Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62011CJ0530

Περίληψη της αποφάσεως

Υπόθεση C‑530/11

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και πρόσβαση στη δικαιοσύνη για θέματα σχετικά με το περιβάλλον — Έννοια του “μη απαγορευτικού κόστους” ένδικης διαδικασίας»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 13ης Φεβρουαρίου 2014

  1. Πράξεις των οργάνων – Οδηγίες – Εκτέλεση από τα κράτη μέλη – Οδηγία η οποία έχει ως σκοπό τη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών – Απαιτήσεις σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου – Μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη μέσω νομολογιακής πρακτικής – Επιτρέπεται

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4)

  2. Προσφυγή λόγω παράβασης – Αντικείμενο της διαφοράς – Προσδιορισμός του κατά τη διαδικασία που προηγείται της άσκησης της προσφυγής

    (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

  3. Περιβάλλον – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον – Οδηγίες 85/337 και 96/61 – Μεταφορά της οδηγίας 2003/35 στην εθνική έννομη τάξη – Δικαίωμα άσκησης προσφυγής – Απαίτηση να μην έχει η οικεία διαδικασία απαγορευτικό κόστος – Περιθώριο εκτίμησης το οποίο αφήνεται στον εθνικό δικαστή – Πρέπει να υφίσταται κανόνας δικαίου ο οποίος να διασφαλίζει ότι η διαδικασία δεν θα έχει απαγορευτικό κόστος

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4· οδηγίες του Συμβουλίου 85/337, άρθρο 10α, και 96/61, άρθρο 15α)

  4. Προσφυγή λόγω παράβασης – Απόδειξη της παράβασης – Η Επιτροπή φέρει το βάρος απόδειξης – Τεκμήρια – Δεν επιτρέπονται

    (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

  5. Περιβάλλον – Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον – Οδηγίες 85/337 και 96/61 – Μεταφορά της οδηγίας 2003/35 στην εθνική έννομη τάξη – Δικαίωμα άσκησης προσφυγής – Απαίτηση να μην έχει η οικεία διαδικασία απαγορευτικό κόστος – Σύστημα δεσμεύσεων έναντι της λήψης προσωρινών μέτρων – Εμπίπτει

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4· οδηγίες του Συμβουλίου 85/337, άρθρο 10α, και 96/61, άρθρο 15α)

  1.  Για να μεταφερθεί οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να επαναληφθούν κατά γράμμα οι διατάξεις της σε ρητή και ειδική νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να αρκεί και ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει στην πράξη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας.

    Ειδικότερα, σε περίπτωση που σκοπός της επίμαχης διάταξης της οδηγίας είναι να δημιουργήσει δικαιώματα για τους ιδιώτες, η έννομη κατάσταση στο κράτος μέλος πρέπει να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής, οι δε δικαιούχοι πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν το σύνολο των δικαιωμάτων τους και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

    Συναφώς, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάθε νομολογιακή πρακτική χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και είναι αδύνατο, από τη φύση της, να πληροί τις επιταγές της σαφήνειας και της ακρίβειας που απαιτούνται για να μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61.

    (βλ. σκέψεις 33-36)

  2.  Βλ. το κείμενο της απόφασης.

    (βλ. σκέψη 39)

  3.  Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους των ένδικων διαδικασιών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61, επ’ ουδενί σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται στα εθνικά δικαστήρια να επιδικάζουν δικαστικά έξοδα κατά το πέρας της οικείας ένδικης διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα έξοδα αυτά είναι εύλογα και ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο οικείος διάδικος δεν είναι, στο σύνολό τους, απαγορευτικές.

    Συναφώς, το περιθώριο εκτίμησης το οποίο διαθέτει ο δικαστής στο πλαίσιο της κατά περίπτωση εφαρμογής του ισχύοντος εθνικού συστήματος ως προς τα δικαστικά έξοδα δεν μπορεί, αυτό καθ’ εαυτό, να θεωρηθεί ασύμβατο προς την απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους. Εξάλλου, η ευχέρεια του δικαστή να εκδώσει διάταξη περιορισμού των δικαστικών εξόδων, μέσω της οποίας ο προσφεύγων γνωρίζει ήδη σε σχετικά πρώιμο στάδιο της διαδικασίας ότι το ποσό που θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει για τα δικαστικά έξοδα θα είναι μειωμένο, εξασφαλίζει ότι το κόστος της δίκης μπορεί πράγματι να προβλεφθεί σε μεγαλύτερο βαθμό και συμβάλλει στην τήρηση της ως άνω απαίτησης.

    Εντούτοις, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2003/35 έχουν μεταφερθεί ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει οπωσδήποτε να υφίσταται κανόνας δικαίου ο οποίος να δεσμεύει τον δικαστή να διασφαλίζει ότι η ένδικη διαδικασία δεν θα έχει απαγορευτικό κόστος για τον προσφεύγοντα. Εν προκειμένω όμως, το γεγονός και μόνον ότι το Δικαστήριο, για να κρίνει αν το εθνικό δίκαιο ανταποκρίνεται στους σκοπούς της ως άνω οδηγίας, είναι υποχρεωμένο να αναλύσει και να εκτιμήσει το περιεχόμενο διαφόρων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, και επομένως ενός πλέγματος νομολογιακών προηγούμενων, ενώ το δίκαιο της Ένωσης παρέχει στους ιδιώτες συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία προϋποθέτουν, για να μπορούν να ασκηθούν στην πράξη, την ύπαρξη κανόνων που να μην αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας, αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κατάσταση στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αρκούντως σαφής και ακριβής.

    Εξάλλου, οι ίδιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής αποφαίνεται επί των αιτήσεων για την έκδοση διάταξης περιορισμού των δικαστικών εξόδων δεν αποτελούν εγγύηση ότι το εθνικό δίκαιο είναι σύμφωνο με την απαίτηση που θέτει η οδηγία 2003/35 ως προς το μη απαγορευτικό κόστος των ένδικων διαδικασιών, εφόσον ο δικαστής μπορεί να εκδώσει τέτοια διάταξη μόνον όταν τα προς επίλυση ζητήματα άπτονται του γενικού συμφέροντος, ενώ αδυνατεί να παράσχει προστασία μέσω της έκδοσης παρόμοιας διάταξης στις περιπτώσεις όπου το κόστος της διαδικασίας είναι αντικειμενικά υπέρμετρο ή όπου διακυβεύεται μόνον το ιδιωτικό συμφέρον του προσφεύγοντος.

    (βλ. σκέψεις 44, 54-57)

  4.  Βλ. το κείμενο της απόφασης.

    (βλ. σκέψεις 60-62)

  5.  Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους των ένδικων διαδικασιών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61, ισχύει και ως προς την οικονομική επιβάρυνση που απορρέει από τα μέτρα από τα οποία ο εθνικός δικαστής ενδέχεται να εξαρτά τη λήψη προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

    Υπό την επιφύλαξη αυτή, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής διατάσσει τέτοια προσωρινά μέτρα υπέρ ενός διαδίκου αποτελούν, κατ’ αρχήν, ζήτημα αποκλειστικώς και μόνον του εθνικού δικαίου, εντός των ορίων που θέτουν οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει a priori την εφαρμογή μιας οικονομικής εγγύησης όπως οι «δεσμεύσεις έναντι», μέσω των οποίων ο προσφεύγων υποχρεώνεται να αναλάβει την ευθύνη για την ανόρθωση της ζημίας που ενδέχεται να προκύψει από τη λήψη προσωρινού μέτρου στην περίπτωση όπου δεν ευδοκιμήσει τελικώς η κύρια προσφυγή η οποία ασκήθηκε για να εξασφαλιστεί η προστασία δικαιώματός του, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει πράγματι τέτοιου είδους εγγύηση. Το ίδιο ισχύει και για τις οικονομικές συνέπειες που ενδέχεται να έχει, κατά το εθνικό πάντοτε δίκαιο, η καταχρηστική άσκηση προσφυγής.

    Αντιθέτως, ο δικαστής που θα αποφανθεί επ’ αυτού οφείλει, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν πληρούται η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους, να βεβαιωθεί ότι ο επακόλουθος οικονομικός κίνδυνος για τον προσφεύγοντα θα συνυπολογιστεί στα διάφορα έξοδα τα οποία συνεπάγεται η δίκη.

    (βλ. σκέψεις 64, 66-68)

Top

Υπόθεση C‑530/11

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

κατά

Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας

«Παράβαση κράτους μέλους — Συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και πρόσβαση στη δικαιοσύνη για θέματα σχετικά με το περιβάλλον — Έννοια του “μη απαγορευτικού κόστους” ένδικης διαδικασίας»

Περίληψη – Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 13ης Φεβρουαρίου 2014

  1. Πράξεις των οργάνων — Οδηγίες — Εκτέλεση από τα κράτη μέλη — Οδηγία η οποία έχει ως σκοπό τη δημιουργία δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών — Απαιτήσεις σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου — Μεταφορά στην εθνική έννομη τάξη μέσω νομολογιακής πρακτικής — Επιτρέπεται

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4)

  2. Προσφυγή λόγω παράβασης — Αντικείμενο της διαφοράς — Προσδιορισμός του κατά τη διαδικασία που προηγείται της άσκησης της προσφυγής

    (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

  3. Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγίες 85/337 και 96/61 — Μεταφορά της οδηγίας 2003/35 στην εθνική έννομη τάξη — Δικαίωμα άσκησης προσφυγής — Απαίτηση να μην έχει η οικεία διαδικασία απαγορευτικό κόστος — Περιθώριο εκτίμησης το οποίο αφήνεται στον εθνικό δικαστή — Πρέπει να υφίσταται κανόνας δικαίου ο οποίος να διασφαλίζει ότι η διαδικασία δεν θα έχει απαγορευτικό κόστος

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4· οδηγίες του Συμβουλίου 85/337, άρθρο 10α, και 96/61, άρθρο 15α)

  4. Προσφυγή λόγω παράβασης — Απόδειξη της παράβασης — Η Επιτροπή φέρει το βάρος απόδειξης — Τεκμήρια — Δεν επιτρέπονται

    (Άρθρο 258 ΣΛΕΕ)

  5. Περιβάλλον — Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων στο περιβάλλον — Οδηγίες 85/337 και 96/61 — Μεταφορά της οδηγίας 2003/35 στην εθνική έννομη τάξη — Δικαίωμα άσκησης προσφυγής — Απαίτηση να μην έχει η οικεία διαδικασία απαγορευτικό κόστος — Σύστημα δεσμεύσεων έναντι της λήψης προσωρινών μέτρων — Εμπίπτει

    (Οδηγία 2003/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, άρθρα 3 § 7 και 4 § 4· οδηγίες του Συμβουλίου 85/337, άρθρο 10α, και 96/61, άρθρο 15α)

  1.  Για να μεταφερθεί οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να επαναληφθούν κατά γράμμα οι διατάξεις της σε ρητή και ειδική νομοθετική ή κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να αρκεί και ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει στην πράξη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή, την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας.

    Ειδικότερα, σε περίπτωση που σκοπός της επίμαχης διάταξης της οδηγίας είναι να δημιουργήσει δικαιώματα για τους ιδιώτες, η έννομη κατάσταση στο κράτος μέλος πρέπει να είναι αρκούντως ακριβής και σαφής, οι δε δικαιούχοι πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζουν το σύνολο των δικαιωμάτων τους και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

    Συναφώς, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι κάθε νομολογιακή πρακτική χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και είναι αδύνατο, από τη φύση της, να πληροί τις επιταγές της σαφήνειας και της ακρίβειας που απαιτούνται για να μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61.

    (βλ. σκέψεις 33-36)

  2.  Βλ. το κείμενο της απόφασης.

    (βλ. σκέψη 39)

  3.  Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους των ένδικων διαδικασιών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61, επ’ ουδενί σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται στα εθνικά δικαστήρια να επιδικάζουν δικαστικά έξοδα κατά το πέρας της οικείας ένδικης διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα έξοδα αυτά είναι εύλογα και ότι οι δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο οικείος διάδικος δεν είναι, στο σύνολό τους, απαγορευτικές.

    Συναφώς, το περιθώριο εκτίμησης το οποίο διαθέτει ο δικαστής στο πλαίσιο της κατά περίπτωση εφαρμογής του ισχύοντος εθνικού συστήματος ως προς τα δικαστικά έξοδα δεν μπορεί, αυτό καθ’ εαυτό, να θεωρηθεί ασύμβατο προς την απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους. Εξάλλου, η ευχέρεια του δικαστή να εκδώσει διάταξη περιορισμού των δικαστικών εξόδων, μέσω της οποίας ο προσφεύγων γνωρίζει ήδη σε σχετικά πρώιμο στάδιο της διαδικασίας ότι το ποσό που θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει για τα δικαστικά έξοδα θα είναι μειωμένο, εξασφαλίζει ότι το κόστος της δίκης μπορεί πράγματι να προβλεφθεί σε μεγαλύτερο βαθμό και συμβάλλει στην τήρηση της ως άνω απαίτησης.

    Εντούτοις, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας 2003/35 έχουν μεταφερθεί ορθώς στην εσωτερική έννομη τάξη πρέπει οπωσδήποτε να υφίσταται κανόνας δικαίου ο οποίος να δεσμεύει τον δικαστή να διασφαλίζει ότι η ένδικη διαδικασία δεν θα έχει απαγορευτικό κόστος για τον προσφεύγοντα. Εν προκειμένω όμως, το γεγονός και μόνον ότι το Δικαστήριο, για να κρίνει αν το εθνικό δίκαιο ανταποκρίνεται στους σκοπούς της ως άνω οδηγίας, είναι υποχρεωμένο να αναλύσει και να εκτιμήσει το περιεχόμενο διαφόρων αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, και επομένως ενός πλέγματος νομολογιακών προηγούμενων, ενώ το δίκαιο της Ένωσης παρέχει στους ιδιώτες συγκεκριμένα δικαιώματα τα οποία προϋποθέτουν, για να μπορούν να ασκηθούν στην πράξη, την ύπαρξη κανόνων που να μην αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας, αρκεί για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η κατάσταση στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αρκούντως σαφής και ακριβής.

    Εξάλλου, οι ίδιες οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής αποφαίνεται επί των αιτήσεων για την έκδοση διάταξης περιορισμού των δικαστικών εξόδων δεν αποτελούν εγγύηση ότι το εθνικό δίκαιο είναι σύμφωνο με την απαίτηση που θέτει η οδηγία 2003/35 ως προς το μη απαγορευτικό κόστος των ένδικων διαδικασιών, εφόσον ο δικαστής μπορεί να εκδώσει τέτοια διάταξη μόνον όταν τα προς επίλυση ζητήματα άπτονται του γενικού συμφέροντος, ενώ αδυνατεί να παράσχει προστασία μέσω της έκδοσης παρόμοιας διάταξης στις περιπτώσεις όπου το κόστος της διαδικασίας είναι αντικειμενικά υπέρμετρο ή όπου διακυβεύεται μόνον το ιδιωτικό συμφέρον του προσφεύγοντος.

    (βλ. σκέψεις 44, 54-57)

  4.  Βλ. το κείμενο της απόφασης.

    (βλ. σκέψεις 60-62)

  5.  Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους των ένδικων διαδικασιών, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 3, παράγραφος 7, και 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/35, σχετικά με τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων που αφορούν το περιβάλλον και με την τροποποίηση, όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, των οδηγιών 85/337 και 96/61, ισχύει και ως προς την οικονομική επιβάρυνση που απορρέει από τα μέτρα από τα οποία ο εθνικός δικαστής ενδέχεται να εξαρτά τη λήψη προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

    Υπό την επιφύλαξη αυτή, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο εθνικός δικαστής διατάσσει τέτοια προσωρινά μέτρα υπέρ ενός διαδίκου αποτελούν, κατ’ αρχήν, ζήτημα αποκλειστικώς και μόνον του εθνικού δικαίου, εντός των ορίων που θέτουν οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας. Η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει a priori την εφαρμογή μιας οικονομικής εγγύησης όπως οι «δεσμεύσεις έναντι», μέσω των οποίων ο προσφεύγων υποχρεώνεται να αναλάβει την ευθύνη για την ανόρθωση της ζημίας που ενδέχεται να προκύψει από τη λήψη προσωρινού μέτρου στην περίπτωση όπου δεν ευδοκιμήσει τελικώς η κύρια προσφυγή η οποία ασκήθηκε για να εξασφαλιστεί η προστασία δικαιώματός του, εφόσον το εθνικό δίκαιο προβλέπει πράγματι τέτοιου είδους εγγύηση. Το ίδιο ισχύει και για τις οικονομικές συνέπειες που ενδέχεται να έχει, κατά το εθνικό πάντοτε δίκαιο, η καταχρηστική άσκηση προσφυγής.

    Αντιθέτως, ο δικαστής που θα αποφανθεί επ’ αυτού οφείλει, κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν πληρούται η απαίτηση περί μη απαγορευτικού κόστους, να βεβαιωθεί ότι ο επακόλουθος οικονομικός κίνδυνος για τον προσφεύγοντα θα συνυπολογιστεί στα διάφορα έξοδα τα οποία συνεπάγεται η δίκη.

    (βλ. σκέψεις 64, 66-68)

Top