Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32013L0036

Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

OJ L 176, 27.6.2013, p. 338–436 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 06 Volume 014 P. 105 - 203

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj

27.6.2013   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 176/338


ΟΔΗΓΊΑ 2013/36/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ,

της 26ης Ιουνίου 2013

σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (2) και η οδηγία 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (3) έχουν κατ’ επανάληψη υποστεί εκτεταμένες τροποποιήσεις. Πολλές από τις διατάξεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ τυγχάνουν εφαρμογής τόσο επί των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και επί των επιχειρήσεων επενδύσεων. Χάριν σαφήνειας και προς τον σκοπό της διασφάλισης της συνεπούς εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, θα πρέπει να συγκεντρωθούν σε νέες νομοθετικές πράξεις που θα τυγχάνουν εφαρμογής τόσο επί των πιστωτικών ιδρυμάτων όσο και επί των επιχειρήσεων επενδύσεων, δηλαδή στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (4). Προκειμένου να καταστούν πιο προσιτές, οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ θα πρέπει να ενσωματωθούν στο διατακτικό της παρούσας οδηγίας και του εν λόγω κανονισμού.

(2)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τις διατάξεις που αφορούν την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, την απόκτηση ειδικών συμμετοχών, την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης και του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, τις εξουσίες των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σε αυτό το πλαίσιο και τις διατάξεις που διέπουν το αρχικό κεφάλαιο και τον εποπτικό έλεγχο των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ο πρωταρχικός στόχος και το αντικείμενο της παρούσας οδηγίας είναι να συντονίσει τις εθνικές διατάξεις που αφορούν την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, τους λεπτομερείς όρους διακυβέρνησής τους και το εποπτικό τους πλαίσιο. Οι οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ περιείχαν και απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, που θεσπίζει ενιαίες και άμεσα εφαρμοστέες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και με δεδομένο ότι οι απαιτήσεις αυτές έχουν άμεση σχέση με τη λειτουργία των χρηματοοικονομικών αγορών όσον αφορά μια σειρά από περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, συνεπώς, να νοείται σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και θα πρέπει να συγκροτεί, από κοινού με τον εν λόγω κανονισμό, το νομικό πλαίσιο που θα διέπει τις τραπεζικές δραστηριότητες, το εποπτικό πλαίσιο και τους κανόνες προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(3)

Οι γενικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συμπληρώνονται από επιμέρους ρυθμίσεις που πρέπει να θεσπίζονται από τις αρμόδιες αρχές βάσει του εκ μέρους τους συνεχούς εποπτικού ελέγχου καθενός πιστωτικού ιδρύματος και επιχείρησης επενδύσεων. Το γενικό φάσμα των εν λόγω επιμέρους εποπτικών ρυθμίσεων θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθορίζεται στην παρούσα οδηγία και οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής των ρυθμίσεων που θα πρέπει να επιβληθούν. Σε ό,τι αφορά27ης Οκτωβρίου 2010.

(4)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (5) επιτρέπει στις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής τους και υπόκεινται στην εποπτεία των αρχών αυτών να ιδρύουν υποκαταστήματα και να παρέχουν υπηρεσίες ελεύθερα σε άλλα κράτη μέλη. Η εν λόγω οδηγία προβλέπει αντίστοιχα τον συντονισμό των κανόνων που διέπουν την παροχή άδειας λειτουργίας και την άσκηση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων. Ωστόσο, δεν καθορίζει τα ποσά του αρχικού κεφαλαίου των επιχειρήσεων αυτών ή ένα κοινό πλαίσιο για την παρακολούθηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται οι επιχειρήσεις αυτές, στοιχεία που θα πρέπει να προβλεφθούν στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

(5)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αποτελέσει το κύριο εργαλείο για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, τόσο όσον αφορά την ελεύθερη εγκατάσταση όσο και την ελεύθερη παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(6)

Για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, απαιτείται, πέρα από τους νομικούς κανόνες, στενή και τακτική συνεργασία και σημαντικά ενισχυμένη σύγκλιση όσον αφορά τις κανονιστικές και εποπτικές πρακτικές μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών.

(7)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) συνέστησε την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ»). Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ρόλο και τη λειτουργία της ΕΑΤ όπως ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, καθώς και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται κατά την ανάθεση καθηκόντων στην ΕΑΤ.

(8)

Λόγω των αυξημένων καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΑΤ δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται επαρκείς ανθρώπινοι και χρηματοοικονομικοί πόροι.

(9)

Ως πρώτο βήμα προς μια τραπεζική ένωση, ένας ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ) θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η πολιτική της Ένωσης σχετικά με την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων τίθεται σε εφαρμογή με συνοχή και αποτελεσματικότητα, ότι το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εφαρμόζεται κατά τον ίδιο τρόπο στα πιστωτικά ιδρύματα σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και ότι τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα υπόκεινται σε εποπτεία ύψιστης ποιότητας, απερίσπαστη από άλλες εκτιμήσεις εκτός πλαισίου προληπτικής εποπτείας. Η ύπαρξη ΕΕΜ αποτελεί τη βάση για τα επόμενα βήματα προς μία τραπεζική ένωση. Τούτο λαμβάνει υπόψη την αρχή ότι πριν από κάθε εισαγωγή κοινών μηχανισμών παρέμβασης σε περίπτωση κρίσης θα πρέπει να διενεργούνται κοινοί έλεγχοι, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα να πρέπει να χρησιμοποιηθούν τέτοιοι μηχανισμοί παρέμβασης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αναφέρει στα συμπεράσματά του της 14ης Δεκεμβρίου 2012 ότι «η Επιτροπή θα υποβάλει εντός του 2013 πρόταση για ενιαίο μηχανισμό εξυγίανσης για τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ΕΕΜ, την οποία θα εξετάσουν οι συννομοθέτες κατά προτεραιότητα, προκειμένου να εγκριθεί εντός της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου». Η ολοκλήρωση του χρηματοοικονομικού πλαισίου θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω μέσω της θέσπισης ενιαίου μηχανισμού εξυγίανσης, που θα περιλαμβάνει κατάλληλες και αποτελεσματικές ρυθμίσεις προστασίας ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις για την εξυγίανση των τραπεζών λαμβάνονται γρήγορα, αμερόληπτα και προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων.

(10)

Η ανάθεση εποπτικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για ορισμένα από τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι συνεπής με το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας που δημιουργήθηκε το 2010 και τον βασικό στόχο του που είναι να καταρτιστεί ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων και να ενισχυθεί η σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση. Η ΕΚΤ θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της υπό την επιφύλαξη του σχετικού πρωτογενούς και δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου, των αποφάσεων της Επιτροπής στους τομείς των κρατικών ενισχύσεων, των κανόνων ανταγωνισμού και του ελέγχου των συγχωνεύσεων και του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων που εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη. Η ΕΑΤ είναι επιφορτισμένη με την κατάρτιση σχεδίων τεχνικών προτύπων και κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων για τη διασφάλιση της εποπτικής σύγκλισης και της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων εντός της Ένωσης. Η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να ασκεί τα εν λόγω καθήκοντα, αλλά θα πρέπει να ασκεί την εξουσία έκδοσης κανονισμών που προβλέπεται στο άρθρο 132 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σύμφωνα με τις πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή βάσει σχεδίων που καταρτίζει η ΕΑΤ και με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις δυνάμει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(11)

Ο νομικά δεσμευτικός διαμεσολαβητικός ρόλος της ΕΑΤ έχει θεμελιώδη σημασία για την προώθηση του συντονισμού, της εποπτικής συνοχής και της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Η διαμεσολάβηση της ΕΑΤ μπορεί να κινηθεί είτε αυτεπαγγέλτως εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά είτε κατόπιν αιτήματος ενός ή περισσότερων εκ των αρμόδιων αρχών σε περίπτωση διαφωνίας. Η παρούσα οδηγία και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να διευρύνουν το φάσμα των καταστάσεων κατά τις οποίες η ΕΑΤ μπορεί να ασκήσει τον νομικά δεσμευτικό διαμεσολαβητικό της ρόλο αυτεπαγγέλτως προκειμένου να συμβάλλει στη συνοχή των εποπτικών πρακτικών. Η ΕΑΤ δεν διαθέτει τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης άσκησης του διαμεσολαβητικού της ρόλου όσον αφορά τον ορισμό σημαντικών υποκαταστημάτων σύμφωνα και τον καθορισμό εποπτικών απαιτήσεων ανά ίδρυμα δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, προκειμένου να προωθηθεί ο συντονισμός και να ενισχυθεί η συνοχή των εποπτικών πρακτικών στους εν λόγω ευαίσθητους τομείς, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσφεύγουν στη διαμεσολάβηση της ΕΑΤ σε πρόωρο στάδιο της διαδικασίας σε περίπτωση διαφωνίας. Η έγκαιρη αυτή διαμεσολάβηση της ΕΑΤ θα πρέπει να διευκολύνει την επίλυση της διαφωνίας.

(12)

Προκειμένου να προστατευθεί η αποταμίευση και να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων, τα μέτρα για τον συντονισμό της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να ισχύουν για όλα τα εν λόγω ιδρύματα. Θα πρέπει, πάντως, να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αντικειμενικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των καταστατικών τους και των στόχων τους όπως προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο.

(13)

Προκειμένου να εξασφαλισθεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, χρειάζονται διαφανείς, προβλέψιμες και εναρμονισμένες εποπτικές πρακτικές και αποφάσεις για την ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης και τη διοίκηση διασυνοριακών ομίλων πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΕΑΤ θα πρέπει επομένως να ενισχύσει την εναρμόνιση των εποπτικών πρακτικών. Οι εποπτικές διεργασίες και αποφάσεις δεν θα πρέπει να θίγουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς όσον αφορά την ελεύθερη ροή κεφαλαίων. Τα σώματα εποπτών θα πρέπει να εξασφαλίζουν κοινό και ευθυγραμμισμένο πρόγραμμα εργασίας και εναρμονισμένες εποπτικές αποφάσεις. Η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να ενισχυθεί μέσω υψηλότερου βαθμού διαφάνειας και ανταλλαγής πληροφοριών.

(14)

Θα πρέπει, συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής των μέτρων να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να καλύπτει όλα τα ιδρύματα των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιστρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό τη μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολόγων και άλλων παρόμοιων τίτλων, καθώς και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό. Θα πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία δεν εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να επηρεάζει την εφαρμογή εθνικών νομοθεσιών, όταν αυτές προβλέπουν ειδικές συμπληρωματικές άδειες με τις οποίες επιτρέπεται στα πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν ειδικές δραστηριότητες ή να εκτελούν ορισμένης μορφής εργασίες.

(15)

Είναι σκόπιμο να επέλθει η επί της ουσίας εναρμόνιση που είναι αναγκαία και επαρκής για την εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, ώστε να καταστεί δυνατή η εφ’ άπαξ έκδοση άδειας λειτουργίας που να ισχύει σε ολόκληρη την Ένωση και η εφαρμογή της αρχής του προληπτικού ελέγχου από το κράτος μέλος προέλευσης.

(16)

Οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και του ελέγχου από το κράτος μέλος προέλευσης απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να αρνούνται να χορηγήσουν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας, εάν στοιχεία όπως το περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων, ο τόπος άσκησης των δραστηριοτήτων ή οι πράγματι ασκούμενες δραστηριότητες δείχνουν σαφώς ότι το πιστωτικό ίδρυμα προτίμησε να υπαχθεί στο νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους για να αποφύγει την υπαγωγή του σε αυστηρότερους κανόνες ισχύοντες σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ασκεί ή προτίθεται να ασκήσει το μεγαλύτερο τμήμα των δραστηριοτήτων του. Εφόσον δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις περί τούτου, αλλά η πλειοψηφία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού των οντοτήτων ορισμένου τραπεζικού ομίλου βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για να ασκούν την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, η αρμοδιότητα για την άσκηση εποπτείας σε ενοποιημένη βάση θα πρέπει να τροποποιηθεί μόνο με τη συναίνεση των προαναφερόμενων αρμόδιων αρχών.

(17)

Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν ούτε να διατηρούν σε ισχύ άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, εάν οι στενοί δεσμοί που το συνδέουν με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα είναι ικανοί να παρεμποδίσουν την σωστή άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων. Τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια λειτουργίας θα πρέπει επίσης να παρέχουν εξασφάλιση στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τέτοιου είδους στενούς δεσμούς.

(18)

Στην ορθή εκπλήρωση της αποστολής των ελεγκτικών αρχών στον τομέα της εποπτείας περιλαμβάνεται η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση που θα πρέπει να ασκείται επί πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων όπου προβλέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αρχές από τις οποίες ζητείται η άδεια λειτουργίας θα πρέπει να μπορούν να εξακριβώνουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων.

(19)

Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος προέλευσης θα πρέπει να μπορούν να ασκούν, σε ολόκληρη την Ένωση, το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στον κατάλογο δραστηριοτήτων που υπάγονται στο καθεστώς της αμοιβαίας αναγνώρισης, μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος ή μέσω παροχής υπηρεσιών.

(20)

Θεωρείται σκόπιμο να επεκταθεί το ευεργέτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης σε εκείνες τις δραστηριότητες οι οποίες ασκούνται από χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρική ενός πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η θυγατρική συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται και η μητρική της επιχείρηση και πληροί αυστηρές προϋποθέσεις.

(21)

Το κράτος μέλος υποδοχής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα, για την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να επιβάλλει την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από τις εθνικές νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις του στις οντότητες οι οποίες δεν έχουν λάβει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος προέλευσής τους ή στις δραστηριότητες που δεν αναφέρονται στον κατάλογο δραστηριοτήτων που υπάγονται στο καθεστώς της αμοιβαίας αναγνώρισης, εφόσον, αφενός, οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπονται ήδη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, εφόσον αυτές οι οντότητες ή αυτές οι δραστηριότητες δεν υπόκεινται σε ισοδύναμους κανόνες σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους προέλευσής τους.

(22)

Πέραν του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ο οποίος θεσπίζει άμεσα εφαρμοστέες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε οι δραστηριότητες που υπάγονται στο καθεστώς αμοιβαίας αναγνώρισης να μην συναντούν κανένα εμπόδιο και να μπορούν να ασκούνται με τον ίδιο τρόπο όπως στο κράτος μέλος προέλευσης, εφόσον δεν αντίκεινται σε νομικές διατάξεις περί προστασίας του γενικού συμφέροντος στο κράτος μέλος υποδοχής.

(23)

Οι κανόνες που ρυθμίζουν τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα θα πρέπει να είναι ανάλογοι σε όλα τα κράτη μέλη. Είναι σημαντικό να προβλεφθεί ότι οι κανόνες αυτοί δεν δύνανται να είναι ευνοϊκότεροι από εκείνους που ισχύουν για τα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων άλλου κράτους μέλους. Η Ένωση θα πρέπει να μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες περί εφαρμογής κανόνων που παρέχουν στα υποκαταστήματα αυτά την ίδια μεταχείριση εφ’ όλης της επικράτειάς της. Τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες δεν θα πρέπει να απολαύουν ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ούτε ελευθερίας εγκατάστασης σε κράτη μέλη εκτός εκείνων στα οποία είναι εγκατεστημένα.

(24)

Θα πρέπει να συναφθούν συμφωνίες μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών προκειμένου να επιτευχθεί η πραγματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σε ένα όσο το δυνατό ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.

(25)

Η ευθύνη για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας ενός πιστωτικού ιδρύματος και ιδίως της φερεγγυότητάς του σε ενοποιημένη βάση θα πρέπει να εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος προέλευσης. Η εποπτεία των τραπεζικών ομίλων της Ένωσης θα πρέπει να αποτελεί αντικείμενο στενής συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής.

(26)

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει να έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων υποκαταστημάτων ιδρυμάτων στο έδαφός τους και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του και για στατιστικούς, ενημερωτικούς ή εποπτικούς λόγους, εφόσον τα κράτη μέλη υποδοχής το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος.

(27)

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τις εκτελούμενες στο έδαφός τους δραστηριότητες. Τα μέτρα εποπτείας θα πρέπει να λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους υποδοχής χρειάζεται να λάβουν επείγοντα προληπτικά μέτρα.

(28)

Για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής τραπεζικής αγοράς, απαιτείται, πέρα από τους νομικούς κανόνες, στενή και τακτική συνεργασία, καθώς και σημαντικά ενισχυμένη σύγκλιση όσον αφορά τις κανονιστικές και εποπτικές πρακτικές μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών. Προς τούτο, η εξέταση των προβλημάτων που αφορούν μεμονωμένα πιστωτικά ιδρύματα και η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών θα πρέπει να πραγματοποιείται μέσω της ΕΑΤ. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω διαδικασία αμοιβαίας ενημέρωσης δεν θα πρέπει να αντικαθιστά τη διμερή συνεργασία. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, να έχουν τη δυνατότητα, αυτεπάγγελτα ή με πρωτοβουλία της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης, να ελέγχουν αν η δραστηριότητα ενός πιστωτικού ιδρύματος στο έδαφός τους είναι σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία, τις αρχές της καλής διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και του επαρκούς εσωτερικού ελέγχου.

(29)

Είναι σκόπιμο να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή οργανισμών που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Για να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που διαβιβάζονται, ο κατάλογος των αποδεκτών τους θα πρέπει να είναι αυστηρά περιορισμένος.

(30)

Ορισμένες συμπεριφορές, όπως απάτες ή πράξεις προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες, είναι ικανές να επηρεάσουν τη σταθερότητα και το αδιάβλητο του χρηματοοικονομικού συστήματος. Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών σε τέτοιες περιπτώσεις.

(31)

Οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν δημοσιοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να θέσουν ως προϋπόθεση για τη συγκατάθεσή τους την τήρηση αυστηρών όρων.

(32)

Θα πρέπει επίσης να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ, αφενός, των αρμόδιων αρχών και, αφετέρου, των κεντρικών τραπεζών και άλλων φορέων με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικές αρχές και, εφόσον είναι απαραίτητο για λόγους προληπτικής εποπτείας, πρόληψης και εξυγίανσης των υπό πτώχευση ιδρυμάτων και σε επείγουσες καταστάσεις, εφόσον συντρέχει λόγος, άλλων δημόσιων αρχών και δημόσιων υπηρεσιών αρμόδιων για τη θέσπιση νομοθεσίας περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, υπηρεσιών επενδύσεων και ασφαλιστικών εταιρειών, καθώς και δημόσιων αρχών επιφορτισμένων με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών.

(33)

Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των ιδρυμάτων καθώς και για την προστασία των πελατών των ιδρυμάτων, οι ελεγκτές θα πρέπει να υπέχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν ταχέως τις αρμόδιες αρχές όταν λάβουν γνώση, κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, ορισμένων γεγονότων, τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοοικονομική κατάσταση ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωση ιδρύματος. Για τον ίδιο λόγο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν, επίσης, ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει κάθε φορά που τέτοια γεγονότα διαπιστώνονται από έναν ελεγκτή κατά την εκπλήρωση της αποστολής του σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με ένα ίδρυμα. Το καθήκον των ελεγκτών να ανακοινώνουν, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες αρχές, ορισμένα δεδομένα ή αποφάσεις που αφορούν ίδρυμα, τα οποία διαπίστωσαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε μη χρηματοοικονομική επιχείρηση, δεν θα πρέπει να μεταβάλλει τον χαρακτήρα των καθηκόντων τους στην εν λόγω επιχείρηση, ούτε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους στην εν λόγω επιχείρηση.

(34)

Η παρούσα οδηγία και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 αποσκοπούν στη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ιδρυμάτων. Εάν, παρά τις απαιτήσεις περί φερεγγυότητας, επέλθει κρίση, είναι ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα θα μπορούν να εξυγιανθούν με εύτακτο τρόπο, περιορίζοντας τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία και αποφεύγοντας την ανάγκη επιβάρυνσης των φορολογουμένων. Για τον σκοπό αυτό, μέχρις ότου επέλθει περαιτέρω συντονισμός σε ενωσιακό επίπεδο, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκτιμά και να συντονίζει πρωτοβουλίες, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης με σκοπό την προώθηση της σύγκλισης σε αυτόν τον τομέα. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΤ θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως εκ των προτέρων για την οργάνωση συνεδριάσεων με αντικείμενο σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης και να έχει δικαίωμα συμμετοχής σε τέτοιες συνεδριάσεις. Ορισμένες αρχές κρατών μελών υποχρεώνουν ήδη τα ιδρύματα και τις αρχές να εκπονούν σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης. Επομένως, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα ιδρύματα να συνεργάζονται σε αυτό το πλαίσιο με τις αρχές. Η ΕΑΤ θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως εκ των προτέρων για τις συνεδριάσεις με αντικείμενο σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης και να έχει δικαίωμα συμμετοχής σε τέτοιες συνεδριάσεις. Κατά την εκπόνηση σχεδίου ανάκαμψης ή εξυγίανσης, η ΕΑΤ θα πρέπει να συμβάλλει και να συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη και τον συντονισμό αποτελεσματικών και συνεκτικών σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στα εν λόγω σχέδια όταν αυτά αφορούν συστημικώς σημαντικά ιδρύματα.

(35)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 των ιδρυμάτων, των προσώπων που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων ιδρύματος και των μελών του διοικητικού οργάνου ιδρύματος, και να διασφαλίζεται παρόμοια μεταχείριση σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να απαιτείται από τα κράτη μέλη να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Συνεπώς, οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που θεσπίζονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις σε σχέση με τα πρόσωπα προς τα οποία θα απευθύνονται, τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή τους, τη δημοσίευσή τους, τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων και τα επίπεδα των διοικητικών χρηματικών προστίμων.

(36)

Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν διοικητικά χρηματικά πρόστιμα αρκούντως υψηλά ώστε να αντισταθμίζουν τα αναμενόμενα οφέλη και να λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμα και για τα μεγαλύτερα ιδρύματα και τα διευθυντικά στελέχη τους.

(37)

Για τη διασφάλιση συνεκτικής εφαρμογής των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες.

(38)

Για να διασφαλιστεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων, θα πρέπει κανονικά να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις.

(39)

Για την εκτίμηση της εντιμότητας των διευθυντών και των μελών του διοικητικού οργάνου, απαιτείται αποτελεσματικό σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών στο πλαίσιο του οποίου η ΕΑΤ, με την επιφύλαξη απαιτήσεων επαγγελματικού απόρρητου και προστασίας των δεδομένων, θα πρέπει να δικαιούται να τηρεί κεντρική βάση δεδομένων που να περιέχει στοιχεία όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σχετικών εφέσεων, η οποία είναι προσβάσιμη μόνο από τις αρμόδιες αρχές. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ανταλλάσσονται πληροφορίες σχετικά με ποινικές καταδικαστικές αποφάσεις σύμφωνα με την απόφαση-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ (7) και την απόφαση 2009/316/ΔΕΥ (8), όπως αυτές μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο, και σύμφωνα με άλλες σχετικές διατάξεις του εθνικού δικαίου.

(40)

Προκειμένου να εντοπίζονται πιθανές παραβιάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και θα πρέπει να συστήνουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβιάσεων. Οι εν λόγω μηχανισμοί δεν θα πρέπει να θίγουν τα δικαιώματα της υπεράσπισης οποιουδήποτε κατηγορουμένου.

(41)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα, ώστε να εξασφαλίζει το μεγαλύτερο δυνατό εύρος επιλογών μετά από παράβαση και να συνδράμει στην αποτροπή περαιτέρω παραβάσεων, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού τους ως διοικητικών κυρώσεων ή ως άλλων διοικητικών μέτρων βάσει του εθνικού δικαίου. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να προβλέπουν επιπλέον κυρώσεις πέραν των προβλεπόμενων στην παρούσα οδηγία και υψηλότερα επίπεδα διοικητικών χρηματικών προστίμων από τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία.

(42)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη οποιωνδήποτε διατάξεων του δικαίου των κρατών μελών σχετικά με ποινικές κυρώσεις.

(43)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν ίδια κεφάλαια τα οποία επαρκούν από πλευράς ποσότητας, ποιότητας και κατανομής για τους κινδύνους τους οποίους έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν. Συνεπώς, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων τους.

(44)

Στις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανατεθεί η αρμοδιότητα διασφάλισης της καλής οργάνωσης και της επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν.

(45)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη δεν επιβαρύνονται δυσανάλογα λόγω του ότι οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους συνεχίζουν να είναι υπεύθυνες για την άδεια λειτουργίας και την εποπτεία, είναι σημαντικό να δοθεί σημαντική ώθηση στη συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών. Η ΕΑΤ θα πρέπει να διευκολύνει και να ενισχύσει τη συνεργασία αυτή.

(46)

Για να διασφαλιστεί η πειθαρχία της αγοράς σε ολόκληρη την Ένωση, είναι σκόπιμο οι αρμόδιες αρχές να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων. Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να είναι αρκετά ώστε να επιτρέπουν τη σύγκριση των προσεγγίσεων που ακολουθούν οι διάφορες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και να συμπληρώνουν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σχετικά με τη δημοσιοποίηση τεχνικών στοιχείων εκ μέρους των ιδρυμάτων.

(47)

Η εποπτεία των ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση στοχεύει στην προστασία των συμφερόντων καταθετών και επενδυτών των ιδρυμάτων και στην εξασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, προκειμένου να είναι αποτελεσματική, θα πρέπει συνεπώς να εφαρμόζεται σε όλους τους τραπεζικούς ομίλους, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η μητρική επιχείρηση δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τα απαραίτητα νομικά μέσα για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας.

(48)

Όσον αφορά τους ομίλους με ποικίλες δραστηριότητες η μητρική επιχείρηση των οποίων ελέγχει τουλάχιστον μία θυγατρική, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση κάθε πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων στο πλαίσιο τέτοιου ομίλου. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει τουλάχιστον να διαθέτουν τα μέσα για να λαμβάνουν από όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου τις αναγκαίες προς εκτέλεση της αποστολής τους πληροφορίες. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των διάφορων χρηματοπιστωτικών τομέων θα πρέπει να συνεργάζονται όταν πρόκειται για επιχειρηματικούς ομίλους που ασκούν ποικίλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες.

(49)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση ή να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στην περίπτωση ορισμένων δομών ομίλων επιχειρήσεων τις οποίες θεωρούν ακατάλληλες για την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων, επειδή δεν είναι δυνατόν να ασκείται κατά τρόπο ικανοποιητικό η εποπτεία των εν λόγω δομών. Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις απαραίτητες εξουσίες προκειμένου να διασφαλίζουν υγιή και συνετή διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Για να εξασφαλισθεί βιώσιμη και διαφοροποιημένη ενωσιακή τραπεζική νοοτροπία που θα εξυπηρετεί πρωτίστως το συμφέρον των πολιτών της Ένωσης, θα πρέπει να ενθαρρύνονται μικρής κλίμακας τραπεζικές δραστηριότητες, όπως εκείνες των πιστωτικών ενώσεων και των συνεταιριστικών τραπεζών.

(50)

Οι εντολές των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ενωσιακή διάσταση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει συνεπώς να λαμβάνουν υπόψη την επίδραση των αποφάσεών τους όχι μόνον στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος εντός της δικαιοδοσίας τους, αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η αρχή αυτή θα πρέπει να συμβάλλει στην προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στο σύνολο της Ένωσης και να μην δεσμεύει νομικά τις αρμόδιες αρχές να επιτύχουν κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

(51)

Η χρηματοοικονομική κρίση αποκάλυψε τις σχέσεις μεταξύ του τραπεζικού τομέα και του αποκαλούμενου ‘σκιώδους τραπεζικού τομέα’. Κάποιες σκιώδεις τραπεζικές δραστηριότητες ορθώς διαχωρίζουν τους κινδύνους από τον τραπεζικό τομέα και ως εκ τούτου αποφεύγουν πιθανές αρνητικές συνέπειες για τους φορολογούμενους και συστημικό αντίκτυπο. Παρ’ όλα αυτά, η πληρέστερη κατανόηση των σκιωδών τραπεζικών δραστηριοτήτων και των διασυνδέσεών τους με τις οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και οι αυστηρότερες κανονιστικές ρυθμίσεις για να εξασφαλισθεί διαφάνεια, μείωση του συστημικού κινδύνου και η εξάλειψη οιωνδήποτε αθέμιτων πρακτικών αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος. Τούτο μπορεί ως ένα βαθμό να επιτευχθεί με την υποβολή πρόσθετων πληροφοριών από τα ιδρύματα, αλλά χρειάζεται επίσης ειδική νέα κανονιστική ρύθμιση.

(52)

Η αυξημένη διαφάνεια όσον αφορά τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων, ιδίως όσον αφορά τα πραγματοποιούμενα κέρδη, τους καταβαλλόμενους φόρους και τις εισπραττόμενες επιδοτήσεις, έχει ουσιαστική σημασία για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών της Ένωσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η υποχρεωτική λογοδοσία στον εν λόγω τομέα μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί σημαντικό στοιχείο της εταιρικής ευθύνης των ιδρυμάτων έναντι των μετόχων και της κοινωνίας.

(53)

Αδυναμίες εταιρικής διακυβέρνησης σε αριθμό ιδρυμάτων συνέβαλαν στην υπερβολική και αλόγιστη ανάληψη κινδύνων στον τραπεζικό τομέα, η οποία οδήγησε στη χρεοκοπία μεμονωμένων ιδρυμάτων και σε συστημικά προβλήματα στα κράτη μέλη και παγκοσμίως. Ο πολύ γενικός χαρακτήρας των διατάξεων περί εταιρικής διακυβέρνησης των ιδρυμάτων και η μη δεσμευτική φύση σημαντικού μέρους του πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης, το οποίο στηρίζεται βασικά σε εθελοντικούς κώδικες δεοντολογίας, δεν διευκόλυναν επαρκώς την αποτελεσματική εφαρμογή ορθών πρακτικών εταιρικής διακυβέρνησης από τα ιδρύματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η έλλειψη αποτελεσματικών ελέγχων και εξισορρόπησης των εξουσιών εντός των ιδρυμάτων οδήγησε στην έλλειψη αποτελεσματικής επίβλεψη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων διαχείρισης, γεγονός που ενθάρρυνε στρατηγικές διαχείρισης βασισμένες στο βραχυπρόθεσμο κέρδος και υπερβολικά ριψοκίνδυνες. Ο ασαφής ρόλος των αρμόδιων αρχών αναφορικά με την εποπτεία των συστημάτων εταιρικής διακυβέρνησης των ιδρυμάτων δεν επέτρεψε τον επαρκή έλεγχο της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών εσωτερικής διακυβέρνησης.

(54)

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ενδεχόμενες επιζήμιες συνέπειες ελλιπώς σχεδιασμένων ρυθμίσεων εταιρικής διακυβέρνησης στην ορθή διαχείριση των κινδύνων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν αρχές και πρότυπα που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική επίβλεψη εκ μέρους του διοικητικού οργάνου, να προάγουν μια ορθή νοοτροπία αντιμετώπισης των κινδύνων σε όλα τα επίπεδα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων και να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν την επάρκεια των ρυθμίσεων εσωτερικής διακυβέρνησης. Οι εν λόγω αρχές και πρότυπα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση, την έκταση και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να επιβάλλουν αρχές και πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης επιπλέον των απαιτουμένων από την παρούσα οδηγία.

(55)

Στα κράτη μέλη χρησιμοποιούνται διάφορες δομές διακυβέρνησης. Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται μονιστική ή δυαδική δομή συμβουλίου. Οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται στην παρούσα οδηγία έχουν σκοπό να καλύψουν όλες τις υφιστάμενες δομές χωρίς να συνηγορούν υπέρ κάποιας συγκεκριμένης δομής. Είναι καθαρά λειτουργικοί και έχουν ως στόχο τη διατύπωση κανόνων που αποσκοπούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως του εθνικού εταιρικού δικαίου που εφαρμόζεται στα ιδρύματα εκάστου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, οι ορισμοί δεν θα πρέπει να θίγουν τη γενική κατανομή αρμοδιοτήτων σύμφωνα με το εθνικό εταιρικό δίκαιο.

(56)

Το διοικητικό όργανο θα πρέπει να νοείται ότι έχει εκτελεστικά και εποπτικά καθήκοντα. Η αρμοδιότητα και η δομή των διοικητικών οργάνων διαφέρουν μεταξύ κρατών μελών. Στα κράτη μέλη στα οποία τα διοικητικά όργανα έχουν δομή μιας βαθμίδας, ένα ενιαίο συμβούλιο συνήθως ασκεί καθήκοντα διαχείρισης και εποπτείας. Στα κράτη μέλη με σύστημα δύο βαθμίδων, τα εποπτικά καθήκοντα ασκούνται από χωριστό εποπτικό συμβούλιο το οποίο δεν έχει εκτελεστικά καθήκοντα και τα εκτελεστικά καθήκοντα ασκούνται από χωριστό διοικητικό συμβούλιο, το οποίο είναι υπεύθυνο και λογοδοτεί για την καθημερινή διαχείριση της επιχείρησης. Συνεπώς, στις διαφορετικές οντότητες εντός του διοικητικού οργάνου ανατίθενται χωριστά καθήκοντα.

(57)

Ο ρόλος των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού οργάνου στο πλαίσιο ενός ιδρύματος θα πρέπει να περιλαμβάνει την εποικοδομητική αμφισβήτηση της στρατηγικής του ιδρύματος συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξή του, τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης όσον αφορά την επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων, τον έλεγχο της ακρίβειας των χρηματοοικονομικών πληροφοριών και τη διασφάλιση ότι οι οικονομικοί έλεγχοι και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνου είναι εύρωστα και αξιόπιστα, τον έλεγχο του σχεδιασμού και της εφαρμογής της πολιτικής αποδοχών του ιδρύματος και τη διατύπωση αντικειμενικών απόψεων σχετικά με τους πόρους, τους διορισμούς και τα πρότυπα συμπεριφοράς.

(58)

Για να μπορεί να παρακολουθεί αποτελεσματικά τα διαχειριστικά μέτρα και τις διαχειριστικές αποφάσεις, το διοικητικό όργανο ενός ιδρύματος θα πρέπει να αφιερώνει επαρκή χρόνο που να του επιτρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του και να είναι σε θέση να κατανοεί την επιχειρηματική δραστηριότητα του ιδρύματος, τους βασικούς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται και τις επιπτώσεις της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της στρατηγικής κινδύνου. Η κατοχή ενός πολύ μεγάλου αριθμού θέσεων σε διοικητικά συμβούλια θα εμπόδιζε ένα μέλος του διοικητικού οργάνου να διαθέσει επαρκή χρόνο στην εκπλήρωση του εν λόγω ρόλου επίβλεψης. Συνεπώς, είναι απαραίτητο να περιοριστεί ο αριθμός των θέσεων μέλους διοικητικού συμβουλίου που ένα μέλος του διοικητικού οργάνου ιδρύματος μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα σε διαφορετικές οντότητες. Ωστόσο, οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανώσεις που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους, όπως οι μη κερδοσκοπικές ή φιλανθρωπικές οργανώσεις, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τους στόχους εφαρμογής αυτού του ορίου.

(59)

Κατά τον διορισμό των μελών του διοικητικού οργάνου, οι μέτοχοι ή τα μέλη του ιδρύματος θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά πόσον οι υποψήφιοι έχουν τις γνώσεις, τα τυπικά προσόντα και τις δεξιότητες που είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση ορθής και συνετής διαχείρισης του ιδρύματος. Οι εν λόγω αρχές θα πρέπει να ασκούνται και να εκδηλώνονται μέσω διαφανών και ανοικτών διαδικασιών διορισμού, όσον αφορά τα μέλη του διοικητικού οργάνου.

(60)

Η έλλειψη παρακολούθησης των διαχειριστικών αποφάσεων από τα διοικητικά όργανα οφείλεται εν μέρει στο φαινόμενο της συναινετικής ομαδικής σκέψης. Ένα από τα αίτια αυτού του φαινομένου είναι η ομοιομορφία στη σύνθεση των διοικητικών οργάνων. Για τη διευκόλυνση έκφρασης προσωπικών απόψεων και την προαγωγή του κριτικού ελέγχου, τα διοικητικά όργανα των ιδρυμάτων θα πρέπει επομένως να είναι επαρκώς διαφοροποιημένα όσον αφορά την ηλικία, το φύλο, τη γεωγραφική καταγωγή και το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο των μελών τους, ώστε να συμπεριλαμβάνουν ποικιλία απόψεων και εμπειριών. Η ισόρροπη συμμετοχή των δύο φύλων είναι ιδιαίτερα σημαντική, ώστε να υπάρχει επαρκής εκπροσώπηση του πληθυσμού. Ειδικότερα, τα ιδρύματα στα οποία δεν επιτυγχάνεται ένα κατώτατο όριο εκπροσώπησης του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου θα πρέπει να λάβουν κατάλληλα μέτρα, κατά προτεραιότητα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά όργανα θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί θετικός τρόπος ενίσχυσης της πολυμορφίας, προσφέροντας σημαντική προοπτική και πραγματική γνώση της εσωτερικής λειτουργίας του ιδρύματος. Τα διοικητικά όργανα με μεγαλύτερη πολυμορφία θα πρέπει να παρακολουθούν αποτελεσματικότερα τη διαχείριση και, συνεπώς, να συμβάλλουν στη βελτίωση της εποπτείας των κινδύνων και της ανθεκτικότητας των ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, η πολυμορφία θα πρέπει να αποτελεί ένα από τα κριτήρια σύνθεσης των διοικητικών οργάνων. Η πολυμορφία θα πρέπει επίσης γενικότερα να λαμβάνεται υπόψη στην πολιτική προσλήψεων των ιδρυμάτων. Μια τέτοια πολιτική θα πρέπει, για παράδειγμα, να ενθαρρύνει τα ιδρύματα να επιλέγουν υποψηφίους από πίνακες επιτυχόντων που περιλαμβάνουν εκπροσώπους και των δύο φύλων.

(61)

Για να ενισχύσουν τη συμμόρφωση προς τις κείμενες διατάξεις και την εταιρική διακυβέρνηση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς που να ενθαρρύνουν την καταγγελία στις αρμόδιες αρχές πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι εργαζόμενοι που καταγγέλλουν παραβάσεις οι οποίες διαπράττονται εντός των ιδρυμάτων τους θα πρέπει να προστατεύονται πλήρως.

(62)

Οι πολιτικές αποδοχών που ενθαρρύνουν την υπερβολική ανάληψη κινδύνων μπορούν να υπονομεύσουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Τα μέλη της Ομάδας των Είκοσι (G20) δεσμεύθηκαν να εφαρμόσουν τις αρχές για τις ορθές πρακτικές αποζημιώσεως και τα εκτελεστικά πρότυπα του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΣΧΣ), που αντιμετωπίζουν τις δυνητικά επιζήμιες συνέπειες των ελλιπώς σχεδιασμένων πολιτικών αποδοχών στην ορθή διαχείριση των κινδύνων και ελέγχουν τις συμπεριφορές ανάληψης κινδύνων από φυσικά πρόσωπα. Η παρούσα οδηγία στοχεύει στην εφαρμογή διεθνών αρχών και προτύπων σε ενωσιακό επίπεδο, διά της θέσπισης ρητής υποχρέωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων να καταρτίζουν και να διατηρούν, για κατηγορίες προσωπικού του οποίου οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο επί του προφίλ κινδύνου των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων, πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που να συνάδουν προς τις αρχές μιας αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων.

(63)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα εφαρμόζουν ορθές πολιτικές αποδοχών, είναι σκόπιμο να καθοριστούν σαφείς αρχές διακυβέρνησης και διάρθρωσης των πολιτικών αποδοχών. Ιδίως, οι πολιτικές αποδοχών θα πρέπει να εναρμονίζονται με τη διάθεση για ανάληψη κινδύνων, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του πιστωτικού ιδρύματος ή της επιχείρησης επενδύσεων. Για τον σκοπό αυτόν, η εκτίμηση της συνδεδεμένης με τις επιδόσεις συνιστώσας των αποδοχών θα πρέπει να βασίζεται σε πιο μακροπρόθεσμες επιδόσεις και να λαμβάνει υπόψη τους υφιστάμενους και μελλοντικούς κινδύνους που συνδέονται με αυτές τις επιδόσεις.

(64)

Όταν εξετάζεται η πολιτική μεταβλητών αποδοχών, θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ αφενός σταθερών αποδοχών, όπως πληρωμές, αναλογικές τακτικές συνταξιοδοτικές εισφορές ή επιδόματα (όταν αυτά τα επιδόματα δεν βασίζονται σε οποιαδήποτε κριτήρια απόδοσης) και μεταβλητών αποδοχών αφετέρου, όπως συμπληρωματικές πληρωμές ή επιδόματα που εξαρτώνται από την απόδοση ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, άλλα συμβατικά στοιχεία πλην εκείνων που αποτελούν συνήθεις παροχές που συνδέονται με την απασχόληση (όπως η υγειονομική περίθαλψη, οι παιδικοί σταθμοί ή οι αναλογικές τακτικές συνταξιοδοτικές εισφορές). Αμφότερα τα χρηματικά και τα μη χρηματικά επιδόματα θα πρέπει να περιλαμβάνονται.

(65)

Σε κάθε περίπτωση, προς αποφυγήν ανάληψης υπερβολικού κινδύνου, θα πρέπει να καθοριστεί μέγιστη αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών. Είναι σκόπιμο να καθοριστεί εν προκειμένω συγκεκριμένος ρόλος για τους μετόχους, τους ιδιοκτήτες ή τα μέλη ιδρυμάτων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να θεσπίζουν αυστηρότερες απαιτήσεις όσον αφορά τη σχέση μεταξύ σταθεράς και μεταβλητής συνιστώσας των συνολικών αποδοχών. Προκειμένου να ενθαρρύνουν τη χρήση μετοχών ή χρεωγράφων που είναι πληρωτέα στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων ρυθμίσεων αναβολής ως στοιχείο των μεταβλητών αποδοχών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, εντός κάποιων ορίων, να επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν ένaν υποθετικό συντελεστή αναπροσαρμογής όταν υπολογίζουν την αξία αυτών των μέσων για τον σκοπό εφαρμογής της μέγιστης αναλογίας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωμένα να προβλέπουν αυτήν τη δυνατότητα και θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν μικρότερο μέγιστο ποσοστό συνολικών μεταβλητών αποδοχών από το προβλεπόμενο στην παρούσα οδηγία. Με σκοπό τη διασφάλιση εναρμονισμένης και συνεκτικής προσέγγισης η οποία εγγυάται ισότιμους όρους ανταγωνισμού στην εσωτερική αφορά, η ΕΑΤ θα πρέπει να παρέχει κατάλληλη καθοδήγηση όσον αφορά τον υποθετικό συντελεστή αναπροσαρμογής που πρέπει να χρησιμοποιείται.

(66)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η ενσωμάτωση του σχεδιασμού των πολιτικών αποδοχών στη διαχείριση των κινδύνων του ιδρύματος, το διοικητικό όργανο θα πρέπει να θεσπίζει και περιοδικά να αναθεωρεί τις εφαρμοζόμενες πολιτικές αποδοχών. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις αποδοχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών ιδρυμάτων με αναλογικό τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθός τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους. Συγκεκριμένα, θα ήταν δυσανάλογο να απαιτείται από ορισμένα είδη επιχειρήσεων επενδύσεων να συμμορφώνονται με όλες αυτές τις αρχές.

(67)

Προκειμένου να προστατευθεί και να ενισχυθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο εσωτερικό της Ένωσης και να αποφευχθεί πιθανή υπεκφυγή από την τήρηση των απαιτήσεων που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, η τήρηση των αρχών και των κανόνων σχετικά με τις αποδοχές θα πρέπει να διασφαλίζεται από τις αρμόδιες αρχές των ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση, δηλαδή σε επίπεδο ομίλου επιχειρήσεων, μητρικών επιχειρήσεων και θυγατρικών, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων και θυγατρικών που έχουν εγκατασταθεί σε τρίτες χώρες.

(68)

Καθώς οι ελλιπώς σχεδιασμένες πολιτικές αποδοχών και τα μη ενδεδειγμένα συστήματα κινήτρων μπορούν να αυξήσουν σε αδικαιολόγητο βαθμό τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων, θα πρέπει να αναλαμβάνονται αμελλητί δράσεις αντιμετώπισης της κατάστασης και, εφόσον απαιτείται, διορθωτικά μέτρα. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εξουσία να επιβάλλουν επί των σχετικών ιδρυμάτων ποιοτικά ή ποσοτικά μέτρα τα οποία έχουν σκοπό να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που εντοπίζονται κατά τον εποπτικό έλεγχο όσον αφορά τις πολιτικές αποδοχών.

(69)

Οι διατάξεις που αφορούν τις αποδοχές δεν θα πρέπει να θίγουν την πλήρη άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από το άρθρο 153 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ, τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου περί συμβάσεων και του εθνικού εργατικού δικαίου, το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο για τα δικαιώματα και τη συμμετοχή των μετόχων και τις γενικές αρμοδιότητες των διοικητικών οργάνων του συγκεκριμένου ιδρύματος, καθώς και τα δικαιώματα, όπου ενδείκνυται, των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν και να εφαρμόζουν συλλογικές συμβάσεις, σύμφωνα με τα εθνικά δίκαια και έθιμα.

(70)

Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς θα πρέπει να βασίζονται σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας μόνο στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο. Στην περίπτωση που ο πιστωτικός κίνδυνος είναι σημαντικός, τα ιδρύματα θα πρέπει λοιπόν να επιδιώκουν, εν γένει, να εφαρμόζουν μεθόδους που βασίζονται σε εσωτερικές αξιολογήσεις ή εσωτερικά μοντέλα. Ωστόσο, θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται τυποποιημένες μέθοδοι που βασίζονται σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στις περιπτώσεις που ο πιστωτικός κίνδυνος είναι λιγότερο σημαντικός, πράγμα που ισχύει για τα λιγότερο εξελιγμένα ιδρύματα, για τις κατηγορίες ασήμαντων ανοιγμάτων ή οσάκις η χρήση εσωτερικών μεθόδων θα ήταν υπερβολικά επιβαρυντική.

(71)

Οι οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ αποτελούν έναν από τους πυλώνες στους οποίους οικοδομήθηκε η υπέρμετρη στήριξη σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να λάβει υπόψη τα συμπεράσματα της G-20 και τις αρχές του ΣΧΣ για τη μείωση της στήριξης σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ενθαρρυνθούν τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν εσωτερικές παρά εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας ακόμη και για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

(72)

Η υπέρμετρη στήριξη σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας θα πρέπει να μειωθεί και τα αυτόματα αποτελέσματα που απορρέουν από αυτές θα πρέπει σταδιακά να εξαλειφθούν. Τα ιδρύματα θα πρέπει επομένως να θεσπίζουν υγιή κριτήρια χορήγησης πιστώσεων και υγιείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων επί ζητημάτων χορήγησης πιστώσεων. Τα ιδρύματα θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας στην εν λόγω διαδικασία ως έναν από περισσότερους παράγοντες, αλλά δεν θα πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε αυτές.

(73)

Η αναγνώριση ενός οργανισμού αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ως εξωτερικού οργανισμού πιστοληπτικής αξιολόγησης (ΕΟΠΑ) δεν θα πρέπει να αυξάνει τον αποκλεισμό μιας αγοράς που κυριαρχείται ήδη από τρεις επιχειρήσεις. Η ΕΑΤ, οι κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών και η ΕΚΤ, χωρίς να κάνουν τη διαδικασία ευκολότερη ή λιγότερο απαιτητική, θα πρέπει να μεριμνήσουν για την αναγνώριση περισσότερων οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ως ΕΟΠΑ, ώστε να ανοίξει η αγορά και για άλλες επιχειρήσεις.

(74)

Λόγω της μεγάλης ποικιλίας των προσεγγίσεων που υιοθετούνται από τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικές διαδικασίες ανάπτυξης υποδειγμάτων, είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΤ να διαθέτουν σαφή άποψη του εύρους των αξιών του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ενεργητικού και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που προκύπτουν από παρόμοια ανοίγματα βάσει των εν λόγω προσεγγίσεων. Για να επιτευχθεί αυτό, τα ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τα αποτελέσματα των εσωτερικών υποδειγμάτων που εφαρμόζονται στα χαρτοφυλάκια αναφοράς που έχουν αναπτυχθεί από την ΕΑΤ και που καλύπτουν μεγάλο φάσμα χρηματοδοτικών ανοιγμάτων. Βάσει των πληροφοριών που λαμβάνουν, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι οι ομοιότητες ή οι διαφορές των αποτελεσμάτων για το ίδιο άνοιγμα δικαιολογούνται όσον αφορά τους κινδύνους στους οποίους υπόκειται το ίδρυμα. Γενικότερα, οι αρμόδιες αρχές και η ΕΑΤ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιλογή μεταξύ προσέγγισης εσωτερικής διαδικασίας ανάπτυξης υποδειγμάτων και τυποποιημένης προσέγγισης δεν καταλήγει σε υποεκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Ενώ οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων λειτουργικού κινδύνου είναι πιο δύσκολο να διατεθούν σε επίπεδο ατομικού ανοίγματος και συνεπώς είναι σκόπιμο να εξαιρεθεί αυτή η κατηγορία κινδύνου από τη διαδικασία συγκριτικής αξιολόγησης, οι αρμόδιες αρχές, ωστόσο, θα πρέπει να παρακολουθούν τις εξελίξεις στις εσωτερικές προσεγγίσεις ανάπτυξης υποδειγμάτων για τον λειτουργικό κίνδυνο, με σκοπό την παρακολούθηση του εύρους των πρακτικών που χρησιμοποιούνται και τη βελτίωση των εποπτικών προσεγγίσεων.

(75)

Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη του δανεισμού με βάση υφιστάμενες σχέσεις, στο πλαίσιο του οποίου οι πληροφορίες που συλλέγονται από μια συνεχή επιχειρηματική σχέση με τον πελάτη χρησιμοποιούνται για την επίτευξη καλύτερης ποιότητας δέουσας επιμέλειας και εκτίμησης κινδύνου από αυτήν που προκύπτει απλώς από τυποποιημένες πληροφορίες και τυποποιημένους βαθμούς πιστοληπτικής ικανότητας.

(76)

Όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, η ευθύνη θα πρέπει να εναπόκειται στο κράτος μέλος προέλευσης από τη στιγμή που θα ισχύουν λεπτομερή κριτήρια για τις απαιτήσεις ρευστότητας. Είναι επομένως απαραίτητο να έχει ολοκληρωθεί μέχρι τότε ο συντονισμός της εποπτείας σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσει να καθιερωθεί η εποπτεία από το κράτος μέλος προέλευσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να συνεργάζονται περαιτέρω στον τομέα της ρευστότητας.

(77)

Αν στο πλαίσιο ομίλου τα ρευστά διαθέσιμα ενός ιδρύματος διατεθούν, σε περιόδους ακραίων καταστάσεων, για την κάλυψη των αναγκών ρευστότητας κάποιου άλλου μέλους του ίδιου ομίλου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να εξαιρούν το ίδρυμα από τις απαιτήσεις ρευστότητας και να εφαρμόζουν, αντ’ αυτού, τις εν λόγω απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση.

(78)

Μέτρα που λαμβάνονται βάσει της παρούσης οδηγίας δεν θα πρέπει να θίγουν μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων (9). Τα μέτρα εποπτείας δεν θα πρέπει να οδηγούν σε διακριτική μεταχείριση μεταξύ πιστωτών από διαφορετικά κράτη μέλη.

(79)

Εν όψει της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των κυκλικών μηχανισμών που συνέβαλαν στο ξέσπασμά της και επιδείνωσαν τις συνέπειές της, το ΣΧΣ, η Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (BCBS) και η G-20 απηύθυναν συστάσεις για τη μείωση των κυκλικών επιπτώσεων των χρηματοοικονομικών κανονισμών. Τον Δεκέμβριο του 2010, η BCBS εξέδωσε νέα παγκόσμια κανονιστικά πρότυπα για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών (κανόνες Βασιλείας ΙΙΙ), συμπεριλαμβανομένων των κανόνων που απαιτούν την τήρηση αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου και των αντικυκλικών κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας.

(80)

Επομένως, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις σχετικές επιχειρήσεις επενδύσεων να τηρούν, επιπρόσθετα στις άλλες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου και αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, ώστε να διασφαλίζεται ότι συγκεντρώνουν επαρκή κεφαλαιακή βάση, σε περιόδους οικονομικής ανάπτυξης, για να αντέχουν ζημίες σε περιόδους ακραίων καταστάσεων. Το αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας θα πρέπει να συγκεντρώνεται όταν η συνολική επέκταση σε πίστη και άλλες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού με σημαντικό αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων κρίνονται ότι συνδέονται με τη συγκέντρωση συστημικού κινδύνου και να αντλείται σε περιόδους κρίσης.

(81)

Για να διασφαλιστεί ότι τα αντικυκλικά κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας αντικατοπτρίζουν σωστά τον κίνδυνο αυξημένης πιστωτικής επέκτασης που αντιμετωπίζει ο τραπεζικός κλάδος, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να υπολογίζουν τα αποθέματα ασφαλείας ειδικά για το ίδρυμά τους ως σταθμισμένο μέσο των ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας που ισχύουν στις χώρες στις οποίες βρίσκονται τα πιστωτικά τους ανοίγματα. Επομένως, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να ορίζει μια αρχή που θα είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό σε τριμηνιαία βάση του ποσοστού αντικυκλικού αποθέματος ασφαλείας για ανοίγματα εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Το εν λόγω ποσοστό αποθέματος ασφαλείας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ανάπτυξη των επιπέδων πίστωσης και τυχόν αλλαγές στη σχέση της πίστωσης προς το ΑΕγχΠ στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες μεταβλητές που αφορούν κινδύνους για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

(82)

Για την προώθηση της διεθνούς συνέπειας στον καθορισμό ποσοστών αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας, η BCBS έχει αναπτύξει μεθοδολογία βάσει της σχέσης της πίστωσης προς το ΑΕγχΠ. Αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως κοινό σημείο εκκίνησης για τις αποφάσεις καθορισμού των ποσοστών αποθεμάτων ασφαλείας από τις σχετικές εθνικές αρχές, αλλά δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αυτόματο καθορισμό του αποθέματος ή να δεσμεύει τη σχετική αρχή. Το ποσοστό αποθέματος θα πρέπει να αντανακλά, κατά ουσιαστικό τρόπο, τον κύκλο της πίστωσης και τους κινδύνους που οφείλονται στην περίσσεια ανάπτυξη της πίστωσης στο κράτος μέλος και να λαμβάνει δεόντως υπόψη ιδιομορφίες της εθνικής οικονομίας.

(83)

Οι περιορισμοί της μεταβλητής αμοιβής αποτελούν σημαντικό στοιχείο για να διασφαλιστεί η αποκατάσταση των επιπέδων του κεφαλαίου των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων όταν λειτουργούν εντός του εύρους του αποθέματος ασφαλείας. Τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων υπόκεινται ήδη στην αρχή σύμφωνα με την οποία οι επιβραβεύσεις και οι προαιρετικές πληρωμές μεταβλητής αμοιβής για τις κατηγορίες υπαλλήλων οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος οφείλουν να είναι βιώσιμες σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του ιδρύματος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ένα ίδρυμα αποκαθιστά εγκαίρως τα επίπεδα των ιδίων κεφαλαίων του, είναι σκόπιμη η ευθυγράμμιση της χορήγησης της μεταβλητής αμοιβής και των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών με την κερδοφορία του ιδρύματος κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου στην οποία δεν πληρούται η συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, λαμβανομένης υπόψιν της μακροπρόθεσμης υγείας του ιδρύματος.

(84)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να αντιμετωπίζουν και να ελέγχουν όλους τους κινδύνους συγκέντρωσης μέσω γραπτών πολιτικών και διαδικασιών. Λόγω της φύσης των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του δημόσιου τομέα, ο έλεγχος των κινδύνων συγκέντρωσης είναι πιο αποτελεσματικός από τη στάθμιση των κινδύνων των εν λόγω ανοιγμάτων, λόγω του μεγέθους τους και των δυσχερειών στη διαβάθμιση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Η Επιτροπή θα πρέπει, σε εύθετο χρόνο, να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με ενδεχόμενες επιθυμητές αλλαγές στην προληπτική αντιμετώπιση του κινδύνου συγκέντρωσης.

(85)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν από ορισμένα ιδρύματα να τηρούν, εκτός από απόθεμα ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου και αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου προκειμένου να αποτρέπονται και να μετριάζονται οι μακροπρόθεσμοι μη κυκλικοί συστημικοί ή μακροπροληπτικοί κίνδυνοι που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όταν υπάρχει κίνδυνος διαταραχής του χρηματοοικονομικού συστήματος που παρουσιάζει το δυναμικό σοβαρών αρνητικών επιπτώσεων για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το ποσοστό του αποθέματος ασφαλείας συστημικού κινδύνου θα πρέπει να έχει εφαρμογή σε όλα τα ιδρύματα ή σε ένα ή περισσότερα υποσύνολα αυτών των ιδρυμάτων, όταν τα ιδρύματα παρουσιάζουν παρόμοια κατατομή κινδύνου στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

(86)

Για να διασφαλιστεί συνεπής μακροπροληπτική εποπτεία σε ολόκληρη την Ένωση, κρίνεται σκόπιμο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) να αναπτύξει αρχές προσαρμοσμένες στην οικονομία της Ένωσης και να έχει την ευθύνη παρακολούθησης της εφαρμογής της. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει το ΕΣΣΚ να προβαίνει σε ενέργειες τις οποίες κρίνει απαραίτητες βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (10).

(87)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να αναγνωρίζουν το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου που ορίζει άλλο κράτος μέλος και να εφαρμόζουν το εν λόγω ποσοστό αποθέματος στα ιδρύματα με εγχώρια άδεια τα ανοίγματα στο κράτος μέλος που ορίζει το ποσοστό αποθέματος. Το κράτος μέλος που ορίζει το ποσοστό αποθέματος ασφαλείας θα πρέπει να δύναται να ζητά από το ΕΣΣΚ να εκδίδει σύσταση κατά την έννοια του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, απευθυνόμενη προς τα κράτη μέλη τα οποία αναγνωρίζουν το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου, και να τους συνιστά να το πράττουν. Η εν λόγω σύσταση υπόκειται στον κανόνα «συμμόρφωση ή εξήγηση» του άρθρου 3 παράγραφος 2 και του άρθρου 17 του ο εν λόγω κανονισμού.

(88)

Είναι σκόπιμο οι αποφάσεις των κρατών μελών για τα ποσοστά των αντικυκλικών αποθεμάτων ασφαλείας να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο συντονισμένες. Επ’ αυτού, το ΕΣΣΚ, εάν του το ζητήσουν οι αρμόδιες ή εντεταλμένες αρχές, θα μπορούσε να διευκολύνει διαβουλεύσεις μεταξύ των εν λόγω αρχών για τη θέσπιση των προτεινόμενων ποσοστών αποθέματος ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών μεταβλητών.

(89)

Αν ένα πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων δεν ικανοποιεί πλήρως τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να διασφαλίζουν ότι θα αποκαταστήσει εγκαίρως το κατάλληλο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων. Για τη διατήρηση κεφαλαίου, είναι σκόπιμο να επιβάλλονται αναλογικοί περιορισμοί στην προαιρετική διανομή κερδών, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής μερισμάτων και της πληρωμής της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών. Για να διασφαλιστεί ότι αυτά τα ιδρύματα ή οι επιχειρήσεις έχουν αξιόπιστη στρατηγική για την ανάκτηση του κατάλληλου επιπέδου ιδίων κεφαλαίων, θα πρέπει να υποχρεούνται να καταρτίσουν και να συμφωνήσουν με τις αρμόδιες αρχές σχέδιο διατήρησης κεφαλαίου το οποίο να περιγράφει πώς θα εφαρμοστούν οι περιορισμοί διανομής και άλλα μέτρα που το ίδρυμα ή η επιχείρηση σκοπεύει να λάβει για να διασφαλίσει τη συμμόρφωσή του με τις πλήρεις απαιτήσεις αποθεμάτων ασφαλείας.

(90)

Αναμένεται από τις αρχές να επιβάλλουν υψηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII) προκειμένου να αντισταθμίζεται ο υψηλότερος κίνδυνος που τα G-SII αντιπροσωπεύουν για το χρηματοοικονομικό σύστημα και οι πιθανές επιπτώσεις που θα είχε για τους φορολογουμένους η χρεοκοπία τους. Όταν μια αρχή επιβάλλει το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου και το απόθεμα που ισχύει, θα πρέπει να ισχύει το απόθεμα που είναι μεγαλύτερο. Σε περίπτωση που το απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου εφαρμόζεται μόνο στα ανοίγματα εντός κράτους μέλους, θα πρέπει να προστίθεται στο απόθεμα του G-SII ή στο απόθεμα σχετικά με άλλα συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII) που εφαρμόζεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(91)

Τα τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν συνεπή εναρμόνιση και επαρκή προστασία των καταθετών, των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Επειδή πρόκειται για όργανο με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης τεχνογνωσίας, θα ήταν αποτελεσματικό και σκόπιμο να ανατίθεται στην ΕΑΤ η κατάρτιση σχεδίων κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που δεν συνεπάγονται πολιτικές επιλογές, τα οποία να υποβάλλονται στην Επιτροπή. Η ΕΑΤ θα πρέπει να εξασφαλίζει αποτελεσματικές διοικητικές διαδικασίες και διαδικασίες υποβολής πληροφοριών όταν καταρτίζει τεχνικά πρότυπα.

(92)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκπονεί η ΕΑΤ στους τομείς της παροχής άδειας λειτουργίας και της απόκτησης ειδικών συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, της άσκησης των δικαιωμάτων ελεύθερης εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, της εποπτικής συνεργασίας, των πολιτικών αποδοχών των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων και της εποπτείας μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών με τη μορφή πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η Επιτροπή και η ΕΑΤ θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι τα εν λόγω πρότυπα μπορούν να εφαρμόζονται από το σύνολο των σχετικών ιδρυμάτων κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εν λόγω ιδρυμάτων και των δραστηριοτήτων τους.

(93)

Λόγω της λεπτομέρειας και του αριθμού των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που πρέπει να εκδοθούν δυνάμει της παρούσας οδηγίας, όταν η Επιτροπή εκδίδει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο που είναι ίδιο με το σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που υποβάλλεται από την ΕΑΤ, η προθεσμία εντός της οποίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορεί να εναντιωθεί σε κανονιστικό τεχνικό πρότυπο θα πρέπει, κατά περίπτωση, να παρατείνεται περαιτέρω για ένα μήνα. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να στοχεύει στην έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων εγκαίρως ώστε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να μπορούν να προβαίνουν σε πλήρη εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο και την πολυπλοκότητα των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών κανονισμών, του χρονοδιαγράμματος των εργασιών και της σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

(94)

Επίσης, θα πρέπει να δοθεί η εξουσία στην Επιτροπή να εκδίδει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζονται από την ΕΑΤ στους τομείς της παροχής άδειας λειτουργίας και της απόκτησης ειδικών συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα, της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών, της εποπτικής συνεργασίας, των ειδικών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας και της δημοσιοποίησης πληροφοριών από εποπτικές αρχές μέσω εκτελεστικών πράξεων βάσει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(95)

Για τη διασφάλιση ενιαίων συνθηκών εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (11).

(96)

Προκειμένου να διευκρινιστούν οι απαιτήσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ, για την αποσαφήνιση των ορισμών και της ορολογίας που χρησιμοποιούνται στην παρούσα οδηγία, τη διεύρυνση του καταλόγου δραστηριοτήτων που υπάγονται στο καθεστώς της αμοιβαίας αναγνώρισης και τη βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις, ακόμη και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

(97)

Οι αναφορές στις οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(98)

Η οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων (12), η οδηγία 2007/64/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά (13), η οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (14), η οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος (15) και η οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, για τους Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων (16) αναφέρονται σε διατάξεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ που αφορούν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι οποίες θα πρέπει να προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Συνεπώς, οι αναφορές στις εν λόγω οδηγίες που αφορούν τις οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στις διατάξεις που διέπουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(99)

Για να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη τεχνικών προτύπων έτσι ώστε τα ιδρύματα που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων να εφαρμόζουν τις κατάλληλες υπολογιστικές μεθόδους για τον καθορισμό του απαιτούμενου κεφαλαίου σε ενοποιημένη βάση, η οδηγία 2002/87/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(100)

Προκειμένου να λειτουργήσει αποτελεσματικότερα η εσωτερική τραπεζική αγορά και να υπάρχει επαρκής διαφάνεια για τους πολίτες της Ένωσης, είναι αναγκαίο οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν, κατά τρόπο που να επιτρέπει αξιόπιστες συγκρίσεις, πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(101)

Ως προς την εποπτεία της ρευστότητας, θα πρέπει να προβλέπεται ένα χρονικό διάστημα για τη μετάβαση των κρατών μελών στο κανονιστικό καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου θα ισχύουν λεπτομερή κριτήρια για τις απαιτήσεις κάλυψης των αναγκών ρευστότητας.

(102)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η σταθερή, ομαλή και σταδιακή μετάβαση των ιδρυμάτων στις νέες απαιτήσεις ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης σε επίπεδο Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να κάνουν πλήρη χρήση των εποπτικών εξουσιών τους βάσει της παρούσας οδηγίας και σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εκτιμούν εάν υπάρχει ανάγκη εφαρμογής διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των προληπτικών τελών, το ύψος των οποίων θα πρέπει σε γενικές γραμμές να σχετίζεται με τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής θέσης ρευστότητας του ιδρύματος και των απαιτήσεων ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης. Κατά την εκτίμηση αυτή, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις συνθήκες της αγοράς. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα θα πρέπει να ισχύουν μέχρις ότου εφαρμοστούν σε επίπεδο Ένωσης λεπτομερείς νομικές πράξεις σχετικά με τις απαιτήσεις ρευστότητας και σταθερής χρηματοδότησης.

(103)

Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (17) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (18) θα πρέπει να ισχύουν πλήρως για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.

(104)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, ήτοι η θέσπιση κανόνων σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των ιδρυμάτων, καθώς και η προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(105)

Σύμφωνα με την κοινή πολιτική δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 2011, σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα, τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει την υποχρέωση να συνοδεύουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα που επεξηγούν τη σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι αιτιολογημένη.

(106)

Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και εξέδωσε γνωμοδότηση (19).

(107)

Η οδηγία 2002/87/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως και οι οδηγίες 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΊΜΕΝΟ, ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΊ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά:

α)

με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (από κοινού καλούμενες «ιδρύματα»),

β)

με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές,

γ)

με την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

δ)

με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των ιδρυμάτων.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε ιδρύματα.

2.   Το άρθρο 30 εφαρμόζεται σε τοπικές επιχειρήσεις.

3.   Το άρθρο 31 εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

4.   Το άρθρο 34 και ο τίτλος VII κεφάλαιο 3 εφαρμόζονται στις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, στις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και στις μικτές εταιρείες συμμετοχών που έχουν την έδρα τους στην Ένωση.

5.   Η παρούσα οδηγία δεν έχει εφαρμογή ως προς:

1)

την πρόσβαση στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων στο βαθμό που ρυθμίζεται από την οδηγία 2004/39/ΕΚ,

2)

τις κεντρικές τράπεζες,

3)

τα γραφεία ταχυδρομικών επιταγών,

4)

στο Βέλγιο, το «Institut de Réescompte et de Garantie/Herdiscontering- en Waarborginstituut»,

5)

στη Δανία, το ‘Eksport Kredit Fonden’, το ‘Eksport Kredit Fonden A/S’, το ‘Danmarks Skibskredit A/S’ και το ‘KommuneKredit’,

6)

στη Γερμανία, την «Kreditanstalt für Wiederaufbau», τους οργανισμούς οι οποίοι αναγνωρίζονται, στο πλαίσιο του «Wohnungsgemeinnützigkeitsgesetz», ως όργανα της εθνικής πολιτικής στον στεγαστικό τομέα και οι τραπεζικές εργασίες των οποίων δεν συνιστούν την κύρια δραστηριότητα, καθώς και τους οργανισμούς οι οποίοι, δυνάμει του νόμου αυτού, αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς στεγαστικοί οργανισμοί,

7)

στην Εσθονία, τις ‘hoiu-laenuühistud’, που αναγνωρίζονται ως συνεταιριστικές επιχειρήσεις βάσει του ‘hoiu-laenuühistu seadus’,

8)

στην Ιρλανδία, τις «credit unions» και τις «friendly societies»,

9)

στην Ελλάδα, το «Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων»,

10)

στην Ισπανία, το «Instituto de Crédito Oficial»,

11)

στη Γαλλία, την «Caisse des dépôts et consignations»,

12)

στην Ιταλία, την «Cassa depositi e prestiti»,

13)

στη Λεττονία, τις «krājaizdevu sabiedrības», επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται βάσει του «krājaizdevu sabiedrību likums» ως συνεταιριστικές επιχειρήσεις που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες μόνο στα μέλη τους,

14)

στη Λιθουανία, τις «kredito unijos» πέραν της «Centrinė kredito unija»,

15)

στην Ουγγαρία, τη «MFB Magyar Fejlesztési Bank Zártkörűen Működő Részvénytársaság» και τη «Magyar Export-Import Bank Zártkörűen Működő Részvénytársaság»,

16)

στις Κάτω Χώρες, τη «Nederlandse Investeringsbank voor Ontwikkelingslanden NV», τη «NV Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij», τη «NV Industriebank Limburgs Instituut voor Ontwikkeling en Financiering» και την «Overijsselse Ontwikkelingsmaatschappij NV»,

17)

στην Αυστρία, τις επιχειρήσεις που αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς οικοδομικοί συνεταιρισμοί και την «Österreichische Kontrollbank AG»,

18)

στην Πολωνία, τη «Spółdzielcze Kasy Oszczędnościowo — Kredytowe» και την «Bank Gospodarstwa Krajowego»,

19)

στην Πορτογαλία, τις «Caixas Económicas» που υφίστανται από την 1η Ιανουαρίου 1986, με εξαίρεση εκείνες που έχουν τη μορφή ανωνύμων εταιρειών, καθώς και την «Caixa Económica Montepio Geral»,

20)

στη Σλοβενία, τη «SID-Slovenska izvozna in razvojna banka, d.d. Ljubljana»,

21)

στη Φινλανδία, την «Teollisen yhteistyön rahasto Oy/Fonden för industriellt samarbete AB» και την «Finnvera Oyj/Finnvera Abp»,

22)

στη Σουηδία, τη «Svenska Skeppshypotekskassan»,

23)

στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη «National Savings Bank», την «Commonwealth Development Finance Company Ltd», την «Agricultural Mortgage Corporation Ltd», τη «Scottish Agricultural Securities Corporation Ltd», τους «Crown Agents for overseas governments and administrations», τις «credit unions» και τις «municipal banks».

6.   Οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 σημείο 1) και στην παράγραφο 3 σημεία 3) έως 23) του παρόντος άρθρου αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή του άρθρου 34 και του τίτλου VII κεφάλαιο 3.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:

1)   «πιστωτικό ίδρυμα»: πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

2)   «επιχείρηση επενδύσεων»: επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

3)   «ίδρυμα»: ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

4)   «τοπική επιχείρηση»: τοπική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

5)   «ασφαλιστική επιχείρηση»: ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

6)   «αντασφαλιστική επιχείρηση»: αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

7)   «διοικητικό όργανο»: το όργανο ή τα όργανα ενός ιδρύματος, τα οποία ορίζονται δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα οποία εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του ιδρύματος και τα οποία επιβλέπουν και παρακολουθούν τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση και περιλαμβάνουν τα πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα του ιδρύματος,

8)   «διοικητικό όργανο με εποπτική αρμοδιότητα»: το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του επίβλεψης και παρακολούθησης της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση,

9)   «ανώτατα διοικητικά στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος,

10)   «συστημικός κίνδυνος»: ο κίνδυνος αποδιοργάνωσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία,

11)   «κίνδυνος του υποδείγματος»: η ζημία που κινδυνεύει να υποστεί ένα ίδρυμα συνεπεία αποφάσεων που βασίζονται κυρίως στα αποτελέσματα εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω σφαλμάτων στη θέσπιση, την εφαρμογή ή τη χρήση αυτών των υποδειγμάτων,

12)   «μεταβιβάζουσα οντότητα»: μεταβιβάζουσα οντότητα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

13)   «ανάδοχο»: ανάδοχο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

14)   «μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

15)   «θυγατρική»: θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

16)   «υποκατάστημα»: υποκατάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 17) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

17)   «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 18) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

18)   «εταιρεία διαχείρισης»: εταιρεία διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 19) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

19)   «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών»: χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

20)   «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

21)   «μικτή εταιρεία συμμετοχών»: μικτή εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

22)   «χρηματοδοτικό ίδρυμα»: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

23)   «οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα»: οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

24)   «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 28) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

25)   «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

26)   «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 30) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

27)   «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 31) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

28)   «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 32) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

29)   «μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 33) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

30)   «συστημικά σημαντικό ίδρυμα»: μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή ίδρυμα η χρεοκοπία ή η δυσλειτουργία του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικό κίνδυνο,

31)   «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 34) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

32)   «συμμετοχή»: συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

33)   «ειδική συμμετοχή»: ειδική συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

34)   «έλεγχος»: έλεγχος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 36) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

35)   «στενοί δεσμοί»: στενοί δεσμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

36)   «αρμόδια αρχή»: αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

37)   «αρχή ενοποιημένης εποπτείας»: αρχή ενοποιημένης εποπτείας όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 41) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

38)   «άδεια λειτουργίας»: άδεια λειτουργίας όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 42) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

39)   «κράτος μέλος προέλευσης»: κράτος μέλος προέλευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 43) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

40)   «κράτος μέλος υποδοχής»: κράτος μέλος υποδοχής όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 44) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013;

41)   «κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ»: κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 45) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

42)   «κεντρικές τράπεζες»: κεντρικές τράπεζες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 46) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

43)   «ενοποιημένη κατάσταση»: ενοποιημένη κατάσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 47) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

44)   «ενοποιημένη βάση»: ενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 48) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

45)   «υποενοποιημένη βάση»: υποενοποιημένη βάση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 49) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

46)   «χρηματοοικονομικό μέσο»: χρηματοοικονομικό μέσο όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 50) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

47)   «ίδια κεφάλαια»: ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 118) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

48)   «λειτουργικός κίνδυνος»: λειτουργικός κίνδυνος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 52) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

49)   «τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου»: τεχνική μείωσης πιστωτικού κινδύνου όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 57) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

50)   «τιτλοποίηση»: τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 61) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

51)   «θέση τιτλοποίησης»: θέση τιτλοποίησης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 62) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

52)   «οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση»: οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 66) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

53)   «προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές»: προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 73) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

54)   «χαρτοφυλάκιο συναλλαγών»: χαρτοφυλάκιο συναλλαγών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 86) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

55)   «ρυθμιζόμενες αγορές»: ρυθμιζόμενες αγορές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 92) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

56)   «μόχλευση»: μόχλευση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 93) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

57)   «κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης»: κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 94) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

58)   «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων»: εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 98) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

59)   «εσωτερικές μέθοδοι»: η μέθοδος που βασίζεται στις εσωτερικές αξιολογήσεις η οποία αναφέρεται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, η μέθοδος των εσωτερικών υποδειγμάτων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 221, η μέθοδος εσωτερικών διαβαθμίσεων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 225, οι εξελιγμένες μέθοδοι μέτρησης που αναφέρονται στο άρθρο 312 παράγραφος 2, η μέθοδος εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στα άρθρα 283 και 363 και η μέθοδος του εποπτικού υποδείγματος που αναφέρεται στο άρθρο 259 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Όταν στην παρούσα οδηγία γίνεται αναφορά στο διοικητικό όργανο και, δυνάμει του εθνικού δικαίου, οι διοικητικές και εποπτικές αρμοδιότητες του διοικητικού οργάνου ανατίθενται σε διαφορετικά όργανα ή διαφορετικά μέλη του ιδίου οργάνου, το κράτος μέλος κατονομάζει τα υπεύθυνα όργανα ή μέλη του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, εκτός εάν ορίζεται άλλως από την παρούσα οδηγία.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΑΡΜΌΔΙΕΣ ΑΡΧΈΣ

Άρθρο 4

Ορισμός και εξουσίες των αρμόδιων αρχών

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΤ, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό λειτουργιών και καθηκόντων.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν τις δραστηριότητες των ιδρυμάτων, και κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, ούτως ώστε να εκτιμούν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη θέσπιση κατάλληλων μέτρων που επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν τις πληροφορίες που χρειάζονται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των ιδρυμάτων και, κατά περίπτωση, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και να ερευνούν πιθανές παραβιάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προέλευσής τους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Επίσης, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των ιδρυμάτων επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τους εν λόγω κανόνες.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να ελέγξουν ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εποπτικά καθήκοντα δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα των αρμόδιων αρχών είναι διακριτά και ανεξάρτητα από τα καθήκοντα που αφορούν την εξυγίανση. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΤ, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό καθηκόντων.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρχές, διαφορετικές από τις αρμόδιες αρχές, έχουν αρμοδιότητες εξυγίανσης, οι εν λόγω διαφορετικές αρχές συνεργάζονται στενά και διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προετοιμασία των σχεδίων εξυγίανσης.

Άρθρο 5

Συντονισμός εντός των κρατών μελών

Όταν κράτη μέλη διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον μεταξύ τους συντονισμό.

Άρθρο 6

Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας

Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη σύγκλιση όσον αφορά τα χρησιμοποιούμενα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές κατά την εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών απαιτήσεων που θεσπίζονται με βάση την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:

α)

οι αρμόδιες αρχές, ως μέρη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), συνεργάζονται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων και αξιόπιστων πληροφοριών μεταξύ αυτών και άλλων μερών του ΕΣΧΕ, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που καθορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση,

β)

οι αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις δραστηριότητες της ΕΑΤ και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών,

γ)

οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε προσπάθεια ώστε να ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και να ανταποκρίνονται στις προειδοποιήσεις και συστάσεις που εκδίδει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010,

δ)

οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά με το ΕΣΣΚ,

ε)

οι εθνικές εντολές των αρμόδιων αρχών δεν τις εμποδίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους ως μέλη της ΕΑΤ, του ΕΣΣΚ, κατά περίπτωση, ή βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Άρθρο 7

Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας

Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος των άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΌΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΌΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΏΝ ΙΔΡΥΜΆΤΩΝ

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Γενικές απαιτήσεις πρόσβασης στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων

Άρθρο 8

Άδεια λειτουργίας

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να έχουν λάβει άδεια λειτουργίας πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων τους. Με την επιφύλαξη των άρθρων 10 έως 14, καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την χορήγηση αυτής της άδειας και τις κοινοποιούν στην ΕΑΤ.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της αίτησης για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων που προβλέπεται στο άρθρο 10,

β)

τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους μετόχους και τα μέλη με ειδικές συμμετοχές δυνάμει του άρθρου 14 και

γ)

τα εμπόδια που ενδέχεται να παρακωλύσουν την ουσιαστική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής, όπως αναφέρονται στο άρθρο 14.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

4.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.

Άρθρο 9

Απαγόρευση σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό

1.   Τα κράτη μέλη απαγορεύουν σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν, κατ’ επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.

2.   Η παράγραφος 1 δεν ισχύει για την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων κεφαλαίων επιστρεπτέων από ένα κράτος μέλος, από τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ενός κράτους μέλους, από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στο εθνικό ή ενωσιακό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε κανόνες και ελέγχους που αφορούν την προστασία των καταθετών και των επενδυτών.

Άρθρο 10

Πρόγραμμα δραστηριοτήτων και οργανωτική διάρθρωση

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αίτηση αδείας λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο θα περιγράφει τα είδη των σκοπούμενων επιχειρηματικών δράσεων και την οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 11

Οικονομικές ανάγκες

Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν να εξετάζεται η αίτηση αδείας λειτουργίας βάσει των οικονομικών αναγκών της αγοράς.

Άρθρο 12

Αρχικό κεφάλαιο

1.   Με την επιφύλαξη άλλων γενικών προϋποθέσεων που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές αρνούνται να χορηγήσουν άδεια έναρξης λειτουργίας ενός πιστωτικού ιδρύματος όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει χωριστά ίδια κεφάλαια ή όταν το αρχικό του κεφάλαιο είναι μικρότερο από 5 εκατομμύρια EUR.

2.   Το αρχικό κεφάλαιο περιλαμβάνει μόνο ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν ότι πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν πληρούν τον όρο για διάθεση χωριστών ίδιων κεφαλαίων και λειτουργούσαν τη 15η Δεκεμβρίου 1979 μπορούν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους. Δύνανται να απαλλάσσουν αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα από τη συμμόρφωση με τον όρο που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

4.   Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν άδεια σε ειδικές κατηγορίες πιστωτικών ιδρυμάτων το αρχικό κεφάλαιο των οποίων είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1, εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι μικρότερο από 1 εκατομμύριο EUR,

β)

τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στην ΕΑΤ τους λόγους για τους οποίους κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής.

Άρθρο 13

Πραγματική διοίκηση της επιχείρησης και έδρα της κεντρικής διοίκησης

1.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος μόνο με την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του αιτούντος πιστωτικού ιδρύματος.

Αρνούνται τη χορήγηση της εν λόγω άδειας λειτουργίας εάν τα μέλη του διοικητικού οργάνου δεν πληρούν τις προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 91 παράγραφος 1.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν:

α)

από τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι νομικά πρόσωπα και έχουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, καταστατική έδρα, η έδρα της κεντρικής τους διοίκησης να βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος με την καταστατική τους έδρα,

β)

από τα πιστωτικά ιδρύματα εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α), η έδρα της κεντρικής τους διοίκησης να βρίσκεται στο κράτος μέλος το οποίο χορήγησε την άδεια λειτουργίας τους και στο οποίο ασκούν πράγματι δραστηριότητα.

Άρθρο 14

Μέτοχοι και εταίροι

1.   Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εκτός και εάν το πιστωτικό ίδρυμα τούς έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων του, είτε άμεσων είτε έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν ειδική συμμετοχή, καθώς και το ποσοστό αυτής της συμμετοχής ή, εφόσον δεν υπάρχουν ειδικές συμμετοχές, των 20 σημαντικότερων μετόχων ή εταίρων.

Για να καθοριστεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που αναφέρονται στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά (20) και οι όροι για την άθροιση αυτών των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας.

Τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, μεταξύ άλλων σύμφωνα με το παράρτημα Ι τμήμα Α σημείο 6 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, υπό τον όρο ότι, τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

2.   Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται την άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος εφόσον, ενόψει της αναγκαιότητας να εξασφαλισθεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων, ιδίως όταν δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1. Εφαρμόζεται το άρθρο 23 παράγραφοι 2 και 3 και το άρθρο 24.

3.   Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται την άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, ή εάν δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν, ώστε να μπορούν οι αρχές να παρακολουθούν σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 15

Άρνηση άδειας

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή αρνείται την άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφασή της και τους λόγους της εντός εξαμήνου από την παραλαβή της αίτησης ή, εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από τη λήψη όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, εκδίδεται απόφαση χορήγησης ή άρνησης άδειας εντός 12 μηνών από την παραλαβή της αίτησης.

Άρθρο 16

Προηγούμενη διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών

1.   Η αρμόδια αρχή, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους στις περιπτώσεις όπου το πιστωτικό ίδρυμα:

α)

αποτελεί θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος μέλος,

β)

αποτελεί θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος μέλος,

γ)

ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος μέλος.

2.   Η αρμόδια αρχή, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων επενδύσεων στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος όπου το πιστωτικό ίδρυμα:

α)

είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση,

β)

είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση,

γ)

ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στην Ένωση.

3.   Οι αρμόδιες αρχές των παραγράφων 1 και 2 διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως όταν εκτιμούν την ποιότητα των μετόχων καθώς και τη φήμη και την εμπειρία των μελών του διοικητικού οργάνου που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και την εμπειρία των μελών του διοικητικού οργάνου που είναι σχετική για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και για τη συνεχή εκτίμηση της συμμόρφωσης με τους όρους λειτουργίας.

Άρθρο 17

Υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος

Τα κράτη μέλη υποδοχής δεν μπορούν να απαιτούν άδεια λειτουργίας ή αρχικό κεφάλαιο για υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη. Η εγκατάσταση και η εποπτεία των υποκαταστημάτων αυτών διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 35, του άρθρου 36 παράγραφοι 1, 2 και 3, του άρθρου 37, των άρθρων 40 έως 46, του άρθρου 49 και των άρθρων 74 και 75.

Άρθρο 18

Ανάκληση αδείας

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα:

α)

δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς απ’ αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει προβλέψει ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει,

β)

απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ)

δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στο τρίτο, τέταρτο ή έκτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή του άρθρου 105 της παρούσας οδηγίας ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του,

ε)

υπάγεται σε μια από τις άλλες περιπτώσεις ανάκλησης που προβλέπονται από τις εθνικές διατάξεις ή

στ)

διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 67 παράγραφος 1.

Άρθρο 19

Επωνυμία των πιστωτικών ιδρυμάτων

Για τους σκοπούς της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιούν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στο κράτος μέλος της έδρας τους, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους μέλους υποδοχής όσον αφορά τη χρήση των λέξεων «τράπεζα», «ταμιευτήριο» ή άλλων παρομοίων τραπεζικών επωνυμιών. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση, τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν να απαιτούν, για λόγους σαφήνειας, να συνοδεύεται η επωνυμία από ορισμένα επεξηγηματικά στοιχεία.

Άρθρο 20

Κοινοποίηση των χορηγήσεων και των ανακλήσεων άδειας λειτουργίας

1.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ κάθε άδεια λειτουργίας που χορηγούν σύμφωνα με το άρθρο 8.

2.   Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της και ενημερώνει τακτικά κατάλογο με τις επωνυμίες όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας.

3.   Η αρμόδια για την ενοποιημένη εποπτεία αρχή παρέχει στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές και στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3, το άρθρο 74 παράγραφος 1 και το άρθρο 109 παράγραφος 2, ιδίως σχετικά με τη νομική και οργανωτική διάρθρωση του ομίλου και τη διακυβέρνησή του.

4.   Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνει τις επωνυμίες των πιστωτικών ιδρυμάτων που δεν διαθέτουν το κεφάλαιο που καθορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 και καθορίζει τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ως τέτοια.

5.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης.

Άρθρο 21

Παρέκκλιση για πιστωτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται κατά τρόπο μόνιμο με κεντρικό οργανισμό

1.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 12 και 13 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας όσον αφορά πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτόν.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν το ισχύον εθνικό δίκαιο όσον αφορά την εφαρμογή αυτής της παρέκκλισης, εφόσον δεν συγκρούεται με την παρούσα οδηγία ή με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Όταν οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν την παρέκκλιση της παραγράφου1, τα άρθρα 17, 33, 34 και 35, το άρθρο 36 παράγραφοι 1 έως 3, τα άρθρα 39 έως 46, ο τίτλος VII κεφάλαιο 2 τμήμα ΙΙ και ο τίτλος VII κεφάλαιο 4 εφαρμόζονται στο σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 2

Ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα

Άρθρο 22

Κοινοποίηση και εκτίμηση προτεινόμενων αποκτήσεων συμμετοχής

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («υποψήφιος αγοραστής») το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα όρια του 20 %, του 30 % ή του 50 %, ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση («προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο επιδιώκει είτε να αποκτήσει είτε να αυξήσει την ειδική συμμετοχή εγγράφως πριν από την απόκτηση, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και τις σχετικές πληροφορίες, όπως εξειδικεύονται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 4. Τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του 30 % όταν, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του ενός τρίτου.

2.   Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ότι παρέλαβαν κοινοποίηση κατά την παράγραφο 1 ή επιπλέον πληροφορίες κατά την παράγραφο 3 αμελλητί και σε κάθε περίπτωση εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή.

Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία 60 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που τα κράτη μέλη απαιτούν να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου που προβλέπει το άρθρο 23 παράγραφος 4 («περίοδος εκτίμησης»), προκειμένου να διενεργήσουν την εκτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 («εκτίμηση»).

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον υποψήφιο αγοραστή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου εκτίμησης.

3.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο εκτίμησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου εκτίμησης, να ζητούν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της εκτίμησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή, αναστέλλεται η περίοδος εκτίμησης. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου εκτίμησης.

4.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν την αναστολή της παραγράφου 3 δεύτερο εδάφιο έως 30 εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε κανονιστικό πλαίσιο σε τρίτη χώρα ή είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της παρούσας οδηγίας ή δυνάμει των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ ή 2004/39/ΕΚ.

5.   Εάν οι αρμόδιες αρχές αποφασίσουν να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνουν εγγράφως τον υποψήφιο αγοραστή, εντός δύο εργασίμων ημερών από την ολοκλήρωση της εκτίμησης και χωρίς να υπερβαίνουν την περίοδο εκτίμησης, εκθέτοντας τους λόγους. Υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή.

6.   Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, εντός της περιόδου εκτίμησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

7.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.

8.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές ή την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία.

9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει κοινές διαδικασίες, έντυπα και υποδείγματα για τη διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων υπηρεσιών κατά το άρθρο 24.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 9 και 10 στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 23

Κριτήρια εκτίμησης

1.   Κατά την εκτίμηση της κοινοποίησης του άρθρου 22 παράγραφος 1 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3, οι αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και συνετή διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στο πιστωτικό ίδρυμα, εκτιμούν την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,

β)

τη φήμη, τη γνώση, τις δεξιότητες και την πείρα, όπως ορίζεται στο άρθρο 91 παράγραφος 1, οιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου και οιουδήποτε ανώτερου διοικητικού στελέχους θα διευθύνει τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,

γ)

τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από το πιστωτικό ίδρυμα για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,

δ)

την ικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος να συμμορφώνεται και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, κατά περίπτωση, βάσει του ενωσιακού δικαίου, κυρίως των οδηγιών 2002/87/ΕΚ και 2009/110/ΕΚ, όπως το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους,

ε)

κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (21), ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.

3.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής με βάση τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της εκτίμησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική εκτίμηση.

5.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 22 παράγραφοι 2, 3 και 4, εάν κοινοποιηθούν στην αρμόδια αρχή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αγοραστές αμερόληπτα.

Άρθρο 24

Συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών

1.   Οι οικείες αρμόδιες αρχές, κατά την εκτίμηση της απόκτησης συμμετοχής, διαβουλεύονται εκτενώς μεταξύ τους, εφόσον ο υποψήφιος αγοραστής είναι:

α)

πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ («εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»), με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,

β)

η μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,

γ)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

2.   Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την εκτίμηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν, εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος στις άλλες αρμόδιες αρχές, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της αρμόδιας αρχής που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να επισημαίνονται οι τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του υποψήφιου αγοραστή.

Άρθρο 25

Κοινοποίηση στην περίπτωση διάθεσης συμμετοχής

Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο αποφάσισε να διαθέσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, να το κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές γραπτώς πριν από τη διάθεση συμμετοχής, προσδιορίζοντας το ύψος της σχετικής συμμετοχής. Το εν λόγω πρόσωπο κοινοποιεί επίσης στις αρμόδιες αρχές την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπον ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω από τα όρια του 20 %, του 30 % ή του 50 % ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του. Τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του 30 % όταν, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του ενός τρίτου.

Άρθρο 26

Υποχρεώσεις ενημέρωσης και κυρώσεις

1.   Τα πιστωτικά ιδρύματα, μόλις πληροφορηθούν αποκτήσεις ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 και το άρθρο 25, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές.

Τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές, τουλάχιστον ετησίως, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων ή από τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

2.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 22 παράγραφος 1 είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή ή κατάσταση, όπως προσωρινά μέτρα, κυρώσεις, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 65 έως 72, κατά των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδια που κατέχουν οι μέτοχοι ή οι εταίροι του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προηγουμένως τις αρχές όπως ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 και υπό την επιφύλαξη των άρθρων 65 έως 72.

Σε περίπτωση που αποκτηθεί συμμετοχή παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορούν να θεσπίσουν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, είτε την ακυρότητα ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

Άρθρο 27

Κριτήρια ειδικής συμμετοχής

Προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής όπως αναφέρονται στα άρθρα 22, 25 και 26, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που προβλέπουν τα άρθρα 9, 10 και 11 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας.

Όταν καθορίζουν εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής του άρθρου 26, τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές με δικαίωμα ψήφου τις οποίες κατέχουν ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλο τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΑΡΧΙΚΌ ΚΕΦΆΛΑΙΟ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΉΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΎΣΕΩΝ

Άρθρο 28

Αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων

1.   Το αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων αποτελείται μόνο από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Όλες οι επιχειρήσεις επενδύσεων, πέραν αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 29, πρέπει να έχουν αρχικό κεφάλαιο 730 000 EUR.

Άρθρο 29

Αρχικό κεφάλαιο ιδιαίτερων τύπων επιχειρήσεων επενδύσεων

1.   Οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες δεν προβαίνουν σε αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών μέσων για ίδιο λογαριασμό ούτε αναλαμβάνουν την αναδοχή έκδοσης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, αλλά που κατέχουν ρευστά ή τίτλους πελατών και οι οποίες προσφέρουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες υπηρεσίες, πρέπει να έχουν αρχικό κεφάλαιο 125 000 EUR:

α)

λήψη και διαβίβαση εντολών των επενδυτών όσον αφορά χρηματοοικονομικά μέσα,

β)

εκτέλεση εντολών των επενδυτών όσον αφορά χρηματοοικονομικά μέσα,

γ)

διαχείριση ατομικών χαρτοφυλακίων επενδύσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα.

2.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν εντολές πελατών για χρηματοοικονομικά μέσα να κατέχουν τέτοια μέσα για ίδιο λογαριασμό, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η λήψη τέτοιων θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την επακριβή κάλυψη των εντολών των επενδυτών,

β)

η συνολική αγοραία αξία αυτών των θέσεων δεν υπερβαίνει το 15 % του αρχικού κεφαλαίου της επιχείρησης,

γ)

η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 92 έως 95 και στο τέταρτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

δ)

οι θέσεις αυτές έχουν συμπτωματικό και προσωρινό χαρακτήρα και είναι αυστηρά περιορισμένες στο διάστημα που απαιτείται για τη διεκπεραίωση της εν λόγω συναλλαγής.

3.   Τα κράτη μέλη δύνανται να μειώσουν το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 ποσό σε 50 000 EUR εφόσον η επιχείρηση δεν έχει άδεια να κατέχει ρευστά ή τίτλους των πελατών, ούτε να αγοράζει και να πωλεί για ίδιο λογαριασμό, ούτε να αναλαμβάνει την αναδοχή έκδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης.

4.   Η κατοχή θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα για την επένδυση ιδίων κεφαλαίων δεν θεωρείται αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό ως προς τις υπηρεσίες της παραγράφου 1 ή για τους σκοπούς της παραγράφου 3.

Άρθρο 30

Αρχικό κεφάλαιο τοπικών επιχειρήσεων

Οι τοπικές επιχειρήσεις πρέπει να έχουν αρχικό κεφάλαιο 50 000 EUR εφόσον απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που προβλέπονται στα άρθρα 31 και 32 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

Άρθρο 31

Κάλυψη για επιχειρήσεις που δεν επιτρέπεται να κατέχουν ρευστά ή τίτλους πελατών

1.   Για τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η κάλυψη λαμβάνει μια από τις ακόλουθες μορφές:

α)

αρχικό κεφάλαιο 50 000 EUR,

β)

ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό 1 000 000 EUR τουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά 1 500 000 EUR κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις,

γ)

συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το εξασφαλιζόμενο με τα στοιχεία α) ή β).

Η Επιτροπή αναθεωρεί περιοδικά τα ποσά που εμφαίνονται στο πρώτο εδάφιο.

2.   Όταν επιχείρηση επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 είναι επίσης εγγεγραμμένη σε μητρώο βάσει της οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση (22), οφείλει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 4 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας, επιπλέον δε να διαθέτει ως κάλυψη:

α)

αρχικό κεφάλαιο 25 000 EUR,

β)

ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης καλύπτουσα ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης ή ισοδύναμη εγγύηση κατά της ευθύνης από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό 500 000 EUR τουλάχιστον ανά απαίτηση και συνολικά 750 000 EUR κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις,

γ)

συνδυασμό αρχικού κεφαλαίου και ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης με τρόπο που να οδηγεί σε επίπεδο κάλυψης αντίστοιχο με το εξασφαλιζόμενο με τα στοιχεία α) ή β).

Άρθρο 32

Προστατευτική διάταξη

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 28 παράγραφος 2, το άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 3 και το άρθρο 30, τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την άδεια λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 30 που ήδη λειτουργούσαν στις ή πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995 και των οποίων τα ίδια κεφάλαια είναι κατώτερα από τα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 3 και στο άρθρο 30.

Τα ίδια κεφάλαια όλων αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων ή των επιχειρήσεων δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το υψηλότερο επίπεδο αναφοράς στο οποίο έχουν φθάσει μετά την 23η Μαρτίου 1993. Το επίπεδο αναφοράς είναι ο μέσος όρος του ημερήσιου ύψους των ιδίων κεφαλαίων, υπολογιζόμενος επί του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας υπολογισμού. Το εν λόγω επίπεδο αναφοράς υπολογίζεται ανά εξάμηνο επί της αντίστοιχης προηγηθείσης περιόδου.

2.   Σε περίπτωση που ο έλεγχος μιας επιχείρησης επενδύσεων ή μιας επιχείρησης που καλύπτεται από την παράγραφο 1 περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που ασκούσε τον έλεγχο αυτό στις ή πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1995, τα ίδια κεφάλαια της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων ή επιχείρησης πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον στο επίπεδο που προβλέπεται γι’ αυτήν στο άρθρο 28 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 3 και στο άρθρο 30, εκτός από την περίπτωση πρώτης κληρονομικής μεταβίβασης μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1995, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης των αρμόδιων αρχών και επί διάστημα δέκα το πολύ ετών από την εν λόγω μεταβίβαση.

3.   Σε περίπτωση συγχώνευσης δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων επενδύσεων ή επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 30, δεν απαιτείται τα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης που προκύπτει από τη συγχώνευση να ανέρχονται στο επίπεδο που προσδιορίζεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 3 ή στο άρθρο 30. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία το επίπεδο που καθορίζεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 1 ή 3 ή στο άρθρο 30 δεν έχει επιτευχθεί, τα ίδια κεφάλαια της επιχείρησης που προκύπτει από τη συγχώνευση δεν μπορούν να είναι κατώτερα από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων επιχειρήσεων κατά τη στιγμή της συγχώνευσης.

4.   Τα ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων επενδύσεων και των επιχειρήσεων που καλύπτονται από το άρθρο 30 δεν πρέπει να μειωθούν κάτω από τα επίπεδα που ορίζονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2, στο άρθρο 29 παράγραφος 1 ή 3 ή στο άρθρο 30, καθώς και στις παραγράφους 1 και 3 του παρόντος άρθρου.

5.   Εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν απαραίτητο να πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 4, προκειμένου να διασφαλιστεί η φερεγγυότητα αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεων, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 3.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΈΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΎΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΎΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΉ ΥΠΗΡΕΣΙΏΝ

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Γενικές αρχές

Άρθρο 33

Πιστωτικά ιδρύματα

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35, του άρθρου 36 παράγραφοι 1, 2 και 3, του άρθρου 39 παράγραφοι 1 και 2 και των άρθρων 40 έως 46, είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος ή μέσω της παροχής υπηρεσιών, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας.

Άρθρο 34

Χρηματοδοτικά ιδρύματα

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35, του άρθρου 36 παράγραφοι 1, 2 και 3, του άρθρου 39 παράγραφοι 1 και 2 και των άρθρων 40 έως 46, είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος ή μέσω της παροχής υπηρεσιών, από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή κοινή θυγατρική δύο ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, του οποίου το καταστατικό επιτρέπει την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων και το οποίο συγκεντρώνει τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α)

η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται το χρηματοδοτικό ίδρυμα,

β)

οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι στο ίδιο κράτος μέλος,

γ)

η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών του χρηματοδοτικού ιδρύματος,

δ)

η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι η διαχείριση του χρηματοδοτικού ιδρύματος ασκείται με σύνεση και, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, δηλώνουν ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα,

ε)

το χρηματοδοτικό ίδρυμα περιλαμβάνεται πράγματι, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές του επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον τίτλο VΙΙ κεφάλαιο 3 της παρούσας οδηγίας και το πρώτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ιδίως σε σχέση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο άρθρο 92 του εν λόγω κανονισμού, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπεται στο τέταρτο μέρος του εν λόγω κανονισμού και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στα άρθρα 89 και 90 του εν λόγω κανονισμού.

Η εκπλήρωση των προϋποθέσεων του πρώτου εδαφίου ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, οι οποίες χορηγούν στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό που επισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 35 και 39.

2.   Εάν το χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, παύσει να πληροί μια από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλος προέλευσης ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και η δραστηριότητα που ασκεί το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο κράτος μέλος υποδοχής υπόκειται πλέον στο δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις θυγατρικές ενός χρηματοδοτικού ιδρύματος, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 2

Δικαίωμα εγκατάστασης πιστωτικών ιδρυμάτων

Άρθρο 35

Απαίτηση κοινοποίησης και συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών

1.   Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσής του.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, να συνοδεύει την κοινοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 με όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα,

β)

πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των προβλεπόμενων δραστηριοτήτων και η οργανωτική δομή του υποκαταστήματος,

γ)

τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία είναι δυνατόν να ζητούνται και να παραλαμβάνονται έγγραφα, και

δ)

τα ονόματα των ατόμων που θα είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, εντός τριών μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών της παραγράφου 2, κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνουν σχετικά το πιστωτικό ίδρυμα, εκτός εάν έχουν λόγους να αμφιβάλλουν για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλεπόμενες δραστηριότητες.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν, επίσης, το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων και το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει του άρθρου 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Κατά παρέκκλιση του δευτέρου εδαφίου, στην περίπτωση που ορίζεται στο άρθρο 34, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν επίσης το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος και το συνολικό ποσό έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζονται κατά το άρθρο 92 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση.

4.   Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης αρνηθούν να κοινοποιήσουν τις πληροφορίες της παραγράφου 2 στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιούν τους λόγους της άρνησής τους στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

Η άρνηση κοινοποίησης ή η παράλειψη απάντησης αποτελεί λόγο προσφυγής στη δικαιοσύνη του κράτους μέλους προέλευσης.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 36

Έναρξη δραστηριοτήτων

1.   Πριν το υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών του άρθρου 35 προκειμένου να οργανώσουν την εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 και να γνωστοποιήσουν, αν χρειάζεται, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αυτές οι δραστηριότητες θα ασκούνται στο κράτος υποδοχής.

2.   Το υποκατάστημα, μόλις λάβει την κοινοποίηση εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής ή, σε περίπτωση σιωπής εκ μέρους τους, μόλις λήξει η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του.

3.   Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των πληροφοριών που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 2 στοιχεία β), γ) και δ), το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιεί, γραπτώς, αυτήν τη μεταβολή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής, τουλάχιστον ένα μήνα πριν την μεταβολή, ώστε οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης να μπορέσουν να λάβουν απόφαση έπειτα από κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 35 και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να λάβουν απόφαση σχετικά με τις προϋποθέσεις της μεταβολής δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

4.   Τα υποκαταστήματα που έχουν αρχίσει τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν στο κράτος μέλους υποδοχής, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, θεωρείται ότι έχουν υπαχθεί στις διαδικασίες του άρθρου 35 και στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου. Από την 1η Ιανουαρίου 1993, τα υποκαταστήματα αυτά διέπονται από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και από τα άρθρα 33 και 52 και το κεφάλαιο 4.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 37

Πληροφορίες σχετικά με απορριπτικές αποφάσεις

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή και την ΕΑΤ για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 35 και το άρθρο 36 παράγραφος 3.

Άρθρο 38

Συνάθροιση υποκαταστημάτων

Περισσότερες της μιας έδρες εκμετάλλευσης τις οποίες έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος μέλος ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 3

Άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

Άρθρο 39

Διαδικασία κοινοποίησης

1.   Κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητές του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι και τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής την κοινοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εντός προθεσμίας ενός μηνός από την παραλαβή της.

3.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί από πιστωτικά ιδρύματα που παρείχαν υπηρεσίες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 4

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής

Άρθρο 40

Απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να απαιτούν, για στατιστικούς σκοπούς, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει υποκατάστημα στο έδαφός του, να υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα έκθεση για τις δραστηριότητες που πραγματοποίησε στο έδαφός του.

Οι εκθέσεις αυτές ζητούνται μόνον για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς, προς εφαρμογή του άρθρου 51 παράγραφος 1, ή για σκοπούς εποπτείας σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Υπόκεινται στην τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν συγκεκριμένα να απαιτούν πληροφορίες από τα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προκειμένου να μπορέσουν να εκτιμήσουν κατά πόσον ένα υποκατάστημα είναι σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 51 παράγραφος 1.

Άρθρο 41

Μέτρα λαμβανόμενα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης σε σχέση με δραστηριότητες ασκούμενες στο κράτος μέλος υποδοχής

1.   Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με βάση πληροφορίες που λαμβάνουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δυνάμει του άρθρου 50, διαπιστώσουν ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του, πληροί κάποιον από τους ακόλουθους όρους σε σχέση με τις δραστηριότητές του στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης:

α)

το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται προς τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή προς τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το πιστωτικό ίδρυμα να μην συμμορφωθεί προς τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή προς τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης λαμβάνουν αμελλητί όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα θα αντιμετωπίσει τη μη συμμόρφωσή του ή θα λάβει μέτρα αποτροπής του κινδύνου μη συμμόρφωσης. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν τα εν λόγω μέτρα χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

2.   Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δεν εκπλήρωσαν ή δεν θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο, μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οιαδήποτε απόφαση δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού εντός 24 ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 42

Αιτιολόγηση και κοινοποίηση

Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παράγραφος 1 ή των άρθρων 43 ή 44 και επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ή στην ελεύθερη εγκατάσταση, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα.

Άρθρο 43

Προληπτικά μέτρα

1.   Προτού ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, ενόσω εκκρεμεί η λήψη μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ή μέτρων εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/24/ΕΚ, να λαμβάνουν τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για προστασία από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος μέλος υποδοχής.

2.   Τα προληπτικά μέτρα της παραγράφου 1 είναι αναλογικά προς τον σκοπό τους να προστατεύσουν από ενδεχόμενη χρηματοοικονομική αστάθεια που θα απειλούσε σοβαρά τα συλλογικά συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και των πελατών στο κράτος μέλος υποδοχής. Σε αυτά τα προληπτικά μέτρα μπορεί να περιλαμβάνεται η αναστολή πληρωμών. Δεν πρέπει να οδηγούν σε προνομιακή μεταχείριση των πιστωτών του πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος υποδοχής έναντι των πιστωτών του σε άλλα κράτη μέλη.

3.   Τα τυχόν ληφθέντα δυνάμει της παραγράφου 1 προληπτικά μέτρα παύουν να ισχύουν μόλις οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές του κράτους μέλους προέλευσης λάβουν μέτρα εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 2001/24/ΕΚ.

4.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αίρουν τα προληπτικά μέτρα μόλις θεωρήσουν ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου βάσει του άρθρου 41, εκτός εάν παύσουν να ισχύουν σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

5.   Η Επιτροπή, η ΕΑΤ και οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών ενημερώνονται αμελλητί για τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 1.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ή οποιουδήποτε άλλου θιγόμενου κράτους μέλους έχουν αντιρρήσεις ως προς τα μέτρα που λήφθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οιαδήποτε απόφαση δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού εντός 24 ωρών. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 44

Εξουσίες των κρατών μελών υποδοχής

Τα κράτη μέλη υποδοχής δικαιούνται, κατά παρέκκλιση των άρθρων 40 και 41, να ασκούν τις εξουσίες που τους παρέχονται βάσει της παρούσας οδηγίας και να λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή των παραβάσεων που διαπράττονται στο έδαφός τους των κανόνων που έχουν θεσπίσει σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή για λόγους γενικού συμφέροντος. Μπορούν μεταξύ άλλων να απαγορεύσουν σε παρατυπούντα πιστωτικά ιδρύματα να προβούν σε νέες πράξεις στο έδαφός τους.

Άρθρο 45

Μέτρα μετά την ανάκληση άδειας λειτουργίας

Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσουν το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφός του και να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των καταθετών.

Άρθρο 46

Διαφήμιση

Το παρόν κεφάλαιο δεν εμποδίζει τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος να διαφημίζουν τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν με όλα τα μέσα επικοινωνίας που υπάρχουν στο κράτος μέλος υποδοχής, τηρουμένων των κανόνων που ενδεχομένως διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΣΧΈΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΊΤΕΣ ΧΏΡΕΣ

Άρθρο 47

Κοινοποίηση σε σχέση με υποκαταστήματα τρίτων χωρών και τους όρους πρόσβασης για τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα

1.   Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν επί των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, κατά την έναρξη ή κατά τη συνέχιση άσκησης της δραστηριότητάς τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εντός της Ένωσης.

2.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Επιτροπή, την ΕΑΤ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών που συστάθηκε με την απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής (23) όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα.

3.   Η Ένωση μπορεί, μέσω συμφωνιών που συνάπτει με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, να συμφωνεί με την εφαρμογή διατάξεων οι οποίες προσφέρουν στα υποκαταστήματα πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του σε τρίτη χώρα την ίδια μεταχείριση στο σύνολο της επικράτειας της Ένωσης.

Άρθρο 48

Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών

1.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο, είτε κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους είτε με δική της πρωτοβουλία, για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μια ή περισσότερες τρίτες χώρες, με σκοπό τον καθορισμό των τρόπων άσκησης της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση ως προς:

α)

τα ιδρύματα η μητρική επιχείρηση των οποίων εδρεύει σε τρίτη χώρα ή

β)

τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα και οι μητρικές επιχειρήσεις των οποίων είναι ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που εδρεύουν στην Ένωση.

2.   Οι συμφωνίες της παραγράφου 1 αποσκοπούν ιδίως στη διασφάλιση ότι:

α)

οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία, βάσει της ενοποιημένης οικονομικής τους κατάστασης, ιδρυμάτων, χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών εγκατεστημένων στην Ένωση, που έχουν ως θυγατρικές ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ευρισκόμενα σε τρίτη χώρα ή κατέχουν συμμετοχή σε αυτές,

β)

οι εποπτικές αρχές τρίτων χωρών μπορούν να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία μητρικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στο έδαφός τους και έχουν ως θυγατρικές ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ευρισκόμενα σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή κατέχουν συμμετοχή σε αυτές και

γ)

η ΕΑΤ μπορεί να λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών τις πληροφορίες που αυτές έχουν λάβει από τις εθνικές αρχές τρίτων χωρών, σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, εξετάζει τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και την κατάσταση που προκύπτει από αυτές.

4.   Η ΕΑΤ παρέχει συνδρομή στην Επιτροπή για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΉ ΕΠΟΠΤΕΊΑ

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 1

Αρχές της προληπτικής εποπτείας

Τμημα I

Αρμοδιοτητεσ και καθηκοντα του κρατουσ μελουσ καταγωγησ και του κρατουσ μελουσ υποδοχησ

Άρθρο 49

Αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής

1.   Η προληπτική εποπτεία επί των ιδρυμάτων, η οποία καλύπτει και τις βάσει των άρθρων 33 και 34 δραστηριότητές τους, ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

2.   Η παράγραφος 1 δεν θίγει την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση.

3.   Τα μέτρα που λαμβάνονται από το κράτος μέλος υποδοχής δεν προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση βάσει του γεγονότος ότι το ίδρυμα έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 50

Συνεργασία αναφορικά με την εποπτεία

1.   Οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών συνεργάζονται στενά με στόχο την εποπτεία της δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν, ιδίως μέσω υποκαταστήματος, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, εκτός του κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους. Ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων και οι οποίες μπορούν να διευκολύνουν την άσκηση εποπτείας και την εξέταση των όρων χορήγησης άδειας λειτουργίας, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο των ιδρυμάτων, ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τον περιορισμό των μεγάλων ανοιγμάτων, άλλους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τον συστημικό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει το ίδρυμα, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν πάραυτα στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση που αφορά την εποπτεία της ρευστότητας, σύμφωνα με το έκτο μέρος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τον τίτλο VII κεφάλαιο 3 της παρούσας οδηγίας, των δραστηριοτήτων που ασκεί το ίδρυμα μέσω των υποκαταστημάτων του, στον βαθμό που οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις αυτές είναι σχετικές με την προστασία των καταθετών ή των επενδυτών στο κράτος μέλος υποδοχής.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνουν αμέσως τις αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών υποδοχής όταν προκύπτει ή αναμένεται ευλόγως να προκύψει κρίση ρευστότητας. Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει επίσης λεπτομέρειες σχετικά με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή σχεδίου ανάκαμψης καθώς και με ενδεχόμενα προληπτικά εποπτικά μέτρα που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο.

4.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης κοινοποιούν και εξηγούν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον τους ζητηθεί, με ποιόν τρόπο ελήφθησαν υπόψη οι πληροφορίες και οι διαπιστώσεις που τους κοινοποιήθηκαν από αυτές. Όταν, μετά την κοινοποίηση πληροφοριών και διαπιστώσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής συνεχίζουν να θεωρούν ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δεν έχουν λάβει κατάλληλα μέτρα, μπορούν, αφού πρώτα ενημερώσουν τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και την ΕΑΤ, να λάβουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προληφθούν περαιτέρω παραβάσεις ούτως ώστε να προστατευθούν τα συμφέροντα των καταθετών, των επενδυτών και άλλων στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή να προστατευθεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαφωνούν με τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Εάν ενεργήσει η ΕΑΤ σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, λαμβάνει οιαδήποτε απόφαση εντός ενός μηνός.

5.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παραπέμπουν στην ΕΑΤ καταστάσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Με την επιφύλαξη του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, σε αυτές τις καταστάσεις η ΕΑΤ μπορεί να ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που της παρέχονται με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Η ΕΑΤ μπορεί επίσης να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στην επίτευξη συμφωνίας για την ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει του εν λόγω άρθρου με δική της πρωτοβουλία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του εν λόγω κανονισμού.

6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών, που μπορεί να διευκολύνουν την παρακολούθηση των ιδρυμάτων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 6 και 7 στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Άρθρο 51

Σημαντικά υποκαταστήματα

1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να υποβάλλουν αίτημα στον φορέα ενοποιημένης εποπτείας, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το άρθρο 112 παράγραφος 1, ή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, ώστε υποκατάστημα ιδρύματος πλην επιχείρησης επενδύσεων που υπόκειται στο άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 να θεωρηθεί σημαντικό.

Σε αυτό το αίτημα εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους το υποκατάστημα πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό, με ιδιαίτερη αναφορά στα εξής:

α)

στο κατά πόσον το μερίδιο αγοράς του υποκαταστήματος ως προς τις καταθέσεις υπερβαίνει το 2 % στο κράτος μέλος υποδοχής,

β)

στον πιθανό αντίκτυπο από την αναστολή ή την παύση της λειτουργίας του υποκαταστήματος στη συστημική ρευστότητα και τα συστήματα πληρωμών, διακανονισμού και εκκαθάρισης στο κράτος μέλος υποδοχής,

γ)

στο μέγεθος και τη σημασία του υποκαταστήματος ως προς τον αριθμό των πελατών στο πλαίσιο του τραπεζικού ή χρηματοοικονομικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και, στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το άρθρο 112 παράγραφος 1, ο φορέας ενοποιημένης εποπτείας, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση ως προς τον χαρακτηρισμό ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού.

Εάν δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση εντός δύο μηνών από τη λήψη του αιτήματος του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνουν αυτοτελώς απόφαση εντός νέας προθεσμίας δύο μηνών σχετικά με το εάν το υποκατάστημα είναι σημαντικό. Κατά τη λήψη της απόφασής τους οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής λαμβάνουν υπόψη τυχόν απόψεις και επιφυλάξεις του φορέα ενοποιημένης εποπτείας ή των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης.

Οι αποφάσεις που αναφέρονται στο τρίτο και τέταρτο εδάφιο εκτίθενται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολογία και διαβιβάζονται στις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, αναγνωρίζονται δε ως καθοριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Ο χαρακτηρισμός ενός υποκαταστήματος ως σημαντικού δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των αρμόδιων αρχών βάσει της παρούσας οδηγίας.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένο σημαντικό υποκατάστημα τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και εκτελούν τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 112 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Εάν αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αντιληφθεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης, κατά το άρθρο 114 παράγραφος 1, ειδοποιεί αμελλητί τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 58 παράγραφος 4 και στο άρθρο 59 παράγραφος 1.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα τα αποτελέσματα των εκτιμήσεων κινδύνων των ιδρυμάτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω υποκαταστήματα όπως αναφέρεται στο άρθρο 97 και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 113 παράγραφος 2. Επίσης διαβιβάζουν τις αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 104 και 105 στον βαθμό που οι εν λόγω εκτιμήσεις και αποφάσεις αφορούν αυτά τα υποκαταστήματα.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα σχετικά με τα επιχειρησιακά μέτρα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 11, όταν αυτό ενδείκνυται όσον αφορά τους κινδύνους ρευστότητας στο νόμισμα του κράτους μέλους υποδοχής.

Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης δεν έχουν διαβουλευθεί με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ή εάν, μετά τη διαβούλευση αυτή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής επιμένουν ότι τα επιχειρησιακά μέτρα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 86 παράγραφος 11 δεν είναι κατάλληλα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν το ζήτημα στην ΕΑΤ και να ζητήσουν τη συνδρομή της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

3.   Στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν εφαρμόζεται το άρθρο 116, οι αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν ένα ίδρυμα με σημαντικά υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη συστήνουν σώμα εποπτών υπό την προεδρία τους, προκειμένου να διευκολύνουν τη συνεργασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 50. Η σύσταση και η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτούς κανόνες που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, μετά από διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αποφασίζει ποιες αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις εκάστοτε συνεδριάσεις ή δραστηριότητες του σώματος.

Η απόφαση της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης λαμβάνει υπόψη τη σημασία της εποπτικής δραστηριότητας που προγραμματίζεται ή συντονίζεται για τις αρχές αυτές, ιδίως δε τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος στα άλλα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7, και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει εκ των προτέρων πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με την οργάνωση αυτών των συνεδριάσεων, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ενημερώνει επίσης εγκαίρως και πλήρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται σε αυτές τις συνεδριάσεις ή τα μέτρα που λαμβάνονται.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τις γενικές προϋποθέσεις λειτουργίας των σωμάτων εποπτών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να ρυθμίσει την επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εποπτών.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014.

Άρθρο 52

Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος

1.   Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν ένα ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά του μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένου προς τούτο προσώπου, στον επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 50 και στις επιθεωρήσεις αυτών των υποκαταστημάτων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης μπορούν επίσης να προσφεύγουν, για την επιθεώρηση των υποκαταστημάτων, σε μια από τις άλλες διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 118.

3.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν την εξουσία να διεξάγουν, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα ιδρυμάτων στο έδαφός τους και να απαιτούν πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του καθώς και για λόγους εποπτείας, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής πραγματοποιούν διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης. Μετά από τους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις αυτές, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης τις πληροφορίες και τα ευρήματα που είναι σημαντικά για την εκτίμηση κινδύνου του ιδρύματος ή για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εν λόγω πληροφορίες και τα εν λόγω ευρήματα κατά τον προσδιορισμό του προγράμματος εποπτικής εξέτασης του άρθρου 99, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής.

4.   Οι επιτόπιοι έλεγχοι και επιθεωρήσεις των υποκαταστημάτων διεξάγονται σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται ο έλεγχος ή η επιθεώρηση.

Τμημα II

Ανταλλαγη πληροφοριων και επαγγελματικο απορρητο

Άρθρο 53

Επαγγελματικό απόρρητο

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμόδιων αρχών και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου.

Οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν αυτών των προσώπων, ελεγκτών ή εμπειρογνωμόνων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Εντούτοις, οσάκις πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή του οποίου διατάχθηκε αναγκαστική εκκαθάριση με δικαστική απόφαση, όσες εμπιστευτικές πληροφορίες δεν αφορούν τους τρίτους που αναμείχθηκαν στις προσπάθειες διάσωσής του επιτρέπεται να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών του αστικού ή του εμπορικού δικαίου.

2.   Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες ή να διαβιβάζουν πληροφορίες προς το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ΕΑΚΚΑ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα, με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, με τα άρθρα 31, 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και με τα άρθρα 31 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Οι εν λόγω πληροφορίες υπόκεινται στην παράγραφο 1.

3.   Η παράγραφος 1 δεν εμποδίζει της αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 100 της παρούσας οδηγίας ή το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 ή να κοινοποιούν τα αποτελέσματα προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων στην ΕΑΤ με σκοπό τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων ανά την Ένωση από την ΕΑΤ.

Άρθρο 54

Χρησιμοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών

Οι αρμόδιες αρχές οι οποίες δέχονται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 53, τις χρησιμοποιούν μόνον κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και μόνον για τους κάτωθι σκοπούς:

α)

για να ελέγχουν ότι πληρούνται οι όροι πρόσβασης στη δραστηριότητα πιστωτικού ιδρύματος και να διευκολύνεται ο έλεγχος, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων καθώς και της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου,

β)

για την επιβολή κυρώσεων,

γ)

στο πλαίσιο προσφυγής εναντίον απόφασης της αρμόδιας αρχής, συμπεριλαμβανομένων δικαστικών προσφυγών δυνάμει του άρθρου 72,

δ)

στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Άρθρο 55

Συμφωνίες συνεργασίας

Τα κράτη μέλη και η ΕΑΤ, βάσει του άρθρου 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας, που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών σύμφωνα με το άρθρο 56 και το άρθρο 57 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας, μόνο αν οι δημοσιοποιούμενες πληροφορίες υπόκεινται σε εγγύηση τήρησης των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμων με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

Όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δημοσιοποιούνται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση των αρχών που τις δημοσιοποίησαν και, κατά περίπτωση, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές δίνουν τη συγκατάθεσή τους.

Άρθρο 56

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρχών

Το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 54 δεν εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών εντός κράτους μέλους, μεταξύ αρμόδιων αρχών σε διαφορετικά κράτη μέλη ή μεταξύ αρμόδιων αρχών και των κάτωθι, για την εκπλήρωση της εποπτικής τους αποστολής:

α)

αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί το δημόσιο καθήκον εποπτείας άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και αρχών που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοοικονομικών αγορών,

β)

αρχών ή οργάνων επιφορτισμένων με την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω της χρήσης μακροπροληπτικών κανόνων,

γ)

οργάνων ή αρχών εξυγίανσης που αποσκοπούν στην προστασία της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,

δ)

συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας όπως αναφέρονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ε)

οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες,

στ)

προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Το άρθρο 53 παράγραφος 1 και το άρθρο 54 δεν εμποδίζουν τη διαβίβαση, σε οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων και αποζημίωσης των επενδυτών, πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

Οι λαμβανόμενες πληροφορίες σε κάθε περίπτωση υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

Άρθρο 57

Ανταλλαγή πληροφοριών με όργανα επίβλεψης

1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 53, 54 και 55, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία:

α)

των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες,

β)

των συμβατικών ή θεσμικών συστημάτων προστασίας όπως αναφέρονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

γ)

προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

2.   Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη απαιτούν να πληρούνται τουλάχιστον οι εξής προϋποθέσεις:

α)

οι πληροφορίες ανταλλάσσονται για την εκπλήρωση των καθηκόντων της παραγράφου 1,

β)

οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1,

γ)

όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν δημοσιοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν και, κατά περίπτωση, μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές δίνουν τη συγκατάθεσή τους.

3.   Με την επιφύλαξη των 53, 54 και 55, τα κράτη μέλη, προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοοικονομικού συστήματος, μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των αρχών ή των οργάνων που είναι εκ του νόμου αρμόδια για τον εντοπισμό των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών και για την διερεύνηση των παραβάσεων αυτών.

Στις περιπτώσεις αυτές τα κράτη μέλη απαιτούν να πληρούνται τουλάχιστον οι εξής προϋποθέσεις:

α)

οι πληροφορίες ανταλλάσσονται προς το σκοπό της ανίχνευσης και διερεύνησης παραβάσεων του εταιρικού δικαίου,

β)

οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1,

γ)

όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν δημοσιοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν και, κατά περίπτωση, μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές δίνουν τη συγκατάθεσή τους.

4.   Εάν οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προβαίνουν στον εντοπισμό ή την διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, ένα κράτος μέλος μπορεί να επεκτείνει τη δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπεται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο και στα πρόσωπα αυτά, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο.

5.   Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες δυνάμει του παρόντος άρθρου.

6.   Για την εφαρμογή της παραγράφου 4, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές, από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες, την ταυτότητα και τα ακριβή καθήκοντα των προσώπων στα οποία θα διαβιβασθούν οι εν λόγω πληροφορίες.

Άρθρο 58

Διαβίβαση πληροφοριών που αφορούν νομισματικά θέματα, θέματα προστασίας των καταθέσεων, συστημικά θέματα και θέματα πληρωμών

1.   Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, πληροφορίες προς τους κατωτέρω φορείς:

α)

κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ και άλλοι οργανισμοί με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, σε περίπτωση που οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος,

β)

συμβατικά ή θεσμικά συστήματα προστασίας όπως αναφέρονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

γ)

ενδεχομένως, άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής,

δ)

το ΕΣΣΚ, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) («ΕΑΑΕΣ»), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25) και η ΕΑΚΑΑ, όταν οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αποστολών τους σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την άρση των εμποδίων που αποτρέπουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάσουν πληροφορίες σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

2.   Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τις αρχές ή τους οργανισμούς της παραγράφου 1 να κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που οι τελευταίες τυχόν χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 54.

3.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμελλητί πληροφορίες στις κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένων της άσκησης νομισματικής πολιτικής και της συναφούς παροχής ρευστότητας, της επίβλεψης συστημάτων πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού και της διαφύλαξης της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος και στο ΕΣΣΚ, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των εκ του νόμου αποστολών του.

Άρθρο 59

Διαβίβαση πληροφοριών σε άλλες οντότητες

1.   Παρά τις διατάξεις του άρθρου 53 παράγραφος 1 και του άρθρου 54, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν, δυνάμει διατάξεων που προβλέπονται στο εθνικό δίκαιο, τη γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για το δίκαιο περί εποπτείας των ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων καθώς και στους επιθεωρητές τους που είναι εντεταλμένοι από τις εν λόγω υπηρεσίες.

Αυτές οι γνωστοποιήσεις πληροφοριών επιτρέπονται όμως μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για λόγους προληπτικής εποπτείας, καθώς και πρόληψης και εξυγίανσης υπό πτώχευση ιδρυμάτων. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες υπάγονται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης όπως προβλέπεται στο άρθρο 114 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να γνωστοποιούν πληροφορίες συναφείς με τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την κοινοποίηση συγκεκριμένων πληροφοριών που αφορούν την προληπτική εποπτεία ιδρυμάτων προς κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές στο κράτος μέλος τους, ελεγκτικά συνέδρια στο κράτος μέλος τους και άλλες παρόμοιες οντότητες στο κράτος μέλος τους, υπό τις εξής προϋποθέσεις:

α)

οι οντότητες έχουν ακριβή εντολή βάσει του εθνικού δικαίου να ερευνούν ή να ελέγχουν τις ενέργειες των αρχών που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των ιδρυμάτων ή με τη θέσπιση δικαίου που διέπει αυτή την εποπτεία,

β)

οι πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για την εκπλήρωση της εντολής που αναφέρεται στο στοιχείο α),

γ)

τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου βάσει του εθνικού δικαίου τουλάχιστον ισοδύναμες προς εκείνες που προβλέπονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1,

δ)

όταν η πληροφορία προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, δεν δημοσιοποιείται χωρίς τη ρητή έγκριση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους δόθηκε η έγκριση από τις εν λόγω αρχές.

Στο μέτρο που η κοινοποίηση πληροφοριών που αφορά την προληπτική εποπτεία περιλαμβάνει την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οποιαδήποτε επεξεργασία από τις οντότητες του πρώτου εδαφίου τηρεί τους ισχύοντες εθνικούς νόμους για τη μεταφορά της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Άρθρο 60

Δημοσιοποίηση πληροφοριών που αποκτώνται από επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του άρθρου 52 παράγραφος 4, του άρθρου 53 παράγραφος 2 και του άρθρου 56, καθώς και οι πληροφορίες που αποκτώνται κατά τους επιτόπιους ελέγχους ή επιθεωρήσεις του άρθρου 52 παράγραφοι 1 και 2, δεν αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων που προβλέπει το άρθρο 59 χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που ανακοίνωσε τις πληροφορίες ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε αυτός ο επιτόπιος έλεγχος ή επιθεώρηση.

Άρθρο 61

Γνωστοποίηση πληροφοριών που αφορούν υπηρεσίες εκκαθάρισης και διακανονισμού

1.   Καμία διάταξη του παρόντος κεφαλαίου δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να ανακοινώνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα άρθρα 53, 54 και 55 σε οίκο διακανονισμού και εκκαθάρισης ή άλλο παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο για να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή διακανονισμού σε αγορά του κράτους μέλους, εάν θεωρούν την ανακοίνωση αυτή αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών σε σχέση με αθετήσεις, έστω και δυνητικές, παρεμβαινόντων στην αγορά αυτή. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται υπόκεινται στις απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1.

2.   Εντούτοις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι βάσει του άρθρου 53 παράγραφος 2 λαμβανόμενες πληροφορίες να μην ανακοινώνονται στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 περιπτώσεις, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών που τις δημοσιοποίησαν.

Άρθρο 62

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας διενεργείται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και, κατά περίπτωση, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

Τμημα III

Υποχρεωσεισ των προσωπων που ειναι επιφορτισμενα με τον ελεγχο των ετησιων και των ενοποιημενων λογαριασμων

Άρθρο 63

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε πρόσωπο, στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών (26) και το οποίο ασκεί σε ίδρυμα τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών (27), στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (28) ή στο άρθρο 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή κάθε άλλο νόμιμο καθήκον, υποχρεούται τουλάχιστον να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε απόφαση ή γεγονός που αφορά το εν λόγω ίδρυμα, των οποίων το συγκεκριμένο πρόσωπο έλαβε γνώση κατά την άσκηση της αποστολής αυτής και τα οποία είναι δυνατόν:

α)

να αποτελούν ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων οι οποίες θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν, ειδικά, την άσκηση της δραστηριότητας των ιδρυμάτων,

β)

να θίγουν τη συνέχεια της λειτουργίας του ιδρύματος,

γ)

να οδηγήσουν σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι η ίδια υποχρέωση ισχύει και για το πρόσωπο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο όσον αφορά τα γεγονότα ή τις αποφάσεις των οποίων έλαβε γνώση το εν λόγω πρόσωπο στο πλαίσιο αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η οποία εκπληρούται σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από δεσμό ελέγχου με το ίδρυμα στο οποίο το πρόσωπο αυτό εκπληρώνει την εν λόγω αποστολή.

2.   Η καλή τη πίστει κοινολόγηση στις αρμόδιες αρχές, γεγονότων ή αποφάσεων της παραγράφου 1, από πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικά ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δεν συνεπάγεται καμία ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά. Αυτή η κοινολόγηση διενεργείται ταυτόχρονα στο διοικητικό όργανο του ιδρύματος, εφόσον δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για το αντίθετο.

Τμημα IV

Εποπτικεσ εξουσιεσ, εξουσιεσ επιβολησ κυρωσεων και δικαιωμα προσφυγησ

Άρθρο 64

Εποπτικές εξουσίες και εξουσίες επιβολής κυρώσεων

1.   Στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνουν στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένων ειδικότερα του δικαιώματος ανάκλησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 18, των εξουσιών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 102 και των εξουσιών που ορίζονται στα άρθρα 104 και 105.

2.   Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις εποπτικές τους εξουσίες και τις εξουσίες τους για την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και το εθνικό δίκαιο, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

άμεσα,

β)

σε συνεργασία με άλλες αρχές,

γ)

υπό την ευθύνη τους με ανάθεση καθηκόντων στις εν λόγω αρχές,

δ)

κατόπιν αιτήσεως προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Άρθρο 65

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα

1.   Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 64 και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβάνουν δε όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. Όταν τα κράτη μέλη αποφασίζουν να μην θεσπίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο, κοινοποιούν στην Επιτροπή τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας. Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται σε ιδρύματα, χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, σε περίπτωση παράβασης εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μπορεί να επιβάλλονται κυρώσεις, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εθνικό δίκαιο, στα μέλη του διοικητικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση.

3.   Στις αρμόδιες αρχές παρέχονται όλες οι εξουσίες συγκέντρωσης και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Με την επιφύλαξη άλλων σχετικών διατάξεων που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στις εν λόγω εξουσίες συμπεριλαμβάνονται:

α)

η εξουσία να απαιτείται από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα να παρέχουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται ανά τακτά διαστήματα και με ειδικώς προσδιορισμένους μορφότυπους για εποπτικούς και συναφείς στατιστικούς σκοπούς:

i)

ιδρύματα εγκατεστημένα στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

ii)

χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

iii)

μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

iv)

εταιρείες συμμετοχής μεικτών δραστηριοτήτων εγκατεστημένες στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος,

v)

πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv),

vi)

τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) ανέθεσαν επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες,

β)

η εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εάν είναι αναγκαίο, για την εκτέλεση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων:

i)

του δικαιώματος να απαιτείται η υποβολή εγγράφων,

ii)

της εξέτασης των βιβλίων και αρχείων των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) και λήψης αντιγράφων ή αποσπασμάτων από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία,

iii)

της λήψης προφορικών ή γραπτών εξηγήσεων από κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) ή τους εκπροσώπους του ή τα μέλη του προσωπικού του και

iv)

της συνέντευξης κάθε άλλου προσώπου που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας,

γ)

με την επιφύλαξη άλλων προϋποθέσεων που προβλέπονται στο ενωσιακό δίκαιο, η εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις επιχειρηματικές εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημεία i) έως vi) και οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση που περιλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία όταν η αρμόδια αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές θα ενημερωθούν προηγουμένως. Αν για την επιθεώρηση απαιτείται έγκριση δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση.

Άρθρο 66

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των απαιτήσεων παροχής άδειας λειτουργίας και των απαιτήσεων για απόκτηση ειδικών συμμετοχών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα στους νόμους, κανονισμούς και διοικητικές διατάξεις τους, τουλάχιστον όσον αφορά:

α)

τη δραστηριότητα αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό χωρίς ο αποδέκτης να είναι πιστωτικό ίδρυμα, κατά παράβαση του άρθρου 9,

β)

την έναρξη δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος χωρίς άδεια λειτουργίας, κατά παράβαση του άρθρου 9,

γ)

την απόκτηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή την περαιτέρω αύξηση, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα, ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική επιχείρηση του αποκτώντος ή αυξάνοντος τη συμμετοχή, χωρίς έγγραφη κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο αυτός επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή ή να την αυξήσει, κατά το χρονικό διάστημα εκτίμησης, ή παρά την αντίθετη γνώμη των αρμόδιων αρχών, κατά παράβαση του άρθρου 22 παράγραφος 1,

δ)

παύση κατοχής, άμεσα ή έμμεσα, ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα ή μείωση της ειδικής συμμετοχής ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των κατεχόμενων μεριδίων κεφαλαίου να είναι μικρότερη από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 25 ή ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική επιχείρηση, χωρίς έγγραφη κοινοποίηση προς τις αρμόδιες αρχές.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης,

β)

διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,

γ)

σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέου και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές εισπρακτέες σύμφωνα με το άρθρο 316 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

δ)

σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά 17ης Ιουλίου 2013,

ε)

διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,

στ)

αναστολή των εκλογικών δικαιωμάτων του ή των μετόχων που είναι υπεύθυνοι για τις παραβάσεις της παραγράφου 1.

Σε περίπτωση που η προβλεπόμενη στο στοιχείο γ) του πρώτου εδαφίου επιχείρηση είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

Άρθρο 67

Λοιπές διατάξεις

1.   Το παρόν άρθρο ισχύει τουλάχιστον όταν συμβαίνει οτιδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

ένα ίδρυμα απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

β)

ένα ίδρυμα, αφού πληροφορήθηκε για αγορές ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό του οι οποίες αυξάνουν τα ποσοστά συμμετοχής ή τα μειώνουν κάτω από ένα από τα όρια του άρθρου 22 παράγραφος 1 ή του άρθρου 25, δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές σχετικά με αυτές τις αγορές ή εκχωρήσεις, κατά παράβαση του άρθρου 26 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο,

γ)

ένα ίδρυμα εισηγμένο σε ρυθμιζόμενη αγορά του καταλόγου που πρόκειται να δημοσιευθεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 47 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ δεν κοινοποιεί, τουλάχιστον ετησίως, στις αρμόδιες αρχές τα ονόματα των μετόχων ή μελών που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, κατά παράβαση του άρθρου 26 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας,

δ)

ένα ίδρυμα δεν έχει θεσπίσει το πλαίσιο διακυβέρνησης που απαιτούν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς του άρθρου 74,

ε)

ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση ικανοποίησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του άρθρου 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στις αρμόδιες αρχές κατά παράβαση του άρθρου 99 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού,

στ)

ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές σε σχέση με τα στοιχεία του άρθρου 101 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ζ)

ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές σχετικά με ένα μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα κατά παράβαση του άρθρου 394 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

η)

ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές σχετικά με τη ρευστότητά του κατά παράβαση του άρθρου 415 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

θ)

ένα ίδρυμα δεν αναφέρει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές σχετικά με το δείκτη μόχλευσης κατά παράβαση του άρθρου 430 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ι)

ένα ίδρυμα κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο δεν διατηρεί ρευστά διαθέσιμα κατά παράβαση του άρθρου 412 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ια)

ένα ίδρυμα παρουσιάζει χρηματοδοτικό άνοιγμα πέραν των ορίων που θέτει το άρθρο 395 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ιβ)

ένα ίδρυμα είναι εκτεθειμένο στον πιστωτικό κίνδυνο μια θέσης τιτλοποίησης και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 405 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ιγ)

ένα ίδρυμα δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες κατά παράβαση του άρθρου 431 παράγραφοι 1, 2 και 3 ή του άρθρου 451 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

ιδ)

ένα ίδρυμα καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος κατά παράβαση του άρθρου 141 της παρούσας οδηγίας ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα άρθρα 28, 51 ή 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πληρωμές σε κατόχους μέσων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια,

ιε)

ένα ίδρυμα κηρύχθηκε υπεύθυνο για σοβαρές παραβάσεις των εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 2005/60/ΕΚ,

ιστ)

ένα ίδρυμα επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 91 να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του διοικητικού οργάνου.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α)

δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης,

β)

διαταγή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψής της στο μέλλον,

γ)

στην περίπτωση ιδρύματος, ανάκληση της άδειας λειτουργίας του ιδρύματος κατά το άρθρο 18,

δ)

με την επιφύλαξη του άρθρου 65 παράγραφος 2, προσωρινή απαγόρευση κατά μέλους του διοικητικού οργάνου ή άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου του ιδρύματος να ασκεί καθήκοντα σε ιδρύματα,

ε)

στην περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το 10 % του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέου και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και εισπρακτέες προμήθειες ή αμοιβές σύμφωνα με το άρθρο 316 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

στ)

στην περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη τα οποία δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα κατά 17ης Ιουλίου 2013,

ζ)

διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.

Σε περίπτωση που επιχείρηση του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε) είναι θυγατρική μητρικής επιχείρησης, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα θα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες καταστάσεις της ανώτατης μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση.

Άρθρο 68

Δημοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να δημοσιοποιούν στον επίσημο δικτυακό τους τόπο τουλάχιστον τις τελεσίδικες διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, περιλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις εν λόγω κυρώσεις.

Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσιοποίηση των μη τελεσίδικων κυρώσεων, οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν επίσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο δικτυακό τόπο τους, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις κυρώσεις ανωνύμως, κατά τρόπο σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και, μετά από υποχρεωτική προηγούμενη εκτίμηση, η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη,

β)

όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή διεξαγόμενη ποινική έρευνα,

γ)

όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στο βαθμό που μπορεί να προσδιορισθεί αυτό, δυσανάλογη ζημία στα ενδιαφερόμενα ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.

Εναλλακτικά, όταν οι περιστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο είναι πιθανόν να εκλείψουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η κατά την παράγραφο 1 δημοσιοποίηση μπορεί να αναβληθεί για το εν λόγω χρονικό διάστημα.

3.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει της παραγράφου 1 ή 2 παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για τουλάχιστον πέντε έτη. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατηρούνται στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

4.   Έως 18ης Ιουλίου 2015, η ΕΑΤ υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με τη δημοσίευση των κυρώσεων από τα κράτη μέλη σε ανώνυμη βάση, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, και ιδίως όταν έχουν διαπιστωθεί σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών εν προκειμένω. Επιπλέον, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή για οποιεσδήποτε σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη διάρκεια της δημοσιοποίησης των κυρώσεων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 69

Ανταλλαγή πληροφοριών για τις κυρώσεις και τήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ΕΑΤ

1.   Με την επιφύλαξη τήρησης των απαιτήσεων του επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ για όλες τις διοικητικές κυρώσεις, περιλαμβανομένων όλων των μόνιμων απαγορεύσεων, που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 65, 66 και 67, καθώς και για κάθε σχετική προσφυγή και τα αποτελέσματά τους. Η ΕΑΤ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις διοικητικές κυρώσεις που της γνωστοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσιτή μόνο στις αρμόδιες αρχές και ενημερώνεται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές.

2.   Όταν μια αρμόδια αρχή εκτιμά την καλή φήμη για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 1, του άρθρου 16 παράγραφος 3, του άρθρου 91 παράγραφος 1 και του άρθρου 121, συμβουλεύεται τη βάση δεδομένων της ΕΑΤ με τις διοικητικές κυρώσεις. Εφόσον έχει αλλάξει η κατάσταση των προσφυγών ή έχει γίνει δεκτή προσφυγή, η ΕΑΤ διαγράφει ή ενημερώνει τις σχετικές καταχωρίσεις στη βάση δεδομένων κατ’ αίτηση των αρμόδιων αρχών.

3.   Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, την ύπαρξη σχετικής καταδίκης στο ποινικό μητρώο του ενδιαφερομένου. Για τον σκοπό αυτό ανταλλάσσονται πληροφορίες σύμφωνα με την απόφαση 2009/316/ΔΕΥ του και την απόφαση-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ, όπως εφαρμόζονται στο εθνικό δίκαιο.

4.   Η ΕΑΤ τηρεί δικτυακό τόπο με συνδέσμους προς τη δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων από κάθε αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 68 και αναφέρει το χρονικό διάστημα για το οποίο κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις.

Άρθρο 70

Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων και άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων από τις αρμόδιες αρχές

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

α)

η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,

β)

ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,

γ)

η οικονομική ισχύς του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει, παραδείγματος χάριν, από τον συνολικό κύκλο εργασιών νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα φυσικού προσώπου,

δ)

η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιορισθούν,

ε)

οι ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιορισθούν,

στ)

ο βαθμός συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την αρμόδια αρχή,

ζ)

προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,

η)

τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.

Άρθρο 71

Καταγγελίες παραβάσεων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών για δυνητικές ή υπάρχουσες παραβάσεις εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προς τις αρμόδιες αρχές.

2.   Οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)

ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και την παρακολούθηση καταγγελιών για παραβάσεις,

β)

κατάλληλη προστασία για εργαζομένους ιδρυμάτων που κοινοποιούν παραβάσεις που διαπράττονται εντός του ιδρύματος, τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης,

γ)

προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τόσο του προσώπου που καταγγέλλει τις παραβάσεις, όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε παράβαση, σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ,

δ)

σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός του ιδρύματος, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή μεταγενέστερης ποινικής διαδικασίας.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτά να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και αυτόνομου διαύλου.

Ο δίαυλος αυτός μπορεί επίσης να παρέχεται με ρυθμίσεις που προβλέπονται από τους κοινωνικούς εταίρους. Ισχύει η ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχεία β), γ) και δ).

Άρθρο 72

Δικαίωμα προσφυγής

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κατά των αποφάσεων και μέτρων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δύναται να ασκηθεί προσφυγή. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση αίτησης έγκρισης η οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στοιχεία, υπάρχει δικαίωμα προσφυγής.

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 2

Διαδικασία επανεξέτασης

Τμημα I

Διαδικασια εκτιμησησ τησ επαρκειασ του εσωτερικου κεφαλαιου

Άρθρο 73

Εσωτερικό κεφάλαιο

Τα ιδρύματα διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες στρατηγικές και διαδικασίες για την εκτίμηση και τη διατήρηση σε διαρκή βάση του ύψους, της σύνθεσης και της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους έχουν αναλάβει ή τους οποίους ενδέχεται να αναλάβουν.

Οι εν λόγω στρατηγικές και διαδικασίες υπόκεινται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση ώστε να εξασφαλιστεί ότι παραμένουν πλήρεις και αναλογικές προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος.

Τμημα II

Πλαισιο, διαδικασιεσ και μηχανισμοι των ιδρυματων

Υποτμημα 1

Γενικεσ αρχεσ

Άρθρο 74

Εσωτερική διακυβέρνηση και σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης

1.   Τα ιδρύματα θεσπίζουν άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης το οποίο να περιλαμβάνει σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνουν ή ενδέχεται να αναλάβουν, επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών καθώς και πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που να συνάδουν προς τις αρχές της ορθής και αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων.

2.   Το πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 πρέπει να είναι εκτενή και αναλογικά προς τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες του ιδρύματος. Λαμβάνονται υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που ορίζονται στα άρθρα 76 έως 95.

3.   Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι έχουν θεσπιστεί σχέδια ανάκαμψης για την επαναφορά της οικονομικής κατάστασης ιδρύματος έπειτα από ουσιαστική επιδείνωση και σχέδια εξυγίανσης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, οι απαιτήσεις για ένα ίδρυμα να εκπονεί, να διατηρεί και να ενημερώνει τα σχέδια ανάκαμψης και για την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να ετοιμάζει σχέδια εξυγίανσης μπορεί να ελαττώνονται εάν, κατόπιν διαβούλευσης με την εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, οι αρμόδιες αρχές κρίνουν ότι η πτώχευση συγκεκριμένου ιδρύματος λόγω, μεταξύ άλλων, του μεγέθους του, του επιχειρηματικού του μοντέλου ή της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα, ή με το χρηματοοικονομικό σύστημα εν γένει, δεν θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους χρηματοδοτικούς όρους.

Τα ιδρύματα συνεργάζονται στενά με τις αρχές εξυγίανσης και τους παρέχουν κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη για την προετοιμασία και κατάστρωση βιώσιμων σχεδίων εξυγίανσης εκθέτοντας τις επιλογές για την ομαλή εξυγίανση των ιδρυμάτων σε περίπτωση πτώχευσης, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.

Σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η ΕΑΤ έχει δικαίωμα να συμμετέχει και να συμβάλλει στην ανάπτυξη και τον συντονισμό αποτελεσματικών και συνεκτικών σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης.

Εν προκειμένω, η ΕΑΤ ενημερώνεται και έχει δικαίωμα να συμμετέχει σε συνεδριάσεις με θέμα την ανάπτυξη και το συντονισμό σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης. Η ΕΑΤ ενημερώνεται πλήρως και εκ των προτέρων σχετικά με τη διεξαγωγή τέτοιων συνεδριάσεων ή δραστηριοτήτων, οσάκις αυτές πραγματοποιούνται, καθώς και για τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τις δραστηριότητες προς εξέταση.

Άρθρο 75

Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών

1.   Οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τα κριτήρια για δημοσιοποίηση που ορίζονται στο άρθρο 450 παράγραφος 1 στοιχεία ζ), η) και θ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις χρησιμοποιούν για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ.

2.   Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ορθές πολιτικές αποδοχών οι οποίες συνάδουν με τις αρχές που προβλέπονται στα άρθρα 92 έως 95. Οι κατευθυντήριες γραμμές λαμβάνουν επίσης υπόψη τις αρχές περί ορθών πολιτικών αποδοχών που ορίζονται στη σύσταση 2009/384/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 2009, σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών (29).

Η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την ΕΑΤ για την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις πολιτικές αποδοχών για τις κατηγορίες υπαλλήλων που ασχολούνται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 2 της οδηγίας 2004/39/ΕΚ.

Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 1 για να προβαίνει σε συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών αποδοχών σε επίπεδο Ένωσης.

3.   Οι αρμόδιες αρχές συγκεντρώνουν πληροφορίες για τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά ίδρυμα με αποδοχές ύψους 1 εκατομμυρίου EUR ή περισσότερο ανά οικονομικό έτος, σε επίπεδο αμοιβών 1 εκατομμυρίου EUR, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων των θέσεων απασχόλησης αυτών, του σχετικού επιχειρηματικού τομέα και των βασικών στοιχείων μισθού, πρόσθετων αμοιβών, μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και συνταξιοδοτικών εισφορών. Αυτές οι πληροφορίες διαβιβάζονται στην ΕΑΤ, η οποία τις δημοσιεύει συνολικά στη βάση κράτους μέλους προέλευσης σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται.

Υποτμημα 2

Τεχνικα κριτηρια για την οργανωση και την αντιμετωπιση των κινδυνων

Άρθρο 76

Αντιμετώπιση κινδύνων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για την ανάληψη, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τη μείωση των κινδύνων στους οποίους είναι ή θα μπορούσε να είναι εκτεθειμένο το ίδρυμα, περιλαμβανομένων εκείνων που προκαλούνται από το μακροοικονομικό περιβάλλον στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβανομένης υπόψη της φάσης του οικονομικού κύκλου.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο αφιερώνει αρκετό χρόνο στην εκτίμηση των θεμάτων κινδύνου. Το διοικητικό όργανο συμμετέχει ενεργά και διασφαλίζει ότι διατίθενται επαρκείς πόροι για τη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων που εξετάζονται στην παρούσα οδηγία και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και στην αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού, τη χρήση εξωτερικών αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας και εσωτερικών υποδειγμάτων σε σχέση με τους εν λόγω κινδύνους. Το ίδρυμα εισάγει διαύλους αναφοράς στο διοικητικό όργανο, που να καλύπτουν όλους τους σημαντικούς κινδύνους και τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων καθώς και τις αλλαγές τους.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους συνιστούν επιτροπή κινδύνου, αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν έχουν καμία εκτελεστική λειτουργία στο αντίστοιχο ίδρυμα. Τα μέλη της επιτροπής κινδύνου έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και την πολιτική ανάληψης κινδύνων του ιδρύματος.

Η επιτροπή κινδύνου συμβουλεύει το διοικητικό όργανο σχετικά με τη συνολική παρούσα και μελλοντική ανάληψη κινδύνων και στρατηγική κινδύνου του ιδρύματος και βοηθά το διοικητικό όργανο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτατα διοικητικά στελέχη. Το διοικητικό όργανο φέρει πλήρη ευθύνη για τους κινδύνους.

Η επιτροπή κινδύνου ελέγχει εάν οι τιμές των στοιχείων παθητικού και ενεργητικού που προσφέρονται στους πελάτες λαμβάνουν πλήρως υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική κινδύνου του ιδρύματος. Όταν οι τιμές δεν απηχούν με ακρίβεια τους κινδύνους σύμφωνα με το επιχειρηματικό μοντέλο και τη στρατηγική κινδύνου, η επιτροπή κινδύνου υποβάλλει διορθωτικό σχέδιο στο διοικητικό όργανο.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα ίδρυμα που δεν θεωρείται σημαντικό σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο να συνιστά κοινή επιτροπή αποτελούμενη από την επιτροπή κινδύνου και την επιτροπή ελέγχου όπως αναφέρεται στο άρθρο 41 της οδηγίας 2006/43/ΕΚ. Τα μέλη της κοινής επιτροπής πρέπει να κατέχουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτούνται για την επιτροπή κινδύνου και για την επιτροπή ελέγχου.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα και η επιτροπή κινδύνου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί τέτοια, έχουν επαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς την κατάσταση κινδύνου του ιδρύματος και, εάν απαιτείται και κρίνεται σκόπιμο, στο τμήμα διαχείρισης κινδύνου και σε ειδικούς εξωτερικούς συμβούλους.

Το διοικητικό όργανο με την εποπτική του αρμοδιότητα και η επιτροπή κινδύνου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί τέτοια, καθορίζουν το είδος, την ποσότητα, τη μορφή και τη συχνότητα των πληροφοριών που πρέπει να λαμβάνουν σχετικά με θέματα κινδύνου. Η επιτροπή κινδύνου, προκειμένου να συμβάλλει στη διαμόρφωση ορθών πολιτικών και πρακτικών αποδοχών και με την επιφύλαξη των καθηκόντων της επιτροπής αποδοχών, εξετάζει κατά πόσον τα κίνητρα που προβλέπει το σύστημα αποδοχών λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο, το κεφάλαιο, τη ρευστότητα και την πιθανότητα και το χρονοδιάγραμμα κερδών.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, σύμφωνα με την απαίτηση αναλογικότητας του άρθρου 7 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής (30), ότι τα ιδρύματα διαθέτουν τμήμα διαχείρισης κινδύνου το οποίο είναι ανεξάρτητο από τις επιχειρησιακές λειτουργίες και έχει επαρκείς εξουσίες, κύρος, πόρους και πρόσβαση στο διοικητικό όργανο.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το τμήμα διαχείρισης κινδύνου διασφαλίζει τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη δέουσα αναφορά όλων των σημαντικών κινδύνων. Διασφαλίζουν ότι το τμήμα διαχείρισης κινδύνου εμπλέκεται ενεργά στην ανάπτυξη της στρατηγικής κινδύνου του ιδρύματος και σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις διαχείρισης κινδύνου και ότι δύναται να παρουσιάσει την πλήρη εικόνα ολόκληρου του φάσματος των κινδύνων που αντιμετωπίζει το ίδρυμα.

Όποτε αυτό απαιτείται, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το τμήμα διαχείρισης κινδύνου μπορεί να αναφέρεται απευθείας στο διοικητικό όργανο, κατά την άσκηση της εποπτικής του δραστηριότητας, ανεξάρτητα από τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, και να εγείρει ανησυχίες και να προειδοποιεί το εν λόγω όργανο, όταν κρίνεται σκόπιμο, σε περίπτωση εξελίξεων ειδικού κινδύνου που πλήττουν ή ενδέχεται να πλήξουν το ίδρυμα, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του διοικητικού οργάνου κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας και/ή της διοικητικής του αρμοδιότητας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Ο επικεφαλής του τμήματος διαχείρισης κινδύνου είναι ανεξάρτητο ανώτατο διοικητικό στέλεχος με διακριτή αρμοδιότητα στο τμήμα διαχείρισης κινδύνου. Όπου η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος δεν δικαιολογούν το διορισμό ειδικού ατόμου, οι εν λόγω αρμοδιότητες μπορούν να αναλαμβάνονται από άλλο ανώτερο στέλεχος του ιδρύματος, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων.

Ο επικεφαλής του τμήματος διαχείρισης κινδύνου δεν απαλλάσσεται χωρίς την προηγούμενη έγκριση του διοικητικού οργάνου υπό την εποπτική του αρμοδιότητα και έχει απευθείας πρόσβαση στο διοικητικό όργανο υπό την εποπτική του αρμοδιότητα όποτε αυτό απαιτείται.

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 2006/73/ΕΚ στις επιχειρήσεις επενδύσεων.

Άρθρο 77

Εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές ενθαρρύνουν τα ιδρύματα που είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους τους, εσωτερικής τους οργάνωσης και της φύσεως, του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους να αναπτύξουν εσωτερικές προσεγγίσεις για την εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου και να αυξήσουν τη χρήση της προσέγγισης που βασίζεται στις εσωτερικές τους αξιολογήσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων για τον πιστοληπτικό κίνδυνο, όταν τα ανοίγματά τους είναι σημαντικά σε απόλυτες τιμές και όταν έχουν ταυτόχρονα ένα μεγάλο αριθμό σημαντικών αντισταθμισμάτων. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλο Ι κεφάλαιο 3 τμήμα 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Οι αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τους τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των ιδρυμάτων, ελέγχουν ότι δεν βασίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας για την εκτίμηση της φερεγγυότητας μιας οντότητας ή ενός χρηματοοικονομικού μέσου.

3.   Οι αρμόδιες αρχές ενθαρρύνουν τα ιδρύματα, λαμβάνοντας υπόψη τους το μέγεθός τους, την εσωτερική τους οργάνωση και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους να αναπτύξουν εσωτερικές ικανότητες για την εκτίμηση του εσωτερικού πιστοληπτικού κινδύνου και να αυξήσουν τη χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο των χρεωστικών τίτλων του χαρτοφυλακίου καθώς και εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των απαιτήσεων περί ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αθέτησης και μετατόπισης όταν η έκθεσή τους σε συγκεκριμένο κίνδυνο είναι σημαντική σε απόλυτες τιμές και όταν έχουν πολλές καθαρές θέσεις σε χρεόγραφα διαφορετικών εκδοτών.

Το παρόν άρθρο δεν θίγει την εκπλήρωση των κριτηρίων που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 5 τμήματα 1 έως 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων για την περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση της έννοιας των «εκθέσεων σε ειδικό κίνδυνο που είναι σημαντικές σε απόλυτες τιμές» της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο και των ορίων των μεγάλων αριθμών σημαντικών αντισυμβαλλομένων και των θέσεων σε χρεόγραφα διαφορετικών εκδοτών.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια κανονιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα θέσπισης των κανονιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 78

Εποπτική συγκριτική αξιολόγηση των εσωτερικών προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα που μπορούν να χρησιμοποιούν εσωτερικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων εκτός του λειτουργικού κινδύνου γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών των εσωτερικών προσεγγίσεών τους για τα ανοίγματα ή τις θέσεις τους που περιλαμβάνονται στα χαρτοφυλάκια αναφοράς. Τα ιδρύματα υποβάλλουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους μαζί με επεξήγηση των μεθοδολογιών που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή τους στις αρμόδιες αρχές, με την κατάλληλη συχνότητα και τουλάχιστον ετησίως.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα υποβάλλουν τα αποτελέσματα των υπολογισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σύμφωνα με το υπόδειγμα που έχει καταρτίσει η ΕΑΤ κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 8, στις αρμόδιες αρχές και την ΕΑΤ. Όταν οι αρμόδιες αρχές επιλέγουν να αναπτύξουν ειδικά χαρτοφυλάκια, τα αναπτύσσουν σε διαβούλευση με την ΕΑΤ και διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα γνωστοποιούν τα αποτελέσματα των υπολογισμών χωριστά από τα αποτελέσματα των υπολογισμών για τα χαρτοφυλάκια ΕΑΤ.

3.   Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν, βάσει των πληροφοριών που τους υποβάλλουν τα ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 1, το εύρος των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων ή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός του λειτουργικού κινδύνου, για τα ανοίγματα ή τις συναλλαγές του χαρτοφυλακίου αναφοράς που απορρέουν από τις εσωτερικές προσεγγίσεις των εν λόγω ιδρυμάτων. Τουλάχιστον κάθε χρόνο, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν την ποιότητα των προσεγγίσεων αυτών, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στα εξής:

α)

προσεγγίσεις που παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές ως προς τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για το ίδιο άνοιγμα,

β)

προσεγγίσεις με ιδιαίτερα υψηλή ή χαμηλή ποικιλία και επίσης προσεγγίσεις με σημαντική και συστηματική υποεκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων.

Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση προς συνδρομή των αρμόδιων αρχών κατά την εκτίμηση της ποιότητας των εσωτερικών προσεγγίσεων βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

4.   Όταν συγκεκριμένα ιδρύματα παρουσιάζουν σημαντική απόκλιση από την πλειοψηφία των ομολόγων τους ή υπάρχει μικρή ομοιότητα στην προσέγγιση που οδηγεί σε μεγάλη διακύμανση των αποτελεσμάτων, οι αρμόδιες αρχές ερευνούν τα σχετικά αίτια και, εφόσον μπορεί να διαπιστωθεί σαφώς ότι η προσέγγιση ενός ιδρύματος έχει ως αποτέλεσμα υποεκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί σε διαφορές των υποκείμενων κινδύνων των ανοιγμάτων ή θέσεων, λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα.

5.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις τους σχετικά με την καταλληλότητα των διορθωτικών δράσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 τηρούν την αρχή ότι οι δράσεις αυτές πρέπει να είναι σύμφωνες με τους στόχους μιας εσωτερικής προσέγγισης και συνεπώς:

α)

δεν συνεπάγονται τυποποίηση ή προτιμώμενες μεθόδους,

β)

δεν δημιουργούν εσφαλμένα κίνητρα ή

γ)

δεν προκαλούν αγελαία συμπεριφορά.

6.   Η ΕΑΤ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όταν κρίνει ότι απαιτούνται βάσει των πληροφοριών και εκτιμήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ώστε να βελτιωθούν οι εποπτικές πρακτικές ή οι πρακτικές των ιδρυμάτων όσον αφορά τις εσωτερικές προσεγγίσεις.

7.   Η ΕΑΤ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τις διαδικασίες για την ανταλλαγή εκτιμήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 μεταξύ των αρμόδιων αρχών και με την ΕΑΤ,

β)

τα πρότυπα για την εκτίμηση από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στην Επιτροπή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

8.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει:

α)

το υπόδειγμα, τους ορισμούς και τις λύσεις ΤΠ που πρέπει να εφαρμόζονται στην Ένωση για την υποβολή στοιχείων σύμφωνα με την παράγραφο 2,

β)

το χαρτοφυλάκιο ή τα χαρτοφυλάκια αναφοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα θέσπισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

9.   Η Επιτροπή, έως την 1η Απριλίου 2015 και αφού συμβουλευθεί την ΕΑΤ, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της συγκριτικής αξιολόγησης των εσωτερικών προτύπων, περιλαμβανομένης της εμβέλειας του προτύπου. Εφόσον ενδείκνυται, την έκθεση ακολουθεί νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 79

Πιστωτικός κίνδυνος και κίνδυνος αντισυμβαλλομένου

Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι:

α)

η χορήγηση πίστωσης βασίζεται σε ορθά και σαφώς καθορισμένα κριτήρια και ότι η διαδικασία έγκρισης, τροποποίησης, ανανέωσης και αναχρηματοδότησης των πιστώσεων ορίζεται με σαφήνεια,

β)

τα ιδρύματα έχουν εσωτερικές μεθόδους που τους επιτρέπουν να εκτιμούν τον πιστωτικό κίνδυνο των ανοιγμάτων σε μεμονωμένους οφειλέτες, σε χρεόγραφα ή σε θέσεις τιτλοποίησης και τον πιστωτικό κίνδυνο σε επίπεδο χαρτοφυλακίου. Ιδίως, οι εσωτερικές μέθοδοι δεν στηρίζονται αποκλειστικά ή μηχανιστικά σε εξωτερικές αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας. Όπου οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βασίζονται σε αξιολόγηση από Εξωτερικό Οργανισμό Πιστοληπτικών Αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) ή στο γεγονός ότι ένα άνοιγμα είναι χωρίς αξιολόγηση, αυτό δεν απαλλάσσει τα ιδρύματα από την πρόσθετη εξέταση άλλων σχετικών πληροφοριών για την εκτίμηση της κατανομής των εσωτερικών κεφαλαίων,

γ)

η διαρκής διαχείριση και παρακολούθηση των διαφόρων χαρτοφυλακίων και ανοιγμάτων που ενέχουν πιστωτικό κίνδυνο των ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων του εντοπισμού και της διαχείρισης προβληματικών πιστώσεων της διενέργειας επαρκών προσαρμογών και προβλέψεων αξίας, γίνεται μέσω αποτελεσματικών συστημάτων,

δ)

η διαφοροποίηση των πιστωτικών χαρτοφυλακίων είναι επαρκής σύμφωνα με τις αγορές-στόχους και τη συνολική στρατηγική πιστώσεων του ιδρύματος.

Άρθρο 80

Υπολειπόμενος κίνδυνος

Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι ο κίνδυνος οι αναγνωρισμένες τεχνικές μείωσης πιστωτικού κινδύνου που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα να αποδειχθούν λιγότερο αποτελεσματικές από ό,τι αναμενόταν αντιμετωπίζεται και ελέγχεται και με γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές και διαδικασίες.

Άρθρο 81

Κίνδυνος συγκέντρωσης

Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι ο κίνδυνος συγκέντρωσης από ανοίγματα έναντι κάθε αντισυμβαλλομένου, περιλαμβανομένων και κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ομάδων συνδεδεμένων αντισυμβαλλομένων και αντισυμβαλλομένων στον ίδιο οικονομικό τομέα ή γεωγραφική περιοχή, ή από την ίδια δραστηριότητα ή βασικό εμπόρευμα, ή από την εφαρμογή τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου, και ιδίως ο κίνδυνος που συνδέεται με μεγάλα έμμεσα πιστωτικά ανοίγματα, όπως ενός μόνο εκδότη εξασφαλίσεων, αντιμετωπίζεται και ελέγχεται και με γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές και διαδικασίες.

Άρθρο 82

Κίνδυνος τιτλοποίησης

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι κίνδυνοι από συναλλαγές τιτλοποίησης στις οποίες το πιστωτικό ίδρυμα είναι επενδυτής, μεταβιβάζων ή χρηματοδότης, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων φήμης, όπως προκύπτουν σε σχέση με πολύπλοκες δομές ή προϊόντα, αξιολογούνται και αντιμετωπίζονται με κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται ότι η οικονομική σημασία της συναλλαγής λαμβάνεται πλήρως υπόψη στις αποφάσεις εκτίμησης και διαχείρισης των κινδύνων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι, εάν το ίδρυμα είναι το μεταβιβάζον ίδρυμα ανακυκλούμενων συναλλαγών τιτλοποίησης με ρήτρα πρόωρης εξόφλησης, θα υφίσταται σχεδιασμός σχετικά με τη ρευστότητα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων τόσο των προγραμματισμένων όσο και των πρόωρων εξοφλήσεων.

Άρθρο 83

Κίνδυνος αγοράς

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό, τη μέτρηση και τη διαχείριση όλων των σημαντικών πηγών και επιπτώσεων των κινδύνων της αγοράς.

2.   Όταν η θέση short καθίσταται ληξιπρόθεσμη πριν από τη θέση long, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι και τα ιδρύματα λαμβάνουν μέτρα κατά του κινδύνου ανεπαρκούς ρευστότητας.

3.   Το εσωτερικό κεφάλαιο είναι επαρκές για σημαντικούς κινδύνους της αγοράς που δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

Τα ιδρύματα που, κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο θέσης, σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, έχουν συμψηφίσει τις θέσεις που έχουν σε μία ή περισσότερες από τις μετοχές που συναποτελούν έναν δείκτη μετοχών με θέση ή θέσεις στο συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών ή σε άλλο προϊόν συνδεδεμένο με δείκτη μετοχών, έχουν επαρκή εσωτερικά κεφάλαια ώστε να καλύπτουν τον κίνδυνο βάσης για ζημία που γεννάται από το ενδεχόμενο να μην ακολουθεί πλήρως η τιμή του συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης ή του άλλου προϊόντος τις τιμές των μετοχών που το συναποτελούν. Τα ιδρύματα έχουν επίσης τέτοια επαρκή εσωτερικά κεφάλαια όταν αυτά κατέχουν αντίθετες θέσεις σε συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης σε δείκτη μετοχών των οποίων η λήξη προθεσμίας, η σύνθεση ή και τα δύο δεν είναι πανομοιότυπες.

Όταν χρησιμοποιούν τη μεταχείριση του άρθρου 345 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι κρατούν επαρκή εσωτερικά κεφάλαια για την κάλυψη του κινδύνου ζημίας που υφίσταται μεταξύ του χρόνου της αρχικής δέσμευσης και της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

Άρθρο 84

Κίνδυνος επιτοκίου από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου

Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εφαρμόζουν συστήματα για τον εντοπισμό, την αξιολόγηση και τη διαχείριση του κινδύνου από δυνητικές μεταβολές επιτοκίων κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις δραστηριότητες του ιδρύματος που δεν σχετίζονται με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

Άρθρο 85

Λειτουργικός κίνδυνος

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες για την αξιολόγηση και τη διαχείριση της έκθεσης σε λειτουργικό κίνδυνο, περιλαμβανομένου του κινδύνου υποδείγματος, και την κάλυψη του κινδύνου που απορρέει από γεγονότα με χαμηλή συχνότητα και σοβαρές επιπτώσεις. Τα ιδρύματα διατυπώνουν με σαφήνεια τι συνιστά λειτουργικό κίνδυνο για τους σκοπούς αυτών των πολιτικών και διαδικασιών.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι καταρτίζονται σχέδια αντιμετώπισης επειγουσών καταστάσεων και συνέχισης της λειτουργίας που διασφαλίζουν την ικανότητα του ιδρύματος να συνεχίζει τη λειτουργία του και να περιορίζει τις ζημίες σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της δραστηριότητάς του.

Άρθρο 86

Κίνδυνος ρευστότητας

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και άρτια συστήματα για τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του κινδύνου ρευστότητας εντός κατάλληλου συνόλου χρονικών οριζόντων, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα ιδρύματα διατηρούν επαρκή επίπεδα αποθεμάτων ρευστότητας. Αυτές οι στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και τα συστήματα θα είναι σχεδιασμένα με βάση τους επιχειρηματικούς τομείς, τα νομίσματα, τους κλάδους και τις νομικές οντότητες και θα περιλαμβάνουν επαρκείς μηχανισμούς κατανομής κόστους ρευστότητας, ωφελειών και κινδύνων.

2.   Οι στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και τα συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου, το πεδίο λειτουργίας των ιδρυμάτων και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το διοικητικό όργανο και απηχούν τη σημασία του ιδρύματος σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Τα ιδρύματα κοινοποιούν την ανοχή κινδύνου σε όλους τους σχετικούς επιχειρηματικούς φορείς.

3.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα, λαμβανομένων υπόψη της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, έχουν χαρακτηριστικά κινδύνου ρευστότητας που συνάδουν με τα απαιτούμενα για ένα εύρυθμο και άρτιο σύστημα, χωρίς να τα υπερβαίνουν.

Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν τις εξελίξεις όσον αφορά τα χαρακτηριστικά κινδύνου ρευστότητας, λ.χ. τον σχεδιασμό προϊόντων και τον όγκο, τη διαχείριση κινδύνου, τις χρηματοδοτικές πολιτικές και τις συγκεντρώσεις χρηματοδότησης.

Οι αρμόδιες αρχές αναλαμβάνουν αποτελεσματική δράση όταν οι εξελίξεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο μπορεί να οδηγήσουν σε αστάθεια μεμονωμένου ιδρύματος ή συστημική αστάθεια.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ για οποιεσδήποτε δράσεις που αναλαμβάνονται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο.

Η ΕΑΤ εκδίδει συστάσεις κατά περίπτωση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα αναπτύσσουν μεθόδους για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση χρηματοδοτικών θέσεων. Αυτές οι μέθοδοι περιλαμβάνουν τωρινές και προβλεπόμενες χρηματορροές που προκύπτουν από στοιχεία του ενεργητικού, του παθητικού, στοιχεία εκτός ισολογισμού, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων υποχρεώσεων και πιθανών επιπτώσεων του κινδύνου φήμης.

5.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα διακρίνουν μεταξύ δεσμευμένων και μη βεβαρημένων στοιχείων του ενεργητικού τα οποία είναι πάντοτε διαθέσιμα, ιδιαίτερα σε επείγουσες καταστάσεις. Διασφαλίζουν επίσης ότι τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τη νομική οντότητα στην οποία ανήκουν τα στοιχεία του ενεργητικού, τη χώρα όπου τα στοιχεία είναι εγγεγραμμένα σε μητρώο ή σε λογαριασμό και την επιλεξιμότητα, παρακολουθούν δε πώς μπορούν να κινητοποιούνται εγκαίρως τα στοιχεία του ενεργητικού.

6.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα έχουν επίσης υπόψη τους υφιστάμενους νομικούς, κανονιστικούς και λειτουργικούς περιορισμούς σε ενδεχόμενες μεταφορές ρευστότητας και μη βεβαρημένων στοιχείων του ενεργητικού μεταξύ νομικών οντοτήτων, εντός και εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

7.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εξετάζουν διάφορα μέσα μείωσης κινδύνου ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ενός συστήματος ορίων και αποθεμάτων ρευστότητας, προκειμένου να είναι σε θέση να αντέξουν ποικίλες περιπτώσεις πίεσης, καθώς και επαρκώς διαφοροποιημένη χρηματοδοτική διάρθρωση και πρόσβαση σε πηγές χρηματοδότησης. Αυτές οι ρυθμίσεις επανεξετάζονται τακτικά.

8.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εξετάζουν εναλλακτικά σενάρια σχετικά με τις θέσεις ρευστότητας και τους παράγοντες μείωσης κινδύνου και επανεξετάζονται τουλάχιστον ετησίως οι παραδοχές στις οποίες στηρίζονται οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδοτική θέση. Για τους σκοπούς αυτούς, τα εναλλακτικά σενάρια αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα τα στοιχεία εκτός ισολογισμού και άλλες ενδεχόμενες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των οντοτήτων ειδικού σκοπού τιτλοποίησης (SSPE) ή άλλων οντοτήτων ειδικού σκοπού, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε σχέση με τις οποίες το ίδρυμα ενεργεί ως ανάδοχος ή παρέχει σημαντική υποστήριξη ρευστότητας.

9.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα εξετάζουν τις πιθανές επιπτώσεις συνδυασμένων εναλλακτικών σεναρίων ανάλογα με το ίδρυμα, σε όλο το εύρος της αγοράς και με συνδυασμένα εναλλακτικά σενάρια. Εξετάζονται διαφορετικές χρονικές περίοδοι και διάφοροι βαθμοί συνθηκών πίεσης.

10.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα προσαρμόζουν τις στρατηγικές, τις εσωτερικές πολιτικές και τα όρια κινδύνου ρευστότητας και αναπτύσσουν αποτελεσματικά σχέδια έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα των εναλλακτικών σεναρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 8.

11.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα έχουν θεσπίσει σχέδια ανάκτησης ρευστότητας, τα οποία καθορίζουν επαρκείς στρατηγικές και κατάλληλα μέτρα εφαρμογής προκειμένου να αντιμετωπίσουν πιθανά ελλείμματα ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων ελλειμμάτων που αφορούν κλάδους σε άλλα κράτη μέλη. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι αυτά τα σχέδια ελέγχονται από τα ιδρύματα τουλάχιστον ετησίως, ενημερώνονται βάσει του αποτελέσματος των εναλλακτικών σεναρίων που ορίζονται στην παράγραφο 8, υποβάλλονται με τη μορφή έκθεσης στα ανώτατα διοικητικά στελέχη και λαμβάνουν την έγκρισή τους, ώστε οι εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες να μπορούν να προσαρμοστούν ανάλογα. Τα ιδρύματα προβαίνουν στις απαραίτητες λειτουργικές ενέργειες εκ των προτέρων για να διασφαλίσουν ότι τα σχέδια ανάκτησης ρευστότητας μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Για τα πιστωτικά ιδρύματα, αυτές οι λειτουργικές ενέργειες περιλαμβάνουν την τήρηση ενεχύρων που είναι άμεσα διαθέσιμα για τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας. Αυτό περιλαμβάνει την τήρηση ενεχύρων, όπου απαιτείται, στο νόμισμα άλλου κράτους μέλους ή στο νόμισμα τρίτης χώρας στην οποία είναι εκτεθειμένα τα πιστωτικά ιδρύματα και, όπου απαιτείται για λειτουργικούς λόγους, εντός της επικράτειας ενός κράτους μέλους υποδοχής ή τρίτης χώρας στο νόμισμα της οποίας είναι εκτεθειμένα.

Άρθρο 87

Κίνδυνος υπερβολικής μόχλευσης

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα θεσπίζουν πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και την παρακολούθηση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης. Οι δείκτες κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης περιλαμβάνουν το δείκτη μόχλευσης που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 429 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις ασυμφωνίες μεταξύ του ενεργητικού και των υποχρεώσεων.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης με προνοητικό τρόπο λαμβάνοντας υπόψη τις δυνητικές αυξήσεις του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης λόγω μειώσεων των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος συνεπεία αναμενόμενων ή πραγματοποιηθεισών ζημιών, ανάλογα με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες. Για αυτόν τον σκοπό, τα ιδρύματα είναι ικανά να αντέξουν σε μια σειρά διαφορετικών περιπτώσεων πίεσης όσον αφορά τον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης.

Υποτμημα 3

Διακυβερνηση

Άρθρο 88

Ρυθμίσεις διακυβέρνησης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο ορίζει, επιβλέπει και λογοδοτεί για την υλοποίηση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση ενός ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένου του διαχωρισμού αρμοδιοτήτων στον οργανισμό και την πρόληψη αντικρουόμενων συμφερόντων.

Οι ρυθμίσεις αυτές τηρούν τις εξής αρχές:

α)

το διοικητικό όργανο πρέπει να έχει τη γενική ευθύνη του ιδρύματος και εγκρίνει και επιβλέπει την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων, της στρατηγικής αντιμετώπισης κινδύνου και της εσωτερικής διακυβέρνησης του ιδρύματος,

β)

το διοικητικό όργανο πρέπει να διασφαλίζει την αρτιότητα των συστημάτων λογιστικής και χρηματοοικονομικών εκθέσεων, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών και επιχειρησιακών ελέγχων και της συμμόρφωσης με το νόμο και τα συναφή πρότυπα,

γ)

το διοικητικό όργανο πρέπει να επιβλέπει τη διαδικασία δημοσιοποίησης και τις ανακοινώσεις,

δ)

το διοικητικό όργανο πρέπει να είναι υπεύθυνο για την αποτελεσματική επίβλεψη των ανώτατων διοικητικών στελεχών,

ε)

ο πρόεδρος του διοικητικού οργάνου ενός ιδρύματος στο πλαίσιο της εποπτικής του λειτουργίας δεν πρέπει να ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου στο ίδιο ίδρυμα, εκτός αν αυτό είναι δικαιολογημένο από το ίδρυμα και εγκεκριμένο από αρμόδιες αρχές.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο παρακολουθεί και εκτιμά κατά περιόδους την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης του ιδρύματος και προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους θεσπίζουν επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν έχουν καμία εκτελεστική λειτουργία στο αντίστοιχο ίδρυμα.

Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων:

α)

εντοπίζει και προτείνει, για έγκριση από το διοικητικό όργανο ή προς έγκριση κατά τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για τις κενές θέσεις του διοικητικού οργάνου, αξιολογεί το συνδυασμό γνώσεων, δεξιοτήτων, ποικιλότητας και εμπειρίας του διοικητικού οργάνου και συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για ένα συγκεκριμένο διορισμό και υπολογίζει τον χρόνο που αναμένεται να αφιερωθεί σε αυτή τη θέση.

Επιπλέον, η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων αποφασίζει ως προς τον καθορισμό στόχου για την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο και ετοιμάζει πολιτική για το πώς θα αυξηθεί ο αριθμός των ατόμων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός. Ο στόχος, η πολιτική και η εφαρμογή τους δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 435 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως εκτιμά τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού οργάνου και απευθύνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο σχετικά με τυχόν αλλαγές,

γ)

κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως εκτιμά τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρία μεμονωμένων μελών του διοικητικού οργάνου και του διοικητικού οργάνου ως συνόλου και υποβάλλει σχετικές αναφορές στο διοικητικό όργανο,

δ)

επανεξετάζει κατά περιόδους την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό όργανο για την επιλογή και το διορισμό ανώτατων διοικητικών στελεχών και κάνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο.

Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, λαμβάνει υπόψη της, στον βαθμό που είναι δυνατόν και σε διαρκή βάση, την ανάγκη να διασφαλισθεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό όργανο δεν κυριαρχείται από ένα άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων κατά τρόπο που θίγει τα συμφέροντα του ιδρύματος ως συνόλου.

Η επιτροπή ανάδειξης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε είδος πόρων κρίνει κατάλληλο, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων, και λαμβάνει τη δέουσα χρηματοδότηση προς τον σκοπό αυτό.

Στις περιπτώσεις όπου, βάσει του εθνικού δικαίου, το διοικητικό όργανο δεν έχει καμία αρμοδιότητα επί της διαδικασίας επιλογής και διορισμού οιουδήποτε εκ των μελών του, η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται.

Άρθρο 89

Υποβολή εκθέσεων ανά χώρα

1.   Από την 1η Ιανουαρίου 2015, τα κράτη μέλη ζητούν από κάθε ίδρυμα να δημοσιοποιεί ετησίως, εξειδικεύοντας ανά κράτος μέλος και τρίτη χώρα στις οποίες διαθέτει έδρα, τις ακόλουθες πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση για το οικονομικό έτος:

α)

επωνυμία ή επωνυμίες, φύση δραστηριοτήτων και γεωγραφική θέση,

β)

κύκλο εργασιών,

γ)

αριθμό μισθωτών σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης,

δ)

αποτελέσματα προ φόρων,

ε)

φόροι επί των αποτελεσμάτων,

στ)

εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.

2.   Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη ζητούν από τα ιδρύματα να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες της παραγράφου 1 στοιχεία α), β και γ), για πρώτη φορά στις 1η Ιουλίου 2014.

3.   Έως 1η Ιουλίου 2014, όλα τα παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια εντός της Ένωσης, όπως προσδιορίζονται διεθνώς, υποβάλλουν στην Επιτροπή εμπιστευτικά τις πληροφορίες της παραγράφου 1 στοιχεία δ), ε) και στ). Η Επιτροπή, αφού συμβουλευτεί την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΑΚΑΑ, κατά περίπτωση, προβαίνει σε γενική εκτίμηση ως προς τις ενδεχόμενες αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις της δημόσιας γνωστοποίησης αυτού του είδους πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων επί της ανταγωνιστικότητας, των επενδύσεων και της πιστοδοτικής ικανότητας και της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014.

Σε περίπτωση που στην έκθεση της Επιτροπής εντοπίζονται σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα, η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο υποβολής κατάλληλης νομοθετικής πρότασης για τροποποίηση των υποχρεώσεων γνωστοποίησης της παραγράφου 1 και μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 145 στοιχείο η), να αποφασίζει να αναστέλλει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Η Επιτροπή επανεξετάζει ετησίως την ανάγκη παράτασης της εν λόγω αναστολής.

4.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ελέγχονται σύμφωνα με την οδηγία 2006/43/ΕΚ και δημοσιεύονται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα των ετήσιων δηλώσεων οικονομική κατάστασης ή, όπου συντρέχει περίπτωση, των ενοποιημένων δηλώσεων οικονομικής κατάστασης του ενδιαφερόμενου ιδρύματος.

5.   Στον βαθμό που οι μελλοντικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης προβλέπουν υποχρεώσεις γνωστοποίησης πέραν αυτών που ορίζονται στο παρόν άρθρο, το παρόν άρθρο παύει να ισχύει και διαγράφεται ανάλογα.

Άρθρο 90

Δημοσιοποίηση της απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού

Τα ιδρύματα στην ετήσια έκθεσή τους μεταξύ των βασικών δεικτών δημοσιοποιούν την απόδοση των στοιχείων του ενεργητικού, υπολογιζόμενη ως το καθαρό κέρδος τους διαιρούμενο με το συνολικό ισολογισμό τους.

Άρθρο 91

Διοικητικό όργανο

1.   Τα μέλη του διοικητικού οργάνου οφείλουν να έχουν πάντοτε καλή φήμη και να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου αποτυπώνει ένα αρκούντως ευρύ φάσμα εμπειριών. Πιο συγκεκριμένα, τα μέλη του διοικητικού οργάνου οφείλουν τα πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 8.

2.   Όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου πρέπει να αφιερώνουν αρκετό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στο ίδρυμα.

3.   Στον αριθμό των θέσεων σε διοικητικά συμβούλια που μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα ένα μέλος του διοικητικού οργάνου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος. Εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία εκπροσωπούν το κράτος μέλος, τα μέλη του διοικητικού οργάνου ιδρύματος το οποίο είναι σημαντικό από πλευράς του μεγέθους του, της εσωτερικής του οργάνωσης και της φύσεως, του πεδίου εφαρμογής και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του δεν κατέχουν, από την 1η Ιουλίου 2014, περισσότερες της μιας εκ του ακόλουθου συνδυασμού θέσεων σε διοικητικά συμβούλια ταυτόχρονα:

α)

μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου,

β)

τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, τα ακόλουθα υπολογίζονται ως μία θέση διοικητικού συμβουλίου:

α)

θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου που κατέχονται εντός του ιδίου ομίλου,

β)

θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου στο πλαίσιο:

i)

ιδρυμάτων που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 108 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή

ii)

επιχειρήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων) στις οποίες το ίδρυμα κατέχει ειδική συμμετοχή.

5.   Οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανώσεις που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 3.

6.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να επιτρέπουν σε μέλη του διοικητικού οργάνου να διατηρούν μια πρόσθετη θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τακτικά την ΕΑΤ για τέτοιες άδειες.

7.   Το διοικητικό όργανο θα κατέχει συνολικά επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και εμπειρία ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των κυριότερων κινδύνων.

8.   Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση ώστε να εκτιμά και να αμφισβητεί τις αποφάσεις των ανώτατων διοικητικών στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί τη λήψη των αποφάσεων από τη διοίκηση.

9.   Τα ιδρύματα αφιερώνουν επαρκές προσωπικό και οικονομικούς πόρους για την υποδοχή και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου.

10.   Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα και τις αντίστοιχες επιτροπές ανάδειξης υποψηφίων να εξασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και δεξιοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό όργανο και να εφαρμόζουν προς τον σκοπό αυτό μια πολιτική που να προωθεί αρμόζον επίπεδο ποικιλίας στο διοικητικό όργανο.

11.   Οι αρμόδιες αρχές συλλέγουν τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 435 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις χρησιμοποιούν για τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ποικιλότητας. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΤ. Η ΕΑΤ χρησιμοποιεί αυτές τις πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ποικιλότητας σε επίπεδο Ένωσης.

12.   Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κατωτέρω:

α)

την έννοια της αφιέρωσης επαρκούς χρόνου από ένα μέλος του διοικητικού οργάνου για την άσκηση των καθηκόντων του, σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του ιδρύματος,

β)

την έννοια των επαρκών συλλογικών γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών σύμφωνα με την παράγραφο 7,

γ)

τις έννοιες της ειλικρίνειας, ακεραιότητας και ανεξάρτητης βούλησης ενός μέλους του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 8,

δ)

την έννοια του επαρκούς προσωπικού και των επαρκών χρηματικών πόρων που αφιερώνονται για την υποδοχή και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 9,

ε)

την έννοια της ποικιλότητας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 10.

Η ΕΑΤ εκδίδει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015.

13.   Το παρόν άρθρο δεν θίγει τις διατάξεις σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο όπως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 92

Πολιτικές αποδοχών

1.   Η εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 93, 94 και 95 διασφαλίζεται από αρμόδιες αρχές για ιδρύματα σε επίπεδο ομίλου, μητρικής εταιρείας και θυγατρικών, συμπεριλαμβανομένων όσων εδρεύουν σε υπεράκτια οικονομικά κέντρα.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή του συνόλου των πολιτικών αποδοχών, συμπεριλαμβανομένων των μισθών και των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, για τις κατηγορίες υπαλλήλων που περιλαμβάνουν ανώτατα διοικητικά στελέχη, πρόσωπα τα οποία αναλαμβάνουν κινδύνους και πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα ελέγχου, καθώς και κάθε εργαζόμενο οι συνολικές αποδοχές του οποίου τον εντάσσουν στο ίδιο επίπεδο αμοιβών με τα ανώτατα διοικητικά στελέχη και τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ του κινδύνου τους, τα ιδρύματα συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές κατά τρόπο και σε βαθμό που ενδείκνυται προς το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, το αντικείμενο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους:

α)

η πολιτική αποδοχών συνάδει με και προωθεί την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων και δεν ενθαρρύνει την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων εκ μέρους του ιδρύματος,

β)

η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη προς την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος και ενσωματώνει μέτρα για την αποφυγή αντικρουόμενων συμφερόντων,

γ)

το διοικητικό όργανο του ιδρύματος, κατά την άσκηση της εποπτικής του αρμοδιότητας, υιοθετεί και περιοδικά αναθεωρεί τις γενικές αρχές της πολιτικής αποδοχών και είναι υπεύθυνο για την επίβλεψη της υλοποίησής της,

δ)

η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο ως προς τη συμμόρφωση προς την πολιτική και τις διαδικασίες αποδοχών που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο στο πλαίσιο των λειτουργιών εποπτείας που επιτελεί,

ε)

τα μέλη του προσωπικού που έχουν επιφορτισθεί με καθήκοντα ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων που ελέγχουν,

στ)

οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών στις λειτουργίες διαχείρισης του κινδύνου και της κανονιστικής συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 95 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί η ανωτέρω επιτροπή, από το διοικητικό όργανο υπό την εποπτική του αρμοδιότητα,

ζ)

στην πολιτική αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη εθνικά κριτήρια καθορισμού μισθών, γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των κριτηρίων όσον αφορά τον καθορισμό:

i)

των σταθερών βασικών αποδοχών, που θα πρέπει να αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική εμπειρία και την ευθύνη της διαχείρισης όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων της σύμβασης, και

ii)

των μεταβλητών αποδοχών, που θα πρέπει να αντανακλούν επιδόσεις βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο, καθώς και επιδόσεις που υπερβαίνουν τις απαιτούμενες για την εκπλήρωση των καθηκόντων που περιλαμβάνονται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων της σύμβασης.

Άρθρο 93

Ιδρύματα που επωφελούνται από κυβερνητική παρέμβαση

Στην περίπτωση ιδρυμάτων που επωφελούνται από κατ’ εξαίρεση κυβερνητική παρέμβαση, οι εξής αρχές ισχύουν επιπρόσθετα σε αυτές του άρθρου 92 παράγραφος 2:

α)

οι μεταβλητές αποδοχές περιορίζονται αυστηρά ως ποσοστό επί των καθαρών εσόδων, όταν δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση υγιούς κεφαλαιακής βάσης και την έγκαιρη έξοδο από την κρατική στήριξη,

β)

οι σχετικές αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα ιδρύματα να αναδιαρθρώνουν τις αποδοχές κατά τρόπο που να ευθυγραμμίζονται με τη χρηστή διαχείριση των κινδύνων και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης, όπου συντρέχει περίπτωση, της θέσπισης ορίων στις αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος,

γ)

δεν πρέπει να καταβάλλεται μεταβλητή αμοιβή στα μέλη του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος, εκτός αν αυτό είναι δικαιολογημένο.

Άρθρο 94

Μεταβλητά στοιχεία αποδοχών

1.   Στην περίπτωση μεταβλητών στοιχείων αποδοχών, οι εξής αρχές ισχύουν επιπρόσθετα και βάσει των ιδίων προϋποθέσεων με εκείνες του άρθρου 92 παράγραφος 2:

α)

στην περίπτωση που οι αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό εκτίμησης των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων του ιδρύματος, και, κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια,

β)

η εκτίμηση των επιδόσεων εντάσσεται σε πολυετές πλαίσιο, ώστε να διασφαλίζεται ότι η διαδικασία της εκτίμησης βασίζεται σε πιο μακροπρόθεσμες επιδόσεις και ότι η καταβολή των τμημάτων της αμοιβής που συνδέονται με τις επιδόσεις κατανέμεται σε μια περίοδο που λαμβάνει υπόψη τον υποκείμενο κύκλο της οικονομικής δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος και τους επιχειρηματικούς του κινδύνους,

γ)

το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών δεν περιορίζει τη δυνατότητα των ιδρυμάτων να ενισχύουν την κεφαλαιακή βάση τους,

δ)

οι εγγυημένες μεταβλητές αμοιβές δεν συνάδουν με την υγιή διαχείριση κινδύνου ή την αρχή της αμοιβής βάσει επιδόσεων και δεν περιλαμβάνονται στα μελλοντικά σχέδια αποδοχών,

ε)

οι εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές αποτελούν εξαίρεση και παρέχονται μόνο όταν προσλαμβάνεται νέο προσωπικό, υπό τον όρο ότι το ίδρυμα διαθέτει υγιή και ισχυρή κεφαλαιακή βάση, και μόνο για το πρώτο έτος απασχόλησης,

στ)

οι σταθερές και οι μεταβλητές συνιστώσες των συνολικών αποδοχών εξισορροπούνται κατάλληλα· το σταθερό στοιχείο αντιπροσωπεύει ένα επαρκώς υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής κατά το σκέλος των μεταβλητών στοιχείων των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να μην καταβληθεί μεταβλητό στοιχείο των αποδοχών,

ζ)

τα ιδρύματα ορίζουν τη δέουσα αναλογία μεταξύ σταθερών και μεταβλητών συνιστωσών του συνόλου των αποδοχών, όπου ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:

i)

H μεταβλητή συνιστώσα δεν υπερβαίνει το 100 % της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό,

ii)

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στους μετόχους ή ιδιοκτήτες ή στα μέλη του ιδρύματος να εγκρίνουν υψηλότερη μέγιστη αναλογία μεταξύ σταθερής και μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ύψος της μεταβλητής συνιστώσας δεν υπερβαίνει το 200 % της σταθερής συνιστώσας του συνόλου των αποδοχών για κάθε άτομο. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό.

Τυχόν έγκριση υψηλότερης αναλογίας σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του παρόντος σημείου πραγματοποιείται σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:

οι μέτοχοι ή ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος ενεργούν βάσει λεπτομερούς σύστασης του ιδρύματος στην οποία αναφέρονται οι λόγοι και το πεδίο εφαρμογής της επιδιωκόμενης έγκρισης, συμπεριλαμβανομένων του αριθμού του υπηρετούντος προσωπικού, των καθηκόντων τους και του αναμενόμενου αντίκτυπου ως προς την απαίτηση διατήρησης υγιούς κεφαλαιακής βάσης,

οι μέτοχοι ή ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος αποφασίζουν με πλειοψηφία 66 % τουλάχιστον εφόσον εκπροσωπείται το 50 % τουλάχιστον των μετοχών ή ισοδύναμων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή, σε αντίθετη περίπτωση, αποφασίζουν με πλειοψηφία 75 % των εκπροσωπούμενων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας,

το ίδρυμα κοινοποιεί σε όλους τους μετόχους ή ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος, παρέχοντας προηγουμένως εύλογη περίοδο προειδοποίησης, ότι θα επιδιωχθεί έγκριση δυνάμει του πρώτου εδαφίου του παρόντος σημείου,

το ίδρυμα ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή σχετικά με τη σύσταση προς τους μετόχους ή ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης της προτεινόμενης υψηλότερης μέγιστης αναλογίας και του σχετικού σκεπτικού, είναι δε σε θέση να αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι η προτεινόμενη υψηλότερη αναλογία δεν αντιβαίνει στις υποχρεώσεις του ιδρύματος δυνάμει της παρούσας οδηγίας και δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, έχοντας ιδίως υπόψη τις υποχρεώσεις περί ιδίων κεφαλαίων του ιδρύματος,

το ίδρυμα ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια αρχή σχετικά με τις αποφάσεις των μετόχων ή ιδιοκτητών ή μελών του, συμπεριλαμβανομένης τυχόν έγκρισης υψηλότερης αναλογίας βάσει του πρώτου εδαφίου του παρόντος σημείου, οι δε αρμόδιες αρχές χρησιμοποιούν τις λαμβανόμενες πληροφορίες για τη συγκριτική αξιολόγηση των σχετικών πρακτικών των ιδρυμάτων. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν τις εν λόγω πληροφορίες στην ΕΑΤ και αυτή τις δημοσιεύει συνολικά στη βάση κράτους μέλους προέλευσης σε κοινό μορφότυπο διαβίβασης στοιχείων. Η ΕΑΤ μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για να διευκολύνει την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης και να διασφαλίζει τη συνέπεια των πληροφοριών που συγκεντρώνονται,

τα μέλη του προσωπικού τα οποία αφορούν άμεσα τα αναφερόμενα στο παρόν σημείο υψηλότερα μέγιστα επίπεδα μεταβλητών αποδοχών δεν επιτρέπεται, κατά περίπτωση, να ασκούν, άμεσα ή έμμεσα, τυχόν δικαιώματα ψήφου που μπορεί να έχουν ως μέτοχοι ή ιδιοκτήτες ή μέλη του ιδρύματος,

iii)

Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν στα ιδρύματα να εφαρμόζουν τον συντελεστή αναπροσαρμογής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του παρόντος σημείου για ποσό 25 % κατ’ ανώτατο όριο των συνολικών μεταβλητών αποδοχών εφόσον αυτό πληρώνεται σε μέσα που αναβάλλονται για περίοδο η οποία δεν είναι μικρότερη των πέντε ετών. Τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν χαμηλότερο μέγιστο ποσοστό.

Η ΕΑΤ εκπονεί και δημοσιεύει, έως την 31η Μαρτίου 2014, κατευθυντήριες γραμμές για τον εφαρμοστέο υποθετικό συντελεστή αναπροσαρμογής, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, μεταξύ άλλων το ποσοστό πληθωρισμού και τον κίνδυνο, πράγμα που συμπεριλαμβάνει τη διάρκεια της περιόδου αναβολής. Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για τον συντελεστή αναπροσαρμογής εξετάζουν συγκεκριμένα τον τρόπο παροχής κινήτρων για τη χρήση μέσων τα οποία αναβάλλονται για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών,

η)

οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν σε βάθος χρόνου και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων,

θ)

τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση πρέπει να ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον του ιδρύματος, περιλαμβανομένων των ρυθμίσεων περί επίσχεσης, αναστολής, επιδόσεων και ανάκτησης,

ι)

η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές ή των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές περιλαμβάνει προσαρμογή προς κάθε είδους τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων και λαμβάνει υπόψη το κόστος κεφαλαίου και τη ρευστότητα που απαιτείται,

ια)

η κατανομή των συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές εντός του ιδρύματος λαμβάνει επίσης υπόψη το πλήρες φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων,

ιβ)

σημαντικό μέρος, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 50 % οιωνδήποτε μεταβλητών αποδοχών, αποτελείται από αναλογία των παρακάτω:

i)

μετοχές ή ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανάλογα με τη νομική δομή του σχετικού ιδρύματος ή μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, στην περίπτωση μη εισηγμένων ιδρυμάτων,

ii)

όπου είναι δυνατό, άλλα μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 52 ή 63 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή άλλα μέσα πλήρως μετατρέψιμα σε μέσα του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 ή που έχουν επανεκτιμηθεί, τα οποία σε κάθε περίπτωση αντανακλούν δεόντως την πιστοληπτική ικανότητα του ιδρύματος σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης και είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών.

Τα μέσα που αναφέρονται στο παρόν σημείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να θέτουν περιορισμούς στο είδος και στο σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύουν ορισμένα μέσα όπως αρμόζει. Το παρόν σημείο εφαρμόζεται τόσο στο μέρος του υπό αναβολή μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών σύμφωνα με το στοιχείο ιγ) όσο και στο μέρος του μεταβλητού στοιχείου των αποδοχών που δεν τελεί υπό αναβολή,

ιγ)

η καταβολή σημαντικού μέρους, και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 40 % της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών, αναβάλλεται για περίοδο η οποία δεν είναι μικρότερη από τρία έως πέντε έτη και ευθυγραμμίζεται ορθά με τη φύση της επιχείρησης, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω μέλους του προσωπικού.

Οι πληρωτέες αποδοχές που υπάγονται στις ρυθμίσεις περί αναβολής κατοχυρώνονται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου. Σε περίπτωση μεταβλητής συνιστώσας αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, αναβάλλεται η καταβολή της τουλάχιστον κατά το 60 % του ποσού. Η διάρκεια της περιόδου αναβολής ορίζεται σύμφωνα με τον επιχειρηματικό κύκλο, τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες των εν λόγω μελών του προσωπικού,

ιδ)

η μεταβλητή αμοιβή, συμπεριλαμβανομένου του μέρους υπό αναβολή, καταβάλλεται ή κατοχυρώνεται μόνον εφόσον είναι βιώσιμη βάσει της οικονομικής κατάστασης του ιδρύματος συνολικά και δικαιολογημένη βάσει των επιδόσεων του ιδρύματος, της εν λόγω επιχειρησιακής μονάδας και του εν λόγω ατόμου.

Με την επιφύλαξη των γενικών αρχών του εθνικού εργατικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των διατάξεων περί συμβάσεων εργασίας, το σύνολο των μεταβλητών αποδοχών θα συρρικνώνεται γενικά σημαντικά όταν το ίδρυμα παρουσιάζει υποτονικές ή αρνητικές χρηματοοικονομικές επιδόσεις, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις τρέχουσες αμοιβές όσο και τις μειώσεις σε αμοιβές που είχαν προηγουμένως εισπραχθεί, συμπεριλαμβανομένων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών.

Ποσοστό έως και 100 % του συνόλου των μεταβλητών αποδοχών υπόκειται σε ρυθμίσεις malus ή ρυθμίσεις περί επιστροφής αμοιβών. Τα ιδρύματα θεσπίζουν ειδικά κριτήρια για την εφαρμογή του malus ή της επιστροφής αμοιβών. Τα εν λόγω κριτήρια καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το μέλος του προσωπικού:

i)

συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στο ίδρυμα,

ii)

δεν πληρούσε τα προσήκοντα πρότυπα ικανότητας και ευπρέπειας,

ιε)

η συνταξιοδοτική πολιτική είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ιδρύματος.

Εάν ο υπάλληλος αποχωρήσει από το ίδρυμα πριν από τη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές διατηρούνται από το ίδρυμα για διάστημα πέντε ετών, με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιβ). Στην περίπτωση υπαλλήλου που φθάνει στη συνταξιοδότηση, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στο στοιχείο ιβ), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης,

ιστ)

τα μέλη του προσωπικού υποχρεούνται να μην χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη για να καταστρατηγούνται οι περιλαμβανόμενοι στις ρυθμίσεις περί αποδοχών μηχανισμοί ευθυγράμμισης με τον κίνδυνο,

ιζ)

η μεταβλητή αμοιβή δεν καταβάλλεται μέσω μηχανισμών ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τον ορισμό των κατηγοριών των μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο ιβ) σημείο ii) και αναφορικά με τα ποιοτικά και τα κατάλληλα ποσοτικά κριτήρια εντοπισμού κατηγοριών υπαλλήλων, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2014.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 95

Επιτροπή αποδοχών

1.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύματα τα οποία είναι σημαντικά από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και της φύσεως, του πεδίου εφαρμογής και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους θεσπίζουν επιτροπή αποδοχών. Η επιτροπή αποδοχών συγκροτείται ούτως ώστε να εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας.

2.   Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων του συγκεκριμένου ιδρύματος και οι οποίες λαμβάνονται από το διοικητικό όργανο. Ο Πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αμοιβών είναι μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στο συγκεκριμένο ίδρυμα. Εάν η εθνική νομοθεσία προβλέπει εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων. Κατά την προπαρασκευή παρόμοιων αποφάσεων, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στο ίδρυμα και το δημόσιο συμφέρον.

Άρθρο 96

Τήρηση ιστοτόπου σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση και τις αποδοχές

Τα ιδρύματα που τηρούν ιστότοπο εξηγούν εκεί με ποιο τρόπο συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις των άρθρων 88 έως 95.

Τμημα III

Διαδικασια εποπτικου ελεγχου και αξιολογησησ

Άρθρο 97

Εποπτικός έλεγχος και αξιολόγηση

1.   Λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνικά κριτήρια που παρατίθενται στο άρθρο 98, οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζουν τα ιδρύματα προκειμένου να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και αξιολογούν:

α)

κινδύνους τους οποίους τα ιδρύματα έχουν αναλάβει ή ενδέχεται να αναλάβουν,

β)

κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το χρηματοοικονομικό σύστημα εξ αιτίας του ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του συστημικού κινδύνου δυνάμει του άρθρου 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, ή, αναλόγως, των συστάσεων του ΕΣΣΚ, και

γ)

κινδύνους που εντοπίζονται κατά την προσομοίωση ακραίων καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος.

2.   Το πεδίο εφαρμογής της εξέτασης και της αξιολόγησης της παραγράφου 1 θα καλύπτει όλες τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

3.   Βάσει της εξέτασης και της αξιολόγησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν κατά πόσο οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζουν τα ιδρύματα, καθώς και τα ίδια κεφάλαιά τους και η ρευστότητά τους εξασφαλίζουν την υγιή διαχείριση και την κάλυψη των κινδύνων τους.

4.   Οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης της παραγράφου 1 λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σπουδαιότητα, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του συγκεκριμένου ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Η εξέταση και αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον σε ετήσια βάση για τα ιδρύματα που καλύπτονται από το πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης του άρθρου 99 παράγραφος 2.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όποτε από την εξέταση προκύπτει ότι ένα ίδρυμα ενδέχεται να ενέχει συστημικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν αμελλητί την ΕΑΤ σχετικά με τα αποτελέσματα της εξέτασης.

Άρθρο 98

Τεχνικά κριτήρια για τον εποπτικό έλεγχο και αξιολόγηση

1.   Επιπρόσθετα στον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και τον λειτουργικό κίνδυνο, η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει του άρθρου 97 καλύπτει τουλάχιστον:

α)

τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 177 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που πραγματοποιούν τα ιδρύματα που εφαρμόζουν τη μέθοδο των εσωτερικών διαβαθμίσεων,

β)

τον βαθμό έκθεσης των ιδρυμάτων σε κίνδυνο συγκέντρωσης καθώς και τη διαχείριση των κινδύνων αυτών, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις του τέταρτου μέρους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και του άρθρου 81 της παρούσας οδηγίας,

γ)

την αρτιότητα, την καταλληλότητα και τον τρόπο εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών των ιδρυμάτων για τη διαχείριση του υπολειπόμενου κινδύνου που συνδέεται με τη χρήση αναγνωρισμένων τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου,

δ)

τον βαθμό στον οποίο είναι επαρκή τα ίδια κεφάλαια που διατηρεί ένα ίδρυμα σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού που έχει τιτλοποιήσει, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής σημασίας της συναλλαγής και του επιτευχθέντος βαθμού μεταφοράς κινδύνου,

ε)

την έκθεση σε κίνδυνο ρευστότητας που αναλαμβάνουν τα ιδρύματα και τη μέτρηση και διαχείριση αυτού, συμπεριλαμβανομένων της ανάπτυξης αναλύσεων εναλλακτικών σεναρίων, της διαχείρισης παραγόντων που μειώνουν τον κίνδυνο (ειδικά το επίπεδο, τη σύνθεση και την ποιότητα των αποθεμάτων ρευστότητας) και αποτελεσματικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης,

στ)

τις επιπτώσεις της διαφοροποίησης και τον τρόπο με τον οποίο οι επιπτώσεις αυτές παραμετροποιούνται στο σύστημα μέτρησης κινδύνων,

ζ)

τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που πραγματοποιούν τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικό υπόδειγμα για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων για κίνδυνο αγοράς βάσει του τρίτου μέρους τίτλος IV κεφάλαιο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

η)

τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων των ιδρυμάτων,

θ)

το επιχειρηματικό μοντέλο του ιδρύματος,

ι)

την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 97.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ε), οι αρμόδιες αρχές θα διεξάγουν σε τακτά διαστήματα συνολική εκτίμηση της γενικής διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας από τα ιδρύματα και θα προάγουν την ανάπτυξη αξιόπιστων εσωτερικών μεθόδων. Κατά τη διεξαγωγή αυτών των εκτιμήσεων, οι αρμόδιες αρχές θα έχουν υπόψη τους το ρόλο που διαδραματίζουν τα ιδρύματα στις χρηματοοικονομικές αγορές. Οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους θα έχουν επίσης υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος όλων των άλλων κρατών μελών.

3.   Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν κατά πόσο ένα ίδρυμα έχει παράσχει έμμεση υποστήριξη σε μια τιτλοποίηση. Αν διαπιστωθεί ότι το ίδρυμα έχει παράσχει πάνω από μία φορά έμμεση υποστήριξη, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα που αντικατοπτρίζουν την αυξημένη προσδοκία ότι το ίδρυμα θα παράσχει μελλοντικά υποστήριξη στις τιτλοποιήσεις του και δεν θα μπορέσει να επιτύχει μια ουσιαστική μεταφορά κινδύνου.

4.   Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που πρέπει να γίνει βάσει του άρθρου 97 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν εάν οι αναπροσαρμογές της αξίας που έχουν πραγματοποιηθεί για θέσεις ή χαρτοφυλάκια στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 105 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, επιτρέπουν στο ίδρυμα να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις του σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς σημαντικές ζημίες υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.

5.   Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνουν τον κίνδυνο επιτοκίου τον οποίο αναλαμβάνουν τα ιδρύματα και οποίος απορρέει από τις μη σχετιζόμενες με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών δραστηριότητές τους. Μέτρα θα απαιτηθούν τουλάχιστον στην περίπτωση ιδρυμάτων των οποίων η οικονομική αξία μειώνεται κατά περισσότερο από 20 % των ιδίων κεφαλαίων τους ως αποτέλεσμα αιφνίδιας και αναπάντεχης μεταβολής των επιτοκίων κατά 200 μονάδες βάσης ή μεταβολής όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ.

6.   Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνουν την έκθεση των ιδρυμάτων στον κίνδυνο υπερβολικής μόχλευσης που καθορίζεται από τους δείκτες υπερβολικής μόχλευσης, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη μόχλευσης σύμφωνα με το άρθρο 429 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για τον καθορισμό της επάρκειας του δείκτη μόχλευσης των ιδρυμάτων και των ρυθμίσεων, στρατηγικών, διαδικασιών και μηχανικών που εφαρμόζουν τα ιδρύματα για τη διαχείριση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη το επιχειρηματικό μοντέλο αυτών των ιδρυμάτων.

7.   Η εξέταση και αξιολόγηση που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές περιλαμβάνουν τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης των ιδρυμάτων, την εταιρική τους κουλτούρα, τις εταιρικές τους αξίες και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Κατά την εξέταση και αξιολόγηση αυτή, οι αρμόδιες αρχές έχουν τουλάχιστον πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού και τα αποτελέσματα της εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης επιδόσεων του διοικητικού οργάνου.

Άρθρο 99

Πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης

1.   Οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν πρόγραμμα εποπτικής εξέτασης τουλάχιστον μία φορά το χρόνο για τα ιδρύματα που επιβλέπουν. Το πρόγραμμα αυτό λαμβάνει υπόψη τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 97. Περιλαμβάνει τα εξής:

α)

ένδειξη του πώς οι αρμόδιες αρχές σκοπεύουν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους και να κατανείμουν τους πόρους τους,

β)

προσδιορισμός των ιδρυμάτων που πρόκειται να τεθούν υπό ενισχυμένη εποπτεία και τα μέτρα που λαμβάνονται για τέτοια εποπτεία όπως καθορίζεται στην παράγραφο 3,

γ)

σχέδιο για επιθεωρήσεις των εγκαταστάσεων ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων και θυγατρικών αυτού που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 52, 119 και 122.

2.   Τα προγράμματα εποπτικής εξέτασης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα ιδρύματα:

α)

ιδρύματα για τα οποία τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων του άρθρου 98 παράγραφος 1 στοιχεία α) και ζ) και του άρθρου 100 ή το αποτέλεσμα της εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης βάσει του άρθρου 97 δείχνουν την ύπαρξη σημαντικών κινδύνων για τη συνεχή χρηματοοικονομική τους αρτιότητα ή μη συμμόρφωση με τις εθνικές διατάξεις μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

β)

ιδρύματα που ενέχουν συστημικό κίνδυνο για το χρηματοοικονομικό σύστημα,

γ)

οποιαδήποτε άλλα ιδρύματα για τα οποία οι αρμόδιες αρχές το θεωρούν αναγκαίο.

3.   Όποτε αυτό κρίνεται σκόπιμο σύμφωνα με το άρθρο 97, αν είναι απαραίτητο λαμβάνονται, ειδικότερα, τα ακόλουθα μέτρα: