EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61991CJ0031

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 1ης Απριλίου 1993.
SpA Alois Lageder και λοιποί κατά Amministrazione delle finanze dello Stato.
Αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Corte suprema di Cassazione - Ιταλία.
Οίνος - V.q.p.r.d - DOC και DOCG - Προσωρινός κατάλογος - Νομισματικά εξισωτικά ποσά - Πλάνη της εθνικής διοικήσεως - Παραγραφή - Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-31/91 έως C-44/91.

European Court Reports 1993 I-01761

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1993:132

61991J0031

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 1ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1993. - SPA ALOIS LAGEDER ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ AMMINISTRAZIONE DELLE FINANZE DELLO STATO. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: CORTE SUPREMA DI CASSAZIONE - ΙΤΑΛΙΑ. - ΟΙΝΟΣ - VQPRD - DOC ΚΑΙ DOCG - ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ - ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΑ ΕΞΙΣΩΤΙΚΑ ΠΟΣΑ - ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ - ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-31/91 ΕΩΣ C-44/91.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1993 σελίδα I-01761


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Οίνος * Οίνοι ποιότητας παραγόμενοι σε ορισμένες περιοχές * Κοινοτικός προσωρινός κατάλογος που παραπέμπει στους χαρακτηρισμούς τους οποίους δίδει το κράτος μέλος παραγωγής * Ιταλικοί οίνοι * Κανονισμός 1311/73 * Δεκτοί μόνον οι οίνοι που φέρουν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG)

(Κανονισμός 1311/73 της Επιτροπής, άρθρο 1)

2. 'Ιδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών * Νομισματικά εξισωτικά ποσά * 'Ελλειψη κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως * Εφαρμογή του εθνικού δικαίου * 'Οροι

3. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Πεδίο εφαρμογής * Εθνικές αρχές επιφορτισμένες με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου * Αναρμόδιες αρχές που ενήργησαν βάσει εσφαλμένης ερμηνείας της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως * Δεν υπάρχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη

(Κανονισμοί της Επιτροπής 1769/72 και 1311/73)

Περίληψη


1. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1311/73, περί προσωρινού καταλόγου των οίνων ποιότητας παραγομένων σε ορισμένες περιοχές, καθώς και περί χαρακτηρισμού των εν λόγω οίνων στο συνοδευτικό παραστατικό, στα πλαίσια του αμπελοοινικού τομέα, έχει την έννοια ότι μόνον για τους οίνους που έφεραν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG) μπορούσε, στην Ιταλία, κατά την περίοδο ισχύος του εν λόγω νομοθετήματος, ήτοι μεταξύ 22ας Μαΐου και 31ης Αυγούστου 1973, να αξιωθεί ο χαρακτηρισμός οίνοι ποιότητας παραγόμενοι σε ορισμένες περιοχές.

2. Ελλείψει εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης περί της εκ των υστέρων εισπράξεως δασμών από τις εθνικές διοικητικές αρχές, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας περί παραγραφής των κακώς μη απαιτηθέντων από τον υπόχρεο εξαγωγικών δασμών λόγω πλάνης της εθνικής διοικήσεως, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται χωρίς διάκριση και στις εθνικές και στις κοινοτικές απαιτήσεις και να μη θίγουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.

3. Η επιφορτισμένη με την έκδοση των συνοδευτικών παραστατικών VA2 για τους οίνους που έχουν το δικαίωμα να φέρουν την ένδειξη "οίνοι ποιότητας παραγόμενοι σε ορισμένες περιοχές" στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως του οινικού τομέα εθνική αρχή έχει την υποχρέωση να τηρεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, στην περίπτωση εκδόσεως παρομοίου εγγράφου από μη εξουσιοδοτημένη προς τον σκοπό αυτό εθνική αρχή, η οποία, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν αξίωσε την προβλεπόμενη από αυτήν καταβολή νομισματικών εξισωτικών ποσών, ουδεμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη γεννάται υπέρ των ενδιαφερομένων μερών, παρά την καλή τους πίστη.

Διάδικοι


Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-31/91 έως C-44/91,

που έχουν ως αντικείμενο δεκατέσσερις αιτήσεις του Corte suprema di cassazione προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Alois Lageder SpA,

Divit Srl (πρώην Vinexport SpA),

Ditta Josef Nidermayr,

Schenk SpA,

Ditta Josef Brigl,

W. Walch Srl,

Castello Rametz SpA,

Cooperative Cavit Srl,

Cantina Vini J. Hofstaetter Sas,

Ditta Alton Lindner,

H. Mumelter e C. Snc,

Girelli SpA,

Josef Stimpfl Snc,

Azienda Vinicola Liberio Todesca

και

Amministrazione delle finanze dello Stato,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, περί προσωρινού καταλόγου των v. q. p. r. d., καθώς και περί χαρακτηρισμού των εν λόγω οίνων στο συνοδευτικό έγγραφο (GU L 132, σ. 20),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και D. A. O. Edward, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Darmon

γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* οι SpA Alois Lageder, Srl Divit, Ditta Josef Nidermayr, SpA Schenk, Ditta Josef Brigl, Srl W. Walch, SpA Castello Rametz, Srl Cooperative Cavit, Cantina Vini J. Hofstaetter Sas, Ditta Alton Lindner, Snc H. Mumelter e C., SpA Girelli, Snc Josef Stimpfl και Azienda Vinicola Liberio Todesca, εκπροσωπούμενες από τον S. Giammarco, δικηγόρο Trente, και G. Cavasola, δικηγόρο Ρώμης,

* η Iταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή L. Ferrari Bravo, Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, και από τον Ι. M. Braguglia, avvocato dello Stato,

* η Επιτροπή των των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ε. March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον G. Marchesini, δικηγόρο στο Corte suprema di cassazione,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου 1992,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1992,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διατάξεις της 26ης Φεβρουαρίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 1991, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία ταυτόσημα προδικαστικά ερωτήματα σε δεκατέσσερις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, περί προσωρινού καταλόγου των οίνων v. q. p. r. d. (οίνων ποιότητας παραγομένων εντός ορισμένων περιοχών), καθώς και περί του χαρακτηρισμού των εν λόγω οίνων εντός του συνοδευτικού παραστατικού στα πλαίσια του αμπελοοινικού τομέα (GU L 132, σ. 20).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ των εταιριών Alois Lageder, Divit (πρώην Vinexport SpA), Ditta Josef Nidermayr, Schenk, Ditta Josef Brigl, W. Walch, Castello Rametz, Cooperative Cavit, Cantina Vini J. Hofstaetter, Ditta Alton Lindner, H. Mumelter e C., Girelli, Josef Stimpfl και Azienda Vinicola Liberio Todesca (στο εξής: προσφεύγουσες στην κύρια δίκη) και της Amministrazione delle finanze dello Stato (στο εξής: Amministrazione) ως προς την εκ των υστέρων είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών (στο εξής: ΝΕΠ) επί οίνων ιταλικής παραγωγής που εξήγαγαν προς τη Γερμανία μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου 1973.

3 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι εν λόγω οίνοι, κατά την εξαγωγή τους, ήταν εφοδιασμένοι με συνοδευτικά παραστατικά τύπου VA2, καταρτισθέντα από το Istituto agrario provinciale di S. Michele (στο εξής: Istituto), που βεβαίωναν την ιδιότητά τους ως v. q. p. r. d. Γι' αυτόν τον λόγο, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν κατέβαλαν ΝΕΠ.

4 Ωστόσο, το 1977, η Amministrazione διαπίστωσε ότι οι εξαχθέντες οίνοι δεν μπορούσαν, κατά το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 1311/73, να χαρακτηρισθούν ως v. q. p. r. d. διότι δεν αναγνωρίζονταν, δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας, ως οίνοι δυνάμενοι να φέρουν την ένδειξη denominazione di origine controllata (στο εξής: DOC) ή denominazione di origine controllata e garantita (στο εξής: DOCG). Επομένως, και δεδομένου ότι μόνο στους οίνους v. q. p. r. d. δεν επιβάλλεται η καταβολή ΝΕΠ, η Amministrazione αξίωσε εκ των υστέρων τα εν λόγω ποσά.

5 Προς τον σκοπό αυτόν, η Amministrazione εξέδωσε το 1977 εντάλματα πληρωμής ισχυριζόμενη ότι, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1311/73, το Istituto δεν είχε πλέον το δικαίωμα να εκδίδει τα συνοδευτικά παραστατικά VA2 από τις 22 Μαΐου 1973 και ότι ο προσωρινός κατάλογος v. q. p. r. d. επί του οποίου είχε βαστιστεί το Istituto δεν ίσχυε πλέον από την ημερομηνία αυτή.

6 Κατά των ενταλμάτων πληρωμής που επιδόθηκαν το 1978, οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Τribunale di Trento. Ισχυρίστηκαν ότι η ερμηνεία του κανονισμού 1311/73 από την Amministrazione ήταν εσφαλμένη και ότι, σύμφωνα με τις αρχές περί παραγραφής και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Amministrazione δεν είχε ούτε δικαίωμα ούτε συμφέρον από την είσπραξη των ΝΕΠ μετά παρέλευση τόσων ετών από την πραγματοποίηση της εξαγωγής. Το Τribunale di Trento ακύρωσε τα εντάλματα πληρωμής. Κατόπιν εφέσεως της Amministrazione, η εν λόγω απόφαση ακυρώθηκε από το Corte d' appello di Trento, το οποίο έκρινε ότι οφείλονταν τα ΝΕΠ. Οι προσφεύγουσες στην κύρια δίκη άσκησαν ακολούθως αναίρεση ενώπιον του Corte suprema di cassazione.

7 Προς επίλυση της διαφοράς το εν λόγω δικαιοδοτικό όργανο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) 'Εχει το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, την έννοια ότι μόνον οι ιταλικοί οίνοι στους οποίους είχε ήδη δοθεί, με προεδρικό διάταγμα, ο χαρακτηρισμός DOC μπορούσαν να θεωρούνται * εντός της Κοινότητας * οίνοι ποιότητας, για τον λόγο ότι μόνον από 1ης Απριλίου 1973 ή (το αργότερο) από τις 22 Μαΐου 1973 μπορούσαν οι οίνοι αυτοί να περιλαμβάνονται στον προβλεπόμενο στο άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70 κατάλογο

ή η έκφραση 'περιλαμβάνει τους οίνους' του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1311/73 έχει την έννοια ότι ο προσωρινός κατάλογος που καταρτίστηκε το 1970, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1704/70, της 25ης Αυγούστου 1970, διετηρείτο ακόμα σε ισχύ [μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973 και, κατά συνέπεια, τουλάχιστον μέχρις ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2240/73, της 16ης Αυγούστου 1973] αν ληφθεί υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1627/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, προέβλεπε ότι, μέχρις ότου τα κράτη μέλη θεσπίσουν γενικές διατάξεις περί των προϋποθέσεων παραγωγής και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973, θα εθεωρούντο ως v. q. p. r. d. οι οίνοι που περιλαμβάνονται σε κατάλογο καταρτιζόμενο κατά τη διαδικασία του άρθρου 7 του κανονισμού 24, υπό την προϋπόθεση ότι οι οίνοι αυτοί πληρούν τις λοιπές προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού;

Με άλλα λόγια, ερωτάται αν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1311/73 συνιστούσε πρόωρη εφαρμογή, τουλάχιστον από τις 22 Μαΐου 1973, του οριστικού καθεστώτος ή αν διατήρησε το μεταβατικό καθεστώς, υπό την έννοια ότι επέφερε απλή συμπλήρωση του καταλόγου του 1970 με την προσθήκη σ' αυτόν των οίνων που είχαν χαρακτηριστεί (ή που θα χαρακτηρίζονταν στο μέλλον) από τις εθνικές αρχές ως οίνοι DOC.

2) Δεδομένου ότι σκοπός της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών είναι η εξουδετέρωση πιθανών διαταραχών στις αγορές γεωργικών προϊόντων οφειλομένων σε νομισματικά μέτρα των κρατών μελών, οι δημοσιονομικές αρχές του κράτους μέλους εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα και συμφέρον προς είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών (που συνιστούν έσοδα ή ιδίους πόρους της Κοινότητας) μετά παρέλευση πολλών ετών από της συντελέσεως της εξαγωγής, όταν τα ποσά αυτά που οφείλονταν αρχήθεν δεν εισπράχθηκαν από σφάλμα των ίδιων αυτών αρχών περί την ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών και/ή των δικαιολογητικών που προσκόμισε ο εξαγωγέας;

3) Αντιβαίνει η είσπραξη, μετά παρέλευση πολλών ετών από της συντελέσεως της οικείας πράξεως, των εξισωτικών ποσών, που οφείλονταν αλλά δεν εισπράχθηκαν για τους προεκτεθέντες στο ερώτημα 2 λόγους, προς την κοινοτική αρχή της εμπιστοσύνης στην ακρίβεια των πράξεων του οργανισμού που εξέδωσε το συνοδευτικό παραστατικό και στην ευνοϊκότερη για τον εξαγωγέα ερμηνεία, την οποία έδωσαν οι δημοσιονομικές αρχές κατά τον χρόνο της εξαγωγής, την οποία καλοπίστως πραγματοποίησε ο συναλλασσόμενος, ο οποίος θεωρεί ότι δεν μπορεί πλέον να μετακυλίσει τα εν λόγω εξισωτικά ποσά στον αλλοδαπό εισαγωγέα;"

8 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικά η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στην κύρια δίκη, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

Επί του πρώτου ερωτήματος

9 Με το πρώτο ερώτημα ερωτάται, στην ουσία, εάν κατά την κρίσιμη εποχή, μόνον οι ιταλικοί οίνοι που έφεραν την ονομασία DOC ή DOCG μπορούσαν να τύχουν του καθεστώτος v. q. p. r. d.

10 Υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 816/70 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1970, περί εφαρμογής συμπληρωματικών διατάξεων περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (GU L 99, σ. 1), έχει εφαρμογή σε όλους τους οίνους, ενώ ο κανονισμός (ΕΟΚ) 817/70 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1970, περί θεσπίσεως ειδικών διατάξεων σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (GU L 99, σ. 20), θεσπίζει ειδικό καθεστώς για τους v. q. p. r. d. Οι εν λόγω δύο κανονισμοί τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1970.

11 Ο κανονισμός 817/70 προέβλεπε σύστημα χαρακτηρισμού των οίνων που μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως v. q. p. r. d. (άρθρο 12, παράγραφος 1), την υποχρέωση μνείας της ονομασίας v. q. p. r. d. στα συνοδευτικά παραστατικά (άρθρο 12, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο) και την κατάρτιση προσωρινού καταλόγου v. q. p. r. d. εν αναμονή της εναρμονίσεως των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων προς κατάρτιση οριστικού καταλόγου, το αργότερο στις 31 Αυγούστου 1973 [άρθρο 17 και άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, που προστέθηκε στον κανονισμό 817/70 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1627/71 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί τροποποιήσεως των κανονισμών 816/70 και 817/70 όσον αφορά ορισμένα μεταβατικά μέτρα στον αμπελοοινικό τομέα, GU L 170, σ. 3].

12 Η τελευταία τροποποίηση στο προσωρινό καθεστώς του καταλόγου v. q. p. r. d., που προέβλεπε το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 817/70, τέθηκε σε ισχύ στις 22 Μαΐου 1973, δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού 1311/73. Το άρθρο 1 του τελευταίου αυτού κανονισμού ορίζει ότι ο προσωρινός κατάλογος των v. q. p. r. d. περιλαμβάνει μόνον τους οίνους "οι οποίοι δικαιούνται, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους παραγωγής, να φέρουν τις αναφερόμενες στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/70, για καθένα από τα κράτη μέλη, ενδείξεις".

13 Το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο c, του κανονισμού 817/70 αναφέρει αποκλειστικά τους οίνους ιταλικής παραγωγής DOC και DOCG.

14 Δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2247/73 της Επιτροπής, της 16ης Αυγούστου 1973, περί ελέγχου οίνων ποιότητας παραγομένων εντός ορισμένων περιοχών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 236), καταργήθηκε ο κανονισμός 1311/73 (άρθρο 4) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 1973 το οριστικό καθεστώς των οίνων v. q. p. r. d., όπως προβλεπόταν από τον κανονισμό 817/70 (άρθρο 5).

15 Επομένως, κατά την περίοδο από 22 Μαΐου 1973 έως 31 Αυγούστου 1973, που αντιστοιχεί στον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, μόνον οι ιταλικοί οίνοι που έφεραν τις ονομασίες DOC και DOCG μπορούσαν να φέρουν την ένδειξη v. q. p. r. d., σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1311/73.

16 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν, ωστόσο, ότι το γεγονός ότι οι οίνοι τους δεν έφεραν την ένδειξη DOC ή DOCG δεν αντιτίθετο στο να επωφεληθούν των πλεονεκτημάτων του καθεστώτος v. q. p. r. d. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι ο προσωρινός κατάλογος οίνων ποιότητας, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ Β του κανονισμού (ΕΟΚ) 1704/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1022/70 περί θεσπίσεως, για μια μεταβατική περίοδο, συνοδευτικών παραστατικών για ορισμένους οίνους (GU L 190, σ. 15), στον οποίο ανφέρονταν οι οίνοι τους, ίσχυε μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973, ημερομηνία ενάρξεως του οριστικού καθεστώτος v. q. p. r. d. Εξάλλου, το Istituto ήταν πάντοτε η εξουσιοδοτημένη για την έκδοση των συνοδευτικών παραστατικών VA2 αρχή, εφόσον μνημονευόταν ακριβώς προς τούτο στον περιλαμβανόμενο στο παράρτημα ΙΙΙ C του ιδίου κανονισμού κατάλογο.

17 Δεν αμφισβητείται ότι το προσωρινό καθεστώς των v. q. p. r. d. υπέστη πολλές τροποποιήσεις μεταξύ 1971 και 1973 και ότι ο προσωρινός κατάλογος του άρθρου 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 817/70 ίσχυε καταρχήν μέχρι τις 31 Αυγούστου 1973. Ωστόσο, από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 1311/73, ήτοι από τις 22 Μαΐου 1973, αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση της ιδιότητας v. q. p. r. d. για τους ιταλικούς οίνους ήταν η παροχή από το ιταλικό κράτος του δικαιώματος να φέρουν την ένδειξη DOC ή DOCG. Οι λοιποί επομένως προσωρινοί κατάλογοι δεν είχαν πλέον εφαρμογή.

18 'Οσον αφορά τα συνοδευτικά παραστατικά, είναι αληθές ότι η διάρκεια ισχύος του κανονισμού 1022/70, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1704/70, παρατάθηκε πολλές φορές. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 734/73 της Επιτροπής, της 7ης Μαρτίου 1973, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1022/70 περί καθιερώσεως για μια μεταβατική περίοδο συνοδευτικών πιστοποιητικών για ορισμένους οίνους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/009, σ. 86), ο οποίος παρέτεινε την ισχύ του κανονισμού 1022/70 για τελευταία φορά, οι διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού είχαν εφαρμογή μόνο μέχρι τις 31 Μαρτίου 1973.

19 Πράγματι, κατά το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 1311/73, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1769/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί καθιερώσεως των συνοδευτικών παραστατικών και περί των υποχρεώσεων των παραγωγών και των εμπόρων εκτός των λιανοπωλητών στον αμπελοοινικό τομέα (GU L 191, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2814/72 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1972 (GU L 297, σ. 1), ο οποίος θέσπισε το οριστικό σύστημα των συνοδευτικών παραστατικών VA2 από την 1η Απριλίου 1973, είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.

20 'Οπως προκύπτει από τις προηγούμενες σκέψεις, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών της κύριας δίκης δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

21 Επομένως, στο υποβληθέν από το Corte suprema di cassazione πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1311/73 έχει την έννοια ότι μόνον για τους οίνους που έφεραν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG) μπορούσε, στην Ιταλία, κατά την περίοδο ισχύος του εν λόγω νομοθετήματος, ήτοι μεταξύ 22ας Μαΐου και 31ης Αυγούστου 1973, να αξιωθεί ο χαρακτηρισμός v. q. p. r. d.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

22 Με αυτό το ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, στην περίπτωση που οφείλονται τα μη εισπραχθέντα κατά την εξαγωγή ΝΕΠ, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεσθούν την παραγραφή του δικαιώματος της Amministrazione να προβεί στην εκ των υστέρων είσπραξή τους λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στην οποία αρχικά προέβη.

23 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι η απαίτηση της καταβολής των ΝΕΠ πολλά έτη μετά τη διενέργεια της πράξεως είναι αντίθετη προς τον σκοπό του συστήματος των ΝΕΠ που αποσκοπεί στην εξουδετέρωση πιθανών διαταραχών στις γεωργικές αγορές κατόπιν ληφθέντων από τα κράτη μέλη νομισματικών μέτρων.

24 Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.

25 Πράγματι, όπως επισήμαναν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, η παραγραφή έχει εφαρμογή μόνον όταν ρητώς προβλέπεται. Συναφώς, οι μόνες σχετικές διατάξεις περιέχονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφήθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254).

26 Ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός δεν ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή σ' αυτά (βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 15).

27 Επομένως, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 66/79, 127/70 και 128/79, Salumi κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627, σκέψη 18), εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους, εφόσον το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει σχετικές διατάξεις, να καθορίσει τον τρόπο και τους όρους εισπράξεως των κοινοτικών οικονομικών επιβαρύνσεων εν γένει και των γεωργικών εισφορών ειδικότερα, καθώς και να ορίζει τις επιφορτισμένες με την είσπραξη αρχές και τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα προς επίλυση των διαφορών που η εν λόγω είσπραξη μπορεί να προκαλέσει, εξυπακουομένου, ωστόσο, ότι ο εν λόγω τρόπος και οι εν λόγω όροι δεν μπορούν να καθιστούν λιγότερο αποτελεσματικό το σύστημα εισπράξεως των κοινοτικών φορολογικών επιβαρύνσεων και τελών από αυτό της εισπράξεως των εθνικών φορολογικών επιβαρύνσεων και τελών του ιδίου τύπου.

28 Επιπλέον, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 20 της προαναφερθείσας αποφάσεως Salumi κ.λπ., της 27ης Μαρτίου 1980, η εθνική νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να μην ενέχει διάκριση σε σχέση με τις διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίλυση διαφορών του ιδίου τύπου, αλλ' αμιγώς εθνικών, οι δε διαδικαστικοί κανόνες δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την άσκηση των παρεχομένων από το κοινοτικό δίκαιο δικαιωμάτων.

29 Στο υποβληθέν από το Corte suprema di cassazione δεύτερο ερώτημα πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι, ελλείψει εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας περί παραγραφής των κακώς μη απαιτηθέντων από τον υπόχρεο εξαγωγικών δασμών λόγω πλάνης της εθνικής διοικήσεως, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται χωρίς διάκριση και επί των εθνικών και επί των κοινοτικών απαιτήσεων και να μη θίγουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.

Επί του τρίτου ερωτήματος

30 Με αυτό το ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, στην ουσία, εάν η εθνική αρχή που εξέδωσε τα συνοδευτικά παραστατικά λόγω εσφαλμένης από αυτήν ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών και η οποία, κατά συνέπεια, δεν αξίωσε την καταβολή των οφειλομένων ΝΕΠ υποχρεούται να τηρήσει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και αν, κατά συνέπεια, η εφαρμογή της εν λόγω αρχής της απαγορεύει, σε περίπτωση όπως η προκειμένη στην κύρια δίκη, να εισπράξει τα ΝΕΠ τέσσερα έτη μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής.

31 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι είχαν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στην ακρίβεια των διενεργηθεισών από το Istituto πράξεων και στην ευνοϊκότερη για τον εξαγωγέα ερμηνεία που δόθηκε αρχικά από τη διοίκηση και ότι, γι' αυτό τον λόγο, απαλλάσσονταν από την υποχρέωση καταβολής των ΝΕΠ.

32 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι (βλ. ανωτέρω σκέψη 19), κατά το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 1311/73, ο προαναφερθείς κανονισμός 1769/72, περί θεσπίσεως του οριστικού καθεστώτος των συνοδευτικών παραστατικών VA2, είχε εφαρμογή κατά την κρίσιμη εποχή. Κατά το άρθρο 4 του τελευταίου αυτού κανονισμού, η Επιτροπή δημοσίευσε, στις 17 Μαΐου και 26 Ιουνίου 1973, τον κατάλογο των αρμοδίων για τα συνοδευτικά παραστατικά οργανισμών στον αμπελοοινικό τομέα (GU C 31, σ. 20, και GU C 50, σ. 2). 'Οπως προκύπτει από τον εν λόγω κατάλογο μόνον το ministero Agricoltura e Foreste, servizio Repressione frodi * Roma ήταν συναφώς αρμόδιο για την Ιταλία.

33 Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αποτελεί μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως (βλ. απόφαση της 3ης Μαΐου 1978, 112/77, Toepfer κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 325) και ότι η τήρηση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου επιβάλλεται σε όλες τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου (βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, 230/78, Eridania-Zuccherifici nazionali και Societa italiana per l' industria degli zuccheri, Racc. 1979, σ. 2449). Kατά συνέπεια, η εθνική αρχή που είναι η επιφορτισμένη με την εφαρμογή του προσωρινού καθεστώτος των συνοδευτικών παραστατικών για τους οίνους που έχουν το δικαίωμα να φέρουν την ένδειξη v. q. p. r. d. οφείλει να τηρεί την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών.

34 Το Δικαστήριο, ωστόσο, έκρινε ότι πρακτική κράτους μέλους που αντιβαίνει προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν συνεπάγεται τη γένεση δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υπέρ του επωφελουμένου από την ούτω δημιουργημένη κατάσταση επιχειρηματία (βλ. απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 5/82, Maizena, Συλλογή 1982, σ. 4601, σκέψη 22).

35 Επομένως, ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι σαφούς διατάξεως του κοινοτικού δικαίου και ότι η συμπεριφορά εθνικής αρχής επιφορτισμένης με την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, που είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους του επιχειρηματία ότι θα τύχει μεταχειρίσεως αντίθετης προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 316/86, Kruechen, Συλλογή 1988, σ. 2213, σκέψη 24).

36 Κατά συνέπεια, η έκδοση συνοδευτικών παραστατικών VA2 για ιταλικούς οίνους που δεν αναγνωρίζονται ως οίνοι DΟC ή DΟCG από μια εθνική αρχή ενώ, κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1311/73 και το άρθρο 4 του κανονισμού 1769/72, μια άλλη εθνική αρχή ήταν αποκλειστικά εξουσιοδοτημένη προς τούτο δεν συνεπάγεται τη γένεση, υπέρ του εξαγωγέα, δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής των ΝΕΠ.

37 Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών της κύριας δίκης δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

38 Επομένως, στο υποβληθέν από το Corte suprema di cassazione τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιφορτισμένη με την έκδοση των συνοδευτικών παραστατικών VA2 για τους οίνους που έχουν το δικαίωμα να φέρουν την ένδειξη v. q. p. r. d. στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως του οινικού τομέα εθνική αρχή έχει την υποχρέωση να τηρεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, στην περίπτωση εκδόσεως συνοδευτικού παραστατικού VA2 από μη εξουσιοδοτημένη προς τούτο εθνική αρχή, η οποία, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν αξίωσε την προβλεπόμενη από αυτήν καταβολή ΝΕΠ, ουδεμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη γεννάται υπέρ των ενδιαφερομένων μερών, παρά την καλή τους πίστη.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 26ης Φεβρουαρίου 1990 το Corte suprema di cassazione, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1973, περί προσωρινού καταλόγου των v. q. p. r. d., καθώς και περί χαρακτηρισμού των εν λόγω οίνων στο συνοδευτικό παραστατικό, στα πλαίσια του αμπελοοινικού τομέα, έχει την έννοια ότι μόνον για τους οίνους που έφεραν την denominazione di origine controllata (DOC) και την denominazione di origine controllata e garantita (DOCG) μπορούσε, στην Ιταλία, κατά την περίοδο ισχύος του εν λόγω νομοθετήματος, ήτοι μεταξύ 22ας Μαΐου και 31ης Αυγούστου 1973, να αξιωθεί ο χαρακτηρισμός v. q. p. r. d.

2) Ελλείψει εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εφαρμόσει τις διατάξεις της εσωτερικής νομοθεσίας περί παραγραφής των κακώς μη απαιτηθέντων από τον υπόχρεο εξαγωγικών δασμών λόγω πλάνης της εθνικής διοικήσεως, αρκεί οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζονται χωρίς διάκριση και επί των εθνικών και επί των κοινοτικών απαιτήσεων και να μη θίγουν ούτε το πεδίο εφαρμογής ούτε την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.

3) Η επιφορτισμένη με την έκδοση των συνοδευτικών παραστατικών VA2 για τους οίνους που έχουν το δικαίωμα να φέρουν την ένδειξη v. q. p. r. d. στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως του οινικού τομέα εθνική αρχή έχει την υποχρέωση να τηρεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Ωστόσο, στην περίπτωση εκδόσεως συνοδευτικού παραστατικού VA2 από μη εξουσιοδοτημένη προς τούτο εθνική αρχή, η οποία, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν αξίωσε την προβλεπόμενη από αυτήν καταβολή ΝΕΠ, ουδεμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη γεννάται υπέρ των ενδιαφερομένων μερών, παρά την καλή τους πίστη.

Top