EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52008SC0093

Εγγραφο εργασιας των υπηρεσιων της Επιτροπης - που συνοδεύει την Πρόταση κανονισμου του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές - Περιληψη της εκθεσης εκτιμησης αντικτυπου για ζητηματα γενικης επισημανσης των τροφιμων {COM(2008) 40 τελικό} {SEC(2008) 92} {SEC(2008) 94} {SEC(2008) 95}

/* SEC/2008/0093 τελικό */

52008SC0093

Εγγραφο εργασιας των υπηρεσιων της Επιτροπης - που συνοδεύει την Πρόταση κανονισμου του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές - Περιληψη της εκθεσης εκτιμησης αντικτυπου για ζητηματα γενικης επισημανσης των τροφιμων {COM(2008) 40 τελικό} {SEC(2008) 92} {SEC(2008) 94} {SEC(2008) 95} /* SEC/2008/0093 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 30.1.2008

SEC(2008) 93

ΕΓΓΡΑΦΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ που συνοδεύει την

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

{COM(2008) 40 τελικό}{SEC(2008) 92}{SEC(2008) 94}{SEC(2008) 95}

περίληψη

Εισαγωγη

Η γενική επισήμανση των τροφίμων διέπεται από την οδηγία 2000/13/ΕΚ, η οποία αποτελεί κωδικοποιημένη έκδοση της οδηγίας 79/112/ΕΚ. Παρότι πρόσφατα (το 2003) έγινε μια σημαντική τροποποίηση (αλλεργιογόνα συστατικά), οι περισσότερες διατάξεις χρονολογούνται από το 1978. Η εξέλιξη τόσο της αγοράς των τροφίμων όσο και των προσδοκιών των καταναλωτών καθιστά απαραίτητη την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό της σχετικής νομοθεσίας.

Η αναθεώρηση της κοινοτικής νομοθεσίας για τη γενική επισήμανση των τροφίμων και τη διατροφική επισήμανση περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για την απλούστευση της νομοθεσίας.

Διαδικαστικα θεματα και διαβουλευση με τους ενδιαφερομενουσ

Η διαβούλευση με τους κύριους ενδιαφερομένους έγινε κατά το διάστημα 2003-2007. Βάση της διαδικασίας διαβούλευσης αποτέλεσαν τα συμπεράσματα μελέτης που εκπονήθηκε το 2003 σχετικά με την αξιολόγηση της νομοθεσίας για την επισήμανση των τροφίμων. Τα συμπεράσματα της μελέτης αυτής υπέδειξαν τα βασικά σημεία στα οποία έπρεπε να επικεντρωθεί η Επιτροπή στο πλαίσιο μιας πρότασης με στόχο, αφενός, τον εκσυγχρονισμό της κοινοτικής νομοθεσίας για την επισήμανση και, αφετέρου, την ανταπόκριση στις προσδοκίες των καταναλωτών.

Έγιναν εκτενείς έρευνες στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι μπόρεσαν να εκφράσουν τις απόψεις τους σχετικά με την υφιστάμενη νομοθεσία και την ανάγκη για αλλαγές. Πραγματοποιήθηκε επίσης ανοιχτή διαβούλευση στο διαδίκτυο από τις 13.3.2006 έως τις 16.6.2006.

Συστάθηκε διυπηρεσιακή ομάδα της Επιτροπής για την εκτίμηση του αντικτύπου. Τα αποτελέσματα της εκτίμησης αντικτύπου εξετάστηκαν από την επιτροπή εκτίμησης αντικτύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία διατύπωσε τη γνώμη της.

Ορισμοσ του προβληματοσ

Η εκτίμηση αντικτύπου αφορά την αναθεώρηση της οδηγίας 2000/13/ΕΚ, που προβλέπει την υποχρεωτική αναγραφή πληροφοριών στις ετικέτες των τροφίμων. Στο πλαίσιο της εκτενούς διαδικασίας διαβούλευσης οι ενδιαφερόμενοι δεν αμφισβήτησαν τον κύριο σκοπό της συγκεκριμένης νομοθετικής πράξης. Τα βασικά στοιχεία των υφιστάμενων απαιτήσεων θεωρούνται πολύτιμο κεκτημένο και οι ενδιαφερόμενοι δεν φαίνεται να επιθυμούν αλλαγές στα βασικές αυτές συνιστώσες της νομοθεσίας.

Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες πτυχές της συγκεκριμένης νομοθετικής πράξης που δεν λειτουργούν αποτελεσματικά και δεν ανταποκρίνονται στους αρχικούς στόχους. Γενικά, εκφράζονται επικρίσεις για την αποσπασματική προσέγγιση που ακολουθείται όσον αφορά την υλοποίηση του συνόλου της κοινοτικής νομοθεσίας για την επισήμανση και επισημαίνεται, ειδικότερα, έλλειψη συντονισμού σε ό,τι αφορά τις ημερομηνίες εφαρμογής. Σχετικά με την οριζόντια επισήμανση των τροφίμων έχουν διατυπωθεί ανησυχίες που αφορούν την έλλειψη σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, καθώς και την αδυναμία των κανόνων να ανταποκριθούν στις τρέχουσες ανάγκες και προσδοκίες των ενδιαφερομένων (οι οποίες έχουν στο μεταξύ αλλάξει).

Η διαδικασία διαβούλευσης έδειξε ότι απαιτείται επανεξέταση ορισμένων βασικών ζητημάτων. Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι εξέφρασαν πολύ διαφορετικές απόψεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων αυτών.

Στοχοι

Η νομοθεσία για την επισήμανση των τροφίμων αποσκοπεί κυρίως στα εξής:

( να δίνει τη δυνατότητα στους καταναλωτές να προβαίνουν σε εμπεριστατωμένες, ασφαλείς, υγιείς και βιώσιμες επιλογές∙

( να παρέχει στους καταναλωτές ουσιαστική, χρήσιμη και ευλόγως αναμενόμενη πληροφόρηση∙

( να διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς∙

( να καλλιεργεί ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον αγοράς.

Λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, το ευρύτερο πεδίο της αναθεώρησης πρέπει να επιδιώκει και την επίτευξη των ακόλουθων ειδικών στόχων:

( να διασφαλίζεται η συνέπεια και η σαφήνεια στην παροχή πληροφοριών∙

( να διαφυλάσσεται η υγεία των καταναλωτών και να διασφαλίζεται ανταπόκριση στα ειδικά αιτήματά τους για πληροφόρηση∙

( να αποφεύγονται οι παραπλανητικές ενδείξεις και να απαλειφθούν οι υφιστάμενες ανακολουθίες∙

( να δίνεται η δυνατότητα υλοποίησης και επιβράβευσης της καινοτομίας εκ μέρους του κλάδου, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται στο έπακρο οι δυνατότητες της επισήμανσης σε ό,τι αφορά την πώληση των προϊόντων του.

Βασικα ζητηματα πολιτικησ και αναμενομενα οφελη από την απλουστευση

Για να επιτευχθούν οι στόχοι και σύμφωνα με τη διαδικασία απλούστευσης, εξετάστηκαν διάφορα μέτρα. Λαμβανομένων υπόψη των αναγκών για απλούστευση, όπως αναδείχτηκαν από τη διαβούλευση, τα μέτρα αυτά έχουν διαιρεθεί σε δύο κατηγορίες:

Γενικά εργαλεία απλούστευσης:

( δημιουργία ενός ευέλικτου μηχανισμού «ανοδικής» (bottom-up) προσέγγισης (νέος τρόπος διαχείρισης των θεμάτων επισήμανσης), που θα δώσει στον κλάδο τη δυνατότητα να καινοτομεί και θα καθιστά δυνατή την προσαρμογή των κανόνων επισήμανσης στις διαφορετικές και συνεχώς μεταβαλλόμενες αγορές και απαιτήσεις των καταναλωτών∙

( αναδιατύπωση των διαφόρων οριζόντιων διατάξεων που διέπουν την επισήμανση. Η συγχώνευση των κειμένων αυτών θα μεγιστοποιήσει τις συνέργειες, θα ελαχιστοποιήσει τις αλληλεπικαλύψεις και τα πλεονάζοντα στοιχεία και θα ενισχύσει τη σαφήνεια και τη συνεκτικότητα των κοινοτικών κανόνων. Πρόκειται για μια ισχυρή μέθοδο απλούστευσης που αναμένεται να δώσει στους οικονομικούς φορείς και στις αρμόδιες για την εφαρμογή της νομοθεσίας αρχές ένα σαφέστερο και πιο εξορθολογισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο. Εξετάστηκε το ενδεχόμενο συγκέντρωσης όλης της νομοθεσίας για την επισήμανση, συμπεριλαμβανομένων των κάθετων απαιτήσεων, σε ένα ενιαίο κείμενο, αλλά κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια ακόμη πιο περίπλοκη προσέγγιση∙

( απαλοιφή των ανακολουθιών μεταξύ οριζόντιων και κάθετων κανόνων, όπου αυτό είναι εφικτό∙

( εξορθολογισμός (επικαιροποίηση, αποσαφήνιση, κατάργηση των πλεοναζόντων στοιχείων) της υποχρεωτικής πληροφόρησης που προβλέπεται από το άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2000/13/ΕΚ.

Μέτρα για τα οποία διαπιστώθηκε, κατά τη διαβούλευση, ότι έχουν σημαντικότερες επιπτώσεις και για τα οποία πραγματοποιήθηκε λεπτομερέστερη ανάλυση. Η διευθέτηση των ακόλουθων ζητημάτων θα συνέβαλλε στην απλούστευση, αφού θα διασφάλιζε ευκολότερη συμμόρφωση και μεγαλύτερη σαφήνεια για τους ενδιαφερομένους:

( Αναγνωσιμότητα των ετικετών – ο στόχος είναι να απλουστευθεί και να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι πληροφορίες στους καταναλωτές και να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των φορέων με τη γενική απαίτηση για ευανάγνωστες και σαφείς ετικέτες.

( Απουσία πληροφοριών σχετικά με αλλεργιογόνα συστατικά στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα – στόχος είναι η προστασία της υγείας των καταναλωτών και η διασφάλιση της συνέπειας στην παροχή πληροφοριών.

( Επισήμανση της προέλευσης – ο στόχος είναι να απλουστευθεί η υφιστάμενη κατάσταση όπου, λόγω της υπάρχουσας αβεβαιότητας , πληθαίνουν συνεχώς οι παραπλανητικές προαιρετικές ενδείξεις προέλευσης, ενώ διαιωνίζεται η συζήτηση σχετικά με το πώς θα πρέπει να διευθετηθεί το επαναλαμβανόμενο αίτημα των καταναλωτών για πληροφόρηση σχετικά με την προέλευση των τροφίμων. Η διευθέτηση του ζητήματος αυτού αναμένεται να ενισχύσει την ααφάλεια δικαίου, να διευκολύνει τη συμμόρφωση των φορέων και να βελτιώσει την κατανόηση των ενδείξεων προέλευσης εκ μέρους των καταναλωτών.

( Ανακολουθίες σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες για τα συστατικά και ειδικότερα την αναγραφή των συστατικών των αλκοολούχων ποτών – στόχος είναι ο εξορθολογισμός της τρέχουσας κατάστασης μέσω της αποσαφήνισης της σημερινής νομικής αβεβαιότητας.

Βασικεσ επιλογεσ

Στην έκθεση εκτίμησης αντικτύπου περιγράφονται διάφορες επιλογές κοινοτικής δράσης για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, ξεκινώντας από τη μη λήψη περαιτέρω μέτρων μέχρι την υιοθέτηση κανονιστικών διατάξεων. Παρότι εξετάστηκαν οι λεγόμενες «βασικές προσεγγίσεις», δεδομένου ότι η εν λόγω πρωτοβουλία αφορά αναθεώρηση για την οποία έχουν προσδιοριστεί σαφείς τομείς δράσης μέσω της εκτενούς διαβούλευσης, η λεπτομερής ανάλυση του αντικτύπου βασίστηκε στις επιλογές δράσης σχετικά με τα τέσσερα κύρια ζητήματα που εντοπίστηκαν για πιθανή επανεξέταση στη νομοθεσία.

Μη παρέμβαση θα σήμαινε διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό της νομοθεσίας, με τις ακόλουθες αρνητικές επιπτώσεις:

- αποσπασματικοί και συγκεχυμένοι κανόνες που υπονομεύουν την αποτελεσματική υλοποίηση∙

- αδικαιολόγητη επιβάρυνση των επιχειρήσεων τροφίμων λόγω παρωχημένων, περιττών ή ασαφών απαιτήσεων∙

- ανομοιογενής χρήση των ετικετών από τους καταναλωτές∙

- αναποτελεσματικότητα της επισήμανσης ως επικοινωνιακού εργαλείου∙

- αδυναμία της νομοθεσίας να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες αγορές και στις εύλογες απαιτήσεις των καταναλωτών.

Η παρέμβαση εξετάστηκε στο πλαίσιο της απορρύθμισης, της εθνικής νομοθεσίας, της μη κανονιστικής προσέγγισης ή της επικαιροποίησης της κοινοτικής νομοθεσίας.

Μια προσέγγιση κατάργησης των ρυθμίσεων θα επέφερε κατάργηση των βασικών μέσων πολιτικής σε ό,τι αφορά τους οριζόντιους κανόνες επισήμανσης των τροφίμων, με άμεση επίπτωση στους κάθετους κανόνες επισήμανσης. Οι μη εναρμονισμένοι κανόνες θα έβλαπταν την εσωτερική αγορά και θα οδηγούσαν σε πλημμελή πληροφόρηση και μείωση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών. Η κατάργηση των υφιστάμενων κανόνων θα προκαλούσε αντιδράσεις εκ μέρους των περισσότερων κρατών μελών και καταναλωτών, δεδομένου ότι οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν παγιωθεί και τυχόν αλλαγές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εγκατάλειψη ενός πολύτιμου «κεκτημένου». Κατά συνέπεια, η κατάργηση των ρυθμίσεων κρίθηκε μη βιώσιμη προσέγγιση .

Η προσέγγιση μέσω της εθνικής νομοθεσίας και η κατάργηση των κοινοτικών κανόνων θα οδηγούσε σε διαφορετικούς εθνικούς κανόνες που θα δημιουργούσαν προσκόμματα στην εσωτερική αγορά, στρέβλωση του θεμιτού ανταγωνισμού, αύξηση του διοικητικού φόρτου για τον κλάδο, ανομοιογενή προσέγγιση όσον αφορά το περιεχόμενο και τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών, με επακόλουθη δημιουργία σύγχυσης για τους καταναλωτές, και διαφορές στο επίπεδο προστασίας των πολιτών της ΕΕ.

Εναλλακτική μη κανονιστική προσέγγιση – Τα διάφορα χαρακτηριστικά της πληροφόρησης των καταναλωτών και οι επικρατούσες τάσεις για την ανάπτυξη μιας «νέας νομοθετικής φιλοσοφίας» επέβαλαν την αξιολόγηση μιας προσέγγισης που θα μπορούσε να επιτύχει ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και επιβολής συγκεκριμένων απαιτήσεων, όπως και μεταξύ της δράσης σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ. Μια πολυεπίπεδη «ανοδική» (bottom-up) διαχείριση, βασιζόμενη στην αρχή της δέσμευσης για βέλτιστες πρακτικές και από κοινού χρήση δεδομένων μεταξύ των ενδιαφερομένων, θα μπορούσε να αποτελέσει βιώσιμη εναλλακτική λύση για ορισμένες πτυχές της νομοθεσίας, και ο καινοτόμος αυτός μηχανισμός αξιολογήθηκε ως επιλογή.

Ζητηματα πολιτικησ και ειδικεσ επιλογες

Ζήτημα πολιτικής 1: Αναγνωσιμότητα των ετικετών

Τρέχοντα προβλήματα

Παρότι η οδηγία-πλαίσιο ορίζει ότι οι υποχρεωτικές πληροφορίες πρέπει να είναι εύκολα κατανοητές και να αναγράφονται σε εμφανή θέση και με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ευδιάκριτες, ευανάγνωστες και ανεξίτηλες , διατυπώνονται σε ευρεία κλίμακα παράπονα ότι οι ετικέτες δεν είναι ούτε ευανάγνωστες ούτε κατανοητές. Το συχνότερο παράπονο αφορά ειδικά το μέγεθος των τυπογραφικών χαρακτήρων.

Επιλογές πολιτικής

Εξετάστηκαν οι επιλογές της μη παρέμβασης σε επίπεδο ΕΕ, της υιοθέτησης μιας προαιρετικής προσέγγισης και της εφαρμογής μιας κανονιστικής προσέγγισης που θα περιλάμβανε τυποποίηση των ετικετών ή καθορισμό ενός ελάχιστου μεγέθους γραμματοσειράς.

Κύρια πορίσματα

Η ανάλυση έδειξε ότι η υιοθέτηση ειδικών κανόνων για το μέγεθος των χαρακτήρων θα οδηγούσε σε διευθέτηση ενός από τα πλέον βασικά ζητήματα που συνδέονται με την αναγνωσιμότητα των πληροφοριών. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, ότι το ζήτημα αυτό δεν είναι και το μοναδικό. Στο βαθμό που άλλες πτυχές της αναγνωσιμότητας θεωρείται ότι δημιουργούν σημαντικά προβλήματα στους καταναλωτές, ενδέχεται να καταστεί στο μέλλον αναγκαία η περαιτέρω εναρμόνιση και ως προς αυτούς τους παράγοντες.

Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για την αξιολόγηση του αντικτύπου των αλλαγών στη νομοθεσία με την υιοθέτηση ενός ελάχιστου μεγέθους γραμματοσειράς. Ωστόσο, οι παρασκευαστές οφείλουν ήδη να εφαρμόζουν την αρχή που ορίζει ότι οι ετικέτες τους πρέπει να είναι ευανάγνωστες, οπότε με την πρόβλεψη ειδικών απαιτήσεων για την αναγνωσιμότητα στη νομοθεσία θα δημιουργούνταν ένα πλαίσιο με βάση το οποίο θα αναμενόταν ότι η ετικέτα θα κατέληγε ευανάγνωστη για το μέσο καταναλωτή.

Οι επιπλέον απαιτήσεις για την αναγνωσιμότητα των ετικετών των τροφίμων συνάντησαν μέχρι τώρα την αντίσταση των ενδιαφερομένων από τον τομέα της βιομηχανίας, οι οποίοι ανησυχούν ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε αύξηση του κόστους επισήμανσης και περιορισμό της ευελιξίας τους. Αυτό όμως αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα της αναθεώρησης, διότι δεν θα είχε νόημα να οριστούν απαιτήσεις για την πληροφόρηση που πρέπει να παρέχεται στον καταναλωτή, αν αυτός δεν μπορεί να επωφεληθεί απ’ αυτές. Κατά συνέπεια, θεωρείται ότι δεν θα υπάρξει κανένα όφελος από τυχόν αναθεώρηση της νομοθεσίας για την επισήμανση, αν αυτό δεν οδηγήσει σε περισσότερο ευανάγνωστες ετικέτες.

Ζήτημα πολιτικής 2: Απουσία πληροφοριών σχετικά με αλλεργιογόνα συστατικά στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα

Τρέχοντα προβλήματα

Οι καταναλωτές που έχουν αλλεργίες ή δυσανεξία σε ορισμένα συστατικά τροφίμων καλύπτονται από την υφιστάμενη νομοθεσία όσον αφορά την παροχή πληροφοριών για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα. Ωστόσο, τα τρόφιμα αυτά αντιστοιχούν σε ένα μόνο μέρος της διατροφής των συγκεκριμένων καταναλωτών, με αποτέλεσμα να διατυπώνονται όλο και περισσότερα αιτήματα για επέκταση και στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα των απαιτήσεων που ισχύουν για τα προσυσκευασμένα, ιδίως διότι μπορούν να υπάρξουν συνέπειες για την υγεία σε περίπτωση που παρέχονται ή υπονοούνται λανθασμένες πληροφορίες.

Επιλογές πολιτικής

Εξετάστηκαν οι επιλογές της μη παρέμβασης σε επίπεδο ΕΕ, της υιοθέτησης μιας προαιρετικής προσέγγισης και της εφαρμογής μιας κανονιστικής προσέγγισης για την επέκταση της υποχρεωτικής επισήμανσης των αλλεργιογόνων συστατικών και στα μη προσυσκευασμένα τρόφιμα.

Κύρια πορίσματα

Η ανάλυση έδειξε ότι με την παροχή πληροφοριών σχετικά με την παρουσία αλλεργιογόνων θα αντιμετωπιζόταν μια από τις ανησυχίες που εκφράζουν οι καταναλωτές σε ό,τι αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους. Παρότι από την άποψη του επιχειρηματικού κλάδου το συνολικό κόστος ενδέχεται να είναι σημαντικό, τα λειτουργικά έξοδα είναι δύσκολο να προσδιοριστούν ποσοτικά. Η ίδια η παραγωγή μιας ετικέτας για τρόφιμα που πωλούνται χωρίς συσκευασία δεν φαίνεται να αποτελεί πρόβλημα. Θα μπορούσαν όμως να ανακύψουν ζητήματα σχετικά με την παραγωγή και την επικαιροποίηση των πληροφοριών. Η διασφάλιση της άμεσης διαθεσιμότητας των απαιτούμενων πληροφοριών στους λιανοπωλητές που εμπορεύονται μη προσυσκευασμένα τρόφιμα και στα εστιατόρια από τους προμηθευτές τους θα μπορούσε να μειώσει το κόστος της παροχής πληροφοριών. Η ευελιξία εκ μέρους των κρατών μελών ως προς την υλοποίηση θα έδινε τη δυνατότητα προσαρμογής των μέτρων στα εγχώρια χαρακτηριστικά του κλάδου της λιανικής εμπορίας τροφίμων και της εστίασης και θα οδηγούσε ενδεχομένως στη διαμόρφωση ενός λιγότερο δαπανηρού καθεστώτος.

Στο πλαίσιο μιας προαιρετικής προσέγγισης, εκτιμάται ότι ο βαθμός συνέπειας ως προς την παροχή αξιόπιστων και ορθών πληροφοριών θα ήταν μάλλον μικρότερος.

Ζήτημα πολιτικής 3: Αποσαφήνιση της χρήσης της επισήμανσης προέλευσης στα τρόφιμα

Τρέχοντα προβλήματα

Συχνά στις ετικέτες των τροφίμων αναγράφονται λεπτομέρειες σχετικά με την προέλευση των τροφίμων, είτε επειδή αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία είτε επειδή μια δεδομένη εταιρεία αποφασίζει να παράσχει τέτοιου είδους πληροφορίες. Παρότι δεν υπάρχουν λεπτομερή σχετικά στοιχεία, φαίνεται ότι όλο και περισσότερα προϊόντα φέρουν κάποια ένδειξη προέλευσης. Αυτό οδηγεί σε προσδοκίες εκ μέρους των καταναλωτών για πιο διεξοδική χρήση της επισήμανσης της προέλευσης και για διαβεβαιώσεις, στις περιπτώσεις που παρέχονται πληροφορίες για την προέλευση, ότι μπορούν να είναι βέβαιοι για το ότι οι πληροφορίες αυτές δεν είναι ψευδείς ή παραπλανητικές . Το τελευταίο αυτό ζήτημα ενδιαφέρει και τον ίδιο τον κλάδο, αφού η επισήμανση της προέλευσης μπορεί να τους εξασφαλίσει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα . Θα επιθυμούσαν, επομένως, τη διαμόρφωση ενός πλαισίου με ισότιμους όρους ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ, με σαφείς «κανόνες» σχετικά με την επισήμανση της προέλευσης. Ωστόσο, σε οριζόντιο νομοθετικό επίπεδο, δεν υφίστανται τέτοιου είδους κανόνες.

Επιλογές πολιτικής

Εξετάστηκαν οι επιλογές της μη παρέμβασης σε επίπεδο ΕΕ, της υιοθέτησης μιας προαιρετικής προσέγγισης και της εφαρμογής μιας κανονιστικής προσέγγισης για την πρόβλεψη της υποχρεωτικής επισήμανσης της προέλευσης σε όλα τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα ή για την ανταπόκριση σε ειδικά αιτιολογημένα αιτήματα για την επισήμανση της προέλευσης ή, τέλος, για τον καθορισμό κριτηρίων για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου προαιρετικής εφαρμογής της επισήμανσης προέλευσης.

Κύρια πορίσματα

Σε ολόκληρη την ΕΕ οι καταναλωτές θεωρούν σημαντική την αναγραφή πληροφοριών σχετικά με τη χώρα προέλευσης στα τρόφιμα. Το κόστος της υποχρεωτικής αναγραφής της χώρας προέλευσης διαφέρει κατά περίπτωση και εξαρτάται από το εύρος της σχετικής απαίτησης. Ωστόσο, το δυνητικό κόστος μειώνεται λόγω του αριθμού των εταιρειών που παρέχουν ήδη τέτοια πληροφόρηση καθώς και μέσω των υφιστάμενων συστημάτων ανιχνευσιμότητας και ιχνηλασιμότητας. Μια επαρκής μεταβατική περίοδος για τυχόν αλλαγές στην επισήμανση που ενδέχεται να χρειαστεί να ενσωματωθούν στο συνήθη κύκλο επισήμανσης θα βοηθούσε στον περιορισμό ενδεχόμενων άμεσων εξόδων που συνδέονται με αλλαγές στη νομοθεσία.

Ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις των καταναλωτών και ενισχύοντας τη δυνατότητά τους για εμπεριστατωμένες επιλογές, η υιοθέτηση διαφόρων βαθμών επισήμανσης της προέλευσης για διάφορα προϊόντα διατροφής, ανάλογα και με τις διαφορετικές απαιτήσεις των καταναλωτών, θα συνιστούσε πρόοδο σε σχέση με την τρέχουσα κατάσταση. Ωστόσο, για να διασφαλίζεται έμπρακτα το όφελος αυτό, η ετικέτα της χώρας προέλευσης πρέπει να είναι σαφής, κατανοητή και όχι παραπλανητική για τον καταναλωτή. Όπως εφαρμόζεται με τις υφιστάμενες πρακτικές, η επισήμανση είναι ελάχιστα κατανοητή από τους καταναλωτές και ενίοτε ακόμη και παραπλανητική. Επομένως, η αποσαφήνιση της χρήσης της επισήμανσης προέλευσης θα απέβαινε προς όφελος τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων του κλάδου αλλά και των αρμόδιων για την εφαρμογή της νομοθεσίας αρχών.

Ζήτημα πολιτικής 4: Συνεπής εφαρμογή των κανόνων αναγραφής των συστατικών

Τρέχοντα προβλήματα

Σήμερα δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή των συστατικών στη συσκευασία των αλκοολούχων ποτών. Η κατάσταση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας ειδικής παρέκκλισης βάσει της οδηγίας 2000/13/ΕΚ, αλλά οφείλεται στη νομική αβεβαιότητα που απορρέει από την αναγνώριση του γεγονότος ότι για την αναγραφή των συστατικών των αλκοολούχων ποτών απαιτούνται ειδικοί κανόνες λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών και μεθόδων παραγωγής τους. Κατά συνέπεια, ενώ η υπάρχουσα νομοθεσία προβλέπει θεωρητικά την υποχρέωση αναγραφής των συστατικών των αλκοολούχων ποτών στις ετικέτες των προϊόντων, στην πράξη η απαίτηση αυτή δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ λόγω της απουσίας ειδικών κανόνων.

Επιλογές πολιτικής

Εξετάστηκαν οι επιλογές της μη παρέμβασης σε επίπεδο ΕΕ, της υιοθέτησης μιας προαιρετικής προσέγγισης και της εφαρμογής μιας κανονιστικής προσέγγισης για την εξαίρεση μέρους ή του συνόλου των αλκοολούχων ποτών από την υποχρέωση αναγραφής των συστατικών ή, αντιθέτως, για την έμπρακτη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων.

Κύρια πορίσματα

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τις επιπτώσεις που θα έχει η επέκταση της οριζόντιας, υποχρεωτικής αναγραφής των συστατικών στα αλκοολούχα ποτά, τα οποία εξαιρούνταν μέχρι τώρα από τη ρύθμιση, ενώ το επίπεδο του ενδιαφέροντος των καταναλωτών για την αναγραφή των συστατικών των αλκοολούχων ποτών δεν είναι ξεκάθαρο.

Παρότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος σε ό,τι αφορά την επισήμανση των αλλεργιογόνων, η κατάσταση παραμένει ως έχει για άλλα συστατικά που ενδέχεται να περιέχονται σε αλκοολούχα ποτά και να μην αναγράφονται στις ετικέτες, όπως πρόσθετα τροφίμων και αρωματικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε πολλά από αυτά τα ποτά, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων έτοιμων μειγμάτων, χωρίς πληροφορίες για τους καταναλωτές. Οι καταναλωτές χρειάζονται χρήσιμες πληροφορίες που να τους δίνουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε εμπεριστατωμένες επιλογές και να τους προστατεύουν από ενδεχόμενη παραπλάνηση. Κατά συνέπεια, η χρησιμοποίηση ουσιών που ενδέχεται να επηρεάσουν την επιλογή του καταναλωτή λόγω της παρουσίας τους ή της τεχνολογικής επίπτωσής τους στο τελικό προϊόν πρέπει κατά κανόνα να οδηγεί σε υποχρέωση επισήμανσης.

Η εφαρμογή της αναγραφής των συστατικών θα επέφερε κάποια μικρή αύξηση του κόστους των παραγωγών, προκειμένου να τροποποιήσουν τις αναγραφόμενες πληροφορίες και να τυπώσουν νέες ετικέτες, ενώ ο ίδιος ο κατάλογος των συστατικών θα πρέπει να είναι εύκολα διαθέσιμος στην επιχείρηση.

Συμπερασμα

Κατά την εξέταση των διαφόρων επιλογών και των αντίστοιχων συνεπειών τους, η πρόκληση για την Επιτροπή συνίσταται στον εξορθολογισμό και την απλούστευση της επισήμανσης των τροφίμων, χωρίς να υπονομεύεται το υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών που επιδιώκεται από την Κοινότητα. Ο αντίκτυπος της οποιασδήποτε κανονιστικής προσέγγισης θα μπορούσε να ελαχιστοποιηθεί μέσω της πρόβλεψης μεταβατικών περιόδων που θα επέτρεπαν την εφαρμογή των αλλαγών ως προς την επισήμανση κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού κύκλου αλλαγών στις ετικέτες, όπως ισχύει σε κάθε επιχείρηση.

Top