Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 02007R1580-20110601

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 της Επιτροπής της 21ης Δεκεμβρίου 2007 για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2007/1580/2011-06-01

2007R1580 — EL — 01.06.2011 — 016.001


Το έγγραφο αυτό συνιστά βοήθημα τεκμηρίωσης και δεν δεσμεύει τα κοινοτικά όργανα

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Δεκεμβρίου 2007

για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών

(ΕΕ L 350, 31.12.2007, p.1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  No

page

date

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 292/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 1ης Απριλίου 2008

  L 90

3

2.4.2008

 M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 352/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 18ης Απριλίου 2008

  L 109

9

19.4.2008

 M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 498/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 4ης Ιουνίου 2008

  L 146

7

5.6.2008

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 514/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 9ης Ιουνίου 2008

  L 150

7

10.6.2008

►M5

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 590/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 23ης Ιουνίου 2008

  L 163

24

24.6.2008

 M6

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 853/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 18ης Αυγούστου 2008

  L 232

3

30.8.2008

 M7

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1050/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 24ης Οκτωβρίου 2008

  L 282

10

25.10.2008

►M8

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1221/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 5 Δεκεμβρίου 2008

  L 336

1

13.12.2008

 M9

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1277/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 17ης Δεκεμβρίου 2008

  L 339

76

18.12.2008

►M10

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1327/2008 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 19ης Δεκεμβρίου 2008

  L 345

24

23.12.2008

 M11

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 313/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 16ης Απριλίου 2009

  L 98

24

17.4.2009

 M12

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 434/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 26ης Μαΐου 2009

  L 128

10

27.5.2009

►M13

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 441/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 27ης Μαΐου 2009

  L 129

10

28.5.2009

 M14

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 635/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 14ης Ιουλίου 2009

  L 191

3

23.7.2009

►M15

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 771/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 25ης Αυγούστου 2009

  L 223

3

26.8.2009

 M16

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 772/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 25ης Αυγούστου 2009

  L 223

20

26.8.2009

 M17

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1031/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 29ης Οκτωβρίου 2009

  L 283

47

30.10.2009

 M18

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1256/2009 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 15ης Δεκεμβρίου 2009

  L 338

20

19.12.2009

►M19

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 74/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 26ης Ιανουαρίου 2010

  L 23

28

27.1.2010

 M20

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 331/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 22ας Απριλίου 2010

  L 102

8

23.4.2010

 M21

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 460/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 27ης Μαΐου 2010

  L 129

50

28.5.2010

 M22

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 680/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 29ης Ιουλίου 2010

  L 198

5

30.7.2010

►M23

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 687/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 30ής Ιουλίου 2010

  L 199

12

31.7.2010

 M24

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 816/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 16ης Σεπτεμβρίου 2010

  L 245

14

17.9.2010

 M25

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 905/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 11ης Οκτωβρίου 2010

  L 268

19

12.10.2010

 M26

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 1154/2010 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 8ης Δεκεμβρίου 2010

  L 324

40

9.12.2010

 M27

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 413/2011 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 28ης Απριλίου 2011

  L 110

14

29.4.2011

►M28

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΌΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) αριθ. 529/2011 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ της 30ής Μαΐου 2011

  L 143

12

31.5.2011




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1580/2007 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 21ης Δεκεμβρίου 2007

για τη θέσπιση κανόνων εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου στον τομέα των οπωροκηπευτικών



Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( 1 ), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 3,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά ( 2 ), και ιδίως το άρθρο 1 παράγραφος 3,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 του Συμβουλίου, της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση ειδικών κανόνων όσον αφορά τον τομέα των οπωροκηπευτικών, για την τροποποίηση των οδηγιών 2001/112/ΕΚ και 2001/113/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 827/68, (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96, (ΕΚ) αριθ. 2826/2000, (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 και (ΕΚ) αριθ. 318/2006 και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2202/96 ( 3 ), και ιδίως το άρθρο 42,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 τροποποίησε το προηγούμενο καθεστώς για τον τομέα των οπωροκηπευτικών, όπως είχε θεσπιστεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2200/96, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2202/96 του Συμβουλίου της 28ης Οκτωβρίου 1996 περί καθεστώτος ενίσχυσης των παραγωγών ορισμένων εσπεριδοειδών ( 4 ).

(2)

Οι ισχύοντες κανόνες εφαρμογής που διέπουν τον τομέα των οπωροκηπευτικών περιλαμβάνονται σε μεγάλο αριθμό κανονισμών, εκ των οποίων πολλοί έχουν τροποποιηθεί επανειλημμένα. Αυτοί οι κανόνες εφαρμογής πρέπει να τροποποιηθούν λόγω των τροποποιήσεων του καθεστώτος για τα οπωροκηπευτικά που επέφερε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, καθώς και με βάση την πείρα που αποκτήθηκε. Η έκταση των αλλαγών καθιστά αναγκαία, για λόγους σαφήνειας, την ενσωμάτωση όλων αυτών των κανόνων εφαρμογής σε ένα νέο, χωριστό κανονισμό.

(3)

Κατά συνέπεια, οι ακόλουθοι κανονισμοί της Επιτροπής πρέπει να καταργηθούν:

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3223/94 της 21ης Δεκεμβρίου 1994 σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών ( 5 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1555/96 της 30ής Ιουλίου 1996 περί λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος σχετικά με την εφαρμογή των πρόσθετων δασμών κατά την εισαγωγή, στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( 6 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 961/1999 της 6ης Μαΐου 1999 για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής σχετικά με την επέκταση των κανόνων που έχουν θεσπισθεί από τις οργανώσεις παραγωγών οπωροκηπευτικών ( 7 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 544/2001 της 20ής Μαρτίου 2001, για τον καθορισμό λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά την χρηματοδοτική ενίσχυση που προστίθεται στα επιχειρησιακά ταμεία ( 8 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1148/2001 της 12ης Ιουνίου 2001 σχετικά με τους ελέγχους τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών ( 9 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2590/2001 της 21ης Δεκεμβρίου 2001 για έγκριση των πραγματοποιούμενων στην Ελβετία εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα νωπά οπωροκηπευτικά πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 10 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1791/2002 της 9ης Οκτωβρίου 2002 για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου της τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών οι οποίοι διενεργούνται στο Μαρόκο πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 11 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2103/2002 της 28ης Νοεμβρίου 2002 για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου της τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών, οι οποίοι διενεργούνται στην Νότια Αφρική πριν από την εισαγωγή στην Κοινότητα ( 12 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 48/2003, της 10ης Ιανουαρίου 2003, για τον καθορισμό των κανόνων που εφαρμόζονται στα μείγματα διαφορετικών ειδών νωπών οπωροκηπευτικών στην ίδια συσκευασία πώλησης ( 13 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 606/2003, της 2ας Απριλίου 2003, για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου της τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών οι οποίοι διενεργούνται στο Ισραήλ πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 14 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 761/2003, της 30ής Απριλίου 2003, για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών, οι οποίες διενεργούνται στην Ινδία πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 15 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1432/2003, της 11ης Αυγούστου 2003, σχετικά με τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών και την προαναγνώριση των ομάδων παραγωγών ( 16 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1433/2003, της 11ης Αυγούστου 2003, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά τα επιχειρησιακά ταμεία, τα επιχειρησιακά προγράμματα και ταμεία και τη χρηματοδοτική ενίσχυση ( 17 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1943/2003, της 3ης Νοεμβρίου 2003, για τον καθορισμό λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά τις ενισχύσεις στις προαναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών ( 18 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 103/2004, της 21ης Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς παρέμβασης και απόσυρσης στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( 19 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1557/2004, της 1ης Σεπτεμβρίου 2004, για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών οι οποίες διενεργούνται στη Νέα Ζηλανδία πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 20 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 179/2006, της 1ης Φεβρουαρίου 2006, σχετικά με την εισαγωγή συστήματος πιστοποιητικών εισαγωγής για τα μήλα που εισάγονται από τρίτες χώρες ( 21 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 430/2006, της 15ης Μαρτίου 2006, για αναγνώριση των εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα νωπά οπωροκηπευτικά οι οποίες διενεργούνται στη Σενεγάλη πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 22 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 431/2006, της 15ης Μαρτίου 2006, για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα νωπά οπωροκηπευτικά οι οποίες διενεργούνται στην Κένυα πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 23 ),

 κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1790/2006, της 5ης Δεκεμβρίου 2006, για την αναγνώριση των εργασιών ελέγχου τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας που εφαρμόζονται στα νωπά οπωροκηπευτικά οι οποίες διενεργούνται στην Τουρκία πριν από την εισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ( 24 ).

(4)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

(5)

Πρέπει να καθοριστούν περίοδοι εμπορίας για τα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πλέον καθεστώτα ενίσχυσης στον τομέα, τα οποία ακολουθούν τον κύκλο συγκομιδής των σχετικών προϊόντων, όλες οι περίοδοι εμπορίας μπορούν να εναρμονιστούν με βάση το ημερολογιακό έτος.

(6)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίσει προδιαγραφές εμπορίας για τα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά και το άρθρο 2 παράγραφος 7 προβλέπει ότι οι ισχύοντες επιμέρους κανονισμοί που περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τις προδιαγραφές αυτές εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου θεσπιστούν νέες προδιαγραφές.

(7)

Εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των προδιαγραφών εμπορίας πρέπει να προβλεφθούν για ορισμένες εργασίες, οι οποίες είτε είναι πολύ περιθωριακές ή/και ειδικές είτε πραγματοποιούνται στην αρχή της αλυσίδας διανομής ή αφορούν προϊόντα προς μεταποίηση.

(8)

Οι ενδείξεις που απαιτούνται από τις προδιαγραφές εμπορίας πρέπει να είναι ευδιάκριτες στη συσκευασία/ετικέτα.

(9)

Στην αγορά εμφανίζονται όλο και συχνότερα συσκευασίες που περιέχουν διάφορα είδη νωπών οπωροκηπευτικών σε ανταπόκριση στη ζήτηση ορισμένων καταναλωτών. Το ανόθευτο εμπόριο απαιτεί τα οπωροκηπευτικά που πωλούνται στην ίδια συσκευασία να είναι ομοιογενούς ποιότητας. Για τα προϊόντα που δεν διέπονται από κοινοτικές προδιαγραφές αυτή η ομοιογένεια μπορεί να εξασφαλιστεί με την προσφυγή σε γενικές διατάξεις. Πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις επισήμανσης σε περίπτωση που στην ίδια συσκευασία υπάρχουν μίγματα διαφορετικών ειδών οπωροκηπευτικών. Οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες των προδιαγραφών εμπορίας, ειδικά για να ληφθεί υπόψη ο διαθέσιμος χώρος στην ετικέτα.

(10)

Κάθε κράτος μέλος ορίζει τους οργανισμούς ελέγχου που είναι αρμόδιοι για τη διενέργεια των ελέγχων συμμόρφωσης σε κάθε στάδιο εμπορίας. Είναι σκόπιμο να ανατεθούν σε έναν από τους ανωτέρω οργανισμούς οι επαφές και ο συντονισμός μεταξύ όλων των άλλων οργανισμών που έχουν οριστεί.

(11)

Δεδομένου ότι η γνώση των εμπορευομένων και των βασικών τους χαρακτηριστικών στοιχείων αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για τον προσανατολισμό της ανάλυσης των κρατών μελών, καθίσταται αναγκαία η δημιουργία σε κάθε κράτος μέλος μιας βάσης δεδομένων των εμπορευομένων στον τομέα των νωπών οπωροκηπευτικών.

(12)

Οι έλεγχοι συμμόρφωσης πρέπει να πραγματοποιούνται με δειγματοληψίες και να επικεντρώνονται στους εμπορευόμενους, για τους οποίους ο κίνδυνος να διαθέτουν εμπορεύματα που δεν πληρούν τις προδιαγραφές ενδέχεται να είναι μεγάλος. Λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των εθνικών τους αγορών, τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίζουν τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους κατευθύνουν κατά προτεραιότητα τους ελέγχους προς τον άλφα ή βήτα τύπο εμπορευόμενου. Σκόπιμο είναι, για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια, οι κανόνες αυτοί να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

(13)

Τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι οι εξαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών προς τρίτες χώρες είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές εμπορίας και να πιστοποιούν τη συμμόρφωση αυτή σύμφωνα με το πρωτόκολλο της Γενεύης σχετικά με την τυποποίηση των νωπών οπωροκηπευτικών και των ξηρών και αποξηραμένων καρπών, που έχει συναφθεί στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και με το καθεστώς ΟΟΣΑ για την εφαρμογή των διεθνών προδιαγραφών για τα οπωροκηπευτικά.

(14)

Οι εισαγωγές νωπών οπωροκηπευτικών προέλευσης τρίτων χωρών πρέπει να είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές εμπορίας ή με ισοδύναμες προδιαγραφές. Ο έλεγχος συμμόρφωσης πρέπει κατά συνέπεια να πραγματοποιείται πριν από την εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, πλην των παρτίδων μικρού μεγέθους, για τις οποίες οι υπηρεσίες/οργανισμοί ελέγχου κρίνουν ότι υφίστανται ελάχιστοι κίνδυνοι μη συμμόρφωσης. Στην περίπτωση ορισμένων τρίτων χωρών, των οποίων οι οργανισμοί ελέγχου εγγυώνται υπό ικανοποιητικές συνθήκες την τήρηση των προδιαγραφών, οι έλεγχοι πριν από την εξαγωγή μπορούν να εκτελούνται από τους οργανισμούς ελέγχου των εν λόγω τρίτων χωρών. Εφόσον γίνεται χρήση της δυνατότητας αυτής, πρέπει τα κράτη μέλη να ελέγχουν σε τακτά χρονικά διαστήματα την αποτελεσματικότητα/ποιότητα των προ της εξαγωγής ελέγχων που πραγματοποιούνται από τους οργανισμούς ελέγχου των τρίτων χωρών και να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των εν λόγω διαπιστώσεων.

(15)

Είναι σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που προορίζονται για μεταποίηση, τα οποία δεν οφείλουν να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές εμπορίας, δεν διατίθενται στην αγορά νωπών προϊόντων. Πλην μιας κατάλληλης σήμανσης των προϊόντων αυτών πρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις/όποτε είναι δυνατόν, να συνοδεύονται τα εν λόγω προϊόντα από ένα πιστοποιητικό βιομηχανικού προορισμού, στο οποίο πιστοποιείται η τελική χρήση του προϊόντος ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος αυτής.

(16)

Τα οπωροκηπευτικά που υπόκεινται στον έλεγχο της τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας πρέπει να υπόκεινται στον ίδιο τύπο ελέγχου σε όλα τα στάδια της εμπορίας. Είναι σκόπιμο για το σκοπό αυτό να εφαρμοστούν οι οδηγίες ελέγχου που συνιστώνται από την Οικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες έχουν ευθυγραμμιστεί με τις συστάσεις του ΟΟΣΑ για το σχετικό τομέα. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να προβλεφθούν ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τους ελέγχους στο στάδιο της λιανικής πώλησης.

(17)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διατάξεις για την αναγνώριση των οργανώσεων παραγωγών όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία υποβάλλουν αίτηση. Όταν η αίτηση αναγνώρισης αφορά προϊόντα τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι τα προϊόντα παραδίδονται πράγματι για μεταποίηση.

(18)

Για να υπάρξει συμβολή στην επίτευξη των στόχων του καθεστώτος για τα οπωροκηπευτικά και να εξασφαλίζεται ότι οι οργανώσεις παραγωγών λειτουργούν κατά τρόπο βιώσιμο και αποτελεσματικό, είναι αναγκαίο να υπάρχει, στο πλαίσιο της οργάνωσης παραγωγών, η βέλτιστη σταθερότητα. Είναι, συνεπώς, σκόπιμο να προβλεφθεί ελάχιστο διάστημα συμμετοχής για τους παραγωγούς-μέλη οργάνωσης παραγωγών. Πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη η ευχέρεια καθορισμού των προθεσμιών προειδοποίησης και των ημερομηνιών έναρξης ισχύος της παραίτησης από την ιδιότητα του μέλους.

(19)

Οι κύριες και ουσιώδεις δραστηριότητες μιας οργάνωσης παραγωγών πρέπει να συνδέονται με τη συγκέντρωση της προσφοράς και την εμπορία. Ωστόσο, πρέπει να επιτρέπονται και άλλες δραστηριότητες της οργάνωσης παραγωγών, εμπορικής ή άλλης φύσεως. Είναι ιδίως σκόπιμο να ευνοείται η συνεργασία μεταξύ οργανώσεων παραγωγών, επιτρέποντας να μη λαμβάνεται υπόψη η εμπορία οπωροκηπευτικών που αγοράζονται αποκλειστικά από μια άλλη αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, ούτε στον υπολογισμό της κύριας δραστηριότητας ούτε στις λοιπές δραστηριότητες. Όσον αφορά την παροχή τεχνικών μέσων είναι σκόπιμο να διευρυνθεί το πεδίο των σχετικών δυνατοτήτων με την ενσωμάτωση της παροχής μέσω των μελών οργάνωσης παραγωγών.

(20)

Οι οργανώσεις παραγωγών δύνανται να κατέχουν συμμετοχές σε θυγατρικές, οι οποίες συμβάλλουν στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας της παραγωγής των μελών τους. Πρέπει να καθοριστούν κανόνες για τον υπολογισμό της αξίας της συγκεκριμένης παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Οι κύριες δραστηριότητες των θυγατρικών αυτών πρέπει να είναι ίδιες με εκείνες της οργάνωσης παραγωγών, μετά από μια μεταβατική περίοδο προσαρμογής.

(21)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την αναγνώριση και τη λειτουργία των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, των διεθνικών οργανώσεων παραγωγών και των διεθνικών ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Χάριν συνέπειας, οι κανόνες πρέπει να αντανακλούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για τις οργανώσεις παραγωγών.

(22)

Προκειμένου να διευκολύνεται η συγκέντρωση της προσφοράς, είναι σκόπιμο να ενθαρρύνεται η συγχώνευση των υφιστάμενων οργανώσεων παραγωγών, με τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη συγχώνευση επιχειρησιακών προγραμμάτων των συγχωνευόμενων οργανώσεων.

(23)

Είναι σκόπιμο, ενώ θα τηρούνται οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες μια οργάνωση παραγωγών ιδρύεται κατόπιν πρωτοβουλίας των παραγωγών και ελέγχεται από τους ίδιους, να παρέχεται η ευχέρεια στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τους όρους υπό τους οποίους άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα γίνονται δεκτά ως μέλη οργάνωσης παραγωγών ή/και ένωσης οργανώσεων παραγωγών.

(24)

Για να διασφαλίζεται ότι οι οργανώσεις παραγωγών αντιπροσωπεύουν πράγματι έναν ελάχιστο αριθμό παραγωγών, κρίνεται αναγκαίο τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο μια μειοψηφία μελών τα οποία ίσως διαθέτουν το μεγαλύτερο μερίδιο του όγκου παραγωγής της σχετικής οργάνωσης παραγωγών, να δεσπόζουν καταχρηστικά στη διαχείριση και στη λειτουργία της οργάνωσης.

(25)

Είναι σκόπιμο, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη διαφορετικές καταστάσεις παραγωγής και εμπορίας στην Κοινότητα, να θεσπίζουν τα κράτη μέλη τους όρους χορήγησης της προαναγνώρισης στις ομάδες παραγωγών που υποβάλλουν σχετικό σχέδιο.

(26)

Για να ευνοείται η δημιουργία σταθερών οργανώσεων παραγωγών, ικανών να συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων του καθεστώτος για τα οπωροκηπευτικά κατά τρόπο διαρκή, είναι σκόπιμο να χορηγείται προαναγνώριση μόνο στις ομάδες παραγωγών που είναι σε θέση να αποδεικνύουν την ικανότητά τους να συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις για αναγνώριση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.

(27)

Είναι σκόπιμο να προσδιοριστούν τα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναγνώρισης που υποβάλλουν οι ομάδες παραγωγών. Για να μπορούν οι ομάδες παραγωγών να πληρούν καλύτερα τους όρους αναγνώρισης, είναι σκόπιμο να επιτρέπονται τροποποιήσεις του σχεδίου αναγνώρισης. Προς το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα να ζητεί κάθε κράτος μέλος από την ομάδα παραγωγών τη λήψη διορθωτικών μέτρων για να διασφαλιστεί η υλοποίηση του σχεδίου.

(28)

Η ομάδα παραγωγών δύναται να πληροί τους όρους αναγνώρισης πριν από την ολοκλήρωση του σχεδίου αναγνώρισης. Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν διατάξεις που να επιτρέπουν στις εν λόγω ομάδες να υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης μαζί με σχέδιο επιχειρησιακού προγράμματος. Χάριν συνέπειας, η χορήγηση τέτοιας αναγνώρισης στην ομάδα παραγωγών πρέπει να συνεπάγεται και το τέλος του σχεδίου της για αναγνώριση καθώς και τη διακοπή της χορηγούμενης για το σκοπό αυτό ενίσχυσης. Ωστόσο, για να ληφθεί υπόψη ο πολυετής χαρακτήρας της χρηματοδότησης των επενδύσεων, όσες είναι επιλέξιμες για τη χορήγηση ενίσχυσης είναι σκόπιμο να μπορούν να συνεχιστούν στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

(29)

Για να διευκολυνθεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης που αποβλέπει στην κάλυψη των δαπανών σύστασης και διοικητικής λειτουργίας των ομάδων παραγωγών, είναι σκόπιμο η ενίσχυση αυτή να χορηγείται με τη μορφή κατ’ αποκοπή ενίσχυσης. Για να τηρούνται οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, η κατ’ αποκοπή ενίσχυση πρέπει να υπόκειται σε ανώτατο όριο. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών χρηματοδοτικών αναγκών των ομάδων παραγωγών διαφορετικού μεγέθους, πρέπει να προσαρμοστεί το ανώτατο αυτό όριο βάσει της αξίας της εμπορεύσιμης παραγωγής των ομάδων παραγωγών.

(30)

Χάριν συνέπειας και για να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση προς το καθεστώς της αναγνωρισμένης ομάδας παραγωγών, πρέπει οι ομάδες παραγωγών να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες όσον αφορά τις κύριες δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών και την αξία της παραγωγής τους που διατίθεται στο εμπόριο.

(31)

Σε περίπτωση συγχώνευσης, πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης της ενίσχυσης στις ομάδες παραγωγών που προκύπτουν από τη συγχώνευση, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι χρηματοδοτικές ανάγκες των νέων ομάδων παραγωγών και να εξασφαλίζεται η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης.

(32)

Για να διευκολυνθεί η εφαρμογή του καθεστώτος ενίσχυσης στα επιχειρησιακά προγράμματα, πρέπει να ορίζεται σαφώς η παραγωγή των οργανώσεων παραγωγών που διατίθεται στο εμπόριο. Επίσης, είναι αναγκαίο να προσδιορίζονται ποια προϊόντα μπορούν να ληφθούν υπόψη και το στάδιο εμπορίας στο οποίο πρέπει να υπολογίζεται η αξία της παραγωγής. Θα μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται πρόσθετες μέθοδοι υπολογισμού της εμπορεύσιμης παραγωγής στην περίπτωση ετησίων διακυμάνσεων ή ανεπαρκών στοιχείων. Για να αποφευχθεί η κατάχρηση του καθεστώτος, δεν θα πρέπει σε γενικές γραμμές να επιτρέπεται στις οργανώσεις παραγωγών να τροποποιούν τις περιόδους αναφοράς κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

(33)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή χρήση της ενίσχυσης, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη διαχείριση των επιχειρησιακών ταμείων και των χρηματικών εισφορών των μελών, που να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία, με την προϋπόθεση ότι όλοι οι παραγωγοί δύνανται να επωφεληθούν από το επιχειρησιακό ταμείο και να συμμετάσχουν δημοκρατικά στη λήψη αποφάσεων για τη χρήση του.

(34)

Πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να προσδιορίζουν το πεδίο εφαρμογής και τη δομή της εθνικής στρατηγικής για βιώσιμα επιχειρησιακά προγράμματα και το εθνικό πλαίσιο για περιβαλλοντικές δράσεις. Σκοπός της είναι η βελτιστοποίηση της κατανομής των χρηματοδοτικών πόρων και η βελτίωση της στρατηγικής.

(35)

Για λόγους χρηστής διαχείρισης, πρέπει να καθοριστούν διαδικασίες για την υποβολή και την έγκριση των επιχειρησιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών, κατά τρόπο ώστε να καταστεί δυνατή η κατάλληλη αξιολόγηση των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές, και προκειμένου να συμπεριληφθούν ή να εξαιρεθούν τα μέτρα και οι δραστηριότητες από τα προγράμματα. Δεδομένου ότι η διαχείριση των προγραμμάτων πραγματοποιείται σε ετήσια βάση, πρέπει να προβλεφθεί ότι τα προγράμματα που δεν έχουν εγκριθεί πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία μετατίθενται κατά ένα έτος.

(36)

Ενδείκνυται να προβλεφθεί διαδικασία για την ετήσια τροποποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων για το επόμενο έτος, κατά τρόπο ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν, λαμβανομένων υπόψη των νέων συνθηκών που δεν θα έχουν προβλεφθεί κατά την αρχική τους υποβολή. Επιπλέον, πρέπει να είναι δυνατή η τροποποίηση των μέτρων και των ποσών του επιχειρησιακού ταμείου κατά τη διάρκεια κάθε έτους εκτέλεσης ενός προγράμματος. Όλες αυτές οι τροποποιήσεις πρέπει να υπόκεινται σε όρια και σε όρους, που πρέπει να καθοριστούν από τα κράτη μέλη, καθώς και σε υποχρεωτική κοινοποίηση των τροποποιήσεων στις αρμόδιες αρχές, ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα εγκεκριμένα προγράμματα διατηρούν τους γενικούς τους στόχους.

(37)

Για λόγους δημοσιονομικής ασφάλειας και ασφάλειας δικαίου, πρέπει να καταρτιστεί κατάλογος των ενεργειών και των δαπανών οι οποίες δεν επιτρέπεται να καλύπτονται από τα επιχειρησιακά προγράμματα.

(38)

Στην περίπτωση επενδύσεων μεμονωμένων εκμεταλλεύσεων, και προκειμένου να προληφθεί ο αδικαιολόγητος πλουτισμός ιδιωτών που διέκοψαν τους δεσμούς τους με τις οργανώσεις κατά την χρήσιμη περίοδο της επένδυσης, θα πρέπει να θεσπισθούν διατάξεις που θα επιτρέπουν στην οργάνωση να ανακτήσει την απομένουσα αξία της επένδυσης, ανεξάρτητα του κατά πόσον η επένδυση αυτή αποτελεί ιδιοκτησία μέλους ή της οργάνωσης.

(39)

Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του καθεστώτος, είναι σκόπιμο να καθοριστούν τα στοιχεία που πρέπει να εμφαίνονται στις αιτήσεις ενίσχυσης, καθώς και οι διαδικασίες για την καταβολή της ενίσχυσης. Προκειμένου να αποφευχθούν δυσχέρειες ταμειακής ροής, πρέπει να προβλεφθεί για τις οργανώσεις παραγωγών ένα σύστημα προκαταβολών που θα συνοδεύεται από τις κατάλληλες εγγυήσεις. Για παρόμοιους λόγους, πρέπει να προβλεφθεί εναλλακτικό σύστημα για την επιστροφή των δαπανών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί.

(40)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς διατάξεις όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την εφαρμογή των μέτρων διαχείρισης και πρόληψης κρίσεων. Στο μέτρο του δυνατού, οι κανόνες αυτοί πρέπει να είναι ευέλικτοι και ταχείας εφαρμογής σε περίπτωση κρίσης και, επομένως, η λήψη αποφάσεων να εναπόκειται στα κράτη μέλη και στις οργανώσεις παραγωγών. Εντούτοις, οι κανόνες πρέπει να εξασφαλίζουν την αποφυγή των καταχρήσεων και να προβλέπουν όρια όσον αφορά τη χρήση ορισμένων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών πτυχών. Είναι επίσης σκόπιμο να εξασφαλίζουν την πλήρη τήρηση των φυτοϋγειονομικών και περιβαλλοντικών απαιτήσεων.

(41)

Όσον αφορά τις αποσύρσεις από την αγορά, πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες λαμβανομένης υπόψη της δυνητικής σημασίας του μέτρου αυτού. Ιδιαίτερα, πρέπει να θεσπιστούν κανόνες όσον αφορά το σύστημα της αυξημένης στήριξης για τα οπωροκηπευτικά που αποσύρονται από την αγορά και διανέμονται δωρεάν ως ανθρωπιστική βοήθεια από φιλανθρωπικές οργανώσεις και ορισμένα άλλα ιδρύματα. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να καθοριστούν ανώτατα επίπεδα στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά, ώστε να μην αποτελέσουν για τα σχετικά προϊόντα μόνιμο εναλλακτικό τρόπο διοχέτευσης σε σύγκριση με τη διάθεση στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία καθορίστηκαν ανώτατα επίπεδα κοινοτικής αποζημίωσης απόσυρσης στο παράρτημα V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96, είναι σκόπιμο να συνεχιστεί η εφαρμογή των εν λόγω επιπέδων, τα οποία θα υπόκεινται σε ορισμένο βαθμό αύξησης, ώστε να αντανακλάται το γεγονός ότι οι αποσύρσεις αυτές αποτελούν πλέον αντικείμενο συγχρηματοδότησης. Όσον αφορά άλλα προϊόντα, για τα οποία η πείρα δεν έχει δείξει ακόμη την ύπαρξη κινδύνου υπερβολικών αποσύρσεων, είναι σκόπιμο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να καθορίσουν ανώτατα επίπεδα στήριξης. Ωστόσο, για παρόμοιους λόγους, είναι σκόπιμο να καθοριστεί σε κάθε περίπτωση ένα ποσοτικό όριο για τις αποσύρσεις ανά προϊόν και ανά οργάνωση παραγωγών.

(42)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την εθνική χρηματοδοτική συνδρομή την οποία τα κράτη μέλη δύνανται να χορηγήσουν σε περιφέρειες της Κοινότητας όπου ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών είναι ιδιαίτερα χαμηλός, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού του χαμηλού αυτού βαθμού οργάνωσης. Πρέπει να καθοριστούν διαδικασίες για την έγκριση της εθνικής ενίσχυσης, της κοινοτικής επιστροφής της ενίσχυσης και του ποσού αυτής, καθώς και για το ποσοστό της επιστροφής, που είναι σκόπιμο να αντανακλούν τις διαδικασίες οι οποίες ισχύουν σήμερα.

(43)

Πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες, και ιδίως διαδικαστικές διατάξεις, όσον αφορά τους όρους υπό τους οποίους οι κανόνες που εκδίδονται από οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεων των οργανώσεων αυτών στον τομέα των οπωροκηπευτικών μπορούν να επεκταθούν σε όλους τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι σε μια συγκεκριμένη οικονομική περιοχή. Επίσης, σε περίπτωση πωλήσεως των προϊόντων επί του δένδρου, πρέπει να καθοριστούν επακριβώς ποιοι κανόνες είναι δυνατόν να επεκταθούν στον παραγωγό ή στον αγοραστή.

(44)

Οι παραγωγοί μήλων στην Κοινότητα βρέθηκαν προσφάτως σε δύσκολη θέση λόγω, μεταξύ άλλων, της σημαντικής αύξησης εισαγωγών μήλων από ορισμένες τρίτες χώρες του νοτίου ημισφαιρίου. Ως εκ τούτου, πρέπει να βελτιωθεί η παρακολούθηση της εισαγωγής μήλων. Το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι ένας μηχανισμός που βασίζεται στην έκδοση πιστοποιητικών εισαγωγής υπό τον όρο σύστασης εγγύησης και εξασφαλίζει ότι διενεργήθηκαν πράγματι οι πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε το πιστοποιητικό εισαγωγής. Πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1291/2000 της Επιτροπής για τις κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των πιστοποιητικών εισαγωγής, εξαγωγής και προκαθορισμού για τα γεωργικά προϊόντα ( 25 ) και του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85 της Επιτροπής για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα ( 26 ).

(45)

Πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά το σύστημα της τιμής εισόδου για τα οπωροκηπευτικά. Δεδομένου ότι για την πλειονότητα των σχετικών αλλοιώσιμων οπωροκηπευτικών ο εφοδιασμός πραγματοποιείται επί παρακαταθήκη, συνεπάγεται ιδιαίτερες δυσκολίες ο προσδιορισμός της αξίας τους. Πρέπει να καθοριστούν οι πιθανές μέθοδοι υπολογισμού της τιμής εισόδου βάσει της οποίας κατατάσσονται τα εισαγόμενα προϊόντα στο κοινό δασμολόγιο. Ειδικότερα, πρέπει να καθοριστούν οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή με βάση το σταθμισμένο μέσο όρο των μέσων τιμών των προϊόντων και να προβλεφθεί ειδική διάταξη για τις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν τιμές για τα προϊόντα δεδομένης καταγωγής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πρέπει να προβλεφθεί διάταξη για τη σύσταση εγγύησης, ώστε να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του συστήματος.

(46)

Πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά τον πρόσθετο εισαγωγικό δασμό που μπορεί να επιβληθεί σε ορισμένα προϊόντα πέρα από τον προβλεπόμενο στο κοινό δασμολόγιο. Ο πρόσθετος δασμός μπορεί να επιβληθεί εφόσον ο όγκος των εισαγωγών των σχετικών προϊόντων υπερβαίνει τα επίπεδα ενεργοποίησης που καθορίστηκαν για το προϊόν και την περίοδο εφαρμογής. Τα προϊόντα τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να μεταφέρονται προς την Κοινότητα εξαιρούνται από την εφαρμογή του πρόσθετου δασμού και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις για τα εν λόγω προϊόντα.

(47)

Είναι σκόπιμο να καθοριστούν διατάξεις για την κατάλληλη παρακολούθηση και αξιολόγηση των τρεχόντων προγραμμάτων και καθεστώτων με σκοπό την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητάς τους, τόσο από τις οργανώσεις παραγωγών όσο και από τα κράτη μέλη.

(48)

Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν μέτρα/διατάξεις όσον αφορά το είδος, τη μορφή και τον τρόπο των αναγκαίων κοινοποιήσεων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Τα εν λόγω μέτρα ή οι διατάξεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις κοινοποιήσεις από τους παραγωγούς και τις οργανώσεις παραγωγών προς τα κράτη μέλη και από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή, καθώς και τις συνέπειες σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή ανακριβούς κοινοποίησης.

(49)

Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθούν μέτρα σχετικά με τους ελέγχους που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, καθώς και οι κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις εάν διαπιστωθούν παρατυπίες. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να περιλαμβάνουν τόσο τους ειδικούς ελέγχους όσο και τις κυρώσεις που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο, καθώς και τους πρόσθετους ελέγχους και κυρώσεις σε εθνικό επίπεδο. Οι έλεγχοι και οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικοί, αποτελεσματικοί και ανάλογου επιπέδου προς την παράβαση. Πρέπει να προβλεφθούν κανόνες για την επίλυση των περιπτώσεων πρόδηλου σφάλματος, ανωτέρας βίας και άλλων έκτακτων περιστάσεων για να εξασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των παραγωγών. Είναι επίσης σκόπιμο να προβλεφθούν κανόνες για τις περιπτώσεις δημιουργίας τεχνητών προϋποθέσεων με σκοπό την αποφυγή της είσπραξης οφέλους από αυτές.

(50)

Πρέπει να καθοριστούν διατάξεις για την ομαλή μετάβαση από το προηγούμενο σύστημα προς το νέο σύστημα που θεσπίζει ο παρών κανονισμός και για την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 55 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

(51)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής διαχείρισης οπωροκηπευτικών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:



ΤΙΤΛΟΣ I

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής και χρήση όρων

1.  Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 2200/96, (ΕΚ) αριθ. 2201/96 και (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

2.  Οι όροι που χρησιμοποιούνται στους κανονισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο 1 έχουν την ίδια έννοια όταν χρησιμοποιούνται στον παρόντα κανονισμό, εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Περίοδοι εμπορίας

Οι περίοδοι εμπορίας των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96 διαρκούν από την 1η Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου.



ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικοί κανόνες

▼M8

Άρθρο 2α

Πρότυπα εμπορίας· κάτοχοι

1.  Οι διατάξεις του άρθρου 113α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 θα αναφέρονται ως γενικές προδιαγραφές εμπορίας, Λεπτομερή στοιχεία των γενικών προδιαγραφών εμπορίας περιέχονται στο μέρος Α του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού.

Τα οπωροκηπευτικά που δεν καλύπτονται από ειδικές προδιαγραφές εμπορίας πρέπει να πληρούν τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας. Όταν, ωστόσο, ο κάτοχος είναι σε θέση να αποδείξει ότι τα προϊόντα πληρούν τις ισχύουσες προδιαγραφές που έχουν εγκριθεί από την Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE), τότε το προϊόν θεωρείται ότι πληροί και τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας.

2.  Οι ειδικές προδιαγραφές εμπορίας που προβλέπονται στο άρθρο 113 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 περιλαμβάνονται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τα ακόλουθα προϊόντα.

α) μήλα,

β) εσπεριδοειδή

γ) ακτινίδια,

δ) μαρούλια, κατσαρά αντίδια και πλατύφυλλα αντίδια,

ε) ροδάκινα και νεκταρίνια,

στ) αχλάδια,

ζ) φράουλες,

η) γλυκές πιπεριές,

θ) επιτραπέζια σταφύλια,

ι) τομάτες.

3.  Κατά την έννοια του άρθρου 13α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 κάτοχος είναι «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του φυσικά τα εξεταζόμενα προϊόντα.

▼B

Άρθρο 3

Εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από την εφαρμογή των προδιαγραφών εμπορίας

 

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας:

α) υπό τον όρο ότι διατίθενται στην αγορά με τις ενδείξεις «προορίζονται για μεταποίηση» ή «για ζωοτροφές» ή με κάποια άλλη ισοδύναμη διατύπωση, προϊόντα τα οποία προορίζονται:

i) για βιομηχανική χρήση, ή

ii) για ζωοτροφές ή για άλλη χρήση εκτός από τρόφιμα·

 ◄

β) τα προϊόντα που διατίθενται από τον παραγωγό στους καταναλωτές, για τις προσωπικές τους ανάγκες, στην εκμετάλλευση του παραγωγού· και

γ) κατόπιν αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται μετά από αίτηση κράτους μέλους με τη διαδικασία του άρθρου 46 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96, τα προϊόντα συγκεκριμένης περιοχής που πωλούνται λιανικώς στην περιοχή αυτή για να χρησιμοποιηθούν σε γενικώς γνωστή παραδοσιακή τοπική κατανάλωση· και

▼M8

δ) προϊόντα που έχουν υποστεί κοπή ή τεμαχισμό που τα καθιστούν «έτοιμα για βρώση» ή «έτοιμα για την κουζίνα».

▼B

 

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας εντός συγκεκριμένης περιοχής παραγωγής:

 ◄

α) τα προϊόντα που πωλούνται ή παραδίδονται από τον παραγωγό σε σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας ή σε σταθμούς αποθήκευσης ή που διοχετεύονται από την εκμετάλλευση του παραγωγού προς τους σταθμούς αυτούς· και

β) τα προϊόντα που διοχετεύονται από τους σταθμούς αποθήκευσης προς τους σταθμούς προετοιμασίας και συσκευασίας.

▼M8

3.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν από τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας προϊόντα τα οποία προσφέρονται για λιανική πώληση στους καταναλωτές για την προσωπική τους χρήση και με τη σήμανση «προϊόντα που προορίζονται για μεταποίηση» ή με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη διατύπωση και προορίζονται για μεταποίηση διαφορετική από αυτήν που αναφέρεται στο σημείο α) i) της παραγράφου 1.

▼M8

3α.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, όσον αφορά τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, τα νωπά οπωροκηπευτικά που δεν υπάγονται στην κατηγορία «Έξτρα», κατά τα στάδια μετά την αποστολή, μπορεί να παρουσιάζουν ελαφρά μείωση της νωπότητας και της σπαργής και ελαφρά υποβάθμιση λόγω της ανάπτυξης και της τάσης τους για αλλοίωση.

3β.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 113α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 τα κατωτέρω προϊόντα δεν υπόκεινται στην απαίτηση συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας:

▼M15

α) μη καλλιεργούμενα μανιτάρια που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 0709 59,

▼M8

β) κάπαρη του κωδικού ΣΟ 0709 90 40,

γ) πικρά αμύγδαλα του κωδικού ΣΟ 0802 11 10,

δ) αμύγδαλα με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 12,

ε) φουντούκια με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 22,

στ) καρύδια με κέλυφος του κωδικού ΣΟ 0802 32,

ζ) καρποί γλυκοκουκουναριών του κωδικού ΣΟ 0802 90 50, και

η) ζαφορά (κρόκος) του κωδικού ΣΟ 0910 20.

▼B

4.  Προσκομίζεται η απόδειξη στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 ανταποκρίνονται στις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά τον προορισμό τους.

Άρθρο 4

Ενδείξεις επισήμανσης

▼M8

1.  Οι απαιτούμενες ενδείξεις βάσει του παρόντος κεφαλαίου πρέπει να αναγράφονται με ευανάγνωστα και εμφανή στοιχεία στη μία από τις πλευρές της συσκευασίας, είτε με απευθείας ανεξίτηλη εκτύπωση είτε με ετικέτα ενσωματωμένη ή στερεωμένη πάνω στη συσκευασία.

▼B

2.  Για τα εμπορεύματα που αποστέλλονται χύμα, φορτωμένα απευθείας σε μεταφορικό μέσο, οι ενδείξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να αναγράφονται στο έγγραφο που συνοδεύει το εμπόρευμα ή σε δελτίο το οποίο τοποθετείται ευκρινώς στο εσωτερικό του μεταφορικού μέσου.

▼M8

3.  Στην περίπτωση των συμβάσεων εξ αποστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 27 ), για τη συμμόρφωση με τις προδιαγραφές εμπορίας οι πληροφορίες πρέπει να είναι διαθέσιμες πριν από τη σύναψη της σύμβασης αγοράς.

4.  Τα τιμολόγια και συνοδευτικά έγγραφα, εξαιρουμένων των αποδείξεων για τον καταναλωτή, αναφέρουν την ονομασία της χώρας καταγωγής των προϊόντων και, κατά περίπτωση, την κατηγορία, την ποικιλία ή τον εμπορικό τύπο, εάν αυτό απαιτείται από κάποια ειδική προδιαγραφή εμπορίας, ή ότι τα προϊόντα προορίζονται για μεταποίηση.

▼M8

Άρθρο 5

Ενδείξεις επισήμανσης στο στάδιο της λιανικής πώλησης

Στο στάδιο της λιανικής πώλησης οι απαιτούμενες από το παρόν κεφάλαιο ενδείξεις επισήμανσης πρέπει να είναι ευανάγνωστες και εμφανείς. Τα προϊόντα μπορούν να διατίθενται για πώληση υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση λιανικής πώλησης αναγράφει σε εμφανές σημείο δίπλα στο προϊόν και ευανάγνωστα τις ενδείξεις που αφορούν τη χώρα καταγωγής και, κατά περίπτωση, την κατηγορία και την ποικιλία ή τον εμπορικό τύπο κατά τρόπο που να μην παραπλανάται ο καταναλωτής.

Για τα προσυσκευασμένα προϊόντα που προβλέπονται στην οδηγία 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 28 ) αναγράφεται το καθαρό βάρος επιπλέον με όλες τις προβλεπόμενες στις προδιαγραφές εμπορίας ενδείξεις. Ωστόσο, για τα προϊόντα που πωλούνται συνήθως με το τεμάχιο, δεν ισχύει η υποχρέωση αναγραφής του καθαρού βάρους, όταν ο αριθμός των τεμαχίων είναι προφανής και μπορεί να υπολογιστεί με ευκολία χωρίς να ανοιχθεί η συσκευασία ή όταν ο αριθμός αυτός αναγράφεται στην ετικέτα.

Άρθρο 6

Αναμείξεις προϊόντων

1.  Επιτρέπεται η διάθεση στην αγορά συσκευασιών καθαρού βάρους 5 χλγρ. ή μικρότερου που περιέχουν μείγματα διαφορετικών τύπων οπωροκηπευτικών, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) τα προϊόντα είναι της ίδιας ποιότητος και κάθε προϊόν συμμορφούται προς τις ειδικές προδιαγραφές εμπορίας του είδους ή, εάν δεν υφίστανται ειδικές προδιαγραφές εμπορίας για ένα συγκεκριμένο προϊόν, με τις γενικές προδιαγραφές εμπορίας,

β η συσκευασία φέρει την απαραίτητη σήμανση, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, και

γ) η φύση του μείγματος δεν είναι τέτοια που να παραπλανεί τον καταναλωτή.

2.  Οι διατάξεις της παραγράφου 1 σημείο α) δεν ισχύουν για τα προϊόντα που περιέχονται σε μείγμα αλλά δεν είναι οπωροκηπευτικά σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

3.  Εάν τα οπωροκηπευτικά που περιέχονται σε ένα μείγμα είναι καταγωγής περισσότερων του ενός κρατών μελών ή τρίτων χωρών, οι πλήρεις ονομασίες των χωρών καταγωγής μπορούν να αντικατασταθούν με μία από τις κατωτέρω ενδείξεις, κατά περίπτωση:

α) «μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες ΕΚ»,

β) «μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες εκτός ΕΚ»,

γ) «μείγμα οπωροκηπευτικών από χώρες ΕΚ και από χώρες εκτός ΕΚ».

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Έλεγχοι τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας



Τμήμα 1

Γενικές Διατάξεις

▼M8

Άρθρο 7

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο ορίζει τους κανόνες για τους ελέγχους συμμόρφωσης οι οποίοι διενεργούνται στα οπωροκηπευτικά σε όλα τα στάδια εμπορίας, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, για να επαληθευθεί ότι τα προϊόντα αυτά είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές εμπορίας και τις άλλες διατάξεις του παρόντος τίτλου και των άρθρων 113 και 113α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

▼B

Άρθρο 8

Αρμόδιοι φορείς

1.  Κάθε κράτος μέλος ορίζει:

α) μία μόνη αρχή που είναι υπεύθυνη για το συντονισμό και τις επαφές σε θέματα που εμπίπτουν στο παρόν κεφάλαιο, η οποία καλείται στο εξής «η αρχή συντονισμού»· και

▼M8

β) έναν οργανισμό ή οργανισμούς ελέγχου υπεύθυνους για την εφαρμογή του άρθρου 113α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, οι οποίοι στο εξής καλούνται «οι οργανισμοί ελέγχου».

▼M8

Οι αρχές συντονισμού και οι οργανισμοί ελέγχου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί. Εντούτοις, την ευθύνη και στις δύο περιπτώσεις την έχουν τα κράτη μέλη.

▼B

2.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α) την ονομασία και την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση της αρχής συντονισμού που έχουν ορίσει σύμφωνα με την παράγραφο 1·

β) την ονομασία και την ταχυδρομική και ηλεκτρονική διεύθυνση των οργανισμών ελέγχου που έχουν ορίσει σύμφωνα με την παράγραφο 1·

γ) τον ακριβή ορισμό του πεδίου αρμοδιότητας των οργανισμών ελέγχου που έχουν ορίσει.

3.  Χρέη αρχής συντονισμού μπορούν να εκτελούν ο οργανισμός ή οι οργανισμοί ελέγχου ή κάθε άλλος οργανισμός που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

4.  Η Επιτροπή φροντίζει για τη δημοσιοποίηση του καταλόγου των αρχών συντονισμού που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο.

Άρθρο 9

Βάση δεδομένων των εμπορευομένων

1.  Τα κράτη μέλη καταρτίζουν μια βάση δεδομένων των εμπορευομένων στον τομέα των οπωροκηπευτικών, η οποία συγκεντρώνει, υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο, τους εμπορευόμενους οι οποίοι συμμετέχουν στην εμπορία νωπών οπωροκηπευτικών, για τα οποία έχουν καθοριστεί προδιαγραφές δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

▼M8

Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν γι’ αυτό το σκοπό κάθε άλλη βάση ή βάσεις δεδομένων που έχουν ήδη δημιουργήσει για άλλους σκοπούς.

«Έμπορος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο:

α) κατέχει οπωροκηπευτικά που υπόκεινται σε προδιαγραφές εμπορίας με σκοπό:

(i) να τα παρουσιάσει ή να τα διαθέσει για πώληση,

(ii) να τα πωλήσει ή

(iii) να τα διαθέσει στην αγορά με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ή

β) ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες οι οποίες αναφέρονται στα σημεία (i), (ii) και (iii) του σημείου α) και αφορούν οπωροκηπευτικά που υπόκεινται σε προδιαγραφές εμπορίας.

Οι αναφερόμενες στα σημεία i), ii) και iii) του σημείου α) του τρίτου εδαφίου δραστηριότητες καλύπτουν:

α) την εξ αποστάσεως πώληση είτε μέσω του Διαδικτύου είτε με άλλον τρόπο,

β) δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου, και

γ) δραστηριότητες που ασκούνται στην Κοινότητα ή/και με εξαγωγές σε τρίτες χώρες ή/και εισαγωγές από τρίτες χώρες.

▼B

2.  Τα κράτη μέλη προσδιορίζουν τους όρους υπό τους οποίους οι ακόλουθοι εμπορευόμενοι περιλαμβάνονται ή όχι στη βάση δεδομένων:

α) οι εμπορευόμενοι, των οποίων η δραστηριότητα είναι τέτοια ώστε να τους απαλλάσσει, δυνάμει του άρθρου 3, από την υποχρέωση τήρησης των προδιαγραφών εμπορίας· και

▼M8

β) τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα οι δραστηριότητες των οποίων στον τομέα των οπωροκηπευτικών περιορίζονται στη μεταφορά των εμπορευμάτων ή στην πώληση στο στάδιο της λιανικής διάθεσης.

3.  Όταν η βάση δεδομένων αποτελείται από περισσότερα ξεχωριστά στοιχεία, η αρχή συντονισμού εξασφαλίζει την ομοιογένεια της βάσης, των διαφόρων στοιχείων της και του τρόπου επικαιροποίησής τους. Η επικαιροποίηση πραγματοποιείται ιδίως με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τους ελέγχους συμμόρφωσης.

4.  Η εν λόγω βάση δεδομένων περιλαμβάνει, για κάθε έμπορο, τον αριθμό εμπορικού μητρώου, την επωνυμία, τη διεύθυνση, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατάταξή του σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 10 παράγραφος 2 κατηγορίες κινδύνου, και ιδίως τη θέση που κατέχει στο δίκτυο εμπορίας, πληροφορίες αναφορικά με το μέγεθος της επιχείρησης, πληροφορίες όσον αφορά πορίσματα προηγούμενων ελέγχων για κάθε έμπορο και κάθε άλλη πληροφορία που κρίνεται απαραίτητη για τους ελέγχους, όπως πληροφορίες που αφορούν την ύπαρξη συστήματος διασφάλισης της ποιότητας ή συστήματος αυτοελέγχου σε σχέση με τη συμμόρφωση προς τις προδιαγραφές εμπορίας. Η επικαιροποίηση πραγματοποιείται κυρίως με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τους ελέγχους συμμόρφωσης.

▼B

5.  Οι εμπορευόμενοι παρέχουν τις πληροφορίες που κρίνονται απαραίτητες από τα κράτη μέλη για την κατάρτιση και την ενημέρωση της βάσης δεδομένων. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους οι εμπορευόμενοι που δεν είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, αλλά ασκούν δραστηριότητα σ’ αυτό, περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων τους.

▼M8



Τμήμα 2

Έλεγχοι συμμόρφωσης που διενεργούνται από τα κράτη μέλη

Άρθρο 10

Έλεγχοι συμμόρφωσης

1.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι έλεγχοι συμμόρφωσης πραγματοποιούνται επιλεκτικά, βάσει ανάλυσης κινδύνου, με την απαραίτητη συχνότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις προδιαγραφές εμπορίας και με τις άλλες διατάξεις του παρόντος τίτλου και των άρθρων 113 και 113α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

Τα κριτήρια αξιολόγησης κινδύνου περιλαμβάνουν την ύπαρξη του αναφερόμενου στο άρθρο 12α πιστοποιητικού συμμόρφωσης που εκδίδει η αρμόδια αρχή μιας τρίτης χώρας οι έλεγχοι συμμόρφωσης της οποίας έχουν εγκριθεί βάσει του άρθρου 13. Η ύπαρξη αυτού του πιστοποιητικού θεωρείται παράγοντας που μειώνει τον κίνδυνο μη συμμόρφωσης.

Τα κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν:

α) τη φύση του προϊόντος, την περίοδο παραγωγής, την τιμή του προϊόντος, τις καιρικές συνθήκες, τις εργασίες συσκευασίας και εν γένει χειρισμού, τους όρους αποθήκευσης, τη χώρα καταγωγής, τα μέσα μεταφοράς ή την ποσότητα της παρτίδας·

β) το μέγεθος των επιχειρήσεων εμπορίας, τη θέση που κατέχουν στο δίκτυο εμπορίας, τον όγκο ή την αξία των προϊόντων που εμπορεύονται, το φάσμα των προϊόντων τους, την περιοχή παραδόσεων των προϊόντων ή τον τύπο των δραστηριοτήτων που ασκούν, όπως η αποθήκευση, η διαλογή, η συσκευασία ή η πώληση·

γ) πορίσματα από προηγούμενους ελέγχους, περιλαμβανομένων του αριθμού και του τύπου των ελαττωμάτων που διαπιστώθηκαν, τη συνήθη ποιότητα των προϊόντων που διαθέτουν στην αγορά, το επίπεδο του χρησιμοποιούμενου τεχνικού εξοπλισμού·

δ) την αξιοπιστία των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας των εμπόρων ή των συστημάτων αυτοελέγχου σε σχέση με τη συμμόρφωση με τις προδιαγραφές εμπορίας·

ε) τον τόπο διενέργειας του ελέγχου, ιδίως εάν αυτός είναι το σημείο πρώτης εισόδου στην Κοινότητα, ή τον τόπο συσκευασίας ή φόρτωσης των προϊόντων·

στ) κάθε άλλη πληροφορία που θα μπορούσε να δηλώνει κίνδυνο μη συμμόρφωσης.

2.  Η ανάλυση κινδύνου βασίζεται στις πληροφορίες που περιέχονται στην αναφερόμενη στο άρθρο 9 βάση δεδομένων των εμπόρων και κατατάσσουν τους εμπόρους σε κατηγορίες κινδύνου.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν εκ των προτέρων:

α) τα κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου μη συμμόρφωσης παρτίδων·

β) βάσει ανάλυσης κινδύνου για κάθε κατηγορία κινδύνου, τα ελάχιστα ποσοστά επιχειρήσεων ή παρτίδων ή/και ποσοτήτων που πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο συμμόρφωσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην διενεργούν επιλεκτικούς ελέγχους σε προϊόντα τα οποία δεν υπόκεινται σε ειδικές προδιαγραφές εμπορίας βάσει ανάλυσης κινδύνου.

3.  Όταν από τους ελέγχους αποκαλύπτονται σημαντικές παρατυπίες, τα κράτη μέλη αυξάνουν τη συχνότητα των ελέγχων σε σχέση με τους εμπόρους, τα προϊόντα, την καταγωγή των προϊόντων ή άλλες παραμέτρους.

4.  Οι έμποροι διαβιβάζουν στους οργανισμούς ελέγχου όλες τις πληροφορίες που οι εν λόγω οργανισμοί κρίνουν απαραίτητες για την οργάνωση και διενέργεια των ελέγχων συμμόρφωσης.

Άρθρο 11

Εγκεκριμένοι έμποροι

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε εμπόρους οι οποίοι έχουν καταταγεί στην κατηγορία του χαμηλότερου κινδύνου και παρέχουν ειδικές εγγυήσεις συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας να χρησιμοποιούν το υπόδειγμα του Παραρτήματος ΙΙ στη σήμανση της κάθε συσκευασίας κατά το στάδιο της αποστολής ή/και να υπογράφουν το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που αναφέρεται στο άρθρο 12α.

2.  Η άδεια παρέχεται για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους.

3.  Οι έμποροι που ευνοούνται από αυτήν τη δυνατότητα οφείλουν:

α) να διαθέτουν προσωπικό για τη διενέργεια ελέγχου που έχει λάβει αναγνωρισμένη κατάρτιση από το κράτος μέλος·

β) να διαθέτουν εξοπλισμό κατάλληλο για την επεξεργασία και τη συσκευασία των προϊόντων·

γ) να αναλαμβάνουν τη δέσμευση να διενεργούν έλεγχο συμμόρφωσης στα προϊόντα που αποστέλλουν και να τηρούν μητρώα που καταγράφουν όλους τους διενεργούμενους ελέγχους.

4.  Όταν ένας εγκεκριμένος έμπορος δεν τηρεί πλέον τις απαιτήσεις της έγκρισης, το κράτος μέλος ανακαλεί την άδειά του.

5.  Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 1, οι αναγνωρισμένοι έμποροι επιτρέπεται να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων τα υποδείγματα τα οποία είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στις 30 Ιουνίου 2009.

Οι άδειες που χορηγούνται σε εμπόρους πριν από την 1η Ιουλίου 2009 εξακολουθούν να ισχύουν για την περίοδο για την οποία έχουν εκδοθεί.

Άρθρο 12

Αποδοχή των δηλώσεων από τα τελωνεία

1.  Τα τελωνεία αποδέχονται μόνο δηλώσεις εξαγωγής ή/και διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικές προδιαγραφές εμπορίας, εάν:

α) τα προϊόντα συνοδεύονται με πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ή

β) ο αρμόδιος οργανισμός ελέγχου έχει ενημερώσει την τελωνειακή αρχή ότι οι υπό εξέταση παρτίδες έχουν λάβει πιστοποιητικό συμμόρφωσης, ή

γ) ο αρμόδιος οργανισμός ελέγχου έχει ενημερώσει την τελωνειακή αρχή ότι δεν έχει εκδώσει πιστοποιητικό συμμόρφωσης για τις εν λόγω παρτίδες, διότι δεν ήταν απαραίτητο να ελεγχθούν με βάση την αναφερόμενη στο άρθρο 10 παράγραφος 1 αξιολόγηση κινδύνου.

Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ελέγχων συμμόρφωσης που διενεργούν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 10.

2.  Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης στα προϊόντα που υπόκεινται στις οριζόμενες στο Παράρτημα Ι γενικές προδιαγραφές εμπορίας και στα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), εάν το οικείο κράτος μέλος το κρίνει απαραίτητο με βάση την αναφερόμενη στο άρθρο 10 παράγραφος 1 ανάλυση κινδύνου.

Άρθρο 12α

Πιστοποιητικά συμμόρφωσης

1.  Τα πιστοποιητικά μπορεί να εκδίδονται από αρμόδια αρχή που επιβεβαιώνει ότι τα προϊόντα πληρούν τις σχετικές προδιαγραφές εμπορίας. Στο Παράρτημα ΙΙΙ παρουσιάζεται το υπόδειγμα του πιστοποιητικού που χρησιμοποιούν οι αρμόδιες αρχές στην Κοινότητα.

Οι αναφερόμενες στο άρθρο 13 παράγραφος 4 τρίτες χώρες μπορούν να χρησιμοποιούν το δικό τους πιστοποιητικό, υπό τον όρο ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό περιέχει τουλάχιστον ισοδύναμες πληροφορίες με το κοινοτικό πιστοποιητικό. Η Επιτροπή γνωστοποιεί, με τα μέσα που η ίδια θεωρεί κατάλληλα, υποδείγματα πιστοποιητικών τρίτων χωρών.

2.  Τα πιστοποιητικά αυτά μπορεί να εκδίδονται είτε σε έντυπη μορφή με αυθεντική υπογραφή ή σε ελεγμένη ηλεκτρονική μορφή με ηλεκτρονική υπογραφή.

3.  Κάθε πιστοποιητικό φέρει σφραγίδα της αρμόδιας αρχής και υπογράφεται από τα εξουσιοδοτημένα γι’ αυτό το σκοπό πρόσωπα.

4.  Το πιστοποιητικό εκδίδεται σε τουλάχιστον μία από τις επίσημες γλώσσες της Κοινότητας.

5.  Κάθε πιστοποιητικό φέρει αύξοντα αριθμό με τον οποίο μπορεί να ταυτοποιηθεί και η αρμόδια αρχή διατηρεί αντίγραφο κάθε εκδιδόμενου πιστοποιητικού.

6.  Παρά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν μέχρι την εξάντληση των αποθεμάτων πιστοποιητικά συμμόρφωσης τα οποία είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού στις 30 Ιουνίου 2009.

▼B



Τμήμα 3

Έλεγχοι που διενεργούνται από τρίτες χώρες

Άρθρο 13

Αναγνώριση των εργασιών ελέγχου που εκτελούνται από τρίτες χώρες πριν από την εισαγωγή στην Κοινότητα

▼M8

1.  Μετά από αίτηση τρίτης χώρας, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 195 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 διαδικασία, τους διενεργούμενους από την εν λόγω τρίτη χώρα ελέγχους συμμόρφωσης με ειδικές προδιαγραφές εμπορίας πριν την εισαγωγή στην Κοινότητα.

▼B

2.  Η αναγνώριση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να παρασχεθεί για τις τρίτες χώρες που έχουν υποβάλει σχετική αίτηση και στο έδαφος των οποίων τηρούνται κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας ή τουλάχιστον ισοδύναμες προδιαγραφές για τα προϊόντα που εξάγονται προς την Κοινότητα.

Στην αναγνώριση ορίζεται η επίσημη αρχή στην τρίτη χώρα, υπ’ ευθύνη της οποίας πραγματοποιούνται οι εργασίες ελέγχου που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η εν λόγω επίσημη αρχή είναι υπεύθυνη για τις επαφές με την Κοινότητα. Στην αναγνώριση ορίζονται επίσης οι οργανισμοί ελέγχου που είναι επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων, που καλούνται στο εξής «οργανισμοί ελέγχου τρίτης χώρας».

Η αναγνώριση μπορεί να αφορά μόνο προϊόντα καταγωγής της σχετικής τρίτης χώρας και μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένα προϊόντα.

3.  Οι οργανισμοί ελέγχου τρίτης χώρας είναι επίσημοι ή έχουν επισήμως αναγνωριστεί από την αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2, παρέχουν επαρκή εχέγγυα και διαθέτουν το προσωπικό, τον εξοπλισμό και τις εγκαταστάσεις που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων, σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 ή με ισοδύναμες μεθόδους.

▼M8

4.  Το Παράρτημα IV παρουσιάζει τον κατάλογο των χωρών των οποίων οι έλεγχοι συμμόρφωσης έχουν εγκριθεί βάσει του παρόντος άρθρου και τα σχετικά προϊόντα.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί, με τα μέσα που θεωρεί κατάλληλα, στοιχεία των επίσημων αρχών και οργανισμών ελέγχου.

▼M8 —————

▼M8

Άρθρο 15

Αναστολή της έγκρισης

Η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει την έγκριση, εάν διαπιστωθεί ότι, για σημαντικό αριθμό παρτίδων ή/και για μεγάλες ποσότητες, τα εμπορεύματα δεν αντιστοιχούν στις πληροφορίες που αναφέρονται στα πιστοποιητικά συμμόρφωσης τα οποία εκδόθηκαν από τους οργανισμούς ελέγχου της τρίτης χώρας.

▼M8 —————

▼B



Τμήμα 5

Μέθοδος ελέγχου

Άρθρο 20

Μέθοδος ελέγχου

1.  Οι έλεγχοι συμμόρφωσης που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, με εξαίρεση εκείνων που πραγματοποιούνται στο στάδιο της λιανικής πώλησης στον τελικό καταναλωτή, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στο παράρτημα VI, πλην αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ειδικές λεπτομέρειες του ελέγχου συμμόρφωσης στο στάδιο της λιανικής πώλησης στον καταναλωτή.

▼M8

2.  Όταν οι ελεγκτές διαπιστώσουν ότι τα προϊόντα είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές εμπορίας, ο οργανισμός ελέγχου μπορεί να εκδώσει το προβλεπόμενο στο παράρτημα III πιστοποιητικό συμμόρφωσης.

▼B

3.  Σε περίπτωση μη τήρησης των προδιαγραφών, ο οργανισμός ελέγχου ανακοινώνει τη μη συμμόρφωση στον εμπορευόμενο ή σε αντιπρόσωπό του. Τα εμπορεύματα που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπίστωσης μη συμμόρφωσης δεν μπορούν να μετακινηθούν χωρίς την έγκριση του οργανισμού ελέγχου, που έχει κάνει τη διαπίστωση αυτή. Η έγκριση αυτή μπορεί να εξαρτηθεί από την τήρηση των όρων τους οποίους καθορίζει ο υπόψη οργανισμός ελέγχου.

Οι εμπορευόμενοι μπορούν να αποφασίσουν να αποκαταστήσουν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη συμμόρφωση των εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα, των οποίων αποκαθίσταται η συμμόρφωση, δεν μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο εάν δεν διαπιστωθεί προηγουμένως από τον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου, με τα ενδεδειγμένα μέσα, ότι έχει πραγματοποιηθεί η αποκατάσταση της συμμόρφωσης. Αυτός εκδίδει, ενδεχομένως, το πιστοποιητικό συμμόρφωσης που προβλέπεται στο παράρτημα III, για την παρτίδα ή για μέρος της παρτίδας, μόνον εφόσον έχει πραγματοποιηθεί η αποκατάσταση της συμμόρφωσης.

▼M8

Εάν ένας οργανισμός ελέγχου δεχθεί την επιθυμία του εμπόρου να λάβει μέτρα για τη συμμόρφωση των προϊόντων σε ένα κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο διενεργήθηκε ο έλεγχος κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η μη συμμόρφωση του προϊόντος, ο έμπορος γνωστοποιεί στον αρμόδιο οργανισμό ελέγχου του κράτους μέλους προορισμού τα στοιχεία της μη συμμορφούμενης παρτίδας. Το κράτος μέλος που διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση διαβιβάζει αντίγραφο αυτού του πορίσματος στα άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, περιλαμβανομένου του κράτους μέλους προορισμού της μη συμμορφούμενης παρτίδας.

▼B

Όταν δεν μπορεί να αποκατασταθεί η συμμόρφωση των εμπορευμάτων ούτε είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για τη διατροφή των ζώων ούτε για βιομηχανική μεταποίηση, ούτε για οποιαδήποτε άλλη χρήση εκτός της διατροφής, ο οργανισμός ελέγχου δύναται, εάν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο, να ζητήσει από τους εμπορευόμενους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί ότι τα αμφισβητούμενα προϊόντα δεν θα διατεθούν στο εμπόριο.

Οι εμπορευόμενοι διαβιβάζουν όλες τις πληροφορίες τις οποίες τα κράτη μέλη κρίνουν αναγκαίες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

▼M8 —————

▼M8



Τμήμα 6

Κοινοποιήσεις

Άρθρο 20a

Κοινοποιήσεις

1.  Ένα κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει διαπιστωθεί ότι μια αποστολή από ένα άλλο κράτος μέλος δεν είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές εμπορίας λόγω ελαττωμάτων ή υποβάθμισης του προϊόντος που θα μπορούσαν να είχαν ανιχνευθεί κατά τη συσκευασία, ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη που ενδέχεται να είναι ενδιαφερόμενα.

2.  Ένα κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου απορρίφθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία μιας παρτίδας προϊόντων από τρίτη χώρα εξαιτίας μη συμμόρφωσης με τις προδιαγραφές εμπορίας, ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή, τα κράτη μέλη που ενδεχομένως ενδιαφέρονται και την εμπλεκόμενη τρίτη χώρα που αναγράφεται στο παράρτημα IV.

3.  Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα στοιχεία των συστημάτων ελέγχου και ανάλυσης κινδύνου τους. Ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των συστημάτων.

4.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων των ελέγχων που διενεργούνται σε όλα τα στάδια εμπορίας κατά τη διάρκεια ενός έτους μέχρι τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους.

5.  Οι κοινοποιήσεις πραγματοποιούνται με τους τρόπους που ορίζει η Επιτροπή.

▼B



ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Απαιτήσεις και αναγνώριση



Τμήμα 1

Ορισμοί

Άρθρο 21

Ορισμοί

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, νοούνται ως:

α) «παραγωγοί»: οι παραγωγοί που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

β) «θυγατρική»: επιχείρηση στην οποία κατέχουν συμμετοχές μία ή περισσότερες οργανώσεις παραγωγών ή ενώσεις τους, και η οποία συμβάλλει στους στόχους της οργάνωσης παραγωγών ή της ένωσης οργανώσεων παραγωγών·

γ) «διεθνική οργάνωση παραγωγών»: κάθε οργάνωση στην οποία μία τουλάχιστον εκμετάλλευση των παραγωγών βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη η έδρα της οργάνωσης παραγωγών·

δ) «διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών»: κάθε ένωση οργανώσεων παραγωγών στην οποία μία τουλάχιστον από τις οργανώσεις-μέλη έχει την έδρα της σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένη η έδρα της ένωσης·

ε) «στόχος σύγκλισης»: ο στόχος της δράσης για τα λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη μέλη και περιφέρειες σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία που διέπει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 2007 έως 31 Δεκεμβρίου 2013·

στ) «μέτρο»: ένα από τα εξής:

i) δράσεις με στόχο τον προγραμματισμό της παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού·

ii) δράσεις με στόχο τη βελτίωση ή τη διατήρηση της ποιότητας του προϊόντος, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού·

iii) δράσεις με στόχο τη βελτίωση της εμπορίας, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού, καθώς και δραστηριότητες προώθησης και επικοινωνίας, πλην των δραστηριοτήτων προώθησης και επικοινωνίας του σημείου vi)·

iv) έρευνα και πειραματική παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού·

v) δράσεις κατάρτισης, πλην της κατάρτισης που εμπίπτει στο σημείο vi), και δράσεις με στόχο την προώθηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες παροχής συμβουλών·

vi) οποιοδήποτε από τα έξι μέσα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως στ) του άρθρου 9 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

vii) περιβαλλοντικές δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού·

viii) άλλες δράσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πάγιων στοιχείων ενεργητικού πλην εκείνων που εμπίπτουν στα σημεία i), ii), iii), iv) και vii) τα οποία πληρούν έναν ή περισσότερους από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

ζ) «δράση»: ειδική δραστηριότητα ή ειδικό μέσο για την επίτευξη ενός ιδιαίτερου επιχειρησιακού στόχου που συμβάλλει σε έναν ή περισσότερους από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

▼M23

η) «υποπροϊόν»: προϊόν το οποίο λαμβάνεται από την παρασκευή προϊόντος του τομέα των οπωροκηπευτικών, το οποίο έχει οικονομική αξία αλλά δεν αποτελεί τον βασικό στόχο·

θ) «προετοιμασία»: προπαρασκευαστικές εργασίες, όπως καθαρισμός, κοπή, αποφλοίωση, αφαίρεση άχρηστων τμημάτων και αποξήρανση οπωροκηπευτικών, χωρίς να τα μετατρέπουν σε μεταποιημένα οπωροκηπευτικά·

▼B

ι) «επίπεδο διεπαγγελματικής οργάνωσης»: όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο άρθρο 20 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, που έχουν εγκριθεί από το κράτος μέλος και αποτελούν αντικείμενο από κοινού διαχείρισης από οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών και τουλάχιστον έναν άλλο φορέα του τομέα της μεταποίησης των ειδών διατροφής ή/και της αλυσίδας διανομής·

ια) «δείκτης εκκίνησης»: οποιοσδήποτε δείκτης αντικατοπτρίζει μια κατάσταση ή τάση η οποία υπάρχει στην αρχή περιόδου προγραμματισμού και η οποία μπορεί να παράσχει χρήσιμες πληροφορίες:

i) για την ανάλυση της αρχικής κατάστασης, με σκοπό την εκπόνηση εθνικής στρατηγικής για βιώσιμα επιχειρησιακά προγράμματα ή την κατάρτιση επιχειρησιακού προγράμματος·

ii) ως σημείο αναφοράς για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και των επιπτώσεων μιας εθνικής στρατηγικής ή ενός επιχειρησιακού προγράμματος· ή/και

iii) για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων και των επιπτώσεων μιας εθνικής στρατηγικής ή ενός επιχειρησιακού προγράμματος.

2.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τις ενδιαφερόμενες νομικές οντότητες στην επικράτειά τους για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 1 και του άρθρου 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 σύμφωνα με τις εθνικές τους νομικές και διοικητικές δομές. Επίσης, θεσπίζουν ενδεχομένως διατάξεις για το σαφή ορισμό των μερών νομικών οντοτήτων για την εφαρμογή των εν λόγω άρθρων.



Τμήμα 2

Απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις οργανώσεις παραγωγών

Άρθρο 22

Καλυπτόμενα προϊόντα

1.  Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν οργανώσεις παραγωγών δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 όσον αφορά το προϊόν ή την ομάδα προϊόντων που περιλαμβάνονται στην αίτηση αναγνώρισης, με την επιφύλαξη τυχόν απόφασης που λαμβάνεται δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού.

2.  Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν μόνο τις οργανώσεις παραγωγών όσον αφορά προϊόντα τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για μεταποίηση όταν είναι σε θέση να διασφαλίσουν ότι τα προϊόντα αυτά παραδίδονται πράγματι για μεταποίηση, είτε μέσω συστήματος συμβάσεων προμηθειών είτε με άλλον τρόπο.

Άρθρο 23

Ελάχιστος αριθμός μελών

Κατά τον καθορισμό του ελάχιστου αριθμού μελών οργάνωσης παραγωγών δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι στην περίπτωση που ο αιτών αναγνώριση αποτελείται, στο σύνολό του ή εν μέρει, από μέλη τα οποία, με τη σειρά τους, είναι νομικές οντότητες ή σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων αποτελούμενων από παραγωγούς, ο ελάχιστος αριθμός παραγωγών μπορεί να υπολογιστεί με βάση τον αριθμό παραγωγών που συνδέονται με καθεμία από τις νομικές οντότητες ή καθένα από τα σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων.

Άρθρο 24

Ελάχιστη διάρκεια συμμετοχής με την ιδιότητα του μέλους

1.  Η ελάχιστη διάρκεια συμμετοχής ενός παραγωγού ως μέλους δεν δύναται να είναι κατώτερη του ενός έτους.

2.  Η αποποίηση της ιδιότητας του μέλους κοινοποιείται γραπτώς στην οργάνωση παραγωγών. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προθεσμίες ειδοποίησης, ανώτατης διάρκειας έξι μηνών, και τις ημερομηνίες στις οποίες παράγει αποτελέσματα η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους.

Άρθρο 25

Διαρθρώσεις και δραστηριότητες της οργάνωσης παραγωγών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οργανώσεις παραγωγών διαθέτουν το προσωπικό, την υποδομή και τον εξοπλισμό που είναι αναγκαία για την τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και για τη διασφάλιση των ουσιωδών καθηκόντων τους, και ιδίως:

α) την εκ μέρους τους γνώση της παραγωγής των μελών τους·

β) τη συλλογή, τη διαλογή, την αποθήκευση και τη συσκευασία της παραγωγής των μελών τους·

γ) την εμπορική διαχείριση και τη διαχείριση του προϋπολογισμού τους· και

δ) το κεντρικό λογιστικό τους σύστημα και ένα σύστημα τιμολόγησης.

Άρθρο 26

Αξία ή όγκος της εμπορεύσιμης παραγωγής

Για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, η αξία ή ο όγκος της εμπορεύσιμης παραγωγής υπολογίζεται επί της ίδιας βάσης όπως η αξία της παραγωγής που έχει διατεθεί στο εμπόριο η οποία αναφέρεται στα άρθρα 52 και 53 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 27

Παροχή τεχνικών μέσων

Για τους σκοπούς του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, θεωρείται ότι οργάνωση παραγωγών που είναι αναγνωρισμένη για προϊόν για το οποίο είναι αναγκαία η παροχή τεχνικών μέσων πληροί τις υποχρεώσεις της εφόσον παρέχει τεχνικά μέσα κατάλληλου επιπέδου, είτε η ίδια ή μέσω των μελών της είτε μέσω θυγατρικών ή με υπεργολαβική ανάθεση.

Άρθρο 28

Κύριες δραστηριότητες των οργανώσεων παραγωγών

1.  Η κύρια δραστηριότητα οργάνωσης παραγωγών αφορά τη συγκέντρωση της προσφοράς και τη διάθεση στην αγορά των προϊόντων των μελών της, για τα οποία έχει αναγνωριστεί.

2.  Η αξία της διατεθείσας στο εμπόριο παραγωγής των μελών της οργάνωσης παραγωγών και των μελών άλλων οργανώσεων παραγωγών την οποία πωλεί είναι υψηλότερη από την αξία όλης της διατεθείσας στο εμπόριο άλλης παραγωγής την οποία πωλεί.

Ο υπολογισμός αυτός βασίζεται μόνο σε προϊόντα για τα οποία η οργάνωση παραγωγών είναι αναγνωρισμένη.

3.  Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 52 παράγραφος 7, οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις σχετικές θυγατρικές από την 1η Ιανουαρίου 2012.

Άρθρο 29

Υπεργολαβία

Η υπεργολαβική ανάθεση δραστηριότητας από μια οργάνωση παραγωγών συνεπάγεται τη σύναψη από την οργάνωση παραγωγών εμπορικής συμφωνίας με άλλη οντότητα, μεταξύ άλλων με μέλος της ή με θυγατρική, για την εκτέλεση της σχετικής δραστηριότητας. Η οργάνωση παραγωγών παραμένει ωστόσο υπεύθυνη για την εξασφάλιση της εκτέλεσης της δραστηριότητας αυτής, καθώς και για τη γενική διαχείριση, τον έλεγχο και την εποπτεία της εμπορικής συμφωνίας για την εκτέλεση της συγκεκριμένης δραστηριότητας.

Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών όποτε μια ένωση οργανώσεων παραγωγών αναθέτει υπεργολαβικά μια δραστηριότητα.

Άρθρο 30

Διεθνική οργάνωση παραγωγών

1.  Η έδρα της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών ορίζεται στο κράτος μέλος στο οποίο η οργάνωση διαθέτει σημαντικές εγκαταστάσεις εκμετάλλευσης ή διαθέτει σημαντικό αριθμό μελών ή/και στο οποίο πραγματοποιείται σημαντικό μέρος της διάθεσης της παραγωγής της στο εμπόριο.

2.  Το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η διεθνική οργάνωση παραγωγών είναι αρμόδιο για:

α) την αναγνώριση της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών·

β) την έγκριση του επιχειρησιακού προγράμματος της διεθνικής οργάνωσης παραγωγών·

γ) την καθιέρωση της αναγκαίας διοικητικής συνεργασίας με τα άλλα κράτη μέλη, στα οποία βρίσκονται οι οργανώσεις-μέλη, όσον αφορά την τήρηση των όρων αναγνώρισης, όπως και το καθεστώς των ελέγχων και κυρώσεων. Τα εν λόγω άλλα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν όλη την αναγκαία συνδρομή στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα· και

δ) την παροχή, κατόπιν αιτήματος άλλων κρατών μελών, όλων των σχετικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν ισχύουσας νομοθεσίας στα άλλα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα τα μέλη, μεταφρασμένη σε μια επίσημη γλώσσα των κρατών μελών που τα ζητούν.

Άρθρο 31

Συγχωνεύσεις οργανώσεων παραγωγών

1.  Εάν οι οργανώσεις παραγωγών που προχώρησαν σε συγχώνευση εφήρμοζαν στο παρελθόν διαφορετικά επιχειρησιακά προγράμματα, εξακολουθούν να εφαρμόζουν τα προγράμματα αυτά παράλληλα και χωριστά έως την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της συγχώνευσης. Στην περίπτωση αυτή, οι ενδιαφερόμενες οργανώσεις παραγωγών ζητούν τη συγχώνευση των επιχειρησιακών προγραμμάτων μέσω τροποποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 66. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ενδιαφερόμενες οργανώσεις παραγωγών ζητούν παρευθύς τη συγχώνευση των επιχειρησιακών προγραμμάτων μέσω τροποποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67.

2.  Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, να επιτρέπουν στις οργανώσεις παραγωγών που το ζητήσουν, για δεόντως δικαιολογημένους λόγους, την παράλληλη εφαρμογή χωριστών επιχειρησιακών προγραμμάτων έως την ολοκλήρωσή τους.

Άρθρο 32

Μέλη μη παραγωγοί

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν είναι παραγωγός μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μέλος μιας οργάνωσης παραγωγών.

2.  Κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α) και παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

3.  Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται:

α) να λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση των κριτηρίων αναγνώρισης·

β) να αποτελούν τον άμεσο αποδέκτη μέτρων χρηματοδοτούμενων από την Κοινότητα.

Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν ή να απαγορεύουν το δικαίωμα ψήφου τους για τη λήψη αποφάσεων αναφερομένων στο επιχειρησιακό ταμείο, τηρουμένων των όρων που θεσπίζονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 33

Δημοκρατικός έλεγχος των οργανώσεων παραγωγών

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα μέτρα τα οποία θεωρούν αναγκαία προκειμένου να αποφεύγεται κάθε κατάχρηση εξουσίας ή επιρροής ενός ή περισσοτέρων παραγωγών όσον αφορά τη διαχείριση και τη λειτουργία της οργάνωσης παραγωγών, τα οποία περιλαμβάνουν τα δικαιώματα ψήφου.

▼M10

Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν μέτρα περιοριστικού ή απαγορευτικού χαρακτήρα όσον αφορά τα δικαιώματα μιας νομικής οντότητας να τροποποιεί, να εγκρίνει ή να απορρίπτει αποφάσεις μιας οργάνωσης παραγωγών όταν αυτή αποτελεί σαφώς οριζόμενο μέρος της εν λόγω νομικής οντότητας.

▼B



Τμήμα 3

Ενώσεις οργανώσεων παραγωγών

Άρθρο 34

Αναγνώριση ενώσεων οργανώσεων παραγωγών

1.  Τα κράτη μέλη μπορούν μόνο να αναγνωρίζουν τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, όσον αφορά τις δραστηριότητες σχετικά με το προϊόν ή τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στην αίτηση αναγνώρισης.

2.  Μια ένωση οργανώσεων παραγωγών μπορεί να αναγνωριστεί δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και να ασκεί τις δραστηριότητες μιας οργάνωσης παραγωγών, ακόμη και όταν η εμπορία των σχετικών προϊόντων εξακολουθεί να εξασφαλίζεται από τα μέλη της.

Άρθρο 35

Κύριες δραστηριότητες ενώσεων οργανώσεων παραγωγών

Στις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 28 παράγραφοι 2 και 3.

Άρθρο 36

Μέλη ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που δεν είναι οργανώσεις παραγωγών

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν κατά πόσον και υπό ποιες προϋποθέσεις ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν είναι αναγνωρισμένος παραγωγός μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μέλος μιας ένωσης οργάνωσης παραγωγών.

2.  Τα μέλη μιας αναγνωρισμένης ένωσης οργανώσεων παραγωγών τα οποία δεν είναι αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών:

α) δεν λαμβάνονται υπόψη για την πλήρωση των κριτηρίων αναγνώρισης·

▼M10 —————

▼B

γ) δεν αποτελούν τον άμεσο αποδέκτη μέτρων χρηματοδοτούμενων από την Κοινότητα.

▼M10

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν, να περιορίζουν ή να απαγορεύουν το δικαίωμα ψήφου των εν λόγω μελών για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το επιχειρησιακό πρόγραμμα.

▼B

Άρθρο 37

Διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών

1.  Η έδρα της διεθνικής ένωσης οργανώσεων παραγωγών ορίζεται σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η ένωση αυτή διαθέτει σημαντικό αριθμό οργανώσεων-μελών ή/και στο οποίο πραγματοποιείται σημαντικό μέρος της διάθεσης στο εμπόριο της παραγωγής των οργανώσεων-μελών.

2.  Το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η διεθνική ένωση οργανώσεων παραγωγών είναι αρμόδιο για:

α) την αναγνώριση της ένωσης·

β) την έγκριση, όταν χρειάζεται, του επιχειρησιακού προγράμματος της ένωσης·

γ) την καθιέρωση της αναγκαίας διοικητικής συνεργασίας με τα άλλα κράτη μέλη, στα οποία βρίσκονται οι συνδεδεμένες οργανώσεις, όσον αφορά την τήρηση των όρων αναγνώρισης, όπως και το καθεστώς των ελέγχων και κυρώσεων. Τα εν λόγω άλλα κράτη μέλη οφείλουν να παρέχουν όλη την αναγκαία συνδρομή στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα· και

δ) την παροχή, κατόπιν αιτήματος άλλων κρατών μελών, όλων των σχετικών εγγράφων, συμπεριλαμβανομένης της τυχόν ισχύουσας νομοθεσίας στα άλλα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα τα μέλη, μεταφρασμένη σε μια επίσημη γλώσσα των κρατών μελών που τα ζητούν.



Τμήμα 4

Ομάδες παραγωγών

Άρθρο 38

Υποβολή του σχεδίου αναγνώρισης

1.  Μια νομική οντότητα ή ένα σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας υποβάλλει το σχέδιο αναγνώρισης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η έδρα της.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν:

α) τα ελάχιστα κριτήρια τα οποία η νομική οντότητα ή το σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας οφείλει να πληροί για να είναι σε θέση να υποβάλει σχέδιο αναγνώρισης·

β) τους κανόνες για την επεξεργασία, το περιεχόμενο και την εφαρμογή των σχεδίων αναγνώρισης·

γ) την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας απαγορεύεται σε πρώην μέλος οργάνωσης παραγωγών να εισέλθει σε οργάνωση παραγωγών σε περίπτωση αποχώρησής του από την οργάνωση παραγωγών όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία η οργάνωση παραγωγής ήταν αναγνωρισμένη· και

δ) τις διοικητικές διαδικασίες για την έγκριση, τον έλεγχο και την υλοποίηση των σχεδίων αναγνώρισης.

Άρθρο 39

Περιεχόμενο του σχεδίου αναγνώρισης

Το προσχέδιο αναγνώρισης περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α) περιγραφή της αρχικής κατάστασης, όσον αφορά ιδίως τον αριθμό των παραγωγών-μελών, με πλήρες αρχείο των μελών, την παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, την εμπορία και την υποδομή, συμπεριλαμβανομένης της υποδομής που περιλαμβάνεται στην κυριότητα μεμονωμένων μελών της ομάδας παραγωγών εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθεί από την ίδια την ομάδα παραγωγών·

β) την προτεινόμενη ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του σχεδίου και τη διάρκειά του, η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη· και

γ) τις δραστηριότητες που θα τεθούν σε εφαρμογή για την επίτευξη της αναγνώρισης.

Άρθρο 40

Έγκριση του σχεδίου αναγνώρισης

1.  Η αρμόδια εθνική αρχή αποφασίζει σχετικά με το προσχέδιο αναγνώρισης εντός των τριών μηνών που έπονται της παραλαβής του σχεδίου και όλων των δικαιολογητικών.

2.  Μετά τους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 113, η αρμόδια εθνική αρχή, αναλόγως της περιπτώσεως:

α) εγκρίνει το σχέδιο και χορηγεί την προαναγνώριση·

β) ζητεί να επέλθουν τροποποιήσεις στο σχέδιο·

γ) απορρίπτει το σχέδιο.

Η έγκριση δεν δύναται, κατά περίπτωση, να χορηγηθεί παρά μόνο για σχέδιο στο οποίο ενσωματώνονται οι τροποποιήσεις που ζητήθηκαν βάσει του ανωτέρω στοιχείου β).

Η αρμόδια εθνική αρχή κοινοποιεί την απόφασή της στη νομική οντότητα ή στο σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας.

Άρθρο 41

Θέση σε εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης

1.  Το σχέδιο αναγνώρισης τίθεται σε εφαρμογή ανά ετήσιες περιόδους, από την 1η Ιανουαρίου. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να διαιρέσουν τις ετήσιες περιόδους σε εξαμηνιαίες περιόδους.

Το σχέδιο αναγνώρισης αρχίζει, σύμφωνα με την προτεινόμενη ημερομηνία του άρθρου 39 στοιχείο β):

α) την 1η Ιανουαρίου μετά την ημερομηνία έγκρισής του από την αρμόδια εθνική αρχή· ή

β) αμέσως μετά την ημερομηνία έγκρισής του.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ομάδες παραγωγών μπορούν να ζητήσουν αλλαγές στα σχέδια κατά τη διάρκεια της εφαρμογής τους. Οι αιτήσεις αυτές συνοδεύονται από όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

3.  Για κάθε τροποποίηση του σχεδίου, η αρμόδια εθνική αρχή λαμβάνει απόφαση εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης τροποποίησης, κατόπιν εξέτασης των κατατεθέντων δικαιολογητικών. Κάθε αίτηση τροποποίησης για την οποία δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας θεωρείται απορριφθείσα.

Άρθρο 42

Αίτηση αναγνώρισης ως οργάνωση παραγωγών

Οι ομάδες παραγωγών που θέτουν σε εφαρμογή σχέδιο αναγνώρισης μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να υποβάλουν αίτηση για αναγνώριση δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται οπωσδήποτε πριν από το τέλος της μεταβατικής περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

Από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης αυτής, η ομάδα παραγωγών μπορεί να υποβάλει σχέδιο επιχειρησιακού προγράμματος δυνάμει του άρθρου 64.

Άρθρο 43

Κύριες δραστηριότητες των ομάδων παραγωγών

Στις ομάδες παραγωγών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 28.

Άρθρο 44

Αξία παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο

1.  Στις ομάδες παραγωγών εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 52.

2.  Σε περίπτωση που προκύπτει μείωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, για λόγους που είναι επαρκώς αιτιολογημένοι για τα κράτη μέλη και που δεν εμπίπτουν στην ευθύνη και στον έλεγχο της ομάδας παραγωγών, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο ισούται τουλάχιστον με το 65 % της αξίας που δηλώθηκε στην προηγούμενη αίτηση ή στις προηγούμενες αιτήσεις ενίσχυσης σχετικά με την πλέον πρόσφατη ετήσια περίοδο, όπως έχει επαληθευτεί από το κράτος μέλος, και ελλείψει τέτοιων αιτήσεων, με την αξία που δηλώθηκε αρχικά στο εγκεκριμένο σχέδιο αναγνώρισης.

▼M15

3.  Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, όσον αφορά την περίοδο για την οποία ζητείται η ενίσχυση.

▼B

Άρθρο 45

Χρηματοδότηση των σχεδίων αναγνώρισης

1.  Τα ποσοστά ενίσχυσης που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 μειώνονται κατά το ήμισυ όσον αφορά την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο αξίας άνω του 1 000 000 ευρώ.

2.  Η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 υπόκειται για κάθε ομάδα παραγωγών σε ανώτατο όριο 100 000 ευρώ ανά ετήσια περίοδο.

3.  Σε περίπτωση που μια περίοδος εφαρμογής δεν καλύπτει ολόκληρο το ημερολογιακό έτος, τα ανώτατα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μειώνονται αναλογικά.

4.  Η ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 καταβάλλεται:

α) σε ετήσιες ή εξαμηνιαίες δόσεις στο τέλος κάθε ετήσιας ή εξαμηνιαίας περιόδου για την εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης· ή

β) σε δόσεις που καλύπτουν μέρος της ετήσιας περιόδου εάν το σχέδιο αρχίζει κατά τη διάρκεια ετήσιας περιόδου ή εάν η αναγνώριση χορηγείται δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 πριν από το τέλος ετήσιας περιόδου.

Για τον υπολογισμό των δόσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως βάση την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο η οποία αφορά μια ετήσια περίοδο διαφορετική από την περίοδο για την οποία καταβάλλεται η ετήσια δόση και τούτο για λόγους ελέγχου. Η διαφορά μεταξύ των περιόδων είναι μικρότερη από την πραγματική σχετική περίοδο.

5.  Η συναλλαγματική ισοτιμία που εφαρμόζεται στα ποσά που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι η τελευταία ισοτιμία που έχει δημοσιευθεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πριν από την πρώτη ημέρα της περιόδου στο πλαίσιο της οποίας χορηγείται η σχετική ενίσχυση.

Άρθρο 46

Ενισχύσεις στις επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την αναγνώριση

Όσον αφορά τις επενδύσεις που συνδέονται με την εφαρμογή σχεδίων αναγνώρισης που αναφέρονται στο άρθρο 39 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού για τις οποίες προβλέπονται ενισχύσεις δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007:

α) αποκλείονται οι επενδύσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν στρέβλωση του ανταγωνισμού όσον αφορά άλλες οικονομικές δραστηριότητες της οργάνωσης· και

β) οι επενδύσεις που ευνοούν άμεσα ή έμμεσα τέτοια μέτρα χρηματοδοτούνται ανάλογα με το πόσο χρησιμοποιούνται για τους τομείς ή τα προϊόντα που αφορά η προαναγνώριση.

Άρθρο 47

Αίτηση ενίσχυσης

1.  Η ομάδα παραγωγών υποβάλλει μία και μόνο αίτηση για τη χορήγηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε ετήσιας ή εξαμηνιαίας περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 45 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού. Η αίτηση ενίσχυσης περιλαμβάνει δήλωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την περίοδο για την οποία ζητείται η ενίσχυση.

2.  Οι αιτήσεις ενίσχυσης που καλύπτουν εξαμηνιαίες περιόδους μπορούν να υποβληθούν μόνον εάν το σχέδιο αναγνώρισης υποδιαιρείται σε εξαμηνιαίες περιόδους σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 1. Κάθε αίτηση ενίσχυσης συνοδεύεται από γραπτή δήλωση της ομάδας παραγωγών ότι:

α) συμμορφώνεται και θα εξακολουθήσει να συμμορφώνεται προς τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και προς τον παρόντα κανονισμό· και

β) δεν έχει λάβει, δεν λαμβάνει και δεν θα λάβει άμεσα ή έμμεσα κοινοτική ή εθνική χρηματοδότηση για δράσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του σχεδίου αναγνώρισής της για τις οποίες χορηγείται κοινοτική χρηματοδότηση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.  Τα κράτη μέλη ορίζουν την προθεσμία για την καταβολή της ενίσχυσης, η οποία δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους έξι μήνες από την παραλαβή της αίτησης.

Άρθρο 48

Επιλεξιμότητα

Τα κράτη μέλη αξιολογούν την επιλεξιμότητα των ομάδων παραγωγών για την ενίσχυση που προβλέπει ο παρών κανονισμός, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο είναι δικαιολογημένη η χορήγησή της, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους και την ημερομηνία κατά την οποία είχε χορηγηθεί οποιαδήποτε προηγούμενη δημόσια ενίσχυση στις οργανώσεις ή ομάδες παραγωγών από τις οποίες προέρχονται τα μέλη των εν λόγω ομάδων παραγωγών, καθώς και τις μετακινήσεις των μελών ανάμεσα στις οργανώσεις παραγωγών και τις ομάδες παραγωγών.

Άρθρο 49

Κοινοτική συμμετοχή

1.  Η κοινοτική συνεισφορά με τη μορφή ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 ανέρχεται:

▼M10

α) κατά 75 % στις επιλέξιμες περιφέρειες βάσει του στόχου σύγκλισης και

β) κατά 50 % στις λοιπές περιφέρειες.

▼M10

Το υπόλοιπο της ενίσχυσης πρέπει να καταβάλλεται ως κατ’ αποκοπή ενίσχυση από το κράτος μέλος. Δεν απαιτείται να συνοδεύονται οι αιτήσεις ενίσχυσης από δικαιολογητικά σχετικά με τη χρήση της ενίσχυσης.

▼B

2.  Η κοινοτική συνεισφορά με τη μορφή ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, που εκφράζεται ως εισφορά κεφαλαίου ή ισοδύναμο εισφοράς κεφαλαίου δεν υπερβαίνει, ως ποσοστό των επιλέξιμων επενδυτικών δαπανών:

α) κατά 50 % στις επιλέξιμες περιφέρειες για το στόχο σύγκλισης· και

β) κατά 30 % στις λοιπές περιφέρειες.

Τα οικεία κράτη μέλη συνεισφέρουν τουλάχιστον το 5 % των επιλέξιμων επενδυτικών δαπανών.

Οι δικαιούχοι της ενίσχυσης για τις επιλέξιμες επενδυτικές δαπάνες συμμετέχουν τουλάχιστον:

α) κατά 25 % στις επιλέξιμες περιφέρειες για το στόχο σύγκλισης· και

β) κατά 45 % στις λοιπές περιφέρειες.

Άρθρο 50

Συγχωνεύσεις

1.  Η ενίσχυση που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, μπορεί να χορηγείται ή να εξακολουθήσει να χορηγείται στις ομάδες παραγωγών που έχουν προαναγνωριστεί και έχουν προκύψει από τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων προαναγνωρισμένων ομάδων παραγωγών.

2.  Για τον υπολογισμό του ποσού της ενίσχυσης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η ομάδα παραγωγών που προκύπτει από συγχώνευση αντικαθιστά τις συγχωνευόμενες ομάδες.

3.  Όταν δύο ή περισσότερες ενώσεις παραγωγών συγχωνεύονται, η νέα οντότητα επωμίζεται τα δικαιώματα και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της ομάδας παραγωγών η οποία προαναγνωρίστηκε πρώτη.

4.  Όταν προαναγνωρισμένη ομάδα παραγωγών συγχωνεύεται με αναγνωρισμένη οργάνωση παραγωγών, η προκύπτουσα οντότητα δεν είναι πλέον επιλέξιμη για προαναγνώριση ως ομάδα παραγωγών, ούτε για την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Η προκύπτουσα οντότητα εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ίδιας μεταχείρισης με την αναγνωρισμένη οργάνωση, υπό τον όρο ότι πληροί όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις. Εάν χρειάζεται, η οργάνωση παραγωγών ζητεί τροποποίηση του επιχειρησιακού προγράμματός της και προς το σκοπό αυτό εφαρμόζεται το άρθρο 31 τηρουμένων των αναλογιών.

Ωστόσο, οι δράσεις που υλοποιήθηκαν από τις ομάδες παραγωγών πριν από τη συγχώνευση εξακολουθούν να είναι επιλέξιμες υπό τους όρους που προβλέπονται στο σχέδιο αναγνώρισης.

Άρθρο 51

Συνέπειες της αναγνώρισης

1.  Με την αναγνώριση διακόπτεται η χορήγηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

2.  Σε περίπτωση υποβολής επιχειρησιακού προγράμματος σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το οικείο κράτος μέλος φροντίζει να μη γίνεται διπλή χρηματοδότηση των μέτρων που περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναγνώρισης.

3.  Οι επενδύσεις για τις οποίες χορηγείται ενίσχυση με στόχο την κάλυψη των δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, μπορούν να μεταφερθούν στα επιχειρησιακά προγράμματα υπό τον όρο ότι συνάδουν με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

4.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν την περίοδο, η οποία αρχίζει μετά την εφαρμογή του σχεδίου αναγνώρισης, εντός της οποίας η ομάδα παραγωγών πρέπει να αναγνωριστεί ως οργάνωση παραγωγών. Η περίοδος αυτή δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Επιχειρησιακά ταμεία και επιχειρησιακά προγράμματα



Τμήμα 1

Αξία παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο

Άρθρο 52

Βάση υπολογισμού

1.  Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για μια οργάνωση παραγωγών υπολογίζεται με βάση την παραγωγή των μελών των οργανώσεων παραγωγών, για την οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών.

2.  Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο περιλαμβάνει και την παραγωγή των μελών που αποχώρησαν ή εισήλθαν στην οργάνωση παραγωγών. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους για την αποφυγή της διπλής καταμέτρησης.

▼M23

2α.  Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο δεν περιλαμβάνει την αξία των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών ή οποιουδήποτε άλλου προϊόντος το οποίο δεν είναι προϊόν του τομέα των οπωροκηπευτικών.

Ωστόσο, η αξία των οπωροκηπευτικών που διατίθενται στο εμπόριο και προορίζονται για μεταποίηση και μετατρέπονται σε ένα από τα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά που απαριθμούνται στο μέρος X του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 ή σε οποιοδήποτε άλλο γεωργικό προϊόν που αναφέρεται στο παρόν άρθρο και περιγράφεται περαιτέρω στο παράρτημα VΙα του παρόντος κανονισμού, από οργάνωση παραγωγών, ένωση οργάνωσης παραγωγών ή τα μέλη τους, οι οποίοι είναι παραγωγοί ή τους συνεταιρισμούς τους ή θυγατρικές που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, είτε από τους ίδιους είτε μέσω εξωπορισμού, υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό της τιμολογηθείσας αξίας των εν λόγω μεταποιημένων προϊόντων επί έναν κατ’ αποκοπή συντελεστή %.

Ο συντελεστής αυτός καθορίζεται ως εξής:

α) 53 % για χυμούς φρούτων·

β) 73 % για συμπυκνωμένους χυμούς·

γ) 77 % για συμπυκνωμένο χυμό τομάτας·

δ) 62 % για καταψυγμένα οπωροκηπευτικά·

ε) 48 % για κονσερβοποιημένα οπωροκηπευτικά·

στ) 70 % για κονσερβοποιημένα μανιτάρια του γένους Agaricus·

ζ) 81 % για φρούτα που διατηρούνται προσωρινά σε άλμη·

η) 81 % για αποξηραμένα φρούτα·

θ) 27 % για άλλα μεταποιημένα οπωροκηπευτικά·

ι) 12 % για μεταποιημένα αρωματικά φυτά·

ια) 41 % για σκόνη πάπρικας.

▼B

3.  Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να συμπεριλάβουν την αξία των υποπροϊόντων στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

4.  Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο περιλαμβάνει και την αξία των αποσύρσεων από την αγορά που διατίθενται όπως προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, η οποία εκτιμάται στη μέση τιμή των προϊόντων που διέθεσε στο εμπόριο η οργάνωση παραγωγών το προηγούμενο έτος.

▼M10

5.  Μόνον η παραγωγή των μελών της οργάνωσης παραγωγών που διατίθεται στο εμπόριο από την ίδια την οργάνωση παραγωγών συνυπολογίζεται στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Η παραγωγή των μελών της οργάνωσης παραγωγών που διατίθεται στο εμπόριο από άλλη οργάνωση παραγωγών, η οποία έχει οριστεί από την οργάνωσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 125α παράγραφος 2 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου ( 29 ), συνυπολογίζεται στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο από τη δεύτερη οργάνωση παραγωγών.

▼M23

6.  Η παραγωγή οπωροκηπευτικών που διατίθεται στο εμπόριο τιμολογείται στο στάδιο της «εξόδου από την οργάνωση παραγωγών» κατά περίπτωση, ως προϊόν που απαριθμείται στο μέρος IX του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 το οποίο είναι προπαρασκευασμένο και συσκευασμένο, εκτός:

α) ΦΠΑ·

β) κόστους εσωτερικής μεταφοράς, στην περίπτωση που η απόσταση μεταξύ των κέντρων συλλογής ή συσκευασίας της οργάνωσης παραγωγών και του σημείου διανομής της οργάνωσης παραγωγών είναι σημαντική.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου τα κράτη μέλη καθορίζουν τις μειώσεις που ισχύουν για την τιμολογημένη αξία των προϊόντων όσον αφορά τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο τιμολογίου στα διάφορα στάδια παράδοσης ή μεταφοράς.

▼B

7.  Η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο μπορεί επίσης να υπολογιστεί στο στάδιο της εξόδου από τη θυγατρική, στην ίδια βάση που αναφέρεται στην παράγραφο 6, με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 90 % του κεφαλαίου της θυγατρικής κατέχεται:

α) από την οργάνωση παραγωγών ή ένωση οργανώσεων παραγωγών· ή

β) με την επιφύλαξη της έγκρισης του κράτους μέλους, από μέλη, τα οποία είναι συνεταιρισμοί, των οργανώσεων παραγωγών ή ενώσεων οργανώσεων παραγωγών εάν το γεγονός αυτό συμβάλλει στους στόχους που απαριθμούνται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

8.  Σε περίπτωση μείωσης της παραγωγής που προκαλείται από κλιματικά φαινόμενα, ασθένειες ζώων ή φυτών, ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς, η αποζημίωση από ασφάλεια που λαμβάνεται για τις αιτίες αυτές στο πλαίσιο των μέτρων ασφάλισης συγκομιδής που προβλέπονται στο τμήμα 6 του κεφαλαίου ΙΙΙ, ή ισοδύναμων μέτρων τα οποία διαχειρίζεται η οργάνωση παραγωγών, μπορεί να συμπεριληφθεί στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

Άρθρο 53

Περίοδος αναφοράς

1.  Τα ετήσια ανώτατα όρια της χρηματοδοτικής συνδρομής που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 υπολογίζονται κάθε έτος βάσει της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου αναφοράς, η οποία καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.  Η περίοδος αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη για κάθε οργάνωση παραγωγών ως:

α) δωδεκάμηνη περίοδος, η οποία αρχίζει μετά την 1η Ιανουαρίου τρία έτη πριν από το έτος κατά το οποίο υλοποιείται το επιχειρησιακό πρόγραμμα και λήγει πριν από την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους· ή

β) η μέση τιμή τριών διαδοχικών δωδεκάμηνων περιόδων, που αρχίζουν μετά την 1η Ιανουαρίου πέντε έτη πριν από το έτος κατά το οποίο υλοποιείται το επιχειρησιακό πρόγραμμα και λήγουν πριν από την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους.

3.  Η δωδεκάμηνη περίοδος αποτελεί τη λογιστική περίοδο της σχετικής οργάνωσης παραγωγών.

Η περίοδος αναφοράς δεν ποικίλλει κατά τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, πλην δεόντως αιτιολογημένων περιπτώσεων.

4.  Σε περίπτωση που προκύπτει μείωση της αξίας ενός προϊόντος, για λόγους που είναι επαρκώς αιτιολογημένοι με βάση τις απαιτήσεις των κρατών μελών και που δεν εμπίπτουν στην ευθύνη και στον έλεγχο της οργάνωσης παραγωγών, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο και που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισούται τουλάχιστον με το 65 % της αξίας του σχετικού προϊόντος κατά την προηγούμενη περίοδο αναφοράς.

Οι λόγοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αιτιολογούνται πλήρως.

▼M13

5.  Στην περίπτωση που πρόσφατα αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών διαθέτουν ανεπαρκή ιστορικά δεδομένα σχετικά με την παραγωγή που διατίθεται στο εμπόριο για την εφαρμογή της παραγράφου 2, η αξία της εν λόγω παραγωγής μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η αξία της εμπορεύσιμης παραγωγής που αναφέρεται από την οργάνωση παραγωγών για τον σκοπό της αναγνώρισης. Η αξία αυτή υπολογίζεται ως η μέση αξία της παραγωγής που διετέθη στο εμπόριο για την περίοδο κατά τη διάρκεια των εν λόγω τριών ετών κατά την οποία παρήγαγαν πράγματι οι παραγωγοί που είναι μέλη της οργάνωσης παραγωγών τη στιγμή υποβολής της αίτησης αναγνώρισης.

▼B

6.  Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, από οργανώσεις παραγωγών οι οποίες δεν έχουν υποβάλει επιχειρησιακά προγράμματα.

7.  Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 6, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την περίοδο αναφοράς υπολογίζεται δυνάμει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.

▼M23

Ωστόσο, για τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν έως την 20ή Ιανουαρίου 2010, η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη έως το 2007 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας στην περίοδο αναφοράς, ενώ η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη μετά το 2008 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας το 2008.

Για τα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίθηκαν μετά την 20ή Ιανουαρίου 2010 η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο για τα έτη μετά το 2008 υπολογίζεται βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κατά τον χρόνο έγκρισης του επιχειρησιακού προγράμματος.

▼B



Τμήμα 2

Επιχειρησιακά ταμεία

Άρθρο 54

Διαχείριση

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η διαχείριση των επιχειρησιακών ταμείων πραγματοποιείται κατά τρόπο ώστε οι δαπάνες και το εισόδημά τους να είναι δυνατόν να προσδιορισθούν, να ελεγχθούν και να πιστοποιηθούν σε ετήσια βάση από εξωτερικούς ελεγκτές.

Άρθρο 55

Χρηματοδότηση των επιχειρησιακών ταμείων

Οι χρηματοδοτικές εισφορές στο επιχειρησιακό ταμείο που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 καθορίζονται από την οργάνωση παραγωγών.

Όλοι οι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από το επιχειρησιακό ταμείο και να συμμετέχουν δημοκρατικά στις αποφάσεις σχετικά με τη χρήση των κεφαλαίων της οργάνωσης παραγωγών και των οικονομικών εισφορών στα επιχειρησιακά ταμεία.

Άρθρο 56

Κοινοποίηση προβλεπόμενου ποσού

Οι οργανώσεις παραγωγών κοινοποιούν στα κράτη μέλη, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, τα προβλεπόμενα ποσά της κοινοτικής εισφοράς, καθώς και της εισφοράς των μελών τους και των ίδιων των οργανώσεων παραγωγών στα επιχειρησιακά ταμεία για το επόμενο έτος, συνοδευόμενα από τα επιχειρησιακά προγράμματα ή τις αιτήσεις για έγκριση των τροποποιήσεών τους.

Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ημερομηνία μεταγενέστερη της 15ης Σεπτεμβρίου.

Ο υπολογισμός του προβλεπόμενου ποσού των επιχειρησιακών ταμείων πραγματοποιείται με βάση τα επιχειρησιακά προγράμματα και την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο. Ο υπολογισμός κατανέμεται μεταξύ των δαπανών για τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων και των δαπανών για τα λοιπά μέτρα.



Τμήμα 3

Επιχειρησιακά προγράμματα

Άρθρο 57

Εθνική στρατηγική

1.  Η γενική δομή και το περιεχόμενο της εθνικής στρατηγικής που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 καθορίζονται, από την 1η Ιανουαρίου 2009, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που παρατίθενται στο παράρτημα VII. Πριν από την ημερομηνία αυτή, τα κράτη μέλη καθορίζουν τη γενική δομή και το περιεχόμενό της. Η στρατηγική μπορεί να αποτελείται από περιφερειακά στοιχεία.

Στην εθνική στρατηγική ενσωματώνονται όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται και οι διατάξεις που εγκρίνονται από το κράτος μέλος κατ’ εφαρμογή του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και του παρόντος τίτλου.

2.  Η εθνική στρατηγική, συμπεριλαμβανομένης της ενσωμάτωσης του εθνικού πλαισίου που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, θεσπίζεται πριν από την υποβολή των σχεδίων επιχειρησιακών προγραμμάτων για κάθε δεδομένο έτος. Το εθνικό πλαίσιο ενσωματώνεται μετά την υποβολή του στην Επιτροπή και, ενδεχομένως, την τροποποίησή του, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

3.  Η ανάλυση της αρχικής κατάστασης αποτελεί μέρος της διαδικασίας εκπόνησης της εθνικής στρατηγικής και διενεργείται υπό την ευθύνη του κράτους μέλους. Η ανάλυση αυτή προσδιορίζει και εκτιμά τις ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν, κατατάσσει τις ανάγκες κατά σειρά προτεραιότητας, ορίζει τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν μέσω των επιχειρησιακών προγραμμάτων για την ικανοποίηση των εν λόγω αναγκών προτεραιότητας, τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τους ποσοτικοποιημένους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν σε σχέση με την αρχική κατάσταση, και καθορίζει τα πλέον ενδεδειγμένα μέσα και τις δράσεις για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.

4.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής καθώς και την εφαρμογή της μέσω των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Η εθνική στρατηγική μπορεί να τροποποιηθεί, ιδίως με βάση την παρακολούθηση και την αξιολόγηση. Οι τροποποιήσεις αυτές επέρχονται πριν από την υποβολή των σχεδίων επιχειρησιακών προγραμμάτων για κάθε δεδομένο έτος.

5.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν στο πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής τα ανώτατα ποσοστά του ταμείου τα οποία μπορούν να δαπανηθούν για κάθε επιμέρους μέτρο ή/και είδος δράσης ή/και δαπάνη, προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των διαφόρων μέτρων.

Άρθρο 58

Εθνικό πλαίσιο για τις περιβαλλοντικές δράσεις

1.  Πέρα από την κοινοποίηση που προβλέπεται δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη κοινοποιούν επίσης στην Επιτροπή τυχόν τροποποιήσεις του εθνικού πλαισίου, οι οποίες υπόκεινται στη διαδικασία του άρθρου 12 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Η Επιτροπή θέτει το πλαίσιο στη διάθεση των άλλων κρατών μελών με τον τρόπο που θεωρεί ενδεδειγμένο.

2.  Το πλαίσιο περιλαμβάνει μη εξαντλητικό κατάλογο των περιβαλλοντικών δράσεων και των συναφών όρων που συνεπώς έχουν εφαρμογή στο κράτος μέλος για τους σκοπούς του άρθρου 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και, για κάθε επιλεγμένη περιβαλλοντική δράση, αναφέρει:

α) την ειδική δέσμευση ή τις ειδικές δεσμεύσεις που συνεπάγεται· και

β) την αιτιολόγηση της δράσης με βάση τις αναμενόμενες επιπτώσεις της στο περιβάλλον σε συνάρτηση με τις περιβαλλοντικές ανάγκες και προτεραιότητες.

Άρθρο 59

Συμπληρωματικοί κανόνες του κράτους μέλους

Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν κανόνες για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την επιλεξιμότητα των μέτρων, των δράσεων ή των δαπανών στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Άρθρο 60

Σχέση με τα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης

1.  Δεν χορηγείται στήριξη στο πλαίσιο του ή των προγραμμάτων αγροτικής ανάπτυξης του κράτους μέλους, που έχει ή έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005, για δράσεις που καλύπτονται από μέτρα τα οποία προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2.

2.  Όταν η στήριξη δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005, έχει χορηγηθεί κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, για μέτρα δυνητικά επιλέξιμα στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι μπορούν να λάβουν στήριξη για μια δεδομένη δράση στο πλαίσιο ενός μόνο καθεστώτος.

Προς το σκοπό αυτό, όταν τα κράτη μέλη ενσωματώνουν μέτρα που περιέχουν τέτοιες εξαιρέσεις στα προγράμματά τους αγροτικής ανάπτυξης, διασφαλίζουν ότι η εθνική στρατηγική που αναφέρεται στο άρθρο 57 του παρόντος κανονισμού καθορίζει τα κριτήρια και τους διοικητικούς κανόνες που θα εφαρμόσουν στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης.

▼M10

Ενδεχομένως, και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 103α παράγραφος 3, του άρθρου 103δ παράγραφοι 1 και 3 και του άρθρου 103ε του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, καθώς και του άρθρου 49 του παρόντος κανονισμού, το ύψος της στήριξης για τα μέτρα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό δεν υπερβαίνει το εφαρμοστέο ύψος για τα μέτρα που υπάγονται στο πρόγραμμα αγροτικής ανάπτυξης.

▼B

Η στήριξη για περιβαλλοντικές δράσεις, εκτός από την απόκτηση πάγιων στοιχείων ενεργητικού, περιορίζεται στα μέγιστα ποσά που καθορίζονται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1698/2005, για τις γεωργοπεριβαλλοντικές ενισχύσεις. Τα ποσά αυτά μπορούν να αυξηθούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, λαμβανομένων υπόψη ειδικών περιστάσεων που πρέπει να αιτιολογούνται στην εθνική στρατηγική η οποία αναφέρεται στο άρθρο 57 του παρόντος κανονισμού.

▼M10

Το τέταρτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε περιβαλλοντικές δράσεις οι οποίες δεν σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με ένα συγκεκριμένο αγροτεμάχιο.

▼B

Άρθρο 61

Περιεχόμενο των επιχειρησιακών προγραμμάτων και επιλέξιμες δαπάνες

1.  Τα επιχειρησιακά προγράμματα περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α) περιγραφή της αρχικής κατάστασης, με βάση, ενδεχομένως, τους δείκτες εκκίνησης που απαριθμούνται στο παράρτημα XIV·

β) τους στόχους του προγράμματος, λαμβανομένων υπόψη των προοπτικών παραγωγής και των δυνατοτήτων διάθεσης, καθώς και εξήγηση του τρόπου με τον οποίο το πρόγραμμα συμβάλλει στην εθνική στρατηγική και επιβεβαίωση της συνέπειάς του με την εθνική στρατηγική, μεταξύ άλλων ως προς την ισορροπία μεταξύ των δραστηριοτήτων. Η περιγραφή των στόχων αφορά εκείνους που ορίζονται στην εθνική στρατηγική και αναφέρει μετρήσιμους στόχους, με σκοπό τη διευκόλυνση της παρακολούθησης της προόδου που συντελείται σταδιακά ως προς την υλοποίηση του προγράμματος·

γ) λεπτομερή περιγραφή των μέτρων, μεταξύ των οποίων τα μέτρα για την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των συγκεκριμένων δράσεων που πρέπει να αναληφθούν και των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξη των εν λόγω στόχων για κάθε έτος εφαρμογής του προγράμματος. Η περιγραφή αναφέρει το βαθμό στον οποίο τα διάφορα προτεινόμενα μέτρα:

i) συμπληρώνουν άλλα μέτρα και συνάδουν με αυτά, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που χρηματοδοτούνται ή είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από άλλα ταμεία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή, προβλέπεται ιδιαίτερη αναφορά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, σε μέτρα τα οποία υλοποιούνται στο πλαίσιο προηγούμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων·

ii) δεν συνεπάγονται κίνδυνο διπλής χρηματοδότησης από ταμεία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας·

δ) τη διάρκεια του προγράμματος· και

ε) τις χρηματοδοτικές πτυχές, και συγκεκριμένα:

i) τη μέθοδο υπολογισμού και το επίπεδο των χρηματικών εισφορών·

ii) τη διαδικασία για τη χρηματοδότηση του επιχειρησιακού ταμείου·

iii) τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αιτιολόγηση των διαφόρων επιπέδων εισφοράς και

iv) τον προϋπολογισμό και το χρονοδιάγραμμα για την ανάληψη δράσεων για κάθε έτος εφαρμογής του προγράμματος.

2.  Διάφορες περιβαλλοντικές δράσεις μπορούν να συνδυαστούν, υπό τον όρο ότι είναι συμπληρωματικές και συμβατές.

Σε περίπτωση συνδυασμού περιβαλλοντικών δράσεων, το επίπεδο της στήριξης λαμβάνει υπόψη το συγκεκριμένο διαφυγόν εισόδημα και τα πρόσθετα έξοδα που προκύπτουν από το συνδυασμό αυτό.

3.  Οι επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων στο πλαίσιο συμβάσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης, των οποίων η διάρκεια απόσβεσης ξεπερνά τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, μπορούν να μετατεθούν σε ένα μετέπειτα επιχειρησιακό πρόγραμμα για οικονομικούς λόγους δεόντως αιτιολογημένους, και ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες η περίοδος φορολογικής απόσβεσης υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Σε περίπτωση αντικατάστασης επενδύσεων, η απομένουσα αξία των επενδύσεων που αντικαθίστανται:

α) προστίθεται στο επιχειρησιακό ταμείο της οργάνωσης παραγωγών· ή

β) αφαιρείται από το κόστος της αντικατάστασης.

Οι επενδύσεις ή οι δράσεις μπορούν να εφαρμοστούν σε επιμέρους εκμεταλλεύσεις μελών της οργάνωσης παραγωγών, υπό τον όρο ότι συμβάλλουν στους στόχους του επιχειρησιακού προγράμματος. Σε περίπτωση αποχώρησης του μέλους από την οργάνωση παραγωγών, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την ανάκτηση της επένδυσης ή της απομένουσας αξίας της, πλην αντιθέτων διατάξεων του κράτους μέλους.

4  Τα επιχειρησιακά προγράμματα δεν περιλαμβάνουν τις δράσεις ή τις δαπάνες που αναφέρονται στον κατάλογο που παρατίθεται στο παράρτημα VIII.

5.  Οι επιλέξιμες για τη χορήγηση ενίσχυσης δαπάνες στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων περιορίζονται στις πραγματικές δαπάνες. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να προκαθορίσουν τυπικές κατ’ αποκοπή τιμές με δεόντως αιτιολογημένο τρόπο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν οι κατ’ αποκοπή τιμές αναφέρονται στο παράρτημα VIII,

β) για τα πρόσθετα ανά χιλιόμετρο έξοδα εξωτερικής μεταφοράς, σε σύγκριση με τα έξοδα συγκρίσιμης οδικής μεταφοράς, όταν επιλέγεται η σιδηροδρομική ή/και θαλάσσια μεταφορά στο πλαίσιο ενός μέτρου προστασίας του περιβάλλοντος, και

γ) για τα πρόσθετα έξοδα και το διαφυγόν εισόδημα που προκύπτουν από περιβαλλοντικές δράσεις, τα οποία υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1974/2006.

Τα κράτη μέλη αναθεωρούν τις εν λόγω τιμές τουλάχιστον ανά πενταετία.

6.  Για να είναι επιλέξιμη μια δράση, πάνω από το 50 % της αξίας των προϊόντων τα οποία αφορά αντιστοιχεί στα προϊόντα για τα οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών. Για να συνυπολογίζονται στο 50 %, τα προϊόντα πρέπει να προέρχονται από μέλη της οργάνωσης παραγωγών ή από μέλη άλλης οργάνωσης παραγωγών. Οι κατάλληλοι κανόνες του άρθρου 52 εφαρμόζονται για τον υπολογισμό της αξίας.

Άρθρο 62

Υποβαλλόμενα έγγραφα

Τα επιχειρησιακά προγράμματα συνοδεύονται από τα ακόλουθα στοιχεία, και ιδίως από:

α) στοιχεία που αποδεικνύουν τη δημιουργία του επιχειρησιακού ταμείου·

β) γραπτή δήλωση της οργάνωσης παραγωγών περί συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και τον παρόντα κανονισμό· και

γ) γραπτή δήλωση της οργάνωσης παραγωγών ότι δεν έχει λάβει ή δεν θα λάβει, άμεσα ή έμμεσα, οποιαδήποτε άλλη κοινοτική ή εθνική χρηματοδότηση σχετικά με δράσεις που δικαιούνται ενίσχυσης δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 63

Μερικά επιχειρησιακά προγράμματα

1.  Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιτρέψουν σε ενώσεις οργανώσεων παραγωγών να υποβάλουν δικό τους μερικό επιχειρησιακό πρόγραμμα, αποτελούμενο από δράσεις οι οποίες έχουν προσδιοριστεί μεν από τις οργανώσεις παραγωγών που είναι μέλη στα επιχειρησιακά τους προγράμματα, οι οποίες όμως δεν υλοποιούνται από αυτές.

2.  Για τα μερικά επιχειρησιακά προγράμματα ισχύουν οι ίδιοι κανόνες όπως και για τα άλλα επιχειρησιακά προγράμματα και εξετάζονται από κοινού με τα επιχειρησιακά προγράμματα των οργανώσεων παραγωγών που είναι μέλη.

3.  Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:

▼M10

α) οι δράσεις χρηματοδοτούνται πλήρως από εισφορές των οργανώσεων παραγωγών που είναι μέλη των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών, οι οποίες καταβάλλονται από το επιχειρησιακό ταμείο των εν λόγω οργανώσεων παραγωγών. Ωστόσο, οι δράσεις μπορούν να χρηματοδοτούνται με ποσό ανάλογο με την εισφορά των οργανώσεων παραγωγών που είναι μέλη, από μέλη των ενώσεων οργανώσεων παραγωγών που δεν είναι οργανώσεις παραγωγών δυνάμει του άρθρου 36, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέλη αυτά είναι παραγωγοί ή συνεταιρισμοί παραγωγών·

▼B

β) οι δράσεις και η αντίστοιχη χρηματοδοτική συμμετοχή που συνεπάγονται, αναφέρονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα κάθε συμμετέχουσας οργάνωσης παραγωγών· και

γ) δεν υπάρχει κίνδυνος διπλής ενίσχυσης και το άρθρο 60 εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 64

Προθεσμία υποβολής

Τα επιχειρησιακά προγράμματα υποβάλλονται για έγκριση από την οργάνωση παραγωγών στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα της η οργάνωση παραγωγών, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου του έτους που προηγείται εκείνου της υλοποίησης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη είναι δυνατό να μεταθέσουν την ημερομηνία αυτή αργότερα.

Σε περίπτωση που μια νομική οντότητα ή ένα σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας, συμπεριλαμβανομένης ομάδας παραγωγών, υποβάλλει αίτηση για αναγνώριση ως οργάνωση παραγωγών, μπορεί συγχρόνως να υποβάλει για έγκριση το επιχειρησιακό πρόγραμμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Η έγκριση του προγράμματος υπόκειται στη χορήγηση της αναγνώρισης το αργότερο μέχρι την τελική ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 65 παράγραφος 2.

Άρθρο 65

Απόφαση

1.  Η αρμόδια εθνική αρχή, αναλόγως της περιπτώσεως:

α) εγκρίνει τα ποσά των ταμείων και τα προγράμματα που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και του παρόντος κεφαλαίου·

β) εγκρίνει τα προγράμματα υπό τον όρο της αποδοχής από την οργάνωση παραγωγών ορισμένων τροποποιήσεων· ή

γ) απορρίπτει τα προγράμματα ή μέρος των προγραμμάτων.

2.  Η αρμόδια εθνική αρχή αποφασίζει, όσον αφορά τα προγράμματα και τα ταμεία, το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο γίνεται η υποβολή.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τις οργανώσεις παραγωγών για τις αποφάσεις αυτές το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Ωστόσο, η αρμόδια εθνική αρχή, για λόγους δεόντως αιτιολογημένους, δύναται να λάβει απόφαση όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα ταμεία το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου μετά την ημερομηνία της αίτησης. Στην απόφαση έγκρισης μπορεί να διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της αίτησης.

Άρθρο 66

Τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων για τα επόμενα έτη

1.  Οι οργανώσεις παραγωγών μπορούν να ζητήσουν τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένης εάν χρειάζεται της παράτασης της διάρκειας έως πέντε έτη συνολικά, το αργότερο μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου για να αρχίσουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να μεταθέσουν την ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων.

2.  Οι αιτήσεις τροποποίησης συνοδεύονται από δικαιολογητικά τα οποία αναφέρουν το λόγο, τη φύση και τις επιπτώσεις των αλλαγών.

3.  Η αρμόδια αρχή αποφασίζει όσον αφορά τις αιτήσεις τροποποίησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη, για λόγους δεόντως αιτιολογημένους, δύνανται να λάβουν απόφαση όσον αφορά τις τροποποιήσεις επιχειρησιακών προγραμμάτων το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου μετά την ημερομηνία της αίτησης. Στην απόφαση έγκρισης μπορεί να διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται της αίτησης.

Άρθρο 67

Τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια του έτους

1.  Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων κατά τη διάρκεια του έτους, υπό όρους που καθορίζουν τα ίδια.

2.  Κατά τη διάρκεια του έτους, οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών:

α) να θέσουν σε εφαρμογή εν μέρει μόνο τα επιχειρησιακά τους προγράμματα·

β) να αλλάξουν το περιεχόμενο του επιχειρησιακού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης και παράτασης της διάρκειάς του μέχρι συνολικά πέντε έτη·

▼M5

γ) να αυξήσουν το ποσό του επιχειρησιακού ταμείου κατά το πολύ 25 % του ποσού που είχε εγκριθεί αρχικά και να το μειώσουν κατά ποσοστό που καθορίζεται από τα κράτη μέλη, υπό τον όρο ότι διατηρούνται οι γενικοί στόχοι του επιχειρησιακού προγράμματος. Τα κράτη μέλη δύνανται να αυξήσουν το ποσοστό αυτό σε περίπτωση συγχώνευσης οργανώσεων παραγωγών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 και σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 94α.

▼B

3.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους υπό τους οποίους είναι δυνατόν να τροποποιηθούν τα επιχειρησιακά προγράμματα κατά τη διάρκεια του έτους χωρίς προγενέστερη έγκριση από την αρμόδια εθνική αρχή. Οι τροποποιήσεις αυτές είναι επιλέξιμες για ενίσχυση μόνον εφόσον κοινοποιούνται αμελλητί από την οργάνωση παραγωγών στην αρμόδια αρχή.

Άρθρο 68

Μορφή των επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.  Τα επιχειρησιακά προγράμματα εφαρμόζονται κατά ετήσιες περιόδους που εκτείνονται από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου.

2.  Τα επιχειρησιακά προγράμματα που έχουν εγκριθεί το αργότερο πριν τις 15 Δεκεμβρίου, υλοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους.

Η εφαρμογή των προγραμμάτων, για τα οποία έχει ληφθεί απόφαση έγκρισης μετά τις 15 Δεκεμβρίου, μετατίθεται κατά ένα χρόνο.

Κατά παρέκκλιση από την παρούσα παράγραφο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 65 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο ή το άρθρο 66 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, η εφαρμογή των επιχειρησιακών προγραμμάτων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές αρχίζει το αργότερο την 31η Ιανουαρίου που ακολουθεί την έγκρισή τους.



Τμήμα 4

Ενίσχυση

Άρθρο 69

Εγκεκριμένο ποσό ενίσχυσης

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στις οργανώσεις παραγωγών και τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών το εγκεκριμένο ποσό της ενίσχυσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 13 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, το αργότερο μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου.

Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 65 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο ή το άρθρο 66 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη κοινοποιούν το εγκεκριμένο ποσό της ενίσχυσης το αργότερο στις 20 Ιανουαρίου.

Άρθρο 70

Αιτήσεις

1.  Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή αίτηση για χορήγηση ενίσχυσης ή για εξόφληση υπολοίπου για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα για το οποίο ζητείται ενίσχυση, το αργότερο μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του έτους που έπεται εκείνου για το οποίο ζητείται η ενίσχυση.

2.  Οι αιτήσεις συνοδεύονται από δικαιολογητικά τα οποία πιστοποιούν:

α) την αιτούμενη ενίσχυση·

β) την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο·

γ) τις χρηματοδοτικές εισφορές των μελών, αφενός, και της οργάνωσης παραγωγών, αφετέρου·

δ) τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος·

ε) τις δαπάνες που αφορούν την πρόληψη και διαχείριση κρίσεων με κατανομή ανά δράση·

στ) την αναλογία του επιχειρησιακού ταμείου που δαπανήθηκε για την πρόληψη και διαχείριση κρίσεων με κατανομή ανά δράση·

ζ) τη συμμόρφωση με το άρθρο 9 παράγραφος 2 και το άρθρο 9 παράγραφος 3 στοιχείο α) ή β) και το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

η) γραπτή δήλωση ότι δεν έχει χορηγηθεί διπλή κοινοτική ή εθνική χρηματοδότηση σχετικά με μέτρα ή/και ενέργειες που δικαιούνται ενίσχυσης στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού· και

δ) σε περίπτωση αίτησης για ενίσχυση με βάση κατ’ αποκοπή τιμή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 61 παράγραφος 4, απόδειξη της υλοποίησης της σχετικής δράσης.

3.  Οι αιτήσεις είναι δυνατό να καλύπτουν τις δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί αλλά δεν έχουν πραγματοποιηθεί, εφόσον επαληθευθούν τα ακόλουθα:

α) οι σχετικές ενέργειες δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος για λόγους πέρα από τον έλεγχο της σχετικής οργάνωσης παραγωγών·

β) οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν το αργότερο μέχρι τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους· και

γ) ισοδύναμη εισφορά της οργάνωσης παραγωγών παραμένει στο επιχειρησιακό ταμείο.

Η ενίσχυση καταβάλλεται και η εγγύηση που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 3 αποδεσμεύεται, μόνο με την προσκόμιση στοιχείων που αποδεικνύουν ότι οι προγραμματισμένες δαπάνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) έχουν όντως πραγματοποιηθεί, το αργότερο μέχρι και τις 30 Απριλίου του επόμενου έτους, για το οποίο έχουν προγραμματιστεί οι σχετικές δαπάνες, και βάσει αποδεδειγμένων δικαιωμάτων για ενίσχυση.

4.  Εάν οι αιτήσεις υποβληθούν μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ενίσχυση μειώνεται κατά 1 % για κάθε ημέρα καθυστέρησης.

Σε εξαιρετικές και δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, η αρμόδια αρχή μπορεί να δεχτεί αιτήσεις μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, εφόσον πραγματοποιηθούν οι αναγκαίοι έλεγχοι και εφόσον έχει εφαρμοστεί το χρονικό όριο γα την πληρωμή που αναφέρεται στο άρθρο 71.

Άρθρο 71

Καταβολή της ενίσχυσης

Τα κράτη μέλη καταβάλλουν την ενίσχυση το αργότερο μέχρι τις 15 Οκτωβρίου του έτους που έπεται του έτους υλοποίησης του προγράμματος.

Άρθρο 72

Προκαταβολές

1.  Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να υποβάλουν αίτηση για προκαταβολή του τμήματος της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στην προβλεπόμενη δαπάνη η οποία προκύπτει από το επιχειρησιακό πρόγραμμα κατά την τρίμηνη ή τετράμηνη περίοδο που αρχίζει το μήνα κατά τον οποίο υπεβλήθη η αίτηση.

2.  Οι αιτήσεις για προκαταβολή υποβάλλονται όπως ορίζει το κράτος μέλος, είτε ανά τρίμηνο τον Ιανουάριο, τον Απρίλιο, τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο είτε ανά τετράμηνο τον Ιανουάριο, το Μάιο και τον Σεπτέμβριο.

Το συνολικό ποσό των προκαταβολών για ένα συγκεκριμένο οικονομικό έτος δεν μπορεί να υπερβεί το 80 % του ποσού που έχει εγκριθεί αρχικά για την ενίσχυση του επιχειρησιακού προγράμματος.

3.  Οι προκαταβολές καταβάλλονται υπό τον όρο σύστασης εγγύησης ίσης με το 110 % του ποσού με βάση τον κανονισμό αριθ. 2220/85.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν όρους προκειμένου να εξασφαλίσουν πως έχουν καταβληθεί οι οικονομικές εισφορές στο επιχειρησιακό ταμείο με βάση τα άρθρα 54 και 55 του παρόντος κανονισμού και ότι οι προηγούμενες προκαταβολές έχουν πράγματι δαπανηθεί.

4.  Οι αιτήσεις αποδέσμευσης των εγγυήσεων μπορούν να υποβληθούν κατά τη διάρκεια του έτους του υπό εξέλιξη προγράμματος, συνοδευόμενες από τα σχετικά δικαιολογητικά.

Οι εγγυήσεις αποδεσμεύονται έως το 80 % του ποσού των προκαταβολών.

5.  Η βασική απαίτηση, κατά την έννοια του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2220/85 καλύπτει την εκτέλεση των ενεργειών που περιέχονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, τηρουμένων των δεσμεύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 62 στοιχεία β) και γ) του παρόντος κανονισμού.

Σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της κύριας απαίτησης ή σε περίπτωση σοβαρών παρατυπιών όσον αφορά τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 62 στοιχεία β) και γ), η εγγύηση καταπίπτει, με την επιφύλαξη επιβολής άλλων κυρώσεων οι οποίες αποφασίζονται σύμφωνα με το τμήμα 3 του κεφαλαίου V.

Σε περίπτωση μη τήρησης άλλων απαιτήσεων, η εγγύηση καταπίπτει κατ’ αναλογία της σοβαρότητας της διαπραχθείσας παρατυπίας.

6.  Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ελάχιστο ποσό και τις ισχύουσες προθεσμίες όσον αφορά τις προκαταβολές.

Άρθρο 73

Μερικές πληρωμές

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν στις οργανώσεις παραγωγών να υποβάλουν αίτηση για καταβολή μέρους της ενίσχυσης που αντιστοιχεί στις δαπάνες οι οποίες προκύπτουν από το επιχειρησιακό πρόγραμμα.

Οι αιτήσεις είναι δυνατό να υποβληθούν ανά πάσα στιγμή, αλλά τρεις φορές κατ’ ανώτατο όριο εντός ενός δεδομένου έτους. Συνοδεύονται από τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα.

Το σύνολο των πληρωμών βάσει των αιτήσεων για την καταβολή μέρους της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβεί το 80 % του ποσού που έχει εγκριθεί για την ενίσχυση που προορίζεται για το επιχειρησιακό πρόγραμμα, ή των πραγματικών δαπανών, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι μικρότερο.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν το ελάχιστο ποσό και τις προθεσμίες για τις μερικές πληρωμές.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων



Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 74

Επιλογή μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 δεν εφαρμόζονται στην επικράτειά τους.

Άρθρο 75

Δάνεια για τη χρηματοδότηση των μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Δάνεια που συνάπτονται για τη χρηματοδότηση των μέτρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, των οποίων η διάρκεια αποπληρωμής ξεπερνά τη διάρκεια του επιχειρησιακού προγράμματος, μπορούν να μετατεθούν σε ένα μετέπειτα επιχειρησιακό πρόγραμμα για οικονομικούς λόγους δεόντως αιτιολογημένους.



Τμήμα 2

Αποσύρσεις από την αγορά

Άρθρο 76

Ορισμός

Το παρόν τμήμα θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις αποσύρσεις από την αγορά, που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, ως «προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά», «αποσυρθέντα προϊόντα» και «προϊόντα που δεν εκτίθενται προς πώληση» νοούνται τα προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο απόσυρσης από την αγορά.

Άρθρο 77

Προδιαγραφές εμπορίας

1.  Σε περίπτωση που για ένα συγκεκριμένο προϊόν έχουν καθοριστεί προδιαγραφές εμπορίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, το προϊόν αυτό που αποσύρεται από την αγορά πληροί τις εν λόγω προδιαγραφές, με εξαίρεση τις διατάξεις σχετικά με την παρουσίαση και την επισήμανση των προϊόντων. Τα προϊόντα μπορούν να αποσύρονται χύμα και να έχουν διαφορετικά μεγέθη, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις της κατηγορίας II, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος.

Ωστόσο, τα νανόκαρπα προϊόντα όπως ορίζονται από τα σχετικά πρότυπα πρέπει να είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές εμπορίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την παρουσίαση και την επισήμανση του προϊόντος.

2.  Αν δεν έχουν καθοριστεί προδιαγραφές εμπορίας για ένα δεδομένο προϊόν, πρέπει να πληρούνται οι ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο παράρτημα IX για τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν συμπληρωματικές διατάξεις σχετικά με τις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις.

Άρθρο 78

Μέσος όρος τριετούς περιόδου για τις αποσύρσεις από την αγορά για δωρεάν διανομή

Το όριο του 5 % του όγκου της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 υπολογίζεται με βάση τον αριθμητικό μέσο όρο του συνολικού όγκου προϊόντων για τα οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών και τα οποία έχουν διατεθεί στο εμπόριο από την οργάνωση παραγωγών κατά τη διάρκεια των προηγούμενων τριών ετών.

Για τις πρόσφατα αναγνωρισμένες οργανώσεις παραγωγών, τα στοιχεία για τις περιόδους εμπορίας πριν από την αναγνώριση είναι τα ακόλουθα:

α) σε περίπτωση που η οργάνωση ήταν ομάδα παραγωγών, τα ισοδύναμα στοιχεία για την εν λόγω ομάδα παραγωγών, κατά περίπτωση· ή

β) τον όγκο που λαμβάνεται υπόψη για την αίτηση αναγνώρισης.

Άρθρο 79

Προηγούμενη κοινοποίηση των ενεργειών απόσυρσης

1.  Οι οργανώσεις παραγωγών ή οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κοινοποιούν προηγουμένως στις αρμόδιες εθνικές αρχές, με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, κάθε ενέργεια απόσυρσης στην οποία προτίθενται να προβούν. Η κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνει κατάλογο των προϊόντων που διατίθενται στην παρέμβαση και τα κυριότερα χαρακτηριστικά τους όσον αφορά τις σχετικές προδιαγραφές εμπορίας, την εκτίμηση της ποσότητας για κάθε σχετικό προϊόν, ένδειξη για τον προβλεπόμενο προορισμό καθώς και τον τόπο στον οποίο τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά μπορούν να υποβληθούν στους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 110. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει επίσης πιστοποιητικό συμμόρφωσης των αποσυρόμενων προϊόντων με τις ισχύουσες προδιαγραφές ή με τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 77.

2.  Τα κράτη μέλη καθορίζουν λεπτομερείς κανόνες για τις οργανώσεις παραγωγών σχετικά με τις κοινοποιήσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ιδίως όσον αφορά τις προθεσμίες.

3.  Εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το κράτος μέλος:

α) είτε προβαίνει στη διενέργεια του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 1, μετά το πέρας του οποίου, αν δεν διαπιστωθεί καμία παρατυπία, επιτρέπει την απόσυρση όπως έχει διαπιστωθεί μετά τη διενέργεια του ελέγχου· ή

β) στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 110 παράγραφος 3, δεν προβαίνει στον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 110 παράγραφος 1, οπότε ενημερώνει την οργάνωση παραγωγών με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα και επιτρέπει την απόσυρση, όπως έχει κοινοποιηθεί.

Άρθρο 80

Στήριξη

1.  Η στήριξη, που αποτελείται από την κοινοτική συνδρομή και από τη συνδρομή της οργάνωσης παραγωγών, δεν υπερβαίνει, για τις αποσύρσεις από την αγορά, τα ποσά που καθορίζονται στο παράρτημα Χ όσον αφορά τα προϊόντα που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα. Για τα λοιπά προϊόντα, τα κράτη μέλη καθορίζουν ανώτατα ποσά στήριξης.

▼M1

2.  Οι αποσύρσεις από την αγορά δεν υπερβαίνουν το 5 % του όγκου της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για κάθε δεδομένο προϊόν από κάθε δεδομένη οργάνωση παραγωγών. Ωστόσο, στο ποσοστό αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες που διατίθενται με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που έχει εγκριθεί από τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 2.

▼B

Ο όγκος της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο υπολογίζεται ως το μέσο όρο του όγκου της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο κατά τα προηγούμενα τρία έτη. Εάν τα στοιχεία αυτά δεν είναι διαθέσιμα, χρησιμοποιείται ο όγκος της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για την οποία είναι αναγνωρισμένη η οργάνωση παραγωγών.

▼M23

Τα ποσοστά που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αποτελούν ετήσιους μέσους όρους βάσει τριετούς περιόδου, με 5 % ετήσιο περιθώριο υπέρβασης.

▼B

Άρθρο 81

Προορισμοί των προϊόντων που αποσύρονται

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν τους επιτρεπόμενους προορισμούς για τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο απόσυρσης από την αγορά. Θεσπίζουν διατάξεις ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον ούτε αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες από την απόσυρση ή τον προορισμό της. Οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από την οργάνωση παραγωγών για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις αυτές είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο της στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά βάσει του επιχειρησιακού προγράμματος.

2.  Στους προορισμούς για τους οποίους γίνεται λόγος στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνονται η δωρεάν διανομή με την έννοια των προορισμών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, καθώς και κάθε άλλος προορισμός ισοδύναμου χαρακτήρα που εγκρίνεται από τα κράτη μέλη.

▼M23

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στις φιλανθρωπικές οργανώσεις και στα ιδρύματα που αναφέρονται στο άρθρο 103δ παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 να ζητούν συμβολική συνεισφορά από τους τελικούς αποδέκτες προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο αποσύρσεων από την αγορά, στην περίπτωση που τα εν λόγω προϊόντα έχουν υποστεί μεταποίηση.

▼B

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διευκολυνθούν οι επαφές και η συνεργασία μεταξύ των οργανώσεων παραγωγών και των δικαιούχων τους οποίους έχουν εγκρίνει, κατόπιν αιτήματος, για δωρεάν διανομή.

3.  Η παραχώρηση προϊόντων στη μεταποιητική βιομηχανία είναι δυνατή μόνο με την επιφύλαξη ότι δεν προκύπτει καμία στρέβλωση του ανταγωνισμού για τις ενδιαφερόμενες βιομηχανίες στο εσωτερικό της Κοινότητας ή για εισαγόμενα προϊόντα.

Άρθρο 82

Έξοδα μεταφοράς

1.  Τα έξοδα μεταφοράς για τη δωρεάν διανομή όλων των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά είναι επιλέξιμα στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος με βάση τα κατ’ αποκοπή ποσά που προκύπτουν ανάλογα με την απόσταση μεταξύ του σημείου απόσυρσης και του τόπου παράδοσης που προβλέπονται στο παράρτημα XI.

Σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, η Επιτροπή προσδιορίζει τα έξοδα μεταφοράς που μπορούν να αναληφθούν βάσει των πραγματικών εξόδων μεταφοράς και της απόστασης. Η αντιστάθμιση που καθορίζεται με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να υπερβεί τις δαπάνες που θα προέκυπταν από τη χερσαία μεταφορά από τη συντομότερη διαδρομή μεταξύ του τόπου φόρτωσης και του θεωρητικού σημείου εξόδου. Διορθωτικός συντελεστής 0,6 εφαρμόζεται στα ποσά που παρατίθενται στο παράρτημα XI.

2.  Τα έξοδα μεταφοράς καταβάλλονται στο μέρος που αναλαμβάνει πράγματι το οικονομικό βάρος της σχετικής μεταφοράς.

Η πληρωμή αυτή υπόκειται στην υποβολή δικαιολογητικών, τα οποία πιστοποιούν ιδίως:

α) την ονομασία των δικαιούχων οργανώσεων·

β) την ποσότητα των σχετικών προϊόντων·

γ) την παραλαβή από τις δικαιούχους οργανώσεις και τα χρησιμοποιηθέντα μέσα μεταφοράς· και

▼M5

δ) την απόσταση μεταξύ του τόπου απόσυρσης και του τόπου παράδοσης.

▼B

Άρθρο 83

Έξοδα διαλογής και συσκευασίας

▼M23

1.  Τα έξοδα διαλογής και συσκευασίας των νωπών οπωροκηπευτικών που αποσύρονται από την αγορά για δωρεάν διανομή είναι επιλέξιμα μέχρι το ύψος των κατ’ αποκοπή ποσών που απαριθμούνται στο μέρος Α του παραρτήματος XII στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων, όσον αφορά τα προϊόντα που διατίθενται σε συσκευασίες μικρότερες των 25 χιλιόγραμμων καθαρού βάρους.

2.  Οι συσκευασίες των προϊόντων που προορίζονται για δωρεάν διανομή φέρουν το ευρωπαϊκό έμβλημα με μία ή περισσότερες από τις ενδείξεις που παρατίθενται στο μέρος Β του παραρτήματος XII.

▼B

3.  Οι δαπάνες διαλογής και συσκευασίας καταβάλλονται στην οργάνωση παραγωγών η οποία πραγματοποίησε τις εργασίες αυτές.

Η πληρωμή αυτή υπόκειται στην υποβολή δικαιολογητικών, τα οποία πιστοποιούν ιδίως:

α) την ονομασία των δικαιούχων οργανώσεων·

β) την ποσότητα των σχετικών προϊόντων· και

γ) την παραλαβή από τις δικαιούχους οργανώσεις, διευκρινίζοντας τον τρόπο παρουσίασης.

Άρθρο 84

Όροι για τους αποδέκτες των αποσυρθέντων προϊόντων

1.  Οι αποδέκτες των αποσυρθέντων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχεία α) και β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 αναλαμβάνουν τη δέσμευση:

α) να τηρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β) να τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία αποθήκης και λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία για τις σχετικές εργασίες·

γ) να υπόκεινται στους ελέγχους που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία· και

δ) να υποβάλουν τα δικαιολογητικά έγγραφα για τον τελικό προορισμό για κάθε ένα από τα σχετικά προϊόντα, τα οποία συνίστανται σε πιστοποιητικό παραλαβής (ή ισοδύναμο έγγραφο) των αποσυρθέντων προϊόντων από τρίτους, με σκοπό τη δωρεάν διανομή τους.

Τα κράτη μέλη, εφόσον θεωρούν ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος, μπορούν να αποφασίσουν ότι οι αποδέκτες δεν υποχρεούνται να τηρούν τα διάφορα βιβλία που αναφέρονται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου εάν λαμβάνουν μόνο μικρές ποσότητες. Η απόφαση αυτή και η αιτιολογία της καταγράφονται·

2.  Οι αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων για άλλους προορισμούς αναλαμβάνουν τη δέσμευση:

α) να τηρούν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

β) να τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία αποθήκης και λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία για τις εν λόγω εργασίες, εφόσον κρίνεται σκόπιμο από τα κράτη μέλη παρά το γεγονός ότι το προϊόν έχει μετουσιωθεί πριν από την παράδοση,

γ) να υπόκεινται στους ελέγχους που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία· και

δ) να μη ζητήσουν συμπληρωματική ενίσχυση για την αλκοόλη που παράγεται από τα εν λόγω προϊόντα στην περίπτωση αποσυρθέντων προϊόντων που προορίζονται για απόσταξη.



Τμήμα 3

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

Άρθρο 85

Ορισμοί της πρώιμης συγκομιδής και της μη συγκομιδής

1.  Ως «πρώιμη συγκομιδή» νοείται η πλήρης συγκομιδή μη εμπορεύσιμων προϊόντων σε μια δεδομένη περιοχή, η οποία πραγματοποιείται πριν από την έναρξη της κανονικής συγκομιδής. Τα σχετικά προϊόντα δεν θα έχουν υποστεί ζημιές πριν από την πρώιμη συγκομιδή, είτε λόγω των καιρικών συνθηκών είτε λόγω ασθένειας ή άλλης αιτίας.

2.  Ως «μη συγκομιδή» νοείται η απουσία λήψης εμπορικής παραγωγής από τη συγκεκριμένη περιοχή κατά το συνήθη κύκλο παραγωγής. Ωστόσο, η καταστροφή των προϊόντων που προκαλείται από τις καιρικές συνθήκες ή ασθένεια δεν θεωρείται ως μη συγκομιδή.

3.  Η πρώιμη συγκομιδή και η μη συγκομιδή είναι συμπληρωματικές προς τις συνήθεις καλλιεργητικές πρακτικές και διαφέρουν από αυτές.

Άρθρο 86

Όροι για την εφαρμογή της πρώιμης συγκομιδής και της μη συγκομιδής

1.  Όσον αφορά τα μέτρα πρώιμης συγκομιδής και μη συγκομιδής, τα κράτη μέλη:

α) θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων, ιδίως όσον αφορά την προηγούμενη κοινοποίηση των ενεργειών μη συγκομιδής και πρώιμης συγκομιδής, το περιεχόμενο της κοινοποίησης και τις προθεσμίες, το ποσό της αποζημίωσης προς καταβολή και την εφαρμογή των μέτρων, καθώς και τον κατάλογο των προϊόντων που είναι επιλέξιμα στο πλαίσιο των μέτρων·

β) θεσπίζουν διατάξεις ώστε να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον ούτε αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες από την εφαρμογή τους·

γ) διασφαλίζουν ότι είναι δυνατό να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των μέτρων και να μην εγκριθεί η εφαρμογή μέτρων σε αντίθετη περίπτωση·

δ) εφαρμόζουν ελέγχους για να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα εκτελούνται ορθά, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

2.  Οι οργανώσεις παραγωγών ή οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών κοινοποιούν προηγουμένως στις αρμόδιες εθνικές αρχές, με γραπτή τηλεπικοινωνία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, κάθε ενέργεια πρώιμης συγκομιδής και μη συγκομιδής στην οποία προτίθενται να προβούν.

Στην πρώτη κοινοποίηση κάθε δεδομένου έτους και για ένα δεδομένο προϊόν περιλαμβάνεται ανάλυση με βάση την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά, η οποία αιτιολογεί την πρώιμη συγκομιδή ως μέτρο πρόληψης κρίσης.

3.  Η πρώιμη συγκομιδή και η μη συγκομιδή δεν εφαρμόζονται συγχρόνως για το ίδιο προϊόν και την ίδια συγκεκριμένη περιοχή για ένα δεδομένο έτος, ή για δύο διαδοχικά έτη.

4.  Για την πρώιμη συγκομιδή και τη μη συγκομιδή, τα ποσά αποζημιώσεων, που αποτελούνται από την κοινοτική συνδρομή και τη συνδρομή της οργάνωσης παραγωγών, καταβάλλονται ως στρεμματικές ενισχύσεις που καθορίζονται από το κράτος μέλος δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο α):

α) σε επίπεδο το οποίο καλύπτει μόνο τις πρόσθετες δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή του μέτρου, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαίας περιβαλλοντικής και φυτοϋγειονομικής διαχείρισης για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις που θεσπίστηκαν δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β)· ή

β) σε επίπεδο το οποίο καλύπτει το πολύ το 90 % του ανώτατου επιπέδου στήριξης για τις αποσύρσεις από την αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 80.



Τμήμα 4

Προώθηση και επικοινωνία

Άρθρο 87

Εφαρμογή των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας

1.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας. Οι εν λόγω διατάξεις επιτρέπουν την ταχεία εφαρμογή των μέτρων όταν απαιτείται.

2.  Οι δράσεις στο πλαίσιο των μέτρων προώθησης και επικοινωνίας είναι συμπληρωματικές προς τυχόν τρέχουσες δράσεις προώθησης και επικοινωνίας που εφαρμόζονται από την ενδιαφερόμενη οργάνωση παραγωγών.



Τμήμα 5

Κατάρτιση

Άρθρο 88

Εφαρμογή μέτρων κατάρτισης

Όσον αφορά τα μέτρα κατάρτισης, τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων αυτών.



Τμήμα 6

Ασφάλιση της συγκομιδής

Άρθρο 89

Στόχος των μέτρων ασφάλισης της συγκομιδής

Οι δράσεις ασφάλισης συγκομιδής αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης από την οργάνωση παραγωγών· συμβάλλουν στην προστασία των εισοδημάτων των παραγωγών και στην κάλυψη των απωλειών αγοράς που υπέστη η οργάνωση παραγωγών ή/και τα μέλη της σε περίπτωση που πλήττονται από θεομηνίες, κλιματικά φαινόμενα και, ενδεχομένως, ασθένειες ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς.

Άρθρο 90

Εφαρμογή των μέτρων ασφάλισης της συγκομιδής

1.  Όσον αφορά τα μέτρα ασφάλισης της συγκομιδής, τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή των μέτρων αυτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι αναγκαίες για να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα ασφάλισης της συγκομιδής δεν προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά ασφάλισης.

2.  Τα κράτη μέλη μπορούν να συμβάλουν στην πρόσθετη εθνική χρηματοδότηση για τη στήριξη των μέτρων ασφάλισης της συγκομιδής για τα οποία χορηγείται ενίσχυση από το επιχειρησιακό ταμείο. Ωστόσο, η συνολική δημόσια στήριξη για την ασφάλιση της συγκομιδής δεν μπορεί να υπερβαίνει:

α) το 80 % του κόστους των ασφαλίστρων, που καταβάλλουν οι παραγωγοί για ασφάλιση έναντι των απωλειών που προκαλούνται από δυσμενή κλιματικά φαινόμενα τα οποία μπορούν να εξομοιωθούν με θεομηνίες·

β) το 50 % του κόστους των ασφαλίστρων, που καταβάλλουν οι παραγωγοί για ασφάλιση έναντι:

i) απωλειών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και άλλων απωλειών που προκαλούνται από δυσμενή κλιματικά φαινόμενα· και

ii) απωλειών που προκαλούνται από ασθένειες ζώων ή φυτών ή προσβολή από επιβλαβείς οργανισμούς.

Το όριο που καθορίζεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες το επιχειρησιακό ταμείο είναι επιλέξιμο μέχρι ποσοστό 60 % για κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

3.  Τα μέτρα ασφάλισης της συγκομιδής δεν καλύπτουν τις αποζημιώσεις από ασφάλεια που καταβάλλονται στους παραγωγούς για περισσότερο από το 100 % της απώλειας εισοδήματος, λαμβανομένων υπόψη τυχόν αποζημιώσεων που λαμβάνουν οι παραγωγοί από άλλα καθεστώτα ενίσχυσης σε σχέση με τους ασφαλιζόμενους κινδύνους.

4.  Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το «δυσμενές καιρικό φαινόμενο που μπορεί να εξομοιωθεί με θεομηνία» έχει το νόημα που του αποδίδεται στο άρθρο 2 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006 της Επιτροπής ( 30 ).



Τμήμα 7

Στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας

Άρθρο 91

Όροι που αφορούν τη στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας

1.  Όσον αφορά τη στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις εφαρμογής του μέτρου αυτού.

2.  Η στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας συνίσταται, κατά το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο έτος λειτουργίας του ταμείου αλληλοβοήθειας αντίστοιχα, στο ακόλουθο ποσοστό της εισφοράς της οργάνωσης παραγωγών στο ταμείο αλληλοβοήθειας κατά το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο έτος λειτουργίας:

α) 10 %, 8 % και 4 % στα κράτη μέλη τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ή αργότερα·

β) 5 %, 4 % και 2 % στα λοιπά κράτη μέλη.

3.  Τα κράτη μέλη ορίζουν ανώτατα όρια όσον αφορά τα ποσά τα οποία είναι δυνατό να λάβει μια οργάνωση παραγωγών ως στήριξη για την κάλυψη των διοικητικών δαπανών σύστασης ταμείων αλληλοβοήθειας.



Τμήμα 8

Κρατικές ενισύχεις για μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων

Άρθρο 92

Λεπτομερείς διατάξεις στις εθνικές στρατηγικές

Τα κράτη μέλη που χορηγούν κρατική ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 43 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 θεσπίζουν λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή της διάταξης αυτής στις εθνικές τους στρατηγικές.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Εθνική χρηματοδοτική συνδρομή

▼M13

Άρθρο 93

Βαθμός οργάνωσης των παραγωγών

Για τους σκοπούς του άρθρου 103ε παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών σε μια περιφέρεια κράτους μέλους θεωρείται ιδιαίτερα χαμηλός όταν οι οργανώσεις παραγωγών, οι ενώσεις οργανώσεων παραγωγών και οι ομάδες παραγωγών έχουν διαθέσει στο εμπόριο λιγότερο από το 20 % της μέσης αξίας της παραγωγής οπωροκηπευτικών της εν λόγω περιφέρειας κατά τα τρία τελευταία έτη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.

Μόνο για την παραγωγή οπωροκηπευτικών της περιφέρειας που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο μπορεί να χορηγηθεί εθνική χρηματοδοτική συνδρομή.

▼B

Άρθρο 94

Έγκριση της καταβολής εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

 

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή για την έγκριση της καταβολής εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, για τα επιχειρησιακά προγράμματα που θα εφαρμοστούν σε οποιοδήποτε ημερολογιακό έτος, έως τις 15 Ιανουαρίου του εν λόγω έτους.

 ◄

▼M13

Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά τα οποία αποδεικνύουν ότι ο βαθμός οργάνωσης των παραγωγών στη συγκεκριμένη περιφέρεια είναι ιδιαίτερα χαμηλός, όπως ορίζεται στο άρθρο 93 του παρόντος κανονισμού, και ότι μόνο για προϊόντα του οπωροκηπευτικού τομέα τα οποία παράγονται στην εν λόγω περιφέρεια χορηγείται χρηματοδοτική συνδρομή, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις παραγωγών, το ποσό της σχετικής συνδρομής και το ποσοστό των χρηματοδοτικών εισφορών που καταβάλλονται δυνάμει του άρθρου 103β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007.

▼B

2.  Η Επιτροπή εγκρίνει ή απορρίπτει την αίτηση εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της. Εάν η Επιτροπή δεν αντιδράσει εντός αυτής της προθεσμίας, θεωρείται ότι η αίτηση έχει εγκριθεί.

▼M5

Άρθρο 94α

Τροποποιήσεις του επιχειρησιακού προγράμματος

Η οργάνωση παραγωγών η οποία επιθυμεί να υποβάλει αίτηση για εθνική χρηματοδοτική συνδρομή τροποποιεί, εφόσον είναι αναγκαίο, το επιχειρησιακό της πρόγραμμα σύμφωνα με το άρθρο 67.

▼B

Άρθρο 95

Αίτηση και καταβολή της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν αίτηση για εθνική χρηματοδοτική συνδρομή και τα κράτη μέλη καταβάλλουν την ενίσχυση σύμφωνα με τα άρθρα 70 έως 73.

Άρθρο 96

Μέγιστο ποσοστό της επιστροφής από την Κοινότητα της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

Το ποσοστό της επιστροφής από την Κοινότητα της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής ανέρχεται στο 60 % της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε στην οργάνωση παραγωγών.

Άρθρο 97

Επιστροφή από την Κοινότητα της εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής

▼M5

1.  Τα κράτη μέλη υποβάλλουν αίτηση για την επιστροφή από την Κοινότητα της εγκεκριμένης εθνικής χρηματοδοτικής συνδρομής που καταβλήθηκε πράγματι στις οργανώσεις παραγωγών πριν από την 1η Ιανουαρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

Η αίτηση συνοδεύεται από δικαιολογητικά τα οποία αποδεικνύουν ότι οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 έχουν τηρηθεί κατά τα τρία από τα προηγούμενα τέσσερα έτη, καθώς και από τα στοιχεία των ενδιαφερόμενων οργανώσεων παραγωγών, το ποσό της συνδρομής που καταβλήθηκε και μια περιγραφή του επιχειρησιακού ταμείου η οποία περιλαμβάνει το συνολικό ποσό, τις συνεισφορές της Κοινότητας, τις συνεισφορές του κράτους μέλους (εθνική χρηματοδοτική συνδρομή) και τις συνεισφορές των οργανώσεων παραγωγών και των μελών.

▼B

2.  Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σχετικά με την έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης.

3.  Σε περίπτωση που εγκρίνεται η επιστροφή από την Κοινότητα της συνδρομής, οι επιλέξιμες δαπάνες δηλώνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2006 της Επιτροπής ( 31 ).



ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Γενικές διατάξεις



Τμήμα 1

Κοινοποιήσεις

Άρθρο 98

Εκθέσεις των οργανώσεων παραγωγών

1.  Οι οργανώσεις παραγωγών υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις, οι οποίες συνοδεύουν τις αιτήσεις ενίσχυσης, σχετικά με την εφαρμογή των επιχειρησιακών προγραμμάτων.

Οι εκθέσεις αυτές αφορούν τα ακόλουθα θέματα:

α) τα επιχειρησιακά προγράμματα που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά το προηγούμενο έτος·

β) τις κύριες τροποποιήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

γ) τις αποκλίσεις μεταξύ της προβλεπόμενης ενίσχυσης και της ενίσχυσης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση.

2.  Για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα που έχει τεθεί σε εφαρμογή, η ετήσια έκθεση αναφέρει:

α) τα επιτεύγματα και τα αποτελέσματα των επιχειρησιακών προγραμμάτων, με βάση, κατά περίπτωση, τους κοινούς δείκτες επιδόσεων και αποτελεσμάτων που παρατίθενται στο παράρτημα XIV και, ενδεχομένως, πρόσθετους δείκτες επιδόσεων και αποτελεσμάτων που ορίζονται στην εθνική στρατηγική· και

β) περίληψη των κυριότερων προβλημάτων που προέκυψαν για τη διαχείριση του προγράμματος και τυχόν μέτρα που ελήφθησαν για να διασφαλιστεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα του προγράμματος εφαρμογής.

Ενδεχομένως, η ετήσια έκθεση διευκρινίζει ποια αποτελεσματικά μέτρα έχουν ληφθεί, σύμφωνα με την εθνική στρατηγική και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 9 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, για τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος από πιθανές αυξημένες πιέσεις που απορρέουν από επενδύσεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο στήριξης στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος.

3.  Για το τελευταίο έτος εφαρμογής του επιχειρησιακού προγράμματος, η ετήσια έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντικαθίσταται από τελική έκθεση.

Οι τελικές εκθέσεις καταδεικνύουν σε ποιο βαθμό επιτεύχθηκαν οι επιδιωκόμενοι στόχοι των προγραμμάτων. Εξηγούν τις τροποποιήσεις στις δράσεις ή/και τις μεθόδους και προσδιορίζουν τους παράγοντες που συνέβαλαν στην επιτυχία ή την αποτυχία της εφαρμογής του προγράμματος και που εξετάστηκαν ή θα εξεταστούν για την κατάρτιση των επόμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων ή την τροποποίηση υφιστάμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων.

4.  Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, όταν μια οργάνωση παραγωγών δεν προβαίνει στην κοινοποίηση προς το κράτος μέλος, η οποία απαιτείται από τον παρόντα κανονισμό ή από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, ή εάν η κοινοποίηση εμφανίζεται εσφαλμένη με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που διαθέτει το κράτος μέλος, το κράτος μέλος αναστέλλει την έγκριση του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος για το επόμενο έτος μέχρις ότου διαβιβαστεί η σωστή κοινοποίηση.

Το κράτος μέλος περιλαμβάνει στην ετήσια έκθεσή του που αναφέρεται στο άρθρο 99 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού λεπτομέρειες σχετικά με τις εν λόγω περιπτώσεις.

Άρθρο 99

Απαιτούμενες κοινοποιήσεις από τα κράτη μέλη

1.  Τα κράτη μέλη ορίζουν μία μόνη αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τις κοινοποιήσεις μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους σε θέματα που αφορούν τις οργανώσεις παραγωγών, τις ομάδες παραγωγών και τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το διορισμό αυτό και τα λεπτομερή στοιχεία επαφής με την αρχή.

2.  Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου το συνολικό ποσό του επιχειρησιακού ταμείου που εγκρίθηκε όσον αφορά το σχετικό έτος για όλα τα επιχειρησιακά προγράμματα. Στην κοινοποίηση αυτή αναφέρεται σαφώς το συνολικό ποσό του επιχειρησιακού ταμείου καθώς επίσης και το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδότησης του εν λόγω επιχειρησιακού ταμείου. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία κατανέμονται στη συνέχεια μεταξύ των ποσών για τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων και των ποσών για τα λοιπά μέτρα.

3.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Νοεμβρίου κάθε δεδομένου έτους, ετήσια έκθεση σχετικά με τις οργανώσεις παραγωγών, τις ομάδες παραγωγών και τα επιχειρησιακά ταμεία, τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα σχέδια αναγνώρισης που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά το προηγούμενο έτος. Η ετήσια έκθεση περιλαμβάνει ιδίως τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα XIII.



Τμήμα 2

Έλεγχοι

Άρθρο 100

Ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εφαρμόζεται ένα ενιαίο σύστημα ταυτοποίησης όσον αφορά όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης που υποβλήθηκαν από την ίδια οργάνωση παραγωγών ή ομάδα παραγωγών. Η ταυτοποίηση είναι συμβατή με το σύστημα καταγραφής της ταυτότητας που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 του Συμβουλίου ( 32 ).

Άρθρο 101

Αιτήσεις ενίσχυσης

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες για την υποβολή των αιτήσεων ενίσχυσης, για τις αιτήσεις αναγνώρισης ή έγκρισης επιχειρησιακών προγραμμάτων, καθώς και για τις αιτήσεις πληρωμής.

Άρθρο 102

Δειγματοληψία

Όταν κρίνεται σκόπιμο να διενεργηθούν έλεγχοι με δειγματοληψία, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, μέσω της φύσης και της συχνότητάς τους και βάσει ανάλυσης κινδύνου, ότι οι έλεγχοι είναι ενδεδειγμένοι για το σχετικό μέτρο.

Άρθρο 103

Διοικητικοί έλεγχοι

Διοικητικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται σχετικά με όλες τις αιτήσεις ενίσχυσης ή πληρωμής και καλύπτουν όλα τα πιθανά και ενδεδειγμένα στοιχεία που πρέπει να ελεγχθούν διοικητικά. Οι διαδικασίες προβλέπουν την καταγραφή των πραγματοποιούμενων ελεγκτικών εργασιών, των αποτελεσμάτων των επαληθεύσεων και των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των αποκλίσεων.

Άρθρο 104

Επιτόπιοι έλεγχοι

1.  Για κάθε επιτόπιο έλεγχο συντάσσεται έκθεση παρακολούθησης, ώστε να καθίσταται δυνατή η επισκόπηση των λεπτομερειών των ελέγχων που διενεργούνται. Η έκθεση αναφέρει ιδίως:

α) τα καθεστώτα ενίσχυσης και τις αιτήσεις που έχουν ελεγχθεί·

β) τα πρόσωπα που ήταν παρόντα·

γ) τις δράσεις, τα μέτρα και τα έγγραφα που έχουν ελεγχθεί· και

δ) τα αποτελέσματα των ελέγχων.

2.  Στο δικαιούχο μπορεί να δίνεται η ευκαιρία να υπογράψει την έκθεση, για να βεβαιώσει την παρουσία του στον έλεγχο και να προσθέσει παρατηρήσεις. Σε περίπτωση που έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες, ο δικαιούχος λαμβάνει αντίγραφο της έκθεσης παρακολούθησης.

3.  Είναι δυνατό να γνωστοποιηθεί εκ των προτέρων η πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο ο στόχος του ελέγχου. Η προηγούμενη γνωστοποίηση πρέπει να περιορίζεται στον απαραίτητο ελάχιστο χρόνο.

4.  Εάν είναι δυνατόν, οι επιτόπιοι έλεγχοι βάσει του παρόντος κανονισμού και οι λοιποί έλεγχοι που προβλέπονται από τους κοινοτικούς κανόνες σχετικά με τις γεωργικές επιδοτήσεις πραγματοποιούνται ταυτόχρονα. Ωστόσο, το 2008, οι επιτόπιοι έλεγχοι μπορούν, ενδεχομένως, να διενεργούνται από διαφορετικούς οργανισμούς σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Άρθρο 105

Έγκριση αιτήσεων αναγνώρισης και έγκριση επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.  Πριν από την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπια επίσκεψη στην οργάνωση παραγωγών πριν χορηγήσουν την αναγνώριση, προκειμένου να ελέγξουν την τήρηση των όρων αναγνώρισης.

2.  Πριν από την έγκριση επιχειρησιακού προγράμματος δυνάμει του άρθρου 65, η αρμόδια εθνική αρχή επαληθεύει με κάθε ενδεδειγμένο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων και των επιτόπιων ελέγχων, το επιχειρησιακό πρόγραμμα που υποβλήθηκε για έγκριση και, ενδεχομένως, τις αιτήσεις τροποποιήσεων. Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α) την ακρίβεια των πληροφοριών που έχουν υποβληθεί με βάση το άρθρο 61 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και ε)·

β) τη συμμόρφωση των προγραμμάτων με τις διατάξεις του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, καθώς και με το εθνικό πλαίσιο και την εθνική στρατηγική·

γ) την επιλεξιμότητα των δράσεων και την επιλεξιμότητα των προτεινόμενων δαπανών·

δ) τη συνέπεια και την τεχνική ποιότητα των προγραμμάτων, την εγκυρότητα των εκτιμήσεων και του σχεδίου ενίσχυσης, καθώς και του προγραμματισμού της υλοποίησής του. Με τους ελέγχους επαληθεύεται κατά πόσο έχουν καθοριστεί μετρήσιμοι στόχοι, ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση της επίτευξής τους, και κατά πόσο οι στόχοι που καθορίστηκαν είναι επιτεύξιμοι μέσω της εφαρμογής των προτεινόμενων δράσεων· και

ε) τη συμμόρφωση των ενεργειών για τις οποίες ζητείται ενίσχυση με τους ισχύοντες εθνικούς και κοινοτικούς κανόνες, ιδίως όπου απαιτείται στους τομείς των δημόσιων προμηθειών, των κρατικών ενισχύσεων και άλλων ενδεικνυόμενων υποχρεωτικών προτύπων που έχουν θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία ή που προβλέπονται στο εθνικό πλαίσιο ή στην εθνική στρατηγική.

Άρθρο 106

Έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για επιχειρησιακά προγράμματα

Τα κράτη μέλη, πριν χορηγήσουν την πληρωμή, διενεργούν διοικητικούς ελέγχους όλων των αιτήσεων ενίσχυσης, καθώς και επιτόπιους ελέγχους σε δειγματοληπτική βάση.

Άρθρο 107

Διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για επιχειρησιακά προγράμματα

1.  Οι διοικητικοί έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης περιλαμβάνουν ιδίως, και στο μέτρο που ενδείκνυται για τη συγκεκριμένη αίτηση πληρωμής, την επαλήθευση των εξής:

α) της ετήσιας έκθεσης ή, ενδεχομένως, της τελικής έκθεσης που διαβιβάζεται μαζί με την αίτηση για την εκτέλεση του επιχειρησιακού προγράμματος·

β) της αξίας της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο, των εισφορών στο επιχειρησιακό ταμείο και των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν·

γ) της παράδοσης των προϊόντων και υπηρεσιών και της γνησιότητας της δηλούμενης δαπάνης·

δ) της συμφωνίας των δράσεων που εκτελέστηκαν προς εκείνες που περιλαμβάνονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα όπως εγκρίθηκε· και

ε) της τήρησης των οικονομικών και λοιπών ορίων και ανωτάτων ορίων που επιβάλλονται.

2.  Για τις πληρωμές που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος προσκομίζονται τιμολόγια και δικαιολογητικά με τα οποία αποδεικνύεται η πληρωμή. Εάν αυτό δεν είναι δυνατό, οι πληρωμές συνοδεύονται από δικαιολογητικά ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος. Τα χρησιμοποιηθέντα τιμολόγια πρέπει να εκδίδονται επ’ ονόματι της οργάνωσης παραγωγών, της ένωσης οργανώσεων παραγωγών, της ομάδας παραγωγών ή της θυγατρικής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 52 παράγραφος 7 ή, με την επιφύλαξη της έγκρισης του κράτους μέλους, επ’ ονόματι ενός ή περισσότερων των μελών της.

Άρθρο 108

Επιτόπιοι έλεγχοι των αιτήσεων ενίσχυσης για επιχειρησιακά προγράμματα

1.  Στο πλαίσιο της επαλήθευσης της αίτησης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 70 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους στις οργανώσεις παραγωγών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους όρους χορήγησης ενίσχυσης ή του υπολοίπου της για το συγκεκριμένο έτος.

Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α) τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αναγνώρισης για το συγκεκριμένο έτος·

β) τη χρήση του επιχειρησιακού ταμείου κατά το συγκεκριμένο έτος, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που δηλώθηκαν σε αιτήσεις για προκαταβολές ή για μερικές πληρωμές· και

γ) τους δευτεροβάθμιους ελέγχους όσον αφορά τα έξοδα για τις αποσύρσεις από την αγορά, καθώς και την πρώιμη συγκομιδή και τη μη συγκομιδή.

2.  Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αφορούν σημαντικό δείγμα αιτήσεων ετησίως. Το δείγμα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % του συνολικού ποσού της ενίσχυσης, στα κράτη μέλη στα οποία υπάρχουν άνω των 10 αναγνωρισμένων οργανώσεων παραγωγών. Στις άλλες περιπτώσεις, πραγματοποιείται τουλάχιστον μία επίσκεψη ανά τριετία σε κάθε οργάνωση παραγωγών.

Ένας τουλάχιστον έλεγχος πραγματοποιείται σε κάθε οργάνωση παραγωγών πριν από την καταβολή της ενίσχυσης ή του υπολοίπου της κατά το τελικό έτος του επιχειρησιακού της προγράμματος.

3.  Τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων αξιολογούνται για να προσδιοριστεί κατά πόσο τα προβλήματα που τυχόν εντοπίσθηκαν είναι συστημικού χαρακτήρα και συνεπάγονται κινδύνους για άλλες παρόμοιες δράσεις, άλλους δικαιούχους ή άλλους οργανισμούς. Η αξιολόγηση προσδιορίζει επίσης τις αιτίες αυτών των καταστάσεων, την περαιτέρω εξέταση που ενδεχομένως απαιτείται, καθώς και τα αναγκαία διορθωτικά και προληπτικά μέτρα.

Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθούν κατά τους ελέγχους σημαντικές παρατυπίες σε περιφέρεια, μέρος περιφέρειας ή συγκεκριμένη οργάνωση παραγωγών, το κράτος μέλος διενεργεί συμπληρωματικούς ελέγχους εντός του συγκεκριμένου έτους και αυξάνει το ποσοστό των αντίστοιχων αιτήσεων που πρέπει να ελεγχθούν το επόμενο έτος.

4.  Το κράτος μέλος προσδιορίζει ποιες οργανώσεις παραγωγών πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Για την ανάλυση κινδύνου λαμβάνονται υπόψη ιδίως:

α) τα ποσά των ενισχύσεων·

β) οι διαπιστώσεις που προέκυψαν από τους ελέγχους στη διάρκεια των προηγούμενων ετών·

γ) ένα τυχαίο στοιχείο· και

δ) άλλες παράμετροι, οι οποίες θα διευκρινιστούν από τα κράτη μέλη, και ειδικότερα η εφαρμογή από τις οργανώσεις παραγωγών προγράμματος διασφάλισης της ποιότητας που έχει αναγνωριστεί επίσημα από τα κράτη μέλη ή από ανεξάρτητους φορείς πιστοποίησης.

Άρθρο 109

Επιτόπιοι έλεγχοι σχετικά με μέτρα επιχειρησιακών προγραμμάτων

1.  Με τους επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τα μέτρα επιχειρησιακών προγραμμάτων, τα κράτη μέλη επαληθεύουν ειδικότερα τα εξής:

α) την εφαρμογή των δράσεων που περιέχονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα·

β) τη συνέπεια της εφαρμογής ή της προβλεπόμενης εφαρμογής της δράσης με τη χρήση που περιγράφεται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα όπως εγκρίθηκε·

γ) για έναν ικανό αριθμό θέσεων δαπανών, τη συμμόρφωση της φύσης και του χρονοδιαγράμματος της δαπάνης προς τις κοινοτικές διατάξεις και την αντιστοιχία με τις εγκεκριμένες προδιαγραφές·

δ) την πιστοποίηση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν με δικαιολογητικά ή άλλα έγγραφα· και

ε) την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο.

2.  Η αξία της παραγωγής που διατέθηκε στο εμπόριο επαληθεύεται με βάση τα δεδομένα του λογιστικού συστήματος που απαιτείται από την εθνική νομοθεσία.

Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η δήλωση της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο πιστοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο με τα λογιστικά δεδομένα τα οποία απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία.

Ο έλεγχος της δήλωσης της αξίας της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο είναι δυνατό να διενεργηθεί πριν από τη διαβίβαση της σχετικής αίτησης ενίσχυσης.

3.  Εκτός από εξαιρετικές περιστάσεις, ο επιτόπιος έλεγχος περιλαμβάνει επίσκεψη στον τόπο εκτέλεσης της δράσης ή, όταν η δράση είναι άϋλη, στον ανάδοχο της δράσης. Ειδικότερα, οι δράσεις σε επιμέρους εκμεταλλεύσεις που καλύπτονται από το δείγμα που αναφέρεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 αποτελούν αντικείμενο μίας τουλάχιστον επίσκεψης για την επαλήθευση της εκτέλεσής τους.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην πραγματοποιήσουν τέτοιες επισκέψεις για μικρότερες ενέργειες ή σε περιπτώσεις στις οποίες θεωρούν ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος να μην έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις χορήγησης της ενίσχυσης ή να μην έχει όντως πραγματοποιηθεί η ενέργεια. Η απόφαση αυτή και η αιτιολογία της καταγράφονται.

4.  Οι επιτόπιοι έλεγχοι καλύπτουν όλες τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τις δεσμεύσεις της οργάνωσης παραγωγών ή των μελών της που μπορούν να ελεγχθούν τη στιγμή της επίσκεψης.

5.  Για τη συμπλήρωση του ποσοστού ελέγχων που ορίζεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 μπορούν να προσμετρηθούν μόνον οι έλεγχοι που πληρούν όλες τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 110

Πρωτοβάθμιοι έλεγχοι των ενεργειών απόσυρσης

1.  Τα κράτη μέλη διενεργούν πρωτοβάθμιους ελέγχους των ενεργειών απόσυρσης στις οποίες προβαίνει κάθε οργάνωση παραγωγών, που συνίστανται σε έλεγχο των εγγράφων και της ταυτότητας, καθώς και σε φυσικό έλεγχο, με δειγματοληψία εφόσον απαιτείται, του βάρους των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά καθώς και σε έλεγχο συμμόρφωσης με τις διατάξεις του άρθρου 77, σύμφωνα με τις διαδικασίες που θεσπίζονται στο κεφάλαιο II του τίτλου II. Ο έλεγχος διενεργείται μετά την παραλαβή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 79 παράγραφος 1, εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 79 παράγραφος 2.

2.  Οι πρωτοβάθμιοι έλεγχοι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αφορούν το 100 % της ποσότητας των προϊόντων που αποσύρθηκαν από την αγορά. Μετά τον έλεγχο, παρουσία των αρμόδιων αρχών, τα αποσυρθέντα προϊόντα πλην εκείνων που προορίζονται για δωρεάν διανομή μετουσιώνονται ή διατίθενται στη μεταποιητική βιομηχανία, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 81.

Ωστόσο, όταν τα προϊόντα προορίζονται για δωρεάν διανομή, τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγξουν ποσοστό μικρότερο από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι μικρότερο από το 10 % των σχετικών ποσοτήτων κατά την περίοδο εμπορίας. Ο έλεγχος μπορεί να διενεργηθεί στην οργάνωση παραγωγών ή/και στις εγκαταστάσεις των αποδεκτών των αποσυρθέντων προϊόντων. Σε περίπτωση που κατά τους ελέγχους διαπιστώνονται ουσιαστικές παρατυπίες, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συμπληρωματικούς ελέγχους.

Άρθρο 111

Δευτεροβάθμιοι έλεγχοι των ενεργειών απόσυρσης

1.  Στο πλαίσιο των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 108, τα κράτη μέλη διενεργούν δευτεροβάθμιους ελέγχους.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν κριτήρια για την ανάλυση και την αξιολόγηση του κινδύνου που παρουσιάζει μια συγκεκριμένη οργάνωση παραγωγών να προβεί σε αποσύρσεις που δεν είναι σύμφωνες προς τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Τα κριτήρια αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων, τις διαπιστώσεις κατά τους προηγούμενους πρωτοβάθμιους και δευτεροβάθμιους ελέγχους, καθώς και την ύπαρξη ή όχι διαδικασίας διασφάλισης της ποιότητας εκ μέρους της οργάνωσης παραγωγών. Βάσει των κριτηρίων αυτών, τα κράτη μέλη καθορίζουν για κάθε οργάνωση παραγωγών, την ελάχιστη συχνότητα με την οποία θα πρέπει να διενεργείται δευτεροβάθμιος έλεγχος.

2.  Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 συνίστανται σε επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις των οργανώσεων παραγωγών και των αποδεκτών των αποσυρθέντων προϊόντων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των απαιτουμένων προϋποθέσεων για την πληρωμή της κοινοτικής στήριξης. Οι έλεγχοι αυτοί περιλαμβάνουν:

α) έλεγχο των λογιστικών βιβλίων αποθήκης και των λογιστικών χρηματοοικονομικών βιβλίων που πρέπει να τηρεί κάθε οργάνωση παραγωγών που προβαίνει σε μία ή περισσότερες ενέργειες απόσυρσης κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας·

β) επαλήθευση των ποσοτήτων που διατίθενται στο εμπόριο οι οποίες έχουν δηλωθεί στις αιτήσεις ενίσχυσης, ελέγχοντας ιδίως τα λογιστικά βιβλία αποθήκης και τα λογιστικά χρηματοοικονομικά βιβλία, τα τιμολόγια και, ενδεχομένως, την ακρίβειά τους, καθώς και τη συμφωνία των δηλώσεων αυτών με τα λογιστικά ή/και τα φορολογικά στοιχεία των οικείων οργανώσεων παραγωγών·

γ) έλεγχο της ορθής λογιστικής διαχείρισης, εξακριβώνοντας ιδίως την ακρίβεια των καθαρών εσόδων των οργανώσεων παραγωγών που έχουν δηλωθεί στις αιτήσεις πληρωμής, την αναλογικότητα των ποσών που έχουν ενδεχομένως εισπραχθεί για δαπάνες απόσυρσης, την επαλήθευση των λογιστικών καταχωρήσεων που αφορούν τη λήψη από τις οργανώσεις παραγωγών της κοινοτικής στήριξης και την ενδεχόμενη εκ νέου χορήγηση της αποζημίωσης αυτής στα συνδεδεμένα μέλη, καθώς και τη συμφωνία μεταξύ τους· και

δ) έλεγχο του προορισμού των αποσυρθέντων προϊόντων όπως έχει δηλωθεί στις αιτήσεις πληρωμής και έλεγχο της καταλληλότητας της μετουσίωσης για να διασφαλιστεί η τήρηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού από τις οργανώσεις παραγωγών και τους αποδέκτες.

3.  Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διενεργούνται στις σχετικές οργανώσεις παραγωγών και στους συνδεδεμένους με τις οργανώσεις αυτές αποδέκτες. Κάθε έλεγχος αφορά δείγμα που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 5 % των ποσοτήτων που έχουν αποσυρθεί από την οργάνωση παραγωγών στη διάρκεια της περιόδου εμπορίας.

4.  Τα λογιστικά και τα χρηματοοικονομικά βιβλία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) διακρίνουν, για κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο απόσυρσης, τις κινούμενες ποσότητες, εκφρασμένες σε όγκο, όσον αφορά:

α) την παραγωγή που παραδίδουν τα μέλη της οργάνωσης παραγωγών και τα μέλη άλλων οργανώσεων παραγωγών σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007·

β) τις πωλήσεις της οργάνωσης παραγωγών, κάνοντας διάκριση μεταξύ των προϊόντων που ετοιμάζονται για την αγορά νωπών προϊόντων και των υπολοίπων ειδών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης ύλης που προορίζεται για μεταποίηση· και

γ) τα προϊόντα που αποσύρθηκαν από την αγορά.

5.  Οι έλεγχοι προορισμού των προϊόντων, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) περιλαμβάνουν ιδίως:

α) δειγματοληπτικό έλεγχο των ειδικών λογιστικών βιβλίων που πρέπει να τηρούν οι αποδέκτες και, ενδεχομένως τη συμφωνία τους με τα λογιστικά βιβλία που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία· και

β) έλεγχο της συμμόρφωσης με τις ισχύουσες περιβαλλοντικές απαιτήσεις.

6.  Εάν κατά τους δευτεροβάθμιους ελέγχους διαπιστωθούν ουσιαστικές παρατυπίες, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν διεξοδικότερους δευτεροβάθμιους ελέγχους για την υπό εξέταση περίοδο εμπορίας και αυξάνουν τη συχνότητα των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων ελέγχων κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου εμπορίας για τις εν λόγω οργανώσεις παραγωγών ή τις ενώσεις τους.

Άρθρο 112

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

1.  Πριν από την πραγματοποίηση των εργασιών πρώιμης συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν με επιτόπιο έλεγχο ότι τα σχετικά προϊόντα δεν έχουν υποστεί ζημιές και ότι το αγροτεμάχιο έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση. Μετά την πρώιμη συγκομιδή, τα κράτη μέλη επαληθεύουν ότι πραγματοποιήθηκε πλήρης συγκομιδή της σχετικής περιοχής και ότι το συγκομιζόμενο προϊόν έχει μετουσιωθεί.

Στο τέλος της περιόδου συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν την αξιοπιστία της ανάλυσης με βάση την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά που αναφέρεται στο άρθρο 86 παράγραφος 2. Επίσης αναλύουν τις ενδεχόμενες αποκλίσεις μεταξύ της προσδοκώμενης κατάστασης στην αγορά και της πραγματικής κατάστασης στην αγορά.

2.  Πριν από την πραγματοποίηση των εργασιών μη συγκομιδής, τα κράτη μέλη επαληθεύουν με επιτόπιο έλεγχο ότι η συγκεκριμένη περιοχή έχει διατηρηθεί σε καλή κατάσταση, ότι δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί μερική συγκομιδή και ότι το προϊόν έχει αναπτυχθεί επαρκώς και ότι είναι γενικά υγιούς, ανόθευτης και εμπορεύσιμης ποιότητας.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παραγωγή μετουσιώνεται. Εάν τούτο δεν είναι δυνατό, διασφαλίζουν, με επιτόπια επίσκεψη ή επιτόπιες επισκέψεις κατά την περίοδο συγκομιδής, ότι δεν πραγματοποιείται συγκομιδή.

3.  Οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 111 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 113

Έλεγχοι πριν από την έγκριση των σχεδίων αναγνώρισης ομάδων παραγωγών

1.  Πριν από την έγκριση ενός σχεδίου αναγνώρισης ομάδας παραγωγών δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιο έλεγχο στη νομική οντότητα ή στο σαφώς οριζόμενο μέρος νομικής οντότητας.

2.  Το κράτος μέλος εξακριβώνει με κάθε ενδεδειγμένο μέσο, συμπεριλαμβανομένου του επιτόπιου ελέγχου:

α) την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχει το σχέδιο αναγνώρισης·

β) την οικονομική συνέπεια και την τεχνική ποιότητα του σχεδίου, την εγκυρότητα των εκτιμήσεων και τον προγραμματισμό της υλοποίησής του·

γ) την επιλεξιμότητα των δράσεων, καθώς και την επιλεξιμότητα και το εύλογο των προτεινόμενων δαπανών· και

δ) τη συμμόρφωση των ενεργειών για τις οποίες ζητείται ενίσχυση με τους ισχύοντες εθνικούς και κοινοτικούς κανόνες, και ιδίως με τους κανόνες για τις δημόσιες προμήθειες, τις κρατικές ενισχύσεις και άλλα ενδεικνυόμενα υποχρεωτικά πρότυπα που έχουν θεσπιστεί από την εθνική νομοθεσία ή που προβλέπονται στο εθνικό πλαίσιο ή στην εθνική στρατηγική.

Άρθρο 114

Έλεγχοι αιτήσεων ενίσχυσης ομάδων παραγωγών

1.  Τα κράτη μέλη, πριν χορηγήσουν την πληρωμή, διενεργούν διοικητικούς ελέγχους όλων των αιτήσεων ενίσχυσης που υποβάλλονται από ομάδες παραγωγών, καθώς και επιτόπιους ελέγχους σε δειγματοληπτική βάση.

2.  Μετά την υποβολή της αίτησης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 47, τα κράτη μέλη διενεργούν επιτόπιους ελέγχους στις ομάδες παραγωγών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τους όρους χορήγησης ενίσχυσης για το συγκεκριμένο έτος.

Οι εν λόγω έλεγχοι αφορούν κυρίως τα ακόλουθα θέματα:

α) τη συμμόρφωση με τα κριτήρια αναγνώρισης για το συγκεκριμένο έτος· και

β) την αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο, καθώς και την εφαρμογή των μέτρων που περιέχονται στο σχέδιο αναγνώρισης και τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν.

3.  Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 2 αφορούν σημαντικό δείγμα αιτήσεων ετησίως. Το δείγμα αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 30 % του συνολικού ποσού της ενίσχυσης.

Κάθε ομάδα παραγωγών ελέγχεται τουλάχιστον μία φορά ανά πενταετία.

4.  Τα άρθρα 107 και 109 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Άρθρο 115

Διεθνικές οργανώσεις παραγωγών και διεθνικές ενώσεις οργανώσεων παραγωγών

1.  Το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η έδρα διεθνικής οργάνωσης παραγωγών ή διεθνικής ένωσης οργανώσεων παραγωγών φέρει τη συνολική ευθύνη για την οργάνωση των ελέγχων στη συγκεκριμένη οργάνωση ή ένωση και επιβάλλει κυρώσεις εφόσον απαιτείται.

2.  Τα λοιπά κράτη μέλη τα οποία οφείλουν να παρέχουν τη διοικητική συνεργασία που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) και στο άρθρο 37 παράγραφος 2 στοιχείο γ) διενεργούν τους διοικητικούς αυτούς ελέγχους και τους επιτόπιους ελέγχους που απαιτούνται από το κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και του διαβιβάζουν τα σχετικά αποτελέσματα. Τηρούν όλες τις προθεσμίες που ορίζει το κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Οι κανόνες που ισχύουν στο κράτος μέλος το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 1 ισχύουν για την οργάνωση παραγωγών, το επιχειρησιακό πρόγραμμα και το επιχειρησιακό ταμείο. Ωστόσο, όσον αφορά τα περιβαλλοντικά και φυτοϋγειονομικά θέματα, και σε σχέση με τη διάθεση των αποσυρθέντων προϊόντων, ισχύουν οι κανόνες του κράτους μέλους στο οποίο πραγματοποιείται η παραγωγή.



Τμήμα 3

Κυρώσεις

Άρθρο 116

Μη τήρηση των κριτηρίων αναγνώρισης

1.  Τα κράτη μέλη ανακαλούν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγής σε περίπτωση ουσιαστικής μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης, από πρόθεση ή από σοβαρή αμέλεια της οργάνωσης παραγωγών.

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη ανακαλούν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών εάν η μη τήρηση των κριτηρίων αναγνώρισης αφορά:

α) παραβίαση των απαιτήσεων των άρθρων 23, 25, 28 παράγραφοι 1 και 2, ή 33· ή

β) κατάσταση στην οποία η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο είναι κατώτερη, για δύο διαδοχικά έτη, από το ελάχιστο όριο που καθόρισε το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

Η ανάκληση της αναγνώρισης δυνάμει της παρούσας παραγράφου παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία δεν πληρούνται οι όροι της αναγνώρισης, με την επιφύλαξη τυχόν οριζόντιας νομοθεσίας εφαρμοστέας σε εθνικό επίπεδο περί παραγραφής.

2.  Όταν δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 1, τα κράτη μέλη αναστέλλουν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών σε περίπτωση ουσιαστικής, πλην όμως προσωρινής, μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης.

Κατά τη διάρκεια της αναστολής, δεν καταβάλλεται καμία ενίσχυση. Η αναστολή παράγει αποτελέσματα από την ημέρα διενέργειας του ελέγχου και λήγει την ημέρα του ελέγχου που αποδεικνύει ότι τα σχετικά κριτήρια πληρούνται.

Η περίοδος αναστολής δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Εάν τα σχετικά κριτήρια εξακολουθούν να μην πληρούνται μετά από 12 μήνες, ανακαλείται η αναγνώριση.

▼M5

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε πληρωμές μετά την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 71, εφόσον είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Όμως, αυτές οι καθυστερημένες πληρωμές δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να καταβάλλονται μετά τις 15 Οκτωβρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

▼B

3.  Σε άλλες περιπτώσεις μη τήρησης των κριτηρίων αναγνώρισης, στις οποίες δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη αποστέλλουν προειδοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται τα διορθωτικά μέτρα που επιβάλλονται. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθυστερήσουν την καταβολή της ενίσχυσης μέχρι τη λήψη των διορθωτικών μέτρων.

▼M5

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβαίνουν σε πληρωμές μετά την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 71, εφόσον είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Όμως, αυτές οι καθυστερημένες πληρωμές δεν είναι δυνατόν σε καμιά περίπτωση να καταβάλλονται μετά τις 15 Οκτωβρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους εφαρμογής του προγράμματος.

▼B

Η παράλειψη λήψης των διορθωτικών μέτρων εντός περιόδου 12 μηνών θεωρείται ως ουσιαστική αθέτηση των κριτηρίων και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται η παράγραφος 2.

Άρθρο 117

Απάτη

1.  Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων κυρώσεων δυνάμει της κοινοτικής ή εθνικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη ανακαλούν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών, ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή ομάδας παραγωγών εάν διαπιστωθεί όταν έχει διαπράξει απάτη όσον αφορά ενίσχυση στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

2.  Τα κράτη μέλη δύνανται να αναστείλουν την αναγνώριση οργάνωσης παραγωγών, ένωσης οργανώσεων παραγωγών ή ομάδας παραγωγών, ή να αναστείλουν τις πληρωμές προς το συγκεκριμένο φορέα, εάν υπάρχει υποψία για τη διάπραξη απάτης όσον αφορά ενίσχυση στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

Άρθρο 118

Ομάδες παραγωγών

1.  Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν, κατά περίπτωση και τηρουμένων των αναλογιών, τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 116 ή/και στο άρθρο 119 όσον αφορά τα σχέδια αναγνώρισης.

2.  Επιπλέον της παραγράφου 1, εάν, μετά τη λήξη της περιόδου που καθόρισε το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 51 παράγραφος 4, η ομάδα παραγωγών δεν έχει αναγνωριστεί ως οργάνωση παραγωγών, το κράτος μέλος ανακτά:

α) το 100 % της ενίσχυσης που καταβλήθηκε στην ομάδα παραγωγών εάν για τη μη επίτευξη της αναγνώρισης ευθύνεται η ομάδα παραγωγών από πρόθεση ή σοβαρή αμέλεια· ή

β) το 50 % της ενίσχυσης που καταβλήθηκε στην ομάδα παραγωγών σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

Άρθρο 119

Επιχειρησιακό πρόγραμμα

1.  Οι πληρωμές υπολογίζονται με βάση τις δαπάνες που κρίνονται επιλέξιμες.

2.  Τα κράτη μέλη εξετάζουν την υποβληθείσα αίτηση ενίσχυσης του δικαιούχου και καθορίζουν τα ποσά που είναι επιλέξιμα για ενίσχυση. Καθορίζονται τα εξής:

α) το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στο δικαιούχο με βάση μόνον την αίτηση·

β) το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στο δικαιούχο αφού εξεταστεί η επιλεξιμότητα της αίτησης.

3.  Εάν το ποσό που καθορίζεται βάσει του στοιχείου α) της παραγράφου 2 υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται βάσει του στοιχείου β) της παραγράφου 2 κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 3 %, εφαρμόζεται μείωση στο ποσό που πρέπει πράγματι να καταβληθεί στο δικαιούχο. Το ποσό της μείωσης προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των ποσών που υπολογίστηκαν στα στοιχεία α) και β) της παραγράφου 2.

Εντούτοις, δεν εφαρμόζεται μείωση εάν η οργάνωση παραγωγών ή η ομάδα παραγωγών είναι σε θέση να αποδείξει ότι δεν ευθύνεται για την ένταξη του μη επιλέξιμου ποσού.

4.  Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών στις μη επιλέξιμες δαπάνες που εντοπίζονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους.

5.  Εάν η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο δηλώνεται και ελέγχεται πριν από την αίτηση ενίσχυσης, εφαρμόζεται μείωση στην αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των ποσών σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

6.  Εάν διαπιστωθεί ότι δικαιούχος έχει υποβάλει ψευδή δήλωση εκ προθέσεως, η υπό εξέταση ενέργεια αποκλείεται από την ενίσχυση του επιχειρησιακού προγράμματος ή του σχεδίου αναγνώρισης και τα τυχόν ποσά που έχουν καταβληθεί ανακτώνται. Επιπλέον, ο δικαιούχος αποκλείεται, για τη συγκεκριμένη ενέργεια, από τη χορήγηση στήριξης στο πλαίσιο του σχετικού επιχειρησιακού προγράμματος κατά το επόμενο έτος.

Άρθρο 120

Κυρώσεις σε σχέση με ενέργειες απόσυρσης κατόπιν πρωτοβάθμιων ελέγχων

Εάν, έπειτα από τον έλεγχο που αναφέρεται στο άρθρο 110, διαπιστώνονται παρατυπίες όσον αφορά τις προδιαγραφές εμπορίας ή τις ελάχιστες απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 77, ο δικαιούχος υποχρεούται:

α) να πληρώσει πρόστιμο ποσού ίσου με την ►M10  κοινοτική συνεισφορά ◄ , που υπολογίζεται με βάση τις ποσότητες των αποσυρθέντων προϊόντων τα οποία δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές εμπορίας ή τις ελάχιστες απαιτήσεις, εάν οι εν λόγω ποσότητες είναι μικρότερες του 10 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 79 όσον αφορά τη συγκεκριμένη ενέργεια απόσυρσης·

β) να πληρώσει πρόστιμο ποσού διπλάσιου της ►M10  κοινοτική συνεισφορά ◄ , εάν οι εν λόγω ποσότητες κυμαίνονται μεταξύ 10 % και 25 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν· ή

γ) να πληρώσει πρόστιμο ποσού ίσου με την ►M10  κοινοτική συνεισφορά ◄ για το σύνολο της ποσότητας που κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 79, όταν οι εν λόγω ποσότητες υπερβαίνουν το 25 % των ποσοτήτων που κοινοποιήθηκαν.

Άρθρο 121

Άλλες κυρώσεις που επιβάλλονται σε οργανώσεις παραγωγών σε σχέση με ενέργειες απόσυρσης

1.  Οι κυρώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 119 καλύπτουν την ενίσχυση για την οποία υποβλήθηκε αίτηση όσον αφορά τις ενέργειες απόσυρσης που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δαπανών του επιχειρησιακού προγράμματος.

2.  Οι δαπάνες της ενέργειας απόσυρσης θεωρούνται μη επιλέξιμες εάν τα προϊόντα που δεν εκτίθενται προς πώληση δεν έχουν διατεθεί όπως προβλέπεται από το κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 1 ή εάν η απόσυρση ή ο προορισμός της είχε αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον ή αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες κατά παράβαση των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 81 παράγραφος 1.

Άρθρο 122

Κυρώσεις που επιβάλλονται στους αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων

Όταν κατά τους ελέγχους που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 110 και 111, διαπιστώνονται παρατυπίες οι οποίες είναι καταλογιστέες στους αποδέκτες αποσυρθέντων προϊόντων, εφαρμόζονται οι ακόλουθες κυρώσεις:

α) οι αποδέκτες παύουν να είναι επιλέξιμοι για την αποδοχή αποσύρσεων, και

β) οι αποδέκτες των αποσυρθέντων από την αγορά προϊόντων υποχρεούνται να επιστρέψουν την αξία των προϊόντων που έλαβαν, προσαυξημένη κατά τα έξοδα διαλογής, συσκευασίας και μεταφοράς σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζουν τα κράτη μέλη. ►M5  ————— ◄

Η κύρωση που προβλέπεται στο στοιχείο α) παράγει αποτελέσματα αμέσως, διαρκεί μία τουλάχιστον περίοδο εμπορίας και μπορεί να παραταθεί ανάλογα με τη σοβαρότητα της παρατυπίας.

Άρθρο 123

Πρώιμη συγκομιδή και μη συγκομιδή

1.  Όσον αφορά την πρώιμη συγκομιδή, εάν διαπιστωθεί ότι η οργάνωση παραγωγών δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, της επιβάλλεται χρηματική ποινή ποσού ίσου με την αποζημίωση σχετικά με τις εκτάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η υποχρέωση. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες:

α) το κράτος μέλος διαπιστώνει, κατά την επαλήθευση που αναφέρεται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ότι το μέτρο πρώιμης συγκομιδής δεν ήταν αιτιολογημένο με βάση την ανάλυση για την προσδοκώμενη κατάσταση στην αγορά την εποχή εκείνη,

β) η έκταση που κοινοποιήθηκε για πρώιμη συγκομιδή δεν είναι επιλέξιμη για πρώιμη συγκομιδή· ή

γ) δεν πραγματοποιήθηκε πλήρης συγκομιδή της έκτασης ή η παραγωγή δεν έχει μετουσιωθεί.

2.  Όσον αφορά τη μη συγκομιδή, εάν διαπιστωθεί ότι η οργάνωση παραγωγών δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, της επιβάλλεται χρηματική ποινή ποσού ίσου με την αποζημίωση σχετικά με τις εκτάσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η υποχρέωση. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων περιλαμβάνει τις περιπτώσεις στις οποίες:

α) η έκταση που κοινοποιήθηκε για μη συγκομιδή δεν είναι επιλέξιμη για μη συγκομιδή·

β) πραγματοποιήθηκε όμως συγκομιδή ή μερική συγκομιδή· ή

γ) προέκυψαν αρνητικές επιπτώσεις για το περιβάλλον ή αρνητικές φυτοϋγειονομικές συνέπειες για τις οποίες ευθύνεται η οργάνωση παραγωγών.

3.  Οι χρηματικές ποινές των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται επιπλέον της ενδεχόμενης μείωσης των πληρωμών που πραγματοποιείται δυνάμει του άρθρου 119.

Άρθρο 124

Παρεμπόδιση της διενέργειας επιτόπιου ελέγχου

Αίτηση για ενίσχυση απορρίπτεται όσον αφορά το μέρος των σχετικών δαπανών εάν η οργάνωση παραγωγών, μέλος αυτής ή ο αρμόδιος αντιπρόσωπος παρεμποδίζει τη διενέργεια επιτόπιου έλεγχου.

Άρθρο 125

Ανάκτηση ενισχύσεων

Η αχρεωστήτως καταβληθείσα ενίσχυση ανακτάται, προσαυξημένη με τόκους, από τις οργανώσεις παραγωγών, τις ενώσεις οργανώσεων παραγωγών, τις ομάδες παραγωγών ή άλλες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Οι κανόνες που καθορίζονται στο άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 796/2004 ( 33 ), εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.

Η εφαρμογή διοικητικών κυρώσεων και η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, που προβλέπονται στο παρόν τμήμα, πραγματοποιούνται με την επιφύλαξη της κοινοποίησης των παρατυπιών στην Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού αριθ. 1848/2006 της Επιτροπής ( 34 ).



Τμήμα 4

Παρακολούθηση και αξιολόγηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων και των εθνικών στρατηγικών

Άρθρο 126

Κοινή δέσμη δεικτών απόδοσης

1.  Τόσο οι εθνικές στρατηγικές όσο και τα επιχειρησιακά προγράμματα αποτελούν αντικείμενο παρακολούθησης και αξιολόγησης με σκοπό την εκτίμηση της συντελούμενης προόδου προς την επίτευξη των στόχων που έχουν καθοριστεί για τα επιχειρησιακά προγράμματα, καθώς και της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας σε σχέση με τους εν λόγω στόχους.

2.  Η πρόοδος, η αποδοτικότητα και η αποτελεσματικότητα εκτιμώνται με τη βοήθεια κοινής δέσμης δεικτών απόδοσης αναφορικά με την κατάσταση εκκίνησης καθώς και τη δημοσιονομική εκτέλεση, τις επιδόσεις, τα αποτελέσματα και τον αντίκτυπο των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υλοποιούνται.

3.  Η κοινή δέσμη δεικτών απόδοσης εμφαίνεται στο παράρτημα XIV του παρόντος κανονισμού.

4.  Όταν κρίνεται σκόπιμο από τα κράτη μέλη, η εθνική στρατηγική καθορίζει περιορισμένη δέσμη πρόσθετων δεικτών ειδικά για τη στρατηγική αυτή, που να αντικατοπτρίζουν τις εθνικές ή/και περιφερειακές ανάγκες, τους ιδιαίτερους όρους και στόχους των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υλοποιούνται από οργανώσεις παραγωγών. Όταν υπάρχουν, συμπεριλαμβάνονται πρόσθετοι δείκτες σχετικά με τους περιβαλλοντικούς στόχους που δεν καλύπτονται από τους κοινούς δείκτες απόδοσης.

Άρθρο 127

Διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης σχετικά με τα επιχειρησιακά προγράμματα

1.  Οι οργανώσεις παραγωγών εξασφαλίζουν την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων τους, χρησιμοποιώντας τους κατάλληλους δείκτες από την κοινή δέσμη δεικτών απόδοσης του άρθρου 126 και, ενδεχομένως, τους πρόσθετους δείκτες που καθορίζονται στην εθνική στρατηγική.

Προς το σκοπό αυτό θεσπίζουν σύστημα για τη συλλογή, την καταγραφή και τη διατήρηση πληροφοριών χρήσιμων για την κατάρτιση των εν λόγω δεικτών.

2.  Η παρακολούθηση αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελείται προς την επίτευξη των ειδικών στόχων που έχουν καθοριστεί για το επιχειρησιακό πρόγραμμα. Η παρακολούθηση ασκείται με τη χρήση οικονομικών δεικτών, καθώς και δεικτών επιδόσεων και αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής προορίζονται να χρησιμεύσουν για τους εξής σκοπούς:

α) την επαλήθευση της ποιότητας της υλοποίησης του προγράμματος·

β) τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης αναπροσαρμογής ή αναθεώρησης του επιχειρησιακού προγράμματος με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίστηκαν για το πρόγραμμα ή τη βελτίωση της διαχείρισης του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής διαχείρισης·

γ) τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος.

Οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης περιλαμβάνονται σε κάθε ετήσια έκθεση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 1, την οποία η οργάνωση παραγωγών οφείλει να διαβιβάσει στην εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση της εθνικής στρατηγικής.

3.  Η αξιολόγηση λαμβάνει τη μορφή ξεχωριστής ενδιάμεσης έκθεσης.

Η ενδιάμεση αξιολόγηση, που μπορεί να διενεργηθεί με τη βοήθεια ειδικευμένου γραφείου παροχής συμβουλών, αποσκοπεί στην εξέταση του βαθμού χρησιμοποίησης των χρηματοδοτικών πόρων, της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του επιχειρησιακού προγράμματος, καθώς και στην εκτίμηση της προόδου που συντελέστηκε σχετικά με τους γενικούς στόχους του προγράμματος. Προς το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται κοινοί δείκτες σχετικά με την κατάσταση εκκίνησης, τα αποτελέσματα και, ενδεχομένως, τις επιπτώσεις.

Ενδεχομένως, η ενδιάμεση αξιολόγηση περιλαμβάνει μια ποιοτική εκτίμηση των αποτελεσμάτων και του αντίκτυπου των περιβαλλοντικών δράσεων με στόχο:

α) την πρόληψη της διάβρωσης του εδάφους·

β) τη μείωση της χρήσης ή/και την καλύτερη διαχείριση των προϊόντων φυτοπροστασίας·

γ) την προστασία των ενδιαιτημάτων και της βιοποικιλότητας· ή

δ) τη διατήρηση του τοπίου.

Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α) τη βελτίωση της ποιότητας των επιχειρησιακών προγραμμάτων τα οποία διαχειρίζεται η οργάνωση παραγωγών·

β) τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης ουσιαστικής τροποποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος·

γ) τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την υλοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

δ) την άντληση διδαγμάτων χρήσιμων για τη βελτίωση της ποιότητας, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των μελλοντικών επιχειρησιακών προγραμμάτων υπό τη διαχείριση της οργάνωσης παραγωγών.

Η ενδιάμεση αξιολόγηση διενεργείται κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος, εγκαίρως ώστε η εξέταση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης να συμβάλει στην κατάρτιση του επόμενου επιχειρησιακού προγράμματος.

Η έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης επισυνάπτεται στην αντίστοιχη ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 98 παράγραφος 1.

Άρθρο 128

Διαδικασίες παρακολούθησης και αξιολόγησης σχετικά με την εθνική στρατηγική

1.  Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εθνικής στρατηγικής πραγματοποιούνται με τη χρήση κατάλληλων δεικτών από την κοινή δέσμη δεικτών απόδοσης του άρθρου 126 και, ενδεχομένως, των πρόσθετων δεικτών που καθορίζονται στην εθνική στρατηγική.

2.  Τα κράτη μέλη θεσπίζουν σύστημα για τη συλλογή, την καταγραφή και τη διατήρηση πληροφοριών σε ηλεκτρονική μορφή, οι οποίες είναι κατάλληλες για την κατάρτιση των δεικτών που αναφέρονται στο άρθρο 126. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη βασίζονται στις πληροφορίες που διαβιβάζει η οργάνωση παραγωγών στο πλαίσιο της παρακολούθησης και της αξιολόγησης των επιχειρησιακών της προγραμμάτων.

3.  Η παρακολούθηση είναι συνεχής και αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελείται προς την επίτευξη των γενικών και ειδικών στόχων που έχουν καθοριστεί για τα επιχειρησιακά προγράμματα. Η παρακολούθηση ασκείται με τη χρήση οικονομικών δεικτών, καθώς και δεικτών επιδόσεων και αποτελεσμάτων. Προς το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται οι πληροφορίες που περιέχονται στις ετήσιες εκθέσεις προόδου, τις οποίες διαβιβάζει η οργάνωση παραγωγών σχετικά με την παρακολούθηση των επιχειρησιακών της προγραμμάτων. Τα αποτελέσματα της παρακολούθησης χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α) την επαλήθευση της ποιότητας της υλοποίησης του επιχειρησιακού προγράμματος·

β) τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης αναπροσαρμογής ή αναθεώρησης της εθνικής στρατηγικής με σκοπό την επίτευξη των στόχων που καθορίστηκαν για τη στρατηγική ή τη βελτίωση της διαχείρισης της εφαρμογής της στρατηγικής, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής διαχείρισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων· και

γ) τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής.

4.  Η αξιολόγηση αποσκοπεί στην εκτίμηση της προόδου που συντελέστηκε προς την επίτευξη των γενικών στόχων της στρατηγικής. Η αξιολόγηση διενεργείται με τη χρήση κοινών δεικτών σχετικά με την κατάσταση εκκίνησης, τα αποτελέσματα και, ενδεχομένως, τις επιπτώσεις. Προς το σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα αποτελέσματα της παρακολούθησης και της ενδιάμεσης αξιολόγησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων, όπως αναφέρεται στις ετήσιες εκθέσεις προόδου και στις τελικές εκθέσεις που διαβιβάζουν οι οργανώσεις παραγωγών. Τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων αυτών χρησιμοποιούνται για τους εξής σκοπούς:

α) τη βελτίωση της ποιότητας της στρατηγικής·

β) τον προσδιορισμό ενδεχόμενης ανάγκης ουσιαστικής τροποποίησης της στρατηγικής· και

γ) τη συμβολή στην τήρηση των απαιτήσεων υποβολής εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής.

Η αξιολόγηση περιλαμβάνει τη διενέργεια αξιολόγησης το 2012, που πραγματοποιείται εγκαίρως ώστε να είναι δυνατή η συμπερίληψη των αποτελεσμάτων της σε χωριστή έκθεση αξιολόγησης η οποία πρέπει να προσαρτηθεί, για το ίδιο έτος, στην ετήσια εθνική έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 99 παράγραφος 3. Η έκθεση εξετάζει το βαθμό χρησιμοποίησης των χρηματοδοτικών πόρων, την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των υλοποιούμενων επιχειρησιακών προγραμμάτων, και αξιολογεί τα αποτελέσματα και τις επιπτώσεις των εν λόγω προγραμμάτων, σε σχέση με τους γενικούς και ειδικούς όρους που καθόρισε η στρατηγική και, ενδεχομένως, άλλους στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007. Η έκθεση αποβλέπει στην άντληση χρήσιμων διδαγμάτων για τη βελτίωση της ποιότητας των μελλοντικών εθνικών στρατηγικών, και ιδίως στον προσδιορισμό πιθανών ελλείψεων όσον αφορά τον καθορισμό των επιλέξιμων για στήριξη γενικών στόχων, ειδικών στόχων ή μέτρων, ή στον εντοπισμό των αναγκών καθορισμού νέων μέσων.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Επέκταση των κανόνων στους παραγωγούς μιας οικονομικής περιοχής

Άρθρο 129

Κοινοποίηση του καταλόγου οικονομικών περιοχών

Η κοινοποίηση του καταλόγου των οικονομικών περιοχών που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 περιλαμβάνει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμηθεί κατά πόσο πληρούνται οι όροι που καθορίζονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 130

Κοινοποίηση δεσμευτικών κανόνων· αντιπροσωπευτικότητα

1.  Όταν κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, κοινοποιεί τους κανόνες που έχει καταστήσει δεσμευτικούς για ένα συγκεκριμένο προϊόν και μία συγκεκριμένη οικονομική περιοχή, ενημερώνει συγχρόνως στην Επιτροπή σχετικά με:

α) την οργάνωση παραγωγών ή την ένωση οργανώσεων που ζήτησε την επέκταση των κανόνων·

β) τον αριθμό των παραγωγών που είναι μέλη αυτής της οργάνωσης ή ένωσης και το συνολικό αριθμό των παραγωγών της εν λόγω οικονομικής περιοχής· τα στοιχεία δε αυτά πρέπει να αφορούν την κατάσταση που υφίσταται κατά τη στιγμή της αίτησης επέκτασης·

γ) το συνολικό όγκο της παραγωγής στην οικονομική περιοχή καθώς και τον όγκο της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο από την οργάνωση παραγωγών ή την ένωση, κατά την τελευταία περίοδο εμπορίας για την οποία υπάρχουν αριθμητικά στοιχεία·

δ) την ημερομηνία από την οποία οι κανόνες που πρέπει να επεκταθούν εφαρμόστηκαν από την εν λόγω οργάνωση παραγωγών ή ένωση· και

ε) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της επέκτασης και τη διάρκεια εφαρμογής της επέκτασης αυτής.

2.  Για τον καθορισμό της αντιπροσωπευτικότητας κατά την έννοια του άρθρου 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες με τους οποίους αποκλείονται:

α) οι παραγωγοί των οποίων η παραγωγή προορίζεται κυρίως για απευθείας πώληση στον καταναλωτή στην εκμετάλλευσή τους ή στη ζώνη παραγωγής·

β) οι απευθείας πωλήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α)·

γ) τα προϊόντα τα οποία παραδίδονται προς μεταποίηση, που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εκτός από την περίπτωση στην οποία οι εν λόγω κανόνες εφαρμόζονται στο σύνολό τους ή εν μέρει στα προϊόντα αυτά.

Άρθρο 131

Χρηματοδοτικές εισφορές

Όταν κράτος μέλος αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, ότι οι παραγωγοί που δεν είναι μέλη οργάνωσης οφείλουν χρηματοδοτικές εισφορές, διαβιβάζει στην Επιτροπή τα απαραίτητα στοιχεία για να εκτιμηθεί η τήρηση των όρων που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο. Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνουν ιδίως τη βάση υπολογισμού της εισφοράς, το μοναδιαίο ποσό αυτής, τον ή τους δικαιούχους και τη φύση των διαφόρων εξόδων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 21.

Άρθρο 132

Επεκτάσεις πέρα από μια εμπορική περίοδο

Όταν η επέκταση αποφασίζεται για περίοδο που υπερβαίνει μία περίοδο εμπορίας, τα κράτη μέλη ελέγχουν, για κάθε περίοδο, ότι οι όροι αντιπροσωπευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εξακολουθούν να πληρούνται καθόλη τη διάρκεια εφαρμογής της εν λόγω επέκτασης. Καταργούν την επέκταση αυτή μόλις διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται πλέον οι σχετικοί όροι, με ισχύ από την έναρξη της επομένης περιόδου εμπορίας. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή για οποιαδήποτε κατάργηση, η οποία δημοσιοποιείται με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο η Επιτροπή.

Άρθρο 133

Πώληση προϊόντων επί του δένδρου· αγοραστές

1.  Σε περίπτωση πώλησης των προϊόντων επί του δένδρου από παραγωγό ο οποίος δεν είναι μέλος οργάνωσης παραγωγών, ο αγοραστής θεωρείται ως παραγωγός των εν λόγω προϊόντων για την τήρηση των κανόνων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημείο 1 στοιχεία ε) και στ) και σημείο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

2.  Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι οι κανόνες που αναφέρονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μπορούν να καταστούν δεσμευτικοί για τον αγοραστή όταν είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της εν λόγω παραγωγής.



ΤΙΤΛΟΣ IV

ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Πιστοποιητικά εισαγωγής

Άρθρο 134

Πιστοποιητικά εισαγωγής μήλων

▼M4

1.  Οι εισαγωγές μήλων που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0808 10 80 για τα οποία απαιτείται η προσκόμιση άδειας εισαγωγής αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 376/2008 της Επιτροπής ( 35 ).

▼M19

2.  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 376/2008 εφαρμόζεται στα πιστοποιητικά εισαγωγής που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου.

▼B

3.  Οι εισαγωγείς μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις πιστοποιητικών εισαγωγής στις αρμόδιες αρχές οποιουδήποτε κράτους μέλους.

Οι εισαγωγείς αναγράφουν τη χώρα καταγωγής στη θέση 8 της αίτησης πιστοποιητικού και σημειώνουν με ένα σταυρό τη λέξη «ναι».

▼M4

4.  Κατά την υποβολή της αίτησης, οι εισαγωγείς προβαίνουν σε σύσταση εγγύησης σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2220/85 ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση της δέσμευσης εισαγωγής κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας εισαγωγής.

Εκτός περιπτώσεων ανωτέρας βίας, η εγγύηση καταπίπτει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, εάν η εισαγωγή δεν πραγματοποιηθεί ή πραγματοποιηθεί μόνο εν μέρει κατά τη διάρκεια ισχύος της άδειας εισαγωγής.

Η περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού εισαγωγής και το ποσό της προς καταβολή εγγύησης καθορίζονται στο παράρτημα ΙΙ μέρος Ι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 376/2008.

▼B

5.  Τα πιστοποιητικά εισαγωγής εκδίδονται αμελλητί για κάθε αιτούντα, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης στην Κοινότητα.

Η χώρα προέλευσης αναγράφεται στη θέση 8 του πιστοποιητικού εισαγωγής και η λέξη «ναι» σημειώνεται με ένα σταυρό.

▼M4

6.  Οι άδειες εισαγωγής ισχύουν μόνο για εισαγωγές καταγωγής της αναφερόμενης χώρας.

▼M19

7.  Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 12:00 το μεσημέρι (ώρα Βρυξελλών) κάθε Τετάρτη τις ποσότητες μήλων για τις οποίες εκδόθηκαν πιστοποιητικά εισαγωγής κατά την προηγούμενη εβδομάδα, συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων με περιεχόμενο «ουδέν», κατανεμημένες ανά τρίτη χώρα καταγωγής.

Οι κοινοποιήσεις στην Επιτροπή βάσει της παρούσας παραγράφου πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 792/2009 της Επιτροπής ( 36 ).

▼B



ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Εισαγωγικοί δασμοί και σύστημα τιμής εισόδου



Τμήμα 1

Σύστημα τιμής εισόδου

Άρθρο 135

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.  Στο παρόν τμήμα θεσπίζονται οι κανόνες για την εφαρμογή του άρθρου 34 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

2.  Για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος:

α) ως «παρτίδα» νοείται το εμπόρευμα που παρουσιάζεται υπό την κάλυψη μιας δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, η οποία καλύπτει μόνον εμπορεύματα της ίδιας καταγωγής τα οποία υπάγονται σε έναν μόνον κωδικό της συνδυασμένης ονοματολογίας· και

β) ως «εισαγωγέας» νοείται ο διασαφιστής κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 ( 37 ).

Άρθρο 136

Κοινοποίηση των τιμών

1.  Για κάθε προϊόν και για τις περιόδους που καθορίζονται στο μέρος Α του παραρτήματος XV, για κάθε ημέρα της αγοράς και κάθε καταγωγή, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 12:00 το μεσημέρι (ώρα Βρυξελλών) την επόμενη εργάσιμη ημέρα:

α) τις μέσες αντιπροσωπευτικές τιμές των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες τα οποία πωλούνται στις αντιπροσωπευτικές εισαγωγικές αγορές που αναφέρονται στο άρθρο 137 παράγραφος 1, και τις σημαντικές τιμές που διαπιστώθηκαν σε άλλες αγορές για μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων, ή, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες τιμές για τις αντιπροσωπευτικές αγορές, τις σημαντικές τιμές για εισαγόμενα προϊόντα που διαπιστώθηκαν σε άλλες αγορές· και

β) τις συνολικές ποσότητες σχετικά με τις τιμές που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Σε περίπτωση που οι συνολικές ποσότητες οι οποίες αναφέρονται στο στοιχείο β) είναι κάτω του ενός τόνου, οι αντίστοιχες τιμές δεν κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

2.  Οι τιμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) καταγράφονται:

α) για κάθε προϊόν που περιλαμβάνεται στο μέρος Α του παραρτήματος XV·

β) για όλες τις ποικιλίες και όλα τα μεγέθη που είναι διαθέσιμα· και

γ) στο στάδιο του εισαγωγέα/χονδρεμπόρου ή στο στάδιο του χονδρεμπόρου/εμπόρου λιανικής σε περίπτωση που δεν είναι διαθέσιμες οι τιμές στο στάδιο του εισαγωγέα/χονδρεμπόρου.

Οι τιμές αυτές μειώνονται κατά τα ακόλουθα ποσά:

α) ένα περιθώριο εμπορίας που ανέρχεται σε 15 % για τα κέντρα εμπορίας του Λονδίνου, Μιλάνου και Rungis και σε 8 % για τα άλλα κέντρα εμπορίας· και

β) τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης στο εσωτερικό του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους.

Για τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης που πρέπει να αφαιρεθούν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν κατ’ αποκοπή ποσά. Αυτά τα πάγια ποσά και οι μέθοδοι υπολογισμού διαβιβάζονται αμελλητί στην Επιτροπή.

3.  Οι τιμές που καταγράφονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 και εφόσον καθορίζονται στο στάδιο του χονδρεμπόρου/εμπόρου λιανικής, μειώνονται αρχικά κατά ποσό ίσο με 9 % ώστε να ληφθεί υπόψη το εμπορικό περιθώριο του χονδρεμπόρου, και τότε κατά ποσό ίσο με 0,7245 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα ώστε να ληφθούν υπόψη τα έξοδα φορτοεκφόρτωσης, οι φόροι και τα τέλη αγοράς.

4.  Ως αντιπροσωπευτικές τιμές θεωρούνται οι ακόλουθες:

α) οι τιμές των προϊόντων κατηγορίας I, με την προϋπόθεση ότι οι ποσότητες της κατηγορίας αυτής αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 50 % των συνολικών ποσοτήτων που διατίθενται στην αγορά·

β) οι τιμές των προϊόντων της κατηγορίας Ι στις οποίες προστίθενται, όταν τα προϊόντα της κατηγορίας αυτής αντιπροσωπεύουν μερίδιο κατώτερο του 50 % των συνολικών ποσοτήτων, οι τιμές που καθορίστηκαν για τα προϊόντα της κατηγορίας II όσον αφορά ποσότητες που καθιστούν δυνατή την κάλυψη του 50 % των συνολικών ποσοτήτων που διατίθενται στο εμπόριο·

γ) οι τιμές που καθορίστηκαν για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ, όταν δεν είναι διαθέσιμα προϊόντα της κατηγορίας Ι, εκτός εάν αποφασιστεί η εφαρμογή συντελεστή προσαρμογής, ως αποτέλεσμα των συνθηκών παραγωγής για τα προϊόντα της συγκεκριμένης καταγωγής, τα εν λόγω προϊόντα κατά συνήθεια και κατά παράδοση δεν διατίθενται στο εμπόριο ως προϊόντα της κατηγορίας Ι λόγω των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους.

Ο συντελεστής προσαρμογής που αναφέρεται στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται στις τιμές μετά την αφαίρεση των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 137

Αντιπροσωπευτικές αγορές

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις συνήθεις ημέρες αγοράς όσον αφορά τις αγορές που απαριθμούνται στο παράρτημα XVI, οι οποίες θεωρούνται αντιπροσωπευτικές αγορές.

Άρθρο 138

Κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή

1.  Για κάθε προϊόν και για τις περιόδους που περιλαμβάνονται στο μέρος Α του παραρτήματος XV, η Επιτροπή καθορίζει, κάθε εργάσιμη ημέρα και για κάθε καταγωγή, μια κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή ίση με το σταθμισμένο μέσο όρο των αντιπροσωπευτικών τιμών που αναφέρονται στο άρθρο 136, από την οποία αφαιρούνται ένα κατ’ αποκοπή ποσό 5 ευρώ ανά 100 χιλιόγραμμα και οι δασμοί κατ’ αξία.

2.  Όταν καθορίζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή για τα προϊόντα και τις περιόδους εφαρμογής που περιλαμβάνονται στο μέρος Α του παραρτήματος XV, σύμφωνα με το παρόν τμήμα, η τιμή μονάδας που αναφέρεται στο άρθρο 152 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής ( 38 ), δεν εφαρμόζεται. Αντικαθίσταται από την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.  Όταν δεν υπάρχει ισχύουσα κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή για ένα προϊόν συγκεκριμένης καταγωγής, εφαρμόζεται ο μέσος όρος των κατ’ αποκοπή τιμών κατά την εισαγωγή για το εν λόγω προϊόν.

4.  Κατά τις περιόδους εφαρμογής που ορίζονται στο μέρος Α του παραρτήματος XV, οι κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι να τροποποιηθούν. Παύουν να εφαρμόζονται, ωστόσο, όταν δεν διαβιβάζεται στην Επιτροπή μέση αντιπροσωπευτική τιμή κατά επτά διαδοχικές ημέρες αγοράς.

Όταν, δυνάμει του πρώτου εδαφίου, δεν εφαρμόζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή σε ένα συγκεκριμένο προϊόν, η εφαρμοστέα για το εν λόγω προϊόν κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή ισούται με την τελευταία μέση κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή.

5.  Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν δεν κατέστη δυνατόν να υπολογιστεί κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή, δεν εφαρμόζεται κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή από την πρώτη ημέρα των περιόδων εφαρμογής που ορίζονται στο μέρος A του παραρτήματος XV.

6.  Οι αντιπροσωπευτικές τιμές σε ευρώ μετατρέπονται χρησιμοποιώντας την αντιπροσωπευτική ισοτιμία της αγοράς που υπολογίστηκε για τη συγκεκριμένη ημέρα.

7.  Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τις κατ’ αποκοπή τιμές κατά την εισαγωγή εκφραζόμενες σε ευρώ με τον τρόπο που κρίνει ενδεδειγμένο.

Άρθρο 139

Βάση της τιμής εισόδου

1.  Η τιμή εισόδου με βάση την οποία τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο μέρος Α του παραρτήματος XV κατατάσσονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ισούται, ανάλογα με την επιλογή του εισαγωγέα:

α) με την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής τους, προσαυξημένη κατά τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όταν η τιμή αυτή και τα εν λόγω έξοδα είναι γνωστά κατά τη στιγμή σύνταξης της δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος. Στην περίπτωση που οι προαναφερόμενες τιμές είναι υψηλότερες κατά περισσότερο από 8 % από την κατ’ αποκοπή τιμή που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν κατά τη στιγμή σύνταξης της δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, ο εισαγωγέας οφείλει να συστήσει την εγγύηση του άρθρου 248 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93. Προς το σκοπό αυτό, το ποσό του εισαγωγικού δασμού το οποίο ενδέχεται τελικά να ισχύει για τα προϊόντα είναι το ποσό του δασμού το οποίο θα είχε καταβληθεί εάν το συγκεκριμένο προϊόν είχε καταταχθεί με βάση τη σχετική κατ’ αποκοπή τιμή· ή

β) με τη δασμολογητέα αξία που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, η οποία εφαρμόζεται μόνο στα συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή, ο δασμός αφαιρείται όπως προβλέπεται στο άρθρο 138 παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγωγέας προβαίνει σε σύσταση της εγγύησης του άρθρου 248 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, η οποία είναι ίση με το ποσό του δασμού τον οποίο θα πλήρωνε εάν η κατάταξη των προϊόντων είχε πραγματοποιηθεί με βάση την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη παρτίδα· ή

γ) με την κατ’ αποκοπή τιμή κατά την εισαγωγή που υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 138 του παρόντος κανονισμού.

2.  Η τιμή εισόδου με βάση την οποία τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο μέρος Β του παραρτήματος XV κατατάσσονται στο δασμολόγιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πρέπει να ισούται, ανάλογα με την επιλογή του εισαγωγέα:

α) με την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής τους, προσαυξημένη κατά τα έξοδα μεταφοράς και ασφάλισης μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όταν η τιμή αυτή και τα εν λόγω έξοδα είναι γνωστά κατά τη στιγμή σύνταξης της τελωνειακής διασάφησης. Εάν οι τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι απαιτείται εγγύηση σύμφωνα με το άρθρο 248 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, ο εισαγωγέας οφείλει να συστήσει εγγύηση ίση με το ανώτατο ποσό του δασμού που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν· ή

β) με τη δασμολογητέα αξία που έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92, η οποία εφαρμόζεται μόνο στα συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα. Στην περίπτωση αυτή, ο δασμός αφαιρείται όπως προβλέπεται στο άρθρο 138 παράγραφος 1. Στην περίπτωση αυτή, ο εισαγωγέας οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 248 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, να συστήσει εγγύηση ίση με το ανώτατο ποσό του δασμού που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο προϊόν.

3.  Όταν η τιμή εισόδου υπολογίζεται με βάση την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται με βάση τη σχετική πώληση στην τιμή αυτή.

Όταν η τιμή εισόδου υπολογίζεται σύμφωνα με μία από τις διαδικασίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) ή γ) ή στην παράγραφο 2 στοιχείο β), η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται επί της ίδιας βάσεως όπως και η τιμή εισόδου.

4.  Ο εισαγωγέας οφείλει εντός ενός μηνός από την πώληση των εν λόγω προϊόντων, και το πολύ εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία έγκρισης της δήλωσης θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, να αποδείξει ότι η παρτίδα διατέθηκε υπό τις συνθήκες που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των τιμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεύτερο εδάφιο ή στην παράγραφο 2 στοιχείο α), ή να προσδιορίσει τη δασμολογητέα αξία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) και στην παράγραφο 2 στοιχείο α). Η μη τήρηση μίας από τις ανωτέρω προθεσμίες έχει ως συνέπεια την απώλεια της συσταθείσας εγγύησης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 5.

Η συσταθείσα εγγύηση αποδεσμεύεται εφόσον τα δικαιολογητικά στοιχεία τα σχετικά με τους όρους διάθεσης υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές προς ικανοποίησή τους.

Διαφορετικά, η εγγύηση καταπίπτει, για να πληρωθούν οι εισαγωγικοί δασμοί.

5.  Η προθεσμία των τεσσάρων μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δύναται να παραταθεί από την αρμόδια αρχή, κατά τρεις μήνες το πολύ, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αίτησης του εισαγωγέα.

6.  Εάν με την ευκαιρία ελέγχου, οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι οι όροι του παρόντος άρθρου δεν έχουν τηρηθεί, προβαίνουν στην είσπραξη των οφειλομένων δασμών σύμφωνα με το άρθρο 220 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92. Για τον καθορισμό του ποσού των προς είσπραξη δασμών ή του προς είσπραξη υπολοίπου, λαμβάνεται υπόψη το τρέχον επιτόκιο αρχής γενομένης από την ημερομηνία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία του εμπορεύματος έως εκείνη της είσπραξης. Το εφαρμοζόμενο επιτόκιο είναι εκείνο το οποίο ισχύει κατά τις συναλλαγές ανάκτησης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.



Τμήμα 2

Πρόσθετοι εισαγωγικοί δασμοί

Άρθρο 140

Πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

1.  Πρόσθετος εισαγωγικός δασμός, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εφεξής «πρόσθετος δασμός», μπορεί να επιβληθεί στα προϊόντα και κατά τις περιόδους που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVII, υπό τους όρους που ορίζονται στο παρόν τμήμα.

2.  Τα επίπεδα ενεργοποίησης των πρόσθετων δασμών απαριθμούνται στο παράρτημα XVII.

Άρθρο 141

Κοινοποίηση των όγκων

1.  Για κάθε ένα από τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα XVII και κατά τις περιόδους που ορίζονται, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή λεπτομερή στοιχεία για τους όγκους που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία σύμφωνα με τη μέθοδο επιτήρησης των προτιμησιακών εισαγωγών που ορίζεται στο άρθρο 308δ του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93.

Οι κοινοποιήσεις αυτές πραγματοποιούνται το αργότερο στις 12:00 το μεσημέρι, ώρα Βρυξελλών, κάθε Τετάρτη, όσον αφορά τις ποσότητες που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία την προηγούμενη εβδομάδα.

2.  Οι διασαφήσεις για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, τις οποίες οι τελωνειακές αρχές δύνανται να αποδεχθούν, μετά από αίτηση του διασαφιστή, χωρίς να αναγράφονται σ’ αυτές ορισμένα από τα στοιχεία που προβλέπονται στο παράρτημα 37 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, πρέπει να περιλαμβάνουν, πέραν από τα στοιχεία πού αναφέρονται στο άρθρο 254 του ως άνω κανονισμού, και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Εφόσον χρησιμοποιείται η διαδικασία απλουστευμένης διασάφησης, που αναφέρεται στο άρθρο 260 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, οι απλουστευμένες διασαφήσεις πρέπει να περιλαμβάνουν, πέραν από τα άλλα στοιχεία που απαιτούνται, και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Εφόσον χρησιμοποιείται η διαδικασία εκτελωνισμού στον προσδιοριζόμενο από τον εισαγωγέα τόπο, που αναφέρεται στο άρθρο 263 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93, για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα, η γνωστοποίηση στις τελωνειακές αρχές που αναφέρεται στο άρθρο 266 παράγραφος 1 του ως άνω κανονισμού πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των εμπορευμάτων, καθώς και την αναγραφή της καθαρής μάζας (σε kg) των εν λόγω προϊόντων.

Το άρθρο 266 παράγραφος 2 στοιχείο β) δεν εφαρμόζεται στις εισαγωγές των προϊόντων που καλύπτονται από το παρόν τμήμα.

Άρθρο 142

Επιβολή πρόσθετου δασμού

1.  Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι, για προϊόν και περίοδο που αναφέρονται στο παράρτημα XVII, η ποσότητα που τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία υπερβαίνει το αντίστοιχο επίπεδο ενεργοποίησης, η Επιτροπή επιβάλλει πρόσθετο δασμό, εκτός εάν οι εισαγωγές δεν ενδέχεται να διαταράξουν την κοινοτική αγορά ή εάν οι επιπτώσεις θα ήταν δυσανάλογες προς τον επιδιωκόμενο στόχο.

2.  Ο πρόσθετος δασμός επιβάλλεται για τις ποσότητες οι οποίες τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά από την ημερομηνία εφαρμογής του δασμού αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) η δασμολογική τους κατάταξη που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 139 συνεπάγεται την εφαρμογή των μέγιστων ειδικών δασμών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στις εισαγωγές της σχετικής καταγωγής·

β) η εισαγωγή πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια της περιόδου εφαρμογής του πρόσθετου δασμού.

Άρθρο 143

Ποσό του πρόσθετου δασμού

Ο πρόσθετος δασμός που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 142 ισούται με το ένα τρίτο του δασμού που εφαρμόζεται για το δεδομένο προϊόν σύμφωνα με το κοινό δασμολόγιο.

Ωστόσο, για τις εισαγωγές που τυγχάνουν δασμολογικών προτιμήσεων σχετικά με το δασμό κατ’ αξία, ο πρόσθετος δασμός ισούται προς το ένα τρίτο του ειδικού δασμού ο οποίος εφαρμόζεται στο σχετικό προϊόν, στο μέτρο που εφαρμόζεται το άρθρο 142 παράγραφος 2.

Άρθρο 144

Εξαιρέσεις από τον πρόσθετο δασμό

1.  Εξαιρούνται από την εφαρμογή του πρόσθετου δασμού:

α) τα προϊόντα τα οποία εισάγονται στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VII της συνδυασμένης ονοματολογίας·

β) τα προϊόντα τα οποία ήδη έχουν αρχίσει να μεταφέρονται προς την Κοινότητα, κατά την έννοια της παραγράφου 2.

2.  Θεωρούνται ότι ήδη έχουν αρχίσει να μεταφέρονται προς την Κοινότητα τα προϊόντα εφόσον:

α) έχουν αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής πριν από τη λήψη της απόφασης της επιβολής του πρόσθετου δασμού· και

β) μεταφέρονται βάσει ενός μεταφορικού εγγράφου το οποίο ισχύει από τον τόπο φόρτωσης στη χώρα καταγωγής μέχρι τον τόπο εκφόρτωσης στην Κοινότητα, έγγραφο το οποίο έχει εκδοθεί πριν από την επιβολή του εν λόγω πρόσθετου δασμού.

3.  Οι ενδιαφερόμενοι προσκομίζουν τα στοιχεία τα οποία τους ζητούνται από τις τελωνειακές αρχές και με τα οποία αποδεικνύεται ότι πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

Εντούτοις, οι αρχές δύνανται να θεωρήσουν ότι τα σχετικά προϊόντα έχουν αποχωρήσει από τη χώρα καταγωγής πριν από την ημερομηνία επιβολής του πρόσθετου δασμού, όταν προσκομίζεται ένα από τα ακόλουθα έγγραφα:

α) σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, η φορτωτική, από την οποία προκύπτει ότι η φόρτωση είχε λάβει χώρα πριν από την εν λόγω ημερομηνία·

β) σε περίπτωση σιδηροδρομικής μεταφοράς, η φορτωτική την οποία έχουν αποδεχθεί οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες της χώρας προέλευσης πριν από την εν λόγω ημερομηνία·

γ) σε περίπτωση οδικής μεταφοράς, η σύμβαση οδικής μεταφοράς εμπορευμάτων (CMR) ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο διαμετακόμισης το οποίο έχει εκδοθεί στη χώρα καταγωγής πριν από την εν λόγω ημερομηνία, εάν πληρούνται οι όροι που καθορίζονται από διμερείς ή πολυμερείς ρυθμίσεις που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο της κοινοτικής ή κοινής διαμετακόμισης·

δ) σε περίπτωση εναέριας μεταφοράς, η αεροπορική φορτωτική, από την οποία προκύπτει ότι η αεροπορική εταιρεία είχε παραλάβει τα προϊόντα πριν από την εν λόγω ημερομηνία.



ΤΙΤΛΟΣ V

ΓΕΝΙΚΕΣ, ΚΑΤΑΡΓΗΤΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 145

Έλεγχοι

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή της λοιπής κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν ελέγχους και μέτρα στο βαθμό που αυτό απαιτείται για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και του παρόντος κανονισμού. Πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσματική, σύμμετρη και αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.

Συγκεκριμένα, εξασφαλίζουν ότι:

α) όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που έχουν θεσπιστεί από την κοινοτική ή την εθνική νομοθεσία, ή το εθνικό πλαίσιο ή την εθνική στρατηγική μπορούν να ελεγχθούν·

β) οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη διενέργεια των ελέγχων διαθέτουν επαρκή αριθμό κατάλληλα ειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού, ώστε οι έλεγχοι να διεξάγονται αποτελεσματικά· και

γ) προβλέπονται διατάξεις για την αποφυγή παράτυπης διπλής χρηματοδότησης μέτρων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού και άλλων κοινοτικών ή εθνικών καθεστώτων.

Άρθρο 146

Εθνικές κυρώσεις

Με την επιφύλαξη τυχόν κυρώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την επιβολή κυρώσεων σε εθνικό επίπεδο όσον αφορά τις παρατυπίες που διαπιστώνονται σχετικά με την τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπει ο παρόν κανονισμός ή ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, οι οποίες εξασφαλίζουν αποτελεσματική, σύμμετρη και αποτρεπτική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.

Άρθρο 147

Δημιουργία τεχνητών καταστάσεων

Με την επιφύλαξη ειδικών μέτρων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, δεν πραγματοποιούνται πληρωμές σε δικαιούχους για τους οποίους έχει αποδειχθεί ότι δημιούργησαν τεχνητά τους όρους που απαιτούνται για την καταβολή των ενισχύσεων, προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη αντίθετα με τους στόχους του σχετικού καθεστώτος στήριξης.

Άρθρο 148

Κοινοποιήσεις

1.  Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, όλες οι κοινοποιήσεις των κρατών μελών προς την Επιτροπή στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού πραγματοποιούνται με τους τρόπους και τη μορφή που ορίζει η Επιτροπή.

Οι κοινοποιήσεις που δεν πραγματοποιούνται με τον οριζόμενο τρόπο ή μορφή μπορούν να θεωρηθούν ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.

2.  Με την επιφύλαξη τυχόν ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την τήρηση των προθεσμιών σχετικά με τις κοινοποιήσεις που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

3.  Εάν κράτος μέλος παραλείψει να προβεί σε κοινοποίηση η οποία προβλέπεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 ή εάν η κοινοποίηση εμφανίζεται εσφαλμένη με βάση τα αντικειμενικά στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή, η Επιτροπή δύναται να αναστείλει μέρος ή το σύνολο των μηνιαίων πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1290/2005 του Συμβουλίου ( 39 ), για τον τομέα των οπωροκηπευτικών μέχρι την ορθή πραγματοποίηση της κοινοποίησης.

Άρθρο 149

Πρόδηλα σφάλματα

Οποιαδήποτε κοινοποίηση, αξίωση ή αίτημα υποβάλλεται σε κράτος μέλος δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, συμπεριλαμβανομένης αίτησης ενίσχυσης, μπορεί να αναπροσαρμοστεί ανά πάσα στιγμή μετά την υποβολή σε περίπτωση πρόδηλων σφαλμάτων τα οποία έχει αναγνωρίσει η αρμόδια αρχή.

Άρθρο 150

Ανωτέρα βία και εξαιρετικές περιστάσεις

Όταν, δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, πρέπει να υποβληθεί κύρωση ή να ανακληθεί όφελος ή αναγνώριση, η κύρωση δεν επιβάλλεται ή η ανάκληση δεν πραγματοποιείται στις περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 40 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003.

Ωστόσο, οι περιπτώσεις ανωτέρας βίας με τις σχετικές αποδείξεις που κρίνονται ικανοποιητικές από την αρμόδια αρχή, κοινοποιούνται στην εν λόγω αρχή εντός δέκα εργασίμων ημερών από τη στιγμή που ο ενδιαφερόμενος είναι σε θέση να το πράξει.

Άρθρο 151

Καταργούμενες διατάξεις

Καταργούνται οι κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 3223/94, (ΕΚ) αριθ. 1555/96, (ΕΚ) αριθ. 961/1999, (ΕΚ) αριθ. 544/2001, (ΕΚ) αριθ. 1148/2001, (ΕΚ) αριθ. 2590/2001, (ΕΚ) αριθ. 1791/2002, (ΕΚ) αριθ. 2103/2002, (ΕΚ) αριθ. 48/2003, (ΕΚ) αριθ. 606/2003, (ΕΚ) αριθ. 761/2003, (ΕΚ) αριθ. 1432/2003, (ΕΚ) αριθ. 1433/2003, (ΕΚ) αριθ. 1943/2003, (ΕΚ) αριθ. 103/2004, (ΕΚ) αριθ. 1557/2004, (ΕΚ) αριθ. 179/2006, (ΕΚ) αριθ. 430/2006, (ΕΚ) αριθ. 431/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1790/2006.

Εντούτοις, οι καταργούμενοι κανονισμοί εξακολουθούν να εφαρμόζονται, ενδεχομένως, για τους σκοπούς του άρθρου 55 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

Άρθρο 152

Μεταβατικές διατάξεις

1.  Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 του παρόντος κανονισμού, και μόνο για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 55 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, εφαρμόζονται οι ορισμοί των περιόδων εμπορίας για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/96, οι οποίοι υπήρχαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

2.  Οι κανόνες έγκρισης όλων των επιχειρησιακών προγραμμάτων που υποβλήθηκαν το 2007 είναι εκείνοι που εφαρμόζονταν αμέσως πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Τα επιχειρησιακά προγράμματα που καλύπτονται από το άρθρο 55 παράγραφος 3 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, μπορούν να εξακολουθούν να εφαρμόζονται έως τη λήξη τους, υπό τον όρο ότι πληρούν τους κανόνες που εφαρμόζονταν πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 66 και 67 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν κάθε αναγκαία διάταξη, ώστε να είναι σε θέση οι οργανώσεις παραγωγών να τροποποιήσουν τα επιχειρησιακά τους προγράμματα το συντομότερο δυνατό μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, για την εφαρμογή του άρθρου 55 παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

▼M1

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι οι δαπάνες που αφορούν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων σε σχέση με τις αποσύρσεις από την αγορά, την προώθηση, την επικοινωνία και την κατάρτιση τα οποία εφαρμόζονται το 2008 από μια οργάνωση παραγωγών είναι επιλέξιμες ακόμη και αν το επιχειρησιακό πρόγραμμα δεν έχει ακόμη τροποποιηθεί για να καλύψει τα σχετικά μέτρα. Για να είναι επιλέξιμες οι εν λόγω δαπάνες πρέπει:

α) το κράτος μέλος να μεριμνά ώστε η εθνική στρατηγική που ενέκρινε το 2008 σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό να καλύπτει τα σχετικά μέτρα·

β) το 2008, το επιχειρησιακό πρόγραμμα να τροποποιηθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ώστε να καλύψει τα σχετικά μέτρα πριν υποβληθεί αίτηση για την καταβολή της σχετικής ενίσχυσης και

γ) τα μέτρα και οι έλεγχοι που αφορούν τα εν λόγω μέτρα να είναι σύμφωνοι με τον παρόντα κανονισμό.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι, δυνάμει του άρθρου 55 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, μία τροποποίηση μέτρου σε ένα υφιστάμενο επιχειρησιακό πρόγραμμα καλύπτει τις δαπάνες των εργασιών που πραγματοποιούνται το 2008, ακόμη και πριν γίνει η τροποποίηση, υπό τον όρο ότι ικανοποιούνται τα προβλεπόμενα στοιχεία α), β) και γ) του τετάρτου εδαφίου.

▼B

3.  Για τους σκοπούς του άρθρου 55 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, και πέραν τυχόν σχετικών προδιαγραφών εμπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, οι κανόνες σχετικά με τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά των πρώτων υλών που παραδίδονται για μεταποίηση και τις στοιχειώδεις ποιοτικές απαιτήσεις για τα τελικά προϊόντα εξακολουθούν να ισχύουν για τις πρώτες ύλες που συγκομίζονται στην επικράτεια των κρατών μελών τα οποία χρησιμοποιούν τη μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 68β ή του άρθρου 143βγ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003, είναι εκείνοι που περιλαμβάνονται στους κανονισμούς της Επιτροπής που απαριθμούνται στο παράρτημα XVIII.

▼M5

4.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 47 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, οι ομάδες παραγωγών οι οποίες υλοποιούν σχέδια αναγνώρισης στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 55 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007 και τα οποία δεν υποδιαιρούνται σε εξαμηνιαίες περιόδους, μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις ενίσχυσης που καλύπτουν εξαμηνιαίες περιόδους. Οι εν λόγω αιτήσεις μπορούν να καλύπτουν μόνο εξαμηνιαίες περιόδους που αντιστοιχούν σε ετήσιες περιόδους που άρχισαν πριν από το 2008.

5.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 96, όσον αφορά τα επιχειρησιακά προγράμματα που υλοποιήθηκαν το 2007, η πρόσθετη χρηματοδοτική ενίσχυση των επιχειρησιακών ταμείων χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων σε ποσοστό 50 % της χρηματοδοτικής συνδρομής που χορηγήθηκε στην οργάνωση παραγωγών.

6.  Τα σχέδια αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και τα οποία εξακολουθούν να επωφελούνται από αυτήν την έγκριση, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, για τις ομάδες παραγωγών που δεν βρίσκονται σε κράτη μέλη που προσχώρησαν στην Κοινότητα την 1η Μαΐου 2004 ή ύστερα από την ημερομηνία αυτή, ούτε στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες που προβλέπονται στο άρθρο 299 παράγραφος 2 της συνθήκης, ή στα μικρά νησιά του Αιγαίου Πελάγους όπως ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1405/2006, χρηματοδοτούνται βάσει των ποσοστών που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

Τα σχέδια αναγνώρισης που έχουν εγκριθεί βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 και έχουν επωφεληθεί από τις διατάξεις του άρθρου 14 παράγραφος 7 του εν λόγω κανονισμού και τα οποία εξακολουθούν να επωφελούνται από αυτήν την έγκριση, σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007, χρηματοδοτούνται βάσει των ποσοστών που καθορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1182/2007.

7.  Οι πληρωμές κοινοτικής αντιστάθμισης απόσυρσης και οι σχετικοί έλεγχοι που αφορούν αποσύρσεις του 2007, οι οποίες όμως δεν είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2007, μπορούν να πραγματοποιηθούν και μετά την ημερομηνία αυτή με βάση τον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2200/96 όπως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία.

8.  Στις περιπτώσεις όπου, ως προς αιτήσεις ενίσχυσης οι οποίες υποβάλλονται για επιχειρησιακά προγράμματα που υλοποιήθηκαν το 2007 ή παλαιότερα, προβλέπεται η επιβολή κύρωσης σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο V τμήμα 3 σχετικά με πράξεις ή παραλείψεις που σημειώθηκαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, όμως η κύρωση αυτή θα ήταν επιεικέστερη βάσει της ισχύουσας κατά τη συγκεκριμένη περίοδο νομοθεσίας, ή δεν θα υπήρχε καμία κύρωση, τότε επιβάλλεται αυτή η επιεικέστερη κύρωση ή, κατά περίπτωση, δεν επιβάλλεται καμία κύρωση.

▼M10

9.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 65 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού, ένα κράτος μέλος δύναται, για λόγους δεόντως αιτιολογημένους, να λάβει απόφαση όσον αφορά το επιχειρησιακό πρόγραμμα και τα επιχειρησιακά ταμεία του 2009 έως την 1η Μαρτίου 2009 το αργότερο. Στην απόφαση έγκρισης μπορεί να διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες είναι επιλέξιμες από την 1η Ιανουαρίου 2009 και εξής.

10.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 99 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη που ανέβαλαν τη λήψη αποφάσεων για τα επιχειρησιακά προγράμματα του 2009, βάσει της προηγούμενης παραγράφου, κοινοποιούν στην Επιτροπή, έως τις 31 Ιανουαρίου 2009, εκτίμηση του ποσού του επιχειρησιακού ταμείου για το έτος 2009 για όλα τα επιχειρησιακά προγράμματα. Στην κοινοποίηση αυτή αναφέρεται σαφώς το συνολικό ποσό του επιχειρησιακού ταμείου καθώς και το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδότησης του εν λόγω ταμείου. Τα αριθμητικά αυτά στοιχεία κατανέμονται στη συνέχεια μεταξύ ποσών για τα μέτρα πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων και ποσών για τα λοιπά μέτρα.

Τα κράτη μέλη που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο κοινοποιούν στην Επιτροπή για όλα τα επιχειρησιακά προγράμματα το τελικό εγκεκριμένο ποσό του επιχειρησιακού ταμείου για το έτος 2009, συμπεριλαμβανομένης της κατανομής που αναφέρεται ανωτέρω, έως τις 15 Μαρτίου 2009.

▼M13

11.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 44 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, στον υπολογισμό της αξίας της εμπορεύσιμης παραγωγής των ομάδων παραγωγών, που αναφέρονται στο άρθρο 203α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, για τις πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2007, το 2008 και το 2009, περιλαμβάνονται οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 1621/1999 ( 40 ), (ΕΚ) αριθ. 1622/1999 ( 41 ), (ΕΚ) αριθ. 1535/2003 ( 42 ) και (ΕΚ) αριθ. 2111/2003 ( 43 ).

Όσον αφορά τις ομάδες παραγωγών στα κράτη μέλη τα οποία προσχώρησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Μαΐου 2004 ή μετά την ημερομηνία αυτή με ετήσιες περιόδους σχεδίων αναγνώρισης που άρχισαν το 2007 και ολοκληρώθηκαν το 2008, η ετήσια στήριξη που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 υπολογίζεται ως το άθροισμα της αξίας των πωλήσεων βάσει τιμολογίων κατά τη σχετική περίοδο του 2007, πολλαπλασιαζόμενης επί το ποσοστό που ίσχυε τη συγκεκριμένη ετήσια περίοδο και της αξίας των πωλήσεων βάσει τιμολογίων του 2008, πολλαπλασιαζόμενης επί το νέο ποσοστό που ίσχυε τη συγκεκριμένη ετήσια περίοδο.

12.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 47 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, οι ομάδες παραγωγών που αναφέρονται στο άρθρο 203α παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 μπορούν να υποβάλουν χωριστή αίτηση για την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 103α παράγραφος 1 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού για τις ενισχύσεις μεταποίησης τις οποίες έλαβαν βάσει των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1621/1999, (ΕΚ) αριθ. 1622/1999, (ΕΚ) αριθ. 1535/2003 και (ΕΚ) αριθ. 2111/2003 για τις περιόδους εμπορίας 2006/2007 και 2007/2008 εάν δεν είχαν ληφθεί υπόψη στις προηγούμενες αιτήσεις.

13.  Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 53 του παρόντος κανονισμού, σε περίπτωση που οι οργανώσεις παραγωγών παρήγαγαν αρτυματικά φυτά τα οποία αναγράφονται στο παράρτημα Ι μέρος IX του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1234/2007, ιδίως κρόκο, θυμάρι, νωπά ή διατηρημένα με ψύξη, βασιλικό, μελισσόχορτο, δυόσμο, origanum vulgare (ρίγανη/μαντζουράνα η κοινή), δενδρολίβανο, φασκόμηλο, νωπά ή διατηρημένα με ψύξη το 2008 και το 2009, η αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για τα εν λόγω προϊόντα για τα επιχειρησιακά προγράμματα που εφαρμόστηκαν τα εν λόγω έτη υπολογίζεται ως η πραγματική αξία της παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο για 12μηνη περίοδο κατά την οποία εφαρμόστηκε το επιχειρησιακό πρόγραμμα.

▼B

Άρθρο 153

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

▼M8




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΈΣ ΕΜΠΟΡΊΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΈΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΆΡΘΡΟ 2α

ΜΕΡΟΣ Α

ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ

1.   Ελάχιστες ποιοτικές απαιτήσεις

Με την επιφύλαξη των επιτρεπόμενων ορίων ανοχής, τα προϊόντα πρέπει να είναι:

 ακέραια,

 υγιή· απορρίπτονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

 καθαρά και ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές οι οποίες προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς που προσβάλλουν την σάρκα,

 απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

 απαλλαγμένα από ξένη οσμή ή/και γεύση.

Η κατάσταση των προϊόντων πρέπει να είναι τέτοια ώστε να τους επιτρέπει:

 να αντέχουν στη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό τους,

 να είναι σε ικανοποιητική κατάσταση κατά την άφιξη στον τόπο προορισμού.

2.   Ελάχιστες απαιτήσεις ωρίμανσης

Τα προϊόντα πρέπει να είναι επαρκώς αναπτυγμένα και σε ικανοποιητικό στάδιο ωρίμανσης.

Η ανάπτυξη και το στάδιο ωρίμανσης των προϊόντων πρέπει να επιτρέπουν τη συνέχιση της διαδικασίας ωρίμανσής τους, ώστε να φθάσουν σε ικανοποιητικό βαθμό ωρίμανσης.

3.   Όρια ανοχής

Επιτρέπεται σε κάθε παρτίδα όριο ανοχής 10 % του αριθμού ή του βάρους προϊόντος που δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας. Αυτό το όριο ανοχής δεν καλύπτει, ωστόσο, προϊόντα που έχουν υποστεί φθορά λόγω σήψης ή οποιαδήποτε άλλη υποβάθμιση που τα καθιστά ακατάλληλα για κατανάλωση.

4.   Σήμανση της καταγωγής των προϊόντων

Πλήρης ονομασία της χώρας καταγωγής. Για προϊόντα καταγωγής κράτους μέλους η σήμανση γίνεται στη γλώσσα της χώρας καταγωγής ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα κατανοητή από τους καταναλωτές της χώρας προορισμού. Για άλλα προϊόντα η ένδειξη αυτή είναι σε οποιαδήποτε γλώσσα κατανοούν οι καταναλωτές της χώρας προορισμού.

ΜΕΡΟΣ B

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΈΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ

ΜΕΡΟΣ 1:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΗΛΑ

I.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Η παρούσα προδιαγραφή αφορά τα μήλα των ποικιλιών (καλλιεργούμενων ειδών) που προέρχονται από το Malus domestica Borkht. και προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, ενώ εξαιρούνται τα μήλα που προορίζονται για βιομηχανική χρήση.

ΙΙ.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι παρούσες προδιαγραφές ορίζουν τις ποιοτικές απαιτήσεις για τα μήλα μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία.

A.   Ελάχιστες απαιτήσεις

Σε όλες τις κατηγορίες, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την κάθε κατηγορία και των επιτρεπόμενων ορίων ανοχής, τα μήλα πρέπει να είναι:

 ακέραια,

 υγιή· απορρίπτονται τα προϊόντα που παρουσιάζουν σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για την κατανάλωση,

 καθαρά και ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε διακρινόμενη ξένη ύλη,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς,

 απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

 απαλλαγμένα από ξένη οσμή ή/και γεύση.

Επιπλέον πρέπει να έχουν συλλεχθεί προσεκτικά.

Η ανάπτυξη και η κατάσταση των μήλων πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπουν:

 τη συνέχιση της διαδικασίας ωρίμανσης ώστε να μπορούν να φθάνουν στον κατάλληλο βαθμό ωρίμανσης με βάση τα ποικιλιακά χαρακτηριστικά τους ( 44 ) ( 45 ),

 να αντέχουν τη μεταφορά και τους εν γένει χειρισμούς, και

 να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

B.   Ταξινόμηση

Τα μήλα ταξινομούνται στις κατωτέρω τρεις κατηγορίες:

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

Τα μήλα που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι ανώτερης ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα που χαρακτηρίζουν την ποικιλία ( 46 ) και να φέρουν ακέραιο ποδίσκο.

Η σάρκα πρέπει να είναι σε άριστη κατάσταση.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουν ελαττώματα εκτός από ανεπαίσθητες επιφανειακές αλλοιώσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτές δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητα, τη διατήρησή του και την παρουσίασή του στη συσκευασία.

ii)   Κατηγορία I

Τα μήλα που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να έχουν το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα που χαρακτηρίζουν την ποικιλία (46) .

Η σάρκα πρέπει να είναι σε άριστη κατάσταση.

Μπορεί, ωστόσο να επιτραπεί να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαφρά ελαττώματα, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση, την ποιότητα, τη διατήρηση και την παρουσίασή τους στη συσκευασία:

 ελαφρά παραμόρφωση,

 ελαφρό ελάττωμα αναπτύξεως,

 ελαφρό ελάττωμα χρωματισμού,

 ελαφρά ελαττώματα του φλοιού που δεν πρέπει να υπερβαίνουν:

 

 τα 2 cm μήκους για τα ελαττώματα επιμήκους σχήματος,

 το 1 cm2 της συνολικής επιφάνειας για τα άλλα ελαττώματα, με εξαίρεση την κηλίδα του φουζικλαδίου (Venturia inaequalis) η συνολική επιφάνεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 0,25 cm2,

 το 1 cm2 της συνολικής επιφάνειας για τους ελαφρούς μώλωπες, η οποία δεν πρέπει να είναι αποχρωματισμένη.

Ο ποδίσκος μπορεί να λείπει, με την προϋπόθεση ότι ο αποχωρισμός είναι καθαρός και δεν έχει υποστεί φθορά ο προσκείμενος φλοιός.

iii)   Κατηγορία II

Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει τα μήλα που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στις ανώτερες κατηγορίες, αλλά ικανοποιούν τις προκαθορισθείσες ελάχιστες απαιτήσεις (46) .

Η σάρκα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από σοβαρά ελαττώματα.

Επιτρέπονται τα ακόλουθα ελαττώματα, υπό την προϋπόθεση ότι τα φρούτα διατηρούν τα βασικά χαρακτηριστικά όσον αφορά την ποιότητα, την διατήρηση και την εμφάνιση:

 ελαττώματα σχήματος,

 ελαττώματα αναπτύξεως,

 ελαττώματα χρωματισμού,

 ελαττώματα του φλοιού που δεν πρέπει να υπερβαίνουν σε έκταση:

 

 τα 4 cm μήκους για τα ελαττώματα επιμήκους σχήματος,

 τα 2,5 cm2 της συνολικής επιφάνειας για τα άλλα ελαττώματα, με εξαίρεση την κηλίδα του φουζικλαδίου (Venturia inaequalis) η συνολική επιφάνεια της οποίας δεν πρέπει να υπερβαίνει το 1 cm2,

 ελαφρούς μώλωπες που δεν υπερβαίνουν το 1,5 cm2 της συνολικής επιφάνειας και οι οποίοι μπορεί να είναι ελαφρά αποχρωματισμένοι.

ΙΙΙ.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

Το μέγεθος καθορίζεται με βάση την μέγιστη διάμετρο της ισημερινής τομής ή το βάρος.

Για όλες τις ποικιλίες και όλες τις κατηγορίες, το ελάχιστο μέγεθος είναι 60 mm, όταν το μέγεθος καθορίζεται με βάση την διάμετρο, ή 90 γραμμάρια, όταν το μέγεθος καθορίζεται με βάση το βάρος. Φρούτα μικρότερου μεγέθους μπορούν να γίνουν αποδεκτά, εάν η τιμή Brix του προϊόντος είναι μεγαλύτερη ή ίση με 10,5o Brix και το μέγεθος δεν είναι μικρότερο από 50 mm ή 70 γραμμάρια.

Για να εξασφαλιστεί η ομοιογένεια μεγέθους σε μια συσκευασία:

α) για τους καρπούς που ταξινομούνται κατά μέγεθος με βάση τη διάμετρο, η διαφορά διαμέτρου μεταξύ των καρπών της ίδιας συσκευασίας περιορίζεται σε:

 5 mm για τους καρπούς της κατηγορίας «Έξτρα» και τους καρπούς των κατηγοριών Ι και ΙΙ που συσκευάζονται σε σειρές και στρώματα. Ωστόσο, για τα μήλα των ποικιλιών Βramley's Seedling (Bramley, Triomphe de Kiel) και Horneburger, η διαφορά διαμέτρου μπορεί να ανέρχεται σε 10 mm και

 10 mm για τους καρπούς της κατηγορίας Ι που παρουσιάζονται χωρίς διάταξη στο κιβώτιο ή στη συσκευασία πώλησης. Ωστόσο, για τα μήλα των ποικιλιών Bramley's Seedling (Bramley, Triomphe de Kiel) και Horneburger, η διαφορά διαμέτρου μπορεί να ανέρχεται σε 20 mm, ή

β) για τους καρπούς που ταξινομούνται κατά μέγεθος με βάση το βάρος, η διαφορά βάρους μεταξύ των καρπών της ίδιας συσκευασίας περιορίζεται:

 στο 20 % του μέσου βάρους των καρπών της συσκευασίας για τους καρπούς της κατηγορίας «Έξτρα» και για τους καρπούς των κατηγοριών Ι και ΙΙ που συσκευάζονται σε σειρές και στρώματα και

 στο 25 % του μέσου βάρους των καρπών της συσκευασίας για τους καρπούς της κατηγορίας Ι που παρουσιάζονται χωρίς διάταξη στο κιβώτιο ή στη συσκευασία κατανάλωσης.

Δεν υφίσταται απαίτηση ομοιογένειας ως προς το μέγεθος για τους καρπούς της κατηγορίας ΙΙ που παρουσιάζονται χωρίς διάταξη σε κιβώτιο ή σε συσκευασία κατανάλωσης.

IV.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΝΟΧΗΣ

Επιτρέπονται όρια ανοχής όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος σε κάθε συσκευασία, για τα προϊόντα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κατηγορίας στην οποία δηλώνεται ότι ανήκουν.

A.   Όρια ανοχής ως προς την ποιότητα

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

5 % σε αριθμό ή σε βάρος μήλων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής, αλλά ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας Ι ή εμπίπτουν κατ' εξαίρεση στα όρια ανοχής αυτής της κατηγορίας.

ii)   Κατηγορία I

10 % σε αριθμό ή βάρος μήλων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής, αλλά ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας ΙΙ ή εμπίπτουν κατ' εξαίρεση στα όρια ανοχής αυτής της κατηγορίας.

iii)   Κατηγορία II

10 % σε αριθμό ή βάρος μήλων που δεν ικανοποιούν ούτε τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής ούτε τις ελάχιστες απαιτήσεις, εξαιρουμένων πάντως των καρπών που έχουν υποστεί σήψη ή οποιαδήποτε άλλη αλλοίωση που να τα καθιστά ακατάλληλα για κατανάλωση.

Εντός αυτού του ορίου ανοχής, μπορούν να γίνουν αποδεκτοί κατ' ανώτατο όριο 2 % κατά αριθμό ή κατά βάρος καρποί που παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαττώματα:

 σημαντικές προσβολές από τις παθήσεις της φελλοποιήσεως(bitter pit) ή της υαλώσεως,

 ελαφρές αλλοιώσεις ή σχισμές που δεν έχουν επουλωθεί,

 πολύ ελαφρά ίχνη σήψεως,

 παρουσία ζωντανών παρασίτων στο εσωτερικό του καρπού ή/και αλλοιώσεις της σάρκας που οφείλονται σε παράσιτα.

B.   Όρια ανοχής ως προς το μέγεθος

Για όλες τις κατηγορίες:

Για όλες τις κατηγορίες επιτρέπεται όριο ανοχής 10 % σε αριθμό ή βάρος φρούτων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις όσον αφορά το μέγεθος. Αυτό το όριο ανοχής δεν μπορεί να περιλαμβάνει προϊόντα μεγέθους:

 μικρότερα κατά 5 χιλιοστά και άνω από τη ελάχιστη διάμετρο, όταν το μέγεθος ορίζεται με βάση τη διάμετρο,

 μικρότερα κατά 10 γρ. και άνω από το ελάχιστο βάρος, όταν το μέγεθος ορίζεται με βάση το βάρος.

V.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

A.   Ομοιογένεια

Το περιεχόμενο κάθε συσκευασίας πρέπει να είναι ομοιογενές και να περιλαμβάνει μήλα της ίδιας καταγωγής, ποικιλίας, ποιότητας και μεγέθους (εάν ισχύουν απαιτήσεις ως προς το μέγεθος) και του ίδιου σταδίου ωρίμανσης.

Επιπλέον, τα μήλα της κατηγορίας «Έξτρα» πρέπει να έχουν ομοιογενές χρώμα.

Οι συσκευασίες πώλησης μήλων με ανώτατο καθαρό βάρος 5 χλγ. μπορούν να περιέχουν μήλα διαφορετικών ποικιλιών, υπό τον όρο ότι αυτά είναι ομοιογενή όσον αφορά την ποιότητα και, για την κάθε ποικιλία, την καταγωγή, το μέγεθος (εάν ισχύουν απαιτήσεις ως προς το μέγεθος) και το στάδιο ωρίμανσης.

Το ορατό τμήμα του περιεχομένου της συσκευασίας πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου.

B.   Συσκευασία

Η συσκευασία των μήλων πρέπει να εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία του προϊόντος. Ειδικότερα, οι συσκευασίες πώλησης καθαρού βάρους ανωτέρου των 3 χλγ. πρέπει να είναι επαρκώς στερεές για να προστατεύουν ικανοποιητικά το προϊόν.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της συσκευασίας πρέπει να είναι καινούρια, καθαρά και από ύλη που να μην προκαλεί στα προϊόντα εξωτερικές ή εσωτερικές αλλοιώσεις. Η χρησιμοποίηση υλικών, και ιδίως χαρτιών ή σημάτων που περιέχουν εμπορικές ενδείξεις επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι η εκτύπωση ή η τοποθέτηση της ετικέτας έχει γίνει με μη τοξική μελάνη ή κόλλα.

Οι συσκευασίες πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κάθε ξένη ύλη.

Οι αυτοκόλλητες ετικέτες επάνω σε κάθε φρούτο δεν πρέπει, όταν αφαιρούνται, να αφήνουν εμφανή ίχνη κόλλας ούτε να προκαλούν αλλοιώσεις στην εξωτερική επιφάνεια.

Γ.   Παρουσίαση

Τα φρούτα της κατηγορίας «Έξτρα» πρέπει να είναι συσκευασμένα σε στρώσεις.

VI.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Κάθε συσκευασία πρέπει να φέρει στο εξωτερικό τμήμα της, συγκεντρωμένες στην ίδια πλευρά με ευανάγνωστους, ανεξίτηλους και εμφανείς χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις:

A.   Ταυτοποίηση

Το όνομα και την διεύθυνση του συσκευαστή ή/και του αποστολέα

Η ένδειξη αυτή μπορεί να αντικαθίσταται:

 για όλες τις συσκευασίες εκτός από τις προσυσκευασίες, από τον κωδικό του συσκευαστή ή/και του αποστολέα που έχει εκδοθεί ή αναγνωριστεί από επίσημη υπηρεσία, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευαστής ή/και αποστολέας» (ή ισοδύναμη συντομογραφία)·

 μόνο για τις προσυσκευασίες, από το όνομα και τη διεύθυνση του πωλητή που είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Κοινότητας, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευασμένο για:» ή ισοδύναμη ένδειξη. Στην περίπτωση αυτή, η ετικέτα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης έναν κωδικό που αντιστοιχεί στον συσκευαστή ή/και στον αποστολέα. Ο πωλητής παρέχει στις υπηρεσίες ελέγχου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη σημασία του κωδικού αυτού.

B.   Φύση του προϊόντος

 «Μήλα» αν το περιεχόμενο δεν είναι ορατό εξωτερικά,

 Ονομασία της ποικιλίας ή των ποικιλιών, κατά περίπτωση

 Στην περίπτωση που η συσκευασία πώλησης περιέχει μείγμα διαφόρων ποικιλιών μήλων, την ονομασία της κάθε ποικιλίας που περιέχεται στη συσκευασία.

Γ.   Καταγωγή του προϊόντος

Χώρα καταγωγής και, προαιρετικά, ζώνη παραγωγής, ή εθνική, περιφερειακή ή τοπική ονομασία.

 Εάν η συσκευασία πώλησης περιέχει μείγμα ποικιλιών μήλων διαφορετικής καταγωγής, η ονομασία της κάθε χώρας καταγωγής πρέπει να αναγράφεται αμέσως μετά τη σχετική ποικιλία.

Δ.   Εμπορικά χαρακτηριστικά

 κατηγορία,

 μέγεθος ή, για τους καρπούς που παρουσιάζονται σε τακτοποιημένα στρώματα, αριθμός τεμαχίων.

Εάν η ταυτοποίηση γίνεται με την ταξινόμηση κατά μέγεθος, αυτό πρέπει να αναγράφεται:

α) για τους καρπούς που υπόκεινται στους κανόνες ομοιογένειας, με την ελάχιστη και μέγιστη διάμετρο, ή το μέγιστο και ελάχιστο βάρος·

β) για τους καρπούς που δεν υπόκεινται στους κανόνες ομοιογένειας, με τη διάμετρο ή το βάρος του πιο μικρού καρπού της συσκευασίας, ακολουθούμενα από την έκφραση «και άνω» ή «+» ή ισοδύναμη ένδειξη ή, ενδεχομένως, τη διάμετρο ή το βάρος του πιο μεγάλου καρπού της συσκευασίας.

E.   Σήμα επίσημου ελέγχου (προαιρετικά)

Δεν είναι απαραίτητο τα μέσα συσκευασίας να φέρουν τις αναφερόμενες στο πρώτο εδάφιο ενδείξεις, όταν περιέχουν συσκευασίες πώλησης, ορατές εξωτερικά, οι οποίες φέρουν αυτές τις ενδείξεις. Οι συσκευασίες αυτές δεν πρέπει να φέρουν καμία παραπλανητική ένδειξη. Όταν οι συσκευασίες αυτές παρουσιάζονται σε παλέτες, οι ενδείξεις πρέπει να αναγράφονται σε δελτίο τοποθετημένο σε εμφανή θέση σε τουλάχιστον δύο πλευρές της παλέτας.

Προσάρτημα

1.   Κριτήρια χρωματισμού, ομάδες χρωματισμού και κωδικοί



Ομάδα χρωματισμού

A

(Ερυθρές ποικιλίες)

B

(Ποικιλίες μεικτού ερυθρού χρωματισμού)

C

(Ποικιλίες με ραβδώσεις, ελαφρώς χρωματισμένες)

D

(Άλλες ποικιλίες)

Συνολική επιφάνεια ερυθρού χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας

Συνολική επιφάνεια μεικτού ερυθρού χρωματισμού χαρακτηριστικού της ποικιλίας

Συνολική επιφάνεια ελαφρώς ερυθρωπού ή ραβδωτού χρωματισμού, χαρακτηριστικού της ποικιλίας

Κατηγορία Έξτρα

3/4

1/2

1/3

Καμία απαίτηση όσον αφορά τον ερυθρό χρωματισμό

Κατηγορία I

1/2

1/3

1/10

Κατηγορία II

1/4

1/10

2.   Κριτήρια σκωριόχρωσης

  Ομάδα R: Ποικιλίες για τις οποίες η σκωριόχρωση αποτελεί επιδερμικό χαρακτηριστικό της ποικιλίας και όχι ελάττωμα, εφόσον ανταποκρίνεται στην τυπική εμφάνιση της ποικιλίας.

 Για τις ποικιλίες που απαριθμούνται στον κατωτέρω πίνακα, των οποίων το όνομα δεν ακολουθείται από το γράμμα R, η σκωριόχρωση είναι αποδεκτή εντός των ακολούθων ορίων:

 



 

Κατηγορία «Έξτρα»

Κατηγορία I

Κατηγορία II

Όρια ανοχής της κατηγορίας II

i)  Καστανόχρωμες κηλίδες

—  Δεν υπερβαίνουν την κοιλότητα του ποδίσκου

—  Δύνανται να υπερβαίνουν ελαφρώς την κοιλότητα του ποδίσκου ή την περιοχή γύρω από την κορυφή του καρπού

—  Δύνανται να υπερβαίνουν την κοιλότητα ή την περιοχή γύρω από την κορυφή του καρπού

—  Καρποί που δεν δύνανται να θίξουν σοβαρά την εμφάνιση και την κατάσταση του συσκευασμένου προϊόντος

—  Όχι τραχιές

—  Όχι τραχιές

—  Ελαφρώς τραχιές

 

ii)  Σκωριόχρωση

 

Ανώτατο αποδεκτό όριο της επιφάνειας του καρπού

 

—  Λεπτή δικτυωτή σκωριόχρωση (δεν πρέπει να έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με το γενικό χρωματισμό του καρπού)

—  Ελαφρά μεμονωμένα ίχνη σκωριόχρωσης που δεν επηρεάζουν τη γενική εμφάνιση του καρπού ή το συσκευασμένου προϊόντος

1/5

1/2

—  Καρποί που δεν δύνανται να θίξουν σοβαρά την εμφάνιση και την κατάσταση του συσκευασμένου προϊόντος

—  Έντονη σκωριόχρωση

—  Χωρίς

1/20

1/3

—  Καρποί που δεν δύνανται να θίξουν σοβαρά την εμφάνιση και την κατάσταση του συσκευασμένου προϊόντος

—  Αθροιστικά ελαττώματα (με εξαίρεση τις καστανόχρωμες κηλίδες που επιτρέπονται υπό τους ανωτέρω όρους). Σε κάθε περίπτωση λεπτές και πυκνές καστανόχρωμες αποχρώσεις δεν είναι δυνατόν να υπερβαίνουν μαζί ένα ανώτατο όριο από:

1/5

1/2

—  Καρποί που δεν δύνανται να θίξουν σοβαρά την εμφάνιση και την κατάσταση του συσκευασμένου προϊόντος

3.   Μη εξαντλητικός κατάλογος των ποικιλιών μήλων ταξινομημένων βάσει των κριτήριων χρωματισμόυ και σκωριόχρωσης

Τα φρούτα των ποικιλιών που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο πρέπει να ταξινομούνται ανάλογα με τα ποικιλιακά χαρακτηριστικά τους.



Ποικιλίες

Συνώνυμα

Χρωματική ομάδα

Σκωριόχρωση

African Red

 

B

 

Akane

Tohoku 3

B

 

Alborz Seedling

 

C

 

Aldas

 

B

 

Alice

 

B

 

Alkmene

Early Windsor

C

 

Alwa

 

B

 

Angold

 

C

 

Apollo

Beauty of Blackmoor

C

 

Arkcharm

Arkansas No 18, A 18

C

 

Arlet

 

B

R

Aroma

 

C

 

Ερυθρόχρωμες μεταλλάξεις της Aroma, π.χ. Aroma Amorosa

 

B

 

Auksis

 

B

 

Belfort

Pella

B

 

Belle de Boskoop και μεταλλάξεις

 

D

R

Belle fleur double

 

D

 

Berlepsch

Freiherr von Berlepsch

C

 

Berlepsch rouge

Red Berlepsch, Roter Berlepsch

B

 

Blushed Golden

 
 
 

Bohemia

 

B

 

Boskoop rouge

Red Boskoop, Roter Boskoop

B

R

Braeburn

 

B

 

Ερυθρόχρωμες μεταλλάξεις της Braeburn, π.χ.:

 

A

 

Hidala

 
 
 

Joburn

 
 
 

Lochbuie Red Braeburn

 
 
 

Mahana Red

 
 
 

Mariri Red

 
 
 

Redfield

 
 
 

Royal Braeburn

 
 
 

Bramley's Seedling

Bramley, Triomphe de Kiel

D

 

Brettacher Sämling

 

D

 

Calville (ομάδα …)

 

D

 

Cardinal

 

B

 

Carola

Kalco

C

 

Caudle

 

B

 

Charden

 

D

 

Charles Ross

 

D

 

Civni

 

B

 

Coromandel Red

Corodel

A

 

Cortland

 

B

 

Cox's Orange Pippin και μεταλλάξεις

Cox Orange

C

R

Ερυθρόχρωμες μεταλλάξεις της Cox's Orange Pippin π.χ.:

 

B

R

Cherry Cox

 
 
 

Crimson Bramley

 

D

 

Cripps Pink

 

C

 

Cripps Red

 

(1)

 

Dalinbel

 

B

 

Delblush

 

D

 

Delcorf και μεταλλάξεις, π.χ.:

Dalili

Monidel

 

C

 

Delgollune

 

B

 

Delicious ordinaire

Ordinary Delicious

B

 

Deljeni

 

D

 

Delikates

 

B

 

Delor

 

C

 

Discovery

 

C

 

Dunn's Seedling

 

D

R

Dykmanns Zoet

 

C

 

Egremont Russet

 

D

R

Elan

 

D

 

Elise

Red Delight

A

 

Ellison's orange

Ellison

C

 

Elstar και μεταλλάξεις, π.χ.:

 

C

 

Daliter

 
 
 

Elshof

 
 
 

Elstar Armhold

 
 
 

Elstar Reinhardt

 
 
 

Ερυθρόχρωμες μεταλλάξεις της Elstar, π.χ.:

 

B

 

Bel-El

 
 
 

Daliest

 
 
 

Goedhof

 
 
 

Red Elstar

 
 
 

Valstar

 
 
 

Empire

 

A

 

Falstaff

 

C

 

Fiesta

Red Pippin

C

 

Florina

 

B

 

Fortune

 

D

R

Fuji και μεταλλάξεις

 

B

 

Gala

 

C

 

Ερυθρόχρωμες μεταλλάξεις της Gala, π.χ.:

 

A

 

Annaglo

 
 
 

Baigent

 
 
 

Galaxy

 
 
 

Mitchgla

 
 
 

Obrogala

 
 
 

Regala

 
 
 

Regal Prince

 
 
 

Tenroy

 
 
 

Garcia

 

D

 

Gloster

 

B

 

Goldbohemia

 

D

 

Golden Delicious και μεταλλάξεις

 

D

 

Golden Russet

 

D

R

Goldrush

Coop 38

D

 

Goldstar

 

D

 

Gradigold

 

D

 

Granny Smith

 

D

 

Gravenstein rouge

Red Gravenstein, Roter Gravensteiner

B

 

Gravensteiner

Gravenstein

D

 

Greensleeves

 

D

 

Holsteiner Cox και μεταλλάξεις

Holstein

D

R

Holstein rouge

Red Holstein, Roter Holsteiner Cox

C

R

Honeycrisp

 

C

 

Honeygold

 

D

 

Horneburger

 

D

 

Howgate Wonder

Manga

D

 

Idared

 

B

 

Ingrid Marie

 

B

R

Isbranica

Izbranica

C

 

Jacob Fisher

 

D

 

Jacques Lebel

 

D

 

Jamba

 

C

 

James Grieve και μεταλλάξεις

 

D

 

James Grieve rouge

Red James Grieve

B

 

Jarka

 

C

 

Jerseymac

 

B

 

Jester

 

D

 

Jonagold (2) και μεταλλάξεις, επί παραδείγματι:

 

C

 

Crowngold

 
 

Daligo

 
 

Daliguy

Jonasty

 

Dalijean

Jonamel

 

Jonagold 2000

Excel

 

Jonabel

 
 

Jonabres

 
 

King Jonagold

 
 

New Jonagold

Fukushima

 

Novajo

Veulemanns

 

Schneica

 
 

Wilmuta

 
 

Jonagored και μεταλλάξεις, π.χ.:

 

A

 

Decosta

 
 

Jomured

Van de Poel

 

Jonagold Boerekamp

 
 

Jomar

 
 

Jonagored Supra

 
 

Jonaveld

 
 

Primo

 
 

Romagold

Surkijn

 

Rubinstar

 
 

Red Jonaprince

 
 

Jonalord

 

C

 

Jonathan

 

B

 

Julia

 

B

 

Jupiter

 

D

 

Karmijn de Sonnaville

 

C

R

Katy

Katja

B

 

Kent

 

D

R

Kidd's orange red

 

C

R

Kim

 

B

 

Koit

 

C

 

Krameri Tuviõun

 

B

 

Kukikovskoje

 

B

 

Lady Williams

 

B

 

Lane's Prince Albert

 

D

 

Laxton's Superb

Laxtons Superb

C

R

Ligol

 

B

 

Lobo

 

B

 

Lodel

 

A

 

Lord Lambourne

 

C

 

Maigold

 

B

 

Mc Intosh

 

B

 

Meelis

 

B

 

Melba

 

B

 

Melodie

 

B

 

Melrose

 

C

 

Meridian

 

C

 

Moonglo

 

C

 

Morgenduft

Imperatore

B

 

Mountain Cove

 

D

 

Mutsu

 

D

 

Normanda

 

C

 

Nueva Europa

 

C

 

Nueva Orleans

 

B

 

Odin

 

B

 

Ontario

 

B

 

Orlovskoje Polosatoje

 

C

 

Ozark Gold

 

D

 

Paula Red

 

B

 

Pero de Cirio

 

D

 

Piglos

 

B

 

Pikant

 

B

 

Pikkolo

 

C

 

Pilot

 

C

 

Pimona

 

C

 

Pinova

 

C

 

Pirella

 

B

 

Piros

 

C

 

Rafzubex

 

A

 

Rafzubin

 

C

 

Rajka

 

B

 

Rambour d'hiver

 

D

 

Rambour Franc

 

B

 

Reanda

 

B

 

Rebella

 

C

 

Red Delicious και μεταλλάξεις, π.χ.:

 

A

 

Campsur

Erovan

Evasni

Flatrar

Fortuna Delicious

Otago

Red King

Red Spur

Red York

Richared

Royal Red

Sandidge

Shotwell Delicious

Stark Delicious

Starking

Starkrimson

Starkspur

Topred

Trumdor

Well Spur

Red Dougherty

 

A

 

Red Rome

 

A

 

Redkroft

 

A

 

Regal

 

A

 

Regina

 

B

 

Reglindis

 

C

 

Reine des Reinettes

Goldparmäne, Gold Parmoné

C

 

Reineta Encarnada

 

B

 

Reinette Rouge du Canada

 

B

 

Reinette d'Orléans

 

D

 

Reinette Blanche du Canada

Reinette du Canada, Canada Blanc, Kanadarenette, Renetta del Canada

D

R

Reinette de France

 

D

 

Reinette de Landsberg

 

D

 

Reinette grise du Canada

Graue Kanadarenette

D

R

Relinda

 

C

 

Remo

 

B

 

Renora

 

B

 

Resi

 

B

 

Resista

 

D

 

Retina

 

B

 

Rewena

 

B

 

Roja de Benejama

Verruga, Roja del Valle, Clavelina

A

 

Rome Beauty

Belle de Rome, Rome

B

 

Rosana

Berner Rosenapfel

B

 

Royal Beaut

 

A

 

Rubin

 

C

 

Rubinola

 

B

 

Sciearly

 

A

 

Scifresh

 

B

 

Sciglo

 

A

 

Sciray

GS48

A

 

Scired

 

A

R

Sciros

 

A

 

Selena

 

B

 

Shampion

 

B

 

Sidrunkollane Taliõun

 

D

 

Sinap Orlovskij

Orlovski Sinap

D

 

Snygold

Earlygold

D

 

Sommerregent

 

C

 

Spartan

 

A

 

Splendour

 

A

 

St. Edmunds Pippin

 

D

R

Stark's Earliest

 

C

 

Štaris

Staris

A

 

Sturmer Pippin

 

D

R

Sügisdessert

 

C

 

Sügisjoonik

 

C

 

Summerred

 

B

 

Sunrise

 

A

 

Sunset

 

D

R

Suntan

 

D

R

Sweet Caroline

 

C

 

Talvenauding

 

B

 

Tellisaare

 

B

 

Tiina

 

B

 

Topaz

 

B

 

Tydeman's Early Worcester

Tydeman's Early

B

 

Veteran

 

B

 

Vista Bella

Bellavista

B

 

Wealthy

 

B

 

Worcester Pearmain

 

B

 

York

 

B

 

Zarja Alatau

Zarya Alatau

D

 

(1)   Τουλάχιστον 20 % ερυθρόχρωμα στις κατηγορίες I και II.

(2)   Για την ποικιλία Jonagold, ωστόσο, τουλάχιστο το ένα δέκατο της επιφάνειας των μήλων πρέπει να καλύπτεται από ερυθρές ραβδώσεις.

ΜΕΡΟΣ 2:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΣΠΕΡΙΔΟΕΙΔΩΝ

I.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Οι παρούσες προδιαγραφές εφαρμόζονται στα κατωτέρω προϊόντα που κατατάσσονται στο είδος των «εσπεριδοειδών» και προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή, με εξαίρεση τα εσπεριδοειδή που προορίζονται για βιομηχανική χρήση:

 λεμόνια των καλλιεργούμενων ποικιλιών του είδους Citrus limon (L.) Burm. f.,

 μανταρίνια των καλλιεργούμενων ποικιλιών του είδους Citrus reticulata Blanco, περιλαμβανομένων των σατσούμα (Citrus unshiu Marcow.), κλημεντινών (Citrus clementina Hort. ex Tan.), κοινών μανταρινιών (Citrus deliciosa Ten.) και μανταρινιών του είδους tangerines (Citrus tangerina Hort. ex Tan.) που προέρχονται από αυτά τα είδη και τα υβρίδιά τους, τα οποία στη συνέχεια καλούνται «μανταρίνια»,

 πορτοκάλια των ποικιλιών του είδους Citrus sinensis (L.)

II.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι προδιαγραφές αποσκοπούν στον ορισμό των χαρακτηριστικών που πρέπει να εμφανίζουν τα εσπεριδοειδή μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία.

A.   Ελάχιστες απαιτήσεις

Σε όλες τις κατηγορίες εάν ληφθούν υπόψη οι ειδικές διατάξεις που προβλέπονται για κάθε κατηγορία και τα αποδεκτά όρια ανοχής, τα εσπεριδοειδή όλων των κατηγοριών πρέπει να είναι:

 ακέραια,

 απαλλαγμένα από μώλωπες ή/και εκτεταμένους τραυματισμούς που έχουν επουλωθεί,

 υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

 καθαρά, ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε διακριτή ξένη ύλη,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς,

 απαλλαγμένα από σημάδια εσωτερικής ξήρανσης,

 απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται χαμηλές θερμοκρασίες ή παγετό,

 χωρίς μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

 απαλλαγμένα από ξένη οσμή ή/και γεύση.

Τα εσπεριδοειδή πρέπει να έχουν επιμελώς συλλεγεί και να έχουν φθάσει σε κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης και ωρίμανσης με βάση τα κριτήρια που αφορούν την ποικιλία, την περίοδο συλλογής και τη ζώνη παραγωγής.

Το στάδιο ανάπτυξης και ο βαθμός ωρίμανσης των εσπεριδοειδών πρέπει να επιτρέπουν στους καρπούς:

 να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό, και

 να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

Τα εσπεριδοειδή τα οποία πληρούν τα κριτήρια ωρίμανσης του παρόντος Παραρτήματος μπορούν να υποβάλλονται σε «αποπρασινισμό». Η επεξεργασία αυτή επιτρέπεται μόνον εφόσον δεν αλλοιώνονται τα άλλα φυσικά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.

B.   Απαιτήσεις ωρίμανσης

Η ωρίμανση των εσπεριδοειδών ορίζεται από τις ακόλουθες παραμέτρους που αναφέρονται για καθένα από τα κατωτέρω είδη:

1. Ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό,

2. Χρωματισμός.

Ο χρωματισμός πρέπει να είναι τέτοιος ώστε με βάση τη φυσιολογική ανάπτυξή τους τα εσπεριδοειδή να αποκτούν στον τόπο προορισμού το τυπικό χρώμα της ποικιλίας τους.

i)   Λεμόνια

 Ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό:

 



— Λεμόνια Verdelli και Primofiore:

20 %

— Άλλα λεμόνια:

25 %

 Χρωματισμός: πρέπει να είναι ο τυπικός της ποικιλίας. Ωστόσο, οι καρποί που έχουν πράσινο χρώμα (αλλά όχι σκούρο πράσινο) γίνονται δεκτοί, υπό τον όρο ότι πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις περιεκτικότητας σε χυμό.

ii)   Μανταρίνια

 Ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό:

 



— Μανταρίνια, εκτός από τις κλημεντίνες:

33 %

— Κλημεντίνες:

40 %

 Χρωματισμός: πρέπει να είναι ο τυπικός της ποικιλίας κατά το ένα τρίτο τουλάχιστον της επιφάνειας του καρπού.

iii)   Πορτοκάλια

Ο χρωματισμός πρέπει να είναι το τυπικός της ποικιλίας. Επιτρέπονται καρποί με ανοικτό πράσινο χρωματισμό, υπό τον όρο ότι ο χρωματισμός αυτός δεν υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής επιφάνειας του καρπού. Οι καρποί πρέπει να παρουσιάζουν την ακόλουθη ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό:



— Πορτοκάλια σαγκουίνια:

30 %

— Ομάδα των ναβελίνων:

33 %

— Λοιπές ποικιλίες:

35 %

Εντούτοις, τα πορτοκάλια που παράγονται σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες αέρα και υψηλή σχετική υγρασία κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του καρπού μπορούν να έχουν πράσινο χρώμα που υπερβαίνει το ένα πέμπτο της συνολικής επιφάνειας του καρπού, υπό τον όρο ότι έχουν την ακόλουθη ελάχιστη περιεκτικότητα σε χυμό:



— Ποικιλίες Mosambi, Sathgudi και Pacitan:

33 %

— Λοιπές ποικιλίες:

45 %

Γ.   Ταξινόμηση

Τα εσπεριδοειδή ταξινομούνται στις κατωτέρω τρεις κατηγορίες:

i)   Κατηγορία «Extra»

Τα εσπεριδοειδή που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι ανώτερης ποιότητας. Το σχήμα, η εξωτερική όψη τους, η ανάπτυξη και ο χρωματισμός τους πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας ή/και του εμπορικού τύπου.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουν ελαττώματα, εκτός από πολύ ελαφρές επιφανειακές αλλοιώσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτές δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητά του, τη διατήρησή του και την παρουσίασή του στη συσκευασία.

ii)   Κατηγορία I

Τα εσπεριδοειδή που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα τυπικά χαρακτηριστικά της ποικιλίας ή/και του εμπορικού τύπου.

Οι καρποί μπορούν, ωστόσο, να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαφρά ελαττώματα, με την προϋπόθεση ότι δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση, την ποιότητα, τη διατήρηση και την παρουσίαση στη συσκευασία:

 ελαφρά ατέλεια σχήματος,

 ελαφρά ατέλεια χρωματισμού,

 ελαφρές ατέλειες του φλοιού που εμφανίζονται κατά το σχηματισμό του καρπού, όπως: αργυρόχρωμες επιστρώσεις, σκωριόχρωμες κηλίδες, κ.λπ.

 ελαφρά τραύματα επουλωθέντα, οφειλόμενα σε μηχανικά αίτια, όπως προσβολή από χαλάζι, τριβή, κτυπήματα από τον εν γένει χειρισμό τους, κ.λπ.

iii)   Κατηγορία II

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τα εσπεριδοειδή τα οποία δεν μπορούν να καταταγούν στις ανώτερες κατηγορίες, αλλά ανταποκρίνονται στις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται ανωτέρω.

Μπορούν, εντούτοις, να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαττώματα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι διατηρούν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά ποιότητας, διατήρησης και παρουσίασης:

 ατέλεια σχήματος,

 ατέλεια χρωματισμού,

 τραχύς φλοιός,

 ατέλειες του φλοιού που εμφανίζονται κατά τον σχηματισμό του καρπού όπως: αργυρόχρωμες επιστρώσεις, σκωριόχρωμες κηλίδες κ.λπ.,

 ατέλειες που έχουν επουλωθεί και οφείλονται σε μηχανικά αίτια, όπως προσβολή από χαλάζι, τριβή, κτυπήματα από τον εν γένει χειρισμό τους, κ.λπ.,

 επιφανειακές αλλοιώσεις του φλοιού που έχουν επουλωθεί,

 ελαφρά και μερική αποκόλληση του περικαρπίου για τα πορτοκάλια (που επιτρέπεται και για τα μανταρίνια).

ΙΙΙ.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

Η ταξινόμηση κατά μέγεθος προσδιορίζεται από τη μέγιστη διάμετρο της ισημερινής τομής του καρπού.

A.   Ελάχιστο μέγεθος

Αποκλείονται οι καρποί που δεν έχουν τις ακόλουθες ελάχιστες διαστάσεις:



Λεμόνια:

45 mm

Μανταρίνια εξαιρέσει των κλημεντινών:

45 mm

Κλημεντίνες:

35 mm

Πορτοκάλια:

53 mm

B.   Κλίμακες μεγέθους

Λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω κλίμακες μεγέθους:



Πορτοκάλια

Λεμόνια

Μανταρίνια

Μέγεθος

Διάμετρος

(mm)

Μέγεθος

Διάμετρος

(mm)

Μέγεθος

Διάμετρος

(mm)

0

92-110

0

79-90

1-XXX

78 και άνω

1

87-100

1

72-83

1-XX

67-78

2

84-96

2

68-78

1 ή 1-X

63-74

3

81-92

3

63-72

2

58-69

4

77-88

4

58-67

3

54-64

5

73-84

5

53-62

4

50-60

6

70-80

6

48-57

5

46-56

7

67-76

7

45-52

(1)

43-52

8

64-73

 
 

7

41-48

9

62-70

 
 

8

39-46

10

60-68

 
 

9

37-44

11

58-66

 
 

10

35-42

12

56-63

 
 
 
 

13

53-60

 
 
 
 

(1)   Μεγέθη μικρότερα των 45 χιλιοστών αφορούν μόνο τις κλημεντίνες.

Επιτρέπεται η συσκευασία εσπεριδοειδών με βάση τον αριθμό τεμαχίων. Στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται οι καρποί της ίδιας συσκευασίας να μην ανήκουν σε μία μόνο, αλλά σε δύο γειτονικές κατηγορίες διαμετρήματος, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι προβλεπόμενοι στον τίτλο ΙΙΙ σημείο Γ κανόνες ομοιογένειας διαμετρήματος.

Γ.   Ομοιογένεια

Η ομοιογένεια ως προς το μέγεθος επιτυγχάνεται με βάση τις προαναφερόμενες κλίμακες μεγέθους, εκτός από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

i) για τους καρπούς που παρουσιάζονται σε διαταγμένες στρώσεις, σε συσκευασίες ή μονάδες συσκευασία που προορίζονται για πώληση στον καταναλωτή, η διαφορά μεταξύ του μικρότερου και του μεγαλύτερου καρπού στην ίδια συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει τις κατωτέρω μέγιστες τιμές για την ίδια κατηγορία μεγέθους ή για δύο διαδοχικές κατηγορίες μεγέθους, όταν πρόκειται για συσκευασίες εσπεριδοειδών βάσει αριθμού τεμαχίων:



 

Κωδικοί μεγεθών

Μέγιστη διαφορά μεγέθους μεταξύ καρπών στην ίδια συσκευασία

(σε χιλιοστά)

Λεμόνια

0 έως 7

7

Μανταρίνια

1-XXX-4

5 έως 6

7 έως 10

9

8

7

Πορτοκάλια

0 έως 2

3 έως 6

7 έως 13

11

9

7

ii) για τους καρπούς που δεν παρουσιάζονται σε διαταγμένες στρώσεις, σε μονάδες συσκευασίες ή σε σκληρές μονάδες συσκευασίες για την πώληση στον καταναλωτή, η διαφορά μεταξύ του μικρότερου καρπού και του μεγαλύτερου καρπού στην ίδια συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει το ενδεδειγμένο εύρος διαμετρήματος εντός της κλίμακας μεγέθους ή, όταν τα εσπεριδοειδή είναι συσκευασμένα κατά αριθμό τεμαχίων, το εύρος σε χιλιοστά του ενός από τους δύο οικείους διαδοχικούς κωδικούς·

iii) για τους καρπούς που παρουσιάζονται χύδην σε κιβώτια μεγάλης χωρητικότητας και σε όχι σκληρές (δίχτυα, σακούλες κ.λπ.) μονάδες συσκευασίες που προορίζονται για πώληση στον καταναλωτή, η διαφορά μεταξύ του μικρότερου και του μεγαλύτερου καρπού στην ίδια παρτίδα ή στην ίδια συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει το εύρος μεγέθους που προκύπτει για ομάδα τριών διαδοχικών μεγεθών εντός της κλίμακας μεγεθών.

IV.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΝΟΧΗΣ

Επιτρέπονται όρια ανοχής όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος σε κάθε συσκευασία, για τα προϊόντα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κατηγορίας στην οποία δηλώνεται ότι ανήκουν.

A.   Όρια ανοχής ως προς την ποιότητα

i)   Κατηγορία «Extra»

5 % κατ' αριθμό ή κατά βάρος εσπεριδοειδών που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας, αλλά ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας Ι ή είναι κατ' εξαίρεση αποδεκτά εντός των ορίων ανοχής της κατηγορίας αυτής.

ii)   Κατηγορία I

10 % κατ' αριθμό ή κατά βάρος εσπεριδοειδών που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας, αλλά που ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας II ή είναι κατ' εξαίρεση αποδεκτά εντός των ορίων ανοχής της κατηγορίας αυτής.

iii)   Κατηγορία II

10 % κατ' αριθμό ή κατά βάρος εσπεριδοειδών που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας ούτε τις ελάχιστες απαιτήσεις, με εξαίρεση τα εσπεριδοειδή που έχουν προσβληθεί από σήψη, έντονους μώλωπες ή κάθε άλλη αλλοίωση που τα καθιστά ακατάλληλα για κατανάλωση. Εντός του παρόντος ορίου ανοχής, μπορεί να γίνει δεκτό μέγιστο ποσοστό 5 % καρπών που παρουσιάζουν ελαφρές επιφανειακές μη επουλωθείσες φθορές ή ξηρές σχισμές, ή μαλακών και συρρικνωμένων καρπών.

B.   Όρια ανοχής ως προς το μέγεθος

Για όλες τις κατηγορίες και για κάθε τύπο παρουσίασης: επιτρέπεται 10 % κατ' αριθμό ή κατά βάρος εσπεριδοειδών που αντιστοιχούν στο αμέσως κατώτερο ή/και ανώτερο μέγεθος από το αναφερόμενο στη συσκευασία (ή τα αναφερόμενα, σε περίπτωση συνδυασμού τριών μεγεθών).

Σε κάθε περίπτωση, το όριο ανοχής του 10 % αφορά μόνο τους καρπούς, το μέγεθος των οποίων δεν είναι μικρότερο από τα ακόλουθα ελάχιστα όρια:



Λεμόνια:

43 mm

Μανταρίνια, εκτός από τις κλημεντίνες:

43 mm

Κλημεντίνες:

34 mm

Πορτοκάλια:

50 mm

V.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

A.   Ομοιογένεια

Το περιεχόμενο κάθε συσκευασίας πρέπει να είναι ομοιογενές και να περιέχει αποκλειστικά εσπεριδοειδή της ίδιας καταγωγής, ποικιλίας ή εμπορικού τύπου, ποιότητας, μεγέθους και σαφώς του ιδίου βαθμού ανάπτυξης και ωρίμανσης.

Επιπλέον, για την κατηγορία «Έξτρα» απαιτείται ομοιογένεια χρωματισμού.

Το ορατό τμήμα του περιεχομένου της συσκευασίας πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου της.

B.   Συσκευασία

Τα εσπεριδοειδή πρέπει να συσκευάζονται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία του προϊόντος.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της συσκευασίας πρέπει να είναι καινούρια, καθαρά και από ύλη που να μην προκαλεί εξωτερικές ή εσωτερικές αλλοιώσεις των προϊόντων. Η χρησιμοποίηση υλικών, και ιδίως χαρτιών ή σημάτων που περιέχουν εμπορικές ενδείξεις επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι η εκτύπωση ή η τοποθέτηση της ετικέτας έχει γίνει με μη τοξικό μελάνι ή κόλλα.

Όταν οι καρποί είναι περιτυλιγμένοι πρέπει να χρησιμοποιείται λεπτό, στεγνό, καινούριο και άοσμο ( 47 ) χαρτί.

Απαγορεύεται η χρήση οποιασδήποτε ουσίας που ενδέχεται να μεταβάλει τα φυσικά χαρακτηριστικά των εσπεριδοειδών και ιδίως την οσμή και τη γεύση τους (47) .

Οι συσκευασίες πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κάθε ξένη ύλη. Επιτρέπεται, ωστόσο, μία παρουσίαση που περιλαμβάνει ένα βραχύ (μη ξυλώδη) κλώνο με πράσινα φύλλα προσκολλημένο στον καρπό.

Οι αυτοκόλλητες ετικέτες πάνω σε κάθε καρπό δεν πρέπει, όταν αφαιρούνται, να αφήνουν εμφανή ίχνη κόλας ούτε να προκαλούν ελαττώματα στην εξωτερική επιφάνεια.

Γ.   Παρουσίαση

Τα εσπεριδοειδή μπορούν να παρουσιάζονται:

α) διατεταγμένα σε κανονικές στρώσεις στη συσκευασία·

β) χωρίς διάταξη σε τακτικές στρώσεις στη συσκευασία ή χύδην σε παλετοκιβώτια. Η παρουσίαση αυτή επιτρέπεται μόνο για τις κατηγορίες Ι και ΙΙ·

γ) σε μεμονωμένες συσκευασίες βάρους κατώτερου των 5 χλγ. που προορίζονται για απευθείας πώληση στον καταναλωτή και υπολογίζονται:

 είτε με βάση τον αριθμό των καρπών,

 είτε με βάση το καθαρό βάρος της συσκευασίας

VI.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Κάθε συσκευασία πρέπει να φέρει εξωτερικά συγκεντρωμένες στην ίδια πλευρά με ευανάγνωστους, ανεξίτηλους και ευδιάκριτους χαρακτήρες τις ακόλουθες ενδείξεις:

A.   Ταυτοποίηση

Το όνομα και η διεύθυνση του συσκευαστή ή/και του αποστολέα

Η ένδειξη αυτή μπορεί να αντικαθίσταται:

 για όλες τις συσκευασίες εκτός από τις προσυσκευασίες, από τον κωδικό του συσκευαστή ή/και του αποστολέα που έχει εκδοθεί ή αναγνωριστεί από επίσημη υπηρεσία, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευαστής ή/και αποστολέας» (ή ισοδύναμη συντομογραφία)·

 για τις προσυσκευασίες και μόνο, από το όνομα και τη διεύθυνση του πωλητή που είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Κοινότητας, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευασμένο για:» ή ισοδύναμη ένδειξη. Στην περίπτωση αυτή, η ετικέτα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης έναν κωδικό που αντιστοιχεί στον συσκευαστή ή/και στον αποστολέα. Ο πωλητής παρέχει στις υπηρεσίες ελέγχου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη σημασία του κωδικού αυτού.

B.   Φύση του προϊόντος

 Ονομασία του είδους, αν το προϊόν δεν είναι ορατό από έξω, εκτός από τα μανταρίνια, για τα οποία είναι υποχρεωτική η ονομασία του είδους ή η ονομασία της ποικιλίας (κατά περίπτωση),

 Ονομασία της ποικιλίας για τα πορτοκάλια,

 Ονομασία του τύπου:

 για τα λεμόνια: οι ενδείξεις «Verdelli» και «Primofiore», κατά περίπτωση,

 για τις κλημεντίνες: ενδεχομένως η ένδειξη «Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσια», «Κλημεντίνες» (από ένα έως δέκα κουκούτσια), «Κλημεντίνες με κουκούτσια» (με περισσότερα από δέκα κουκούτσια).

Γ.   Καταγωγή του προϊόντος

Χώρα καταγωγής και, προαιρετικά, ζώνη παραγωγής, ή εθνική, περιφερειακή ή τοπική ονομασία.

Δ.   Εμπορικά χαρακτηριστικά

 Κατηγορία

 Κωδικός μεγέθους για τους καρπούς που παρουσιάζονται με βάση την κλίμακα μεγέθους ή κωδικός ανώτερου και κατώτερου ορίου μεγέθους σε περίπτωση ενοποίησης τριών διαδοχικών μεγεθών της κλίμακας μεγέθους,

 Κωδικός μεγέθους (ή, όταν τα φρούτα συσκευάζονται με βάση τον αριθμό τεμαχίων και ανήκουν σε δύο διαδοχικές τάξεις μεγέθους, τους κωδικούς μεγέθους ή την ελάχιστη και μέγιστη διάμετρο) και αριθμός καρπών, εάν τα φρούτα είναι τοποθετημένα στη συσκευασία σε διάταξη στρώσεων,

 Όταν γίνεται χρήση, αναφορά του συντηρητικού ή άλλων χημικών ουσιών που έχουν χρησιμοποιηθεί στο στάδιο μετά τη συγκομιδή.

E.   Σήμα επισήμου ελέγχου (προαιρετικά)

Δεν είναι απαραίτητο να αναγράφονται στα μέσα συσκευασίας οι προβλεπόμενες στο πρώτο εδάφιο ενδείξεις, όταν αυτά περιέχουν συσκευασίες έτοιμες για πώληση, ορατές εξωτερικά και η καθεμία από αυτές φέρει τις εν λόγω ενδείξεις. Οι συσκευασίες αυτές δεν πρέπει να φέρουν καμία παραπλανητική ένδειξη. Όταν αυτά τα μέσα συσκευασίας είναι σε παλέτες, οι ενδείξεις πρέπει να αναγράφονται σε εμφανή θέση σε δύο τουλάχιστον πλευρές της παλέτας.

ΜΕΡΟΣ 3:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΕΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΚΤΙΝΙΔΙΑ

I.   ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Οι παρούσες προδιαγραφές εφαρμόζονται στις ποικιλίες των καλλιεργούμενων ειδών Actinidia chinensis (Planch.) και Actinidia deliciosa (A. Chev., C.F. Liang και A.R. Ferguson) που διατίθενται νωπά στον καταναλωτή και εξαιρούνται τα ακτινίδια που προορίζονται για βιομηχανική χρήση.

II.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι παρούσες προδιαγραφές αποσκοπούν στον ορισμό των ποιοτικών απαιτήσεων για τα ακτινίδια, μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία τους.

Α.   Ελάχιστες απαιτήσεις ποιότητας

Σε όλες τις κατηγορίες, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων διατάξεων που προβλέπονται για κάθε κατηγορία και των επιτρεπομένων ορίων ανοχής, τα ακτινίδια πρέπει να είναι:

 ακέραια (αλλά χωρίς ποδίσκο),

 υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από μούχλα ή αλλοιώσεις που θα τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

 καθαρά, ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από επιβλαβείς οργανισμούς,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται από επιβλαβείς οργανισμούς,

 αρκετά συνεκτικά· ούτε μαλακά ούτε συρρικνωμένα ούτε υδαρή,

 καλά σχηματισμένα· αποκλείονται οι διπλοί ή πολλαπλοί καρποί,

 απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

 απαλλαγμένα από ξένη οσμή ή/και ξένη γεύση.

Η ανάπτυξη και η κατάσταση των ακτινιδίων πρέπει να είναι τέτοια ώστε να μπορούν:

 να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό, και

 να φθάνουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

Β.   Ελάχιστες απαιτήσεις ωρίμανσης

Τα ακτινίδια πρέπει να είναι επαρκώς ανεπτυγμένα και σε ικανοποιητικό στάδιο ωρίμανσης. Για να πληρούν αυτή την απαίτηση, οι καρποί πρέπει να έχουν φθάσει ένα βαθμό ωρίμανσης:

 στο στάδιο της συσκευασίας στην περιοχή παραγωγής και κατά τη μετέπειτα παράδοση από τον συσκευαστή, καθώς και στα στάδια της εισαγωγής και της εξαγωγής, τουλάχιστον 6,2o Brix ή 15 % μέσης περιεκτικότητας σε ξηρή ουσία,

 σε όλα τα άλλα στάδια εμπορίας, τουλάχιστον 9,5o Brix.

Γ.   Ταξινόμηση

Τα ακτινίδια ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες ως εξής:

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

Τα ακτινίδια που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι ανώτερης ποιότητας. Πρέπει να είναι καλώς αναπτυγμένα και να παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά και τον τυπικό χρωματισμό της ποικιλίας.

Πρέπει να είναι απαλλαγμένα από ελαττώματα, εκτός από πολύ ελαφρές επιφανειακές αλλοιώσεις, με την προϋπόθεση ότι αυτές δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση του προϊόντος, την ποιότητά του, τη διατήρησή του και την παρουσίασή του στη συσκευασία.

Η αναλογία της ελάχιστης διαμέτρου προς την μέγιστη διάμετρο του καρπού μετρούμενη στην ισημερινή τομή πρέπει να είναι 0,8 ή μεγαλύτερη.

ii)   Κατηγορία I

Τα ακτινίδια που ταξινομούνται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας.

Πρέπει να είναι συνεκτικά και η σάρκα τους να είναι τελείως υγιής.

Οι καρποί μπορούν, ωστόσο, να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαφρά ελαττώματα, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν βλάπτουν τη γενική εμφάνιση, την ποιότητα, τη διατήρηση και την παρουσίαση στη συσκευασία:

 ελαφρά ελαττώματα ως προς το σχήμα (αλλά χωρίς εξογκώματα και δυσμορφίες),

 ελαφρό ελάττωμα χρωματισμού,

 επιφανειακά ελαττώματα του φλοιού, υπό τον όρο ότι η συνολική επιφάνειά τους δεν υπερβαίνει 1 cm2,

 μικρό «στίγμα του Hayward» που εμφανίζει μια επιμήκη γραμμή χωρίς προεξοχή.

Η αναλογία της ελάχιστης διαμέτρου προς την μέγιστη διάμετρο του καρπού μετρούμενη στην ισημερινή τομή πρέπει να είναι τ 0,7 ή μεγαλύτερη.

iii)   Κατηγορία II

Στην κατηγορία αυτή κατατάσσονται τα ακτινίδια που δεν μπορούν να ταξινομηθούν στις ανώτερες κατηγορίες αλλά ικανοποιούν τις προαναφερόμενες ελάχιστες απαιτήσεις.

Οι καρποί πρέπει να είναι αρκετά συνεκτικοί και η σάρκα τους δεν πρέπει να εμφανίζει σοβαρά ελαττώματα.

Επιτρέπονται, ωστόσο, τα ακόλουθα ελαττώματα, υπό τον όρο ότι τα ακτινίδια διατηρούν τα βασικά τους χαρακτηριστικά όσον αφορά την ποιότητα, τη διατήρηση και την παρουσίαση:

 παραμορφώσεις,

 ελαττώματα χρωματισμού,

 ελαττώματα του φλοιού, όπως μικρές επουλωμένες σχισμές ή ουλώδης ιστός με ελαφρά εκδορά, υπό τον όρο ότι η ολική επιφάνειά τους δεν υπερβαίνει τα 2 cm2,

 περισσότερα και εντονότερα «στίγματα του Hayward» με ελαφρά προεξοχή,

 ελαφροί μώλωπες.

ΙΙΙ.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ

Το μέγεθος καθορίζεται με βάση το βάρος του καρπού.

Το ελάχιστο βάρος για την κατηγορία «Έξτρα» ορίζεται σε 90 γραμμάρια, για την κατηγορία I σε 70 γραμμάρια και για την κατηγορία II σε 65 γραμμάρια.

Η διαφορά βάρους μεταξύ του μεγαλύτερου και του μικρότερου καρπού σε κάθε συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα:

 10 γραμμάρια για τους καρπούς με βάρος κατώτερο των 85 γραμμαρίων,

 15 γραμμάρια για τους καρπούς με βάρος μεταξύ 85 και 120 γραμμαρίων,

 20 γραμμάρια για τους καρπούς με βάρος μεταξύ 120 και 150 γραμμαρίων,

 40 γραμμάρια για τους καρπούς με βάρος 150 γραμμαρίων και άνω.

IV.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΝΟΧΗΣ

Επιτρέπονται όρια ανοχής όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος σε κάθε συσκευασία, για τα προϊόντα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κατηγορίας στην οποία δηλώνεται ότι ανήκουν.

A.   Όρια ανοχής ως προς την ποιότητα

i)   Κατηγορία «Έξτρα»

5 % κατά αριθμό ή βάρος ακτινιδίων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής, αλλά ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας Ι ή εμπίπτουν, κατ' εξαίρεση, στα όρια ανοχής αυτής της κατηγορίας.

ii)   Κατηγορία I

10 % κατά αριθμό ή βάρος ακτινιδίων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής, αλλά ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας II, ή εμπίπτουν, κατ' εξαίρεση, στα όρια ανοχής αυτής της κατηγορίας.

iii)   Κατηγορία II

10 % κατά αριθμό ή βάρος ακτινιδίων που δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις της κατηγορίας αυτής ή τις ελάχιστες απαιτήσεις, εξαιρουμένων πάντως των καρπών που έχουν προσβληθεί από σήψη, φέρουν έντονους μώλωπες ή έχουν υποστεί οποιαδήποτε άλλη αλλοίωση που να τα καθιστά ακατάλληλα για κατανάλωση.

B.   Όρια ανοχής ως προς το μέγεθος

Για όλες τις κατηγορίες: 10 % σε αριθμό ή σε βάρος ακτινιδίων που δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές όσον αφορά το ελάχιστο βάρος ή/και το μέγεθος.

Εντούτοις, το μέγεθος των καρπών πρέπει να είναι το αμέσως κατώτερο ή ανώτερο από το αναγραφόμενο μέγεθος ή, εάν το μέγεθος είναι μικρότερο, το βάρος δεν πρέπει να είναι κατώτερο από 85 γραμμάρια στην κατηγορία «Έξτρα», από 67 γρ. στην κατηγορία I και από 62 γρ. στην κατηγορία II.

V.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

A.   Ομοιογένεια

Το περιεχόμενο κάθε συσκευασίας πρέπει να είναι ομοιογενές και να περιέχει μόνο ακτινίδια της ιδίας προέλευσης, ποικιλίας, ποιότητας και μεγέθους.

Το ορατό τμήμα του περιεχομένου της συσκευασίας πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου της.

B.   Συσκευασία

Τα ακτινίδια πρέπει να συσκευάζονται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την κατάλληλη προστασία του προϊόντος.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της συσκευασίας πρέπει να είναι καινούρια, καθαρά και από ύλη που να μην προκαλεί στα προϊόντα εξωτερικές ή εσωτερικές αλλοιώσεις. Η χρησιμοποίηση υλικών, και ιδίως χαρτιών ή σημάτων που περιέχουν εμπορικές ενδείξεις επιτρέπεται, με την προϋπόθεση ότι η εκτύπωση ή η τοποθέτηση της ετικέτας έχει γίνει με μη τοξική μελάνη ή κόλλα.

Οι αυτοκόλλητες ετικέτες επάνω σε κάθε προϊόν δεν πρέπει, όταν αφαιρούνται, να αφήνουν εμφανή ίχνη κόλλας ούτε να προκαλούν ελαττώματα στην εξωτερική επιφάνεια.

Οι συσκευασίες πρέπει να είναι απαλλαγμένες από κάθε ξένη ύλη.

Γ.   Παρουσίαση

Στην κατηγορία «Έξτρα», οι καρποί πρέπει να παρουσιάζονται διαχωρισμένοι μεταξύ τους, ταξινομημένοι κανονικά σε μία μόνο στρώση.

VI.   ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΗΜΑΝΣΗ

Κάθε συσκευασία πρέπει να φέρει τις ακόλουθες ενδείξεις εξωτερικά, συγκεντρωμένες στην ίδια πλευρά με ευανάγνωστους, ανεξίτηλους και ευδιάκριτους χαρακτήρες:

A.   Ταυτοποίηση

Όνομα και διεύθυνση του συσκευαστή ή/και του αποστολέα.

Η ένδειξη αυτή μπορεί να αντικαθίσταται:

 για όλες τις συσκευασίες εκτός από τις προσυσκευασίες, από τον κωδικό του συσκευαστή ή/και του αποστολέα που έχει εκδοθεί ή αναγνωριστεί από επίσημη υπηρεσία, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευαστής ή/και αποστολέας» (ή ισοδύναμη συντομογραφία)·

 για τις προσυσκευασίες και μόνο, από το όνομα και τη διεύθυνση του πωλητή που είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της Κοινότητας, σε στενή σχέση με την ένδειξη «συσκευασμένο για:» ή ισοδύναμη ένδειξη. Στην περίπτωση αυτή, η ετικέτα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης έναν κωδικό που αντιστοιχεί στον συσκευαστή ή/και στον αποστολέα. Ο πωλητής παρέχει στις υπηρεσίες ελέγχου όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τη σημασία του κωδικού αυτού.

B.   Φύση του προϊόντος

 «Kiwis», «Ακτινίδια» ή ισοδύναμη ονομασία εάν το περιεχόμενο δεν είναι ορατό από έξω,

 όνομα την ποικιλίας (προαιρετικό).

Γ.   Καταγωγή του προϊόντος

Χώρα καταγωγής και, προαιρετικά, ζώνη παραγωγής, ή εθνική, περιφερειακή ή τοπική ονομασία.

Δ.   Εμπορικά χαρακτηριστικά

 Κατηγορία.

 μέγεθος που εκφράζεται με το ελάχιστο και το μέγιστο βάρος των καρπών,

 αριθμός των καρπών (προαιρετικό).

E.   Σήμα επισήμου ελέγχου (προαιρετικά)

Δεν είναι αναγκαίο να αναγράφονται πάνω στα μέσα συσκευασίας οι προβλεπόμενες στο πρώτο εδάφιο ενδείξεις, όταν αυτά περιέχουν συσκευασίες έτοιμες για πώληση, ορατές από έξω, και όταν σε κάθε μία από αυτές αναγράφονται οι εν λόγω ενδείξεις. Οι συσκευασίες αυτές δεν πρέπει να φέρουν καμία παραπλανητική ένδειξη. Όταν οι συσκευασίες παρουσιάζονται σε παλέτα, οι ενδείξεις πρέπει να αναγράφονται σε ευδιάκριτο σημείο σε δύο τουλάχιστον πλευρές της παλέτας.

▼M15

ΜΈΡΟΣ 4:   ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΈΣ ΕΜΠΟΡΊΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΡΟΎΛΙΑ, ΤΑ ΚΑΤΣΑΡΆ ΑΝΤΊΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΤΎΦΥΛΛΑ ΑΝΤΊΔΙΑ

I.    ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Οι παρούσες προδιαγραφές εφαρμόζονται:

 στα μαρούλια των ποικιλιών καλλιεργούμενων ειδών που προέρχονται από τα:

 

  Lactuca sativa L. var. capitata L. (κεφαλωτά μαρούλια συμπεριλαμβανομένων των μαρουλιών τύπου crisphead και «Iceberg»),

  Lactuca sativa L. var. longifolia Lam. (μαρούλια ρωμάνα),

  Lactuca sativa L. var. crispa L. (φυλλώδη μαρούλια),

 από διασταυρώσεις των δύο αυτών ποικιλιών και

 

 στα κατσαρά αντίδια των καλλιεργούμενων ειδών που προέρχονται από το Cichorium endivia L. var. crispum Lam. και

 στα πλατύφυλλα (Batavian) αντίδια (σκαρόλες) των καλλιεργούμενων ειδών που προέρχονται από το Cichorium endivia L. var latifolium Lam.,

τα οποία προορίζονται να διατεθούν νωπά στον καταναλωτή.

Οι παρούσες προδιαγραφές δεν εφαρμόζονται στα προϊόντα που προορίζονται για βιομηχανική μεταποίηση, ούτε στα προϊόντα που εμφανίζονται με τη μορφή μεμονωμένων φύλλων, ούτε στα μαρούλια με ριζόμπαλα, ούτε στα μαρούλια σε φυτοδοχεία.

II.    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

Οι παρούσες προδιαγραφές αποσκοπούν στον καθορισμό των ποιοτικών απαιτήσεων για τα προϊόντα μετά την προετοιμασία και τη συσκευασία.

A.    Ελάχιστες απαιτήσεις

Σε όλες τις κατηγορίες, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για κάθε κατηγορία και των επιτρεπόμενων ορίων ανοχής, τα προϊόντα πρέπει να είναι:

 ακέραια,

 υγιή· αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση,

 καθαρά και περιποιημένα, δηλαδή χωρίς χώμα ή οποιαδήποτε άλλη ουσία και ουσιαστικά απαλλαγμένα από κάθε ορατή ξένη ύλη,

 φρέσκα,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από παράσιτα,

 ουσιαστικά απαλλαγμένα από φθορές που προκαλούνται από παράσιτα,

 συμπαγή,

 μη προχωρημένης ανάπτυξης,

 απαλλαγμένα από μη φυσιολογική εξωτερική υγρασία,

 απαλλαγμένα από ξένες οσμές ή/και ξένες γεύσεις.

Όσον αφορά τα μαρούλια, επιτρέπεται λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της βλάστησης να έχουν αποκτήσει κοκκινωπό χρώμα, χωρίς βέβαια να αλλάζει σημαντικά η εμφάνιση του προϊόντος.

Οι ρίζες πρέπει να κόβονται στη βάση των τελευταίων φύλλων και η τομή πρέπει να είναι συμμετρική.

Τα προϊόντα πρέπει να παρουσιάζουν κανονική ανάπτυξη. Επίσης, πρέπει να είναι σε κατάσταση και σε στάδιο ανάπτυξης που να τους επιτρέπει:

 να αντέχουν τη μεταφορά και τον εν γένει χειρισμό και

 να φθάσουν σε ικανοποιητική κατάσταση στον τόπο προορισμού.

B.    Ταξινόμηση

Τα προϊόντα κατατάσσονται στις δύο κατωτέρω κατηγορίες:

i)    Κατηγορία I

Τα προϊόντα που κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή πρέπει να είναι καλής ποιότητας. Πρέπει να φέρουν τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας ή του εμπορικού τύπου, κυρίως δε το χρωματισμό.

Επίσης, τα προϊόντα πρέπει να είναι:

 καλά σχηματισμένα,

 κλειστά, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο καλλιέργειας και τον τύπο του προϊόντος,

 να μην έχουν υποστεί φθορές ή αλλοιώσεις που να επηρεάζουν την εδωδιμότητά τους,

 να μην έχουν προσβληθεί από παγετό.

Τα κεφαλωτά μαρούλια πρέπει να έχουν μία μόνο καρδιά καλά σχηματισμένη. Ωστόσο, τα κεφαλωτά μαρούλια που καλλιεργούνται υπό κάλυψη είναι αποδεκτό να έχουν μικρή καρδιά.

Τα μαρούλια τύπου ρωμάνα πρέπει να έχουν καρδιά, η οποία επιτρέπεται να είναι μικρή.

Το κεντρικό μέρος των κατσαρών αντιδιών και των πλατύφυλλων αντιδιών (σκαρόλες) πρέπει να είναι χρώματος κίτρινου.

ii)    Κατηγορία II

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει τα προϊόντα που δεν μπορούν να καταταχθούν στην κατηγορία Ι, αλλά ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που καθορίζονται ανωτέρω.

Τα προϊόντα αυτά πρέπει να είναι:

 αρκετά καλά σχηματισμένα,

 απαλλαγμένα από ελαττώματα και αλλοιώσεις που επηρεάζουν σημαντικά την εδωδιμότητά τους.

Τα προϊόντα αυτά επιτρέπεται να παρουσιάζουν τα ακόλουθα ελαττώματα, υπό τον όρο ότι διατηρούν τα βασικά χαρακτηριστικά ποιότητας, διατηρησιμότητας και παρουσίασης:

 ελαφρές αλλοιώσεις χρώματος,

 ελαφρές προσβολές από παράσιτα.

Τα κεφαλωτά μαρούλια, πρέπει να έχουν καρδιά που μπορεί να είναι μικρή. Ωστόσο, αυτά που καλλιεργούνται υπό κάλυψη επιτρέπεται να μην έχουν καθόλου καρδιά.

Τα μαρούλια ρωμάνα μπορούν να μην έχουν καρδιά.

III.    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΜΕΓΕΘΟΣ

Η ταξινόμηση κατά μέγεθος καθορίζεται σε βάρος ανά τεμάχιο.

A.    Ελάχιστο βάρος

Το ελάχιστο βάρος για τις κατηγορίες Ι και ΙΙ ανέρχεται σε:



 

Στο ύπαιθρο

Υπό κάλυψη

Κεφαλωτά μαρούλια, με εξαίρεση τα μαρούλια τύπου crisphead και «Iceberg» και μαρούλια ρωμάνα, με εξαίρεση τα μαρούλια τύπου Little gem.

150 g

100 g

Μαρούλια τύπου crisphead και «Iceberg»

300 g

200 g

Φυλλώδη μαρούλια και μαρούλια τύπου Little gem

100 g

100 g

Κατσαρά αντίδια και πλατύφυλλα αντίδια (σκαρόλες)

200 g

150 g

B.    Ομοιογένεια

α)    Μαρούλια

Για όλες τις κατηγορίες, η διαφορά ανάμεσα στο βάρος των ελαφρότερων και των βαρύτερων τεμαχίων μέσα στην ίδια συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει:

 τα 40 γραμμάρια, όταν το ελαφρύτερο τεμάχιο έχει βάρος κατώτερο των 150 γραμμαρίων ανά τεμάχιο,

 τα 100 γραμμάρια, όταν το ελαφρύτερο τεμάχιο έχει βάρος μεταξύ 150 και 300 γραμμαρίων ανά τεμάχιο,

 τα 150 γραμμάρια, όταν το ελαφρύτερο τεμάχιο έχει βάρος μεταξύ 300 και 450 γραμμαρίων ανά τεμάχιο,

 τα 300 γραμμάρια, όταν το ελαφρύτερο τεμάχιο έχει βάρος ανώτερο των 450 γραμμαρίων ανά τεμάχιο.

β)    Κατσαρά αντίδια και πλατύφυλλα αντίδια (σκαρόλες)

Για όλες τις κατηγορίες, η διαφορά ανάμεσα στο βάρος των ελαφρότερων και των βαρύτερων τεμαχίων μέσα στην ίδια συσκευασία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300 γραμμάρια.

IV.    ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΑ ΟΡΙΑ ΑΝΟΧΗΣ

Επιτρέπονται όρια ανοχής όσον αφορά την ποιότητα και το μέγεθος σε κάθε συσκευασία, για τα προϊόντα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κατηγορίας στην οποία δηλώνεται ότι ανήκουν.

A.    Όρια ανοχής ως προς την ποιότητα

i)    Κατηγορία I

Επιτρέπεται όριο ανοχής 10 % κατ’ αριθμό, για τα τεμάχια που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας αλλά είναι σύμφωνα με εκείνες της κατηγορίας ΙΙ. Εντός του παρόντος ορίου ανοχής, το συνολικό ποσοστό των τεμαχίων που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κατηγορίας ΙΙ αλλά ούτε στις ελάχιστες απαιτήσεις δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 1 %. Αποκλείονται τα προϊόντα που έχουν προσβληθεί από σήψη ή αλλοιώσεις που τα καθιστούν ακατάλληλα για κατανάλωση.