Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32016D2277

Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2016/2277 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2016, σχετικά με την ισοδυναμία του κανονιστικού πλαισίου για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο Ντουμπάι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

C/2016/8343

OJ L 342, 16.12.2016, p. 65–67 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_impl/2016/2277/oj

16.12.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 342/65


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΉ ΑΠΌΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/2277 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 15ης Δεκεμβρίου 2016

σχετικά με την ισοδυναμία του κανονιστικού πλαισίου για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο Ντουμπάι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (1), και ιδίως το άρθρο 25 παράγραφος 6,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η διαδικασία που ισχύει για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων («CCP») εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες, που καθορίζεται στο άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, έχει στόχο να δοθεί η δυνατότητα στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες, των οποίων τα ρυθμιστικά πρότυπα είναι ισοδύναμα προς εκείνα που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, να παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε εκκαθαριστικά μέλη ή τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένα/-οι στην Ένωση. Η εν λόγω διαδικασία αναγνώρισης και η απόφαση ισοδυναμίας που προβλέπονται σε αυτόν, ως εκ τούτου, συμβάλλουν στην επίτευξη του κύριου σκοπού του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ήτοι να μειωθεί ο συστημικός κίνδυνος, με την επέκταση της χρήσης ασφαλών και εύρωστων κεντρικών αντισυμβαλλομένων για την εκκαθάριση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, μεταξύ άλλων και όταν οι εν λόγω CCP είναι εγκατεστημένοι και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα.

(2)

Προκειμένου το νομικό καθεστώς τρίτης χώρας να θεωρηθεί ισοδύναμο με το νομικό καθεστώς της Ένωσης όσον αφορά τους CCP, το ουσιαστικό αποτέλεσμα των εφαρμοστέων νομοθετικών και εποπτικών ρυθμίσεων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο με τις απαιτήσεις της Ένωσης όσον αφορά τους κανονιστικούς στόχους που επιτυγχάνουν. Σκοπός αυτής της αξιολόγησης ισοδυναμίας είναι, επομένως, να εξακριβωθεί ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του Διεθνούς Χρηματοοικονομικού Κέντρου Ντουμπάι (εφεξής «το DIFC») διασφαλίζουν ότι οι CCP, που είναι εγκατεστημένοι και διαθέτουν άδεια λειτουργίας εκεί, δεν εκθέτουν τα εκκαθαριστικά μέλη και τους τόπους διαπραγμάτευσης, που είναι εγκατεστημένα/οι στην Ένωση, σε υψηλότερο επίπεδο κινδύνου από εκείνο στο οποίο θα μπορούσαν να εκτεθούν οι δεύτεροι, από CCP που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και, συνεπώς, δεν δημιουργούν απαράδεκτα επίπεδα συστημικού κινδύνου στην Ένωση. Άρα, θα πρέπει, ιδίως, να ληφθούν υπόψη οι σημαντικά χαμηλότεροι εγγενείς κίνδυνοι στις δραστηριότητες εκκαθάρισης που πραγματοποιούνται σε χρηματοπιστωτικές αγορές που είναι μικρότερες από τη χρηματοπιστωτική αγορά της Ένωσης.

(3)

Σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, χρειάζεται να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, προκειμένου να κριθεί ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις μιας τρίτης χώρας σχετικά με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί, είναι ισοδύναμες με εκείνες που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό.

(4)

Σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα πρέπει να πληρούν νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(5)

Οι νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις του Διεθνούς Χρηματοοικονομικού Κέντρου Ντουμπάι για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί αποτελούνται από τον ρυθμιστικό νόμο του 2004 και τον νόμο για τις αγορές του 2012 (εφεξής οι κανονισμοί DIFC). Συμπληρώνονται από το εγχειρίδιο κανόνων της Αρχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών Ντουμπάι (Dubai Financial Service Authority, εφεξής «DFSA»), στο οποίο περιλαμβάνεται ενότητα για τα ιδρύματα της αγοράς που έχουν λάβει άδεια (εφεξής «ΑΜΙ»).

(6)

Οι CCP που έχουν εγκατασταθεί στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο Ντουμπάι πρέπει να λάβουν άδεια από την DFSA ως ΑΜΙ. Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο το καθεστώς που ισχύει για τα ιδρύματα της αγοράς που έχουν λάβει άδεια και τα οποία εκτελούν τη χρηματοπιστωτική υπηρεσία λειτουργίας γραφείου εκκαθάρισης στο Διεθνές Χρηματοοικονομικό Κέντρο Ντουμπάι. Προκειμένου να λάβουν άδεια για εκκαθάριση, τα γραφεία εκκαθάρισης πρέπει να πληρούν ειδικές απαιτήσεις, που καθορίζονται από DFSA και στο εγχειρίδιο της DFSA. Τα ΑΜΙ πρέπει να μεριμνούν για την ασφαλή και αποτελεσματική λειτουργία των υποδομών εκκαθάρισης, και πρέπει να διαχειρίζονται με σύνεση τους κινδύνους που συνδέονται με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και τις πράξεις που εκτελούν. Πρέπει επίσης να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους και επαρκή συστήματα.

(7)

Οι κανονισμοί DIFC εφαρμόζουν πλήρως τα διεθνή πρότυπα που καθορίζονται βάσει των αρχών για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών («PFMI»), που εκδόθηκαν τον Απρίλιο του 2012 από την Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού (2) («CPSS») και τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς («IOSCO»).

(8)

Βάσει των κανονισμών DIFC οι ΑΜΙ υποχρεούνται επίσης να εγκρίνουν εσωτερικούς κανόνες και διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς όλες τις σχετικές απαιτήσεις και που απαιτούνται για την ορθή ρύθμιση των υποδομών τους εκκαθάρισης και διακανονισμού. Ο κανόνας 5.6 για τους ΑΜΙ απαιτεί οι εσωτερικοί κανόνες και διαδικασίες των ΑΜΙ να περιλαμβάνουν ειδικές διατάξεις με κανόνες σχετικά με την αθέτηση υποχρέωσης. Οι εν λόγω εσωτερικοί κανόνες και διαδικασίες, καθώς και τυχόν τροποποιήσεις τους, πρέπει να υποβάλλονται στη DFSA, πριν από την εφαρμογή τους. Η DFSA μπορεί να τους απορρίψει ή να απαιτήσει τροποποιήσεις στους προτεινόμενους κανόνες. Βάσει των κανονισμών DIFC, οι εσωτερικοί κανόνες των ΑΜΙ είναι νομικά δεσμευτικοί και εκτελεστοί έναντι των μελών τους και των άλλων συμμετεχόντων.

(9)

Συνεπώς, οι νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις που ισχύουν για τους ΑΜΙ που έχουν λάβει άδεια στο DIFC περιλαμβάνουν μια προσέγγιση δύο κατηγοριών. Οι βασικές αρχές που περιλαμβάνονται στο εγχειρίδιο κανόνων της DFSA και τους κανονισμούς DIFC καθορίζουν τα πρότυπα υψηλού επιπέδου τα οποία πρέπει να πληρούν οι AMI προκειμένου να λάβουν άδεια για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης στο DIFC (από κοινού, «οι πρωταρχικοί κανόνες»). Οι εν λόγω πρωταρχικοί κανόνες αποτελούν την πρώτη κατηγορία νομικά δεσμευτικών απαιτήσεων στο DIFC. Προκειμένου να αποδειχθεί η συμμόρφωση προς τους πρωταρχικούς κανόνες, βάσει του κανόνα 5.6 για τους AMI σχετικά με τους «επιχειρησιακούς κανόνες», οι ΑΜΙ υποχρεούνται να καταρτίζουν και να υποβάλλουν τους εσωτερικούς τους κανόνες και διαδικασίες στην DFSA για έγκριση πριν από την εφαρμογή τους, και η DFSA μπορεί να αποτρέπει ή να μην επιτρέπει την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω εσωτερικοί κανόνες και διαδικασίες αποτελούν τη δεύτερη κατηγορία απαιτήσεων στο DFSA.

(10)

Η αξιολόγηση της ισοδυναμίας των νομικών και εποπτικών ρυθμίσεων που ισχύουν για τους ΑΜΙ στο DFSA θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη το αποτέλεσμα μετριασμού του κινδύνου ς του κινδύνου που διασφαλίζουν όσον αφορά το επίπεδο κινδύνου στο οποίο εκτίθενται τα εκκαθαριστικά μέλη και οι τόποι διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένα/-οι στην Ένωση, λόγω της συμμετοχής τους στις οντότητες αυτές. Το αποτέλεσμα μετριασμού του κινδύνου ς του κινδύνου προσδιορίζεται, αφενός, από το επίπεδο του εγγενούς κινδύνου των δραστηριοτήτων εκκαθάρισης που πραγματοποιούνται από τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, το οποίο εξαρτάται από το μέγεθος της χρηματοπιστωτικής αγοράς στην οποία δραστηριοποιείται, και, αφετέρου, από την καταλληλότητα των νομοθετικών και εποπτικών ρυθμίσεων που ισχύουν για τους CCP, για τη μετριασμού του κινδύνου αυτού του επιπέδου του κινδύνου. Προκειμένου να επιτευχθεί ισοδύναμο αποτέλεσμα μετριασμού του κινδύνου ς του κινδύνου, χρειάζονται αυστηρότερες απαιτήσεις μετριασμού του κινδύνου για τους CCP που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές, των οποίων το εγγενές επίπεδο κινδύνου είναι υψηλότερο από εκείνο για τους CCP που ασκούν τις δραστηριότητές τους σε μικρότερες χρηματοπιστωτικές αγορές, των οποίων το εγγενές επίπεδο κινδύνου είναι χαμηλότερο.

(11)

Η χρηματοπιστωτική αγορά στην οποία ασκούν τις δραστηριότητές τους εκκαθάρισης οι ΑΜΙ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο DFSA είναι σημαντικά μικρότερη από εκείνη στην οποία δραστηριοποιούνται οι CCP που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Από το 2011 έχει σημειωθεί ελάχιστη εμπορία ή εκκαθάριση παραγώγων. Ως εκ τούτου, η συμμετοχή σε CCP που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο DFSA εκθέτει τα εκκαθαριστικά μέλη και τους τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένα/-οι στην Ένωση σε σημαντικά χαμηλότερους κινδύνους από ό,τι η συμμετοχή τους σε CCP που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση.

(12)

Οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις που ισχύουν για CCP που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο DFSA μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν ισοδύναμες, όταν είναι κατάλληλες για τον μετριασμό αυτού του χαμηλότερου επιπέδου κινδύνου. Οι πρωταρχικοί κανόνες που ισχύουν για τους εν λόγω CCP, οι οποίοι συμπληρώνονται από τους εσωτερικούς τους κανόνες και διαδικασίες, που απαιτούν συμμόρφωση με τις PFMI, μετριάζουν το χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου που υπάρχει στο DFSA και επιτυγχάνουν αποτέλεσμα μετριασμού του κινδύνου ς του κινδύνου ισοδύναμο με εκείνο που επιδιώκεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(13)

Ως εκ τούτου, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του DIFC διασφαλίζουν ότι οι ΑΜΙ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί πληρούν νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(14)

Σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση, βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του DIFC όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί, πρέπει να προβλέπουν αποτελεσματική εποπτεία των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων και επιβολή του νόμου σε συνεχή βάση.

(15)

Η DFSA, ως εποπτική αρχή των AMI, παρακολουθεί τους AMI στον DIFC, προκειμένου να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τους εφαρμοστέους κανόνες. Η DFSA έχει την πλήρη εξουσία να τους χορηγεί άδεια και να τους επιβάλλει κυρώσεις, μεταξύ άλλων, την εξουσία να ακυρώνει την άδεια του AMI και την εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις σε αυτούς. Η καθημερινή εποπτεία διενεργείται από τη DFSA. Η DFSA εγκρίνει κύκλο συνεχούς διαχείρισης των κινδύνων που περιλαμβάνει τον εντοπισμό, την αξιολόγηση, την ιεράρχηση και τον μετριασμό των κινδύνων. Ο ρυθμιστικός νόμος του 2004 παρέχει στη DFSA ισχυρές εξουσίες να επιβάλλει τους νόμους και τους κανονισμούς της. Η DFSA διαθέτει την εξουσία να διεξάγει έρευνες σχετικά με εικαζόμενες παραβάσεις των κανόνων της, και έχει την αρμοδιότητα να εκτελεί επιθεωρήσεις, να αποκτά δι' εξαναγκασμού βιβλία και αρχεία ή να απαιτεί από πρόσωπα να συμμετέχουν σε συνεντεύξεις, μέσω ένορκης κατάθεσης ή υπεύθυνης δήλωσης. Η DFSA είναι σε θέση, μεταξύ άλλων, να επιβάλλει οικονομικές κυρώσεις, να εκδίδει δημόσιες επιπλήξεις και να απαγορεύει σε πρόσωπα να ασκούν δραστηριότητες στο DFSA.

(16)

Πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι AMIS που έχουν λάβει άδεια στον DFSA υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία και επιβολή του νόμου σε συνεχή βάση.

(17)

Σύμφωνα με την τρίτη προϋπόθεση, βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του DFSA πρέπει να περιλαμβάνουν ένα αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει των νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών («CCP τρίτων χωρών»).

(18)

Οι CCP τρίτων χωρών που επιθυμούν να εκκαθαρίζουν παράγωγα στο DFSA πρέπει να υποβάλλουν αίτηση στο DFSA για αναγνώριση. Η ενότητα για την αναγνώριση καθορίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία αναγνώρισης.

(19)

Προκειμένου να χορηγηθεί αναγνώριση, η περιοχή δικαιοδοσίας όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πρέπει να διαθέτει επαρκώς ισχυρό κανονιστικό καθεστώς, παρόμοιο με τις νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στο DFSA. Απαιτείται επίσης η καθιέρωση ρυθμίσεων συνεργασίας μεταξύ του DFSA και των αρμόδιων αρχών της τρίτης χώρας, πριν από την έγκριση της αίτησης του CCP τρίτης χώρας.

(20)

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του DFSA προβλέπουν ένα αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση CCP τρίτων χωρών.

(21)

Η παρούσα απόφαση βασίζεται στις νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις που αφορούν τους ΑΜΙ και είναι εφαρμοστέες στο DFSA κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA), θα πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί, σε τακτική βάση, την εξέλιξη του νομοθετικού και εποπτικού πλαισίου για τους ΑΜΙ και την εκπλήρωση των προϋποθέσεων βάσει των οποίων εκδόθηκε η παρούσα απόφαση.

(22)

Η τακτική επανεξέταση των νομοθετικών και εποπτικών ρυθμίσεων που ισχύουν στο DIFC για τους CCP που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής να διενεργεί ειδική επανεξέταση, ανά πάσα στιγμή, εκτός του πλαισίου της γενικής επανεξέτασης, σε περίπτωση που, λόγω σχετικών εξελίξεων, καταστεί αναγκαίο η Επιτροπή να αξιολογήσει εκ νέου την ισοδυναμία που χορηγείται με την παρούσα απόφαση. Η εν λόγω επανεξέταση θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση της παρούσας απόφασης.

(23)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κινητών Αξιών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Για τους σκοπούς του άρθρου 25 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις του DIFC, που αποτελούνται από τους κανονισμούς DIFC και το εγχειρίδιο κανόνων DIFC και ισχύουν για τα ιδρύματα της αγοράς που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εκεί, θεωρούνται ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 15 Δεκεμβρίου 2016.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1.

(2)  Από την 1η Σεπτεμβρίου 2014, η Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού άλλαξε την επωνυμία της σε Επιτροπή για τις Υποδομές Πληρωμών και Αγορών («CPMI»).


Top