EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52008DC0495

Έκθεσητης Επιτροπης Προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου {SEC(2008) 2350}

/* COM/2008/0495 τελικό */

52008DC0495




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 23.7.2008

COM(2008) 495 τελικό

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την πρόοδο της Βουλγαρίας στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου{SEC(2008) 2350}

1. Εισαγωγή

Κατά την προσχώρησή της στην ΕΕ το 2007, η Βουλγαρία βρισκόταν ακόμη αντιμέτωπη με σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τη διασφάλιση της λειτουργίας του δικαστικού μηχανισμού και την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Η Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη έκριναν ότι τα προβλήματα αυτά δεν ήταν ανυπέρβλητα και οι βουλγαρικές αρχές δεσμεύθηκαν να καλύψουν τις ελλείψεις στους τομείς αυτούς, ούτως ώστε να μπορεί η Βουλγαρία να ασκεί και να αναλαμβάνει στο ακέραιο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσχώρησή της στην ΕΕ. Οι βουλγαρικές αρχές και τα λοιπά κράτη μέλη αναγνώρισαν ότι ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθεί εκτεταμένη δικαστική μεταρρύθμιση και να καταβληθούν συντονισμένες προσπάθειες για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος, ώστε να μπορούν οι Βούλγαροι να ασκούν τα δικαιώματά τους ως πολίτες της ΕΕ και να επωφελούνται από όλες τις ευκαιρίες που προσφέρει η προσχώρηση στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής στήριξης. Γενικότερα, αναγνώρισαν ότι οι αρχές που βρίσκονται στον πυρήνα της ΕΕ – όπως ο σεβασμός του κράτους δικαίου και η αμοιβαία αναγνώριση και συνεργασία με βάση το θεμελιώδες σύμφωνο εμπιστοσύνης – θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή μόνο αν τα αίτια των προβλημάτων αυτών αντιμετωπίζονταν στη ρίζα τους.

Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη θεώρησαν ότι είναι αναγκαίο να συνεργαστούν εκ του σύνεγγυς με τη Βουλγαρία μετά την προσχώρηση ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση του δικαστικού συστήματος και την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Η Επιτροπή δημιούργησε μηχανισμό συνεργασίας και ελέγχου για να παρακολουθεί την πρόοδο και να επεκτείνει την παρεχόμενη στήριξη για την αντιμετώπιση των ελλείψεων αυτών. Η παρούσα έκθεση, η οποία βασίζεται σε συνεισφορές των βουλγαρικών αρχών που συμπληρώθηκαν με αποστολές εμπειρογνωμόνων, περιέχει περίληψη και λεπτομερή αξιολόγηση του βαθμού προόδου της Βουλγαρίας για την επίτευξη των στόχων αναφοράς που καθορίζονται στον μηχανισμό συνεργασίας και ελέγχου. Πρόκειται για την τρίτη έκθεση στο πλαίσιο εξαμηνιαίου κύκλου αναφοράς.

Η αξιολόγηση επισημαίνει τις σοβαρές δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι βουλγαρικές αρχές για να προωθήσουν πραγματικά τη δικαστική μεταρρύθμιση και να καταπολεμήσουν τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα. Παρά τις ικανοποιητικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη θέσπιση των αναγκαίων θεσμικών οργάνων και την καθιέρωση των απαιτούμενων διαδικασιών και διεργασιών, δεν έχουν σημειωθεί ικανοποιητικά αποτελέσματα που αποδεικνύουν την ορθή λειτουργία του συστήματος. Θα ήταν ουτοπικό να θεωρηθεί ότι θα σημειώνονταν γρήγορες και ριζικές αλλαγές. Ωστόσο, παρά τις προσπάθειες της βουλγαρικής κυβέρνησης, η πρόοδος αποδείχθηκε βραδύτερη και πιο περιορισμένη απ’ ό,τι αναμενόταν. Συνεπώς, θα πρέπει να συνεχιστούν για ορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη οι έλεγχοι και η συνεργασία. Το δικαστικό σύστημα και η διοίκηση πρέπει να ενισχυθούν σημαντικά, γεγονός που αποτελεί μακροχρόνια διαδικασία.

2. Η μεταρρυθμιστική διαδικασία στη Βουλγαρία

2.1. Επιτεύγματα

Η Βουλγαρία προσπάθησε να δημιουργήσει θεσμικά όργανα και να καθιερώσει τις διαδικασίες και διεργασίες που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν, εφόσον τα θεσμικά όργανα ήταν κατάλληλα στελεχωμένα και οι διεργασίες υπόκειντο σε ορθή διαχείριση, τα αποτελέσματα που αναμένονται από μια λειτουργούσα δικαστική αρχή και διοίκηση, απαλλαγμένη από τη διαφθορά και την απειλή του οργανωμένου εγκλήματος.

Όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του δικαστικού τομέα, η Βουλγαρία υιοθέτησε τροποποιήσεις του συντάγματος και θέσπισε τον κώδικα ποινικής δικονομίας, το νόμο περί δικαστικού συστήματος και τη σχετική εκτελεστική νομοθεσία. Οι νόμοι αυτοί επιβεβαιώνουν την ανεξαρτησία του δικαστικού μηχανισμού και προβλέπουν την ίδρυση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, ως ανεξάρτητου και αιρετού οργάνου, επιφορτισμένου με την εποπτεία της λειτουργίας του δικαστικού τομέα. Δημιουργήθηκε ανεξάρτητη δικαστική επιθεώρηση, η οποία έχει αρχίσει να λειτουργεί και έχει ξεκινήσει τις πρώτες αποστολές επιθεώρησης.

Η Κρατική Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας (SANS), που έχει δημιουργηθεί για την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος , ασκεί εκ των πραγμάτων ανακριτικές εξουσίες από τις αρχές του 2008. Η υπηρεσία αυτή έχει καταρτίσει κατάλογο των υποθέσεων για τις οποίες διεξάγονται έρευνες επί του παρόντος υπό την επίβλεψη της εισαγγελίας. Επίσης, η Βουλγαρία έχει σημειώσει πρόοδο ως προς τις έρευνες δύο σημαντικών και συμβολικών υποθέσεων.

Όσον αφορά την αντιμετώπιση της τοπικής διαφθοράς, η Βουλγαρία έχει σημειώσει πρόοδο, με την καθιέρωση νέων διοικητικών διαδικασιών που περιορίζουν τις δυνατότητες διαφθοράς, ιδίως για τη μεθοριακή αστυνομία. Η Βουλγαρία έκλεισε τα καταστήματα δασμολογικής ατέλειας και τα πρατήρια βενζίνης δασμολογικής ατέλειας που αποτελούσαν εικαζόμενο κομβικό σημείο της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος σε τοπικό επίπεδο.

2.2. Αποτελέσματα

Έχουν καταβληθεί σημαντικές προσπάθειες για τη δημιουργία θεσμικών οργάνων και διεργασιών. Ωστόσο, η μεταρρύθμιση αυτή δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε αποδεκτά αποτελέσματα. Οι νόμοι που έχουν θεσπιστεί, οι διαδικασίες που έχουν καθιερωθεί και τα θεσμικά όργανα που έχουν δημιουργηθεί αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις, αλλά δεν επαρκούν – οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται και τα θεσμικά όργανα πρέπει να λειτουργούν με αποτελεσματικό τρόπο για να παράγουν πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Όσον αφορά τη δικαστική μεταρρύθμιση , οι ελλείψεις του ποινικού κώδικα και του κώδικα ποινικής δικονομίας εξακολουθούν να υφίστανται. Ο κώδικας ποινικής δικονομίας που θεσπίστηκε το 2006 δεν έχει συμβάλει με καθοριστικό τρόπο στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της προδικαστικής διαδικασίας. Οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες δεν έχουν καθοριστεί σαφώς και επαρκώς ώστε να διευκολύνεται η συνεργασία μεταξύ των διαφόρων φορέων. Σημαντικές υποθέσεις επιστρέφονται στην εισαγγελία λόγω ασήμαντων διαδικαστικών πλημμελειών. Οι καθυστερήσεις της εκδίκασης των υποθέσεων είναι σύνηθες φαινόμενο και δεν υπάρχουν διαδικαστικές διασφαλίσεις που να απαγορεύουν στα δικαστήρια την αναβολή των αποφάσεων. Ο ποινικός κώδικας είναι παρωχημένος, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τον υπερβολικό φόρτο των δικαστηρίων.

Τον Απρίλιο του 2008, προτάθηκε η μεταρρύθμιση της επιβολής του νόμου στο υπουργείο Εσωτερικών, η οποία καλύπτει και την αστυνομία. Το μέτρο αυτό είναι θετικό, αλλά η έλλειψη σαφήνειας των ρόλων και αρμοδιοτήτων των διαφόρων φορέων κατά την προδικαστική διαδικασία, όσον αφορά τη συγκέντρωση των πληροφοριών, τις έρευνες και την άσκηση διώξεων σε ποινικές υποθέσεις έχει δώσει αφορμή για συζητήσεις. Οι αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις των υπεύθυνων οργάνων σχετικά με τους εν λόγω ρόλους και αρμοδιότητες έχουν δημιουργήσει ασάφειες και έχουν δυσχεράνει την αποδοτικότητα. Το νέο θεσμικό όργανο, η υπηρεσία SANS, έχει ήδη παρουσιάσει τα πρώτα ικανοποιητικά αποτελέσματα στις έρευνές του, αλλά η πρόοδος αυτή δεν έχει ακόμη οδηγήσει στην αποτελεσματική δικαστική διεκπεραίωση των υποθέσεων.

Η διοικητική ικανότητα είναι ανεπαρκής τόσο όσον αφορά την επιβολή του νόμου όσο και τη δικαστική εξουσία. Η αστυνομία δεν διαθέτει επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό ή εξοπλισμό για τη διερεύνηση περίπλοκων υποθέσεων. Η εισαγωγή της πληροφορικής στον δικαστικό κλάδο προχωρά με βραδύ ρυθμό. Η ανεπάρκεια ικανοποιητικών πληροφοριών και αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με τις έρευνες, την απαγγελία κατηγοριών και τις δικαστικές αποφάσεις εμποδίζει τη βέλτιστη λειτουργία του δικαστικού μηχανισμού και του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Όσον αφορά την τοπική διαφθορά , η συνέχεια που δόθηκε στις πολυάριθμες κατηγορίες για διαφθορά και αγορά ψήφων στις δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου 2007 ήταν αμελητέα – διενεργήθηκαν ελάχιστες έρευνες και επιβλήθηκαν ελάχιστες ποινές. Οι πρακτικές αυτές εικάζεται ότι επανεμφανίστηκαν κατά τις επαναληπτικές δημοτικές εκλογές σε δύο τουλάχιστον πόλεις, στις αρχές του Ιουνίου 2008. Υπάρχουν ενδείξεις διαφθοράς στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης. Παρά τις δραστηριότητες ευαισθητοποίησης που έχουν αναληφθεί, δεν έχουν υποβληθεί καταγγελίες ούτε εμφανίστηκαν πληροφοριοδότες. Όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, έχουν ληφθεί ελάχιστα μέτρα για τον έλεγχο ή την επίβλεψη της σύγκρουσης συμφερόντων. Δεν υπάρχει στρατηγική προσέγγιση όσον αφορά την καταπολέμηση της τοπικής διαφθοράς. Η επιτροπή καταπολέμησης της διαφθοράς του Συμβουλίου Υπουργών δεν έχει δραστηριοποιηθεί στον τομέα αυτό.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς στα ανώτατα επίπεδα και του οργανωμένου εγκλήματος δεν αποφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Παρότι σημειώθηκε κάποια πρόοδος σε ορισμένες υποθέσεις και δόθηκε ευρεία δημοσιότητα στον «πόλεμο κατά της διαφθοράς», οι υποθέσεις αυτές αντιπροσωπεύουν αμελητέο ποσοστό των εγκλημάτων που έχουν αποκαλυφθεί. Οι στατιστικές πληροφορίες που παρέχονται δεν είναι αξιόπιστες και ορισμένες φορές είναι αντιφατικές. Η Βουλγαρία σημείωσε ελάχιστη πρόοδο όσον αφορά τη δέσμευση ή τη δήμευση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που προκύπτουν από εγκληματικές δραστηριότητες.

Οι καταγγελίες για διαφθορά και απάτες παρεμποδίζουν την εφαρμογή των προγραμμάτων χρηματοδοτικής βοήθειας της ΕΕ. Η Βουλγαρία πρέπει να ενισχύσει σημαντικά την ικανότητά της να διαχειρίζεται σωστά τα κεφάλαια της ΕΕ. Λόγω των καταγγελιών αυτών, η ΕΕ αναγκάστηκε να αναστείλει ή να παγώσει δραστηριότητες που διεξάγονταν στο πλαίσιο διαφόρων προγραμμάτων χρηματοδότησης. Η OLAF, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, αναφέρει ότι οι διαδικαστικές εμπλοκές, η αργή πρόοδος των υποθέσεων στα δικαστήρια, οι διαρροές εμπιστευτικών πληροφοριών και η εικαζόμενη ανάμειξη στη λειτουργία των διοικητικών υπηρεσιών και του δικαστικού μηχανισμού παρεμποδίζουν την ταχεία και αποτελεσματική διευθέτηση των περιπτώσεων διαφθοράς και απάτης. Οι αποφάσεις που αφορούν τη διαχείριση των κεφαλαίων της ΕΕ λαμβάνονται σε συνάρτηση με τις ειδικές απαιτήσεις ελέγχου των αντίστοιχων δημοσιονομικών κανονισμών της ΕΕ και των σχετικών διαδικασιών. Μια συνοδευτική έκθεση περιγράφει λεπτομερώς τα προβλήματα που έχουν ανακύψει στο πλαίσιο της κοινοτικής χρηματοδότησης.

2.3. Απαιτούμενες βελτιώσεις

Απαιτούνται ορισμένες θεμελιώδεις βελτιώσεις, αλλά η πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η επίτευξη αποτελεσμάτων ανεξάρτητα από τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Για το σκοπό αυτό, απαιτείται σταθερή βούληση και αποφασιστικότητα σε πολιτικό επίπεδο.

Είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για να καταστεί αποτελεσματικότερη η απονομή της δικαιοσύνης. Είναι αναγκαίο να γίνουν προσαρμογές, στον κώδικα ποινικής δικονομίας μεταξύ άλλων, ώστε να βελτιωθεί η αποδοτικότητα κατά την προδικαστική διαδικασία, να μειωθούν οι καθυστερήσεις και να θεσπιστούν δικλείδες ασφαλείας σε σχέση με τις καθυστερήσεις. Απαιτείται εις βάθος μεταρρύθμιση του ποινικού κώδικα, καθώς και καλύτερη διαφοροποίηση μεταξύ των ήσσονος σημασίας παραβάσεων και των σοβαρών εγκλημάτων, και επικαιροποίηση των ορισμών ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι νέες μορφές εγκληματικότητας. Πρέπει να θεσπιστεί αποτελεσματικότερος νόμος για τη σύγκρουση συμφερόντων και τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων, δεδομένου ότι το τρέχον σχέδιο νόμου δεν επαρκεί για την επίτευξη του στόχου του. Μόλις θεσπιστεί, ο αναθεωρημένος νόμος πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή το συντομότερο δυνατό.

Το νεοσυσταθέν Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας και να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει την ταχεία έκδοση και την αποτελεσματικότητα των δικαστικών αποφάσεων. Η επιθεώρηση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου πρέπει να καταγράψει τις προληπτικές έρευνες όσον αφορά τις διαδικαστικές ανεπάρκειες και τις πειθαρχικές υποθέσεις, στις οποίες το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα πρέπει να δώσει γρήγορα συνέχεια.

Ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται με αποτελεσματικότερο τρόπο για τη διαχείριση περίπλοκων υποθέσεων. Οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των φορέων που εμπλέκονται στην προδικαστική διαδικασία πρέπει να διευκρινιστούν, ούτως ώστε να επιτευχθεί καλύτερη συνεργασία μεταξύ της αστυνομίας, των ανακριτών, των ειδικευμένων υπηρεσιών και της εισαγγελίας. Η τρέχουσα συζήτηση για τη μεταρρύθμιση της προδικαστικής διαδικασίας συντείνει σε ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και δυσχεραίνει την ικανοποιητική έκβαση των διεξαγόμενων ερευνών. Ειδικότερα, πρέπει να κωδικοποιηθούν οι ακριβείς σχέσεις που υφίστανται μεταξύ της αστυνομίας, της υπηρεσίας SANS και της εισαγγελίας. Η ερευνητική αποστολή της υπηρεσίας SANS πρέπει να διευκρινιστεί και να διαχωριστεί σαφώς από την αποστολή συγκέντρωσης πληροφοριών. Το Κοινοβούλιο πρέπει να μπορεί να ασκεί έλεγχο, όχι για να παρεμβαίνει στις ερευνητικές δραστηριότητες, αλλά για να διασφαλίζει κανονικούς μηχανισμούς λογοδοσίας. Η αποστολή των ανακριτών και η αρμοδιότητά τους σχετικά με ειδικές έρευνες πρέπει να διασαφηνιστούν. Η έλλειψη σεβασμού του απορρήτου και της προστασίας των μαρτύρων κατά την προδικαστική και δικαστική διαδικασία αποτελεί μόνιμο πρόβλημα που πρέπει να διευθετηθεί.

Η διοικητική ικανότητα πρέπει να ενισχυθεί, τόσο όσον αφορά την εφαρμογή του νόμου όσο και τον δικαστικό μηχανισμό. Η αστυνομία χρειάζεται καλύτερα εκπαιδευμένο προσωπικό και επαρκή εξοπλισμό για τη διερεύνηση περίπλοκων υποθέσεων. Ο εξοπλισμός του δικαστικού κλάδου με μέσα πληροφορικής πρέπει να ολοκληρωθεί και πρέπει να εισαχθούν πιο αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης των υποθέσεων κατά την προδικαστική διαδικασία. Από την ανάπτυξη ενοποιημένου συστήματος πληροφοριών θα προκύψουν χρήσιμες πληροφορίες και δεδομένα σχετικά με την αποδοτικότητα του δικαστικού μηχανισμού και, με τον τρόπο αυτό, θα διευκολυνθεί το έργο τόσο του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου όσο και του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ιδίως όσον αφορά την αποστολή του υπουργείου αυτού στη διαδικασία χάραξης σωφρονιστικής πολιτικής.

Η Βουλγαρία πρέπει να βελτιώσει τη διαφάνεια, τις διαδικασίες κοινοποίησης και τη ρύθμιση των ροών χρηματικών περιουσιακών στοιχείων και συναλλαγών ώστε να εντοπίζει και να διαχειρίζεται καλύτερα τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που απορρέουν από εγκληματικές δραστηριότητες. Με το ίδιο πνεύμα, η Βουλγαρία πρέπει να ενισχύσει την ικανότητα καταπολέμησης της απάτης και να ασκήσει κατάλληλο δημοσιονομικό έλεγχο. Εξίσου σημαντικό είναι να περιορίζει συστηματικά τη σύγκρουση συμφερόντων και τις ανεπιθύμητες επιρροές. Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό αν θέλει η Βουλγαρία να εξακολουθήσει να επωφελείται από την κοινοτική χρηματοδότηση. Η απουσία πειστικών αποτελεσμάτων στο πλαίσιο των σημερινών δομών είναι κατάφωρη και πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως.

3. Συμπεράσματα

Ο μηχανισμός συνεργασίας και ελέγχου, καθώς και οι σχετικοί στόχοι αναφοράς, έχουν μελετηθεί για να επιτρέπουν στη Βουλγαρία να καταδεικνύει, κατά τακτά διαστήματα, την πρόοδο που έχει σημειώσει ως προς τη μεταρρύθμιση του δικαστικού μηχανισμού και την καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος. Εναπόκειται στις βουλγαρικές αρχές να αποδείξουν ότι το δικαστικό σύστημα λειτουργεί ικανοποιητικά και ότι οι έρευνες σχετικά με περιστατικά διαφθοράς και οργανωμένου εγκλήματος καταλήγουν σε συλλήψεις, διώξεις και, ανάλογα με τη δικαστική απόφαση, σε καταδίκες αποτρεπτικού χαρακτήρα και κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων. Μέχρι στιγμής, η Βουλγαρία δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι το δικαστικό της σύστημα λειτουργεί αποτελεσματικά με τον τρόπο που περιγράφεται παραπάνω. Τα θεσμικά όργανα και οι διαδικασίες είναι έγκυρα στη θεωρία, αλλά στην πράξη δεν παράγουν αποτελέσματα· διατυπώνονται συστάσεις, οι οποίες όμως παραμένουν νεκρό γράμμα. Τα προβλήματα ουσίας παραμένουν ανεπίλυτα και πρέπει να επιλυθούν επειγόντως.

Οι πολίτες της Βουλγαρίας αξίζουν να έχουν πρόσβαση στα πλήρη οφέλη που απορρέουν από την προσχώρηση στην ΕΕ, γεγονός που θα συμβάλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και στην εξάλειψη της διαφθοράς. Η πρόοδος όσον αφορά την εκπλήρωση των στόχων αναφοράς, που έχουν καθοριστεί στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου, και η διάλυση των αμφιβολιών όσον αφορά την ικανότητα αντιμετώπισης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος από τη Βουλγαρία θα επιτρέψουν στους Βούλγαρους πολίτες να επωφεληθούν πλήρως από τα οφέλη αυτά και να αποκτήσουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου. Η πρόοδος αυτή θα έχει μακροχρόνιες θετικές συνέπειες για τη βουλγαρική οικονομία. Η Βουλγαρία έχει αναλάβει ευθύνες έναντι των λοιπών κρατών μελών, ιδίως στο πλαίσιο της πολιτικής σε θέματα δικαιοσύνης και εσωτερικών υποθέσεων καθώς και της κοινής διαχείρισης των κοινοτικών κεφαλαίων. Η κατάλληλη διοικητική ικανότητα και ο αποτελεσματικός έλεγχος της σύγκρουσης συμφερόντων, των περιπτώσεων απάτης και των δημοσιονομικών παρατυπιών αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η Βουλγαρία να επωφεληθεί πλήρως από τα προενταξιακά και διαρθρωτικά κεφάλαια της ΕΕ. Τα κεφάλαια αυτά μαρτυρούν την αλληλεγγύη της Ένωσης προς τη Βουλγαρία και είναι προς το συμφέρον όλων να χρησιμοποιούνται για την υποστήριξη των λιγότερο ευνοημένων περιοχών της Βουλγαρίας.

Για τη μεταρρύθμιση του συστήματος, απαιτείται σαφής στρατηγική και κατηγορηματική δέσμευση σε όλα τα επίπεδα. Το θέμα δεν είναι να δοθεί απλώς χρόνος στα νέα θεσμικά όργανα και στις νέες διεργασίας για να αποδείξουν την αποτελεσματικότητά τους. Ακόμη και στις υφιστάμενες δομές – και παρά τις αδυναμίες τους – η Βουλγαρία θα έπρεπε να είναι σε θέση να παρουσιάσει απτά αποτελέσματα όσον αφορά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς, την πρόληψη της σύγκρουσης συμφερόντων και την αντιμετώπιση, με πειστικό τρόπο, των προβαλλόμενων διασυνδέσεων μεταξύ μερίδας της πολιτικής τάξης, του επιχειρηματικού κόσμου και του οργανωμένου εγκλήματος. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική απορρόφηση και διάθεση των κοινοτικών κεφαλαίων, η Βουλγαρία όχι μόνο πρέπει να ενισχύσει ουσιωδώς τη διοικητική της ικανότητα, αλλά και να κάμψει ριζικά κάθε δυνατότητα διαφθοράς, είτε στα ανώτατα επίπεδα είτε σε μικρή κλίμακα, και να καταπολεμήσει σθεναρά το οργανωμένο έγκλημα.

Συνεχής ανάγκη συνεργασίας

Δεν είναι μόνο προς το συμφέρον της Βουλγαρίας, αλλά και της ΕΕ γενικότερα, να υπάρχουν υγιής δημόσια διοίκηση και δικαιοσύνη στη Ρουμανία, που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν επιτυχώς τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η συνεργασία και η στήριξη ενέχουν θεμελιώδη σημασία. Προς το παρόν, επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι η στήριξη είναι πιο αποτελεσματική από τις κυρώσεις και δεν σκοπεύει να επικαλεστεί τις διατάξεις διασφάλισης που καθορίζονται στη Συνθήκη Προσχώρησης. Ωστόσο, είναι σαφές ότι θα πρέπει να διατηρηθεί ο μηχανισμός συνεργασίας και ελέγχου για ορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη.

Η έκθεση που υποβλήθηκε τον Φεβρουάριο στο πλαίσιο του μηχανισμού συνεργασίας και ελέγχου τόνιζε τα σημαντικά ποσά βοήθειας που έλαβε η Βουλγαρία κατά τα τελευταία έτη από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, τόσο από χρηματοδοτικής πλευράς, όσο και από πλευράς τεχνογνωσίας. Η συνδρομή αυτή δεν απέδωσε πάντα τα αναμενόμενα αποτελέσματα και η απογοήτευση εντείνεται ολοένα και περισσότερο στα κράτη μέλη που προσέφεραν τη βοήθειά τους, εξαιτίας της έλλειψης διαφάνειας και αποτελεσμάτων στις επαφές τους με τις βουλγαρικές αρχές και των πενιχρών αποτελεσμάτων γενικότερα.

Είναι σημαντικό να δοθεί νέος δυναμισμός στη μεταρρυθμιστική διαδικασία, ώστε να χρησιμοποιηθεί καλύτερα η συνδρομή. Όλες οι ενδιαφερόμενες πλευρές πρέπει να καταβάλουν ανανεωμένες προσπάθειες για να συμβάλουν στην επιτυχία της Βουλγαρίας, η οποία αναγνωρίζει ότι χρειάζεται τη συμβουλευτική αρωγή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου. Η Επιτροπή είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με τη Βουλγαρία και τα λοιπά κράτη μέλη για την παροχή της αρωγής αυτής, αλλά έχει την απαίτηση από τους αποδέκτες της να της παρέχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και να χρησιμοποιούν τις συμβουλές με στρατηγικό και αποτελεσματικό τρόπο, ώστε να προωθηθεί η μεταρρυθμιστική διαδικασία.

Προοπτικές

Η εικόνα που εμφανίζει η Βουλγαρία είναι ετερόκλιτη. Η μεταρρύθμιση του δικαστικού τομέα και των δομών επιβολής του νόμου αποτελεί σημαντική ευκαιρία για τη Βουλγαρία: είναι αναγκαία και είναι ήδη προ πολλού εκπρόθεσμη. Οι έλεγχοι προόδου θα μπορέσουν να θεωρηθούν ουσιαστικοί μόνο αν επιτευχθούν ουσιώδη αποτελέσματα στον τομέα των ερευνών, των διώξεων και των δικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς στα ανώτατα επίπεδα και σε υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος.

Η Βουλγαρία έχει κάνει ορισμένα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση – με τη δημιουργία της Κρατικής Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας, την προτεινόμενη μεταρρύθμιση του Υπουργείου Εσωτερικών και τον διορισμό αναπληρωτή πρωθυπουργού για το συντονισμό και τη χρηστή διαχείριση των κοινοτικών κεφαλαίων. Τώρα, η Βουλγαρία πρέπει να περάσει από τα λόγια στις πράξεις και να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της φέρνοντας εις πέρας μια εκ βάθρων μεταρρύθμιση.

Η Επιτροπή προτρέπει ένθερμα τη Βουλγαρία να εντείνει τις μεταρρυθμίσεις της και να διατηρήσει τη στενή συνεργασία της με τα λοιπά κράτη μέλη και την Επιτροπή, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν από κοινού και με επιτυχία οι εναπομένουσες προκλήσεις. Η Βουλγαρία μπορεί να βασίζεται στην αμέριστη και ενεργό υποστήριξη της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

Top