EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 01962R0031-20140101

Consolidated text: Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 31 Κανονισμός (ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 11 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1962/31(1)/2014-01-01

1962R0031 — EL — 01.01.2014 — 011.003


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ) αριθ. 31

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 11

περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας

(ΕΕ P 045, 14.6.1962, p.1385)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

 M1

RÈGLEMENTNo 1/63/Euratom DU CONSEIL du 26 février 1963 (*)

  P 35

524

6.3.1963

 M2

RÈGLEMENTNo 2/63/Euratom DU CONSEIL du 26 février 1963 (*)

  P 35

526

6.3.1963

►M3

RÈGLEMENTNo 17/63/CEE DU CONSEIL du 26 février 1963 (*)

  P 35

528

6.3.1963

 M4

REGULATIONNo 18/63/EEC OF THE COUNCIL of 26 February 1963 (*)

  P 35

529

6.3.1963

►M5

REGULATION No 5/64/Euratom OF THE COUNCIL of 10 November 1964 (*)

  P 190

2971

21.11.1964

 M6

REGULATIONNo 182/64/EEC OF THE COUNCIL of 10 November 1964 (*)

  P 190

2971

21.11.1964

 M7

RÈGLEMENTNo 2/65/Euratom DU CONSEIL du 11 janvier 1965 (*)

  P 18

242

4.2.1965

 M8

RÈGLEMENTNo 8/65/CEE DU CONSEIL du 11 janvier 1965 (*)

  P 18

242

4.2.1965

►M9

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ αριθ. 4/65/Ευρατόμ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Μαρτίου 1965

  P 47

701

24.3.1965

 M10

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ αριθ. 30/65/ΕΟΚ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Μαρτίου 1965

  P 47

701

24.3.1965

 M11

RÈGLEMENTNo 1/66/EURATOM DU CONSEIL du 28 décembre 1965 (*)

  P 31

461

19.2.1966

 M12

RÈGLEMENTNo 14/66/CEE DU CONSEIL du 28 décembre 1965 (*)

  P 31

461

19.2.1966

 M13

RÈGLEMENTNo 10/66/Euratom DU CONSEIL du 24 novembre 1966 (*)

  P 225

3814

6.12.1966

 M14

RÈGLEMENTNo 198/66/CEE DU CONSEIL du 24 novembre 1966 (*)

  P 225

3814

6.12.1966

►M15

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 29ης Φεβρουαρίου 1968

  L 56

1

4.3.1968

►M16

REGULATION (Euratom, ECSC, EEC) No 2278/69 OF THE COUNCIL of 13 November 1969 (*)

  L 289

1

17.11.1969

 M17

RÈGLEMENT (CECA, CEE, Euratom) No 95/70 DU CONSEIL du 19 janvier 1970 (*)

  L 15

1

21.1.1970

 M18

REGULATION (ECSC, EEC, Euratom) No 96/70 OF THE COUNCIL of 19 January 1970 (*)

  L 15

4

21.1.1970

 M19

REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 16/71 OF THE COUNCIL of 30 December 1970 (*)

  L 5

1

7.1.1971

 M20

REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 2653/71 OF THE COUNCIL of 11 December 1971 (*)

  L 276

1

16.12.1971

 M21

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 2654/71 "ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 11ης Δεκεμβρίου 1971

  L 276

6

16.12.1971

►M22

"ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 1369/72 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Ιουνίου 1972

  L 149

1

1.7.1972

►M23

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 1473/72 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 30ής Ιουνίου 1972

  L 160

1

16.7.1972

 M24

REGULATION (ECSC, EEC, Euratom) No 2647/72 OF THE COUNCIL of 12 December 1972 (*)

  L 283

1

20.12.1972

►M25

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 558/73 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 26ης Φεβρουαρίου 1973

  L 55

1

28.2.1973

 M26

REGULATION (ECSC, EEC, Euratom) No 2188/73 OF THE COUNCIL of 9 August 1973 (*)

  L 223

1

11.8.1973

 M27

REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 2/74 OF THE COUNCIL of 28 December 1973 (*)

  L 2

1

3.1.1974

 M28

REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 3191/74 OF THE COUNCIL of 17 December 1974 (*)

  L 341

1

20.12.1974

►M29

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 711/75 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Μαρτίου 1975

  L 71

1

20.3.1975

►M30

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 1009/75 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 14ης Απριλίου 1975

  L 98

1

19.4.1975

►M31

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 1601/75 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 24ης Ιουνίου 1975

  L 164

1

27.6.1975

 M32

REGULATION (Euratom, ECSC, EEC) No 2577/75 OF THE COUNCIL of 7 October 1975 (*)

  L 263

1

11.10.1975

►M33

"ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2615/76 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Οκτωβρίου 1976

  L 299

1

29.10.1976

 M34

COUNCIL REGULATION (ECSC, EEC, Euratom) No 3177/76 of 21 December 1976 (*)

  L 359

1

30.12.1976

 M35

COUNCIL REGULATION (ECSC, EEC, Euratom) No 3178/76 of 21 December 1976 (*)

  L 359

9

30.12.1976

 M36

COUNCIL REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 1376/77 of 21 June 1977 (*)

  L 157

1

28.6.1977

 M37

COUNCIL REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 2687/77 of 5 December 1977 (*)

  L 314

1

8.12.1977

 M38

COUNCIL REGULATION (EEC, Euratom, ECSC) No 2859/77 of 19 December 1977 (*)

  L 330

1

23.12.1977

►M39

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 912/78 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 2ας Μαΐου 1978

  L 119

1

3.5.1978

 M40

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 914/78 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 2ας Μαΐου 1978

  L 119

8

3.5.1978

 M41

COUNCIL REGULATION (Euratom, ECSC, EEC) No 2711/78 of 20 November 1978 (*)

  L 328

1

23.11.1978

 M42

COUNCIL REGULATION (Euratom, ECSC, EEC) No 3084/78 of 21 December 1978 (*)

  L 369

1

29.12.1978

►M43

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3085/78 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Δεκεμβρίου 1978

  L 369

6

29.12.1978

 M44

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2955/79 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 1979

  L 336

1

29.12.1979

 M45

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 160/80 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Ιανουαρίου 1980

  L 20

1

26.1.1980

 M46

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 161/80 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Ιανουαρίου 1980

  L 20

5

26.1.1980

 M47

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 187/81 "ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Ιανουαρίου 1981

  L 21

18

24.1.1981

 M48

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 397/81 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 10ης Φεβρουαρίου 1981

  L 46

1

19.2.1981

 M49

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, EKAX, EOK) αριθ. 2780/81 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Σεπτεμβρίου 1981

  L 271

1

26.9.1981

 M50

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3821/81 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Δεκεμβρίου 1981

  L 386

1

31.12.1981

 M51

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EKAX, EOK, Ευρατόμ) αριθ. 371/82 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Φεβρουαρίου 1982

  L 47

8

19.2.1982

 M52

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EKAX, EOK, Ευρατόμ) αριθ. 372/82 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 15ης Φεβρουαρίου 1982

  L 47

13

19.2.1982

 M53

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (EKAX, EOK, Ευρατόμ) αριθ. 3139/82 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Νοεμβρίου 1982

  L 331

1

26.11.1982

 M54

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 440/83 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Φεβρουαρίου 1983

  L 53

1

26.2.1983

 M55

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 1819/83 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 28ης Ιουνίου 1983

  L 180

1

5.7.1983

►M56

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 2074/83 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Ιουλίου 1983

  L 203

1

27.7.1983

 M57

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3647/83 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1983

  L 361

1

24.12.1983

 M58

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 419/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Φεβρουαρίου 1985

  L 51

1

21.2.1985

 M59

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 420/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Φεβρουαρίου 1985

  L 51

6

21.2.1985

►M60

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1578/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 10ης Ιουνίου 1985

  L 154

1

13.6.1985

 M61

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 1915/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 8ης Ιουλίου 1985

  L 180

3

12.7.1985

►M62

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2799/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Σεπτεμβρίου 1985

  L 265

1

8.10.1985

 M63

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3580/85 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1985

  L 343

1

20.12.1985

 M64

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3855/86 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 1986

  L 359

1

19.12.1986

 M65

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3856/86 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 1986

  L 359

5

19.12.1986

 M66

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 793/87 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Μαρτίου 1987

  L 79

1

21.3.1987

►M67

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3019/87 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 5ης Οκτωβρίου 1987

  L 286

3

9.10.1987

 M68

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3212/87 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Οκτωβρίου 1987

  L 307

1

29.10.1987

 M69

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3784/87 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 14ης Δεκεμβρίου 1987

  L 356

1

18.12.1987

 M70

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2338/88 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 25ης Ιουλίου 1988

  L 204

1

29.7.1988

 M71

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2339/88 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 25ης Ιουλίου 1988

  L 204

5

29.7.1988

 M72

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3982/88 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1988

  L 354

1

22.12.1988

 M73

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 2187/89 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Ιουλίου 1989

  L 209

1

21.7.1989

 M74

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3728/89 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 11ης Δεκεμβρίου 1989

  L 364

1

14.12.1989

 M75

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 2258/90 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Ιουλίου 1990

  L 204

1

2.8.1990

 M76

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 3736/90 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1990

  L 360

1

22.12.1990

 M77

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ) αριθ. 2232/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Ιουλίου 1991

  L 204

1

27.7.1991

►M78

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3830/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1991

  L 361

1

31.12.1991

 M79

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3831/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1991

  L 361

7

31.12.1991

 M80

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3832/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1991

  L 361

9

31.12.1991

 M81

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3833/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1991

  L 361

10

31.12.1991

 M82

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3834/91 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1991

  L 361

13

31.12.1991

►M83

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 571/92 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 2ας Μαρτίου 1992

  L 62

1

7.3.1992

 M84

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3761/92 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Δεκεμβρίου 1992

  L 383

1

29.12.1992

►M85

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 3947/92 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 21ης Δεκεμβρίου 1992

  L 404

1

31.12.1992

 M86

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 3608/93 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 1993

  L 328

1

29.12.1993

 M87

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 3161/94 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 19ης Δεκεμβρίου 1994

  L 335

1

23.12.1994

 M88

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 2963/95 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 1995

  L 310

1

22.12.1995

 M89

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 1354/96 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 8ης Ιουλίου 1996

  L 175

1

13.7.1996

 M90

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ) αριθ. 2485/96 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 1996

  L 338

1

28.12.1996

►M91

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2192/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 30ής Οκτωβρίου 1997

  L 301

5

5.11.1997

 M92

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2591/97 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 1997

  L 351

1

23.12.1997

►M93

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 781/98 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 7ης Απριλίου 1998

  L 113

4

15.4.1998

►M94

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2458/98 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 12ης Νοεμβρίου 1998

  L 307

1

17.11.1998

►M95

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2594/98 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Νοεμβρίου 1998

  L 325

1

3.12.1998

 M96

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2762/98 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1998

  L 346

1

22.12.1998

►M97

Ανακοίνωση της Επιτροπής στα άλλα όργανα σχετικά με τη μετατροπή σε ευρώ των ποσών που αναφέρονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης  (1999/C 60/09)

  C 60

11

2.3.1999

 M98

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 620/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Μαρτίου 1999

  L 78

1

24.3.1999

 M99

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 1238/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 14ης Ιουνίου 1999

  L 150

1

17.6.1999

 M100

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2700/1999 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 1999

  L 327

1

21.12.1999

 M101

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 212/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 24ης Ιανουαρίου 2000

  L 24

1

29.1.2000

 M102

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 628/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Μαρτίου 2000

  L 76

1

25.3.2000

 M103

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2804/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 2000

  L 326

3

22.12.2000

 M104

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2805/2000 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 2000

  L 326

7

22.12.2000

 M105

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 1986/2001 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 8ης Οκτωβρίου 2001

  L 271

1

12.10.2001

 M106

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 2581/2001 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 2001

  L 345

1

29.12.2001

 M107

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ) αριθ. 490/2002 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Μαρτίου 2002

  L 77

1

20.3.2002

 M108

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2265/2002 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 16ης Δεκεμβρίου 2002

  L 347

1

20.12.2002

 M109

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2148/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 5ης Δεκεμβρίου 2003

  L 323

1

10.12.2003

 M110

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2181/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 8ης Δεκεμβρίου 2003

  L 327

1

16.12.2003

 M111

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2182/2003 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 8ης Δεκεμβρίου 2003

  L 327

3

16.12.2003

►M112

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004 της 22ας Μαρτίου 2004

  L 124

1

27.4.2004

 M113

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 23/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 2004

  L 6

1

8.1.2005

 M114

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 31/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 2004

  L 8

1

12.1.2005

 M115

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 1972/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 29ης Νοεμβρίου 2005

  L 317

1

3.12.2005

 M116

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2104/2005 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 2005

  L 337

7

22.12.2005

 M117

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1066/2006 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Ιουνίου 2006

  L 194

1

14.7.2006

 M118

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1895/2006 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ, της 19ης Δεκεμβρίου 2006,

  L 397

6

30.12.2006

►M119

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 337/2007 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Μαρτίου 2007

  L 90

1

30.3.2007

 M120

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1558/2007 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 2007

  L 340

1

22.12.2007

 M121

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 420/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 14ης Μαΐου 2008

  L 127

1

15.5.2008

 M122

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1323/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 2008

  L 345

10

23.12.2008

►M123

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1324/2008 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 18ης Δεκεμβρίου 2008

  L 345

17

23.12.2008

►M124

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 160/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 23ης Φεβρουαρίου 2009

  L 55

1

27.2.2009

 M125

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1295/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Δεκεμβρίου 2009

  L 348

9

29.12.2009

 M126

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1296/2009 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 23ης Δεκεμβρίου 2009

  L 348

10

29.12.2009

►M128

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1080/2010 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 24ης Νοεμβρίου 2010

  L 311

1

26.11.2010

►M129

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1239/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 2010

  L 338

1

22.12.2010

 M130

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1240/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 20ής Δεκεμβρίου 2010

  L 338

7

22.12.2010

►M131

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ, ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 1023/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 22ας Οκτωβρίου 2013

  L 287

15

29.10.2013

 M132

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1331/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 10ης Δεκεμβρίου 2013

  L 335

1

14.12.2013

►M133

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1415/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 2013

  L 353

23

28.12.2013

 M134

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1416/2013 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 17ης Δεκεμβρίου 2013

  L 353

24

28.12.2013


Διορθώνεται από:

 C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 130, 16.5.1981, σ. 26  (187/1981)

 C2

Διορθωτικό, ΕΕ L 130, 16.5.1981, σ. 26  (397/1981)

 C3

Διορθωτικό, ΕΕ L 289, 9.10.1981, σ. 36  (2780/1981)

 C4

Διορθωτικό, ΕΕ L 011, 17.1.1998, σ. 45  (2591/1997)

►C5

Διορθωτικό, ΕΕ L 051, 24.2.2005, σ. 28  (723/2004)

►C6

Διορθωτικό, ΕΕ L 248, 22.9.2007, σ. 27  (1473/1972)

►C7

Διορθωτικό, ΕΕ L 248, 22.9.2007, σ. 26  (723/2004)

►C8

Διορθωτικό, ΕΕ L 130, 17.5.2012, σ. 24  (723/2004)

►C9

Διορθωτικό, ΕΕ L 144, 5.6.2012, σ. 48  (1080/2010)



(*)

Η παρούσα πράξη δεν έχει δημοσιευτεί στην ελληνική γλώσσα.




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΟΚ) αριθ. 31

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΥΡΑΤΌΜ) αριθ. 11

περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας



ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ,

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως τα άρθρα 179, 212 και 215,

τη συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας, και ιδίως τα άρθρα 152, 186 και 188,

το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, και ιδίως τα άρθρα 6 και 14,

το πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας, και ιδίως τα άρθρα 6 και 14,

τις προτάσεις που έχουν υποβληθεί από τις Επιτροπές σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 των πρωτόκολλων περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Συνελεύσεως,

τη γνώμη του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Εκτιμώντας:

ότι η έκδοση του κανονισμού περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας εναπόκειται στα Συμβούλια που αποφαίνονται ομοφώνως, σε συνεργασία με τις Επιτροπές και κατόπιν διαβουλεύσεως με τα άλλα ενδιαφερόμενα όργανα·

ότι ο εν λόγω κανονισμός και το εν λόγω καθεστώς οφείλουν αφενός μεν να εξασφαλίζουν στις Κοινότητες τη συνεργασία υπαλλήλων, οι οποίοι διαθέτουν τα υψηλότερα προσόντα ανεξαρτησίας, ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων και αφετέρου να επιτρέπουν στους τελευταίους να ασκούν τα καθήκοντά τους κάτω από συνθήκες ικανές να εγγυηθούν την καλύτερη λειτουργία των υπηρεσιών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



Άρθρο μόνο

Ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας καθορίζονται από τις διατάξεις που αναφέρονται στο παράρτημα και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1962.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




▼C9

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΉΣ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΉΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉΣ ΈΝΩΣΗΣ

▼B

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τίτλος Ι.

Γενικές Διατάξεις.

Τίτλος ΙΙ.

Δικαιώματα και υποχρεώσεις του υπαλλήλου

Τίτλος ΙΙΙ.

Σταδιοδρομία του υπαλλήλου

Κεφάλαιο 1:

Πρόσληψη

Κεφάλαιο 2:

Κατάσταση του υπαλλήλου

Τμήμα 1:

Ενεγός υπηρεσία

Τμήμα 2:

Απόσπαση

Τμήμα 3:

Άδεια για προσωπικούς λόγους

Τμήμα 4:

Διαθεσιμότητα

Τμήμα 5:

Άδεια για εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων

Τμήμα 6:

Γονική άδεια και άδεια για οικογενειακούς λόγους

Τμήμα 7:

Απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας

Κεφάλαιο 3:

Βαθμολόγηση, προαγωγή κατά κλιμάκιο και προαγωγή κατά βαθμό

Κεφάλαιο 4:

Οριστική λήξη των καθηκόντων

Τμήμα 1:

Παραίτηση

Τμήμα 2:

Παύση

Τμήμα 3:

Απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας

Τμήμα 4:

Διαδικασίες για επαγγελματική ανεπάρκεια

Τμήμα 5:

Συνταξιοδότηση

Τμήμα 6:

Επίτιμοι τίτλοι

Τίτλος ΙV.

Όροι εργασίας του υπαλλήλου

Κεφάλαιο 1:

Διάρκεια εργασίας

Κεφάλαιο 2:

Άδειες

Κεφάλαιο 3:

Αργίες

Τίτλος V.

Καθεστώς χρηματικών απολαβών και κοινωνικά πλεονεκτήματα του υπαλλήλου

Κεφάλαιο 1:

Αποδοχές και επιστροφή εξόδων

Τμήμα 1:

Αποδοχές

Τμήμα 2:

Επιστροφή εξόδων

Κεφάλαιο 2:

Κοινωνική ασφάλιση

Κεφάλαιο 3:

Συντάξεις και επίδομα αναπηρίας

Κεφάλαιο 4:

Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων

Κεφάλαιο 5:

Υποκατάσταση της Ένωσης

Τίτλος VI.

Πειθαρχικό καθεστώς

Τίτλος VII.

Προσφυγές

Τίτλος VIIIa.

Ειδικεσ διαταξεισ που εφαρμοζονται στισ ΕΥΕΔ

95

Τίτλος VΙΙΙβ.

Ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους που είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα

Τίτλος IX.

Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Κεφάλαιο 1:

Μεταβατικές διατάξεις

Κεφάλαιο 2:

Τελικές διατάξεις

Παράρτημα Ι.

Α — Τύποι θέσης σε καθεμία από τις ομάδες καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4

Β — Ποσοστά πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των μέσων σταδιοδρομιών

Παράρτημα II.

Σύνθεση και τρόποι λειτουργίας των οργάνων που προβλέπονται στο άρθρο 9 του κανονισμού

Παράρτημα ΙΙΙ.

Διαδικασία διαγωνισμών

Παράρτημα IV.

Διαδικασία χορηγήσεως της αποζημιώσεως που προβλέπεται στα άρθρα 41 και 50 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως

Παράρτημα IVα.

Εργασία με μειωμένο ωράριο

Παράρτημα V.

Διαδικασία χορηγήσεως αδειών

Παράρτημα VI.

Τρόπος συμψηφισμού και αμοιβής των υπερωριών

Παράρτημα VΙΙ.

Κανόνες σχετικοί με τις αποδοχές και με τις επιστροφές εξόδων

Παράρτημα VΙΙΙ.

Συνταξιοδοτικό καθεστώς

Παράρτημα IX.

Πειθαρχική διαδικασία

Παράρτημα X.

Ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις που ισχύουν για τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα

Παράρτημα XI.

Κανόνες εφαρμογής των άρθρων 64 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης

Παράρτημα XII.

Λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 83Α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης

Παράρτημα XIII.

Μεταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους της Ένωσης

Παράρτημα XIII.1.

Θέσεις — τύποι κατά τη μεταβατική περίοδο

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

▼M112

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης εφαρμόζεται στους υπαλλήλους ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ .

Άρθρο 1α

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ως «υπάλληλος ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ », νοείται κάθε πρόσωπο που έχει διορισθεί, κατά τα προβλεπόμενα στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, σε μόνιμη θέση ενός από τα όργανα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ με γραπτή πράξη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του οργάνου αυτού.

2.  Ο ορισμός της παραγράφου 1 εφαρμόζεται επίσης στα πρόσωπα που διορίζονται από ►M128   ►C9  ενωσιακούς ◄  ◄ οργανισμούς στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης ►M128   ►C9  δυνάμει των ιδρυτικών πράξεών τους. ◄  ◄ (στο εξής καλούμενους «Υπηρεσίες»). Οι αναφορές στα «όργανα» στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ισχύουν και για τις Υπηρεσίες, εκτός εάν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

▼M112

Άρθρο 1β

Εκτός αν προβλέπεται άλλως στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης,

▼M128

α) η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (εφεξής «ΕΥΕΔ»),

▼M112

►M128   ►C9  β) ◄  ◄  η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή,

►M128   ►C9  γ) ◄  ◄  η Επιτροπή των Περιφερειών,

►M128   ►C9  δ) ◄  ◄  ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και,

►M128   ►C9  ε) ◄  ◄  ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων,

εξομοιώνονται, για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, με τα όργανα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ .

Άρθρο 1γ

Κάθε αναφορά, στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, σε πρόσωπο άρρεν νοείται ως εξίσου υποδηλώνουσα πρόσωπο θήλυ και αντιστρόφως, εκτός εάν από τα συμφραζόμενα συνάγεται σαφώς άλλως.

▼M93

Άρθρο 1 ►M112  δ ◄

▼M112

1.  Κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, απαγορεύεται οποιαδήποτε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, ηλικίας, αναπηρίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι μη έγγαμες σχέσεις συμβίωσης αντιμετωπίζονται όπως και ο γάμος, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι απαριθμούμενοι στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Παραρτήματος VII όροι.

▼M93

2.  Προκειμένου να εξασφαλιστεί εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία, ►M112  πράγμα που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την εφαρμογή όλων των πτυχών του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ◄ η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα όργανα ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα, τα οποία διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο να συνεχίσει μια επαγγελματική δραστηριότητα ή προλαμβάνουν ή αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα στην επαγγελματική σταδιοδρομία.

3.   ►M131  Οι αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών οργάνων ◄ καθορίζουν, από κοινού, μετά από γνώμη της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα μέτρα και τις ενέργειες που προορίζονται να προωθήσουν την ισότητα ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών υπαλλήλων στους τομείς που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, και θεσπίζουν τις αρμόζουσες διατάξεις, ιδίως για την επανόρθωση των πραγματικών ανισοτήτων που θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών στους τομείς που καλύπτονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

▼M131

4.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ένα άτομο θεωρείται ανάπηρο εφόσον παρουσιάζει μακροχρόνια σωματική, ψυχική, νοητική ή αισθητηριακή μειονεξία η οποία, σε συνδυασμό με διάφορα εμπόδια, μπορεί να δυσχεραίνει την πλήρη και ουσιαστική συμμετοχή του στην κοινωνία σε ισότιμη βάση με τα άλλα άτομα. Η μειονεξία αυτή πιστοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 33.

Ένα πρόσωπο με αναπηρία πληροί τους όρους του άρθρου 28 στοιχείο ε), αν μπορεί να εκτελεί τα ουσιώδη καθήκοντα θέσης εργασίας, αφού γίνουν λογικές διαρρυθμίσεις.

Ως «λογικές διαρρυθμίσεις» σε σχέση με τα ουσιώδη καθήκοντα της θέσης εργασίας νοούνται τα κατάλληλα μέτρα, όπου απαιτείται, που παρέχουν τη δυνατότητα στο πρόσωπο με αναπηρία να έχει πρόσβαση, να συμμετέχει ή να προάγεται στην απασχόληση ή να εκπαιδεύεται, εκτός εάν τα μέτρα αυτά αποτελούν υπερβολική επιβάρυνση για τον εργοδότη.

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών οργάνων να διατηρούν ή να εγκρίνουν μέτρα που προβλέπουν για τα άτομα με αναπηρία ειδικά πλεονεκτήματα που να τα διευκολύνουν να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα ή να αποφεύγουν ή αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία.

▼M112

5.  Οσάκις πρόσωπα καλυπτόμενα από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, τα οποία θεωρούν ότι βλάπτονται, επειδή η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόσθηκε σε αυτά, αποδεικνύουν γεγονότα, από τα οποία τεκμαίρεται ότι υπήρξε άμεση ή έμμεση διάκριση, το όργανο φέρει το βάρος της απόδειξης ότι δεν υπήρξε παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Η παρούσα διάταξη δεν εφαρμόζεται στις πειθαρχικές διαδικασίες.

6.  Τηρουμένης της αρχής περί μη διακρίσεων και της αρχής της αναλογικότητας, κάθε περιορισμός στην εφαρμογή των αρχών αυτών πρέπει να είναι εύλογα και αντικειμενικά δικαιολογημένος και πρέπει να ανταποκρίνεται σε θεμιτούς στόχους γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο της πολιτικής προσωπικού. Οι στόχοι αυτοί μπορεί ιδίως να δικαιολογούν τον καθορισμό ηλικίας υποχρεωτικής συνταξιοδότησης και ελάχιστης ηλικίας για τη λήψη σύνταξης αρχαιότητας.

Άρθρο 1ε

▼M131

1.  Οι εν ενεργεία υπάλληλοι έχουν πρόσβαση σε μέτρα κοινωνικής φύσεως, συμπεριλαμβανομένων ειδικών μέτρων για τον συμβιβασμό της επαγγελματικής με την οικογενειακή ζωή, τα οποία υιοθετούνται από τα θεσμικά όργανα, καθώς και σε υπηρεσίες παρεχόμενες από τους φορείς κοινωνικής πρόνοιας που αναφέρονται στο άρθρο 9. Οι πρώην υπάλληλοι έχουν δικαίωμα σε περιορισμένα ειδικά μέτρα κοινωνικής φύσεως.

▼M112

2.  Στους εν ενεργεία υπαλλήλους παρέχονται συνθήκες εργασίας, οι οποίες πληρούν κατάλληλα πρότυπα υγείας και ασφάλειας, ισοδύναμα τουλάχιστον με τις ελάχιστες απαιτήσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο μέτρων που έχουν θεσπισθεί στους τομείς αυτούς σύμφωνα με τις Συνθήκες.

3.  Τα μέτρα κοινωνικής φύσεως που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο υλοποιούνται από κάθε όργανο σε στενή συνεργασία με την επιτροπή προσωπικού, βάσει πολυετών προτεινόμενων δράσεων. Οι εν λόγω προτεινόμενες δράσεις διαβιβάζονται κάθε έτος στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

▼B

Άρθρο 2

►M112  1. ◄   Κάθε όργανο καθορίζει τις αρχές, οι οποίες ασκούν εντός αυτού τις εξουσίες που περιέρχονται, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, στην αρμοδία για τους διορισμούς αρχή.

▼M112 —————

▼M112

2.  Εντούτοις, ένα ή περισσότερα όργανα μπορούν να αναθέτουν σε ένα από αυτά τα ίδια ή σε διοργανικό οργανισμό την άσκηση του συνόλου ή μέρους των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, πλην αποφάσεων που αφορούν διορισμούς, προαγωγές ή μεταθέσεις υπαλλήλων.

▼B

Άρθρο 3

Η πράξη διορισμού του υπαλλήλου ορίζει την ημερομηνία κατά την οποία ο διορισμός αυτός αρχίζει να ισχύει. Σε καμία περίπτωση η ημερομηνία αυτή δεν δύναται να προηγείται της ημερομηνίας αναλήψεως των καθηκόντων του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 4

Οι διορισμοί ή οι προαγωγές έχουν ως αντικείμενο μόνο την πλήρωση κενής θέσεως, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό.

Κάθε κενή θέση σε όργανο γνωστοποιείται στο προσωπικό του οργάνου αυτού, μόλις η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή αποφασίσει την πλήρωση της θέσεως.

▼M112

Εάν η κενή θέση δεν είναι δυνατόν να πληρωθεί με μετάθεση, διορισμό σε θέση σύμφωνα με το άρθρο 45α ή προαγωγή γίνεται κοινοποίηση στο προσωπικό των άλλων οργάνων και/ή διοργανώνεται εσωτερικός διαγωνισμός.

Άρθρο 5

▼M131

1.  Οι θέσεις που καλύπτονται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης κατατάσσονται, ανάλογα με τη φύση και τη σημασία των καθηκόντων στα οποία αντιστοιχούν, σε μια ομάδα καθηκόντων των υπαλλήλων διοίκησης (στο εξής «AD»), σε μια ομάδα καθηκόντων των βοηθών υπαλλήλων (στο εξής «AST») και σε μια ομάδα καθηκόντων των γραμματέων και υπαλλήλων γραφείου (στο εξής «AST/SC»).

2.  Η ομάδα καθηκόντων AD περιλαμβάνει δώδεκα βαθμούς που αντιστοιχούν σε διοικητικά, αναλυτικά, γλωσσικά και επιστημονικά καθήκοντα, καθώς και σε καθήκοντα σχεδιασμού. Η ομάδα καθηκόντων AST περιλαμβάνει ένδεκα βαθμούς που αντιστοιχούν σε εκτελεστικά καθήκοντα, καθώς και σε καθήκοντα τεχνικής φύσεως. Η ομάδα καθηκόντων AST/SC περιλαμβάνει έξι βαθμούς, που αντιστοιχούν σε εργασίες γραφείου και γραμματείας.

▼M112

3.  Τα ελάχιστα απαιτούμενα για διορισμό σε θέση υπαλλήλου είναι:

α) Για την ομάδα καθηκόντων AST ►M131   και την ομάδα καθηκόντων AST/SC: ◄

i)  ►C7  μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση ◄ που πιστοποιείται με δίπλωμα, ή

ii) δευτεροβάθμια εκπαίδευση που πιστοποιείται με δίπλωμα, το οποίο δίνει δικαίωμα εισόδου στην ►C7  μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση ◄ , και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον τριών ετών, ή

iii) οσάκις δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ή επαγγελματική πείρα ισοδύναμου επιπέδου·

β) για την ομάδα καθηκόντων AD και για τους βαθμούς 5 και 6:

i) εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές τουλάχιστον τριών ετών πιστοποιούμενες με δίπλωμα, ή

ii) οσάκις δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου·

γ) για την ομάδα καθηκόντων AD και για τους βαθμούς 7 έως 16:

i) εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές πιστοποιούμενες με δίπλωμα, όταν η κανονική διάρκεια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι τέσσερα έτη ή περισσότερα, ή

ii) εκπαίδευση που αντιστοιχεί σε πλήρεις πανεπιστημιακές σπουδές πιστοποιούμενες με δίπλωμα και κατάλληλη επαγγελματική πείρα τουλάχιστον ενός έτους, όταν η κανονική διάρκεια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης είναι τουλάχιστον τρία έτη, ή

iii) όταν δικαιολογείται από το συμφέρον της υπηρεσίας, επαγγελματική κατάρτιση ισοδύναμου επιπέδου.

▼M131

4.  Στο παράρτημα I τμήμα Α, περιλαμβάνεται πίνακας περιγραφής των θέσεων-τύπων. Με βάση τον πίνακα αυτό, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου καθορίζει λεπτομερέστερα, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα καθήκοντα και τις συναφείς με κάθε τύπο θέσης αρμοδιότητες.

▼M112

5.  Οι υπάλληλοι που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων υπόκεινται σε ταυτόσημους όρους πρόσληψης και επαγγελματικής σταδιοδρομίας.

▼M131

Άρθρο 6

1.  Στον πίνακα θέσεων που προσαρτάται στο τμήμα του προϋπολογισμού σχετικά με κάθε όργανο, ορίζεται ο αριθμός των θέσεων για κάθε βαθμό και ομάδα καθηκόντων.

2.  Με την επιφύλαξη της αρχής της αξιοκρατικής προαγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 45, ο εν λόγω πίνακας εξασφαλίζει ότι, για κάθε όργανο, ο αριθμός κενών θέσεων σε κάθε βαθμό του πίνακα θέσεων, κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, αντιστοιχεί στον αριθμό των υπαλλήλων του κατώτερου βαθμού που υπηρετούσαν την 1η Ιανουαρίου του προηγούμενου έτους, πολλαπλασιαζόμενο επί τα ποσοστά που προβλέπονται στο Παράρτημα Ι τμήμα Β, για τον βαθμό αυτό. Τα ποσοστά αυτά εφαρμόζονται με βάση μέση περίοδο πέντε ετών από την 1η Ιανουαρίου 2014.

3.  Τα ποσοστά που καθορίζονται στο παράρτημα Ι τμήμα Β περιλαμβάνονται στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 113.

4.  Η εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την ομάδα καθηκόντων AST/SC και των μεταβατικών διατάξεων που καθορίζονται στο άρθρο 31 του παραρτήματος ΧΙΙΙ, λαμβανομένων υπόψη της εξέλιξης των αναγκών σε προσωπικό που επιτελεί καθήκοντα γραμματείας και γραφείου σε όλα τα όργανα και της εξέλιξης των μόνιμων και έκτακτων θέσεων στις ομάδες καθηκόντων AST και AST/SC περιλαμβάνονται στην έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 113.

▼M112

Άρθρο 7

1.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τοποθετεί, με διορισμό ή μετάθεση, προς το συμφέρον και μόνο της υπηρεσίας και χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιθαγένεια, κάθε υπάλληλο σε θέση της ομάδας καθηκόντων του που αντιστοιχεί στο βαθμό του.

Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει να μετατεθεί εντός του οργάνου του.

2.  Ο υπάλληλος δύνανται να κληθεί να καταλάβει, προσωρινά, θέση της ομάδας καθηκόντων του που αντιστοιχεί σε βαθμό ανώτερο του βαθμού στον οποίο ανήκει. Από την αρχή του τέταρτου μήνα αυτής της προσωρινής τοποθέτησης, εισπράττει εξισωτική αποζημίωση ίση με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στο βαθμό και στο κλιμάκιο στα οποία ανήκει και των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε στο κλιμάκιο στο οποίο θα είχε καταταγεί αν είχε διορισθεί στο βαθμό που αντιστοιχεί στην προσωρινή του τοποθέτηση.

Η διάρκεια της προσωρινής τοποθέτησης δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εκτός αν η τοποθέτηση έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει, άμεσα ή έμμεσα, την αντικατάσταση υπαλλήλου που έχει αποσπασθεί για το συμφέρον της υπηρεσίας σε άλλη θέση ή έχει κληθεί υπό τα όπλα ή είναι σε αναρρωτική άδεια μεγάλης διάρκειας.

▼B

Άρθρο 8

Ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί σε άλλο όργανο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ δύναται μετά την πάροδο εξαμήνου να ζητήσει τη μετάταξή του στο όργανο αυτό.

Αν γίνει δεκτή η αίτηση αυτή, με κοινή συμφωνία του οργάνου από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος και του οργάνου στο οποίο έχει αποσπασθεί, ο υπάλληλος τότε θεωρείται ότι περάτωσε ►M128   ►C9  την ενωσιακή του σταδιοδρομία ◄  ◄ τελευταίο αυτό όργανο. Η μετάταξη αυτή δεν έχει ως συνέπεια την εφαρμογή των οικονομικών διατάξεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό επ' ευκαιρία της οριστικής λήξεως των καθηκόντων του υπαλλήλου σε ένα από τα όργανα της ►M128   ►C9  Ένωσης ◄  ◄ .

Η απόφαση, με την οποία γίνεται δεκτή η αίτηση αυτή, αν συνεπάγεται μονιμοποίηση σε βαθμό ανώτερο από εκείνον που έχει ο ενδιαφερόμενος στο όργανο από το οποίο προέρχεται, εξομοιώνεται με προαγωγή και δεν χωρεί παρά μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 45.

Άρθρο 9

▼M131

1.  Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1α, συγκροτείται στο πλαίσιο κάθε θεσμικού οργάνου:

 επιτροπή προσωπικού, η οποία διαιρείται ενδεχομένως σε τμήματα που αντιστοιχούν σε κάθε τόπο υπηρεσίας του προσωπικού,

 μία ή περισσότερες επιτροπές ίσης εκπροσώπησης, εφόσον ο αριθμός υπαλλήλων στους τόπους υπηρεσίας το καθιστά αναγκαίο,

 ένα ή περισσότερα πειθαρχικά συμβούλια, εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων στους τόπους υπηρεσίας το καθιστά αναγκαίο,

 μία συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης για την επαγγελματική ανεπάρκεια ή περισσότερες, εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων στους τόπους υπηρεσίας το καθιστά αναγκαίο,

 ενδεχομένως, επιτροπή εκθέσεων,

 επιτροπή αναπηρίας.

Οι επιτροπές αυτές ασκούν τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

1α.  Για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, είναι δυνατόν να συσταθεί, σε δύο ή περισσότερα όργανα, κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης. Οι άλλες επιτροπές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και το πειθαρχικό συμβούλιο μπορεί να συσταθούν ως κοινοί φορείς από δύο ή περισσότερους οργανισμούς.

▼B

2.  Η σύνθεση και ο τρόπος λειτουργίας των οργάνων αυτών καθορίζονται από κάθε όργανο ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.

▼M131

Οι οργανισμοί μπορούν να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του άρθρου 1 του παραρτήματος ΙΙ όσον αφορά τη συμμετοχή των επιτροπών προσωπικού, για να ληφθεί υπόψη η σύνθεση του προσωπικού τους. Οι οργανισμοί μπορούν να αποφασίσουν να μην διορίσουν αναπληρωματικά μέλη στην επιτροπή ίσης εκπροσώπησης ή στις επιτροπές που προβλέπονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος ΙΙ.

▼M112

Ο κατάλογος των μελών που απαρτίζουν τα όργανα αυτά κοινοποιείται στο προσωπικό του οργάνου.

▼B

3.  Η επιτροπή προσωπικού αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα του προσωπικού στο όργανο και διασφαλίζει τη διαρκή επαφή μεταξύ του τελευταίου και του προσωπικού. Συνεργάζεται για την καλή λειτουργία των υπηρεσιών και επιτρέπει την εκδήλωση και την έκφραση της γνώμης του προσωπικού.

Η επιτροπή προσωπικού γνωστοποιεί στα αρμόδια όργανα κάθε πρόβλημα γενικότερης σημασίας σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Δύναται να της ζητηθεί η γνώμη για κάθε δυσχέρεια τέτοιας φύσεως.

Η επιτροπή αυτή υποβάλλει στα αρμόδια όργανα κάθε πρόταση που αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία των υπηρεσιών και κάθε πρόταση που αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας του προσωπικού ή των συνθηκών διαβιώσεώς του γενικότερα.

Η επιτροπή συμμετέχει στη διαχείριση και τον έλεγχο των οργάνων κοινωνικού χαρακτήρα, τα οποία δημιουργούνται από το όργανο προς όφελος του προσωπικού. Δύναται με τη συναίνεση του οργάνου να δημιουργήσει οποιαδήποτε υπηρεσία τέτοιας φύσεως.

4.  Ανεξάρτητα από τα καθήκοντα, τα οποία τους ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό, δύναται να ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής ή των επιτροπών ίσης εκπροσωπήσεως από την αρμόδια για διορισμού αρχή ή από την επιτροπή προσωπικού για κάθε ζήτημα γενικού χαρακτήρα το οποίο οι τελευταταίες κρίνουν χρήσιμο να τους υποβάλουν.

▼M112

5.  Η επιτροπή εκθέσεων καλείται να γνωμοδοτήσει:

α) για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην περίοδο δοκιμασίας, και

β) για την επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι θίγονται από μέτρο ελάττωσης του αριθμού θέσεων.

Είναι δυνατόν να επιφορτίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, να μεριμνήσει για την εναρμόνιση της βαθμολόγησης του προσωπικού εντός του οργάνου.

▼M112

6.  Η συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης για την επαγγελματική ανεπάρκεια καλείται να διατυπώσει τη γνώμη της για την εφαρμογή του άρθρου 51.

▼M112

Άρθρο 10

►M128   ►C9  Συνιστάται επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που αποτελείται από ίσο αριθμό εκπροσώπων των οργάνων της Ένωσης και εκπροσώπων των οργάνων της Ένωσης και εκπροσώπων των επιτροπών προσωπικού των τελευταίων. ◄  ◄ Ο τρόπος συνθέσεως της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης καθορίζεται με κοινή συμφωνία ►M131  των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων. ◄ Οι Υπηρεσίες εκπροσωπούνται από κοινού, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται με συμφωνία μεταξύ αυτών και της Επιτροπής.

Η επιτροπή διαβουλεύεται με την Επιτροπή για κάθε πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης· διαβιβάζει τη γνώμη της εντός της προθεσμίας που καθορίζεται από την Επιτροπή. Ανεξάρτητα από τα καθήκοντα τα οποία της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, η επιτροπή αυτή δύναται να διατυπώνει οποιαδήποτε πρόταση που αποβλέπει στην αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Η επιτροπή συνέρχεται κατόπιν αιτήσεως του προέδρου της, ενός οργάνου ή της επιτροπής προσωπικού ενός οργάνου.

Τα πρακτικά των συσκέψεων της επιτροπής αυτής διαβιβάζονται στα αρμόδια συλλογικά όργανα.

▼M23

Άρθρο 10α

Το όργανο καθορίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων η επιτροπή προσωπικού ή η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως ή η επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως οφείλουν να διατυπώνουν τις γνώμες που τους ζητούνται, χωρίς οι προθεσμίες αυτές να δύνανται να είναι μικρότερες από 15 εργάσιμες ημέρες. Ελλείψει γνώμης εντός των καθορισμένων προθεσμιών, το όργανο εκδίδει την απόφασή του.

▼M112

Άρθρο 10β

Οι συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 24β ενεργούν προς το γενικό συμφέρον του προσωπικού, υπό την επιφύλαξη των κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης αρμοδιοτήτων των επιτροπών προσωπικού.

Οι προτάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 10 μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαβουλεύσεων από τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις.

Άρθρο 10γ

Κάθε όργανο μπορεί να συνάπτει συμφωνίες που αφορούν το προσωπικό του με τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις. Οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν να επιφέρουν τροποποιήσεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ή των δημοσιονομικών υποχρεώσεων ούτε να επηρεάζουν τη λειτουργία του οικείου οργάνου. Οι αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις που τις υπογράφουν δρουν σε κάθε όργανο, υπό την επιφύλαξη των κατά τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης αρμοδιοτήτων της επιτροπής προσωπικού.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

▼M131

Άρθρο 11

Ο υπάλληλος οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του λαμβάνοντας αποκλειστικά υπόψη του τα συμφέροντα της Ένωσης. Δεν ζητεί ή δέχεται οδηγίες από κυβέρνηση, αρχή, οργάνωση ή πρόσωπο ξένο προς το όργανο στο οποίο ανήκει. Εκτελεί τις εργασίες που του ανατίθενται κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο, τηρώντας το καθήκον πίστεως που υπέχει έναντι της Ένωσης.

Ο υπάλληλος δεν επιτρέπεται να δεχτεί από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή πηγή ξένη προς το όργανο στο οποίο ανήκει, χωρίς άδεια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής, τιμητική διάκριση, παράσημο, εύνοια, δωρεά ή αμοιβή οποιασδήποτε φύσεως, εκτός εάν πρόκειται για υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί είτε πριν από το διορισμό του, είτε κατά τη διάρκεια ειδικής αδείας για την εκπλήρωση στρατιωτικής ή ανάλογης πολιτικής θητείας και στο πλαίσιο αυτών των υπηρεσιών.

Πριν προσλάβει ένα υπάλληλο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξετάζει εάν ο υποψήφιος έχει προσωπικό συμφέρον που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του ή εάν στο πρόσωπό του διαπιστώνεται σύγκρουση συμφερόντων. Προς τούτο, ο υποψήφιος ενημερώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, χρησιμοποιώντας ένα ειδικό έντυπο, για κάθε υφιστάμενη ή ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων. Στις περιπτώσεις αυτές, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό, σε δεόντως αιτιολογημένη γνώμη. Αν είναι αναγκαίο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11α.

Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στους υπαλλήλους που επιστρέφουν από άδεια για προσωπικούς λόγους.

▼M112

Άρθρο 11α

1.  Κατά την άσκηση των καθηκόντων του και εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο υπάλληλος δεν απασχολείται σε καμία υπόθεση στην οποία έχει, άμεσα ή έμμεσα, προσωπικό συμφέρον, ιδίως οικογενειακό ή οικονομικό, φύσεως ικανής να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του.

2.  Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, συμβαίνει να απασχοληθεί με υπόθεση όπως η προαναφερόμενη, ενημερώνει αμέσως σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα και δύναται, ιδίως, να απαλλάσσει τον υπάλληλο από τον χειρισμό της υποθέσεως αυτής.

3.  Ο υπάλληλος δεν δύναται να διατηρεί ή να αποκτά, αμέσως ή εμμέσως, στις επιχειρήσεις που υπόκεινται στον έλεγχο του οργάνου στο οποίο ανήκει ή σχετίζονται με το εν λόγω όργανο, συμφέροντα τέτοιας φύσεως και σημασίας που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

▼M112

Άρθρο 12

Ο υπάλληλος απέχει από κάθε πράξη ή συμπεριφορά που μπορούν να θίξουν την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός του.

▼M112

Άρθρο 12α

1.  Ο υπάλληλος απέχει από κάθε μορφή ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης.

2.  Ο υπάλληλος που υπήρξε θύμα ηθικής ή σεξουαλικής παρενόχλησης δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου. Ο υπάλληλος που έχει δώσει αποδείξεις για ηθική ή σεξουαλική παρενόχληση δεν υφίσταται καμία επιβλαβή συνέπεια εκ μέρους του οργάνου, υπό τον όρο ότι έχει ενεργήσει εντίμως.

3.  Ως «ηθική παρενόχληση», νοείται η καταχρηστική επί ορισμένο χρονικό διάστημα διαγωγή που εκδηλώνεται κατά τρόπο επαναληπτικό ή συστηματικό με είδη συμπεριφοράς, με προφορικό ή γραπτό λόγο, με χειρονομίες ή πράξεις που γίνονται με πρόθεση και θίγουν την προσωπικότητα, την αξιοπρέπεια ή τη φυσική ή ψυχολογική ακεραιότητα ενός προσώπου.

4.  Ως «σεξουαλική παρενόχληση», νοείται μια συμπεριφορά γενετήσιου περιεχομένου, μη επιθυμητή από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται και η οποία έχει ως στόχο ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του ή τη δημιουργία ενός εκφοβιστικού, εχθρικού, υβριστικού ή ενοχλητικού περιβάλλοντος. Η σεξουαλική παρενόχληση αντιμετωπίζεται ως διάκριση βάσει του φύλου.

Άρθρο 12β

1.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 15, ο υπάλληλος που προτίθεται να ασκήσει εξωτερική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, ή να εκτελέσει υπηρεσία εκτός ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , λαμβάνει προηγουμένως άδεια από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Άρνηση της αδείας χωρεί μόνον, εάν η εν λόγω δραστηριότητα ή υπηρεσία είναι ικανή να παρεμποδίσει την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ή είναι ασυμβίβαστη με τα συμφέροντα του οργάνου.

2.  Ο υπάλληλος ενημερώνει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για οποιαδήποτε μεταβολή της επιτραπείσας εξωτερικής δραστηριότητας ή υπηρεσίας, η οποία μεσολάβησε μετά την υποβολή της αίτησής του προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1. Η άδεια μπορεί να ανακαλείται στην περίπτωση που η δραστηριότητα ή η υπηρεσία δεν πληρούν πλέον τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τελευταία πρόταση.

▼B

Άρθρο 13

'Οταν ο/η σύζυγος υπαλλήλου ασκεί κατ' επάγγελμα κερδοσκοπική δραστηριότητα, ο υπάλληλος πρέπει να υποβάλλει σχετική δήλωση στην αρμοδία για τους διορισμούς αρχή του οργάνου στο οποίο ανήκει. Στην περίπτωση που η δραστηριότητα αυτή αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με εκείνη του υπαλλήλου και αν ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ότι θα τερματιστεί σε συγκεκριμένη προθεσμία, η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, αποφασίζει αν ο υπάλληλος πρέπει ►M112  να παραμείνει στη θέση του ή να μετατεθεί ◄ .

▼M112 —————

▼M112

Άρθρο 15

1.  Ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να θέσει υποψηφιότητα για δημόσιο λειτούργημα ειδοποιεί σχετικά την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Αυτή αποφασίζει κατά πόσον, έναντι του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο ενδιαφερόμενος:

α) θα πρέπει να υποβάλει αίτηση αδείας για προσωπικούς λόγους, ή

β) θα πρέπει να του χορηγηθεί ετήσια άδεια, ή

γ) μπορεί να τύχει αδείας να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, ή

δ) μπορεί να συνεχίσει να εκπληρώνει όπως πριν τα καθήκοντά του.

2.  Σε περίπτωση εκλογής ή διορισμού του σε δημόσιο λειτούργημα, ο υπάλληλος ενημερώνει αμέσως την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Ανάλογα με το συμφέρον της υπηρεσίας, τη σημασία του λειτουργήματος, τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται για τον υπάλληλο και τις σχετικές με αυτές αμοιβές και αποζημιώσεις, που απορρέουν από τις εν λόγω υποχρεώσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει μια από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 αποφάσεις. Εάν ο υπάλληλος υποχρεωθεί να λάβει άδεια για προσωπικούς λόγους ή άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, η διάρκεια της εν λόγω άδειας ή εργασίας με μειωμένο ωράριο αντιστοιχεί με τη διάρκεια της θητείας που ανέλαβε ο υπάλληλος.

▼M131

Άρθρο 16

Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση, μετά τη λήξη των καθηκόντων του, να συμπεριφέρεται με εντιμότητα και διακριτικότητα όσον αφορά την αποδοχή ορισμένων θέσεων ή ορισμένων πλεονεκτημάτων.

Ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, εντός των δύο ετών που έπονται της λήξεως των καθηκόντων του, οφείλει να το δηλώσει στο όργανο στο οποίο ανήκει, χρησιμοποιώντας ειδικό έντυπο. Εάν η δραστηριότητα αυτή συνδέεται με την πραγματοποιηθείσα από τον υπάλληλο εργασία κατά τα τρία τελευταία έτη της υπηρεσίας του, και αν ενδέχεται να είναι ασυμβίβαστη με τα νόμιμα συμφέροντα του οργάνου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, με βάση το συμφέρον της υπηρεσίας, είτε να απαγορεύσει στον υπάλληλο την άσκηση της δραστηριότητας αυτής είτε να την εγκρίνει υπό τους όρους που η ίδια κρίνει ενδεδειγμένους. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού ζητήσει και λάβει τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης, κοινοποιεί την απόφασή της εντός προθεσμίας 30 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποίησης. Εάν δεν έχει κοινοποιηθεί απόφαση μέχρι τη λήξη της συγκεκριμένης προθεσμίας, θεωρείται ότι υπάρχει σιωπηρή αποδοχή.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απαγορεύει, κατ’ αρχήν, στους πρώην ανώτερους υπαλλήλους όπως ορίζονται στα μέτρα εφαρμογής, να αναλαμβάνουν, κατά τους 12 μήνες μετά τη λήξη των καθηκόντων τους, δραστηριότητες εκπροσώπησης συμφερόντων ή υπεράσπισης έναντι του προσωπικού του οργάνου στο οποίο εργάζονταν προηγουμένως, για λογαριασμό των επιχειρήσεων, πελατών ή εργοδοτών τους και για θέματα για τα οποία ήταν υπεύθυνοι κατά τα τρία τελευταία έτη της υπηρεσία τους.

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 ), κάθε θεσμικό όργανο δημοσιεύει ετησίως στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του τρίτου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένης κατάστασης των υποθέσεων που έχουν αξιολογηθεί.

▼M112

Άρθρο 17

1.  Ο υπάλληλος απέχει από την χωρίς άδεια κοινολόγηση των πληροφοριών που περιέρχονται στην αντίληψή του εξαιτίας των καθηκόντων του, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί ή γίνει προσιτές στο κοινό.

2.  Ο υπάλληλος υπόκειται στην υποχρέωση αυτή και μετά τη λήξη των καθηκόντων του.

▼M112

Άρθρο 17α

1.  Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, τηρουμένων δεόντως των αρχών πίστης και αμεροληψίας.

2.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 και 17, ο υπάλληλος ο οποίος προτίθεται να δημοσιεύσει ο ίδιος ή να δώσει προς δημοσίευση, μόνος ή σε συνεργασία με άλλους, οποιοδήποτε κείμενο αναφερόμενο στη δραστηριότητα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ ενημερώνει εκ των προτέρων την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι σε θέση να αποδείξει ότι το ζήτημα είναι φύσεως τέτοιας που να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τα νόμιμα συμφέροντα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , ενημερώνει τον υπάλληλο για την απόφασή της εγγράφως εντός 30 εργασίμων ημερών από τη λήψη της πληροφορίας. Εάν καμία απόφαση δεν έχει κοινοποιηθεί εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θεωρείται ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν είχε αντιρρήσεις.

▼M112

Άρθρο 18

▼M131

1.  Όλα τα δικαιώματα τα οποία αναφέρονται σε έγγραφα ή άλλο έργο που έχει παραγάγει υπάλληλος κατά την άσκηση των καθηκόντων του περιέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν αυτά τα έγγραφα ή το έργο συνδέονται με τις δραστηριότητές της, ή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, αν αυτά τα έγγραφα ή το έργο σχετίζονται με αυτήν την Κοινότητα. Η Ένωση ή, ενδεχομένως, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας μπορεί να αξιώσει να της παραχωρηθούν νομίμως τα πνευματικά δικαιώματα που απορρέουν από τις εργασίες αυτές.

▼M112

2.  Κάθε εφεύρεση την οποία υπάλληλος επινόησε κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή επ' ευκαιρία της άσκησης αυτής, ανήκει αυτοδικαίως ►M128   ►C9  στην Ένωση ◄  ◄ . Το όργανο δύναται, με δικά του έξοδα και για λογαριασμό ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , να ζητά και να λαμβάνει σχετικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε όλες τις χώρες. Κάθε εφεύρεση που σχετίζεται με τη δραστηριότητα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ και πραγματοποιείται από υπάλληλο στη διάρκεια του έτους που έπεται της λήξεως των καθηκόντων του, θεωρείται, εκτός αποδείξεως του εναντίου, ότι είχε πραγματοποιηθεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή επ' ευκαιρία της άσκησης αυτής. Στην περίπτωση που εφευρέσεις κατοχυρώνονται με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, γίνεται μνεία του ονόματος του εφευρέτη ή των εφευρετών.

3.  Το όργανο δύναται, οσάκις ενδείκνυται, να χορηγεί χρηματικό βραβείο, το ποσό του οποίου καθορίζει το ίδιο, στον υπάλληλο δημιουργό εφεύρεσης κατοχυρωθείσας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

▼M131

Άρθρο 19

Ο υπάλληλος δεν αποκαλύπτει ενώπιον δικαστικής αρχής, για οποιονδήποτε λόγο, πληροφορίες που γνωρίζει λόγω της ασκήσεως των καθηκόντων του, χωρίς την άδεια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής. Η άδεια αυτή δεν χορηγείται μόνο αν τούτο επιβάλλεται για τα συμφέροντα της Ένωσης και εφόσον η άρνηση της αδείας αυτής δεν συνεπάγεται ποινικές συνέπειες σε βάρος του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος υπόκειται στην υποχρέωση αυτή ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του.

Οι διατάξεις της πρώτης παραγράφου δεν ισχύουν για τον υπάλληλο ή τον τέως υπάλληλο ο οποίος καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ενός οργάνου για θέμα που αφορά άλλον υπάλληλο ή τέως υπάλληλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

▼B

Άρθρο 20

Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να διαμένει στον τόπο της υπηρεσίας του ή σε τόση απόσταση από τον τελευταίο, ώστε να μην παρεμποδίζεται στην άσκηση των καθηκόντων του. ►M112  Ο υπάλληλος κοινοποιεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη διεύθυνσή του και την ειδοποιεί αμέσως σχετικά με κάθε αλλαγή της. ◄

Άρθρο 21

Ο υπάλληλος, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία, έχει την υποχρέωση να επικουρεί και να συμβουλεύει τους ανωτέρους του. Είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.

Ο υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας είναι υπεύθυνος έναντι των προϊσταμένων του για την εξουσία η οποία του έχει παρασχεθεί και για την εκτέλεση των διαταγών που δίδει. Η προσωπική ευθύνη των υφισταμένων του δεν τον απαλλάσσει από τις ευθύνες που τον βαρύνουν.

▼M112 —————

▼M112

Άρθρο 21α

1.  Στην περίπτωση που ο υπάλληλος λάβει διαταγή την οποία θεωρεί ως αντικανονική ή εάν εκτιμά ότι από την εκτέλεσή της είναι δυνατόν να προκύψουν σοβαρές δυσχέρειες, ειδοποιεί σχετικά τον αμέσως ιεραρχικά ανώτερό του, ο οποίος, εάν η ειδοποίηση έχει διαβιβασθεί εγγράφως, απαντά επίσης εγγράφως. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, εάν ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερος επιβεβαιώσει τη διαταγή, αλλά ο υπάλληλος κρίνει ότι η επιβεβαίωση αυτή δεν είναι ευλόγως καθησυχαστική ενόψει των λόγων του να ανησυχεί, αναφέρει εγγράφως το θέμα στην αμέσως ανώτερη ιεραρχικά αρχή. Εάν η αμέσως ανώτερη ιεραρχικά αρχή επιβεβαιώσει τη διαταγή εγγράφως, ο υπάλληλος υποχρεούται να την εκτελέσει, εκτός εάν η διαταγή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας.

2.  Εάν ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερος κρίνει ότι η διαταγή πρέπει να εκτελεσθεί αμέσως, ο υπάλληλος πρέπει να την εκτελέσει, εκτός εάν αυτή είναι προδήλως παράνομη ή αντιβαίνει στους ισχύοντες κανόνες ασφαλείας. Ο αμέσως ιεραρχικά ανώτερός του υποχρεούται, εφόσον το ζητήσει ο υπάλληλος, να δίδει τέτοιες διαταγές εγγράφως.

▼M131

3.  Ο υπάλληλος που ενημερώνει τους προϊσταμένους του για εντολές τις οποίες θεωρεί παράτυπες ή ικανές να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα δεν υφίσταται για τούτο κυρώσεις εκ μέρους των προϊσταμένων του.

▼B

Άρθρο 22

Ο υπάλληλος δύναται να υποχρεωθεί να επανορθώσει το σύνολο ή μέρος της ζημίας την οποία έχει υποστεί ►M128   ►C9  η Ένωση ◄  ◄ λόγω βαρέος προσωπικού πταίσματος κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.

Η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά, αφού τηρηθεί η πειθαρχική διαδικασία.

Το Δικαστήριο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ έχει πλήρη δικαιοδοσία, για να αποφαίνεται επί των διαφορών, οι οποίες γεννώνται από την παρούσα διάταξη.

▼M112

Άρθρο 22α

1.  Ο υπάλληλος ο οποίος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή σε σχέση με αυτά, λαμβάνει γνώση γεγονότων βάσει των οποίων είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη πιθανής παράνομης δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης απάτης ή δωροδοκίας, επιζήμιας για τα συμφέροντα ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , ή συμπεριφοράς που αφορά την εκπλήρωση των επαγγελματικών καθηκόντων και που ενδεχομένως συνιστά σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων των υπαλλήλων ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , ενημερώνει αμελλητί τον αμέσως ιεραρχικά ανώτερό του ή τον γενικό διευθυντή του ή, εφόσον το κρίνει χρήσιμο, τον Γενικό Γραμματέα, ή τα πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμες θέσεις ή απευθείας την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να δίνονται γραπτώς.

Η παρούσα παράγραφος ισχύει επίσης και στην περίπτωση σοβαρής παράλειψης συμμόρφωσης προς παρόμοια υποχρέωση εκ μέρους ενός μέλους οργάνου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου υπηρετεί σε ένα όργανο ή εργάζεται γι' αυτό.

2.  Ο υπάλληλος ο οποίος λαμβάνει τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 πληροφορίες διαβιβάζει αμελλητί στην OLAF όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία γνωρίζει και από τα οποία είναι δυνατόν να τεκμαίρεται η ύπαρξη των παρατυπιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  Ο υπάλληλος δεν υφίσταται από το όργανο καμία δυσμενή συνέπεια για το γεγονός ότι γνωστοποίησε τις αναφερόμενες στις παραγράφους 1 και 2 πληροφορίες, εφόσον ενήργησε λογικά και έντιμα.

4.  Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στα επί παντός υποθέματος αποτυπούμενα στοιχεία, έγγραφα, εκθέσεις, σημειώσεις ή πληροφορίες που τηρούνται για τους σκοπούς διεξαγωγής δικαστικής διαδικασίας, εκκρεμούσας ή περατωθείσας, ή παράγονται ή κοινολογούνται στον υπάλληλο στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

Άρθρο 22β

1.  Ο υπάλληλος ο οποίος κοινολογεί πληροφορίες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22α, στον Πρόεδρο της Επιτροπής, στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Πρόεδρο του Συμβουλίου, στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, δεν υφίσταται καμία δυσμενή συνέπεια από πλευράς του οργάνου στο οποίο ανήκει, εφόσον πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

α) ο υπάλληλος λογικά και έντιμα πιστεύει ότι οι κοινολογηθείσες πληροφορίες, όπως και κάθε ισχυρισμός που περιέχεται σ' αυτές, είναι ουσιαστικά αληθείς και

β) ο υπάλληλος έχει προηγουμένως κοινολογήσει τις ίδιες πληροφορίες στην OLAF ή στο όργανο στο οποίο υπηρετεί και έχει αφήσει να παρέλθει η προθεσμία που καθόρισε η OLAF ή το όργανο αυτό, λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, για την εκ μέρους τους ανάληψη κατάλληλης δράσης. Ο υπάλληλος ενημερώνεται δεόντως για την εν λόγω προθεσμία εντός 60 ημερών.

2.  Η προθεσμία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο υπάλληλος μπορεί να αποδείξει ότι δεν είναι εύλογη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.

3.  Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν εφαρμόζονται στα επί παντός υποθέματος αποτυπούμενα στοιχεία, έγγραφα, εκθέσεις, σημειώσεις ή πληροφορίες που τηρούνται για τους σκοπούς διεξαγωγής δικαστικής διαδικασίας, εκκρεμούσας ή περατωθείσας, ή παράγονται ή κοινολογούνται στον υπάλληλο στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας.

▼M131

Άρθρο 22γ

Σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 90, κάθε όργανο θέτει σε εφαρμογή μια διαδικασία εξέτασης των καταγγελιών υπαλλήλων που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή ως συνέπειά της δυνάμει του άρθρου 22α ή του άρθρου 22β. Το οικείο όργανο μεριμνά ώστε οι καταγγελίες αυτές να εξετάζονται εμπιστευτικά και, εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις, πριν από τη λήξη των προθεσμιών που καθορίζονται στο άρθρο 90.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου ορίζει εσωτερικούς κανόνες, μεταξύ άλλων σχετικά με:

 την παροχή, στους υπαλλήλους που αναφέρονται στο άρθρο 22a παράγραφος 1, ή στο άρθρο 22β, πληροφοριών για το χειρισμό ζητημάτων που αναφέρονται από αυτούς,

 την προστασία των νόμιμων συμφερόντων των υπαλλήλων αυτών και της ιδιωτικής τους ζωής, και

 τη διαδικασία εξέτασης των καταγγελιών που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του παρόντος άρθρου.

▼B

Άρθρο 23

Τα προνόμια και οι ασυλίες, των οποίων απολαύουν οι υπάλληλοι, απονέμονται αποκλειστικά προς το συμφέρον ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ . Με την επιφύλαξη των διατάξεων ►M15  του πρωτοκόλλου περί ◄ προνομίων και ασυλιών, οι ενδιαφερόμενοι δεν απαλλάσσονται ούτε από την εκπλήρωση των ατομικών τους υποχρεώσεων, ούτε από την τήρηση των νόμων και των αστυνομικών διατάξεων που ισχύουν.

Οποτεδήποτε αμφισβητούνται τα προνόμια και οι ασυλίες αυτές, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει αμέσως να αναφέρει σχετικά στην αρμοδία για τους διορισμούς αρχή.

▼M128

Η άδεια διέλευσης που προβλέπεται στο πρωτόκολλο περι προνομίων και ασυλίων εκδίδονται για τους προïσταμένους μονάδας,για μονίμους υπαλλήλους των βαθμών AD12 έως AD16, για μονίμους υπαλλήλους που υπηρετούν εκτός του εδάφους της Ευρωπαïκής Ένωσης, καθώς και για άλλους υπαλλήλους για τους οποίους απαιτείται η εν λόγω άδεια διέλευσης προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

▼B

Άρθρο 24

►M15   ►M128   ►C9  Η Ένωση ◄  ◄ παρέχει βοήθεια στον υπάλληλο ◄ , ιδίως σε περίπτωση διώξεως των δραστών απειλών, προσβολών, εξυβρίσεων ή αποπειρών εναντίον του προσώπου και της περιουσίας είτε του ιδίου είτε των μελών της οικογενείας του, λόγω της ιδιότητάς του ή των καθηκόντων του.

►M128   ►C9  Η Ένωση ◄  ◄ ►M15  επανορθώνει αλληλεγγύως ◄ τις ζημίες που έχουν προκληθεί στην περίπτωση αυτή στον υπάλληλο στο μέτρο που ο τελευταίος δεν είναι, εκ δόλου ή βαρείας αμελείας, υπαίτιος των ζημιών αυτών και εφόσον δεν έχει δυνηθεί να επιτύχει επανόρθωση από το δράστη.

Άρθρο ►M112  24α ◄

▼M23

►M128   ►C9  Η Ένωση ◄  ◄ διευκολύνει την επαγγελματική επιμόρφωση του υπαλλήλου, στο μέτρο που αυτή συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της καλής λειτουργίας των υπηρεσιών και είναι σύμφωνη με τα δικά της συμφέροντα.

Η επιμόρφωση αυτή λαμβάνεται επίσης υπόψη για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας.

Άρθρο ►M112  24β ◄

Οι υπάλληλοι απολαύουν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι· δύνανται ιδίως να είναι μέλη συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων των υπαλλήλων που εργάζονται ►M128   ►C9  στην Ευρωπαϊκή Ένωση ◄  ◄ .

▼B

Άρθρο 25

▼M112

Ο υπάλληλος δύναται να προσφεύγει, για ζητήματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου στο οποίο ανήκει.

▼B

Κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο. Κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

▼M112

Οι ατομικές αποφάσεις που αναφέρονται στο διορισμό, στη μονιμοποίηση, στην προαγωγή, στη μετάθεση, στον καθορισμό της διοικητικής καταστάσεως και στη λήξη των καθηκόντων υπαλλήλου δημοσιεύονται στο όργανο στο οποίο ανήκει. Στη δημοσίευση έχει πρόσβαση όλο το προσωπικό για ένα ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα.

▼B

Άρθρο 26

Ο ατομικός φάκελλος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει:

α) όλα τα έγγραφα που αφορούν τη διοικητική του κατάσταση και όλες τις εκθέσεις που αφορούν την ικανότητα, την απόδοση ή τη συμπεριφορά του·

β) τις παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τον υπάλληλο για τα έγγραφα αυτά.

Κάθε έγγραφο πρέπει να καταχωρίζεται, να αριθμείται και να ταξινομείται, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια. Το όργανο δεν δύναται ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο, ούτε να επικαλεσθεί εναντίον του έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση α), αν δεν του έχουν κοινοποιηθεί πριν από την ταξινόμησή τους.

Η κοινοποίηση κάθε εγγράφου επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή ελλείψει υπογραφής με συστημένη επιστολή ►M112  στην τελευταία δηλωθείσα από τον υπάλληλο διεύθυνση ◄ .

▼M112

Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου δεν δύναται να περιέχει καμία αναφορά στις πολιτικές, συνδικαλιστικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες και πεποιθήσεις ή στη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του ή τον γενετήσιο προσανατολισμό του.

Το προηγούμενο εδάφιο, ωστόσο, δεν απαγορεύει την εισαγωγή στο φάκελο διοικητικών πράξεων και εγγράφων των οποίων έχει γνώση ο υπάλληλος και τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼B

Ένας μόνο φάκελλος δύναται να υπάρχει για κάθε υπάλληλο.

Κάθε υπάλληλος έχει το δικαίωμα ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του να λαμβάνει γνώση του συνόλου των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελλό του ►M112  και να λαμβάνει αντίγραφά τους ◄ .

Ο ατομικός φάκελλος έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και δύναται να αναγνωσθεί μόνο στα γραφεία της διοικήσεως ►M112  ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο ◄ . Διαβιβάζεται εν τούτοις στο Δικαστήριο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ σε περίπτωση προσφυγής που αφορά τον υπάλληλο ►M112  ————— ◄ .

▼M112

Άρθρο 26α

Κάθε υπάλληλος έχει το δικαίωμα να λαμβάνει γνώση του ιατρικού φακέλου του σύμφωνα με τις οριζόμενες από ►M131  τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών οργάνων ◄ λεπτομέρειες.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ III

ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Πρόσληψη

▼M131

Άρθρο 27

Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας και επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της Ένωσης. Καμία θέση δεν προορίζεται αποκλειστικά για τους υπηκόους ορισμένου κράτους μέλους.

Η αρχή της ισότητας των πολιτών της Ένωσης επιτρέπει σε κάθε όργανο να θεσπίζει κατάλληλα μέτρα αν διαπιστωθεί σημαντική ανισορροπία εθνικοτήτων μεταξύ των υπαλλήλων, η οποία δεν δικαιολογείται από αντικειμενικά κριτήρια. Αυτά τα κατάλληλα μέτρα πρέπει να είναι δικαιολογημένα και να μην συνεπάγονται ποτέ κριτήρια πρόσληψης άλλα απ’ αυτά που βασίζονται στα προσόντα. Πριν εγκριθούν αυτά τα κατάλληλα μέτρα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ενδιαφερόμενου οργάνου θεσπίζει γενικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου σύμφωνα με το άρθρο 110.

Μετά από τριετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου.

Προκειμένου να διευκολύνονται οι προσλήψεις στην ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση, τα θεσμικά όργανα μεριμνούν ώστε να προσφέρουν στα τέκνα του προσωπικού τους πολύγλωσση και πολυπολιτιστική εκπαίδευση.

▼B

Άρθρο 28

Κανείς δεν δύναται να διορισθεί υπάλληλος:

α) αν δεν είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , εκτός αν επιτρέψει παρέκκλιση, η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή και αν δεν απολαύει των πολιτικών του δικαιωμάτων·

β) αν δεν έχει τακτοποιηθεί στρατολογικά κατά τη νομοθεσία περί στρατολογίας που εφαρμόζεται στην περίπτωσή του·

γ) αν δεν παρέχει τα εχέγγυα ήθους που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του·

δ) αν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29 παράγραφος 2, δεν έχει επιτύχει σε διαγωνισμό βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙΙ·

ε) αν δεν πληροί τους όρους υγείας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του·

στ) αν δεν αποδεικνύει, ότι διαθέτει σε βάθος γνώση μιας από τις γλώσσες ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ και ικανοποιητική γνώση άλλης γλώσσας ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τα καθήκοντα που καλείται να ασκήσει.

▼M112

Άρθρο 29

▼M131

1.  Για την πλήρωση κενής θέσης σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, εξετάζει προηγουμένως:

α) τις δυνατότητες πλήρωσής της με:

i) μετάθεση, ή

ii) διορισμό σύμφωνα με το άρθρο 45α, ή

iii) προαγωγή

εντός του οργάνου,

β) αν έχουν ληφθεί αιτήσεις για μετάθεση από υπαλλήλους του ίδιου βαθμού σε άλλα θεσμικά όργανα, και/ή

γ) αν έχει σταθεί αδύνατη η πλήρωση της κενής θέσης με τις προαναφερθείσες δυνατότητες των στοιχείων α) και β), αν πρέπει να ληφθούν υπόψη κατάλογοι κατάλληλων υποψηφίων υπό την έννοια του άρθρου 30, λαμβανομένων υπόψη, όπου είναι σκόπιμο, των σχετικών διατάξεων για τους κατάλληλους υποψηφίους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ, και/ή

δ) αν πρέπει να διεξαχθεί εσωτερικός διαγωνισμός στο θεσμικό όργανο, ανοιχτός μόνο σε μόνιμους και έκτακτους υπαλλήλους όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ή αν πρέπει να κινήσει τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει προσόντων ή εξετάσεων ή ταυτόχρονα βάσει προσόντων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμού καθορίζεται στο Παράρτημα III.

Η διαδικασία μπορεί επίσης να εφαρμόζεται για την κατάρτιση πίνακα επιτυχόντων για μελλοντική πρόσληψη.

Τηρώντας την αρχή ότι η μεγάλη πλειονότητα των υπαλλήλων προσλαμβάνεται βάσει γενικών διαγωνισμών, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίζει, κατά παρέκκλιση από το στοιχείο δ) και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να διοργανώσει εσωτερικό διαγωνισμό στο όργανο, ο οποίος θα είναι επίσης ανοικτός στους συμβασιούχους υπαλλήλους, όπως ορίζεται στα άρθρα 3α και 3β του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι υπάλληλοι της συγκεκριμένης κατηγορίας προσωπικού υπόκεινται σε περιορισμούς όσον αφορά αυτή τη δυνατότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 82 παράγραφος 7 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε σχέση με τα συγκεκριμένα καθήκοντα που είχαν δικαίωμα να εκτελούν ως έκτακτοι υπάλληλοι.

▼M112

2.  Για την πρόσληψη του ανώτερου στελεχικού δυναμικού (γενικοί διευθυντές και ισότιμοί τους των βαθμών AD 16 ή AD 15 και διευθυντές και ισότιμοί τους των βαθμών AD 15 ή AD 14), καθώς και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για θέσεις που απαιτούν ειδικά προσόντα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να υιοθετεί διαδικασία προσλήψεως διάφορη από τη διαδικασία διαγωνισμού.

3.  Τα όργανα δύνανται να οργανώνουν εσωτερικούς διαγωνισμούς για κάθε ομάδα καθηκόντων βάσει προσόντων και εξετάσεων για το ενδιαφερόμενο όργανο, οι οποίοι αφορούν τον βαθμό AST 6 ή υψηλότερο και τον βαθμό AD 9 ή υψηλότερο.

Οι διαγωνισμοί αυτοί είναι ανοικτοί μόνον στους έκτακτους υπαλλήλους του εν λόγω οργάνου οι οποίοι έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ . Τα όργανα απαιτούν από τους έκτακτους υπαλλήλους ως ελάχιστα προσόντα για τους διαγωνισμούς αυτούς τουλάχιστον δέκα έτη προϋπηρεσίας με την ιδιότητα του έκτακτου υπαλλήλου, και πρόσληψη στη θέση αυτή βάσει διαδικασίας επιλογής που να εξασφαλίζει την εφαρμογή των ίδιων προτύπων με εκείνα που εφαρμόζονται για την επιλογή υπαλλήλων, σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 4 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό. Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α) της παραγράφου 1, του παρόντος άρθρου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του οργάνου που προσέλαβε τον έκτακτο υπάλληλο, πριν από την πλήρωση κενής θέσης στο εν λόγω όργανο, εξετάζει τις περιπτώσεις μετάθεσης υπαλλήλου εντός του οργάνου παράλληλα με τους επιτυχείς υποψηφίους αυτών των εσωτερικών διαγωνισμών.

4.  Άπαξ ανά πενταετία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο οργανώνει έναν εσωτερικό διαγωνισμό βάσει προσόντων και εξετάσεων για κάθε ομάδα καθηκόντων, όσον αφορά τον βαθμό AST 6 ή υψηλότερο και τον βαθμό AD 9 ή υψηλότερο, σύμφωνα με τους όρους που εκτίθενται στην παράγραφο 3, δεύτερο εδάφιο.

▼M131

Άρθρο 30

Για κάθε διαγωνισμό, διορίζεται επιτροπή αξιολόγησης από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή. Αυτή η επιτροπή καταρτίζει πίνακα κατάλληλων υποψηφίων.

Η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή επιλέγει από τον πίνακα αυτόν τον ή τους υποψηφίους που διορίζει στις κενές θέσεις.

Οι υποψήφιοι αυτοί έχουν πρόσβαση σε επαρκή πληροφόρηση σχετικά με προσκλήσεις για την πλήρωση κατάλληλων θέσεων, που δημοσιεύουν τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί.

▼M112

Άρθρο 31

1.  Οι επιλεγέντες υποψήφιοι διορίζονται στο βαθμό της ομάδας καθηκόντων που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού στον οποίο έγιναν δεκτοί.

2.   ►M131  Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 παράγραφος 2, οι υπάλληλοι προσλαμβάνονται μόνο στους βαθμούς SC 1 έως SC 2, AST 1 έως AST 4 ή AD 5 έως AD 8. ◄ Ο βαθμός που αναφέρεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού καθορίζεται από το όργανο σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τον στόχο της πρόσληψης υπαλλήλων με τα υψηλότερα προσόντα, όπως ορίζονται στο άρθρο 27·

β) την ποιότητα της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας.

Για την κάλυψη ειδικών αναγκών των οργάνων, μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη, κατά την πρόσληψη υπαλλήλων, οι συνθήκες της αγοράς εργασίας που επικρατούν στην ►M128   ►C9  Ένωση. ◄  ◄

3.  Παρά την παράγραφο 2, το όργανο μπορεί, ενδεχομένως, να επιτρέπει τη διοργάνωση διαγωνισμού για τους βαθμούς AD 9, AD 10, AD 11 ή, κατ' εξαίρεση, για το βαθμό AD 12. Ο συνολικός αριθμός των υποψηφίων που διορίζονται σε κενές θέσεις των βαθμών αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20 % του συνολικού αριθμού των διορισμών που γίνονται στην ομάδα καθηκόντων AD ανά έτος σύμφωνα με το άρθρο 30, δεύτερο εδάφιο.

▼B

Άρθρο 32

Ο προσλαμβανόμενος υπάλληλος κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του.

▼M112

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, προκειμένου να λάβει υπόψη την επαγγελματική πείρα του ενδιαφερομένου, να του χορηγεί προσαύξηση αρχαιότητας 24 μηνών κατ' ανώτατο όριο. Εκδίδονται γενικές εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

▼M85

Ο έκτακτος υπάλληλος, η κατάταξη του οποίου καθορίστηκε σύμφωνα με τα κριτήρια κατάταξης που θεσπίστηκαν από ►M131  την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου, ◄ διατηρεί την αρχαιότητα κατά κλιμάκιο που είχε αποκτήσει ως έκτακτος υπάλληλος όταν διορίστηκε υπάλληλος στον ίδιο βαθμό αμέσως μετά την περίοδο αυτή.

▼B

Άρθρο 33

Πριν από το διορισμό του, ο υποψήφιος που έχει επιλεγεί υποβάλλεται σε ιατρική εξέταση από τον ιατρικό σύμβουλο του οργάνου, για να βεβαιωθεί το όργανο αυτό ότι ο υποψήφιος πληρεί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 28 περίπτωση ε).

▼M39

Αν η ιατρική εξέταση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο οδηγήσει σε αρνητική γνωμάτευση, ο υποψήφιος μπορεί να ζητήσει, μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από τη στιγμή που θα λάβει την κοινοποίηση εκ μέρους του οργάνου, να εξεταστεί η περίπτωσή του από ιατρική επιτροπή που απαρτίζεται από τρεις ιατρούς επιλεγμένους από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μεταξύ των ιατρικών συμβούλων των θεσμικών οργάνων. Ο ιατρικός σύμβουλος πoυ έκανε την πρώτη αρνητική γνωμάτευση ακούεται από την ιατρική επιτροπή. Ο υποψήφιος μπορεί να καταθέσει στην ιατρική επιτροπή τη γνωμάτευση ενός ιατρού δικής του επιλογής. Αν η γνωμάτευση της ιατρικής επιτροπής επιβεβαιώσει τα συμπεράσματα της ιατρικής εξέτασης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, οι ιατρικές αμοιβές και τα παρεπόμενα έξοδα βαρύνουν κατά το ήμισυ τον υποψήφιο.

▼M131

Άρθρο 34

1.  Κάθε υπάλληλος, για να μπορέσει να μονιμοποιηθεί, πρέπει να περάσει περίοδο δοκιμασίας εννέα μηνών. Η απόφαση για τη μονιμοποίηση υπαλλήλου λαμβάνεται με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή σχετικά με τη συμπεριφορά του δόκιμου υπαλλήλου σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ.

Όταν κατά τη διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας ο υπάλληλος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας, της άδειας μητρότητας που αναφέρεται στο άρθρο 58, ή ατυχήματος επί συνεχές χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μηνός, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να παρατείνει την περίοδο δοκιμασίας κατά το αντίστοιχο διάστημα. Η συνολική διάρκεια της περιόδου δοκιμασίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους 15 μήνες.

2.  Σε περίπτωση έκδηλης ανικανότητας δόκιμου υπαλλήλου, είναι δυνατόν να συνταχθεί έκθεση σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας.

Η έκθεση αυτή γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο ο οποίος μπορεί, εντός οκτώ εργάσιμων ημερών, να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του. Η έκθεση και οι παρατηρήσεις διαβιβάζονται αμέσως από τον ιεραρχικά ανώτερο του δόκιμου υπαλλήλου στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία λαμβάνει, εντός τριών εβδομάδων, τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης για τις εκθέσεις κρίσης σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να απολύσει τον δόκιμο υπάλληλο πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, με προειδοποίηση ενός μηνός, ή να τοποθετήσει τον υπάλληλο σε άλλο τμήμα για το υπόλοιπο διάστημα της περιόδου δοκιμαστικής υπηρεσίας.

3.  Το αργότερο έναν μήνα πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας, καταρτίζεται έκθεση για την ικανότητα του δόκιμου υπαλλήλου να εκπληρώνει τα καθήκοντα που ανάγονται στη θέση του καθώς και την απόδοσή του και τη συμπεριφορά του στην υπηρεσία. Η έκθεση γνωστοποιείται στον δόκιμο υπάλληλο, ο οποίος μπορεί, εντός οκτώ εργάσιμων ημερών, να διατυπώσει εγγράφως τις παρατηρήσεις του.

Αν η έκθεση συνιστά απόλυση ή, κατ’ εξαίρεση, παράταση της περιόδου δοκιμασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, η έκθεση και οι παρατηρήσεις διαβιβάζονται αμέσως από τον ιεραρχικά ανώτερο του δόκιμου υπαλλήλου στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, η οποία λαμβάνει τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης για τις εκθέσεις κρίσης εντός τριών εβδομάδων, σχετικά με τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί.

Ο δόκιμος υπάλληλος του οποίου οι επαγγελματικές ικανότητες ή η συμπεριφορά δεν έχουν αποδειχτεί επαρκείς για τη μονιμοποίησή του απολύεται.

4.  Ο δόκιμος υπάλληλος που απολύεται, αν δεν έχει τη δυνατότητα να αναλάβει χωρίς καθυστέρηση επαγγελματική δραστηριότητα, λαμβάνει αποζημίωση που αντιστοιχεί στον βασικό μισθό τριών μηνών αν η διάρκεια υπηρεσίας του είναι μεγαλύτερη από ένα έτος, στον βασικό μισθό δύο μηνών αν η διάρκεια υπηρεσίας του είναι τουλάχιστον έξι μήνες, και στον βασικό μισθό ενός μηνός αν η διάρκεια υπηρεσίας του είναι μικρότερη από έξι μήνες.

5.  Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στον υπάλληλο που παραιτείται πριν από τη λήξη της περιόδου δοκιμασίας.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κατάσταση του υπαλλήλου

Άρθρο 35

Κάθε υπάλληλος ευρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α) ενεργός υπηρεσία·

β) απόσπαση·

γ) άδεια για προσωπικούς λόγους·

δ) διαθεσιμότητα·

ε) άδεια για εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων·

▼M112

στ) γονική άδεια ή άδεια για οικογενειακούς λόγους·

▼M131

ζ) απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

▼B



Τμήμα 1

ΕΝΕΡΓΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Άρθρο 36

Ενεργός υπηρεσία είναι η κατάσταση του υπαλλήλου που ασκεί, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV, τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση, στην οποία έχει τοποθετηθεί ή την οποία κατέχει προσωρινά.



Τμήμα 2

ΑΠΟΣΠΑΣΗ

Άρθρο 37

▼M23

Απόσπαση είναι η κατάσταση ►M56  του μόνιμου υπαλλήλου ◄ ο οποίος, με απόφαση της αρμοδίας για διορισμούς αρχής:

α) προς το συμφέρον της υπηρεσίας,

 ορίζεται για την προσωρινή κατάληψη θέσεως εκτός του οργάνου, στο οποίο ανήκει, ή

▼M112

 αναλαμβάνει προσωρινά να ασκήσει καθήκοντα παρά προσώπων που εκτελεί θητεία η οποία προβλέπεται από τις Συνθήκες ή παρ' εκλεγμένω Προέδρω ενός των οργάνων ή των οργανισμών ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ ή παρά πολιτική ομάδα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Επιτροπής των Περιφερειών ή παρ' ομάδα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

▼M85

 ορίζεται για την προσωρινή κατάληψη θέσης η οποία περιλαμβάνεται στον πίνακα προσωπικού που αμείβεται από τις πιστώσεις για έρευνες και επενδύσεις και στην οποία οι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό αρχές έχουν προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα·

▼M56

β) με αίτηση του:

 τίθεται στη διάθεση άλλου οργάνου ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ , ή

  ►M128   ►C9  τίθεται στη διάθεση ενός από τους οργανισμούς τους σχετικούς με την Ένωση ◄  ◄ που αναφέρονται σε πίνακα που θα καταρτιστεί με κοινή συμφωνία ►M131  των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων ◄ ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , αφού διατυπώσει τη γνώμη της η επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼B

Στην κατάσταση αυτή, ο υπάλληλος συνεχίζει να απολαύει, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 38 και 39, όλων των δικαιωμάτων του και να υπόκειται στις υποχρεώσεις του ως υπαλλήλου του οργάνου από το οποίο προέρχεται. ►M23  Εν τούτοις κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο περίπτωση α) δεύτερη παύλα ο υπάλληλος υπόκειται στις διατάξεις που ισχύουν για υπαλλήλους του ιδίου βαθμού με το βαθμό που έχει αυτός στη θέση στην οποία έχει αποσπασθεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί συντάξεως που προβλέπονται στο άρθρο 77 τρίτη παράγραφος. ◄

▼M112

Κάθε εν ενεργεία υπάλληλος ή υπάλληλος ευρισκόμενος σε άδεια για προσωπικούς λόγους δύναται να υποβάλει αίτηση απόσπασης ή είναι δυνατόν να του προταθεί απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Μόλις αποσπασθεί ο υπάλληλος, λήγει η άδεια για προσωπικούς λόγους.

▼B

Άρθρο 38

Η απόσπαση προς το συμφέρον της υπηρεσίας διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:

α) αποφασίζεται από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερόμενου·

β) η διάρκειά της ορίζεται από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή·

γ) μετά το τέλος κάθε εξάμηνης περιόδου, ο ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει τη λήξη της αποσπάσεώς του·

▼M23

δ) ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί δυνάμει των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 37 περίπτωση α) πρώτη παύλα έχει δικαίωμα εξισώσεως του μισθού όταν η θέση στην οποία έχει αποσπασθεί περιλαμβάνει συνολική αμοιβή κατώτερη από αυτή που αναλογεί στο βαθμό και το κλιμάκιό του στο όργανο από το οποίο προέρχεται· δικαιούται επίσης της επιστροφής του συνόλου των προσθέτων δαπανών που συνεπάγεται η απόσπασή του·

ε) ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί δυνάμει των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 37 περίπτωση α) πρώτη παύλα συνεχίζει να καταβάλλει τις εισφορές κατά το σύστημα συνταξιοδοτήσεως βάσει του μισθού ενεργού υπηρεσίας που αναλογεί στο βαθμό και το κλιμάκιό του στο όργανο από το οποίο προέρχεται·

▼B

στ) ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί διατηρεί τη θέση του, τα δικαιώματά του ως προς την προαγωγή κατά κλιμάκιο και την προαγωγή κατά βαθμό·

ζ) κατά τη λήξη της αποσπάσεως, ο υπάλληλος επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως.

Άρθρο 39

Η απόσπαση κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:

α) αποφασίζεται από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, η οποία ορίζει τη διάρκεια της αποσπάσεως·

β) εντός ποθεσμίας έξι μηνών από της αναλήψεως καθηκόντων, ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει τη λήξη της αποσπάσεώς του· στην περίπτωση αυτή επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως·

γ) μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής, δύναται να αντικατασταθεί, στη θέση που κατείχε·

▼M23

δ) κατά τη διάρκεια της αποσπάσεως αυτής οι εισφορές κατά το σύστημα συνταξιοδοτήσεως καθώς και τα ενδεχόμενα δικαιώματα συνταξιοδοτήσεως υπολογίζονται βάσει του μισθού ενεργού υπηρεσίας που αναλογεί στο βαθμό και το κλιμάκιό του στο όργανο από το οποίο προέρχεται. ►M56  Πάντως, ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφος 1 σημείο β) δεύτερη περίπτωση, και μπορεί να αποκτήσει δικαιώματα συνταξιοδότησης από τον οργανισμό στον οποίο έχει αποσπασθεί, παύει, κατά τη διάρκεια της απόσπασης του, να συμμετέχει στο καθεστώς συντάξεων του οργάνου από το οποίο προέρχεται. ◄

Για τον υπάλληλο ο οποίος κρίνεται ανάπηρος κατά τη διάρκεια της απόσπασης που προβλέπεται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 σημείο β) δεύτερη περίπτωση, καθώς και για τα πρόσωπα που έλκουν δικαιώματα από υπάλληλο που απεβίωσε κατά την ίδια περίοδο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης όσον αφορά ►M112  το επίδομα αναπηρίας ή τη σύνταξη επιζώντων ◄ , αφού αφαιρεθούν τα ποσά που θα του έχουν καταβληθεί για τον ίδιο λόγο και για την ίδια περίοδο από τον οργανισμό στον οποίο είχε αποσπαστεί ο υπάλληλος.

Η διάταξη αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να δικαιούνται ο υπάλληλος ή οι έλκοντες δικαιώματα από αυτόν συνολική σύνταξη μεγαλύτερη από το ανώτατο ποσό της σύνταξης που θα τους κατεβάλετο βάσει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

▼M112

ε) Κατά το διάστημα της απόσπασής του, ο υπάλληλος διατηρεί τα δικαιώματα προαγωγής του κατά κλιμάκιο.

▼M23

►M112  στ) ◄  μετά τη λήξη της αποσπάσεως, ο υπάληλος επαναφέρεται υποχρεωτικά, ευθύς ως υπάρξει κενή θέση, σε θέση ►M112  της ομάδας καθηκόντων που ανήκει ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι κατέχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται, διατηρεί τα δικαιώματά του για επαναφορά, με την ίδια προϋπόθεση, ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση ►M112  της ομάδας καθηκόντων που ανήκει ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του· σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως δύναται να παυθεί μετά από διαβούλευση με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επαναφοράς του παραμένει σε κατάσταση αποσπάσεως άνευ αποδοχών.

▼B



Τμήμα 3

ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

Άρθρο 40

1.   ►M56  Ο μόνιμος υπάλληλος ◄ δύναται, κατ' εξαίρεση και κατόπιν αιτήσεώς του, να πάρει άδεια χωρίς αποδοχές για προσωπικούς λόγους.

▼M131

1α.  Το άρθρο 12β συνεχίζει να εφαρμόζεται κατά την περίοδο άδειας για προσωπικούς λόγους. Η άδεια δυνάμει του άρθρου 12β δεν χορηγείται σε έκτακτο υπάλληλο προκειμένου αυτός να αναλάβει μια επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη, η οποία περιλαμβάνει την εκπροσώπηση συμφερόντων ή την υπεράσπιση έναντι του οργάνου του και η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση ή σε πιθανότητα σύγκρουσης με τα νόμιμα συμφέροντα του οργάνου του.

▼M112

2.  Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15, η άδεια διαρκεί μόνον ένα έτος. Η άδεια μπορεί να παρατείνεται περισσότερες φορές.

Κάθε περίοδος παράτασης δεν δύναται να υπερβαίνει το ένα έτος. Η συνολική διάρκεια της άδειας για προσωπικούς λόγους δεν μπορεί να υπερβαίνει τα ►M131  12 έτη ◄ στο σύνολο της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου.

Εντούτοις, όταν η άδεια ζητείται για να μπορέσει ο υπάλληλος:

i) να αναθρέψει παιδί που θεωρείται συντηρούμενο από τον υπάλληλο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2 του Παραρτήματος VII, και έχει σοβαρό διανοητικό ή σωματικό μειονέκτημα που έχει πιστοποιηθεί από τον ιατρό σύμβουλο του οργάνου και το οποίο απαιτεί διαρκή παρακολούθηση ή φροντίδα· ή

▼M131

ii) να ακολουθήσει την(τον) σύζυγό του(της), επίσης υπάλληλο ή μέλος του λοιπού προσωπικού της Ένωσης, που υποχρεούται, λόγω των καθηκόντων της(του), να έχει τη συνήθη διαμονή της(του) σε τέτοια απόσταση από τον τόπο υπηρεσίας του ενδιαφερομένου ώστε η εγκατάσταση κοινής συζυγικής στέγης στον συγκεκριμένο τόπο να δημιουργεί προβλήματα στον αιτούντα υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ή

▼M131

iii) να συνδράμει την(τον) σύζυγό του(της), ανιόντα ή κατιόντα συγγενή, αδελφό ή αδελφή σε περίπτωση ιατρικά πιστοποιημένης σοβαρής ασθένειας ή αναπηρίας,

▼M112

η άδεια μπορεί να παρατείνεται απεριόριστα, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο κάθε παράτασης, εξακολουθούν να πληρούνται οι όροι που δικαιολόγησαν τη χορήγηση της άδειας.

▼B

3.  Κατά τη διάρκεια της αδείας του ο υπάλληλος παύει να απολαμβάνει του δικαιώματος προαγωγής κατά κλιμάκιο και προαγωγής κατά βαθμό· η συμμετοχή του στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, καθώς και η κάλυψη έναντι των αντιστοίχων κινδύνων, αναστέλλονται.

▼M39

►M112  Ωστόσο, ο υπάλληλος ο οποίος δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα δύναται, με αίτηση που υποβάλλει το αργότερο εντός μηνός από την έναρξη της άδειας για προσωπικούς λόγους, να συνεχίσει να απολαύει της κάλυψης που προβλέπεται σε αυτά τα άρθρα, υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλει τις εισφορές που είναι αναγκαίες για την κάλυψη των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 72, παράγραφος 1 και στο άρθρο 73, παράγραφος 1, κατά το ήμισυ το πρώτο έτος της αδείας για προσωπικούς λόγους και εξ ολοκλήρου κατά την υπόλοιπη διάρκεια της αδείας αυτής. Πάντως, δεν δύναται να απολαύει κάλυψης κατά των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 73, εφόσον δεν καλύπτεται επίσης έναντι των κινδύνων που αναφέρονται στο άρθρο 72. Οι εισφορές υπολογίζονται βάσει του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου. ◄ Εξάλλου, ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να αποκτήσει δικαιώματα σύνταξης στα πλαίσια άλλου συνταξιοδοτικού συστήματος μπορεί, με αίτησή του, να συνεχίσει να αποκτά νέα δικαιώματα σύνταξης για μέγιστη περίοδο ενός έτους, με την επιφύλαξη καταβολής συνεισφοράς τριπλάσιας του ποσού που προβλέπεται ►M56  στο άρθρο 83 παράγραφος 2· οι εισφορές υπολογίζονται επί του βασικού μισθού του υπαλλήλου που αντιστοιχεί στο βαθμό και στο κλιμάκιο του. ◄

▼B

4.  Η άδεια για προσωπικούς λόγους διέπεται από τους ακόλουθους κανόνες:

α) χορηγείται κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή·

β) η ανανέωσή της πρέπει να ζητηθεί δύο μήνες πριν από τη λήξη του χρόνου αδείας·

γ) ο υπάλληλος δύναται να αντικατασταθεί, στη θέση που κατείχε·

▼M23

δ) μετά τη λήξη της αδείας για προσωπικούς λόγους ο υπάλληλος επαναφέρεται υποχρεωτικά, ευθύς ως υπάρξει πρώτη κενή θέση, σε θέση ►M112  της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται διατηρεί τα δικαιώματά του για επαναφορά με την ίδια προϋπόθεση, ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση, σε θέση ►M112  της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του· σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως δύναται να παυθεί μετά από διαβούλευση με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επαναφοράς του ►M112  ή της απόσπασής του ◄ ο υπάλληλος παραμένει σε κατάσταση αδείας για προσωπικούς λόγους άνευ αποδοχών.

▼B



Τμήμα 4

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ

Άρθρο 41

1.  Διαθεσιμότητα είναι η κατάσταση του υπαλλήλου, ο οποίος θίγεται από μέτρα περιορισμού, του αριθμού των θέσεων στο όργανο στο οποίο ανήκει.

2.  Ο περιορισμός του αριθμού των θέσεων σε ένα βαθμό αποφασίζεται από την αρμοδία επί του προϋπολογισμού αρχή, στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού.

Η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως προσδιορίζει τη φύση των θέσεων που θίγονται από τα μέτρα αυτά.

Η αρμοδία για τους διορισμούς αρχή συντάσσει τον κατάλογο των υπαλλήλων που θίγονται από τα μέτρα αυτά κατόπιν γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως και λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα, την απόδοση, τη συμπεριφορά στην υπηρεσία, την οικογενειακή κατάσταση και την αρχαιότητα των υπαλλήλων. Κάθε υπάλληλος που κατέχει μία από τις θέσεις που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο και επιθυμεί να τεθεί σε διαθεσιμότητα εγγράφεται αυτεπαγγέλτως στον κατάλογο αυτό.

Οι υπάλληλοι που αναφέρονται στον κατάλογο αυτό τίθενται σε διαθεσιμότητα με απόφαση της αρμοδίας για διορισμούς αρχής.

3.  Στην κατάσταση αυτή, ο υπάλληλος παύει να ασκεί τα καθήκοντά του και να απολαύει των δικαιωμάτων του για αμοιβή και προαγωγή κατά κλιμάκιο, αλλά συνεχίζει, κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν δύναται να υπερβεί τα 5 έτη, να αποκτά νέα δικαιώματα συντάξεως λόγω αρχαιότητας βάσει του μισθού που αναλογεί στο βαθμό και στο κλιμάκιό του.

Κατά τη διάρκεια περιόδου δύο ετών από, τότε που έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα, ο υπάλληλος αυτός έχει δικαίωμα προτεραιότητος για επαναφορά σε κάθε θέση ►M112  της ομάδας καθηκόντων του ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του, η οποία κενούται ή έχει πρόσφατα δημιουργηθεί, με την επιφύλαξη ότι κατέχει τις απαιτούμενες ικανότητες.

Ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα λαμβάνει αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα IV.

▼M23

Το ποσό των εσόδων που εισπράττονται από τον ενδιαφερόμενο στα νέα του καθήκοντα κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής αφαιρείται από την αποζημίωση που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο στο μέτρο που τα έσοδα αυτά, προστιθέμενα στην αποζημίωση αυτή, υπερβαίνουν τις τελευταίες συνολικές αποδοχές του υπαλλήλου οι οποίες έχουν καθοριθεί βάσει του ισχύοντα πίνακα των μισθών την πρώτη ημέρα του μηνός για τον οποίο πρόκειται να γίνει η εκκαθάριση της αποζημιώσεως.

▼M62

Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να παρέχει τις γραπτές αποδείξεις που ενδεχομένως θα του ζητηθούν, καθώς και να κοινοποιεί στο όργανο κάθε στοιχείο που μπορεί να επιφέρει τροποποίηση των δικαιωμάτων του επί της παροχής αυτής.

▼M112

Στην αποζημίωση δεν εφαρμόζεται κανένας διορθωτικός συντελεστής.

Ωστόσο, στην αποζημίωση και τις τελευταίες συνολικές αποδοχές, όπως αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται ►C7  ο διορθωτικός συντελεστής που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5 στοιχείο α) του παραρτήματος ΧΙ, ◄ βάσει της ισοτιμίας που έχει καθορισθεί για το κράτος μέλος στο οποίο ο δικαιούχος αποδεικνύει ότι διαμένει, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος αυτό ήταν ο τελευταίος τόπος υπηρεσίας του δικαιούχου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν το νόμισμα του κράτους μέλους δεν είναι το ευρώ, η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών που προβλέπονται στο άρθρο 63 του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼B

4.  Μετά τη λήξη της περιόδου, κατά την οποία έχει γεννηθεί το δικαίωμα για αποζημίωση, ο υπάλληλος παύεται. Απολαύει ενδεχομένως συντάξεως λόγω αρχαιότητας σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως.

5.  Ο υπάλληλος, στον οποίο έχει προσφερθεί πριν από τη λήξη της διετούς περιόδου που προβλέπεται από την ανωτέρω παράγραφο 3 θέση που αντιστοιχεί στο βαθμό του και την έχει αρνηθεί χωρίς βάσιμο λόγο, δύναται, κατόπιν γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, να στερηθεί των δικαιωμάτων που απορρέουν από τις ανωτέρω διατάξεις και να παυθεί.



Τμήμα 5

ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΕΚΠΛΗΡΩΣΉ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

Άρθρο 42

Ο υπάλληλος που στρατεύεται, για να εκτελέσει τη νόμιμη θητεία του ή υποχρεούται να συμπληρώσει περίοδο στρατιωτικής εκπαιδεύσεως ή ανακαλείται υπό τα όπλα, τοποθετείται στην ειδική κατάσταση «άδεια για εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων».

Ο υπάλληλος που στρατεύεται για να εκτελέσει τη νόμιμη θητεία του, παύει να εισπράττει την αμοιβή του, αλλά συνεχίζει να απολαύει των διατάξεων του παρόντος κανονισμού που αφορούν την προαγωγή κατά κλιμάκιο και την προαγωγή κατά βαθμό. Ομοίως συνεχίζει να απολαύει των διατάξεων εκείνων που αφορούν τη σύνταξη, αν καταβάλει, μετά την αποδέσμευση από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, αναδρομικά την εισφορά του σύμφωνα με το σύστημα συνταξιοδοτήσεως.

Ο υπάλληλος που υποχρεούται να συμπληρώσει περίοδο στρατιωτικής εκπαιδεύσεως ή ανακαλείται υπό τα όπλα απολαύει, κατά τη διάρκεια της περιόδου της στατιωτικής του εκπαιδεύσεως ή της ανακλήσεως, των αποδοχών του, οι οποίες εν τούτοις μειώνονται κατά το ποσό του στρατιωτικού μισθού που εισπράττεται από τον ενδιαφερόμενο.

▼M112



Τμήμα 6

ΓΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

▼M131

Άρθρο 42α

Κάθε υπάλληλος δικαιούται, για κάθε παιδί, γονική άδεια ανώτατης διάρκειας έξι μηνών, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, την οποία πρέπει να λαμβάνει στο διάστημα των δώδεκα ετών μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία του παιδιού. Η διάρκεια της άδειας αυτής μπορεί να διπλασιάζεται για τους μόνους γονείς, που αναγνωρίζονται δυνάμει των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που εκδίδει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του κάθε θεσμικού οργάνου, και για γονείς συντηρούμενων τέκνων με αναπηρία ή με σοβαρή ασθένεια που έχει πιστοποιηθεί από τον ιατρικό σύμβουλο των θεσμικών οργάνων. Η ελάχιστη διάρκεια της άδειας που λαμβάνεται κάθε φορά δεν είναι μικρότερη από έναν μήνα.

Στη διάρκεια της γονικής άδειάς του, ο υπάλληλος εξακολουθεί να συμμετέχει στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης. Εξακολουθεί επίσης να αποκτά συνταξιοδοτικά δικαιώματα και διατηρεί το δικαίωμα του επιδόματος για συντηρούμενο τέκνο καθώς και του σχολικού επιδόματος. Επίσης, διατηρεί τη θέση του, το δικαίωμά του προαγωγής κατά κλιμάκιο και τη δυνατότητα βαθμολογικής εξέλιξής του. Η άδεια μπορεί να ληφθεί υπό τη μορφή είτε πλήρους παύσης της υπηρεσίας είτε ημιαπασχόλησης. Στην περίπτωση γονικής άδειας λαμβανομένης υπό τη μορφή ημιαπασχόλησης, η ανώτατη διάρκεια που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διπλασιάζεται. Κατά τη διάρκεια της γονικής αδείας του, ο υπάλληλος δικαιούται μηνιαίο επίδομα 911,73 EUR, ή ποσοστό 50 % του ποσού αυτού, στην περίπτωση ημιαπασχόλησης, αλλά δεν μπορεί να ασκεί καμία άλλη αμειβόμενη δραστηριότητα. Το όργανο καταβάλλει πλήρη εισφορά στο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, υπολογιζόμενη βάσει του βασικού μισθού του υπαλλήλου. Ωστόσο, στην περίπτωση αδείας υπό τη μορφή ημιαπασχόλησης, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στη διαφορά μεταξύ του πλήρους βασικού μισθού και του κατ’ αναλογία μειωμένου βασικού μισθού. Για το μέρος του βασικού μισθού που πράγματι καταβάλλεται, η εισφορά του υπαλλήλου υπολογίζεται με εφαρμογή των ίδιων εκατοστιαίων ποσοστών που θα εφαρμόζονταν στην περίπτωση πλήρους απασχόλησής του.

Το επίδομα ανέρχεται σε 1 215,63 EUR κατά μήνα ή σε ποσοστό 50 % του ποσού αυτού στην περίπτωση ημιαπασχόλησης, για τους αναφερόμενους στο πρώτο εδάφιο μόνους γονείς και τους γονείς συντηρούμενων τέκνων με αναπηρία ή με σοβαρή ασθένεια που έχει πιστοποιηθεί από τον ιατρικό σύμβουλο και στη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών της γονικής άδειας, όταν την άδεια αυτή λαμβάνει ο πατέρας στη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή οποιοσδήποτε από τους γονείς αμέσως μετά την άδεια μητρότητας, στη διάρκεια της άδειας λόγω υιοθεσίας ή αμέσως μετά την άδεια λόγω υιοθεσίας.

Η γονική άδεια μπορεί να παραταθεί κατά έξι μήνες με επίδομα που ανέρχεται στο 50 % του ποσού που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Για τους μόνους γονείς όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο, η γονική άδεια μπορεί να παραταθεί κατά δώδεκα μήνες, με επίδομα που ανέρχεται στο 50 % του ποσού που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο.

Τα αναφερόμενα στο παρόν άρθρο ποσά αναπροσαρμόζονται όπως και οι αποδοχές.

▼M112

Άρθρο 42β

Ο υπάλληλος δικαιούται να λαμβάνει άδεια για οικογενειακούς λόγους, χωρίς καταβολή του βασικού μισθού του, στην περίπτωση που ο/η σύζυγός του, ανιών ή κατιών του, αδελφός ή αδελφή του πάσχει από ιατρικά πιστοποιημένη σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία. Η συνολική διάρκεια της άδειας αυτής δεν υπερβαίνει τους εννέα μήνες για ολόκληρη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.

Εφαρμόζεται εν προκειμένω το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 42α.

▼M131



Τμήμα 7

ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Άρθρο 42γ

Το νωρίτερο πέντε έτη κατά μέγιστο πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης του μονίμου υπαλλήλου, αν ο υπάλληλος έχει τουλάχιστον 10 έτη υπηρεσίας, μπορεί να απομακρυνθεί από τη θέση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, λόγω οργανωτικών αναγκών που συνδέονται με την απόκτηση νέων ικανοτήτων μέσα στα θεσμικά όργανα.

Ο συνολικός αριθμός των μόνιμων υπαλλήλων οι οποίοι απομακρύνονται από τη θέση τους προς το συμφέρον της υπηρεσίας δεν υπερβαίνει το 5 % του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων όλων των οργάνων που συνταξιοδοτήθηκαν το προηγούμενο έτος. Ο συνολικός αριθμός που υπολογίζεται με τον τρόπο αυτό κατανέμεται στα θεσμικά όργανα με βάση τον αριθμό των υπαλλήλων καθενός στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους. Το αποτέλεσμα της κατανομής αυτής στρογγυλεύεται στον πλησιέστερο μεγαλύτερο ακέραιο για κάθε θεσμικό όργανο.

Η απομάκρυνση αυτή από τη θέση δεν συνιστά πειθαρχικό μέτρο.

Η διάρκεια της απομάκρυνσης από τη θέση αντιστοιχεί κατά κανόνα στο διάστημα έως ότου ο υπάλληλος φτάσει στην ηλικία συνταξιοδότησης. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αποφασίσει να τερματίσει την απομάκρυνση από τη θέση και να επαναφέρει τον υπάλληλο στη θέση του.

Όταν ο υπάλληλος που έχει απομακρυνθεί από τη θέση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας φτάσει σε ηλικία συνταξιοδότησης, συνταξιοδοτείται αυτομάτως.

Η απομάκρυνση προς το συμφέρον της υπηρεσίας διέπεται από τους εξής κανόνες:

α) ο υπάλληλος μπορεί να αντικατασταθεί από άλλο υπάλληλο, στη θέση που κατείχε,

β) κατά τη διάρκεια της απομάκρυνσής του προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ο υπάλληλος παύει να έχει δικαίωμα προαγωγής κατά κλιμάκιο και προαγωγής κατά βαθμό.

Ο υπάλληλος που έχει απομακρυνθεί από τη θέση του λαμβάνει αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με το παράρτημα IV.

Αν υπάρξει σχετικό αίτημα από τον υπάλληλο, η αποζημίωση υπόκειται σε εισφορές υπέρ του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, υπολογιζόμενες με βάση την αποζημίωση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος υπηρεσίας του υπαλλήλου υπό καθεστώς απομάκρυνσης από τη θέση του προ το συμφέρον της υπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό του υπολογισμού των ετών συντάξιμης υπηρεσίας υπό την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VIII.

Η αποζημίωση δεν υπόκειται σε διορθωτικό συντελεστή.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Βαθμολόγηση, προαγωγή κατά κλιμάκιο και προαγωγή κατά βαθμό

▼M131

Άρθρο 43

Η ικανότητα, η απόδοση και η συμπεριφορά κάθε υπαλλήλου στην υπηρεσία αποτελούν το αντικείμενο ετήσιας εκθέσεως, κατά τα προβλεπόμενα, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε οργάνου, σύμφωνα με το άρθρο 110. Η έκθεση αυτή αναφέρει αν το επίπεδο απόδοσης του υπαλλήλου ήταν ικανοποιητικό ή όχι. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου θεσπίζει διατάξεις με τις οποίες παρέχεται το δικαίωμα για κατάθεση προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας των εκθέσεων, το οποίο πρέπει να ασκείται πριν από την υποβολή αιτήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 90 παράγραφος 2.

Από τον πέμπτο βαθμό της ομάδας AST, η έκθεση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει γνώμη για το κατά πόσο, με βάση την επίδοσή του, ο υπάλληλος διαθέτει την απαιτούμενη ικανότητα για την ανάληψη καθηκόντων υπαλλήλου διοικήσεως.

Η έκθεση αυτή γνωστοποιείται στον υπάλληλο. Αυτός μπορεί να υποβάλει κάθε παρατήρηση που θεωρεί χρήσιμη επί αυτής.

Άρθρο 44

Υπάλληλος που έχει συμπληρώσει διετία σε κλιμάκιο του βαθμού του προάγεται αυτόματα στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού αυτού, εκτός εάν η επίδοσή του έχει αξιολογηθεί μη ικανοποιητική σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 43. Ο υπάλληλος προάγεται στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού του εντός τεσσάρων ετών το αργότερο, εκτός εάν εφαρμοστεί η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 51 παράγραφος 1.

Εάν ο υπάλληλος τοποθετηθεί σε θέση προϊσταμένου μονάδας, διευθυντή ή γενικού διευθυντή, ενώ παραμένει στον ίδιο βαθμό, και εφόσον η επίδοσή του έχει κριθεί ικανοποιητική κατά την έννοια του άρθρου 43 κατά τους πρώτους εννέα μήνες από την τοποθέτησή του, απολαύει προαγωγής, κατά ένα κλιμάκιο στον βαθμό αυτό, αναδρομικά, κατά την έναρξη της τοποθέτησης. Η προαγωγή αυτή συνεπάγεται αύξηση του μηνιαίου βασικού μισθού του αντίστοιχη προς την εκατοστιαία μισθολογική διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κλιμακίου κάθε βαθμού. Αν το ποσό της αύξησης είναι κατώτερο της διαφοράς αυτής ή αν ο υπάλληλος κατέχει τότε ήδη το τελευταίο κλιμάκιο του βαθμού του, λαμβάνει προσαύξηση του βασικού μισθού ίση με την αύξηση μεταξύ πρώτου και δευτέρου κλιμακίου μέχρις ενάρξεως ισχύος της επόμενης προαγωγής του.

▼M112

Άρθρο 45

▼M131

1.  Η προαγωγή απονέμεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής με βάση το άρθρο 6 παράγραφος 2. Οι υπάλληλοι μπορούν να προάγονται μόνον εφόσον κατέχουν θέση που αντιστοιχεί σε έναν από τους τύπους θέσης που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α για τον αμέσως ανώτερο βαθμό, εκτός αν εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4 και στο άρθρο 29 παράγραφος 1. Η προαγωγή συνεπάγεται για τον υπάλληλο την τοποθέτησή του στον αμέσως ανώτερο βαθμό της ομάδας καθηκόντων στην οποία ανήκει. Η προαγωγή απονέμεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δύο έτη στον βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων. Για τη συγκριτική εξέταση των προσόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή λαμβάνει ιδίως υπόψη τις εκθέσεις των υπαλλήλων, τη χρήση, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, άλλων γλωσσών εκτός από τη γλώσσα για την οποία έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν εις βάθος γνώση σύμφωνα με το άρθρο 28 στοιχείο στ), και το επίπεδο των ευθυνών που αναλαμβάνουν.

▼M112

2.  Οι υπάλληλοι υποχρεούνται να αποδεικνύουν, πριν από την πρώτη μετά την πρόσληψη προαγωγή τους την ικανότητά τους να ασκούν τα καθήκοντά τους σε μια τρίτη γλώσσα μεταξύ εκείνων που αναφέρονται στο ►M131  άρθρο 55 παράγραφος 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ◄ ►M131  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου εκδίδει, ◄ κοινούς κανόνες, με συμφωνία μεταξύ τους, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν την πρόσβαση των υπαλλήλων στην κατάρτιση σε μια τρίτη γλώσσα και καθορίζουν τις λεπτομέρειες για την αξιολόγηση της ικανότητας των υπαλλήλων να ασκούν τα καθήκοντά τους σε μια τρίτη γλώσσα σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο δ) του Παραρτήματος III.

Άρθρο 45α

1.  Κατά παρέκκλιση του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχεία β) και γ), υπάλληλος της ομάδας καθηκόντων AST και από τον 5ο βαθμό, μπορεί να διορισθεί σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) έχει επιλεγεί σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για να συμμετάσχει σε πρόγραμμα υποχρεωτικής κατάρτισης κατά τα αναφερόμενα στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου·

β) έχει ολοκληρώσει πρόγραμμα κατάρτισης που καθορίσθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και περιλαμβάνει μια σειρά υποχρεωτικών ενοτήτων και

γ) περιλαμβάνεται στον πίνακα, τον καταρτισμένο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, των υποψηφίων οι οποίοι έχουν επιτύχει σε προφορική και γραπτή εξέταση που πιστοποιεί ότι παρακολούθησε επιτυχώς το πρόγραμμα κατάρτισης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου. Το περιεχόμενο των εξετάσεων αυτών καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Παραρτήματος III.

2.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή συντάσσει σχέδιο καταλόγου των υπαλλήλων της ομάδας AST που επιλέγονται για να συμμετάσχουν στο ανωτέρω πρόγραμμα κατάρτισης, βάσει ►M131  των οικείων ετήσιων εκθέσεων ◄ που αναφέρονται στο άρθρο 43 και του επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισής τους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ανάγκες των υπηρεσιών. Το εν λόγω σχέδιο υποβάλλεται σε επιτροπή ίσης εκπροσώπησης προς γνωμοδότηση.

Η εν λόγω επιτροπή μπορεί να ακούσει τους υπαλλήλους που έχουν υποβάλει αίτηση συμμετοχής στο ως άνω πρόγραμμα κατάρτισης, καθώς και εκπροσώπους της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Εκδίδει, κατά πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη για το σχέδιο καταλόγου που προτείνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εγκρίνει τον κατάλογο των υπαλλήλων που έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν στο ως άνω πρόγραμμα κατάρτισης.

3.  Ο διορισμός σε θέση της ομάδας καθηκόντων AD δεν έχει επίπτωση στο βαθμό και στο κλιμάκιο που κατέχει ο υπάλληλος τη στιγμή του διορισμού.

4.  Ο αριθμός των διορισμών σε θέσεις της ομάδας καθηκόντων AD κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20 % του συνολικού αριθμού διορισμών που γίνονται κατ' έτος σύμφωνα με το άρθρο 30, δεύτερο εδάφιο.

5.   ►M131  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου θεσπίζει ◄ τις γενικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 110.

Άρθρο 46

Ο υπάλληλος που διορίζεται σε ανώτερο βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 45 κατατάσσεται στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού αυτού. Ωστόσο, όταν διορίζονται σε ανώτερο βαθμό σύμφωνα με το άρθρο 45, οι υπάλληλοι των βαθμών AD 9 έως AD 13 οι οποίοι ασκούν τα καθήκοντα προϊσταμένου μονάδας, κατατάσσονται στο δεύτερο κλιμάκιο του νέου βαθμού τους. Η ίδια διάταξη εφαρμόζεται στον υπάλληλο ο οποίος:

α) προαγόμενος διορίζεται διευθυντής ή γενικός διευθυντής· ή

β) είναι διευθυντής ή γενικός διευθυντής και τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 44, δεύτερη παράγραφος, τελευταία πρόταση.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Οριστική λήξη των καθηκόντων

Άρθρο 47

Η λήξη των καθηκόντων είναι αποτέλεσμα:

α) της παραιτήσεως·

β) της παύσεως·

γ) της απομακρύνσεως από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας·

δ) της απολύσεως για επαγγελματική ανεπάρκεια·

ε) της ανακλήσεως·

στ) της συνταξιοδοτήσεως·

ζ) του θανάτου.



Τμήμα 1

Παραίτηση

Άρθρο 48

Η παραίτηση που υποβάλλεται από τον υπάλληλο δύναται να επέλθει μόνο με έγγραφη πράξη του ενδιαφερομένου που εκφράζει τη σαφή επιθυμία του να παύσει οριστικά κάθε δραστηριότητα στο όργανο.

Η απόφαση της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής που οριστικοποιεί την παραίτηση πρέπει να ληφθεί εντός προθεσμίας ενός μήνα από την παραλαβή της επιστολής παραιτήσεως. ►M23  Εν τούτοις η άρμόδια για διορισμούς αρχή δύναται να αρνηθεί την παραίτηση αν κατά την ημερομηνία παραλαβής της επιστολής παραιτήσεως εκκρεμεί πειθαρχική διαδικασία κατά του υπαλλήλου ή πρόκειται να αρχίσει διαδικασία εντός των επομένων τριάντα ημερών. ◄

▼M112

Η παραίτηση αρχίζει να ισχύει κατά την ημερομηνία που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή· η ημερομηνία αυτή για τους υπαλλήλους της ομάδας καθηκόντων ΑD δεν δύναται να ορίζεται σε χρόνο μεγαλύτερο από τρεις μήνες από εκείνη που είχε προτείνει ο υπάλληλος στην επιστολή παραιτήσεως και σε χρόνο μεγαλύτερο από ένα μήνα για τους υπαλλήλους ►M131  των ομάδων καθηκόντων AST και AST/SC. ◄

▼B



Τμήμα 2

Παύση

Άρθρο 49

Ο υπάλληλος δύναται να παυθεί από τα καθήκοντά του, μόνο στην περίπτωση που παύει να πληροί τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 28 περίπτωση α) και ►M23  στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα ►M112  ————— ◄ 39, 40 και 41 παράγραφοι 4 και 5 και στο άρθρο 14 δεύτερη παράγραφος του Παραρτήματος VIII. ◄

Η αιτιολογημένη απόφαση λαμβάνεται από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως και κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου.



Τμήμα 3

Απομάκρυνση από τη θέση προς το συμφέρον της υπηρεσίας

Άρθρο 50

►M112  Κάθε μέλος του ανώτερου στελεχικού δυναμικού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29, παράγραφος 2 ◄ δύναται να στερηθεί της θέσεως αυτής προς το συμφέρον της υπηρεσίας με απόφαση της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής.

Η απομάκρυνση αυτή από τη θέση δεν έχει χαρακτήρα πειθαρχικού μέτρου.

Ο υπάλληλος που έχει στερηθεί με τον τρόπο αυτό της θέσεώς του και δεν έχει τοποθετηθεί σε άλλη θέση ►M112  ————— ◄ που αντιστοιχεί στο βαθμό του απολαύει αποζημιώσεως που υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα IV.

▼M23

Το ποσό των εσόδων που εισπράττονται από τον ενδιαφερόμενο στα νέα του καθήκοντα κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής αφαιρείται από την αποζημίωση που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο στο μέτρο που τα έσοδα αυτά, προστιθέμενα στην αποζημίωση αυτή, υπερβαίνουν τις τελευταίες συνολικές αποδοχές του υπαλλήλου που έχουν καθορισθεί βάσει του πίνακα των μισθών που ισχύει κατά την πρώτη ημέρα του μηνός για τον οποίο πρόκειται να καταβληθεί η αποζημίωση.

▼M112

Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να παρέχει, κατόπιν αιτήματος, γραπτές αποδείξεις και να κοινοποιεί στο όργανο όπου ανήκει κάθε παράγοντα ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει το δικαίωμά του για αποζημίωση.

Η αποζημίωση δεν υπόκειται σε διορθωτικό συντελεστή.

Το άρθρο 45, τρίτη, τέταρτη και πέμπτη παράγραφος του Παραρτήματος VIII εφαρμόζεται κατ' αναλογία.

▼B

Μετά τη λήξη της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει γεννηθεί το δικαίωμα για την αποζημίωση αυτή ο υπάλληλος αποκτά το δικαίωμα συντάξεως, χωρίς να εφαρμοσθεί στην περίπτωση του η μείωση που προβλέπεται στο άρθρο 9 του παραρτήματος VIII, με την επιφύλαξη ότι έχει συμπληρώσει ►M131  το 58ο ◄ έτος της ηλικίας του.



Τμήμα 4

▼M112

Διαδικασίες για επαγγελματική ανεπάρκεια

▼M131

Άρθρο 51

1.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου καθορίζει τις διαδικασίες για την αναγνώριση, τον χειρισμό και την αντιμετώπιση των περιπτώσεων επαγγελματικής ανεπάρκειας έγκαιρα και με κατάλληλο τρόπο.

Κατά τη θέσπιση εσωτερικών διατάξεων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου τηρεί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α) υπάλληλος ο οποίος, με βάση τρεις διαδοχικές μη ικανοποιητικές ετήσιες εκθέσεις κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 43, συνεχίζει να μην παρουσιάζει βελτίωση όσον αφορά την επαγγελματική του επάρκεια, υποβιβάζεται κατά ένα βαθμό. Εάν, σύμφωνα με τις δύο επόμενες ετήσιες εκθέσεις, η επίδοσή του εξακολουθεί να κρίνεται μη ικανοποιητική, ο υπάλληλος απολύεται,

β) κάθε πρόταση περί υποβιβασμού ή απολύσεως υπαλλήλου εκθέτει τους λόγους που την αιτιολογούν και γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο. Η πρόταση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής υποβάλλεται στη συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 6.

2.  Ο υπάλληλος έχει το δικαίωμα πρόσβασης στον πλήρη ατομικό του φάκελο και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας. Για την προετοιμασία της υπεράσπισής του διαθέτει προθεσμία τουλάχιστον 15 ημερών, αλλά όχι μεγαλύτερη των 30 ημερών, από την ημερομηνία παραλαβής της πρότασης. Μπορεί να έχει τη συνδρομή προσώπου της επιλογής του. Ο υπάλληλος μπορεί να υποβάλλει γραπτές παρατηρήσεις. Καλείται να εκθέσει τις απόψεις του στη συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης. Ο υπάλληλος μπορεί επίσης να καλεί μάρτυρες.

3.  Το όργανο εκπροσωπείται ενώπιον της συμβουλευτικής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης από υπάλληλο ειδικά εντεταλμένο για τούτο από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Ο εν λόγω υπάλληλος απολαύει των ίδιων δικαιωμάτων όπως και ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος.

4.  Με βάση την πρόταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) και λαμβάνοντας υπόψη, ενδεχομένως, τις γραπτές και προφορικές δηλώσεις του ενδιαφερομένου υπαλλήλου ή των μαρτύρων, η συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης διατυπώνει, με πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη που αναφέρει το μέτρο που είναι κατά την κρίση της ενδεδειγμένο, υπό το φως των γεγονότων που αποδείχθηκαν κατόπιν αιτήσεώς της. Διαβιβάζει τη γνώμη αυτή στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία που της παραπέμφθηκε η υπόθεση. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία επί των αποφάσεων της συμβουλευτικής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης, εκτός εάν πρόκειται για διαδικαστικά ζητήματα ή σε περίπτωση ισοψηφίας των μελών.

5.  Ο απολυθείς για λόγους επαγγελματικής ανεπάρκειας υπάλληλος δικαιούται για το διάστημα που καθορίζεται στην παράγραφο 6 μηνιαία αποζημίωση λόγω απόλυσης ίση προς τον μηνιαίο βασικό μισθό υπαλλήλου πρώτου κλιμακίου του βαθμού AST 1. Ο υπάλληλος δικαιούται επίσης να λαμβάνει, για το ίδιο διάστημα, τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται στο άρθρο 67. Το επίδομα στέγης υπολογίζεται με βάση τον μηνιαίο βασικό μισθό υπαλλήλου βαθμού AST 1 σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραρτήματος VII.

Η αποζημίωση δεν καταβάλλεται στην περίπτωση που ο υπάλληλος παραιτηθεί μετά την έναρξη της διαδικασίας που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2, ή εφόσον δικαιούται ήδη την άμεση καταβολή πλήρους συντάξεως. Εάν δικαιούται επίδομα ανεργίας στο πλαίσιο εθνικού καθεστώτος προστασίας των ανέργων, το ποσό του εν λόγω επιδόματος αφαιρείται από την ανωτέρω αποζημίωση.

6.  Το διάστημα κατά το οποίο πραγματοποιούνται οι πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο 5 ανέρχεται σε:

α) τρεις μήνες αν, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για απόλυση, ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει πέντε έτη υπηρεσίας,

β) έξι μήνες, αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον πέντε αλλά λιγότερα από 10 έτη υπηρεσίας,

γ) εννέα μήνες, αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 10 αλλά λιγότερα από 20 έτη υπηρεσίας,

δ) 12 μήνες, αν ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 20 έτη υπηρεσίας.

7.  Στην περίπτωση υποβιβασμού για λόγους επαγγελματικής ανεπάρκειας, ο υπάλληλος μπορεί, μετά την πάροδο έξι ετών, να ζητήσει να διαγραφεί από τον ατομικό του φάκελο κάθε αναφορά στο μέτρο αυτό.

8.  Ο υπάλληλος δικαιούται επιστροφή των εύλογων εξόδων με τα οποία επιβαρύνθηκε με δική του πρωτοβουλία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής συνηγόρου υπερασπίσεώς του που δεν ανήκει στο όργανο, στην περίπτωση που η διαδικασία η οποία προβλέπεται στο παρόν άρθρο τερματιστεί χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση για απόλυση ή υποβιβασμό.

▼B



Τμήμα 5

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ

▼M131

Άρθρο 52

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50, ο υπάλληλος συνταξιοδοτείται:

α) αυτοδικαίως, την ημέρα του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει το 66ο έτος της ηλικίας του, ή

β) με αίτησή του, την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, εάν έχει φτάσει στην ηλικία συνταξιοδότησης ή είναι μεταξύ 58 ετών και της ηλικίας συνταξιοδότησης, εφόσον συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση σύνταξης που αρχίζει να καταβάλλεται αμέσως, σύμφωνα με το άρθρο 9 του παραρτήματος VIII. Το άρθρο 48 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίοδος εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

Ωστόσο, ο υπάλληλος μπορεί, κατόπιν αιτήσεώς του και υπό τον όρο ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή το κρίνει δικαιολογημένο από το συμφέρον της υπηρεσίας, να εξακολουθήσει να εργάζεται μέχρι την ηλικία των 67 ετών, ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέχρι την ηλικία των 70 ετών, οπότε συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει την ηλικία αυτή.

Εφόσον η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή αποφασίσει να επιτρέψει σε υπάλληλο να παραμείνει στην υπηρεσία πέρα από την ηλικία των 66 ετών, η άδεια αυτή αφορά μέγιστη διάρκεια ενός έτους. Μπορεί να ανανεωθεί μετά από αίτημα του υπαλλήλου.

▼B

Άρθρο 53

Ο υπάλληλος, για τον οποίο η επιτροπή αναπηρίας κρίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 78 ►M62  συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο διαπιστώνεται με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής η οριστική ανικανότητα του υπαλλήλου να ασκεί τα καθήκοντά του. ◄



Τμήμα 6

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΤΙΤΛΟΙ

Άρθρο 54

Στον υπάλληλο που παύει οριστικά να ασκεί τα καθήκοντά του δύναται να απονεμηθεί επίτιμος τίτλος ►M112  είτε στον βαθμό στον οποίο ευρίσκεται είτε στον αμέσως ανώτερο βαθμό ◄ , με απόφαση της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής.

Το μέτρο αυτό δεν συνεπάγεται κανένα χρηματικό πλεονέκτημα.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΟΡΟΙ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Διάρκεια εργασίας

Άρθρο 55

►M131  1. ◄   Οι εν ενεργεία υπάλληλοι είναι διαρκώς στη διάθεση του οργάνου, στο οποίο ανήκουν.

►M131  2. ◄    ►M131  Η κανονική διάρκεια εργασίας κυμαίνεται μεταξύ 40 και 42 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ το ωράριο εργασίας καθορίζεται από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή. ◄ Εντός των ιδίων ορίων η αρχή αυτή δύναται, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή του προσωπικού, να καθορίζει ωράρια κατάλληλα για ορισμένες ομάδες υπαλλήλων που εκτελούν ειδικό έργο.

 

Επίσης, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες ή τις απαιτήσεις των κανόνων ασφάλειας στον τόπο της εργασίας, ο υπάλληλος ►M31  ————— ◄ , είναι δυνατό να υποχρεωθεί να παραμείνει στη διάθεση της υπηρεσίας στον τόπο της εργασίας ή στην οικία του πέρα από την κανονική διάρκεια της εργασίας του. ►M131  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου καθορίζει τους κανόνες εφαρμογής του παρόντος εδαφίου μετά από διαβουλεύσεις με την Επιτροπή Προσωπικού. ◄

 ◄

▼M131

4.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου μπορεί να θεσπίσει ρυθμίσεις ελαστικού ωραρίου. Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές, δεν χορηγούνται ολόκληρες εργάσιμες ημέρες για υπαλλήλους βαθμού AD/AST 9 ή υψηλότερου. Οι ρυθμίσεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε υπαλλήλους στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 44 δεύτερο εδάφιο. Οι υπάλληλοι αυτοί οργανώνουν τον χρόνο εργασίας τους σε συμφωνία με τους προϊσταμένους τους.

▼M112

Άρθρο 55α

1.  Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να παρέχει τη σχετική άδεια, εφόσον αυτό συμβιβάζεται με το συμφέρον της υπηρεσίας.

▼M131

2.  Η άδεια αυτή παρέχεται αυτοδικαίως στον υπάλληλο, στις εξής περιπτώσεις:

α) για να παρέχει φροντίδα σε συντηρούμενο τέκνο ηλικίας κάτω των 9 ετών,

β) για να παρέχει φροντίδα σε συντηρούμενο τέκνο ηλικίας 9 έως 12 ετών, εφόσον η μείωση του χρόνου εργασίας δεν υπερβαίνει το 20 % της κανονικής διάρκειας εργασίας,

γ) για να παρέχει φροντίδα σε συντηρούμενο τέκνο έως ότου συμπληρώσει την ηλικία των 14 ετών, όταν ο υπάλληλος είναι μόνος γονέας,

δ) σε εξαιρετικά δύσκολες περιπτώσεις, για να παρέχει φροντίδα σε συντηρούμενο τέκνο μέχρι να φτάσει σε ηλικία 14 ετών, εφόσον η μείωση του χρόνου εργασίας δεν υπερβαίνει το 5 % της κανονικής διάρκειας εργασίας. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 3 του παραρτήματος IVα. Στην περίπτωση που απασχολούνται στην υπηρεσία της Ένωσης και οι δύο γονείς, μόνον ο ένας δικαιούται τη μείωση αυτή,

ε) για να παρέχει φροντίδα στον/στη σύζυγο, σε ανιόντα, σε κατιόντα, σε αδελφό ή σε αδελφή με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία,

στ) για την παρακολούθηση συμπληρωματικής κατάρτισης ή

ζ) κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδότησης, αλλά όχι πριν από την ηλικία των 58 ετών.

Όταν ζητείται μειωμένο ωράριο για τη συμμετοχή σε μετεκπαίδευση, ή κατά τα τελευταία τρία έτη πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης, αλλά όχι πριν από την ηλικία των 58, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει έγκριση ή να αναβάλει την έναρξη εφαρμογής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για υπερέχοντες λόγους υπηρεσιακού συμφέροντος.

Όταν αυτό το δικαίωμα για χορήγηση άδειας ασκείται για την παροχή φροντίδας στον/στη σύζυγο, σε ανιόντα, σε κατιόντα, σε αδελφό ή σε αδελφή με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία, ή για την παρακολούθηση συμπληρωματικής κατάρτισης, η σωρευτική διάρκεια των διαστημάτων εργασίας με μειωμένο ωράριο περιορίζεται σε πέντε έτη για όλη τη σταδιοδρομία του υπαλλήλου.

▼M112

3.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απαντά στο αίτημα του υπαλλήλου εντός 60 ημερών.

4.  Οι κανόνες που διέπουν την εργασία με μειωμένο ωράριο και η διαδικασία χορήγησης της άδειας καθορίζονται στο Παράρτημα IVα.

▼M112

Άρθρο 55β

Ο υπάλληλος δύναται να ζητήσει την άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, υπό τη μορφή επιμερισμένης απασχόλησης, σε θέση την οποία η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει προσδιορίσει ως κατάλληλη για τον σκοπό αυτό. Η άδεια εργασίας με μειωμένο ωράριο υπό τη μορφή επιμερισμένης απασχόλησης δεν περιορίζεται χρονικά. Ωστόσο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να την ανακαλέσει προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με προειδοποίηση προς τον υπάλληλο έξι μηνών. Ομοίως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να ανακαλέσει την άδεια, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, με προειδοποίηση έξι μηνών τουλάχιστον. Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος δύναται να μετατεθεί σε άλλη θέση.

Εφαρμόζονται το άρθρο 59α και το άρθρο 3 του Παραρτήματος IVα, πλην της τρίτης προτάσεως της παραγράφου 2.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να θεσπίζει λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

▼B

Άρθρο 56

Ο υπάλληλος δύναται να υποχρεωθεί να εργασθεί υπερωριακά μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις ή περιπτώσεις εξαιρετικού φόρτου εργασίας· η νυκτερινή εργασία, καθώς και η εργασία τις Κυριακές ή τις αργίες δύναται να επιτρέπεται μόνο κατά τη διαδικασία που έχει αποφασισθεί από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή. Σε καμία περίπτωση ►M23  το σύνολο των υπερωριών που απαιτούνται από υπάλληλο δεν δύναται να υπερβαίνει τις 150 ώρες ανά εξάμηνο. ◄

Οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται από τους υπαλλήλους ►M112  της ομάδας καθηκόντων AD, καθώς και της ομάδας καθηκόντων AST βαθμού 5 έως 11 ◄ δεν παρέχουν δικαίωμα αποζημιώσεως ή αμοιβής.

▼M131

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα VI, οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται από τους υπαλλήλους των βαθμών SC 1 έως SC 6 και των βαθμών AST 1 έως AST 4 παρέχουν δικαίωμα χορηγήσεως αδείας αντισταθμιστικού χαρακτήρα ή δικαίωμα χορηγήσεως αμοιβής, αν οι ανάγκες της υπηρεσίας δεν επιτρέπουν τη χορήγηση αντισταθμιστικής αδείας κατά το δίμηνο που ακολουθεί τον μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι υπερωρίες.

▼M22

Άρθρο 56α

Ο υπάλληλος ►M30  ————— ◄ , μπορεί να δικαιούται αποζημίωση όταν στα πλαίσια συνεχούς εργασίας, την οποία αποφάσισε το Όργανο λόγω της υπηρεσιακής ανάγκης ή βάσει των κανόνων ασφαλείας στον τόπο εργασίας και την οποία το Όργανο θεωρεί ως συνήθη ή μόνιμη, υποχρεούται να εκτελεί εργασίες τακτικά τη νύκτα, το Σάββατο, την Κυριακή ή τις αργίες.

▼M131

Κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή καθορίζει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112, τις κατηγορίες των δικαιούχων υπαλλήλων, τους όρους χορήγησης καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων αυτών.

▼M22

Η κανονική διάρκεια εργασίας ενός υπαλλήλου που εξασφαλίζει τη συνεχή λειτουργία της υπηρεσίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ετήσιο άθροισμα των ωρών εργασίας του κανονικού ωραρίου.

Άρθρο 56β

Ο υπάλληλος ►M31  ————— ◄ μπορεί να δικαιούται αποζημίωση, όταν, με απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που λαμβάνεται με βάση την υπηρεσιακή ανάγκη ή τους κανόνες ασφάλειας στον τόπο εργασίας, υποχρεώνεται συστηματικά να βρίσκεται σε επιφυλακή είτε στον τόπο εργασίας του είτε στην οικία του πέρα από την κανονική διάρκεια της εργασίας του.

▼M131

Κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή καθορίζει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112, τις κατηγορίες των δικαιούχων υπαλλήλων, τους όρους χορήγησης καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων αυτών.

▼M112

Άρθρο 56γ

Μπορούν να χορηγούνται ειδικές αποζημιώσεις, σε ορισμένους υπαλλήλους, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτέρως επίπονες συνθήκες εργασίας τους.

▼M131

Κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η Επιτροπή καθορίζει, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με τα άρθρα 111 και 112, τις κατηγορίες των δικαιούχων υπαλλήλων, τους όρους χορήγησης και τα ποσοστά των εν λόγω ειδικών αποζημιώσεων.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Άδειες

Άρθρο 57

Ο υπάλληλος δικαιούται, κατά ημερολογιακό έτος, ετησίας αδείας τουλάχιστον 24 εργασίμων ημερών και κατ' ανώτατο όριο, 30 εργασίμων ημερών σύμφωνα με ρύθμιση που πρόκειται να γίνει με κοινή συμφωνία μεταξύ ►M131  των αρμόδιων για τους διοργανισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων ◄ ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , μετά γνώμη της επιτροπής της υπηρεσιακής καταστάσεως.

Εκτός από την άδεια αυτή, δύναται κατ' εξαίρεση να του χορηγηθεί ειδική άδεια κατόπιν αιτήσεώς του. Οι τρόποι χορηγήσεως των αδειών αυτών καθορίζονται στο παράρτημα V.

▼M131

Άρθρο 58

Επί πλέον της προβλεπόμενης στο άρθρο 57 αδείας, οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης δικαιούνται, αφού προσκομίσουν ιατρικό πιστοποιητικό, άδεια 20 εβδομάδων. Η άδεια αυτή αρχίζει το νωρίτερο έξι εβδομάδες πριν από την πιθανή ημερομηνία τοκετού που αναφέρεται στο πιστοποιητικό και λήγει το νωρίτερο 14 εβδομάδες μετά την ημερομηνία του τοκετού. Σε περίπτωση πολλαπλού ή πρόωρου τοκετού ή σε περίπτωση γέννησης παιδιού με αναπηρία ή σοβαρή ασθένεια, η άδεια διαρκεί 24 εβδομάδες. Για τους σκοπούς της παρούσας διάταξης, πρόωρος τοκετός είναι ο τοκετός που λαμβάνει χώρα πριν από το τέλος της 34ης εβδομάδας κύησης.

▼B

Άρθρο 59

▼M112

1.  Ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος απολαύει αναρρωτικής αδείας.

Ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να απευθύνει κοινοποίηση στο όργανο στο οποίο ανήκει για την αδυναμία παροχής υπηρεσιών, προσδιορίζοντας συγχρόνως τον τόπο όπου ευρίσκεται. Προσκομίζει, από την τέταρτη ημέρα της απουσίας του, ιατρικό πιστοποιητικό. Το πιστοποιητικό αυτό πρέπει να αποστέλλεται το αργότερο την πέμπτη ημέρα της απουσίας, γεγονός αποδεικνυόμενο από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου. Άλλως, η απουσία θεωρείται αδικαιολόγητη, εκτός εάν το πιστοποιητικό δεν εστάλη για λόγους πέραν της βουλήσεως του υπαλλήλου.

Ο υπάλληλος δύναται, ανά πάσα στιγμή, να υποχρεωθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση που διοργανώνεται από το όργανο. Εάν, εξ υπαιτιότητος του υπαλλήλου, η εξέταση αυτή δεν μπορέσει να πραγματοποιηθεί, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει λάβει χώρα η εξέταση.

Εάν το πόρισμα της εξέτασης είναι ότι ο υπάλληλος είναι ικανός να εκτελέσει τα καθήκοντά του, η απουσία του, με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου, θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία της εξέτασης.

Εάν ο υπάλληλος θεωρεί ότι τα πορίσματα της ιατρικής εξέτασης που διοργανώθηκε από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι ιατρικώς αδικαιολόγητα, μπορεί, είτε ο ίδιος είτε ένας ιατρός που ενεργεί για λογαριασμό του, να υποβάλει, εντός δύο ημερών, στο όργανο αίτηση παραπομπής του θέματος σε ανεξάρτητο ιατρό για γνωμάτευση.

Το όργανο διαβιβάζει αμέσως το αίτημα αυτό σε άλλον ιατρό, κατόπιν κοινής συμφωνίας από τον ιατρό του υπαλλήλου και από τον ιατρό-σύμβουλο του οργάνου. Εάν, εντός πέντε ημερών από το αίτημα, δεν υπάρξει τέτοια συμφωνία, το όργανο επιλέγει ένα από τα εγγεγραμμένα στον κατάλογο των ανεξάρτητων ιατρών πρόσωπα· ο εν λόγω κατάλογος συντάσσεται κάθε έτος με κοινή συμφωνία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής και της επιτροπής προσωπικού. Ο υπάλληλος μπορεί να αμφισβητήσει, εντός δύο εργάσιμων ημερών, την επιλογή του οργάνου, οπότε το τελευταίο επιλέγει άλλο πρόσωπο από τον κατάλογο· αυτή η επιλογή είναι οριστική.

Η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού, που διατυπώνεται μετά από διαβούλευση με τον ιατρό του υπαλλήλου και τον ιατρό-σύμβουλο του οργάνου, είναι δεσμευτική. Στην περίπτωση που η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού επιβεβαιώνει το πόρισμα της εξέτασης που διοργάνωσε το όργανο η απουσία θεωρείται αδικαιολόγητη από την ημερομηνία της εν λόγω εξέτασης. Στην περίπτωση που η γνωμάτευση του ανεξάρτητου ιατρού δεν επιβεβαιώσει το πόρισμα της εν λόγω εξέτασης, η απουσία θεωρείται από κάθε άποψη δικαιολογημένη.

2.  Εάν οι απουσίες αυτές για λόγους ασθενείας δεν υπερβαίνουν τις τρεις ημέρες, υπερβαίνουν όμως σε περίοδο δώδεκα μηνών συνολικά τις δώδεκα ημέρες, ο υπάλληλος πρέπει να προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό για κάθε νέα απουσία λόγω ασθενείας. Από την 13η ημέρα απουσίας του λόγω ασθενείας χωρίς ιατρικό πιστοποιητικό, η απουσία του θεωρείται αδικαιολόγητη.

3.  Με την επιφύλαξη της εφαρμογής, ενδεχομένως, των κανόνων σχετικά με τις πειθαρχικές διαδικασίες, κάθε απουσία που κρίνεται αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 αφαιρείται από την ετήσια άδεια του ενδιαφερομένου υπαλλήλου. Στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει εξαντλήσει την άδειά του, στερείται των αποδοχών του για το αντίστοιχο διάστημα.

4.  Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να προσφύγει στην επιτροπή αναπηρίας για την περίπτωση υπαλλήλου του οποίου το σύνολο αναρρωτικών αδειών υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες κατά τη διάρκεια περιόδου τριών ετών.

5.  Ο υπάλληλος δύναται να τίθεται αυτεπαγγέλτως σε άδεια, μετά από εξέταση που διενεργείται από τον ιατρό — σύμβουλο του οργάνου, αν το απαιτεί η κατάσταση της υγείας του ή αν στην κατοικία του έχει εκδηλωθεί μεταδοτική νόσος.

Σε περίπτωση αμφισβητήσεως, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, πέμπτο έως έβδομο εδάφιο.

6.  Ο υπάλληλος υποχρεούται να υποβάλλεται κάθε έτος σε προληπτική ιατρική εξέταση είτε από τον ιατρικό σύμβουλο του οργάνου είτε από ιατρό της εκλογής του.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα ιατρικά έξοδα βαρύνουν το όργανο μέχρις ενός ανωτάτου ποσού που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για διάστημα το πολύ τριών ετών, κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 59α

Η ετήσια άδεια του υπαλλήλου στον οποίο έχει επιτραπεί να εργάζεται με μειωμένο ωράριο ελαττώνεται κατ' αναλογία, όσο διαρκεί η άδεια αυτή.

▼B

Άρθρο 60

Εκτός από περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος, ο υπάλληλος δεν δύναται να απουσιάσει χωρίς προηγούμενη άδεια από τον ιεραρχικά ανώτερό του. Με την επιφύλαξη της ενδεχομένης εφαρμογής των προβλεπομένων πειθαρχικών διατάξεων, κάθε παράτυπη απουσία που έχει δεόντως διαπιστωθεί καταλογίζεται στη διάρκεια της ετησίας αδείας του ενδιαφερομένου. Σε περίπτωση εξαντλήσεως της αδείας αυτής ο υπάλληλος στερείται του δικαιώματος επί των αποδοχών του για την αντίστοιχη περίοδο.

Όταν υπάλληλος επιθυμεί να διέλθει το χρόνο της αναρρωτικής αδείας του σε τόπο διάφορο από τον τόπο τοποθετήσεώς του, υποχρεούται να λάβει προηγουμένως την άδεια της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Αργίες

▼M131

Άρθρο 61

Κατάλογοι των αργιών καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων της Ένωσης κατόπιν διαβούλευσης με την επιτροπή προσωπικού.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ V

ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΑΠΟΛΑΒΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αποδοχές και επιστροφή εξόδων



Τμήμα 1

ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Άρθρο 62

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα VIII και εκτός ρητών αντιθέτων διατάξεων, ο υπάλληλος δικαιούται αποδοχών αντιστοίχων με το βαθμό και το κλιμάκιο του εκ μόνου του γεγονότος του διορισμού του.

Δεν δύναται να παραιτηθεί αυτού του δικαιώματος.

Οι αποδοχές αυτές περιλαμβάνουν βασικό μισθό, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις.

▼M131

Άρθρο 63

Οι αποδοχές των υπαλλήλων εκφράζονται σε ευρώ. Καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας όπου ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντα του ή σε ευρώ.

Οι αποδοχές που καταβάλλονται σε νόμισμα άλλο από το ευρώ υπολογίζονται με βάση τις τιμές συναλλάγματος που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου του συγκεκριμένου έτους.

Κάθε έτος, οι τιμές συναλλάγματος επικαιροποιούνται αναδρομικά την ημερομηνία της ετήσιας επικαιροποίησης των αποδοχών που προβλέπονται στο άρθρο 65.

Άρθρο 64

Οι αποδοχές του υπαλλήλου που εκφράζονται σε ευρώ σταθμίζονται βάσει συντελεστή ανώτερου, κατώτερου ή ίσου προς το 100 %, ανάλογα με τις συνθήκες διαβίωσης στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας, μετά την αφαίρεση των υποχρεωτικών κρατήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης ή στους κανονισμούς εφαρμογής του.

Οι διορθωτικοί συντελεστές δημιουργούνται ή αποσύρονται και επικαιροποιούνται ετησίως σύμφωνα με το παράρτημα XI. Ως προς την επικαιροποίηση, όλες οι τιμές θεωρούνται τιμές αναφοράς. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις επικαιροποιημένες τιμές, μέσα σε δύο εβδομάδες από την επικαιροποίηση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, για λόγους ενημέρωσης.

Δεν εφαρμόζεται διορθωτικός συντελεστής στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, δεδομένου του ειδικού ρόλου αυτών των τόπων απασχόλησης ως σημείων αναφοράς λόγω του γεγονότος ότι είναι οι κύριες και αρχικές έδρες των περισσότερων ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Άρθρο 65

1.  Οι αποδοχές των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικαιροποιούνται κάθε έτος και σε τούτο λαμβάνονται υπόψη η οικονομική και κοινωνική πολιτική της Ένωσης. Λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι αυξήσεις των μισθών στο δημόσιο των κρατών μελών και οι ανάγκες προσλήψεων. Η επικαιροποίηση των αποδοχών γίνεται σύμφωνα με το παράρτημα ΧΙ. Η επικαιροποίηση αυτή πραγματοποιείται πριν από το τέλος του έτους, με βάση έκθεση που υποβάλλεται από την Επιτροπή, η οποία στηρίζεται στα στατιστικά στοιχεία που επεξεργάζεται η Στατιστική Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε συνεννόηση με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών· τα στατιστικά στοιχεία εκφράζουν την κατάσταση σε όλα τα κράτη μέλη κατά την 1η Ιουλίου. Η έκθεση αυτή περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με τη δημοσιονομική επίπτωση στις αποδοχές και τις συντάξεις των υπαλλήλων της Ένωσης. Διαβιβάζεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 42α δεύτερο και τρίτο εδάφιο, στα άρθρα 66 και 69, στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στο άρθρο 2 παράγραφος 1, στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2, στο άρθρο 4 παράγραφος 1, στο άρθρο 7 παράγραφος 2, στο άρθρο 8 παράγραφος 2, και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του παραρτήματος VII, καθώς και στο άρθρο 8 παράγραφος 2 του παραρτήματος XIII, τα ποσά που αναφέρονται στο πρώην άρθρο 4α του παραρτήματος VII, τα οποία υπόκεινται σε επικαιροποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 1 του παραρτήματος XIII, τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, το άρθρο 28α παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 28α παράγραφος 7, στα άρθρα 93 και 94, στο άρθρο 96 παράγραφος 3, στο άρθρο 96 παράγραφος 7 και στα άρθρα 133, 134 και 136 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού, τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 300/76 του Συμβουλίου ( 2 ) και ο συντελεστής για τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68 του Συμβουλίου ( 3 ) επικαιροποιούνται κάθε έτος σύμφωνα με το παράρτημα XI. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις επικαιροποιημένες τιμές, μέσα σε δύο εβδομάδες από την επικαιροποίηση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σειρά C, για λόγους ενημέρωσης.

2.  Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του κόστους διαβίωσης, τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι συντελεστές αναπροσαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 64 επικαιροποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα ΧΙ. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις επικαιροποιημένες τιμές και των συντελεστών αναπροσαρμογής, μέσα σε δύο εβδομάδες από την επικαιροποίηση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σειρά C, για λόγους ενημέρωσης.

3.  Τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι συντελεστές αναπροσαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 64 θεωρούνται ποσά και συντελεστές αναπροσαρμογής των οποίων η τρέχουσα αξία σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο υπόκειται σε επικαιροποίηση χωρίς να απαιτείται άλλη νομική πράξη.

4.  Με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφοι 5 και 6 του παραρτήματος XI, το 2013 και το 2014 δεν θα γίνει καμιά από τις επικαιροποιήσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

▼M78

Άρθρο 65α

Ο τρόπος εφαρμογής των άρθρων 64 και 65 καθορίζεται στο παράρτημα ΧΙ.

▼M3

Article 66

▼M131

Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί στις ομάδες καθηκόντων AD και AST καθορίζονται, για κάθε βαθμό και κλιμάκιο, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:

▼M129



1.7.2010

ΚΛΙΜΑΚΙΟ

ΒΑΘΜΟΣ

1

2

3

4

5

16

16 919,04

17 630,00

18 370,84

 
 

15

14 953,61

15 581,98

16 236,75

16 688,49

16 919,04

14

13 216,49

13 771,87

14 350,58

14 749,83

14 953,61

13

11 681,17

12 172,03

12 683,51

13 036,39

13 216,49

12

10 324,20

10 758,04

11 210,11

11 521,99

11 681,17

11

9 124,87

9 508,31

9 907,86

10 183,52

10 324,20

10

8 064,86

8 403,76

8 756,90

9 000,53

9 124,87

9

7 127,99

7 427,52

7 739,63

7 954,96

8 064,86

8

6 299,95

6 564,69

6 840,54

7 030,86

7 127,99

7

5 568,11

5 802,09

6 045,90

6 214,10

6 299,95

6

4 921,28

5 128,07

5 343,56

5 492,23

5 568,11

5

4 349,59

4 532,36

4 722,82

4 854,21

4 921,28

4

3 844,31

4 005,85

4 174,18

4 290,31

4 349,59

3

3 397,73

3 540,50

3 689,28

3 791,92

3 844,31

2

3 003,02

3 129,21

3 260,71

3 351,42

3 397,73

1

2 654,17

2 765,70

2 881,92

2 962,10

3 003,02

▼M131

Οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί στην ομάδα καθηκόντων AST/SC καθορίζονται, για κάθε βαθμό και κλιμάκιο, σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα:



 

Κλιμάκιο

Βαθμός

1

2

3

4

5

SC 6

4 349,59

4 532,36

4 722,82

4 854,21

4 921,28

SC 5

3 844,31

4 005,85

4 174,78

4 290,31

4 349,59

SC 4

3 397,73

3 540,50

3 689,28

3 791,92

3 844,31

SC 3

3 003,02

3 129,21

3 260,71

3 351,42

3 397,73

SC 2

2 654,17

2 765,70

2 881,92

2 962,10

3 003,02

SC 1

2 345,84

2 444,41

2 547,14

2 617,99

2 654,17

▼M131

Άρθρο 66α

1.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68 και για να ληφθεί υπόψη, με την επιφύλαξη του άρθρου 65 παράγραφος 3, η εφαρμογή της μεθόδου επικαιροποίησης των αποδοχών και των συντάξεων των υπαλλήλων, εφαρμόζεται προσωρινό μέτρο, στο εξής «εισφορά αλληλεγγύης», το οποίο αφορά τις αποδοχές που καταβάλλει η Ένωση στους εν ενεργεία υπαλλήλους, από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.

2.  Το ποσοστό αυτής της εισφοράς αλληλεγγύης, το οποίο εφαρμόζεται στη βάση που ορίζεται στην παράγραφο 3, καθορίζεται σε 6 %. Ωστόσο, για τους υπαλλήλους βαθμού ανώτερου του AD 15, κλιμάκιο 2, το ποσοστό είναι 7 %.

3.  

α) Η βάση για τον υπολογισμό της ειδικής εισφοράς είναι ο βασικός μισθός που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αποδοχών, μείον:

i) τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και σύνταξης καθώς και τον φόρο, πριν από την εισφορά αλληλεγγύης, που καταβάλλει υπάλληλος με ίδιο βαθμό και κλιμάκιο χωρίς συντηρούμενα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII, και

ii) ένα ποσό ίσο με τον βασικό μισθό υπαλλήλου στον βαθμό AST 1, κλιμάκιο 1.

β) Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της βάσης της εισφοράς αλληλεγγύης εκφράζονται σε ευρώ και σταθμίζονται με συντελεστή 100.

4.  Η εισφορά αλληλεγγύης παρακρατείται κάθε μήνα στην πηγή· το προϊόν της εγγράφεται στα έσοδα του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

▼B

Άρθρο 67

▼M16

1.  Family allowances shall comprise:

▼M56

α) το επίδομα στέγης,

β) το επίδομα συντηρούμενων τέκνων,

▼M16

c) education allowance.

▼M23

2.  Οι υπάλληλοι που δικαιούνται οικογενειακών επιδομάτων τα οποία αναφέρονται στο παρόν άρθρο υποχρεούνται να δηλώνουν τα επιδόματα της ιδίας φύσεως που καταβάλλονται από άλλη πηγή, προκειμένου τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του Παραρτήματος VII.

▼M131

3.  Το επίδομα συντηρουμένου τέκνου μπορεί να διπλασιαστεί κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης αποφάσεως της αρμόδιας για διορισμούς αρχής, που λαμβάνεται βάσει αποδεικτικών ιατρικών εγγράφων από τα οποία προκύπτει ότι το εν λόγω τέκνο έχει αναπηρία ή μακροχρόνια ασθένεια που επιβάλλει στον υπάλληλο δυσβάστακτα βάρη.

▼M56

4.   ►M95  Στην περίπτωση που δυνάμει των άρθρων 1, 2, 3 του παραρτήματος VII, τα παραπάνω οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται σε πρόσωπο άλλο από τον υπάλληλο, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας διαμονής του προσώπου αυτού, ενδεχομένως, βάσει των ισοτιμιών που αναφέρονται στο άρθρο 63 δεύτερο εδάφιο. Προσαρμόζονται βάσει του διορθωτικού συντελεστή που καθορίζεται για τη χώραα αυτή εφόσον βρίσκεται στο εσωτερικό ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ ή με διορθωτικό συντελεστή ίσο προς 100 για χώρα διαμονής εκτός ►M128   ►C9  Ένωσης ◄  ◄ . ◄

Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 ισχύουν για τον δικαιούχο των οικογενειακών επιδομάτων, ο οποίος αναφέρεται παραπάνω.

▼B

Άρθρο 68

▼M23

Τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται στο άρθρο 67 παράγραφος 1 εξακολουθούν να οφείλονται στην περίπτωση που ο υπάλληλος δικαιούται της αποζημιώσεως που προβλέπεται στα άρθρα 41 και 50, καθώς και στα άρθρα 34 και 42 του παλαιού κανονισμού του προσωπικου της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος και Χάλυβος.

Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώσει τα επιδόματα ιδίας φύσεως που λαμβάνει ενδεχομένως από άλλη πηγή για το ίδιο τέκνο, προκειμένου αυτά τα τελευταία να αφαιρεθούν από εκείνα που καταβάλλονται δυνάμει των άρθρων 1, 2 και 3 του Παραρτήματος VII.

▼M112

Άρθρο 68α

Ο υπάλληλος στον οποίο επιτρέπεται να εργάζεται με μειωμένο ωράριο δικαιούται αμοιβής η οποία υπολογίζεται κατά τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα IVα.

▼B

Άρθρο 69

▼M16

The expatriation allowance shall be equal to 16 % of the total of the basic salary, ►M25  το επίδομα στέγης ◄ and dependent child allowance to which the official is entitled. The expatriation allowance shall be not less than ►M129  505,39 ευρώ ◄ per month.

▼M112

Άρθρο 70

Σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου, ο επιζών σύζυγος ή τα συντηρούμενα τέκνα δικαιούνται των συνολικών αποδοχών του αποθανόντος μέχρι το τέλος του τρίτου μήνα που ακολουθεί τον μήνα του θανάτου.

Σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου συντάξεως ή επιδόματος αναπηρίας, οι ανωτέρω διατάξεις ισχύουν όσον αφορά τη σύνταξη ή το επίδομα του αποθανόντος.

▼M112 —————

▼B



Τμήμα 2

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΞΟΔΩΝ

Άρθρο 71

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παράρτημα VII, ο υπάλληλος δικαιούται επιστροφής των εξόδων, στα οποία υπεβλήθη λόγω της αναλήψεως των καθηκόντων του, της μεταθέσεως ή της λήξεως των καθηκόντων του, καθώς και επιστροφής των εξόδων, στα οποία υπεβλήθη κατά την άσκηση ή επ' ευκαιρία της ασκήσεως των καθηκόντων του.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Κοινωνική ασφάλιση

Άρθρο 72

▼M56

1.  Εντός του ορίου του 80 % των αναληφθέντων εξόδων και βάσει ρηθμίσεως θεσπιζόμενης με κοινή συμφωνία από ►M131  τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών αρχών ◄ ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του, εφόσον ο (η) τελευταίος (α) δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ'εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, τα τέκνα του και τα λοιπά συντηρούμενα από αυτόν πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραρτήματος VII, καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 85 % για τις ακόλουθες παροχές: επισκέψεις στο ιατρείο και στο σπίτι, χειρουργικές επεμβάσεις, νοσοκομιακή περίθαλψη, φαρμακευτικά προϊόντα, ακτινολογικές εξετάσεις και ακτινοβολίες, αναλύσεις, εργαστηριακές εξετάσεις και προθέσεις με ιατρική εντολή, εκτός από τις οδοντικές προθέσεις. Ανέρχεται σε 100 % σε περιπτώσεις φυματίωσης, πολυομελίτιδας, καρκίνου, διανοητικής ασθένειας και άλλων ασθενειών που αναγωνρίζονται ως εξίσου σοβαρές από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, καθώς και για προληπτικές εξετάσεις για την έγκαιρη διάγνωση παθήσεων και σε περίπτωση τοκετού. Πάντως, οι κατά 100 % προβλεπόμενες επιστροφές δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση επαγγελματικής ασθένειας ή ατυχήματος που επέφεραν την εφαρμογή του άρθρου 73.

▼M112

Ο/η σύντροφος μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης ενός υπαλλήλου αντιμετωπίζεται ως σύζυγος στο πλαίσιο του καθεστώτος ασφάλισης ασθενείας, όταν πληρούνται οι πρώτοι τρεις όροι του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ) του Παραρτήματος VII.

►M131  Οι αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των θεσμικών αρχών ◄ μπορούν, βάσει των κανόνων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, να αναθέτουν σε ένα από αυτά την αρμοδιότητα καθορισμού των κανόνων που διέπουν την επιστροφή των εξόδων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 110 διαδικασία.

▼M56

Το ένα τρίτο της αναγκαίας συνεισφοράς για την εξασφάλιση της κάλυψης αυτής βαρύνει τον ασφαλιζόμενο, χωρίς η συμμετοχή αυτή να μπορεί να υπερβεί το 2 % του βασικού μισθού του.

▼M23

1α.  Ο υπάλληλος του οποίου τα καθήκοντα λήγουν οριστικά και ο οποίος προβάλλει την αιτιολογία ότι ►M112  δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα ◄ δύναται να ζητήσει, τα αργότερο εντός του μήνα που ακολουθεί τη λήξη των καθηκόντων του, της καλύψεως έναντι των κινδύνων ασθενείας που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Η συνεισφορά που αναφέρεται στην προηγουμένη παράγραφο υπολογίζεται επί του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου και τον βαρύνει κατά το ήμισυ.

Με απόφαση της αρμοδίας για διορισμούς αρχής που λαμβάνεται κατόπιν γνώμης του ιατρικού συμβούλου του οργάνου, η προθεσμία ενός μήνα για την υποβολή της αιτήσεως καθώς και ο περιορισμός των έξι μηνών που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος προσβάλλεται από βαρεία ή παρατεινομένη ασθένεια, η οποία εμφανίζεται πριν από τη λήξη των καθηκόντων του και δηλώνεται στο όργανο πριν από τη λήξη της περιόδου των έξι μηνών που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, με τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος υπόκειται στον ιατρικό έλεγχο που προβλέπεται από το όργανο.

▼M56

1β.  Ο (η) διαζευγμένος(η) σύζυγος του υπαλλήλου, το τέκνο που δεν είναι πια συντηρούμενο, καθώς και το πρόσωπο που έπαψε να εξομοιώνεται με συντηρούμενο τέκνο κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2 του παραρτήματος VII που αποδεικνύουν ότι ►M112  δεν ασκούν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα ◄ μπορούν να εξακολουθήσουν, για μια περίοδο ενός έτους το πολύ, να καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας, όπως προβλέπονται στην παράγραφο 1, ως έμμεσα ασφαλισμένοι του ασφαλισμένου από τον οποίον αντλούσαν το δικαίωμα των επιστροφών αυτών· για την κάλυψη αυτή δεν χρειάζεται να καταβάλλουν εισφορά. Η παραπάνω περίοδος υπολογίζεται είτε από την ημερομηνία κατά την οποία το διαζύγιο οριστικοποιήθηκε είτε από τότε που εξέλιπε η ιδιότητα του συντηρούμενου τέκνου ή του προσώπου του εξομοιούμενου με συντηρούμενο τέκνο.

▼M112

2.  Εάν υπάλληλος παραμείνει στην υπηρεσία ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ μέχρι την ►M131  ηλικία συνταξιοδότησης ◄ ή λαμβάνει επίδομα αναπηρίας, δικαιούται, μετά τη λήξη των καθηκόντων του, των παροχών που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Η συνεισφορά υπολογίζεται βάσει της σύνταξης ή του επιδόματος.

Για πρόσωπο που λαμβάνει σύνταξη επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου εν ενεργεία ή παραμείναντος στην υπηρεσία ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ μέχρι την ►M131  ηλικία συνταξιοδότησης ◄ ή δικαιούχου επιδόματος αναπηρίας, ισχύουν οι ίδιες παροχές. Η συνεισφορά υπολογίζεται βάσει της σύνταξης επιζώντων.

2α.  Απολαύουν επίσης των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 παροχών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ασκούν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα:

i) ο πρώην υπάλληλος, δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας, ο οποίος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ πριν από την ►M131  ηλικία συνταξιοδότησης, ◄

ii) ο δικαιούχος συντάξεως επιζώντων, η οποία προκύπτει από τον θάνατο πρώην υπαλλήλου, ο οποίος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ πριν από την ►M131  ηλικία συνταξιοδότησης. ◄

Η συνεισφορά που προβλέπεται στην παράγραφο 1 υπολογίζεται επί της συντάξεως του πρώην υπαλλήλου πριν από την εφαρμογή, κατά περίπτωση, του συντελεστή μειώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 9 του Παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Εντούτοις, ο δικαιούχος συντάξεως ορφανού απολαύει των παροχών της παραγράφου 1 μόνον κατόπιν αιτήσεώς του. Η συνεισφορά υπολογίζεται βάσει της συντάξεως ορφανού.

▼M112

2β.  Εφόσον πρόκειται για δικαιούχο συντάξεως αρχαιότητας ή συντάξεως επιζώντων, η προβλεπόμενη στις παραγράφους 2 και 2α συνεισφορά δεν δύναται να είναι κατώτερη αυτής που υπολογίζεται βάσει του βασικού μισθού που αντιστοιχεί στο πρώτο κλιμάκιο του ►M131  βαθμού AST 1. ◄

2γ.  Ο υπάλληλος που απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 51 και δεν είναι δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας, απολαύει επίσης των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 παροχών, υπό τον όρο ότι δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και ότι η συνεισφορά που υπολογίζεται επί του τελευταίου βασικού μισθού του τον βαρύνει κατά το ήμισυ.

▼B

3.  Αν τα μή επιστραφέντα έξοδα περιόδου δώδεκα μηνών υπερβαίνουν το ήμισυ του βασικού μηνιαίου μισθού του υπαλλήλου ή της συντάξεως που καταβάλλεται, χορηγείται ειδική επιστροφή εξόδων από την αρμοδία για τους διορισμούς αρχή, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου βάσει της ρυθμίσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1.

▼M23

4.   ►M56  Ο δικαιούχος υποχρεούται να δηλώνει τις επιστροφές εξόδων που εισέπραξε ή που μπορεί να απαιτήσει από άλλη ασφάλιση ασθενείας, βάσει κανονιστικών ή νομοθετικών διατάξεων, για τον ίδιο ή για ένα από τα πρόσωπα που ασφαλίζει. ◄

Αν το σύνολο των επιστροφών των οποίων εδικαιούτο υπερβαίνει τα επιστρεφόμενα ποσά που προβλέπονται στην ανωτέρω παράγραφο 1, η διαφορά αφαιρείται από το ποσό που πρέπει να επιστραφεί δυνάμει της παραγράφου 1, εκτός από τις επιστροφές που έχουν ληφθεί δυνάμει ιδιωτικής συμπληρωματικής ασφαλίσεως ασθενείας η οποία προορίζεται να καλύψει το μέρος των εξόδων που δεν επιστρέφεται από το ασφαλιστικό σύστημα υγιειονομικής περιθάλψεως ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ .

▼B

Άρθρο 73

1.  Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία ►M131  των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων ◄ ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο υπάλληλος καλύπτεται.από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας κατά των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και των κινδύνων ατυχημάτων. Συμμετέχει υποχρεωτικά, εντός ορίου 0,1 % του βασικού του μισθού, στην κάλυψη των κινδύνων εκτός υπηρεσίας.

Οι μη καλυπτόμενοι κίνδυνοι προσδιορίζονται στη ρύθμιση αυτή.

2.  Οι παροχές που εξασφαλίζονται είναι οι ακόλουθες:

α) Σε περίπτωση θανάτου:

Καταβολή στα κατωτέρω απαριθμούμενα πρόσωπα κεφαλαίου ίσου προς το πενταπλάσιο του ετησίου βασικού μισθού του ενδιαφερομένου, υπολογιζόμενου βάσει των μηνιαίων μισθών που χορηγούνται κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα:

 στο σύζυγο και στα τέκνα του αποθανόντος υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου· το ποσό που πρόκειται να καταβληθεί στο σύζυγο δεν δύναται να είναι εν τούτοις κατώτερο από το 25 % του κεφαλαίου,

 ελλείψει προσώπων της κατηγορίας που αναφέρεται ανωτέρω, στους λοιπούς κατιόντες σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου,

 ελλείψει προσώπων των δύο κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω, στους ανιόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του κληρονομικού δικαίου που εφαρμόζεται στην περίπτωση του υπαλλήλου,

 ελλείψει προσώπων των τριών κατηγοριών που αναφέρονται ανωτέρω στο όργανο.

β) σε περίπτωση ολικής μονίμου αναπηρίας:

Καταβολή στον ενδιαφερόμενο κεφαλαίου ίσου προς το οκταπλάσιο του ετησίου βασικού μισθού, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που είχαν χορηγηθεί κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα.

γ) σε περίπτωση μερικής μονίμου αναπηρίας:

Καταβολή στον ενδιαφερόμενο μέρους της αποζημιώσεως που προβλέπεται στην ανωτέρω περίπτωση β), υπολογιζομένης σύμφωνα με τον πίνακα που ορίζεται στη ρύθμιση, η οποία προβλέπεται στον ανωτέρω παράγραφο 1.

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από αυτή τη ρύθμιση, οι πληρωμές που προβλέπονται ανωτέρω δύνανται να αντικατασταθούν με ισόβιο πρόσοδο.

Οι παροχές που απαριθμούνται ανωτέρω δύνανται να σωρευθούν με αυτές που προβλέπονται στο κατωτέρω κεφάλαιο 3.

3.  Επιπλέον καλύπτονται, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στη ρύθμιση που προβλέπεται στην ανωτέρω παράγραφο 1, τα ιατρικά, φαρμακευτικά, νοσοκομειακά, χειρουργικά έξοδα, ως και έξοδα για τεχνητά μέλη, ακτινογραφίες, μαλάξεις, έξοδα ορθοπεδικής, νοσηλεία, έξοδα μεταφοράς, ως και όλα τα παρόμοια έξοδα που απαιτούνται λόγω του ατυχήματος ή της επαγγελματικής ασθενείας.

Εν τούτοις, η επιστροφή αυτή εξόδων δεν πραγματοποιείται παρά μόνο κατόπιν εξαντλήσεως και συμπληρωματικά προς εκείνα, τα οποία εισπράττει ο υπάλληλος κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 72.

▼M62 —————

▼B

Άρθρο 74

▼M39

1.  Σε περίπτωση που ο υπάλληλος αποκτήσει παιδί, καταβάλλεται επίδομα ►M97  198,31 ευρώ ◄ στο πρόσωπο που έχει πραγματικά τη φροντίδα του παιδιού.

Το ίδιο επίδομα καταβάλλεται και στον υπάλληλο που υιοθετεί παιδί το οποίο δεν έχει υπερβεί την ηλικία των πέντε ετών και το οποίο συντηρεί κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 του παραρτήματος VII.

▼B

2.  Σε περίπτωση διακοπής της κυήσεως τουλάχιστον μετά τον έβδομο μήνα, λαμβάνεται το επίδομα που προβλέπεται ανωτέρω.

▼M39

3.  Ο δικαιούχος του επιδόματος τοκετού υποχρεούται να δηλώσει τα ιδίου είδους επιδόματα που εισπράττει από άλλη πηγή για το ίδιο παιδί· τα επιδόματα αυτά αφαιρούνται από το επίδομα που προβλέπεται παραπάνω. Αν και ο πατέρας και η μητέρα είναι υπάλληλοι ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , το επίδομα καταβάλλεται μία μόνο φορά.

▼M56

Άρθρο 75

Σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου, του (της) συζύγου του, των συντηρουμένων τέκνων ή άλλων συντηρουμένων προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 2 του παραρτήματος VII και εφόσον τα πρόσωπα αυτά συγκατοικούν με τον υπάλληλο, τα αναγκαία έξοδα για τη μεταφορά της σορού από τον τόπο εργασίας στον τόπο καταγωγής του υπαλλήλου, επιστρέφονται από το όργανο.

Πάντως, σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου κατά τη διάρκεια αποστολής τα αναγκαία έξοδα για τη μεταφορά της σορού από τον τόπο του θανάτου στον τόπο καταγωγής του υπαλλήλου επιστρέφονται από το όργανο.

▼B

Άρθρο 76

Δωρεές, δάνεια ή προκαταβολές δύνανται να χορηγηθούν σε υπάλληλο, σε τέως υπάλληλο ή σε όσους έλκουν δικαιώματα εκ του αποθανόντος υπαλλήλου και ευρίσκονται σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση, ιδίως μετά από βαρεία ή παρατεινόμενη ασθένεια ή λόγω ►M112  αναπηρίας ή ◄ της οικογενειακής τους καταστάσεως.

▼M112

Άρθρο 76α

Ο επιζών σύζυγος, ο οποίος πάσχει από σοβαρή ή παρατεταμένη ασθένεια ή είναι ανάπηρος, μπορεί να λαμβάνει οικονομική ενίσχυση προς αύξηση της σύνταξης από το όργανο, για όσο χρόνο διαρκεί η ασθένεια ή η αναπηρία, βάσει εξέτασης της κοινωνικής και ιατρικής κατάστασης του ενδιαφερομένου. Οι κανόνες εκτέλεσης του παρόντος άρθρου καθορίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ ►M131  των αρμόδιων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων, ◄ κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

▼M112

Συντάξεις και επίδομα αναπηρίας

▼M131

Άρθρο 77

Ο υπάλληλος που έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 10 έτη υπηρεσίας έχει δικαίωμα συντάξεως λόγω αρχαιότητας. Εντούτοις, δικαιούται τη σύνταξη αυτή ανεξάρτητα από τη διάρκεια της υπηρεσίας, αν έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδότησης, εφόσον δεν κατέστη δυνατό να επανέλθει στην υπηρεσία κατά τη διάρκεια περιόδου στην οποία δεν ήταν σε ενεργό υπηρεσία, ή σε περίπτωση συνταξιοδότησης προς το συμφέρον της υπηρεσίας.

Το ανώτατο ύψος της σύνταξης αρχαιότητας καθορίζεται σε 70 % του τελευταίου βασικού μισθού που αναλογεί στον τελευταίο βαθμό στον οποίο έχει καταταγεί υπάλληλος για ένα έτος τουλάχιστον. Στον υπάλληλο καταβάλλεται ποσοστό 1,80 % του τελευταίου αυτού βασικού μισθού για κάθε έτος υπηρεσίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του παραρτήματος VIII.

Εντούτοις, για τους υπαλλήλους που έχουν ασκήσει καθήκοντα παρά προσώπω που εκτελεί θητεία η οποία προβλέπεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά εκλεγμένω προέδρω οργάνου ή οργανισμού της Ένωσης, ή παρά εκλεγμένω προέδρω πολιτικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αντιστοιχούν στα συντάξιμα έτη κατά την άσκηση των καθηκόντων που σημειώνονται ανωτέρω υπολογίζονται βάσει του τελευταίου βασικού μισθού ο οποίος έχει εισπραχθεί κατά την εν λόγω περίοδο, εφόσον ο βασικός αυτός μισθός είναι ανώτερος από εκείνον που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου.

Το ποσό της συντάξεως αρχαιότητας ανά έτος υπηρεσίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 4 % του ελαχίστου ορίου διαβίωσης.

Το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας αποκτάται στην ηλικία των 66 ετών.

Η ηλικία συνταξιοδότησης εξετάζεται κάθε πέντε έτη, αρχής γενομένης την 1η Ιανουαρίου 2014, με βάση έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Στην έκθεση εξετάζονται ειδικότερα η εξέλιξη της ηλικίας συνταξιοδότησης για το προσωπικό του δημόσιου τομέα στα κράτη μέλη και η εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής των υπαλλήλων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

Όπου είναι σκόπιμο. η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για την αλλαγή της ηλικίας συνταξιοδότησης σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έκθεσης αυτής, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τις εξελίξεις στα κράτη μέλη.

Άρθρο 78

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 13 έως 16 του παραρτήματος VIII, ο υπάλληλος δικαιούται επίδομα αναπηρίας, αν υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική, η οποία τον θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε θέση της ομάδας καθηκόντων του.

Το άρθρο 52 εφαρμόζεται κατ' αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας. Εάν ο δικαιούχος επιδόματος αναπηρίας συνταξιοδοτηθεί πριν από το 66 έτος της ηλικίας του χωρίς να έχει φθάσει στο ανώτατο ποσοστό σύνταξης, εφαρμόζονται οι γενικοί κανόνες για τη σύνταξη αρχαιότητας. Το ύψος της σύνταξης αρχαιότητας καθορίζεται με βάση τον μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό και το κλιμάκιο που κατείχε ο υπάλληλος όταν κατέστη ανάπηρος.

Το επίδομα αναπηρίας ισούται με το 70 % του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου. Πάντως, το επίδομα αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης.

Το επίδομα αναπηρίας υπόκειται σε εισφορές υπέρ του συνταξιοδοτικού καθεστώτος, που υπολογίζονται με βάση το επίδομα αυτό.

Αν η αναπηρία οφείλεται σε ατύχημα που έχει επέλθει κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου ή που συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων αυτών, σε επαγγελματική ασθένεια, ή σε πράξη αυτοθυσίας που έχει συντελεστεί προς το δημόσιο όφελος, ή στο γεγονός ότι ο υπάλληλος εξέθεσε τη ζωή του σε κίνδυνο προκειμένου να διασώσει ανθρώπινη ζωή, το επίδομα αναπηρίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το 120 % του ελάχιστου ορίου διαβίωσης. Επιπλέον, στις περιπτώσεις αυτές, οι εισφορές στο καθεστώς συνταξιοδότησης βαρύνουν εξ ολοκλήρου τον προϋπολογισμό του οργάνου ή του οργανισμού που αναφέρεται στο άρθρο 1β.

▼B

Άρθρο 79

Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο 4 του παραρτήματος VIII, ►M112  η επιζώσα σύζυγος ◄ υπαλλήλου ή τέως υπαλλήλου έχει δικαίωμα συντάξεως επιζώντων ίσης με το ►M5  60 % ◄ ►M112  της συντάξεως αρχαιότητας ή του επιδόματος αναπηρίας ◄ , της οποίας εδικαιούτο ο ►M112  ο θανών ◄ ή της οποίας θα εδικαιούτο αυτός, αν ηδύνατο να την εξιώσει, αναξάρτητα από τη διάρκεια υπηρεσίας ►M62  ή την ηλικία του ◄ κατά το χρόνο του θανάτου του.

Το ύψος της συντάξεως επιζώντων, της οποίας δικαιούται ►M112  η επιζώσα σύζυγος ◄ υπαλλήλου αποθανόντος σε μία κατάσταση από αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 35, ►M62  ————— ◄ δεν δύναται να είναι κατώτερο του ελαχίστου ορίου διαβιώσεως ούτε του ►M23  35 % ◄ του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου.

▼M62

Το ποσό αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 42 % του τελευταίου βασικού μισθού του υπαλλήλου, εφόσον ο θάνατος του επήλθε σε μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται ►M112  στο άρθρο 78, πέμπτο εδάφιο ◄ .

▼M112 —————

▼B

Άρθρο 80

▼M112

Εάν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας αποβιώσει και δεν καταλείπει σύζυγο που να δικαιούται συντάξεως επιζώντων, τα συντηρούμενα κατά τον χρόνο του θανάτου του τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2 του Παραρτήματος VII, δικαιούνται συντάξεως ορφανού σύμφωνα με το άρθρο 21 του Παραρτήματος VIII.

▼B

Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται στα τέκνα που πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις σε περίπτωση θανάτου ή νέου γάμου ►M62  του συζύγου δικαιούχου ◄ συντάξεως επιζώντων.

▼M23

Όταν ο υπάλληλος ή ο δικαιούχος ►M112  συντάξεως αρχαιότητας ή επιδόματος αναπηρίας ◄ αποβιώσει χωρίς να συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην ανωτέρω πρώτη παράγραφο, τα αναγνωριζόμενα ως συντηρούμενα τέκνα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Παραρτήματος VII, έχουν δικαίωμα συντάξεως ορφανού σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 21 του Παραρτήματος VΠΙ· η σύνταξη αυτή καθορίζεται εν τούτοις στο ήμισυ του ποσού που προκύπτει από τις διατάξεις του τελευταίου αυτού άρθρου.

▼M112

Όσον αφορά τα εξομοιούμενα με συντηρούμενα τέκνα πρόσωπα, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 4 του Παραρτήματος VII, η σύνταξη ορφανού δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος συντηρούμενου τέκνου.

▼M112

Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου, ο θάνατος φυσικού γονέως, τον οποίο έχει υποκαταστήσει εξ υιοθεσίας γονέας, δεν γεννά δικαίωμα συντάξεως ορφανού.

▼M131

Τα δικαιώματα που προβλέπονται στο πρώτο, στο δεύτερο και στο τρίτο εδάφιο ισχύουν σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου που είχε δικαίωμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 ( 4 ), του άρθρου 3 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 2530/72 του Συμβουλίου ( 5 ) ή του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1543/73 του Συμβουλίου ( 6 ) και σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου ο οποίος εξήλθε από την υπηρεσία πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης και είχε ζητήσει να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της σύνταξης του μέχρι την πρώτη ημέρα του ημερολογιακού μήνα μετά από εκείνον στη διάρκεια του οποίου συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης.

▼M112

Στο πρόσωπο δικαιούχου συντάξεως ορφανού δεν μπορεί να σωρεύονται περισσότερες από μια ►M128   ►C9  ενωσιακές ◄  ◄ συντάξεις ορφανού. Εάν το επιζόν τέκνο δικαιούται περισσότερες από μια ►M128   ►C9  ενωσιακές ◄  ◄ συντάξεις, λαμβάνει τη σύνταξη με το ανώτερο ή με το ανώτατο ποσό.

▼B

Άρθρο 81

▼M112

Ο δικαιούχος συντάξεως αρχαιότητας, επιδόματος αναπηρίας ή συντάξεως επιζώντων, δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο Παράρτημα VII, των οικογενειακών επιδομάτων που αναφέρονται στο άρθρο 67· το επίδομα στέγης υπολογίζεται βάσει της συντάξεως ή του επιδόματος του δικαιούχου. Ο δικαιούχος συντάξεως επιζώντων δικαιούται την καταβολή των επιδομάτων αυτών εκ της αιτίας και μόνον των συντηρούμενων τέκνων του αποβιώσαντος υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου κατά τον χρόνο του θανάτου του.

▼M23

Εν τούτοις το ποσό του επιδόματος συντηρουμένου τέκνου που οφείλεται στο δικαιούχο συντάξεως επιζώντων ισούται με το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος που προβλέπεται στο άρθρο 67 παράγραφος 1 περίπτωση β).

▼M62

Άρθρο 81α

1.  Ανεξάρτητα από κάθε άλλη διάταξη, όσον αφορά ιδίως τα ελάχιστα ποσά που διατίθενται υπέρ των δικαιούχων σύνταξης επιζώντων, το συνολικό ποσό των συντάξεων επιζώντων που μπορούν να αξιώσουν η χήρα και όσοι άλλοι έλκουν δικαιώματα, αφού προστεθούν τα οικογενειακά επιδόματα και αφαιρεθεί ο φόρος και οι άλλες υποχρεωτικές κρατήσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει:

α) σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου ο οποίος ευρίσκεται σε κάποια υπηρεσιακή κατάσταση από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 35 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το ύψος των αποδοχών που θα είχε ο υπάλληλος αυτός στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο, αν είχε παραμείνει στην υπηρεσία, αφού αφαιρεθεί ο φόρος και οι άλλες υποχρεωτικές κρατήσεις·

β) για την περίοδο μετά την ημερομηνία, κατά την οποία ο αναφερόμενος στο στοιχείο α) υπάλληλος θα είχε συμπληρώσει την ►M131  ηλικία των 66 ετών ◄ , το ύψος της σύνταξης λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, στην οποία θα είχε δικαίωμα να υπολογίζεται από την ημερομηνία αυτή ο υπάλληλος, αν ζούσε, στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο που είχε τη στιγμή του θανάτου του, αφού προστεθούν στο ποσό αυτό τα οικογενειακά επιδόματα που θα του είχαν καταβληθεί και αφαιρεθεί, ο φόρος και οι άλλες υποχρεωτικές κρατήσεις·

γ) σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου, δικαιούχου σύνταξης λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή ►M112  επιδόματος αναπηρίας ◄ , το ποσό της σύνταξης που θα εδικαιούτο αυτός, αν ζούσε, αφού προστεθούν και αφαιρεθούν από το ποσό αυτό τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

▼M131

δ) σε περίπτωση θανάτου πρώην υπαλλήλου ο οποίος εξήλθε από την υπηρεσία πριν την ηλικία συνταξιοδότησης και είχε ζητήσει να αναβληθεί η έναρξη καταβολής της σύνταξής του μέχρι την πρώτη ημέρα του μήνα μετά από εκείνον στη διάρκεια του οποίου θα συμπλήρωνε την ηλικία συνταξιοδότησης, το ποσό της σύνταξης που θα δικαιούταν στην ηλικία συνταξιοδότησης, αν ζούσε, αφού προστεθούν και αφαιρεθούν από το ποσό αυτό τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

▼M62

ε) σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου, τη στιγμή του θανάτου του, ►M131  αποζημίωσης με βάση το άρθρο 41, 42γ ή 50 ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης είτε με βάση το άρθρο 5 του κανονισμοί (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 ή το άρθρο 3 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 2530/72, ή το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1543/73, ή το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2150/ 82, ή το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1679/85, το ποσό της αποζημίωσης της οποίας θα εδικαιούτο αυτός, αν ζούσε, αφού προστεθούν και αφαιρεθούν από το ποσό αυτό τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

στ) για την περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία ο αναφερόμενος στο στοιχείο ε) πρώην υπάλληλος θα έπαυε να δικαιούται της αποζημίωσης, το ποσό της σύνταξης λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου που θα εδικαιούτο αυτός, αν ζούσε και αν, την ημερομηνία αυτή είχε συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις ηλικίας που απαιτούνται για τη γένεση των δικαιωμάτων σύνταξης, αφού προστεθούν και αφαιρεθούν από το πσό αυτό τα στοιχεία που αναφέρονται στο στοιχείο β).

2.  για την εφαρμογή της παραγράφου 1, δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι διορθωτικοί συντελεστές, με βάση τους οποίους δύνανται να αναπροσαρμόζονται τα διάφορα εν λόγω ποσά.

3.  Το μέγιστο ποσό που καθορίζεται για καθένα από τα στοιχεία α) έως στ) της παραγράφου 1 κατανέμεται μεταξύ των δικαιούχων σύνταξης επιζώντων ανάλογα με τα δικαιώματα που θα είχαν αντίστοιχα, αν δεν ληφθεί υπόψη η παράγραφος 1.

Για τα ποσά που προκύπτουν από την κατανομή αυτή, ισχύει το άρθρο 82 παράγραφος 1 δεύτερο ►M112  και τρίτο ◄ εδάφιο.

▼M112

Άρθρο 82

1.  Οι συντάξεις που προβλέπονται ανωτέρω καθορίζονται βάσει των μισθολογικών κλιμάκων που ισχύουν κατά την πρώτη ημέρα του μήνα της γενέσεως δικαιώματος συντάξεως.

Στις συντάξεις δεν εφαρμόζεται κανένας διορθωτικός συντελεστής.

Οι συντάξεις σε ευρώ καταβάλλονται σ'ένα από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 45 του Παραρτήματος VIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼M131

2.  Όταν οι αποδοχές επικαιροποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 1, η ίδια επικαιροποίηση εφαρμόζεται και στις συντάξεις.

▼M112

3.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται κατ' αναλογία στους δικαιούχους επιδόματος αναπηρίας.

▼B

Άρθρο 83

1.  Η καταβολή των παροχών που προβλέπονται στο παρόν σύστημα συνταξιοδοτήσεως βαρύνει τον προϋπολογισμό ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ . Τα κράτη μέλη εγγυώνται συλλογικά την καταβολή αυτών των παροχών σύμφωνα με την κλίμακα κατανομής που καθορίζεται για τη χρηματοδότηση αυτών των δαπανών αυτών.

▼M131 —————

▼B

2.  Οι υπάλληλοι συμβάλλουν κατά το ένα τρίτο στη χρηματοδότηση αυτού του συστήματος συνταξιοδοτήσεως. Η συνεισφορά αυτή καθορίζεται στο ►M133  10,3 % ◄ του βασικού μισθού του ενδιαφερομένου, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι συντελεστές αναπροσαρμογής που προβλέπονται στο άρθρο 64. Η εν λόγω συνεισφορά αφαιρείται μηνιαίως από το μισθό του ενδιαφερομένου. ►M112  Η συνεισφορά αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο Παράρτημα VII. ◄

3.  Ο τρόπος εκκαθαρίσεως των συντάξεως των υπαλλήλων που άσκησαν τα καθήκοντά τους εν μέρει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακος και Χάλυβος ή που ανήκουν στα όργανα ή στις κοινές υπηρεσίες ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ , καθώς και η κατανομή των βαρών που προκύπτουν από την εκκαθάριση των συντάξεων αυτών μεταξύ του ταμείου συντάξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος και Χάλυβος και των προϋπολογισμών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Ατομικής Ενεργείας ρυθμίζονται βάσει κανονισμού, εκδιδομένου με κοινή συμφωνία των Συμβουλίων και της Επιτροπής των Προέδρων της Ευρωπαϊκής Κοινότητος Άνθρακος και Χάλυβος κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

▼M112 —————

▼M112

Άρθρο 83α

1.  Η ισορροπία του συστήματος συνταξιοδοτήσεως εξασφαλίζεται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους στο Παράρτημα XII λεπτομερείς κανόνες.

▼M131

2.  Οι οργανισμοί που δεν επιδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταβάλλουν στον εν λόγω προϋπολογισμό το πλήρες ποσό των εισφορών που είναι αναγκαίες για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος. Από 1ης Ιανουαρίου 2016, οι οργανισμοί που χρηματοδοτούνται εν μέρει από τον εν λόγω προϋπολογισμό καταβάλλουν το μέρος των εργοδοτικών εισφορών το οποίο αντιστοιχεί στην αναλογία των εσόδων του οργανισμού χωρίς την επιδότηση από τον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα συνολικά έσοδά του.

3.  Η ισορροπία του συνταξιοδοτικού καθεστώτος εξασφαλίζεται με την ηλικία συνταξιοδότησης και το ποσοστό εισφοράς στο καθεστώς. Επ’ ευκαιρία της ανά πενταετία διενεργούμενης αναλογιστικής αποτίμησης σύμφωνα με το παράρτημα XII, το ποσοστό εισφοράς επικαιροποιείται με σκοπό να εξασφαλίζεται η ισορροπία του καθεστώτος.

4.  Η Επιτροπή υποβάλλει κάθε έτος επικαιροποιημένη μορφή της αναλογιστικής αποτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παραρτήματος XII. Εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη απόκλισης τουλάχιστον 0,25 τοις εκατό μεταξύ του ποσοστού της τρέχουσας εισφοράς και του ποσοστού που είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της αναλογιστικής ισορροπίας, το ποσοστό επικαιροποιείται, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται στο παράρτημα XII.

5.  Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, το ποσό αναφοράς που καθορίζεται στο άρθρο 83 παράγραφος 2 επικαιροποιείται. Η Επιτροπή δημοσιεύει το επικαιροποιημένο ποσοστό εισφοράς που προκύπτει μέσα σε δύο εβδομάδες από την επικαιροποίηση, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σειρά C, για λόγους ενημέρωσης.

▼B

Άρθρο 84

Η διάρθρωση του συστήματος συνταξιοδοτήσεως που προβλέπεται ανωτέρω καθορίζεται στο παράρτημα VIII.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Άρθρο 85

Επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων

▼M23

Κάθε ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως αναζητητείται αν ο λαβών εγνώριζε την αντικανονικότητα της καταβολής ή αν η αντικανονικότητα αυτή ήταν τόσο εμφανής ώστε δεν ηδύνατο να την αγνοεί.

▼M112

Η αίτηση επιστροφής πρέπει να υποβάλλεται το αργότερο εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία κατεβλήθη το ποσό. Εάν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είναι σε θέση να αποδείξει ότι ο ενδιαφερόμενος παραπλάνησε εσκεμμένα τη διοίκηση με σκοπό να επιτύχει την καταβολή του σχετικού ποσού, η προθεσμία αυτή δεν αντιτάσσεται κατά της εν λόγω αρχής.

▼M62



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Υποκ¥ατάσταση της ►M128   ►C9  Ένωσης ◄  ◄

Άρθρο 85α

1.  Όταν ένας τρίτος ευθύνεται για το θάνατο, το ατύχημα ή την ασθένεια ατόμου που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, ►M128   ►C9  η Ένωση ◄  ◄ υποκαθίσταται αυτοδικαίως, μέσα στα όρια των υποχρεώσεων της σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, στα δικαιώματα προσφυγής του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα κατά του υπευθύνου τρίτου.

2.  Η υποκατάσταση της παραγράφου 1 καλύπτει ιδίως:

 τις αποδοχές που εξακολουθούν να καταβάλλονται στον υπάλληλο, σύμφωνα με το άρθρο 59, κατά την περίοδο της προσωρινής ανικανότητας του προς εργασία,

 τις καταβολές που πραγματοποιούνται, σύμφωνα με το άρθρο 70, μετά το θάνατο υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου δικαιούχου σύνταξης,

 τις παροχές που γίνονται, με βάση τα άρθρα 72 και 73 και τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν για την εφαρμογή τους, όσον αφορά την ασφάλιση κατά των κινδύνων ασθενείας και ατυχήματος,

 την πληρωμή των εξόδων μεταφοράς της σορού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75,

 τις καταβολές επιπλέον οιγενειακών επιδομάτων λόγω βαριάς ασθένειας, αναπηρίας ή μειονεκτήματος που προσβάλλει ένα συντηρούμενο τέκνο σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 3 και το άρθρο 2 παράγραφοι 3 και 5 του παραρτήματος VII,

 τις καταβολές ►M112  επιδομάτων αναπηρίας ◄ λόγω ατυχήματος ή ασθενείας, τα οποία καθιστούν τον υπάλληλο οριστικώς ανίκανο να ασκήσει τα καθήκοντα του,

 τις καταβολές συντάξεων επιζώντων λόγω θανάτου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου ή θανάτου του συζύγου του συνταξιούχου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, που ο ίδιος δεν είναι μόνιμος ή έκτακτος υπάλληλος δικαιούχος σύνταξης,

 τις καταβολές συντάξεων ορφανού, που διενεργούνται, χωρίς όριο ηλικίας, υπέρ τέκνου υπαλλήλου ή πρώην υπαλλήλου, εφόσον το τέκνο προσβληθεί από βαριά ασθένεια, αναπηρία ή μειονέκτημα που το εμποδίζει να αντεπεξέλθει στις ανάγκες του μετά το θάνατο του γονέως του.

3.  Ωστόσο, η υποκατάσταση ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ δεν καλύπτει τα δικαιώματα αποζημίωσης για ζημίες με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα, όπως, ιδίως, η ηθική βλάβη, η ψυχική οδύνη καθώς και το μέρος των αποζημιώσεων για αισθητικούς λόγους ή για διαφυγούσα απόλαυση που υπερβαίνει την αποζημίωση η οποία θα είχε χορηγηθεί για τους λόγους αυτούς βάσει του άρθρου 73.

4.  Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 δεν μπορούν να παρακωλύσουν την άσκηση αγωγής εξ ονόματος και εκ μέρους ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ .

▼B



ΤΙΤΛΟΣ VI

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 86

1.  Κάθε παράλειψη των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει υπάλληλος ή τέως υπάλληλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού η οποία γίνεται εκουσίως ή εξ αμελείας, αποτελεί λόγο πειθαρχικής κυρώσεως.

▼M112

2.  Όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ή η OLAF λαμβάνουν γνώση αποδεικτικών στοιχείων για παράλειψη υποχρεώσεων κατά την έννοια της παραγράφου 1, μπορούν να κινούν διαδικασία διοικητικής έρευνας με σκοπό να εξακριβωθεί η ύπαρξη της παράληψης αυτής.

3.  Οι πειθαρχικοί κανόνες, διαδικασίες και μέτρα, καθώς και οι κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τις διοικητικές έρευνες, καθορίζονται στο Παράρτημα IX.

▼M112 —————

▼B



ΤΙΤΛΟΣ VII

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Άρθρο 90

▼M23

1.  Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού. Η αρχή κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφαση της στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της ημέρας υποβολής της αιτήσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η έλλειψη απαντήσεως στην αίτηση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί αίτημα κατά την έννοια της επομένης παραγράφου.

2.  Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή αίτημα κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. Το αίτημα πρέπει να διατυπωθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:

 από την ημέρα της δημοσιεύσεως της πράξεως, αν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα·

 από την ημέρα της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αποδέκτη, όχι όμως αργότερα από την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της αποφάσεως, αν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα· ►C6  εν τούτοις σε περίπτωση που πράξη ατομικού χαρακτήρα είναι τέτοια ώστε να θίγει τα συμφέροντα τρίτου η εν λόγω προθεσμία για το πρόσωπο αυτό αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία αυτό έλαβε γνώση της πράξεως, όχι όμως αργότερα από την ημέρα της δημοσιεύσεως ◄ ·

 από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφ' όσον υποβολή αιτήματος αναφέρεται σε σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά την έννοια της παραγράφου 1.

Η αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της υποβολής της ενστάσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η παράλειψη απαντήσεως στην ένσταση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 91.

▼M112 —————

▼M112

Άρθρο 90α

Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης δύναται να υποβάλει, στον διευθυντή της OLAF αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, με την οποία να τον καλεί να λάβει απόφαση περί αυτού σχετική με έρευνα της OLAF. Δύναται επίσης να υποβάλει στο διευθυντή της OLAF, αίτημα, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, κατά πράξεως σχετικής με έρευνα της OLAF, η οποία επηρεάζει αρνητικά τα συμφέροντά του.

Άρθρο 90β

Κάθε πρόσωπο στο οποίο εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δύναται να υποβάλει στον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων αίτηση ή αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 2, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του τελευταίου.

Άρθρο 90γ

Οι αιτήσεις και τα αιτήματα που αφορούν τους τομείς για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2, παράγραφος 2, υποβάλλονται στην εξουσιοδοτημένη αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

▼B

Άρθρο 91

▼M23

1.  Το Δικαστήριο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά μεταξύ ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90 παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.

2.  Προσφυγή στο Δικαστήριο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ γίνεται αποδεκτή μόνο:

 αν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην αρμόδια για διορισμούς αρχή αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90 παράγραφος 2 εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο, και

 αν αυτή η διατύπωση αιτήματος έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.

3.  Η προσφυγή που προβλέπεται στην παράγραφο 2 πρέπει να αιτηθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:

 από την ημέρα της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, η οποία ελήφθη προς απάντηση της διατυπώσεως αιτήματος,

 από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφ' όσον η προσφυγή αφορά σιωπηρή απορριπτική απόφαση της ενστάσεως που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 2. Εν τούτοις σε περίπτωση που κατόπιν σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως, αλλά εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, ληφθεί ρητή απόφαση για την απόρριψη αιτήματος η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει εκ νέου.

4.  Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 2, ο ενδιαφερόμενος δύναται, αφού διατυπώσει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή αίτημα κατά την έννοια του άρθρου 90 παράγραφος 2, να προσφύγει αμέσως στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, υπό τον όρο ότι στην εν λόγω προσφυγή επισυνάπτεται αίτηση αναβολής της εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή των προσωρινών μέτρων. Στην περίπτωση αυτή η κυρία διαδικασία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναστέλλεται μέχρι να ληφθεί ρητή ή σιωπηρή απορριπτική απόφαση περί του διατυπωθέντος αιτήματος.

5.  Οι προσφυγές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εισάγονται και κρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό διαδικασίας που θεσπίζεται από το Δικαστήριο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ .

▼M112

Άρθρο 91α

Οι προσφυγές στους τομείς για τους οποίους τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 2, παράγραφος 2, στρέφονται κατά του οργάνου από το οποίο εξαρτάται η εξουσιοδοτημένη αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

▼M131 —————

▼M128



ΤΙΤΛΟΣ VΙΙΙα

ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΥΕΔ

Άρθρο 95

1.  Οι εξουσίες που ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ασκούνται από τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (εφεξής Ύπατος Εκπρόσωπος) όσον αφορά το προσωπικό της ΕΥΕΔ. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος δύναται να καθορίσει το πρόσωπο εντός της ΕΥΕΔ το οποίο θα ασκεί τις εν λόγω εξουσίες. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 2.

2.  Όσον αφορά τους προϊσταμένους αντιπροσωπειών, οι εξουσίες οι σχετικές με τους διορισμούς ασκούνται μέσα από ενδελεχή διαδικασία επιλογής βάσει προσόντων και λαμβανομένης υπόψη της ισορροπίας των φύλων και της γεωγραφικής προέλευσης, με βάση κατάλογο των υποψηφίων για τους οποίους έχει συμφωνήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο των εξουσιών που της παρέχουν οι Συνθήκες. Τούτο εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, σε μεταθέσεις προς το συμφέρον της υπηρεσίας οι οποίες γίνονται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και για καθορισμένη έκτακτη περίοδο σε θέση προϊσταμένου αντιπροσωπείας.

3.  Όσον αφορά τους προϊσταμένους αντιπροσωπείας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υποχρεούνται να εκτελούν καθήκοντα για την Επιτροπή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διεξάγει διοικητικές έρευνες και κινεί πειθαρχικές διαδικασίες κατά τα άρθρα 22 και 86 καθώς και το παράρτημα ΙΧ, εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 43 ζητείται η γνώμη της Επιτροπής.

Άρθρο 96

Κατά παρέκκλιση του άρθρου 11, υπάλληλος της Επιτροπής που εργάζεται σε αντιπροσωπεία της Ένωσης λαμβάνει οδηγίες από τον προϊστάμενο της αντιπροσωπείας σύμφωνα με το ρόλο του προϊσταμένου όπως προβλέπει το άρθρο 5 της απόφασης 2010/427/ΕΕ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, που θεσπίζει την οργάνωση και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης. ( 7 )

Υπάλληλος της ΕΥΕΔ ο οποίος πρέπει, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, να εκτελεί καθήκοντα για την Επιτροπή, λαμβάνει για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων οδηγίες από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 221, παράγραφος 2, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου αποφασίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ.

Άρθρο 97

Έως τις 30 Ιουνίου 2014, όσον αφορά του υπαλλήλους που έχουν μετατεθεί στην ΕΥΕΔ σύμφωνα με την απόφαση 2010/427/ΕΕ, κατά παρέκκλιση των άρθρων 4 και 29 του ισχύοντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, οι αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των ενδιαφερομένων οργάνων δύνανται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενεργώντας κατόπιν κοινής συμφωνίας και αποκλειστικά προς το συμφέρον της υπηρεσίας, μετά από ακρόαση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, να μεταθέσουν υπάλληλο της ΕΥΕΔ από την ΕΥΕΔ σε κενή θέση του ιδίου βαθμού στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ή στην Επιτροπή, χωρίς κοινοποίηση στο προσωπικό σχετικά με την κενή θέση.

Άρθρο 98

1.  Για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο α), κατά την πλήρωση κενής θέσης στην ΕΥΕΔ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξετάζει τις αιτήσεις υπαλλήλων της Γραμματείας του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΥΕΔ, εκτάκτων υπαλλήλων στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 2 στοιχείο ε) του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, και υπαλλήλων εθνικών διπλωματικών υπηρεσιών των κρατών μελών, χωρίς να δίδεται προτεραιότητα σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω κατηγορίες. Έως τις 30 Ιουνίου 2013, κατά παρέκκλιση του άρθρου 29 για πρόσληψη εκτός του οργάνου, η ΕΥΕΔ προσλαμβάνει αποκλειστικά υπαλλήλους από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου και της Επιτροπής καθώς και προσωπικό από τις διπλωματικές υπηρεσίες των κρατών μελών.

Παρά ταύτα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αφού έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες πρόσληψης σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενδέχεται να αποφασίσει να προσλάβει εκτός των πηγών που απαριθμούνται στην πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου, προσωπικό τεχνικής υποστήριξης στην κατηγορία AD αναγκαίο για τη σωστή λειτουργία της ΕΥΕΔ, όπως είναι οι ειδικοί στους τομείς διαχείρισης κρίσεων, ασφαλείας και τεχνολογίας πληροφοριών.

Από 1ης Ιουλίου 2013 η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή εξετάζει επίσης τις υποψηφιότητες υπαλλήλων θεσμικών οργάνων πέραν των σημειουμένων στο πρώτο εδάφιο, χωρίς να δίνει προτεραιότητα σε καμία από τις εν λόγω κατηγορίες.

2.  Για τους σκοπούς του άρθρου 29 παράγραφος 1 στοιχείο α) και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 97, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή των θεσμικών οργάνων εκτός της ΕΥΕΔ λαμβάνει υπόψη, για την κάλυψη κενής θέσεως στο Συμβούλιο ή στην Επιτροπή, τις αιτήσεις εσωτερικών υποψηφίων και υπαλλήλων της ΕΥΕΔ οι οποίοι ήταν υπάλληλοι του συγκεκριμένου οργάνου πριν να γίνουν υπάλληλοι της ΕΥΕΔ, χωρίς να δίδει προτεραιότητα σε οποιαδήποτε από τις εν λόγω κατηγορίες.

Άρθρο 99

1.  Έως ότου ο Ύπατος Εκπρόσωπος αποφασίσει να συσταθεί πειθαρχικό συμβούλιο για την ΕΥΕΔ, το πειθαρχικό συμβούλιο της Επιτροπής θα εκτελεί επίσης χρέη πειθαρχικού συμβουλίου για την ΕΥΕΔ. Η απόφαση του Ύπατου Εκπροσώπου θα ληφθεί το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011.

Μέχρι τη σύσταση του πειθαρχικού συμβουλίου της ΕΥΕΔ, τα δύο συμπληρωματικά μέλη στα οποία αναφέρεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 του παραρτήματος ΙΧ επιλέγονται μεταξύ των υπαλλήλων της ΕΥΕΔ. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και η επιτροπή προσωπικού στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 5, παράγραφος 5, και 6, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΙΧ είναι οι αντίστοιχες της ΕΥΕΔ.

2.  Έως ότου συσταθεί επιτροπή προσωπικού εντός της ΕΥΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 1 στοιχείο α), πρώτη περίπτωση, κάτι που πρέπει να γίνει το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, και κατά παρέκκλιση της διάταξης που περιέχεται στην εν λόγω περίπτωση, η επιτροπή προσωπικού της Επιτροπής εκπροσωπεί και τους μονίμους και λοιπούς υπαλλήλους της ΕΥΕΔ.



▼M128

ΤΙΤΛΟΣ VΙΙΙβ

▼M67

ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥΙΣΧΥΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΟΙ ΣΕ ΤΡΠΉ ΧΩΡΑ

Άρθρο 101α

Με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το παράρτημα Χ θεσπίζει τις ειδικές και κατά παρέκκλιση διατάξεις οι οποίες ισχύουν για τους υπαλλήλους που είναι τοποθετημένοι σε τρίτη χώρα.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ IX

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Μεταβατικές διατάξεις

▼M112 —————

▼M23 —————

▼M62 —————

▼M112 —————

▼M112

Άρθρο 107α

Το Παράρτημα XIII διαλαμβάνει ορισμένες μεταβατικές διατάξεις.

▼M23 —————

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Τελικές διατάξεις

▼M131

Άρθρο 110

1.  Οι γενικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης εκδίδονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου κατόπιν διαβουλεύσεων με την επιτροπή προσωπικού και την επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.  Οι κανόνες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης που θεσπίζει η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εκτελεστικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στους οργανισμούς. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή ενημερώνει τους οργανισμούς για κάθε κανόνα εφαρμογής αμέσως μετά τη θέσπισή του.

Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής τίθενται σε ισχύ από τους οργανισμούς εννέα μήνες μετά την έναρξη ισχύος τους στην Επιτροπή ή εννέα μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή ενημέρωσε τους οργανισμούς για τη θέσπιση του συγκεκριμένου μέτρου εφαρμογής, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω, ένας οργανισμός μπορεί επίσης να αποφασίσει να θέσει τους εν λόγω κανόνες εφαρμογής σε ισχύ πριν από την ημερομηνία αυτή.

Κατά παρέκκλιση, ένας οργανισμός μπορεί, πριν από τη λήξη της εννεάμηνης περιόδου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και ύστερα από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού, να υποβάλει προς έγκριση στην Επιτροπή κανόνες εφαρμογής διαφορετικούς από τους κανόνες που έχει θεσπίσει η Επιτροπή. Υπό τους ίδιους όρους, ένας οργανισμός μπορεί να ζητήσει την έγκριση της Επιτροπής για τη μη εφαρμογή ορισμένων από τους εν λόγω κανόνες εφαρμογής. Στην τελευταία περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί, αντί να αποδεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα, να ζητήσει από τον οργανισμό να της υποβάλει, προκειμένου να λάβει την έγκρισή της, κανόνες εφαρμογής διαφορετικούς από εκείνους που θέσπισε η Επιτροπή.

Η εννεάμηνη περίοδος που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου αναστέλλεται από την ημερομηνία κατά την οποία ο οργανισμός ζητά τη συμφωνία της Επιτροπής έως την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή λάβει θέση σχετικά.

Ένας οργανισμός μπορεί επίσης, μετά από διαβούλευση με την οικεία επιτροπή προσωπικού, να υποβάλει προς έγκριση στην Επιτροπή κανόνες εφαρμογής που αφορούν άλλα ζητήματα, πέραν των κανόνων εφαρμογής που εξέδωσε η Επιτροπή.

Για τους σκοπούς της θέσπισης των κανόνων εφαρμογής, κάθε οργανισμός εκπροσωπείται από το διοικητικό συμβούλιο ή το ισότιμο όργανο που αναφέρεται στην πράξη της Ένωσης βάσει της οποίας έχει συσταθεί ο οργανισμός.

3.  Για τους σκοπούς της θέσπισης των κανόνων με συμφωνία μεταξύ των θεσμικών οργάνων, οι οργανισμοί δεν εξομοιώνονται με τα θεσμικά όργανα. Εντούτοις, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τους οργανισμούς πριν από τη θέσπιση των εν λόγω κανόνων.

4.  Οι κανόνες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των γενικών διατάξεων εφαρμογής που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και οι κανόνες που θεσπίζονται με συμφωνία μεταξύ των αρμοδίων για τους διορισμούς αρχών των θεσμικών οργάνων, τίθενται υπόψη του προσωπικού.

5.  Οι διοικητικές υπηρεσίες των θεσμικών οργάνων και των οργανισμών διαβουλεύονται τακτικά μεταξύ τους σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Κατά τις εν λόγω διαβουλεύσεις, οι οργανισμοί έχουν κοινή εκπροσώπηση, σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται με συμφωνία μεταξύ τους.

6.  Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τηρεί μητρώο των κανόνων που θεσπίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου για να θέσει σε εφαρμογή τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και των κανόνων που θεσπίζουν οι οργανισμοί στον βαθμό που παρεκκλίνουν από τους κανόνες που θεσπίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεών τους. Τα θεσμικά όργανα και οι οργανισμοί διαθέτουν άμεση πρόσβαση στο μητρώο αυτό και έχουν πλήρως το δικαίωμα να τροποποιούν τους οικείους κανόνες. Τα κράτη μέλη έχουν άμεση πρόσβαση σε αυτό. Επιπλέον, η Επιτροπή υποβάλλει ανά τριετία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τους κανόνες που θέσπισε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου για να θέσει σε εφαρμογή τον παρόντα κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.

▼M131

Άρθρο 111

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 112, όσον αφορά ορισμένες πτυχές των συνθηκών εργασίας και ορισμένες πτυχές της εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τις αποδοχές και με το καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης.

Άρθρο 112

1.  Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.  Η προβλεπόμενη στα άρθρα 56α, 56β και 56γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII και στο άρθρο 9 του παραρτήματος XI, και στα άρθρα 28α παράγραφος 11 και 96 παράγραφος 11 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα, από την 1η Ιανουαρίου 2014.

3.  Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στα άρθρα 56α, 56β, 56γ, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στο άρθρο 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII και στο άρθρο 9 του παραρτήματος XI, και στα άρθρα 28α παράγραφος 11 και 96 παράγραφος 11 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.  Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.  Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει των άρθρων 56α, 56β, 56γ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, του άρθρου 13 παράγραφος 3 του παραρτήματος VII ή του άρθρου 9 του παραρτήματος XI ή των άρθρων 28α παράγραφος 11 ή 96 παράγραφος 11 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 113

Η Επιτροπή υποβάλλει, έως την 31η Δεκεμβρίου 2020, έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία αποτιμά τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

▼M112




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

▼M131

A.   Τύποι θέσης σε καθεμία από τις ομάδες καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4



1.  Ομάδα καθηκόντων AD

Γενικός διευθυντής

AD 15 - AD 16

Διευθυντής

AD 14 - AD 15

Σύμβουλος ή ισοδύναμη θέση

AD 13- AD 14

Προϊστάμενος μονάδας ή ισοδύναμη θέση

AD 9 - AD 14

Διοικητικός υπάλληλος

AD 5 - AD 12



2.  Ομάδα καθηκόντων AST

Ανώτερος βοηθός διοίκησηςΆσκηση διοικητικών, τεχνικών ή επιμορφωτικών καθηκόντων για τα οποία απαιτείται υψηλός βαθμός αυτονομίας και εκπλήρωση σημαντικών ευθυνών στους τομείς της διαχείρισης προσωπικού, της εκτέλεσης του προϋπολογισμού ή του πολιτικού συντονισμού

AST 10 – AST 11

Βοηθός διοίκησηςΆσκηση διοικητικών, τεχνικών ή επιμορφωτικών καθηκόντων για τα οποία απαιτείται ένας ορισμένος βαθμός αυτονομίας, ιδίως σε σχέση με την εφαρμογή κανόνων και κανονισμών ή γενικών οδηγιών ή υπό την ιδιότητα του προσωπικού βοηθού ενός Μέλους του θεσμικού οργάνου ή του Προϊσταμένου του Ιδιαίτερου Γραφείου ενός Μέλους ή ενός (Αναπληρωτή) Γενικού Διευθυντή ή άλλου ανώτερου διευθυντικού στελέχους ανάλογου επιπέδου

AST 1 – AST 9



3.  Ομάδα καθηκόντων AST/SC

Γραμματέας/Βοηθός γραφείουΕκτέλεση εργασιών γραφείου ή γραμματείας, διαχείριση γραφείου και άλλα παρεμφερή καθήκοντα που απαιτούν έναν ορισμένο βαθμό αυτονομίας (1)

SC 1 – SC 6

(1)   Ο αριθμός θέσεων κοινοβουλευτικών κλητήρων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν μπορεί να υπερβεί τις 85.

Β.   Ποσοστά πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των μέσων σταδιοδρομιών

1. Ποσοστά πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των μέσων σταδιοδρομιών στις ομάδες καθηκόντων AST και AD:



Βαθμός

Βοηθοί

Υπάλληλοι διοικήσεως

13

15 %

12

15 %

11

25 %

10

20 %

25 %

9

8 %

25 %

8

25 %

33 %

7

25 %

36 %

6

25 %

36 %

5

25 %

36 %

4

33 %

3

33 %

2

33 %

1

33 %

2. Ποσοστά πολλαπλασιασμού για τον καθορισμό της ισοδυναμίας των μέσων σταδιοδρομιών στην ομάδα καθηκόντων AST/SC:



Βαθμός

Γραμματείς/Βοηθοί γραφείου

SC 6

SC 5

12 %

SC 4

15 %

SC 3

17 %

SC 2

20 %

SC 1

25 %

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Σύνθεση και τρόποι λειτουργίας των οργάνων που προβλέπονται στο άρθρο 9 του κανονισμού

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τμήμα 1:

Επιτροπή προσωπικού

Τμήμα 2:

Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως

Τμήμα 3:

Επιτροπή αναπηρίας

Τμήμα 4:

Επιτροπή εκθέσεων

Τμήμα 5:

Ισομερής συμβουλευτική επιτροπή για την επαγγελματική ανεπάρκεια

Τμήμα 1

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Άρθρο 1

▼M91

Η επιτροπή προσωπικού συγκροτείται από τακτικά μέλη και ενδεχομένως από αναπληρωματικά μέλη, των οποίων η διάρκεια της θητείας καθορίζεται σε τρία έτη. Εντούτοις, ►M131  η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου ◄ δύναται να αποφασίσει τον καθορισμό βραχύτερης θητείας, η οποία όμως δεν δύναται να είναι κατώτερη από ένα έτος. Όλοι οι υπάλληλοι ►M131  της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής κάθε θεσμικού οργάνου ◄ έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι.

▼M23

Οι προϋποθέσεις εκλογής στην επιτροπή προσωπικού, όταν αυτή δεν υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, ή στην τοπική επιτροπή, όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, καθορίζονται από τη γενική συνέλευση των υπαλλήλων του οργάνου οι οποίοι υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο τοποθετήσεως. ►M131  Πάντως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κάθε θεσμικού οργάνου δύναται να αποφασίσει ότι οι προϋποθέσεις εκλογής θα καθορισθούν σύμφωνα με την επιλογή που υπέδειξε το προσωπικό του οργάνου ως αποτέλεσμα δημοψηφίσματος. ◄ Οι εκλογές διεξάγονται με μυστική ψηφοφορία.

Όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες υποδεικνύονται τα μέλη της κεντρικής επιτροπής για κάθε τόπο τοποθετήσεως καθορίζονται από τη γενική συνέλευση των υπαλλήλων του οργάνου οι οποίοι υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο τοποθετήσεως. Ως μέλη της κεντρικής επιτροπής υποδεικνύονται μόνο τα μέλη της αντίστοιχης τοπικής επιτροπής.

Η σύνθεση της επιτροπής προσωπικού, όταν αυτή δεν διαιρείται σε τοπικές επιτροπές, ή η σύνθεση της τοπικής επιτροπής, όταν η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, πρέπει να εξασφαλίζει την αντιπροσώπευση ►M131  και των τριών ομάδων καθηκόντων ◄ που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού, καθώς και των υπαλλήλων που προβλέπονται στο άρθρο 7 πρώτη παράγραφος του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της ►M128   ►C9  Ένωσης ◄  ◄ . Η κεντρική επιτροπή μιας επιτροπής προσωπικού η οποία υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές συγκροτείται εγκύρως από τη στιγμή που έχει ορισθεί η πλειοψηφία των μελών της. Για την εγκυρότητα της εκλογής στην επιτροπή προσωπικού που δεν υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές ή στην τοπική επιτροπή εφ' όσον η επιτροπή προσωπικού υποδιαιρείται σε τοπικές επιτροπές, απαιτείται η συμμετοχή των δύο τρίτων των εκλογέων. Εν τούτοις, όταν δεν υπάρχει απαρτία, η εγκυρότητα της εκλογής στο δεύτερο γύρο εξασφαλίζεται αν συμμετέχει η πλειοψηφία των εκλογέων.

Τα καθήκοντα των μελών της επιτροπής προσωπικού και των υπαλλήλων που κατέχουν θέση με εξουσιοδότηση της επιτροπής προσωπικού σε όργανο που προβλέπεται από τον κανονισμό, ή το οποίο δημιουργείται από όργανο ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ , θεωρούνται ως μέρη της υπηρεσίας, την οποία οφείλουν να παρέχουν στο όργανο στο οποίο ανήκουν. Η άσκηση των ανωτέρω καθηκόντων δεν επιτρέπεται να προξενεί ζημία στον εν λόγω υπάλληλο.

▼B



Τμήμα 2

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΣΗΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΕΩΣ

▼M85

Άρθρο 2

Η ή οι επιτροπές ίσης εκπροσώπησης ενός οργάνου αποτελούνται:

 από πρόεδρο που διορίζεται κάθε έτος από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή,

 από τακτικά και αναπληρωματικά μέλη που ορίζονται την ίδια ημερομηνία σε ίσο αριθμό από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από την επιτροπή προσωπικού.

Η κοινή για δύο ή περισσότερα όργανα επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, αποτελείται:

 από πρόεδρο που διορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 2 ►M131  ————— ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,

 από τακτικά και αναπληρωματικά μέλη που ορίζονται σε ίσο αριθμό από τις αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές των οργάνων που εκπροσωπούνται στην κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης και από τις επιτροπές προσωπικού.

Οι λεπτομέρειες της σύστασης θεσπίζονται με συμφωνία των οργάνων που εκπροσωπούνται στην κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, μετά από διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού τους.

Το αναπληρωματικό μέλος συμμετέχει στην ψηφοφορία μόνο όταν απουσιάζει τακτικό μέλος.

▼B

Άρθρο 3

Η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως συνέρχεται κατόπιν προσκλήσεως της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής ή κατόπιν αιτήσεως της επιτροπής προσωπικού.

Η επιτροπή συνέρχεται έγκυρα μόνο, αν όλα τα τακτικά μέλη ή, απουσία αυτών, τα αναπληρωματικά μέλη είναι παρόντα.

Ο Πρόεδρος της επιτροπής δεν συμμετέχει στις αποφάσεις, εκτός αν πρόκειται για θέματα διαδικασίας.

▼M23 —————

▼B

►M23  Η γνώμη της Επιτροπής ◄ γνωστοποιείται εγγράφως στην αρμόδια για διορισμούς αρχή και στην επιτροπή προσωπικού εντός πέντε ημερών από τη σύσκεψη.

Κάθε μέλος της επιτροπής δύναται να απαιτήσει να περιληφθεί η αποψή του στη γνωμοδότηση της επιτροπής.

▼M85

Άρθρο 3α

Η κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης συνέρχεται κατόπιν αιτήσεως είτε της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής που αναφέρεται ►M112  στο άρθρο 2, παράγραφος 2 ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, είτε μιας αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ή μιας επιτροπής προσωπικού ενός από τα όργανα που εκπροσωπούνται σ' αυτή.

Η κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης συνεδριάζει έγκυρα μόνον αν όλα τα τακτικά μέλη ή τα αναπληρωματικά μέλη είναι παρόντα.

Ο πρόεδρος της κοινής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης δεν συμμετέχει στις αποφάσεις, εκτός αν πρόκειται για θέματα διαδικασίας.

Η γνώμη της κοινής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης γνωστοποιείται εγγράφως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την έννοια ►M112  του άρθρου 2, παράγραφος 2 ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στις υπόλοιπες αρμόδιες για τους διορισμούς αρχές και στις επιτροπές προσωπικού τους, εντός πέντε ημερών από τη σύσκεψη.

Κάθε μέλος της κοινής επιτροπής ίσης εκπροσώπησης μπορεί να απαιτήσει να περιληφθεί η άποψή του στη γνωμοδότηση της επιτροπής.



▼M112

Τμήμα 3

▼B

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ

Άρθρο 7

▼M23

Η επιτροπή αναπηρίας συγκροτείται από τρεις ιατρούς που ορίζονται:

 ο πρώτος από το όργανο στο οποίο υπάγεται ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος,

 ο δεύτερος από τον ενδιαφερόμενο,

 ο τρίτος με κοινή συμφωνία των δύο ιατρών που έχουν ορισθεί κατ' αυτό τον τρόπο.

Σε περίπτωση απουσίας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου ορίζεται αυτεπαγγέλτως ιατρός από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ .

▼M39

Ελλείψει συμφωνίας για το διορισμό του τρίτου ιατρού μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την ημέρα διορισμού του δεύτερου ιατρού, ο τρίτος ιατρός διορίζεται αυτεπάγγελτα από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ μετά από πρωτοβουλία ενός από τα ενδιαφερόμενα μέλη.

▼B

Άρθρο 8

Τα έξοδα των εργασιών της επιτροπής αναπηρίας βαρύνουν το όργανο, στο οποίο ανήκει ο ενδιαφερόμενος.

Στην περίπτωση που ο ιατρός που έχει ορισθεί από τον ενδιαφερόμενο διαμένει εκτός του τόπου που υπηρετεί ο τελευταίος, ο ενδιαφερόμενος βαρύνεται με τη συμπληρωματική αμοιβή που συνεπάγεται ο ορισμός αυτός, εκτός από τα έξοδα μεταφοράς πρώτης θέσεως που επιστρέφονται από το όργανο.

Άρθρο 9

Ο υπάλληλος δύναται να υποβάλλει στην επιτροπή αναπηρίας κάθε έκθεση ή πιστοποιητικό του θεράποντα ιατρού του ή των ιατρών που έχει θεωρήσει καλό να συμβουλευθεί.

Τα συμπεράσματα της επιτροπής διαβιβάζονται στην αρμόδια για διορισμούς αρχή και στον ενδιαφερόμενο.

Οι εργασίες της επιτροπής είναι μυστικές.



▼M112

Τμήμα 4

▼B

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

▼M112

Άρθρο 10

Τα μέλη της επιτροπής εκθέσεων διορίζονται κάθε έτος σε ίσο αριθμό από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από την επιτροπή προσωπικού μεταξύ των υπαλλήλων του οργάνου της ομάδας καθηκόντων AD. Η επιτροπή εκλέγει τον πρόεδρό της. Τα μέλη της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης δεν δύνανται να είναι μέλη της επιτροπής εκθέσεων.

Κάθε φορά που η επιτροπή εκθέσεων καλείται να διατυπώσει σύσταση για υπάλληλο του οποίου ο αμέσως ανώτερος ιεραρχικά είναι ένα από τα μέλη της, το εν λόγω μέλος δεν συμμετέχει στη σύσκεψη.

▼B

Άρθρο 11

Οι εργασίες της επιτροπής εκθέσεων είναι μυστικές.

▼M112



Τμήμα 5

ΙΣΟΜΕΡΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Άρθρο 12

Η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή για την επαγγελματική ανεπάρκεια απαρτίζεται από έναν πρόεδρο και από τουλάχιστον δύο μέλη, οι οποίοι πρέπει να είναι υπάλληλοι βαθμού AD 14, κατ' ελάχιστο. Ο πρόεδρος και τα μέλη διορίζονται για περίοδο τριών ετών. Το ήμισυ των μελών διορίζει η επιτροπή προσωπικού και το άλλο ήμισυ η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή. Ο πρόεδρος διορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή βάσει πίνακα υποψηφίων που έχει συνταχθεί σε συνεννόηση με την επιτροπή προσωπικού.

Όταν ερευνάται η περίπτωση υπαλλήλου βαθμού μέχρι AD 14, η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή συμπληρώνεται με δύο επιπλέον μέλη που διορίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και τα μόνιμα μέλη και ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων και στον ίδιο βαθμό τουλάχιστον με τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο.

Όταν η ισομερής συμβουλευτική επιτροπή καλείται να εξετάσει την περίπτωση μέλους του ανώτερου στελεχικού δυναμικού κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, συγκροτείται μία ειδική προς τούτο συμβουλευτική επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, την οποία απαρτίζουν δύο μέλη διοριζόμενα από την επιτροπή προσωπικού και δύο μέλη διοριζόμενα από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, τα οποία είναι τουλάχιστον ισόβαθμα με τον υπάλληλο του οποίου εξετάζεται η περίπτωση.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και η επιτροπή προσωπικού συμφωνούν επί μιας ειδικής προς τούτο διαδικασίας διορισμού των δύο συμπληρωματικών μελών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και τα οποία πρέπει να συμμετέχουν στη σύνθεσή της, όταν εξετάζεται η περίπτωση υπαλλήλου τοποθετημένου σε χώρα εκτός της Ένωσης ή συμβασιούχου.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Διαδικασία διαγωνισμών

Άρθρο 1

1.   ►M23  Η προκήρυξη διαγωνισμού αποφασίζεται από την αρμόδια για διορισμούς αρχή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. ◄

Η προκήρυξη πρέπει να καθορίζει:

▼M23

α) τη φύση του διαγωνισμού (εσωτερικός διαγωνισμός στο όργανο, εσωτερικός διαγωνισμός στα όργανα, γενικός διαγωνισμός ►M85  , ενδεχομένως κοινός για δύο ή περισσότερα όργανα ◄

▼B

β) τον τρόπο διεξαγωγής (διαγωνισμός βάσει τίτλων, βάσει εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων)·

γ) τη φύση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που αντιστοιχούν στις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν ►M112  καθώς και την προτεινόμενη ομάδα καθηκόντων και βαθμό ◄ ·

δ)  ►M112  σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ◄ τα διπλώματα ή άλλους τίτλους ή το επίπεδο πείρας που απαιτείται για τις θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν·

ε) στην περίπτωση διαγωνισμού βάσει εξετάσεων, τη φύση των εξετάσεων και τον αντίστοιχο τρόπο βαθμολογήσεώς τους·

στ) ενδεχομένως τις γλωσσικές γνώσεις που απαιτούνται λόγω της ιδιαίτερης φύσεως των θέσεων που πρόκειται να πληρωθούν·

▼M23

ζ) ενδεχομένως το όριο ηλικίας καθώς και την παράταση του ορίου ηλικίας για τους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα από ένα έτος τουλάχιστον·

▼B

η) την προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας·

θ) κατά περίπτωση, τις παρεκκλίσεις που έχουν επιτραπεί δυνάμει του άρθρου 28 περίπτωση α) του κανονισμού.

▼M85

Σε περίπτωση γενικού διαγωνισμού κοινού για δύο ή περισσότερα όργανα η προκήρυξη διαγωνισμού αποφασίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που αναφέρεται ►M112  στο άρθρο 2, παράγραφος 2 ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης μετά από διαβούλευση με την κοινή επιτροπή ίσης εκπροσώπησης.

▼B

2.  Για τους γενικούς διαγωνισμούς, η προκήρυξη διαγωνισμού πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων υποψηφιότητας και, κατά περίπτωση, δύο μήνες τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία των εξετάσεων.

3.  Κάθε προκήρυξη διαγωνισμού λαμβάνει δημοσιότητα εντός των οργάνων ►M128   ►C9  της Ευρωπαϊκής Ένωσης ◄  ◄ εντός των ιδίων προθεσμιών.

Άρθρο 2

Οι υποψήφιοι πρέπει να συμπληρώσουν έντυπο, του οποίου οι όροι καθορίζονται από την αρμόδια για διορισμούς αρχή.

Δύναται να τους ζητηθεί η χορήγηση οποιουδήποτε συμπληρωματικού εγγράφου ή πληροφορίας.

Άρθρο 3

▼M112

Την εξεταστική επιτροπή απαρτίζουν ο πρόεδρος, που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, και τα μέλη, που ορίζονται, σε ίσο αριθμό, από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και από την επιτροπή προσωπικού.

▼M85

Σε περίπτωση γενικού διαγωνισμού κοινού για δύο ή περισσότερα όργανα, η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από ένα πρόεδρο που ορίζεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που αναφέρεται ►M112  στο άρθρο 2, παράγραφος 2 ◄ του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και από μέλη που ορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή που αναφέρεται ►M112  στο άρθρο 2, παράγραφος 2 ◄ του εν λόγω κανονισμού μετά από πρόταση των οργάνων καθώς και από μέλη που ορίζονται με κοινή συμφωνία, επί ισομερούς βάσης, από τις επιτροπές προσωπικού των οργάνων.

▼B

Η εξεταστική επιτροπή δύναται να καλέσει να συμμετάσχουν σε ορισμένες εξετάσεις ένα ή περισσότερα πάρεδρα μέλη με συμβουλευτική ιδιότητα.

Τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που επιλέγονται μεταξύ των υπαλλήλων πρέπει ►M112  να είναι της ίδιας ομάδας καθηκόντων και ◄ να έχουν τον ίδιο τουλάχιστον βαθμό με αυτόν της θέσεως που πρόκειται να πληρωθεί.

▼M112

Εάν η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από περισσότερα από τέσσερα μέλη, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο μέλη από κάθε φύλο.

▼B

Άρθρο 4

Η αρμόδια για διορισμούς αρχή καταρτίζει τον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις περιπτώσεις α), β) και γ) του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και διαβιβάζει τον κατάλογο αυτό στον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής μαζί με το φάκελλο υποψηφιότητας.

Άρθρο 5

Αφού λάβει γνώση των φακέλλων αυτών, η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο των υποψηφίων που πληρούν τους όρους που καθορίζονται από την προκήρυξη διαγωνισμού.

Σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει εξετάσεων, όλοι οι υποψήφιοι που είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο αυτό γίνονται δεκτοί στις εξετάσεις.

Σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων, η εξεταστική επιτροπή, αφού καθορίσει τα κριτήρια, βάσει των οποίων θα αξιολογήσει τους τίτλους των υποψηφίων, προβαίνει στην εξέταση των τίτλων των υποψηφίων που είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογο που αναφέρεται στην ανωτέρω παράγραφο.

Σε περίπτωση διαγωνισμού βάσει τίτλων και εξετάσεων, η εξεταστική επιτροπή ορίζει βάσει του καταλόγου αυτού τους υποψηφίους που έχουν γίνει δεκτοί στις εξετάσεις.

Εν συνεχεία, η εξεταστική επιτροπή συντάσσει τον κατάλογο επιταχυντών που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως· στο μέτρο που είναι δυνατό, ο κατάλογος αυτός πρέπει να περιλαμβάνει αριθμό υποψηφίων τουλάχιστον διπλάσιο από τον αριθμό των θέσεων που θα πληρωθούν με το διαγωνισμό.

Η εξεταστική επιτροπή απευθύνει στην αρμόδια για διορισμούς αρχή τον κατάλογο επιτυχόντων μαζί με αιτιολογημένη έκθεση της εξεταστικής επιτροπής που περιέχει ενδεχομένως τις παρατηρήσεις των μελών της.

Άρθρο 6

Οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής είναι μυστικές.

▼M112

Άρθρο 7

1.  Τα όργανα, κατόπιν γνώμης της επιτροπής κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αναθέτουν στην ►M128   ►C9  Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού ◄  ◄ (εφεξής: «Υπηρεσία»), το καθήκον να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζει ότι εφαρμόζονται ομοιόμορφα πρότυπα κατά τις διαδικασίες επιλογής υπαλλήλων ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ και κατά την αξιολόγηση και τις εξεταστικές διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 45 και 45α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

2.  Τα καθήκοντα της Υπηρεσίας συνίστανται στα εξής:

α) διοργάνωση, ύστερα από αίτημα του εκάστοτε οργάνου, ανοικτών διαγωνισμών·

β) παροχή, ύστερα από αίτημα του εκάστοτε οργάνου, τεχνικής υποστήριξης για τους εσωτερικούς διαγωνισμούς που διοργανώνει το ίδιο·

γ) καθορισμός του περιεχομένου όλων των εξετάσεων που διοργανώνονται από τα όργανα, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 45α, παράγραφος 1, στοιχείο γ) του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης με εναρμονισμένο και συνεπή τρόπο·

δ) ανάληψη της γενικής ευθύνης για τον καθορισμό και την οργάνωση της αξιολόγησης της γλωσσικής ικανότητας, ώστε να εξασφαλίζεται ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης με εναρμονισμένο και συνεπή τρόπο.

3.  Η Υπηρεσία μπορεί, κατόπιν αιτήματος του εκάστοτε οργάνου, να επιτελεί και άλλα καθήκοντα συνδεόμενα με την επιλογή υπαλλήλων.

4.  Η Υπηρεσία παρέχει υποστήριξη στα διάφορα όργανα, κατόπιν αιτήματός τους, για την επιλογή έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων, ιδίως προσδιορίζοντας το περιεχόμενο των δοκιμασιών και διοργανώνοντας τις διαδικασίες επιλογής στο πλαίσιο των άρθρων 12 και 82 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Διαδικασία χορηγήσεως της αποζημιώσεως που προβλέπεται στα άρθρα 41 και 50 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως

Άρθρο μόνο

1.  Ο υπάλληλος, στην περίπτωση του οποίου εφαρμόζονται τα άρθρα 41 και 50 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως έχει δικαίωμα:

α) κατά τη διάρκεια τριών μηνών, μηνιαίας αποζημιώσεως ίσης με το βασικό του μισθό·

β) κατά τη διάρκεια χρονικής περιόδου που καθορίζεται σε συνάρτηση με την ηλικία του και τη διάρκεια των υπηρεσιών του, βάσει του καταλόγου που εμφαίνεται στην κατωτέρω παράγραφο 3, μηνιαίας αποζημιώσεως ίσης:

 με τα 85 % του βασικού μισθού του από τον 4ο έως τον 6ο μήνα,

 με το 70 % του βασικού μισθού του κατά τη διάρκεια των πέντε ακολούθων ετών,

 με το 60 % του βασικού μισθού του, περαιτέρω.

Το δικαίωμα της αποζημιώσεως παύει από την ημέρα, κατά την οποία ο υπάλληλος συμπληρώνει το ►M131  66ο έτος. ◄

▼M131 —————

▼M23

Ο βασικός μισθός κατά την έννοια του παρόντος άρθρου είναι ο βασικός μισθός σύμφωνα με τον πίνακα που παρατίθεται στο άρθρο 66 του κανονισμού και που ισχύει την πρώτη ημέρα του μήνα για τον οποίο πρόκειται να γίνει η εκκαθάριση της αποζημιώσεως.

▼B

2.  Οι διατάξεις του παρόντος παραρτήματος θα αναθεωρηθούν κατά τη λήξη περιόδου δέκα ετών που υπολογίζεται από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.

3.  Για τον προσδιορισμό, σε συνάρτηση με την ηλικία του υπαλλήλου, της περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας δικαιούται της αποζημιώσεως που προβλέπεται στα άρθρα 41 και 50 του κανονισμού, εφαρμόζεται επί του χρόνου υπηρεσίας του ο συντελεστής που καθορίζεται στον κατωτέρω πίνακα· η περίοδος αυτή στογγυλοποιείται, κατά περίπτωση, στον κατώτερο μήνα.



Ηλικία

%

20

18

21

19,5

22

21

23

22,5

24

24

25

25,5

26

27

27

28,5

28

30

29

31,5

30

33

31

34,5

32

36

33

37,5

34

39

35

40,5

36

42

37

43,5

38

45

39

46,5

40

48

41

49,5

42

51

43

52,5

44

54

45

55,5

46

57

47

58,5

48

60

49

61,5

50

63

51

64,5

52

66

53

67,5

54

69

55

70,5

56

72

57

73,5

58

75

►M131  59 έως 65 ◄

►M23  76,5 ◄

▼M112

4.  Την περίοδο κατά την οποία ο υπάλληλος δικαιούται αποζημίωση και κατά τους έξι πρώτους μήνες που ακολουθούν αυτή την περίοδο, ο αναφερόμενος στα άρθρα 41 και 50 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης υπάλληλος δικαιούται, για τον ίδιο και για τα ασφαλιστικώς καλυπτόμενα εξ αυτού πρόσωπα, τις παροχές του συστήματος υγειονομικής ασφάλισης που αναφέρεται στο άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπό την επιφύλαξη ότι ο υπάλληλος καταβάλλει τη δέουσα συνεισφορά που υπολογίζεται, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει του βασικού μισθού ή ποσοστού του μισθού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και ότι δεν ασκεί επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα.

▼M39

Μετά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται σ' αυτό, ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος μπορεί, με αίτησή του, να συνεχίσει να απολαύει των παροχών που προβλέπονται από το εν λόγω σύστημα υγειονομικής ασφάλισης, με την επιφύλαξη ότι καταβάλλει το σύνολο της συνεισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 72 παράγραφος 1 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης.

Μετά το τέλος της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δικαιούται αποζημίωση, η συνεισφορά υπολογίζεται βάσει της τελευταίας μηνιαίας αποζημίωσης που εισέπραξε.

Όταν ο υπάλληλος αρχίσει να λαμβάνει τη σύνταξη από το συνταξιοδοτικό σύστημα που προβλέπεται από τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης, εξομοιώνεται, για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 72 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, με τον υπάλληλο που παρέμεινε στην υπηρεσία μέχρι να συμπληρώσει την ►M131  ηλικία των 66 ετών. ◄

▼M112




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IVα

Εργασία με μειωμένο ωράριο

Άρθρο 1

Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας εργασίας με μειωμένο ωράριο υποβάλλεται από τον υπάλληλο στον αμέσως ανώτερό του ιεραρχικά δύο τουλάχιστον μήνες πριν από την αιτούμενη ημερομηνία έναρξης, εκτός των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων επείγοντος.

Η άδεια μπορεί να χορηγείται για ελάχιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός και μέγιστο χρονικό διάστημα τριών ετών, υπό την επιφύλαξη των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 15 και ►M131  στο άρθρο 55α, παράγραφος 2, στοιχείο ζ). ◄

Η άδεια δύναται να ανανεώνεται υπό τους ιδίους όρους. Οι αιτήσεις για ανανέωση υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, δύο τουλάχιστον μήνες πριν από το τέλος του χρονικού διαστήματος για το οποίο χορηγήθηκε η άδεια. Η διάρκεια της εργασίας με μειωμένο ωράριο δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ημίσεος της κανονικής διάρκειας εργασίας.

Εκτός των δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων, η περίοδος απασχόλησης με μειωμένο ωράριο αρχίζει την πρώτη ημέρα του μήνα.

Άρθρο 2

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, να ανακαλεί την άδεια πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο αυτή είχε χορηγηθεί. Η ημερομηνία ανάκλησης της άδειας δεν μπορεί να είναι πλέον των δύο μηνών μεταγενέστερη της ημερομηνίας που προτείνεται από τον υπάλληλο ή πλέον των τεσσάρων μηνών στην περίπτωση που η άδεια για εργασία με μειωμένο ωράριο είχε χορηγηθεί για περίοδο άνω του ενός έτους.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και προς το συμφέρον της υπηρεσίας, να ανακαλεί την άδεια πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο αυτή είχε χορηγηθεί, με προειδοποίηση προς τον υπάλληλο δύο μηνών.

Άρθρο 3

Ο υπάλληλος δικαιούται, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο του παρεσχέθη άδεια να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, να λαμβάνει ποσοστό των αποδοχών του, αντίστοιχο του ποσοστού της κανονικής διάρκειας εργασίας. Εντούτοις, αυτό το ποσοστό δεν εφαρμόζεται στο επίδομα συντηρούμενου τέκνου, στο βασικό ποσό του επιδόματος στέγης και στο σχολικό επίδομα.

Οι εισφορές στο σύστημα υγειονομικής ασφάλισης υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου. Οι συνεισφορές στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού υπαλλήλου εργαζόμενου με μειωμένο ωράριο. Ο υπάλληλος δύναται επίσης να ζητήσει οι συνεισφορές στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως να υπολογίζονται βάσει του βασικού μισθού πλήρως απασχολούμενου υπαλλήλου, σύμφωνα με το άρθρο 83 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Για την εφαρμογή των άρθρων 2, 3 και 5 του Παραρτήματος VIII, τα αποκτώμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπολογίζονται κατ' αναλογία του ποσοστού των συνεισφορών που καταβάλλει.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασίας με μειωμένο ωράριο, ο υπάλληλος δεν δύναται να εργάζεται υπερωριακά ούτε να ασκεί οποιαδήποτε άλλη επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα, εκτός από δραστηριότητα σύμφωνη με το άρθρο 15 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Άρθρο 4

Παρά την πρώτη πρόταση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 3, ►M131  οι υπάλληλοι οι οποίοι εξουσιοδοτούνται σύμφωνα με το άρθρο 55α παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του κανονισμού υπηρεσιακής κάταστασης,να εργάζονται με μειωμένο ωράριο, ◄ λαμβάνουν μειωμένο βασικό μισθό, ο οποίος ισούται προς το υψηλότερο από τα δύο ποσά που λαμβάνονται κατόπιν εφαρμογής στον βασικό μισθό πλήρως απασχολουμένου υπαλλήλου των ακολούθων ποσοστών:

α) είτε 60 %·

β) είτε το ποσοστό, το υπολογιζόμενο στην αρχή της περιόδου εργασίας με μειωμένο ωράριο, που αντιστοιχεί σε έτη υπηρεσίας κατά την έννοια των άρθρων 2, 3, 4, 5, 9 και 9α του Παραρτήματος VIII, προσαυξημένο κατά 10 %.

Οι υπάλληλοι στους οποίους εφαρμόζεται το παρόν άρθρο υποχρεούνται, όταν παύσουν να εργάζονται με μειωμένο ωράριο, είτε να συνταξιοδοτηθούν είτε να επιστρέψουν το ποσό το οποίο έχουν εισπράξει στη διάρκεια της εργασίας τους με μειωμένο ωράριο, το οποίο υπερβαίνει το 50 % του βασικού μισθού.

Άρθρο 5

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δύναται να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Διαδικασία χορηγήσεως των αδειών

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τμήμα 1:

Ετήσια άδεια

Τμήμα 2:

Ειδικές άδειες

Τμήμα 3:

Οδοιπορική άδεια

Τμήμα 1

ΕΤΗΣΙΑ ΑΔΕΙΑ

Άρθρο 1

Κατά την ανάληψη υπηρεσίας και κατά τη λήξη των καθηκόντων, το κλάσμα έτους παρέχει δικαίωμα αδείας δύο εργασίμων ημερών ανά μήνα υπηρεσίας· το κλάσμα μήνα παρέχει δικαίωμα αδείας δύο εργασίμων ημερών, αν είναι μεγαλύτερο από 15 ημέρες, μιας δε εργασίμου ημέρας, αν είναι ίσο ή μικρότερο από 15 ημέρες.

Άρθρο 2

Η ετησία άδεια δύναται να ληφθεί μία ή περισσότερες φορές ανάλογα με τις προτιμήσεις του υπαλλήλου και αφού ληφθούν υπόψη οι ανάγκες της υπηρεσίας. Πρέπει, εν τούτοις να συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον περίοδο δύο συνεχών εβδομάδων. Χορηγείται στους υπαλλήλους που αναλαμβάνουν υπηρεσία, μόνο μετά από παρουσία τριών· μηνών δύναται να χορηγηθεί πριν από την προθεσμία αυτή σε εξαιρετικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες.

Άρθρο 3

Στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια της ετησίας αδείας του, ο υπάλληλος προσβληθεί από ασθένεια που θα τον εμπόδιζε να εκτελέσει την υπηρεσία του, αν δεν ήταν σε άδεια, η ετησία άδεια παρατείνεται κατά το διάστημα της ανικανότητας που είναι δεόντως αιτιολογημένη με ιατρική βεβαίωση.

Άρθρο 4

Αν ο υπάλληλος, για λόγους μη αναγόμενους στις ανάγκες της υπηρεσίας, δεν έχει εξαντλήσει την ετήσια άδειά του πριν από το τέλος του τρέχοντος ημερολογιακού έτους, η μεταφορά αδείας στο επόμενο έτος δεν δύναται να υπερβαίνει τις 12 ημέρες.

Αν ο υπάλληλος δεν έχει εξαντλήσει την ετήσια άδειά του κατά τη λήξη των καθηκόντων του, λαμβάνει προς συμψηφισμό, για κάθε ημέρα αδείας που δεν έλαβε, ποσό ίσο με το τριακοστό των μηνιαίων αποδοχών του κατά το χρόνο της λήξεως των καθηκόντων του.

Κατά τη λήξη των καθηκόντων υπαλλήλου, ο οποίος έλαβε ετησία άδεια που υπερβαίνει τον αριθμό ημερών που εδικαιούτο, κατά το χρόνο της αναχωρήσεώς του, γίνεται κράτηση, υπολογιζόμενη κατά τον τρόπο που ενδείκνυται στην προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο 5

Αν υπάλληλος, για υπηρεσιακούς λόγους, ανακαλείται κατά τη διάρκεια της ετησίας αδείας του στην υπηρεσία ή του ακυρώνεται η άδεια που του είχε χορηγηθεί, του επιστρέφεται, δεόντως δικαιολογημένο, το ποσό των εξόδων που έχουν προκύψει συνεπεία του γεγονότος αυτού και του παρέχεται νέα οδοιπορική άδεια.



Τμήμα 2

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ

▼M131

Άρθρο 6

Εκτός από την ετήσια άδεια, είναι δυνατόν να χορηγηθεί στον υπάλληλο, κατόπιν αιτήσεώς του, ειδική άδεια. Δικαίωμα τέτοιας άδειας υφίσταται ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που προβλέπονται κατωτέρω και εντός των ακολούθων ορίων:

 γάμος του υπαλλήλου: τέσσερεις ημέρες,

 μετακόμιση του υπαλλήλου: μέχρι δύο ημέρες,

 σοβαρή ασθένεια του συζύγου: μέχρι τρεις ημέρες,

 θάνατος του συζύγου: τέσσερεις ημέρες,

 σοβαρή ασθένεια ανιόντος: μέχρι δύο ημέρες,

 θάνατος ανιόντος: δύο ημέρες,

 γάμος τέκνου: δύο ημέρες,

 γέννηση τέκνου: δέκα ημέρες, λαμβανόμενες στη διάρκεια των 14 εβδομάδων που ακολουθούν τη γέννηση,

 γέννηση τέκνου με αναπηρία ή σοβαρή ασθένεια: 20 ημέρες, λαμβανόμενες στη διάρκεια των 14 εβδομάδων που ακολουθούν τη γέννηση,

 θάνατος της συζύγου κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας: αριθμός ημερών που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο της άδειας μητρότητας· εάν η αποβιώσασα σύζυγος δεν είναι υπάλληλος, η διάρκεια της υπόλοιπης άδειας μητρότητας προσδιορίζεται με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 58 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,

 σοβαρή ασθένεια τέκνου: μέχρι δύο ημέρες,

 ιδιαίτερα σοβαρή ασθένεια τέκνου πιστοποιούμενη από ιατρό ή νοσοκομειακή περίθαλψη τέκνου ηλικίας έως 12 ετών: μέχρι πέντε ημέρες,

 θάνατος τέκνου: τέσσερις ημέρες,

 υιοθεσία τέκνου: 20 εβδομάδες, που ανέρχονται σε 24 βδομάδες σε περίπτωση υιοθεσίας ανάπηρου τέκνου.

 

Για κάθε υιοθετούμενο τέκνο παρέχεται άπαξ δικαίωμα ειδικής άδειας, η οποία μπορεί να επιμερίζεται μεταξύ των θετών γονέων, εφόσον είναι και οι δύο υπάλληλοι. Η άδεια χορηγείται μόνον αν ο σύζυγος του υπαλλήλου ασκεί βιοποριστική δραστηριότητα τουλάχιστον υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Εάν ο σύζυγος εργάζεται εκτός των οργάνων της Ένωσης και του χορηγείται ανάλογη άδεια, τα δικαιώματα αδείας του υπαλλήλου μειώνονται κατά τον αντίστοιχο αριθμό ημερών.

Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί, σε περίπτωση ανάγκης, να χορηγεί συμπληρωματική ειδική άδεια, εφόσον σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία της χώρας στην οποία λαμβάνει χώρα η διαδικασία υιοθεσίας και η οποία δεν είναι η χώρα στην οποία απασχολείται ο υιοθετών υπάλληλος, απαιτείται η παρουσία ενός ή και των δύο θετών γονέων.

Ειδική άδεια 10 ημερών χορηγείται εάν ο υπάλληλος δεν δικαιούται την πλήρη ειδική άδεια των 20 ή 24 εβδομάδων σύμφωνα με την πρώτη πρόταση της παρούσας περίπτωσης· η συμπληρωματική αυτή ειδική άδεια χορηγείται άπαξ για κάθε υιοθετούμενο τέκνο.

Εξάλλου, το όργανο μπορεί να χορηγεί ειδική άδεια σε περίπτωση επαγγελματικής επιμόρφωσης μέσα στα όρια που προβλέπονται στο πρόγραμμα επαγγελματικής επιμόρφωσης το οποίο καθορίζεται από το όργανο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 24α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

Ειδική άδεια μπορεί επίσης να χορηγείται, σε εξαιρετική βάση, σε υπαλλήλους σε περίπτωση έκτακτης εργασίας η οποία υπερβαίνει τις συνήθεις υποχρεώσεις του υπαλλήλου. Η ειδική αυτή άδεια χορηγείται το αργότερο τρεις μήνες μετά την απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής σχετικά με τον έκτακτο χαρακτήρα της εργασίας του υπαλλήλου.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο εκτός γάμου σύντροφος ενός υπαλλήλου αντιμετωπίζεται ως σύζυγος, εφόσον πληρούνται οι πρώτοι τρεις όροι του άρθρου 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του παραρτήματος VII.

Στην περίπτωση ειδικών αδειών οι οποίες προβλέπονται στο παρόν τμήμα, ορίζονται ενδεχομένως ημέρες οδοιπορικής άδειας με ειδική απόφαση, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων αναγκών.

▼B



Τμήμα 3

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΗ ΑΔΕΙΑ

▼M131

Άρθρο 7

Οι υπάλληλοι που δικαιούνται επίδομα αποδημίας ή εκπατρισμού δικαιούνται, προκειμένου να μεταβούν στη χώρα καταγωγής τους, συμπληρωματική άδεια δυόμιση ημερών ετησίως.

Η πρώτη παράγραφος εφαρμόζεται στους υπαλλήλους που υπηρετούν σε τόπο ευρισκόμενο στην επικράτεια των κρατών μελών. Εάν είναι τοποθετημένοι εκτός της επικράτειας αυτής, η διάρκεια της άδειας χώρας καταγωγής καθορίζεται με ειδική απόφαση, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων αναγκών.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Τρόπος συμψηφισμού και αμοιβής των υπερωριών

▼M131

Άρθρο 1

Εντός των ορίων που καθορίζονται στο άρθρο 56 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται από τους υπαλλήλους των βαθμών SC 1 έως SC 6 ή των βαθμών AST 1 έως AST 4 παρέχουν δικαίωμα συμψηφιστικής άδειας ή αμοιβής ως εξής:

α) κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας παρέχει δικαίωμα συμψηφισμού με τη χορήγηση μιάμιση ώρας ελεύθερου χρόνου. Αν όμως η υπερωρία πραγματοποιείται μεταξύ ώρας 22:00 και 07:00 ή Κυριακή ή αργία, συμψηφίζεται με τη χορήγηση δύο ωρών ελεύθερου χρόνου. Η συμψηφιστική άδεια χορηγείται, αφού ληφθούν υπόψη οι υπηρεσιακές ανάγκες και οι προτιμήσεις του ενδιαφερομένου,

β) αν οι υπηρεσιακές ανάγκες δεν επέτρεψαν τον συμψηφισμό αυτό πριν από τη λήξη του διμήνου που ακολουθεί τον μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου πραγματοποιήθηκαν οι υπερωρίες, η αρμόδια για διορισμούς αρχή εγκρίνει τη χορήγηση αμοιβής των υπερωριών που δεν έχουν συμψηφιστεί σε ποσοστό 0,56 % του μηνιαίου βασικού μισθού για κάθε ώρα υπερωριακής εργασίας, με βάση το στοιχείο α),

γ) για να δοθεί η συμψηφιστική άδεια ή η αμοιβή υπερωριακής ώρας, πρέπει η επιπλέον εργασία να διαρκεί περισσότερο από 30 λεπτά.

▼B

Άρθρο 2

Ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση στον τόπο αποστολής δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι αποτελεί λόγο υπερωριών κατά την έννοια του παρόντος παραρτήματος. Οι ώρες εργασίας στον τόπο της αποστολής, οι οποίες υπερβαίνουν τον κανονικό αριθμό, δύνανται να συμψηφισθούν ή ενδεχομένως να αμειφθούν με απόφαση της αρμοδίας για διορισμούς αρχής.

▼M131

Άρθρο 3

Κατά παρέκκλιση από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, οι υπερωρίες που πραγματοποιούνται από ορισμένες ομάδες υπαλλήλων των βαθμών SC 1 έως SC 6 και των βαθμών AST 1 έως AST 4, οι οποίοι εργάζονται υπό ειδικές συνθήκες, παρέχουν το δικαίωμα για κατ’ αποκοπή αποζημίωση, της οποίας το ποσό και οι τρόποι χορήγησης καθορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή ίσης εκπροσώπησης.

▼B




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

Κανόνες σχετικοί με τις αποδοχές και με τις επιστροφές εξόδων

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Τμήμα 1:

Οικογενειακά επιδόματα

Τμήμα 2:

Αποζημίωση αποδημίας

Τμήμα 3:

Επιστροφή εξόδων

Α —

Αποζημίωση εγκαταστάσεως

Β —

Αποζημίωση επανεγκαταστάσεως

Γ —

Έξοδα ταξιδιού

Δ —

Έξοδα μετακομίσεως

Ε —

Ημερήσια αποζημίωση

Ζ —

Έξοδα αποστολής

Η —

Κατ' αποκοπή επιστροφή εξόδων

Τμήμα 4:

Διακανονισμός οφειλομένων ποσών

Τμήμα 1

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ

Άρθρο 1

▼M112

1.  Το επίδομα στέγης καθορίζεται σε βασικό ποσό ►M129  170,52 ευρώ ◄ , προσαυξημένο κατά 2 % του βασικού μισθού του υπαλλήλου.

▼M25

2.  Δικαιούται επιδόματος στέγης:

α) ο έγγαμος υπάλληλος·

β) ο υπάλληλος ο οποίος διατελεί εν χηρεία, έχει λάβει διαζύγιο ή είναι χωρισμένος ή άγαμος και έχει ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 και 3·

▼M112

γ) ο υπάλληλος ο οποίος έχει καταχωρηθεί ως σύντροφος σταθερής μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης, υπό τον όρο ότι:

i) το ζεύγος προσκομίζει επίσημο έγγραφο, αναγνωριζόμενο ως τέτοιο από κράτος μέλος ή από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή κράτους μέλους, που πιστοποιεί το καθεστώς τους ως συντρόφων μη έγγαμης σχέσης συμβίωσης,

ii) κανείς από τους συντρόφους της σχέσης συμβίωσης δεν διατελεί σε έγγαμη σχέση συμβίωσης ούτε σε άλλη μη έγγαμη σχέση συμβίωσης,

iii) οι σύντροφοι δεν έχουν μεταξύ τους κανένα από τους εξής δεσμούς: γονείς, τέκνα, πάπποι ή μάμμες, εγγονοί ή εγγονές, αδελφοί και αδελφές, θείοι, θείες, ανεψιοί, ανεψιές, γαμβροί και νύφες,

iv) το ζεύγος δεν δύναται νομίμως να τελέσει γάμο σε κράτος μέλος· ένα ζεύγος θεωρείται ότι δύναται νομίμως να τελέσει γάμο, για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, αποκλειστικά στις περιπτώσεις που τα μέλη του ζεύγους πληρούν όλους τους όρους που τίθενται από τη νομοθεσία κράτους μέλους το οποίο επιτρέπει το γάμο ενός τέτοιου ζεύγους·

▼M25

►M112  δ) ◄  με ειδική και αιτιολογημένη απόφαση της αρμοδίας για διορισμούς αρχής, λαμβανομένη βάσει αποδεικτικών εγγράφων, ο υπάλληλος ο οποίος, αν και δεν πληροί τις ►M112  προβλεπόμενες στα στοιχεία α), β) και γ) ◄ προϋποθέσεις, αναλαμβάνει εν τούτοις πραγματικά οικογενειακά βάρη.

3.  Στην περίπτωση που ο/η σύζυγός του ασκεί κερδοσκοπική επαγγελματική δραστηριότητα η οποία αποφέρει επαγγελματικό εισόδημα ανώτερο ►M39  από τον ετήσιο βασικό μισθό υπαλλήλου ►M112   ►M131  με βαθμό AST 3, ◄ δεύτερο κλιμάκιο ◄ , συνυπολογιζομένου του διορθωτικού συντελεστή που έχει καθοριστεί για τη χώρα στην οποία ο/η σύζυγος ασκεί την επαγγελματική του/της απασχόληση ◄ πριν από την αφαίρεση του φόρου, ο υπάλληλος ο δικαιούμενος του επιδόματος στέγης δεν απολαύει του επιδόματος, πλην ειδικής αποφάσεως της αρμοδίας για τους διορισμούς αρχής. Εν τούτοις η λήψη του επιδόματος διατηρείται σε όλες τις περιπτώσεις εφ' όσον οι σύζυγοι έχουν ένα ή περισσότερα συντηρούμενα τέκνα.

4.  Εφ' όσον, δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων, δύο σύζυγοι απασχολούμενοι στην υπηρεσία ►M128   ►C9  της Ένωσης ◄  ◄ δικαιούνται και οι δύο του επιδόματος στέγης, τούτο καταβάλλεται μόνο σε εκείνον που έχει τον υψηλότερο βασικό μισθό.

▼M56

5.  Όταν ο υπάλληλος δικαιούται το επίδομα στέγης αποκλειστικά βάσει της παραγράφου 2 σημείο β) και η επιμέλεια όλων των συντηρούμενων τέκνων του, κατά την έννοια του παρακάτω άρθρου 2 παράγραφοι 2 και 3 έχει ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο δυνάμει νομοθετικών διατάξεων ή δικαστικής απόφασης ή απόφασης της αρμόδιας διοικητικής αρχής, τότε το επίδομα στέγης καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό για λογαρισμό και εξ ονόματος του υπαλλήλου. Για τα ενήλικα συντηρούμενα τέκνα ο όρος αυτός θεωρείται ότι εκπληρώνεται εφόσον διαμένουν συνήθως μαζί με τον άλλο γονέα.

Εντούτοις, στην περίπτωση που η επιμέλεια των τέκνων του υπαλλήλου έχει ανατεθεί σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, το επίδομα αρχηγού οικογενείας κατανέμεται μεταξύ των προσώπων αυτών, ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων των οποίων έχουν την επιμέλεια.

Αν το πρόσωπο στο οποίο πρέπει να καταβληθεί το επίδομα στέγης υπαλλήλου δυνάμει των προηγούμενων διατάξεων, δικαιούται και αυτοτελώς το επίδομα αυτό, βάσει της ιδιότητας του ως υπαλλήλου ή μέλους του λοιπού προσωπικού, καταβάλλεται μόνο το υψηλότερο επίδομα.

▼B

Άρθρο 2

▼M16

1.  An official who has one or more dependent children shall, in accordance with paragraphs 2and 3 below, receive an allowance of ►M129  372,61 ευρώ ◄ per month for each dependent child.

2.  «Dependent child» means the legitimate, natural or adopted child of an official, or of his spouse, who is actually being maintained by the official.

The same shall apply to a child for whom an application for adoption has been lodged and the adoption procedure started.

▼M112

Κάθε τέκνο, έναντι του οποίου ο υπάλληλος έχει υποχρέωση διατροφής σύμφωνα με δικαστική απόφαση βασιζόμενη στη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ανηλίκων, εξομοιώνεται με συντηρούμενο τέκνο.

▼M16

3.  The allowance shall be granted:

(a) automatically for children under eighteen years of age;

(b) on application, with supporting evidence, bythe official for children between eighteen andtwenty-six who are receiving educational or vocational training.

▼B

4.  Δύναται κατ'εξαίρεση, να εξομοιωθεί προς συντηρούμενο τέκνο, κατόπιν ει