EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32019L2034

Oδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ,Y 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

PE/79/2019/REV/1

OJ L 314, 5.12.2019, p. 64–114 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force: This act has been changed. Current consolidated version: 09/01/2024

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/2034/oj

5.12.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 314/64


OΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/2034 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2019

σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ,Y 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η αυστηρή προληπτική εποπτεία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού περιβάλλοντος εντός του οποίου τα χρηματοδοτικά ιδρύματα παρέχουν υπηρεσίες εντός της Ένωσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται, από κοινού με τα πιστωτικά ιδρύματα, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) όσον αφορά την προληπτική μεταχείριση και εποπτεία τους, ενώ οι απαιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και άλλες οργανωτικές απαιτήσεις και απαιτήσεις δεοντολογίας καθορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6).

(2)

Τα υφιστάμενα καθεστώτα προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, σε διαδοχικές επαναλήψεις των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων που έχουν καθοριστεί για μεγάλους τραπεζικούς ομίλους από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία και αντιμετωπίζουν μόνον εν μέρει τους ειδικούς κινδύνους που είναι εγγενείς στις διάφορες δραστηριότητες μεγάλου αριθμού επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, τα ιδιαίτερα τρωτά σημεία και οι κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να αντιμετωπιστούν περαιτέρω, με αποτελεσματικές, κατάλληλες και αναλογικές ρυθμίσεις προληπτικής εποπτείας σε επίπεδο Ένωσης, οι οποίες συμβάλλουν στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ένωση, που παρέχουν εχέγγυα για αποτελεσματική προληπτική εποπτεία, διατηρώντας παράλληλα το κόστος συμμόρφωσης υπό έλεγχο, και που εξασφαλίζουν επαρκή κεφάλαια για τους κινδύνους των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(3)

Η ορθή προληπτική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διοικούνται με μεθοδικό τρόπο και με σκοπό τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους. Θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο υπερβολικής ανάληψης κινδύνων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους πελάτες τους και τους διάφορους βαθμούς κινδύνου που αναλαμβάνουν ή ενέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων. Ομοίως, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή επιβολής δυσανάλογου διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Ταυτόχρονα, η εν λόγω προληπτική εποπτεία θα πρέπει να καθιστά δυνατή την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της κατοχύρωσης της ασφάλειας και της ευρωστίας των επιχειρήσεων επενδύσεων και της αποφυγής του υπερβολικού κόστους, το οποίο θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων.

(4)

Πολλές από τις απαιτήσεις που απορρέουν από το πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των κοινών κινδύνων που διατρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Συνεπώς, οι υφιστάμενες απαιτήσεις έχουν διαμορφωθεί, σε μεγάλο βαθμό, με γνώμονα τη διατήρηση της δανειοδοτικής ικανότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων στη διάρκεια των οικονομικών κύκλων και την προστασία καταθετών και φορολογουμένων από ενδεχόμενη πτώχευση, και δεν έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση όλων των διαφορετικών προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν διατηρούν μεγάλα χαρτοφυλάκια δανείων λιανικής και επιχειρηματικών δανείων και δεν δέχονται καταθέσεις. Η πιθανότητα να έχει η πτώχευσή τους αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι μικρότερη σε σχέση με την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενέχουν, ωστόσο, κίνδυνο που είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί με ισχυρό πλαίσιο. Επομένως, οι κίνδυνοι που διατρέχουν και ενέχουν οι περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων διαφέρουν ουσιωδώς από τους κινδύνους που διατρέχουν και ενέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα και η διαφορά αυτή θα πρέπει να αποτυπώνεται σαφώς στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας της Ένωσης.

(5)

Οι διαφορές στην εφαρμογή του υφιστάμενου προληπτικού πλαισίου στα διάφορα κράτη μέλη συνιστούν απειλή για τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός της Ένωσης, καθώς παρεμποδίζουν την πρόσβαση των επενδυτών σε νέες ευκαιρίες και σε καλύτερους τρόπους διαχείρισης των κινδύνων τους. Οι διαφορές αυτές προκύπτουν από τη συνολική πολυπλοκότητα της εφαρμογής του πλαισίου στις διάφορες επιχειρήσεις επενδύσεων με βάση τις υπηρεσίες που παρέχουν, ενώ ορισμένες εθνικές αρχές προβαίνουν σε προσαρμογή ή εξορθολογισμό της εν λόγω εφαρμογής στην εθνική νομοθεσία ή πρακτική. Δεδομένου ότι το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των κινδύνων που διατρέχουν και ενέχουν κάποια είδη επιχειρήσεων επενδύσεων, σε κάποια κράτη μέλη επιβάλλονται μεγάλες κεφαλαιακές προσαυξήσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Θα πρέπει να θεσπιστούν ενιαίες διατάξεις που αντιμετωπίζουν αυτούς τους κινδύνους, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση.

(6)

Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα ειδικό καθεστώς προληπτικής εποπτείας για επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, λόγω του μεγέθους και της διασύνδεσής τους με άλλους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς παράγοντες, δεν είναι συστημικές. Ωστόσο, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στο υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων αποτελούν υποσύνολο των επιχειρήσεων επενδύσεων στις οποίες εφαρμόζεται επί του παρόντος το πλαίσιο που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ και δεν τυγχάνουν ειδικών εξαιρέσεων από καμία από τις βασικές τους απαιτήσεις. Οι μεγαλύτερες και πλέον διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Παρέχουν υπηρεσίες «τραπεζικού τύπου» και αναλαμβάνουν κινδύνους σε σημαντική κλίμακα. Επιπλέον, οι συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων είναι αρκετά μεγάλες και διαθέτουν επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου που συνιστούν απειλή για τη σταθερή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως ακριβώς και τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως, είναι σκόπιμο να συνεχίσουν οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να υπόκεινται στις διατάξεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(7)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που ασχολούνται με τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, που ασχολούνται με την αναδοχή ή την τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης σε σημαντική κλίμακα ή που αποτελούν εκκαθαριστικά μέλη κεντρικών αντισυμβαλλομένων είναι πιθανόν να διαθέτουν παρόμοια επιχειρηματικά μοντέλα και προφίλ κινδύνου με εκείνα των πιστωτικών ιδρυμάτων. Δεδομένων των δραστηριοτήτων και του μεγέθους τους, οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων είναι πιθανόν να παρουσιάζουν κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα οι οποίοι είναι συγκρίσιμοι με εκείνους που παρουσιάζουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στην ίδια προληπτική μεταχείριση με τα πιστωτικά ιδρύματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και να τηρούν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(8)

Ενδέχεται να υπάρχουν κράτη μέλη στα οποία οι αρχές που είναι αρμόδιες για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων να είναι διαφορετικές από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία της συμπεριφοράς στην αγορά. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών αυτών, προκειμένου να διασφαλιστεί εναρμονισμένη προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση η οποία θα λειτουργεί γρήγορα και αποτελεσματικά.

(9)

Μια επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να διενεργεί συναλλαγές μέσω ενός εκκαθαριστικού μέλους σε άλλο κράτος μέλος. Σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να θεσπιστεί μηχανισμός για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των σχετικών αρμόδιων αρχών στα διάφορα κράτη μέλη. Ο εν λόγω μηχανισμός θα πρέπει να επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας αρχής για την προληπτική εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων και είτε της αρχής που εποπτεύει το εκκαθαριστικό μέλος είτε της αρχής που εποπτεύει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, σχετικά με το μοντέλο και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας της επιχείρησης επενδύσεων, όταν η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού χρησιμοποιείται ως βάση για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της εν λόγω επιχείρησης.

(10)

Για να ενισχυθεί η εναρμόνιση των εποπτικών προτύπων και πρακτικών εντός της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) (ΕΑΤ), θα πρέπει, σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) (ΕΑΚΑΑ), να διατηρήσει την κύρια αρμοδιότητα για τον συντονισμό και τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών στον τομέα της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων εντός του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ).

(11)

Το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου μιας επιχείρησης επενδύσεων θα πρέπει να βασίζεται στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που έχει άδεια να παρέχει και να ασκεί, αντίστοιχα, η συγκεκριμένη επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Η δυνατότητα των κρατών μελών να μειώνουν το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προβλέπεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, αφενός, και το φαινόμενο της άνισης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, αφετέρου, έχουν οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου εμφανίζει αποκλίσεις ανά την Ένωση. Για να δοθεί τέλος σε αυτόν τον κατακερματισμό, το απαιτούμενο επίπεδο αρχικού κεφαλαίου θα πρέπει να εναρμονιστεί για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων στην Ένωση. Προκειμένου να περιοριστούν τα εμπόδια για την είσοδο στην αγορά που υπάρχουν επί του παρόντος για τους πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) και τους μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ), το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θα πρέπει να καθορίζεται στο επίπεδο που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία. Στην περίπτωση που σε επιχείρηση επενδύσεων που διαθέτει άδεια για να διαχειρίζεται ΜΟΔ έχει επίσης επιτραπεί να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το αρχικό της κεφάλαιο θα πρέπει να καθορίζεται στο επίπεδο που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία.

(12)

Παρότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θα πρέπει πλέον να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ορισμένες έννοιες που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των εν λόγω νομοθετικών πράξεων θα πρέπει να διατηρούν την καθιερωμένη τους έννοια. Για να καταστεί δυνατή και να διευκολυνθεί η συνεπής ερμηνεία αυτών των εννοιών, όταν χρησιμοποιούνται στις ενωσιακές νομικές πράξεις, οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων, στις εποπτικές εξουσίες των αρμόδιων αρχών για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, στη διαδικασία αξιολόγησης της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων επενδύσεων, στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης από τις αρμόδιες αρχές για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις διατάξεις περί διακυβέρνησης και αποδοχών που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, οι οποίες εμπεριέχονται στις εν λόγω πράξεις, θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(13)

Προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι να εναπόκειται η ευθύνη για την προληπτική εποπτεία μιας επιχείρησης επενδύσεων, ιδίως σε σχέση με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική ευρωστία της, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής. Προκειμένου επίσης να επιτευχθεί αποτελεσματική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε άλλα κράτη μέλη, στα οποία παρέχουν υπηρεσίες ή έχουν υποκατάστημα, θα πρέπει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές των εν λόγω κρατών μελών.

(14)

Για ενημερωτικούς και εποπτικούς σκοπούς και ιδίως για να διασφαλίζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής θα πρέπει να είναι σε θέση, κατά περίπτωση, να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και να επιθεωρούν τις δραστηριότητες των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, καθώς και να απαιτούν πληροφόρηση σχετικά με τις δραστηριότητες των εν λόγω υποκαταστημάτων. Τα εποπτικά μέτρα για τα εν λόγω υποκαταστήματα θα πρέπει, ωστόσο, να παραμείνουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους καταγωγής.

(15)

Για την προστασία των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να δεσμεύονται από κανόνες επαγγελματικού απορρήτου κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων τους, καθώς και κατά την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών.

(16)

Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και για την προστασία των πελατών των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι ελεγκτές θα πρέπει να διενεργούν την εξακρίβωση με αμερόληπτο τρόπο και να γνωστοποιούν ταχέως στις αρμόδιες αρχές γεγονότα τα οποία είναι δυνατόν να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επενδύσεων ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωσή της.

(17)

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) και τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Πιο συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις όπου επιτρέπεται, βάσει της παρούσας οδηγίας, η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τρίτες χώρες, θα πρέπει να εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και το κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725.

(18)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου (11), τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, αυτές θα πρέπει να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις. Για να είναι σε θέση οι πελάτες και οι επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές, θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων.

(19)

Προκειμένου να εντοπίζονται παραβάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, καθώς και παραβιάσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να θεσπίζουν αποτελεσματικούς και ταχείς μηχανισμούς για την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων.

(20)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες θα πρέπει να έχουν διαθέσιμο εσωτερικό κεφάλαιο το οποίο να επαρκεί, από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής, για την κάλυψη των ειδικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες ή μπορεί να εκτεθούν. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν επαρκείς στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας του εσωτερικού κεφαλαίου τους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ζητούν από τις μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν, κατά περίπτωση, παρόμοιες απαιτήσεις.

(21)

Οι εξουσίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό ρυθμιστικό εργαλείο που παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να προβαίνουν σε εκτίμηση των ποιοτικών στοιχείων, όπου συμπεριλαμβάνονται η εσωτερική διακυβέρνηση και οι εσωτερικοί έλεγχοι, οι διεργασίες και διαδικασίες διαχείρισης των κινδύνων και, εφόσον χρειαστεί, να καθορίζουν πρόσθετες απαιτήσεις, ειδικότερα όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τις απαιτήσεις ρευστότητας, ιδίως για επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν θεωρούνται μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις και, όταν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι δικαιολογείται και είναι σκόπιμο, επίσης για τις μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων.

(22)

Η αρχή της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας προβλέπεται στο άρθρο 157 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η εν λόγω αρχή θα πρέπει να εφαρμόζεται με συνέπεια από τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Για την ευθυγράμμιση των αποδοχών με το προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και για την κατοχύρωση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε σαφείς αρχές σχετικά με τις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης και σε κανόνες σχετικά με τις αποδοχές, που να είναι ουδέτεροι ως προς το φύλο και να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει, ωστόσο, να εξαιρεθούν από τους κανόνες αυτούς, διότι οι διατάξεις περί αποδοχών και εταιρικής διακυβέρνησης που παρατίθενται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ είναι επαρκώς λεπτομερείς για αυτές τις κατηγορίες επιχειρήσεων επενδύσεων.

(23)

Ομοίως, η έκθεση της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2016 για την αξιολόγηση των κανόνων σχετικά με τις αποδοχές που προβλέπουν η οδηγία 2013/36/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 κατέδειξε ότι οι απαιτήσεις για την αναβολή της καταβολής μέρους των αποδοχών και την καταβολή σε μέσα, που προβλέπονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, δεν είναι κατάλληλες για μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις επενδύσεων ή για προσωπικό με χαμηλά επίπεδα μεταβλητών αποδοχών. Είναι αναγκαίο να υπάρχουν σαφή, συνεπή και εναρμονισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό επιχειρήσεων επενδύσεων και προσώπων που εξαιρούνται από τις εν λόγω απαιτήσεις, ώστε να διασφαλιστεί εποπτική σύγκλιση και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού. Δεδομένου του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν τα υψηλά αμειβόμενα πρόσωπα στη διεύθυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και τις μακροπρόθεσμες επιδόσεις των επιχειρήσεων επενδύσεων, θα πρέπει να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία των πρακτικών και των τάσεων σχετικά με πρόσωπα με υψηλές αποδοχές. Συνεπώς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παρακολουθούν τις αποδοχές των υψηλά αμειβόμενων προσώπων.

(24)

Είναι επίσης σκόπιμο να παρέχονται κάποια περιθώρια ευελιξίας στις επιχειρήσεις επενδύσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρησιμοποιούν μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα για την καταβολή μεταβλητών αποδοχών, υπό τον όρο τα εν λόγω μέσα είναι πρόσφορα για την επίτευξη του στόχου της εναρμόνισης των συμφερόντων του προσωπικού με τα συμφέροντα των διαφόρων εμπλεκομένων, όπως των μετόχων και των πιστωτών, και συμβάλλουν στην εναρμόνιση των μεταβλητών αποδοχών με το προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.

(25)

Τα έσοδα των επιχειρήσεων επενδύσεων υπό τη μορφή αμοιβών, προμηθειών και λοιπών εσόδων σε σχέση με την παροχή διαφόρων επενδυτικών υπηρεσιών είναι ιδιαιτέρως ευμετάβλητα. Ο περιορισμός της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών σε μέρος της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών θα επηρέαζε τη δυνατότητα της επιχείρησης επενδύσεων να μειώνει τις αποδοχές, σε περιόδους μειωμένων εσόδων, και ενδεχομένως θα επέφερε αύξηση της βάσης σταθερού κόστους της επιχείρησης επενδύσεων, πράγμα το οποίο με τη σειρά του θα οδηγούσε σε κινδύνους για την ικανότητα της επιχείρησης επενδύσεων να ανταπεξέλθει σε περιόδους οικονομικής ύφεσης ή μειωμένων εσόδων. Για να αποφευχθούν οι εν λόγω κίνδυνοι, δεν θα πρέπει να επιβάλλεται ενιαία μέγιστη αναλογία μεταξύ του μεταβλητού και της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών στις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων. Αντιθέτως, οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να καθορίζουν οι ίδιες τη δέουσα αναλογία. Ωστόσο, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν μέτρα στο εθνικό δίκαιο που είναι σχεδιασμένα για να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων αυστηρότερες απαιτήσεις σε σχέση με τη μέγιστη αναλογία μεταξύ του μεταβλητού και της σταθερής συνιστώσας των αποδοχών. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την εν λόγω μέγιστη αναλογία σε όλα τα είδη ή σε συγκεκριμένα είδη επιχειρήσεων επενδύσεων.

(26)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να υιοθετούν αυστηρότερη προσέγγιση σε ό,τι αφορά τις αποδοχές όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων λαμβάνουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη.

(27)

Στα κράτη μέλη χρησιμοποιούνται διαφορετικές δομές διακυβέρνησης. Τις περισσότερες φορές πρόκειται για ενιαίο ή διπλό διοικητικό συμβούλιο. Στόχος των ορισμών που παρατίθενται στην παρούσα οδηγία είναι να καλύπτουν όλες τις υφιστάμενες δομές χωρίς να εκφράζεται προτίμηση σε κάποια συγκεκριμένη δομή. Είναι καθαρά λειτουργικοί και έχουν ως στόχο τη διατύπωση κανόνων που αποσκοπούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως του εθνικού εταιρικού δικαίου που εφαρμόζεται στα ιδρύματα κάθε κράτους μέλους. Ως εκ τούτου οι ορισμοί δεν θα πρέπει να θίγουν τη γενική κατανομή αρμοδιοτήτων σύμφωνα με το εθνικό εταιρικό δίκαιο.

(28)

Τα διοικητικά όργανα θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν εκτελεστικές και εποπτικές λειτουργίες. Οι αρμοδιότητες και η δομή των διοικητικών οργάνων διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών. Στα κράτη μέλη στα οποία τα διοικητικά όργανα έχουν δομή μίας βαθμίδας, τα διοικητικά και εποπτικά καθήκοντα ασκούνται συνήθως από ένα και μόνο συμβούλιο. Στα κράτη μέλη με σύστημα δύο βαθμίδων, οι εποπτικές λειτουργίες επιτελούνται από χωριστό εποπτικό συμβούλιο, το οποίο δεν έχει εκτελεστικές λειτουργίες, και οι εκτελεστικές λειτουργίες από χωριστό διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί για την καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης. Συνεπώς, στις διαφορετικές οντότητες εντός του διοικητικού οργάνου ανατίθενται χωριστά καθήκοντα.

(29)

Ως απάντηση στη διογκούμενη απαίτηση της κοινής γνώμης για φορολογική διαφάνεια, αλλά και για την προώθηση της εταιρικής ευθύνης των επιχειρήσεων επενδύσεων, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, εκτός αν χαρακτηρίζονται ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες, να γνωστοποιούν σε ετήσια βάση συγκεκριμένες πληροφορίες όπως, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τα κέρδη που έχουν πραγματοποιηθεί, τους φόρους που έχουν καταβληθεί και τις δημόσιες επιδοτήσεις που έχουν εισπραχθεί.

(30)

Προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι κίνδυνοι σε επίπεδο ομίλου που απαρτίζεται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, η μέθοδος εποπτικής ενοποίησης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 θα πρέπει, στην περίπτωση ομίλων που απαρτίζονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις επενδύσεων, να συνοδεύονται από δοκιμή κεφαλαίων ομίλου για τις απλούστερες δομές ομίλων. Ο προσδιορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου, ωστόσο, θα πρέπει και στις δύο περιπτώσεις να βασίζεται στις ίδιες αρχές που ισχύουν και στην περίπτωση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Για να διασφαλίζεται καλή συνεργασία, τα βασικά στοιχεία των μέτρων συντονισμού, και ιδίως οι απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή οι ρυθμίσεις συντονισμού και συνεργασίας, θα πρέπει να είναι παρόμοια με τα βασικά στοιχεία συντονισμού που ισχύουν στο πλαίσιο του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τα πιστωτικά ιδρύματα.

(31)

Η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, σχετικά με την πρακτική άσκηση εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, για επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, καθώς και για επιχειρήσεις επενδύσεων που δραστηριοποιούνται σε τρίτες χώρες των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις είναι εγκατεστημένες στην Ένωση. Επιπλέον, τα κράτη μέλη και η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να καθιερώνουν ρυθμίσεις συνεργασίας με τρίτες χώρες, για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους.

(32)

Για να κατοχυρωθεί ασφάλεια δικαίου και να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, που ισχύει τόσο για τα πιστωτικά ιδρύματα όσο και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, και της παρούσας οδηγίας, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθούν, ώστε να αφαιρεθούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από το πεδίο εφαρμογής τους. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι μέλη τραπεζικού ομίλου θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ οι οποίες είναι σχετικές με τον τραπεζικό όμιλο, όπως οι κανόνες περί εποπτικής ενοποίησης που καθορίζονται στα άρθρα 11 έως 24 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι διατάξεις για την ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 21β της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

(33)

Είναι αναγκαίο να εξειδικευτούν οι ενέργειες στις οποίες χρειάζεται να προβαίνουν οι επιχειρήσεις για να διαπιστώνουν αν εμπίπτουν στον ορισμό του πιστωτικού ιδρύματος, που παρατίθεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και οφείλουν, ως εκ τούτου, να λάβουν άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Επειδή ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων ασκούν ήδη τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί σαφήνεια σχετικά με τη συνέχιση της όποιας άδειας χορηγείται για τις δραστηριότητες αυτές. Ειδικότερα, είναι απαραίτητο οι αρμόδιες αρχές να διασφαλίσουν ότι η μετάβαση από το υφιστάμενο στο νέο πλαίσιο παρέχει επαρκή ασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(34)

Για να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία, είναι σημαντικό οι επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 να υποβάλλουν αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, επομένως, να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν κυρώσεις σε επιχειρήσεις που δεν υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας.

(35)

Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, μπορεί, από την έναρξη ισχύος του τελευταίου, να καλύπτει επιχειρήσεις επενδύσεων που λειτουργούν ήδη βάσει άδειας λειτουργίας που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Στις εν λόγω επιχειρήσεις θα πρέπει να επιτραπεί να συνεχίσουν να λειτουργούν, βάσει της άδειας λειτουργίας τους, ως επιχειρήσεις επενδύσεων, έως ότου χορηγηθεί σε αυτές άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα, το αργότερο όταν ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους είναι ίσο με οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τα υπερβεί, στη διάρκεια περιόδου 12 συναπτών μηνών. Σε περίπτωση που επιχειρήσεις επενδύσεων καλύψουν οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού τους θα πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένων υπόψη των 12 συναπτών μηνών που προηγούνται της εν λόγω ημερομηνίας. Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός έτους και μίας ημέρας μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(36)

Η τροποποίηση του ορισμού του «πιστωτικού ιδρύματος» που παρατίθεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, μπορεί επίσης να επηρεάσει επιχειρήσεις που έχουν ήδη υποβάλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων, βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και για τις οποίες η αίτηση εκκρεμεί ακόμη. Οι εν λόγω αιτήσεις θα πρέπει να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας που παρατίθενται στην εν λόγω οδηγία, εάν τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης είναι ίσα με οποιοδήποτε από τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τα υπερβαίνει.

(37)

Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει επίσης να υπόκεινται στο σύνολο των απαιτήσεων σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων, που καθορίζονται στον τίτλο III της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων περί ανάκλησης αδείας του άρθρου 18 της εν λόγω οδηγίας. Το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας θα πρέπει, πάντως, να τροποποιηθεί, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές δύνανται επίσης να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε πιστωτικό ίδρυμα, όταν αυτό το πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του για την άσκηση αποκλειστικά και μόνο των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για μια περίοδο πέντε συναπτών ετών, ο μέσος όρος των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του είναι μικρότερος από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β).

(38)

Σύμφωνα με το άρθρο 39 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στην Ένωση υπόκεινται σε εθνικά καθεστώτα βάσει των οποίων ενδέχεται να απαιτείται η εγκατάσταση υποκαταστήματος σε κράτος μέλος. Για να διευκολυνθεί η τακτική παρακολούθηση και αξιολόγηση των δραστηριοτήτων που ασκούνται από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω υποκαταστημάτων στην Ένωση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με την κλίμακα και το εύρος των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που ασκούνται μέσω υποκαταστημάτων στο έδαφός τους.

(39)

Οι ειδικές παραπομπές των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2009/65/ΕΚ (12), 2011/61/ΕΕ (13) και 2014/59/ΕΕ (14) στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι οποίες παύουν να εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στις αντίστοιχες διατάξεις στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

(40)

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, έχει εκδώσει έκθεση, βασισμένη σε διεξοδική ανάλυση του πλαισίου, συλλογή στοιχείων και διαβούλευση, σχετικά με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος προληπτικής εποπτείας για όλες τις μη συστημικές επιχειρήσεις επενδύσεων, το οποίο αποτελεί τη βάση για το αναθεωρημένο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(41)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των κριτηρίων για να εμπίπτουν ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που θα πρέπει να ανταλλάσσουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών καταγωγής και υποδοχής στο πλαίσιο της εποπτείας, για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εκτιμούν το μέγεθος των δραστηριοτήτων τους για τους σκοπούς των απαιτήσεων εσωτερικής διακυβέρνησης και, κυρίως, αν αποτελούν μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τις κατηγορίες των μελών του προσωπικού των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των επιχειρήσεων για τους σκοπούς των διατάξεων που αφορούν τις αποδοχές, και να προσδιορίζουν τα πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και της κατηγορίας 2 που είναι κατάλληλα να χρησιμοποιούνται ως μεταβλητές αποδοχές. Τέλος, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να προσδιορίζουν τα στοιχεία για την αξιολόγηση συγκεκριμένων κινδύνων ρευστότητας, την εφαρμογή απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων από τις αρμόδιες αρχές και τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών. Η Επιτροπή θα πρέπει να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία με την έγκριση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα μπορούν να εφαρμόζονται από όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων και των δραστηριοτήτων τους

(42)

Θα πρέπει επίσης να ανατεθεί στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έκδοσης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΤ σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τις απαιτήσεις δημοσίευσης των αρμόδιων αρχών και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(43)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, όσον αφορά τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας αποσαφηνίζοντας τους ορισμούς στην παρούσα οδηγία, το εσωτερικό κεφάλαιο και τις εκτιμήσεις κινδύνων των επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τις εξουσίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης των αρμόδιων αρχών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διενεργήσει η Επιτροπή, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (15). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(44)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η καθιέρωση αποτελεσματικού και αναλογικού πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης λειτουργούν σε στέρεη οικονομική βάση και διοικούνται με μεθοδικό τρόπο, μεταξύ άλλων, για τη βέλτιστη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(45)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (16), τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να επισυνάπτουν, όταν δικαιολογείται, στην κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και ένα ή περισσότερα έγγραφα που διευκρινίζουν το δεσμό ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης εκτιμά ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:

α)

με το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων,

β)

με τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές,

γ)

με την προληπτική εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

δ)

με τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τίτλοι IV και V της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι οποίες εποπτεύονται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων,

2)

«άδεια λειτουργίας»: άδεια λειτουργίας επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

3)

«υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 30) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

4)

«στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

5)

«αρμόδια αρχή»: η δημόσια αρχή ή το όργανο κράτους μέλους που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύει επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ως υπαγόμενες στο σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στο εν λόγω κράτος μέλος,

6)

«διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής»: διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 150) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

7)

«έλεγχος»: η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται επιχείρηση επενδύσεων δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης,

8)

«συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου»: συμμόρφωση μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

9)

«πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

10)

«παράγωγα»: παράγωγα όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19),

11)

«χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

12)

«πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο»: πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 65) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20),

13)

«όμιλος»: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ,

14)

«κατάσταση ενοποίησης»: η κατάσταση ενοποίησης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

15)

«αρχή εποπτείας του ομίλου»: η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση,

16)

«κράτος μέλος καταγωγής»: κράτος μέλος καταγωγής (κράτος μέλος προέλευσης) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 55) στοιχείο α) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

17)

«κράτος μέλος υποδοχής»: κράτος μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 56) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

18)

«αρχικό κεφάλαιο»: το κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων, το ποσό και το είδος του οποίου προσδιορίζονται στα άρθρα 9 και 11,

19)

«επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

20)

«όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 25) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

21)

«επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: επενδυτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

22)

«επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

23)

«διοικητικό όργανο»: διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

24)

«διοικητικό όργανο με την εποπτική του λειτουργία»: το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του σχετικά με την επίβλεψη και την παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση,

25)

«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21),

26)

«μικτή εταιρεία συμμετοχών»: μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, πιστωτικό ίδρυμα, επιχείρηση επενδύσεων ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών κατά την έννοια της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση επενδύσεων,

27)

«ανώτερα διοικητικά στελέχη»: ανώτερα διοικητικά στελέχη (ανώτερα στελέχη) όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 37) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

28)

«μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 32) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

29)

«θυγατρική»: θυγατρική (θυγατρική επιχείρηση) όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ,

30)

«συστημικός κίνδυνος»: συστημικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 10) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

31)

«μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 56) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

32)

«μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 57) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

33)

«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 58) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 58 για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας αποσαφηνίζοντας τους ορισμούς που παρατίθενται στην παράγραφο 1 προκειμένου:

α)

να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας,

β)

να λαμβάνονται υπόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ

ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 4

Ορισμός και εξουσίες των αρμόδιων αρχών

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές που είναι αρμόδιες για την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τον εν λόγω ορισμό και, σε περίπτωση περισσότερων της μίας αρμόδιων αρχών, σχετικά με τις λειτουργίες και τα καθήκοντα καθεμίας αρμόδιας αρχής.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εποπτεύουν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμούν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 14, προκειμένου να λαμβάνουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, και να ερευνούν πιθανές παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των λειτουργιών προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν στις οικείες αρμόδιες αρχές όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και της συμμόρφωσης προς τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033. Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των επιχειρήσεων επενδύσεων επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή, στις αρμόδιες αρχές τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τις εν λόγω διατάξεις.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να ελέγξουν, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας, και τη συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 5

Διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών για την υπαγωγή ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε επιχείρηση επενδύσεων που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος για την περίοδο των 12 προηγούμενων μηνών, είναι ίση με 5 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει και ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες σε τέτοια κλίμακα που η πτώχευση ή η δυσχέρεια της επιχείρησης επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκκαθαριστικό μέλος σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

γ)

η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι δικαιολογείται με βάση το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και σε σχέση με έναν ή περισσότερους από τους εξής παράγοντες:

i)

τη σημασία της επιχείρησης επενδύσεων για την οικονομία της Ένωσης ή του σχετικού κράτους μέλους,

ii)

τη σημασία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων,

iii)

τη διασύνδεση της επιχείρησης επενδύσεων με το χρηματοοικονομικό σύστημα.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3.   Όταν μια αρμόδια αρχή αποφασίζει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1, η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων εποπτεύεται όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει των τίτλων VII και VIII της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

4.   Όταν μια αρμόδια αρχή αποφασίζει να ανακαλέσει απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την επιχείρηση επενδύσεων.

Οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται από αρμόδια αρχή δυνάμει της παραγράφου 1 παύει να εφαρμόζεται στην περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί πλέον το κριτήριο του ορίου που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, το οποίο υπολογίζεται σε περίοδο 12 συναπτών μηνών.

5.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΤ για κάθε απόφαση που λαμβάνουν δυνάμει των παραγράφων 1, 3 και 4.

6.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) και διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή τους.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 6

Συνεργασία εντός των κρατών μελών

1.   Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με τις δημόσιες αρχές ή τους φορείς που είναι αρμόδιοι στο οικείο κράτος μέλος για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές και τις εν λόγω δημόσιες αρχές ή φορείς να ανταλλάσσουν, χωρίς καθυστέρηση, κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές που είναι διαφορετικές από εκείνες που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ καθιερώνουν μηχανισμό για τη συνεργασία με τις εν λόγω αρχές και την ανταλλαγή όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές με την άσκηση των αντίστοιχων λειτουργιών και καθηκόντων τους.

Άρθρο 7

Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας

1.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, κατά την εφαρμογή των νομικών διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)

οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του ΕΣΧΕ, συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ,

β)

οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις δραστηριότητες της ΕΑΤ και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 48 της παρούσας οδηγίας και το άρθρο 116 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ,

γ)

οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22),

δ)

οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ,

ε)

οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές δεν τις εμποδίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους ως μέλη της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει της παρούσας οδηγίας και βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 8

Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας

Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, καθώς και στην Ένωση συνολικά, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο 9

Αρχικό κεφάλαιο

1.   Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ανέρχεται σε 750 000 EUR.

2.   Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 1), 2), 4), 5) και 7) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες της, ανέρχεται σε 75 000 EUR.

3.   Το αρχικό κεφάλαιο της επιχείρησης επενδύσεων, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για τις λοιπές επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου, ανέρχεται σε 150 000 EUR.

4.   Το αρχικό κεφάλαιο επιχείρησης επενδύσεων που διαθέτει άδεια για να παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 9) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων διενεργεί ή της επιτρέπεται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, ανέρχεται σε 750 000 EUR.

Άρθρο 10

Αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στην οδηγία 2013/36/ΕΕ

Από τις 26 Ιουνίου 2021, θεωρείται ότι οι αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στο άρθρο 9 της παρούσας οδηγίας αντικαθιστούν τις αναφορές σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, ως εξής:

α)

οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 28 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ νοούνται ως αναφορές στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας,

β)

οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων στα άρθρα 29 και 31 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ νοούνται ως αναφορές στο άρθρο 9 παράγραφος 2, 3 ή 4 της παρούσας οδηγίας, ανάλογα με τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων,

γ)

οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στο άρθρο 30 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ νοούνται ως αναφορές στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 11

Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου

Το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Αρχές της προληπτικής εποπτείας

ΤΜΗΜΑ 1

Αρμοδιότητες και καθήκοντα του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής

Άρθρο 12

Αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και υποδοχής

Η προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αναθέτουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 13

Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών

1.   Οι αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών συνεργάζονται στενά για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 (23), ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μεταξύ άλλων των ακολούθων:

α)

πληροφοριών σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επιχείρησης επενδύσεων,

β)

πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,

γ)

πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις για τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τις απαιτήσεις για τη ρευστότητα της επιχείρησης επενδύσεων,

δ)

πληροφοριών σχετικά με τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της επιχείρησης επενδύσεων,

ε)

οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η επιχείρηση επενδύσεων για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, που έχουν εντοπίσει στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ανταποκρίνονται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Εφόσον τους ζητηθεί, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής εξηγούν λεπτομερώς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβαν υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που τους κοινοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

4.   Όταν, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 3, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παραπέμπουν στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Με την επιφύλαξη του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, όσον αφορά αυτές τις περιπτώσεις, η ΕΑΤ μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που της παρέχονται με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει του εν λόγω άρθρου με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

5.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής που διαφωνούν με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ, η οποία ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Στις περιπτώσεις που η ΕΑΤ ενεργεί σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μηνός.

6.   Προκειμένου να αξιολογηθεί η προϋπόθεση του άρθρου 23 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μιας επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενός εκκαθαριστικού μέλους την παροχή πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

7.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων σχετικά με το είδος και τη φύση των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών, με σκοπό τη διευκόλυνση της εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

9.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8 στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Άρθρο 14

Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος

1.   Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά της μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω ενδιαμέσων που διορίζουν για τον σκοπό αυτό σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και να επιθεωρούν τα εν λόγω υποκαταστήματα.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στο έδαφός τους, και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του.

Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν, χωρίς καθυστέρηση, διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και τις διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων.

ΤΜΗΜΑ 2

Επαγγελματικό απόρρητο και υποχρέωση αναφοράς

Άρθρο 15

Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές και όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για τις εν λόγω αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 76 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των αρμοδίων αρχών και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης επιχείρησης επενδύσεων ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Σε περίπτωση που η επιχείρηση επενδύσεων έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό αναγκαστική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες δεν αφορούν τρίτους μπορούν να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, όπου τέτοια δημοσιοποίηση απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους και ιδίως για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

β)

την επιβολή κυρώσεων,

γ)

στο πλαίσιο διοικητικών προσφυγών κατά αποφάσεων αρμόδιων αρχών,

δ)

στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 23.

3.   Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και άλλοι φορείς, εκτός των αρμόδιων αρχών, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η αρμόδια αρχή ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες για τους σκοπούς της παραγράφου 2, να ορίζουν ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζουν ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.

5.   Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες στην Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής.

6.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρέχουν στην ΕΑΤ, στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΣΚ, στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 16

Ρυθμίσεις συνεργασίας με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών

Για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων τους βάσει της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και για την ανταλλαγή πληροφοριών, οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, μπορούν να προβαίνουν σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, καθώς και με αρχές ή φορείς τρίτων χωρών που έχουν επιφορτιστεί με τα ακόλουθα καθήκοντα, υπό τον όρο οι πληροφορίες που παρέχονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 15 της παρούσας οδηγίας:

α)

την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που διαθέτουν άδεια για να λειτουργούν ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, όταν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24),

β)

την εκκαθάριση και την πτώχευση επιχειρήσεων επενδύσεων και παρόμοιες διαδικασίες,

γ)

την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες,

δ)

τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης,

ε)

την εποπτεία προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

στ)

την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης,

ζ)

την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.

Άρθρο 17

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25) και το οποίο ασκεί σε επιχείρηση επενδύσεων τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων και που:

α)

αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας,

β)

ενδέχεται να επηρεάσει τη συνέχεια της λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων ή

γ)

ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.

ΤΜΗΜΑ 3

Κυρώσεις, εξουσίες διερεύνησης και δικαίωμα προσφυγής

Άρθρο 18

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα

1.   Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στον τίτλο IV κεφάλαιο 2 τμήμα 4 της παρούσας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών διερεύνησης και των εξουσιών των αρμόδιων αρχών για την επιβολή επανορθωτικών μέτρων, και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα και διασφαλίζουν ότι οι οικείες αρμόδιες αρχές τους έχουν την εξουσία να επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις και τέτοια μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, μεταξύ άλλων όταν μία επιχείρηση επενδύσεων:

α)

δεν έχει καθιερώσει πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 26,

β)

δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, κατά παράβαση του άρθρου 54 παράγραφος 1 στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού,

γ)

δεν αναφέρει στις αρμόδιες αρχές, κατά παράβαση του άρθρου 54 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες,

δ)

παρουσιάζει κίνδυνο συγκέντρωσης πέραν των ορίων που τίθενται στο άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 38 και 39 του εν λόγω κανονισμού,

ε)

κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, δεν διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού, κατά παράβαση του άρθρου 43 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 44 του εν λόγω κανονισμού,

στ)

δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση των διατάξεων του έκτου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

ζ)

καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης επενδύσεων, σε περιπτώσεις στις οποίες το άρθρο 28, 52 ή 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,

η)

κηρύχθηκε υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26),

θ)

επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού οργάνου.

Τα κράτη μέλη που δεν θεσπίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

2.   Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή η υπεύθυνη επιχείρηση επενδύσεων, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης,

β)

διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον,

γ)

προσωρινή απαγόρευση κατά των μελών του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων ή οποιωνδήποτε άλλων υπαίτιων φυσικών προσώπων να ασκούν καθήκοντα σε επιχειρήσεις επενδύσεων,

δ)

σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικές χρηματικές κυρώσεις ύψους έως το 10 % του συνολικού ετήσιου καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης, και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

ε)

σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικές χρηματικές κυρώσεις μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν,

στ)

σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικές χρηματικές κυρώσεις μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά την 25η Δεκεμβρίου 2019.

Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) είναι θυγατρική, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή παράβασης των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 από επιχείρηση επενδύσεων, μπορεί να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις από την αρμόδια αρχή στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, ευθύνονται για την παράβαση.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή των άλλων διοικητικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και του ύψους των διοικητικών χρηματικών κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

α)

η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,

β)

ο βαθμός ευθύνης των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση,

γ)

η οικονομική ισχύς των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού κύκλου εργασιών των νομικών προσώπων ή του ετήσιου εισοδήματος των φυσικών προσώπων,

δ)

η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τα νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

ε)

τυχόν ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση,

στ)

ο βαθμός συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές,

ζ)

προηγούμενες παραβάσεις από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

η)

τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

Άρθρο 19

Εξουσίες διερεύνησης

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των λειτουργιών τους, μεταξύ άλλων:

α)

την εξουσία να απαιτούν πληροφορίες από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:

i)

επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

ii)

επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

iii)

μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

iv)

μικτές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

v)

πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv),

vi)

τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες,

β)

την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων διερευνήσεων για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α), εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος:

i)

να απαιτούν την υποβολή εγγράφων από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ii)

να εξετάζουν τα βιβλία και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και να δημιουργούν αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία,

iii)

να λαμβάνουν προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο στοιχείο α) ή από τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους,

iv)

να προβαίνουν σε συνέντευξη με κάθε άλλο σχετικό πρόσωπο με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της διερεύνησης,

γ)

την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) και οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης που περιλαμβάνεται στην εποπτεία της συμμόρφωσης προς τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, όταν η αρμόδια αρχή είναι η αρχή εποπτείας του ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνονται προηγουμένως οι άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 20

Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 18 και κατά των οποίων δεν έχει ασκηθεί ή δεν μπορεί πλέον να ασκηθεί προσφυγή. Η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις κυρώσεις και τα μέτρα αυτά και στον βαθμό που η δημοσίευση είναι αναγκαία και αναλογική.

2.   Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 και κατά των οποίων έχει ασκηθεί προσφυγή, οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τους τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και σχετικά με την έκβασή τους.

3.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν τις διοικητικές κυρώσεις ή τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 18 ανωνύμως σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη,

β)

η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών,

γ)

η δημοσίευση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

4.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής μπορούν να διατηρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο εφόσον αυτό επιτρέπεται από τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

Άρθρο 21

Αναφορά κυρώσεων στην ΕΑΤ

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 18, καθώς και σχετικά με κάθε προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων και την έκβασή της. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή μόνο στις αρμόδιες αρχές και την ΕΑΚΑΑ, ενημερώνεται δε τακτικά και τουλάχιστον ετησίως.

Η ΕΑΤ τηρεί δικτυακό τόπο με συνδέσμους προς τις δημοσιευμένες από κάθε αρμόδια αρχή διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 και αναφέρει το χρονικό διάστημα για το οποίο κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα.

Άρθρο 22

Καταγγελίες παραβάσεων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για να επιτρέπουν την έγκαιρη καταγγελία δυνητικών ή υπαρχουσών παραβάσεων εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στις αρμόδιες αρχές.

Στους εν λόγω μηχανισμούς περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α)

ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή, τον χειρισμό και τις ενέργειες σε συνέχεια τέτοιων καταγγελιών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ασφαλών διαύλων επικοινωνίας,

β)

κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης από μέρους της επιχείρησης επενδύσεων για εργαζομένους των επιχειρήσεων επενδύσεων οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της επιχείρησης επενδύσεων,

γ)

προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679,

δ)

σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της επιχείρησης επενδύσεων, εκτός εάν απαιτείται δημοσιοποίηση από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης διοικητικής ή ποινικής διαδικασίας.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτές να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού ανεξάρτητου διαύλου. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να παρέχονται από τους κοινωνικούς εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες προσφέρουν την ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ).

Άρθρο 23

Δικαίωμα προσφυγής

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά των αποφάσεων και μέτρων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 ή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διαδικασία ελέγχου

ΤΜΗΜΑ 1

Διαδικασία για την εκτίμηση της επάρκειας εσωτερικών κεφαλαίων και διαδικασία για την εκτίμηση των εσωτερικών κινδύνων

Άρθρο 24

Εσωτερικά κεφάλαια και ρευστά στοιχεία ενεργητικού

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, στρατηγικές και διαδικασίες για να εκτιμούν και να διατηρούν σε διαρκή βάση τα ποσά, τα είδη και την κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να ενέχουν για τρίτους και στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι ίδιες οι επιχειρήσεις επενδύσεων.

2.   Οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι κατάλληλες και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων. Υποβάλλονται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου στον βαθμό που οι αρμόδιες αρχές το κρίνουν σκόπιμο.

ΤΜΗΜΑ 2

Εσωτερική διακυβέρνηση, διαφάνεια, αντιμετώπιση κινδύνων και αποδοχές

Άρθρο 25

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος

1.   Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων.

2.   Σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εκπληρώσει τις προϋποθέσεις αυτές αργότερα, το παρόν τμήμα παύει να εφαρμόζεται μετά την παρέλευση έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εκπληρώθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Το παρόν τμήμα παύει να εφαρμόζεται στην επιχείρηση επενδύσεων μετά την παρέλευση του εν λόγω διαστήματος μόνο όταν η επιχείρηση επενδύσεων συνέχισε να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αδιαλείπτως κατά τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος και όταν ενημέρωσε σχετικώς την αρμόδια αρχή.

3.   Σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων προσδιορίσει ότι δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ενημερώνει την αρμόδια αρχή και συμμορφώνεται με το παρόν τμήμα εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η εκτίμηση αυτή.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 32 στις αποδοχές που χορηγούνται για παρασχεθείσες υπηρεσίες ή για επιδόσεις κατά το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έγινε η εκτίμηση της παραγράφου 3.

Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε ατομική βάση.

Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή εποπτικής ενοποίησης όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την εφαρμογή του παρόντος τμήματος στις επιχειρήσεις επενδύσεων σε ατομική και ενοποιημένη βάση.

Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται σε κατάσταση ενοποίησης και είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εάν η εγκατεστημένη στην Ένωση μητρική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στις αρμόδιες αρχές ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος είναι παράνομη σύμφωνα με τη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις.

Άρθρο 26

Εσωτερική διακυβέρνηση

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα κατωτέρω:

α)

σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης,

β)

αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή των κινδύνων τους οποίους ενέχουν ή θα μπορούσαν να ενέχουν για τρίτους,

γ)

επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών,

δ)

πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που συνάδουν με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθούν.

Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.

2.   Κατά τη διαμόρφωση του πλαισίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως 33.

3.   Το πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι κατάλληλο και αναλογικό προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή του πλαισίου διακυβέρνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για ουδέτερες ως προς το φύλο πολιτικές αποδοχών στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Εντός δύο ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η ΕΑΤ εκδίδει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή ουδέτερων ως προς το φύλο πολιτικών αποδοχών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, με βάση τις πληροφορίες που έχουν συλλέξει οι αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 27

Αναφορά στοιχείων ανά χώρα

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που διαθέτουν υποκατάστημα ή θυγατρική η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα πλην αυτής όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων να δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες ανά κράτος μέλος και ανά τρίτη χώρα σε ετήσια βάση:

α)

την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και τον τόπο των θυγατρικών και των υποκαταστημάτων,

β)

τον κύκλο εργασιών,

γ)

τον αριθμό υπαλλήλων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης,

δ)

τα αποτελέσματα προ φόρων,

ε)

τους φόρους επί των αποτελεσμάτων,

στ)

τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

2.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

Άρθρο 28

Ρόλος του διοικητικού οργάνου στη διαχείριση κινδύνων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο της επιχείρησης επενδύσεων εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων, καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η επιχείρηση επενδύσεων, λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της επιχείρησης επενδύσεων.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, αφενός, ότι το διοικητικό όργανο αφιερώνει επαρκή χρόνο για την εξασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των θεμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, αφετέρου, ότι διαθέτει επαρκείς πόρους στη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η επιχείρηση επενδύσεων.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εισάγουν διαύλους αναφοράς στο διοικητικό όργανο για όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και για κάθε μεταβολή τους.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 32 παράγραφος 4 στοιχείο α) να συστήσουν επιτροπή κινδύνου, αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων.

Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της επιχείρησης επενδύσεων. Διασφαλίζουν ότι η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το διοικητικό όργανο σχετικά με τη συνολική τρέχουσα και μελλοντική διάθεση ανάληψης κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, και βοηθά το διοικητικό όργανο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Το διοικητικό όργανο διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο με την εποπτική του λειτουργία και η επιτροπή κινδύνου του εν λόγω διοικητικού οργάνου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί επιτροπή κινδύνου, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η επιχείρηση επενδύσεων.

Άρθρο 29

Αντιμετώπιση κινδύνων

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα για να εντοπίζουν, να μετρούν, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τα εξής:

α)

τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για τους πελάτες, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια,

β)

τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων για την αγορά, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια,

γ)

τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, ιδίως όσες μπορούν να εξαντλήσουν το επίπεδο των διαθέσιμων ιδίων κεφαλαίων,

δ)

τον κίνδυνο ρευστότητας για κατάλληλο σύνολο χρονικών οριζόντων, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η επιχείρηση επενδύσεων διατηρεί επαρκή επίπεδα ρευστών πόρων, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αντιμετώπιση των σημαντικών πηγών κινδύνων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ).

Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου και το πεδίο λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων, καθώς και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το διοικητικό όργανο, απηχούν δε τη σημασία της επιχείρησης επενδύσεων σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) και του δεύτερου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη το εθνικό δίκαιο που διέπει τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), οι επιχειρήσεις επενδύσεων εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ως αποτελεσματικού εργαλείου για τη διαχείριση των κινδύνων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), στις σημαντικές πηγές κινδύνου για την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, σημαντικές μεταβολές της λογιστικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων επί συνδεδεμένων αντιπροσώπων, της πτώχευσης πελατών ή αντισυμβαλλομένων, των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα, ξένα νομίσματα και εμπορεύματα, καθώς και των υποχρεώσεων έναντι συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων λαμβάνουν δεόντως υπόψη κάθε σημαντικό αντίκτυπο επί των ιδίων κεφαλαίων εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί δεν καλύπτονται καταλλήλως από τα ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.   Εάν οι επιχειρήσεις επενδύσεων χρειάζεται να προβούν σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, συνεκτιμώντας τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικών τους, τις απαιτήσεις και τους αναγκαίους πόρους που είναι ρεαλιστικοί, ως προς τη χρονική κλίμακα και τη διατήρηση ιδίων κεφαλαίων και ρευστών πόρων, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξόδου από την αγορά.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 25, τα στοιχεία α), γ) και δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 58, για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας προκειμένου να εξασφαλίζεται η αρτιότητα των στρατηγικών, πολιτικών, διαδικασιών και συστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

Άρθρο 30

Πολιτικές αποδοχών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών τους για κατηγορίες προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων διοικητικών στελεχών, των προσώπων που αναλαμβάνουν κινδύνους, των μελών του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε εργαζομένων των οποίων οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές:

α)

η πολιτική αποδοχών είναι σαφώς καταγεγραμμένη και ανάλογη με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, καθώς και το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων,

β)

η πολιτική αποδοχών είναι ουδέτερη ως προς το φύλο,

γ)

η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθεί,

δ)

η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική και τους στόχους της επιχείρησης επενδύσεων και λαμβάνει επίσης υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονται,

ε)

η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων,

στ)

το διοικητικό όργανο της επιχείρησης επενδύσεων με την εποπτική του λειτουργία υιοθετεί και αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την επίβλεψη της εφαρμογής της,

ζ)

η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον ετησίως, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου,

η)

τα μέλη του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τις λειτουργίες τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν,

θ)

οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών που ασχολούνται με τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 33 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί τέτοια επιτροπή, από το διοικητικό όργανο με την εποπτική του λειτουργία,

ι)

η πολιτική αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τους εθνικούς κανόνες καθορισμού των μισθών, κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ακόλουθων:

i)

των σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική πείρα και την οργανωτική ευθύνη όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων απασχόλησής του,

ii)

των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου,

ια)

η σταθερή συνιστώσα αντιπροσωπεύει επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής ως προς τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μη καταβολής της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ια), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καθορίζουν στις πολιτικές αποδοχών τους τη δέουσα αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των συνολικών αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων και τους συναφείς κινδύνους, καθώς και τον αντίκτυπο που έχουν στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων οι διάφορες κατηγορίες προσωπικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων καθορίζουν και εφαρμόζουν τις αρχές της παραγράφου 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατάλληλων κριτηρίων εντοπισμού των κατηγοριών προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της επιχείρησης επενδύσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής (27), καθώς και τις υφιστάμενες κατευθυντήριες γραμμές για τις αποδοχές βάσει των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ, επιδιώκουν δε την ελαχιστοποίηση της απόκλισης από τις υφιστάμενες διατάξεις.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 31

Επιχειρήσεις επενδύσεων που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ:

α)

η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων δεν καταβάλλει μεταβλητές αποδοχές σε μέλη του διοικητικού οργάνου της,

β)

όταν οι μεταβλητές αποδοχές που καταβάλλονται σε προσωπικό πλην των μελών του διοικητικού οργάνου δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης στην επιχείρηση επενδύσεων και με την έγκαιρη έξοδό της από την έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, οι μεταβλητές αποδοχές περιορίζονται σε μέρος των καθαρών εσόδων.

Άρθρο 32

Μεταβλητές αποδοχές

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από επιχειρήσεις επενδύσεων σε κατηγορίες προσωπικού αναφερόμενες στο άρθρο 30 παράγραφος 1 να είναι σύμφωνες με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις υπό τους ίδιους όρους με τους τασσόμενους στο άρθρο 30 παράγραφος 3:

α)

στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών να βασίζεται σε ένα συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της επιχείρησης επενδύσεων,

β)

κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, να λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια,

γ)

η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στο στοιχείο α) να βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που να λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους,

δ)

οι μεταβλητές αποδοχές να μην επηρεάζουν την ικανότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων να διασφαλίζουν στέρεη κεφαλαιακή βάση,

ε)

να μην υπάρχουν εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές παρά μόνο για το νέο προσωπικό για το πρώτο μόνο έτος απασχόλησής του και εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση,

στ)

οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας να αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε βάθος χρόνου και να μην ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων,

ζ)

τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση να ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της επιχείρησης επενδύσεων,

η)

η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές να λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος του κεφαλαίου και της ρευστότητας που απαιτούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

θ)

η κατανομή της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών εντός της επιχείρησης επενδύσεων να λαμβάνει υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων,

ι)

τουλάχιστον 50 % των μεταβλητών αποδοχών να αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:

i)

μετοχές ή ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων,

ii)

μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων,

iii)

πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα τα οποία μπορούν να μετατραπούν πλήρως σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή να απομειωθούν και τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστωτική ποιότητα της επιχείρησης επενδύσεων σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης,

iv)

μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα που αντανακλούν τα μέσα των υπό διαχείριση χαρτοφυλακίων,

ια)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ι), όταν μια επιχείρηση επενδύσεων δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω σημείο, οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εγκρίνουν τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους,

ιβ)

τουλάχιστον 40 % των μεταβλητών αποδοχών να αναβάλλεται για περίοδο τριών έως πέντε ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της επιχείρησης επενδύσεων, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %,

ιγ)

ποσοστό έως και 100 % των μεταβλητών αποδοχών να συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών βάσει κριτηρίων καθοριζόμενων από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

i)

συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην επιχείρηση επενδύσεων,

ii)

δεν θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους,

ιδ)

οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές να είναι σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τα ακόλουθα:

α)

τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούν τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1,

β)

οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία ή με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της επιχείρησης επενδύσεων, των πιστωτών και των πελατών της. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιβ), η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ιδ), εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από την επιχείρηση επενδύσεων πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από την επιχείρηση επενδύσεων για διάστημα πέντε ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι). Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης και συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ι), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης.

4.   Η παράγραφος 1 στοιχεία ι) και ιβ) και η παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο δεν εφαρμόζονται σε:

α)

επιχείρηση επενδύσεων, όταν η αξία των εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού της είναι κατά μέσο όρο ίση ή μικρότερη από 100 εκατομμύρια EUR κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους,

β)

φυσικό πρόσωπο του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 50 000 EUR και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 στοιχείο α), το κράτος μέλος μπορεί να αυξήσει το όριο που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων δεν συγκαταλέγεται στις τρεις μεγαλύτερες επιχειρήσεις επενδύσεων στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων δεν υπόκειται σε υποχρεώσεις ή υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό της ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ,

γ)

ο όγκος των δραστηριοτήτων χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού της επιχείρησης επενδύσεων είναι ίσος ή μικρότερος από 150 εκατομμύρια EUR,

δ)

ο όγκος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα εντός και εκτός ισολογισμού της επιχείρησης επενδύσεων είναι ίσος ή μικρότερος από 100 εκατομμύρια EUR,

ε)

το όριο δεν υπερβαίνει τα 300 εκατομμύρια EUR και

στ)

είναι σκόπιμο να αυξηθεί το όριο λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων, της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 στοιχείο α), το κράτος μέλος μπορεί να μειώσει το όριο που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων, της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

7.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 στοιχείο β), το κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές κάτω από το όριο και το μερίδιο που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή που ορίζεται σε αυτό λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς όσον αφορά τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.

8.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των κατηγοριών των μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ι) σημείο iii) και για τον προσδιορισμό πιθανών εναλλακτικών ρυθμίσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ια).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

9.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της εφαρμογής των παραγράφων 4, 5 και 6 και για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής τους.

Άρθρο 33

Επιτροπή αποδοχών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 32 παράγραφος 4 στοιχείο α) προβαίνουν στη σύσταση επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών χαρακτηρίζεται από ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων και εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας. Η επιτροπή αποδοχών μπορεί να συσταθεί σε επίπεδο ομίλου.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η επιτροπή αποδοχών να είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων και που λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.

3.   Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην επιχείρηση επενδύσεων.

Άρθρο 34

Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 51 πρώτο εδάφιο στοιχεία γ) και δ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και τις πληροφορίες που παρέχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές.

Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ.

2.   Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4, για να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές σε επίπεδο Ένωσης.

3.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή ορθών πολιτικών για τις αποδοχές. Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 30 έως 33 και τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά επιχείρηση επενδύσεων με αποδοχές ύψους 1 εκατομμυρίου EUR και άνω ανά οικονομικό έτος, με ανάλυση σε κλιμάκια αμοιβών 1 εκατομμυρίου EUR, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τις αρμοδιότητες των θέσεων απασχόλησης αυτών, τον σχετικό επιχειρηματικό τομέα και τα βασικά στοιχεία του μισθού, των πρόσθετων αμοιβών, των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, τα στοιχεία για τις συνολικές αποδοχές κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διοικητικού στελέχους.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν τις πληροφορίες του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει σε συγκεντρωτική βάση σε επίπεδο κράτους μέλους καταγωγής με κοινό μορφότυπο αναφοράς. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.

Άρθρο 35

Έκθεση της ΕΑΤ για τους κινδύνους για το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση

Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση για τη θέσπιση τεχνικών κριτηρίων σχετικά με τα ανοίγματα σε δραστηριότητες οι οποίες συνδέονται ουσιωδώς με περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και σχετικούς με τη διακυβέρνηση στόχους (ΠΚΔ) για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, με σκοπό την εκτίμηση των πιθανών πηγών και επιπτώσεων των κινδύνων σε επιχειρήσεις επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη ενωσιακές νομικές πράξεις που ισχύουν στο τομέα της ταξινομίας ΠΚΔ.

Η έκθεση της ΕΑΤ η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

ορισμό των κινδύνων ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης που συνδέονται με τη μετάβαση σε μια πιο βιώσιμη οικονομία και, όσον αφορά τους κινδύνους μετάβασης, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που σχετίζονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω ρυθμιστικής μεταβολής, των ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων και δεικτών μέτρησης που αφορούν την εκτίμηση των κινδύνων αυτών, καθώς και της μεθοδολογίας για την εκτίμηση της δυνατότητας να προκύψουν βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα τέτοιοι κίνδυνοι και της δυνατότητας να έχουν οι κίνδυνοι αυτοί σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο στην επιχείρηση επενδύσεων,

β)

αξιολόγηση της δυνατότητας να αυξήσουν τους κινδύνους ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης για μια επιχείρηση επενδύσεων, οι σημαντικές συγκεντρώσεις συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού,

γ)

περιγραφή των διαδικασιών που μπορεί να χρησιμοποιεί μια επιχείρηση επενδύσεων για τον εντοπισμό, την εκτίμηση και τη διαχείριση κινδύνων ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης,

δ)

τα κριτήρια, τις παραμέτρους και τους δείκτες μέτρησης που μπορούν να χρησιμοποιούν οι εποπτικές αρχές και οι επιχειρήσεις επενδύσεων για να εκτιμούν τον αντίκτυπο των βραχυπρόθεσμων, μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινδύνων ΠΚΔ για τους σκοπούς της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2021.

Με βάση την εν λόγω έκθεση, η ΕΑΤ δύναται, εφόσον είναι σκόπιμο, να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό τη θέσπιση κριτηρίων σε σχέση με τους κινδύνους ΠΚΔ για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης όπου θα λαμβάνονται υπόψη τα πορίσματα της έκθεσης της ΕΑΤ που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

ΤΜΗΜΑ 3

Διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης

Άρθρο 36

Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση

1.   Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν, στον βαθμό που αρμόζει και απαιτείται, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους, του προφίλ κινδύνου και του επιχειρηματικού μοντέλου της επιχείρησης επενδύσεων, τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων για τη συμμόρφωσή τους με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, και αξιολογούν τα κατωτέρω, όπως κρίνεται σκόπιμο και αρμόζει, με σκοπό την εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης και κάλυψης των κινδύνων τους:

α)

τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 29,

β)

τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων της επιχείρησης επενδύσεων,

γ)

το επιχειρηματικό μοντέλο της επιχείρησης επενδύσεων,

δ)

την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου βάσει του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή των συστάσεων του ΕΣΣΚ,

ε)

τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των επιχειρήσεων επενδύσεων με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους,

στ)

το άνοιγμα των επιχειρήσεων επενδύσεων σε κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

ζ)

το πλαίσιο διακυβέρνησης των επιχειρήσεων επενδύσεων και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν τα καθήκοντά τους.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν δεόντως υπόψη το κατά πόσον οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν τη συχνότητα και την ένταση του ελέγχου και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συνεκτιμώντας το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων και, όπου αρμόζει, τη συστημική σημασία τους, και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

Οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν κατά περίπτωση αν και με ποια μορφή θα διενεργηθούν ο έλεγχος και η αξιολόγηση όσον αφορά επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων μόνον εφόσον το κρίνουν απαραίτητο λόγω του μεγέθους, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνεται υπόψη η εθνική νομοθεσία που διέπει τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών.

3.   Κατά τη διενέργεια του ελέγχου και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού, καθώς και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης των επιδόσεων του διοικητικού οργάνου.

4.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 58, για τη συμπλήρωση της παρούσας οδηγίας προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί των επιχειρήσεων επενδύσεων εξασφαλίζουν την ορθή διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων τους. Εν προκειμένω, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και ιδίως την εμφάνιση νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, τις εξελίξεις στα λογιστικά πρότυπα και τις εξελίξεις που διευκολύνουν τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών.

Άρθρο 37

Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία έτη, τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Οι αρμόδιες αρχές δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις αλλαγές της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης επενδύσεων και στην εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζουν και εκτιμούν κατά πόσον η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν τη διόρθωση σημαντικών ελλείψεων εντοπιζόμενων στην κάλυψη κινδύνων από τα εσωτερικά υποδείγματα μιας επιχείρησης επενδύσεων ή λαμβάνουν μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας κεφαλαιακές προσαυξήσεις ή υψηλότερους πολλαπλασιαστικούς συντελεστές.

2.   Εάν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 366 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δείχνουν ότι τα εσωτερικά υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα εσωτερικά υποδείγματα θα βελτιωθούν ταχέως, εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου.

3.   Αν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων, οι αρμόδιες αρχές ζητούν από την επιχείρηση επενδύσεων είτε να αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση έχει ασήμαντη επίπτωση είτε να υποβάλει σχέδιο και να ορίσει προθεσμία για τη συμμόρφωση προς τις εν λόγω απαιτήσεις. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να γίνουν βελτιώσεις στο υποβληθέν σχέδιο αν δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη.

Αν η επιχείρηση επενδύσεων δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι η επίπτωση από τη μη συμμόρφωση είναι ασήμαντη, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές ανακαλούν την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζουν στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας.

4.   Η ΕΑΤ αναλύει τα εσωτερικά υποδείγματα των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή ανοίγματα από επιχειρήσεις επενδύσεων που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα. Ενημερώνει σχετικώς την ΕΑΑΚΑ.

Για την προώθηση συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών εποπτικών πρακτικών, η ΕΑΤ καταρτίζει, βάσει αυτής της ανάλυσης και σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες περιέχουν συγκριτικά κριτήρια σχετικά με το πώς πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων τα εσωτερικά υποδείγματα, καθώς και το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή ανοίγματα από τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη την εν λόγω ανάλυση και τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

ΤΜΗΜΑ 4

Εποπτικά μέτρα και εξουσίες

Άρθρο 38

Εποπτικά μέτρα

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα ακόλουθα προβλήματα:

α)

επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β)

οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν στοιχεία ότι επιχείρηση επενδύσεων ενδέχεται να παραβεί τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της παρούσας οδηγίας ή τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εντός των επόμενων 12 μηνών.

Άρθρο 39

Εποπτικές εξουσίες

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνουν, κατά την άσκηση των λειτουργιών τους, στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο.

2.   Για τους σκοπούς του άρθρου 36, του άρθρου 37 παράγραφος 3 και του άρθρου 38 καθώς και της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι αρμόδιες αρχές έχουν τις ακόλουθες εξουσίες:

α)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διαθέτουν ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 40 της παρούσας οδηγίας, ή να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια και τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που απαιτούνται σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων επενδύσεων,

β)

να απαιτούν την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 24 και 26,

γ)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταθέτουν, εντός ενός έτους, σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτούν βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία,

δ)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εφαρμόζουν ειδική πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

ε)

να θέτουν περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις ενέργειες ή το δίκτυο των επιχειρήσεων επενδύσεων ή να ζητούν την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας επιχείρησης επενδύσεων,

στ)

να απαιτούν τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους,

ζ)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να περιορίζουν τις μεταβλητές αποδοχές ως ποσοστό των καθαρών εσόδων, όταν οι αποδοχές αυτές δεν συνάδουν με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης,

η)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να χρησιμοποιούν τα καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων,

θ)

να περιορίζουν ή να απαγορεύουν τη διανομή κερδών ή την καταβολή τόκων από μια επιχείρηση επενδύσεων στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός ή η απαγόρευση δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της επιχείρησης επενδύσεων,

ι)

να επιβάλλουν απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών από αυτές που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για την κεφαλαιακή και την ταμειακή κατάσταση,

ια)

να επιβάλλουν συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 42,

ιβ)

να απαιτούν τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών,

ιγ)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να μειώσουν τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών των επιχειρήσεων επενδύσεων με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο ι), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών μόνο εφόσον δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη όσον αφορά τις προς αναφορά πληροφορίες και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ισχύει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 38 στοιχεία α) και β),

β)

η αρμόδια αρχή θεωρεί αναγκαία τη συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 38 στοιχείο β),

γ)

οι πρόσθετες πληροφορίες απαιτούνται για τον σκοπό της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 36.

Αλληλεπικάλυψη των πληροφοριών θεωρείται ότι συντρέχει όταν η αρμόδια αρχή διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να παραχθούν από την αρμόδια αρχή ή όταν μπορούν να αποκτηθούν από την ίδια αρμόδια αρχή με άλλα μέσα εκτός της υποχρέωσης υποβολής τους από την επιχείρηση επενδύσεων. Η αρμόδια αρχή δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεση της αρμόδιας αρχής σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.

Άρθρο 40

Απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) μόνο εάν, βάσει των ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37, διαπιστώνουν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις σε σχέση με μια επιχείρηση επενδύσεων:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων ή ενέχει κινδύνους για τρίτους που είναι σημαντικοί και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση και ιδίως τις απαιτήσεις των παραγόντων Κ, όπως καθορίζονται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 24 και 26 και η εφαρμογή άλλων εποπτικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές,

γ)

οι προσαρμογές σε σχέση με τη συνετή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν επαρκούν για να μπορέσει η επιχείρηση επενδύσεων να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς,

δ)

από την εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 37 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου,

ε)

η επιχείρηση επενδύσεων επανειλημμένως δεν δημιουργεί ή δεν διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 41.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο τρίτο και το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την αρμόδια αρχή, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, είναι υψηλότερα από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα μπορούν να περιλαμβάνουν κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3.   Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

4.   Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να πληρούν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της απαίτησης πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

β)

τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

γ)

τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη καμίας από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5.   Οι αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν εγγράφως την απόφασή τους να επιβάλουν απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου. Αυτό περιλαμβάνει, στην περίπτωση που προβλέπεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους δεν θεωρείται πλέον επαρκές το επίπεδο κεφαλαίου που έχει καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφος 1.

6.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο πρέπει να μετρούνται οι κίνδυνοι και τα στοιχεία των κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, περιλαμβανομένων των κινδύνων ή των στοιχείων κινδύνων που εξαιρούνται ρητώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων περιλαμβάνουν ενδεικτικούς ποιοτικούς δείκτες μέτρησης για τα ποσά των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α), λαμβανομένου υπόψη του εύρους των διαφορετικών επιχειρηματικών μοντέλων και των νομικών μορφών που μπορούν να έχουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων, και είναι αναλογικά σε συνάρτηση με:

α)

την εφαρμοστική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις αρμόδιες αρχές,

β)

την πιθανότητα το υψηλότερο επίπεδο απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που εφαρμόζονται όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα να δικαιολογεί την επιβολή χαμηλότερων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, κατά την εκτίμηση των κινδύνων και των στοιχείων κινδύνων σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλλουν απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6 σε επιχειρήσεις επενδύσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων βάσει εκτίμησης κατά περίπτωση και όταν η αρμόδια αρχή το κρίνει δικαιολογημένο.

Άρθρο 41

Καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια

1.   Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και ανάλογα με το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων να έχουν επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που, βάσει του άρθρου 24, είναι επαρκώς υψηλότερο από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και στην παρούσα οδηγία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α), ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων ούτε απειλούν την ικανότητα της επιχείρησης επενδύσεων να προχωρήσει σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων με συντεταγμένο τρόπο.

2.   Οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν, όπου αρμόζει, το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται από κάθε επιχείρηση επενδύσεων που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και, κατά περίπτωση, γνωστοποιούν τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στη σχετική επιχείρηση επενδύσεων, περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η γνωστοποίηση αυτή περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η αρμόδια αρχή απαιτεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.

Άρθρο 42

Συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας

1.   Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν τις συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) της παρούσας οδηγίας μόνο εφόσον, βάσει των ελέγχουν που διενεργούνται σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37 της παρούσας οδηγίας, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια επιχείρηση επενδύσεων που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη επιχείρηση επενδύσεων ή που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αλλά δεν έχει απαλλαγεί από την απαίτηση ρευστότητας κατά το άρθρο 43 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 βρίσκεται σε μία από τις ακόλουθες καταστάσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων είναι εκτεθειμένη σε κίνδυνο ρευστότητας ή σε στοιχεία κινδύνου ρευστότητας που είναι σημαντικά και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

β)

η επιχείρηση επενδύσεων δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 24 και 26 της παρούσας οδηγίας και η εφαρμογή άλλων διοικητικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς, εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές.

2.   Για τους σκοπούς του στοιχείου α) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο κίνδυνος ρευστότητας ή τα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την απαίτηση ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά και τα είδη της ρευστότητας που θεωρούνται κατάλληλα από την αρμόδια αρχή μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας είναι υψηλότερα από την απαίτηση ρευστότητας της επιχείρησης επενδύσεων που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3.   Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν το επίπεδο της συγκεκριμένης ρευστότητας που απαιτείται βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) της παρούσας οδηγίας ως τη διαφορά μεταξύ της ρευστότητας που θεωρείται κατάλληλη βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και της απαίτησης ρευστότητας που καθορίζεται στο πέμπτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

4.   Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να πληρούν την ειδική απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια) της παρούσας οδηγίας με ρευστά στοιχεία ενεργητικού όπως ορίζεται στο άρθρο 43 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5.   Οι αρμόδιες αρχές τεκμηριώνουν εγγράφως την απόφασή τους να επιβάλουν συγκεκριμένη απαίτηση ρευστότητας που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο ια), περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου.

6.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με σκοπό να προσδιοριστεί, κατά τρόπο που αρμόζει στο μέγεθος, τη δομή και την εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων επενδύσεων καθώς και στη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, ο τρόπος μέτρησης του κινδύνου ρευστότητας και των στοιχείων του κινδύνου ρευστότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 43

Συνεργασία με τις αρχές εξυγίανσης

Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στις σχετικές αρχές εξυγίανσης οποιαδήποτε απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλεται βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας για επιχείρηση επενδύσεων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και σχετικά με κάθε προσδοκία για προσαρμογή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 41 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας, σε σχέση με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.

Άρθρο 44

Απαιτήσεις δημοσίευσης

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία:

α)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να δημοσιεύουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού συχνότερα από μία φορά ετησίως και να θέτουν προθεσμίες για τη δημοσίευση αυτή,

β)

να απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 46 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 να χρησιμοποιούν ειδικά μέσα και τοποθεσίες, ιδίως τους δικτυακούς τόπους των επιχειρήσεων επενδύσεων, για δημοσιεύσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων,

γ)

να απαιτούν από τις μητρικές επιχειρήσεις να δημοσιεύουν σε ετήσια βάση, είτε ως πλήρες κείμενο ή με αναφορές σε αντίστοιχα στοιχεία, μια περιγραφή της νομικής δομής και διακυβέρνησης και της οργανωτικής δομής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και το άρθρο 10 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 45

Υποχρέωση ενημέρωσης της ΕΑΤ

1.   Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με:

α)

τη διαδικασία ελέγχου και αξιολόγησης του άρθρου 36,

β)

τη μεθοδολογία που ακολουθούν για τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στα άρθρα 39, 40 και 41,

γ)

το επίπεδο των διοικητικών κυρώσεων που καθορίζουν τα κράτη μέλη και αναφέρεται στο άρθρο 18.

Η ΕΑΤ διαβιβάζει τις πληροφορίες της παρούσας παραγράφου στην ΕΑΚΑΑ.

2.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την EAKAA, προβαίνει σε εκτίμηση των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές, για την ανάπτυξη συνέπειας κατά τις διαδικασίες εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης. Για την ολοκλήρωση της εκτίμησής της, η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ, δύναται να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από αρμόδιες αρχές σε αναλογική βάση και σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο τις συγκεντρωτικές πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τον βαθμό σύγκλισης της εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου μεταξύ των κρατών μελών. Η ΕΑΤ διενεργεί αξιολογήσεις από ομότιμους, σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όποτε απαιτείται. Ενημερώνει την ΕΑΑΚΑ σχετικά με τις εν λόγω αξιολογήσεις από ομότιμους.

Η ΕΑΤ και η EAKAA εκδίδουν κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, για την περαιτέρω διευκρίνιση, κατά τρόπο που να αρμόζει στο μέγεθος, στη δομή και στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων επενδύσεων και στη φύση, το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους, των κοινών διαδικασιών και μεθόδων για τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 1, και για την εκτίμηση της αντιμετώπισης των κινδύνων, που αναφέρεται στο άρθρο 29 της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Εποπτεία του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων

ΤΜΗΜΑ 1

Εποπτεία του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων σε ενοποιημένη βάση και εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

Άρθρο 46

Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν επικεφαλής του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της εν λόγω μητρικής επιχείρησης επενδύσεων εγκατεστημένης στην Ένωση.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν η μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης επενδύσεων είναι μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στην περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη έχουν την ίδια μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή την ίδια μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για μητρικές επιχειρήσεις δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι οποίες περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών με κεντρικά γραφεία σε διαφορετικά κράτη μέλη και εφόσον υπάρχει επιχείρηση επενδύσεων σε καθένα από τα εν λόγω κράτη μέλη, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται για δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση και όταν καμία από τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων δεν έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή η εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου ασκείται από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

6.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, κοινή συναινέσει, να παρεκκλίνουν από τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5, σε περίπτωση που η εφαρμογή τους δεν ενδείκνυται για την αποτελεσματική εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ή εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις επενδύσεων και τη σπουδαιότητα των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, και να αναθέσουν σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ή εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου. Στις εν λόγω περιπτώσεις, προτού λάβουν οποιαδήποτε τέτοια απόφαση, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στη μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή στην επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, τη δυνατότητα να εκφέρει γνώμη σχετικά με την εν λόγω σκοπούμενη απόφαση. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ κάθε τέτοια απόφαση.

Άρθρο 47

Απαιτούμενες πληροφορίες σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης που περιγράφεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή της κατάστασης των αρνητικών εξελίξεων σε χρηματοοικονομικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων έχουν λάβει άδεια λειτουργίας, η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 46 της παρούσας οδηγίας, ειδοποιεί, σύμφωνα με το τμήμα 2 του κεφαλαίου 1 του παρόντος τίτλου, το συντομότερο δυνατό, την ΕΑΤ, το ΕΣΣΚ και οποιαδήποτε σχετική αρμόδια αρχή και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των εργασιών τους.

Άρθρο 48

Σώματα εποπτών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 της παρούσας οδηγίας δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να συστήνει σώματα εποπτών, ώστε να διευκολύνεται η άσκηση των καθηκόντων του παρόντος άρθρου και να εξασφαλίζονται ο συντονισμός και η συνεργασία με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, ιδίως όταν αυτό απαιτείται για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 23 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και του άρθρου 23 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΕ) 2019/2033 για την ανταλλαγή και την ενημέρωση των συναφών πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου με τις εποπτικές αρχές των αναγνωρισμένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.   Τα σώματα εποπτών παρέχουν ένα πλαίσιο για την αρχή εποπτείας του ομίλου, την ΕΑΤ και τις άλλες αρμόδιες αρχές, για την εκτέλεση των κάτωθι εργασιών:

α)

τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 47,

β)

τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν αυτό απαιτείται για τη διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (EΕ) 2019/2033,

γ)

τον συντονισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών, όταν διάφορες αρμόδιες αρχές επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο πρέπει να ζητούν είτε από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εκκαθαριστικού μέλους είτε από την αρμόδια αρχή του αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλόμενου πληροφορίες σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας των σχετικών επιχειρήσεων επενδύσεων,

δ)

την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, καθώς και με την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010,

ε)

την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την εκούσια ανάθεση εργασιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμόδιων αρχών, κατά περίπτωση,

στ)

την αύξηση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας, με σκοπό την αποφυγή της περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων.

3.   Κατά περίπτωση, σώματα εποπτών μπορούν να συστήνονται επίσης όταν οι θυγατρικές ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση βρίσκονται σε τρίτη χώρα.

4.   Σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ συμμετέχει στις συνεδριάσεις των σωμάτων εποπτών.

5.   Οι ακόλουθες αρχές κατέχουν θέση μέλους στο σώμα εποπτών:

α)

οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με επικεφαλής επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση,

β)

εφόσον συντρέχει λόγος, εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο τμήμα 2 του κεφαλαίου I του παρόντος τίτλου.

6.   Η αρχή εποπτείας του ομίλου, που προσδιορίζεται βάσει του άρθρου 46, προεδρεύει στις συνεδριάσεις του σώματος εποπτών και εκδίδει αποφάσεις. Η εν λόγω αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εκ των προτέρων και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τη διοργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Επίσης, η αρχή εποπτείας του ομίλου ενημερώνει εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος εποπτών σχετικά με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που εφαρμόζονται.

Κατά τη λήψη αποφάσεων, η αρχή εποπτείας του ομίλου λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5.

Η σύσταση και η λειτουργία των σωμάτων εποπτών επισημοποιούνται με γραπτές ρυθμίσεις.

7.   Σε περίπτωση διαφωνίας με απόφαση που λαμβάνει η αρχή εποπτείας του ομίλου σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, οποιαδήποτε από τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ και να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην περίπτωση διαφωνίας σχετικά με τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, βάσει του παρόντος άρθρου με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων υπό τους οποίους τα σώματα εποπτών ασκούν τις εργασίες τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Ιουνίου 2021.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 49

Απαιτήσεις συνεργασίας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 5 ανταλλάσσουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που απαιτούνται, μεταξύ άλλων τα εξής:

α)

τον προσδιορισμό της νομικής δομής και της δομής διακυβέρνησης του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, περιλαμβανομένης της οργανωτικής δομής του, που καλύπτουν όλες τις ρυθμιζόμενες και μη ρυθμιζόμενες οντότητες, τις μη ρυθμιζόμενες θυγατρικές και τις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ρυθμιζόμενων οντοτήτων του ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων,

β)

τις διαδικασίες συλλογής πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, και τις διαδικασίες εξακρίβωσης αυτών των πληροφοριών,

γ)

οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή άλλες οντότητες ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων που δύνανται να επηρεάσουν σοβαρά τις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων,

δ)

οποιεσδήποτε σημαντικές κυρώσεις και έκτακτα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας,

ε)

την επιβολή ειδικής απαίτησης ιδίων κεφαλαίων βάσει του άρθρου 39 της παρούσας οδηγίας.

2.   Οι αρμόδιες αρχές και η αρχή εποπτείας του ομίλου μπορούν να απευθύνονται στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όταν δεν έχουν διαβιβαστεί οι σχετικές πληροφορίες βάσει της παραγράφου 1 χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή όταν ένα αίτημα συνεργασίας, ιδίως για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών, έχει απορριφθεί ή δεν έχει απαντηθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Η ΕΑΤ μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, και με δική της πρωτοβουλία, να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στη διαμόρφωση πρακτικών συνεπούς συνεργασίας.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές, προτού λάβουν απόφαση η οποία μπορεί να είναι σημαντική για τα εποπτικά καθήκοντα άλλων αρμόδιων αρχών, διαβουλεύονται μεταξύ τους όσον αφορά τα ακόλουθα:

α)

μεταβολές στη μετοχική, οργανωτική ή διαχειριστική διάρθρωση των επιχειρήσεων επενδύσεων ενός ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων, που απαιτούν την έγκριση ή την άδεια των αρμόδιων αρχών,

β)

σημαντικές κυρώσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή οποιαδήποτε άλλα έκτακτα μέτρα που λαμβάνουν οι εν λόγω αρχές και

γ)

ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 39.

4.   Όταν πρόκειται να επιβληθούν σημαντικές κυρώσεις ή να ληφθούν άλλα έκτακτα μέτρα από τις αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β), ζητείται η γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, μια αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να διαβουλευθεί με άλλες αρμόδιες αρχές, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που μια τέτοια διαβούλευση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα της απόφασής της· στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια αρχή ενημερώνει, αμελλητί, τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές σχετικά με την εν λόγω απόφαση περί μη διαβούλευσης.

Άρθρο 50

Εξακρίβωση πληροφοριών σχετικά με οντότητες εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αρμόδια αρχή κράτους μέλους χρειάζεται να εξακριβώσει πληροφορίες σχετικά με επιχειρήσεις επενδύσεων, επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, χρηματοδοτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών, μικτές εταιρείες συμμετοχών ή θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες σε άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων θυγατρικών που είναι ασφαλιστικές εταιρείες και υποβάλλει αίτημα προς τούτο, η εξακρίβωση αυτή πραγματοποιείται από τις σχετικές αρμόδιες αρχές του εν λόγω άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Οι αρμόδιες αρχές που λαμβάνουν αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1 προβαίνουν σε οποιοδήποτε από τα εξής:

α)

διενεργούν οι ίδιες την εξακρίβωση στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους,

β)

επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν το αίτημα να διενεργήσουν εκείνες την εξακρίβωση,

γ)

ζητούν από ελεγκτή ή εμπειρογνώμονα να διενεργήσει την εξακρίβωση αμερόληπτα και να γνωστοποιήσει τα αποτελέσματα ταχέως.

Για τους σκοπούς των στοιχείων α) και γ), οι αρμόδιες αρχές που υπέβαλαν το αίτημα επιτρέπεται να συμμετέχουν στην εξακρίβωση.

ΤΜΗΜΑ 2

Επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών

Άρθρο 51

Ένταξη εταιρειών συμμετοχών στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υπάγονται στην εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου.

Άρθρο 52

Επάρκεια διευθυντικών στελεχών

Τα κράτη μέλη απαιτούν τα μέλη του διοικητικού οργάνου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών να έχουν τα απαιτούμενα εχέγγυα ήθους και την αναγκαία γνώση, ικανότητες και πείρα, για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού ρόλου μιας επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.

Άρθρο 53

Μικτές εταιρείες συμμετοχών

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν μητρική επιχείρηση μιας επιχείρησης επενδύσεων είναι μικτή εταιρεία συμμετοχών, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της επιχείρησης επενδύσεων δύνανται:

α)

να απαιτούν από τη μικτή εταιρεία συμμετοχών την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την εποπτεία της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων,

β)

να ασκούν εποπτεία στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και της μικτής εταιρείας συμμετοχών και των θυγατρικών της τελευταίας και να απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να διαθέτει κατάλληλες διαδικασίες για τη διαχείριση των κινδύνων και μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανόμενων των ορθών διαδικασιών υποβολής στοιχείων και λογιστικής, για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο αυτών των συναλλαγών.

2.   Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να προβαίνουν οι ίδιες ή να αναθέτουν σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επιθεώρηση για την εξακρίβωση των πληροφοριών που απέστειλαν οι μικτές εταιρείες συμμετοχών και οι θυγατρικές τους.

Άρθρο 54

Κυρώσεις

Σύμφωνα με το τμήμα 3 του κεφαλαίου 2 του παρόντος τίτλου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα, που στοχεύουν στην παύση ή στον περιορισμό παραβάσεων των νόμων, κανονισμών ή διοικητικών διατάξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο του παρόντος κεφαλαίου ή στην αντιμετώπιση των αιτίων τέτοιων παραβάσεων, μπορούν να επιβληθούν σε επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές εταιρείες συμμετοχών, ή στα υπεύθυνα διευθυντικά στελέχη τους,.

Άρθρο 55

Εκτίμηση της εποπτείας τρίτης χώρας και άλλες εποπτικές τεχνικές

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι θυγατρικές της ίδιας μητρικής επιχείρησης, η οποία εδρεύει σε τρίτη χώρα, δεν υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ομίλου, η αρμόδια αρχή εκτιμά κατά πόσον οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται σε εποπτεία από εποπτική αρχή της τρίτης χώρας, ισοδύναμη προς την εποπτεία που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία και στο πρώτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.   Όταν από την εκτίμηση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου προκύπτει ότι δεν υφίσταται ισοδύναμη εποπτεία, τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη διενέργεια των κατάλληλων εποπτικών τεχνικών που επιτυγχάνουν τους εποπτικούς στόχους σύμφωνα με το άρθρο 7 ή 8 του κανονισμού (EΕ) 2019/2033. Οι εν λόγω εποπτικές τεχνικές συμφωνούνται από την αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, έπειτα από διαβούλευση με τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. Οποιαδήποτε μέτρα λαμβάνονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο κοινοποιούνται στις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, την ΕΑΤ και την Επιτροπή.

3.   Η αρμόδια αρχή που θα ήταν η αρχή εποπτείας του ομίλου, αν η μητρική επιχείρηση ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση, μπορεί, ιδίως, να απαιτεί τη σύσταση επενδυτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών στην Ένωση και να εφαρμόζει το άρθρο 7 ή 8 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στην εν λόγω επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.

Άρθρο 56

Συνεργασία με τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας

Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει συστάσεις στο Συμβούλιο είτε κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους είτε ιδία πρωτοβουλία για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, όσον αφορά τα μέσα εποπτείας της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου από τις ακόλουθες επιχειρήσεις επενδύσεων:

α)

επιχειρήσεις επενδύσεων των οποίων η μητρική επιχείρηση εδρεύει σε τρίτη χώρα,

β)

επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα και των οποίων οι μητρικές επιχειρήσεις εδρεύουν στην Ένωση.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 57

Απαιτήσεις δημοσίευσης

1.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα κείμενα νόμων, κανονισμών, διοικητικών κανόνων και γενικής καθοδήγησης που εκδίδονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βάσει της παρούσας οδηγίας,

β)

τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων και των διακριτικών ευχερειών που παρέχει η παρούσα οδηγία και ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033,

γ)

τα γενικά κριτήρια και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για τον εποπτικό έλεγχο και την αξιολόγηση που αναφέρονται στο άρθρο 36 της παρούσας οδηγίας,

δ)

συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία περί των βασικών σημείων της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στο οικείο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που λήφθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας, και των διοικητικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, σύμφωνα με το άρθρο 18 της παρούσας οδηγίας.

2.   Οι δημοσιευόμενες πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι επαρκώς λεπτομερείς και ακριβείς για την αξιόπιστη σύγκριση της εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία β), γ) και δ) από τις αρμόδιες αρχές των διαφόρων κρατών μελών.

3.   Η δημοσίευση πληροφοριών πραγματοποιείται σύμφωνα με κοινό μορφότυπο και ενημερώνονται τακτικά. Το κοινό έχει πρόσβαση σε αυτή μέσω μίας και μόνης ηλεκτρονικής τοποθεσίας.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την EAKAA, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τον μορφότυπο, τη δομή, τους καταλόγους περιεχομένων και την ημερομηνία ετήσιας δημοσίευσης των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στην Επιτροπή, το αργότερο έως τις 26 Ιουνίου 2021.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 58

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.   Η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 4 και στο άρθρο 36 παράγραφος 4 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την 25η Δεκεμβρίου 2019.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 4 και στο άρθρο 36 παράγραφος 4 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 29 παράγραφος 4 και του άρθρου 36 παράγραφος 4 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες, κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΑΛΛΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ

Άρθρο 59

Τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ

Στο άρθρο 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ, το σημείο 7) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7)

«τομεακοί κανόνες»: οι νομικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των ρυθμιζόμενων οντοτήτων, ιδίως οι κανονισμοί του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EΕ) αριθ. 575/2013 (*1) και (ΕΕ) 2019/2033 (*2) και οι οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2009/138/EΚ, 2013/36/EΕ (*3), 2014/65/EΕ (*4) και (ΕΕ) 2019/2034 (*5).

Άρθρο 60

Τροποποίηση της οδηγίας 2009/65/ΕΚ

Στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

ανεξαρτήτως του ποσού των απαιτήσεων αυτών, τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας διαχείρισης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι λιγότερα από το ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 13 του κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6).

Άρθρο 61

Τροποποίηση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ

Στο άρθρο 9 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Ανεξαρτήτως της παραγράφου 3, τα ίδια κεφάλαια του ΔΟΕΕ δεν είναι ποτέ λιγότερα από το ποσό που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού (EΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7).

Άρθρο 62

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2013/36/ΕΕ

Η οδηγία 2013/36/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)

Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ».

2)

Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:

α)

με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων,

β)

με τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,

γ)

με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

δ)

με τις απαιτήσεις δημοσίευσης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.».

3)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται·

β)

στην παράγραφο 5, το σημείο 1) απαλείφεται·

γ)

Η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία 3) έως 24) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή του άρθρου 34 και του τίτλου VII κεφάλαιο 3.».

4)

Στο άρθρο 3 παράγραφος 1, το σημείο 4) απαλείφεται.

5)

Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

Συντονισμός εντός των κρατών μελών

Τα κράτη μέλη που διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον συντονισμό μεταξύ των εν λόγω αρχών.».

6)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 8α

Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, βάσει του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, να υποβάλουν αίτηση άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 8, το αργότερο την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γεγονότα:

α)

ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο 12 συναπτών μηνών, είναι ίσος με το ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβεί ή

β)

ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο 12 συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας χαμηλότερης των 30 δισεκατομμυρίων EUR και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβεί, αμφότερα υπολογιζόμενα κατά μέσο όρο σε περίοδο 12 συναπτών μηνών.

2.   Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες στις 24 Δεκεμβρίου 2019 ασκούν δραστηριότητες ως επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας, έως τις 27 Δεκεμβρίου 2020.

4.   Όταν η αρμόδια αρχή, αφού λάβει τις πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 95α της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, θεωρεί ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 8 της παρούσας οδηγίας, ειδοποιεί την επιχείρηση και την αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και αναλαμβάνει τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ειδοποίησης.

5.   Σε περιπτώσεις χορήγησης νέας άδειας, η αρμόδια αρχή η οποία την χορηγεί εξασφαλίζει ότι η διαδικασία είναι όσο το δυνατόν πιο εξορθολογισμένη και ότι λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από τις υφιστάμενες άδειες.

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από την επιχείρηση στις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 10,

β)

τη μεθοδολογία υπολογισμού των ορίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Δεκεμβρίου 2020.».

7)

Στο άρθρο 18, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και έχει, για περίοδο πέντε συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο,».

8)

Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της και ενημερώνει τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατάλογο με τις επωνυμίες όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας.»·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τις επωνυμίες των επιχειρήσεων που εμφαίνονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και προσδιορίζει τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ως τέτοια. Στον εν λόγω κατάλογο επισημαίνονται επίσης οι αλλαγές σε σύγκριση με την προηγούμενη έκδοση.».

9)

Στο άρθρο 21β, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου:

α)

η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού στην Ένωση του ομίλου τρίτης χώρας είναι το άθροισμα των ακολούθων:

i)

της συνολικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού κάθε ιδρύματος του ομίλου τρίτης χώρας στην Ένωση, όπως αυτό προκύπτει από τον ενοποιημένο ισολογισμό του ή όπως προκύπτει από τους χωριστούς ισολογισμούς τους, όταν ο ισολογισμός του ιδρύματος δεν είναι ενοποιημένος, και

ii)

της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ.

β)

ο όρος «ίδρυμα» περιλαμβάνει επίσης τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

(*8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).»."

10)

Ο τίτλος IV απαλείφεται.

11)

Στο άρθρο 51 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητήσουν από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 112 παράγραφος 1, ή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να θεωρηθεί σημαντικό ένα υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος.».

12)

Στο άρθρο 53, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες ή να διαβιβάζουν πληροφορίες προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ΕΑΚΑΑ»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9), σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10), με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, με τα άρθρα 31, 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με τα άρθρα 31 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, με την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11) και με άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα. Οι εν λόγω πληροφορίες υπόκεινται στις διατάξεις της παραγράφου 1.

(*9)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84)."

(*10)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1)."

(*11)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 314).»."

13)

Στο άρθρο 66 παράγραφος 1, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

την άσκηση τουλάχιστον μίας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με κάλυψη του ορίου που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, χωρίς άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος,».

14)

Στο άρθρο 76 παράγραφος 5, το έκτο εδάφιο απαλείφεται.

15)

Στο άρθρο 86, η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα έχουν καθιερώσει σχέδια ανάκτησης ρευστότητας, τα οποία καθορίζουν επαρκείς στρατηγικές και κατάλληλα μέτρα εφαρμογής προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανά ελλείμματα ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ελλειμμάτων που αφορούν υποκαταστήματα εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι αυτά τα σχέδια ελέγχονται από τα ιδρύματα τουλάχιστον ετησίως, ενημερώνονται βάσει του αποτελέσματος των εναλλακτικών σεναρίων που ορίζονται στην παράγραφο 8, υποβάλλονται με τη μορφή έκθεσης στα ανώτερα διοικητικά στελέχη και λαμβάνουν την έγκρισή τους, ώστε οι εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες να μπορούν να προσαρμοστούν ανάλογα. Τα ιδρύματα προβαίνουν στις απαραίτητες λειτουργικές ενέργειες εκ των προτέρων, για να διασφαλίσουν ότι τα σχέδια ανάκτησης ρευστότητας μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Αυτές οι λειτουργικές ενέργειες περιλαμβάνουν την τήρηση εξασφαλίσεων που είναι άμεσα διαθέσιμες για τη χρηματοδότηση από την κεντρική τράπεζα. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση εξασφαλίσεων στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους, όπου απαιτείται, ή στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα το ίδρυμα και, όπου απαιτείται για λειτουργικούς λόγους, εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους υποδοχής ή τρίτης χώρας στο νόμισμα τρίτης χώρας στο οποίο έχει ανοίγματα.».

16)

Στο άρθρο 110, η παράγραφος 2 απαλείφεται.

17)

Το άρθρο 111 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 111

Καθορισμός της αρχής εποπτείας του ομίλου

1.   Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος ή μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει το εν λόγω εγκατεστημένο σε κράτος μέλος μητρικό πιστωτικό ίδρυμα ή το εν λόγω εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό πιστωτικό ίδρυμα σε ατομική βάση.

Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και καμία εκ των θυγατρικών της δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων στο κράτος μέλος ή την εν λόγω μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ σε ατομική βάση.

Όταν η μητρική επιχείρηση είναι μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην ΕΕ και τουλάχιστον μία εκ των θυγατρικών της είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος ή, όταν υπάρχουν περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα, του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

2.   Όταν η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων είναι μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή που εποπτεύει το πιστωτικό ίδρυμα ή την επιχείρηση επενδύσεων σε ατομική βάση.

3.   Όταν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση έχουν την ίδια μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από:

α)

την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει μόνο ένα πιστωτικό ίδρυμα,

β)

την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος περιλαμβάνει περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα, ή

γ)

την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει κανένα πιστωτικό ίδρυμα.

4.   Όταν απαιτείται ενοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3 ή 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από την αρμόδια αρχή του πιστωτικού ιδρύματος με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού ή, όταν ο όμιλος δεν περιλαμβάνει κανένα πιστωτικό ίδρυμα, από την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο, την παράγραφο 3 στοιχείο β) και την παράγραφο 4, όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα εντός ομίλου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι η αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα εντός του ομίλου, όταν το άθροισμα των συνόλων ισολογισμού των εν λόγω εποπτευόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεγαλύτερο από αυτό των πιστωτικών ιδρυμάτων που εποπτεύονται σε ατομική βάση από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 στοιχείο γ), όταν μια αρμόδια αρχή εποπτεύει σε ατομική βάση περισσότερες από μία επιχειρήσεις επενδύσεων εντός ομίλου, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι η αρμόδια αρχή που εποπτεύει σε ατομική βάση μία ή περισσότερες επιχειρήσεις επενδύσεων εντός του ομίλου με το υψηλότερο σύνολο ισολογισμού συνολικά.

6.   Σε ειδικές περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να μην εφαρμόσουν, με κοινή συμφωνία, τα κριτήρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 3 και 4, και να αναθέσουν σε διαφορετική αρμόδια αρχή την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, όταν η εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων δεν θα ήταν εν προκειμένω σκόπιμη, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επενδύσεων και της σχετικής σημασίας των δραστηριοτήτων τους στα οικεία κράτη μέλη, ή της ανάγκης να εξασφαλιστεί η συνέχεια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση από την ίδια αρμόδια αρχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή το πιστωτικό ίδρυμα ή η επιχείρηση επενδύσεων με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, έχει δικαίωμα ακρόασης πριν από τη λήψη της απόφασης από τις αρμόδιες αρχές.

7.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή και στην ΕΑΤ χωρίς καθυστέρηση τις συμφωνίες που υπάγονται στις διατάξεις της παραγράφου 6.».

18)

Στο άρθρο 114 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν προκύπτει κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων που περιγράφονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή κατάσταση με αρνητικές εξελίξεις στις αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη ρευστότητα της αγοράς και τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα κατά το άρθρο 51, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, σύμφωνα με τον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα 2 και, κατά περίπτωση, τον τίτλο IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ειδοποιεί το συντομότερο δυνατόν την ΕΑΤ και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 και στο άρθρο 59 και διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές.».

19)

Το άρθρο 116 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι αρμόδιες αρχές που συμμετέχουν στα σώματα εποπτών και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά. Οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, βάσει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο I τμήμα 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο σωμάτων εποπτών. Η σύσταση και λειτουργία σωμάτων εποπτών δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών δυνάμει της παρούσας οδηγίας και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.»·

β)

στην παράγραφο 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Στα σώματα εποπτών επιτρέπεται να συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία θυγατρικών ενός μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στην ΕΕ ή μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους υποδοχής όπου έχουν ιδρυθεί σημαντικά υποκαταστήματα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 51, οι κεντρικές τράπεζες του ΕΣΣΚ κατά περίπτωση, καθώς και εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, εφόσον συντρέχει λόγος και υπό την επιφύλαξη απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που, κατά τη γνώμη όλων των αρμόδιων αρχών, είναι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις κατά τον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, κατά τον τίτλο IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.»·

γ)

στην παράγραφο 9, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας δυνάμει του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, όπου συντρέχει περίπτωση, του τίτλου IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ενημερώνει την ΕΑΤ σχετικά με τις δραστηριότητες του σώματος εποπτών, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και διαβιβάζει στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους σκοπούς της εποπτικής σύγκλισης.».

20)

Στο άρθρο 125, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι πληροφορίες που συλλέγονται, στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, και ιδιαίτερα η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας για τα πιστωτικά ιδρύματα ή στο άρθρο 15 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.».

21)

Στο άρθρο 128, το πέμπτο εδάφιο απαλείφεται.

22)

Στο άρθρο 129, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται.

23)

Στο άρθρο 130, οι παράγραφοι 2, 3 και 4 απαλείφονται.

24)

Στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου VII κεφάλαιο 1 τμήμα II της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, των διατάξεων του τίτλου IV κεφάλαιο 1 τμήμα 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία για τα καίρια σημεία της υλοποίησης του πλαισίου προληπτικής εποπτείας σε κάθε κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού και της φύσης των εποπτικών μέτρων που έχουν ληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 102 παράγραφος 1 στοιχείο α) της παρούσας οδηγίας και των διοικητικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 65 της παρούσας οδηγίας.».

Άρθρο 63

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3)

«επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12), η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13).

(*12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1)."

(*13)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).»."

2)

Στο άρθρο 45, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι παραπομπές της παρούσας οδηγίας στο άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 3) της παρούσας οδηγίας και που δεν αποτελούν επιχειρήσεις επενδύσεων του άρθρου 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 νοούνται ως εξής:

α)

οι παραπομπές της παρούσας οδηγίας στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την απαίτηση του συνολικού δείκτη κεφαλαίου αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033·

β)

οι παραπομπές της παρούσας οδηγίας στο άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο αναφέρονται στην ισχύουσα απαίτηση του άρθρου 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 πολλαπλασιαζόμενο επί 12,5.

Σύμφωνα με το άρθρο 65 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, οι παραπομπές στην παρούσα οδηγία στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις πρόσθετες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 3) της παρούσας οδηγίας και που δεν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034.».

Άρθρο 64

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 8, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα η συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*14),

(*14)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1).»·"

2)

Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

Αρχικό κεφάλαιο

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*15), λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.

(*15)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).»."

3)

Το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 41

Χορήγηση της άδειας λειτουργίας

«1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει εγκαταστήσει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει το υποκατάστημά της χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εφόσον η αρμόδια αρχή έχει πειστεί:

α)

ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 39 και

β)

ότι το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, αν της έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή όχι.

2.   Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 τηρεί τις υποχρεώσεις που ορίζουν τα άρθρα 16 έως 20, τα άρθρα 23, 24, 25 και 27, το άρθρο 28 παράγραφος 1 και τα άρθρα 30, 31 και 32 της παρούσας οδηγίας, όπως επίσης τα άρθρα 3 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος όπου χορηγείται η άδεια λειτουργίας.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις στην οργάνωση και τη λειτουργία των υποκαταστημάτων για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και δεν μεταχειρίζονται οποιοδήποτε υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών ευνοϊκότερα από τις ενωσιακές επιχειρήσεις.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην ΕΑΚΑΑ, σε ετήσια βάση, τον κατάλογο των υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει σε ετήσια βάση κατάλογο των υποκαταστημάτων τρίτων χωρών που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της επωνυμίας της επιχείρησης τρίτης χώρας στην οποία ανήκει το υποκατάστημα.

3.   Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλει στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τις ακόλουθες πληροφορίες σε ετήσια βάση:

α)

την κλίμακα και το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών και των ασκούμενων δραστηριοτήτων από το υποκατάστημα στο εν λόγω κράτος μέλος·

β)

για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που εκτελούν τη δραστηριότητα που απαριθμείται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 3), το μηνιαίο ελάχιστο, μέσο και μέγιστο άνοιγμά τους σε αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ,

γ)

για επιχειρήσεις τρίτης χώρας που παρέχουν μία ή αμφότερες τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 6), τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που προέρχονται από αντισυμβαλλόμενους από την ΕΕ, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αναδοχής ή τοποθετήθηκαν με δέσμευση ανάληψης τους προηγούμενους 12 μήνες,

δ)

τον κύκλο εργασιών και τη συνολική αξία των στοιχείων του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ε)

λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων για την προστασία των επενδυτών που διατίθενται στους πελάτες του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των πελατών αυτών που προκύπτουν από το σύστημα αποζημίωσης επενδυτών, το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο στ),

στ)

την πολιτική τους για τη διαχείριση κινδύνων και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται από το υποκατάστημα για τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α),

ζ)

τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις για τις δραστηριότητες του υποκαταστήματος,

η)

κάθε άλλη πληροφορία που θεωρείται αναγκαία από την αρμόδια αρχή για την ενδελεχή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του υποκαταστήματος.

4.   Κατόπιν αιτήματος, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ:

α)

όλες τις άδειες λειτουργίας για τα υποκαταστήματα που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 1 και κάθε μεταγενέστερη αλλαγή αυτών των αδειών,

β)

την κλίμακα και το φάσμα των υπηρεσιών που παρέχονται και των δραστηριοτήτων που ασκούνται από εξουσιοδοτημένο υποκατάστημα στο κράτος μέλος,

γ)

τον κύκλο εργασιών και τα συνολικά στοιχεία του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις υπηρεσίες και δραστηριότητες που αναφέρονται στο στοιχείο β),

δ)

την επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει υποκατάστημα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας.

5.   Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές των οντοτήτων που αποτελούν μέλη του ίδιου ομίλου στον οποίο ανήκουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΤ συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι όλες οι δραστηριότητες του εν λόγω ομίλου στην Ένωση υπόκεινται σε πλήρη, συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, την οδηγία 2013/36/ΕΕ και την οδηγία (ΕΕ) 2019/2034.

6.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του μορφότυπου με τον οποίο πρέπει να υποβάλλονται οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2020.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

4)

Το άρθρο 42 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 42

Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν, με αποκλειστική πρωτοβουλία ιδιώτη πελάτη ή επαγγελματία πελάτη κατά την έννοια του τμήματος II του παραρτήματος II εγκατεστημένου ή ευρισκόμενου στην Ένωση, παρέχεται σε αυτόν επενδυτική υπηρεσία ή ασκείται επενδυτική δραστηριότητα από επιχείρηση τρίτης χώρας, η προϋπόθεση της χορήγησης άδειας δυνάμει του άρθρου 39 δεν ισχύει για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας από την επιχείρηση της τρίτης χώρας στο πρόσωπο αυτό, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης που αφορά ειδικά την παροχή της υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας.

Με την επιφύλαξη των σχέσεων εντός του ομίλου, όταν μια επιχείρηση τρίτης χώρας, μεταξύ άλλων μέσω οντότητας που ενεργεί για λογαριασμό της ή που διατηρεί στενούς δεσμούς με αυτή την επιχείρηση τρίτης χώρας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό αυτής της οντότητας, προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες στην Ένωση, δεν θα θεωρείται υπηρεσία που παρέχεται με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη.

2.   Η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 πρωτοβουλία πελάτη δεν δίδει στην επιχείρηση της τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαθέτει στον συγκεκριμένο πελάτη νέες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων ή επενδυτικών υπηρεσιών με άλλον τρόπο πέραν του υποκαταστήματος, στις περιπτώσεις που απαιτείται από το εθνικό δίκαιο να υπάρχει υποκατάστημα.».

5)

Στο άρθρο 49, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ρυθμιζόμενες αγορές να θεσπίσουν καθεστώτα βήματος τιμής σε μετοχές, αποθετήρια έγγραφα, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και λοιπά παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία καταρτίζονται ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με την παράγραφο 4. Η εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τις ρυθμιζόμενες αγορές να ταυτίζουν εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.».

6)

Στο άρθρο 81 παράγραφος 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

για να εξακριβώσουν αν πληρούνται οι όροι ανάληψης της δραστηριότητας επιχείρησης επενδύσεων και για να διευκολύνουν την παρακολούθηση των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου,».

7)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 95α

Μεταβατική διάταξη σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, σε περίπτωση που τα προβλεπόμενα συνολικά στοιχεία ενεργητικού επιχείρησης, η οποία έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας βάσει του τίτλου II της παρούσας οδηγίας πριν από την 25η Δεκεμβρίου 2019, με σκοπό την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6), ισούνται με το ποσό των 30 δισεκατομμυρίων EUR ή το υπερβαίνουν, και παρέχουν σχετική ενημέρωση στον αιτούντα.».

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 65

Παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις

Για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας και της εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι παραπομπές στην οδηγία 2013/36/ΕΕ που περιέχονται σε άλλες ενωσιακές πράξεις νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 66

Επανεξέταση

Έως τις 26 Ιουνίου 2024, η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, μαζί με νομοθετική πρόταση, εάν είναι σκόπιμο, σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 που αφορούν τις αποδοχές καθώς και των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ, με στόχο την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού για όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων,

β)

την καταλληλότητα των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων και δημοσιοποίησης στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (EΕ) 2019/2033, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας,

γ)

αξιολόγηση, στην οποία λαμβάνεται υπόψη η έκθεση της ΕΑΤ που αναφέρεται στο άρθρο 35 και η ταξινομία για τη βιώσιμη χρηματοδότηση, σχετικά με το κατά πόσον:

i)

οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εσωτερική διακυβέρνηση μιας επιχείρησης επενδύσεων,

ii)

οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την πολιτική αποδοχών μιας επιχείρησης επενδύσεων,

iii)

οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αντιμετώπιση κινδύνων,

iv)

οι κίνδυνοι ΠΚΔ πρέπει να περιλαμβάνονται στη διαδικασία εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης,

δ)

την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων ανταλλαγής πληροφοριών βάσει της παρούσας οδηγίας,

ε)

τη συνεργασία της Ένωσης και των κρατών μελών με τρίτες χώρες κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

στ)

την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 στις επιχειρήσεις επενδύσεων βάσει της νομικής δομής τους ή του μοντέλου ιδιοκτησίας τους,

ζ)

το ενδεχόμενο οι επιχειρήσεις επενδύσεων να προκαλούν κίνδυνο διασάλευσης στο χρηματοοικονομικό σύστημα με σοβαρές αρνητικές συνέπειες στο χρηματοοικονομικό σύστημα και στην πραγματική οικονομία και τα κατάλληλα μακροπροληπτικά εργαλεία για την αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου και την αντικατάσταση των απαιτήσεων του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της παρούσας οδηγίας,

η)

τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές δύνανται να εφαρμόζουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 5 της παρούσας οδηγίας, τις απαιτήσεις του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 67

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Έως τις 26 Ιουνίου 2021, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή τα εν λόγω μέτρα.

Εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα από τις 26 Ιουνίου 2021. Ωστόσο, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με το άρθρο 64 σημείο 5) από τις 26 Μαρτίου 2020.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, αυτά περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Με την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η Επιτροπή ενημερώνεται έγκαιρα προκειμένου να υποβάλει τα σχόλιά της επί οιωνδήποτε νομοσχεδίων, κανονισμών ή διοικητικών διατάξεων προτίθενται να υιοθετήσουν στο πεδίο που καλύπτει η παρούσα οδηγία.

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και την ΕΑΤ το κείμενο των διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Όταν τα έγγραφα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατά την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο δεν επαρκούν για την πλήρη εκτίμηση της συμμόρφωσης των διατάξεων μεταφοράς με ορισμένες διατάξεις της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΤ και με σκοπό την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ή με δική της πρωτοβουλία, να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να παράσχουν λεπτομερέστερα στοιχεία σχετικά με τη μεταφορά και την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 68

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 69

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2019.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

D. M. SASSOLI

Για το Συμβούλιο

H Πρόεδρος

T. TUPPURAINEN


(1)  ΕΕ C 378 της 19.10.2018, σ. 5.

(2)  ΕΕ C 262 της 25.7.2018, σ. 35.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Απριλίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 2019.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(5)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(6)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/ 2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας).

(12)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

(13)  Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

(14)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).

(15)  ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(16)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(17)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).

(18)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84).

(20)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εξαιρούμενες οντότητες, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, τις αποδοχές, τα μέτρα και τις εξουσίες εποπτείας και τα μέτρα διατήρησης κεφαλαίου (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 253).

(21)  Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).

(22)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

(23)  ΕΕ: Παρακαλούμε εισαγάγετε στο κείμενο τον αριθμό του κανονισμού που περιέχεται στο έγγραφο PE‑CONS 80/19 (2017/0359(COD)).

(24)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(25)  Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87).

(26)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

(27)  Σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (ΕΕ L 120 της 15.5.2009, σ. 22).


Top