This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 32009D0747
Council Decision 2009/747/CFSP of 14 September 2009 concerning the Staff Regulations of the European Union Satellite Centre
Απόφαση 2009/747/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2009 , σχετικά με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Απόφαση 2009/747/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Σεπτεμβρίου 2009 , σχετικά με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΕΕ L 276 της 21.10.2009, pp. 1–34
(BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV) Το έγγραφο αυτό έχει δημοσιευτεί σε ειδική έκδοση
(HR)
No longer in force, Date of end of validity: 31/05/2017; αντικαταστάθηκε από 32017D0824
|
21.10.2009 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 276/1 |
ΑΠΟΦΑΣΗ 2009/747/ΚΕΠΠΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 14ης Σεπτεμβρίου 2009
σχετικά με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη,
την κοινή δράση 2001/555/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, για την ίδρυση Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1), όπως τροποποιήθηκε με την κοινή δράση 2006/998/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006 (2), και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 3,
τη σύσταση του διευθυντή του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το Δορυφορικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπαγόμενος στους συντονισμένους οργανισμούς. Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να προσαρμοστεί στην εξέλιξη του Κέντρου και είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να αναθεωρηθούν ιδίως οι διατάξεις που αφορούν το σύστημα συμβάσεων για τα μέλη του προσωπικού του που εκτελεί μόνιμα καθήκοντα, τη δυνατότητα προσωρινών θέσεων, την ίση μεταχείριση, και οι διατάξεις για την άδεια και τον ευέλικτο χρόνο εργασίας και για τα πειθαρχικά μέτρα. |
|
(2) |
Επομένως, θα πρέπει να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2001 (3) και όπως τροποποιήθηκε από τον διευθυντή με τη συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου στις 15 Ιουνίου 2005 (4), |
ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εκδόθηκε από το Συμβούλιο στις 21 Δεκεμβρίου 2001 και όπως τροποποιήθηκε από τον διευθυντή με τη συγκατάθεση του διοικητικού συμβουλίου στις 15 Ιουνίου 2005 όσον αφορά τον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ άρθρο 14 παράγραφος 2 και τον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο ΙΧ αντικαθίσταται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που επισυνάπτεται στην παρούσα απόφαση.
Άρθρο 2
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί εκείνον της έκδοσής της. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βρυξέλλες, 14 Σεπτεμβρίου 2009.
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
C. MALMSTRÖM
(1) ΕΕ L 200 της 25.7.2001, σ. 5.
(2) ΕΕ L 405 της 30.12.2006, σ. 60· ΕΕ L 29 της 3.2.2007, σ. 23· ΕΕ L 140 της 1.6.2007, σ. 58.
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
| ΤΙΤΛΟΣ I — ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ | 3 |
| ΤΙΤΛΟΣ II — ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ | 5 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I |
Γενικές διατάξεις | 5 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II |
Πρόσληψη και διάρκεια διορισμού | 5 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III |
Μισθός, επιδόματα και αποζημιώσεις | 7 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV |
Έξοδα ταξιδιού | 9 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V |
Εσωτερική οργάνωση | 10 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI |
Εκθέσεις και προαγωγή | 12 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII |
Πειθαρχικά μετρά | 13 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII |
Προσφυγές και επιτροπή προσφυγών | 13 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX |
Συνταξιοδοτικά καθεστώτα | 14 |
|
ΚΕΦΑΛΑΙΟ X |
Απόσπαση των υπαλλήλων του κέντρου | 14 |
| ΤΙΤΛΟΣ III — ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΟΠΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ | 14 |
| ΤΙΤΛΟΣ IV— ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ | 15 |
| ΤΙΤΛΟΣ V — ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ | 15 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I |
Αποζημίωση για την απώλεια θέσης απασχόλησης | 16 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II |
Αποζημίωση αποδημίας | 17 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III |
Τεκνά και αλλά συντηρούμενα πρόσωπα | 18 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV |
Ανάπηρα συντηρούμενα πρόσωπα | 19 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V |
Αποζημίωση κατοικίας | 20 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI |
Έξοδα ταξιδιού και μετακόμισης | 21 |
|
ΤΜΗΜΑ I |
Έξοδα ταξιδιού των υπαλλήλων και των οικογενειών τους μεταξύ του τόπου διαμονής τους και του τόπου εργασίας | 21 |
|
ΤΜΗΜΑ II |
Έξοδα μετακόμισης | 21 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII |
Έξοδα αποστολής | 23 |
|
ΤΜΗΜΑ I |
Μεταφορικά μέσα | 23 |
|
ΤΜΗΜΑ II |
Ημερησία αποζημίωση των υπαλλήλων κατά την αποστολή | 24 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII |
Άδεια λόγω ασθενείας, άδεια μητρότητας και πατρότητας, γονική άδεια και άλλες ειδικές άδειες | 26 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX |
Πειθαρχική διαδικασία | 28 |
|
ΤΜΗΜΑ 1 |
Γενικές διατάξεις | 28 |
|
ΤΜΗΜΑ 2 |
Πειθαρχικό συμβούλιο | 28 |
|
ΤΜΗΜΑ 3 |
Πειθαρχικά μετρά | 29 |
|
ΤΜΗΜΑ 4 |
Πειθαρχική διαδικασία εκτός πειθαρχικού συμβουλίου | 30 |
|
ΤΜΗΜΑ 5 |
Πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου | 30 |
|
ΤΜΗΜΑ 6 |
Αναστολή της άσκησης καθηκόντων | 31 |
|
ΤΜΗΜΑ 7 |
Παράλληλη ποινική δίωξη | 32 |
|
ΤΜΗΜΑ 8 |
Τελικές διατάξεις | 32 |
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X |
Επιτροπή προσφυγών | 33 |
ΤΙΤΛΟΣ Ι
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Γενικές διατάξεις
1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που προσλαμβάνονται με σύμβαση από το Δορυφορικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «εργαζόμενοι» και «Κέντρο» αντιστοίχως), εάν δεν υπάρχει αντίθετη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου όσον αφορά το εκτός βαθμών προσωπικό.
2. Ο όρος «εργαζόμενος» καλύπτει τα ακόλουθα φυσικά πρόσωπα:
|
α) |
τους υπαλλήλους που έχουν συνάψει συμβάσεις με το Κέντρο και κατέχουν θέσεις οι οποίες περιλαμβάνονται στον πίνακα θέσεων μελών του προσωπικού που επισυνάπτεται ετησίως στον προϋπολογισμό του Κέντρου· |
|
β) |
το τοπικό προσωπικό που έχει συνάψει συμβάσεις με το Κέντρο βάσει της τοπικής εθνικής νομοθεσίας. |
3. Κάθε αναφορά, στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, σε πρόσωπο άρρεν νοείται ότι υποδηλώνει εξίσου πρόσωπο θήλυ και αντιστρόφως, εκτός εάν από τα συμφραζόμενα συνάγεται σαφώς άλλως.
4. Στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στον προϋπολογισμό του Κέντρου ορίζεται ο αριθμός των θέσεων για κάθε κατηγορία και βαθμό.
Στον πίνακα θέσεων γίνεται διάκριση μεταξύ μόνιμων θέσεων και έκτακτων θέσεων. Οι μόνιμες θέσεις αφορούν τα βασικά καθήκοντα του Κέντρου και τα καθήκοντα που χαρακτηρίζονται από μονιμότητα. Οι έκτακτες θέσεις αφορούν σχέδια ή δραστηριότητες περιορισμένης διάρκειας.
5. Ο διευθυντής του Κέντρου δικαιούται να επιφέρει στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης τροποποιήσεις τεχνικής φύσεως που δεν συνεπάγονται τροποποίηση των βασικών αρχών του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 2
Διατάξεις που ισχύουν για όλους τους εργαζομένους
1. Αρχή
Οι εργαζόμενοι υπάγονται στο διευθυντή και είναι υπόλογοι σε αυτόν για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεσμεύονται δε να τα ασκούν με τη μέγιστη ακρίβεια και επαγγελματική ευσυνειδησία.
2. Δήλωση
Κατά την αποδοχή της πρόσληψής του στο Δορυφορικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε εργαζόμενος πρέπει να υπογράψει την εξής δήλωση:
«Αναλαμβάνω επισήμως την υποχρέωση να ασκήσω με απόλυτη εντιμότητα, διακριτικότητα και ευσυνειδησία τα καθήκοντα που μου ανατίθενται ως υπαλλήλου του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να εκπληρώνω τα καθήκοντα αυτά με αποκλειστικό γνώμονα τα συμφέροντα του Κέντρου. Αναλαμβάνω επιπλέον να μη ζητώ ούτε να δέχομαι οδηγίες που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων μου από οιαδήποτε κυβέρνηση ή οιαδήποτε αρχή ξένη προς το Κέντρο».
3. Διεξαγωγή
Οι εργαζόμενοι οφείλουν, σε κάθε περίσταση, να επιδεικνύουν συμπεριφορά που να συνάδει προς την ιδιότητα αντιπροσώπων του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οφείλουν να αποφεύγουν κάθε πράξη ή δραστηριότητα που δύναται καθ’ οιονδήποτε τρόπο να θίξει την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους ή την καλή φήμη του Κέντρου.
4. Αρμοδιότητα
Κάθε εργαζόμενος μπορεί να υποχρεωθεί σε αποκατάσταση, εν όλω ή εν μέρει, της ζημίας που υπέστη το Κέντρο λόγω προσωπικών του σοβαρών παραπτωμάτων τα οποία τυχόν διέπραξε κατά την άσκηση ή επ’ ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.
Ο διευθυντής λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση με τη διαδικασία του παραρτήματος ΙΧ.
Η επιτροπή προσφυγών έχει απεριόριστη αρμοδιότητα για την επίλυση των διαφορών που ενδέχεται να προκύψουν σύμφωνα με την παρούσα διάταξη.
5. Ασφάλεια
Κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι εργαζόμενοι πρέπει να λάβουν γνώση των κανονισμών ασφαλείας του Κέντρου. Υπογράφουν ειδική δήλωση και αναλαμβάνουν την πειθαρχική και οικονομική ευθύνη τους σε περίπτωση μη τήρησης του παρόντος κανονισμού.
|
α) |
Για κάθε εργαζόμενο μπορεί να ζητηθεί έλεγχος ασφαλείας προκειμένου να εξουσιοδοτηθεί η πρόσβασή του σε διαβαθμισμένα έγγραφα, λόγω των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές από το Κέντρο. Εν αναμονή της επίσημης εξουσιοδότησης, ο διευθυντής μπορεί να δώσει προσωρινή εξουσιοδότηση σε εξαιρετικές περιπτώσεις και επείγουσες καταστάσεις. |
|
β) |
Οι εργαζόμενοι ενημερώνουν αμέσως τον αξιωματικό ασφαλείας του Κέντρου για κάθε περιστατικό σχετικό με την εικαζόμενη απώλεια ή διαρροή διαβαθμισμένου εγγράφου. |
6. Βοήθεια και αποζημίωση
Το Κέντρο παρέχει βοήθεια στους εργαζομένους οι οποίοι, λόγω της ιδιότητάς τους ή των τρεχόντων καθηκόντων τους στο Κέντρο και χωρίς να έχουν διαπράξει σφάλμα, γίνονται αντικείμενο απειλών, εξύβρισης, δυσφήμησης ή προκαταλήψεων. Αποζημίωση των υλικών ζημιών που υπέστη ο υπάλληλος είναι δυνατόν να δοθεί υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
ο εργαζόμενος δεν είναι, εκ δόλου ή εξ αμελείας, υπαίτιος των εν λόγω ζημιών· |
|
β) |
δεν επέτυχε επανόρθωση των ζημιών· |
|
γ) |
υποκαθίσταται από το Κέντρο στα δικαιώματά του έναντι τρίτων και ιδίως των ασφαλιστικών εταιρειών. |
Κάθε σχετική απόφαση που ενδέχεται να συνεπάγεται δράση του Κέντρου ή να έχει οικονομικές συνέπειες για το Κέντρο, λαμβάνεται από το διευθυντή ο οποίος διαθέτει διακριτική ευχέρεια για να εκτιμά τα περιστατικά της υπόθεσης και να αποφασίζει ως προς τη μορφή της βοήθειας που θα παρασχεθεί και, ανάλογα με την περίπτωση, το ποσό της αποζημίωσης που θα χορηγηθεί.
7. Δικαιώματα ιδιοκτησίας
Όλα τα δικαιώματα, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων κυριότητας, πνευματικής ιδιοκτησίας και ευρεσιτεχνίας, που αναφέρονται σε οιαδήποτε εργασία πραγματοποιήθηκε από τον εργαζόμενο κατά την άσκηση των επίσημων καθηκόντων του, περιέρχονται στο Κέντρο.
8. Εξωτερικές δραστηριότητες
|
α) |
Ο εργαζόμενος δεν επιτρέπεται να δεχθεί χωρίς άδεια του διευθυντή από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλη πηγή εκτός του Κέντρου τιμητική διάκριση, παράσημο, εύνοια, δώρο ή καταβολή οποιουδήποτε είδους, εκτός εάν πρόκειται για αμοιβή για υπηρεσίες τις οποίες παρέσχε είτε πριν από το διορισμό του είτε κατά τη διάρκεια ειδικής άδειας λόγω στρατιωτικής θητείας ή άλλης εθνικής υπηρεσίας και όσον αφορά την εν λόγω θητεία ή υπηρεσία. |
|
β) |
Οι εργαζόμενοι απέχουν από οποιαδήποτε δημόσια ενέργεια ή δήλωση ή δημοσίευση εφόσον αυτή η ενέργεια, δήλωση ή δημοσίευση δεν συνάδει με τα καθήκοντα ή τις υποχρεώσεις διεθνούς δημόσιου υπαλλήλου ή ενδέχεται να γεννήσει ηθική ή υλική ευθύνη του Κέντρου. |
|
γ) |
Ο εργαζόμενος δεν μπορεί να κατέχει θέση ή να ασκεί τακτική ή αμειβόμενη απασχόληση εκτός του Κέντρου χωρίς άδεια του διευθυντή. |
|
δ) |
Ο εργαζόμενος δεν επιτρέπεται να κατέχει, απευθείας ή εμμέσως, συμφέροντα σε εμπορική επιχείρηση τα οποία θα μπορούσαν εκ της φύσεώς τους να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του στο Κέντρο. |
|
ε) |
Εάν ο ή η σύζυγος του εργαζομένου ή ο/η σύντροφος δηλωμένης συμβιώσεως ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα, ο εργαζόμενος ενημερώνει το διευθυντή. Σε περίπτωση που η φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας αποδεικνύεται ασύμβατη προς εκείνη του εργαζομένου και εφόσον ο εργαζόμενος δεν είναι σε θέση να δεσμευθεί όσον αφορά την παύση της εντός καθορισμένης προθεσμίας, ο διευθυντής, αφού διαβουλευθεί με την επιτροπή προσωπικού, αποφασίζει κατά πόσον ο εργαζόμενος θα παραμείνει στη θέση του ή θα μεταφερθεί σε άλλη θέση. |
9. Υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα
|
α) |
Ο εργαζόμενος που επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να θέσει υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα οφείλει να το δηλώσει στο διευθυντή. |
|
β) |
Κάθε εργαζόμενος που θέτει υποψηφιότητα για δημόσιο ή πολιτικό λειτούργημα ή αξίωμα τίθεται σε άδεια άνευ αποδοχών από την ημερομηνία κατά την οποία δηλώνει ότι θα αρχίσει την προεκλογική του εκστρατεία. |
|
γ) |
Εφόσον εκλεγεί, ο εργαζόμενος ζητεί τη λύση της σύμβασής του. Η λύση της σύμβασης δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης λόγω απώλειας θέσης απασχόλησης. |
|
δ) |
Εάν δεν αποδεχθεί το λειτούργημα ή αξίωμα, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα επαναφοράς στη θέση που κατείχε, με τους ίδιους όρους μισθού και αρχαιότητας όπως κατά την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε άδεια άνευ αποδοχών. |
|
ε) |
Κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών διακόπτεται η συνέχεια της αρχαιότητας. |
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 3
Προνόμια και ασυλίες
Τα προνόμια και οι ασυλίες των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι απονέμονται αποκλειστικά προς το συμφέρον του Δορυφορικού Κέντρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι για την προσωπική τους εξυπηρέτηση. Τα εν λόγω προνόμια και ασυλίες δεν απαλλάσσουν τους υπαλλήλους ούτε από την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων ούτε από την τήρηση των νόμων και των αστυνομικών διατάξεων που ισχύουν στο κράτος υποδοχής.
Οποτεδήποτε αμφισβητούνται τα προνόμια και οι ασυλίες αυτές, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αναφέρει αμέσως σχετικά στο διευθυντή. Σε περίπτωση παράβασης της τοπικής νομοθεσίας, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει, εάν το κρίνει αναγκαίο, την άρση των προνομίων ή ασυλιών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
Πρόσληψη και διάρκεια διορισμού
Άρθρο 4
Πρόσληψη
1. Ο διευθυντής καταρτίζει τις προσφορές εργασίας, εξαιρουμένης της δικής του. Το Κέντρο εξασφαλίζει τη δημοσίευση των κενών θέσεων.
2. Σε περίπτωση κενής θέσης που δεν μπορεί να πληρωθεί εσωτερικά, γίνεται προκήρυξη κενής θέσης που περιλαμβάνει περιγραφή καθηκόντων και τα απαιτούμενα προσόντα.
3. Οι υπάλληλοι διορίζονται από το διευθυντή βάσει προσόντων και με δίκαιο και διαφανή διαγωνισμό.
4. Οι υποψήφιοι πρέπει να αποδεικνύουν ότι κατέχουν σε βάθος μία από τις γλώσσες των Κοινοτήτων και διαθέτουν ικανοποιητική γνώση μιας άλλης γλώσσας των Κοινοτήτων στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
5. Ως υπάλληλοι προσλαμβάνονται μόνον υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
6. Οι υπάλληλοι που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό κατατάσσονται σύμφωνα με τις κατηγορίες και τους βαθμούς των συντονισμένων οργανισμών.
7. Οι υπάλληλοι προσλαμβάνονται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού της θέσης τους. Εντούτοις, ο διευθυντής δύναται να χορηγήσει ανώτερο κλιμάκιο εάν το δικαιολογούν οι περιστάσεις.
8. Ο διευθυντής καθορίζει τις θέσεις για τις οποίες η πρόσληψη εξασφαλίζεται μέσω εξετάσεων ή διαγωνισμού καθώς και τις δοκιμασίες στις οποίες θα πρέπει να υποβληθούν οι υποψήφιοι για τις θέσεις αυτές προκειμένου να προσληφθούν. Οι εξεταστικές επιτροπές των εξετάσεων ή των διαγωνισμών συγκροτούνται από υπαλλήλους του Κέντρου, οριζόμενους από το διευθυντή, στα οποία μπορεί να προστεθεί ένας εξωτερικός εξεταστής.
9. Οι υποψήφιοι που προσκαλούνται στο Κέντρο για συνέντευξη ή εξέταση δικαιούνται κατ’ αποκοπή συνεισφορά στα έξοδα ταξιδίου και στεγάσεως.
Άρθρο 5
Όριο εργάσιμης ηλικίας
Το όριο εργάσιμης ηλικίας συμπίπτει με το τέλος του μήνα κατά τον οποίο ο υπάλληλος συμπληρώνει το εξηκοστό πέμπτο έτος ηλικίας. Ο διευθυντής δύναται να επιτρέψει παρεκκλίσεις από τον κανόνα αυτόν για δώδεκα επιπλέον μήνες κατ’ ανώτατο όριο.
Άρθρο 6
Ιατρικές εξετάσεις
1. Κάθε υπάλληλος, πριν προσληφθεί, υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση από ιατρό εγκεκριμένο από το Κέντρο ο οποίος βεβαιώνει ότι αυτός είναι σωματικά ικανός να ασκεί τα καθήκοντά του.
2. Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να πραγματοποιούν ετήσια εξέταση ιατρικού ελέγχου.
3. Εγκεκριμένος από το Κέντρο ιατρός εκτελεί προς τούτο χρέη εμπειρογνώμονα και ενημερώνει τον διευθυντή για την ενδεχόμενη ανικανότητα του υπαλλήλου να συνεχίσει την εργασία του.
4. Σε περίπτωση αρνητικής ιατρικής γνωμοδότησης μετά την ιατρική εξέταση που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 3, ο υποψήφιος ή ο υπάλληλος μπορεί, εντός είκοσι ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του κοινοποιήθηκε η γνωμοδότηση αυτή από το Κέντρο, να ζητήσει την υποβολή της υποθέσεώς του προς γνωμοδότηση σε ιατρική επιτροπή η οποία συγκροτείται από τρεις ιατρούς, επιλεγόμενους από το διευθυντή, τον υπάλληλο και τους δύο άλλους ιατρούς αντιστοίχως.
Η ιατρική επιτροπή ακούει τον ιατρό που προέβη στην αρχική αρνητική γνωμοδότηση.
Εάν η ιατρική επιτροπή επιβεβαιώσει το αρνητικό συμπέρασμα της ιατρικής εξέτασης που προβλέπεται:
|
α) |
στην παράγραφο 1, ο υποψήφιος καταβάλλει το 50 % των αμοιβών και του τρέχοντος κόστους· |
|
β) |
στην παράγραφο 3, το Κέντρο επιχειρεί καταρχάς να μεταθέσει τον υπάλληλο σε άλλη θέση κατάλληλη για την κατάστασή του· εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, το Κέντρο λύει τη σύμβασή του με εξάμηνη προειδοποίηση και συγκαλείται η επιτροπή αναπηρίας για να προσδιορίσει τα δικαιώματά του σε σύνταξη αναπηρίας σύμφωνα με τους όρους του γενικού κανονισμού περί συντάξεων του Κέντρου. |
Άρθρο 7
Διορισμοί
1. Διάρκεια
|
α) |
Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται σε μόνιμες θέσεις διορίζονται για αρχική περίοδο τεσσάρων ετών. Στη σύμβαση αναφέρεται ότι, το αργότερο έως το τέλος του τρίτου έτους του διορισμού τους, γνωστοποιείται στους υπαλλήλους:
|
|
β) |
Οι συμβάσεις των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται σε έκτακτες θέσεις δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν την τετραετία. Μπορούν να ανανεωθούν μια φορά για ανώτατη περίοδο τεσσάρων ετών. |
|
γ) |
Κατά τη λύση της σχέσης εργασίας οι υπάλληλοι δικαιούνται αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος Ι. |
2. Δοκιμαστική περίοδος
Κάθε αρχική σύμβαση προβλέπει περίοδο δοκιμαστικής υπηρεσίας έξι μηνών από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων.
|
α) |
Εάν, στη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας, ο υπάλληλος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του, λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, για διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, ο διευθυντής μπορεί να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα. |
|
β) |
Κατά τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας συντάσσεται έκθεση σχετικά με τις ικανότητες που διαθέτει ο υπάλληλος για την εκπλήρωση των καθηκόντων του καθώς και σχετικά με την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον υπάλληλο. |
|
γ) |
Ο υπάλληλος που δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται. |
|
δ) |
Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας του δόκιμου υπαλλήλου, είναι δυνατόν να συντάσσεται έκθεση σε οποιαδήποτε στιγμή της περιόδου δοκιμασίας. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο. |
|
ε) |
Βάσει της εκθέσεως αυτής, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον υπάλληλο πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός· η διάρκεια της υπηρεσίας δεν μπορεί ωστόσο να ξεπεράσει την κανονική διάρκεια της δοκιμασίας. |
|
στ) |
Ο υπάλληλος που απολύεται στη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας βάσει αρνητικής εκθέσεως δεν δικαιούται αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης. |
Η δοκιμαστική περίοδος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διάρκειας της αρχικής σύμβασης. Γεννά δικαιώματα αρχαιότητας και σύνταξης.
3. Λύση συμβάσεων
|
α) |
Το Κέντρο μπορεί να λύει ή να μην ανανεώνει τις συμβάσεις στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Στις περιπτώσεις i) έως vi) οι συμβάσεις μπορούν να λύονται ή να μην παρατείνονται με εξάμηνη προειδοποίηση, ενώ στην περίπτωση vii) με προειδοποίηση ενός μηνός. |
|
β) |
Ο υπάλληλος μπορεί να καταγγέλλει τη σύμβασή του με προειδοποίηση τριών μηνών για οποιονδήποτε προσωπικό λόγο τον οποίο δεν υποχρεούται να εκθέσει. |
4. Αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης
Η λύση ή η μη ανανέωση της σύμβασης με πρωτοβουλία του Κέντρου, εφόσον δεν οφείλεται σε πειθαρχικούς λόγους, συνεπάγεται αποζημίωση υπό τους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα Ι.
Η λύση ή η μη αποδοχή της προτεινόμενης ανανέωσης σύμβασης με πρωτοβουλία του ίδιου του υπαλλήλου δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης για απώλεια θέσης απασχόλησης.
5. Μείωση της προθεσμίας προειδοποίησης για τη λύση της σύμβασης
Εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες τις υπηρεσίας, είναι δυνατόν να μειωθεί από το Κέντρο η προθεσμία της προειδοποίησης που ορίζεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) ανωτέρω. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος δικαιούται την καταβολή συμπληρωματικού ποσού που αντιστοιχεί στο μισθό και τα επιδόματα και αποζημιώσεις που θα είχε λάβει μεταξύ της ημερομηνίας πραγματικής λήξεως της σύμβασής του και της ημερομηνίας λήξεως της εξάμηνης προθεσμίας προειδοποίησης.
Οι παρούσες διατάξεις δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση λύσης της σύμβασης για πειθαρχικούς λόγους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Μισθός, επιδόματα και αποζημιώσεις
Άρθρο 8
Γενικές διατάξεις
Οι αποδοχές που καταβάλλονται στον υπάλληλο του Κέντρου περιλαμβάνουν το βασικό μισθό, την αποζημίωση αποδημίας και τα οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα.
Επί των αποδοχών αυτών γίνονται οι κρατήσεις τις οποίες οφείλει ο υπάλληλος δυνάμει του εσωτερικού φόρου, του συνταξιοδοτικού καθεστώτος και του καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης.
Τα οφειλόμενα ποσά καταβάλλονται στους τρέχοντες τραπεζικούς λογαριασμούς των υπαλλήλων το αργότερο κατά τη διάρκεια της τελευταίας εργάσιμης εβδομάδας κάθε μήνα.
Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να ενημερώνουν αμελλητί το Κέντρο για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής τους κατάστασης που ενδέχεται να έχει οικονομικές συνέπειες. Οι εν λόγω μεταβολές λαμβάνονται υπόψη για την αμοιβή του μήνα που έπεται της γνωστοποιήσεως των μεταβολών στη διοίκηση του Κέντρου· δεν θίγουν αναδρομικά τις αμοιβές που έχουν καταβληθεί ήδη.
Οι υπάλληλοι του Κέντρου οφείλουν να επιστρέψουν κάθε αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό.
Άρθρο 9
Βασικός μισθός
Ο καθαρός βασικός μισθός αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο αναγράφεται ως προς το βαθμό και το κλιμάκιο κάθε υπαλλήλου στον πίνακα που εγκρίνεται κατ’ έτος από το διοικητικό συμβούλιο.
Ο ακαθάριστος μισθός αντιστοιχεί στον καθαρό βασικό μισθό στον οποίο προστίθεται το ποσό του εσωτερικού φόρου που οφείλει ο υπάλληλος.
Άρθρο 10
Αποζημίωση αποδημίας
Η αποζημίωση αποδημίας καταβάλλεται στα μέλη του προσωπικού τα οποία, κατά την αρχική τους πρόσληψη, δεν έχουν την υπηκοότητα του κράτους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο τόπος μόνιμης υπηρεσίας τους και δεν είχαν μόνιμη διαμονή στο έδαφος αυτό επί τρία συναπτά έτη αδιαλείπτως.
Η αποζημίωση αυτή παύει να καταβάλλεται σε περίπτωση τοποθέτησης του υπαλλήλου στο κράτος του οποίου έχει την υπηκοότητα.
Το ποσό της αποζημίωσης ορίζεται κατά τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.
Στην περίπτωση που ο υπάλληλος προσλαμβάνεται από το Κέντρο αμέσως μετά τη λήξη της απασχόλησής του σε άλλο διεθνή οργανισμό ή σε διοικητική υπηρεσία στο κράτος στο οποίο ασκεί τα καθήκοντά του, τα έτη υπηρεσίας στον προηγούμενο εργοδότη του εξομοιώνονται προς έτη υπηρεσίας στο Κέντρο για τη θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης αποδημίας και για τον υπολογισμό του ύψους της.
Άρθρο 11
Οικογενειακά και κοινωνικά επιδόματα
1. Γενικοί κανόνες
Τα επιδόματα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και ανάλογα επιδόματα τα οποία δικαιούνται έγγαμο ζεύγος ή άγαμος υπάλληλος από άλλη πηγή δεν έχουν σωρευτικό χαρακτήρα.
Κάθε υπάλληλος που λαμβάνει ή δικαιούται επίδομα ανάλογο με τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο από άλλες πηγές υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά την υπηρεσία διοίκησης, ώστε να μειωθούν καταλλήλως τα επιδόματα που του χορηγεί το Κέντρο.
Η υπηρεσία διοίκησης δικαιούται να απαιτήσει κάθε επίσημο έγγραφο που θεωρεί αναγκαίο για τη θεμελίωση δικαιώματος σε οποιοδήποτε επίδομα.
Ο διευθυντής μπορεί να θεσπίσει κανόνες για την εκτέλεση των παρουσών διατάξεων.
2. Επίδομα αρχηγού οικογένειας
|
α) |
Το επίδομα αρχηγού οικογένειας χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως σε κάθε υπάλληλο ο οποίος:
|
|
β) |
Το επίδομα αυτό ισούται με 6 % του καθαρού βασικού μισθού και δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από το ποσό που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του βαθμού Β 3, κλιμάκιο 1. |
|
γ) |
Στην περίπτωση:
το επίδομα ισούται προς τη διαφορά μεταξύ, αφενός, του καθαρού βασικού μισθού του βαθμού Β 3, κλιμάκιο 1, συν το ποσό του επιδόματος που θα έπρεπε να λάβει θεωρητικά ο υπάλληλος και, αφετέρου, του ποσού του επαγγελματικού εισοδήματος του/της συζύγου ή καταχωρισμένου(-ης) συντρόφου του· εάν το δεύτερο αυτό ποσό είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το πρώτο, ο υπάλληλος δεν λαμβάνει επίδομα. Το εν λόγω επίδομα δεν καταβάλλεται σε υπάλληλο του οποίου ο/η σύζυγος ή καταχωρισμένος(-η) σύντροφος είναι μέλος διεθνούς οργανισμού και έχει βασικό μισθό ανώτερο του δικού του. |
3. Επίδομα τέκνων ή άλλων συντηρούμενων προσώπων
|
α) |
Χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως σε κάθε υπάλληλο που συντηρεί, κυρίως και συνεχώς, τέκνο ή άλλο συντηρούμενο πρόσωπο όπως ορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ. |
|
β) |
Συνίσταται σε κατ’ αποκοπή ποσό για κάθε συντηρούμενο πρόσωπο, το οποίο καθορίζεται κατ’ έτος στον πίνακα που εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. |
|
γ) |
Στην περίπτωση συζύγων ή καταχωρισμένων συντρόφων που εργάζονται και οι δύο σε διεθνείς οργανισμούς, καταβάλλεται σε εκείνον που λαμβάνει το επίδομα αρχηγού οικογένειας ή αντίστοιχη αποζημίωση. |
|
δ) |
Οι ορισμοί και οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού του επιδόματος παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ. |
4. Επίδομα εκπαίδευσης
|
α) |
Χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως σε κάθε υπάλληλο που δικαιούται επίδομα αρχηγού οικογένειας και του οποίου τα συντηρούμενα τέκνα, όπως ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ, φοιτούν σε νηπιαγωγείο ή σε ίδρυμα πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας ή ανώτατης εκπαίδευσης με πλήρες ωράριο. |
|
β) |
Το επίδομα ισούται προς το διπλάσιο του μηνιαίου επιδόματος συντηρούμενου τέκνου και καταβάλλεται για κάθε τέκνο. |
|
γ) |
Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος προσκομίζει στη διοίκηση του Κέντρου τα αναγκαία δικαιολογητικά στην αρχή κάθε σχολικού έτους. |
5. Επίδομα ανάπηρων τέκνων και άλλων συντηρούμενων προσώπων
|
α) |
Χορηγείται και καταβάλλεται μηνιαίως για ανάπηρα τέκνα ή άλλα συντηρούμενα πρόσωπα σε κάθε υπάλληλο που είναι, κυρίως και συνεχώς, υπεύθυνος για τη φροντίδα τους. Το εν λόγω τέκνο ή συντηρούμενο πρόσωπο πρέπει να πληροί τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ. |
|
β) |
Οι λεπτομέρειες χορήγησης και καταβολής αυτού του επιδόματος παρατίθενται στο παράρτημα ΙV. |
6. Επίδομα κατοικίας
|
α) |
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μηνιαίως στους υπαλλήλους των βαθμών Β, C, A 1 και A 2, που ενοικιάζουν ή υπενοικιάζουν κατοικία για το ενοίκιο της οποίας –μη περιλαμβανομένων των εξόδων που κατά τα ισχύοντα στο κράτος διαμονής επιβαρύνουν τον ενοικιαστή– διαθέτουν μέρος των αποδοχών τους υπερβαίνον ένα καθορισμένο όριο. |
|
β) |
Ο τρόπος υπολογισμού αυτού του επιδόματος παρατίθεται στο παράρτημα V. |
|
γ) |
Ο υπάλληλος που λαμβάνει επίδομα κατοικίας οφείλει να ενημερώνει αμέσως τον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού για κάθε αλλαγή κατάστασης που ενδέχεται να συνεπάγεται μεταβολή του δικαιώματος στο επίδομα αυτό. |
7. Αποζημίωση μεταφοράς
Λόγω της αποστάσεως των κατοικιών από το χώρο εργασίας, δεδομένου ότι το Κέντρο ευρίσκεται σε στρατιωτική βάση η οποία δεν εξυπηρετείται από δημόσια μεταφορικά μέσα, χορηγείται στους υπαλλήλους μηνιαία κατ’ αποκοπή αποζημίωση μεταφοράς. Το ποσό αυτής της αποζημίωσης καθορίζεται από το διευθυντή στην αρχή κάθε ημερολογιακού έτους.
Άρθρο 12
Αποζημίωση αναπλήρωσης
1. Ο υπάλληλος δύνανται να κληθεί να καταλάβει προσωρινά θέση που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο του βαθμού στον οποίο ανήκει. Από την αρχή του δεύτερου μήνα αυτής της προσωρινής τοποθέτησης εισπράττει εξισωτική αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στον τρέχοντα βαθμό και κλιμάκιό του και των αποδοχών τις οποίες θα λάμβανε στο κλιμάκιο στο οποίο θα είχε καταταγεί αν είχε διορισθεί στο βαθμό που αντιστοιχεί στην προσωρινή του τοποθέτηση.
Η διάρκεια της προσωρινής τοποθέτησης δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εκτός εάν η τοποθέτηση έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει, άμεσα ή έμμεσα, την αντικατάσταση υπαλλήλου που έχει αποσπαστεί σε άλλη θέση ή έχει κληθεί υπό τα όπλα ή είναι σε αναρρωτική άδεια μεγάλης διάρκειας.
2. Ο διευθυντής δύναται να χορηγήσει, κατά περίπτωση, πρόσθετη αποζημίωση ευθύνης για ορισμένες θέσεις, όταν ο υπάλληλος αναλαμβάνει την ευθύνη διαχείρισης ομάδας στην οποία συμμετέχει ένας τουλάχιστον ομόβαθμος με αυτόν υπάλληλος. Το ανώτατο ποσό αυτής της αποζημίωσης καθορίζεται από το διευθυντή στην αρχή κάθε ημερολογιακού έτους.
Άρθρο 13
Αποζημίωση εγκατάστασης και επανεγκατάστασης
1. Αποζημίωση εγκατάστασης
|
α) |
Αποζημίωση εγκατάστασης καταβάλλεται στους υπαλλήλους των οποίων ο τόπος ιδιωτικής κατοικίας, όταν δέχθηκαν τη θέση απασχόλησης στο Κέντρο, ευρισκόταν σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων από το χώρο εργασίας τους. |
|
β) |
Το ποσό της αποζημίωσης αυτής ισούται προς τριάντα ημέρες βασικού μισθού. |
|
γ) |
Η αποζημίωση εγκατάστασης καταβάλλεται στον υπάλληλο μόλις αναλάβει υπηρεσία στο Κέντρο. |
|
δ) |
Κάθε υπάλληλος που εγκαταλείπει τη θέση του οικιοθελώς πριν από την παρέλευση διετούς προθεσμίας οφείλει να επιστρέψει το ήμισυ της αποζημίωσης εγκατάστασης που του καταβλήθηκε. |
|
ε) |
Ο διευθυντής δύναται να επιτρέψει, κατ’ εξαίρεση, παρεκκλίσεις από τις παρούσες διατάξεις, όταν κρίνει ότι η αυστηρή τους εφαρμογή ενδέχεται να έχει για τον ενδιαφερόμενο ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες. |
2. Αποζημίωση επανεγκατάστασης
|
α) |
Ο υπάλληλος που αποδεικνύει την αλλαγή της ιδιωτικής του κατοικίας κατά 100 τουλάχιστον χιλιόμετρα από τον τόπο εργασίας του δικαιούται κατά την έξοδό του από την υπηρεσία αποζημίωση επανεγκατάστασης ίση προς τριάντα ημέρες βασικού μισθού, εφόσον έχει συμπληρώσει τέσσερα έτη υπηρεσίας και δεν λαμβάνει ανάλογη αποζημίωση στη νέα του εργασία. |
|
β) |
Όταν ένας υπάλληλος και ο/η σύζυγος ή καταχωρισμένος (-η) σύντροφός του δικαιούνται και οι δύο αποζημίωση επανεγκατάστασης, αυτή καταβάλλεται μόνο στο πρόσωπο που έχει τον υψηλότερο βασικό μισθό. |
|
γ) |
Ο υπάλληλος που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο έτη υπηρεσίας αλλά λιγότερα από τέσσερα έτη υπηρεσίας λαμβάνει αποζημίωση επανεγκατάστασης ανάλογη με τη διάρκεια της υπηρεσίας του. |
|
δ) |
Σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, η αποζημίωση επανεγκατάστασης καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο ή την επιζούσα σύζυγο ή τον καταχωρισμένο (-η) σύντροφο ή, ελλείψει σχετικού προσώπου, στα συντηρούμενα πρόσωπα κατά την έννοια του παραρτήματος ΙΙΙ, ακόμη και χωρίς να πληρούται η απαίτηση όσον αφορά τη διάρκεια της υπηρεσίας που προβλέπεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου. |
Άρθρο 14
Κρατήσεις
1. Εσωτερικός φόρος
Ο εσωτερικός φόρος είναι ίσος προς το 40 % του βασικού μισθού που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιο του υπαλλήλου. Προστιθέμενος στο ποσό του καθαρού βασικού μισθού απεικονίζει τον ακαθάριστο μισθό. Το ποσό αυτού του φόρου παρακρατείται μηνιαίως στη βάση και εμφανίζεται αρνητικά στο φύλλο μισθοδοσίας.
2. Εισφορές σε συνταξιοδοτικό καθεστώς
Από τις αποδοχές των υπαλλήλων κρατείται μηνιαίως και περιέρχεται στο αποθεματικό ταμείο συντάξεων του Κέντρου ποσό εγκρινόμενο από τους συντονισμένους οργανισμούς για το συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων, που αποτελεί ποσοστό του καθαρού βασικού μισθού.
3. Εισφορές στις παροχές κοινωνικής ασφάλισης
Από τις αποδοχές των υπαλλήλων κρατείται μηνιαίως ποσό για τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης. Οι ελάχιστες παροχές κοινωνικής ασφάλισης καλύπτουν την ιατρική περίθαλψη, τις περιπτώσεις ανικανότητας/αναπηρίας και την ασφάλιση ζωής.
Το ένα τρίτο των εισφορών στο καθεστώς κοινωνικών παροχών βαρύνει τον υπάλληλο· τα υπόλοιπα δύο τρίτα βαρύνουν το Κέντρο.
Το ποσοστό αυτό καθορίζεται στην αρχή του έτους για τους επόμενους 12 μήνες, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Κέντρου και της ασφαλιστικής εταιρείας που έχει αναλάβει το καθεστώς. Το ποσό της κράτησης προστίθεται στο ποσό του εργοδοτικού μεριδίου.
Άρθρο 15
Προκαταβολές και επιστροφές των προκαταβολών επί του μισθού
1. Εάν δεν υπάρχει αντίθετη γνώμη του διευθυντή και εντός των ορίων των ταμειακών δυνατοτήτων, ο προϊστάμενος Διοίκησης και Προσωπικού του Κέντρου δύναται να επιτρέψει τη χορήγηση έντοκης προκαταβολής μισθού στους υπαλλήλους που αντιμετωπίζουν απρόβλεπτες προσωπικές οικονομικές δυσχέρειες.
2. Το ποσό αυτής της προκαταβολής δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό καθαρού βασικού μισθού τριών μηνών.
3. Οι επιστροφές πραγματοποιούνται με μηνιαία κράτηση από τις αποδοχές του υπαλλήλου· πρέπει να έχουν καταβληθεί στο σύνολό τους εντός δέκα μηνών από το τέλος του μήνα κατά τον οποίο χορηγήθηκε η προκαταβολή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Έξοδα ταξιδιού
Άρθρο 16
Εγκατάσταση και αποχώρηση
1. Ο υπάλληλος δικαιούται επιστροφή των εξόδων ταξιδίου για αυτόν τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του που πράγματι συγκατοικούν με αυτόν, από τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος πριν από το διορισμό του στον τόπο της έδρας του Κέντρου.
2. Το ίδιο δικαίωμα θεμελιώνεται επίσης όταν ο υπάλληλος αποχωρεί οριστικά από τη θέση του και επιστρέφει στη χώρα όπου ήταν τοποθετημένος πριν από το διορισμό του στο Κέντρο ή αντίστοιχο δικαίωμα όταν ο υπάλληλος εγκαθίσταται σε άλλη χώρα.
3. Οι επιστροφές αυτές γίνονται βάσει των διατάξεων του μέρους Ι του παραρτήματος VI του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 17
Έξοδα μετακόμισης
1. Ο υπάλληλος δικαιούται επιστροφή των εξόδων μετακόμισης από τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος πριν από το διορισμό του στον τόπο της έδρας του Κέντρου.
Το ίδιο δικαίωμα θεμελιώνεται επίσης όταν ο υπάλληλος αποχωρεί οριστικά από τη θέση του και επιστρέφει στη χώρα όπου ήταν τοποθετημένος πριν από το διορισμό του.
2. Τα έξοδα αυτά καλύπτουν τη μετακόμιση της προσωπικής οικοσκευής του υπαλλήλου, εκτός αυτοκινήτων, σκαφών ή κάθε άλλου μεταφορικού οχήματος, σύμφωνα με το παράρτημα VI.
Η πληρωμές γίνονται απευθείας από το Κέντρο στην επιχείρηση μετακόμισης μετά την υποβολή του τιμολογίου.
Άρθρο 18
Αποστολές
Τα μέλη του προσωπικού δικαιούνται επιστροφή των εξόδων για τις αποστολές που πραγματοποιούν κατ’ εντολή του διευθυντή.
Οι επιστροφές αφορούν τα έξοδα κινήσεως αυτά καθαυτά καθώς και τα έξοδα παραμονής και τα συναφή έξοδα στον τόπο όπου αποστέλλεται ο υπάλληλος. Οι προϋποθέσεις, οι κλίμακες και οι λεπτομέρειες αυτών των επιστροφών παρατίθενται στο παράρτημα VΙΙ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Εσωτερική οργάνωση
Άρθρο 19
Ωράρια και διάρκεια εργασίας
1. Η κανονική διάρκεια εργασίας για όλους τους υπαλλήλους είναι σαράντα ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμημένες σύμφωνα με γενικό ωράριο το οποίο καταρτίζει ο διευθυντής.
2. Ο διευθυντής δύναται να επιτρέψει προσαρμοσμένα ή διαφοροποιημένα ωράρια λόγω της προσωπικής κατάστασης ή των ειδικών απαιτήσεων της εργασίας του υπαλλήλου.
3. Για τις ανάγκες της υπηρεσίας μπορεί να ζητηθεί από τον υπάλληλο να παραμείνει σε επιφυλακή στον τόπο εργασίας ή την οικία του εκτός κανονικών ωρών εργασίας.
4. Οι υπάλληλοι που εργάζονται πέραν της κανονικής διάρκειας εργασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δικαιούνται είτε αντιστάθμιση σε χρόνο είτε χρηματική αμοιβή. Εντούτοις θεωρούνται ως υπερωρίες αποκλειστικά και μόνον οι ώρες εργασίας που πραγματοποιήθηκαν με την προηγούμενη συμφωνία του υπεύθυνου προϊσταμένου. Οι υπερωρίες πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατόν.
Οι υπερωρίες παρέχουν στον υπάλληλο δικαίωμα:
|
α) |
αντιστάθμισης σε χρόνο· ή |
|
β) |
εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας δεν επιτρέπουν τη χορήγηση αυτής της αντιστάθμισης, χρηματικής αμοιβής υπερωριών ανερχόμενης στο 133 % του βασικού μισθού. |
5. Νυκτερινή εργασία. Ως νυκτερινή εργασία αμείβεται η εργασία που πραγματοποιείται μεταξύ 20:30 και 7:00 πάντως, εάν η εργασία αυτή αποτελεί συνέχεια χωρίς διακοπή της ημερήσιας εργασίας, θεωρείται ως νυκτερινή μόνο όταν υπεισέρχεται στη νυκτερινή περίοδο κατά τουλάχιστον 1 ώρα και 30 λεπτά.
Για τις ώρες νυκτερινής εργασίας που δεν υπερβαίνουν τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 παρέχεται πρόσθετη αμοιβή ίση προς 50 % του βασικού μισθού.
Οι νυκτερινές υπερωρίες αμείβονται με το 150 % της αμοιβής ημερήσιας υπερωρίας.
6. Σε εξαιρετικές, κατά την κρίση του διευθυντή, περιστάσεις, είναι δυνατόν να ζητηθεί από ορισμένους υπαλλήλους να εργασθούν κατά το σαββατοκύριακο. Στην περίπτωση αυτή, θεμελιώνεται δικαίωμα αντιστάθμισης σε χρόνο ή αμοιβής.
7. Οι υπάλληλοι του βαθμού Α 4 και άνω δεν δικαιούνται αντιστάθμιση ούτε αμοιβή για υπερωρίες ή νυκτερινή εργασία.
8. Ο διευθυντής θεσπίζει τους κανόνες εκτέλεσης του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 20
Εργασία με μειωμένο ωράριο και τηλεργασία
1. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο ή εξ αποστάσεως.
Ο διευθυντής μπορεί να παρέχει τη σχετική άδεια, εφόσον αυτό συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
2. Το Κέντρο απαντά στον υπάλληλο όσον αφορά το αίτημά του εντός ενός μηνός.
3. Ο διευθυντής θεσπίζει τους κανόνες εκτέλεσης του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 21
Αργίες
Ο κατάλογος των αργιών καταρτίζεται από το διευθυντή λαμβανομένου υπόψη του επίσημου καταλόγου αργιών που δημοσιεύεται στο Boletín Oficial del Estado (ΒΟΕ) και την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι αργίες αυτές δεν υπολογίζονται στο δελτίο καταγραφής των αδειών του προσωπικού.
Εάν κάποια αργία συμπίπτει με Σάββατο ή Κυριακή, ο διευθυντής δύναται να αποφασίσει ότι το προσωπικό θα αργήσει κάποια άλλη ημέρα η οποία δεν θα υπολογισθεί ως άδεια.
Άρθρο 22
Άδεια
1. Ετήσια άδεια
|
α) |
Δικαιώματα Κάθε υπάλληλος δικαιούται άδεια μετ’ αποδοχών ίση προς δύο και μισή εργάσιμες ημέρες για κάθε ολοκληρωμένο μήνα υπηρεσίας. Το σύνολο της άδειας που δικαιούται υπολογίζεται για κάθε ημερολογιακό έτος. Οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται μεταξύ της 1ης Απριλίου και της 30ής Ιουλίου μπορούν να λάβουν δεκαπέντε ημέρες προκαταβολικά από το σύνολο ετήσιας άδειας που δικαιούνται, εάν η άδειά τους πρέπει να ληφθεί μετά την 30ή Ιουλίου. Εάν ο υπάλληλος έχει στις 31 Δεκεμβρίου υπόλοιπο άδειας, ο διευθυντής ή ο αναπληρωτής του δύναται να επιτρέψει τη μεταφορά έως και δώδεκα ημερών άδειας στο επόμενο έτος. Το μεταφερόμενο μέρος της άδειας πρέπει να ληφθεί έως τις 30 Ιουνίου, άλλως ακυρώνεται. |
|
β) |
Διοικητική διαδικασία Ο υπάλληλος που επιθυμεί να λάβει άδεια, εντός των ορίων του συνόλου που δικαιούται σύμφωνα με το στοιχείο α) ανωτέρω, πρέπει να έχει την προηγούμενη έγκριση του διευθυντή ή του εκπροσώπου του. Η διοίκηση του Κέντρου τηρεί κατάσταση των αδειών που έχουν ληφθεί. Η σχετική διαδικασία περιγράφεται σε εσωτερικό υπόμνημα υπογεγραμμένο από το διευθυντή. |
|
γ) |
Άδεια που δεν έχει ληφθεί κατά τη λήξη των καθηκόντων του υπαλλήλου Οι ημέρες άδειας που δεν έχουν ληφθεί πριν από την ημερομηνία λήξης των καθηκόντων ακυρώνονται. Εν τούτοις, βάσει γραπτής βεβαιώσεως του διευθυντή ότι δεν ελήφθησαν λόγω των αναγκών της υπηρεσίας, ο υπάλληλος δικαιούται αντισταθμιστική αποζημίωση ίση προς ένα τριακοστό του βασικού μισθού για κάθε μη χρησιμοποιηθείσα ημέρα άδειας. |
2. Άδεια άνευ αποδοχών
|
α) |
Κατ’ αίτηση υπαλλήλου ο διευθυντής μπορεί να παράσχει άδεια άνευ αποδοχών για προσωπικούς λόγους εφόσον αυτό συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας. |
|
β) |
Η συνολική διάρκεια της άδειας αυτής δεν υπερβαίνει το ένα έτος. |
|
γ) |
Κατά τη διάρκεια της άδειας αυτής ο υπάλληλος δεν δικαιούται προαγωγή ή άνοδο σε υψηλότερο κλιμάκιο ή βαθμολογική εξέλιξη. Η συμμετοχή του στο καθεστώς κοινωνικών παροχών που προβλέπεται στα άρθρα 8 και 14 και η κάλυψη κινδύνων δυνάμει του καθεστώτος αυτού αναστέλλονται. Ωστόσο, ο υπάλληλος ο οποίος δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα δύναται, το αργότερο εντός μηνός από την έναρξη της άδειας για προσωπικούς λόγους, να ζητήσει να συνεχισθεί η κάλυψή του, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει τις αντίστοιχες εισφορές του. Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει συνταξιοδοτικά δικαιώματα δυνάμει άλλου καθεστώτος συντάξεων μπορεί να ζητήσει να συνεχίσει να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταβάλλει τις αντίστοιχες εισφορές του. |
3. Άδεια ασθενείας, μητρότητας, πατρότητας, γονική άδεια και άλλες ειδικές άδειες
Πέραν της ετήσιας άδειας χορηγούνται ειδικές άδειες σε περίπτωση ασθένειας, μητρότητας, πατρότητας, γονικές άδειες ή άδειες λόγω εκτάκτων περιστάσεων.
Οι σχετικές διατάξεις και λεπτομέρειες παρατίθενται στο παράρτημα VIII.
Άρθρο 23
Άδειες διαμονής στη χώρα καταγωγής
1. Άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής χορηγείται σε κάθε υπάλληλο που δικαιούται αποζημίωση αποδημίας, εκτός εκείνων που κατά την πρόσληψή τους είχαν την ιθαγένεια του κράτους όπου εργάζονται και καμία άλλη.
|
α) |
Η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής αντιστοιχεί σε οκτώ εργάσιμες ημέρες συν τη διάρκεια του ταξιδιού με το ταχύτερο μεταφορικό μέσον. |
|
β) |
Η άδεια αυτή μπορεί να ληφθεί έξι μήνες πριν από τη λήξη της διετίας στην υπηρεσία, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμά της. Πρέπει οπωσδήποτε να ληφθεί κατά τη διάρκεια των έξι μηνών μετά τη λήξη αυτής της διετίας, άλλως ακυρώνεται. Η ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη, για κάθε ορισμένη διετία, δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας των επόμενων αδειών διαμονής στη χώρα καταγωγής. |
|
γ) |
Όταν και οι δύο σύζυγοι ή καταχωρισμένοι σύντροφοι εργάζονται στο Κέντρο και ο καθένας δικαιούται άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής, ισχύουν τα ακόλουθα:
|
2. Ο υπάλληλος που λαμβάνει άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής δικαιούται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18, επιστροφή των εξόδων ταξιδίου μετ’ επιστροφής για αυτόν τον ίδιο, τα συντηρούμενα τέκνα του και, εφόσον λαμβάνει επίδομα αρχηγού οικογένειας, για το/τη σύζυγο ή καταχωρισμένο(-η) σύντροφό του. Δεν δικαιούται ημερήσια αποζημίωση για τη διάρκεια του ταξιδιού.
3. Οι υπάλληλοι που δεν κάνουν χρήση αυτής της άδειας δεν δικαιούνται καμία αντιστάθμιση.
4. Η άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής χορηγείται μόνον υπό τις εξής προϋποθέσεις:
|
α) |
το μέλος του προσωπικού δεσμεύεται γραπτώς ότι θα διαμείνει κατά την άδεια αυτή στη χώρα όπου έχει την επίσημη κατοικία του· |
|
β) |
το μέλος του προσωπικού δεσμεύεται γραπτώς ότι δεν θα υποβάλει παραίτηση από το Κέντρο εντός των έξι μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία λήγει το δικαίωμά του σε άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής (ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία έλαβε όντως την άδεια αυτή)· |
|
γ) |
ο προϊστάμενός του πρέπει να βεβαιώσει ότι πιθανότατα θα χρειασθεί τις υπηρεσίες του ενδιαφερομένου κατά τη διάρκεια της περιόδου της αιτηθείσας άδειας διαμονής: |
Η μη τήρηση του στοιχείου α) συνεπάγεται υποχρέωση του ενδιαφερομένου να επιστρέψει στο Κέντρο στο ακέραιο τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε αυτό λόγω της άδειας διαμονής στη χώρα καταγωγής καθώς και το ενδεχόμενο να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο της ετήσιας αδείας του οι ημέρες που του χορηγήθηκαν ως άδεια διαμονής στη χώρα καταγωγής. Ο διευθυντής δύναται να αποφασίσει παρέκκλιση από τις ως άνω διατάξεις των στοιχείων β) και γ) εάν κρίνει ότι η αυστηρή τους τήρηση αδικεί τον ενδιαφερόμενο ή τον υποβάλλει σε ιδιαίτερες δυσκολίες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙ
Εκθέσεις και προαγωγή
Άρθρο 24
Γενικές διατάξεις
1. Όλοι οι υπάλληλοι του Κέντρου εκτός από το διευθυντή αξιολογούνται ετησίως όσον αφορά τη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο έτος, το αργότερο έως τις 28 Φεβρουαρίου.
Η αξιολόγηση αυτή εκτιμά τη σχετική ποιότητα των υπαλλήλων και βάσει αυτής εκφράζεται έπαινος ή, αντιθέτως, υποδεικνύονται στον καθένα οι ανεπάρκειες ή τα κενά του, προκειμένου να βελτιωθεί η παρεχόμενη υπηρεσία.
2. Η αξιολόγηση αφορά τα εξής κριτήρια:
|
α) |
επιμέλεια και τήρηση των ωραρίων· |
|
β) |
ποιότητα και ταχύτητα στην εκτέλεση της εργασίας· |
|
γ) |
πνεύμα πρωτοβουλίας· |
|
δ) |
ευπρέπεια και ανθρώπινες σχέσεις. |
Όλες οι παρατηρήσεις συγκεφαλαιώνονται σε έκθεση ετήσιας αξιολόγησης, η οποία καταχωρίζεται στον ατομικό φάκελο του υπαλλήλου.
3. Σε περίπτωση που η έκθεση επισημαίνει ελλιπή εκπλήρωση των καθηκόντων, ο διευθυντής μπορεί να ζητήσει να του υποβληθεί επιπλέον ενδιάμεση έκθεση έπειτα από έξι μήνες.
Άρθρο 25
Διαδικασία
1. Ο διευθυντής ορίζει τους υπαλλήλους που επιφορτίζονται να υποβάλλουν εκθέσεις αξιολόγησης του προσωπικού το οποίο υπάγεται, εντελώς ή εν μέρει, σε αυτούς.
2. Κάθε υπάλληλος έχει προσωπική συνέντευξη με τον υπάλληλο που είναι επιφορτισμένος με την υποβολή της έκθεσης αξιολόγησής του. Η ετήσια αξιολόγηση γνωστοποιείται στον υπάλληλο, ο οποίος υπογράφει την έκθεση βεβαιώνοντας έτσι ότι έλαβε γνώση της.
3. Η ετήσια αξιολόγηση είναι διοικητική πράξη εσωτερικής χρήσεως. Δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον οποιουδήποτε εξωτερικού οργάνου.
4. Όταν υποβληθούν όλες οι εκθέσεις, ο διευθυντής συγκαλεί συμβούλιο προαγωγών υπό την προεδρία του, στο οποίο συμμετέχουν όλοι οι υπάλληλοι που υπέβαλαν μία ή περισσότερες εκθέσεις αξιολόγησης.
Ο διευθυντής θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του συμβουλίου προαγωγών.
Άρθρο 26
Συνέπειες και επακόλουθα της αξιολόγησης
1. Το συμβούλιο προαγωγών μπορεί να προτείνει στο διευθυντή ένα από τα κατωτέρω μέτρα για την ανταμοιβή των υπαλλήλων που έδειξαν ιδιαίτερα καλές επιδόσεις:
|
α) |
οικονομική επιβράβευση· |
|
β) |
έκτακτο προβιβασμό σε ανώτερο κλιμάκιο· |
|
γ) |
προαγωγή στον ανώτερο βαθμό εάν η προαγωγή αυτή είναι δυνατή βάσει του προϋπολογισμού. |
2. Η ανεπαρκής βαθμολόγηση μπορεί να δικαιολογήσει τη στασιμότητα του υπαλλήλου στο κλιμάκιό του για ένα ακόμη έτος.
3. Δύο ή περισσότερες συνεχείς ανεπαρκείς βαθμολογήσεις μπορούν να δικαιολογήσουν τη λύση ή τη μη ανανέωση της σύμβασης.
4. Εάν η επιπλέον ενδιάμεση έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 3 δεν καταδεικνύει βελτίωση των επιδόσεων του υπαλλήλου, ο διευθυντής μπορεί να λάβει ένα από τα ακόλουθα μέτρα:
|
α) |
διατήρηση του υπαλλήλου στο ίδιο κλιμάκιο επί δώδεκα μήνες ακόμη· |
|
β) |
λύση της σύμβασης του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 7 σημείο 3. |
5. Το ύψος της οικονομικής επιβράβευσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και οι λοιποί εκτελεστικοί κανόνες του παρόντος άρθρου ορίζονται από το διευθυντή στην αρχή κάθε οικονομικού έτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙ
Πειθαρχικά μέτρα
Άρθρο 27
Πειθαρχικά μέτρα
1. Κάθε υπάλληλος ο οποίος, εσκεμμένα ή εξ αμελείας, παραβαίνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, είναι δυνατόν να υποστεί πειθαρχικές κυρώσεις.
2. Όταν ο διευθυντής λαμβάνει γνώση στοιχείων που αποδεικνύουν την παράβαση υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, μπορεί να κινεί διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράβασης αυτής.
3. Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα καθώς και οι κανόνες που εφαρμόζονται στις διοικητικές έρευνες καθορίζονται στο παράρτημα IX.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙΙΙ
Προσφυγές και επιτροπή προσφυγών
Άρθρο 28
Προσφυγές
1. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης δύναται να υποβάλει στο διευθυντή αίτηση με την οποία να τον καλεί να λάβει απόφαση περί αυτού για θέμα που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Ο διευθυντής κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο αιτιολογημένη απόφαση εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η αίτηση. Εάν στο τέλος της προθεσμίας αυτής δεν έχει δοθεί απάντηση στην αίτηση, θεωρείται ότι η αίτηση απορρίπτεται σιωπηρά, κατά δε της απορρίψεως μπορεί να υποβληθεί ένσταση κατά τα αναφερόμενα στις ακόλουθες παραγράφους.
2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης μπορεί να υποβάλει στο διευθυντή ένσταση κατά πράξεως που επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντά του, είτε ο διευθυντής έχει λάβει σχετική απόφαση είτε έχει παραλείψει να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Η ένσταση πρέπει να υποβάλλεται εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
|
α) |
από την ημερομηνία δημοσίευσης της πράξης εάν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα· |
|
β) |
από την ημερομηνία κοινοποίησης της αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, όχι όμως αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία αυτός έλαβε γνώση της αποφάσεως, εάν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα· εντούτοις, σε περίπτωση που η πράξη ατομικού χαρακτήρα θίγει επίσης τα συμφέροντα τρίτου, η εν λόγω προθεσμία για το πρόσωπο αυτό αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση της πράξεως, όχι όμως αργότερα από την ημερομηνία της δημοσίευσης· |
|
γ) |
από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον η ένσταση αφορά σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 1. |
3. Ο διευθυντής κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο αιτιολογημένη απόφαση εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η ένσταση. Εάν στο τέλος της προθεσμίας αυτής δεν έχει δοθεί απάντηση στην ένσταση, θεωρείται ότι η ένσταση απορρίπτεται σιωπηρά, κατά δε της απορρίψεως μπορεί να ασκηθεί προσφυγή σύμφωνα με την παράγραφο 5.
Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει την παρέμβαση του διαμεσολαβητή. Η παρέμβαση αυτή δεν είναι υποχρεωτική.
4. Ο διευθυντής διορίζει διαμεσολαβητή για τριετή ανανεώσιμη περίοδο.
Ο διαμεσολαβητής είναι αρμόδιος και ανεξάρτητος νομικός:
Ζητεί να του διαβιβασθεί κάθε στοιχείο που θεωρεί απαραίτητο για την εξέταση της υπόθεσης, τόσο από το διευθυντή όσο και από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.
Διατυπώνει το πόρισμά του εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε η υπόθεση.
Το πόρισμα αυτό δεν είναι δεσμευτικό για το διευθυντή ούτε για τον υπάλληλο.
Τα έξοδα της διαμεσολάβησης βαρύνουν το Κέντρο εάν ο διευθυντής απορρίψει το πόρισμα του διαμεσολαβητή. Εάν ο υπάλληλος δεν δεχθεί τους όρους αυτού του πορίσματος, βαρύνεται με το ήμισυ των εξόδων.
5. Αφού εξαντληθεί η πρώτη δυνατότητα προσφυγής (χαριστική), ο υπάλληλος είναι ελεύθερος να απευθύνει ιεραρχική προσφυγή στην επιτροπή προσφυγών του Κέντρου.
Η σύνθεση, η λειτουργία και οι ειδικές διαδικασίες αυτού του οργάνου ορίζονται στο παράρτημα Χ.
6. Οι αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών είναι δεσμευτικές και για τα δύο μέρη. Δεν επιδέχονται άλλη προσφυγή. Η επιτροπή προσφυγών δύναται:
|
α) |
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση ή να την επιβεβαιώσει· |
|
β) |
να καταδικάσει το Κέντρο παρεμπιπτόντως να επανορθώσει τις υλικές ζημίες που υπέστη ο υπάλληλος από την ημέρα κατά την οποία άρχισε να παράγει αποτελέσματα η ακυρωθείσα απόφαση· |
|
γ) |
να αποφασίσει, περαιτέρω, ότι το Κέντρο επιστρέφει, εντός ορίου που καθορίζει η επιτροπή προσφυγών, τα αιτιολογημένα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο προσφεύγων καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και διαμονής στα οποία υποβλήθηκαν οι μάρτυρες που κατέθεσαν. Τα έξοδα αυτά υπολογίζονται βάσει των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VII του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΧ
Συνταξιοδοτικά καθεστώτα
Άρθρο 29
Συνταξιοδοτικό καθεστώς
Οι κανόνες και προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στον κανονισμό περί συντάξεων του Κέντρου, σύμφωνα με τον κανονισμό περί συντάξεων των συντονισμένων οργανισμών, εφαρμόζονται στους υπαλλήλους του Κέντρου. Το νέο συνταξιοδοτικό καθεστώς (ΝΣΚ) του Κέντρου εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που ανέλαβαν καθήκοντα μετά τις 30 Ιουνίου 2005.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ
Απόσπαση των υπαλλήλων του Κέντρου
Άρθρο 30
Απόσπαση μελών του προσωπικού του Κέντρου
Ο αποσπασμένος υπάλληλος είναι υπάλληλος από τον οποίο, με απόφαση του διευθυντή, έχει ζητηθεί προς το συμφέρον της υπηρεσίας να υπηρετήσει προσωρινά σε θέση εκτός του Κέντρου.
Η απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:
|
α) |
η απόφαση σχετικά με την απόσπαση λαμβάνεται από το διευθυντή έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου· |
|
β) |
η διάρκεια της απόσπασης καθορίζεται από το διευθυντή· |
|
γ) |
στο τέλος κάθε εξαμήνου ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί να ζητήσει την ανάκληση της απόσπασης· |
|
δ) |
ο αποσπασμένος υπάλληλος δικαιούται να εισπράττει εξισωτική αμοιβή εφόσον οι συνολικές αποδοχές της θέσης στην οποία έχει αποσπασθεί είναι χαμηλότερες από εκείνες που αντιστοιχούν στο βαθμό και το κλιμάκιό του στο Κέντρο· δικαιούται εξάλλου επιστροφή όλων των πρόσθετων εξόδων που συνεπάγεται η απόσπασή του· |
|
ε) |
ο αποσπασμένος υπάλληλος εξακολουθεί να καταβάλλει συνταξιοδοτικές εισφορές με βάση το μισθό εν ενεργεία υπαλλήλου που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιό του στο Κέντρο· |
|
στ) |
ο αποσπασμένος υπάλληλος διατηρεί τη θέση του, τα δικαιώματα προβιβασμού του σε ανώτερο κλιμάκιο και την επιλεξιμότητά του για προαγωγή· |
|
ζ) |
κατά τη λήξη της απόσπασης ο υπάλληλος επανατοποθετείται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως ή στην πρώτη κενή θέση που αντιστοιχεί στο βαθμό του, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις απαιτήσεις για την εν λόγω θέση. |
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ
Διατάξεις που εφαρμόζονται στο τοπικό προσωπικό
Άρθρο 31
Καταστατικές διατάξεις
Το τοπικό προσωπικό αποτελείται από επικουρικούς εργαζομένους που προσλαμβάνονται κατά κανόνα για σύντομες περιόδους. Οι εργαζόμενοι αυτοί δεν έχουν την ιδιότητα του διεθνούς υπαλλήλου και υπόκεινται πλήρως στη νομοθεσία και τους κανονισμούς του κράτους υποδοχής στο οποίο εργάζονται. Ισχύουν τα ακόλουθα:
|
α) |
το τοπικό προσωπικό αποτελείται από εργαζομένους που δεν κατέχουν θέσεις περιλαμβανόμενες στον πίνακα θέσεων που επισυνάπτεται στον προϋπολογισμό του Κέντρου· |
|
β) |
με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος τίτλου, οι όροι απασχόλησης του τοπικού προσωπικού και ιδίως:
καθορίζονται από το Κέντρο σύμφωνα με τους τρέχοντες κανόνες και πρακτική στον τόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους. |
|
γ) |
Το τοπικό προσωπικό δεσμεύεται από τις διατάξεις του τίτλου Ι και τις ακόλουθες διατάξεις του τίτλου ΙΙ:
και οποιεσδήποτε σχετικές ρυθμίσεις. |
Άρθρο 32
Κοινωνική ασφάλιση
Όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, το Κέντρο είναι υπεύθυνο για το εργοδοτικό μερίδιο των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σύμφωνα με τις τρέχουσες ρυθμίσεις στον τόπο εκτέλεσης των καθηκόντων.
Άρθρο 33
Αποδοχές
1. Η αμοιβή του τοπικού προσωπικού καθορίζεται με σύμβαση· συνίσταται σε έναν καθαρό μηνιαίο μισθό, αποκλειομένου κάθε πρόσθετου επιδόματος ή αποζημιώσεως, οποιαδήποτε και εάν είναι η οικογενειακή ή κοινωνική κατάσταση του ενδιαφερομένου.
2. Το τοπικό προσωπικό δεν υπάγεται στο συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων και δεν γίνονται προς τούτο κρατήσεις από τους σχετικούς μισθούς.
3. Η αμοιβή του τοπικού προσωπικού προσαυξάνεται, στην αρχή του έτους, κατά το ίδιο ποσοστό που χορηγείται στους υπαλλήλους από το διοικητικό συμβούλιο.
ΤΙΤΛΟΣ IV
Εκπροσώπηση των εργαζομένων
Άρθρο 34
Εκπροσώπηση των εργαζομένων
1. Η επιτροπή προσωπικού εκπροσωπεί όλους τους εργαζομένους του Κέντρου, όπως ορίζεται στο άρθρο 1.
2. Η επιτροπή προσωπικού εκλέγεται από τους εργαζομένους του Κέντρου με μυστική ψηφοφορία ανά διετία.
3. Τα καθήκοντα της επιτροπής προσωπικού είναι:
|
α) |
η προάσπιση των επαγγελματικών συμφερόντων όλων των εργαζομένων του Κέντρου· |
|
β) |
η υποβολή προτάσεων με στόχο την καλύτερη διαβίωση όλων των εργαζομένων· |
|
γ) |
η διατύπωση προτάσεων για την προαγωγή των κοινωνικών, πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων των υπαλλήλων· |
|
δ) |
η εκπροσώπηση του συνόλου των εργαζομένων στις ενώσεις προσωπικού άλλων διεθνών οργανισμών. |
4. Οι οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου εγκρίνονται από το διευθυντή έπειτα από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού.
ΤΙΤΛΟΣ V
Μεταβατικές διατάξεις
Άρθρο 35
Μεταβατικές διατάξεις
1. Στους υπαλλήλους που είναι εν ενεργεία κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, εφόσον διαθέτουν τουλάχιστον τρία έτη συνεχούς υπηρεσίας στο Κέντρο, προσφέρεται σύμβαση αορίστου χρόνου κατά τη λήξη της τρέχουσας σύμβασής τους.
2. Στους υπαλλήλους με υπηρεσία κάτω των τριών ετών κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προσφέρεται σύμβαση αορίστου χρόνου κατά τη λήξη της δεύτερης σύμβασής τους.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΘΕΣΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
(κατά το άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Δικαίωμα αποζημίωσης για την απώλεια θέσης απασχόλησης
|
α) |
Αποζημίωση για απώλεια θέσης απασχόλησης είναι δυνατόν να καταβληθεί σε υπάλληλο του οποίου η σύμβαση λύεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημεία i) έως vi) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. |
|
β) |
Η αποζημίωση δεν οφείλεται εάν:
|
2. Καταβολή της αποζημίωσης
Οι υπάλληλοι δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το 100 % των καθαρών μηνιαίων αποδοχών τους επί τον αριθμό των ετών υπηρεσίας στο Κέντρο, με ανώτατο όριο τους είκοσι τέσσερις μήνες.
Ως καθαρές αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός προσαυξημένος με όλα τα επιδόματα και αποζημιώσεις που καταβάλλονται μηνιαίως.
Το ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να αντιστοιχεί σε αριθμό μηνών μεγαλύτερο της περιόδου που θα έπρεπε να συμπληρώσει ο υπάλληλος για να φθάσει το όριο ηλικίας που προβλέπεται στο άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ
(κατά το άρθρο 10 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Οι υπάλληλοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης λαμβάνουν μηνιαίως αποζημίωση αποδημίας. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής καθορίζεται ως εξής:
|
α) |
Υπάλληλοι που έχουν προσληφθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1996:
|
|
β) |
Υπάλληλοι που έχουν προσληφθεί από την 1η Ιανουαρίου 1996:
|
2. Η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το πρώτο κλιμάκιο του βαθμού πρόσληψης ή προαγωγής. Το ενδέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο έτος, τα ποσοστά του 14 % και 18 % μειώνονται κατά ένα εκατοστό ανά έτος σε 11 % και 15 % αντιστοίχως.
3. Το ύψος της αποζημίωσης αποδημίας δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από το βασικό μισθό που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του βαθμού Β 3, κλιμάκιο 1.
4. Οι υπάλληλοι με συντηρούμενα τέκνα οι οποίοι δικαιούνται αποζημίωση αποδημίας και δεν λαμβάνουν σχολικό επίδομα δικαιούνται επιπλέον αποζημίωση αποδημίας τέκνων όπως έχει θεσπισθεί από τους συντονισμένους οργανισμούς.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ
ΤΕΚΝΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
(κατά τα άρθρα 11 και 13 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Συντηρούμενα τέκνα
|
α) |
Ως συντηρούμενο τέκνο θεωρείται κάθε νόμιμο, φυσικό ή θετό, τέκνο του υπαλλήλου ή του/της συζύγου ή καταχωρισμένου(-ης) συντρόφου του, όταν ο υπάλληλος εξασφαλίζει πραγματικά τη συντήρηση και την εκπαίδευσή του και όταν το τέκνο αυτό κατοικεί μόνιμα στην οικογενειακή στέγη, στον τόπο εργασίας του υπαλλήλου ή στον τόπο όπου έχει την κατοικία του ο άλλος γονέας. |
|
β) |
Ανάπηρο τέκνο του υπαλλήλου ή του/της συζύγου ή καταχωρισμένου(-ης) συντρόφου του, ανεξάρτητα από την ηλικία του τέκνου θεωρείται ανεξάρτητο. |
|
γ) |
Δεν θεωρείται ως συντηρούμενο από τον υπάλληλο το τέκνο:
|
2. Άλλα συντηρούμενα πρόσωπα
|
α) |
Ένα πρόσωπο, εκτός των συντηρούμενων τέκνων που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, μπορεί να θεωρείται ως συντηρούμενο όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV
ΑΝΑΠΗΡΑ ΣΥΝΤΗΡΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
(κατά το άρθρο 11 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Θεωρείται ως ανάπηρο κάθε συντηρούμενο πρόσωπο που πάσχει από αναπηρία συνεπαγόμενη βαρείας μορφής και μόνιμη ανικανότητα, ιατρικώς πιστοποιημένη, η οποία απαιτεί είτε ειδική περίθαλψη είτε ειδική παρακολούθηση ή και ειδική εκπαίδευση ή κατάρτιση.
2. Η απόφαση για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού λαμβάνεται από το διευθυντή, ο οποίος ζητεί τη γνώμη ad hoc επιτροπής την οποία συγκροτεί για το σκοπό αυτό και στην οποία συμμετέχει τουλάχιστον ένας ιατρός.
Η απόφαση του διευθυντή ορίζει και τη διάρκεια για την οποία χορηγείται το επίδομα, εάν δεν υπάρξει αναθεώρηση.
3. Κριτήριο αξιολόγησης των αναπηριών που θεμελιώνουν δικαίωμα δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης συνιστά η βαρείας μορφής και χρόνια βλάβη των σωματικών ή διανοητικών δραστηριοτήτων.
Έτσι, μπορούν να θεωρηθούν ως ανάπηρα τα συντηρούμενα πρόσωπα που παρουσιάζουν:
|
α) |
βαρεία ή χρόνια βλάβη του κεντρικού ή περιφερειακού νευρικού συστήματος, ανεξαρτήτως αιτίων: εγκεφαλοπάθειες, μυοπάθειες και παραλυσίες περιφερειακού τύπου· |
|
β) |
βαρεία βλάβη του κινητικού μηχανισμού· |
|
γ) |
σοβαρή βλάβη ενός ή περισσοτέρων αισθητήριων οργάνων· |
|
δ) |
χρόνια και επιβαρυντική ψυχική ασθένεια. |
Ο ανωτέρω κατάλογος δεν θεωρείται περιοριστικός. Δίδεται ενδεικτικά και δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση αξιολόγησης του βαθμού αναπηρίας ή ανικανότητας.
Το επίδομα ισούται προς το ποσό του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου και προστίθεται σε αυτό.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
(κατά το άρθρο 11 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Το ποσό της αποζημίωσης κατοικίας είναι ίσο προς ποσοστό της διαφοράς μεταξύ του ποσού το οποίο ο υπάλληλος καταβάλλει πραγματικά ως ενοίκιο, αφαιρουμένων όλων των εξόδων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 6 στοιχείο α) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, και ενός κατ’ αποκοπή ποσού που αντιστοιχεί:
|
α) |
στο 15 % του καθαρού βασικού μισθού για τους υπαλλήλους των βαθμών C και Β μέχρι του Β 4 περιλαμβανομένου· |
|
β) |
στο 20 % του καθαρού βασικού μισθού για τους υπαλλήλους βαθμού Β 5 και Β 6, |
|
γ) |
στο 22 % του καθαρού βασικού μισθού για τους υπαλλήλους των βαθμών Α 1 και Α 2. |
2. Το ποσοστό αυτό είναι:
|
α) |
50 % για τους υπαλλήλους που είναι άγαμοι ή έγγαμοι χωρίς συντηρούμενα πρόσωπα, |
|
β) |
55 % για τους υπαλλήλους που έχουν ένα συντηρούμενο πρόσωπο, |
|
γ) |
60 % για τους υπαλλήλους που έχουν δύο ή περισσότερα συντηρούμενα πρόσωπα. |
3. Η αποζημίωση αυτή μπορεί να ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο:
|
α) |
στο 10 % του καθαρού βασικού μισθού του ενδιαφερομένου για τους υπαλλήλους των βαθμών C και Β μέχρι του Β 4 περιλαμβανομένου, |
|
β) |
στο 15 % του καθαρού βασικού μισθού για τους υπαλλήλους των βαθμών Β 5 και Β 6 και Α 1 και Α 2. |
Ως βασικός καθαρός μισθός εννοείται ο πραγματικός βασικός μισθός όπως εμφανίζεται στον ετήσιο πίνακα που εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο, εξαιρέσει κάθε άλλου στοιχείου, θετικού ή αρνητικού, που υπολογίζεται στις αποδοχές.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ
ΕΞΟΔΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΣ
(κατά τα άρθρα 16 και 17 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
Τμήμα Ι — Έξοδα ταξιδιού των υπαλλήλων και των οικογενειών τους μεταξύ του τόπου διαμονής τους και του τόπου εργασίας
1. Οι υπάλληλοι των οποίων ο τόπος διαμονής ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων από τον τόπο εργασίας τους δικαιούνται, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, επιστροφή των εξόδων ταξιδίου στα οποία πράγματι υποβάλλονται:
|
α) |
κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους, για τη μεταφορά τους από τον τόπο διαμονής στον τόπο εργασίας· |
|
β) |
κατά τη μετάθεσή τους από τον τόπο εργασίας όπου προσλήφθηκαν προς άλλο τόπο εργασίας που ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων· |
|
γ) |
κατά τη λήξη των καθηκόντων τους:
|
2. Η επιστροφή των εξόδων ταξιδίου που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, καθ’ ολοκληρίαν ή εν μέρει, δεν γίνεται δεκτή στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
Εάν το δικαίωμα δεν θεμελιώθηκε κατά τη στιγμή κατά την οποία ο υπάλληλος ανέλαβε καθήκοντα. |
|
β) |
Εάν κάποια κυβέρνηση ή άλλη αρχή έχει αναλάβει το σύνολο ή μέρος των εξόδων αυτών. |
|
γ) |
Σε περίπτωση λήξης των καθηκόντων, εάν το ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη λήξη των καθηκόντων ή εάν η αίτηση επιστροφής δεν υποβλήθηκε στη διοίκηση του Κέντρου εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία της μετακίνησης. |
|
δ) |
Σε περίπτωση λήξης των καθηκόντων, εάν ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε προτού συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα μηνών στο Κέντρο. |
3. Οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις των δύο ανωτέρω παραγράφων και οι οποίοι λαμβάνουν επίδομα αρχηγού οικογένειας δικαιούνται επιπλέον:
|
α) |
Επιστροφή των εξόδων ταξιδίου στα οποία πράγματι υποβλήθηκαν ο/η σύζυγος ή καταχωρισμένος(-η) σύντροφός τους και τα συντηρούμενα τέκνα τους, όταν τα πρόσωπα αυτά ήλθαν στον τόπο εργασίας του υπαλλήλου. |
|
β) |
Επιστροφή των εξόδων ταξιδίου στα οποία πράγματι υποβλήθηκαν ο/η σύζυγος ή καταχωρισμένος(-η) σύντροφός τους και τα συντηρούμενα τέκνα τους κατά τη λήξη των καθηκόντων τους, με την επιφύλαξη ότι η επιστροφή αυτή μπορεί να μη γίνει δεκτή εάν ο υπάλληλος παραιτήθηκε προτού συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα μηνών στο Κέντρο. |
4. Ο/η σύζυγος, καταχωρισμένος(-η) σύντροφος και τα συντηρούμενα τέκνα ή συντηρούμενα πρόσωπα όπως ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ εξομοιώνονται προς υπάλληλο του ίδιου βαθμού με τον ενδιαφερόμενο.
Τμημα ΙΙ — Έξοδα μετακόμισης
1. Οι υπάλληλοι των οποίων ο τόπος διαμονής βρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων από τον τόπο εργασίας τους δικαιούνται επιστροφή των εξόδων μετακόμισης της προσωπικής τους οικοσκευής στα οποία πράγματι υποβάλλονται, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
κατά την ανάληψη των καθηκόντων του· |
|
β) |
κατά τη μετάθεσή τους, για αόριστη διάρκεια άνω των δύο μηνών, από τον τόπο εργασίας όπου προσλήφθηκαν προς άλλο τόπο εργασίας που ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 100 χιλιομέτρων· |
|
γ) |
κατά τη λήξη των καθηκόντων τους, με την επιφύλαξη ότι η επιστροφή δεν γίνεται δεκτή εάν ο ενδιαφερόμενος παραιτήθηκε προτού συμπληρώσει υπηρεσία δώδεκα μηνών στο Κέντρο. |
2. Η επιστροφή των εξόδων μεταφοράς της προσωπικής οικοσκευής, περιλαμβανομένης της συσκευασίας και του κόστους ασφάλισης κατά συνήθων κινδύνων (διάρρηξης, κλοπής, πυρκαγιάς), γίνεται εντός των ακόλουθων ορίων:
Προκειμένου να επωφεληθούν από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, οι υπάλληλοι πρέπει να υποβάλλουν προς προηγούμενη έγκριση στον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού δύο τουλάχιστον προσφορές. Οι προσφορές πρέπει να αναφέρονται στο ίδιο βάρος (ή όγκο) και στην ίδια απόσταση.
Ο προϊστάμενος Διοίκησης και Προσωπικού μπορεί, εφόσον κρίνει υπερβολικές τις προσφορές, να ζητήσει προσφορές από διαφορετικές εταιρείες μετακόμισης.
3. Οι υπάλληλοι δεν μπορούν να διεκδικήσουν την επιστροφή εξόδων που προβλέπει το παρόν τμήμα εάν τα έξοδα αυτά καλύπτονται από κάποια κυβέρνηση ή άλλη αρχή.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ
ΕΞΟΔΑ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ
(κατά τα άρθρα 18 και 29 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
Οι υπάλληλοι που ταξιδεύουν για αποστολή του Κέντρου δικαιούνται επιστροφή των εξόδων κίνησης στο ακέραιο και παροχή ημερήσιας αποζημίωσης η οποία αντιστοιχεί στα έξοδα παραμονής εκτός τόπου εργασίας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18 του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
Τμήμα 1 — Μεταφορικά μέσα
1. Γενικοί κανόνες
Οι μετακινήσεις των υπαλλήλων κατά την αποστολή γίνονται με τα οικονομικότερα μεταφορικά μέσα, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπει το παρόν τμήμα.
Ως κοινά μεταφορικά μέσα θεωρούνται το αεροπλάνο και ο σιδηρόδρομος. Εν τούτοις, ο διευθυντής δύναται να επιστρέψει σε υπάλληλο που εκτελεί αποστολή να χρησιμοποιήσει προσωπικό ή υπηρεσιακό όχημα, ιδίως εάν ο υπάλληλος αυτός έχει ιατρική βεβαίωση ότι δεν μπορεί να ταξιδέψει με αεροπλάνο για λόγους υγείας, η δε σιδηροδρομική μετακίνηση δεν υπάρχει ή είναι υπερβολικά χρονοβόρα ή ακριβή.
Εάν ένας υπάλληλος που εκτελεί αποστολή προτιμά, αφού προηγουμένως λάβει τη δέουσα άδεια, να χρησιμοποιήσει άλλο μεταφορικό μέσο, εκτός των πλέον οικονομικών, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:
|
α) |
επιστρέφεται μόνο το αντίτιμο του ταξιδίου με το οικονομικότερο μέσον· |
|
β) |
λαμβάνει ημερήσια αποζημίωση μόνο για τη διάρκεια που θα είχε η αποστολή του εάν είχε χρησιμοποιήσει το οικονομικότερο μέσον· |
|
γ) |
εάν, λόγω αυτής του της επιλογής, το ταξίδι του διαρκεί περισσότερες εργάσιμες ημέρες, οι ημέρες αυτές αφαιρούνται από το υπόλοιπο της ετήσιας άδειάς του. |
2. Αεροπορικά ταξίδια
|
α) |
Εκτός ειδικής αδείας του διευθυντή, όλοι οι υπάλληλοι ταξιδεύουν στην οικονομική ή αντίστοιχη με αυτήν θέση. |
|
β) |
Οι υπάλληλοι δικαιούνται να ταξιδέψουν στη διακεκριμένη ή ισοδύναμη θέση όταν το ταξίδι τους περιλαμβάνει πτήση άνω των τεσσάρων ωρών ή έχει συνολική διάρκεια τουλάχιστον τεσσάρων ωρών και περιλαμβάνει δύο πτήσεις. |
3. Σιδηροδρομικά ταξίδια
|
α) |
Οι υπάλληλοι βαθμού Α και Β ταξιδεύουν στην πρώτη θέση. |
|
β) |
Εάν το ταξίδι περιλαμβάνει νυκτερινή διαδρομή διαρκείας τουλάχιστον έξι ωρών, οι υπάλληλοι δικαιούνται επιστροφή της επιβάρυνσης για κλινοθέσιο (κουκέτα) ή κλινάμαξα. |
4. Οδικά ταξίδια — χρήση ιδιωτικών οχημάτων
|
α) |
Μπορεί να επιτραπεί στους υπαλλήλους, προς το συμφέρον του Κέντρου, να χρησιμοποιήσουν ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στην περίπτωση αυτή, δικαιούνται χιλιομετρικής αποζημίωσης που υπολογίζεται βάσει της συντομότερης συνήθους διαδρομής. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται βάσει του συντελεστή που εφαρμόζεται στη χώρα στην οποία ευρίσκεται το Κέντρο, ανεξαρτήτως της χώρας ή των χωρών όπου πραγματοποιείται η αποστολή. Οι ισχύοντες συντελεστές υποδεικνύονται με διοικητική οδηγία. Το συνολικό ποσό της αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει το Κέντρο σε άλλη περίπτωση. |
|
β) |
Εάν στον εν λόγω υπάλληλο επιτραπεί να μεταφέρει και άλλους υπαλλήλους του Κέντρου, του χορηγείται πρόσθετη χιλιομετρική αποζημίωση ίση προς το 10 % της χιλιομετρικής αποζημίωσης για κάθε επιβάτη. Στην περίπτωση αυτή οι «επιβάτες» δεν δικαιούνται επιστροφή εξόδων ταξιδίου εάν η διαδρομή συνεπάγεται ειδικά έξοδα (διόδια, μεταφορά του αυτοκινήτου με πορθμείο ή οχηματαγωγό), αυτά επιστρέφονται βάσει αποδείξεων, εξαιρουμένων των εξόδων αεροπορικής μεταφοράς. |
|
γ) |
Οι υπάλληλοι που χρησιμοποιούν το προσωπικό τους αυτοκίνητο πρέπει προηγουμένως να αποδείξουν ότι είναι εφοδιασμένοι με ασφαλιστήριο συμβόλαιο που καλύπτει την αστική ευθύνη έναντι τρίτων και ειδικότερα για τους μεταφερόμενους επιβάτες. |
|
δ) |
Σε περίπτωση δυστυχήματος, το Κέντρο δεν επιστρέφει έξοδα για οποιεσδήποτε υλικές ζημίες. |
Τμήμα ΙΙ — Ημερήσια αποζημίωση των υπαλλήλων κατά την αποστολή
1. Οι υπάλληλοι σε αποστολή δικαιούνται ημερήσια αποζημίωση της οποίας το ύψος καθορίζεται κατ’ έτος από το διοικητικό συμβούλιο.
Εντούτοις, ο διευθυντής μπορεί να επιτρέψει:
|
α) |
τον καθορισμό ειδικών συντελεστών για τις χώρες στις οποίες το κόστος ζωής είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο από τα συνήθη· |
|
β) |
την καταβολή ημερήσιας αποζημίωσης υψηλότερης από εκείνη την οποία θα έπρεπε να λάβει κανονικά ο υπάλληλος, εάν αυτό διευκολύνει την εκτέλεση της αποστολής· |
|
γ) |
την καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση άδειας ασθενείας που χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια της αποστολής, εκτός εάν η αποστολή πραγματοποιείται στον τόπο της οικογενειακής κατοικίας του υπαλλήλου. |
2. Η ημερήσια αποζημίωση υπολογίζεται ως εξής:
|
α) |
Όταν η αποστολή περιλαμβάνει διαμονή σε ξενοδοχείο, ο υπάλληλος λαμβάνει ολόκληρη την ημερήσια αποζημίωση. |
|
β) |
Όταν η αποστολή δεν περιλαμβάνει διαμονή σε ξενοδοχείο:
|
|
γ) |
Τα επίσημα ταξίδια στην επαρχία της Μαδρίτης δεν παρέχουν δικαίωμα για ημερήσια αποζημίωση. Οι δεόντως εγκεκριμένες ήσσονες δαπάνες (έξοδα στάθμευσης, καύσιμα, ταξί, εισιτήρια δημόσιων μεταφορικών μέσων κ.λπ.) επιστρέφονται βάσει αποδείξεων. |
|
δ) |
Για τον υπολογισμό της ημερήσιας αποζημίωσης, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο χρόνος μετάβασης στο σταθμό ή το αεροδρόμιο ή από αυτά, η πραγματική διάρκεια του ταξιδιού προσαυξάνεται κατά πλασματικό χρονικό διάστημα. Το εν λόγω χρονικό διάστημα υπολογίζεται ως εξής:
|
|
ε) |
Οι υπάλληλοι οι οποίοι επιθυμούν να προσθέσουν ένα σαββατοκύριακο ή άδεια αμέσως πριν από αποστολή λαμβάνουν αποζημίωση αποστολής που υπολογίζεται από την ημέρα που προηγείται της έναρξης της αποστολής (ώρα 15:00). |
|
στ) |
Οι υπάλληλοι οι οποίοι επιθυμούν να προσθέσουν ένα σαββατοκύριακο ή άδεια αμέσως μετά από αποστολή λαμβάνουν αποζημίωση αποστολής που υπολογίζεται από την ημέρα λήξης της αποστολής (ώρα 15:00). |
|
ζ) |
Σε περίπτωση διανυκτέρευσης η αποζημίωση μειώνεται κατά 30 % εάν αυτή περιλαμβάνεται στα έξοδα ταξιδιού (νυκτερινό οχηματαγωγό, κλινοθέσιο ή κλινάμαξα, σιδηροδρομικώς ή αεροπορικώς) και κατά 50 % εφόσον παρέχεται από εξωτερικό φορέα. |
3. Η ημερήσια αποζημίωση θεωρείται ότι καλύπτει όλα τα έξοδα στα οποία ενδέχεται να υποβληθεί ο υπάλληλος σε αποστολή, με την επιφύλαξη των κατωτέρω αναφερόμενων εξόδων, για τα οποία μπορεί να δοθεί συμπληρωματική επιστροφή:
|
α) |
ποσά που καταβλήθηκαν για θεωρήσεις και άλλα παρόμοια έξοδα λόγω της αποστολής· |
|
β) |
αντίτιμο της μεταφοράς υπέρβαρων αποσκευών, κατόπιν ρητής αδείας του διευθυντή· |
|
γ) |
δεόντως αιτιολογημένα έξοδα επικοινωνίας (έξοδα σχετικά με το διαδίκτυο, ταχυδρομικά, τηλεγραφικά και υπεραστικά ή διεθνή τηλεφωνικά έξοδα κ.λπ.) για υπηρεσιακούς λόγους· |
|
δ) |
έξοδα παραστάσεως στα οποία υποβλήθηκε ο υπάλληλος, υπό προϋποθέσεις τις οποίες καθορίζει ο διευθυντής· |
|
ε) |
έξοδα για μετακίνηση με ταξί, εφόσον ο διευθυντής το έχει επιτρέψει εκ των προτέρων και κατόπιν υποβολής αποδείξεων. |
Όταν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έξοδα καταλύματος υπερβαίνουν το 60 % του ποσού της ημερήσιας αποζημίωσης, το Κέντρο μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή της διαφοράς, στο ακέραιο ή εν μέρει, κατόπιν υποβολής αποδείξεων και εφόσον διαπιστώνεται ότι τα πρόσθετα αυτά έξοδα ήταν αναπόφευκτα. Το επιστρεφόμενο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30 % της ημερήσιας αποζημίωσης.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙΙ
ΑΔΕΙΑ ΛΟΓΩ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ, ΑΔΕΙΑ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ, ΓΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ
(κατά το άρθρο 22 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Απουσίες και άδειες λόγω ασθενείας
|
α) |
Ο υπάλληλος που απουσιάζει επί τρεις συνεχείς ημέρες λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, οφείλει να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό εντός τριών ημερών από τη στιγμή που σταμάτησε να εργάζεται. |
|
β) |
Οι απουσίες λόγω ασθενείας ή ατυχήματος που διαρκούν τρεις ημέρες ή λιγότερο, για τις οποίες δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό, ενδέχεται, εάν υπερβούν τις εννέα εργάσιμες ημέρες κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους, να επιφέρουν αντίστοιχη μείωση της διάρκειας της ετήσιας άδειας ή, εάν ο υπάλληλος έχει εξαντλήσει τα δικαιώματα ετήσιας άδειας, αντίστοιχη κράτηση από τις αποδοχές του. |
|
γ) |
Ο υπάλληλος που απουσιάζει λόγω ασθενείας ή ατυχήματος δικαιούται αναρρωτική άδεια και το σύνολο του μισθού και των επιδομάτων του, για χρονικό διάστημα το πολύ δεκατριών συναπτών εβδομάδων, προσκομίζοντας ιατρικό πιστοποιητικό. |
|
δ) |
Μπορεί να ζητηθεί από τον υπάλληλο να υποστεί ιατρική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4 σε περίπτωση συνεχούς απουσίας διαρκείας άνω των δεκατριών συναπτών εβδομάδων λόγω ασθενείας ή ατυχήματος ή σε περίπτωση συχνών απουσιών μικρής διάρκειας λόγω ασθενείας. |
|
ε) |
Ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια άδειας ασθενείας υπαλλήλου, το Κέντρο μπορεί να ζητήσει ιατρικό έλεγχο από ανεξάρτητο φορέα. |
2. Μεταδοτικές ασθένειες, εμβολιασμός και ατυχήματα
|
α) |
Κάθε υπάλληλος που προσβάλλεται από μεταδοτική ασθένεια οφείλει να απουσιάσει από το χώρο εργασίας του και να ενημερώσει πάραυτα τον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού. Ο υπάλληλος, όταν στην οικογένεια ή το στενό του περιβάλλον έχει εκδηλωθεί μεταδοτική ασθένεια, οφείλει να ειδοποιήσει αμέσως σχετικά τον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού και να υποβληθεί στις υγειονομικές προφυλάξεις που αυτός θα ορίσει. Κάθε υπάλληλος που έρχεται σε επαφή με πρόσωπο προσβεβλημένο από μεταδοτική ασθένεια και πρέπει ως εκ τούτου να απουσιάσει από την εργασία του, δικαιούται το σύνολο των αποδοχών του· η απουσία αυτή δεν μειώνει ούτε τα δικαιώματα αναρρωτικής αδείας για τον ίδιο ούτε την ετήσια άδειά του. |
|
β) |
Οι υπάλληλοι πρέπει να υποβάλλονται στα προληπτικά εμβόλια που κρίνονται αναγκαία. |
|
γ) |
Κάθε ατύχημα του οποίου ενδεχομένως υπήρξε θύμα ο υπάλληλος, είτε στο χώρο εργασίας του είτε εκτός αυτού, όσο αμελητέο και εάν φαίνεται εκείνη τη στιγμή, πρέπει να αναφέρεται από τον ενδιαφερόμενο το συντομότερο δυνατόν στον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού, μαζί με τα ονόματα και τις διευθύνσεις τυχόν μαρτύρων. |
3. Ειδική άδεια, άδεια για γάμο, άδεια μητρότητας, άδεια πατρότητας και ειδική άδεια μετ’ αποδοχών
|
α) |
Ο διευθυντής του Κέντρου δύναται, για προσωπικούς έκτακτους ή επείγοντες λόγους, να χορηγήσει ειδικές άδειες με πλήρεις αποδοχές ή μέρος τους, οι οποίες δεν υπερβαίνουν τις οκτώ εργάσιμες ημέρες. |
|
β) |
Σε περίπτωση γάμου του υπαλλήλου χορηγείται ειδική άδεια έξι εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές. |
|
γ) |
Στους υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές, η οποία δεν καταλογίζεται ως αναρρωτική ούτε ως ετήσια άδεια, μετά την προσκόμιση του κατάλληλου ιατρικού πιστοποιητικού. Η άδεια μητρότητας διαρκεί δεκαέξι εβδομάδες. |
|
δ) |
Η άδεια αυτή αρχίζει το νωρίτερο έξι εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και λήγει το νωρίτερο δέκα εβδομάδες και το αργότερο δεκαέξι εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού. Σε περίπτωση πολλαπλού ή πρόωρου τοκετού ή σε περίπτωση γέννησης παιδιού με αναπηρία, η άδεια διαρκεί είκοσι εβδομάδες. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πρόωρος τοκετός είναι ο τοκετός που λαμβάνει χώρα πριν από το τέλος της τριακοστής τέταρτης εβδομάδας κύησης. |
|
ε) |
Στις γυναίκες υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές, η οποία δεν καταλογίζεται ως αναρρωτική ούτε ως ετήσια άδεια, κατά τη νόμιμη υιοθεσία παιδιού κάτω των δεκαοκτώ ετών. Η άδεια μητρότητας διαρκεί δεκαέξι εβδομάδες και αρχίζει από την ημερομηνία άφιξης του παιδιού στη νέα του κατοικία. Σε περίπτωση πολλαπλών υιοθεσιών ή υιοθεσίας ανάπηρου παιδιού, η άδεια μητρότητας διαρκεί είκοσι εβδομάδες. |
|
στ) |
Στους άνδρες υπαλλήλους χορηγείται άδεια δέκα εργάσιμων ημερών με πλήρεις αποδοχές κατά τη γέννηση τέκνου ή την υιοθεσία παιδιού που αναγνωρίζεται ως συντηρούμενο (κατά το άρθρο 11 σημείο 3) και, στην περίπτωση υιοθεσίας, είναι ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών. Η άδεια αυτή αυξάνεται σε δώδεκα εργάσιμες ημέρες σε περίπτωση πολλαπλής γέννησης ή γέννησης ανάπηρου τέκνου. Η άδεια αρχίζει από την ημερομηνία γέννησης του τέκνου ή άφιξης του παιδιού στη νέα του κατοικία, αλλά μπορεί να ανασταλεί σε περίπτωση νοσοκομειακής περίθαλψης του παιδιού. |
|
ζ) |
Ο υπάλληλος δικαιούται, για κάθε παιδί, γονική άδεια ανώτατης διάρκειας δύο μηνών, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, την οποία πρέπει να λαμβάνει εντός δώδεκα μηνών από τη γέννηση ή την υιοθεσία του παιδιού. Η ελάχιστη διάρκεια της άδειας που λαμβάνεται κάθε φορά δεν είναι μικρότερη από ένα μήνα. Κατά τη διάρκεια της γονικής άδειάς του ο υπάλληλος εξακολουθεί να συμμετέχει στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης· εξακολουθεί επίσης να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και διατηρεί το δικαίωμα του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου καθώς και του σχολικού επιδόματος. Επίσης, διατηρεί τη θέση του, το δικαίωμα προβιβασμού σε ανώτερο κλιμάκιο και τη δυνατότητα βαθμολογικής εξέλιξής του. Κατά τη διάρκεια της γονικής άδειάς του ο υπάλληλος δικαιούται μηνιαίο επίδομα 800 ευρώ, αλλά δεν δύναται να ασκεί άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα. Το όργανο καταβάλλει ολόκληρη την εισφορά στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης. |
|
η) |
Οι υπάλληλοι που καλούνται στα όπλα για ορισμένη περίοδο στρατιωτικής άσκησης, δικαιούνται ειδική άδεια μετ’ αποδοχών ανώτατης διάρκειας δύο εβδομάδων κατ’ έτος ή τεσσάρων εβδομάδων κάθε δύο έτη. Οι περίοδοι άσκησης που υπερβαίνουν αυτά τα όρια υπολογίζονται ως ετήσια άδεια του υπαλλήλου. Εάν υπάλληλος λάβει χρηματική αμοιβή από την εθνική αρχή για την οποία εκτελεί την υπηρεσία, το ποσό αυτής της αμοιβής αφαιρείται από το μισθό του. |
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΧ
ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
(κατά τα άρθρα 2, 27 και 31 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
ΤΜΗΜΑ 1
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 1
1. Όταν εσωτερική έρευνα αποκαλύπτει το ενδεχόμενο προσωπικής εμπλοκής υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ενός οργάνου, ο υπάλληλος αυτός ενημερώνεται ταχέως, εφόσον αυτό δεν βλάπτει την έρευνα. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούν να συντάσσονται πορίσματα αναφερόμενα ονομαστικά σε υπάλληλο κατά την περάτωση της έρευνας, χωρίς να έχει δοθεί η δυνατότητα στον εν λόγω υπάλληλο να διατυπώσει παρατηρήσεις για τα γεγονότα που τον αφορούν. Τα πορίσματα περιέχουν μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων.
2. Στις περιπτώσεις που απαιτούν την απόλυτη τήρηση του απορρήτου για τους σκοπούς της έρευνας και συνεπάγονται προσφυγή σε ανακριτικές διαδικασίες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα εθνικής δικαστικής αρχής, η εκτέλεση της υποχρέωσης να καλείται ο υπάλληλος να διατυπώσει παρατηρήσεις μπορεί να αναβληθεί, σε συμφωνία με το διευθυντή. Στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να κινείται η πειθαρχική διαδικασία πριν να δοθεί στον υπάλληλο η δυνατότητα να διατυπώσει παρατηρήσεις.
3. Εάν, κατόπιν εσωτερικής έρευνας, δεν μπορεί να στηριχθεί κατηγορία κατά υπαλλήλου εις βάρος του οποίου προβλήθηκαν ισχυρισμοί, η έρευνα που τον αφορά περατώνεται χωρίς να αναληφθεί περαιτέρω δράση με απόφαση του διευθυντή, ο οποίος ενημερώνει τον υπάλληλο γραπτώς. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.
4. Ο διευθυντής ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο κατά το πέρας της έρευνας και του γνωστοποιεί τα πορίσματα της αναφοράς που συντάχθηκε για την έρευνα.
Άρθρο 2
1. Με βάση την αναφορά που συντάχθηκε για την έρευνα, αφού κοινοποιηθούν στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο όλα τα στοιχεία του φακέλου και έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, ο διευθυντής μπορεί:
|
α) |
να αποφασίζει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατηγορία κατά του υπαλλήλου, οπότε ο τελευταίος ενημερώνεται σχετικά γραπτώς· ή |
|
β) |
να αποφασίζει ότι, ακόμη και εάν υπάρχει ή φαίνεται να υπάρχει παράβαση συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, δεν πρέπει να ληφθούν πειθαρχικά μέτρα και, ενδεχομένως, να απευθύνει στον υπάλληλο προειδοποίηση· ή |
|
γ) |
σε περίπτωση παράβασης συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις, κατά την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης:
|
Άρθρο 3
Εάν ο υπάλληλος δεν μπορεί να ακουσθεί για αντικειμενικούς λόγους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος, μπορεί να ζητήσει να διατυπώσει παρατηρήσεις γραπτώς ή μπορεί να εκπροσωπηθεί από πρόσωπο της επιλογής του.
ΤΜΗΜΑ 2
Πειθαρχικό συμβούλιο
Άρθρο 4
1. Συνιστάται πειθαρχικό συμβούλιο, συγκροτούμενο από μέλη που επιλέγονται μεταξύ των μελών του προσωπικού του Κέντρου ή ευρωπαϊκού οργάνου.
2. Το πειθαρχικό συμβούλιο απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και δύο τακτικά μέλη, που μπορούν να αντικατασταθούν από αναπληρωτές.
Άρθρο 5
1. Ο διευθυντής και η επιτροπή προσωπικού που αναφέρονται στο άρθρο 34 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης διορίζουν ταυτόχρονα από ένα μέλος και ένα αναπληρωματικό μέλος. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η επιτροπή προσωπικού δεν έχει διορίσει μέλος και αναπληρωματικό μέλος, ο διευθυντής μπορεί να διορίσει προσωρινά μέλη προς αντικατάστασή τους έως ότου διορισθούν τα μέλη αυτά.
2. Ο πρόεδρος και ο αναπληρωτής του διορίζονται από το διευθυντή.
3. Ο πρόεδρος, τα μέλη και οι αναπληρωτές διορίζονται για περίοδο τριών ετών. Εντούτοις, το Κέντρο μπορεί να προβλέπει, για τα μέλη και τους αναπληρωτές τους, μικρότερη διάρκεια θητείας, τουλάχιστον όμως ενός έτους.
4. Εντός πέντε ημερών από τη συγκρότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του. Ο διευθυντής δικαιούται επίσης να ζητήσει την εξαίρεση ενός από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Εντός της ίδιας προθεσμίας τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου μπορούν να προβάλλουν νόμιμους λόγους αυτοεξαίρεσής τους και απέχουν υποχρεωτικά εάν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.
Άρθρο 6
1. Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου απολαύουν απόλυτης ανεξαρτησίας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.
2. Οι διασκέψεις και οι εργασίες του πειθαρχικού συμβουλίου είναι απόρρητες.
ΤΜΗΜΑ 3
Πειθαρχικά μέτρα
Άρθρο 7
1. Ο διευθυντής μπορεί να επιβάλει μια από τις ακόλουθες κυρώσεις:
|
α) |
έγγραφη προειδοποίηση· |
|
β) |
επίπληξη· |
|
γ) |
αναστολή του προβιβασμού σε ανώτερο κλιμάκιο για διάστημα μεταξύ ενός και είκοσι τριών μηνών· |
|
δ) |
τοποθέτηση σε κατώτερο κλιμάκιο· |
|
ε) |
προσωρινό υποβιβασμό για περίοδο μεταξύ δεκαπέντε ημερών και ενός έτους· |
|
στ) |
υποβιβασμό· |
|
ζ) |
ανάκληση, που συνεπάγεται λύση της σύμβασης, ενδεχομένως με πλήρη ή μερική κατάργηση της αποζημίωσης λόγω απώλειας θέσης απασχόλησης. |
2. Στην περίπτωση υπαλλήλου που λαμβάνει σύνταξη αρχαιότητας ή επίδομα αναπηρίας, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίζει, για ορισμένο χρονικό διάστημα, παρακράτηση από το ποσό της σύνταξής του ή από το επίδομα αναπηρίας· οι συνέπειες του μέτρου αυτού δεν θίγουν τους έλκοντες δικαιώματα από τον υπάλληλο. Το εισόδημα του υπαλλήλου δεν μπορεί εντούτοις να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό υπαλλήλου του βαθμού C 1, κλιμάκιο 1, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα καταβλητέα οικογενειακά επιδόματα.
3. Για το ίδιο παράπτωμα μπορεί να επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική κύρωση.
Άρθρο 8
Η αυστηρότητα της επιβαλλόμενης πειθαρχικής κύρωσης πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα του παραπτώματος. Για τον καθορισμό της βαρύτητας του παραπτώματος και τη λήψη απόφασης για την πειθαρχική κύρωση που πρέπει να επιβληθεί, λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα εξής:
|
α) |
η φύση του παραπτώματος και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχει διαπραχθεί· |
|
β) |
ο βαθμός στον οποίο το παράπτωμα επηρέασε αρνητικά την ακεραιότητα, τη φήμη ή τα συμφέροντα του Κέντρου· |
|
γ) |
ο βαθμός πρόθεσης ή αμέλειας στο παράπτωμα· |
|
δ) |
τα κίνητρα που οδήγησαν τον υπάλληλο να διαπράξει το παράπτωμα· |
|
ε) |
ο βαθμός και η αρχαιότητα του υπαλλήλου· |
|
στ) |
ο βαθμός προσωπικής ευθύνης του υπαλλήλου· |
|
ζ) |
το επίπεδο των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου· |
|
η) |
το στοιχείο της υποτροπής στην πράξη ή την επιλήψιμη συμπεριφορά· |
|
θ) |
η συμπεριφορά του υπαλλήλου σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του. |
ΤΜΗΜΑ 4
Πειθαρχική διαδικασία εκτός πειθαρχικού συμβουλίου
Άρθρο 9
Ο διευθυντής μπορεί να αποφασίζει να επιβάλει την ποινή της έγγραφης προειδοποίησης ή της επίπληξης χωρίς να συμβουλευθεί το πειθαρχικό συμβούλιο. Στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ακούγεται πριν αναλάβει δράση ο διευθυντής.
ΤΜΗΜΑ 5
Πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου
Άρθρο 10
1. Ο διευθυντής υποβάλει αναφορά στο πειθαρχικό συμβούλιο, στην οποία πρέπει να σημειώνονται με σαφήνεια τα προσαπτόμενα και, εφόσον συντρέχει λόγος, οι περιστάσεις υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί, περιλαμβανομένων όλων των επιβαρυντικών ή ελαφρυντικών περιστάσεων.
2. Η αναφορά διαβιβάζεται στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο και στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο οποίος τη γνωστοποιεί στα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.
Άρθρο 11
1. Από την παραλαβή της αναφοράς αυτής ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να λάβει πλήρη γνώση του ατομικού του φακέλου καθώς και να λαμβάνει αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων των ελαφρυντικών.
2. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος διαθέτει προθεσμία δεκαπέντε ημερών τουλάχιστον από την ημερομηνία παραλαβής της αναφοράς με την οποία κινείται η πειθαρχική διαδικασία, ώστε να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
3. Ο υπάλληλος δύναται να ζητεί τη συνδρομή προσώπου της επιλογής του.
Άρθρο 12
Εάν, παρουσία του προέδρου του πειθαρχικού συμβουλίου, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αναγνωρίσει ότι υπάρχει παράπτωμα εκ μέρους του και αποδεχθεί άνευ επιφυλάξεων την αναφορά που αναφέρεται στο άρθρο 10 του παρόντος παραρτήματος, ο διευθυντής μπορεί να αποσύρει την υπόθεση από το πειθαρχικό συμβούλιο, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ της φύσεως του παραπτώματος και της προβλεπόμενης κύρωσης. Όταν η υπόθεση αποσύρεται από το πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρος διατυπώνει γνώμη σχετικά με την προβλεπόμενη κύρωση. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, ο διευθυντής μπορεί να επιβάλει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 9 του παρόντος παραρτήματος, μία από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως και δ) του παρόντος παραρτήματος.
Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ενημερώνεται πριν αναγνωρίσει το παράπτωμά του για τις πιθανές συνέπειες της αναγνώρισης αυτής.
Άρθρο 13
Πριν από την πρώτη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου ο πρόεδρος αναθέτει σε ένα από τα μέλη του να εκπονήσει αναφορά για το σύνολο της υπόθεσης και ενημερώνει σχετικά τα λοιπά μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.
Άρθρο 14
1. Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος ακούγεται από το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την ακρόαση μπορεί να αναπτύξει έγγραφες ή προφορικές παρατηρήσεις, αυτοπροσώπως ή μέσω αντιπροσώπου. Μπορεί να καλεί μάρτυρες.
2. Το κέντρο εκπροσωπείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου από υπάλληλο ειδικά εξουσιοδοτημένο από το διευθυντή.
Άρθρο 15
Το πειθαρχικό συμβούλιο, αφού εξετάσει τα έγγραφα που προσκομίζονται ενώπιόν του και λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες, γραπτές ή προφορικές, δηλώσεις, εκδίδει, κατά πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη ως προς την πραγματική τέλεση των προσαπτόμενων πράξεων και ως προς τις κυρώσεις που κρίνει ότι πρέπει να επισύρουν οι πράξεις αυτές για τον υπάλληλο. Την εν λόγω γνώμη υπογράφουν όλα τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου. Το πειθαρχικό συμβούλιο διαβιβάζει τη γνώμη στο διευθυντή και στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήψης της αναφοράς του διευθυντή, εφόσον η προθεσμία αυτή αρκεί σε σχέση με την πολυπλοκότητα του φακέλου.
Άρθρο 16
1. Τα έξοδα που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας με πρωτοβουλία του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, ιδίως οι αμοιβές που καταβάλλονται σε πρόσωπο που έχει επιλέξει για να τον βοηθήσει ή για την υπεράσπισή του, βαρύνουν τον υπάλληλο στην περίπτωση που η πειθαρχική διαδικασία καταλήξει στην επιβολή μιας από τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 του παρόντος παραρτήματος.
2. Εντούτοις, ο διευθυντής μπορεί να αποφασίζει άλλως σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η επιβάρυνση αυτή θα ήταν ανεπιεικής για τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.
Άρθρο 17
1. Έπειτα από ακρόαση του υπαλλήλου, ο διευθυντής λαμβάνει απόφαση κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 8 και 9 του παρόντος παραρτήματος, εντός δύο μηνών από τη λήψη της γνώμης του πειθαρχικού συμβουλίου. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται.
2. Εάν ο διευθυντής αποφασίσει να περατώσει την υπόθεση χωρίς να επιβάλλει πειθαρχική κύρωση, ενημερώνει αμελλητί τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο γραπτώς. Ο υπάλληλος μπορεί να ζητήσει να συμπεριληφθεί η απόφαση αυτή στον ατομικό του φάκελο.
ΤΜΗΜΑ 6
Αναστολή της άσκησης καθηκόντων
Άρθρο 18
1. Σε περίπτωση βαρέος παραπτώματος που αποδίδεται στον υπάλληλο από το διευθυντή, είτε πρόκειται για παράβαση των επαγγελματικών υποχρεώσεών του είτε για παράβαση δικαίου, ο διευθυντής μπορεί αμέσως να προβαίνει στην αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου που κατηγορείται για το παράπτωμα αυτό για ορισμένο ή αόριστο διάστημα.
2. Ο διευθυντής λαμβάνει την απόφαση αυτή έπειτα από ακρόαση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, πλην εξαιρετικών περιστάσεων.
Άρθρο 19
1. Η απόφαση με την οποία απαγγέλλεται η αναστολή ασκήσεως των καθηκόντων του υπαλλήλου καθορίζει εάν, κατά την περίοδο της αναστολής, ο υπάλληλος διατηρεί στο ακέραιο τις αποδοχές του ή εάν στις αποδοχές του επιβάλλεται παρακράτηση. Το ποσό που καταβάλλεται στον υπάλληλο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό υπαλλήλου του βαθμού C 1, κλιμάκιο 1, προσαυξημένο ενδεχομένως με τα καταβλητέα οικογενειακά επιδόματα.
2. Η κατάσταση του υπαλλήλου του οποίου έχει ανασταλεί η άσκηση των καθηκόντων πρέπει να ρυθμίζεται οριστικά εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η αναστολή των καθηκόντων του παράγει αποτελέσματα. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός έξι μηνών, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται να λάβει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.
3. Η παρακράτηση μπορεί να διατηρείται και πέραν των έξι μηνών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εάν ο υπάλληλος διώκεται ποινικά για τις ίδιες πράξεις και ευρίσκεται κρατούμενος για λόγους σχετικούς με τις διώξεις αυτές. Στις περιπτώσεις αυτές, ο υπάλληλος λαμβάνει εκ νέου στο ακέραιο τις αποδοχές του μόνο αφού το αρμόδιο δικαστήριο απαγγείλει την άρση της κράτησής του.
4. Τα παρακρατηθέντα, βάσει της παραγράφου 1, ποσά καταβάλλονται στον υπάλληλο εάν η οριστική απόφαση δεν του επέβαλε αυστηρότερη πειθαρχική κύρωση από έγγραφη προειδοποίηση, επίπληξη ή αναστολή του προβιβασμού σε ανώτερο κλιμάκιο ή εάν δεν του επιβλήθηκε πειθαρχική κύρωση· στην τελευταία αυτή περίπτωση η πληρωμή γίνεται εντόκως με συντελεστή 3,5 % ετησίως.
ΤΜΗΜΑ 7
Παράλληλη ποινική δίωξη
Άρθρο 20
Εάν ο υπάλληλος διώκεται ποινικώς για τις ίδιες πράξεις, η οριστική απόφαση λαμβάνεται μόνον αφού η απόφαση που εκδόθηκε από το δικαστήριο καταστεί αμετάκλητη.
ΤΜΗΜΑ 8
Τελικές διατάξεις
Άρθρο 21
Ο υπάλληλος στον οποίο έχει επιβληθεί πειθαρχική κύρωση άλλη πλην της παύσεως μπορεί, μετά την πάροδο τριών ετών, εάν πρόκειται για έγγραφη προειδοποίηση ή για επίπληξη, ή μετά την πάροδο έξι ετών, εάν πρόκειται για άλλες κυρώσεις, να υποβάλει αίτηση με σκοπό να απαλειφθεί κάθε μνεία του εν λόγω μέτρου από τον ατομικό του φάκελο. Ο διευθυντής αποφασίζει εάν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή.
Άρθρο 22
Σε περίπτωση νέων πραγματικών στοιχείων στηριζόμενων από σχετικές αποδείξεις, μπορεί να κινείται και πάλι η πειθαρχική διαδικασία από το διευθυντή, με δική της πρωτοβουλία ή με αίτηση του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου.
Άρθρο 23
Εάν δεν γίνει δεκτή κατηγορία κατά του υπαλλήλου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 του παρόντος παραρτήματος, ο υπάλληλος έχει δικαίωμα, με αίτησή του, στην ανόρθωση της ζημίας που υπέστη μέσω κατάλληλης δημοσιότητας της αποφάσεως του διευθυντή.
Άρθρο 24
Το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των παρουσών διαδικασιών.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Χ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
(κατά το άρθρο 28 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης)
1. Δικαιοδοσία
Η επιτροπή προσφυγών είναι αρμόδια για την επίλυση των διαφορών που ενδέχεται να προκύψουν λόγω παραβάσεως του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή των συμβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Προς τούτο, λαμβάνει γνώση των προσφυγών κατά αποφάσεων του διευθυντή τις οποίες υποβάλλουν υπάλληλοι ή πρώην υπάλληλοι ή οι έλκοντες εξ αυτών δικαιώματα και/ή εκπρόσωποί τους.
2. Σύνθεση και καθεστώς
|
α) |
Η επιτροπή προσφυγών απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και δύο μέλη, που μπορούν να αντικατασταθούν από αναπληρωτές. Ο πρόεδρος ή ένα από τα μέλη καθώς και ο αναπληρωτής τους πρέπει να διαθέτουν νομική κατάρτιση. |
|
β) |
Ο πρόεδρος, ο αναπληρωτής του, τα μέλη και οι αναπληρωτές τους ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο για δύο έτη και δεν ανήκουν στο προσωπικό του Κέντρου. Σε περίπτωση που κάποιο από τα πρόσωπα αυτά δεν είναι πλέον διαθέσιμο, το διοικητικό συμβούλιο ορίζει άλλο πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του. |
|
γ) |
Η επιτροπή προσφυγών θεωρείται ότι συνεδριάζει εγκύρως όταν είναι παρόντες ο πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα δύο μέλη ή οι αναπληρωτές τους. |
|
δ) |
Τα μέλη της επιτροπής προσφυγών ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη ανεξαρτησία. |
|
ε) |
Οι αμοιβές του προέδρου, των μελών και των αναπληρωτών τους καθορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο. |
|
στ) |
Η επιτροπή προσφυγών θεσπίζει τον εσωτερικό της κανονισμό υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος. |
3. Γραμματεία της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Ο διευθυντής ορίζει υπάλληλο του Κέντρου ως γραμματέα της επιτροπής προσφυγών. |
|
β) |
Κατά την άσκηση αυτών των καθηκόντων ο γραμματέας αυτός εκτελεί χρέη γραμματείας και υπάγεται μόνο στην επιτροπή προσφυγών. |
4. Προσφυγές
|
α) |
Οι προσφυγές που υποβάλλονται στην επιτροπή προσφυγών είναι παραδεκτές μόνο εάν ο προσφεύγων έκανε ήδη χρήση της αίτησης θεραπείας (χαριστικής προσφυγής) και δεν έλαβε ικανοποίηση από το διευθυντή. |
|
β) |
Ο προσφεύγων διαθέτει προθεσμία είκοσι ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του γνωστοποιήθηκε η απόφαση που θεωρεί ότι τον αδικεί ή από την ημερομηνία της άρνησης των συμπερασμάτων του διαμεσολαβητή από οποιοδήποτε μέρος, προκειμένου να υποβάλει γραπτή αίτηση ζητώντας την ανάκληση ή την τροποποίηση της προσβαλλόμενης απόφασης από την επιτροπή προσφυγών. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στον προϊστάμενο Διοίκησης και Προσωπικού του Κέντρου, ο οποίος βεβαιώνει στον υπάλληλο την παραλαβή της και θέτει σε κίνηση τη διαδικασία σύγκλησης της επιτροπής προσφυγών. |
|
γ) |
Οι προσφυγές πρέπει να κατατίθενται στη γραμματεία της επιτροπής προσφυγών εντός δύο μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά συντάξεις, η επιτροπή προσφυγών δύναται να δεχθεί αιτήσεις που κατατίθενται εντός ενός έτους από την ημερομηνία γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης. |
|
δ) |
Οι προσφυγές πρέπει να είναι γραπτές. Πρέπει να περιλαμβάνουν όλα τα μέσα που επικαλείται ο ενδιαφερόμενος και να συνοδεύονται από δικαιολογητικά. |
|
ε) |
Η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα. |
5. Προκαταρκτική διαδικασία
|
α) |
Οι προσφυγές διαβιβάζονται αμέσως στο διευθυντή, ο οποίος πρέπει να διατυπώσει τις σχετικές παρατηρήσεις του γραπτώς. Αντίγραφο αυτών των παρατηρήσεων διαβιβάζεται στο γραμματέα της επιτροπής προσφυγών εντός μηνός από την κατάθεση της προσφυγής καθώς και στον προσφεύγοντα ο οποίος διαθέτει προθεσμία είκοσι ημερών για να υποβάλει γραπτή απάντηση, της οποίας αντίγραφο διαβιβάζεται αμέσως στο διευθυντή από το γραμματέα της επιτροπής προσφυγών. |
|
β) |
Οι προσφυγές καθώς και τα σχετικά υπομνήματα και δικαιολογητικά που προσκομίζονται, οι παρατηρήσεις του διευθυντή και, εάν υπάρχει, η απάντηση του προσφεύγοντα, διαβιβάζονται στα μέλη της επιτροπής προσφυγών φροντίδι του γραμματέα της, εντός τριών μηνών από την κατάθεση της προσφυγής και τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία εξέτασης. |
6. Σύγκληση της επιτροπής προσφυγών
Η επιτροπή προσφυγών συγκαλείται από τον πρόεδρό της. Πρέπει καταρχήν να εξετάσει τις προσφυγές που της υποβάλλονται εντός τεσσάρων μηνών από την κατάθεσή τους.
7. Διαδικασία ενώπιον της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Οι συνεδριάσεις της επιτροπής προσφυγών δεν είναι δημόσιες (εκτός εάν η ίδια η επιτροπή αποφασίσει άλλως). Οι εργασίες της είναι μυστικές. |
|
β) |
Ο διευθυντής ή ο εκπρόσωπός του καθώς και ο προσφεύγων παρίστανται στις συζητήσεις και δύνανται, αν αναπτύξουν προφορικά τα επιχειρήματά τους, προς επίρρωση των μέσων που αναφέρουν στα υπομνήματά τους. |
|
γ) |
Η επιτροπή προσφυγών δύναται να απαιτήσει την προσκόμιση κάθε εγγράφου που κρίνει ως χρήσιμο για την εξέταση των προσφυγών που της έχουν υποβληθεί. Κάθε προσκομιζόμενο έγγραφο γνωστοποιείται επίσης στο διευθυντή και στον προσφεύγοντα. |
|
δ) |
Η επιτροπή προσφυγών καλεί σε ακρόαση τους διαδίκους καθώς και όλους τους μάρτυρες των οποίων την κατάθεση κρίνει ως χρήσιμη για τις συζητήσεις. Κάθε υπάλληλος που καλείται να καταθέσει είναι υποχρεωμένος να παρουσιασθεί στην επιτροπή προσφυγών και δεν δύναται να αρνηθεί να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. |
|
ε) |
Κάθε πρόσωπο που παρέστη σε συνεδρίαση της επιτροπής προσφυγών οφείλει να τηρήσει απόλυτη μυστικότητα όσον αφορά τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή του κατά τη διάρκεια των συζητήσεων καθώς και όσον αφορά τις γνώμες που εκφράσθηκαν εκεί. |
8. Αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών
|
α) |
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η επιτροπή προσφυγών, αποφασίζοντας με τη διαδικασία των προσωρινών μέτρων, μπορεί να αναστείλει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου μέτρου, μέχρις ότου εκδοθεί τελική απόφαση σύμφωνα με τις ακόλουθες παραγράφους. |
|
β) |
Οι αποφάσεις της επιτροπής προσφυγών λαμβάνονται με πλειοψηφία. Είναι γραπτές και αιτιολογημένες. Είναι τελεσίδικες και εκτελεστές από τα δύο μέρη εντός μιας ολόκληρης ημέρας από τη γνωστοποίησή τους. |
|
γ) |
Είναι εντούτοις δυνατόν να υποβληθεί αίτηση για διόρθωση γραφικών ή λογιστικών λαθών ή προφανών ανακριβειών εκδοθείσας απόφασης. Οι αιτήσεις για διόρθωση πρέπει να υποβάλλονται το αργότερο εντός έξι μηνών από τη διαπίστωση του λάθους. |