Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52008IE1674

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Διαρθρωτική και εννοιολογική αλλαγή ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας παγκοσμίως ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας, βασισμένης στη γνώση και την έρευνα (Ευρώπη: Κάλυψη της υστέρησης ή πρωτοπορία;)

OJ C 100, 30.4.2009, p. 65–71 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

30.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 100/65


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Διαρθρωτική και εννοιολογική αλλαγή ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας παγκοσμίως ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας, βασισμένης στη γνώση και την έρευνα (Ευρώπη: Κάλυψη της υστέρησης ή πρωτοπορία;)»

2009/C 100/11

Στις 17 Ιανουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Διαρθρωτική και εννοιολογική αλλαγή ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη μιας παγκοσμίως ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας, βασισμένης στη γνώση και την έρευνα (Ευρώπη: Κάλυψη της υστέρησης ή πρωτοπορία;)».

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 10 Σεπτεμβρίου 2008 με βάση την έκθεση του εισηγητή, κ. TÓTH, και του συνεισηγητή, κ. LEO.

Κατά την 448η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Οκτωβρίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 98 ψήφους υπέρ, καμία ψήφο κατά και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές εξελίξεις, η παγκοσμιοποίηση, η έλλειψη πρώτων υλών και η ανεπάρκεια ενεργειακών πόρων θα επιφέρουν εκτεταμένες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές στην Ευρώπη. Οι επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο και στην ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την έγκαιρη λήψη κατάλληλων μέτρων. Η αναγκαιότητα να βρεθούν καινοτόμες απαντήσεις στις νέες προκλήσεις προκύπτει επίσης από τη διαδικασία κάλυψης της υστέρησης που έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία σε πολλούς τομείς στην Ευρώπη. Η επίτευξη των «τεχνολογικών ορίων» καθιστά τις ανεξάρτητες καινοτομίες τον σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης, απαιτούνται ωστόσο αλλαγές σε τομείς οι οποίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούνταν παράγοντες επιτυχίας (π.χ. οι τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης). Η προαγωγή της συνοχής εντός της Κοινότητας αποτελεί έναν εξίσου σημαντικό στόχο. H ανάγκη προσαρμογής θα θέσει σε δοκιμασία το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και το αποτέλεσμα θα καθορίσει την ποιότητα ζωής των σημερινών και των μελλοντικών γενεών. Ο κοινωνικός διάλογος και ο διάλογος με την κοινωνία των πολιτών και όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων.

1.2   Σε κάθε περίπτωση απαιτείται μια αυξημένη ικανότητα και ταχύτητα προσαρμογής προκειμένου να αντιμετωπιστούν με επιτυχία οι υφιστάμενες προκλήσεις και να ενισχυθεί το δυναμικό ανάπτυξης της Ευρώπης. Η στρατηγική της Λισσαβώνας (1) έθεσε στόχους που συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με αυτή την προοπτική και είναι ζωτικής σημασίας για την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, πολλές φορές δεν ήταν σαφής η έκταση των αναγκαίων προσαρμογών, ενώ η μετάφραση των κατευθυντηρίων γραμμών σε στρατηγικές οικονομικής πολιτικής ήταν συχνά πολύ διστακτική. Οι συνέπειες αυτής της προσέγγισης είναι γνωστές και τώρα είναι αναγκαίο να καταβληθούν νέες προσπάθειες προκειμένου να επιδιωχθούν με νέο σθένος αυτοί οι στόχοι. Προς τον σκοπό αυτό, προτείνεται η βιώσιμη αύξηση των πόρων για την υλοποίηση της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

1.3   Παράλληλα, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει μία ενιαία και καθολικής εφαρμογής στρατηγική και ότι σε ορισμένους τομείς της πολιτικής κάθε κράτος μέλος πρέπει να μεταφέρει τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές με διαφορετική δέσμη μέτρων, ανάλογη προς τις εθνικές συνθήκες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει όμως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη συμπληρωματικότητα μεταξύ των μέτρων που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και των αντίστοιχων σε εθνικό επίπεδο. Ασφαλώς, ισχύουν οι ίδιες απαιτήσεις και για τα μέτρα που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε οριζόντιους τομείς της πολιτικής –δηλαδή σε θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα διαφόρων Γενικών Διευθύνσεων - οι στρατηγικές πρέπει επίσης να εφαρμόζονται με συντονισμένο τρόπο. Και στις δύο περιπτώσεις η συμπληρωματικότητα προκύπτει από τη συνεργασία και τον σαφή συντονισμό των στρατηγικών και των μέτρων πολιτικής τα οποία σχεδιάζονται και εφαρμόζονται από όλα τα μέρη.

1.4   Σήμερα δίδονται πολλές υποσχέσεις όσον αφορά τη συνεργασία και τον συντονισμό, στην πράξη όμως η υλοποίησή τους είναι περιορισμένη. Για τον σκοπό αυτό πρέπει να πραγματοποιηθούν αλλαγές, προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα θετικά αποτελέσματα που συνεπάγεται μια συντονισμένη εφαρμογή (2). Στο επίπεδο των κρατών μελών η ενισχυμένη συνεργασία κατά τη χάραξη και την εφαρμογή των μέτρων μπορεί επίσης να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Προκειμένου να στηριχθεί αυτή η διαδικασία, θα πρέπει να δεσμευτεί ένα μέρος των πρόσθετων πιστώσεων αποκλειστικά για την ανάπτυξη προγραμμάτων συνεργασίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών μελών. Η πρόσβαση σε αυτές τις πιστώσεις θα πρέπει να καθίσταται δυνατή μόνο στις περιπτώσεις όπου τα μέτρα που λαμβάνονται αποσκοπούν στην επίτευξη κοινών στόχων.

1.5   Η Ευρώπη αντιμετωπίζει κυρίως την πρόκληση ότι μόνο σε λίγα κράτη μέλη έχουν τεθεί τα θεμέλια για την απασχόληση σε τομείς αιχμής. Πολλά κράτη μέλη δεν έχουν ακόμα επιτύχει τη μετάβαση από τη φάση κάλυψης της υστέρησης στην παραγωγή με τεχνολογία αιχμής. Η μετάβαση σε μια οικονομία βασιζόμενη στη γνώση αυξάνει τη ζήτηση για υψηλού επιπέδου εξειδίκευσης εργατικό δυναμικό. Για να αντιμετωπιστεί δεόντως αυτή η κατάσταση, χρειάζονται μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προβλέψεις για τις απαιτούμενες δεξιότητες των εργαζομένων ώστε να διαμορφωθεί η βάση για τις αναδιαρθρώσεις που πρέπει να πραγματοποιηθούν στον τομέα της εκπαίδευσης και κατάρτισης.

1.6   Για την επίλυση των υφιστάμενων προβλημάτων και τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων πρέπει να δημιουργηθούν στους τομείς της επιστήμης και της έρευνας δομές που να προαγάγουν τις κορυφαίες επιδόσεις. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει επίσης να καταβληθούν διαρκείς προσπάθειες ούτως ώστε αφενός να αναπτυχθούν περαιτέρω τα αποτελέσματα της έρευνας και η εκπαίδευση και, αφετέρου, να προσελκυστούν σε ευρύ φάσμα τομέων οι πρωτοπόροι ερευνητές σε διεθνές επίπεδο. Μετά την επανενεργοποίηση της στρατηγικής της Λισσαβώνας, τέθηκαν ήδη κάποια θεμέλια σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου να ακολουθηθεί αυτή η πορεία. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας θα επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία αλλαγής. Μελλοντικά πρέπει να αυξηθούν οι επενδύσεις στις δομές αυτές για να δοθεί στα κράτη μέλη κίνητρο να εφαρμόσουν συμπληρωματικές στρατηγικές. Εκτός αυτού, πρέπει να ενθαρρυνθεί περαιτέρω η στενή συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και ακαδημαϊκών, πανεπιστημιακών και ερευνητικών κοινοτήτων και να υποστηριχθούν οι υποδομές στήριξης όπως π.χ. επιστημονικά, τεχνολογικά και βιομηχανικά πάρκα, καθώς και πάρκα καινοτομίας.

1.7   Παράλληλα με τις επενδύσεις στο εργατικό δυναμικό και τα επιστημονικά συστήματα, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της έρευνας τα κράτη μέλη πρέπει να προωθήσουν πολύ περισσότερο καινοτόμα σχέδια υψηλού κινδύνου, βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας (ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και μέτρα κατά της πειρατείας προϊόντων), φιλικές για την καινοτομία ρυθμίσεις στις αγορές αγαθών και εργασίας, δυνατότητες χρηματοδότησης που θα είναι ανάλογες με τους κινδύνους, μέτρα για την αύξηση της ζήτησης καινοτομιών (π.χ. εσωτερική αγορά, δημόσιες συμβάσεις), την αύξηση της κινητικότητας σε όλα τα επίπεδα και μία ανάλογη πολιτική ανταγωνισμού και μακροοικονομική πολιτική. Η επιτυχής υλοποίηση αυτών των μέτρων πολιτικής θα αυξήσει σημαντικά την καινοτομία και θα ενισχύσει τις δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη.

1.8   Τέλος, στόχος είναι η δημιουργία ενός συστήματος που να ανταποκρίνεται με ευέλικτο και άμεσο τρόπο στις μελλοντικές προκλήσεις. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το μελλοντικό κόστος της σημερινής αδράνειας θα είναι πολύ υψηλότερο από το κόστος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σήμερα. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό, όχι όμως αποκλειστικά, για τα μέτρα περιβαλλοντικής πολιτικής. Ειδικά σε αυτόν τον τομέα η Ευρώπη διαδραμάτισε στο παρελθόν πρωτοποριακό ρόλο, ο οποίος θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω μέσω της συνεπούς εφαρμογής της στρατηγικής που έχει ήδη χαραχθεί. Αυτό εξασφαλίζει το βιομηχανικό (το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου — «first-mover-advantage»), το κοινωνικό και το οικολογικό «μέρισμα», το οποίο μπορεί να προκύψει μέσα από δράσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της εναρμονισμένης ρύθμισης περιβαλλοντικών θεμάτων, της τυποποίησης, της προώθησης της καινοτομίας στον τομέα των περιβαλλοντικών τεχνολογιών και της υποστήριξης των κοινωνικών καινοτομιών.

1.9   Για να εφαρμοστεί όμως με επιτυχία μια τέτοια μελλοντικών προβλέψεων στρατηγική, πρέπει να έχει και την υποστήριξη του πληθυσμού. Εάν δεν γίνεται κατανοητή η ανάγκη για αλλαγή και τα αποτελέσματα δεν είναι ορατά ή κατανέμονται κατά ανομοιογενή τρόπο, τότε θα είναι μικρή και η προθυμία για προσαρμογές σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο. Η συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως απαραίτητη για τον σχεδιασμό και την επικοινωνία. Μία προϋπόθεση για την αποδοχή είναι ασφαλώς η άσκηση επιρροής στον σχεδιασμό της στρατηγικής και των μέτρων. Η ευρεία συμμετοχή και οι ευρείες συζητήσεις ήδη στην προκαταρκτική φάση αυξάνουν την πιθανότητα δημιουργίας ενός κοινού έργου. Μολονότι είναι πλέον σχεδόν πολύ αργά για συζητήσεις σχετικά με τη συνέχιση της στρατηγικής της Λισσαβώνας, παρόλα αυτά, πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες να συμπεριληφθεί στην εν λόγω διαδικασία ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων φορέων.

2.   Ιστορικό

2.1   Τα τελευταία 50 χρόνια, οι οικονομικές επιδόσεις της Ευρώπης παρουσίασαν διαρκή βελτίωση μειώνοντας έτσι το έλλειμμα που είχε σημειωθεί κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα (3). Στο μεταξύ, η Ευρώπη έχει σχεδόν φθάσει τις ΗΠΑ όσον αφορά την ωριαία παραγωγικότητα, μολονότι η κατά κεφαλήν παραγωγή έχει μείνει στάσιμη και φθάνει περίπου το 70 % εκείνης των ΗΠΑ (βλ. Gordon 2007). Η διαδικασία κάλυψης της υστέρησης όμως διακόπηκε απρόσμενα το 1995 και ακολούθησε μία περίοδος κατά την οποία οι ΗΠΑ σημείωσαν μεγαλύτερη ανάπτυξη από την Ευρώπη. Ως βασικός λόγος για την επιτάχυνση των οικονομικών επιδόσεων των ΗΠΑ θεωρείται η ταχύτερη ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών –εν προκειμένω των τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών. Στον τομέα αυτό οι ΗΠΑ αντέδρασαν γρηγορότερα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, τόσο ως προς την ανάπτυξη όσο και ως προς τη διάδοση αυτών των τεχνολογιών.

2.2   Ωστόσο η διαφορά ως προς την ταχύτητα ανάπτυξης και ενσωμάτωσης νέων τεχνολογιών δεν αφορά ειδικά τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών, αλλά είναι συνέπεια του κατεστημένου οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Ως κορυφαίες σε πολλές νέες τεχνολογίες, οι ΗΠΑ βασίζονται σε ένα πολύ αγορακεντρικό σύστημα με κορυφαία παγκοσμίως πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα και εργατικό δυναμικό εξαιρετικών προσόντων από όλες τις περιοχές του πλανήτη, με μεγάλη προθυμία ανάληψης κινδύνων, ταχεία ανάπτυξη νεοσυσταθεισών επιχειρήσεων και μία ομοιογενή εσωτερική αγορά.

2.3   Αντίθετα, τα ευρωπαϊκά κράτη δημιούργησαν δομές και θέσπισαν μέτρα οικονομικής πολιτικής που βοηθούν τη διαδικασία κάλυψης της υστέρησης και καθιστούν δυνατή την ταχεία υιοθέτηση τεχνολογιών. Τα υψηλά ποσοστά επενδύσεων ήταν και είναι σαφές δείγμα αυτής της προσέγγισης, το ίδιο και τα εκπαιδευτικά συστήματα με προσανατολισμό στην απασχόληση, καθώς και οι δομές χρηματοδότησης της καινοτομίας αρνητικές όσον αφορά την ανάληψη κινδύνων, οι μικρότερες επενδύσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η συχνά ανεπαρκής ανάπτυξη προϊόντων και τεχνολογιών.

2.4   Η ασθενής οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης (βλέπε παραδείγματος χάρη Breuss, 2008) κατά τα τελευταία χρόνια δείχνει ότι, σε πολλούς τομείς, έχει εξαντληθεί σε μεγάλο βαθμό το δυναμικό ανάπτυξης της στρατηγικής για την κάλυψη της υστέρησης. Όμως η μετάβαση από μια στρατηγική κάλυψης της υστέρησης σε μια πρωτοπόρο θέση απαιτεί ευρείες προσαρμογές που στην Ευρώπη μόλις έχουν αρχίσει, και συχνά γίνονται με μισή καρδιά. Με την προσέγγιση των τεχνολογικών ορίων, οι ανεξάρτητες και ριζικές καινοτομίες (με την έννοια των καινοτομιών της αγοράς) γίνονται η ουσιαστικότερη πηγή ανάπτυξης. Για να υποστηριχθεί αυτή η διαδικασία, πρέπει να γίνουν αλλαγές σε τομείς (π.χ.: εκπαίδευση και κατάρτιση, κανονιστικές ρυθμίσεις για τα προϊόντα και ρύθμιση της αγοράς εργασίας, μακροοικονομική διαχείριση) που στο παρελθόν είχαν θεωρηθεί παράγοντες επιτυχίας της διαδικασίας κάλυψης της υστέρησης. Εντούτοις, η ανάγκη για αλλαγές στην Ευρώπη απορρέει επίσης από τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται η κλιματική αλλαγή, η παγκοσμιοποίηση, η δημογραφική εξέλιξη και η έλλειψη πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να αναπτυχθούν δομές που θα καθιστούν δυνατές την ταχεία αντίδραση στις νέες προκλήσεις καθώς και την εξεύρεση κοινωνικά αποδεκτών, φιλικών προς το περιβάλλον και ανταγωνιστικών λύσεων.

2.5   Τέλος, τίθεται το θέμα της δημιουργίας ενός συστήματος που να ανταποκρίνεται με ευέλικτο και άμεσο τρόπο στις μελλοντικές προκλήσεις. Αυτή η προσέγγιση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι το μελλοντικό κόστος της σημερινής αδράνειας θα είναι πολύ υψηλότερο απ' ότι το κόστος των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σήμερα. Αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό, όχι όμως αποκλειστικά, για τα μέτρα περιβαλλοντικής πολιτικής. Ειδικά σε αυτόν τον τομέα η Ευρώπη διαδραμάτισε στο παρελθόν πρωτοποριακό ρόλο, ο οποίος θα πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω μέσω της συνεπούς εφαρμογής της στρατηγικής που έχει ήδη χαραχθεί. Αυτό εξασφαλίζει το βιομηχανικό (το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου — «first-mover-advantage»), το κοινωνικό και το οικολογικό «μέρισμα», το οποίο μπορεί να προκύψει μέσα από δράσεις υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος μέσω της εναρμονισμένης ρύθμισης περιβαλλοντικών θεμάτων, της τυποποίησης, της προώθησης της καινοτομίας στον τομέα των περιβαλλοντικών τεχνολογιών και της υποστήριξης των κοινωνικών καινοτομιών.

2.6   Οι παρακάτω παρατηρήσεις επικεντρώνονται σε εκείνους τους τομείς της στρατηγικής της Λισσαβώνας που αφορούν την καινοτομία. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι δυνατότητες για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής μέσα στο ανομοιογενές ευρωπαϊκό περιβάλλον.

3.   Η απάντηση της Ευρώπης στην ασθενή ανάπτυξη της δεκαετίας του 1990: η στρατηγική της Λισσαβώνας

3.1   Η απάντηση της Ευρώπης στην αυξανόμενη υστέρησή της σε σχέση με τις ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη ήταν η στρατηγική της Λισσαβώνας, η οποία, μετά τον εκ νέου προσανατολισμό της το 2005, στοχεύει, μεταξύ άλλων, σε αύξηση των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη στο 3 % του ΑΕγχΠ και του ποσοστού απασχόλησης του ενεργού πληθυσμού στο 70 %.

3.2   Η επιδιωκόμενη αύξηση των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη βασίζεται σε πολλές οικονομικές μελέτες που καταδεικνύουν έναν σαφή θετικό συσχετισμό ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και τις δαπάνες για Ε&Α. Όταν τέθηκαν οι στόχοι δεν συνεκτιμήθηκε δεόντως το γεγονός ότι το ύψος των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την τομεακή δομή και μπορεί να αξιολογηθεί μόνο σε σχέση με τη δομή των κλάδων της οικονομίας. Πρόσφατες ερευνητικές εργασίες (Leo — Reinstaller — Unterlass, 2007, Pottelsberghe, 2008) δείχνουν ότι στα περισσότερα «παλιά» κράτη μέλη οι δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη πλησιάζουν το αναμενόμενο επίπεδο βάσει της τομεακής δομής τους, ενώ στα περισσότερα «νέα» κράτη μέλη είναι χαμηλότερες (δηλαδή κάτω από τη γραμμή των 45°, βλέπε το σχήμα 1). Η Σουηδία και η Φινλανδία (αλλά και οι ΗΠΑ) δαπανούν πολύ περισσότερα για την έρευνα και την ανάπτυξη από τα αναμενόμενα βάσει της τομεακής δομής τους. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι σε ορισμένους τομείς αυτές οι χώρες χρησιμοποιούν τις τεχνολογίες αιχμής, δίνουν μεγαλύτερο βάρος στις δραστηριότητές τους που αφορούν την καινοτομία από τους ανταγωνιστές τους και –στην περίπτωση των ΗΠΑ- παράγουν για μία μεγάλη εσωτερική αγορά. Αφετέρου οι υψηλότερες δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη μπορούν επίσης να οφείλονται σε έναν τομέα ανώτατης παιδείας με ένταση έρευνας (βλ. Pottelsbergh 2008).

Σχήμα 1: Οι δαπάνες για την Ε&Α (χωρίς συνυπολογισμό της βιομηχανικής διάρθρωσης)

Image

3.3   Όταν επομένως οι δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη στον τομέα των επιχειρήσεων της Ευρώπης (τουλάχιστον στα παλιά κράτη μέλη) είναι γενικά σύμφωνες με την τομεακή δομή, δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για εκτεταμένες αλλαγές στις δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη, δεδομένου ότι οι δαπάνες αυτές πρέπει να θεωρηθούν και ως παράγοντας κόστους, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν μείωση των οριακών εσόδων. Η αύξηση των επενδύσεων για την έρευνα και την ανάπτυξη είναι χρήσιμη όταν προσεγγίζει τα όρια της τεχνολογίας ή όταν υπάρχει διαρθρωτική αλλαγή (4) με στόχο τους κλάδους έντασης έρευνας (5). Και οι δύο αλλαγές είναι απαραίτητες αν θέλουμε να παραμείνει η Ευρώπη ανταγωνιστική και να διαφυλαχθεί το «ευρωπαϊκό πρότυπο».

3.4   Ωστόσο, τούτο δεν επιτυγχάνεται με μία μεμονωμένη αύξηση των πόρων για την έρευνα και την ανάπτυξη, αλλά με την υποστήριξη των επισφαλών στρατηγικών καινοτομίας, με επενδύσεις στην υποδομή της έρευνας και με βελτιώσεις του συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος αγοράς φιλικού προς την καινοτομία και η αύξηση της κινητικότητας σε όλα τα επίπεδα είναι περαιτέρω απαραίτητες αλλαγές (βλ. Aho et al. 2006). Απαιτούνται επίσης συμπληρωματικές επεμβάσεις στη ρύθμιση των αγορών εργασίας και του χρηματοδοτικού συστήματος, στην πολιτική ανταγωνισμού και τη μακροοικονομική πολιτική. Αποτέλεσμα της επιτυχημένης εφαρμογής αυτών των πολιτικών προσεγγίσεων είναι η σημαντική αύξηση της καινοτομίας και κατά συνέπεια μεγαλύτερες δαπάνες για την έρευνα και την ανάπτυξη.

3.5   Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της οικονομικής πολιτικής από την Ε&Α στην καινοτομία περιορίζει επίσης τη σιωπηρή προτίμηση των «βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας», η οποία προκύπτει από την προσπάθεια να αυξηθούν οι δαπάνες για Ε&Α. Με τον τρόπο αυτόν αναβαθμίζονται κλάδοι, οι οποίοι αφενός θεωρούνται υψηλής τεχνολογίας ως προς τις εφαρμογές των τεχνολογιών, αφετέρου, όμως, δεν πραγματοποιούν υψηλές επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη, καθότι οι προσπάθειες σε θέματα καινοτομίας βασίζονται στην ευφυή χρήση της τεχνολογίας και στην ανθρώπινη δημιουργικότητα. Παραδείγματος χάρη, μεγάλος αριθμός τεχνολογικά απαιτητικών καινοτομιών στον τομέα των δημιουργικών βιομηχανιών, της βιομηχανίας χάλυβα ή στον τομέα κλωστοϋφαντουργικών ειδών και ειδών ένδυσης υλοποιούνται χωρίς ή με περιορισμένες ίδιες δαπάνες για Ε&Α. Επίσης, έχει καταδειχθεί ότι, στην πράξη, σε όλους τους κλάδου υπάρχει δυναμικό για ταχέως αναπτυσσόμενες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (οι λεγόμενες «γαζέλες») (βλέπε σχετικά Hölzl — Friesenbichler, 2008), γεγονός που καθιστά επίσης δυνατή την ευρεία προώθηση καινοτομιών. Η εστίαση των δράσεων στους κλάδους υψηλής τεχνολογίας — και αυτό διασφαλίζει τον σημαντικό ρόλο τους και στο μέλλον — βασίζεται στο αίτημα οι κλάδοι αυτοί να αναπτυχθούν δυναμικά. Αν με τις προσπάθειες αύξησης των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη επιτευχθεί η επιτυχημένη προώθηση καινοτομιών, τότε οι αποδόσεις όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης μπορούν να είναι υπερβολικά υψηλές, λόγω της ενισχυμένης αύξησης της ζήτησης (Falk – Unterlass, 2006).

3.6   Οι παλιές και νέες προκλήσεις απαιτούν κορυφαίες επιδόσεις τόσο στην έρευνα όσο και στην εφαρμογή της. Μόνο εάν επιτύχει κορυφαίες επιδόσεις στην βασική και την εφαρμοσμένη έρευνα μπορεί η Ευρώπη να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα απέναντι στις παγκόσμιες προκλήσεις. Σε ό,τι αφορά την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής υπάρχουν σήμερα σημαντικά εμπόδια – τα οποία, στο μέλλον, θα είναι περισσότερα – στον τομέα του ανθρώπινου κεφαλαίου. Περισσότεροι και καλύτερα καταρτισμένοι εργαζόμενοι, απόφοιτοι δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαρθρωτική αλλαγή και την κάλυψη του τεχνολογικού χάσματος. Οι μέχρι τώρα παραλείψεις μπορούν να αντισταθμιστούν μόνο σε βάθος χρόνου και, πολλές φορές, ο στόχος αυτός δεν επιδιώκεται με την απαραίτητη επιμονή. Ταυτόχρονα, στις δομές εκπαίδευσης πρέπει να δοθεί ξεχωριστή προσοχή ώστε η προσφορά θέσεων κατάρτισης να προσανατολίζεται στην αντίστοιχη ζήτηση (6) και να προωθείται εξίσου σθεναρά η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση του εργατικού δυναμικού (λέξη κλειδί: διά βίου μάθηση), ούτως ώστε οι εργαζόμενοι να διατηρούν την παραγωγικότητα και την δυνατότητα απασχόλησης τους σε όλα τα στάδια του ενεργού βίου.

3.7   Η αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβώνας έφερε καθοριστικές αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο που μπορούν να επιταχύνουν τη διαρθρωτική αλλαγή προς την κατεύθυνση των οικονομικών δομών έντασης έρευνας και των υψηλών επιδόσεων: σε αυτές τις αλλαγές συγκαταλέγονται, λόγου χάρη, μέτρα για τη βελτίωση της διαθεσιμότητας κεφαλαίου κινδύνου και την αύξηση της κινητικότητας των ερευνητών, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας (ΕΙΚΤ), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας και η πρωτοβουλία για πρωτοπόρες αγορές. Επίσης, αυξήθηκαν οι πόροι για τα προγράμματα πλαίσιο και επεκτάθηκαν τα προγράμματα πρωτοβουλίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4.   Ευρώπη: αποτελεσματική πολιτική παρά την πολυμορφία;

4.1   Μολονότι οι ευρωπαϊκοί στόχοι είναι σε μεγάλο βαθμό σαφείς και τους συμμερίζονται όλες οι πλευρές, τίθεται το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί γενικότερα να ασκήσει πολιτική σε αυτόν τον τομέα, παρά την πολυμορφία της. Η ευρωπαϊκή πολυμορφία αντικατοπτρίζεται κυρίως στα διαφορετικά επίπεδα επιδόσεων των κρατών μελών, στις ποικίλες επιτυχίες στους διαφόρους τομείς και στο μέτωπο της τεχνολογίας (π.χ. το πρότυπο GSM έναντι της χρήσης ΤΠΕ) και στις μεγάλες διαφορές σε τομεακό επίπεδο — τόσο ανάμεσα στους επιμέρους τομείς όσο και στο εσωτερικό κάθε τομέα (βλέπε σχετικά Falk, 2007, Leo — Reinstaller — Unterlass, 2007, βλέπε σχετικά το παράρτημα 3).

4.2   Αυτή η πολυμορφία συνιστά μία μεγάλη πρόκληση για την οικονομική πολιτική, διότι τα μέτρα της οικονομικής πολιτικής έχουν διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης. Οι επιτυχημένες χώρες προσαρμόζουν τη στρατηγική οικονομικής πολιτικής τους άμεσα ή έμμεσα στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και επιδιώκουν είτε να στηρίξουν μια διαδικασία κάλυψης της υστέρησης, είτε προσανατολίζονται στην παραγωγή με βάση την τεχνολογία αιχμής. Ο ορθολογικός χαρακτήρας αυτής της προσαρμογής της οικονομικής πολιτικής στο επίπεδο ανάπτυξης στοιχειοθετήθηκε από μια σειρά επιστημονικών εργασιών. Σε αυτές καταδεικνύεται ότι τα ίδια μέτρα πολιτικής αποφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Έτσι, ένα συγκεκριμένο μέτρο μπορεί π.χ. να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα σε μια χώρα που παράγει προηγμένη τεχνολογία, ενώ σε μια χώρα που βρίσκεται σε διαδικασία κάλυψης της υστέρησης μπορεί να έχει μικρότερο ή ακόμη και αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη.

4.3   Αυτό η διαπίστωση καταδεικνύεται σαφώς στο παράδειγμα του συστήματος εκπαίδευσης (7). Προκειμένου να μεγιστοποιηθούν οι αποδόσεις των επενδύσεων στο σύστημα εκπαίδευσης, πρέπει να συνυπολογιστούν δεόντως και οι διαφορετικές αλυσίδες επιδράσεων ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης: η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για μια χώρα που βρίσκεται κοντά στα τεχνολογικά όρια. Αντιθέτως, τα εκπαιδευτικά συστήματα με επαγγελματικό προσανατολισμό στηρίζουν περισσότερο μια διαδικασία κάλυψης της υστέρησης. Οι Aghion et al. (2005) εκτιμούν ότι μια αύξηση των δαπανών στην ανώτατη εκπαίδευση κατά 1 000 δολάρια ΗΠΑ ανά άτομο για μια χώρα με προηγμένη τεχνολογία συνεπάγεται αύξηση κατά 0,27% του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης. Αντίθετα, σε μια χώρα που υστερεί στον τομέα αυτό, η ίδια επένδυση οδηγεί σε αύξηση του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης μόλις κατά 0,10%. Σε χώρες με προηγμένη τεχνολογία η απασχόληση ατόμων που διαθέτουν τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να αποφέρει υψηλότερα αποτελέσματα, δεδομένου ότι, σε αυτές τις χώρες, επιδιώκονται επίσης πιο ριζικές καινοτομίες που μπορούν να υλοποιηθούν μόνο με την εφαρμογή της επιστημονικής έρευνας.

4.4   Συνεπώς, ένας υψηλότερος τίτλος σπουδών συνεπάγεται μεγαλύτερη ευελιξία στην επιλογή της τεχνολογίας. Το 60 % περίπου της διαφοράς στο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών και των ΗΠΑ μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά συστήματα εκπαίδευσης επικεντρώνονται στην επαγγελματική κατάρτιση ή στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Krueger — Kumar, 2004). Οι κοινωνίες της γνώσης προϋποθέτουν την ύπαρξη γενικών βασικών δεξιοτήτων και ανώτερης εκπαίδευσης, η οποία ενθαρρύνει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και τη δημιουργία νέων τομέων με τη σύσταση νέων επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η παραδοσιακή — και ορθή για τη διαδικασία κάλυψης της υστέρησης — εστίαση της Ευρώπης στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση γίνεται εμπόδιο για την ανάπτυξη όταν η Ευρώπη επιτυγχάνει τα «τεχνολογικά όρια».

4.5   Κατά τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ασφαλώς ενώπιον μιας ανομοιογενούς ένωσης κρατών. Κατά κανόνα, σε περιπτώσεις μεγάλης ανομοιογένειας η αρμοδιότητα εφαρμογής μεταβιβάζεται στο επίπεδο των κρατών μελών, τα οποία καλούνται να δώσουν λύσεις που είναι προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες (8). Ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας οι κοινές κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής να εφαρμόζονται με συνεκτικό και συντονισμένο τρόπο μεταξύ των διαφόρων επιπέδων, ούτως ώστε η επιλεχθείσα στρατηγική να αποδώσει τα μέγιστα. Αυτή η θέση ενισχύεται και από τις αλληλεξαρτήσεις που αναπτύσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από την πρόοδο που σημειώνουν τα κράτη μέλη επωφελούνται και άλλοι, και οι στρατηγικές μίμησης αποτελούν απαράδεκτη συμπεριφορά.

4.6   Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια ενιαία και καθολικής εφαρμογής στρατηγική και μόνο μια προσαρμοσμένη στην εκάστοτε χώρα δέσμη μέτρων μπορεί να αποδώσει θετικά αποτελέσματα. Ωστόσο, είναι επίσης σημαντική η διαπίστωση ότι όταν επιτυγχάνονται τα τεχνολογικά όρια πρέπει να μεταβληθούν οι δομές και οι στρατηγικές οικονομικής πολιτικής, διότι τα υφιστάμενα μέσα — τα οποία συχνά έχουν αναπτυχθεί κατά την πάροδο δεκαετιών — έχουν πλέον ελάχιστο ή μηδαμινό αντίκτυπο στην ανάπτυξη, επομένως έχουν καταστεί, εν μέρει τουλάχιστον, αναποτελεσματικά. Το ίδιο ισχύει — αν και κάτω από διαφορετικές περιστάσεις — για τις χώρες που διανύουν τη διαδικασία κάλυψης της υστέρησης. Εάν σε αυτές τις χώρες εφαρμοστούν οι ίδιες στρατηγικές που εφαρμόζονται στις χώρες με προηγμένη τεχνολογία, αυτό συνιστά επίσης αναποτελεσματική λύση. Συνεπώς, οποιαδήποτε ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να δίνει απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

Πώς μπορεί να ενισχυθούν τόσο η συνοχή όσο και η αριστεία και να ληφθεί κατ' αυτό τον τρόπο υπόψη το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης;

Πώς μπορούν να ληφθούν μέτρα και να τεθούν στόχοι που να ανταποκρίνονται στον οριζόντιο χαρακτήρα πολλών τομέων της πολιτικής (π.χ. περιβάλλον, καινοτομία) και να μπορούν να εφαρμοστούν με επιτυχία παρά την ανάγκη συντονισμού μεταξύ των τομέων αυτών;

Πώς μπορεί να προσαρμοστεί με αντικειμενικά κριτήρια ο καταμερισμός εργασίας μεταξύ ευρωπαϊκού και εθνικού επιπέδου;

Πώς θα γίνουν δεσμευτικά τα μέτρα που θα ληφθούν και πώς θα επιβάλλονται κυρώσεις για τυχόν αποκλίσεις;

4.7   Οι δομές και οι μηχανισμοί που απαιτούνται για μια τέτοια πολιτική υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη και πρέπει «απλώς» να εφαρμοστούν με την κατάλληλη μορφή και τα κατάλληλα περιεχόμενα. Ως προς τα τελευταία, είναι γνωστά και συζητούνται από καιρό τα κύρια σημεία. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική δύναμη προκειμένου να υπάρξει αντίκτυπος στην πραγματική οικονομία και τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

5.   Σχετική βιβλιογραφία:

Acemoglu, D. Aghion, P., Zilibotti, F, Appropriate Institutions for Economic Growth, 2006.

Aghion, P., A Primer on Innovation and Growth, Bruegel Policy Brief 02, 2006.

Aghion, P., Bloom, N., Blundell, R., Griffith, R., Howitt, P., Competition and Innovation: An Inverted-U Relationship, Quarterly Journal of Economics, Vol. 120, No. 2, pp. 701-728, 2005.

Aghion, P., Blundell, R., Griffith, R., Howitt, P., Prantl, S., The Effects of Entry on Incumbent Innovation and Productivity, NBER Working Paper 12027, 2006.

Aghion, P., Boustan, L., Hoxby, C., Vandenbussche, J., Exploiting States’ Mistakes to Identify the Causal Impact of Higher Education on Growth, Working Paper, Harvard University, 2005.

Aghion, P., Fally, T., Scarpetta, S., Credit Constraints as a Barrier to the Entry and Post-Entry Growth of Firms: Lessons from Firm-Level Cross Country Panel Data, 2006.

Aghion, P., Marinescu, I., Cyclical Budgetary policy and Economic Growth: What Do We Learn from OECD Panel Data?, 2006.

Aho, E., (Chairman), Cornu, J., Georghiou, L., Subirá, A., Ein innovatives Europa schaffen, Bericht der unabhängigen Sachverständigengruppe für FuE und Innovation, eingesetzt im Anschluss an das Gipfeltreffen in Hampton Court, 2006

Breuss, F., Die Zukunft Europas, in: BMWA, Das österreichische Außenhandelsleitbild — Globalisierung gestalten — Erfolg durch Offenheit und Innovation, Wien, 2008

Cedefop, Future skill needs in Europe, Medium-term forecast (Μελλοντικές ανάγκες σε δεξιότητες στην Ευρώπη: μεσοπρόθεσμη πρόγνωση), 2008.

De la Fuente, A., Das Humankapital in der Wissensbasierten globalen Wirtschaft, Teil II: Bewertung auf der Länderebene, Abschlussbericht für die EU-Kommission Beschäftigung und Soziales, 2003.

Falk, M. Sectoral Innovation Performance, Evidenc from CIS 3 micro-aggregated data, Europe Innova, 2007, http://www.europe-innova.org.

Falk, M., Unterlass, F., Determinanten des Wirtschaftswachstums im OECD-Raum, Teilstudie 1, WIFO-Weißbuch, 2006.

Falk, R. Hölzl, W., Leo, H., On the Roles and Rationales of European STI Policies, WIFO Working Paper, 299/2007.

Falk, R., Leo, H., «What Can Be Achieved By Special R&D Funds When There is No Special Leaning Towards R&D Intensive Industries?», WIFO Working Papers, 2006, (273).

Gerschenkron, A., «Economic Backwardness in Historical Perspective», Harvard University Press, 1962.

Giddens, A., Liddle, R., Diamond, P. (eds.), Global Europe, Social Europe, Polity Press, Cambridge, United Kingdom, 2006.

Gordon, R. J., Issues in the Comparison of Welfare Between Europe and the United States, Paper presented to Bureau of European Policy Advisers, ₪Change, Innovation and Distribution» Brussels, 04 December 2007

Griffith, R., Redding, S., Van Reenen, J., Mapping the Two Faces of R&D: Productivity Growth in a Panel of OECD Industries, The Review of Economics and Statistics, 86 (4): 883 – 895, 2004.

Hollanders, H., Innovation Modes: Evidence at the Sector Level, Europe-Innova, Innovation Watch, 2007, http://www.europe-innova.org

Hölzl, W., Friesenbichler, K. Final Sector Report Gazelles, Sectoral Innovation Watch, Europe Innova, 2008, www.europe-innova.org

Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕΚ), Ανακοίνωση της Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας: Πλαίσιο πολιτικής για την ενίσχυση του μεταποιητικού τομέα της ΕΕ — προς μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση της βιομηχανικής πολιτικής, COM(2005) 474 τελικό, Βρυξέλλες, 5.10.2005.

Krueger, D., Kumar, K., US-Europe Differences in Technology-Driven Growth: Quantifying the Role of Education, Journal of Monetary Economics, 2004.

Leo, H., Reinstaller, A., Unterlass, F., Motivating sectoral analysis of innovation, Performance, Europe Innova, 2007, http://www.europe-innova.org

Nicoletti, G., Scarpetta, S., Regulation, Productivity and Growth: OECD Evidence, Economic Policy, 18:36 9, 2003.

ΟΟΣΑ, Education at a Glance, OECD, 2006.

Peneder, M., Entrepreneurship and technological innovation, An integrated taxonomy of firms and sectors, Europe Innova, Wifo, 2007, http://www.europe-innova.org

Sapir, A. et al. «An Agenda for a Growing Europe». Oxford University Press, 2004.

Vandenbussche, J., Aghion, P., Meghir, C., Growth, Distance to Frontier and Composition of Human Capital, Journal of Economic Growth, Vol. 11, No. 2, pp 97-127, 2006.

Βρυξέλλες, 22 Οκτωβρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Βέβαια, η στρατηγική της Λισσαβώνας καλύπτει πολλά περισσότερα θέματα από αυτά που τίθενται στην παρούσα γνωμοδότηση. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε: http://ec.europa.eu/growthandjobs/index_en.htm

(2)  Ο συντονισμός των πολιτικών τονώνει την παραγωγή δημοσίων αγαθών (παραδείγματος χάρη πληροφόρηση και γνώσεις, προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος) και τη δημιουργία θετικών εξωτερικών αποτελεσμάτων. Η αυξανόμενη οικονομική αλληλοδιείσδυση στην Ευρώπη δημιουργεί εξωτερικότητες και μόνο μέσω του συντονισμού των πολιτικών μπορεί να ενισχυθεί η θετική εξωτερικότητα και να περιοριστεί η αρνητική.

(3)  Συνολικά, η ΕΕ κατόρθωσε να διατηρήσει την ηγετική της θέση στο παγκόσμιο εμπόριο, τόσο στον τομέα των αγαθών όσο και στον τομέα των υπηρεσιών. Η ευρωπαϊκή οικονομία καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε ευρύ φάσμα βιομηχανιών μέσης τεχνολογίας και σε αγαθά υψηλής έντασης κεφαλαίου. Εντούτοις, το αυξανόμενο εμπορικό της έλλειμμα προς την Ασία και οι μάλλον αδύναμες επιδόσεις της σε τομείς σχετικούς με τις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών είναι ανησυχητικές (βλέπε CCMI 043).

(4)  Η διαρθρωτική αλλαγή δημιουργείται από συστάσεις νέων επιχειρήσεων, διαφοροποιήσεις υφισταμένων ή εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων.

(5)  Στο σημείο αυτό γίνεται συνειδητά αναφορά στους τομείς «έντασης έρευνας», διότι ο διαχωρισμός σε τομείς υψηλής, μέσης και χαμηλής τεχνολογίας βάσει των δαπανών για την έρευνα και την ανάπτυξη δεν συνυπολογίζει επαρκώς την εφαρμογή της τεχνολογίας σε πολλούς οικονομικούς τομείς. Εάν συμπεριληφθεί και η ενσωμάτωση σε προϊόντα και διαδικασίες παραγωγής τεχνολογιών που αναπτύχθηκαν αλλού, τότε, πολλές φορές πρέπει να ενταχθούν στη μεσαία ή υψηλή τεχνολογία και τομείς που παραδοσιακά ταξινομούνται στους τομείς χαμηλής τεχνολογίας (βλ. Peneder, 2007).

(6)  Το Cedefop (Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης) εκτιμά ότι το σύνολο των θέσεων απασχόλησης υπολογίζεται να αυξηθεί κατά περισσότερες από 13 εκατομμύρια θέσεις εργασίας μεταξύ 2006 και 2015. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται αύξηση σχεδόν 12,5 εκατομμύρια θέσεων εργασίας στο υψηλότερο επίπεδο ειδίκευσης (κατά προσέγγιση τα επίπεδα 5 και 6 στη ISCED — International Standard Classification of Education — Διεθνής Πρότυπη Ταξινόμηση της Εκπαίδευσης) και περίπου 9,5 εκατομμύρια θέσεων εργασίας στο μεσαίο επίπεδο (επίπεδα 3 και 4 στη ISCED). Από την άλλη πλευρά, προβλέπεται μείωση περισσότερων από 8,5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας για τους εργαζομένους που διαθέτουν ελάχιστα ή μηδενικά τυπικά επαγγελματικά προσόντα (επίπεδα 0-2 στη ISCED). Πηγή: Cedefop, «Future skill needs in Europe: medium-term forecast» (Μελλοντικές ανάγκες σε δεξιότητες στην Ευρώπη: μεσοπρόθεσμη πρόγνωση), 2008.

(7)  Κατ' αρχήν σημειώνεται ότι οι επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο συνεπάγονται πολύ υψηλές αποδόσεις: Εάν αυξηθεί ο μέσος όρος της διάρκειας της σχολικής εκπαίδευσης κατά ένα έτος, το δυναμικό οικονομικής ανάπτυξης αυξάνεται μακροπρόθεσμα κατά 6 % (De la Fuengte, 2003).

(8)  Μολονότι, με την πάροδο των ετών, θα πρέπει να γίνεται τακτική επανεξέταση της «κατανομής αρμοδιοτήτων», μια λεπτομερής ανάλυση του όρου θα ξεπερνούσε το πλαίσιο της γνωμοδότησης (βλέπε σχετικά Falk – Hölzl - Leo, 2007).


Top