προνομιακό παθητικό της SNCM ανερχόταν σε 153,8 εκατ. EUR και το μη προνομιακό παθητικό της σε 181,1 εκατ. EUR.

iii)   Σχετικά με τη διαπίστωση της ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού

(264)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 η αξία του ενεργητικού της SNCM (ήτοι 211,4 εκατ. EUR) δεν ήταν επαρκής για την ικανοποίηση των αξιώσεων των προνομιακών πιστωτών (153,8 εκατ. EUR) και των μη προνομιακών πιστωτών (181,1 εκατ. EUR), συνολικού ύψους 334,9 εκατ. EUR. Η ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού ανέρχεται, συνεπώς, σε περίπου 123,5 εκατ. EUR.

γ)   Σχετικά με τη συνεκτίμηση ενδεχόμενης αγωγής για κάλυψη του παθητικού

(265)

Η Επιτροπή εξέτασε επίσης το επιχείρημα των γαλλικών αρχών και της SNCM ότι, σε περίπτωση εκκαθάρισης της επιχείρησης, ήταν πιθανό να ασκηθεί αγωγή για κάλυψη του παθητικού κατά του κράτους ως μετόχου πλειοψηφίας. Ένα από τα ενδιαφερόμενα μέρη, η CFF, αμφισβήτησε την εφαρμογή της εθνικής νομολογίας στην οποία παραπέμπουν οι γαλλικές αρχές στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, η CFF θεωρεί ότι όσον αφορά τη νομολογία του Cour d’appel (Εφετείου) της Rouen στην υπόθεση της Aspocom Group Oyj, το δικαστήριο καταδίκασε τη φινλανδική μητρική εταιρεία σε καταβολή αποζημιώσεων προς τους εργαζομένους της γαλλικής θυγατρικής της η οποία είχε τεθεί εκκαθάριση, επειδή οι εν λόγω αποζημιώσεις προβλέπονταν από ένα σχέδιο κοινωνικών μέτρων βάσει επιχειρηματικής συμφωνίας που είχε επικυρωθεί από τη μητρική εταιρεία και δεν είχαν τελικώς καταβληθεί.

(266)

Οι γαλλικές αρχές εκτιμούν ότι το σύνολο των πραγματικών εξόδων με τα οποία θα επιβαρυνόταν το κράτος ως μέτοχος, μέσω της CGMF, θα ανέρχονταν από 312,1 έως 361 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005. Πάντα κατά τις γαλλικές αρχές, η εκτίμηση αυτή λαμβάνει ιδίως υπόψη τον κίνδυνο να ασκηθεί κατά του κράτους αγωγή για «κάλυψη παθητικού», εάν ένα δικαστήριο έκρινε ότι αποτελούσε τον εκ των πραγμάτων διαχειριστή της SNCM, και τον κίνδυνο να καταδικαστεί το κράτος να καταβάλει πρόσθετες αποζημιώσεις στο απολυθέν προσωπικό. Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό του πραγματικού κόστους μιας ενδεχόμενης εκκαθάρισης της SNCM.

(267)

Έτσι τίθεται το ζήτημα της αξιολόγησης του συνόλου των πραγματικών εξόδων τα οποία θα έπρεπε, κατά πάσα πιθανότητα, να καταβάλει η Γαλλία ως μέτοχος σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης της SNCM, προκειμένου να καθοριστεί αν, με βάση τον κίνδυνο να καταδικαστεί να αναλάβει αυτό το κόστος και με βάση το ύψος αυτών των εξόδων, ένας συνετός ιδιώτης μέτοχος θα είχε επιλέξει την άμεση πώληση της θυγατρικής του σε αρνητική τιμή 158 εκατ. EUR αντί να αναλάβει τον κίνδυνο αυτόν.

(268)

Βάσει του γαλλικού δικαίου, ο εντολοδόχος εκκαθαριστής μιας εταιρείας υπό δικαστική εκκαθάριση μπορεί να ασκήσει αγωγή για αστική ευθύνη κατά της παλαιάς διοίκησης της εταιρείας, τη λεγόμενη «αγωγή για κάλυψη παθητικού» (action en comblement de passif), σε περίπτωση σχεδίου διάσωσης ή εξυγίανσης με δικαστική απόφαση καθώς και σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης (143).

(269)

Η άσκηση αγωγής για την κάλυψη παθητικού σε βάρος των παλαιών διαχειριστών της υπό εκκαθάριση εταιρείας αιτιολογείται από την ανάγκη ανασύστασης των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, που αποτελεί ένα από τα καθήκοντα του εντολοδόχου εκκαθαριστή.

(270)

Σε διάφορες επιστολές που απέστειλαν οι γαλλικές αρχές στην Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η περίπτωση της καταδίκης του κράτους από ένα εθνικό δικαστήριο να καλύψει το παθητικό της επιχείρησης την οποία διοικεί, αποτελούσε πολύ πιθανό ενδεχόμενο το οποίο έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του πραγματικού κόστους μιας ενδεχόμενης εκκαθάρισης της SNCM.

(271)

Μαζί με τα έγγραφα της 28ης Φεβρουαρίου 2008, η SNCM υπέβαλε και την έκθεση Baker & McKenzie που αξιολογεί τις συνέπειες μιας δικαστικής αγωγής για κάλυψη παθητικού κατά του γαλλικού κράτους. Η έκθεση αυτή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένα δικαστήριο αρμόδιο για εμπορικές υποθέσεις που θα εκδίκαζε την εν λόγω υπόθεση θα θεωρούσε κατά πάσα πιθανότητα υπεύθυνο το κράτος και θα το καταδίκαζε να αναλάβει στο ακέραιο τις κοινωνικές οφειλές της SNCM.

(272)

Η σχετική νομοθεσία προβλέπει ότι οι κοινωνικές οφειλές της υπό εκκαθάριση εταιρείας μπορούν να καταλογιστούν στους εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων διαχειριστές της επιχείρησης, εφόσον πληρούνται σωρευτικά τέσσερις όροι.

i)   Η αναγνώριση του κράτους ως εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων διαχειριστή της υπό δικαστική εκκαθάριση επιχείρησης

(273)

Η έκθεση Baker & McKenzie, την οποία της διαβίβασε η SNCM, έδωσε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προβεί σε ανάλυση που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι […] (*1). Στην ουσία, η προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης κατέδειξε σύμφωνα με τη σχετική νομολογία (144), ότι το κράτος είχε λάβει […] (*1) σε διαρκή βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το κράτος είχε λάβει […] (*1) αποφάσεις. Επιπλέον, φαίνεται ότι τα διευθυντικά όργανα […] (*1) της επιχείρησης. Τέλος, το κράτος […] (*1).

(274)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι γαλλικές αρχές, στα έγγραφά τους της 28ης Μαρτίου 2008, δεν διατύπωσαν επιφυλάξεις […] (*1). Στην επιστολή τους της 20ής Νοεμβρίου 2006, οι ίδιες οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι ο δικαστής […] (*1) της επιχείρησης.

(275)

Εντούτοις, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η δήλωση των γαλλικών αρχών της 20ής Νοεμβρίου 2006, η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας για κρατικές ενισχύσεις, δεν μπορεί να είναι από μόνη της αρκετή για να αποδειχθεί επαρκώς κατά τον νόμο αν ένας δικαστής θα είχε θεωρήσει τις εθνικές αρχές εκ των πραγμάτων διαχειριστές της επιχείρησης δικαιούχου των εξεταζόμενων μέτρων και, κυρίως, τον βαθμό πιθανότητας ενός τέτοιου ενδεχομένου.

(276)

Κυρίως όμως, όσον αφορά τις αμφισβητούμενες αποφάσεις, δεν αποδεικνύεται σε καμία περίπτωση ότι η τελική απόφαση του κράτους διαφέρει σημαντικά από την πρακτική που ακολουθεί το κράτος στη διαχείριση των συμμετοχών του. Ακόμη και η έκθεση Baker & McKenzie υπενθυμίζει την ύπαρξη μόνιμης διαφωνίας σχετικά με τον βαθμό της επιθυμητής παρέμβασης του κράτους στη διαχείριση των συμμετοχών του και αναφέρει τον πολύ ευρύ ρόλο, στη γενική περίπτωση, […] (*1).

(277)

Τα στοιχεία εθνικής νομολογίας που επικαλούνται το κράτος και η SNCM δεν άπτονται άμεσα του συγκεκριμένου είδους κατάστασης. Οι κυριότερες εξεταζόμενες περιπτώσεις αφορούν οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και η απόφαση του BRMG της 6ης Φεβρουαρίου 2001 αφορά έναν δημόσιο οργανισμό βιομηχανικού και εμπορικού χαρακτήρα.

(278)

Σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται ότι το κράτος ενεργώντας ως φορέας άσκησης δημόσιας εξουσίας θα θεωρούνταν ως εκ των πραγμάτων διαχειριστής.

ii)   Η διάπραξη ενός ή περισσότερων διαχειριστικών λαθών από το γαλλικό κράτος, εκ των πραγμάτων διαχειριστή της υπό δικαστική εκκαθάριση επιχείρησης

(279)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη ότι η έκθεση του εμπειρογνώμονα της SNCM παραθέτει, βάσει μη εξαντλητικού καταλόγου πραγματολογικών στοιχείων, ένα σύνολο στοιχείων για να αποδείξει ότι το κράτος, […] (*1), διέπραξε διαχειριστικά λάθη.

(280)

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι το γαλλικό κράτος διέπραξε επενδυτικά λάθη που συνδέονται […] (*1) SNCM. Το κράτος διέπραξε επίσης πολλά διαχειριστικά λάθη όσον αφορά τον υπολογισμό των μεγεθών […] (*1) SNCM.

(281)

Στην επιστολή τους της 30ής Απριλίου 2007, οι γαλλικές αρχές χαρακτήρισαν εξαιρετικά υψηλό τον κίνδυνο καταδίκης του κράτους για αστική ευθύνη με βάση τα κριτήρια χαρακτηρισμού ως διαχειριστικού σφάλματος κατά την έννοια του άρθρου L. 651-2 του εμπορικού κώδικα.

v282)

Και εδώ, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή η δήλωση της 30ής Απριλίου 2007, που πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας για κρατικές ενισχύσεις, δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί επαρκώς κατά το νόμο αν ένας δικαστής θα είχε θεωρήσει ότι οι γαλλικές αρχές διέπραξαν τα εικαζόμενα σφάλματα και, κυρίως, τον βαθμό πιθανότητας ενός τέτοιου ενδεχομένου. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στον βαθμό που οι γαλλικές αρχές αμφισβητούν την ίδια την ύπαρξη διαχειριστικών σφαλμάτων, τα οποία είναι ωστόσο αναγκαία για την άσκηση αγωγής για κάλυψη του παθητικού.

(283)

Σε ένα πιο θεμελιώδες επίπεδο, παρατηρείται ότι η SNCM, όπως και οι γαλλικές αρχές, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε πολύ παλαιότερες διαχειριστικές αποφάσεις. Έτσι η έκθεση Baker &Mc Kenzie εστιάζει σε […] (*1) που υλοποιήθηκαν ώς το 2000. Δεν διστάζει να παραπέμψει σε εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις χρήσεις 1993-1999. Τα κυριότερα εικαζόμενα διαχειριστικά σφάλματα χρονολογούνται γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ‘90. Εξάλλου, οι πιστωτές της SNCM ήταν ενήμεροι για τον τρόπο διαχείρισης όταν της χορηγούσαν πίστωση. Αποδέχονταν, συνεπώς, τουλάχιστον εμμέσως τον κίνδυνο που ενέχει ο συγκεκριμένος τρόπος διαχείρισης. Κανείς δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί την ευθύνη του κράτους για την κάλυψη του παθητικού σε μια τέτοια περίπτωση.

(284)

Επιπλέον, τα εν λόγω υποτιθέμενα διαχειριστικά σφάλματα οφείλονται σε πολιτικές επιλογές των δημόσιων αρχών, οπότε και πάλι δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν οι εν λόγω πολιτικές επιλογές ως διαχειριστικά λάθη κατά την έννοια της νομολογίας για την κάλυψη του παθητικού.

(285)

Τέλος, η έκθεση Baker &Mc Kenzie παρουσιάζει έλλειμμα αξιοπιστίας κυρίως όταν εκτιμά ότι η κατάσταση της SNCM αποδίδεται σε σφάλματα εξωτερικής επικοινωνίας τα οποία διέπραξε το κράτος σε σχέση με την κατάσταση της SNCM. Το μόνο που πραγματικά προκύπτει από την εν λόγω έκθεση είναι ότι το κράτος επικαλέστηκε μια κατάσταση που ήταν ήδη γνωστή σε όλους. Οι ενέργειες του κράτους δεν προσιδιάζουν συνεπώς σε διαχειριστικό σφάλμα.

iii)   Η διαπίστωση ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού

(286)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η έκθεση Oddo-Hastings εκτιμά την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού σε 134,4 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, η οποία υπολογίστηκε ως διαφορά ανάμεσα στην αξία του ενεργητικού της SNCM (190,3 εκατ. EUR), αφενός, και στην αξία του παθητικού της επιχείρησης, αφετέρου (οφειλές σε προνομιακούς και σε μη προνομιακούς πιστωτές που αποτιμώνται σε 153,8 εκατ. EUR και σε 170,9 εκατ. EUR αντίστοιχα).

(287)

Η Επιτροπή είχε υπολογίσει προηγουμένως την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού της SNCM σε 123,5 εκατ. EUR στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 (πρβλ. αιτιολογική σκέψη 264).

iv)   Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στα σφάλματα και τη διαπιστωθείσα ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού

(288)

Σύμφωνα με τις γαλλικές αρχές, ο διαχειριστής ενός νομικού προσώπου μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος, βάσει του άρθρου L.624-3 του εμπορικού κώδικα, ακόμη και αν το διαχειριστικό λάθος που διέπραξε είναι μία μόνο από τις αιτίες της ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού και μπορεί να καταδικαστεί να καλύψει το σύνολο ή μέρος των κοινωνικών οφειλών, έστω και αν μόνο ένα μέρος αυτών των οφειλών είναι αποτέλεσμα του δικού του σφάλματος. (145) Κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, το γαλλικό κράτος θα καταδικαζόταν να καλύψει ποσοστό από 85 έως 100 % της διαπιστωθείσας ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού, πράγμα που αντιστοιχεί σε ποσό κυμαινόμενο από 114,3 εκατ. EUR έως 134,4 εκατ. EUR.

(289)

Η ανάλυση αυτή δεν θεμελιώνεται πουθενά. Πράγματι, στο μέτρο που τα εικαζόμενα διαχειριστικά σφάλματα βασίζονται σε αποφάσεις που ελήφθησαν στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 και προκάλεσαν άμεσο επιπλέον κόστος για τη SNCM, είναι πολύ δύσκολο να θεωρηθεί ότι δικαιολογούν την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού το 2005, τη στιγμή μάλιστα που μεταξύ των δύο ημερομηνιών μεσολάβησε σειρά γεγονότων.

(290)

Επιπλέον, αν όπως πράγματι φαίνεται δεν υπάρχει αυτόματη σύνδεση ανάμεσα στο ύψος της αποζημίωσης που χορηγείται ως κάλυψη του παθητικού και στο ποσό κατά το οποίο αυξάνεται το παθητικό εξαιτίας του διαχειριστικού σφάλματος του διαχειριστή (εφόσον έχει αποδειχθεί), αυτό σημαίνει επίσης ότι το δικαστήριο δύναται να καταδικάσει τον διαχειριστή σε ποσό πολύ μικρότερο της διαπιστωθείσας ανεπάρκειας στοιχείων ενεργητικού (146).

(291)

Ωστόσο, αντίθετα με όσα φαίνεται να πιστεύουν οι γαλλικές αρχές (και η SNCM), δεν είναι βέβαιο ότι οι αμφισβητούμενες αποφάσεις θα θεωρούνταν από το δικαστήριο που θα εκδίκαζε την κάλυψη του παθητικού τόσο σοβαρές ώστε να δικαιολογούν την επιβάρυνση των δημόσιων αρχών με σημαντικό μέρος του διαπιστωθέντος παθητικού. Σύμφωνα με τους υπό εξέταση ισχυρισμούς, επρόκειτο στην πραγματικότητα για αποφάσεις υπό το πνεύμα του προστατευτισμού οι οποίες ελήφθησαν μέσα σε πολιτικό πλαίσιο (και μάλιστα, ως επί το πλείστον δέκα χρόνια νωρίτερα) ή για πιο πρόσφατες αποφάσεις που είχαν ως στόχο να απαλλάξουν τους εργαζόμενους από την υποχρέωση να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους ή να συμβάλουν στην αποκατάσταση ενός καλύτερου κοινωνικού κλίματος.

v)   Καθορισμός μιας ενδεχόμενης επιβάρυνσης με πρόσθετες αποζημιώσεις απόλυσης σε περίπτωση δικαστικής εκκαθάρισης της SNCM

(292)

Πέρα από την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού, με βάση τη σχετική νομολογία (147), οι γαλλικές αρχές υποστηρίζουν ότι ένας δικαστής θα καταδίκαζε οπωσδήποτε το γαλλικό κράτος να καταβάλει τις πρόσθετες αποζημιώσεις απόλυσης (δηλαδή ποσό από [200-210] (*1) έως [250-260] (*1) εκατ. EUR). Κατά την άποψη των γαλλικών αρχών, το σύνολο των πραγματικών εξόδων με τα οποία θα επιβαρυνόταν το κράτος ως μέτοχος θα κυμαινόταν από 212,1 εκατ. EUR έως 361 εκατ. EUR.

(293)

Οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι, σε πρόσφατες αποφάσεις, γαλλικά δικαστήρια καταδίκασαν τον εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων διαχειριστή να αναλάβει, εκτός από την ανεπάρκεια στοιχείων ενεργητικού, και την καταβολή των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης που υπολογίζονται βάσει σχεδίου κοινωνικών μέτρων που κατήρτισε η επιχείρηση πριν την εκκαθάρισή της.

(294)

Συγκεκριμένα, οι γαλλικές αρχές αναφέρουν ότι, στην υπόθεση Aspocomp, η γαλλική εταιρεία Aspocomp SAS, θυγατρική κατά 99 % της φινλανδικής εταιρείας Aspocomp Group Oyj, συνήψε στις 18 Ιανουαρίου 2002 επιχειρηματική συμφωνία που περιείχε τους όρους αποζημίωσης βάσει προγράμματος κοινωνικών μέτρων 210 μισθωτών επί συνόλου 550. Η συμφωνία αυτή περιέγραφε ιδίως το ποσό των αντισταθμιστικών και συμπληρωματικών αποζημιώσεων καθώς και τις ενισχύσεις για εθελούσια αποχώρηση. Όμως, μετά από αλλαγή της στρατηγικής του ομίλου, η μητρική εταιρεία Aspocomp Group Oyj αποφάσισε, στις 21 Φεβρουαρίου 2002, να διακόψει τη χρηματοδότηση της Aspocomp SAS, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό την αίτηση αυτής της εταιρείας να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η απόφαση αυτή εμπόδισε εκ των πραγμάτων τη θυγατρική να τηρήσει τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής συμφωνίας και την ανάγκασε να απολύσει όλο το υπόλοιπο προσωπικό της.

(295)

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση του Εφετείου της Ρουέν επικύρωσε την απόφαση του Εργατοδικείου του Evreux και καταδίκασε την εταιρεία Aspocomp Group Oyj η οποία έλεγχε το 99 % της θυγατρικής της να καταβάλει: i) στους μισθωτούς, που καλύπτονταν από την επιχειρηματική συμφωνία, το σύνολο των αντισταθμιστικών και συμπληρωματικών αποζημιώσεων που προέβλεπε μόνον αυτή η επιχειρηματική συμφωνία, καθώς και αποζημιώσεις για απόλυση χωρίς πραγματική και σοβαρή αιτία και ii) στους μισθωτούς, που απολύθηκαν στο πλαίσιο της αίτησης για κήρυξη σε πτώχευση της Aspocomp, ισοδύναμες αποζημιώσεις, κρίνοντας ότι με το να μην τηρήσει τις ανειλημμένες δεσμεύσεις της η μητρική εταιρεία επέδειξε αθέμιτη συμπεριφορά και απαράδεκτη επιπολαιότητα.

(296)

Αν και η Γαλλία επικαλέστηκε επίσης απόφαση της 19ης Απριλίου 2005 του Τμήματος Εμπορικών Υποθέσεων του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου (148) προς επίρρωση της θεωρίας της, η Επιτροπή δεν διακρίνει στη συγκεκριμένη απόφαση κάποιο καθοριστικό στοιχείο σε σχέση με την παρούσα αντιδικία. Πράγματι, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο περιορίζεται στο να παρατηρήσει ότι ένα εφετείο δεν προσδιόρισε επαρκώς κατά τον νόμο τα χαρακτηριστικά της σύγχυσης των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ μιας μητρικής εταιρείας και της θυγατρικής της. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα γεγονότα που σχετίζονται με τη νομολογία Aspocomp δεν είναι ίδια με τα γεγονότα στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήρξε ασυνέπεια της CGMF στην τήρηση των δεσμεύσεών της για καταβολή των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης.

(297)

Επισημαίνεται ότι τόσο η SNCM όσο και οι γαλλικές αρχές φαίνεται να αποδίδουν σημασία στο γεγονός ότι ένα σχέδιο κοινωνικών μέτρων […] (*1). Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν […] (*1) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως διαχειριστικό σφάλμα που θα οδηγούσε στην ανάληψη ευθύνης από μέρους του κράτους έναντι των εργαζομένων […] (*1). Ακόμη και αν υποτεθεί ότι, παραδόξως, […] (*1), το κράτος μπορούσε να αναλάβει ευθύνη έναντι των εργαζομένων και να τους παράσχει δικαίωμα αποζημίωσης από το κράτος (149), η παροχή ενός τέτοιου δικαιώματος θα αποτελούσε από μόνη της πλεονέκτημα που χορηγήθηκε στην SNCM, και, επομένως, κρατική ενίσχυση, για λόγους ανάλογους με αυτούς που παρατίθενται κατωτέρω σε σχέση με τα μέτρα ενίσχυσης σε πρόσωπα, ύψους 38,5 εκατ. EUR. Πράγματι, το μέτρο αυτό θα μπορούσε να κατευνάσει κάπως το κοινωνικό κλίμα στους κόλπους της επιχείρησης.

vi)   Συμπέρασμα σε σχέση με τη συνεκτίμηση ενδεχομένης αγωγής για κάλυψη παθητικού

(298)

Δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά τον νόμο ότι οι γαλλικές αρχές θα καταδικάζονταν, με επαρκή βαθμό πιθανότητας, από εθνικό δικαστήριο να καταβάλουν αποζημιώσεις και τόκους για κάλυψη παθητικού, και ακόμη λιγότερο ότι μια τέτοια καταδίκη θα υπερέβαινε την αρνητική τιμή «πώλησης» της SNCM.

(299)

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η δράση του κράτους, ακόμη και αν υποτεθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε κακός διαχειριστής, αποσκοπούσε στην προστασία των εθνικών βιομηχανιών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της SNCM και των εργαζομένων της, αποφεύγοντας κυρίως να τους επιβάλει μια εξέλιξη η οποία πιθανόν να αντιμετωπιζόταν δυσμενώς σε κοινωνικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, ακόμη και αν οι δημόσιοι οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου του κράτους, μπορούν να θεωρηθούν σε ορισμένες περιπτώσεις ως εκ των πραγμάτων διαχειριστές μιας επιχείρησης, τίποτε δεν συνηγορεί ότι η αγωγή για κάλυψη του παθητικού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ερμηνεία των πολιτικών επιλογών ιδίως του κράτους σε ανάλογες περιπτώσεις. Η εξεταζόμενη περίπτωση απέχει πολύ από τις συνθήκες της υπόθεσης Aspocomp η οποία ουδόλως αφορούσε μια τέτοια προβληματική.

(300)

Η Επιτροπή θεωρεί σε κάθε περίπτωση ότι οι γαλλικές αρχές δεν μπορούν σήμερα να επικαλούνται πολιτικές επιλογές του παρελθόντος για να δικαιολογήσουν πολιτικές παρεμβάσεις που σκοπό είχαν να αποκαταστήσουν τις επιπτώσεις προηγούμενων παρεμβάσεων. Αντιθέτως, οι δύο αυτές παρεμβάσεις, δηλαδή τα διαχειριστικά σφάλματα του παρελθόντος και οι πρόσφατες κρατικές παρεμβάσεις, αναλύονται ως δύο σωρευτικές περιπτώσεις στρέβλωσης του ανταγωνισμού. Πράγματι, η αποδοχή της ευθύνης του κράτους για την κάλυψη του παθητικού θα συνεπαγόταν ότι παρέχεται στο κράτος η δυνατότητα να παραδεχθεί ότι διέπραξε σφάλματα στη διαχείριση της επιχείρησης προκειμένου να δικαιολογήσει μια οικονομική εισφορά ως μη κρατική ενίσχυση, γεγονός που θα προκαλούσε νέα στρέβλωση του ανταγωνισμού. Το κράτος θα χρησιμοποιούσε τότε τα δικά του διαχειριστικά σφάλματα προκειμένου να δικαιολογήσει μια πρόσθετη οικονομική εισφορά, αντιβαίνοντας στη γενική αρχή σύμφωνα με την οποία κανείς δεν μπορεί να επωφεληθεί από το δικό του σφάλμα (150).

(301)

Θα ήταν επίσης τελείως αφύσικο να αποσυνδεθούν οι ενέργειες του κράτους ως «κακού διαχειριστή» (εφόσον αυτό έχει αποδειχθεί) από τις ενέργειες του κράτους για τη διάσωση/ενίσχυση της επιχείρησης που το ίδιο κακοδιαχειρίστηκε. Αλλά, το διαχειριστικό σφάλμα δεν προσιδιάζει κανονικά στη συμπεριφορά ενός συνετού ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Συνεπώς, ο μηχανισμός ενίσχυσης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με αυτό το σφάλμα δεν συνάδει επίσης με αυτή τη συμπεριφορά.

(302)

Η αποδοχή της θεωρίας που υποστήριξαν οι γαλλικές αρχές και η SNCM θα συνεπαγόταν εξάλλου ότι παρέχεται στο κράτος η δυνατότητα να χορηγεί εγγύηση σε μια επιχείρηση διαπράττοντας εν γνώσει του «διαχειριστικό σφάλμα», πράγμα που δεν είναι σε καμία περίπτωση αποδεκτό όσον αφορά τη δεοντολογία στον τομέα των ενισχύσεων.

(303)

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενέργειες που θα ενεργοποιούσαν την ευθύνη του κράτους, σύμφωνα με τη θεωρία που υποστηρίζεται από την SNCM και τις γαλλικές αρχές, θα ήταν στην πραγματικότητα ενέργειες του κράτους ως φορέα άσκησης δημόσιας εξουσίας και όχι ως μετόχου. Με δεδομένο ότι ένας συνετός ιδιώτης μέτοχος δεν θα λάμβανε αποφάσεις με βάση αυτές τις πολιτικού και δημόσιου χαρακτήρα παραμέτρους, ο κίνδυνος κάλυψης του παθητικού ως αποτέλεσμα τέτοιων αποφάσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του κριτηρίου του συνετού ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς (151).

(304)

Οι γαλλικές αρχές υπενθυμίζουν ότι στην απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2005 επί της υπόθεσης ABX, η Επιτροπή εξέτασε το ενδεχόμενο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι «σε ορισμένες έκτακτες περιστάσεις, ορισμένες εθνικές νομοθεσίες προβλέπουν τη δυνατότητα για τρίτους να στραφούν κατά των μετόχων μιας εκκαθαριζόμενης επιχείρησης, ειδικότερα αν οι μέτοχοι αυτοί μπορούν να θεωρηθούν [έχει διαγραφεί στο κείμενο] ή/και ότι έχουν διαπράξει διαχειριστικά λάθη» (152).

(305)

Ωστόσο, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η έννοια της ενίσχυσης πρέπει να εκτιμάται με αντικειμενικότητα και επισημαίνει ότι η απόφαση για κίνηση της διαδικασίας σε σχέση με την ίδια υπόθεση όριζε ότι «[τ]έλος, ακόμη και στη μάλλον απίθανη υπόθεση κατά την οποία όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο για την ανάληψη ευθύνης […] πληρούνταν, αυτό δεν θα απέκλειε παρά ταύτα οι εν λόγω παρεμβάσεις υπέρ της μητρικής εταιρείας της να είχαν χαρακτήρα κρατικής παρέμβασης» (153).

(306)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι γαλλικές αρχές δεν έχουν άρει επαρκώς τις αμφιβολίες της ως προς το γεγονός ότι ο μέτοχος της SNCM θα μπορούσε, με επαρκή βαθμό βεβαιότητας, να κριθεί υπεύθυνος.

(307)

Σε αυτές τις συνθήκες και έχοντας απορρίψει τον συνυπολογισμό των συμπληρωματικών αποζημιώσεων απόλυσης (πρβλ. αιτιολογικές σκέψεις 225 και εξής), η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το κόστος εκκαθάρισης της SNCM θα ήταν μηδενικό για το κράτος. Πράγματι, η Επιτροπή θεωρεί ότι το κράτος ως μέτοχος δεν μπορεί να επιβαρυνθεί με το κόστος εκκαθάρισης καθώς η έκθεση του μετόχου συνδέεται με την αξία της εισφοράς του στο εταιρικό κεφάλαιο της επιχείρησης.

6.1.2.2.   Συμπέρασμα

(308)

Έτσι, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε επιλέξει τη λιγότερο ζημιογόνα λύση, δηλαδή την εκκαθάριση της SNCM. Η Επιτροπή καταλήγει, συνεπώς, ότι η αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR συνιστά κρατική ενίσχυση.

6.1.3.   Η εισφορά κεφαλαίου της CGMF ποσού 8,75 εκατ. EUR

(309)

Στις παρατηρήσεις τους μετά την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι η ανακεφαλαιοποίηση των 8,75 εκατ. EUR από το κράτος συνέπεσε με την εισφορά των ιδιωτών επενδυτών. Εξηγούν ότι η χρονική σύμπτωση ενισχύεται από τον μειοψηφικό χαρακτήρα της εισφοράς του κράτους, καθώς η πλειοψηφία των κεφαλαίων προήλθε από την αγορά. Επίσης, θεωρούν ότι το ποσοστό απόδοσης της εισφοράς του κράτους, δηλαδή […] (*1) % ετησίως, αποτελεί επαρκή μακροπρόθεσμη απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων για έναν ιδιώτη επενδυτή. Τέλος, στο σημείωμα της 16ης Μαΐου 2013, εκτιμούν επίσης ότι οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη ρήτρα υπαναχώρησης αντισταθμίζεται από το δικαίωμα προαίρεσης εξαγοράς από τους ιδιώτες μετόχους.

(310)

Η εισφορά κεφαλαίων του κράτους πρέπει τώρα να συγκριθεί με την εισφορά των ιδιωτών αγοραστών, ήτοι 26,25 εκατ. EUR. Όπως αποδείχθηκε στην παράγραφο 6.1.2, η εισφορά του κράτους ανέρχεται σε 158 εκατ. EUR στα οποία πρέπει να προστεθούν τα 38,5 εκατ. ενισχύσεων σε πρόσωπα και τα 15,81 εκατ. που καταβλήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου του 2002 όπως θα αποδειχθεί στις παραγράφους 6.1.4 και 6.1.5.

(311)

Πράγματι, το σύνολο των μέτρων του 2006 περιέχονται στο πρωτόκολλο συμφωνίας. Τα μέρη αυτού του πρωτοκόλλου, η CGMF, η BCP και η VT, συνομολόγησαν την υλοποίηση της εισφοράς των 158 εκατ. EUR, της προκαταβολής σε λογαριασμό όψεως ποσού 38,5 εκατ. EUR και της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ύψους 8,75 εκατ. EUR στο ίδιο αυτό έγγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση, τα τρία αυτά μέτρα συνιστούν μία και την αυτή πράξη, πράξη που αποσκοπούσε στην ιδιωτικοποίηση της SNCM. Όπως τονίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 125 της απόφασης της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, «αυτή η εισφορά κεφαλαίου [των 8, 75 εκατ. EUR] τοποθετείται στο πλαίσιο ενός συνολικού πρωτοκόλλου πώλησης, προϊόν ενιαίας διαπραγμάτευσης, στο οποίο οι εισφορές των αγοραστών αποτελούν αντιστάθμιση επαχθών δεσμεύσεων, σε διάφορες μορφές, του γαλλικού κράτους». Τα τρία αυτά προαναφερόμενα μέτρα πρέπει λοιπόν να θεωρηθούν συνολικά ως εισφορά κεφαλαίου από το κράτος στην SNCM και να συγκριθούν με την εισφορά των ιδιωτών επενδυτών ώστε να προσδιοριστεί ο σημαίνων ή μη χαρακτήρας της παρέμβασής τους.

(312)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η εισφορά των ιδιωτών μετόχων, ήτοι 10,6 % της συνολικής εισφοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντική.

(313)

Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί στην αιτιολογική σκέψη 311, τα τρία μέτρα στην προκειμένη περίπτωση συνιστούν μία και μόνη πράξη ιδιωτικοποίησης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εισφορές δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων πραγματοποιήθηκαν με χρονική σύμπτωση.

(314)

Τέλος, όσον αφορά το κριτήριο των εισφορών που πραγματοποιήθηκαν με συγκρίσιμους όρους, η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, η CCF και η STIM, έχουν αμφισβητήσει τον σημαίνοντα χαρακτήρα της ιδιωτικής παρέμβασης και κυρίως την ύπαρξη συγκρίσιμων όρων ανάμεσα στη δημόσια επένδυση και στους ιδιώτες επενδυτές, λόγω της υφιστάμενης ρήτρας υπαναχώρησης.

(315)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι όροι αυτής της αύξησης κεφαλαίου αρκούν για να καταδειχθεί ότι οι κίνδυνοι που διατρέχουν ο δημόσιος και οι ιδιώτες επενδυτές δεν είναι οι ίδιοι. Και μόνον η ύπαρξη και οι όροι της ρήτρας υπαναχώρησης ως προς τη μεταβίβαση αποδεικνύουν ότι οι ιδιώτες επενδυτές δεν έχουν την ίδια μεταχείριση με τον δημόσιο επενδυτή όσον αφορά τους κινδύνους σε περίπτωση ενεργοποίησης των όρων της ρήτρας. Σύμφωνα με το πρωτόκολλο συμφωνίας, οι ιδιώτες επενδυτές μπορούν εύκολα να αποσυρθούν και να ανακτήσουν τα κεφάλαιά τους σε περίπτωση αρνητικής απόφασης της Επιτροπής, του Πρωτοδικείου ή του Δικαστηρίου, ή μη ανανέωσης της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό το τελευταίο μέρος της ρήτρας υπαναχώρησης έχει ιδιαίτερα τιμωρητικό χαρακτήρα για το κράτος στο μέτρο που αφορά τον πυρήνα των δραστηριοτήτων της SNCM. Η SNCM είναι πράγματι ο φορέας που κατά παράδοση συνδέει την Κορσική με την ηπειρωτική Γαλλία. Σχηματικά, τα δύο τρίτα της δραστηριότητάς της αφορούν τη σύνδεση μεταξύ Μασσαλίας και Κορσικής στο πλαίσιο ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας. Οι ιδιώτες επενδυτές προστατεύονται συνεπώς με τη ρήτρα υπαναχώρησης έναντι του εμπορικού κινδύνου για την πλειονότητα των δραστηριοτήτων της SNCM. Ο κίνδυνος αυτός απειλεί ουσιαστικά μόνο το κράτος.

(316)

Η ενεργοποίηση της προαναφερόμενης ρήτρας υπαναχώρησης θα συνεπαγόταν, αφενός, υποχρέωση επιστροφής από τη SNCΜ του συνόλου των εισφορών των αγοραστών υπέρ αυτών των ιδιωτών επενδυτών. Αφετέρου, η CGMF θα βρισκόταν εν νέου κάτοχος του 100 % του κεφαλαίου της SNCM, ενώ ο κίνδυνος εκκαθάρισης και, συνεπώς, απώλειας σημαντικού μέρους των δημόσιων επενδύσεων θα αυξανόταν σημαντικά.

(317)

Όσον αφορά την υπόσχεση αγοράς από τους ιδιώτες μετόχους, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί από τη CGMF σε περίπτωση εξυγίανσης με δικαστική απόφαση ή εκκαθάρισης της SNCM. Αυτό επιβεβαιώνει ότι, σε περίπτωση δυσχερειών, η εναλλακτική αυτή λύση δεν είναι δυνατό να ενεργοποιηθεί και ότι οι ενεχόμενοι κίνδυνοι απειλούν κατά βάση την CGMF, δηλαδή το κράτος. Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι αυτή η υπόσχεση αγοράς δεν μπορεί να αναλυθεί ως αντιστάθμιση της ρήτρας υπαναχώρησης.

(318)

Εξάλλου, η Επιτροπή δεν μπορεί να λάβει υπόψη το επιχείρημα των γαλλικών αρχών σύμφωνα με το οποίο το πρωτόκολλο συμφωνίας περιείχε σειρά εγγυήσεων που αποσκοπούσαν στην προστασία της επένδυσης του κράτους. Στην πραγματικότητα, οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους αγοραστές δεν συνιστούν κινδύνους ή πρόσθετους περιορισμούς για τους αγοραστές που θα τους έφεραν σε θέση ανάλογη με εκείνη της CGMF. Μοναδικός στόχος τους είναι να διασφαλίσουν ότι στο διάστημα κατά το οποίο μπορεί να ενεργοποιηθεί η ρήτρα υπαναχώρησης από τους ιδιώτες αγοραστές, αυτοί δεν θα προκαλέσουν μεταβολή νομικής κατάστασης στην SNCM και θα προβούν μόνο στις ενέργειες που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του επιχειρηματικού σχεδίου και του κοινωνικού συμφώνου.

(319)

Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει το Πρωτοδικείο στην απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, η ανάλυση της αναμενόμενης αποδοτικότητας και μόνο δεν αρκεί για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η επένδυση έγινε από το κράτος σε συνθήκες αγοράς, στο μέτρο που οι κίνδυνοι δεν μοιράζονται ισοδικαίως μεταξύ του δημόσιου και των ιδιωτών επενδυτών.

(320)

Ακόμη και αν ο όρος της επένδυσης pari passu δεν πληρούται, το μέτρο μπορεί πάντα να είναι σύμφωνο με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Θα έπρεπε λοιπόν να αποδειχθεί ότι οι ενέργειες του κράτους προσιδίαζαν στις ενέργειες συνετού ιδιώτη επενδυτή σε ανάλογη κατάσταση, π.χ. με τις εκ των προτέρων αναλύσεις της αποδοτικότητας της επένδυσης. Ωστόσο, οι γαλλικές αρχές δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη μιας τέτοιας εκ των προτέρων ανάλυσης. Οι γαλλικές αρχές αρκέστηκαν σε μια εκ των υστέρων εκτίμηση, στις παρατηρήσεις τους, ότι το σταθερό ποσοστό απόδοσης […] (*1) % ήταν επαρκές για έναν ιδιώτη επενδυτή, συγκρίνοντάς το με τα ποσοστά απόδοσης μιας ΟΑΤ (Obligation assimilable du Trésor, ομολογίας που εκδίδει το γαλλικό κράτος), που εκείνη την εποχή κυμαίνονταν μεταξύ 3,72 % και 3,95 %. Ωστόσο, δεν παρουσίασαν καμία ανάλυση που να αποδεικνύει ότι το ποσοστό του 10 % θα ήταν αποδεκτό για έναν ιδιώτη επενδυτή με δεδομένους των κινδύνων που καλείται να αντιμετωπίσει το κράτος, π.χ. τον κίνδυνο της ρήτρας υπαναχώρησης και τους κινδύνους που συνδέονται με την κατάσταση της επιχείρησης.

(321)

Πρωτίστως, το ποσοστό […] (*1) % ισχύει μόνο για την εισφορά κεφαλαίου 8,75 εκατ. EUR αλλά μια τέτοια ανάλυση θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη το σύνολο της εισφοράς του κράτους που αναφέρεται στο Πρωτόκολλο. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία απόδοση συνδεόμενη με την αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR ή με την προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως ύψους 38,5 εκατ. EUR, το ποσοστό απόδοσης για το σύνολο της επένδυσης του κράτους στη SNCM κατά τη χρονική στιγμή της ιδιωτικοποίησης του 2006 θα ήταν σαφώς μικρότερο του ποσοστού απόδοσης μιας ομολογίας OAT. Λόγω των ενεχόμενων κινδύνων, ένας ιδιώτης επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς δεν θα δεχόταν ένα τέτοιο ποσοστό.

(322)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια που θέσπισε η νομολογία για να αποκλειστεί εξαρχής ο χαρακτήρας ενίσχυσης του εν λόγω μέτρου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εισφορά κεφαλαίου του κράτους ύψους 8,75 εκατ. EUR παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στην SNCM, εφόσον η εισφορά αυτή πραγματοποιήθηκε παράλληλα με εισφορά ιδιωτικών κεφαλαίων υπό συγκρίσιμους όρους κατά την έννοια της ενωσιακής νομολογίας. Κατά συνέπεια, το εν λόγω μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

6.1.4.   Τα μέτρα ενίσχυσης σε πρόσωπα (38,5 εκατ. EUR)

(323)

Οι γαλλικές αρχές θεωρούν ότι αυτή η χρηματοδότηση συνιστά ενίσχυση σε πρόσωπα από την οποία η επιχείρηση δεν αποκομίζει όφελος και άρα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Τα ενδιαφερόμενα μέρη, η CCF και η STIM, αμφισβήτησαν τον χαρακτηρισμό του συγκεκριμένου μέτρου ως ενίσχυσης σε πρόσωπα επειδή θεωρούν κυρίως ότι το μέτρο αυτό μπορεί να έχει έμμεσα θετικά αποτελέσματα για την SNCM.

(324)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γεγονός ότι οι άμεσοι δικαιούχοι της ενίσχυσης σε πρόσωπα είναι εργαζόμενοι δεν θεωρείται επαρκής απόδειξη για απουσία ενίσχυσης υπέρ του εργοδότη τους. Το Πρωτοδικείο αναφέρει πράγματι αυτολεξεί τα εξής: «το γεγονός ότι οι άμεσοι δικαιούχοι της ενίσχυσης σε πρόσωπα είναι απασχολούμενοι δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απόδειξη για απουσία ενίσχυσης υπέρ του εργοδότη τους» (154).

(325)

Όπως υποδεικνύει επίσης το Πρωτοδικείο στη σκέψη 138 της απόφασης της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, «[γ]ια να εξεταστεί αν αυτές οι ενισχύσεις σε πρόσωπα συνιστούν ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, πρέπει […] να προσδιοριστεί αν η SNCM αντλεί έμμεσο οικονομικό όφελος το οποίο την απαλλάσσει από την υποχρέωση να αναλάβει το κόστος που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα όφειλε να καταβάλει από τους ίδιους οικονομικούς πόρους της, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό τις δυνάμεις της αγοράς να έχουν τις φυσιολογικές επιπτώσεις τους».

(326)

Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το Πρωτόκολλο συμφωνίας, αυτό το μέτρο αποτελεί δέσμευση του κράτους έναντι των ιδιωτών εταίρων για τη χρηματοδότηση «του μέρους του κόστους των ενδεχόμενων εθελούσιων συνταξιοδοτήσεων ή λύσεων συμβάσεων εργασίας (οποιασδήποτε φύσης), του επονομαζόμενου κόστους “γενναιοδωρίας” συμπληρωματικά προς τα πάσης φύσεως ποσά που θα έπρεπε να καταβάλει ο εργοδότης». Όπως τονίζει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 145 της απόφασης της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, η ύπαρξη αυτών των ενισχύσεων σε πρόσωπα στο πρωτόκολλο «πώλησης» συνηγορεί στο ότι δημιουργούν ένα πλεονέκτημα. Τα μέρη προσέφυγαν σε αυτές επειδή μπορούσαν να αποκομίσουν κάποιο όφελος.

(327)

Οι εν λόγω ενισχύσεις μπορούν συνεπώς να δημιουργήσουν οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της SNCM παρέχοντάς της τη δυνατότητα να μην επιβαρυνθεί με το σύνολο του κόστους της ενδεχόμενης ή μελλοντικής συνταξιοδότησης ορισμένων εργαζομένων. Αν το κράτος απαλλάξει μια επιχείρηση από ένα τέτοιο κόστος, αυτό συνιστά πλεονέκτημα για την εν λόγω επιχείρηση. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι αυτά τα συμπληρωματικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα αποσκοπούν στο να διευκολύνουν την εκτέλεση των σχεδίων απολύσεων που είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης και δεν απορρέουν από κάποια νομική υποχρέωση. Στην προκειμένη περίπτωση, η συχνότητα των κοινωνικών προβλημάτων στους κόλπους της SNCM καταδεικνύει ότι η εφαρμογή ενός σχεδίου κοινωνικών μέτρων στην εν λόγω επιχείρηση προκαλεί σχεδόν συστηματικά εκδήλωση απεργιών και άλλων μορφών συνδικαλιστικής δράσης. Τα εν λόγω συμπληρωματικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα αποτελούν αναμφισβήτητα πλεονέκτημα για την SNCM.

(328)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι το εν λόγω μέτρο συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

6.1.5.   Το υπόλοιπο των 15,81 εκατ. EUR που καταβλήθηκε στο πλαίσιο των ενισχύσεων αναδιάρθρωσης του 2002

(329)

Τα μέτρα του 2006 προβλέπουν σημαντική αύξηση της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης που εξετάστηκε στο πλαίσιο του σχεδίου του 2002 το ύψος της οποίας ανέρχεται σε 69,29 εκατ. EUR και αναλύεται ως τροποποίηση του σχεδίου αναδιάρθρωσης και του κόστους του. Πράγματι, όταν σχεδιάστηκε η ιδιωτικοποίηση, το σχέδιο αναδιάρθρωσης βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Αλλά οι στόχοι του για αποκατάσταση της βιωσιμότητας της SNCM δεν επιτεύχθηκαν. Το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι «[σ]υναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση του 2006 είναι σαφής όσον αφορά το γεγονός ότι, εφόσον υπάρχουν στοιχεία ενισχύσεως αναδιάρθρωσης στο σχέδιο του 2006, θα πρέπει να αναλυθούν από κοινού με την ενίσχυση αναδιάρθρωσης του σχεδίου του 2002» (155). Το Πρωτοδικείο υπογραμμίζει ότι αυτή η ανάλυση έγινε «δικαίως». Το ύψος των 69,29 εκατ. είναι το άθροισμα του ποσού των 66 εκατ. EUR που χορηγήθηκαν το 2002 ως πρώτη δόση του σχεδίου αναδιάρθρωσης και των 3,29 εκατ. EUR που χορηγήθηκαν το 2005 ως δεύτερη δόση.

(330)

Από αυτό το ποσό των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του σχεδίου αναδιάρθρωσης του 2002, τα 53,4 εκατ. αφορούν στην πραγματικότητα την ανάθεση παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Δεδομένου ότι η νομιμότητα αυτής της ενίσχυσης επιβεβαιώθηκε από την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, η Επιτροπή οφείλει να συνεξετάσει τη συμβατότητα της καθαυτό ενίσχυσης αναδιάρθρωσης, δηλαδή των 15,81 εκατ. EUR που χορηγήθηκαν κατά την αναδιάρθρωση του 2002 και τη συμβατότητα του συνόλου των μέτρων του 2006, στη βάση των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

6.2.   ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΑΝ ΤΟ 2002 ΚΑΙ ΤΟ 2006

6.2.1.   Κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ληφθούν υπόψη

(331)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης του 2002 εξετάστηκε στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών του 1999. Σημειώνει επίσης ότι τα νέα μέτρα του 2006 που ενσωματώνουν το σχέδιο του 2002 είναι μεταγενέστερα της έναρξης ισχύος των νέων κατευθυντήριων γραμμών του 2004 και εφαρμόστηκαν χωρίς την άδεια της Επιτροπής.

(332)

Σύμφωνα με τους κανόνες μετάβασης που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2004 (156), οι τελευταίες εφαρμόζονται, εφόσον πρόκειται για παράνομη ενίσχυση μέρος της οποίας καταβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος τους.

(333)

Κατά συνέπεια, εφόσον τα μέτρα του 2006 συνιστούν ενισχύσεις, εντάσσονται στο πλαίσιο των πράξεων αναδιάρθρωσης που άρχισαν το 2002 και αναλύονται από κοινού με τις τελευταίες. Η συμβατότητα του συνόλου αυτών των ενισχύσεων θα αναλυθεί συνεπώς στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

6.2.2.   Χαρακτηρισμός προβληματικών επιχειρήσεων

(334)

Για να είναι επιλέξιμη για ενίσχυση αναδιάρθρωσης, μια επιχείρηση πρέπει να μπορεί να χαρακτηρισθεί προβληματική κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών.

(335)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, όπως διαπίστωσε, ο όρος αυτός τηρήθηκε τόσο στην απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2002 σχετικά με την ενίσχυση διάσωσης υπέρ της SNCM (157) όσο και στην απόφαση της 19ης Αυγούστου 2002 για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας σχετικά με το σχέδιο ανακεφαλαιοποίησης, βάσει των ετήσιων λογαριασμών της SNCM του έτους 2001.

(336)

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή επαλήθευσε ότι η SNCM πληρούσε αυτόν τον όρο βάσει των ετήσιων λογαριασμών της επιχείρησης για το έτος 2002. Έτσι, τα ίδια κεφάλαια εκτός από τις καταλογισθείσες επιβαρύνσεις (158) εξακολουθούσαν να είναι αρνητικά κατά – 26,5 εκατ. EUR το 2002 έναντι – 30,7 εκατ. EUR το 2001. Το επίπεδο αυτό αντικατοπτρίζει την εξαφάνιση περισσότερου από το ήμισυ του εταιρικού κεφαλαίου της επιχείρησης, ποσοστό άνω του 25 % του οποίου εξανεμίστηκε κατά τη διάρκεια των 12 μηνών μετά την κοινοποίηση, επιβεβαιώνοντας έτσι την προϋπόθεση που περιγράφεται στο σημείο 5 α) των κατευθυντήριων γραμμών.

(337)

Πέρα από την εξέλιξη του εταιρικού κεφαλαίου, η Επιτροπή διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι:

—

από το 2001 έως το 2002, το τρέχον αποτέλεσμα προ φόρων από – 5,1 εκατ. EUR το 2001 ανήλθε σε – 5,8 εκατ. EUR το 2002, ενώ οι καθαρές ζημίες το 2002 μειώθηκαν μόνο χάρη στην πώληση ορισμένων πλοίων,

—

η ικανότητα αυτοχρηματοδότησης της SNCM που προσέγγιζε τα 39,2 εκατ. EUR το 2002, μειώθηκε σε 35,7 εκατ. EUR στα τέλη του 2001,

—

οι καθαρές χρηματοοικονομικές οφειλές, πλην των χρηματοδοτικών μισθώσεων, αυξήθηκαν από 135,8 εκατ. EUR σε 144,8 εκατ. EUR από το 2000 έως το 2002,

—

τα χρηματοοικονομικά έξοδα (τόκοι και εξομοιώσιμες επιβαρύνσεις) αυξήθηκαν από 7,0 εκατ. EUR το 2000 σε 9,503 εκατ. EUR το 2002.

(338)

Οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν εξάλλου στην Επιτροπή ότι οι τράπεζες αρνούνται πλέον να χορηγήσουν δάνεια στην SNCM λόγω του χρέους της, αν και εκείνη πρότεινε να θέσει ως εγγύηση τα τελευταία πλοία της που δεν βαρύνονται με υποθήκες ή άλλες παρόμοιες δουλείες.

(339)

Τέλος, η σύμβαση ΑΔΥ δεν μεταβάλλει στο παραμικρό αυτή την ανάλυση. Αν και η εν λόγω σύμβαση θα επέτρεπε αναμφίβολα στην SNCM, σε συνδυασμό με την επιτυχία του σχεδίου αναδιάρθρωσης, να επιτύχει μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα εκμετάλλευσης, παρ’ όλα αυτά η σοβαρή έλλειψη ιδίων κεφαλαίων, το αυξανόμενο χρέος της και το κόστος των λειτουργικών μέτρων του σχεδίου αναδιάρθρωσης θα οδηγούσαν την SNCM, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, σε παύση πληρωμών.

(340)

Επειδή η περίοδος αναδιάρθρωσης εκτείνεται από το 2002 ως το 2006, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η SNCM πληροί αυτή τη συνθήκη κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου και κυρίως κατά τη χρονική στιγμή στην οποία αποφασίστηκαν νέες εισφορές δημόσιων κεφαλαίων.

(341)

Η απόφαση του 2003 παρατηρούσε ότι η SNCM πληρούσε αυτό το κριτήριο για τις χρήσεις 2001 και 2002 (159).

(342)

Πρέπει τώρα να εξακριβωθεί αν η SNCM συνέχιζε να πληροί το εν λόγω κριτήριο κατά τις χρήσεις 2003 έως 2005, δηλαδή την τελευταία ακέραιη λογιστική χρήση πριν από την εφαρμογή των νέων μέτρων του 2006 σε σχέση με την ιδιωτικοποίηση της SNCM.

(343)

Όπως έχει ήδη αναφερθεί στις αιτιολογικές σκέψεις 73 και επ., η κατάσταση της SNCM επιδεινώθηκε σοβαρά στη διάρκεια του 2004 και του 2005. Έτσι, το τρέχον αποτέλεσμα της SNCM διαμορφώθηκε σε – 32,6 εκατ. EUR το 2004 και σε – 25,8 εκατ. EUR το 2005. Το καθαρό αποτέλεσμα ήταν – 29,7 εκατ. EUR το 2004 και – 28,8 εκατ. EUR το 2005. Τα ίδια κεφάλαια το 2005 (– 1,7 εκατ.) κατέγραψαν μείωση της τάξης των 25,5 εκατ. σε σχέση με το 2004. Αυτή η μείωση αντιστοιχεί σε απώλεια του ημίσεως και πλέον του εταιρικού κεφαλαίου της, ποσοστό άνω του 25 % του οποίου εξανεμίστηκε κατά τη διάρκεια των 12 τελευταίων μηνών, επιβεβαιώνοντας έτσι την επαρκή προϋπόθεση που περιγράφεται στο σημείο 10 α) των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

(344)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η SNCM είναι δυνατό να χαρακτηριστεί προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

6.2.2.1.   Ίδια συνεισφορά

(345)

Δυνάμει του σημείου 43 των κατευθυντήριων γραμμών, «[τ]ο ποσό και η ένταση της ενίσχυσης πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως ελάχιστο των εξόδων αναδιάρθρωσης που απαιτούνται για την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης με βάση τους διαθέσιμους χρηματοοικονομικούς πόρους της επιχείρησης, των μετόχων της ή του επιχειρηματικού ομίλου στον οποίο ανήκει. Αυτή η αξιολόγηση λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε προηγουμένως χορηγηθείσα ενίσχυση διάσωσης. Οι αποδέκτες της ενίσχυσης πρέπει καταρχήν να συμβάλλουν σημαντικά στο σχέδιο αναδιάρθρωσης με δικούς τους πόρους, περιλαμβανομένης της πώλησης στοιχείων του ενεργητικού που δεν είναι απαραίτητα για την επιβίωση της επιχείρησης, ή με εξωτερική χρηματοδότηση που εξασφαλίζουν υπό όρους της αγοράς. Αυτή η συμβολή αποτελεί ένδειξη ότι οι αγορές πιστεύουν στο εφικτό της επιστροφής σε βιωσιμότητα. Αυτή η συμβολή πρέπει να είναι πραγματική, δηλαδή ουσιαστική, αποκλείοντας κάθε μελλοντικά προσδοκώμενα κέρδη όπως οι ταμειακές εισροές, και να είναι όσο το δυνατόν υψηλότερη».

(346)

Το σημείο 44 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι «[η] Επιτροπή καταρχήν θα θεωρεί ότι οι ακόλουθες συμμετοχές (19) στην αναδιάρθρωση είναι οι δέουσες: αυτές που ανέρχονται σε τουλάχιστον 25 % στην περίπτωση μικρών επιχειρήσεων, σε τουλάχιστον 40 % για τις μεσαίες επιχειρήσεις και σε τουλάχιστον 50 % για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Σε εξαιρετικές περιστάσεις και σε περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας, οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται από το κράτος μέλος, η Επιτροπή μπορεί να δέχεται χαμηλότερη ίδια συνεισφοράς».

(347)

Το σημείο 7 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει επίσης ότι «είναι ενδεδειγμένο να επιβεβαιωθεί εκ νέου με μεγαλύτερη σαφήνεια η αρχή ότι [η σημαντική συμβολή του δικαιούχου της αναδιάρθρωσης] πρέπει να είναι πραγματική και απαλλαγμένη ενίσχυσης. Η συμβολή του δικαιούχου εξυπηρετεί ένα διττό στόχο: από τη μία πλευρά, θα καταδεικνύει ότι οι αγορές (ιδιοκτήτες, πιστωτές) πιστεύουν στο εφικτό της επιστροφής σε βιωσιμότητα εντός εύλογης χρονικής περιόδου. Από την άλλη πλευρά, θα εξασφαλίζει ότι η ενίσχυση αναδιάρθρωσης περιορίζεται στο ελάχιστο απαιτούμενο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας, ενώ περιορίζει τη νόθευση του ανταγωνισμού».

(348)

Η νομολογία υπογράμμισε επίσης ότι η ίδια συνεισφορά πρέπει να δείχνει ότι οι αγορές πιστεύουν στο εφικτό της επιστροφής στη βιωσιμότητα (160). Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτή η απαίτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της SNCM λόγω της κατάστασής της μετά το 2002. Πράγματι, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα αρχικά μέτρα αναδιάρθρωσης του 2002 δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ορισμένα από αυτά είτε δεν τηρήθηκαν είτε δεν πέτυχαν τον σκοπό τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 351). Επειδή η SNCM δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει στο σύνολό τους αυτά τα πρώτα μέτρα αναδιάρθρωσης, από το 2004, η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάστασή της συνέχισε να επιδεινώνεται (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 73 έως 75).

(349)

Τα έξοδα αναδιάρθρωσης ανέρχονταν το 2002 σε 46 εκατ. EUR. Όσον αφορά τα μέτρα του 2006, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ύψος των εξόδων αναδιάρθρωσης αντιστοιχούσε στο ποσό της ενίσχυσης (161), δηλαδή σε 202,55 εκατ. EUR στα οποία πρέπει να προστεθεί η αύξηση κεφαλαίου των ιδιωτών εταίρων, ήτοι 26,25 εκατ. EUR, δηλαδή συνολικά σε 274,8 εκατ. EUR. Η ίδια συνεισφορά συνίσταται σε 42,385 εκατ. καθαρής μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και σε 26,25 εκατ. αύξησης κεφαλαίου από μέρους των ιδιωτών εταίρων, ανέρχεται δηλαδή συνολικά σε 68,635 εκατ. EUR. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τα νέα μέτρα του 2006, η ίδια συνεισφορά ανέρχεται στο 25 % ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές προϋποθέτουν συνεισφορά τουλάχιστον της τάξης του 50 %. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι γαλλικές αρχές δεν επικαλέστηκαν εξαιρετικές περιστάσεις ή περιπτώσεις ιδιαίτερης δυσκολίας προκειμένου να δεχθεί η Επιτροπή χαμηλότερη ίδια συνεισφορά. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίστανται εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν μείωση του επιπέδου ίδιας συνεισφοράς που απαιτείται από τις κατευθυντήριες γραμμές του 2004.

(350)

Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ίδια συνεισφορά της SNCM στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης παραμένει ανεπαρκής όσον αφορά τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών.

6.2.2.2.   Επιστροφή στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα

(351)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή είχε εκφράσει αμφιβολίες όσον αφορά την επιστροφή στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της SNCM, ιδίως όσον αφορά τις εξής παραμέτρους:

—

η SNCM δεν σχεδίαζε την κατάργηση όλων των ζημιογόνων δραστηριοτήτων της,

—

η επιτυχία του σχεδίου αναδιάρθρωσης ήταν στενά συνδεδεμένη με την ανάθεση της ΑΔΥ στις συνδέσεις μεταξύ Μασσαλίας και Κορσικής για το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 2007 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2012,

—

οι δεσμεύσεις για μείωση του προσωπικού πλοίων που προβλεπόταν από το σχέδιο του 2002 δεν τηρήθηκαν και η αύξηση της παραγωγικότητας του 10 % δεν επετεύχθη,

—

ο ανεπαρκής χαρακτήρας της μείωσης 400 θέσεων εργασίας σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης και των μέτρων παραγωγικότητας που προβλέπει το σχέδιο του 2006 λόγω των αποκλίσεων με το σχέδιο του 2002.

(352)

Οι γαλλικές αρχές απάντησαν ότι η αλλαγή μετόχων και η εφαρμογή των τριών μέτρων του σχεδίου ιδιωτικοποίησης θα προσέφεραν στη SNCM τη δυνατότητα να αναπτύξει τη δραστηριότητά της σε υγιείς βάσεις και ότι ο ζημιογόνος χαρακτήρας ορισμένων πτυχών της δραστηριότητάς της δεν ήταν, συνεπώς, μη επανορθώσιμος.

(353)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα μέτρα που προβλέπει το σχέδιο αναδιάρθρωσης του 2002 δεν ολοκληρώθηκαν, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιδείνωση των αποτελεσμάτων της εταιρείας το 2004 και το 2005. Το 2006, η αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 20 εκατ. EUR και η αύξηση της αποζημίωσης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας κατά 9 εκατ. EUR δεν ήταν αρκετές για την αποκατάσταση του αποτελέσματος εκμετάλλευσης επειδή η άνοδος της τιμής των καυσίμων και η αύξηση των δαπανών εκμετάλλευσης υπερέβησαν κατά πολύ τις προβλέψεις. Ο εμπειρογνώμονας της Επιτροπής διαπίστωσε ότι η εφαρμογή του επιχειρηματικού σχεδίου των αγοραστών επιβραδύνθηκε σημαντικά λόγω διαφόρων γεγονότων (162) και διατύπωσε το συμπέρασμα ότι υπήρχε κίνδυνος οι συσσωρευμένες ζημίες να είναι πολύ μεγαλύτερες από τις αρχικά προβλεπόμενες για το 2007.

(354)

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι απαντήσεις των γαλλικών αρχών δεν κατάφεραν να άρουν όλες τις αμφιβολίες της. Πράγματι, η σύνδεση της επιστροφής στη βιωσιμότητα με την ανάθεση παροχής δημόσιας υπηρεσίας για την περίοδο 2007-2013 και την εφαρμογή των τριών μέτρων του σχεδίου ιδιωτικοποίησης των οποίων η νομιμότητα και η συμβατότητα με την εσωτερική αγορά δεν είχαν επιβεβαιωθεί, μοιάζει παρακινδυνευμένη. Η αξιοπιστία ενός σχεδίου για την επιστροφή μιας επιχείρησης στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα προϋποθέτει τουλάχιστον ότι οι παραδοχές στις οποίες βασίζεται είναι ρεαλιστικές. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιτυχία του σχεδίου στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην πραγματοποίηση δύο υποθετικών γεγονότων τα οποία δεν ελέγχει η SNCM. Εξάλλου, δεδομένης της χρηματοπιστωτικής κατάστασης της SNCM εκείνη την εποχή, η Επιτροπή διερωτάται για τη δυνατότητά της να χρηματοδοτήσει την αναγκαία ανανέωση ορισμένων από τα οχηματαγωγά της. Αλλά η ανανέωση αυτή παρουσιάστηκε από τις γαλλικές αρχές ως το στοιχείο που θα επέτρεπε την επίτευξη των στόχων επιστροφής στη βιωσιμότητα.

(355)

Η Επιτροπή θεωρεί συνεπώς ότι η προϋπόθεση της επιστροφής στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα που θέτουν οι κατευθυντήριες γραμμές δεν ικανοποιείται.

6.2.2.3.   Αποφυγή αθέμιτων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού (αντισταθμιστικά μέτρα)

(356)

Η ακυρωθείσα απόφαση του 2008 ανέφερε τέσσερα αντισταθμιστικά μέτρα:

—

το κλείσιμο της θυγατρικής Corsica Marittima (82 000 επιβάτες το 2000), η οποία εκτελούσε τις συνδέσεις μεταξύ Ιταλίας και Κορσικής, και συνεπώς την αποχώρηση του ομίλου SNCM από την αγορά των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ της Ιταλίας και της Κορσικής,

—

την οιονεί εγκατάλειψη από την SNCM των δρομολογίων μεταξύ Τουλόν και Κορσικής, αγορά που αντιπροσώπευε το 2002 τουλάχιστον 460 000 επιβάτες,

—

τον περιορισμό του συνολικού αριθμού προσφερόμενων θέσεων και του αριθμού των εκτελούμενων ετησίως δρομολογίων της SNCM από το 2003, ιδίως στη γραμμή Νίκαιας - Κορσικής,

—

την πώληση τεσσάρων πλοίων.

(357)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι αυτά τα μέτρα είχαν προταθεί από τις γαλλικές αρχές σε σχέση με το ποσό των 15,81 εκατ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε το 2002.

(358)

Μετά την ακύρωση της απόφασης του 2008 με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, το συνολικό ύψος της ενίσχυσης ανέρχεται πλέον σε περισσότερα από 210 εκατ. EUR. Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν αίρονται οι αμφιβολίες της για τους εξής λόγους.

(359)

Όσον αφορά την πώληση των τεσσάρων πλοίων που προβλεπόταν στην αναδιάρθρωση του 2002, η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι εν λόγω μεταβιβάσεις αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την παράδοση του Danielle Casanova τον Ιούνιο του 2002, του πλοίου μεικτών μεταφορών Paglia Orba και του πλοίου μεικτών μεταφορών Pascal Paoli, το 2003.

(360)

Αναφορικά με το κλείσιμο της Corsica Marittima, το σημείο 40 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ειδικά ότι «[η] παύση και το κλείσιμο ζημιογόνων δραστηριοτήτων που είναι οπωσδήποτε απαραίτητες για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας δεν θεωρούνται ως μείωση της παραγωγικής ικανότητας ή της παρουσίας στην αγορά για τους σκοπούς της αξιολόγησης των αντισταθμιστικών μέτρων». Κατά συνέπεια, το κλείσιμο της Corsica Marittima που ήταν ζημιογόνα από τη σύστασή της το 1990 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντισταθμιστικό μέτρο, αλλά μάλλον ως μέτρο που συμβάλλει στην επιστροφή στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.

(361)

Η ίδια συλλογιστική εφαρμόζεται επίσης στα δρομολόγια μεταξύ Κορσικής και Νίκαιας. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η SNCM κατέχει μειοψηφικό μερίδιο αγοράς, ενώ η Corsica Ferries France κατέχει μερίδιο 70 % της αγοράς (163). Σύμφωνα με την έκθεση Stephens, οι υπηρεσίες μεταφοράς από τον λιμένα της Νίκαιας, ιδίως κατά την καλοκαιρινή περίοδο, παρουσιάζουν μεγάλη ζήτηση. Εξάλλου, η συγκεκριμένη γραμμή έχει ζήτηση και εκτός της καλοκαιρινής περιόδου. Ωστόσο, το τρέχον αποτέλεσμα σε αυτή τη γραμμή ήταν ελλειμματικό μεταξύ του 2004 και του 2007. Συνεπώς, το μέτρο αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντισταθμιστικό μέτρο, αλλά μάλλον ως μέτρο που συμβάλλει στην επιστροφή στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.

(362)

Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η επιβατική κίνηση αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ της Κορσικής και του λιμένα της Toulon, περνώντας από 200 000 επιβάτες ετησίως το 1999 σε σχεδόν 1 εκατ. το 2007 (164). Συνεπώς, η οιονεί εγκατάλειψη από τη SNCM αυτού του δρομολογίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντισταθμιστικό μέτρο. Η Επιτροπή επισημαίνει ωστόσο ότι η γραμμή Toulon-Κορσικής είναι η λιγότερο σημαντική γραμμή της SNCM από άποψη επιβατικής κίνησης.

(363)

Ωστόσο, ακόμη και αν αυτό το μέτρο χαρακτηριζόταν ως αντισταθμιστικό μέτρο, η Επιτροπή θεωρεί ότι ήταν σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκές. Πράγματι, το σημείο 40 των κατευθυντήριων γραμμών ορίζει ότι «[τ]α μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα με τις στρεβλωτικές επιπτώσεις που έχει η ενίσχυση». Όπως προαναφέρθηκε στις αιτιολογικές σκέψεις (341) και (342), η Επιτροπή διαπιστώνει ότι αυτά τα μέτρα είχαν προταθεί από τις γαλλικές αρχές σε σχέση με το ποσό των 15,81 εκατ. ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην ενίσχυση αναδιάρθρωσης που χορηγήθηκε το 2002. Καθώς το συνολικό ποσό της ενίσχυσης ανέρχεται πλέον σε περίπου 218 εκατ. EUR, η Επιτροπή έχει την άποψη ότι τα προτεινόμενα μέτρα είναι ανεπαρκή σε σχέση με τη στρέβλωση του ανταγωνισμού που προκλήθηκε με τη χορήγηση αυτών των ενισχύσεων.

(364)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν υπήρξε άρση των αμφιβολιών σχετικά με τον χαρακτηρισμό αυτών των μέτρων, είτε ως αντισταθμιστικών, είτε ως μέτρων αναγκαίων για την επιστροφή στη βιωσιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, τα προτεινόμενα μέτρα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκή.

(365)

Οι γαλλικές αρχές επέσεισαν τον κίνδυνο δημιουργίας μονοπωλιακών συνθηκών υπέρ της SFF, αν η SNCM έπαυε να υπάρχει. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι γαλλικές αρχές δεν απέδειξαν επαρκώς την ύπαρξη και το μέγεθος αυτού του κινδύνου. Στην πραγματικότητα, η μεταφορά επιβατών και φορτίων μεταξύ της ηπειρωτικής Γαλλίας και της Κορσικής είναι μια αγορά ανοικτή και ανταγωνιστική για όλες τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη Μεσόγειο. Αυτή η αγορά χαρακτηρίζεται επίσης από την απουσία φραγμών εισόδου στην αγορά. Σε κάθε περίπτωση, η θέση της Corsica Ferries δεν είναι τέτοια που να αποδεικνύει ότι υπήρξε στρέβλωση του ανταγωνισμού από τα αμφισβητούμενα μέτρα.

(366)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν πληρούν τα κριτήρια που απαριθμούνται στα σημεία 38 έως 42 των κατευθυντήριων γραμμών.

VII.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

7.1.   ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΠΟΥ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟ 2002 ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΝΕΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΣΑΝ ΟΙ ΓΑΛΛΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟ 2006

(367)

Η εισφορά κεφαλαίου ύψους 15,81 εκατ. EUR που κοινοποιήθηκε το 2002 και τα τρία νέα μέτρα που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές το 2006, δηλαδή η πώληση του 100 % της SNCM στην αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR που ενέγραψε η CGMF και η προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως από την CGMF ποσού 38,5 εκατ. EUR υπέρ των απολυμένων της SNCM συνιστούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Οι εν λόγω ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά.

(368)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, κάθε παράνομη και ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο.

(369)

Εν όψει αυτής της ανάκτησης, οι γαλλικές αρχές πρέπει εξάλλου να προσθέσουν στο ποσό της ενίσχυσης τους τόκους ανάκτησης αρχής γενομένης από την ημερομηνία διάθεσης της εν λόγω ενίσχυσης στην επιχείρηση, και έως την πραγματική ανάκτησή της (165), σύμφωνα με το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (166).

7.2.   ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΚΑΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

(370)

Εφόσον τα μέτρα που κοινοποιήθηκαν στο πλαίσιο της ενίσχυσης αναδιάρθρωσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συμβατότητας που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει κανονικά να προσδιοριστούν οι επιπτώσεις αυτού του ασυμβίβαστου σε σχέση με την ενίσχυση διάσωσης που εγκρίθηκε για την SNCM από τις γαλλικές αρχές η οποία αποτελούσε το αντικείμενο της απόφασης της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2002, και να ζητηθεί η ανάκτησή της.

(371)

Στις 19 Νοεμβρίου 2002, οι γαλλικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή αντίγραφο των συμβάσεων χρηματικών προκαταβολών μεταξύ της SNCM και της CGMF καθώς και τις αποδείξεις απόδοσης της προκαταβολής της CGMF στην SNCM με δύο εμβάσματα στις 13 Μαΐου και 14 Ιουνίου 2002,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η εισφορά κεφαλαίου ύψους 15,81 εκατ. EUR και τα τρία νέα μέτρα που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές το 2006, δηλαδή η πώληση του 75 % της SNCM στην αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR, η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR που ενέγραψε η CGMF και η προκαταβολή σε λογαριασμό όψεως από την CGMF ποσού 38,5 εκατ. EUR υπέρ του απολυθέντος προσωπικού της SNCM, κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, υπέρ της SNCM συνιστούν κρατικές ενισχύσεις παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 2

1.   Η Γαλλία υποχρεούται να ανακτήσει από τον δικαιούχο τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1.

2.   Τα προς ανάκτηση ποσά περιλαμβάνουν τόκους παραγόμενους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής ανάκτησής τους.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 και αυτές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής (167), ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και πραγματική.

2.   Η Γαλλία μεριμνά για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Γαλλία υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το συνολικό ποσό (κεφάλαιο και τόκους) προς ανάκτηση από τον δικαιούχο·

β)

λεπτομερή περιγραφή των ήδη ληφθέντων μέτρων και των σχεδιαζόμενων μέτρων για τη συμμόρφωση με την παρούσα απόφαση·

γ)

τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στους δικαιούχους να επιστρέψουν την ενίσχυση.

2.   Η Γαλλία τηρεί ενήμερη την Επιτροπή σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1. Διαβιβάζει πάραυτα, με απλή αίτηση της Επιτροπής, τα στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προβλέψει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση. Υποβάλλει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους ανάκτησης που έχουν ήδη επιστραφεί από τον αποδέκτη.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Γαλλική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2013.

Για την Επιτροπή

Joaquín ALMUNIA

Αντιπρόεδρος


(1)  Από την 1η Δεκεμβρίου 2009 τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ έγιναν αντίστοιχα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Και στις δύο περιπτώσεις, οι διατάξεις είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημες. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι αναφορές στα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ νοούνται, όταν ενδείκνυται, ως αναφορές στα άρθρα 87 και 88 αντιστοίχως της Συνθήκης ΕΚ. Η ΣΛΕΕ εισήγαγε επίσης ορισμένες αλλαγές στην ορολογία, όπως αντικατάσταση του όρου «Κοινότητα» από τον όρο «Ένωση», του όρου «κοινή αγορά» από τον όρο «εσωτερική αγορά» και του όρου «Πρωτοδικείο» από τον όρο «Γενικό Δικαστήριο». Η ορολογία της ΣΛΕΕ χρησιμοποιείται στην παρούσα απόφαση.

(2)   ΕΕ C 303 της 13.12.2006, σ. 53.

(3)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/61846.

(4)  Η CGMF είναι χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών που ανήκει κατά 100 % στο γαλλικό κράτος και ενεργεί ως ενδιάμεσος φορέας για κάθε πράξη θαλάσσιας μεταφοράς και ναύλωσης πλοίων στη Μεσόγειο.

(5)   ΕΕ C 148 της 25.6.2003, σ. 7.

(6)   ΕΕ C 308 της 11.12.2002, σ. 29.

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1). Δεδομένου ότι οι γαλλικές αρχές είχαν ζητήσει στις 11 Σεπτεμβρίου 2002 τη διόρθωση ορισμένων λαθών στην απόφαση της 19ης Αυγούστου 2002, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στις 27 Νοεμβρίου 2002 που τροποποιούσε την απόφαση της 19ης Αυγούστου 2002 (δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 308 της 11.12.2002, σ. 29). Τα ενδιαφερόμενα μέρη εκλήθησαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για το σχέδιο ενίσχυσης με αφετηρία εκείνη την ημερομηνία.

(8)  Στις 11 Σεπτεμβρίου 2002 οι γαλλικές αρχές ζήτησαν παράταση της προθεσμίας για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και για την απόφαση της 19ης Αυγούστου 2002, παράταση την οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενέκριναν στις 17 Σεπτεμβρίου 2002.

(9)  Πρωτοκολλήθηκαν με αριθμό SG(2002) A/10050.

(10)  Πρωτοκολλήθηκαν στις 15 Ιανουαρίου 2003 με αριθμό DG TREN A/10962.

(11)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό SG(2003) A/1691.

(12)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/21531.

(13)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό SG(2003) A/1546.

(14)   ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.

(15)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/21701.

(16)  Απόφαση 2004/166/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 2003, σχετικά με την προβλεπόμενη από τη Γαλλία ενίσχυση αναδιάρθρωσης υπέρ της Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM) (ΕΕ L 61 της 27.2.2004, σ. 13).

(17)  Απόφαση της Επιτροπής 2005/36/ΕΚ, της 8ης Σεπτεμβρίου 2004, για την τροποποίηση της απόφασης 2004/166/ΕΚ σχετικά με την προβλεπόμενη από τη Γαλλία ενίσχυση αναδιάρθρωσης υπέρ της Société nationale maritime Corse-Méditerranée (SNCM) (ΕΕ L 019 της 21.1.2005, σ. 70).

(18)   ΕΕ C 16 της 21.1.2006, σ. 20.

(19)  Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2005, Corsica Ferries France SAS κατά Επιτροπής (Τ-349/03, Συλλογή, σ. ΙΙ-2197)

(20)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/27546.

(21)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/30842.

(22)  Πρόσθετα στοιχεία διαβιβάστηκαν με επιστολή της 30ής Νοεμβρίου 2005 [SG(2005) A/10782], της 14ης Δεκεμβρίου 2005 [SG(2005)A/11122], της 30ής Δεκεμβρίου 2005 (TRENA/10016).

(23)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/16904.

(24)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/19105.

(25)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, Altmark Trans GmbH κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH (280/00, Συλλογή, σ. 7747).

(26)  Η Veolia Transport ήταν θυγατρική κατά 100 % της Veolia Environnement. Εκμεταλλευόταν υπό την επωνυμία Connex τις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών για λογαριασμό δημόσιων οργανισμών αυτοδιοίκησης (δημόσιες μεταφορές σε αστικές περιοχές, δημόσιες μεταφορές μεταξύ πόλεων και περιφερειών) και διαχειριζόταν οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα και, σε μικρότερο βαθμό, υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών.

(27)   ΕΕ C 103 της 29.4.2006, σ. 28.

(28)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων («Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων») (ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1).

(29)   ΕΕ C 148 της 24.6.2006, σ. 42.

(30)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN A/25295.

(31)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN/A/24111.

(32)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(33)  Πρωτοκολλήθηκε με αριθμό TREN/A/37907.

(34)  Από τον όμιλο STEF-TFE στις 28 Δεκεμβρίου 2007 (A/20313) και από την Corsica Ferries στις 27 Δεκεμβρίου 2006 (A/20056).

(35)  Επιστολές της 4ης Ιανουαρίου 2007 (D 2007 300067) απεστάλησαν στον όμιλο Stef-TFE (D 2007 300068) και στον όμιλο Corsica Ferries.

(36)  Στις 11 Ιανουαρίου, 16 Ιανουαρίου και 9 Φεβρουαρίου 2007 που πρωτοκολλήθηκαν αντίστοιχα με αριθμούς TREN/A/21142, A/21669 και A/23798.

(37)  Στις 13 Φεβρουαρίου 2007 πρωτοκολλήθηκαν με αριθμούς TREN/A/24473 και TREN/A/23981.

(38)  Πρωτοκολλήθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής με αριθμό TREN/A/30979. Οι γαλλικές αρχές ζήτησαν και έλαβαν δύο παρατάσεις ενός μηνός για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους με επιστολές της 15ης Μαρτίου 2007 και 19ης Απριλίου 2007 που πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς TREN/A/27002 και A/29928.

(39)  Βλέπε την απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, T-565/08 Corsica Ferries France SAS (στη συνέχεια «η απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012 »).

(40)  Βλέπε απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2008, Alitalia κατά Επιτροπής (Τ-301/01, Συλλογή, σ. II-1753), και ιδίως τις σκέψεις 137 και 146.

(41)  Βλέπε επίσης απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Ιουνίου 2012, EDF κατά Επιτροπής (C-124/10 P), σκέψεις 83-85 και 104-105, αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν ένα κράτος ενήργησε ως συνετός ιδιώτης επενδυτής σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς.

(42)  Η SNCM κατέχει άμεση μη πλειοψηφική συμμετοχή στην CMN σε ποσοστό 45 % και έμμεση μη πλειοψηφική συμμετοχή μέσω της Compagnie générale de tourisme et d’hôtellerie (CGTH) σε ποσοστό 24,1 %. Ο πραγματικός έλεγχος έχει ανατεθεί από το 1992 στον όμιλο STEF-TFE μέσω της συμμετοχής του με 49 % στην Compagnie méridionale de participations (CMP). Η SNCM και η CMN ήταν εταίροι στο πλαίσιο της ΑΔΥ την περίοδο 2001-2006 και τους ανατέθηκε από κοινού η νέα σύμβαση παροχής δημόσιας υπηρεσίας για την περίοδο 2007-2012/2013.

(43)  Η CGTH είναι εταιρεία συμμετοχών που κατέχεται κατά 100 % από την SNCM.

(44)  Η Aliso Voyage αποτελεί το μέσο πωλήσεων από την ίδια την SNCM. Αποτελούμενη από 17 υποκαταστήματα σε όλη τη Γαλλία, η εταιρεία αυτή διαχειρίζεται τις πωλήσεις εισιτηρίων θαλάσσιων μεταφορών, εκ των οποίων το 49,9 % είναι εισιτήρια της SNCM.

(45)  Όταν εκδόθηκε η απόφαση του 2003, η SNCM κατείχε μαζί με τον όμιλο εταιρειών μεταφορών Delmas και κατά το ίδιο ποσοστό συμμετοχή στη γαλλική ναυτιλιακή εταιρεία μεταφοράς εμπορευμάτων Sud-Cargos, η οποία ειδικεύεται στις θαλάσσιες μεταφορές στο Μαρόκο. Η συμμετοχή αυτή εκχωρήθηκε στη συνέχεια, στα τέλη του 2005, έναντι ποσού 3,3 εκατ. EUR, όπως προκύπτει από το επενδυτικό σχέδιο του 2005 που διαβίβασαν οι γαλλικές αρχές στις 28 Μαρτίου 2006.

(46)  Η SNCM κατέχει το 100 % αυτής της εταιρείας που εξασφαλίζει τον εφοδιασμό των πλοίων της.

(47)  Ομόρρυθμη εταιρεία, που ανήκει κατά 100 % στην SNCM, η Ferrytour αναλαμβάνει την οργάνωση ταξιδίων. Προσφέρει θαλάσσια ταξίδια στην Κορσική, τη Σαρδηνία και την Τυνησία, αλλά και πτήσεις σε πολλούς προορισμούς. Ακόμη, προσφέρει σύντομες κρουαζιέρες και υπηρεσίες επιχειρηματικού τουρισμού.

(48)  Θυγατρική επιχείρηση που δημιουργήθηκε το 1996 και ανήκει κατά 100 % στην SNCM, η εταιρεία Les Comptoirs du Sud διαχειρίζεται το σύνολο των καταστημάτων στα πλοία.

(49)  Βλέπε υποσημείωση 16.

(50)  Το Napoléon Bonaparte (χωρητικότητας 2 150 επιβατών και 708 οχημάτων, ισχύος 43 MW, ταχύτητας 23,8 κόμβων), μεγάλο υπερπολυτελές επιβατηγό οχηματαγωγό· το πρόσφατο Danielle Casanova, που παραδόθηκε τον Μάιο του 2002 (χωρητικότητας 2 204 επιβατών και 700 οχημάτων, ισχύος 37,8 MW, ταχύτητας 23,8 κόμβων), επίσης μεγάλο υπερπολυτελές επιβατηγό οχηματαγωγό· το Île de Beauté (χωρητικότητας 1 554 επιβατών και 520 οχημάτων, ισχύος 37,8 MW, ταχύτητας 21,5 κόμβων), άρχισε δρομολόγια το 1979 και ανακαινίστηκε το 1989/90· το Méditerranée (χωρητικότητας 2 254 επιβατών και 800 αυτοκινήτων, ισχύος 35,8 MW, ταχύτητας 24 κόμβων) και το Corse (χωρητικότητας 2 150 επιβατών και 600 αυτοκινήτων, ισχύος 27,56 MW, ταχύτητας 23,5 κόμβων).

(51)  Το Paglia Orba (χωρητικότητας 500 επιβατών, 2 000 γραμμικών μέτρων φορτίου και 120 οχημάτων, ισχύος 19,7 MW, ταχύτητας 19 κόμβων)· το Monte d’Oro (χωρητικότητας 508 επιβατών, 1 615 μέτρων φορτίου και 130 οχημάτων, ισχύος 14,8 MW, ταχύτητας 19,5 κόμβων)· το Monte Cinto (χωρητικότητας 111 επιβατών, 1 200 μέτρων φορτίου, ισχύος 8,8 MW, ταχύτητας 18 κόμβων)· από τον Μάιο του 2003, το Pascal Paoli (χωρητικότητας 594 επιβατών, 2 300 μέτρων φορτίου και 130 οχημάτων, ισχύος 37,8 MW, ταχύτητας 23 κόμβων).

(52)  Το ταχύπλοο NGV Liamone (χωρητικότητας 1 116 επιβατών και 250 οχημάτων, ισχύος 65,0 MW, ταχύτητας 42 κόμβων), που εκτελεί επίσης δρομολόγια στη γραμμή της Τουλόν.

(53)  Όλα, εκτός των Danielle Casanova, Pascal Paoli, Liamone σε χρηματοδοτική μίσθωση.

(54)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3577/92 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1992, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών στις θαλάσσιες μεταφορές στο εσωτερικό των κρατών μελών (θαλάσσιες ενδομεταφορές- καμποτάζ) (ΕΕ L 364 της 12.12.1992, σ. 7).

(55)  ΕΕ S 2001/10 – 007-005.

(56)  Εκχωρούσα αρχή για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας από το 1991 δυνάμει του γαλλικού νόμου αριθ. 91-428 της 13ης Μαΐου 1991.

(57)  ΕΕ 2006/S 100-107350.

(58)  Κρατική ενίσχυση αριθ. N 781/2001 που επετράπη με απόφαση της Επιτροπής της 2ας Ιουλίου 2002 (ΕΕ C 186 της 6.8.2002, σ. 3).

(59)  Κρατική ενίσχυση N 13/2007 που επετράπη με απόφαση της Επιτροπής της 24ης Απριλίου 2007, η οποία δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/community_law/state_aids/transports_2007.htm

(*1)  Εμπιστευτικές πληροφορίες

(60)  Ο οδηγός συνοδεύει ολόκληρο το όχημα κατά τη διάρκεια του διάπλου. Ορισμένες φορές, ένας οδηγός φορτώνει το όχημα στον λιμένα αναχώρησης και το παραλαμβάνει άλλος στον λιμένα άφιξης. Αυτό καταλογίζεται ως συνοδευμένη μεταφορά, σε αντίθεση με τη μεταφορά τροχοφόρων, οπότε το ρυμουλκούμενο ταξιδεύει χωρίς ελκυστήρα.

(61)  Βλέπε υποσημείωση 5.

(62)  Το ποσό αυτό αναλύεται ως εξής: 20,4 εκατ. EUR ως καθαυτό σχέδιο αναδιάρθρωσης, 1,8 εκατ. EUR έξοδα παροπλισμού πλοίων προς πώληση, 14,8 εκατ. EUR απόσβεση του Liamone και 9 εκατ. EUR κόστος αναδιάταξης της δραστηριότητας προς τις χώρες του Μαγκρέμπ.

(63)  Το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2001 από το διοικητικό συμβούλιο της SNCM.

(64)  Οι περικοπές προσωπικού θα πραγματοποιούνταν με κανονικές ή πρόωρες αποχωρήσεις βάσει κριτηρίων ηλικίας (πρόωρη παύση δραστηριότητας), άδειες κινητικότητας και τη μη αντικατάσταση συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Εκτιμάται, ωστόσο, ότι αντιπροσωπεύουν δαπάνη 20,4 εκατ. EUR για την SNCM.

(65)  Όπως η κυκλοφορία, η προβλεπόμενη αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (1,5 %), το επιτόκιο των δανείων (5,5 %) το ποσοστό απόδοσης των χρηματοοικονομικών προϊόντων (4,5 %) και το ποσοστό βραχυπρόθεσμων χρεών (5 %).

(66)  Βλέπε κατωτέρω.

(67)  Η SNCM δεν βρήκε αγοραστή για τη συμμετοχή της στην CCM.

(68)  Η εσωτερική διαδικασία της SNCM για την υλοποίηση της ανακεφαλαιοποίησης και της ιδιωτικοποίησης ξεκίνησε επίσημα στις 12 Απριλίου 2006 και ολοκληρώθηκε στις 31 Μαΐου 2006. Πρέπει να επισημανθεί ότι μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 2007 δεν είχε πραγματοποιηθεί η συμμετοχή του προσωπικού στο μετοχικό κεφάλαιο.

(69)  Η συγκεκριμένη ρήτρα θα αναλυθεί στο πλαίσιο της εξέτασης της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου, με την επισήμανση ότι η εν λόγω ρήτρα έχει αφεαυτής ουσιαστική αξία.

(70)  Υπόθεση T 565/08, Corsica Ferries France SAS κατά Ευρωπαίκής Επιτροπής, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί.

(71)  Απόφαση C(2013) 1926 final της 2ας Μαΐου 2013.

(72)   ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(73)  Βλέπε πίνακα 2.

(74)  Οι γαλλικές αρχές είχαν υπερασπιστεί το 2002 τον στρατηγικό χαρακτήρα της συμμετοχής της SNCM στη Sud-Cargos. Η εξέλιξη του κλάδου των μεταφορών εμπορευμάτων (ανάπτυξη των μεταφορών εμπορευματοκιβωτίων σε βάρος των μεταφορών με οχηματαγωγά), η εξαγορά της Delmas, ενός άλλου μετόχου της Sud-Cargos, από την CMA CGM και οι οικονομικές δυσκολίες της Sud-Cargos εξηγούν γιατί η εν λόγω συμμετοχή δεν θεωρήθηκε στρατηγική και εκχωρήθηκε το 2005 από την SNCM.

(75)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (334/99, Συλλογή, σ. I-1139).

(76)  Απόφαση της Επιτροπής της 7ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε το Βέλγιο στην ABX Logistics αριθ. C 53/2003 (πρώην NN 62/2003) (ΕΕ L 383 της 28.12.2006, σ. 21).

(77)  Απόφαση της Επιτροπής της 8ης Ιουλίου 1999 σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία στην Gröditzer Stahlwerke GmbH και τη θυγατρική της Walzwrk Burg GmbH (ΕΕ L 292 της 13.11.1999, σ. 27).

(78)  Η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στην Επιτροπή τον Μάρτιο του 2006 και καταρτίσθηκε από την CGMF με τη στήριξη της Ernst & Young, τον νόμιμο ελεγκτή της SNCM (στη συνέχεια «έκθεση CGMF»).

(79)  Η έκθεση που καταρτίσθηκε στις 29 Μαρτίου 2006 από την Oddo Corporate Finance και την εταιρεία Paul Hastings (έκθεση Oddo-Hastings) διαβιβάστηκε στις 7 Απριλίου 2006 στην Επιτροπή. Περιέχει κριτική επισκόπηση που ζήτησε η Agence des Participations de l’État (APE), τις εκθέσεις CGMF και μια μέθοδο εκτίμησης του κόστους εκκαθάρισης που κρίνεται αποδεκτό σε κοινοτικό επίπεδο.

(80)  Λαμβανομένων υπόψη των ενσώματων πάγιων στοιχείων (161,9 εκατ. EUR) και των χρηματοοικονομικών στοιχείων (32,7 εκατ. EUR), πιστώσεων πελατών (0,8 εκατ. EUR), άλλων πιστώσεων (9,4 εκατ. EUR) και ταμειακού ελλείμματος 14,5 εκατ. EUR. Η Γαλλία διευκρίνισε ότι με μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση, που θα ελάμβανε υπόψη μεταγενέστερα χρηματοοικονομικά στοιχεία, η αξία αυτή θα έφθανε τα 330 εκατ. ευρώ.

(81)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 1ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής (278/92, 279/92 και 280/92, Συλλογή, σ. I-4103).

(82)  Απόφαση αριθ. 98-15129 του Cour de cassation της 6ης Φεβρουαρίου 2001. Η υπόθεση αυτή αφορά έναν δημόσιο οργανισμό, τον BRGM (Bureau de recherches géologiques et minières) που καταδικάστηκε να καταβάλει το σύνολο των ελλειμμάτων σε στοιχεία ενεργητικού της θυγατρικής του, της Mines de Salsignes, με την αιτιολογία ότι ο εκ των πραγμάτων διαχειριστής, η BRGM, αν και γνώριζε τους όρους υποβάθμισης της δραστηριότητας και τις δοθείσες προειδοποιήσεις, επέδειξε πλημμελή συμπεριφορά επιτρέποντας τη συνέχιση της δραστηριότητας.

(83)  Υπόθεση Aspocomp Group Oyj· απόφαση του cour d’appel (Εφετείου) της Rouen της 22ας Μαρτίου 2005.

(84)  Για λόγους σύγκρισης, το ποσοστό απόδοσης μιας ΟΑΤ (obligation assimilable du Trésor, ομολογίας που εκδίδει το γαλλικό κράτος) διάρκειας 30, 10, 5 και 2 ετών ήταν αντίστοιχα 3,95 %, 3,82 %, 3,75 % και 3,72 % στις 31 Οκτωβρίου 2006.

(85)  Απόφαση της Επιτροπής της 17ης Ιουλίου 2002, Société française de production, C(2002) 2593 (ΕΕ C 071 της 25.3.2003, σ. 3).

(86)  Πράγματι, σύμφωνα με ανεξάρτητη μελέτη αγοράς που διαβίβασε η Γαλλία για τον σκοπό αυτό, η CFF κατέχει περίπου το 60 % του κλάδου μεταφοράς επιβατών, ενώ τα μερίδια αγοράς της SNCM μειώθηκαν από 82 % το 2000 σε 33 % το 2005 και παρουσίασαν εντονότατη αύξηση στον κλάδο των μεταφορών εμπορευμάτων όπου η SNCM εξακολουθεί να είναι ο κύριος μεταφορέας χάρη στη συμμετοχή της CMN.

(87)  Η CFF υπενθυμίζει ότι η σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας εξασφαλίζει στην εταιρεία δημόσια επιδότηση περίπου 64,3 εκατ. EUR κατά μέσο όρο ετησίως, δηλαδή συνολικά 321,5 εκατ. EUR σε πέντε έτη. Κατά την άποψή της, το άρθρο 5 της σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας εγγυάται στην SNCM ταμειακές ροές 72,8 εκατ. EUR. Επιπλέον, η Corsica Ferries τονίζει ότι τα 15 εκατ. EUR από τα 40,6 εκατ. EUR ζημιών που παρουσίασε η SNCM το 2001 προέρχονται από απόσβεση του NVG Liamone.

(88)  Η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας ανέφερε ότι το σχέδιο αναδιάρθρωσης προέβλεπε μεταξύ άλλων «το κλείσιμο της γραμμής Bastia-Λιβόρνο με διάθεση του υλικού».

(89)  Οι επικρίσεις που διατύπωσε η CFF αφορούν τα ακόλουθα σημεία: δεν υπήρξε πραγματική μείωση προσωπικού, δεν υπήρξε συγκέντρωση συμμετοχών της SNCM για την προσπάθεια αναδιάρθρωσης και δεν ελήφθησαν υπόψη οι υπεραξίες στα πλοία.

(90)  Το ποσό των 76 εκατ. EUR αντιστοιχεί κατά την CFF στα 500 εκατ. γαλλικά φράγκα (FRF) με τα οποία θα ζημιωνόταν η επιχείρηση από την επιδότηση εδαφικής συνοχής τη νέα περίοδο 2002-2006.

(91)  Σε σχέση με τα ποσοστά που η ίδια κατέγραψε σε ομάδα εννέα εταιρειών θαλάσσιων μεταφορών. Τα ποσοστά αυτά κυμαίνονται από 23,69 % (για τη Moby Lines) έως 55,09 % (για την Grimaldi) με 49,7 % για την CMN.

(92)  Η CFF αναφέρει συμμετοχή 50 % στην εταιρεία θαλάσσιων μεταφορών Sud-Cargos, συμμετοχή 13 % στην Amadeus, ειδικευμένη εταιρεία στα συστήματα κράτησης στις αερομεταφορές, τη συμμετοχή στην CMN και την ακίνητη περιουσία της CGTH.

(93)  Ως προς αυτό, η CFF υπενθυμίζει ότι, το δεύτερο εξάμηνο του 2005, είχε κινηθεί επείγουσα διαδικασία στο Εμποροδικείο της Μασσαλίας και προβλέφθηκε η υποβολή ισολογισμού ήδη από το φθινόπωρο του 2005 για απώλειες που υπολογίστηκαν το 2005 σε 30 εκατ. EUR.

(94)  Προς τούτο, η CFF θεωρεί ότι η πραγματική αξία των πλοίων, όπως ανέφερε η SNCM κατά την παρουσίαση της προσφοράς της στο πλαίσιο της ΑΔΥ, έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού της SNCM στις εκθέσεις Oddo και CGMF.

(95)  Κατά την CFF, η Γαλλία επιμένει ότι έχουν καθοριστική σημασία η συνολική ικανοποίηση της συγκοινωνιακής σύνδεσης με τη Νίκαια, η διατήρηση του στόλου στο σημερινό επίπεδο και εμμένει στον υποτιθέμενο στρατηγικό χαρακτήρα της συμμετοχής της SNCM στο όμιλο CMN.

(96)  Την 1η Ιανουαρίου 2007 με την άφιξη του Superfast X.

(97)  Η CFF προτείνει να περιοριστούν στο επίπεδο του 2005 οι χωρητικότητες που προσφέρονται στην κάθε μία από τις ανταγωνιστικές αγορές (Νίκαια, Τυνησία και Αλγερία), να μην ανοίξει καμία νέα γραμμή και να γίνει αναδιάταξη των συνδέσεων Μασσαλίας-Κορσικής σε μεικτές μεταφορές με στόχο τη μείωση του κόστους.

(98)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Μαΐου 2003, Ιταλία και SIM 2 Multimedia κατά Επιτροπής (328/99 και 399/00, Συλλογή, σ. I-4035).

(99)  Από τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση αυτή, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της SNCM […] (*1) την εξουσία του για χορήγηση εκ των προτέρων έγκρισης.

(100)  Επικαλούμενη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η έκθεση αναφέρει παραδείγματος χάρη ότι το κράτος αποφάσισε […] (*1) μπορεί να συζητηθεί.

(101)  Από τα γεγονότα που επικαλείται αυτή η έκθεση, προκύπτει ότι το κράτος […] (*1) βιομηχανικό σχέδιο.

(102)  Το κράτος, λόγου χάρη, […] (*1) των διαχειριστών της SNCM.

(103)  Στην επιστολή της 9ης Ιανουαρίου 2003, το Περιφερειακό Συμβούλιο Προβηγκίας - Άλπεων -Κυανής Ακτής (Provence - Alpes - Côte d’Azur) ανέφερε πράγματι την έρευνα αγοράς που είχε διαβιβαστεί στην Επιτροπή στο πλαίσιο της κοινοποίησης, της οποίας διέθετε προφανώς αντίγραφο, επισημαίνοντας την ακόλουθη διαπίστωση: «Η προσφορά [για τη σύνδεση της Κορσικής με την ηπειρωτική Γαλλία] είναι υπερβολική σε σχέση με τη ζήτηση. Το ποσοστό πληρότητας των πλοίων ποικίλλει κατά μέσον όρο, από 20 % τη χειμερινή έως 50 % τη θερινή περίοδο».

(104)  Βλέπε παραδείγματος χάρη, την απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιανουαρίου 2006, Ministero dell’Economia e delle Finanze κατά Cassa di Risparmio di Firenze (222/04, Συλλογή, σ. I-289, σκέψη 129).

(105)  Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο άθροισμα της εισφοράς κεφαλαίου των 15,81 εκατ. EUR που κοινοποιήθηκε το 2002 και του ποσού της ΑΔΥ, δηλαδή 53,48 εκατ. EUR, και των τριών νέων μέτρων που εφάρμοσαν οι γαλλικές αρχές το 2006, δηλαδή της πώλησης του 100 % της SNCM στην αρνητική τιμή των 158 εκατ. EUR, της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 8,75 εκατ. EUR που ενέγραψε η CGMF και της προκαταβολής σε λογαριασμό όψεως από την CGMF ποσού 38,5 εκατ. EUR υπέρ των απολυθέντων μελών του προσωπικού της SNCM.

(106)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών (ΕΕ L 378 της 31.12.1986, σ. 1).

(107)  Απόφαση Alitalia κατά Επιτροπής, βλέπε υποσημείωση 40 παραπάνω.

(108)  Απόφαση Alitalia κατά Επιτροπής, όπ.π, σκέψη 137.

(109)  Απόφαση Alitalia κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψεις 144 και 159.

(110)  Απόφαση Alitalia κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψεις 99 έως 101 και 142.

(111)  Απόφαση Alitalia κατά Επιτροπής, όπ.π, σκέψη 174.

(112)  Βλέπε υποσημείωση αριθ. 29.

(113)  Βλέπε υποσημείωση 110.

(114)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, Γερμανία κατά Επιτροπής (334/99, Συλλογή, σ. I -1139, σκέψη 142).

(115)  Ανακοίνωση της Επιτροπής στα κράτη μέλη: εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής στις δημόσιες επιχειρήσεις του μεταποιητικού κλάδου (ΕΕ C 307 της 13.11.1993, σ. 3, σημείο 11). Η ανακοίνωση αυτή ασχολείται με τον μεταποιητικό κλάδο, αλλά εφαρμόζεται κατ’ αναλογία με τον ίδιο τρόπο και σε όλους τους άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας.

(116)  Βλέπε ιδίως την απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, Westdeutsche Landesbank Girozentrale κατά Επιτροπής (233/99, Συλλογή, σ. II-435).

(117)  Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου της 1999, Neue Maxhütte Stahlwerke GmbH και Lech-Stahlwerke GmbH κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (2/96 και 129/95, Συλλογή, σ. II-17, σκέψη 116).

(118)  Βλέπε υποσημείωση 113.

(119)  Βλέπε υποσημείωση 113.

(120)  Απόφαση 98/204/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, σχετικά με την υπό όρους έγκριση των ενισχύσεων που χορήγησε η Γαλλία στον όμιλο GAN (ΕΕ L 78 της 16.3.1998, σ. 1).

(121)  Απόφαση Corsica Ferries France SAS κατά Επιτροπής, όπως προαναφέρεται στην υποσημείωση 39, σκέψεις 81 έως 83.

(122)  Σκέψη 84 της προαναφερθείσας απόφασης.

(123)  Αιτιολογική σκέψη 85 της προαναφερθείσας απόφασης.

(124)  Υπόθεση C-73/11 P, Frucona Kosice κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(125)  Μετά από διαδικασία υποβολής προσφορών, η Επιτροπή επέλεξε μια ανεξάρτητη εταιρεία συμβούλων, τη Moore Stephens, Chartered Accountants, η τελική έκθεση της οποίας υποβλήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2008.

(126)  Πρόκειται για τα ακόλουθα 7 πλοία: Corse, Île de Beauté, Méditerranée, Napoléon Bonaparte, Paglia Orba, Monte d’Oro, Monte Cino.

(127)  Η εν λόγω έκπτωση, η οποία ανέρχεται σε 52,2 εκατ. EUR (δηλαδή κατά μέσο όρο 25 έως 30 % της ακαθάριστης αγοραίας αξίας) δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, από την ιδιαιτερότητα των πλοίων της SNCM τα οποία είναι προσαρμοσμένα στα δρομολόγια που πραγματοποιεί η επιχείρηση, από την κατάσταση των πλοίων και από τη διάθεση στην αγορά του συνόλου του στόλου (ιδίως την αδυναμία της θέσης του πωλητή). Η αποτίμηση της BRS βασίζεται κυρίως στην παραδοχή μιας πώλησης πλοίων που είναι απολύτως εντάξει, σε καλή κατάσταση συντήρησης και λειτουργίας και υπό φυσιολογικές εμπορικές συνθήκες.

(128)  Εκτιμάται σε 4,6 εκατ. EUR.

(129)  Ο αστάθμητος δικαστικός παράγοντας δικαιολογείται από το ενδεχόμενο ο εντολοδόχος εκκαθαριστής να αναγκαστεί να προβεί ταχύτατα στην εκποίηση των πλοίων και από την επίπτωση κορεσμού της αγοράς λόγω γης περιορισμένης ικανότητάς της απορρόφησης.

(130)  Όσον αφορά τα ακίνητα (μεταξύ των οποίων η εταιρική έδρα της SNCM), οι γαλλικές αρχές διευκρινίζουν ότι η καθαρή αξία ενεργητικού ανά μετοχή που ελήφθη υπόψη βασίζεται στην αξιολόγηση του Νοεμβρίου 2003 ενός εμπειρογνώμονα σε θέματα ακίνητης περιουσίας που αναπροσαρμόστηκε κατά + 20 % για να ληφθεί υπόψη η αύξηση των τιμών.

(131)  Τα πάγια χρηματοπιστωτικά στοιχεία αφορούν κυρίως τους τίτλους συμμετοχής της SNCM στις Sudcargos, Aliso, CGTH, CMN και Ferrytour.

(132)  Η θέση αυτή αφορά κυρίως κρατικούς χρεωστικούς τίτλους, ιδίως την αποζημίωση για την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας του Σεπτεμβρίου 2005 και την επιστροφή των κοινωνικών επιβαρύνσεων των εργοδοτών από τις Assedic για το οικονομικό έτος 2004.

(133)  Πρόκειται για υποχρέωση που θεσπίστηκε με το άρθρο L.321-13 του κώδικα εργασίας που προβλέπει την καταβολή από τον εργοδότη αποζημίωσης κατά την απόλυση μισθωτού ηλικίας κάτω των 50 ετών.

(134)  Κόστος αναζωογόνησης της αγοράς εργασίας ([0-10]* εκατ. EUR), κόστος των συμβάσεων μετάταξης ([10-20]* εκατ. EUR), κόστος των μέτρων πλαισίωσης και ενίσχυσης μετάταξης που ονομάζεται ενίσχυση «κινητικότητας» ([0-10]* εκατ. EUR).

(135)  Κόστος της απόλυσης των συμβασιούχων της SNCM που είναι αποσπασμένοι σε συνδεδεμένες εταιρείες και του προσωπικού των θυγατρικών που έχουν μεταβιβαστεί ([0-5]* εκατ. EUR) και κόστος των δικαστικών διαδικασιών για τη λύση συμβάσεων εργασίας και αιτήσεις τροποποίησης της σύμβασης εργασίας ([0-10]* εκατ. EUR).

(136)  Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, η SNCM εκμεταλλεύεται τρία πλοία σε χρηματοδοτική μίσθωση: το NGV Liamone (που ανήκει στην GIE Véronique Bail), το Danielle Casanova (GIE Joliette Bail) και το Pascal Paoli (GIE Castellane Bail).

(137)  Οι παραδοχές στις οποίες βασίστηκε αυτή η αξιολόγηση έχουν ως εξής: η SNCM τερματίζει τις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης στις 30 Σεπτεμβρίου 2005, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι τα πλοία επιστρέφονται στους ιδιοκτήτες τους (GIE) και δεν καταβάλλεται κανένα μίσθωμα· δεν είναι δυνατόν να ασκηθούν τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς· τα πλοία εκχωρούνται από τις πιστώτριες τράπεζες των GIE στις 30 Σεπτεμβρίου 2005· το καθαρό προϊόν της πώλησης των πλοίων διατίθεται κατά προτεραιότητα στην αποπληρωμή τραπεζικών δανείων και φόρων.

(138)  Τα πλοία Napoléon Bonaparte και Paglia Orba εγγυώνται το ποσό των δανείων που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότησή τους.

(139)  Η θέση αυτή παρουσιάζει τη χρήση του όρου με τον οποίο η SNCM δεσμεύτηκε να αναλάβει μέρος των δαπανών συμπληρωματικής ασφάλισης των συνταξιούχων της.

(140)  Μέχρι το κλείσιμο της εκκαθάρισης. Για τις πρόσθετες απώλειες λαμβάνεται ως βάση η καταβολή μισθών μόνο για έναν και μόνον μήνα. Περιλαμβάνουν επίσης το κόστος παροπλισμού των πλοίων που της ανήκουν εξ ολοκλήρου, χωρίς αφαίρεσή του από την αξία του ενεργητικού. Το κόστος αυτό αντιστοιχεί στο κόστος της ακινητοποίησης των πλοίων στην προβλήτα εν αναμονή της μεταβίβασής τους.

(141)  Οι οφειλές μειωμένης προτεραιότητας κατανέμονται ως εξής: προβλέψεις για κινδύνους και επιβαρύνσεις (3,3 εκατ. EUR), ανειλημμένες οφειλές/συμμετοχές (0,1 εκατ. EUR), προμηθευτές (28,6 εκατ. EUR), γενική εκπροσώπηση (23 εκατ. EUR), οφειλές ομίλου και συνδεδεμένων εταιρειών (7,8 εκατ. EUR), λογαριασμός τάξεως παθητικού (6,9 εκατ. EUR).

(142)  Λαμβανομένης υπόψη της εντατικής και κατ’ επανάληψη εφαρμογής των ΣΟΧ από την SNCM.

(143)  Νόμος αριθ. 85-98 της 25 Ιανουαρίου 1985 σχετικά με την εξυγίανση και δικαστική εκκαθάριση των επιχειρήσεων που έχει ενσωματωθεί στον εμπορικό κώδικα με τα άρθρα L620-1 και επόμενα· νόμος αριθ. 2005-845 της 26ης Ιουλίου 2005 σχετικά με τη διάσωση, εξυγίανση και εκκαθάριση των επιχειρήσεων, που έχει ενσωματωθεί στα άρθρα 620-1 έως 670-8 του εμπορικού κώδικα.

(144)  Κατά τη γαλλική νομολογία ο εκ των πραγμάτων διαχειριστής οφείλει να λαμβάνει διαρκώς θετικά μέτρα διαχείρισης ή διοίκησης.

(145)  Απόφαση του Cour de cassation (Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου) της 30ής Νοεμβρίου 1993 αριθ. 91-20 554, Bull. civ. IV, αριθ. 440, σ. 319.

(146)  Πρβλ. σελίδες 46-48 της έκθεσης Baker & Mc Kenzie.

(147)  Βλέπε ιδίως τις δύο αποφάσεις του Cour d’Appel de Rouen της 22ας Μαρτίου 2005 – απόφαση αριθ. RG 04/02549 Aspocomp Group Oyj και απόφαση αριθ. RG 01/02667 – 04/02675.

(148)  Cass. com., 19 Απριλίου 2005, Métaleuros.

(149)  Ή ότι ανέλαβε επί την ευκαιρία δέσμευση αποζημίωσης σε περίπτωση μελλοντικών απολύσεων.

(150)  Απόφαση 98/204/ΕΚ, σημείο 3.3.

(151)  Βλέπε, για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, Γερμανία κατά Επιτροπής (Gröditzer) (C-334/99, Συλλογή 2003 σ. I-1139), σκέψεις 133-141 και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 28ης Φεβρουαρίου 2012, Land Burgenland e.a. κατά Επιτροπής (συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-268/08 και T-281/08), σκέψεις 152-159.

(152)  Αιτιολογική σκέψη 208 της απόφασης.

(153)   ΕΕ C 142 της 11.6.2005, σ. 2, σκέψη 63.

(154)  Σκέψη 137 της απόφασης της 11ης Σεπτεμβρίου 2012.

(155)  Σκέψη 150 της απόφασης της 11ης Σεπτεμβρίου 2012.

(156)  Παράγραφοι 102 έως 104 των κατευθυντήριων γραμμών του 2004.

(157)  Βλέπε υποσημείωση 5.

(158)  Οι καταλογισθείσες επιβαρύνσεις είναι έξοδα που έχουν εγγράφονται λογιστικά κατ’ εφαρμογή των φορολογικών κανόνων.

(159)  Αιτιολογικές σκέψεις 209 έως 297.

(160)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2010, Frucona Košica κατά Επιτροπής, T-11/07, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 244 και 245.

(161)  Τα μέτρα του 2006 συνίστανται σε ιδιωτικοποίηση της SNCM.

(162)  Πρβλ. έκθεση Stephens, «Μελέτη για την αναδιάρθρωση της ναυτιλιακής εταιρείας SNCM», σ. 85, παράγραφος 3: εφαρμογή της ΑΔΥ τον Ιούλιο του 2007 αντί του Ιανουαρίου· σειρά αντιδικιών με τη CFF.

(163)  Πρβλ. έκθεση Stephens, «Μελέτη για την αναδιάρθρωση της ναυτιλιακής εταιρείας SNCM», σ. 96.

(164)  Πρβλ. Autorité de la concurrence (Αρχή Ανταγωνισμού), γνωμοδότηση αριθ. 12-A-05 της 17ης Φεβρουαρίου 2012, παράγραφοι 124 και 125.

(165)  Βλέπε άρθρο 14 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/99.

(166)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21 ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1).

(167)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2008, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 82 της 25.3.2008, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΑ, ΤΑ ΠΡΟΣ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΑ ΗΔΗ ΑΝΑΚΤΗΘΕΝΤΑ ΠΟΣΑ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ

Δικαιούχος

Συνολικό ύψος της ενίσχυσης που εισπράχθηκε βάσει του καθεστώτος (*1)

Συνολικό ύψος της προς ανάκτηση ενίσχυσης (*1)

(Κεφάλαιο)

Συνολικό ήδη επιστραφέν ποσό (*1)

Κεφάλαιο

Τόκοι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


(*1)  Εκατομμύρια εθνικού νομίσματος.


Top