Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61987CJ0368

Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 18ης Μαΐου 1989.
Lieselotte Hartmann Troiani κατά Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundessozialgericht - Γερμανία.
Αναδρομική καταβολή εισφορών σε προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος.
Υπόθεση 368/87.

European Court Reports 1989 -01333

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1989:206

61987J0368

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 18ΗΣ ΜΑΙΟΥ 1989. - LIESELOTTE HARTMANN TROIANI ΚΑΤΑ LANDESVERSICHERUNGSANATALT RHEINPROVINZ. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ BUNDESSOZIALGERICHT. - ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΕ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 368/87.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 01333


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως - Δυνατότητα εξαγοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων εξαρτώμενη από την υπαγωγή στο εθνικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως - Προϋπόθεση η οποία δεν πληρούται με την υπαγωγή στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως ενός άλλου κράτους μέλους

(Κανονισμός του Συμβουλίου 1408/71, άρθρο 9)

2. Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως - Εθνική νομοθεσία που εξαρτά τη δυνατότητα εξαγοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων από την υπαγωγή στο εθνικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως - Προϋπόθεση που τίθεται για τους ημεδαπούς - Επιτρέπεται

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 48 και 51).

Περίληψη


1. Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση υπαγωγής σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ένα κράτος μέλος, η οποία κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την αναδρομική καταβολή εισφορών σε προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, εφόσον ο αιτών υπάγεται κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους.

2. Τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν την εφαρμογή στους υπηκόους ενός κράτους μέλους διατάξεως της εθνικής νομοθεσίας η οποία ορίζει ότι η υπαγωγή στο εθνικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως αποτελεί προϋπόθεση της ασκήσεως της δυνατότητας εξαγοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Πράγματι εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε ένα συγκεκριμένο κλάδο ενός τέτοιου συστήματος, εφόσον σχετικά δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών.

Διάδικοι


Στην υπόθεση 368/87,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht της Γερμανίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ

Lieselotte Hartmann Troiani, 18 020 Vasia (IM), N. Sauro No. 3, Ιταλία,

και

Landesversicherungsanstalt Rheinprovinz (Περιφερειακού Ιδρύματος Ασφαλίσεων της Επαρχίας της Ρηνανίας), Duesseldorf 1, Koenigsallee 71,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το ζήτημα αν μια διάταξη όπως το άρθρο 2, παράγραφος 28, του γερμανικού νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων εργατών (ArVNG), που επιτρέπει στις γυναίκες να καταβάλουν αναδρομικά συνταξιοδοτικές εισφορές, συμβιβάζεται με το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73, όπως κωδικοποιήθηκε στην ΕΕ 1983, L 230, σ. 8), και με το άρθρο 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)

συγκείμενο από τους R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs

γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

-η Hartmann Troiani, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τον K. Leingaertner, μέλος της υπηρεσίας ομοσπονδιακού δικαίου της DGB (Deutscher Gewerkschaftsbund - Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Οργανώσεων),

- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον I. Pernice,

έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 14ης Φεβρουαρίου 1989,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 1989,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 1987, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Δεκεμβρίου 1987, το Bundessozialgericht υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα με αντικείμενο, πρώτον, την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73, όπως κωδικοποιήθηκε στην ΕΕ 1983, L 230, σ. 8), και, δεύτερον, την ερμηνεία των άρθρων 48 και 51 της Συνθήκης.

2 Αυτά τα ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Hartmann Troiani, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, και ενός γερμανικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως, του Landsversicherungsanstalt Rheinprovinz (στο εξής: ο οργανισμός κοινωνικών ασφαλίσεων), καθού της κύριας δίκης, σχετικά με την αναδρομική καταβολή προαιρετικών εισφορών για την ασφάλιση γήρατος.

3 Η Hartmann Troiani εργάστηκε ως μισθωτή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την 1η Μαρτίου 1952. Παντρεύτηκε το 1963. Με την ευκαιρία αυτή ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 1304 του γερμανικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων, την επιστροφή των εισφορών που είχε καταβάλει μέχρι την ημερομηνία του γάμου της για την ασφάλιση γήρατος, το αίτημά της δε έγινε δεκτό. Μετά το γάμο της εργάστηκε ακόμα στη Γερμανία για έντεκα μήνες και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κατέβαλε εισφορές στο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος.

4 Το 1964 η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου εργάστηκε ως μισθωτή. Το 1981 ζήτησε να υπαχθεί στη ρύθμιση του άρθρου 2, παράγραφος 28, του γερμανικού νόμου περί μεταρρυθμίσεως του συστήματος συντάξεων εργατών (στο εξής: ArVNG). Αυτή η διάταξη παρέχει τη δυνατότητα στις γυναίκες να καταβάλουν αναδρομικώς τις εισφορές για την ασφάλιση γήρατος οι οποίες τους είχαν επιστραφεί επ' ευκαιρία του γάμου τους. Η διάταξη αυτή ορίζει τα εξής:

"Οι γυναίκες ασφαλισμένες που παρέχουν εργασία ή ασκούν δραστηριότητα για την οποία είναι υποχρεωτική η καταβολή συνταξιοδοτικών εισφορών και στις οποίες έχουν επιστραφεί οι εισφορές βάσει του άρθρου 1304 του γερμανικού κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων ... μπορούν κατόπιν αιτήσεως ... να καταβάλουν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1924 εισφορές για τις περιόδους για τις οποίες επιστράφηκαν οι εισφορές βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων, εφόσον αυτές οι περίοδοι δεν καλύπτονται ήδη από εισφορές. Το δικαίωμα της εκ των υστέρων καταβολής των εισφορών υφίσταται μόνο εάν έχουν καταβληθεί εισφορές για το υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος τουλάχιστον επί 24 μήνες μετά την επιστροφή των εισφορών."

5 Ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως απέρριψε αυτό το αίτημα με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν πληρούσε τις δύο προϋποθέσεις που θέτει η προαναφερθείσα γερμανική διάταξη. Πρώτον, δεν παρείχε εργασία και δεν ασκούσε κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως δραστηριότητα για την οποία να προβλέπεται η υποχρεωτική υπαγωγή στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος. Δεύτερον, δεν είχε καταβάλει εισφορές για τη γερμανική υποχρεωτική ασφάλιση γήρατος επί 24 τουλάχιστον μήνες μετά την επιστροφή των εισφορών επ' ευκαιρία του γάμου της.

6 H Hartmann Troiani προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του Sozialgericht του Ντύσελντορφ. Το δικαστήριο αυτό επικύρωσε την απόφαση του οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως. Αντίθετα, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δικαιώθηκε από το Landessozialgericht του ομόσπονδου κράτους της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, ενώπιον του οποίου είχε ασκήσει έφεση.

7 Ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundessozialgericht. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο έκρινε ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε πράγματι καταβάλει εισφορές για εργασία ή δραστηριότητα, για την οποία προβλέπεται υποχρεωτική υπαγωγή στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, επί 24 τουλάχιστον μήνες μετά την επιστροφή των εισφορών επ' ευκαιρία του γάμου της. Το Bundessozialgericht δέχτηκε πράγματι ότι οι περίοδοι ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας για τις οποίες προβλέπεται υποχρεωτική υπαγωγή στο σύστημα ασφαλίσεως γήρατος στην Ιταλία έπρεπε να εξομοιωθούν, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, προς περιόδους ασκήσεως δραστηριότητας υποκειμένης στο υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος στη Γερμανία.

8 'Οσον αφορά την προϋπόθεση υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, δηλαδή την προϋπόθεση σχετικά με την παροχή εργασίας ή την άσκηση, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, δραστηριότητας για την οποία προβλέπεται υποχρεωτική υπαγωγή στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, το Bundessozialgericht τόνισε ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο υπέβαλε την αίτησή της η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εργαζόταν στην Ιταλία. Τίθεται επομένως το ερώτημα αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 μπορεί να έχει επίπτωση επί των αξιώσεων της προσφεύγουσας της κύριας δίκης και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως σ' αυτό το ερώτημα, αν το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει την επιβολή της προϋποθέσεως υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση η οποία τίθεται από το άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG.

9 Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:

"1. Οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία του εργαζομένου στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τους εργαζομένους, για τους οποίους ισχύει ο παρών κανονισμός και οι οποίοι κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εφόσον είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία του πρώτου κράτους σε οποιαδήποτε στιγμή της προηγούμενης επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας.

2. Αν η νομοθεσία ενός κράτους μέλους εξαρτά την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνονται υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, οι περίοδοι ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους σαν περίοδοι ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας του πρώτου κράτους."

10 Εκτιμώντας ότι από τη διαφορά ανέκυπτε πρόβλημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Bundessozialgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

"1) 'Εχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, την έννοια ότι καλύπτει και τις περιπτώσεις στις οποίες η αναδρομική εθελούσια καταβολή συνταξιοδοτικών εισφορών σε ένα ασφαλιστικό σύστημα εξαρτάται από το αν κατά την υποβολή της αιτήσεως ο αιτών εργάζεται και για την εργασία του αυτή υποχρεούται κατά το εθνικό δίκαιο να καταβάλλει συνταξιοδοτικές εισφορές ;

2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό: αντίκειται η εθνική ρύθμιση που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα στο άρθρο 48 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ ή σε άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου;"

11 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το νομοθετικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθώς και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω, παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.

12 Πρέπει να σημειωθεί ευθύς εξαρχής, ως προκαταρκτική παρατήρηση, ότι η εθνική νομοθεσία, η οποία εξαρτά από ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα αναδρομικής καταβολής εισφορών για το προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, εμπίπτει στην έννοια της συνεχίσεως της ασφαλίσεως, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71. Πράγματι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 1977 (Liegeois κατά Office national des pensions pour travailleurs salaries, 93/76, Slg. 1977, σ. 543), η τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει "όλα τα είδη ασφαλίσεως που εμπεριέχουν ένα προαιρετικό στοιχείο, χωρίς να ενδιαφέρει το αν πρόκειται για τη συνέχιση μιας σχέσεως ασφαλίσεως η οποία έχει δημιουργηθεί στο παρελθόν".

Επί του πρώτου ερωτήματος

13 Το πρώτο ερώτημα αφορά στην ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση υπαγωγής σε ένα υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως σε ένα κράτος μέλος, η οποία πρέπει να συντρέχει, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, κατά τον χρόνο της υποβολής μιας αιτήσεως για την προαιρετική και αναδρομική καταβολή εισφορών σε ένα σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, όταν ο αιτών υπάγεται κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως σε ένα υποχρεωτικό σύστημα ασφαλίσεως σε ένα άλλο κράτος μέλος.

14 Η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι δεν μπορούν να επιβληθούν στους εργαζόμενους οι προϋποθέσεις περί κατοικίας από τις οποίες η εθνική νομοθεσία εξαρτά την υπαγωγή σε ένα προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως. Εντούτοις, μία προϋπόθεση ασφαλιστικής υπαγωγής, όπως η αναφερόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG, δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς προϋπόθεση κατοικίας. Πράγματι, η προϋπόθεση κατοικίας μπορεί να πληρούται χωρίς ο ενδιαφερόμενος να υπάγεται σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω της παροχής εργασίας ή της ασκήσεως δραστηριότητας στο έδαφος του κράτους στο οποίο κατοικεί. Αντιστρόφως δε, η προϋπόθεση υπαγωγής στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να πληρούται χωρίς ο αιτών να κατοικεί στην εθνική επικράτεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων. Επομένως, η παράγραφος 1 του άρθρου 9 του κανονισμού 1408/71 δεν απαγορεύει την επιβολή μιας προϋποθέσεων υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση όπως αυτή η οποία περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG.

15 'Οσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του κανονισμού 1408/71, σκοπός της είναι η διασφάλιση της ισοδυναμίας μεταξύ των περιόδων ασφαλίσεως που συμπληρώνονται στα διάφορα κράτη μέλη, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να πληρούν την προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας των περιόδων ασφαλίσεως, όταν η εθνική νομοθεσία εξαρτά από την προϋπόθεση αυτή την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στη συνέχιση της προαιρετικής ασφαλίσεως.

16 Αντίθετα, από το γράμμα της προαναφερθείσας διάταξης προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν διέπει τις άλλες προϋποθέσεις από τις οποίες οι εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών μπορούν να εξαρτούν την κτήση ορισμένων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα της καταβολής εισφορών σε ένα εθνικό σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως ή συνεχίσεως της ασφαλίσεως αυτής.

17 Πρέπει να δοθεί η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση υπαγωγής σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ένα κράτος μέλος, η οποία κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την αναδρομική καταβολή εισφορών σε προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, εφόσον ο αιτών υπάγεται κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους.

Επί του δευτέρου ερωτήματος

18 Το δεύτερο ερώτημα αφορά κατ' ουσία το ζήτημα αν τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νομοθετικά στους υπηκόους τους προϋποθέσεις υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση όπως η αναφερόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG.

19 Στο άρθρο 48 της Συνθήκης διακηρύσσεται η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Αυτή η ελευθερία προϋποθέτει την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει, με ορισμένες επιφυλάξεις, το δικαίωμα των εργαζομένων να αποδέχονται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας, να διακινούνται ελεύθερα για τον σκοπό αυτό στο έδαφος των κρατών μελών, να διαμένουν σε ένα από τα κράτη μέλη με τον σκοπό να ασκήσουν εκεί ορισμένη εργασία και, τέλος, να παραμένουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο έδαφος ενός κράτους μέλους και μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας.

20 Για να εξασφαλίσει την άσκηση στην πράξη του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, το οποίο καθιερώνει το άρθρο 48 της Συνθήκης, το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο, δυνάμει του άρθρου 51 της Συνθήκης, να θεσπίσει ένα σύστημα που να παρέχει στους εργαζόμενους τη δυνατότητα να υπερπηδούν τα εμπόδια τα οποία θα μπορούσαν να τους δημιουργήσουν οι εθνικοί κανόνες περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Συμβούλιο εκπλήρωσε αυτή την υποχρέωση θεσπίζοντας τον κανονισμό 1408/71.

21 Είναι βέβαιο ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986 (Spruyt, 284/84, Συλλογή 1986, σ. 685, σκέψη 19), ο στόχος των άρθρων 48 μέχρι 51 δεν επιτυγχάνεται, αν οι εργαζόμενοι, ασκώντας το δικαίωμά τους της ελεύθερης κυκλοφορίας, αναγκάζονται να χάσουν τα πλεονεκτήματα στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης που τους αναγνωρίζει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους. Εντούτοις, όπως εξάλλου δέχτηκε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 24ης Απριλίου 1980 (Coonan, 110/79, Slg. 1980, σ. 1445, σκέψη 12) και της 24ης Σεπτεμβρίου 1987 (de Rijke, 43/86, Συλλογή 1987, σ. 3611, σκέψη 12), εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τους όρους του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή στον ένα ή στον άλλο κλάδο ενός τέτοιου συστήματος, εφόσον σχετικά δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των υπηκόων του οικείου κράτους και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών. Από τη δικογραφία δε προκύπτει ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση, η οποία αποτέλεσε την αφορμή της διαφοράς της κύριας δίκης, δεν εισάγει καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας.

22 Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να δοθεί η απάντηση στο εθνικό δικαστήριο ότι τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νομοθετικά στους υπηκόους τους προϋποθέσεις υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, όπως η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Bundessozialgericht με Διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 1987, αποφαίνεται:

1) Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση υπαγωγής σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ένα κράτος μέλος, η οποία κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο της υποβολής αιτήσεως για την αναδρομική καταβολή εισφορών σε προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως γήρατος, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται, εφόσον ο αιτών υπάγεται κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως άλλου κράτους μέλους.

2) Τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης έχουν την έννοια ότι δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν νομοθετικά στους υπηκόους τους προϋποθέσεις υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση όπως η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 28, του ArVNG.

Top