EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61998CJ0412

Περίληψη της αποφάσεως

Λέξεις κλειδιά
Περίληψη

Λέξεις κλειδιά

1. Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - Διεθνής δικαιοδοσία - ροϋποθέσεις εφαρμογής του τίτλου ΙΙ - Κατοικία του εναγόμενου σε συμβαλλόμενο κράτος - Κατοικία του ενάγοντος σε τρίτη χώρα - Δεν ασκεί επιρροή εκτός αν υφίσταται ρητή διάταξη στη Σύμβαση

(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, τίτλος ΙΙ)

2. Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων - Στόχος - ροστασία του αδύναμου μέρους - _Εκταση - Διαφορές μεταξύ επαγγελματιών στο πλαίσιο συμβάσεως αντασφαλίσεως - Αποκλεισμός

(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρα 7 έως 12α)

3. Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων - Διεθνής δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων - Στόχος - ροστασία του αδύναμου μέρους - _Εκταση - Διαφορές μεταξύ ιδιώτη και αντασφαλιστή - Υπαγωγή

(Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρα 7 έως 12α)

Περίληψη

1. Ο τίτλος ΙΙ της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας, εφαρμόζεται κατ' αρχήν όταν ο εναγόμενος έχει την κατοικία ή έδρα του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, ακόμη και αν ο ενάγων κατοικεί σε τρίτη χώρα. Τα πράγματα είναι διαφορετικά μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις που διάταξη της πιο πάνω Συμβάσεως ορίζει ρητώς ότι η εφαρμογή κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχεται σ' αυτήν εξαρτάται από το αν η κατοικία του ενάγοντος βρίσκεται στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους. Toύτο συμβαίνει μόνον όταν ο ενάγων χρησιμοποιεί την ευχέρεια που του παρέχουν τα άρθρα 5, σημείο 2, 8, πρώτο εδάφιο, σημείο 2, και 14, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως καθώς και όταν πρόκειται περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας βάσει του άρθρου 17 της Συμβάσεως, μόνο στην περίπτωση που η κατοικία του εναγόμενου δεν βρίσκεται σε συμβαλλόμενο κράτος.

( βλ. σκέψεις 47, 61, διατακτ. 1 )

2. Οι κανόνες περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 7 έως 12α της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 για την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και με τη Σύμβαση της 26ης Μα_ου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας, δεν αφορούν τις διαφορές μεταξύ αντασφαλιστή και αντασφαλιζομένου στο πλαίσιο συμβάσεως αντασφαλίσεως. Συγκεκριμένα, παρέχοντας στον ασφαλισμένο ευρύτερη δυνατότητα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας από τη δυνατότητα που έχει ο ασφαλιστής και αποκλείοντας κάθε δυνατότητα συνομολογήσεως ρήτρας περί παρεκτάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ του ασφαλιστή, οι κανόνες αυτοί διαπνέονται από τη μέριμνα προστασίας του ασφαλισμένου, ο οποίος συχνότατα βρίσκεται αντιμέτωπος με προκαθορισμένη σύμβαση, της οποίας οι ρήτρες δεν είναι πλέον διαπραγματεύσιμες, και ο οποίος είναι από οικονομική άποψη το ασθενέστερο πρόσωπο. Όμως, ουδεμία ιδιαίτερη προστασία δικαιολογείται όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αντασφαλιζομένου και του αντασφαλιστή του, καθόσον τα δύο μέρη της συμβάσεως αντασφαλίσεως είναι επαγγελματίες και για κανέναν από αυτούς δεν μπορεί να τεκμαρθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας σε σχέση με τον αντισυμβαλλόμενό του.

( βλ. σκέψεις 64, 66, 76, διατακτ. 2 )

3. Nαι μεν οι κανόνες περί ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας σε υποθέσεις ασφαλίσεων οι οποίοι περιλαμβάνονται στα άρθρα 7 έως 12 της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 δεν αφορούν τις διαφορές μεταξύ αντασφαλιζομένου και αντασφαλιστή στο πλαίσιο συμβάσεως αντασφαλίσεως, πλην όμως οι κανόνες αυτοί έχουν πλήρη εφαρμογή όταν, βάσει της ρυθμίσεως συμβαλλόμενου κράτους, ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος ή ο δικαιούχος της συμβάσεως ασφαλίσεως έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν άμεσα στον τυχόν αντασφαλιστή του ασφαλιστή για να επικαλεστούν κατ' αυτού τα δικαιώματά τους βάσει της εν λόγω συμβάσεως. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων βρίσκεται σε κατάσταση αδυναμίας σε σχέση με τον επαγγελματία αντασφαλιστή, οπότε ο ενυπάρχων στα άρθρα 7 επ. της Συμβάσεως στόχος ιδιαίτερης προστασίας δικαιολογεί την εφαρμογή των ειδικών κανόνων που περιέχονται στα άρθρα αυτά.

( βλ. σκέψη 75 )

Top