Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013L0055

Οδηγία 2013/55/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013 , για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του συστήματος πληροφόρησης της εσωτερικής αγοράς ( «κανονισμός IMI» ) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 354, 28.12.2013, p. 132–170 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/55/oj

28.12.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 354/132


ΟΔΗΓΊΑ 2013/55/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 20ής Νοεμβρίου 2013

για την τροποποίηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του συστήματος πληροφόρησης της εσωτερικής αγοράς («κανονισμός IMI»)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 46, 53 παράγραφος 1 και 62,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (3) θέσπισε ένα σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης που βασιζόταν αρχικά σε 15 οδηγίες. Προβλέπει την αυτόματη αναγνώριση ενός περιορισμένου αριθμού επαγγελμάτων βάσει εναρμονισμένων ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης (τομεακών επαγγελμάτων), ένα γενικό σύστημα για την αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης και για την αυτόματη αναγνώριση της επαγγελματικής εμπειρίας. Επίσης, η οδηγία 2005/36/ΕΚ δημιούργησε ένα νέο σύστημα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Πρέπει να τονιστεί ότι τα μέλη μιας οικογένειας που είναι πολίτες της Ένωσης και τα οποία κατάγονται από τρίτη χώρα, επωφελούνται ίσης μεταχείρισης σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών (4). Οι υπήκοοι τρίτων χωρών δύνανται επίσης να επωφελούνται ίσης μεταχείρισης όσον αφορά την αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες, δυνάμει ειδικών νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, όπως π.χ. εκείνων σχετικά με τη διαμονή επί μακρόν διαμένοντος, πρόσφυγες, «κατόχους μπλε ταυτότητας» και επιστημονικούς ερευνητές.

(2)

Στην ανακοίνωσή της, της 27ης Οκτωβρίου 2010 με τίτλο «Πράξη για την ενιαία αγορά, Δώδεκα δράσεις για την τόνωση της ανάπτυξης και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης «Μαζί για μια νέα ανάπτυξη», η Επιτροπή επισήμανε την ανάγκη εκσυγχρονισμού της ενωσιακής νομοθεσίας σε αυτόν τον τομέα. Στις 23 Οκτωβρίου 2011, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στα συμπεράσματά του υποστήριξε τον εν λόγω εκσυγχρονισμό και ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την επίτευξη πολιτικής συμφωνίας για την αναθεώρηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ μέχρι το τέλος του 2012. Στο ψήφισμά του της 15ης Νοεμβρίου 2011 σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (2005/36/ΕΚ) (5), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε επίσης την Επιτροπή να υποβάλει μια πρόταση. Η Έκθεση 2010 για την ιθαγένεια της ΕΕ της 27ης Οκτωβρίου 2010 με τίτλο «Άρση των εμποδίων στα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ» υπογραμμίζει την ανάγκη ελάφρυνσης του διοικητικού φόρτου που σχετίζεται με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

(3)

Οι συμβολαιογράφοι που διορίζονται με επίσημη πράξη της Διοίκησης πρέπει να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, λόγω των ειδικών και διαφορετικών καθεστώτων που ισχύουν στα επιμέρους κράτη μέλη όσον αφορά την πρόσβαση στο επάγγελμα και την άσκησή του.

(4)

Προκειμένου να ενισχυθεί η εσωτερική αγορά και να προαχθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών, με την παράλληλη διασφάλιση αποτελεσματικότερης και διαφανέστερης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων μια ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα θα εξασφάλιζε προστιθέμενη αξία. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ταυτότητα θα ήταν χρήσιμη για τη διευκόλυνση της προσωρινής κινητικότητας και της αναγνώρισης δυνάμει του αυτόματου συστήματος αναγνώρισης, καθώς και για την προώθηση μιας απλουστευμένης διαδικασίας αναγνώρισης στο πλαίσιο του γενικού συστήματος. Σκοπός της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας είναι η απλούστευση της διαδικασίας αναγνώρισης και η εξασφάλιση πλεονεκτημάτων σε επίπεδο κόστους και λειτουργίας από τα οποία θα ωφεληθούν οι επαγγελματίες και οι αρμόδιες αρχές. Ως προς την καθιέρωση ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις του οικείου επαγγελματικού κλάδου ενώ της καθιέρωσης θα πρέπει να προηγείται αξιολόγηση της καταλληλότητας της για τον οικείο κλάδο και του αντίκτυπού της στα κράτη μέλη. Η αξιολόγηση θα πρέπει να διενεργείται από κοινού με τα κράτη μέλη, εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα πρέπει να εκδίδεται κατόπιν αίτησης του επαγγελματία και μετά την υποβολή των αναγκαίων εγγράφων και την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών επαλήθευσης από τις αρμόδιες αρχές. Στις περιπτώσεις που η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα εκδίδεται με σκοπό την εγκατάσταση, θα πρέπει να συνιστά απόφαση αναγνώρισης και να αντιμετωπίζεται ως οιαδήποτε άλλη απόφαση αναγνώρισης σύμφωνα με την οδηγία 2005/36/ΕΚ. Θα πρέπει να συμπληρώνει και όχι να υποκαθιστά ενδεχόμενες απαιτήσεις εγγραφής που συνδέονται με την πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα δεν είναι απαραίτητη για τα νομικά επαγγέλματα για τα οποία ήδη εφαρμόζεται η επαγγελματική ταυτότητα βάσει του συστήματος που προβλέπεται στην οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, για τη διευκόλυνση της πραγματικής άσκησης της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (6) και στην οδηγία 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (7).

(5)

Η λειτουργία της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας πρέπει να υποστηρίζεται από το σύστημα πληροφόρησης της εσωτερικής αγοράς (ΙΜΙ) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Η ταυτότητα και το ΙΜΙ θα ενισχύσουν τις συνέργειες και την εμπιστοσύνη μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ενώ παράλληλα θα καταργήσουν τον διπλασιασμό του διοικητικού φόρτου και τις διαδικασίες αναγνώρισης για τις αρμόδιες αρχές και θα δημιουργήσουν περισσότερη διαφάνεια και σαφήνεια για τους επαγγελματίες.

(6)

Η διαδικασία υποβολής αίτησης και έκδοσης της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας πρέπει να έχει σαφή δομή και να περιλαμβάνει διασφαλίσεις και τα αντίστοιχα δικαιώματα προσφυγής του αιτούντος. Οι απαιτήσεις μετάφρασης και οι μέθοδοι καταβολής τελών από τον αιτούντα θα πρέπει να διασαφηνίζονται με εκτελεστικές πράξεις, ούτως ώστε να μην διακόπτεται ή διαταράσσεται η ροή εργασιών στο ΙΜΙ και να μην καθυστερεί η διεκπεραίωση της αίτησης. Ο καθορισμός του ύψους των τελών είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά με το καθορισθέν ύψος των τελών. Η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα και η σχετική ροή εργασιών στο πλαίσιο του ΙΜΙ πρέπει να διασφαλίζουν την ακεραιότητα, την αυθεντικότητα και την εμπιστευτικότητα των αποθηκευμένων δεδομένων και να αποτρέπουν την παράνομη και μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά.

(7)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ εφαρμόζεται μόνο σε επαγγελματίες που επιθυμούν να ασκήσουν το ίδιο επάγγελμα σε άλλο κράτος μέλος. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, στο κράτος μέλος υποδοχής, οι σχετικές δραστηριότητες εμπίπτουν σε ένα επάγγελμα με μεγαλύτερο πεδίο δραστηριοτήτων από ό,τι στο κράτος μέλος καταγωγής. Εάν οι διαφορές μεταξύ των τομέων δραστηριοτήτων είναι τόσο μεγάλες ώστε ο επαγγελματίας να πρέπει να ακολουθήσει ένα πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης για να αντισταθμίσει τις ελλείψεις του και εάν το ζητήσει ο ίδιος ο επαγγελματίας, υπό αυτές τις συγκεκριμένες περιστάσεις ένα κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να χορηγήσει μερική πρόσβαση. Ωστόσο, σε περίπτωση που υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος, όπως ορίζονται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη νομολογία του σχετικά με τα άρθρα 49 και 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και η οποία ενδέχεται να εξακολουθήσει να εξελίσσεται, ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση μερικής πρόσβασης. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση επαγγελμάτων του ιατρικού κλάδου που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή στην ασφάλεια των ασθενών. Η χορήγηση μερικής πρόσβασης δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κοινωνικών εταίρων να οργανώνονται.

(8)

Με στόχο την προστασία των εγχώριων καταναλωτών στο κράτος μέλος υποδοχής, η προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών στα κράτη μέλη θα πρέπει να υπόκειται σε διασφαλίσεις, και συγκεκριμένα σε μια απαίτηση επαγγελματικής εμπειρίας τουλάχιστον ενός έτους στο διάστημα των τελευταίων δέκα ετών που προηγούνται της παροχής υπηρεσιών, εάν το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στο κράτος μέλος καταγωγής. Όσον αφορά τις εποχιακές δραστηριότητες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διενεργούν ελέγχους για να διαπιστώσουν τον προσωρινό και περιστασιακό χαρακτήρα των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην επικράτειά τους. Προς τούτο, το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητεί, άπαξ του έτους, πληροφορίες σχετικά με τις πράγματι παρασχεθείσες υπηρεσίες στην επικράτειά του, εφόσον ο πάροχος υπηρεσιών δεν έχει ήδη γνωστοποιήσει τις πληροφορίες αυτές αυτοβούλως.

(9)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ επιτρέπει στα κράτη μέλη να ελέγχουν τα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου υπηρεσιών πριν από την πρώτη παροχή της υπηρεσίας στην περίπτωση νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή στην ασφάλεια. Αυτό έχει οδηγήσει σε νομική ασάφεια, καθώς η απόφαση σχετικά με την ανάγκη διεξαγωγής του ανωτέρω προηγούμενου ελέγχου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας αρχής. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, οι επαγγελματίες πρέπει να γνωρίζουν εξαρχής εάν είναι απαραίτητη η διεξαγωγή προηγούμενου ελέγχου των επαγγελματικών προσόντων και πότε μπορούν να αναμένουν τη λήψη μιας απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι για τους προηγούμενους αυτούς ελέγχους επαγγελματικών προσόντων στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν θα πρέπει να είναι αυστηρότεροι σε σχέση με τους προβλεπόμενους στο πλαίσιο των κανόνων εγκατάστασης. Στην περίπτωση νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή στην ασφάλεια, η οδηγία 2005/36/ΕΚ δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιβάλουν υποχρέωση ασφαλιστικής κάλυψης για επαγγελματικές πράξεις σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες βάσει της οδηγίας 2011/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, περί εφαρμογής των δικαιωμάτων των ασθενών στο πλαίσιο της διασυνοριακής υγειονομικής περίθαλψης (9) και της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (10).

(10)

Έχει αποδειχθεί ότι τα συστήματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι χρήσιμο εργαλείο για την εξασφάλιση απασχόλησης για τους νέους και ομαλής μετάβασης από την κατάρτιση στην επαγγελματική ζωή. Κατά συνέπεια, η οδηγία 2005/36/ΕΚ θα πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη τις ιδιαιτερότητές τους.

(11)

Προκειμένου να καθοριστεί ο μηχανισμός αναγνώρισης βάσει του γενικού συστήματος, είναι αναγκαίο να καταταγούν τα διάφορα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε διάφορα επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά, τα οποία δημιουργούνται με μοναδικό σκοπό τη λειτουργία του γενικού συστήματος, δεν επηρεάζουν τις εθνικές δομές εκπαίδευσης και κατάρτισης ούτε την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτόν, συμπεριλαμβανομένης και μιας εθνικής πολιτικής για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων (ΕΠΑΠ). Το ΕΠΑΠ είναι ένα εργαλείο σχεδιασμένο για την προώθηση της διαφάνειας και της συγκρισιμότητας των επαγγελματικών προσόντων και μπορεί να αποτελέσει χρήσιμη πρόσθετη πηγή πληροφοριών για τις αρμόδιες αρχές που εξετάζουν τους επαγγελματικούς τίτλους που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη. Σύμφωνα με τη διαδικασία της Μπολόνιας, τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης έχουν προσαρμόσει τη δομή των προγραμμάτων τους σε ένα σύστημα δύο κύκλων σπουδών για το πτυχίο και το μεταπτυχιακό δίπλωμα. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα πέντε επίπεδα που προβλέπονται βάσει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ συνάδουν με τη νέα αυτή δομή πτυχίων, το πτυχίο θα πρέπει να κατατάσσεται στο επίπεδο δ και το μεταπτυχιακό δίπλωμα στο επίπεδο ε. Τα πέντε επίπεδα που θεσπίζονται για τη λειτουργία του γενικού συστήματος θα πρέπει καταρχήν να μην χρησιμοποιούνται πλέον ως κριτήριο για τον αποκλεισμό των πολιτών της Ένωσης από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2005/36/ΕΚ εάν αυτό θα αντιτίθετο στην αρχή της διά βίου μάθησης.

(12)

Οι αιτήσεις αναγνώρισης που υποβάλλονται από επαγγελματίες που κατάγονται από κράτη μέλη χωρίς νομοθετική κατοχύρωση και οι οποίοι διαθέτουν επαγγελματική εμπειρία ενός έτους θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι αιτήσεις επαγγελματιών που κατάγονται από κράτη μέλη όπου το επάγγελμά τους είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο. Τα επαγγελματικά τους προσόντα θα πρέπει να συγκρίνονται με τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει των επιπέδων επαγγελματικών προσόντων που ορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ. Σε περίπτωση ουσιωδών διαφορών η αρμόδια αρχή πρέπει να μπορεί να επιβάλλει αντισταθμιστικά μέτρα. Οι μηχανισμοί εξακρίβωσης των θεωρητικών γνώσεων και πρακτικών δεξιοτήτων που απαιτούνται ενδεχομένως για την πρόσβαση στο επάγγελμα ως αντισταθμιστικά μέτρα, θα πρέπει να εγγυώνται και να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της αμεροληψίας.

(13)

Ελλείψει εναρμόνισης των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για την πρόσβαση στα επαγγέλματα που διέπονται από το γενικό σύστημα, θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπάρχει για τα κράτη μέλη υποδοχής η δυνατότητα επιβολής αντισταθμιστικού μέτρου. Οποιοδήποτε μέτρο αυτού του είδους θα πρέπει να είναι αναλογικό και συγκεκριμένα να λαμβάνει υπόψη τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που έχει αποκτήσει ο αιτών κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του εμπειρίας ή μέσω διά βίου μάθησης, για την οποία υπάρχει σχετική τυπική επικύρωση από αρμόδιο φορέα. Η απόφαση για την επιβολή αντισταθμιστικού μέτρου θα πρέπει να δικαιολογείται δεόντως προκειμένου να δίνει στον αιτούντα τη δυνατότητα να κατανοήσει καλύτερα την κατάστασή του και να ζητήσει δικαστική επανεξέταση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

(14)

Η αναθεώρηση της οδηγίας 2005/36/ΕΚ κατέδειξε την ανάγκη ανανέωσης και αποσαφήνισης με περισσότερη ευελιξία των καταλόγων βιομηχανικών, εμπορικών και ειδικευμένων δραστηριοτήτων στο παράρτημα IV, διατηρώντας παράλληλα ένα σύστημα αυτόματης αναγνώρισης για τις εν λόγω δραστηριότητες βάσει της επαγγελματικής εμπειρίας. Το παράρτημα IV βασίζεται επί του παρόντος στη Διεθνή πρότυπη ταξινόμηση κατά βιομηχανία όλων των κλάδων οικονομικών δραστηριοτήτων (ISIC) που χρονολογείται από το 1958 και δεν αντικατοπτρίζει πλέον την τρέχουσα δομή των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η ταξινόμηση ISIC έχει αναθεωρηθεί αρκετές φορές από το 1958. Συνεπώς, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να προσαρμόσει το παράρτημα IV προκειμένου να παραμείνει άθικτο το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης.

(15)

Η συνεχής επαγγελματική εξέλιξη συμβάλλει στην ασφαλή και αποτελεσματική άσκηση δραστηριοτήτων των επαγγελματιών οι οποίοι επωφελούνται από την αυτόματη αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων. Είναι σημαντικό να προωθηθεί η περαιτέρω υποστήριξη της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης για τους εν λόγω επαγγελματίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν ιδίως τη συνεχή επαγγελματική εξέλιξη για ιατρούς, ειδικούς ιατρούς, ιατρούς γενικής ιατρικής, νοσηλευτές υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρους, ειδικευμένους οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, μαίες/μαιευτές και φαρμακοποιούς και αρχιτέκτονες. Τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την προώθηση της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης για τα επαγγέλματα αυτά θα πρέπει να ανακοινώνονται στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές στον τομέα αυτόν. Η συνεχής επαγγελματική εξέλιξη θα πρέπει να καλύπτει τεχνικές, επιστημονικές, κανονιστικές και δεοντολογικές εξελίξεις και να ενθαρρύνει τους επαγγελματίες να συμμετέχουν σε διά βίου μάθηση συναφή με το επάγγελμά τους.

(16)

Το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης βάσει εναρμονισμένων ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης εξαρτάται από την έγκαιρη κοινοποίηση νέων τίτλων επαγγελματικής εκπαίδευσης ή τυχόν αλλαγών σε αυτούς από τα κράτη μέλη και τη δημοσίευσή τους από την Επιτροπή. Διαφορετικά, οι κάτοχοι των εν λόγω επαγγελματικών προσόντων δεν διαθέτουν εγγυήσεις ότι μπορούν να επωφεληθούν από την αυτόματη αναγνώριση. Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια και να διευκολυνθεί η εξέταση πρόσφατα κοινοποιηθέντων τίτλων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, τα οποία θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που ορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ.

(17)

Οι μονάδες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Μεταφοράς και Συσσώρευσης πιστωτικών μονάδων (ECTS) χρησιμοποιούνται ήδη στην πλειονότητα των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης στην Ένωση και η χρήση τους γίνεται ολοένα συχνότερη σε μαθήματα που οδηγούν στην απόκτηση των επαγγελματικών προσόντων που απαιτούνται για την άσκηση ενός νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος. Συνεπώς, είναι αναγκαία η εισαγωγή της δυνατότητας έκφρασης της διάρκειας του προγράμματος και σε ECTS. Η εν λόγω δυνατότητα δεν θα πρέπει να επηρεάσει τις άλλες απαιτήσεις αυτόματης αναγνώρισης. Μια μονάδα ECTS αντιστοιχεί σε 25-30 ώρες φοίτησης ενώ συνήθως για τη συμπλήρωση ενός ακαδημαϊκού έτους απαιτούνται 60 πιστωτικές μονάδες.

(18)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο δημόσιας υγείας και ασφάλειας των ασθενών εντός της Ένωσης και ο εκσυγχρονισμός της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, είναι αναγκαίο να τροποποιηθούν τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για να καθορισθεί η βασική ιατρική εκπαίδευση, έτσι ώστε οι προϋποθέσεις σχετικά με τον ελάχιστο αριθμό ετών και ωρών να λειτουργούν σωρευτικά. Στόχος της τροποποίησης αυτής δεν είναι να μειώσει τις απαιτήσεις κατάρτισης για τη βασική ιατρική εκπαίδευση.

(19)

Με στόχο την ενίσχυση της κινητικότητας των ειδικευμένων ιατρών που έχουν ήδη αποκτήσει τίτλο ιατρικής ειδικότητας και στη συνέχεια ακολούθησαν εκπαίδευση για άλλη ειδικότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να παραχωρούν μερικές εξαιρέσεις από ορισμένα στοιχεία της εκπαίδευσης εάν τα εν λόγω στοιχεία εκπαίδευσης ολοκληρώθηκαν ήδη κατά τη διάρκεια του προηγούμενου προγράμματος ιατρικής ειδικότητας σε κράτος μέλος. Θα πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να παραχωρούν, εντός ορισμένων ορίων, εξαιρέσεις αυτού του είδους για ιατρικές ειδικότητες που καλύπτονται από το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης.

(20)

Το επάγγελμα της νοσηλευτικής έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες: η περίθαλψη σε επίπεδο κοινότητας, η χρήση σύνθετων θεραπειών και η συνεχής ανάπτυξη της τεχνολογίας προϋποθέτουν την ικανότητα για πιο ανεξάρτητη εργασία από τους νοσηλευτές. Η νοσηλευτική εκπαίδευση, η οργάνωση της οποίας εξακολουθεί να διαφέρει ανάλογα με τις εθνικές παραδόσεις, θα πρέπει να παρέχει μια περισσότερο ισχυρή και προσανατολισμένη στην παραγωγή βεβαιότητα ότι ο επαγγελματίας έχει αποκτήσει ορισμένες γνώσεις και δεξιότητες κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και μπορεί να θέσει σε εφαρμογή τουλάχιστον ορισμένες ικανότητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με το επάγγελμα.

(21)

Προκειμένου οι μαίες/μαιευτές να είναι προετοιμασμένες/οι να αντιμετωπίσουν τις περίπλοκες ανάγκες περίθαλψης που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους, οι ασκούμενοι στη μαιευτική θα πρέπει να έχουν ένα καλό υπόβαθρο γενικής εκπαίδευσης πριν ξεκινήσουν την κατάρτισή τους στη μαιευτική. Κατά συνέπεια, για την εισαγωγή στην κατάρτιση στη μαιευτική θα πρέπει να αυξηθούν σε 12 τα έτη σπουδών γενικής εκπαίδευσης ή να απαιτείται η επιτυχία σε εξέταση ισοδύναμου επιπέδου, εκτός από την περίπτωση των επαγγελματιών που διαθέτουν ήδη προσόντα νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη. Η κατάρτιση των μαιών/μαιευτών θα πρέπει να παρέχει μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι ο επαγγελματίας έχει αποκτήσει ορισμένες γνώσεις και δεξιότητες απαραίτητες για να ασκεί τις δραστηριότητες μαίας/μαιευτή που αναφέρονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ.

(22)

Προκειμένου να απλοποιηθεί το σύστημα αυτόματης αναγνώρισης των ιατρικών και οδοντιατρικών ειδικοτήτων, οι εν λόγω ειδικότητες θα πρέπει να καλύπτονται από την οδηγία 2005/36/ΕΚ εάν είναι κοινές τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών.

(23)

Σημαντικός αριθμός κρατών μελών έχουν αποφασίσει να επιτρέψουν την πρόσβαση σε όλες τις δραστηριότητες του φαρμακευτικού τομέα και την άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών με βάση την αναγνώριση των προσόντων φαρμακοποιού που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 2005/36/ΕΚ. Η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων που αποκτήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος δεν θα πρέπει, ωστόσο, να εμποδίζει ένα κράτος μέλος να διατηρεί κανόνες που δεν εισάγουν διακρίσεις για τη γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων στην επικράτειά τους, διότι η οδηγία 2005/36/ΕΚ δεν συντονίζει τους εν λόγω κανόνες. Ωστόσο, κάθε παρέκκλιση από την αυτόματη αναγνώριση προσόντων που εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για ένα κράτος μέλος δεν θα πρέπει πλέον να αποκλείει τους φαρμακοποιούς που έχουν ήδη αναγνωριστεί από κράτος μέλος που κάνει χρήση της εν λόγω παρέκκλισης και οι οποίοι έχουν ήδη ασκήσει κατά τρόπο νόμιμο και αποτελεσματικό το επάγγελμα του φαρμακοποιού για ορισμένο χρονικό διάστημα στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους.

(24)

Η λειτουργία του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης εξαρτάται από την εμπιστοσύνη στις προϋποθέσεις εκπαίδευσης που αποτελούν τη βάση των προσόντων των επαγγελματιών. Συνεπώς, είναι σημαντικό οι ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαίδευσης για τους αρχιτέκτονες να αντικατοπτρίζουν τις νέες εξελίξεις στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση, ιδίως όσον αφορά την ανάγκη συμπλήρωσης της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης με επαγγελματική εμπειρία υπό την εποπτεία ειδικευμένων αρχιτεκτόνων. Ταυτόχρονα, οι ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαίδευσης θα πρέπει να είναι επαρκώς ευέλικτες ώστε να αποφευχθεί ο αθέμιτος περιορισμός της ικανότητας των κρατών μελών να οργανώνουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα.

(25)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ θα πρέπει, μέσω της εισαγωγής κοινών πλαισίων εκπαίδευσης, να προωθεί ένα πιο αυτόματο χαρακτήρα αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων για τα επαγγέλματα που επί του παρόντος δεν επωφελούνται από αυτήν. Τούτο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση επαγγελμάτων στην επικράτειά τους καθώς και το περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων τους εκπαίδευσης και κατάρτισης. Οι κοινές αρχές εκπαίδευσης θα πρέπει να έχουν τη μορφή κοινών πλαισίων εκπαίδευσης που βασίζονται σε ένα κοινό σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων ή σε κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατό για κοινά πλαίσια εκπαίδευσης να καλύπτουν ειδικότητες που δεν υπόκεινται επί του παρόντος στις διατάξεις για την αυτόματη αναγνώριση βάσει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ και που αφορούν επαγγέλματα που καλύπτονται από το κεφάλαιο III του τίτλου III και που έχουν σαφώς καθορισμένες ειδικές δραστηριότητες που εκτελούνται αποκλειστικά στο πλαίσιο αυτών. Κοινά πλαίσια εκπαίδευσης για τις εν λόγω ειδικότητες, ιδίως τις ιατρικές ειδικότητες, θα πρέπει να παρέχουν υψηλό επίπεδο δημόσιας υγείας και ασφάλειας των ασθενών. Τα επαγγελματικά προσόντα που αποκτώνται στο πλαίσιο των κοινών πλαισίων εκπαίδευσης θα πρέπει να αναγνωρίζονται αυτόματα από τα κράτη μέλη. Επαγγελματικές οργανώσεις που είναι αντιπροσωπευτικές σε επίπεδο Ένωσης και, σε ορισμένες περιστάσεις, εθνικές επαγγελματικές οργανώσεις ή αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλουν προτάσεις όσον αφορά τις κοινές αρχές εκπαίδευσης στην Επιτροπή, προκειμένου να είναι δυνατή η αξιολόγηση, από κοινού με τους εθνικούς συντονιστές, των πιθανών συνεπειών των αρχών αυτών στα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και στους εθνικούς κανόνες που διέπουν την πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα.

(26)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ προβλέπει ήδη την υποχρέωση των επαγγελματιών να διαθέτουν τις αναγκαίες γλωσσικές δεξιότητες. Η αναθεώρηση της εφαρμογής της εν λόγω υποχρέωσης αποκάλυψε την ανάγκη αποσαφήνισης του ρόλου των αρμόδιων αρχών και των εργαζομένων, ιδιαίτερα προς το συμφέρον της καλύτερης κατοχύρωσης της ασφάλειας των ασθενών. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν γλωσσικούς ελέγχους μετά την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. Είναι σημαντικό, ειδικότερα για τα επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια των ασθενών, οι γλωσσικοί έλεγχοι βάσει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ να διενεργούνται πριν από την έναρξη άσκησης επαγγέλματος του επαγγελματία στο κράτος μέλος υποδοχής. Εντούτοις, οι γλωσσικοί έλεγχοι θα πρέπει να είναι εύλογοι και αναγκαίοι για τα εν λόγω επαγγέλματα και δεν θα πρέπει να στοχεύουν στον αποκλεισμό από την αγορά εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής επαγγελματιών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Εντούτοις, για να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και με στόχο την ενίσχυση της κινητικότητας των επαγγελματιών στην Ένωση, οι γλωσσικοί έλεγχοι που διενεργούνται απευθείας από αρμόδια αρχή ή υπό την εποπτεία της θα πρέπει να περιορίζονται στη γνώση μιας επίσημης ή διοικητικής γλώσσας του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον η εν λόγω διοικητική γλώσσα είναι επίσης επίσημη γλώσσα της Ένωσης. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν τους επαγγελματίες να μάθουν μια άλλη γλώσσα σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον κριθεί αναγκαίο για την επαγγελματική δραστηριότητα που πρόκειται να ακολουθήσουν. Οι εργοδότες θα πρέπει επίσης να εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διακρίβωση των γλωσσικών γνώσεων που απαιτούνται για την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στον χώρο εργασίας τους.

(27)

Οι εθνικοί κανόνες που διέπουν την πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα δεν θα πρέπει να συνιστούν εμπόδιο στην κινητικότητα των νέων πτυχιούχων. Συνεπώς, όταν ένας πτυχιούχος συμπληρώνει επαγγελματική πρακτική άσκηση σε άλλο κράτος μέλος, αυτή η πρακτική άσκηση θα πρέπει να αναγνωρίζεται όταν ο πτυχιούχος υποβάλλει αίτηση για πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής. Η αναγνώριση επαγγελματικής πρακτικής άσκησης που πραγματοποιήθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα πρέπει να βασίζεται σε σαφή, γραπτή περιγραφή των μαθησιακών στόχων και των ανατεθέντων καθηκόντων, που καθορίζονται από τον επόπτη πρακτικής άσκησης στο κράτος μέλος υποδοχής. Η επαγγελματική πρακτική άσκηση που ολοκληρώθηκε σε τρίτες χώρες θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τα κράτη μέλη κατά την εξέταση αίτησης για πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα.

(28)

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ προβλέπει ένα σύστημα εθνικών σημείων επαφής. Λόγω της έναρξης ισχύος της οδηγίας 2006/123/ΕΚ και της θέσπισης κέντρων ενιαίας εξυπηρέτησης στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας, υπάρχει κίνδυνος επικάλυψης. Κατά συνέπεια τα εθνικά σημεία επαφής που θεσπίζονται με την οδηγία 2005/36/ΕΚ θα πρέπει να μετατραπούν σε κέντρα υποστήριξης, τα οποία πρέπει να εστιάσουν τις δραστηριότητές τους στην παροχή συμβουλών και υποστήριξης στους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και συμβουλών που παρέχονται αυτοπροσώπως, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η καθημερινή εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς σε περίπλοκες μεμονωμένες περιπτώσεις πολιτών παρακολουθείται σε εθνικό επίπεδο. Εάν συντρέχει περίπτωση, έρχονται σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές και τα κέντρα υποστήριξης άλλων κρατών μελών. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να αποφασίζουν κατά πόσον τα κέντρα υποστήριξης ενεργούν ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή υποστηρίζουν τη σχετική αρμόδια αρχή στην επεξεργασία των αιτήσεων έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας και στην επεξεργασία του ατομικού φάκελου του αιτούντος που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του ΙΜΙ (αρχείο ΙΜΙ). Στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εάν το εν λόγω επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στο κράτος μέλος καταγωγής, τα κέντρα υποστήριξης μπορούν επίσης να συμμετέχουν στην ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται για τους σκοπούς της διοικητικής συνεργασίας.

(29)

Η παρούσα οδηγία συμβάλλει στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου στην υγεία και στην προστασία των καταναλωτών. Στην οδηγία 2005/36/ΕΚ καθορίζονται ήδη λεπτομερείς υποχρεώσεις των κρατών μελών για ανταλλαγή πληροφοριών. Οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να ενισχυθούν. Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει απλώς να ανταποκρίνονται σε αιτήσεις πληροφοριών, αλλά οι αρμόδιες αρχές τους θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθούν εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων τους να προειδοποιούν προληπτικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών σχετικά με τους επαγγελματίες που δεν έχουν πλέον το δικαίωμα να ασκούν το επάγγελμά τους. Είναι αναγκαία η δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού προειδοποίησης για επαγγελματίες του κλάδου της υγείας δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να εφαρμόζεται και στους κτηνιάτρους, καθώς και στους επαγγελματίες που ασκούν δραστηριότητες που σχετίζονται με την εκπαίδευση ανηλίκων, περιλαμβανομένων των εργαζομένων στον τομέα παιδικής μέριμνας και προσχολικής εκπαίδευσης. Η υποχρέωση προειδοποίησης θα πρέπει να ισχύει μόνο για τα κράτη μέλη στα οποία τα εν λόγω επαγγέλματα είναι νομικά ρυθμιζόμενα. Όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να ειδοποιούνται σε περίπτωση που κάποιος επαγγελματίας δεν δικαιούται πλέον, λόγω πειθαρχικής ποινής ή ποινικής καταδίκης, να ασκεί, έστω και προσωρινά, επαγγελματική δραστηριότητα σε ένα κράτος μέλος. Η προειδοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τυχόν διαθέσιμες πληροφορίες για τον ορισμένο χρόνο ισχύος ή την επ’ αόριστον ισχύ του περιορισμού ή της απαγόρευσης. Η εν λόγω προειδοποίηση θα πρέπει να ενεργοποιείται μέσω του ΙΜΙ ανεξάρτητα από το εάν ο επαγγελματίας έχει ασκήσει οποιοδήποτε από τα δικαιώματά του δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή εάν έχει υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του μέσω της έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας ή μέσω άλλης μεθόδου που προβλέπεται στην εν λόγω οδηγία. Η διαδικασία προειδοποίησης πρέπει να συμμορφώνεται με την ενωσιακή νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η διαδικασία προειδοποίησης δεν θα πρέπει να έχει ως στόχο την υποκατάσταση ή την προσαρμογή ενδεχόμενων ρυθμίσεων μεταξύ κρατών μελών για τη συνεργασία στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων και οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ θα πρέπει επίσης να μην υποχρεούνται να συμβάλουν στη συγκεκριμένη συνεργασία μέσω προειδοποιήσεων που προβλέπονται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.

(30)

Μία από τις σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας πολίτης που ενδιαφέρεται να εργαστεί σε άλλο κράτος μέλος είναι η πολυπλοκότητα και η ασάφεια των διοικητικών διαδικασιών με τις οποίες πρέπει να συμμορφωθεί. Η οδηγία 2006/123/ΕΚ υποχρεώνει ήδη τα κράτη μέλη να παρέχουν εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες και και να καθιστούν δυνατή την ολοκλήρωση διαδικασιών μέσω των κέντρων ενιαίας εξυπηρέτησης. Οι πολίτες που επιθυμούν την αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ μπορούν ήδη να χρησιμοποιήσουν τα κέντρα ενιαίας εξυπηρέτησης εάν καλύπτονται από την οδηγία 2006/123/ΕΚ. Εντούτοις, οι αναζητούντες εργασία και οι επαγγελματίες του κλάδου της υγείας δεν καλύπτονται από την οδηγία 2006/123/ΕΚ και οι διαθέσιμες πληροφορίες σπανίζουν. Συνεπώς, είναι αναγκαίο οι εν λόγω πληροφορίες να προσδιοριστούν από την άποψη του χρήστη και να διασφαλιστεί ότι είναι εύκολα διαθέσιμες. Επίσης, είναι σημαντικό τα κράτη μέλη να μην αναλαμβάνουν αρμοδιότητες μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και να συνεργαστούν μεταξύ τους και με την Επιτροπή για να διασφαλιστεί ότι οι επαγγελματίες σε ολόκληρη την Ένωση έχουν εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες φιλικές προς το χρήστη και διαθέσιμες σε διάφορες γλώσσες, και ότι είναι σε θέση να ολοκληρώσουν εύκολα τις διαδικασίες μέσω των κέντρων ενιαίας εξυπηρέτησης ή των οικείων αρμόδιων αρχών. Οι σύνδεσμοι πρέπει να είναι διαθέσιμοι μέσω άλλων δικτυακών τόπων, όπως η δικτυακή πύλη Η Ευρώπη σου ή των οικείων αρμοδίων αρχών.

(31)

Με στόχο τη συμπλήρωση ή τροποποίηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ όσον αφορά την ανανέωση των γνώσεων και δεξιοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 6, την ανανέωση του παραρτήματος I, την ανανέωση και διευκρίνιση των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV, τις τροποποιήσεις των σημείων 5.1.1 έως 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 του παραρτήματος V, την προσαρμογή των ελάχιστων περιόδων εκπαίδευσης για ειδικευμένους ιατρούς και οδοντιάτρους, τη συμπερίληψη νέων ιατρικών ειδικοτήτων στο σημείο 5.1.3 του παραρτήματος V, τις τροποποιήσεις στον κατάλογο που ορίζεται στα σημεία 5.2.1, 5.3.1, 5.4.1, 5.5.1 και 5.6.1 του παραρτήματος V και τη συμπερίληψη νέων οδοντιατρικών ειδικοτήτων στο σημείο 5.3.3 του παραρτήματος V, που θα διευκρινίζουν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των κοινών πλαισίων εκπαίδευσης και τις προϋποθέσεις εφαρμογής κοινών δοκιμασιών εκπαίδευσης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, να πραγματοποιεί τις κατάλληλες διαβουλεύσεις και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση, θα πρέπει να διασφαλίζει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(32)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ομοιόμορφες συνθήκες για την εφαρμογή της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (11).

(33)

Λόγω της τεχνικής φύσης αυτών των εκτελεστικών πράξεων, η διαδικασία εξέτασης θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων σχετικά με την καθιέρωση ευρωπαϊκών επαγγελματικών ταυτοτήτων για συγκεκριμένα επαγγέλματα, τη μορφή της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, την επεξεργασία των γραπτών αιτήσεων, τις μεταφράσεις που πρέπει να προσκομίσει ο αιτών για την υποστήριξη αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, τα στοιχεία των απαιτούμενων εγγράφων δυνάμει της οδηγίας 2005/36/ΕΚ για την υποβολή ολοκληρωμένης αίτησης, τις διαδικασίες για την καταβολή και την επεξεργασία των πληρωμών για την ταυτότητα αυτή, κανόνες όσον αφορά τον τρόπο, τις περιπτώσεις και τα έγγραφα για τα οποία οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν επικυρωμένα αντίγραφα για το εν λόγω επάγγελμα, τις τεχνικές προδιαγραφές και τα μέτρα που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της ακεραιότητας, της εμπιστευτικότητας και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται στην ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα και στο αρχείο ΙΜΙ, τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την έκδοση ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, τους κανόνες σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο αρχείο ΙΜΙ, τα τεχνικά μέσα και τις διαδικασίες για την επαλήθευση της αυθεντικότητας και της εγκυρότητας μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας και την εφαρμογή του μηχανισμού ειδοποίησης.

(34)

Η Επιτροπή θα πρέπει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και, δεδομένων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, ενεργώντας χωρίς να εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011, να αποφασίσει να απορρίψει τη ζητηθείσα ανανέωση του Παραρτήματος I, εφόσον δεν πληρούνται οι όροι που ορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ, να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να μην εφαρμόσει την παρέκκλιση όσον αφορά την επιλογή μεταξύ περιόδου προσαρμογής και δοκιμασίας επάρκειας, εφόσον η εν λόγω παρέκκλιση δεν ενδείκνυται ή δεν είναι σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, να απορρίψει τις ζητηθείσες τροποποιήσεις των σημείων 5.1.1 έως 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 του Παραρτήματος V, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ, να καταρτίσει κατάλογο των εθνικών επαγγελματικών προσόντων και των εθνικών επαγγελματικών τίτλων που επωφελούνται από την αυτόματη αναγνώριση δυνάμει του κοινού πλαισίου εκπαίδευσης, να καταρτίσει κατάλογο με τα κράτη μέλη στα οποία πρέπει να διοργανωθούν κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης, τη συχνότητα κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους και άλλες ρυθμίσεις απαραίτητες για τη διοργάνωση κοινών δοκιμασιών εκπαίδευσης, και να επιτρέψει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να παρεκκλίνει από τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας 2005/36/ΕΚ για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

(35)

Μετά τη θετική εμπειρία της αμοιβαίας αξιολόγησης δυνάμει της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, ένα παρόμοιο σύστημα αξιολόγησης πρέπει να συμπεριληφθεί στην οδηγία 2005/36/ΕΚ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιήσουν ποια επαγγέλματα είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενα σε αυτά, για ποιους λόγους, και να συζητήσουν τα αποτελέσματα μεταξύ τους. Ένα τέτοιο σύστημα θα συμβάλει στην αύξηση της διαφάνειας στην αγορά επαγγελματικών υπηρεσιών.

(36)

Η Επιτροπή θα πρέπει, σε εύθετο χρόνο, να αξιολογήσει το καθεστώς αναγνώρισης που ισχύει για τους τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης ως νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που εκδίδονται στη Ρουμανία. Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στα αποτελέσματα ειδικού προγράμματος αναβάθμισης, το οποίο θα πρέπει να θεσπίσει η Ρουμανία σύμφωνα με την εθνική της νομοθεσία, κανονισμούς και διοικητικές διατάξεις, και για το οποίο θα πρέπει να έλθει σε επαφή με τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή. Σκοπός του ειδικού αυτού προγράμματος αναβάθμισης θα πρέπει να είναι να επιτραπεί στους συμμετέχοντες στο εν λόγω πρόγραμμα να αναβαθμίσουν τα επαγγελματικά τους προσόντα για να πληρούν επιτυχώς όλες τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που ορίζει η οδηγία 2005/36/ΕΚ.

(37)

Επειδή οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι εξορθολογισμός, απλοποίηση και βελτίωση των κανόνων για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, καθώς αυτό θα είχε αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα αποκλίνουσες απαιτήσεις και αποκλίνοντα διαδικαστικά συστήματα, αυξάνοντας την κανονιστική πολυπλοκότητα και προκαλώντας αδικαιολόγητα εμπόδια στην κινητικότητα των επαγγελματιών, μπορούν όμως να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης από την άποψη της συνοχής, της διαφάνειας και της συμβατότητας, η Ένωση μπορεί να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(38)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής για τα επεξηγηματικά έγγραφα (12) της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων που λαμβάνουν για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα που επεξηγούν τη σχέση μεταξύ των διαφόρων μερών της εν λόγω οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί αιτιολογημένη τη διαβίβαση τέτοιου είδους εγγράφων,

(39)

Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κλήθηκε να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (13), και εξέδωσε γνωμοδότηση στις 8 Μαρτίου 2012 (14).

(40)

Συνεπώς, η οδηγία 2005/36/ΕΚ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2005/36/ΕΚ

Η οδηγία 2005/36/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης τους κανόνες που αφορούν τη μερική πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα και την αναγνώριση επαγγελματικών πρακτικών ασκήσεων που πραγματοποιούνται σε άλλο κράτος μέλος.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος έχει πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση εκτός του κράτους καταγωγής.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους συμβολαιογράφους που διορίζονται με επίσημη πράξη της Διοίκησης.».

3)

Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία στ) και η) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«στ)   “επαγγελματική εμπειρία”: η πραγματική και νόμιμη άσκηση πλήρους απασχόλησης ή ισοδύναμης μερικής απασχόλησης του σχετικού επαγγέλματος σε ένα κράτος μέλος·

η)   “δοκιμασία επάρκειας”: δοκιμασία που αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες του αιτούντος, διενεργείται δε ή αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με σκοπό να αξιολογηθεί η ικανότητα του αιτούντος να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος.

Για τη διενέργεια της δοκιμασίας αυτής, οι αρμόδιες αρχές, με βάση τη σύγκριση της εκπαίδευσης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα ή από άλλους τίτλους εκπαίδευσης που κατέχει ο αιτών.

Στη δοκιμασία επάρκειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας στο κράτος μέλος καταγωγής ή στο κράτος μέλος προέλευσής του. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει τομείς γνώσεων που επιλέγονται μεταξύ αυτών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εν λόγω δοκιμασία μπορεί επίσης να καλύπτει τη γνώση της δεοντολογίας που ισχύει για τις εν λόγω δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας, καθώς και το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται, στο κράτος μέλος υποδοχής, ο αιτών που επιθυμεί να ετοιμαστεί για τη δοκιμασία επάρκειας στο εν λόγω κράτος μέλος, καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους»·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ι)   “επαγγελματική πρακτική άσκηση”: Με την επιφύλαξη του άρθρου 46, παράγραφος 4, μια περίοδος επαγγελματικής πρακτικής άσκησης υπό επίβλεψη, υπό τον όρο ότι αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, και η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε κατά τη διάρκεια ή μετά την ολοκλήρωση εκπαίδευσης που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος·

ια)   “ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα”: ένα ηλεκτρονικό πιστοποιητικό με το οποίο αποδεικνύεται είτε ότι ο επαγγελματίας πληροί όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την παροχή υπηρεσιών σε ένα κράτος μέλος υποδοχής σε προσωρινή και περιστασιακή βάση είτε η αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων για εγκατάσταση σε ένα κράτος μέλος υποδοχής·

ιβ)   “διά βίου μάθηση”: κάθε γενική εκπαίδευση, επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, ανεπίσημη εκπαίδευση και άτυπη μάθηση που έχει λάβει ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του, με αποτέλεσμα τη βελτίωση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων του, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και επαγγελματική δεοντολογία·

ιγ)   “επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος”: λόγοι οι οποίοι αναγνωρίζονται ως επιτακτικοί στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

ιδ)   “Ευρωπαϊκό Σύστημα Μεταφοράς και Συσσώρευσης Ακαδημαϊκών Μονάδων ή μονάδες ΕCTS”: το σύστημα μονάδων για την ανώτατη εκπαίδευση που χρησιμοποιούνται στον ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης.»·

β)

στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε φορά που ένα κράτος μέλος παρέχει αναγνώριση σε ένωση ή οργάνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει την Επιτροπή. Η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον η ένωση ή η οργάνωση πληροί τους όρους που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο. Προκειμένου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι κανονιστικές εξελίξεις στα κράτη μέλη, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ ώστε να ανανεώνει το παράρτημα I όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο.

Όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη προκειμένου να απορρίψει τη ζητηθείσα ανανέωση του παραρτήματος I.».

4)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στους δικαιούχους τη δυνατότητα να αποκτήσουν, στο εν λόγω κράτος μέλος, πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα για το οποίο διαθέτουν τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής και να το ασκούν στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοί του.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η μερική πρόσβαση σε ένα επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής παρέχεται υπό τους όρους που ορίζονται στο άρθρο 4στ.».

5)

Παρεμβάλλονται το ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 4α

Ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα

1.   Τα κράτη μέλη εκδίδουν ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα για τους κατόχους επαγγελματικών προσόντων κατόπιν αιτήματός τους και με την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει εκδώσει τις σχετικές εκτελεστικές πράξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 7.

2.   Όταν έχει καθιερωθεί ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα μέσω σχετικών εκτελεστικών πράξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 7, ο ενδιαφερόμενος κάτοχος επαγγελματικών προσόντων μπορεί να επιλέξει να υποβάλει αίτηση για μια τέτοια ταυτότητα ή να κάνει χρήση των διαδικασιών που προβλέπονται στους τίτλους II και ΙΙΙ.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο κάτοχος μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας επωφελείται από όλα τα δικαιώματα που ορίζονται στα άρθρα 4β έως 4ε.

4.   Εάν ο κάτοχος επαγγελματικού τίτλου σκοπεύει να παράσχει υπηρεσίες σύμφωνα με τον τίτλο II, πλην αυτών που καλύπτονται από το άρθρο 7 παράγραφος 4, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εκδίδει ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα σύμφωνα με τα άρθρα 4β και 4γ. Η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα, ανάλογα με την περίπτωση, συνιστά τη δήλωση δυνάμει του άρθρου 7.

5.   Εάν ο κάτοχος ενός επαγγελματικού τίτλου σκοπεύει να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τα κεφάλαια Ι έως ΙΙΙα του τίτλου ΙΙΙ ή να παράσχει υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ολοκληρώνει όλες τις προκαταρκτικές ενέργειες όσον αφορά τον ατομικό φάκελο του αιτούντος που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του συστήματος πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI) (αρχείο ΙΜΙ), όπως προβλέπεται στα άρθρα 4β και 4δ. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής εκδίδουν την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα σύμφωνα με τα άρθρα 4β και 4δ.

Για τους σκοπούς της εγκατάστασης, η έκδοση ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας δεν παρέχει αυτόματο δικαίωμα άσκησης συγκεκριμένου επαγγέλματος εάν υπάρχουν απαιτήσεις εγγραφής ή άλλες διαδικασίες ελέγχου που έχουν τεθεί σε ισχύ στο κράτος μέλος υποδοχής ήδη πριν από την καθιέρωση ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας για το εν λόγω επάγγελμα.

6.   Τα κράτη μέλη διορίζουν αρμόδιες αρχές για τη διεκπεραίωση των αρχείων ΙΜΙ και την έκδοση ευρωπαϊκών επαγγελματικών ταυτοτήτων. Οι αρχές αυτές διασφαλίζουν την αμερόληπτη, αντικειμενική και έγκαιρη επεξεργασία των αιτήσεων για ευρωπαϊκές επαγγελματικές ταυτότητες. Τα κέντρα υποστήριξης που αναφέρονται στο άρθρο 57β μπορούν επίσης να ενεργούν υπό την ιδιότητα μιας αρμόδιας αρχής. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και τα κέντρα υποστήριξης ενημερώνουν τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων και των υποψήφιων αιτούντων, σχετικά με τη λειτουργία και την προστιθέμενη αξία μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας για τα επαγγέλματα για τα οποία αυτή είναι διαθέσιμη.

7.   Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή των διατάξεων για τις ευρωπαϊκές επαγγελματικές ταυτότητες για τα επαγγέλματα που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, περιλαμβανομένων μέτρων σχετικά με τη μορφή της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, την επεξεργασία των γραπτών αιτήσεων, τις μεταφράσεις που πρέπει να προσκομίσει ο αιτών για την υποστήριξη μιας αίτησης έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, τις λεπτομέρειες για τα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 ή το παράρτημα VII για την υποβολή ολοκληρωμένης αίτησης και τις διαδικασίες για την καταβολή και την επεξεργασία των πληρωμών για την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου επαγγέλματος. Η Επιτροπή προσδιορίζει επίσης μέσω εκτελεστικών πράξεων πώς, σε ποιες περιπτώσεις και για ποια έγγραφα οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν επικυρωμένα αντίγραφα σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4β παράγραφος 3, του άρθρου 4δ παράγραφος 2 και του άρθρου 4δ παράγραφος 3 για το συγκεκριμένο επάγγελμα.

Η καθιέρωση της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, μέσω της θέσπισης των σχετικών εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται σε όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

υπάρχει σημαντική κινητικότητα ή εν δυνάμει σημαντική κινητικότητα στο συγκεκριμένο επάγγελμα·

β)

τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη έχουν εκδηλώσει επαρκές ενδιαφέρον·

γ)

το επάγγελμα ή η εκπαίδευση και η κατάρτιση με στόχο την άσκηση του επαγγέλματος έχει κατοχυρωθεί νομοθετικά σε σημαντικό αριθμό κρατών μελών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2.

8.   Τυχόν τέλη που ενδέχεται να βαρύνουν τους αιτούντες για διοικητικές διαδικασίες έκδοσης της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας είναι εύλογα, αναλογικά και αντίστοιχα με τις δαπάνες που υφίστανται τα κράτη μέλη καταγωγής και υποδοχής και δεν αποτελούν αντικίνητρο για την υποβολή αίτησης για ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα.

Άρθρο 4β

Αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας και δημιουργία ενός αρχείου ΙΜΙ

1.   Το κράτος μέλος υποδοχής επιτρέπει στον κάτοχο επαγγελματικών προσόντων να υποβάλει αίτηση έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας μέσω ενός διαδικτυακού εργαλείου, που παρέχει η Επιτροπή, το οποίο δημιουργεί αυτομάτως ένα αρχείο ΙΜΙ για τον συγκεκριμένο αιτούντα. Όταν ένα κράτος μέλος καταγωγής επιτρέπει επίσης τις γραπτές αιτήσεις, θέτει σε εφαρμογή όλα τα αναγκαία μέτρα για τη δημιουργία του αρχείου ΙΜΙ, τυχόν πληροφορίες που πρέπει να αποστέλλονται στον αιτούντα και την έκδοση της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας.

2.   Οι αιτήσεις πρέπει να τεκμηριώνονται μέσω των εγγράφων που απαιτούνται από τις εκτελεστικές πράξεις που πρόκειται να εκδοθούν με βάση το άρθρο 4α παράγραφος 7.

3.   Εντός μιας εβδομάδας από την παραλαβή της αίτησης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής επιβεβαιώνει τη λήψη της αίτησης και ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με ενδεχόμενη παράλειψη αποστολής κάποιου εγγράφου.

Ανάλογα με την περίπτωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εκδίδει κάθε αποδεικτικό πιστοποιητικό που απαιτείται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής επαληθεύει κατά πόσον ο υποψήφιος είναι νόμιμα εγκατεστημένος στο κράτος μέλος καταγωγής και αν όλα τα αναγκαία έγγραφα που έχουν εκδοθεί στο κράτος μέλος καταγωγής είναι έγκυρα και αυθεντικά. Σε περίπτωση δεόντως αιτιολογημένων αμφιβολιών, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής συμβουλεύεται τον αρμόδιο φορέα και μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων. Σε περίπτωση επακόλουθων αιτήσεων από τον ίδιο αιτούντα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής δεν δύνανται να ζητήσουν την εκ νέου υποβολή των εγγράφων που υπάρχουν ήδη στο αρχείο ΙΜΙ και είναι ακόμα έγκυρα.

4.   Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων τις τεχνικές προδιαγραφές, τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ακεραιότητας, της εμπιστευτικότητας και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται στην ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα και στο αρχείο ΙΜΙ, και τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την έκδοση μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας στον κάτοχό της, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας μεταφόρτωσής της ή ενημέρωσης του αρχείου ΙΜΙ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2.

Άρθρο 4γ

Ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα για προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών πλην των καλυπτόμενων από το άρθρο 7 παράγραφος 4

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ελέγχει την αίτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα που περιλαμβάνονται στο αρχείο IMI και, εντός τριών εβδομάδων, εκδίδει την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα για προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών πλην των καλυπτόμενων από το άρθρο 7 παράγραφος 4. Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία παραλαβής των ελλειπόντων εγγράφων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 4β παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, ή, εφόσον δεν ζητούνται άλλα έγγραφα, μετά τη λήξη της περιόδου μιας εβδομάδας που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο. Κατόπιν αποστέλλει την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα απευθείας στην αρμόδια αρχή κάθε κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα. Το κράτος μέλος υποδοχής απαγορεύεται να ζητήσει οιαδήποτε περαιτέρω δήλωση δυνάμει του άρθρου 7 για τους επόμενους 18 μήνες.

2.   Η απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ή η μη έκδοση απόφασης εντός της περιόδου των τριών εβδομάδων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.

3.   Εάν ένας κάτοχος ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες σε κράτη μέλη άλλα από εκείνα που αναφέρονταν αρχικά στην αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο εν λόγω κάτοχος μπορεί να υποβάλει αίτηση για ανάλογη επέκταση. Εάν ο κάτοχος επιθυμεί να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του μετά το πέρας της περιόδου των 18 μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ενημερώνει την αρμόδια αρχή αναλόγως. Σε οιαδήποτε περίπτωση, ο κάτοχος παρέχει επίσης πληροφορίες για ουσιώδεις αλλαγές της κατάστασης που τεκμηριώνεται στο αρχείο ΙΜΙ που ενδέχεται να απαιτηθούν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής σύμφωνα με τις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 4α παράγραφος 7. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αποστέλλει την ενημερωμένη ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα στο οικείο κράτος μέλος υποδοχής.

4.   Η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα ισχύει σε ολόκληρη την επικράτεια όλων των οικείων κρατών μελών υποδοχής για όσο διάστημα ο κάτοχός της διατηρεί το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματός του βάσει των εγγράφων και των πληροφοριών που περιέχονται στο αρχείο ΙΜΙ.

Άρθρο 4δ

Ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα για εγκατάσταση και για προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ελέγχει, εντός ενός μηνός, την αυθεντικότητα και την εγκυρότητα των δικαιολογητικών εγγράφων που περιλαμβάνονται στο αρχείο IMI για τους σκοπούς της έκδοσης ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας για εγκατάσταση ή για προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4. Η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από την ημερομηνία παραλαβής των ελλειπόντων εγγράφων τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 4β παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, ή, εφόσον δεν ζητούνται άλλα έγγραφα, μετά τη λήξη της περιόδου μιας εβδομάδας που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο. Στη συνέχεια, διαβιβάζει αμέσως την αίτηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. Το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει τον αιτούντα για την τύχη της αίτησης ενώ παράλληλα διαβιβάζει την αίτηση στο κράτος μέλος υποδοχής.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 16, 21 49α και 49β, το κράτος μέλος υποδοχής αποφασίζει εάν θα εκδώσει ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα σύμφωνα με την παράγραφο 1, εντός μηνός από την παραλαβή της αίτησης που διαβιβάστηκε από το κράτος μέλος καταγωγής. Σε περίπτωση δεόντως αιτιολογημένων αμφιβολιών, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, ή τη συμπερίληψη επικυρωμένου αντιγράφου εγγράφου, από το κράτος μέλος καταγωγής, τις οποίες το κράτος μέλος καταγωγής παρέχει το αργότερο δύο εβδομάδες μετά την υποβολή της αίτησης. Με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 5, εφαρμόζεται η προθεσμία του ενός μηνός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια αίτηση.

3.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 και στο άρθρο 14, ένα κράτος μέλος υποδοχής αποφασίζει εάν θα εκδώσει ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα ή εάν θα επιβάλει στον κάτοχο επαγγελματικού τίτλου αντισταθμιστικά μέτρα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης που διαβίβασε το κράτος μέλος καταγωγής. Σε περίπτωση δεόντως αιτιολογημένων αμφιβολιών, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες, ή τη συμπερίληψη επικυρωμένου αντιγράφου εγγράφου, από το κράτος μέλος καταγωγής, τις οποίες το κράτος μέλος καταγωγής παρέχει το αργότερο δύο εβδομάδες μετά την υποβολή της αίτησης. Με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 5, εφαρμόζεται η προθεσμία των δύο μηνών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια αίτηση.

4.   Σε περίπτωση που το κράτος μέλος υποδοχής δεν λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες που μπορεί να ζητήσει σύμφωνα με την παρούσα οδηγία προκειμένου να λάβει απόφαση σχετικά με την έκδοση της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας είτε από το κράτος μέλος καταγωγής είτε από τον αιτούντα, μπορεί να αρνηθεί την έκδοση της ταυτότητας. Η άρνηση αιτιολογείται δεόντως.

5.   Εάν το κράτος μέλος υποδοχής δεν λάβει απόφαση εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου ή δεν διοργανώσει δοκιμασία επάρκειας σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4, η ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα θεωρείται ότι έχει εκδοθεί και αποστέλλεται αυτόματα, μέσω του ΙΜΙ, στον κάτοχο επαγγελματικού τίτλου.

Το κράτος μέλος υποδοχής έχει τη δυνατότητα να παρατείνει κατά δύο εβδομάδες τις προθεσμίες που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 για την αυτόματη έκδοση της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας. Εξηγεί τον λόγο της παράτασης και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα. Η παράταση αυτή μπορεί να επαναληφθεί άπαξ και μόνο αν είναι απολύτως αναγκαία, ιδίως για λόγους που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία ή την ασφάλεια των αποδεκτών των υπηρεσιών.

6.   Οι ενέργειες στις οποίες προβαίνει το κράτος μέλος καταγωγής σύμφωνα με την παράγραφο 1 αντικαθιστούν τυχόν αιτήσεις για αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής.

7.   Οι αποφάσεις του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής που εγκρίνονται δυνάμει των παραγράφων 1 έως 5 ή η μη έκδοση απόφασης από το κράτος μέλος καταγωγής μπορούν να εφεσιβληθούν δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Άρθρο 4ε

Επεξεργασία και πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα

1.   Με την επιφύλαξη του τεκμηρίου της αθωότητας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν εγκαίρως το αντίστοιχο αρχείο ΙΜΙ με πληροφορίες που αφορούν πειθαρχικά μέτρα ή ποινικές καταδίκες που αφορούν απαγόρευση ή περιορισμό και που έχουν συνέπειες στην άσκηση των δραστηριοτήτων του κατόχου της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό τηρούν τους κανόνες προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (15) και στην οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (16). Οι εν λόγω ενημερώσεις περιλαμβάνουν τη διαγραφή πληροφοριών που δεν είναι πλέον απαραίτητες. Ο κάτοχος της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας και οι αρμόδιες αρχές που έχουν πρόσβαση στο αντίστοιχο αρχείο ΙΜΙ ενημερώνονται αμέσως σχετικά με τυχόν αλλαγές. Η υποχρέωση αυτή δεν θίγει την υποχρέωση προειδοποίησης που βαρύνει τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 56α.

2.   Το περιεχόμενο των επικαιροποιήσεων πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιορίζεται στα ακόλουθα:

α)

την ταυτότητα του επαγγελματία·

β)

το σχετικό επάγγελμα·

γ)

πληροφορίες σχετικά με την εθνική αρχή ή το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση περιορισμού ή απαγόρευσης·

δ)

το πεδίο εφαρμογής του περιορισμού ή της απαγόρευσης· και

ε)

την περίοδο ισχύος του περιορισμού ή της απαγόρευσης.

3.   Πρόσβαση στις πληροφορίες που περιέχονται στο αρχείο ΙΜΙ έχουν μόνο οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον κάτοχο της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας για το περιεχόμενο του αρχείου ΙΜΙ μετά από αίτημα του κατόχου.

4.   Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα περιορίζονται σε αυτές που είναι απαραίτητες για την πιστοποίηση του δικαιώματος του κατόχου της να ασκήσει το επάγγελμα για το οποίο εκδόθηκε, δηλαδή, όνομα του κατόχου, επώνυμο, ημερομηνία και τόπο γέννησης, επάγγελμα, τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης, και το εφαρμοστέο καθεστώς, εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές, αριθμό ταυτότητας, χαρακτηριστικά ασφαλείας και αναφορά ενός έγκυρου εγγράφου ταυτότητας. Στο αρχείο ΙΜΙ περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την κτηθείσα επαγγελματική εμπειρία ή τα αντισταθμιστικά μέτρα που ίσχυσαν για τον κάτοχο της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας.

5.   Τα προσωπικά δεδομένα που περιλαμβάνονται στο αρχείο ΙΜΙ μπορούν να υποστούν επεξεργασία για όσο διάστημα χρειάζεται για τον σκοπό της διαδικασίας αναγνώρισης αυτής καθεαυτής και ως αποδεικτικό στοιχείο της αναγνώρισης ή της διαβίβασης της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 7. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο κάτοχος μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας δικαιούται ανά πάσα στιγμή και χωρίς κόστος για τον κάτοχο να ζητήσει τη διόρθωση ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων ή τη διαγραφή και τον αποκλεισμό του οικείου αρχείου ΙΜΙ. Ο κάτοχος ενημερώνεται για το δικαίωμά του αυτό κατά τη στιγμή της έκδοσης της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας, και του γίνεται σχετική υπόμνηση στη συνέχεια ανά διετία. Η υπόμνηση αποστέλλεται αυτομάτως μέσω του ΙΜΙ όταν η αρχική αίτηση για την ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα έχει υποβληθεί μέσω του διαδικτύου.

Σε περίπτωση αίτησης για διαγραφή ενός αρχείου ΙΜΙ που συνδέεται με μια ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα που εκδόθηκε με σκοπό την εγκατάσταση ή την προσωρινή και περιστασιακή παροχή υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4, οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους υποδοχής παρέχουν στον κάτοχο επαγγελματικών προσόντων αποδεικτικό στοιχείο που πιστοποιεί την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του.

6.   Όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα και όλων των αρχείων ΙΜΙ, οι σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θεωρούνται ως υπεύθυνοι επεξεργασίας υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 95/46/ΕΚ. Όσον αφορά τις αρμοδιότητές της δυνάμει των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που σχετίζεται με αυτές, η Επιτροπή θεωρείται ως υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων υπό την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (17).

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη υποδοχής ορίζουν ότι οι εργοδότες, οι πελάτες, οι ασθενείς, οι δημόσιες αρχές και άλλοι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επαληθεύουν την αυθεντικότητα και την εγκυρότητα μιας ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας που προσκομίζει σε αυτούς ο κάτοχος της ταυτότητας.

Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, τους κανόνες πρόσβασης στο αρχείο ΙΜΙ, και τα τεχνικά μέσα και τις διαδικασίες για την επαλήθευση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2.

Άρθρο 4στ

Μερική πρόσβαση

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής παραχωρεί μερική πρόσβαση σε μια επαγγελματική δραστηριότητα στην επικράτειά του μόνον όταν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

ο επαγγελματίας διαθέτει όλα τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα προκειμένου να ασκεί στο κράτος μέλος καταγωγής την επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία ζητεί μερική πρόσβαση στο κράτος μέλος υποδοχής·

β)

οι διαφορές μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας που ασκεί νομίμως ο αιτών στο κράτος μέλος καταγωγής και του νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής είναι τόσο μεγάλες ώστε η εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων σημαίνει ότι ο αιτών θα υποχρεούνταν να ακολουθήσει το πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης και κατάρτισης που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής για να έχει πλήρη πρόσβαση στο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής·

γ)

η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί αντικειμενικά να διαχωριστεί από άλλες δραστηριότητες που εμπίπτουν στο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής.

Για τους σκοπούς του στοιχείου γ), η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνει υπόψη κατά πόσον η επαγγελματική δραστηριότητα μπορεί να ακολουθηθεί αυτόνομα στο κράτος μέλος καταγωγής.

2.   Μια αίτηση μερικής πρόσβασης μπορεί να απορριφθεί εάν η σχετική απόρριψη δικαιολογείται βάσει ενός επιτακτικού λόγου γενικού συμφέροντος, ικανού να διασφαλίσει την επίτευξη του σκοπούμενου στόχου και δεν υπερβαίνει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

3.   Οι αιτήσεις με σκοπό την εγκατάσταση σε κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τα κεφάλαια Ι και IV του τίτλου III σε περίπτωση εγκατάστασης στο κράτος μέλος υποδοχής.

4.   Οι αιτήσεις με σκοπό την παροχή προσωρινών και περιστασιακών υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής όσον αφορά επαγγελματικές δραστηριότητες που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και ασφάλεια εξετάζονται σύμφωνα με τον τίτλο II.

5.   Κατά παρέκκλιση από το έκτο εδάφιο του άρθρου 7 παράγραφος 4 και του άρθρου 52 παράγραφος 1, η επαγγελματική δραστηριότητα ασκείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους καταγωγής μετά την παραχώρηση της μερικής πρόσβασης. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί τη χρήση αυτού του επαγγελματικού τίτλου στις γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής. Επαγγελματίες που επωφελούνται από μερική πρόσβαση επισημαίνουν με σαφήνεια στους αποδέκτες υπηρεσιών το πεδίο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων.

6.   Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στους επαγγελματίες που επωφελούνται από την αυτόματη αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων δυνάμει των κεφαλαίων II, III και ΙΙΙα του τίτλου III.

6)

Στο άρθρο 5 παράγραφος 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου σε άλλο κράτος μέλος, εάν έχει ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη επί ένα τουλάχιστον έτος στο διάστημα των δέκα ετών που προηγούνται της παροχής στο κράτος μέλος εγκατάστασης, εφόσον το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στο κράτος μέλος εγκατάστασης. Ο όρος για την άσκηση του επαγγέλματος επί ένα έτος δεν εφαρμόζεται εάν το επάγγελμα είτε η εκπαίδευση για το εν λόγω επάγγελμα είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενα.».

7)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως ακολούθως:

i)

τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από τα ακόλουθα:

«δ)

για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β), την απόδειξη με κάθε μέσον ότι ο πάροχος έχει ασκήσει τις εν λόγω δραστηριότητες επί ένα τουλάχιστον έτος στο διάστημα των δέκα προηγούμενων ετών·

ε)

για επαγγέλματα στον τομέα της ασφάλειας, στον υγειονομικό τομέα και για επαγγέλματα που συνδέονται με την εκπαίδευση ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένου του τομέα παιδικής μέριμνας και προσχολικής εκπαίδευσης, εφόσον το κράτος μέλος το απαιτεί για τους πολίτες του βεβαίωση για την απουσία προσωρινών ή οριστικών αναστολών της άδειας άσκησης του επαγγέλματος ή ποινικών καταδικών·»·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«στ)

για επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις για την ασφάλεια των ασθενών, δήλωση σχετικά με τις γλωσσικές γνώσεις του αιτούντος που απαιτούνται για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής·

ζ)

για επαγγέλματα που καλύπτουν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 16 και τα οποία είχαν κοινοποιηθεί από ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 2, πιστοποιητικό σχετικά με τη φύση και τη διάρκεια της δραστηριότητας, που χορηγείται από την αρμόδια αρχή ή τον αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών·»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Η υποβολή της απαιτούμενης δήλωσης από τον πάροχο υπηρεσιών σύμφωνα με την παράγραφο 1 παρέχει στον εν λόγω πάροχο δικαίωμα πρόσβασης στη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών ή άσκησης της εν λόγω δραστηριότητας σε όλη την εδαφική επικράτεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Ένα κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει τις πρόσθετες πληροφορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου υπηρεσιών εάν:

α)

το επάγγελμα είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο σε τμήματα της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους με διαφορετικό τρόπο·

β)

εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται επίσης σε όλους τους υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους·

γ)

οι διαφορές στον εν λόγω κανονισμό δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος σχετιζομένους με τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια των αποδεκτών των υπηρεσιών· και

δ)

το κράτος μέλος δεν διαθέτει άλλα μέσα συλλογής των πληροφοριών αυτών.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«4.   Κατά την πρώτη παροχή υπηρεσιών, στην περίπτωση των νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια και δεν τυγχάνουν αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει των κεφαλαίων ΙΙ, ΙΙΙ ή ΙΙΙα του τίτλου III, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να προβεί σε έλεγχο των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου, πριν από την πρώτη παροχή υπηρεσιών. Ο εν λόγω προηγούμενος έλεγχος είναι δυνατός μόνο εφόσον αποσκοπεί στην αποφυγή σοβαρής βλάβης της υγείας ή της ασφάλειας του αποδέκτη της υπηρεσίας λόγω έλλειψης επαγγελματικών προσόντων του παρόχου και εφόσον ο έλεγχος δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Εντός ενός μηνός το πολύ από την παραλαβή της δήλωσης και των συνοδευτικών εγγράφων, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον πάροχο σχετικά με την απόφαση της:

α)

να μην ελέγξει τα επαγγελματικά του προσόντα,

β)

αφού ελέγξει τα επαγγελματικά του προσόντα:

i)

να απαιτήσει από τον πάροχο υπηρεσιών να υποβληθεί σε δοκιμασία επάρκειας, ή

ii)

να επιτρέψει την παροχή υπηρεσιών.

Εάν συντρέχει κάποια δυσκολία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον πάροχο εντός της ίδιας προθεσμίας σχετικά με την αιτία της καθυστέρησης. Η δυσκολία επιλύεται εντός μηνός από την εν λόγω ενημέρωση και η απόφαση οριστικοποιείται το αργότερο εντός δύο μηνών μετά την επίλυση της δυσκολίας.

Σε περίπτωση ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου και την απαιτούμενη εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής, και στο βαθμό που η διαφορά αυτή μπορεί να είναι επιβλαβής για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια και δεν μπορεί να αντισταθμιστεί μέσω της επαγγελματικής εμπειρίας ή των γνώσεων, δεξιοτήτων και των ικανοτήτων που αποκτήθηκαν μέσω της διά βίου μάθησης για τις οποίες υπάρχει σχετική τυπική επικύρωση από αρμόδιο φορέα, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παράσχει στον πάροχο τη δυνατότητα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που του έλειπαν. Το κράτος μέλος υποδοχής λαμβάνει απόφαση σε αυτή τη βάση εάν θα επιτρέψει την παροχή υπηρεσιών. Εν πάση περιπτώσει, η παροχή υπηρεσίας πρέπει να μπορεί να αρχίζει εντός ενός μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται η απόφαση κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου.

Εφόσον δεν υπάρξει αντίδραση της αρμόδιας αρχής εντός των προθεσμιών που ορίζονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, οι υπηρεσίες είναι δυνατόν να παρασχεθούν.

Στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν επαληθευθεί τα επαγγελματικά προσόντα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η παροχή υπηρεσιών πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής.».

8)

Στο άρθρο 8, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, σε περίπτωση αιτιολογημένων αμφιβολιών, να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία που έχει σχέση με τη νομιμότητα της εγκατάστασης και την ορθή συμπεριφορά του παρόχου καθώς και με την απουσία πειθαρχικών ή ποινικών κυρώσεων επαγγελματικού χαρακτήρα. Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αποφασίσουν να ελέγξουν τα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου υπηρεσιών, μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης πληροφορίες σχετικά με τους κύκλους εκπαίδευσης του παρόχου υπηρεσιών στο βαθμό που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση ουσιωδών διαφορών, πιθανόν ζημιογόνων για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 56. Σε περίπτωση μη ρυθμιζόμενων νομοθετικά επαγγελμάτων στο κράτος μέλος καταγωγής, τα κέντρα υποστήριξης που αναφέρονται στο άρθρο 57β μπορεί επίσης να παράσχει αυτές τις πληροφορίες.».

9)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

το εισαγωγικό μέρος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13 και του άρθρου 14 παράγραφος 6, ορίζονται τα ακόλουθα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων:»·

ii)

στο στοιχείο γ), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση ή, στην περίπτωση νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων, κύκλος επαγγελματικής εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση, με ικανότητες που υπερβαίνουν τις προβλεπόμενες για το επίπεδο β, ισότιμος με το επίπεδο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο i), εφόσον η εν λόγω εκπαίδευση παρέχει συγκρίσιμο επαγγελματικό επίπεδο και προετοιμάζει για την ανάληψη ανάλογου επιπέδου ευθυνών και καθηκόντων, με την προϋπόθεση ότι το δίπλωμα συνοδεύεται από πιστοποιητικό του κράτους μέλους καταγωγής»·

iii)

τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

δίπλωμα που βεβαιώνει ότι ο κάτοχος έχει ολοκληρώσει επιτυχώς εκπαίδευση μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, διάρκειας τουλάχιστον τριών και όχι άνω των τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, το οποίο μπορεί επιπλέον να εκφράζεται με αντίστοιχο αριθμό μονάδων ECTS, σε πανεπιστήμιο ή ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου, και, εάν συντρέχει περίπτωση, την επιτυχή ολοκλήρωση της επαγγελματικής κατάρτισης που απαιτείται συμπληρωματικά προς τον εν λόγω κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών·

ε)

δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ο κάτοχος ολοκλήρωσε επιτυχώς κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, το οποίο μπορεί επιπλέον να εκφράζεται με αντίστοιχο αριθμό μονάδων ECTS, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε άλλο ίδρυμα ανάλογου επιπέδου και, εάν συντρέχει περίπτωση, την επιτυχή ολοκλήρωση της επαγγελματικής κατάρτισης που απαιτείται συμπληρωματικά προς τον εν λόγω κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών.»·

β)

Η δεύτερη παράγραφος διαγράφεται.

10)

Στο άρθρο 12, η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης που πιστοποιεί εκπαίδευση του άρθρου 11, ακόμη και ως προς το οικείο επίπεδο, κάθε τίτλος εκπαίδευσης ή σύνολο τίτλων εκπαίδευσης που χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, εφόσον πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση εκπαίδευσης εντός της Ένωσης, υπό καθεστώς πλήρους ή μερικής παρακολούθησης, στο πλαίσιο ή εκτός επίσημων προγραμμάτων, έχει αναγνωριστεί από το εν λόγω κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου και παρέχει στον κάτοχό του τα ίδια δικαιώματα ανάληψης ή άσκησης επαγγέλματος, ή προετοιμάζει για την άσκηση του επαγγέλματος.».

11)

Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

Προϋποθέσεις αναγνώρισης

1.   Εάν σε ένα κράτος μέλος υποδοχής απαιτείται για την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους παρέχει τη δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τους υπηκόους του, στους αιτούντες που είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 και απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτειά του.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης εκδίδονται από μια αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους, η οποία έχει διοριστεί σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους.

2.   Η πρόσβαση σε και η άσκηση επαγγέλματος όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 χορηγείται επίσης σε αιτούντες οι οποίοι έχουν ασκήσει το εν λόγω επάγγελμα πλήρους απασχόλησης για ένα έτος ή για ισοδύναμη συνολική διάρκεια σε καθεστώς μερικής απασχόλησης στη διάρκεια των τελευταίων δέκα ετών σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο το εν λόγω επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο, και οι οποίοι διαθέτουν μία ή περισσότερες βεβαιώσεις επάρκειας ή έγγραφα που έχουν εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος στο οποίο το σχετικό επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους·

β)

πιστοποιούν την προετοιμασία του κατόχου τους για την άσκηση του οικείου επαγγέλματος.

Η μονοετής επαγγελματική εμπειρία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν μπορεί, ωστόσο, να απαιτείται εάν οι τίτλοι επαγγελματικής εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών πιστοποιούν ότι έλαβε νομοθετικά ρυθμιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση.

3.   Το κράτος μέλος υποδοχής αποδέχεται το επίπεδο που βεβαιώνεται, δυνάμει του άρθρου 11, από το κράτος μέλος καταγωγής, καθώς και το πιστοποιητικό με το οποίο το κράτος μέλος καταγωγής πιστοποιεί ότι η εκπαίδευση για νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα και ο κύκλος εκπαίδευσης ή επαγγελματικής εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση που αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) σημείο ii), είναι ισοδύναμη με το επίπεδο που προβλέπεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) σημείο i).

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και από το άρθρο 14, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να απορρίψει την αίτηση ανάληψης και άσκησης του επαγγέλματος σε κατόχους βεβαίωσης επάρκειας που κατατάσσεται στο στοιχείο α) του άρθρου 11 εάν ο εθνικός τίτλος εκπαίδευσης που απαιτείται για την άσκηση του επαγγέλματος στην επικράτειά του εμπίπτει στο στοιχείο ε) του άρθρου 11.».

12)

Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.   Το άρθρο 13 δεν κωλύει το κράτος μέλος υποδοχής να απαιτεί από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ’ ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις εάν:

α)

η εκπαίδευση που έχει λάβει ο αιτών αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από την εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής·

β)

το νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικά ρυθμιζόμενες επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής του αιτούντος, και η εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών.»·

β)

στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρέκκλιση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο είναι ακατάλληλη ή ότι δεν συμμορφώνεται με τη νομοθεσία της Ένωσης, θεσπίζει μια εκτελεστική πράξη εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των αναγκαίων πληροφοριών, με την οποία ζητά από το σχετικό κράτος μέλος να μην λάβει το προβλεπόμενο μέτρο. Ελλείψει αντίδρασης εκ μέρους της Επιτροπής εντός της εν λόγω προθεσμίας, η παρέκκλιση δύναται να εφαρμοστεί.»·

γ)

στην παράγραφο 3, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Κατά παρέκκλιση από την αρχή του δικαιώματος του αιτούντος να επιλέξει, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να προσδιορίσει είτε μία περίοδος προσαρμογής είτε μία δοκιμασία επάρκειας σε περίπτωση που:

α)

ο κάτοχος επαγγελματικού τίτλου που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 11, υποβάλει αίτηση για αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του εφόσον ο εθνικός επαγγελματικός τίτλος που απαιτείται κατατάσσεται στο στοιχείο γ) του άρθρου 11· ή

β)

ο κάτοχος επαγγελματικού τίτλου που αναφέρεται στο στοιχείο β) του άρθρου 11, υποβάλλει αίτηση για αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του εφόσον ο εθνικός επαγγελματικός τίτλος που απαιτείται κατατάσσεται στα στοιχεία δ) και ε) του άρθρου 11.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σε περίπτωση που ο κάτοχος επαγγελματικού τίτλου που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 11 υποβάλει αίτηση για αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του εφόσον ο εθνικός επαγγελματικός τίτλος που απαιτείται κατατάσσεται στο στοιχείο δ) του άρθρου 11, το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να επιβάλει τόσο περίοδο προσαρμογής όσο και δοκιμασία επάρκειας.»·

δ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για λόγους εφαρμογής των παραγράφων 1 και 5, νοούνται ως “τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικοί” οι τομείς των οποίων η γνώση, οι αποκτηθείσες δεξιότητες και ικανότητες είναι απαραίτητες για την άσκηση του επαγγέλματος και ως προς τους οποίους η εκπαίδευση που έχει λάβει ο μετανάστης παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά το περιεχόμενο σε σχέση με την εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής.

5.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται δεόντως τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, εάν το κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να απαιτήσει από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή την υποβολή του σε δοκιμασία επάρκειας, πρέπει καταρχάς να εξακριβώσει κατά πόσον οι γνώσεις, οι δεξιότητες και οι ικανότητες που έχει αποκτήσει ο αιτών κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής εμπειρίας του ή μέσω διά βίου μάθησης, για τις οποίες υπάρχει σχετική τυπική επικύρωση από αρμόδιο φορέα, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα είναι ικανές να καλύψουν, πλήρως ή μερικώς, την ουσιώδη διαφορά για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 4.»·

ε)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«6.   Η απόφαση επιβολής μιας πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή μιας δοκιμασίας επάρκειας πρέπει να συνοδεύεται από επαρκή αιτιολόγηση. Ειδικότερα, στον αιτούντα πρέπει να παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το επίπεδο επαγγελματικών προσόντων που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και το επίπεδο επαγγελματικών προσόντων που κατέχει ο αιτών σύμφωνα με την ταξινόμηση που ορίζεται στο άρθρο 11· και

β)

οι ουσιαστικές διαφορές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και οι λόγοι για τους οποίους οι εν λόγω διαφορές δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της επαγγελματικής εμπειρίας ή μέσω διά βίου μάθησης για τις οποίες υπάρχει σχετική τυπική επικύρωση από αρμόδιο φορέα.

7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο αιτών έχει τη δυνατότητα να υποβάλλεται στη δοκιμασία επάρκειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 το αργότερο εντός έξι μηνών μετά την αρχική απόφαση για την υποβολή του σε δοκιμασία επάρκειας.».

13)

Το άρθρο 15 διαγράφεται.

14)

Το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

Τροποποίηση των καταλόγων των δραστηριοτήτων του παραρτήματος IV

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την τροποποίηση των κατάλογων των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV και αποτελούν αντικείμενο αναγνώρισης της επαγγελματικής εμπειρίας δυνάμει του άρθρου 16, προκειμένου να επικαιροποιηθούν ή να διευκρινισθούν οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV ειδικότερα με σκοπό να προσδιορισθεί το πεδίο τους και να ληφθούν δεόντως υπόψη οι τελευταίες εξελίξεις στον τομέα των ονοματολογιών με βάση τη δραστηριότητα, υπό τον όρο ότι αυτό δεν συνεπάγεται οποιονδήποτε περιορισμό του πεδίου των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις εκάστοτε κατηγορίες ούτε υπάρχει μεταφορά δραστηριοτήτων μεταξύ των καταλόγων I, II και III του παραρτήματος IV.».

15)

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Όταν δεν επιβάλλονται εδαφικοί περιορισμοί στη λειτουργία φαρμακείου, το κράτος μέλος μπορεί, κατά παρέκκλιση, να αποφασίσει να μην δώσει ισχύ στους τίτλους εκπαίδευσης που αναφέρονται στο σημείο 5.6.2 του παραρτήματος V, για τη δημιουργία νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοούνται επίσης ως νέα τα φαρμακεία που άνοιξαν εντός των τριών τελευταίων ετών.

Η εν λόγω παρέκκλιση είναι δυνατόν να μην εφαρμοσθεί σε σχέση με τους φαρμακοποιούς των οποίων οι τίτλοι εκπαίδευσης έχουν ήδη αναγνωρισθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για άλλους σκοπούς και οι οποίοι έχουν ασκήσει αποτελεσματικά και νόμιμα τη δραστηριότητα του φαρμακοποιού για διάστημα τουλάχιστον τριών συναπτών ετών στο εν λόγω κράτος μέλος.»·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Κάθε κράτος μέλος εξαρτά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού, νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή και φαρμακοποιού από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2 αντιστοίχως, οι οποίοι πιστοποιούν ότι επαγγελματίας έχει αποκτήσει, κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαίδευσής του, κατά περίπτωση, τις γνώσεις και τις δεξιότητες και ικανότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, στο άρθρο 31 παράγραφος 7, στο άρθρο 34 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3 και στο άρθρο 44 παράγραφος 3.

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η γενικώς αναγνωρισμένη επιστημονική και τεχνική πρόοδος, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ για να επικαιροποιηθούν οι γνώσεις και οι δεξιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, στο άρθρο 34 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3, στο άρθρο 44 παράγραφος 3 και στο άρθρο 46 παράγραφος 4 με σκοπό να καταγραφεί η εξέλιξη της νομοθεσίας της Ένωσης που αφορά άμεσα τους σχετικούς επαγγελματίες.

Οι επικαιροποιήσεις αυτές δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι επικαιροποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).»·

γ)

η παράγραφος 7 διαγράφεται.

16)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 21α

Διαδικασία γνωστοποίησης

1.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τη νομοθεσία, τις, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζει για τη χορήγηση τίτλων εκπαίδευσης στα επαγγέλματα που καλύπτονται από το παρόν κεφάλαιο.

Στην περίπτωση των τίτλων εκπαίδευσης που αναφέρονται στο τμήμα 8, η γνωστοποίηση δυνάμει του πρώτου εδαφίου απευθύνεται επίσης και στα άλλα κράτη μέλη.

2.   Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια και το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

3.   Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 διαβιβάζονται μέσω του IMI.

4.   Προκειμένου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι νομοθετικές και διοικητικές εξελίξεις στα κράτη μέλη και υπό τον όρο ότι η νομοθεσία, οι κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που γνωστοποιούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συμφωνούν με τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στο παρόν κεφάλαιο, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ για την τροποποίηση των σημείων 5.1.1 έως 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 του παραρτήματος V, όσον αφορά την επικαιροποίηση των τίτλων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για την αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης και, κατά περίπτωση, του φορέα που εκδίδει τους εν λόγω τίτλους εκπαίδευσης, του πιστοποιητικού που τους συνοδεύει και του αντίστοιχου επαγγελματικού τίτλου.

5.   Όταν οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που γνωστοποιούνται δυνάμει της παραγράφου 1 δεν συμφωνούν με τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στο παρόν κεφάλαιο, η Επιτροπή εγκρίνει εκτελεστική πράξη με σκοπό να απορρίψει τη ζητηθείσα τροποποίηση των σημείων 5.1.1 έως 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 του παραρτήματος V.».

17)

Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις ειδικές για κάθε κράτος μέλος διαδικασίες, διασφαλίζουν, ενθαρρύνοντας τη συνεχή επαγγελματική εξέλιξη, ότι οι επαγγελματίες των οποίων τα επαγγελματικά προσόντα καλύπτονται από το κεφάλαιο III του παρόντος τίτλου είναι σε θέση να επικαιροποιούν τις γνώσεις τους, τις δεξιότητές και ικανότητές τους ώστε να εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό και να ενημερώνονται για τις επαγγελματικές εξελίξεις.»·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) έως τις 18 Ιανουαρίου 2016.».

18)

Στο άρθρο 24, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η βασική ιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη φοίτησης, τα οποία μπορούν επιπροσθέτως να εκφράζονται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS, και αποτελείται από τουλάχιστον 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης που πραγματοποιείται εντός ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Όσον αφορά επαγγελματίες που ξεκίνησαν τις σπουδές τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 1972, η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο εκπαίδευση δύναται να περιλαμβάνει πρακτική εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου διάρκειας έξι μηνών υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών.».

19)

Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση ενός προγράμματος βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, κατά τη διάρκεια του οποίου αποκτήθηκαν οι σχετικές γνώσεις βασικής ιατρικής.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν στις εθνικές νομοθεσίες τους μερικές εξαιρέσεις από εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών που καταγράφεται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3, που θα εφαρμόζονται κατά περίπτωση, εφόσον η εν λόγω εκπαίδευση έχει πραγματοποιηθεί ήδη κατά τη διάρκεια ενός άλλου προγράμματος εκπαίδευσης ειδικότητας που καταγράφεται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3, για την οποία ο επαγγελματίας έχει ήδη λάβει τον τίτλο ειδικότητας σε κάποιο κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η χορηγηθείσα εξαίρεση δεν υπερβαίνει το ήμισυ της ελάχιστης διάρκειας των εν λόγω κύκλων εκπαίδευσης ειδικευμένων ιατρών.

Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τη σχετική εθνική νομοθεσία του για οιεσδήποτε μερικές εξαιρέσεις τέτοιου είδους.»·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την προσαρμογή των ελάχιστων περιόδων εκπαίδευσης που αναφέρονται στο σημείο 5.1.3 του παραρτήματος V στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.».

20)

Στο άρθρο 26, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προκειμένου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αλλαγές στην εθνική νομοθεσία και με σκοπό την επικαιροποίηση της παρούσας οδηγίας, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την ενσωμάτωση στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 νέων ιατρικών ειδικοτήτων κοινών τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών.».

21)

Στο άρθρο 27, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους ειδικευμένων ιατρών που χορηγούνται στην Ιταλία και καταγράφονται στο παράρτημα V σημεία 5.1.2 και 5.1.3 στους ιατρούς που ξεκίνησαν την εκπαίδευση ειδικότητας μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983 και πριν από την 1η Ιανουαρίου 1991, μολονότι η σχετική εκπαίδευση δεν ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις εκπαίδευσης που περιγράφονται στο άρθρο 25, εφόσον ο τίτλος συνοδεύεται από πιστοποιητικό εκδοθέν από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές, το οποίο βεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος ιατρός έχει ασκήσει αποτελεσματικά και νόμιμα, στην Ιταλία, τις δραστηριότητες του ειδικού ιατρού στην ίδια ειδικότητα, επί τουλάχιστον επτά συναπτά έτη κατά τη διάρκεια δέκα ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.».

22)

Στο άρθρο 28, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η εισαγωγή σε ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση ενός προγράμματος βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, κατά τη διάρκεια του οποίου αποκτήθηκαν οι σχετικές γνώσεις βασικής ιατρικής.».

23)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση νοσηλευτών υπεύθυνων για γενική περίθαλψη προϋποθέτει είτε:

α)

ολοκλήρωση γενικής σχολικής εκπαίδευσης 12 ετών, η οποία πρέπει να βεβαιώνεται από δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς ενός κράτους μέλους ή από πιστοποιητικό που βεβαιώνει την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις ισοδύναμου επιπέδου και παρέχει πρόσβαση σε πανεπιστήμιο ή ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου· ή

β)

ολοκλήρωση γενικής σχολικής εκπαίδευσης τουλάχιστον 10 ετών, η οποία βεβαιώνεται από δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς ενός κράτους μέλους ή από πιστοποιητικό που βεβαιώνει την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις, ισοδύναμου επιπέδου και παρέχει πρόσβαση σε επαγγελματική σχολή ή πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαίδευσης νοσηλευτή.»·

β)

στην παράγραφο 2, το δεύτερο και τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά τις τροποποιήσεις του καταλόγου που ορίζεται στο σημείο 5.2.1 του παραρτήματος V με σκοπό την προσαρμογή του στην πρόοδο στους τομείς της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.»·

γ)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η εκπαίδευση του νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη περιλαμβάνει τουλάχιστον τριετείς σπουδές συνολικά, που μπορούν επιπροσθέτως να εκφράζονται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS, και συνίστανται σε τουλάχιστον 4 600 ώρες θεωρητικής και κλινικής κατάρτισης· η θεωρητική κατάρτιση καλύπτει τουλάχιστον το ένα τρίτο και η κλινική κατάρτιση τουλάχιστον τη μισή ελάχιστη διάρκεια της εκπαίδευσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν μερικές εξαιρέσεις επαγγελματίες που έχουν λάβει τμήμα της εκπαίδευσής τους μέσω κύκλων εκπαίδευσης τουλάχιστον ισοδύναμου επιπέδου.»·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η θεωρητική εκπαίδευση ορίζεται ως το μέρος της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας ο υπό κατάρτιση νοσηλευτής λαμβάνει την επαγγελματική γνώση, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 6 και 7. Η κατάρτιση παρέχεται από διδακτικό προσωπικό σε θέματα νοσηλευτικής, καθώς και από άλλα αρμόδια πρόσωπα, σε πανεπιστήμια, ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμου επιπέδου ή επαγγελματικές σχολές ή προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης νοσηλευτών.»·

ε)

στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η κλινική κατάρτιση ορίζεται ως το μέρος της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας ο υπό κατάρτιση νοσηλευτής μαθαίνει, στο πλαίσιο ομάδας, σε άμεση επαφή με υγιές ή άρρωστο άτομο ή/και σύνολο ανθρώπων, να οργανώνει, να παρέχει και να αξιολογεί την απαιτούμενη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη βάσει των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων που έχει αποκτήσει. Ο εκπαιδευόμενος νοσηλευτής μαθαίνει όχι μόνο να αποτελεί μέλος μιας ομάδας, αλλά και να είναι επικεφαλής ομάδας που οργανώνει τη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής εκπαίδευσης για τα μεμονωμένα άτομα και τις μικρές ομάδες, στο πλαίσιο του υγειονομικού φορέα ή εντός της κοινότητας.»·

στ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Η εκπαίδευση για νοσηλευτές υπεύθυνους γενικής περίθαλψης παρέχει την εγγύηση ότι ο εν λόγω επαγγελματίας έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

εκτεταμένες γνώσεις των επιστημών στις οποίες βασίζεται η γενική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της ικανοποιητικής γνώσεως του οργανισμού, των φυσιολογικών λειτουργιών και της συμπεριφοράς των υγιών και των ασθενών προσώπων, καθώς και των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·

β)

γνώση της φύσης και της δεοντολογίας του επαγγέλματος και των γενικών αρχών που αφορούν την υγεία και την περίθαλψη·

γ)

προσήκουσα κλινική πείρα· η πείρα αυτή πρέπει να επιλέγεται για τον εκπαιδευτικό της χαρακτήρα και να έχει αποκτηθεί υπό τον έλεγχο ειδικευμένων νοσηλευτών και σε χώρους όπου ο αριθμός του ειδικευμένου προσωπικού και ο εξοπλισμός είναι κατάλληλοι για την περίθαλψη των ασθενών από νοσηλευτές·

δ)

ικανότητα συμμετοχής στην εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία από τη συνεργασία με το προσωπικό αυτό·

ε)

εμπειρία από τη συνεργασία μαζί με άλλους επαγγελματίες του υγειονομικού τομέα.»·

ζ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Οι τίτλοι σπουδών νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω επαγγελματίας είναι ικανός να εφαρμόζει τουλάχιστον τις ακόλουθες ικανότητες, ανεξάρτητα από το εάν η εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε σε πανεπιστήμιο, ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης που αναγνωρίζεται ως ισοδύναμου επιπέδου ή σε επαγγελματική σχολή ή μέσω προγράμματος επαγγελματικής εκπαίδευσης νοσηλευτών:

α)

ικανότητα να διαγιγνώσκει αυτόνομα την απαιτούμενη νοσηλευτική περίθαλψη χρησιμοποιώντας θεωρητικές και κλινικές γνώσεις και να σχεδιάζει, οργανώνει και παρέχει νοσηλευτική περίθαλψη στους ασθενείς βάσει των γνώσεων και των δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχεία α), β) και γ) με σκοπό τη βελτίωση της άσκησης του επαγγέλματος·

β)

ικανότητα να συνεργάζεται αποτελεσματικά με άλλους παράγοντες του τομέα της υγείας, περιλαμβανομένης της συμμετοχής στην πρακτική εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού βάσει των γνώσεων και των δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχεία δ) και ε)·

γ)

ικανότητα να ενθαρρύνει άτομα, οικογένειες και ομάδες να υιοθετούν υγιεινό τρόπο ζωής και φροντίδα του εαυτού τους βάσει των γνώσεων και των δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχεία α) και β)·

δ)

ικανότητα να θέτει σε εφαρμογή με αυτονομία άμεσα μέτρα για την προστασία της ζωής και να εκτελεί μέτρα σε καταστάσεις κρίσης και καταστροφών·

ε)

ικανότητα να παρέχει ανεξάρτητα συμβουλές σε ανθρώπους που χρειάζονται περίθαλψη και στους συγγενείς τους, να τους καθοδηγεί και να τους στηρίζει·

στ)

ικανότητα να εξασφαλίζει ανεξάρτητα την ποιότητα της νοσηλευτικής περίθαλψης και να την αξιολογεί·

ζ)

ικανότητα να επικοινωνεί με αναλυτικό και επαγγελματικό τρόπο και να συνεργάζεται με άλλους επαγγελματίες του κλάδου της υγείας·

η)

ικανότητα να αναλύει την ποιότητα της περίθαλψης με σκοπό να βελτιώνει την άσκηση του επαγγέλματος ως νοσηλευτής υπεύθυνος για γενική περίθαλψη.».

24)

Το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 διαγράφεται·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης μαιών που:

α)

έχουν αποκτηθεί στην Πολωνία, σε μαίες που έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση πριν από την 1η Μαΐου 2004, η οποία δεν συμμορφωνόταν προς τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης του άρθρου 31· και

β)

που βεβαιώνεται με πτυχίο “bachelor” το οποίο αποκτήθηκε με βάση ειδικό πρόγραμμα αναβάθμισης που περιέχεται

i)

στο άρθρο 11 της πράξης της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την τροποποίηση της πράξης για τα επαγγέλματα του νοσηλευτή και της μαίας/μαιευτή και σε ορισμένα άλλα νομοθετήματα (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2004, αριθ. 92, pos. 885 και του 2007, αριθ. 176, pos. 1237) και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 11ης Μαΐου 2004 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσηλευτών και μαιών/μάμων (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2004 αριθ. 110, pos. 1170 και του 2010 αριθ. 65, pos. 420), ή,

ii)

στο άρθρο 52.3 σημείο 2 του νόμου της 15ης Ιουλίου 2011 για τα επαγγέλματα του νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2011, αριθ. 174, pos. 1039) και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 14ης Ιουνίου 2012 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσηλευτών και μαιών/μαιευτών δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2012, pos. 770),

με στόχο να εξακριβωθεί ότι ο νοσοκόμος έχει επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων ανάλογο με το επίπεδο μαιών/μαιευτών που διαθέτουν τα προσόντα τα οποία καθορίζονται για την Πολωνία στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2.».

25)

Το άρθρο 33α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όσον αφορά τους ρουμανικούς τίτλους νοσηλευτή υπεύθυνου για γενικές φροντίδες, ισχύουν μόνον οι ακόλουθες διατάξεις περί κεκτημένων δικαιωμάτων:

Στην περίπτωση των υπηκόων των κρατών μελών που εκπαιδεύτηκαν ως νοσηλευτές υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη στη Ρουμανία και των οποίων η κατάρτιση δεν ικανοποιεί τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης που καθορίζονται στο άρθρο 31, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ως επαρκή απόδειξη τον ακόλουθο τίτλο εκπαίδευσης ως νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, υπό τον όρο ότι ο εν λόγω τίτλος συνοδεύεται από πιστοποιητικό με το οποίο να βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νόμιμα τις δραστηριότητες νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη στη Ρουμανία, περιλαμβανομένης της ανάληψης πλήρους ευθύνης για το σχεδιασμό, την οργάνωση και την πραγματοποίηση της νοσοκομειακής περίθαλψης των ασθενών, επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού:

α)

Certificat de competențe profesionale de asistent medical generalist με μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση σε “școală postliceală”, το οποίο βεβαιώνει ότι η εκπαίδευση ξεκίνησε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2007·

β)

Diplomă de absolvire de asistent medical generalist με σύντομες σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο βεβαιώνει ότι η κατάρτιση άρχισε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2003·

γ)

Diplomă de licență de asistent medical generalist με μακροχρόνιες σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το οποίο βεβαιώνει ότι η κατάρτιση άρχισε πριν από την 1η Οκτωβρίου 2003.».

26)

Στο άρθρο 34, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η βασική οδοντιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη σπουδών, οι οποίες μπορούν επιπροσθέτως να εκφράζονται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS και συνίστανται σε τουλάχιστον 5 000 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης πλήρους παρακολούθησης που περιλαμβάνει τουλάχιστον το πρόγραμμα του παραρτήματος V, σημείο 5.3.1, και οι οποίες πραγματοποιούνται σε πανεπιστήμιο, σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που παρέχει εκπαίδευση που αναγνωρίζεται ως ισοδύναμου επιπέδου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου που παρατίθεται στο σημείο 5.3.1 του παραρτήματος V με σκοπό την προσαρμογή του στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ.».

27)

Το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση ειδικευμένου οδοντιάτρου προϋποθέτει την ολοκλήρωση και επικύρωση της βασικής οδοντιατρικής εκπαίδευσης που προβλέπεται στο άρθρο 34 ή την κατοχή των εγγράφων που προβλέπονται στο άρθρο 23 και στο άρθρο 37.»·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως ακολούθως:

i)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ειδικά οδοντιατρικά μαθήματα πλήρους παρακολούθησης είναι διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών. Συνεπάγονται την προσωπική συμμετοχή του οδοντιάτρου που εκπαιδεύεται για την ειδικότητα στη δραστηριότητα και στις ευθύνες του εκάστοτε ιδρύματος.»·

ii)

το τρίτο εδάφιο διαγράφεται·

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την προσαρμογή της ελάχιστης περιόδου εκπαίδευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

5.   Προκειμένου να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αλλαγές στην εθνική νομοθεσία και με σκοπό την επικαιροποίηση της παρούσας οδηγίας, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την ενσωμάτωση στο παράρτημα V σημείο 5.3.3 νέων οδοντιατρικών ειδικοτήτων κοινών τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών.».

28)

Στο άρθρο 37 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3.   Όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης οδοντιάτρων, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τους τίτλους αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 21 σε περιπτώσεις όπου οι αιτούντες άρχισαν την κατάρτιση τους στις ή πριν από τις 18 Ιανουαρίου 2016.

4.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ιατρού που χορηγούνται στην Ισπανία σε επαγγελματίες που έχουν αρχίσει την πανεπιστημιακή ιατρική εκπαίδευσή τους μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1986 και 31ης Δεκεμβρίου 1997, εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές.

Το πιστοποιητικό επιβεβαιώνει ότι τηρήθηκαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο εν λόγω επαγγελματίας έχει ολοκληρώσει επιτυχώς τουλάχιστον τριετείς σπουδές οι οποίες πιστοποιούνται από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές ως ισοδύναμες με την κατάρτιση που αναφέρεται στο άρθρο 34·

β)

ο εν λόγω επαγγελματίας άσκησε πράγματι, νομίμως και πρωτίστως τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 36 στην Ισπανία επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού·

γ)

ο εν λόγω επαγγελματίας επιτρέπεται να ασκεί ή ασκεί πράγματι, νομίμως και πρωτίστως τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 36, υπό τους ίδιους όρους με τους κατόχους τίτλου εκπαίδευσης που περιλαμβάνεται στον κατάλογο για την Ισπανία στο παράρτημα V σημείο 5.3.2.».

29)

Το άρθρο 38 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η κτηνιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πενταετείς θεωρητικές και πρακτικές σπουδές πλήρους παρακολούθησης, οι οποίες μπορούν επιπροσθέτως να εκφράζονται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS, που πραγματοποιούνται σε πανεπιστήμιο, σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου, και αφορούν τουλάχιστον το πρόγραμμα που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.4.1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου στο σημείο 5.4.1, παράρτημα V, με σκοπό την προσαρμογή του στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.»·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η εκπαίδευση του κτηνιάτρου παρέχει την εγγύηση ότι ο εν λόγω επαγγελματίας έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσα γνώση των επιστημών επί των οποίων βασίζονται οι δραστηριότητες του κτηνιάτρου και της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με τις δραστηριότητες αυτές·

β)

προσήκουσες γνώσεις της δομής, των λειτουργιών, της συμπεριφοράς και των φυσιολογικών αναγκών των ζώων, καθώς και τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται για την εκτροφή, τη διατροφή, την ευημερία, την αναπαραγωγή και την υγιεινή εν γένει·

γ)

τις κλινικές, επιδημιολογικές και αναλυτικές δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία των ασθενειών των ζώων, συμπεριλαμβανομένων της αναισθησίας, της ασηπτικής χειρουργικής και του ανώδυνου θανάτου, είτε μεμονωμένα είτε κατά ομάδες, καθώς και ειδική γνώση των ασθενειών που μπορεί να μεταδίδονται στον άνθρωπο·

δ)

επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες για την προληπτική ιατρική, μεταξύ άλλων ικανότητες που σχετίζονται με τις έρευνες και την πιστοποίηση·

ε)

προσήκουσα γνώση της υγιεινής και της τεχνολογίας κατά την παραγωγή, βιομηχανική παρασκευή και θέση σε κυκλοφορία των ζωοτροφών ή ζωικής προέλευσης τροφίμων που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, περιλαμβανομένων των δεξιοτήτων και ικανοτήτων που απαιτούνται για την κατανόηση και την ερμηνεία των σχετικών ορθών πρακτικών·

στ)

γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες που απαιτούνται για την υπεύθυνη και ορθολογική χρήση των κτηνιατρικών προϊόντων, με σκοπό την περίθαλψη των ζώων και την κατοχύρωση της ασφάλειας της τροφικής αλυσίδας και της προστασίας του περιβάλλοντος.».

30)

Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το τρίτο και τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου στο σημείο 5.5.1, παράρτημα V, με σκοπό την προσαρμογή του στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.»·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η εισαγωγή στη μαιευτική εκπαίδευση υπόκειται σε μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

την ολοκλήρωση τουλάχιστον 12 ετών της γενικής σχολικής εκπαίδευσης ή την κατοχή πιστοποιητικού που βεβαιώνει την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις, ισοδύναμου επιπέδου, στις επαγγελματικές σχολές μαιευτικής για την κατεύθυνση I·

β)

την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης ως νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.2 για την κατεύθυνση II.»·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η εκπαίδευση της μαίας/του μαιευτή παρέχει την εγγύηση ότι ο εν λόγω επαγγελματίας έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

λεπτομερείς γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζονται οι δραστηριότητες της μαίας/του μαιευτή, ιδίως της μαιευτικής και της γυναικολογίας·

β)

προσήκουσες γνώσεις της επαγγελματικής δεοντολογίας και της νομοθεσίας σχετικά με την άσκηση επαγγέλματος·

γ)

επαρκείς γνώσεις γενικής ιατρικής (βιολογικές λειτουργίες, ανατομία, και φυσιολογία) και φαρμακολογίας στον τομέα της μαιευτικής και των νεογνών, καθώς και γνώση των σχέσεων μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του και της συμπεριφοράς του·

δ)

επαρκή κλινική πείρα σε αναγνωρισμένα ιδρύματα που επιτρέπουν στη μαία να μπορεί, ανεξάρτητα και με δική της ευθύνη, στο βαθμό που απαιτείται και εκτός από παθολογικές καταστάσεις, να διαχειρίζεται την προγεννητική φροντίδα, να διεξάγει τον τοκετό και να διαχειρίζεται τις συνέπειές του σε αναγνωρισμένα ιδρύματα, και να επιβλέπει τις ωδίνες του τοκετού και τη γέννηση, τη μεταγεννητική φροντίδα και την ανάνηψη του νεογνού εν αναμονή του ιατρού·

ε)

προσήκουσες γνώσεις σχετικά με την εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία συνεργασίας με το εν λόγω προσωπικό.».

31)

Στο άρθρο 41, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι τίτλοι μαιευτικής εκπαίδευσης του σημείο 5.5.2 του παραρτήματος V αναγνωρίζονται αυτομάτως δυνάμει του άρθρου 21, εφόσον πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον τριών ετών, η οποία μπορεί επιπροσθέτως να εκφράζεται με τις ισοδύναμες μονάδες ECTS και συνίσταται σε τουλάχιστον 4 600 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης, τουλάχιστον δε το ένα τρίτο της ελάχιστης διάρκειας αντιπροσωπεύει κλινική εκπαίδευση·

β)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον δύο ετών, η οποία μπορεί επιπροσθέτως να εκφράζεται με τις ισοδύναμες μονάδες ECTS, και συνίσταται σε τουλάχιστον 3 600 ώρες, υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από τίτλο εκπαίδευσης ως νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο σημείο 5.2.2 του παραρτήματος V·

γ)

μαιευτική εκπαίδευση πλήρους παρακολούθησης τουλάχιστον 18 μηνών, η οποία μπορεί επιπροσθέτως να εκφράζεται με τις ισοδύναμες μονάδες ECTS, και συνίσταται σε 3 000 ώρες υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από τίτλο εκπαίδευσης ως νοσηλευτή υπεύθυνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο σημείο 5.2.2 του παραρτήματος V και ακολουθείται από επαγγελματική εμπειρία ενός έτους για την οποία χορηγείται πιστοποιητικό σύμφωνα με την παράγραφο 2.».

32)

Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης μαίας/μαιευτή, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αυτόματα τους εν λόγω τίτλους εάν ο αιτών ξεκίνησε την εκπαίδευση πριν από τις 18 Ιανουαρίου 2016, και η απαίτηση εισαγωγής στην εν λόγω εκπαίδευση ήταν δεκαετής γενική εκπαίδευση ή εκπαίδευση ισοδύναμου επιπέδου για την κατεύθυνση Ι, ή εάν ολοκλήρωσε εκπαίδευση ως νοσηλευτής υπεύθυνος για γενική περίθαλψη όπως βεβαιώνεται από τον τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.2.2 του παραρτήματος V πριν ξεκινήσει την εκπαίδευση μαίας/μαιευτή που εμπίπτει στην κατεύθυνση ΙΙ.»·

β)

η παράγραφος 3 διαγράφεται·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης στη μαιευτική:

α)

που έχουν αποκτηθεί στην Πολωνία, σε μαίες που έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους πριν από την 1η Μαΐου 2004, η οποία δεν συμμορφωνόταν προς τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης του άρθρου 40· και

β)

που βεβαιώνεται με πτυχίο “bachelor” το οποίο αποκτήθηκε με βάση ειδικό πρόγραμμα αναβάθμισης που περιέχεται:

i)

στο άρθρο 11 της πράξης της 20ής Απριλίου 2004 σχετικά με την τροποποίηση της πράξης για τα επαγγέλματα του νοσηλευτή και της μαίας/μαιευτή και σε ορισμένα άλλα νομοθετήματα (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2004, αριθ. 92, pos. 885 και του 2007 αριθ. 176, pos. 1237)· και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 11ης Μαΐου 2004 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσηλευτών και μαιών/μάμων (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2004 αριθ. 110, pos. 1170 και του 2010 αριθ. 65, pos. 420)· ή

ii)

στο άρθρο 53.3 σημείο 3 του νόμου της 15ης Ιουλίου 2011 για το επάγγελμα του νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2011, αριθ. 174, pos. 1039)· και στον κανονισμό του Υπουργού Υγείας της 14ης Ιουνίου 2012 σχετικά με τους λεπτομερείς όρους σπουδών νοσηλευτή και μαίας/μαιευτή, που είναι κάτοχοι πιστοποιητικού δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (τελική εξέταση- matura) και οι οποίοι είναι απόφοιτοι ιατρικού λυκείου και ιατρικών επαγγελματικών σχολών νοσηλευτών και μαιών/μαιευτών δευτεροβάθμιας ή μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Επίσημη Εφημερίδα της Πολωνικής Δημοκρατίας του 2012, pos. 770),

με στόχο να εξακριβωθεί ότι η μαία έχει επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων ανάλογο με το επίπεδο μαιών/μαιευτών που διαθέτουν τα προσόντα τα οποία καθορίζονται για την Πολωνία στο παράρτημα V, σημείο 5.5.2.».

33)

Στο άρθρο 44, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο τίτλος φαρμακευτικής εκπαίδευσης βεβαιώνει εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον πέντε ετών, η οποία μπορεί επιπροσθέτως να εκφράζεται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS, και περιλαμβάνει τουλάχιστον:

α)

τέσσερα έτη θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης πλήρους παρακολούθησης σε πανεπιστήμιο, ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επιπέδου αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου·

β)

κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης, έξι μήνες πρακτικής άσκησης σε φαρμακείο ανοικτό στο κοινό ή σε νοσοκομείο υπό την εποπτεία της φαρμακευτικής υπηρεσίας του νοσοκομείου αυτού.

Ο κύκλος σπουδών που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο περιλαμβάνει τουλάχιστον το πρόγραμμα που περιγράφεται στο σημείο 5.6.1 του παραρτήματος V. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου στο σημείο 5.6.1, παράρτημα V, με σκοπό την προσαρμογή του στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, περιλαμβανομένης της εξέλιξης της φαρμακολογικής πρακτικής.

Οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο δεν συνεπάγονται τροποποίηση των υφισταμένων ουσιωδών νομοθετικών αρχών στα κράτη μέλη σχετικά με τη δομή των επαγγελμάτων όσον αφορά και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων. Οι τροποποιήσεις αυτές σέβονται την ευθύνη των κρατών μελών για την οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων όπως ορίζεται στο άρθρο 165 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.».

34)

Στο άρθρο 45, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης πανεπιστημιακού ή αναγνωρισμένου ως ισοδύναμου επιπέδου στον τομέα της φαρμακευτικής, που πληροί τους όρους του άρθρου 44, να έχουν τη δυνατότητα ανάληψης και άσκησης τουλάχιστον των ακόλουθων δραστηριοτήτων, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, της απαίτησης συμπληρωματικής επαγγελματικής πείρας:

α)

προετοιμασία της φαρμακευτικής μορφής των φαρμάκων·

β)

παρασκευή και έλεγχος των φαρμάκων·

γ)

δοκιμή των φαρμάκων σε εργαστήριο δοκιμής φαρμάκων·

δ)

αποθήκευση, διατήρηση και διανομή των φαρμάκων στο στάδιο της χονδρικής πώλησης·

ε)

εφοδιασμός, προετοιμασία, έλεγχος, αποθήκευση, διανομή και διάθεση ασφαλών και αποτελεσματικών φαρμάκων της απαιτούμενης ποιότητας στα φαρμακεία που είναι ανοιχτά στο κοινό·

στ)

προετοιμασία, έλεγχος, αποθήκευση, διανομή ασφαλών και αποτελεσματικών φαρμάκων της απαιτούμενης ποιότητας στα νοσοκομεία·

ζ)

παροχή πληροφοριών και συμβουλών σχετικά με τα φάρμακα αυτά καθαυτά αλλά και με την κατάλληλη χρήση τους·

η)

αναφορά των ανεπιθύμητων ενεργειών των φαρμακευτικών προϊόντων στις αρμόδιες αρχές·

θ)

προσωπική στήριξη των ασθενών όταν λαμβάνουν φάρμακα χωρίς συνταγή ιατρού·

ι)

συμβολή σε τοπικές ή εθνικές εκστρατείες για τη δημόσια υγεία.».

35)

Το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Εκπαίδευση αρχιτεκτόνων

1.   Η εκπαίδευση του αρχιτέκτονα περιλαμβάνει:

α)

συνολικά πέντε έτη σπουδών πλήρους παρακολούθησης σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα που πιστοποιούνται με επιτυχή ολοκλήρωση εξετάσεων πανεπιστημιακού επιπέδου· ή

β)

τουλάχιστον τέσσερα έτη σπουδών πλήρους παρακολούθησης σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα που πιστοποιούνται με την επιτυχία σε εξέταση πανεπιστημιακού επιπέδου η οποία συνοδεύεται από πιστοποιητικό που βεβαιώνει την ολοκλήρωση διετούς επαγγελματικής άσκησης σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.   Η αρχιτεκτονική πρέπει να είναι η κύρια συνιστώσα των σπουδών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι σπουδές διατηρούν την ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και πρακτικών πτυχών της εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής και παρέχουν την εγγύηση τουλάχιστον ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες:

α)

ικανότητα σύλληψης αρχιτεκτονικών δημιουργιών που να ικανοποιούν συγχρόνως αισθητικές και τεχνικές απαιτήσεις·

β)

προσήκουσα γνώση της ιστορίας και των θεωριών της αρχιτεκτονικής καθώς και των συναφών τεχνών, τεχνολογιών και επιστημών του ανθρώπου·

γ)

γνώση των καλών τεχνών ως παραγόντων που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ποιότητα της αρχιτεκτονικής σύλληψης·

δ)

προσήκουσα γνώση της πολεοδομίας, του πολεοδομικού σχεδιασμού και των τεχνικών που εφαρμόζονται στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού·

ε)

ικανότητα κατανόησης των σχέσεων, αφενός, ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, και αφετέρου, ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα και το περιβάλλον τους, καθώς και ικανότητα κατανόησης της ανάγκης αρμονικού συνδυασμού των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων με τους χώρους, ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου και την αντίστοιχη κλίμακα·

στ)

ικανότητα κατανόησης του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα και του ρόλου του στην κοινωνία, ειδικότερα μέσω της επεξεργασίας σχεδίων στα οποία λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοί παράγοντες·

ζ)

γνώση των μεθόδων τεκμηρίωσης και προπαρασκευής της οικοδομικής μελέτης·

η)

γνώση των προβλημάτων στατικού σχεδιασμού, και έργων οικοδομικής και πολιτικού μηχανικού, τα οποία συνδέονται με το σχεδιασμό των κτιρίων·

θ)

προσήκουσα γνώση των προβλημάτων που έχουν σχέση με τις φυσικές ιδιότητες των κτιρίων, των τεχνολογιών, καθώς επίσης και της λειτουργίας των κατασκευών, ώστε να τις εφοδιάζει με όλα τα στοιχεία εσωτερικής άνεσης και προστασίας από τις κλιματικές συνθήκες, στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης·

ι)

τεχνική ικανότητα, χάρη στην οποία ο αρχιτέκτονας θα μπορεί να επινοεί κατασκευές που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις αυτών που τις χρησιμοποιούν, σεβόμενος τους οικονομικούς περιορισμούς και τους οικοδομικούς κανονισμούς·

ια)

προσήκουσα γνώση των βιομηχανιών, οργανώσεων, κανονισμών και διαδικασιών, που έχουν σχέση με την υλοποίηση των κτιριακών μελετών και την ένταξη των σχεδίων στο γενικό σχεδιασμό.

3.   Ο αριθμός ετών ακαδημαϊκών σπουδών που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 μπορεί επιπροσθέτως να εκφράζεται με τις ισοδύναμες πιστωτικές μονάδες του συστήματος ECTS.

4.   Η επαγγελματική πρακτική άσκηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) πραγματοποιείται μόνο μετά από την ολοκλήρωση των τριών πρώτων ετών σπουδών. Τουλάχιστον ένα έτος της επαγγελματικής πρακτικής εξάσκησης αξιοποιεί τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια των σπουδών που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Για τον σκοπό αυτό, η επαγγελματική πρακτική άσκηση πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη προσώπου ή φορέα ο οποίος έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής. Η υπό επίβλεψη πρακτική άσκηση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε οιοδήποτε κράτος μέλος. Η επαγγελματική πρακτική άσκηση αξιολογείται από την αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής.».

36)

Το άρθρο 47 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 47

Παρεκκλίσεις από τους όρους εκπαίδευσης του αρχιτέκτονα

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 46, αναγνωρίζεται επίσης ότι πληροί το άρθρο 21: η εκπαίδευση στα πλαίσια των προσπαθειών για την κοινωνική αναβάθμιση ή προγραμμάτων πανεπιστημιακών σπουδών με μερική απασχόληση, που ικανοποιεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 και πιστοποιείται από εξέταση στην αρχιτεκτονική, που ολοκληρώνεται επιτυχώς από επαγγελματία που εργάζεται επί επτά και πλέον έτη στον τομέα της αρχιτεκτονικής υπό την εποπτεία ενός αρχιτέκτονα ή ενός γραφείου αρχιτεκτόνων. Η εξέταση αυτή πρέπει να είναι πανεπιστημιακού επιπέδου και να ισοδυναμεί προς την εξέταση στο τέλος των σπουδών η οποία αναφέρεται στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο β).».

37)

Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης στους τίτλους εκπαίδευσης αρχιτέκτονα που παρατίθενται στο παράρτημα V, εφόσον η εκπαίδευση ξεκίνησε πριν από τις 18 Ιανουαρίου 2016.»·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κάθε κράτος μέλος παρέχει στους ακόλουθους τίτλους εκπαίδευσης την ίδια ισχύ στην επικράτειά του με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο για τους σκοπούς της ανάληψης και της άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του αρχιτέκτονα: τίτλο ολοκλήρωσης της τριετούς εκπαίδευσης των «Fachhochschulen» στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία λειτουργούσε στις 5 Αυγούστου 1985 και έχει αρχίσει το αργότερο στις 17 Ιανουαρίου 2014, η οποία πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 και παρέχει πρόσβαση στις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 48 στο εν λόγω κράτος μέλος βάσει του επαγγελματικού τίτλου αρχιτέκτονα, με την προϋπόθεση ότι η εκπαίδευση συμπληρώνεται από περίοδο επαγγελματικής πείρας τεσσάρων ετών, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία βεβαιώνεται από πιστοποιητικό που χορηγείται από την αρμόδια αρχή στον πίνακα της οποίας είναι εγγεγραμμένος ο αρχιτέκτονας που επιθυμεί να επωφεληθεί των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.».

38)

Στον τίτλο III, παρεμβάλλεται το ακόλουθο κεφάλαιο:

«Κεφάλαιο IIIA

Αυτόματη αναγνώριση βάσει κοινών αρχών εκπαίδευσης

Άρθρο 49α

Κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης” νοείται ένα κοινό σύνολο ελάχιστων γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων που είναι απαραίτητες για την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Ένα κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης δεν αντικαθιστά εθνικά προγράμματα κατάρτισης εκτός εάν ένα κράτος μέλος αποφασίζει διαφορετικά δυνάμει του εθνικού δικαίου. Για τους σκοπούς της ανάληψης και άσκησης επαγγέλματος σε κράτος μέλος που κατοχυρώνει νομοθετικά το επάγγελμα αυτό, ένα κράτος μέλος παρέχει στους τίτλους εκπαίδευσης που ελήφθησαν βάσει ενός τέτοιου πλαισίου την ίδια ισχύ στην επικράτειά του με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο, με την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πλαίσιο πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2.

2.   Ένα κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης πρέπει να συμμορφώνεται με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης παρέχει σε περισσότερους επαγγελματίες τη δυνατότητα μετακίνησης μεταξύ των κρατών μελών:

β)

το σχετικό επάγγελμα στο οποίο εφαρμόζεται κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο, ή η εκπαίδευση και η κατάρτιση που οδηγούν στο επάγγελμα είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενες στο ένα τρίτο τουλάχιστον των κρατών μελών·

γ)

το κοινό σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων συνδυάζει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες που απαιτούνται στα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης που ισχύουν τουλάχιστον στο ένα τρίτο των κρατών μελών· είναι άνευ σημασίας εάν οι γνώσεις, δεξιότητες και ικανότητες αποκτήθηκαν στο πλαίσιο γενικής εκπαίδευσης σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή στο πλαίσιο επαγγελματικής κατάρτισης·

δ)

το εν λόγω κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης βασίζεται στα επίπεδα του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων, όπως ορίζεται στο παράρτημα II της σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 σχετικά με τη θέσπιση του ΕΠΕΠ για τη διά βίου μάθηση (18)·

ε)

το σχετικό επάγγελμα δεν καλύπτεται από άλλο κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης ούτε υπόκειται σε αυτόματη αναγνώριση δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ του τίτλου III·

στ)

το κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης έχει προετοιμαστεί κατόπιν μιας διαφανούς κατάλληλης διαδικασίας, από κοινού με τους σχετικούς ενδιαφερόμενους από κράτη μέλη όπου το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο·

ζ)

το κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης επιτρέπει σε υπηκόους άλλων κρατών μελών να είναι επιλέξιμοι για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων δυνάμει του εν λόγω πλαισίου χωρίς να πρέπει να είναι πρώτα μέλη επαγγελματικής οργάνωσης ή να είναι εγγεγραμμένοι σε μια τέτοια οργάνωση.

3.   Οι αντιπροσωπευτικές σε επίπεδο Ένωσης επαγγελματικές οργανώσεις καθώς και οι εθνικές επαγγελματικές οργανώσεις ή αρμόδιες αρχές από ένα τρίτο των κρατών μελών τουλάχιστον, μπορούν να υποβάλλουν στην Επιτροπή προτάσεις για κοινά πλαίσια εκπαίδευσης που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ με σκοπό την κατάρτιση κοινού πλαισίου εκπαίδευσης για δεδομένο επάγγελμα με βάση τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

5.   Ένα κράτος μέλος εξαιρείται από την υποχρέωση καθιέρωσης του κοινού πλαισίου εκπαίδευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στην επικράτειά του και από την υποχρέωση χορήγησης αυτόματης αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο του εν λόγω κοινού πλαισίου εκπαίδευσης, εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν υπάρχουν ιδρύματα εκπαίδευσης ή κατάρτισης στην επικράτειά του για να παρέχουν την εν λόγω κατάρτιση για το σχετικό επάγγελμα·

β)

η καθιέρωση του κοινού πλαισίου εκπαίδευσης θα επηρεάσει ενδεχομένως αρνητικά την οργάνωση του δικού του συστήματος εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης·

γ)

υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ του κοινού πλαισίου εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης που απαιτείται στην επικράτειά του, οι οποίες συνεπάγονται σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια πολιτική, τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια υγεία ή για την ασφάλεια των αποδεκτών υπηρεσιών ή την προστασία του περιβάλλοντος.

6.   Τα κράτη μέλη εντός έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, κοινοποιούν στην Επιτροπή και σε άλλα κράτη μέλη:

α)

το εθνικό σύστημα προσόντων και κατά περίπτωση τους εθνικούς επαγγελματικούς τίτλους που είναι σύμφωνοι με το κοινό πλαίσιο εκπαίδευσης· ή

β)

κάθε χρήση της εξαίρεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 5, μαζί με την αιτιολόγηση της οποίας πληρούνται οι προϋποθέσεις της εν λόγω παραγράφου. Η Επιτροπή μπορεί, εντός τριών μηνών, να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις, εάν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει παράσχει αιτιολόγηση ή έχει παράσχει ανεπαρκή αιτιολόγηση ότι μία από τις προϋποθέσεις πληρούται. Το κράτος μέλος απαντά εντός τριών μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη για την απαρίθμηση των εθνικών επαγγελματικών προσόντων και των εθνικών επαγγελματικών τίτλων που επωφελούνται από την αυτόματη αναγνώριση δυνάμει του κοινού πλαισίου εκπαίδευσης που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4.

7.   Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης σε ειδικότητες επαγγέλματος, με την προϋπόθεση ότι οι σχετικές ειδικότητες αφορούν επαγγελματικές δραστηριότητες στις οποίες η πρόσβαση και των οποίων η άσκηση είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενες στα κράτη μέλη, όπου το επάγγελμα υπόκειται ήδη σε αυτόματη αναγνώριση δυνάμει του κεφαλαίου ΙΙΙ του τίτλου III, αλλά όχι η σχετική ειδικότητα.

Άρθρο 49β

Κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης νοείται μια τυποποιημένη δοκιμασία επάρκειας που διατίθεται σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και προορίζεται για τους κατόχους ιδιαίτερου επαγγελματικού προσόντος. Η επιτυχής ολοκλήρωση μιας τέτοιας δοκιμασίας σε ένα κράτος μέλος επιτρέπει στον κάτοχο ιδιαίτερου επαγγελματικού προσόντος την άσκηση του επαγγέλματος σε οιοδήποτε κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για τους κατόχους επαγγελματικών τίτλων που έχουν ληφθεί στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Η κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης συμμορφώνεται με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης δίνει σε περισσότερους επαγγελματίες τη δυνατότητα να μετακινούνται μεταξύ των κρατών μελών·

β)

το επάγγελμα στο οποίο εφαρμόζεται η κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο, ή η εκπαίδευση και η κατάρτιση που οδηγούν στο επάγγελμα είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενες στο ένα τρίτο τουλάχιστον των κρατών μελών·

γ)

η κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης έχει προετοιμαστεί κατόπιν μιας διαφανούς κατάλληλης διαδικασίας, από κοινού με τους σχετικούς ενδιαφερόμενους από κράτη μέλη όπου το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο·

δ)

η κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης επιτρέπει στους υπηκόους οποιουδήποτε κράτους μέλους να συμμετέχουν στη δοκιμασία αυτή και στην πρακτική οργάνωση των εν λόγω δοκιμασιών σε κράτη μέλη χωρίς να είναι πρωτίστως μέλη μιας επαγγελματικής οργάνωσης ή να είναι εγγεγραμμένοι σε μια τέτοια οργάνωση.

3.   Οι αντιπροσωπευτικές σε επίπεδο Ένωσης επαγγελματικές οργανώσεις καθώς και οι εθνικές επαγγελματικές οργανώσεις ή αρμόδιες αρχές από ένα τρίτο των κρατών μελών τουλάχιστον, μπορούν να υποβάλλουν στην Επιτροπή προτάσεις για κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης που πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 57γ με σκοπό τη θέσπιση του περιεχομένου της κοινής δοκιμασίας εκπαίδευσης και των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την υποβολή στη δοκιμασία και την επιτυχή διεξαγωγή της.

5.   Ένα κράτος μέλος εξαιρείται από την υποχρέωση διοργάνωσης της κοινής δοκιμασίας εκπαίδευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στην επικράτειά του και από την υποχρέωση χορήγησης αυτόματης αναγνώρισης σε επαγγελματίες που έχουν επιτύχει στην κοινή δοκιμασία εκπαίδευσης, εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το σχετικό επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στην επικράτειά του·

β)

το περιεχόμενο της κοινής δοκιμασίας εκπαίδευσης δεν θα μειώσει επαρκώς τους σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία ή για την ασφάλεια των αποδεκτών υπηρεσιών, οι οποίοι έχουν σχέση με την επικράτειά του·

γ)

το περιεχόμενο της κοινής δοκιμασίας εκπαίδευσης θα καθιστούσε την πρόσβαση στο επάγγελμα πολύ λιγότερο ελκυστική σε σύγκριση με τις εθνικές απαιτήσεις.

6.   Τα κράτη μέλη εντός έξι μηνών από την έναρξη της ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 4, κοινοποιούν στην Επιτροπή και σε άλλα κράτη μέλη:

α)

την ικανότητα που διαθέτουν για τη διοργάνωση αυτού του είδους των δοκιμασιών· ή

β)

κάθε χρήση της εξαίρεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 5, με την αιτιολόγηση ποιες από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο πληρούνται. Η Επιτροπή μπορεί, εντός τριών μηνών, να ζητήσει περαιτέρω διευκρινίσεις, εάν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν έχει παράσχει αιτιολόγηση ή έχει παράσχει ανεπαρκή αιτιολόγηση ότι μία από τις προϋποθέσεις πληρούται. Το κράτος μέλος απαντά εντός τριών μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη για να καταρτίσει κατάλογο με τα κράτη μέλη στα οποία πρέπει να διοργανωθούν οι κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4, τη συχνότητα κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους και άλλες ρυθμίσεις απαραίτητες για τη διοργάνωση κοινών δοκιμασιών εκπαίδευσης στα κράτη μέλη.

39)

Στο άρθρο 50, παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«3α.   Σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να επιβεβαιώσουν το γεγονός ότι δεν έχει επιβληθεί στον αιτούντα αναστολή ή απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματός του ως αποτέλεσμα σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος ή καταδίκης για ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με την άσκηση οποιασδήποτε από τις επαγγελματικές δραστηριότητές του/της.

3β.   Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών διαφόρων κρατών μελών δυνάμει του παρόντος άρθρου διεξάγεται μέσω του ΙΜΙ.».

40)

Στο άρθρο 52, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να εκχωρεί τη χρήση του επαγγελματικού τίτλου αποκλειστικά στους κατόχους επαγγελματικών προσόντων εάν δεν έχει κοινοποιήσει την ένωση ή την οργάνωση στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2.».

41)

Το άρθρο 53 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«Άρθρο 53

Γλωσσικές γνώσεις

1.   Οι επαγγελματίες δικαιούχοι της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων διαθέτουν τις απαιτούμενες γλωσσικές γνώσεις για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής.

2.   Ένα κράτος μέλος διασφαλίζει ότι τυχόν έλεγχοι που πραγματοποιούνται από την αρμόδια αρχή, ή υπό την εποπτεία της, για τον έλεγχο συμμόρφωσης προς την υποχρέωση δυνάμει της παραγράφου 1 περιορίζονται στη γνώση μιας επίσημης γλώσσας του κράτους μέλους υποδοχής ή μιας διοικητικής γλώσσας του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον είναι επίσης επίσημη γλώσσα της Ένωσης.

3.   Οι έλεγχοι που διενεργούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορεί να επιβάλλονται εάν το επάγγελμα που πρόκειται να ασκηθεί έχει επιπτώσεις στην ασφάλεια του ασθενούς. Έλεγχοι μπορεί να επιβάλλονται σε σχέση με άλλα επαγγέλματα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρή και συγκεκριμένη αμφιβολία για την επάρκεια των γλωσσικών γνώσεων του επαγγελματία σε σχέση με τις επαγγελματικές δραστηριότητες που ο επαγγελματίας προτίθεται να ασκήσει.

Έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται μόνον μετά την έκδοση ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας σύμφωνα με το άρθρο 4δ ή μετά την αναγνώριση επαγγελματικού προσόντος, ανάλογα με την περίπτωση.

4.   Τυχόν γλωσσικοί έλεγχοι είναι αναλογικοί προς τη δραστηριότητα που ασκείται. Ο ενδιαφερόμενος επαγγελματίας δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά των εν λόγω ελέγχων δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας.».

42)

Στον τίτλο IV, παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 55α

Αναγνώριση επαγγελματικής πρακτικής άσκησης

1.   Εάν η πρόσβαση σε ένα νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής εξαρτάται από την ολοκλήρωση επαγγελματικής πρακτικής άσκησης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κατά την εξέταση αίτησης για τη χορήγηση άδειας να ασκήσει το νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, αναγνωρίζει τις περιόδους επαγγελματικής πρακτικής άσκησης που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος υπό τον όρο ότι η πρακτική άσκηση είναι σύμφωνη με τις δημοσιευθείσες κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 2, και λαμβάνει υπόψη πρακτικές ασκήσεις που πραγματοποιήθηκαν σε τρίτη χώρα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να καθορίσουν εύλογο χρονικό όριο για το μέρος της επαγγελματικής πρακτικής άσκησης που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό.

2.   Η αναγνώριση της επαγγελματικής πρακτικής άσκησης δεν υποκαθιστά τυχόν ισχύουσες απαιτήσεις για υποβολή σε δοκιμασία με σκοπό την απόκτηση πρόσβασης στο εκάστοτε επάγγελμα. Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την οργάνωση και την αναγνώριση της επαγγελματικής πρακτικής άσκησης που πραγματοποιείται σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, ιδίως σχετικά με τον ρόλο του επόπτη της επαγγελματικής πρακτικής άσκησης.».

43)

Ο τίτλος του τίτλου V αντικαθίσταται από τον ακόλουθο:

44)

Το άρθρο 56 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τυχόν επιβληθείσες πειθαρχικές ποινές ή ποινικές κυρώσεις ή τυχόν άλλες σοβαρές, ειδικές περιστάσεις που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στην άσκηση δραστηριοτήτων δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται στις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν το σύστημα IMI.»·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«4.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν συντονιστή των δραστηριοτήτων των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και ενημερώνει σχετικώς τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Οι συντονιστές αναλαμβάνουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

να προωθούν την ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας·

β)

να συγκεντρώνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και ιδίως τις πληροφορίες που αφορούν τους όρους πρόσβασης στα νομοθετικώς ρυθμιζόμενα επαγγέλματα στα κράτη μέλη·

γ)

να εξετάζουν προτάσεις για κοινά πλαίσια εκπαίδευσης και κοινές δοκιμασίες εκπαίδευσης·

δ)

να ανταλλάσσουν πληροφορίες και βέλτιστες πρακτικές με σκοπό τη βελτιστοποίηση της συνεχούς επαγγελματικής εξέλιξης στα κράτη μέλη·

ε)

να ανταλλάσσουν πληροφορίες και βέλτιστες πρακτικές σχετικά με την εφαρμογή των αντισταθμιστικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 14.

Για τον σκοπό της εκτέλεσης του καθήκοντος που ορίζεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, οι συντονιστές μπορούν να ζητήσουν τη συνδρομή των κέντρων υποστήριξης που αναφέρονται στο άρθρο 57β.».

45)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 56α

Μηχανισμός προειδοποίησης

1.   Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών σχετικά με την ταυτότητα ενός επαγγελματία στον οποίο έχει περιοριστεί ή έχει απαγορευτεί από τις εθνικές αρχές ή τα δικαστήρια η άσκηση, ακόμα και προσωρινά, των ακόλουθων επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο σύνολό τους ή μερών αυτών στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους:

α)

ιατρός και γενικός ιατρός που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στα σημεία 5.1.1 και 5.1.4 του παραρτήματος V·

β)

ειδικός ιατρός που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.1.3 του παραρτήματος V·

γ)

νοσηλευτής υπεύθυνος για γενική περίθαλψη που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.2.2 του παραρτήματος V·

δ)

οδοντίατρος που κατέχει απόδειξη των τυπικών προσόντων που αναφέρονται στο σημείο 5.3.2 του παραρτήματος V·

ε)

ειδικός οδοντίατρος που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.3.3 του παραρτήματος V·

στ)

κτηνίατρος που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.4.2 του παραρτήματος V·

ζ)

μαία που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.5.2 του παραρτήματος V·

η)

φαρμακοποιός που κατέχει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο σημείο 5.6.2 του παραρτήματος V·

θ)

κάτοχοι πιστοποιητικών που αναφέρονται στο σημείο 2 του παραρτήματος VII τα οποία βεβαιώνουν ότι ο κάτοχος έχει ολοκληρώσει μια εκπαίδευση που πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 40 ή 44 αντίστοιχα, η οποία ξεκίνησε νωρίτερα από τις ημερομηνίες αναφοράς των προσόντων που αναφέρονται στα σημεία 5.1.3, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 του παραρτήματος V·

ι)

κάτοχοι πιστοποιητικών κεκτημένων δικαιωμάτων που αναφέρονται στα άρθρα 23, 27, 29, 33, 33α, 37, 43 και 43α·

ια)

άλλοι επαγγελματίες που ασκούν δραστηριότητες με επιπτώσεις στην ασφάλεια των ασθενών, όταν ο επαγγελματίας ασκεί επάγγελμα που είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στο εν λόγω κράτος μέλος·

ιβ)

επαγγελματίες που ασκούν δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται με την εκπαίδευση ανηλίκων, περιλαμβανομένου του τομέα παιδικής μέριμνας και της προσχολικής εκπαίδευσης, όταν ο επαγγελματίας ασκεί επάγγελμα που είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενο στο εν λόγω κράτος μέλος.

2.   Οι αρμόδιες αρχές στέλνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο μέσω ειδοποίησης του IMI το αργότερο εντός τριών ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που περιορίζει ή απαγορεύει στον ενδιαφερόμενο επαγγελματία να ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι πληροφορίες αυτές περιορίζονται στα ακόλουθα:

α)

την ταυτότητα του επαγγελματία·

β)

το σχετικό επάγγελμα·

γ)

πληροφορίες σχετικά με την εθνική αρχή ή το δικαστήριο που εκδίδει την απόφαση περιορισμού ή απαγόρευσης·

δ)

το πεδίο εφαρμογής του περιορισμού ή της απαγόρευσης· και

ε)

την περίοδο ισχύος του περιορισμού ή της απαγόρευσης.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, το αργότερο εντός τριών ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών, μέσω ειδοποίησης του ΙΜΙ, σχετικά με την ταυτότητα των επαγγελματιών οι οποίοι έχουν υποβάλει αίτηση για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων δυνάμει της παρούσας οδηγίας και για τους οποίους στη συνέχεια διαπιστώθηκε από τα δικαστήρια ότι έχουν χρησιμοποιήσει παραποιημένους τίτλους επαγγελματικής εκπαίδευσης σε αυτό το πλαίσιο.

4.   Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3 πραγματοποιείται σύμφωνα με τις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

5.   Οι αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών ενημερώνονται πάραυτα όταν η απαγόρευση ή ο περιορισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει λήξει. Για το σκοπό αυτό, ζητείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους που παρέχει τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 να παρέχει και την ημερομηνία λήξης καθώς και κάθε μεταγενέστερη αλλαγή όσον αφορά την εν λόγω ημερομηνία.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επαγγελματίες σχετικά με τους οποίους έχουν αποσταλεί ειδοποιήσεις σε άλλα κράτη μέλη ενημερώνονται γραπτώς σχετικά με αποφάσεις έκδοσης ειδοποιήσεων ταυτόχρονα με την έκδοση της εν λόγω ειδοποίησης, μπορούν να ασκήσουν έφεση δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας κατά της απόφασης ή να ζητήσουν τη διόρθωση των εν λόγω αποφάσεων και έχουν πρόσβαση σε ένδικα μέσα όσον αφορά τυχόν ζημία που προκλήθηκε από ψευδείς ειδοποιήσεις που εστάλησαν προς άλλα κράτη μέλη, και σε αυτές τις περιπτώσεις η απόφαση για την ειδοποίηση αναφέρει ότι ο επαγγελματίας έχει κινήσει δικαστικές διαδικασίες σχετικά με αυτήν.

7.   Τα δεδομένα που αφορούν τις ειδοποιήσεις μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας εντός του ΙΜΙ μόνον για το διάστημα κατά το οποίο παραμένουν έγκυρα. Οι ειδοποιήσεις διαγράφονται εντός τριών ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ανάκλησης ή από τη λήξη της απαγόρευσης ή του περιορισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

8.   Η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικές πράξεις για την εφαρμογή του μηχανισμού ειδοποίησης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τις αρχές που δικαιούνται να αποστέλλουν ή να λαμβάνουν ειδοποιήσεις και σχετικά με την απόσυρση και τη λήξη των ειδοποιήσεων και με τα μέτρα για τη διασφάλιση των περιόδων επεξεργασίας και φύλαξης. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2.».

46)

Το άρθρο 57 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 57

Κεντρική πρόσβαση σε πληροφορίες μέσω του διαδικτύου

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες πληροφορίες διατίθενται στο διαδίκτυο μέσω των ενιαίων κέντρων εξυπηρέτησης, που αναφέρονται στο άρθρο 6 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (19), και επικαιροποιούνται τακτικά:

α)

ένας κατάλογος όλων των νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων στο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων επικοινωνίας των αρμόδιων αρχών για κάθε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα και των κέντρων υποστήριξης που αναφέρονται στο άρθρο 57β·

β)

ένας κατάλογος των επαγγελμάτων για τα οποία διατίθεται ευρωπαϊκή επαγγελματική ταυτότητα, η λειτουργία της ταυτότητας αυτής, περιλαμβανομένων όλων των σχετικών τελών που πρέπει να καταβάλουν οι επαγγελματίες, και οι αρχές που είναι αρμόδιες για την έκδοση της ταυτότητας·

γ)

ένας κατάλογος όλων των επαγγελμάτων για τα οποία το κράτος μέλος εφαρμόζει το άρθρο 7 παράγραφος 4, δυνάμει των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων·

δ)

ένας κατάλογος της νομοθετικά ρυθμιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης καθώς και της εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) σημείο ii)·

ε)

οι απαιτήσεις και οι διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 7, 50, 51 και 53 για τα νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα στο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων όλων των σχετικών τελών που πρέπει να καταβληθούν από τους πολίτες και των εγγράφων που πρέπει να υποβληθούν από τους πολίτες στις αρμόδιες αρχές·

στ)

λεπτομέρειες σχετικά με το πώς ασκείται έφεση, δυνάμει των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, κατά αποφάσεων των αρμόδιων αρχών που εκδίδονται βάσει της παρούσας οδηγίας.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται με τρόπο σαφή και ολοκληρωμένο για τους χρήστες, ότι η πρόσβαση σε αυτές είναι εύκολη από απόσταση και με ηλεκτρονικά μέσα και ότι τηρούνται ενήμερες.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες τις αιτήσεις πληροφοριών που απευθύνονται στο κέντρο ενιαίας εξυπηρέτησης λαμβάνουν απάντηση το συντομότερο δυνατόν.

4.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή λαμβάνουν συνοδευτικά μέτρα για να ενθαρρύνουν τα ενιαία κέντρα εξυπηρέτησης να καθιστούν τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 διαθέσιμες και σε άλλες επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Αυτό δεν επηρεάζει τη νομοθεσία των κρατών μελών σχετικά με τη χρήση γλωσσών στην επικράτειά τους.

5.   Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους και με την Επιτροπή για την υλοποίηση των παραγράφων 1, 2 και 4.

47)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 57α

Ηλεκτρονική διεκπεραίωση διαδικασιών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι απαιτήσεις, οι διαδικασίες και οι διατυπώσεις που αφορούν ζητήματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία μπορούν να ολοκληρωθούν εύκολα, από απόσταση και με ηλεκτρονικά μέσα, μέσω του σχετικού κέντρου ενιαίας εξυπηρέτησης των σχετικών αρμόδιων αρχών. Αυτό δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να ζητούν επικυρωμένα αντίγραφα σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες αμφιβολίες και όπου είναι απολύτως απαραίτητο.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στη διεξαγωγή μιας δοκιμασίας επάρκειας ή στην περίοδο προσαρμογής.

3.   Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη δικαιολογούνται να ζητήσουν προηγμένες ηλεκτρονικές υπογραφές όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2 της οδηγίας 1999/93/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για ηλεκτρονικές υπογραφές (20), για την ολοκλήρωση των διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δέχονται ηλεκτρονικές υπογραφές σύμφωνα με την απόφαση 2009/767/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση μέτρων που διευκολύνουν τη χρήση διαδικασιών με ηλεκτρονικά μέσα μέσω των ενιαίων κέντρων εξυπηρέτησης βάσει της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (21) και προβλέπουν τεχνικά μέσα για την επεξεργασία των μορφότυπων προηγμένων ηλεκτρονικών υπογραφών που ορίζονται με την απόφαση 2011/130/ΕΕ της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2011, περί καθιέρωσης ελάχιστων απαιτήσεων για τη διασυνοριακή επεξεργασία εγγράφων τα οποία έχουν υπογραφεί ηλεκτρονικά από αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (22).

4.   Όλες οι διαδικασίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ σχετικά με τα κέντρα ενιαίας εξυπηρέτησης. Τα διαδικαστικά χρονικά όρια που προβλέπονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 και στο άρθρο 51 της παρούσας οδηγίας ξεκινούν τη στιγμή κατά την οποία μια αίτηση ή τυχόν ελλείποντα έγγραφα υποβάλλονται από ένα πολίτη σε ένα κέντρο ενιαίας εξυπηρέτησης ή απευθείας στη σχετική αρμόδια αρχή. Η αίτηση για επικυρωμένα αντίγραφα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται αίτηση για τα ελλείποντα έγγραφα.

Άρθρο 57β

Κέντρα υποστήριξης

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει, το αργότερο μέχρι τις 18 Ιανουαρίου 2016, ένα κέντρο υποστήριξης με αρμοδιότητα την παροχή υποστήριξης στους πολίτες καθώς και στα κέντρα υποστήριξης των άλλων κρατών μελών σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων δυνάμει της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την εθνική νομοθεσία που διέπει τα επαγγέλματα και την άσκησή τους, την κοινωνική νομοθεσία και, εάν συντρέχει περίπτωση, τους κανόνες δεοντολογίας.

2.   Τα κέντρα υποστήριξης στα κράτη μέλη υποδοχής υποστηρίζουν τους πολίτες στην άσκηση των δικαιωμάτων που τους εκχωρούνται μέσω της παρούσας οδηγίας σε συνεργασία, εάν συντρέχει περίπτωση, με το κέντρο υποστήριξης στο κράτος μέλος καταγωγής, τις αρμόδιες αρχές και τα κέντρα ενιαίας εξυπηρέτησης στο κράτος μέλος υποδοχής.

3.   Οποιαδήποτε αρμόδια αρχή στο κράτος μέλος καταγωγής ή υποδοχής υποχρεούται να συνεργάζεται πλήρως με το κέντρο υποστήριξης στο κράτος μέλος υποδοχής και κατά περίπτωση στο κράτος μέλος καταγωγής, και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες αναφορικά με μεμονωμένες περιπτώσεις στα εν λόγω κέντρα υποστήριξης κατόπιν αιτήματός τους και με την επιφύλαξη των κανόνων προστασίας δεδομένων σύμφωνα με τις οδηγίες 95/46/ΕΚ και 2002/58/ΕΚ.

4.   Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, τα κέντρα υποστήριξης ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την έκβαση των αιτημάτων πληροφοριών που επεξεργάζονται εντός δύο μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος.

Άρθρο 57γ

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 20, το άρθρο 21 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 21α παράγραφος 4, το άρθρο 25 παράγραφος 5, το άρθρο 26 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 31 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 34 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 35 παράγραφοι 4 και 5, το άρθρο 38 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 40 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 44 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 49α παράγραφος 4 και στο άρθρο 49β παράγραφος 4 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 17 Ιανουαρίου 2014. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 20, το άρθρο 21 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 21α παράγραφος 4, το άρθρο 25 παράγραφος 5, το άρθρο 26 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 31 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 34 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 35 παράγραφοι 4 και 5, το άρθρο 38 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 40 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 44 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 49α παράγραφος 4 και στο άρθρο 49β παράγραφος 4 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των ήδη εν ισχύι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

4.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 20, του άρθρου 21 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 21α παράγραφος 4, του άρθρου 25 παράγραφος 5, του άρθρου 26 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 31 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 34 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 35 παράγραφοι 4 και 5, του άρθρου 38 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 40 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 44 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 49α παράγραφος 4 και του άρθρου 49β παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

(48)

Το άρθρο 58 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 58

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.».

49)

Το άρθρο 59 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 59

Διαφάνεια

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κατάλογο των υφιστάμενων νομοθετικά ρυθμιζόμενων επαγγελμάτων, στον οποίο προσδιορίζουν τις δραστηριότητες που καλύπτονται από κάθε επάγγελμα και κατάλογο νομοθετικά ρυθμιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης, και κατάρτισης με ειδική διάρθρωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) σημείο ii), στην επικράτειά τους μέχρι τις 18 Ιανουαρίου 2016. Οποιαδήποτε αλλαγή στους εν λόγω καταλόγους κοινοποιείται στην Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η Επιτροπή δημιουργεί και διατηρεί μια δημόσια βάση δεδομένων η οποία περιέχει νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, συμπεριλαμβανομένης μιας γενικής περιγραφής των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από κάθε επάγγελμα.

2.   Έως τις 18 Ιανουαρίου 2016, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τον κατάλογο των επαγγελμάτων για τα οποία ο προηγούμενος έλεγχος των προσόντων είναι απαραίτητος δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή ειδική αιτιολογία για τη συμπερίληψη καθενός από τα εν λόγω επαγγέλματα στον εν λόγω κατάλογο.

3.   Τα κράτη μέλη εξετάζουν εάν οι απαιτήσεις δυνάμει των νομικών συστημάτων τους για τον περιορισμό της πρόσβασης σε ένα επάγγελμα ή στην άσκησή του στους κατόχους ειδικών επαγγελματικών προσόντων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης επαγγελματικών τίτλων και των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που επιτρέπονται δυνάμει του εν λόγω τίτλου, όπως αναφέρεται στο παρόν άρθρο ως “απαιτήσεις” συνάδουν με τις ακόλουθες αρχές:

α)

οι απαιτήσεις δεν πρέπει να εισάγουν διακρίσεις, άμεσα ή έμμεσα, βάσει ιθαγένειας ή τόπου διαμονής·

β)

οι απαιτήσεις πρέπει να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος·

γ)

οι απαιτήσεις πρέπει να είναι κατάλληλες για να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου και να μην υπερβαίνουν το όριο που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου.

4.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται επίσης σε επαγγέλματα που είναι νομοθετικά ρυθμιζόμενα σε ένα κράτος μέλος από ένωση ή οργάνωση υπό την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 και σε τυχόν απαιτήσεις που σχετίζονται με την ιδιότητα μέλους των εν λόγω ενώσεων ή των οργανώσεων.

5.   Έως τις 18 Ιανουαρίου 2016, τα κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες στην Επιτροπή σχετικά με τις απαιτήσεις που σκοπεύουν να διατηρήσουν και τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι οι εν λόγω απαιτήσεις τους συμμορφώνονται με την παράγραφο 3. Τα κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις που εισήγαγαν στη συνέχεια και τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι οι απαιτήσεις τους συμμορφώνονται με την παράγραφο 3 εντός έξι μηνών από τη θέσπιση του μέτρου.

6.   Έως τις 18 Ιανουαρίου 2016, και στη συνέχεια ανά διετία, τα κράτη μέλη υποβάλλουν επίσης μια έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις απαιτήσεις που καταργήθηκαν ή που κατέστησαν λιγότερο αυστηρές.

7.   Η Επιτροπή προωθεί τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στα άλλα κράτη μέλη, τα οποία υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους εντός έξι μηνών. Εντός της ίδιας περιόδου των έξι μηνών, η Επιτροπή διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων και των ενδιαφερόμενων επαγγελμάτων.

8.   Η Επιτροπή υποβάλλει μια συνοπτική έκθεση βάσει των πληροφοριών που παρείχαν τα κράτη μέλη στην ομάδα συντονιστών που συστάθηκε μέσω της απόφασης 2007/172/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2007, για τη σύσταση της ομάδας συντονιστών για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (23), η οποία μπορεί να υποβάλει τις παρατηρήσεις της.

9.   Βάσει των παρατηρήσεων που προβλέπονται στις παραγράφους 7 και 8, η Επιτροπή έως τις 18 Ιανουαρίου 2017, υποβάλλει τα τελικά πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενα κατά περίπτωση από προτάσεις για περαιτέρω πρωτοβουλίες.

50)

Το άρθρο 60 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Από τις 18 Ιανουαρίου 2016 η στατιστική καταγραφή των ειλημμένων αποφάσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιέχει λεπτομερείς πληροφορίες για τον αριθμό και τους τύπους των ειλημμένων αποφάσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένων των τύπων αποφάσεων σχετικά με μερική πρόσβαση που λαμβάνονται από αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 4στ, και περιγραφή των κύριων προβλημάτων που απορρέουν από την εφαρμογή της οδηγίας.».

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα ακόλουθα:

«2.   Έως τις 18 Ιανουαρίου 2019 το αργότερο, και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση για την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας.

Η πρώτη έκθεση εστιάζει ιδιαίτερα στα νέα στοιχεία που εισάγει η παρούσα οδηγία και εξετάζει ειδικότερα τα ακόλουθα ζητήματα:

α)

τη λειτουργία της ευρωπαϊκής επαγγελματικής ταυτότητας·

β)

τον εκσυγχρονισμό των γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων για τα επαγγέλματα που καλύπτονται από το κεφάλαιο III του τίτλου III περιλαμβανομένου του καταλόγου ικανοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 7·

γ)

τη λειτουργία των κοινών πλαισίων εκπαίδευσης και των κοινών δοκιμασιών εκπαίδευσης·

δ)

τα αποτελέσματα του ειδικού προγράμματος αναβάθμισης που θεσπίσθηκε δυνάμει της νομοθεσίας, των κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων της Ρουμανίας για κατόχους τίτλων σπουδών που αναφέρονται στο άρθρο 33α, καθώς και για κατόχους τίτλων σπουδών μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, με σκοπό να αποτιμηθεί η ανάγκη επανεξέτασης των εν ισχύι διατάξεων που διέπουν το καθεστώς κεκτημένων δικαιωμάτων που εφαρμόζεται στους ρουμανικούς τίτλους σπουδών για νοσοκόμο υπεύθυνο για γενική περίθαλψη.

Τα κράτη μέλη παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την προετοιμασία της εν λόγω έκθεσης.».

51)

Στο άρθρο 61, η δεύτερη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εφόσον ενδείκνυται, η Επιτροπή εκδίδει μια εκτελεστική πράξη για να επιτρέψει την εξαίρεση του εν λόγω κράτους μέλους, για περιορισμένη περίοδο, από την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης.».

52)

Τα παραρτήματα II και III διαγράφονται.

53)

Στο σημείο 1 του παραρτήματος VII, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ζ)

Εφόσον το κράτος μέλος το απαιτεί από τους υπηκόους του, βεβαίωση για την απουσία προσωρινών ή οριστικών αναστολών της άδειας άσκησης του επαγγέλματος ή ποινικών καταδικών.».

Άρθρο 2

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012

Το σημείο 2 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.

Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24): άρθρα 4α έως 4ε, άρθρο 8, άρθρο 21α, άρθρο 50, άρθρο 56 και άρθρο 56α.

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 18 Ιανουαρίου 2016.

2.   Το κράτος μέλος το οποίο στις 17 Ιανουαρίου 2014 παρέχει πρόσβαση σε εκπαίδευση μαίας/μαιευτή για την κατεύθυνση Ι δυνάμει του άρθρου 40 παράγραφο 2 της οδηγίας 2005/36/ΕΚ μετά το πέρας τουλάχιστον 10 ετών της γενικής σχολικής εκπαίδευσης, θέτει σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις πρόσβασης στην εκπαίδευση μαίας/μαιευτή δυνάμει του άρθρου 40 παράγραφος 2 στοιχείο α) της εν λόγω οδηγίας έως τις 18 Ιανουαρίου 2020.

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

4.   Κατά τη θέσπισή τους από τα κράτη μέλη, τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομέρειες αυτής της αναφοράς καθορίζονται από τα κράτη μέλη.

5.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών μέτρων εσωτερικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2013.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

V. LEŠKEVIČIUS


(1)  ΕΕ C 191 της 29.6.2012, σ. 103.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2013.

(3)  ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22.

(4)  ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 77.

(5)  ΕΕ C 153 E της 31.5.2013, σ. 15.

(6)  ΕΕ L 78 της 26.3.1977, σ. 17.

(7)  ΕΕ L 77 της 14.3.1998, σ. 36.

(8)  ΕΕ L 316 της 14.11.2012, σ. 1.

(9)  ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 45.

(10)  ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.

(11)  ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.

(12)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(13)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

(14)  ΕΕ C 137 της 12.5.2012, σ. 1.

(15)  ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

(16)  ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37.

(17)  ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.».

(18)  ΕΕ C 111 της 6.5.2008, σ. 1.».

(19)  ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36.».

(20)  ΕΕ L 13 της 19.1.2000, σ. 12.

(21)  ΕΕ L 274 της 20.10.2009, σ. 36.

(22)  ΕΕ L 53 της 26.2.2011, σ. 66.».

(23)  ΕΕ L 79 της 20.3.2007, σ. 38.».

(24)  ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22.».


Δήλωση της Επιτροπής

Η Επιτροπή, κατά την κατάρτιση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπονται στο άρθρο 57γ παράγραφος 2, θα εξασφαλίζει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, και θα πραγματοποιεί εγκαίρως κατάλληλες και διαφανείς διαβουλεύσεις, ιδίως με εμπειρογνώμονες προερχόμενους από αρμόδιες αρχές και όργανα, επαγγελματικά σωματεία και εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των κρατών μελών, και κατά περίπτωση με εμπειρογνώμονες προερχόμενους από τους κύκλους των κοινωνικών εταίρων.


Top