EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62010CJ0280

Περίληψη της αποφάσεως

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 1ης Μαρτίου 2012.
Kopalnia Odkrywkowa Polski Trawertyn P. Granatowicz, M. Wąsiewicz spółka jawna κατά Dyrektor Izby Skarbowej w Poznaniu.
Αίτηση του Naczelny Sąd Administracyjny για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
ΦΠΑ — Οδηγία 2006/112/EΚ — Άρθρα 9, 168, 169 και 178 — Έκπτωση του φόρου εισροών που αφορά πράξεις σχετικές με την υλοποίηση σχεδίου οικονομικής δραστηριότητας — Αγορά γης από τους εταίρους εταιρίας — Τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν την καταχώριση της εταιρίας που ζητεί την έκπτωση.
Υπόθεση C‑280/10.

Υπόθεση C-280/10

Kopalnia Odkrywkowa Polski Trawertyn P. Granatowicz, M. Wąsiewicz spółka jawna

κατά

Dyrektor Izby Skarbowej w Poznaniu

(αίτηση του Naczelny Sąd Administracyjny

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«ΦΠΑ — Οδηγία 2006/112/EΚ — Άρθρα 9, 168, 169 και 178 — Έκπτωση του φόρου εισροών που αφορά πράξεις σχετικές με την υλοποίηση σχεδίου οικονομικής δραστηριότητας — Αγορά γης από τους εταίρους εταιρίας — Τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν την καταχώριση της εταιρίας που ζητεί την έκπτωση»

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Φορολογικές διατάξεις — Εναρμόνιση των νομοθεσιών — Φόροι κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας — Έκπτωση του φόρου εισροών — Γένεση και έκταση του δικαιώματος έκπτωσης — Επενδυτικές δαπάνες στις οποίες προέβησαν οι εταίροι για τη σύσταση και τις ανάγκες εταιρίας που δεν έχει ακόμη εγγραφεί στο μητρώο εταιριών

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρα 9, 168 και 169)

  2. Φορολογικές διατάξεις — Εναρμόνιση των νομοθεσιών — Φόροι κύκλου εργασιών — Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας — Έκπτωση του φόρου εισροών — Υποχρεώσεις του υποκειμένου στον φόρο — Κατοχή τιμολογίου που περιέχει ορισμένες ενδείξεις

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρα 168 και 178, στοιχείο αʹ)

  1.  Τα άρθρα 9, 168 και 169 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που δεν παρέχει τη δυνατότητα ούτε στους εταίρους μιας εταιρίας ούτε στην ίδια την εταιρία να επικαλεστούν δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας που προκαταβλήθηκε για τις επενδύσεις που πραγματοποίησαν οι εταίροι πριν τη σύσταση και την εγγραφή της εν λόγω εταιρίας για τις ανάγκες και προς τον σκοπό ασκήσεως της οικονομικής της δραστηριότητας.

    Πράγματι, οι εταίροι μπορούν να θεωρηθούν ως υποκείμενοι για τις ανάγκες του φόρου προστιθέμενης αξίας και, συνεπώς, δύνανται καταρχήν να επικαλεστούν δικαίωμα προς έκπτωση του φόρου επί των εισροών. Καθόσον κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας οι εταίροι αυτοί αδυνατούν να επικαλεστούν τις φορολογητέες πράξεις που πραγματοποίησε η εταιρία προκειμένου να απαλλαγούν από τον φόρο προστιθέμενης αξίας που σχετίζεται με τις επενδυτικές πράξεις που γίνονται για τις ανάγκες και για τη δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, αυτή πρέπει, προκειμένου να διασφαλισθεί η ουδετερότητα της φορολογικής επιβαρύνσεως, να μπορεί να λάβει υπόψη αυτές τις επενδυτικές πράξεις κατά την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας.

    (βλ. σκέψεις 31, 35, 38, διατακτ. 1)

  2.  Τα άρθρα 168 και 178, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτά εθνική ρύθμιση κατ’ εφαρμογή της οποίας εταιρία δεν μπορεί να εκπέσει τον προκαταβληθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας σε περίπτωση που το τιμολόγιο που εκδόθηκε πριν την καταχώριση και την ταυτοποίηση της εν λόγω εταιρίας προς τους σκοπούς του φόρου προστιθέμενης αξίας εκδόθηκε στο όνομα των εταίρων αυτής, εφόσον οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 168, στοιχείο αʹ, συντρέχουν προφανώς, προκειμένου η εταιρία αυτή να μπορέσει να τύχει του δικαιώματος προς έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας και αποδεικνύονται τα δεδομένα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αξιόπιστης και αποτελεσματικής εισπράξεως του φόρου.

    Εφόσον η αδυναμία μιας τέτοιας εταιρίας να ασκήσει το δικαίωμά της προς έκπτωση οφείλεται στο ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του σχετικού με την εν λόγω αγορά τιμολογίου, η συγκεκριμένη εταιρία δεν είχε ακόμη εγγραφεί ούτε ταυτοποιηθεί προς τους σκοπούς του φόρου προστιθέμενης αξίας και ότι, κατά συνέπεια, το τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα των εταίρων, ενώ ταυτίζονται τα πρόσωπα που όφειλαν να προκαταβάλουν τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τα πρόσωπα που αποτελούν την εν λόγω εταιρία, η αδυναμία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρέει από μία αμιγώς τυπική υποχρέωση. Η τήρηση τέτοιου είδους υποχρεώσεως δεν μπορεί να απαιτείται, εφόσον η απαίτηση αυτή συνεπάγεται την εξάλειψη της δυνατότητας ασκήσεως του δικαιώματος προς έκπτωση και, επομένως, θέτει υπό αμφισβήτηση την ουδετερότητα του φόρου προστιθέμενης αξίας.

    (βλ. σκέψεις 44-46, 49-50, διατακτ. 2)

Top

Υπόθεση C-280/10

Kopalnia Odkrywkowa Polski Trawertyn P. Granatowicz, M. Wąsiewicz spółka jawna

κατά

Dyrektor Izby Skarbowej w Poznaniu

(αίτηση του Naczelny Sąd Administracyjny

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)

«ΦΠΑ — Οδηγία 2006/112/EΚ — Άρθρα 9, 168, 169 και 178 — Έκπτωση του φόρου εισροών που αφορά πράξεις σχετικές με την υλοποίηση σχεδίου οικονομικής δραστηριότητας — Αγορά γης από τους εταίρους εταιρίας — Τιμολόγια που εκδόθηκαν πριν την καταχώριση της εταιρίας που ζητεί την έκπτωση»

Περίληψη της αποφάσεως

  1. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Φόροι κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Έκπτωση του φόρου εισροών – Γένεση και έκταση του δικαιώματος έκπτωσης – Επενδυτικές δαπάνες στις οποίες προέβησαν οι εταίροι για τη σύσταση και τις ανάγκες εταιρίας που δεν έχει ακόμη εγγραφεί στο μητρώο εταιριών

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρα 9, 168 και 169)

  2. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Φόροι κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας – Έκπτωση του φόρου εισροών – Υποχρεώσεις του υποκειμένου στον φόρο – Κατοχή τιμολογίου που περιέχει ορισμένες ενδείξεις

    (Οδηγία 2006/112 του Συμβουλίου, άρθρα 168 και 178, στοιχείο αʹ)

  1.  Τα άρθρα 9, 168 και 169 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν εθνική ρύθμιση που δεν παρέχει τη δυνατότητα ούτε στους εταίρους μιας εταιρίας ούτε στην ίδια την εταιρία να επικαλεστούν δικαίωμα εκπτώσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας που προκαταβλήθηκε για τις επενδύσεις που πραγματοποίησαν οι εταίροι πριν τη σύσταση και την εγγραφή της εν λόγω εταιρίας για τις ανάγκες και προς τον σκοπό ασκήσεως της οικονομικής της δραστηριότητας.

    Πράγματι, οι εταίροι μπορούν να θεωρηθούν ως υποκείμενοι για τις ανάγκες του φόρου προστιθέμενης αξίας και, συνεπώς, δύνανται καταρχήν να επικαλεστούν δικαίωμα προς έκπτωση του φόρου επί των εισροών. Καθόσον κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας οι εταίροι αυτοί αδυνατούν να επικαλεστούν τις φορολογητέες πράξεις που πραγματοποίησε η εταιρία προκειμένου να απαλλαγούν από τον φόρο προστιθέμενης αξίας που σχετίζεται με τις επενδυτικές πράξεις που γίνονται για τις ανάγκες και για τη δραστηριότητα της εν λόγω εταιρίας, αυτή πρέπει, προκειμένου να διασφαλισθεί η ουδετερότητα της φορολογικής επιβαρύνσεως, να μπορεί να λάβει υπόψη αυτές τις επενδυτικές πράξεις κατά την έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας.

    (βλ. σκέψεις 31, 35, 38, διατακτ. 1)

  2.  Τα άρθρα 168 και 178, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2006/112 σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας έχουν την έννοια ότι αντιβαίνει προς αυτά εθνική ρύθμιση κατ’ εφαρμογή της οποίας εταιρία δεν μπορεί να εκπέσει τον προκαταβληθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας σε περίπτωση που το τιμολόγιο που εκδόθηκε πριν την καταχώριση και την ταυτοποίηση της εν λόγω εταιρίας προς τους σκοπούς του φόρου προστιθέμενης αξίας εκδόθηκε στο όνομα των εταίρων αυτής, εφόσον οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 168, στοιχείο αʹ, συντρέχουν προφανώς, προκειμένου η εταιρία αυτή να μπορέσει να τύχει του δικαιώματος προς έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας και αποδεικνύονται τα δεδομένα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση αξιόπιστης και αποτελεσματικής εισπράξεως του φόρου.

    Εφόσον η αδυναμία μιας τέτοιας εταιρίας να ασκήσει το δικαίωμά της προς έκπτωση οφείλεται στο ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως του σχετικού με την εν λόγω αγορά τιμολογίου, η συγκεκριμένη εταιρία δεν είχε ακόμη εγγραφεί ούτε ταυτοποιηθεί προς τους σκοπούς του φόρου προστιθέμενης αξίας και ότι, κατά συνέπεια, το τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα των εταίρων, ενώ ταυτίζονται τα πρόσωπα που όφειλαν να προκαταβάλουν τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τα πρόσωπα που αποτελούν την εν λόγω εταιρία, η αδυναμία αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρέει από μία αμιγώς τυπική υποχρέωση. Η τήρηση τέτοιου είδους υποχρεώσεως δεν μπορεί να απαιτείται, εφόσον η απαίτηση αυτή συνεπάγεται την εξάλειψη της δυνατότητας ασκήσεως του δικαιώματος προς έκπτωση και, επομένως, θέτει υπό αμφισβήτηση την ουδετερότητα του φόρου προστιθέμενης αξίας.

    (βλ. σκέψεις 44-46, 49-50, διατακτ. 2)

Top