Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016L0801

Οδηγία (ΕΕ) 2016/801 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία, τις ανταλλαγές μαθητών ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair)

OJ L 132, 21.5.2016, p. 21–57 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2016/801/oj

21.5.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 132/21


ΟΔΗΓΊΑ (ΕΕ) 2016/801 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Μαΐου 2016

σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία, τις ανταλλαγές μαθητών ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair)

(αναδιατύπωση)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 79 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)

Ορισμένες τροπολογίες πρέπει να επέλθουν στις οδηγίες του Συμβουλίου 2004/114/ΕΚ (4) και 2005/71/ΕΚ (5). Για λόγους σαφήνειας, είναι σκόπιμη η αναδιατύπωση των εν λόγω οδηγιών.

(2)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ανταποκριθεί στην ανάγκη που εντοπίστηκε στις εκθέσεις εφαρμογής για τις οδηγίες 2004/114/ΕΚ και 2005/71/ΕΚ για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που διαπιστώθηκαν, τη διασφάλιση περισσότερης διαφάνειας και ασφάλειας δικαίου και την παροχή συνεκτικού νομικού πλαισίου για τις διάφορες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται στην Ένωση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να απλουστεύσει και να εξορθολογήσει τις ισχύουσες διατάξεις για τις εν λόγω κατηγορίες σε μία ενιαία πράξη. Παρ' όλο που οι κατηγορίες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία παρουσιάζουν διαφορές, εμφανίζουν και ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, γεγονός που καθιστά δυνατή την εξέτασή τους μέσω ενός κοινού νομικού πλαισίου στο επίπεδο της Ένωσης.

(3)

Η παρούσα οδηγία αναμένεται να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου του προγράμματος της Στοκχόλμης για προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας εισόδου και διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών. Η μετανάστευση από χώρες εκτός της Ένωσης αποτελεί μια πηγή εισροής ατόμων υψηλής ειδίκευσης, και ειδικότερα οι σπουδαστές και οι ερευνητές αποτελούν όλο και πιο περιζήτητες ομάδες. Διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κατάρτιση του ανθρώπινου κεφαλαίου, κύριου πλεονεκτήματος της Ένωσης, και στη διασφάλιση έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης και, κατά συνέπεια, συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

(4)

Στις εκθέσεις εφαρμογής για τις οδηγίες 2004/114/ΕΚ και 2005/71/ΕΚ επισημάνθηκαν ορισμένες ανεπάρκειες, κυρίως όσον αφορά τους όρους εισδοχής, τα δικαιώματα, τις διαδικαστικές εγγυήσεις, την πρόσβαση των φοιτητών στην αγορά εργασίας κατά τη διάρκεια των σπουδών τους και τις διατάξεις για την ενδοενωσιακή κινητικότητα. Θεωρήθηκαν επίσης αναγκαίες συγκεκριμένες βελτιώσεις όσον αφορά τις προαιρετικές κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών. Σε μεταγενέστερες ευρύτερες διαβουλεύσεις επισημάνθηκε επίσης η ανάγκη για βελτιωμένες δυνατότητες αναζήτησης απασχόλησης για ερευνητές και σπουδαστές και για καλύτερη προστασία των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair), τομείς που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες 2004/114/ΕΚ και 2005/71/ΕΚ.

(5)

Για την προοδευτική εγκαθίδρυση του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) προβλέπει τη θέσπιση μέτρων στον τομέα του ασύλου, της μετανάστευσης και της διαφύλαξης των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών.

(6)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να αποσκοπεί στην προώθηση των επαφών μεταξύ των λαών και στην κινητικότητα, στοιχεία σημαντικά για την εξωτερική πολιτική της Ένωσης, ιδίως έναντι των χωρών της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας ή των στρατηγικών εταίρων της Ένωσης. Αναμένεται να επιτρέψει την καλύτερη συμβολή σε μια παγκόσμια προσέγγιση της μετανάστευσης και της κινητικότητας και των εταιρικών σχέσεων κινητικότητας, που παρέχουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για διάλογο και συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, μεταξύ άλλων σε ό,τι αφορά τη διευκόλυνση και την οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης.

(7)

Η μετακίνηση για τους σκοπούς που προβλέπει η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προάγει τη δημιουργία και την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων. Συνιστά μορφή αμοιβαίου εμπλουτισμού για τα πρόσωπα που μετακινούνται, για τη χώρα καταγωγής τους και για το ενδιαφερόμενο κράτος, ενώ παράλληλα ενισχύει τους πολιτιστικούς δεσμούς και εμπλουτίζει την πολιτιστική πολυμορφία.

(8)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αναδεικνύει την Ένωση ως ελκυστικό τόπο για την έρευνα και την καινοτομία, να την προωθεί στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού για προσέλκυση ταλέντων και, με τον τρόπο αυτό, να οδηγεί σε αύξηση της συνολικής ανταγωνιστικότητας της Ένωσης και των ρυθμών ανάπτυξης, δημιουργώντας παράλληλα θέσεις εργασίας που έχουν μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση του ΑΕΠ. Το άνοιγμα της Ένωσης σε υπηκόους τρίτων χωρών που μπορούν να γίνουν δεκτοί για τον σκοπό της έρευνας αποτελεί επίσης μέρος της εμβληματικής πρωτοβουλίας «Ένωση καινοτομίας». Η δημιουργία μιας ανοικτής αγοράς εργασίας για ερευνητές της Ένωσης και για ερευνητές από τρίτες χώρες επιβεβαιώθηκε επίσης ως βασικός στόχος του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας, ενός ενιαίου χώρου όπου κυκλοφορούν ελεύθερα ερευνητές, επιστημονική γνώση και τεχνολογία.

(9)

Είναι σκόπιμο η εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την υλοποίηση ερευνητικής δραστηριότητας να διευκολυνθεί μέσω διαδικασίας εισδοχής η οποία θα είναι ανεξάρτητη από τη νομική τους σχέση με τον ερευνητικό οργανισμό υποδοχής και δεν θα απαιτεί πλέον την έκδοση άδειας εργασίας πέραν της άδειας. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να στηρίζεται στη συνεργασία των ερευνητικών οργανισμών με τις μεταναστευτικές αρχές των κρατών μελών, αποδίδοντάς τους κεντρικό ρόλο στη διαδικασία εισδοχής, με σκοπό να διευκολύνεται και να επιταχύνεται η είσοδος και η διαμονή των υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την υλοποίηση ερευνητικής δραστηριότητας στην Ένωση, ενώ θα διατηρούνται τα προνόμια των κρατών μελών όσον αφορά τη διαμόρφωση της μεταναστευτικής πολιτικής. Οι ερευνητικοί οργανισμοί, τους οποίους τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν προηγουμένως, θα πρέπει να μπορούν να υπογράφουν είτε σύμβαση υποδοχής είτε σύμβαση εργασίας με υπήκοο τρίτης χώρας με σκοπό την υλοποίηση ερευνητικής δραστηριότητας. Με βάση τη σύμβαση υποδοχής ή τη σύμβαση εργασίας, τα κράτη μέλη εκδίδουν άδεια, εφόσον πληρούνται οι όροι εισόδου και διαμονής.

(10)

Δεδομένου ότι οι προσπάθειες που πρέπει να καταβληθούν για να επιτευχθεί ο στόχος επένδυσης του 3 % του ΑΕΠ στην έρευνα αφορούν σε μεγάλο βαθμό τον ιδιωτικό τομέα, θα πρέπει ο τομέας αυτός να ενθαρρυνθεί, όπου ενδείκνυται, ώστε να προσλάβει περισσότερους ερευνητές κατά τα επόμενα έτη.

(11)

Για να καταστεί η Ένωση ελκυστικότερη για υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυμούν να υλοποιήσουν ερευνητική δραστηριότητα στην Ένωση, θα πρέπει να επιτρέπεται στα μέλη της οικογένειάς τους, όπως ορίζονται στην οδηγία 2003/86/EΚ του Συμβουλίου (6) να συνοδεύουν τους ερευνητές και να επωφελούνται από τις διατάξεις για την ενδοενωσιακή κινητικότητα. Τα εν λόγω μέλη της οικογένειας θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας στο πρώτο κράτος μέλος και, σε περίπτωση μακράς κινητικότητας, στο δεύτερο κράτος μέλος, πλην εξαιρετικών περιστάσεων όπως ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ανεργίας, όπου τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν έλεγχο που να αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να πληρωθεί από το εθνικό εργατικό δυναμικό για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Με την εξαίρεση των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για την απόρριψη ή την ανάκληση ή τη μη ανανέωση. Κατά συνέπεια, οι άδειες διαμονής για μέλη της οικογένειας μπορούν να ανακαλούνται ή να μην ανανεώνονται, εάν η άδεια για τον ερευνητή που συνοδεύουν λήγει και δεν έχουν αυτοτελές δικαίωμα διαμονής.

(12)

Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αντιμετωπίζουν τους υποψήφιους διδάκτορες ως ερευνητές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(13)

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να ευνοεί τη διαρροή επιστημονικού δυναμικού από αναδυόμενες ή αναπτυσσόμενες χώρες. Θα πρέπει να λαμβάνονται, στο πλαίσιο της εταιρικής σχέσης με τις χώρες καταγωγής, μέτρα στήριξης της επανένταξης των ερευνητών στις χώρες καταγωγής τους, με σκοπό τη χάραξη συνολικής μεταναστευτικής πολιτικής.

(14)

Προκειμένου να προωθηθεί η Ευρώπη στο σύνολό της ως παγκόσμιο κέντρο αριστείας για σπουδές και κατάρτιση, πρέπει να βελτιωθούν και να απλουστευτούν οι προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των ατόμων που επιθυμούν να έλθουν στην Ένωση για τους σκοπούς αυτούς. Αυτό συνάδει με τους στόχους του θεματολογίου για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της Ευρώπης, ιδίως στο πλαίσιο της διεθνοποίησης της ευρωπαϊκής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μέρος αυτής της προσπάθειας αποτελεί η προσέγγιση των σχετικών εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών. Σε αυτό το πλαίσιο και σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου για τον εκσυγχρονισμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7), ο όρος «τριτοβάθμια εκπαίδευση» καλύπτει όλα τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, πανεπιστήμια, πανεπιστήμια εφαρμοσμένων επιστημών, τεχνολογικά ιδρύματα, «μεγάλες σχολές» («Grandes écoles»), σχολές διοίκησης επιχειρήσεων, σχολές μηχανικών, πανεπιστημιακά ιδρύματα τεχνολογίας (IUT), κολέγια τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επαγγελματικές σχολές, πολυτεχνικές σχολές και ακαδημίες.

(15)

Η επέκταση και εμβάθυνση της διαδικασίας της Μπολόνια, που εγκαινιάστηκε με την κοινή διακήρυξη της Μπολόνια των ευρωπαίων υπουργών Παιδείας στις 19 Ιουνίου 1999, οδήγησε σε πιο συγκρίσιμα, συμβατά και συνεκτικά συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στις συμμετέχουσες χώρες αλλά και πέραν αυτών. Αυτό συνέβη επειδή τα κράτη μέλη έχουν στηρίξει την κινητικότητα των σπουδαστών και τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την έχουν ενσωματώσει στο πρόγραμμα σπουδών τους. Τούτο πρέπει να αντικατοπτρίζεται μέσω βελτιωμένων διατάξεων για την ενδοενωσιακή κινητικότητα των σπουδαστών. Ένας από τους στόχους της διακήρυξης της Μπολόνια είναι να καταστεί ανταγωνιστική και ελκυστική η ευρωπαϊκή τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η διαδικασία της Μπολόνια οδήγησε στη δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η δομή των τριών κύκλων με σαφώς κατανοητά προγράμματα και πτυχία, καθώς και η θέσπιση πλαισίων επαγγελματικών προσόντων κατέστησαν τις σπουδές στην Ευρώπη πιο ελκυστικές για υπηκόους τρίτων χωρών.

(16)

H διάρκεια και οι άλλες προϋποθέσεις των προπαιδευτικών κύκλων για τους σπουδαστές που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο.

(17)

Τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπήκοος τρίτης χώρας έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, επιστολή ή πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω προσώπου.

(18)

Υπήκοοι τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί ως ασκούμενοι θα πρέπει να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι έχουν αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο ετών που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησής τους ή ότι παρακολουθούν πρόγραμμα σπουδών σε τρίτη χώρα το οποίο οδηγεί σε πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Θα πρέπει επίσης να υποβάλλουν σύμβαση πρακτικής άσκησης η οποία θα περιλαμβάνει περιγραφή του προγράμματος πρακτικής άσκησης, τον εκπαιδευτικό στόχο ή τα στοιχεία κατάρτισης, τη διάρκεια και τους όρους εποπτείας του ασκούμενου και η οποία θα αποδεικνύει ότι ο ασκούμενος θα παρακολουθήσει πραγματική πρακτική άσκηση και δεν θα χρησιμοποιηθεί ως κανονικός εργαζόμενος. Εξάλλου, μπορεί να απαιτηθεί από τους φορείς υποδοχής να τεκμηριώσουν ότι η πρακτική άσκηση δεν υποκαθιστά θέση εργασίας. Σε περίπτωση όπου ειδικοί όροι υπάρχουν ήδη στο εθνικό δίκαιο, στις συλλογικές συμφωνίες ή πρακτικές για τους ασκούμενους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί ως ασκούμενοι την τήρηση αυτών των ειδικών όρων.

(19)

Ασκούμενοι εργαζόμενοι που μεταβαίνουν να εργαστούν στην Ένωση στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, δεδομένου ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/66/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8).

(20)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να στηρίζει τους στόχους της «ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας» για την ανάπτυξη της αλληλεγγύης, της αμοιβαίας κατανόησης και της ανεκτικότητας μεταξύ των νέων και των κοινωνιών όπου ζουν, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και στην προώθηση της ενεργού συμμετοχής των νέων στα κοινά. Προκειμένου να εξασφαλιστεί πρόσβαση στην ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία με συνεκτικό τρόπο σε ολόκληρη την Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση για τον σκοπό της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας.

(21)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας σε μαθητές, εθελοντές πλην των υπαγομένων στην ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία και εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair), προκειμένου να διευκολύνεται η είσοδος και η διαμονή τους και να διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους.

(22)

Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη αποφασίσουν να εφαρμόσουν την παρούσα οδηγία σε μαθητές, καλούνται να εξασφαλίσουν ότι η εθνική διαδικασία εισδοχής των καθηγητών οι οποίοι αποκλειστικά συνοδεύουν μαθητές στο πλαίσιο προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικού προγράμματος είναι συνεπής με τη διαδικασία για τους μαθητές που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία.

(23)

Η απασχόληση εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) συμβάλλει στην προώθηση των επαφών μεταξύ των λαών παρέχοντας στους υπηκόους τρίτων χωρών την ευκαιρία να βελτιώσουν τις γλωσσικές δεξιότητες και να αναπτύξουν τις γνώσεις και τους πολιτιστικούς δεσμούς με τα κράτη μέλη. Ταυτόχρονα, οι εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair) που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών ενδέχεται να εκτεθούν σε κινδύνους κατάχρησης. Προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη μεταχείριση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) και να αντιμετωπιστούν οι ειδικές ανάγκες τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία αναφορικά με την είσοδο και τη διαμονή των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair).

(24)

Εάν οι ενδιαφερόμενοι υπήκοοι τρίτης χώρας μπορούν να αποδείξουν ότι λαμβάνουν πόρους καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής τους στο οικείο κράτος μέλος που απορρέουν από επιχορήγηση, υποτροφία για σπουδαστές ή άλλη υποτροφία, έγκυρη σύμβαση εργασίας, δεσμευτική πρόταση για εργασία ή χρηματοδοτική δέσμευση από οργανισμό διαχείρισης προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, φορέα υποδοχής ασκουμένων, οργανισμό αρμόδιο για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας, οικογένεια υποδοχής ή οργανισμό που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair), τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ανωτέρω πόρους για να εκτιμήσουν κατά πόσον είναι διαθέσιμοι επαρκείς πόροι. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να καθορίσουν ένα ενδεικτικό ποσό αναφοράς το οποίο θεωρούν ότι συνιστά «επαρκείς πόρους», που μπορεί να διαφέρει για κάθε μία από τις αντίστοιχες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών.

(25)

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να δίνουν τη δυνατότητα στον αιτούντα να υποβάλει τα έγγραφα και τις πληροφορίες σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, εκτός από τη δική τους επίσημη γλώσσα ή γλώσσες, η οποία θα καθορίζεται από το οικείο κράτος μέλος.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν διαδικασία έγκρισης για τους δημόσιους ή ιδιωτικούς ερευνητικούς οργανισμούς, ή και για τους δύο, που επιθυμούν να υποδεχτούν ερευνητές που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας ή για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που επιθυμούν να υποδεχτούν σπουδαστές που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας. Η έγκριση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο ή η διοικητική πρακτική του οικείου κράτους μέλους. Οι αιτήσεις προς εγκεκριμένους ερευνητικούς οργανισμούς ή εγκεκριμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα πρέπει να διευκολύνονται και να επιταχύνουν την είσοδο στην Ένωση των υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται στην Ένωση με σκοπό την έρευνα ή τις σπουδές.

(27)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν διαδικασία έγκρισης για τους αντίστοιχους φορείς υποδοχής που επιθυμούν να υποδέχονται μαθητές, ασκούμενους ή εθελοντές που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τη διαδικασία αυτή σε ορισμένες ή σε όλες τις κατηγορίες των φορέων υποδοχής. Η έγκριση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο ή η διοικητική πρακτική του οικείου κράτους μέλους. Οι αιτήσεις προς εγκεκριμένους φορείς υποδοχής θα πρέπει να επιταχύνουν την είσοδο των υπηκόων τρίτων χωρών που έρχονται στην Ένωση με σκοπό την έμμισθη και την άμισθη πρακτική άσκηση, την εθελοντική υπηρεσία, τα προγράμματα ανταλλαγής μαθητών ή τα εκπαιδευτικά προγράμματα και την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair).

(28)

Εφόσον τα κράτη μέλη θεσπίσουν διαδικασίες έγκρισης για φορείς υποδοχής, θα πρέπει να μπορούν να αποφασίσουν είτε να επιτρέπουν την εισδοχή μόνο μέσω εγκεκριμένων φορέων υποδοχής ή να θεσπίσουν διαδικασία έγκρισης, αλλά παράλληλα να επιτρέπουν την εισδοχή και μέσω μη εγκεκριμένων φορέων υποδοχής.

(29)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να εκδίδουν άδειες με σκοπό τις σπουδές, την έρευνα ή την πρακτική άσκηση εκτός εκείνων που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.

(30)

Μόλις πληρωθούν όλες οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις εισδοχής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκδώσουν την άδεια εντός καθορισμένων προθεσμιών. Εάν ένα κράτος μέλος εκδίδει άδειες διαμονής μόνο στο έδαφός του και πληρούνται όλοι οι όροι της παρούσας οδηγίας σχετικά με την εισδοχή, το κράτος μέλος θα πρέπει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας την απαιτούμενη θεώρηση και να εξασφαλίσει την ουσιαστική συνεργασία των αρμόδιων αρχών για τον σκοπό αυτό. Σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν εκδίδει θεωρήσεις, θα πρέπει να παράσχει στον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας ισοδύναμη άδεια με την οποία επιτρέπεται η είσοδος.

(31)

Οι άδειες θα πρέπει να αναφέρουν το καθεστώς του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να συμπεριλαμβάνουν πρόσθετες πληροφορίες σε έντυπη μορφή ή ηλεκτρονικά, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν ισοδυναμεί με πρόσθετους όρους.

(32)

Οι διάφορες περίοδοι ισχύος των αδειών δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν το συγκεκριμένο είδος διαμονής της κάθε κατηγορίας υπηκόων τρίτων χωρών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(33)

Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν ότι η συνολική διάρκεια διαμονής των σπουδαστών δεν υπερβαίνει τη μέγιστη διάρκεια των σπουδών, κατά τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο. Εν προκειμένω, η μέγιστη διάρκεια των σπουδών μπορεί να περιλαμβάνει επίσης, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, την πιθανή παράταση των σπουδών με σκοπό την επανάληψη ενός ή περισσότερων ετών σπουδών.

(34)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να χρεώνουν στους αιτούντες τέλη για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων για άδειες και των κοινοποιήσεων. Το ύψος των τελών δεν πρέπει να είναι δυσανάλογο ή υπερβολικό, ώστε να μην αποτελεί εμπόδιο στους στόχους της παρούσας οδηγίας.

(35)

Τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται σε υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από τη μορφή της άδειας που χορηγεί κάθε κράτος μέλος.

(36)

Η άρνηση εισδοχής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να είναι δυνατή για λόγους δεόντως αιτιολογημένους. Ειδικότερα, θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση εισδοχής όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί, βασιζόμενο σε εκτίμηση των δεδομένων σε κάθε περίπτωση χωριστά και λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας συνιστά δυνητική απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία.

(37)

Στόχος της παρούσας οδηγίας δεν είναι η ρύθμιση της εισδοχής και διαμονής των υπηκόων τρίτων χωρών για τον σκοπό της απασχόλησης και δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών ή πρακτικών αναφορικά με το καθεστώς των εργαζομένων. Ενδέχεται ωστόσο σε ορισμένα κράτη μέλη ειδικές κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία να θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης, με βάση το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμφωνίες ή την πρακτική. Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι οι ερευνητές, εθελοντές, ασκούμενοι ή εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair) που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας διατελούν σε σχέση απασχόλησης, θα πρέπει να διατηρεί το δικαίωμα να ρυθμίζει τους όγκους εισδοχής της εν λόγω κατηγορίας ή κατηγοριών σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ.

(38)

Σε περίπτωση που ερευνητής, εθελοντής, ασκούμενος ή εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair) που είναι υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση για σύναψη σχέσης απασχόλησης σε κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί έλεγχο που να αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να πληρωθεί από το εθνικό εργατικό δυναμικό.

(39)

Όσον αφορά τους σπουδαστές, δεν πρέπει να ισχύουν όγκοι εισδοχής δεδομένου ότι, ακόμη και εάν τους επιτρέπεται να εργάζονται κατά τη διάρκεια των σπουδών τους σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, ζητούν την εισδοχή στο έδαφος των κρατών μελών για να ασκήσουν ως κύρια δραστηριότητά τους την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει υποχρεωτική πρακτική άσκηση.

(40)

Στην περίπτωση που, αφού έχει γίνει δεκτός στην επικράτεια του οικείου κράτους μέλους, ο ερευνητής, ο εθελοντής, ο ασκούμενος ή ο εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair) υποβάλλει αίτηση για να ανανεώσει την άδεια του προκειμένου να συνάψει ή να συνεχίσει να διατελεί σε σχέση απασχόλησης στο οικείο κράτος μέλος, εξαιρουμένων των ερευνητών οι οποίοι συνεχίζουν τη σχέση απασχόλησης με τον ίδιο φορέα υποδοχής, το εν λόγω κράτος μέλος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί έλεγχο που να αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να πληρωθεί από το εθνικό εργατικό δυναμικό.

(41)

Σε περίπτωση αμφιβολιών για τους λόγους υποβολής της αίτησης εισδοχής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να διενεργούν κατάλληλους ελέγχους ή να ζητούν αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να αξιολογούν, κατά περίπτωση, την σκοπούμενη από τον αιτούντα έρευνα, σπουδές, πρακτική άσκηση, εθελοντική υπηρεσία, πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικό πρόγραμμα ή απασχόληση ως εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair) και να καταπολεμάται η κατάχρηση ή η κακή χρήση της διαδικασίας που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

(42)

Όταν οι πληροφορίες που παρέχονται είναι ελλιπείς, τα κράτη μέλη ενημερώνουν τον αιτούντα εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται, και ορίζουν εύλογη προθεσμία υποβολής τους. Εάν οι συμπληρωματικές πληροφορίες δεν προσκομιστούν εντός της προθεσμίας αυτής, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

(43)

Οι εθνικές αρχές θα πρέπει να κοινοποιούν στον αιτούντα την απόφαση που λαμβάνεται σχετικά με την αίτηση. Θα πρέπει να το πράξουν γραπτώς το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός της περιόδου που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

(44)

Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της κινητικότητας εντός της ΕΕ για τους ερευνητές και τους σπουδαστές, μεταξύ άλλων μειώνοντας τον διοικητικό φόρτο που σχετίζεται με την κινητικότητα σε πολλά κράτη μέλη. Για τον σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία θεσπίζει ειδικό καθεστώς κινητικότητας εντός της ΕΕ σύμφωνα με το οποίο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος διαθέτει άδεια για τους σκοπούς της έρευνας ή των σπουδών που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος έχει δικαίωμα εισόδου, παραμονής και πραγματοποίησης μέρους της ερευνητικής δραστηριότητας ή των σπουδών του σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την κινητικότητα δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(45)

Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους ερευνητές να μετακινούνται με ευκολία από έναν ερευνητικό οργανισμό σε άλλον για σκοπούς που συνδέονται με την έρευνα, η βραχεία κινητικότητά τους θα πρέπει να καλύπτει τις περιόδους παραμονής σε δεύτερα κράτη μέλη για διάστημα το πολύ 180 ημερών εντός κάθε περιόδου 360 ημερών ανά κράτος μέλος. Η μακρά κινητικότητα των ερευνητών θα πρέπει να καλύπτει τις περιόδους παραμονής σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη για διάστημα μεγαλύτερο των 180 ημερών ανά κράτος μέλος. Τα μέλη της οικογένειας των ερευνητών θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να συνοδεύουν τον ερευνητή κατά την περίοδο κινητικότητας. Η διαδικασία για την κινητικότητά τους θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με τη διαδικασία για τον ερευνητή που συνοδεύουν.

(46)

Όσον αφορά τους σπουδαστές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα ή από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια των σπουδών τους, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει κινητικότητα σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη για χρονικό διάστημα 360 ημερών το πολύ ανά κράτος μέλος.

(47)

Σε περίπτωση που ο ερευνητής ή ο σπουδαστής μετακινείται σε δεύτερο κράτος μέλος με βάση διαδικασία κοινοποίησης και απαιτείται έγγραφο για να διευκολυνθεί η πρόσβασή του σε υπηρεσίες και δικαιώματα, το δεύτερο κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να χορηγεί έγγραφο για να βεβαιώσει ότι ο ερευνητής ή ο σπουδαστής έχει δικαίωμα διαμονής στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Ένα τέτοιο έγγραφο δεν θα πρέπει να αποτελεί πρόσθετη προϋπόθεση για την απόλαυση των δικαιωμάτων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και θα πρέπει να έχει απλώς δηλωτικό χαρακτήρα.

(48)

Μολονότι το ειδικό καθεστώς κινητικότητας που καθιερώνεται με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίζει αυτόνομους κανόνες για την είσοδο και διαμονή με σκοπό την έρευνα ή τις σπουδές σε άλλα κράτη μέλη πλην εκείνου που εξέδωσε την αρχική άδεια, εξακολουθούν να ισχύουν όλοι οι άλλοι κανόνες που διέπουν τη διέλευση προσώπων από τα σύνορα, όπως θεσπίζονται από τις σχετικές διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν.

(49)

Όταν η άδεια εκδίδεται από κράτος μέλος που δεν εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν και ο ερευνητής ή τα μέλη της οικογένειάς του ή ο σπουδαστής, στο πλαίσιο κινητικότητας εντός της ΕΕ, διασχίζει εξωτερικά σύνορα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕE) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), ένα κράτος μέλος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ζητά αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ο ερευνητής ή ο σπουδαστής μετακινείται στην επικράτειά του για τους σκοπούς της έρευνας ή των σπουδών ή ότι τα μέλη της οικογένειας μετακινούνται στην επικράτειά του με σκοπό να συνοδεύσουν τον ερευνητή στο πλαίσιο της κινητικότητας. Επιπλέον, στην περίπτωση διέλευσης από εξωτερικά σύνορα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕE) 2016/399, τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν θα πρέπει να συμβουλεύονται το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν και θα πρέπει να αρνούνται την είσοδο ή να αντιτίθενται στην κινητικότητα προσώπων για τα οποία το σύστημα αυτό περιέχει καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

(50)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει στα δεύτερα κράτη μέλη να ζητούν να εγκαταλείπουν το έδαφός τους οι ερευνητές ή σπουδαστές οι οποίοι μετακινούνται βάσει άδειας που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις για την κινητικότητα. Όταν ο ερευνητής ή ο σπουδαστής έχει έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος, το δεύτερο κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να ζητήσει στον εν λόγω ερευνητή ή σπουδαστή να επιστρέψει στο πρώτο κράτος μέλος, σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11). Όταν η κινητικότητα έχει επιτραπεί από το δεύτερο κράτος μέλος βάσει της άδειας που εκδόθηκε από το πρώτο κράτος μέλος και η άδεια αυτή ανακαλείται ή λήγει κατά τη διάρκεια της κινητικότητας, το δεύτερο κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει είτε να επιστρέψει ο ερευνητής ή ο σπουδαστής σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με την οδηγία 2008/115/ΕΚ, ή να ζητήσει χωρίς καθυστέρηση από το πρώτο κράτος μέλος να επιτρέψει την επανείσοδο του ερευνητή ή σπουδαστή στο έδαφός του. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το πρώτο κράτος μέλος θα πρέπει να χορηγήσει έγγραφο που να επιτρέπει στον ερευνητή ή σπουδαστή την επανείσοδο στο έδαφός του.

(51)

Οι πολιτικές και οι κανόνες της Ένωσης για τη μετανάστευση αφενός και οι πολιτικές και τα προγράμματα της Ένωσης που ευνοούν την κινητικότητα των ερευνητών και των φοιτητών σε επίπεδο Ένωσης αφετέρου πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται. Για τον καθορισμό της διάρκειας ισχύος της άδειας που εκδίδεται για τους ερευνητές και τους σπουδαστές, τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την προγραμματισμένη κινητικότητα σε άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις σχετικά με την κινητικότητα. Ερευνητές και σπουδαστές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας ή συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν άδειες που καλύπτουν τουλάχιστον δύο έτη, υπό τον όρο ότι πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις εισδοχής για την εν λόγω περίοδο.

(52)

Προκειμένου να επιτραπεί στους σπουδαστές να καλύψουν μέρος του κόστους των σπουδών τους και, ει δυνατόν, να αποκομίσουν πρακτική εμπειρία, πρέπει να τους δίνεται κατά τη διάρκεια των σπουδών τους πρόσβαση στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους όπου πραγματοποιούνται οι σπουδές, υπό τους όρους που ορίζονται στην παρούσα οδηγία. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να επιτρέπεται στους σπουδαστές ορισμένος ελάχιστος αριθμός ωρών εργασίας, όπως καθορίζεται στην παρούσα οδηγία. Η αρχή της πρόσβασης των σπουδαστών στην αγορά εργασίας θα πρέπει να είναι ο γενικός κανόνας. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιστάσεις τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση των εθνικών αγορών εργασίας τους.

(53)

Στο πλαίσιο της προσπάθειας να εξασφαλιστεί ικανοποιητικά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό για το μέλλον, οι σπουδαστές που αποφοιτούν στην Ένωση θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους για τη χρονική περίοδο που ορίζεται στην παρούσα οδηγία, εφόσον προτίθενται να αναζητήσουν ευκαιρίες απασχόλησης ή να ιδρύσουν επιχείρηση. Οι ερευνητές θα πρέπει να έχουν την εν λόγω δυνατότητα παραμονής μετά την ολοκλήρωση της ερευνητικής τους δραστηριότητας, όπως ορίζεται στη σχετική σύμβαση υποδοχής. Για να τους χορηγηθεί η άδεια διαμονής για τον εν λόγω σκοπό, σπουδαστές και ερευνητές ενδέχεται να κληθούν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας. Από τη στιγμή που τα κράτη μέλη τους χορηγούν αυτή την άδεια διαμονής, παύουν να θεωρούνται ως ερευνητές ή σπουδαστές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν, μετά από μια ελάχιστη χρονική περίοδο που ορίζεται στην παρούσα οδηγία, εάν έχουν πραγματικές πιθανότητες να απασχοληθούν ή να ιδρύσουν επιχείρηση. Η δυνατότητα αυτή δεν θίγει τις λοιπές υποχρεώσεις δήλωσης που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο για άλλους σκοπούς. Η άδεια που εκδίδεται με σκοπό τον εντοπισμό ευκαιριών απασχόλησης ή την ίδρυση επιχείρησης δεν θα πρέπει να παρέχει αυτομάτως κανένα δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας ή ίδρυσης επιχείρησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν το δικαίωμά τους να λαμβάνουν υπόψη την κατάσταση της αγοράς εργασίας τους όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας στον οποίον εκδόθηκε άδεια να παραμείνει στην επικράτεια με σκοπό την αναζήτηση εργασίας ή την ίδρυση επιχείρησης υποβάλλει αίτηση για άδεια εργασίας προκειμένου να καταλάβει θέση.

(54)

Η δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία θα πρέπει να διασφαλίζεται σύμφωνα με το άρθρο 79 ΣΛΕΕ. Οι ερευνητές θα πρέπει να απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 4 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), με την επιφύλαξη της δυνατότητας του εν λόγω κράτους μέλους να περιορίζει την ίση μεταχείριση στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Η οδηγία 2011/98/ΕΕ θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει για τους σπουδαστές, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία. Η οδηγία 2011/98/ΕΕ θα πρέπει να ισχύει για τους ασκούμενους, τους εθελοντές και τους εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) όταν θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης στο οικείο κράτος μέλος. Οι ασκούμενοι, οι εθελοντές και οι εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair), όταν δεν θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης στο οικείο κράτος μέλος, καθώς και οι μαθητές, θα πρέπει να απολαμβάνουν ίση μεταχείριση με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους όσον αφορά ένα ελάχιστο σύνολο δικαιωμάτων, όπως προβλέπεται στην παρούσα οδηγία. Σε αυτό περιλαμβάνεται η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, που δεν καλύπτει υποτροφίες σπουδών ή επαγγελματικές υποτροφίες ή δάνεια.

(55)

Η ίση μεταχείριση, όπως χορηγείται στους ερευνητές και στους σπουδαστές, καθώς και σε ασκούμενους, εθελοντές και εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) όταν θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης στο οικείο κράτος μέλος, περιλαμβάνει την ίση μεταχείριση όσον αφορά τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που απαριθμούνται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13). Η παρούσα οδηγία δεν εναρμονίζει τη νομοθεσία των κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Περιορίζεται στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης στους υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Επίσης, η παρούσα οδηγία δεν παρέχει δικαιώματα σε σχέση με καταστάσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, όπως στην περίπτωση μελών της οικογένειας που διαμένουν σε τρίτη χώρα. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα επιζώντων που έλκουν δικαιώματα από υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ανάλογα με την περίπτωση, να λαμβάνουν σύνταξη επιζώντος όταν διαμένουν σε τρίτη χώρα.

(56)

Σε πολλά κράτη μέλη προϋπόθεση για το δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών είναι να υπάρχει κάποιος δεσμός με το εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον οι παροχές αποβλέπουν στη στήριξη μιας θετικής δημογραφικής εξέλιξης ώστε να διασφαλίζεται το μελλοντικό εργατικό δυναμικό στο εν λόγω κράτος μέλος. Συνεπώς, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα κράτους μέλους να περιορίζει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ίση μεταχείριση όσον αφορά τις οικογενειακές παροχές όταν ο ερευνητής και τα μέλη της οικογένειάς του που τον συνοδεύουν διαμένουν προσωρινά στο εν λόγω κράτος μέλος.

(57)

Στην περίπτωση κινητικότητας μεταξύ κρατών μελών ισχύει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14). Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να αναγνωρίζει περισσότερα δικαιώματα από τα ήδη προβλεπόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν διασυνοριακά συμφέροντα μεταξύ κρατών μελών.

(58)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων που περιλαμβάνονται στο δίκαιο της Ένωσης και στις ισχύουσες διεθνείς πράξεις.

(59)

Οι άδειες διαμονής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία πρέπει να εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους με χρήση του ενιαίου μορφότυπου όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου (15).

(60)

Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι διατίθενται στο κοινό, ιδίως μέσω του διαδικτύου, κατάλληλες πληροφορίες, που επικαιροποιούνται τακτικά, όσον αφορά τους φορείς υποδοχής που εγκρίνονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, καθώς και τους όρους και τις διαδικασίες εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

(61)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και συνάδει με τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).

(62)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού.

(63)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα (16), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί τη διαβίβαση αυτών των εγγράφων δικαιολογημένη.

(64)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι ο καθορισμός προϋποθέσεων για την είσοδο και διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την έρευνα, τις σπουδές, την πρακτική άσκηση και την ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία, ως υποχρεωτικές διατάξεις, και την ανταλλαγή μαθητών, την εθελοντική υπηρεσία πλην της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας ή την απασχόληση των εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair), ως προαιρετικές διατάξεις, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων του, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχου αυτού.

(65)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 και το άρθρο 4α παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της.

(66)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 για τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

(67)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιώδεις τροποποιήσεις σε σύγκριση με τις οδηγίες 2004/114/ΕΚ και 2005/71/ΕΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από τις εν λόγω οδηγίες.

(68)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και τις ημερομηνίες εφαρμογής των οδηγιών όπως καθορίζονται στο παράρτημα Ι μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία καθορίζει:

α)

τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής για περίοδο που υπερβαίνει τις 90 ημέρες στο έδαφος των κρατών μελών, καθώς και τα δικαιώματα υπηκόων τρίτων χωρών και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς τους για τους σκοπούς της έρευνας, των σπουδών, της πρακτικής άσκησης ή της εθελοντικής υπηρεσίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας, και, εφόσον το αποφασίσουν τα κράτη μέλη, για τους σκοπούς προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εθελοντικής υπηρεσίας διαφορετικής από την ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία ή απασχόλησης ως εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair)·

β)

τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής και τα δικαιώματα των ερευνητών, και, όπου ισχύει, των μελών της οικογένειάς τους, και των σπουδαστών που αναφέρονται στο στοιχείο α) σε κράτη μέλη εκτός του κράτους μέλους το οποίο χορηγεί πρώτο άδεια στον υπήκοο τρίτης χώρας βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών που αιτούνται να γίνουν δεκτοί ή που έχουν γίνει δεκτοί στο έδαφος κράτους μέλους για τον σκοπό της έρευνας, των σπουδών, της πρακτικής άσκησης ή εθελοντικής υπηρεσίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας. Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να αποφασίζουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας στους υπηκόους τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί στο πλαίσιο προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικού προγράμματος, εθελοντικής υπηρεσίας διαφορετικής από την ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία ή απασχόλησης ως εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair).

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών:

α)

που ζητούν διεθνή προστασία ή δικαιούνται διεθνή προστασία σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17) ή δικαιούνται προσωρινή προστασία σύμφωνα με την οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου (18) σε ένα κράτος μέλος·

β)

η απομάκρυνση των οποίων έχει ανασταλεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους·

γ)

που είναι μέλη οικογενειών πολιτών της Ένωσης και έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Ένωσης·

δ)

που απολαύουν καθεστώτος επί μακρόν διαμένοντος σε κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου (19)·

ε)

οι οποίοι, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς τους και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, απολαύουν δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμων με τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης δυνάμει συμφωνιών είτε μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της και τρίτων χωρών είτε μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών·

στ)

που έρχονται στην Ένωση ως ασκούμενοι στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης δυνάμει της οδηγίας 2014/66/ΕΕ·

ζ)

που έχουν γίνει δεκτοί ως εργαζόμενοι υψηλής ειδίκευσης σύμφωνα με την οδηγία 2009/50/ΕΚ του Συμβουλίου (20).

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«υπήκοος τρίτης χώρας», πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ·

2)

«ερευνητής», υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος κατέχει διδακτορικό πτυχίο ή κατάλληλο τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που δίνει πρόσβαση στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας σε διδακτορικά προγράμματα και ο οποίος επιλέγεται από ερευνητικό οργανισμό και γίνεται δεκτός στο έδαφος κράτους μέλους για να υλοποιήσει ερευνητική δραστηριότητα για την οποία απαιτείται συνήθως ο ανωτέρω τίτλος·

3)

«σπουδαστής», υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στον οποίον επετράπη η είσοδος στο έδαφος κράτους μέλους για να έχει ως κύρια δραστηριότητα την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών πλήρους φοίτησης, με σκοπό την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιων σπουδών αναγνωρισμένου από το εν λόγω κράτος μέλος, ήτοι διπλώματος, πιστοποιητικού ή διδακτορικού σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ενδεχομένως συμπεριλαμβάνει προπαιδευτικό κύκλο για τις εν λόγω σπουδές βάσει του εθνικού δικαίου ή υποχρεωτική πρακτική άσκηση·

4)

«μαθητής», υπήκοος τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στο έδαφος κράτους μέλους για να παρακολουθήσει αναγνωρισμένο κρατικό ή περιφερειακό πρόγραμμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που αντιστοιχεί στο επίπεδο 2 ή 3 της διεθνούς πρότυπης ταξινόμησης της εκπαίδευσης, στο πλαίσιο ενός προγράμματος ανταλλαγών μαθητών ή εκπαιδευτικού προγράμματος που παρέχεται από εκπαιδευτικό ίδρυμα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή τη διοικητική πρακτική·

5)

«ασκούμενος», υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή συνεχίζει έναν κύκλο σπουδών σε τρίτη χώρα με σκοπό την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ο οποίος γίνεται δεκτός στο έδαφος κράτους μέλους στο πλαίσιο προγράμματος πρακτικής άσκησης για τον σκοπό της απόκτησης γνώσεων, πρακτικής εξάσκησης και εμπειρίας σε επαγγελματικό περιβάλλον·

6)

«εθελοντής», ο υπήκοος τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στο έδαφος κράτους μέλους για να συμμετάσχει σε πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας·

7)

«πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας», πρόγραμμα δραστηριοτήτων έμπρακτης αλληλεγγύης το οποίο βασίζεται σε πρόγραμμα που αναγνωρίζεται από το αντίστοιχο κράτος μέλος ή την Ένωση, επιδιώκει στόχους γενικού ενδιαφέροντος και έχει μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο του οποίου οι δραστηριότητες δεν αμείβονται, εκτός από την επιστροφή των εξόδων και/ή την αποζημίωση για μικροέξοδα·

8)

«εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair)», ο υπήκοος τρίτης χώρας που έχει γίνει δεκτός στο έδαφος κράτους μέλους και φιλοξενείται προσωρινά από οικογένεια με σκοπό να βελτιώσει τις γλωσσικές δεξιότητες και τις γνώσεις του ως προς το συγκεκριμένο κράτος μέλος, προσφέροντας σε αντάλλαγμα ελαφρές οικιακές εργασίες και φροντίδα των παιδιών·

9)

«έρευνα», η πρωτότυπη εργασία που αναλαμβάνεται με συστηματικό τρόπο για να αυξηθεί το σύνολο των γνώσεων, συμπεριλαμβανομένης της γνώσης του ανθρώπου, του πολιτισμού και της κοινωνίας, καθώς και η χρησιμοποίηση αυτού του συνόλου γνώσεων για νέες εφαρμογές·

10)

«ερευνητικός οργανισμός», κάθε ιδιωτικός ή δημόσιος οργανισμός που πραγματοποιεί έρευνα·

11)

«εκπαιδευτικό ίδρυμα», δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που είναι αναγνωρισμένο από το οικείο κράτος μέλος ή του οποίου τα προγράμματα σπουδών είναι αναγνωρισμένα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή τη διοικητική πρακτική βάσει διαφανών κριτηρίων και το οποίο συμμετέχει σε πρόγραμμα ανταλλαγών μαθητών ή σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τους σκοπούς που ορίζει η παρούσα οδηγία·

12)

«εκπαιδευτικό πρόγραμμα», το σύνολο των εκπαιδευτικών δράσεων που αναπτύσσονται από εκπαιδευτικό ίδρυμα κράτους μέλους σε συνεργασία με παρόμοια ιδρύματα σε τρίτη χώρα, με σκοπό την ανταλλαγή πολιτισμού και γνώσεων·

13)

«ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», κάθε είδος ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που είναι ή θεωρείται αναγνωρισμένο δυνάμει του εθνικού δικαίου και το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική, παρέχει αναγνωρισμένα πτυχία τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή άλλα αναγνωρισμένα προσόντα τριτοβάθμιου επιπέδου, ανεξάρτητα από την ονομασία των ιδρυμάτων αυτών, ή κάθε ίδρυμα το οποίο, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική, παρέχει επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση τριτοβάθμιου επιπέδου·

14)

«φορέας υποδοχής», ο ερευνητικός οργανισμός, το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το εκπαιδευτικό ίδρυμα, ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για το πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας ή ο φορέας υποδοχής ασκουμένων στον οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει τοποθετηθεί για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και ο οποίος βρίσκεται στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ανεξάρτητα από τη νομική του μορφή, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο·

15)

«οικογένεια υποδοχής», η οικογένεια που υποδέχεται προσωρινά τον εσωτερικό άμισθο βοηθό (au pair) και μοιράζεται την καθημερινή οικογενειακή της ζωή στο έδαφος κράτους μέλους, βάσει σύμβασης που έχει συναφθεί μεταξύ της εν λόγω οικογένειας και του εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair)·

16)

«απασχόληση», η άσκηση δραστηριοτήτων που καλύπτουν κάθε μορφή έργου ή εργασίας η οποία ρυθμίζεται από το εθνικό δίκαιο ή από ισχύουσες συλλογικές συμφωνίες ή σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, υπό τη διεύθυνση ή την εποπτεία εργοδότη·

17)

«εργοδότης», οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο ή υπό τη διεύθυνση ή την εποπτεία του οποίου ασκείται η απασχόληση·

18)

«πρώτο κράτος μέλος», το κράτος μέλος το οποίο πρώτο χορηγεί σε υπήκοο τρίτης χώρας άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας·

19)

«δεύτερο κράτος μέλος», οποιοδήποτε κράτος μέλος εκτός του πρώτου κράτους μέλους·

20)

«ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας», τα χρηματοδοτούμενα από την Ένωση ή από τα κράτη μέλη προγράμματα για την προώθηση της κινητικότητας των υπηκόων τρίτων χωρών στην Ένωση ή στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στα αντίστοιχα προγράμματα·

21)

«άδεια», η άδεια διαμονής ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, η θεώρηση μακράς διαμονής που εκδίδεται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας·

22)

«άδεια διαμονής», η άδεια που εκδίδεται με χρήση του μορφότυπου που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και η οποία επιτρέπει στον κάτοχό της να διαμένει νόμιμα στο έδαφος κράτους μέλους·

23)

«θεώρηση μακράς διαμονής», η άδεια που εκδίδεται από κράτος μέλος όπως προβλέπει το άρθρο 18 της Σύμβασης Σένγκεν (21) ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο κρατών μελών που δεν εφαρμόζουν πλήρως το κεκτημένο Σένγκεν·

24)

«μέλη της οικογένειας» ή «μέλη οικογενείας», οι υπήκοοι τρίτων χωρών όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/86/ΕΚ.

Άρθρο 4

Ευνοϊκότερες διατάξεις

1.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει ευνοϊκότερες διατάξεις:

α)

διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ένωσης ή της Ένωσης και των κρατών μελών της και ενός ή περισσότερων τρίτων χωρών· ή

β)

διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών και ενός ή περισσότερων τρίτων χωρών.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για τους υπηκόους τρίτης χώρας στους οποίους η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε σχέση με το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο α) και τα άρθρα 18, 22, 23, 24, 25, 26, 34 και 35.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΙΣΔΟΧΗ

Άρθρο 5

Αρχές

1.   Η εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας δυνάμει της παρούσας οδηγίας υπόκειται σε έλεγχο δικαιολογητικών που αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω υπήκοος τρίτης χώρας πληροί:

α)

τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 7· και

β)

τις σχετικές ειδικές προϋποθέσεις των άρθρων 8, 11, 12, 13, 14 ή 16.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον αιτούντα να παρέχει τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 δικαιολογητικά σε μία από τις επίσημες γλώσσες του οικείου κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

3.   Όταν πληρούνται όλες οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις, οι υπήκοοι τρίτων χωρών δικαιούνται να λάβουν άδεια.

Όταν ένα κράτος μέλος εκδίδει άδεια διαμονής μόνο στο έδαφός του και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εισδοχής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χορηγεί στον υπήκοο τρίτης χώρας την απαιτούμενη θεώρηση.

Άρθρο 6

Όγκοι εισδοχής

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, τους όγκους εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, με την εξαίρεση των σπουδαστών, εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θεωρεί ότι διατελούν ή θα διατελέσουν σε σχέση απασχόλησης. Με βάση τα ανωτέρω, μια αίτηση για άδεια μπορεί είτε να θεωρηθεί απαράδεκτη είτε να απορριφθεί.

Άρθρο 7

Γενικές προϋποθέσεις

1.   Όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ο αιτών:

α)

προσκομίζει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο, και, εφόσον απαιτείται, αίτηση θεώρησης ή ισχύουσα θεώρηση ή, κατά περίπτωση, ισχύουσα άδεια διαμονής ή ισχύουσα θεώρηση μακράς διαμονής· τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου να καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

β)

προσκομίζει γονική άδεια ή ισοδύναμο έγγραφο για την προβλεπόμενη διαμονή σε περίπτωση που ο υπήκοος τρίτης χώρας είναι ανήλικος(-η) σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αντίστοιχου κράτους μέλους·

γ)

προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας διαθέτει ή, εφόσον προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, ότι έχει υποβάλει αίτηση για ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους που καλύπτονται συνήθως για τους πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους. Η ασφάλιση πρέπει να ισχύει για τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής·

δ)

προσκομίζει, αν το ζητήσει το κράτος μέλος, την απόδειξη πληρωμής του τέλους για τη διεκπεραίωση της αίτησης που προβλέπεται στο άρθρο 36·

ε)

προσκομίζει τα ζητούμενα από το οικείο κράτος μέλος αποδεικτικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι κατά τη προβλεπόμενη διαμονή του ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, καθώς και για την κάλυψη των εξόδων ταξιδίου επιστροφής. Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης και να λαμβάνει υπόψη τους πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από επιχορήγηση, υποτροφία για σπουδαστές ή άλλη υποτροφία, έγκυρη σύμβαση εργασίας ή δεσμευτική προσφορά εργασίας ή χρηματοδοτική δέσμευση από οργανισμό διαχείρισης προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, φορέα υποδοχής ασκουμένων, οργανισμό αρμόδιο για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας, οικογένεια υποδοχής ή οργανισμό που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair).

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον αιτούντα να παράσχει τη διεύθυνση που έχει ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας στο έδαφός τους.

Όταν το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους απαιτεί την παροχή διεύθυνσης κατά την υποβολή της αίτησης και ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν γνωρίζει ακόμη τη μελλοντική του διεύθυνση, τα κράτη μέλη αποδέχονται μια προσωρινή διεύθυνση. Στην περίπτωση αυτή ο υπήκοος τρίτης χώρας παρέχει τη μόνιμη διεύθυνσή του το αργότερο κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 17.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ένα ποσό αναφοράς το οποίο θεωρούν ότι συνιστά «επαρκείς πόρους» όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε). Η αξιολόγηση των επαρκών πόρων πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης.

4.   Η αίτηση υποβάλλεται και εξετάζεται είτε όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει εκτός του εδάφους του κράτους μέλους στο οποίο ο υπήκοος τρίτης χώρας επιθυμεί την εισδοχή του είτε όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει ήδη στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ως κάτοχος ισχύουσας άδειας διαμονής ή θεώρησης μακράς διαμονής.

Κατ' εξαίρεση, τα κράτη μέλη μπορούν να δεχτούν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, αίτηση που υποβάλλεται όταν ο ενδιαφερόμενος υπήκοος τρίτης χώρας δεν είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας διαμονής ή θεώρησης μακράς διάρκειας, αλλά βρίσκεται νόμιμα στο έδαφός τους.

5.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν αν οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, από τον φορέα υποδοχής ή από οποιονδήποτε από αυτούς.

6.   Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν γίνονται δεκτοί.

Άρθρο 8

Ειδικές προϋποθέσεις για τους ερευνητές

1.   Επιπλέον των γενικών προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας για τους σκοπούς της άσκησης ερευνητικής δραστηριότητας, ο αιτών προσκομίζει σύμβαση υποδοχής ή, αν προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, σύμβαση η οποία είναι υπογεγραμμένη από ερευνητικό οργανισμό σύμφωνα με το άρθρο 10.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να απαιτούν γραπτή δέσμευση του ερευνητικού οργανισμού ότι, σε περίπτωση που ένας ερευνητής παραμείνει παράνομα στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ο εν λόγω ερευνητικός οργανισμός ευθύνεται για την επιστροφή των εξόδων διαμονής και επιστροφής που βαρύνουν το Δημόσιο. Η οικονομική ευθύνη του ερευνητικού οργανισμού λήγει το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη της σύμβασης υποδοχής.

Όταν το δικαίωμα διαμονής του ερευνητή παραταθεί σύμφωνα με το άρθρο 25, η ευθύνη του ερευνητικού οργανισμού όπως αυτή αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιορίζεται μέχρι την ημερομηνία έναρξης της άδειας διαμονής για τον σκοπό αναζήτησης εργασίας ή ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

3.   Το κράτος μέλος που έχει καθιερώσει διαδικασία έγκρισης για τους ερευνητικούς οργανισμούς σύμφωνα με το άρθρο 9, απαλλάσσει τους αιτούντες από την υποβολή ενός ή περισσότερων εγγράφων ή αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ή στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ) ή ε) ή στο άρθρο 7 παράγραφος 2, στην περίπτωση που υπήκοοι τρίτων χωρών πρόκειται να γίνουν δεκτοί από εγκεκριμένους ερευνητικούς οργανισμούς.

Άρθρο 9

Έγκριση ερευνητικών οργανισμών

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν την πρόβλεψη διαδικασίας έγκρισης για τους δημόσιους και/ή ιδιωτικούς ερευνητικούς οργανισμούς που επιθυμούν να υποδεχτούν ερευνητή στο πλαίσιο της διαδικασίας εισδοχής που ορίζεται στην παρούσα οδηγία.

2.   Οι ερευνητικοί οργανισμοί εγκρίνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο ή στη διοικητική πρακτική του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Οι αιτήσεις προς έγκριση των ερευνητικών οργανισμών υποβάλλονται σύμφωνα με τις εν λόγω διαδικασίες και βασίζονται στη δυνάμει του καταστατικού αποστολή τους ή, ανάλογα, στον εταιρικό σκοπό τους και στην απόδειξη ότι πραγματοποιούν έρευνα.

Η έγκριση που χορηγείται σε ερευνητικό οργανισμό διαρκεί τουλάχιστον πέντε έτη. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν έγκριση συντομότερης διάρκειας.

3.   Ένα κράτος μέλος μπορεί, μεταξύ άλλων μέτρων, να αρνείται την ανανέωση ή να αποφασίζει την ανάκληση της έγκρισης όταν:

α)

ο ερευνητικός οργανισμός δεν πληροί πλέον τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, στο άρθρο 8 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 10 παράγραφος 7·

β)

η έγκριση αποκτήθηκε δολίως· ή

γ)

ο ερευνητικός οργανισμός έχει υπογράψει σύμβαση υποδοχής με υπήκοο τρίτης χώρας εκ προθέσεως ή εξ αμελείας.

Εάν η αίτηση ανανέωσης έχει απορριφθεί ή εάν η έγκριση έχει ανακληθεί, μπορεί να απαγορευτεί στον συγκεκριμένο οργανισμό να ζητήσει εκ νέου έγκριση για χρονικό διάστημα μέχρι πέντε ετών από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης ανάκλησης ή μη ανανέωσης.

Άρθρο 10

Σύμβαση υποδοχής

1.   Ο ερευνητικός οργανισμός που επιθυμεί να υποδεχτεί έναν υπήκοο τρίτης χώρας για τους σκοπούς της έρευνας υπογράφει μαζί του σύμβαση υποδοχής. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι συμβάσεις που περιέχουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 3 θεωρούνται ισοδύναμες με τις συμβάσεις υποδοχής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

2.   Η σύμβαση υποδοχής περιέχει:

α)

τον τίτλο ή τον σκοπό της ερευνητικής δραστηριότητας ή το ερευνητικό πεδίο·

β)

την ανάληψη δέσμευσης από τον υπήκοο τρίτης χώρας ότι θα επιδιώξει την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας·

γ)

την ανάληψη δέσμευσης από τον ερευνητικό οργανισμό ότι θα υποδεχτεί τον υπήκοο τρίτης χώρας με σκοπό την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας·

δ)

τις ημερομηνίες έναρξης και λήξης ή την εκτιμώμενη διάρκεια της ερευνητικής δραστηριότητας·

ε)

πληροφορίες σχετικά με την πρόθεση κινητικότητας σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη εάν η κινητικότητα είναι γνωστή κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος μέλος.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να ζητήσουν να περιλαμβάνονται στη σύμβαση υποδοχής τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

πληροφορίες για τη νομική σχέση μεταξύ του ερευνητικού οργανισμού και του ερευνητή·

β)

πληροφορίες για τους όρους εργασίας του ερευνητή.

4.   Οι ερευνητικοί οργανισμοί μπορούν να υπογράφουν συμβάσεις υποδοχής μόνον εάν η ερευνητική δραστηριότητα έχει γίνει δεκτή από τα αρμόδια όργανα του οργανισμού, αφού ελεγχθούν τα ακόλουθα:

α)

ο σκοπός και η εκτιμώμενη διάρκεια της ερευνητικής δραστηριότητας και η διαθεσιμότητα των απαραίτητων χρηματοοικονομικών πόρων για τη διεξαγωγή της·

β)

τα προσόντα του υπηκόου τρίτης χώρας υπό το πρίσμα των στόχων της έρευνας, όπως αυτά επιβεβαιώνονται με επικυρωμένο αντίγραφο των προσόντων.

5.   Η σύμβαση υποδοχής λήγει αυτομάτως εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν γίνει δεκτός ή όταν λήγει η νομική σχέση μεταξύ του ερευνητή και του ερευνητικού οργανισμού.

6.   Οι ερευνητικοί οργανισμοί ειδοποιούν αμέσως την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους για κάθε γεγονός το οποίο θεωρείται ότι εμποδίζει την εκτέλεση της σύμβασης υποδοχής.

7.   Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία λήξης της σύμβασης υποδοχής, ο ερευνητικός οργανισμός παρέχει στις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί για τον σκοπό αυτό επιβεβαίωση ότι η ερευνητική δραστηριότητα έχει πραγματοποιηθεί.

8.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν στο εθνικό τους δίκαιο τις συνέπειες που θα έχει η ανάκληση της έγκρισης ή η άρνηση ανανέωσης της έγκρισης για τις υφιστάμενες συμβάσεις υποδοχής, οι οποίες συνάπτονται βάσει του παρόντος άρθρου, καθώς και τις συνέπειες ως προς τις άδειες των συγκεκριμένων ερευνητών.

Άρθρο 11

Ειδικές προϋποθέσεις για τους σπουδαστές

1.   Εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό τις σπουδές, ο αιτών προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία:

α)

ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει γίνει δεκτός σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για να παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών·

β)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι έχει καταβάλει τα τέλη εγγραφής που χρεώνει το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης·

γ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας του προγράμματος σπουδών το οποίο θα παρακολουθήσει·

δ)

σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων σπουδών.

2.   Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που καλύπτονται αυτομάτως από ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους για τους οποίους καλύπτονται συνήθως οι πολίτες του αντίστοιχου κράτους μέλους, λόγω της εγγραφής τους σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θεωρείται ότι πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

3.   Το κράτος μέλος που έχει καθιερώσει διαδικασία έγκρισης για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με το άρθρο 15 απαλλάσσει τους αιτούντες από την υποβολή ενός ή περισσότερων εγγράφων ή αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) ή δ) του παρόντος άρθρου ή στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στην περίπτωση που οι υπήκοοι τρίτων χωρών πρόκειται να γίνουν δεκτοί από εγκεκριμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Άρθρο 12

Ειδικές προϋποθέσεις για τους μαθητές

1.   Εκτός από τις γενικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας για τους σκοπούς ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικού προγράμματος, ο αιτών προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία:

α)

ότι ο υπήκοος της τρίτης χώρας έχει το ελάχιστο και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ηλικίας ή βαθμίδας που έχει καθορίσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος·

β)

ότι έγινε δεκτός σε εκπαιδευτικό ίδρυμα·

γ)

συμμετοχής του σε αναγνωρισμένο κρατικό ή περιφερειακό πρόγραμμα εκπαίδευσης, στο πλαίσιο προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή εκπαιδευτικού προγράμματος που διαχειρίζεται εκπαιδευτικό ίδρυμα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή τη διοικητική πρακτική·

δ)

ότι το εκπαιδευτικό ίδρυμα ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, το τρίτο μέρος αποδέχεται την ευθύνη για τον υπήκοο τρίτης χώρας καθ' όλη την διάρκεια της διαμονής του στο έδαφος του αντίστοιχου κράτους μέλους, ειδικότερα σε ό, τι αφορά τα έξοδα σπουδών·

ε)

ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας φιλοξενείται καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής του από οικογένεια, σε ειδικό κατάλυμα εντός του εκπαιδευτικού ιδρύματος ή —εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο— σε οποιαδήποτε άλλη εγκατάσταση που πληροί τις καθορισθείσες από το αντίστοιχο κράτος μέλος προϋποθέσεις και επιλέγεται σύμφωνα με τους κανόνες του προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή του εκπαιδευτικού προγράμματος στο οποίο συμμετέχει ο υπήκοος τρίτης χώρας.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την εισδοχή μαθητών που συμμετέχουν σε πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών ή σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποκλειστικά στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίες παρέχουν την ίδια δυνατότητα και για τους δικούς τους υπηκόους.

Άρθρο 13

Ειδικές προϋποθέσεις για τους ασκούμενους

1.   Επιπλέον των γενικών προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας για να γίνει δεκτός ως ασκούμενος, ο αιτών:

α)

προσκομίζει σύμβαση πρακτικής άσκησης, η οποία προβλέπει θεωρητική και πρακτική άσκηση, με έναν φορέα υποδοχής. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η σύμβαση πρακτικής άσκησης να εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή και οι όροι στους οποίους βασίστηκε η σύμβαση να πληρούν τις απαιτήσεις που έχουν θεσπιστεί από το εθνικό δίκαιο, τις συλλογικές συμφωνίες ή την πρακτική του αντίστοιχου κράτους μέλους. Η σύμβαση πρακτικής άσκησης περιλαμβάνει:

i)

περιγραφή του προγράμματος πρακτικής άσκησης, συμπεριλαμβανομένου του εκπαιδευτικού στόχου ή των στοιχείων κατάρτισης·

ii)

τη διάρκεια της πρακτικής άσκησης·

iii)

την καλυπτόμενη θέση και τους όρους εποπτείας της πρακτικής άσκησης·

iv)

το ωράριο της πρακτικής άσκησης· και

v)

τη νομική σχέση μεταξύ του ασκουμένου και του φορέα υποδοχής·

β)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι έχει αποκτήσει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εντός των δύο ετών που προηγούνται της ημερομηνίας της αίτησης ή ότι συνεχίζει την παρακολούθηση προγράμματος σπουδών με σκοπό την απόκτηση πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης·

γ)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι κατά τη διάρκεια της διαμονής του ο υπήκοος τρίτης χώρας διαθέτει επαρκείς πόρους για την κάλυψη των εξόδων της πρακτικής άσκησης·

δ)

προσκομίζει, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, αποδεικτικά στοιχεία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει παρακολουθήσει ή πρόκειται να παρακολουθήσει μαθήματα γλώσσας ώστε να αποκτήσει τις αναγκαίες γνώσεις για τη συγκεκριμένη πρακτική άσκηση·

ε)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι ο φορέας υποδοχής αποδέχεται την ευθύνη για τον υπήκοο τρίτης χώρας καθ' όλη την περίοδο της διαμονής του στο έδαφος του αντίστοιχου κράτους μέλους, ιδίως σε ό,τι αφορά τα έξοδα διαβίωσης και στέγασης·

στ)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας φιλοξενείται καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής του από τον φορέα υποδοχής και ότι το κατάλυμα πληροί τις προϋποθέσεις που έχει ορίσει το αντίστοιχο κράτος μέλος.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η περίοδος πρακτικής άσκησης να αφορά τον ίδιο τομέα και το ίδιο επίπεδο πιστοποίησης με το πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή το πρόγραμμα σπουδών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν από τον φορέα υποδοχής να δηλώσει ότι η πρακτική άσκηση δεν υποκαθιστά θέση εργασίας.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να απαιτούν γραπτή δέσμευση του φορέα υποδοχής ότι, σε περίπτωση που ένας ασκούμενος παραμείνει παράνομα στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ο φορέας υποδοχής ευθύνεται για την επιστροφή των εξόδων διαμονής και/ή επιστροφής που βαρύνουν το Δημόσιο. Η οικονομική ευθύνη του φορέα υποδοχής λήγει το αργότερο έξι μήνες μετά τη λήξη της σύμβασης πρακτικής άσκησης.

Άρθρο 14

Ειδικές προϋποθέσεις για τους εθελοντές

1.   Επιπλέον των γενικών προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας για τον σκοπό εθελοντικής υπηρεσίας, ο αιτών:

α)

προσκομίζει συμφωνία με τον φορέα υποδοχής ή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, άλλον αρμόδιο φορέα του οικείου κράτους μέλους για το πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας στο οποίο συμμετέχει ο υπήκοος τρίτης χώρας. Η συμφωνία περιλαμβάνει:

i)

περιγραφή του προγράμματος εθελοντικής υπηρεσίας·

ii)

τη διάρκεια της εθελοντικής υπηρεσίας·

iii)

την τοποθέτηση και τους όρους εποπτείας της εθελοντικής υπηρεσίας·

iv)

τις ώρες εθελοντικής υπηρεσίας·

v)

τους διαθέσιμους πόρους για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης και στέγασης του υπηκόου τρίτης χώρας και το ελάχιστο χρηματικό ποσό ως συμβολική αμοιβή καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής· και

vi)

κατά περίπτωση, την εκπαίδευση που θα παρακολουθήσει ο υπήκοος τρίτης χώρας για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του·

β)

προσκομίζει, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, αποδεικτικά στοιχεία ότι, εφόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας φιλοξενείται καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής του από τον φορέα υποδοχής, το κατάλυμα πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το οικείο κράτος μέλος·

γ)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο φορέας υποδοχής ή, εφόσον το προβλέπει το εθνικό δίκαιο, άλλος οργανισμός αρμόδιος για το πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας έχει συνάψει ασφαλιστήριο αστικής ευθύνης·

δ)

προσκομίζει, σε περίπτωση που το απαιτεί το κράτος μέλος, αποδεικτικά στοιχεία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας έχει παρακολουθήσει ή πρόκειται να παρακολουθήσει βασικά μαθήματα εισαγωγής στη γλώσσα, την ιστορία, τις πολιτικές και τις κοινωνικές δομές του εν λόγω κράτους μέλους.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίζουν το ελάχιστο και μέγιστο όριο ηλικίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί σε πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας, με την επιφύλαξη των ισχυόντων κανόνων της ευρωπαϊκής εθελοντικής υπηρεσίας.

3.   Οι εθελοντές που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή εθελοντική υπηρεσία δεν υποχρεούνται να προσκομίζουν αποδείξεις βάσει του στοιχείου γ) και, κατά περίπτωση, του στοιχείου δ) της παραγράφου 1.

Άρθρο 15

Έγκριση ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, οργανισμών αρμόδιων για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας ή φορέων υποδοχής ασκουμένων

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να προβλέψουν διαδικασία έγκρισης για ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικά ιδρύματα, οργανισμούς αρμόδιους για πρόγραμμα εθελοντικής υπηρεσίας ή φορείς υποδοχής ασκουμένων.

2.   Η έγκριση πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό δίκαιο ή η διοικητική πρακτική του οικείου κράτους μέλους.

3.   Σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίσει να θεσπίσει διαδικασία έγκρισης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, πρέπει να παρέχει σαφείς και διαφανείς πληροφορίες στους ενδιαφερόμενους φορείς υποδοχής όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους όρους και τα κριτήρια της έγκρισης, τη διάρκεια ισχύος της, τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής ανάκλησης και μη ανανέωσης, καθώς και τις τυχόν επιβαλλόμενες κυρώσεις.

Άρθρο 16

Ειδικές προϋποθέσεις για εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair)

1.   Εκτός των γενικών όρων που καθορίζονται στο άρθρο 7 όσον αφορά την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας με σκοπό να εργαστεί ως εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair), ο υπήκοος τρίτης χώρας:

α)

προσκομίζει συμφωνία μεταξύ του υπηκόου τρίτης χώρας και της οικογένειας υποδοχής, στην οποία καθορίζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υπηκόου τρίτης χώρας ως εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair), συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών ρυθμίσεων για το ποσό για μικροέξοδα που προβλέπεται να λάβει, των κατάλληλων ρυθμίσεων που επιτρέπουν στον εσωτερικό άμισθο βοηθό (au pair) να παρακολουθεί μαθήματα και του μέγιστου αριθμού ωρών συμμετοχής στα οικογενειακά καθήκοντα·

β)

είναι ηλικίας από 18 έως 30. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέψουν την εισδοχή υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπερβαίνει το ανώτατο όριο ηλικίας ως εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair)·

γ)

προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι, εφόσον προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, η οικογένεια υποδοχής ή οργανισμός που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) αποδέχεται την ευθύνη για τον υπήκοο τρίτης χώρας καθ' όλη τη διάρκεια διαμονής του στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους, ειδικότερα σε ό, τι αφορά τα έξοδα διαβίωσης, το κατάλυμα και τους κινδύνους ατυχημάτων.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τους υπηκόους τρίτης χώρας που υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί ως εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair) να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία:

α)

βασικής γνώσης της γλώσσας του οικείου κράτους μέλους· ή

β)

ότι έχουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επαγγελματικά προσόντα ή, κατά περίπτωση, ότι πληρούν τους όρους για την άσκηση κατοχυρωμένου επαγγέλματος που απαιτεί το εθνικό δίκαιο.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν ότι η τοποθέτηση εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) πρέπει να διενεργείται μόνον από οργανισμό που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το εθνικό τους δίκαιο.

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν τα μέλη της οικογένειας υποδοχής να έχουν διαφορετική ιθαγένεια από τον υπήκοο τρίτης χώρας ο οποίος υποβάλλει αίτηση για να γίνει δεκτός ως εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair) και να μην έχουν οικογενειακούς δεσμούς με τον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας.

5.   Ο μέγιστος αριθμός ωρών την εβδομάδα για την εκτέλεση καθηκόντων εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair) δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 25 ώρες. Οι εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair) έχουν τουλάχιστον μία ημέρα την εβδομάδα αργία από τα σχετικά καθήκοντά τους.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν ελάχιστο χρηματικό ποσό ως ποσό για μικροέξοδα που θα καταβάλλεται στον εσωτερικό άμισθο βοηθό (au pair).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ

Άρθρο 17

Άδειες

1.   Όταν η άδεια χορηγείται υπό μορφή άδειας διαμονής, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το μορφότυπο που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και αναγράφουν τους όρους «ερευνητής», «σπουδαστής», «μαθητής», «ασκούμενος», «εθελοντής» ή «εσωτερικός άμισθος βοηθός (au pair)» επί της άδειας διαμονής.

2.   Όταν η άδεια χορηγείται υπό μορφή θεώρησης μακράς διαμονής, τα κράτη μέλη αναγράφουν ως μνεία ότι χορηγείται στον «ερευνητή», «σπουδαστή», «μαθητή», «ασκούμενο», «εθελοντή» ή «εσωτερικό άμισθο βοηθό (au pair)» κάτω από την επικεφαλίδα «παρατηρήσεις» της αυτοκόλλητης θεώρησης.

3.   Για τους ερευνητές και τους σπουδαστές που έρχονται στην Ένωση στο πλαίσιο συγκεκριμένου ενωσιακού προγράμματος ή πολυμερούς προγράμματος που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων αναγνωρισμένων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η άδεια αναγράφει μνεία αυτού του συγκεκριμένου προγράμματος ή της συμφωνίας.

4.   Όταν η άδεια μακράς κινητικότητας χορηγείται σε ερευνητή υπό μορφή άδειας διαμονής, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το μορφότυπο που καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και αναγράφουν την ένδειξη «κινητικότητα ερευνητών» επί της άδειας διαμονής. Όταν η άδεια μακράς κινητικότητας εκδίδεται για τον ερευνητή υπό τον τύπο θεώρησης μακράς διαμονής, τα κράτη μέλη αναγράφουν την ένδειξη «κινητικότητα ερευνητών» κάτω από την επικεφαλίδα «παρατηρήσεις» της αυτοκόλλητης θεώρησης.

Άρθρο 18

Διάρκεια της άδειας

1.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για ερευνητές είναι ένα τουλάχιστον έτος, ή ίση με τη διάρκεια της σύμβασης υποδοχής σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη. Η άδεια ανανεώνεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

Η διάρκεια της άδειας για ερευνητές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο έτη, ή για την περίοδο της σύμβασης υποδοχής σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη. Εφόσον οι γενικοί όροι που ορίζει το άρθρο 7 δεν πληρούνται για τα δύο έτη ή για τη συνολική διάρκεια της σύμβασης υποδοχής, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να εξακριβώνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 21.

2.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για σπουδαστές είναι ένα τουλάχιστον έτος, ή για τη περίοδο των σπουδών σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη. Η άδεια ανανεώνεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

Η διάρκεια της άδειας για σπουδαστές που καλύπτονται από ενωσιακά ή πολυμερή προγράμματα που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας ή από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο έτη, ή για τη διάρκεια των σπουδών τους σε περίπτωση που αυτή είναι μικρότερη. Εφόσον οι γενικοί όροι που ορίζει το άρθρο 7 δεν πληρούνται για τα δύο έτη ή για τη συνολική διάρκεια των σπουδών, εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να εξακριβώνουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ανάκλησης της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 21.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η συνολική διάρκεια διαμονής για σπουδές δεν υπερβαίνει τη μέγιστη διάρκεια των σπουδών κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο.

4.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για μαθητές είναι ίσης διάρκειας με το πρόγραμμα ανταλλαγής ή με το εκπαιδευτικό πρόγραμμα μαθητών σε περίπτωση που είναι μικρότερο του έτους ή για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός έτους. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να επιτρέψουν άπαξ ανανέωση της άδειας για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολοκλήρωση του προγράμματος ανταλλαγής μαθητών ή του εκπαιδευτικού προγράμματος, εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

5.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) είναι ίσης διάρκειας με τη σύμβαση μεταξύ του εσωτερικού άμισθου βοηθού (au pair) και της οικογένειας υποδοχής σε περίπτωση που είναι μικρότερη του έτους ή για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός έτους. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να επιτρέψουν άπαξ ανανέωση της άδειας για μέγιστο διάστημα έξι μηνών κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της οικογένειας υποδοχής, εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

6.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για ασκουμένους είναι ίσης διάρκειας με τη σύμβαση πρακτικής άσκησης σε περίπτωση που είναι μικρότερη των έξι μηνών ή για μέγιστη διάρκεια έξι μηνών. Εάν η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη των έξι μηνών, η διάρκεια ισχύος της άδειας είναι δυνατόν να αντιστοιχεί προς τη διάρκεια της σύμβασης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να επιτρέψουν άπαξ ανανέωση της άδειας για το διάστημα που απαιτείται για την ολοκλήρωση της πρακτικής άσκησης, εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

7.   Η περίοδος ισχύος της άδειας για εθελοντές είναι ίσης διάρκειας με τη συμφωνία του άρθρου 14 παράγραφος 1 στοιχείο α) σε περίπτωση που είναι μικρότερη του έτους ή για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός έτους. Εάν η διάρκεια της συμφωνίας είναι μεγαλύτερη του έτους, η διάρκεια ισχύος της άδειας είναι δυνατόν να αντιστοιχεί προς τη διάρκεια της συμφωνίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

8.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίζουν ότι, σε περίπτωση που η διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου του ενδιαφερόμενου υπηκόου τρίτης χώρας είναι μικρότερη του έτους ή μικρότερη των δύο ετών σε περιπτώσεις προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 2, η διάρκεια ισχύος της άδειας δεν υπερβαίνει τη διάρκεια ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου.

9.   Όπου τα κράτη μέλη επιτρέπουν την είσοδο και διαμονή κατά το πρώτο έτος με βάση θεώρηση μακράς διαμονής, η αίτηση για άδεια διαμονής υποβάλλεται προτού εκπνεύσει η θεώρηση μακράς διαμονής. Η άδεια διαμονής εκδίδεται εφόσον δεν εφαρμόζεται το άρθρο 21.

Άρθρο 19

Πρόσθετες πληροφορίες

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αναγράφουν πρόσθετες πληροφορίες σε έντυπη μορφή ή να αποθηκεύουν τις πληροφορίες αυτές σε ηλεκτρονική μορφή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 και στο στοιχείο α) σημείο 16 του παραρτήματός του. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι δυνατόν να αφορούν τη διαμονή και, σε περιπτώσεις υπαγόμενες στο άρθρο 24 της παρούσας οδηγίας, τις οικονομικές δραστηριότητες του σπουδαστή και να περιλαμβάνουν ειδικότερα πλήρη κατάλογο των κρατών μελών στα οποία προτίθεται να μεταβεί ο ερευνητής ή ο σπουδαστής στο πλαίσιο της κινητικότητας, ή σχετικές πληροφορίες για συγκεκριμένο ενωσιακό ή πολυμερές πρόγραμμα που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας, ή συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να προβλέπουν ότι οι πληροφορίες της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναγράφονται στη θεώρηση μακράς διαμονής, κατά τα οριζόμενα στο σημείο 12 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1683/95 του Συμβουλίου (22).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ, ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ Ή ΜΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Άρθρο 20

Λόγοι απόρριψης

1.   Τα κράτη μέλη απορρίπτουν αίτηση όταν:

α)

δεν πληρούνται οι γενικοί όροι που προβλέπει το άρθρο 7 ή οι σχετικοί ειδικοί όροι που προβλέπονται στα άρθρα 8, 11, 12, 13, 14 ή 16·

β)

τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή άλλως νοθευτεί·

γ)

το οικείο κράτος μέλος επιτρέπει την εισδοχή μόνο μέσω εγκεκριμένου φορέα υποδοχής και ο φορέας υποδοχής δεν είναι εγκεκριμένος.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απορρίπτουν αίτηση όταν:

α)

ο φορέας υποδοχής, άλλος οργανισμός κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α), ένας τρίτος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οικογένεια υποδοχής ή ο οργανισμός που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) δεν έχει εκπληρώσει τις κατά τον νόμο υποχρεώσεις του όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργατικά δικαιώματα ή τις εργασιακές συνθήκες·

β)

όπου ισχύει, οι όροι απασχόλησης που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο ή στις συλλογικές συμφωνίες ή πρακτικές του οικείου κράτους μέλους δεν πληρούνται από τον φορέα υποδοχής ή την οικογένεια υποδοχής που θα απασχολήσει τον υπήκοο τρίτης χώρας·

γ)

ο φορέας υποδοχής, άλλος οργανισμός κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α), ένας τρίτος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οικογένεια υποδοχής ή ο οργανισμός που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) έχει υποστεί κυρώσεις κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο για αδήλωτη εργασία ή παράνομη απασχόληση·

δ)

ο φορέας υποδοχής συστάθηκε ή δραστηριοποιείται με κύριο σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

ε)

κατά περίπτωση, η επιχείρηση του φορέα υποδοχής τελεί υπό εκκαθάριση ή έχει εκκαθαριστεί βάσει των εθνικών νόμων περί αφερεγγυότητας ή δεν πραγματοποιεί καμία οικονομική δραστηριότητα·

στ)

το κράτος μέλος έχει αποδείξεις ή σοβαρούς και αντικειμενικούς λόγους που καταδεικνύουν ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας θα διαμείνει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έχει υποβάλει αίτηση εισδοχής.

3.   Όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση εισδοχής για σύναψη σχέσης απασχόλησης σε ένα κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να εξακριβώνει κατά πόσο η εν λόγω θέση απασχόλησης θα μπορούσε να καταληφθεί από υπηκόους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ή από άλλους υπηκόους της Ένωσης ή από υπηκόους της εν λόγω τρίτης χώρας που διαμένουν νομίμως στο εν λόγω κράτος μέλος, και στην περίπτωση αυτή δύναται να απορρίπτει την αίτηση. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αρχής της προτίμησης των πολιτών της Ένωσης, κατά τα δηλούμενα στις οικείες διατάξεις των σχετικών πράξεων προσχώρησης.

4.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση απόρριψης μιας αίτησης λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.

Άρθρο 21

Λόγοι ανάκλησης ή μη ανανέωσης της άδειας

1.   Τα κράτη μέλη ανακαλούν ή, κατά περίπτωση, αρνούνται να ανανεώσουν άδεια όταν:

α)

ο υπήκοος τρίτης χώρας δεν πληροί πλέον τους γενικούς όρους του άρθρου 7, εξαιρουμένου του άρθρου 7 παράγραφος 6, ή τους σχετικούς ειδικούς όρους που προβλέπονται στα άρθρα 8, 11, 12, 13, 14, 16 ή όρους που καθορίζονται στο άρθρο18·

β)

οι άδειες ή τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή άλλως νοθευτεί·

γ)

το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος επιτρέπει την εισδοχή μόνο μέσω εγκεκριμένου φορέα υποδοχής και ο φορέας υποδοχής δεν είναι εγκεκριμένος·

δ)

ο υπήκοος τρίτης χώρας διαμένει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους έλαβε την άδεια διαμονής.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν την άδεια ή να αρνούνται την ανανέωσή της όταν:

α)

ο φορέας υποδοχής ή άλλος οργανισμός κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α), ή ένας τρίτος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οικογένεια υποδοχής ή ο οργανισμός που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) δεν έχει εκπληρώσει τις κατά τον νόμο υποχρεώσεις του όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τα εργατικά δικαιώματα ή τις εργασιακές συνθήκες·

β)

όπου ισχύει, οι όροι απασχόλησης που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο ή στις συλλογικές συμφωνίες ή πρακτικές του οικείου κράτους μέλους δεν πληρούνται από τον φορέα υποδοχής ή την οικογένεια υποδοχής που απασχολεί τον υπήκοο τρίτης χώρας·

γ)

ο φορέας υποδοχής, άλλος οργανισμός κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α), ένας τρίτος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο δ), η οικογένεια υποδοχής ή ο οργανισμός που μεσιτεύει εσωτερικούς άμισθους βοηθούς (au pair) έχει υποστεί κυρώσεις κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο για αδήλωτη εργασία, ή παράνομη απασχόληση·

δ)

ο φορέας υποδοχής συστάθηκε ή δραστηριοποιείται με κύριο σκοπό τη διευκόλυνση της εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας·

ε)

κατά περίπτωση, η επιχείρηση του φορέα υποδοχής τελεί υπό εκκαθάριση ή έχει εκκαθαριστεί βάσει των εθνικών νόμων περί αφερεγγυότητας ή δεν πραγματοποιεί καμία οικονομική δραστηριότητα·

στ)

για τους σπουδαστές, όταν δεν τηρούνται οι προθεσμίες που επιβάλλονται για την πρόσβαση σε οικονομική δραστηριότητα δυνάμει του άρθρου 24 ή όταν ο σπουδαστής δεν σημειώνει ικανοποιητική πρόοδο στις σχετικές σπουδές κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο ή τη διοικητική πρακτική.

3.   Σε περίπτωση ανάκλησης, όταν διαπιστώνεται η έλλειψη προόδου στις σχετικές σπουδές κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 στοιχείο στ), το κράτος μέλος δύναται να ζητήσει τη γνώμη του φορέα υποδοχής.

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλούν την άδεια ή να αρνούνται την ανανέωσή της για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

5.   Όταν ο υπήκοος τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση ανανέωσης της άδειας με σκοπό να συνάψει ή να συνεχίσει να διατελεί σε σχέση απασχόλησης εντός κράτους μέλους, με εξαίρεση τον ερευνητή ο οποίος συνεχίζει τη σχέση απασχόλησης με τον ίδιο φορέα υποδοχής, το εν λόγω κράτος μέλος δύναται να εξακριβώνει κατά πόσον η εν λόγω θέση απασχόλησης θα μπορούσε να καταληφθεί από υπηκόους του εν λόγω κράτους μέλους ή από άλλους υπηκόους της Ένωσης ή από υπηκόους τρίτης χώρας που διαμένουν επί μακρόν στο εν λόγω κράτος μέλος, και στην περίπτωση αυτή δύναται να αρνείται την ανανέωση της αίτησης. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αρχής της προτίμησης των πολιτών της Ένωσης, κατά τα δηλούμενα στις οικείες διατάξεις των σχετικών πράξεων προσχώρησης.

6.   Σε περίπτωση που το κράτος μέλος σκοπεύει να ανακαλέσει ή να μην ανανεώσει την άδεια σπουδαστή κατά τα οριζόμενα στα σημεία α), γ), δ) ή ε) της παραγράφου 2, επιτρέπεται στον σπουδαστή να υποβάλει αίτηση προκειμένου να γίνει δεκτός από διαφορετικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για ισοδύναμο πρόγραμμα σπουδών, ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Επιτρέπεται στον σπουδαστή να διαμείνει στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους έως ότου οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν σχετικά με την αίτησή του.

7.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, κάθε απόφαση ανάκλησης ή άρνησης της ανανέωσης μιας αίτησης λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περίπτωσης και σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 22

Ίση μεταχείριση

1.   Οι ερευνητές έχουν δικαίωμα ίσης μεταχείρισης με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 4 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την ίση μεταχείριση όσον αφορά τους ερευνητές:

α)

βάσει του στοιχείου γ) του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ, αποκλείοντας επιδόματα και δάνεια σπουδών και διαβίωσης ή άλλα επιδόματα και δάνεια·

β)

βάσει του στοιχείου ε) του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ, μη χορηγώντας οικογενειακές παροχές στους ερευνητές που έχουν άδεια διαμονής στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες·

γ)

βάσει του στοιχείου στ) του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ, περιορίζοντας την εφαρμογή της στις περιπτώσεις όπου ο δηλούμενος ή ο συνήθης τόπος διαμονής των μελών της οικογένειας του ερευνητή για τα οποία αξιώνει παροχές βρίσκεται στην επικράτεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

δ)

βάσει του στοιχείου ζ) του άρθρου 12 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ, περιορίζοντας την πρόσβαση στη στέγαση.

3.   Οι ασκούμενοι, οι εθελοντές και οι εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair), οσάκις θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, και οι σπουδαστές δικαιούνται ίση μεταχείριση με τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 4 της οδηγίας 2011/98/ΕΕ, υπό τους περιορισμούς που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.

4.   Οι ασκούμενοι, οι εθελοντές και οι εσωτερικοί άμισθοι βοηθοί (au pair), όταν δεν θεωρούνται ότι διατελούν σε σχέση απασχόλησης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και οι μαθητές δικαιούνται ίση μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού κατά τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο, καθώς και, κατά περίπτωση, όσον αφορά την αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων κατά τα προβλεπόμενα στις σχετικές εθνικές διαδικασίες.

Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να μην τους χορηγήσουν ίση μεταχείριση όσον αφορά τις διαδικασίες για απόκτηση στέγης και/ή υπηρεσίες που παρέχονται από δημόσιους οργανισμούς απασχόλησης κατά τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 23

Διδασκαλία από ερευνητές

Οι ερευνητές έχουν, πέραν των ερευνητικών τους δραστηριοτήτων, τη δυνατότητα να διδάσκουν κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν έναν μέγιστο αριθμό ωρών ή ημερών για τη διδακτική δραστηριότητα.

Άρθρο 24

Οικονομικές δραστηριότητες σπουδαστών

1.   Εκτός ωραρίου σπουδών και με την επιφύλαξη των κανονισμών και προϋποθέσεων που εφαρμόζονται στη σχετική δραστηριότητα εντός του οικείου κράτους μέλους, επιτρέπεται στους σπουδαστές να ασκούν έμμισθη δραστηριότητα, ενδέχεται δε επίσης να τους επιτρέπεται η άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπει η παράγραφος 3.

2.   Εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα κράτη μέλη χορηγούν στους σπουδαστές και/ή στους εργοδότες εκ των προτέρων άδεια κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο.

3.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τον ανώτατο εβδομαδιαίο αριθμό ωρών ή ετήσιο αριθμό ημερών ή μηνών κατά τις οποίες επιτρέπεται η δραστηριότητα αυτή και οι οποίες δεν είναι λιγότερες από 15 ώρες την εβδομάδα, ή το αντίστοιχό τους σε ημέρες ή μήνες κατ' έτος. Η κατάσταση της αγοράς εργασίας στο οικείο κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνεται υπόψη.

Άρθρο 25

Παραμονή με σκοπό την αναζήτηση εργασίας ή την επιχειρηματικότητα για ερευνητές και σπουδαστές

1.   Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας ή των σπουδών, οι ερευνητές και οι σπουδαστές έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους που χορήγησε την άδεια δυνάμει του άρθρου 17, με βάση την άδεια διαμονής που προβλέπει η παράγραφος 3 του παρόντος άρθρου, για περίοδο εννέα τουλάχιστον μηνών προκειμένου να αναζητήσουν απασχόληση ή να συστήσουν επιχείρηση.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να καθορίσουν την ελάχιστη βαθμίδα σπουδών που θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει οι σπουδαστές ώστε να ωφεληθούν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η εν λόγω βαθμίδα δεν είναι ανώτερη από το επίπεδο 7 του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων (23).

3.   Με σκοπό τη διαμονή σύμφωνα με την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη χορηγούν, κατόπιν αίτησης του ερευνητή ή του σπουδαστή, άδεια διαμονής στον υπήκοο τρίτης χώρας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α), γ), δ) και ε) του άρθρου 7 παράγραφος 1, του άρθρου 7 παράγραφος 6 και, κατά περίπτωση, του άρθρου 7 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη απαιτούν, για τους ερευνητές, επιβεβαίωση από τον φορέα υποδοχής για την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας ή, για τους σπουδαστές, αποδεικτικό στοιχείο ότι απέκτησαν δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο τυπικών προσόντων. Κατά περίπτωση και εφόσον οι διατάξεις του άρθρου 26 εξακολουθούν να πληρούνται, η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο άδεια διαμονής ανανεώνεται αναλόγως.

4.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απορρίπτουν μια αίτηση δυνάμει του παρόντος άρθρου όταν:

α)

δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και, κατά περίπτωση, στις παραγράφους 2 και 5·

β)

τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί.

5.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν δυνάμει του παρόντος άρθρου η αίτηση του ερευνητή ή του σπουδαστή ή, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειας του ερευνητή να υποβάλλεται τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 17 ή 26.

6.   Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία της απόκτησης διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου τυπικών προσόντων ή η επιβεβαίωση του ερευνητικού οργανισμού για την ολοκλήρωση της ερευνητικής δραστηριότητας δεν είναι διαθέσιμα πριν από τη λήξη της άδειας που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 17, ενώ πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στον υπήκοο τρίτης χώρας να παραμείνει στο έδαφός τους προκειμένου να υποβάλει τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο.

7.   Μετά από τουλάχιστον τρεις μήνες από την έκδοση της άδειας διαμονής δυνάμει του παρόντος άρθρου από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το τελευταίο δύναται να απαιτεί από τους υπηκόους τρίτων χωρών να αποδείξουν ότι έχουν πραγματική πιθανότητα να προσληφθούν ή να συστήσουν επιχείρηση.

Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν η απασχόληση που αναζητεί ο υπήκοος τρίτης χώρας ή η επιχείρηση την οποία πρόκειται να συστήσει να αντιστοιχεί στη βαθμίδα της έρευνας ή των σπουδών που ολοκληρώθηκαν.

8.   Εφόσον οι όροι της παραγράφου 3 ή 7 δεν πληρούνται πλέον, τα κράτη μέλη δύνανται να ανακαλέσουν την άδεια διαμονής του υπηκόου τρίτης χώρας και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς του κατά τα οριζόμενα στο εθνικό τους δίκαιο.

9.   Τα δεύτερα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν το παρόν άρθρο στους ερευνητές και, κατά περίπτωση, στα μέλη της οικογένειάς τους ή στους σπουδαστές που διαμένουν ή έχουν διαμείνει στο οικείο δεύτερο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 28, 29, 30 ή 31.

Άρθρο 26

Μέλη της οικογένειας ερευνητών

1.   Προκειμένου να επιτρέπεται στα μέλη της οικογένειας του ερευνητή να επανενωθούν με τον ερευνητή στο πρώτο κράτος μέλος ή, στην περίπτωση μακράς κινητικότητας, στο δεύτερο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της οδηγίας 2003/86/ΕΚ με τις παρεκκλίσεις που ορίζει το παρόν άρθρο.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 και το άρθρο 8 της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, η χορήγηση άδειας διαμονής στα μέλη της οικογένειας δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει ο ερευνητής εύλογη προοπτική απόκτησης δικαιώματος μόνιμης διαμονής και να έχει ελάχιστη περίοδο διαμονής.

3.   Κατά παρέκκλιση από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 4 παράγραφος 1 και από το άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, οι προϋποθέσεις και τα μέτρα ενσωμάτωσης στα οποία αναφέρονται οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να εφαρμόζονται μόνον εφόσον έχει χορηγηθεί στους ενδιαφερομένους άδεια διαμονής.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 5 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, οι άδειες διαμονής για τα μέλη της οικογένειας χορηγούνται από κράτος μέλος, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για οικογενειακή επανένωση, εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους εξετάζει την πλήρη αίτηση για τα μέλη της οικογένειας ταυτόχρονα με την αίτηση εισδοχής ή μακράς κινητικότητας για τον ερευνητή, σε περίπτωση που η αίτηση για τα μέλη της οικογένειας υποβάλλεται ταυτόχρονα. Η άδεια διαμονής για τα μέλη της οικογένειας χορηγείται μόνον εάν έχει χορηγηθεί στον ερευνητή άδεια σύμφωνα με το άρθρο 17.

5.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 13 παράγραφοι 2 και 3 της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, η διάρκεια ισχύος της άδειας διαμονής των μελών της οικογένειας λήγει, κατά γενικό κανόνα, την ημερομηνία λήξης της άδειας του ερευνητή. Αυτό περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, άδειες που χορηγούνται στον ερευνητή προκειμένου για αναζήτηση απασχόλησης ή για επιχειρηματικότητα, σύμφωνα με το άρθρο 25. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν η διάρκεια ισχύος των ταξιδιωτικών εγγράφων των μελών της οικογένειας να καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της προβλεπόμενης διαμονής.

6.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 14 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2003/86/ΕΚ, το πρώτο κράτος μέλος ή, σε περίπτωση μακράς κινητικότητας, το δεύτερο κράτος μέλος δεν εφαρμόζει καμία προθεσμία όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας για τα μέλη οικογένειας, παρά μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως π.χ. ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα ανεργίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ

Άρθρο 27

Κινητικότητα εντός της ΕΕ

1.   Υπήκοος τρίτης χώρας κάτοχος έγκυρης άδειας διαμονής εκδοθείσας από το πρώτο κράτος μέλος με σκοπό τις σπουδές στο πλαίσιο ενωσιακού ή πολυμερούς προγράμματος που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας, ή συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ή με σκοπό την έρευνα, επιτρέπεται να εισέλθει και να διαμείνει προκειμένου να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών ή της έρευνας σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη βάσει της εν λόγω άδειας και έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 28, 29 και 31 και με την επιφύλαξη του άρθρου 32.

2.   Κατά τη διάρκεια της κινητικότητας σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι ερευνητές έχουν, πέραν των ερευνητικών τους δραστηριοτήτων, τη δυνατότητα να διδάσκουν, οι δε σπουδαστές έχουν τη δυνατότητα, πέραν των σπουδών τους, να εργάζονται, σε ένα ή σε περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζουν τα άρθρα 23 και 24 αντιστοίχως.

3.   Όταν ο ερευνητής μετακινείται σε δεύτερο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 28 ή 29, τα μέλη της οικογένειας που διαθέτουν άδεια διαμονής εκδοθείσα σύμφωνα με το άρθρο 26 επιτρέπεται να συνοδεύουν τον ερευνητή στο πλαίσιο της κινητικότητας του ερευνητή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 30.

Άρθρο 28

Βραχεία κινητικότητα των ερευνητών

1.   Ερευνητές κάτοχοι έγκυρης άδειας εκδοθείσας από το πρώτο κράτος μέλος δικαιούνται να διαμείνουν προκειμένου να πραγματοποιήσουν μέρος της έρευνάς τους σε οποιονδήποτε ερευνητικό οργανισμό ενός ή περισσότερων δεύτερων κρατών μελών για διάστημα το πολύ 180 ημερών εντός κάθε περιόδου 360 ημερών ανά κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζει το παρόν άρθρο.

2.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον ερευνητή, τον ερευνητικό οργανισμό στο πρώτο κράτος μέλος ή τον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος να κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους μέλους και του δεύτερου κράτους μέλους την πρόθεση του ερευνητή να πραγματοποιήσει μέρος της έρευνάς του στον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος.

Στις περιπτώσεις αυτές το δεύτερο κράτος μέλος επιτρέπει να πραγματοποιείται η κοινοποίηση είτε:

α)

κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος μέλος, εφόσον η κινητικότητα προς το δεύτερο κράτος μέλος προβλέπεται ήδη σε αυτό το στάδιο· ή

β)

αφού ο ερευνητής έχει γίνει δεκτός στο πρώτο κράτος μέλος, μόλις γίνει γνωστή η πρόθεση κινητικότητας προς το δεύτερο κράτος μέλος.

3.   Σε περίπτωση που η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α), και εφόσον το δεύτερο κράτος μέλος δεν προβάλλει αντίρρηση ενώπιον του πρώτου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 7, η κινητικότητα του ερευνητή προς το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να πραγματοποιηθεί ανά πάσα στιγμή εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας.

4.   Σε περίπτωση που η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β), η κινητικότητα μπορεί να αρχίσει μετά την κοινοποίηση στο δεύτερο κράτος μέλος, άμεσα ή οποτεδήποτε στη συνέχεια, εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας.

5.   Η κοινοποίηση περιλαμβάνει το έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α), και την έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και καλύπτει το διάστημα της κινητικότητας.

6.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί η κοινοποίηση να περιλαμβάνει τη διαβίβαση των ακόλουθων εγγράφων και πληροφοριών:

α)

τη σύμβαση υποδοχής στο πρώτο κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, ή, εάν το απαιτεί το δεύτερο κράτος μέλος, τη σύμβαση υποδοχής που έχει συναφθεί με τον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος·

β)

όταν δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση υποδοχής, την προβλεπόμενη διάρκεια και τις ημερομηνίες της κινητικότητας·

γ)

αποδεικτικά στοιχεία ότι ο ερευνητής διαθέτει ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους που συνήθως καλύπτονται για τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

δ)

αποδεικτικά στοιχεία ότι κατά τη διαμονή του ο ερευνητής θα διαθέτει επαρκείς πόρους για να καλύπτει τα έξοδα διαβίωσής του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε), καθώς επίσης και για να καλύπτει τα έξοδα ταξιδίου τους προς το πρώτο κράτος μέλος, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο β).

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον κοινοποιούντα να γνωστοποιεί, πριν από την έναρξη της κινητικότητας, τη διεύθυνση του ερευνητή στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον κοινοποιούντα να υποβάλει τα έγγραφα σε επίσημη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

7.   Βάσει της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του ερευνητή προς το έδαφός του εντός 30 ημερών από την παραλαβή της πλήρους κοινοποίησης, εφόσον:

α)

δεν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 5 ή, κατά περίπτωση, της παραγράφου 6·

β)

ισχύει ένας από τους λόγους απόρριψης που προβλέπονται στα στοιχεία β) ή γ) του άρθρου 20 παράγραφος 1 ή στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου·

γ)

έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

8.   Οι ερευνητές που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

9.   Οι αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους μέλους και τον κοινοποιούντα γραπτώς σχετικά με την αντίρρησή τους για την κινητικότητα. Όταν το δεύτερο κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την κινητικότητα σύμφωνα με την παράγραφο 7 και η κινητικότητα δεν έχει ακόμη λάβει χώρα, ο ερευνητής δεν επιτρέπεται να πραγματοποιήσει μέρος της έρευνας του στον ερευνητικό οργανισμό του δεύτερου κράτους μέλους. Σε περίπτωση που η κινητικότητα έχει ήδη αρχίσει, εφαρμόζεται το άρθρο 32 παράγραφος 4.

10.   Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την διατύπωση αντιρρήσεων, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει έγγραφο στον ερευνητή που βεβαιώνει ότι δικαιούται να παραμείνει στο έδαφός του και ότι απολαμβάνει τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 29

Μακρά κινητικότητα των ερευνητών

1.   Αναφορικά με τους ερευνητές που είναι κάτοχοι έγκυρης άδειας που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και οι οποίοι προτίθενται να παραμείνουν προκειμένου να πραγματοποιήσουν μέρος της έρευνάς τους σε ερευνητικό οργανισμό σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη για περισσότερες από 180 ημέρες ανά κράτος μέλος, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί:

α)

να εφαρμόσει το άρθρο 28 και να επιτρέψει στον ερευνητή να παραμείνει και να εργαστεί στο έδαφός του με βάση την άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και κατά τη διάρκεια ισχύος της· ή

β)

να εφαρμόσει τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2 έως 7.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να ορίζει μέγιστο χρονικό διάστημα της μακράς κινητικότητας του ερευνητή, το οποίο δεν είναι μικρότερο από 360 ημέρες.

2.   Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση μακράς κινητικότητας:

α)

το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον ερευνητή, τον ερευνητικό οργανισμό στο πρώτο κράτος μέλος ή τον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος να διαβιβάσει τα ακόλουθα έγγραφα:

i)

έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α), και έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος·

ii)

αποδεικτικά στοιχεία ότι ο ερευνητής διαθέτει ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους που συνήθως καλύπτονται για τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

iii)

αποδεικτικά στοιχεία ότι κατά τη διαμονή του ο ερευνητής θα διαθέτει επαρκείς πόρους για να καλύπτει τα έξοδα διαβίωσής του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε), καθώς επίσης και για να καλύπτει τα έξοδα ταξιδίου του προς το πρώτο κράτος μέλος, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

iv)

τη σύμβαση υποδοχής στο πρώτο κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10, ή, εάν το απαιτεί το δεύτερο κράτος μέλος, τη σύμβαση υποδοχής που έχει συναφθεί με τον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος·

v)

εφόσον δεν προσδιορίζεται σε κανένα από τα έγγραφα που υποβάλλει ο αιτών, την προβλεπόμενη διάρκεια και τις ημερομηνίες της κινητικότητας.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον αιτούντα να γνωστοποιήσει τη διεύθυνση του ενδιαφερόμενου ερευνητή στο έδαφός του. Όταν το εθνικό δίκαιο του δεύτερου κράτους μέλους απαιτεί να δηλωθεί διεύθυνση τη στιγμή της αίτησης και ο ερευνητής δεν γνωρίζει ακόμη τη μελλοντική του διεύθυνση, το εν λόγω κράτος μέλος αποδέχεται μια προσωρινή διεύθυνση. Σε αυτήν την περίπτωση ο ερευνητής γνωστοποιεί τη μόνιμη διεύθυνσή του το αργότερο κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας για μακρά κινητικότητα.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον αιτούντα να υποβάλει τα έγγραφα σε επίσημη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος·

β)

το δεύτερο κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση για την αίτηση μακράς κινητικότητας και κοινοποιεί την απόφαση γραπτώς στον αιτούντα το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 90 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η πλήρης αίτηση υποβλήθηκε στις αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους·

γ)

ο ερευνητής δεν υποχρεούται να εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών προκειμένου να υποβάλει την αίτηση και δεν υπόκειται σε υποχρέωση θεώρησης·

δ)

ο ερευνητής επιτρέπεται να πραγματοποιήσει τμήμα από την έρευνά του στον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος έως ότου ληφθεί απόφαση σχετικά με την αίτηση μακράς κινητικότητας από τις αρμόδιες αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

δεν έχουν λήξει ούτε η χρονική περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 1 ούτε η περίοδος ισχύος της άδειας που εκδόθηκε από το πρώτο κράτος μέλος· και

ii)

εάν το απαιτεί το δεύτερο κράτος μέλος, η πλήρης αίτηση έχει διαβιβαστεί στο δεύτερο κράτος μέλος τουλάχιστον 30 ημέρες πριν αρχίσει η μακρά κινητικότητα του ερευνητή·

ε)

η αίτηση μακράς κινητικότητας δεν μπορεί να υποβάλλεται ταυτόχρονα με την κοινοποίηση βραχείας κινητικότητας. Σε περίπτωση που προκύψει ανάγκη για μακρά κινητικότητα μετά από την έναρξη της βραχείας κινητικότητας του ερευνητή, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει να υποβληθεί η αίτηση μακράς κινητικότητας τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη λήξη της βραχείας κινητικότητας.

3.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απορρίπτει αίτηση μακράς κινητικότητας όταν:

α)

δεν πληρούνται οι όροι της παραγράφου 2 στοιχείο α)·

β)

ισχύει ένας από τους λόγους απόρριψης που προβλέπονται στο άρθρο 20, με την εξαίρεση της παραγράφου 1 στοιχείο α) του εν λόγω άρθρου·

γ)

η άδεια του ερευνητή στο πρώτο κράτος μέλος λήγει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας· ή

δ)

ενδεχομένως, έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.

4.   Οι ερευνητές που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

5.   Εφόσον το δεύτερο κράτος μέλος λάβει θετική απόφαση για την αίτηση μακράς κινητικότητας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο ερευνητής λαμβάνει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4. Το δεύτερο κράτος μέλος ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές στο πρώτο κράτος μέλος σε περίπτωση που εκδώσει άδεια μακράς κινητικότητας.

6.   Το δεύτερο κράτος μέλους μπορεί να ανακαλέσει άδεια μακράς κινητικότητας όταν:

α)

δεν πληρούνται πλέον οι όροι της παραγράφου 2 στοιχείο α) ή της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου· ή

β)

ισχύει ένας από τους λόγους ανάκλησης της άδειας που προβλέπονται στο άρθρο 21, με την εξαίρεση της παραγράφου 1 στοιχείο α), της παραγράφου 2 στοιχείο στ) και των παραγράφων 3, 5 και 6 του εν λόγω άρθρου.

7.   Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση για μακρά κινητικότητα, εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 2 έως 5 του άρθρου 34.

Άρθρο 30

Κινητικότητα των μελών οικογενείας ερευνητών

1.   Τα μέλη της οικογένειας ερευνητή που είναι κάτοχος έγκυρης άδειας διαμονής που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος δικαιούνται να εισέρχονται και να διαμένουν σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη προκειμένου να συνοδεύουν τον ερευνητή.

2.   Όταν το δεύτερο κράτος μέλος εφαρμόζει τη διαδικασία κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2, απαιτεί τη διαβίβαση των ακολούθων εγγράφων και πληροφοριών:

α)

τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 5 και τα στοιχεία β), γ) και δ) της παραγράφου 6 του άρθρου 28 σχετικά με τα μέλη οικογενείας που συνοδεύουν τον ερευνητή·

β)

αποδεικτικά στοιχεία ότι το μέλος οικογενείας έχει διαμείνει ως μέλος της οικογένειας του ερευνητή στο πρώτο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον κοινοποιούντα να υποβάλει τα έγγραφα σε επίσημη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του μέλους της οικογένειας στο έδαφός του, όταν δεν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο. Η παράγραφος 7 στοιχεία β) και γ) και η παράγραφος 9 του άρθρου 28 εφαρμόζονται σε αυτά τα μέλη οικογενείας αναλόγως.

3.   Όταν το δεύτερο κράτος μέλος εφαρμόζει τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο β), υποβάλλεται αίτηση από τον ερευνητή ή από τα μέλη της οικογένειάς του στις αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους. Το δεύτερο κράτος μέλος ζητεί από τον αιτούντα να διαβιβάσει τα ακόλουθα έγγραφα και πληροφορίες σε σχέση με τα μέλη της οικογένειάς του:

α)

τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημεία i), ii), iii) και v) σχετικά με τα μέλη οικογενείας που συνοδεύουν τον ερευνητή·

β)

αποδεικτικά στοιχεία ότι το μέλος οικογενείας έχει διαμείνει ως μέλος της οικογένειας του ερευνητή στο πρώτο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον αιτούντα να υποβάλει τα έγγραφα σε επίσημη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απορρίψει την αίτηση μακράς κινητικότητας του μέλους οικογενείας στην επικράτειά του, όταν δεν πληρούνται οι όροι που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο. Τα στοιχεία β) και γ) της παραγράφου 2, τα στοιχεία β), γ) και δ) της παραγράφου 3, η παράγραφος 5, το στοιχείο β) της παραγράφου 6 και η παράγραφος 7 του άρθρου 29 εφαρμόζονται σε αυτά τα μέλη οικογενείας αναλόγως.

Η διάρκεια ισχύος της άδειας κινητικότητας μακράς διάρκειας για τα μέλη οικογενείας, κατά γενικό κανόνα, λήγει την ημερομηνία λήξης της άδειας του ερευνητή που έχει εκδοθεί από το δεύτερο κράτος μέλος.

Η άδεια μακράς κινητικότητας για μέλη οικογενείας μπορεί να ανακαλείται ή να μην ανανεώνεται, εάν η άδεια μακράς κινητικότητας του ερευνητή που συνοδεύουν ανακληθεί ή δεν ανανεωθεί και δεν απολαμβάνουν αυτοτελές δικαίωμα διαμονής.

4.   Τα μέλη οικογενείας που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

Άρθρο 31

Κινητικότητα των σπουδαστών

1.   Οι σπουδαστές που διαθέτουν έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και οι οποίοι συμμετέχουν σε ενωσιακό ή πολυμερές πρόγραμμα που περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή καλύπτονται από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν το δικαίωμα να εισέρχονται και να διαμένουν προκειμένου να πραγματοποιήσουν μέρος των σπουδών τους σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ένα ή περισσότερα δεύτερα κράτη μέλη για περίοδο έως 360 ημερών ανά κράτος μέλος, με την επιφύλαξη των όρων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 10.

Σπουδαστής ο οποίος δεν καλύπτεται από ενωσιακό ή πολυμερές πρόγραμμα το οποίο περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή από συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας για είσοδο και διαμονή σε δεύτερο κράτος μέλος με σκοπό να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 11.

2.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο πρώτο κράτος μέλος, το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο δεύτερο κράτος μέλος ή τον σπουδαστή να κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του πρώτου και του δεύτερου κράτους μέλους την πρόθεση του σπουδαστή να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο δεύτερο κράτος μέλος.

Στις περιπτώσεις αυτές το δεύτερο κράτος μέλος επιτρέπει να πραγματοποιείται η κοινοποίηση είτε:

α)

κατά τη στιγμή υποβολής της αίτησης στο πρώτο κράτος μέλος, εφόσον η κινητικότητα προς το δεύτερο κράτος μέλος προβλέπεται ήδη σε αυτό το στάδιο· ή

β)

αφού ο σπουδαστής έχει γίνει δεκτός στο πρώτο κράτος μέλος, μόλις γίνει γνωστή η πρόθεση κινητικότητας προς το δεύτερο κράτος μέλος.

3.   Σε περίπτωση που η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α), και εφόσον το δεύτερο κράτος μέλος δεν προβάλλει αντίρρηση ενώπιον του πρώτου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 7, η κινητικότητα του σπουδαστή προς το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να πραγματοποιηθεί οποτεδήποτε εντός της διάρκειας ισχύος της άδειας.

4.   Σε περίπτωση που η κοινοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β), και εφόσον το δεύτερο κράτος μέλος δεν προβάλλει αντίρρηση για την κινητικότητα του σπουδαστή σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 9, η κινητικότητα προς το δεύτερο κράτος μέλος θεωρείται ότι έχει εγκριθεί και μπορεί να πραγματοποιηθεί.

5.   Η κοινοποίηση περιλαμβάνει το έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α), και την έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και καλύπτει το συνολικό διάστημα της κινητικότητας.

6.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί η κοινοποίηση να περιλαμβάνει τη διαβίβαση των ακόλουθων εγγράφων και πληροφοριών:

α)

αποδεικτικά στοιχεία ότι ο σπουδαστής πραγματοποιεί μέρος των σπουδών του στο δεύτερο κράτος μέλος στο πλαίσιο ενωσιακού ή πολυμερούς προγράμματος το οποίο περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς και αποδεικτικά στοιχεία ότι ο σπουδαστής έχει γίνει δεκτός από ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο δεύτερο κράτος μέλος·

β)

όταν δεν προσδιορίζεται στο πλαίσιο του στοιχείου α), την προβλεπόμενη διάρκεια και τις ημερομηνίες της κινητικότητας·

γ)

αποδεικτικά στοιχεία ότι ο σπουδαστής διαθέτει ασφάλιση ασθένειας για όλους τους κινδύνους που συνήθως καλύπτονται για τους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)·

δ)

αποδεικτικά στοιχεία ότι κατά τη διαμονή του ο σπουδαστής θα διαθέτει επαρκείς πόρους για να καλύπτει τα έξοδα διαβίωσής του χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής ασφάλειας του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε), τα έξοδα σπουδών του καθώς επίσης και τα έξοδα ταξιδίου του προς το πρώτο κράτος μέλος στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 4 στοιχείο β)·

ε)

αποδεικτικά στοιχεία ότι έχει καταβάλει τα τέλη εγγραφής που χρεώνει το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κατά περίπτωση.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον κοινοποιούντα να γνωστοποιεί, πριν από την έναρξη της κινητικότητας, τη διεύθυνση του ενδιαφερόμενου σπουδαστή στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί από τον κοινοποιούντα να υποβάλει τα έγγραφα σε επίσημη γλώσσα του εν λόγω κράτους μέλους ή σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα της Ένωσης που ορίζεται από το εν λόγω κράτος μέλος.

7.   Βάσει της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να διατυπώσει αντίρρηση όσον αφορά την κινητικότητα του σπουδαστή προς το έδαφός του εντός 30 ημερών από την παραλαβή της πλήρους κοινοποίησης, εφόσον:

α)

δεν πληρούνται οι όροι των παραγράφων 5 ή 6·

β)

ισχύει ένας από τους λόγους απόρριψης που προβλέπονται στα στοιχεία β) ή γ) του άρθρου 20 παράγραφος 1 ή στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου·

γ)

έχει συμπληρωθεί η μέγιστη διάρκεια διαμονής που ορίζεται στην παράγραφο 1.

8.   Οι σπουδαστές που θεωρείται ότι συνιστούν απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπεται να εισέλθουν ή να διαμείνουν στο έδαφος του δεύτερου κράτους μέλους.

9.   Οι αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους μέλους και τον κοινοποιούντα γραπτώς σχετικά με την αντίρρησή τους για την κινητικότητα. Όταν το δεύτερο κράτος μέλος έχει αντίρρηση για την κινητικότητα σύμφωνα με την παράγραφο 7, ο σπουδαστής δεν επιτρέπεται να πραγματοποιήσει μέρος των σπουδών του στο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης του δεύτερου κράτους μέλους.

10.   Μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη διατύπωση αντιρρήσεων, το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει έγγραφο στον σπουδαστή που βεβαιώνει ότι δικαιούται να παραμείνει στο έδαφός του και απολαμβάνει τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 32

Διασφαλίσεις και κυρώσεις σε περιπτώσεις κινητικότητας

1.   Όταν η άδεια διαμονής με σκοπό την έρευνα ή τις σπουδές έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους που δεν εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν και ο ερευνητής ή ο σπουδαστής διέρχεται εξωτερικά σύνορα για να εισέλθει σε δεύτερο κράτος μέλος στο πλαίσιο κινητικότητας, οι αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους έχουν δικαίωμα να απαιτούν, ως αποδεικτικά στοιχεία της κινητικότητας, την έγκυρη άδεια που έχει εκδώσει το πρώτο κράτος μέλος και:

α)

αντίγραφο της κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 ή το άρθρο 31 παράγραφος 2· ή

β)

στην περίπτωση που το δεύτερο κράτος μέλος επιτρέπει κινητικότητα χωρίς κοινοποίηση, αποδεικτικά στοιχεία ότι ο σπουδαστής πραγματοποιεί μέρος των σπουδών του στο δεύτερο κράτος μέλος στο πλαίσιο ενωσιακού ή πολυμερούς προγράμματος το οποίο περιλαμβάνει μέτρα κινητικότητας ή στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή, όταν πρόκειται για ερευνητές, είτε αντίγραφο της σύμβασης υποδοχής που διευκρινίζει τις λεπτομέρειες όσον αφορά την κινητικότητα του ερευνητή είτε, όταν οι λεπτομέρειες της κινητικότητας δεν προσδιορίζονται στη σύμβαση υποδοχής, επιστολή από τον ερευνητικό οργανισμό στο δεύτερο κράτος μέλος η οποία προσδιορίζει τουλάχιστον τη διάρκεια της κινητικότητας εντός της Ένωσης και τον τόπο εγκατάστασης του ερευνητικού οργανισμού στο δεύτερο κράτος μέλος.

Όσον αφορά τα μέλη οικογενείας του ερευνητή, οι αρμόδιες αρχές του δεύτερου κράτους μέλους έχουν δικαίωμα να απαιτούν ως απόδειξη της κινητικότητας την έγκυρη άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος και αντίγραφο της κοινοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 ή αποδεικτικά στοιχεία ότι συνοδεύουν τον ερευνητή.

2.   Σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές του πρώτου κράτους μέλους ανακαλέσουν την άδεια, ενημερώνουν, κατά περίπτωση, τις αρχές του δεύτερου κράτους μέλους.

3.   Το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να απαιτεί να ενημερώνεται από τον φορέα υποδοχής στο δεύτερο κράτος μέλος ή από τον ερευνητή ή από τον σπουδαστή για κάθε τροποποίηση που επηρεάζει τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων έχει επιτραπεί η κινητικότητα.

4.   Σε περίπτωση που ο ερευνητής ή, κατά περίπτωση, τα μέλη της οικογένειάς του ή ο σπουδαστής δεν πληρούν ή δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις κινητικότητας:

α)

το δεύτερο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον ερευνητή και, κατά περίπτωση, τα μέλη της οικογένειάς του ή από τον σπουδαστή να παύσουν αμέσως κάθε δραστηριότητα και να εγκαταλείψουν το έδαφός του·

β)

το πρώτο κράτος μέλος, κατόπιν αιτήματος του δεύτερου κράτους μέλους, επιτρέπει την επιστροφή του ερευνητή και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς του ή του σπουδαστή χωρίς διατυπώσεις και χωρίς καθυστέρηση. Αυτό ισχύει και σε περίπτωση που η άδεια που έχει εκδοθεί από το πρώτο κράτος μέλος έχει λήξει ή έχει ανακληθεί κατά τη διάρκεια της κινητικότητας στο δεύτερο κράτος μέλος.

5.   Όταν ο ερευνητής ή τα μέλη της οικογένειάς του ή ο σπουδαστής διέρχεται τα εξωτερικά σύνορα κράτους μέλους που εφαρμόζει πλήρως το κεκτημένο του Σένγκεν, το εν λόγω κράτος μέλος συμβουλεύεται το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Το συγκεκριμένο κράτος μέλος αρνείται την είσοδο ή διατυπώνει αντίρρηση για την κινητικότητα προσώπων για τα οποία το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν περιέχει καταχωρίσεις με σκοπό την άρνηση εισόδου ή διαμονής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

Άρθρο 33

Κυρώσεις κατά φορέων υποδοχής

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν κυρώσεις κατά φορέων υποδοχής ή, στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 24, εργοδοτών που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. Οι εν λόγω κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 34

Διαδικαστικές εγγυήσεις και διαφάνεια

1.   Οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους εκδίδουν απόφαση σχετικά με την αίτηση χορήγησης ή ανανέωσης αδείας διαμονής και κοινοποιούν την απόφασή τους γραπτώς στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία, το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο εντός 90 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στην περίπτωση που η διαδικασία εισδοχής αφορά εγκεκριμένο φορέα υποδοχής, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 15, η απόφαση επί της πλήρους αιτήσεως λαμβάνεται το συντομότερο δυνατόν και το αργότερο εντός 60 ημερών.

3.   Εάν οι πληροφορίες ή τα δικαιολογητικά που παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης είναι ελλιπή, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται και ορίζουν εύλογη προθεσμία υποβολής τους. Η περίοδος που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 αναστέλλεται μέχρις ότου οι αρμόδιες αρχές λάβουν τις απαιτούμενες συμπληρωματικές πληροφορίες. Εάν οι συμπληρωματικές πληροφορίες ή τα συμπληρωματικά έγγραφα δεν προσκομισθούν εντός της προθεσμίας αυτής, η αίτηση μπορεί να απορριφθεί.

4.   Οι λόγοι της απόφασης με την οποία κρίνεται απαράδεκτη ή απορρίπτεται αίτηση ή με την οποία δεν ανανεώνεται άδεια παρέχονται γραπτώς στον αιτούντα. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης αδείας παρέχονται γραπτώς στον υπήκοο τρίτης χώρας. Οι λόγοι για την απόφαση ανάκλησης αδείας μπορούν επίσης να παρέχονται γραπτώς στον φορέα υποδοχής.

5.   Κάθε απόφαση με την οποία κρίνεται απαράδεκτη ή απορρίπτεται αίτηση ή με την οποία δεν ανανεώνεται ή ανακαλείται άδεια υπόκειται σε ένδικα μέσα στο οικείο κράτος μέλος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η γραπτή κοινοποίηση προσδιορίζει το δικαστήριο ή τη διοικητική αρχή ενώπιον των οποίων ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει, καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να ασκήσει την προσφυγή.

Άρθρο 35

Διαφάνεια και πρόσβαση σε πληροφορίες

Τα κράτη μέλη καθιστούν εύκολα διαθέσιμες στους αιτούντες τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την υποβολή της αίτησης και πληροφορίες σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεις και των διαδικαστικών εγγυήσεων για τους υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και, κατά περίπτωση, των μελών της οικογένειάς τους. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, το επίπεδο των επαρκών μηνιαίων πόρων, συμπεριλαμβανομένων των πόρων που απαιτούνται για την κάλυψη του κόστους των σπουδών ή της πρακτικής άσκησης —χωρίς να θίγεται η εξατομικευμένη εξέταση κάθε περίπτωσης— και των σχετικών τελών.

Οι αρμόδιες αρχές σε κάθε κράτος μέλος δημοσιεύουν καταλόγους των εγκεκριμένων φορέων υποδοχής για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας. Επικαιροποιημένες εκδόσεις των εν λόγω καταλόγων πρέπει να δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν μετά από κάθε μεταβολή τους.

Άρθρο 36

Τέλη

Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους υπηκόους τρίτων χωρών και, κατά περίπτωση, τα μέλη των οικογενειών τους ή τους φορείς υποδοχής την καταβολή τελών για τη διεκπεραίωση των κοινοποιήσεων ή την εξέταση των αιτήσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Το ύψος αυτών των τελών δεν πρέπει να είναι υπερβολικό ή δυσανάλογο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 37

Συνεργασία μεταξύ σημείων επαφής

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν σημεία επαφής τα οποία συνεργάζονται αποτελεσματικά και είναι αρμόδια για την παραλαβή και τη διαβίβαση των πληροφοριών που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 28 έως 32. Τα κράτη μέλη προκρίνουν την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών.

2.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη μέσω των εθνικών σημείων επαφής που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για την κινητικότητα που προβλέπεται στα άρθρα 28 έως 31·

β)

κατά πόσον το συγκεκριμένο κράτος μέλος επιτρέπει μόνον την εισδοχή σπουδαστών και ερευνητών μέσω εγκεκριμένων ερευνητικών οργανισμών ή ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης·

γ)

σχετικά με πολυμερή προγράμματα για σπουδαστές και ερευνητές που περιλαμβάνουν μέτρα κινητικότητας και συμφωνίες μεταξύ δύο ή περισσότερων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Άρθρο 38

Στατιστικές

1.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή στατιστικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των αδειών που εξέδωσαν για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και των κοινοποιήσεων που παρέλαβαν σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 ή το άρθρο 31 παράγραφος 2 και, στο μέτρο του δυνατού, σχετικά με τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών των οποίων οι άδειες ανανεώθηκαν ή ανακλήθηκαν. Με τον ίδιο τρόπο κοινοποιούνται στατιστικά στοιχεία για τα μέλη οικογενείας ερευνητών που έγιναν δεκτά. Τα στατιστικά στοιχεία κατανέμονται ανά ιθαγένεια και, στο μέτρο του δυνατού, ανά διάρκεια ισχύος των αδειών.

2.   Οι στατιστικές της παραγράφου 1 έχουν περίοδο αναφοράς ένα ημερολογιακό έτος και κοινοποιούνται στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Το πρώτο έτος αναφοράς είναι το 2019.

3.   Οι στατιστικές της παραγράφου 1 κοινοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24).

Άρθρο 39

Υποβολή εκθέσεων

Ανά τακτά χρονικά διαστήματα και για πρώτη φορά στις 23 Μαΐου 2023 η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει τροποποιήσεις, εφόσον κριθεί αναγκαίο.

Άρθρο 40

Μεταφορά

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο 23 Μαΐου 2018. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα εν λόγω μέτρα, αυτά περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι παραπομπές στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της αναφοράς και η διατύπωση της δήλωσης αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 41

Κατάργηση

Οι οδηγίες 2004/114/EΚ και 2005/71/ΕΚ καταργούνται για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία από την τις 24 Μαΐου 2018, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής των οδηγιών που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι μέρος B της παρούσας οδηγίας.

Για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές στις καταργηθείσες οδηγίες νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα II.

Άρθρο 42

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 43

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Στρασβούργο, 11 Μαΐου 2016.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. SCHULZ

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

J.A. HENNIS-PLASSCHAERT


(1)  ΕΕ C 341 της 21.11.2013, σ. 50.

(2)  ΕΕ C 114 της 15.4.2014, σ. 42.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25 Φεβρουαρίου 2014 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση, της 10ης Μαρτίου 2016 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(4)  Οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την ανταλλαγή μαθητών, την άμισθη πρακτική άσκηση ή την εθελοντική υπηρεσία (ΕΕ L 375 της 23.12.2004, σ. 12).

(5)  Οδηγία 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας (ΕΕ L 289 της 3.11.2005, σ. 15).

(6)  Οδηγία 2003/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης (ΕΕ L 251 της 3.10.2003, σ. 12).

(7)  ΕΕ C 372 της 20.12.2011, σ. 36.

(8)  Οδηγία 2014/66/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο πλαίσιο ενδοεταιρικής μετάθεσης (ΕΕ L 157 της 27.5.2014, σ. 1).

(9)  Κανονισμος (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου και του Συμβουλιου της 9ης Μαρτίου 2016 περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 77 της 23.3.2016, σ. 1).

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του Συστήματος Πληροφοριών Σένγκεν δεύτερης γενιάς (SIS II) (ΕΕ L 381 της 28.12.2006, σ. 4).

(11)  Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (ΕΕ L 348 της 24.12.2008, σ. 98).

(12)  Οδηγία 2011/98/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος (ΕΕ L 343 της 23.12.2011, σ. 1).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για την επέκταση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διέπονται ήδη από τους κανονισμούς αυτούς μόνον λόγω της ιθαγένειάς τους (ΕΕ L 344 της 29.12.2010, σ. 1).

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους υπηκόους τρίτων χωρών (ΕΕ L 157 της 15.6.2002, σ.1).

(16)  ΕΕ C 369 της 17.12.2011, σ. 14.

(17)  Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ L 337 της 20.12.2011, σ. 9).

(18)  Οδηγία 2001/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 2001, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές παροχής προσωρινής προστασίας σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων και μέτρα για τη δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά την υποδοχή και την αντιμετώπιση των συνεπειών της υποδοχής αυτών των ατόμων (ΕΕ L 212 της 7.8.2001, σ. 12).

(19)  Οδηγία 2003/109/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες (ΕΕ L 16 της 23.1.2004, σ. 44).

(20)  Οδηγία 2009/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 2009, σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης (ΕΕ L 155 της 18.6.2009, σ. 17).

(21)  Σύμβαση εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν, της 14ης Ιουνίου 1985, μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών της Οικονομικής Ένωσης Μπενελούξ, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας, σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα (ΕΕ L 239 της 22.9.2000, σ. 19).

(22)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1683/95 τον Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1995, για την καθιέρωση θεώρησης ενιαίου τύπου (ΕΕ L 164 της 14.7.1995, σ. 1).

(23)  Σύσταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008, σχετικά με τη θέσπιση του ευρωπαϊκού πλαισίου επαγγελματικών προσόντων για τη διά βίου μάθηση (ΕΕ C 111 της 6.5.2008, σ. 1).

(24)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 311/76 του Συμβουλίου περί τηρήσεως στατιστικών για τους αλλοδαπούς εργαζόμενους (ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Μέρος Α

Καταργούμενες οδηγίες

(όπως αναφέρεται στο άρθρο 41)

Οδηγία 2004/114/ΕΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 375 της 23.12.2004, σ. 12)

Οδηγία 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 289 της 3.11.2005, σ. 15)

Μέρος Β

Προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και ημερομηνίες εφαρμογής

(όπως αναφέρεται στο άρθρο 41)

Οδηγία

Προθεσμία μεταφοράς

Ημερομηνία εφαρμογής

2004/114/ΕΚ

12.1.2007

 

2005/71/ΕΚ

12.10.2007

 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Πίνακες αντιστοιχίας

Οδηγία 2004/114/ΕΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 στοιχείο α)

Άρθρο 1 στοιχείο α)

Άρθρο 1 στοιχείο β)

Άρθρο 1 στοιχείο β)

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 2 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 5

Άρθρο 3 παράγραφος 6

Άρθρο 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 3 παράγραφοι 11 και 13

Άρθρο 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 3 παράγραφος 7

Άρθρο 2 στοιχείο ζ)

Άρθρο 3 παράγραφος 22

Άρθρο 3 παράγραφος 8

Άρθρο 3 παράγραφος 12

Άρθρο 3 παράγραφοι 14 έως 21

Άρθρο 3 παράγραφοι 23 και 24

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ)

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχεία ε) έως ζ)

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 6

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως γ) και ε)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 7 παράγραφος 6

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 7 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 11 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 31

Άρθρο 9 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 10 εισαγωγική φράση

Άρθρο 13 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 10 στοιχείο α)

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 10 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε) και άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 10 στοιχείο γ)

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ)

Άρθρο 13 παράγραφοι 2 έως 4

Άρθρο 11 εισαγωγική φράση

Άρθρο 14 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση

Άρθρο 11 στοιχείο α)

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 11 στοιχείο β)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 11 στοιχείο γ)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 11 στοιχείο δ)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 12 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 13

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 14

Άρθρο 18 παράγραφος 6

Άρθρο 15

Άρθρο 18 παράγραφος 7

Άρθρο 18 παράγραφοι 3, 5, 8 και 9

Άρθρα 16, 17 και 19

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 4

Άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε)

Άρθρο 21 παράγραφος 3

Άρθρο 21 παράγραφοι 5 έως 7

Άρθρο 22 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 17 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος

Άρθρο 24 παράγραφος 1

Άρθρο 17 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίοδος

Άρθρο 24 παράγραφος 3

Άρθρο 17 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 2

Άρθρο 24 παράγραφος 3

Άρθρο 17 παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 24

Άρθρο 27

Άρθρο 30

Άρθρα 32 και 33

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 34 παράγραφοι 3, 4 και 5

Άρθρο 19

Άρθρο 35 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 20

Άρθρο 36

Άρθρα 37 και 38

Άρθρο 21

Άρθρο 39

Άρθρα 22 έως 25

Άρθρα 40 έως 42

Άρθρο 26

Άρθρο 43

Παραρτήματα Ι και ΙΙ


Οδηγία 2005/71/ΕΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1 στοιχείο α)

Άρθρο 2 εισαγωγική φράση

Άρθρο 3 εισαγωγική φράση

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 2 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 9

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 10

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 3 παράγραφος 22

Άρθροs 3 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 4

Άρθρο 4

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 9 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 10 παράγραφος 7

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 35 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 5 παράγραφος 6

Άρθρο 9 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 7

Άρθρο 10 παράγραφος 8

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 10 παράγραφος 4

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 10 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 10 παράγραφοι 5 και 6

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 8 παράγραφος (1)

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 7 παράγραφος 6

Άρθρο 7 παράγραφος 1 τελευταίο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 9

Άρθρο 26

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και δ)

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 21 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 23

Άρθρο 12

Άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2

Άρθρο 13

Άρθρα 28 και 29

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 7 παράγραφος 5

Άρθρο 14 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 7 παράγραφος 4

Άρθρο 14 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 34 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 34 παράγραφος 4

Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 34 παράγραφος 5

Άρθρο 16

Άρθρο 39

Άρθρα 17 έως 20

Άρθρο 21

Άρθρο 43


Top