Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32008L0050

Οδηγία 2008/50/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008 , για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη

OJ L 152, 11.6.2008, p. 1–44 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 15 Volume 029 P. 169 - 212

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2008/50/oj

11.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 152/1


ΟΔΗΓΊΑ 2008/50/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 21ης Μαΐου 2008

για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 175,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το έκτο κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον, το οποίο εγκρίθηκε με την απόφαση αριθ. 1600/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 2002 (4), αναγνωρίζει την ανάγκη να μειωθεί η ρύπανση σε επίπεδα τα οποία να ελαχιστοποιήσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στους ευπαθείς πληθυσμούς και στο περιβάλλον συνολικά, να βελτιωθεί η παρακολούθηση και η εκτίμηση της ποιότητας του αέρα συμπεριλαμβανομένης της εναπόθεσης ρύπων, καθώς και η ενημέρωση του κοινού.

(2)

Για να προστατευθεί η ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον γενικότερα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καταπολεμηθούν οι εκπομπές ρύπων στην πηγή και να εντοπισθούν και εφαρμοσθούν τα αποτελεσματικότερα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών σε τοπικό, εθνικό και κοινοτικό επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο θα πρέπει να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι εκπομπές επικίνδυνων ατμοσφαιρικών ρύπων, θέτοντας παράλληλα κατάλληλους στόχους για τον ατμοσφαιρικό αέρα που να λαμβάνουν υπόψη τα αντίστοιχα πρότυπα, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα προγράμματα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

(3)

Η οδηγία 96/62/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1996, για την εκτίμηση και τη διαχείριση της ποιότητας του αέρα του περιβάλλοντος (5), η οδηγία 1999/30/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Απριλίου 1999, σχετικά με τις οριακές τιμές διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων και μολύβδου, στον αέρα του περιβάλλοντος (6), η οδηγία 2000/69/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, για οριακές τιμές βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον αέρα του περιβάλλοντος (7), η οδηγία 2002/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με το όζον στον ατμοσφαιρικό αέρα (8) και η απόφαση 97/101/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 1997, για την καθιέρωση διαδικασίας για την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων που προέρχονται από τα δίκτυα και τους μεμονωμένους σταθμούς μέτρησης της ρύπανσης του αέρα του περιβάλλοντος στα κράτη μέλη (9), επιβάλλεται να αναθεωρηθούν ουσιαστικά ώστε να ενσωματώσουν τις πλέον πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της υγείας και της επιστήμης καθώς και την πείρα των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, κρίνεται σκόπιμο για λόγους σαφήνειας, απλοποίησης και διοικητικής αποτελεσματικότητας οι προαναφερόμενες πέντε πράξεις να αντικατασταθούν από μία και μόνη οδηγία και, εφόσον απαιτείται, από μέτρα εφαρμογής.

(4)

Η οδηγία 2004/107/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με το αρσενικό, το κάδμιο, τον υδράργυρο, το νικέλιο και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα (10) μπορεί να ενσωματωθεί στην παρούσα οδηγία αφ’ ης στιγμής συγκεντρωθεί η απαραίτητη πείρα ως προς την εφαρμογή της.

(5)

Θα πρέπει να υπάρχει κοινή προσέγγιση όσον αφορά την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, με βάση κοινά κριτήρια εκτίμησης. Κατά την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος των πληθυσμών και των οικοσυστημάτων που εκτίθενται στη ρύπανση. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να ταξινομηθεί το έδαφος κάθε κράτους μέλους σε ζώνες ή οικισμούς που να αντανακλούν την πυκνότητα του πληθυσμού.

(6)

Εφόσον είναι εφικτό, θα πρέπει να εφαρμόζονται τεχνικές εκπόνησης μοντέλων προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα ερμηνείας των στοιχείων του εκάστοτε σημείου ως προς τη γεωγραφική κατανομή της συγκέντρωσης. Αυτό θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για τον υπολογισμό της συλλογικής έκθεσης του πληθυσμού που ζει στην περιοχή.

(7)

Για να εξασφαλισθεί ότι οι συλλεγόμενες πληροφορίες όσον αφορά την ποιότητα του αέρα είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικές και συγκρίσιμες ανά την Κοινότητα, είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται τυποποιημένες τεχνικές μέτρησης και κοινά κριτήρια για τον αριθμό και την τοποθεσία των σταθμών μέτρησης όσον αφορά την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα. Δεδομένου ότι επιτρέπεται η χρησιμοποίηση και άλλων τεχνικών, εκτός από τις μετρήσεις, για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, είναι απαραίτητο να καθοριστούν κριτήρια για τη χρήση και την απαιτούμενη ακρίβεια των εν λόγω τεχνικών.

(8)

Χρειάζονται αναλυτικές μετρήσεις για τα σωματίδια σε αγροτικές μη εκτεθειμένες τοποθεσίες ώστε να κατανοηθούν καλύτερα οι επιπτώσεις του συγκεκριμένου ρύπου και να αναπτυχθούν κατάλληλες πολιτικές. Οι μετρήσεις αυτές θα πρέπει να συμφωνούν με τις αντίστοιχες του προγράμματος συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και την εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (EMEP) οι οποίες καθιερώθηκαν με τη σύμβαση για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση του 1979, η οποία εγκρίθηκε με την απόφαση 81/462/ΕΟΚ της 11ης Ιουνίου 1981 (11).

(9)

Η κρατούσα κατάσταση όσον αφορά την ποιότητα του αέρα θα πρέπει να διατηρείται όπου είναι ήδη καλή, ή να βελτιώνεται. Όταν δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι για την ποιότητα του αέρα που θέτει η παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναλαμβάνουν δράση για να συμμορφωθούν προς τις οριακές τιμές και τα κρίσιμα επίπεδα και, εφόσον είναι δυνατό, να επιτύχουν τις τιμές-στόχους και τους μακροπρόθεσμους στόχους.

(10)

Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζει η βλάστηση και τα φυσικά οικοσυστήματα από την ατμοσφαιρική ρύπανση αυξάνεται μακριά από τα αστικά κέντρα. Η εκτίμηση ανάλογων κινδύνων και η συμμόρφωση προς τα κρίσιμα επίπεδα για την προστασία της βλάστησης θα πρέπει λοιπόν να επικεντρώνονται σε τόπους μακριά από τα αστικά κέντρα.

(11)

Τα λεπτά σωματίδια (ΑΣ2,5) έχουν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου. Σημειωτέον επίσης ότι επί του παρόντος δεν υφίσταται συγκεκριμένο όριο κάτω από το οποίο τα ΑΣ2,5 είναι ακίνδυνα. Κατά συνέπεια, ο συγκεκριμένος ατμοσφαιρικός ρύπος δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ίδιας κανονιστικής ρύθμισης με τους υπόλοιπους. Η προσέγγιση αυτή έχει ως στόχο τη γενική μείωση των συγκεντρώσεων στις μη εκτεθειμένες περιοχές αστικού χαρακτήρα ώστε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού να επωφεληθούν από τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα. Ωστόσο, για να επιτευχθεί ένας ελάχιστος βαθμός προστασίας της υγείας παντού, η ως άνω προσέγγιση θα πρέπει να συνδυασθεί με μια οριακή τιμή και πριν από αυτή θα πρέπει να τεθεί, σε πρώτη φάση, μια τιμή-στόχος.

(12)

Οι υφιστάμενες τιμές-στόχοι για την εξασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας από τις επιβλαβείς επιπτώσεις της έκθεσης στο όζον για την ανθρώπινη υγεία, τη βλάστηση και τα οικοσυστήματα θα πρέπει να διατηρηθούν αμετάβλητες. Θα πρέπει να καθορισθούν όρια συναγερμού και ενημέρωσης για το όζον, ώστε να εξασφαλισθεί η προστασία ολόκληρου του πληθυσμού καθώς και των ευπαθών ομάδων αυτού, από σύντομες εκθέσεις σε υψηλές συγκεντρώσεις όζοντος. Η υπέρβαση των εν λόγω ορίων θα πρέπει να συνεπάγεται τη διάθεση πληροφοριών στο κοινό σχετικά με τους κινδύνους από την έκθεση στο όζον καθώς και, σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου συναγερμού, την εφαρμογή κατάλληλων βραχυπρόθεσμων μέτρων, εφόσον αυτό ενδείκνυται, με στόχο τη μείωση των επιπέδων του όζοντος.

(13)

Το όζον αποτελεί διασυνοριακό ρύπο που σχηματίζεται στην ατμόσφαιρα λόγω της εκπομπής πρωτογενών ρύπων, που καλύπτονται από την οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους (12). Η πρόοδος όσον αφορά την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας σχετικά με την ποιότητα του αέρα και τους μακροπρόθεσμους στόχους για το όζον, θα εξαρτηθεί από τους στόχους και τα ανώτατα όρια εκπομπών που προβλέπονται στην οδηγία 2001/81/ΕΚ και, ενδεχομένως, από την εφαρμογή σχεδίων για την ποιότητα του αέρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα οδηγία.

(14)

Οι σταθερές μετρήσεις θα πρέπει να είναι υποχρεωτικές σε ζώνες και οικισμούς όπου παρατηρείται υπέρβαση των μακροπρόθεσμων στόχων για το όζον ή των ορίων εκτίμησης για άλλους ρύπους. Οι πληροφορίες από σταθερές μετρήσεις μπορούν να συμπληρώνονται με τεχνικές προσομοίωσης ή/και ενδεικτικές μετρήσεις προκειμένου να δίνεται η δυνατότητα ερμηνείας των στοιχείων του εκάστοτε σημείου ως προς τη γεωγραφική κατανομή της συγκέντρωσης. Η χρήση συμπληρωματικών τεχνικών εκτίμησης θα επιτρέψει επίσης τη μείωση του απαιτούμενου ελάχιστου αριθμού σταθερών σημείων δειγματοληψίας.

(15)

Η συμβολή των φυσικών πηγών μπορεί να εκτιμηθεί, αλλά όχι να ελεγχθεί. Κατά συνέπεια, όταν η συμβολή των φυσικών ρύπων στον ατμοσφαιρικό αέρα μπορεί να υπολογιστεί με επαρκή ακρίβεια και εφόσον οι υπερβάσεις αυτές οφείλονται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε αυτές τις φυσικές συμβολές, είναι δυνατό, υπό τους όρους που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, να μην συνυπολογίζονται κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές για την ποιότητα του αέρα. Οι υπερβάσεις των οριακών τιμών για τα σωματίδια ΑΣ10 που οφείλονται στη διασκόρπιση άμμου ή αλατιού στους δρόμους τον χειμώνα μπορούν επίσης να μην συνυπολογίζονται στην εκτίμηση αυτή, υπό τον όρο ότι έχουν ληφθεί εύλογα μέτρα για τη μείωση των συγκεντρώσεων.

(16)

Για ζώνες και περιοχές με ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες θα πρέπει να προβλέπεται δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας συμμόρφωσης με τις οριακές τιμές για την ποιότητα του αέρα όταν, παρά την εφαρμογή των ενδεδειγμένων μέτρων για την καταπολέμηση της ρύπανσης, εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά προβλήματα συμμόρφωσης σε συγκεκριμένες ζώνες και οικισμούς. Κάθε παράταση προθεσμίας για συγκεκριμένη ζώνη ή οικισμό θα πρέπει να συνοδεύεται από αναλυτικό σχέδιο αξιολογούμενο από την Επιτροπή με στόχο να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση εντός της εγκριθείσας παράτασης. Η ύπαρξη των αναγκαίων κοινοτικών μέτρων που αντικατοπτρίζουν το επίπεδο φιλοδοξίας που έχει επιλεγεί στη θεματική στρατηγική για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας με στόχο τη μείωση των εκπομπών πηγής είναι σημαντική για μια αποτελεσματική μείωση των εκπομπών εντός του χρονικού πλαισίου για συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές που θεσπίζεται στην παρούσα οδηγία. Το στοιχείο αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζονται αιτήσεις για παράταση των προθεσμιών συμμόρφωσης.

(17)

Τα απαραίτητα κοινοτικά μέτρα για τη μείωση των εκπομπών πηγής, ιδιαιτέρως μέτρα προς βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κοινοτικής νομοθεσίας περί εκπομπών από τη βιομηχανία, για τον περιορισμό των εκπομπών καυσαερίων από κινητήρες που εγκαθίστανται στα βαρέα οχήματα, για την περαιτέρω μείωση των επιτρεπομένων από τα κράτη μέλη εθνικών εκπομπών σημαντικών ρύπων και των εκπομπών που σχετίζονται με τον ανεφοδιασμό οχημάτων βενζίνης στα πρατήρια καυσίμων και για την αντιμετώπιση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε θείο, περιλαμβανομένων και των καυσίμων πλοίων, θα πρέπει να εξετασθούν δεόντως ως προτεραιότητα από όλα τα ενεχόμενα θεσμικά όργανα.

(18)

Θα πρέπει να διαμορφωθούν σχέδια για την ποιότητα του αέρα για ζώνες και οικισμούς όπου παρατηρείται υπέρβαση των συγκεντρώσεων των ρύπων στον αέρα συγκριτικά προς τις σχετικές τιμές-στόχους για την ποιότητα του αέρα, μετά από προσαύξησή τους κατά τα ενδεχομένως ισχύοντα προσωρινά περιθώρια ανοχής. Οι ατμοσφαιρικοί ρύποι οφείλονται σε πολλές και διάφορες πηγές και δραστηριότητες. Για να εξασφαλισθεί η συνέπεια μεταξύ των επιμέρους πολιτικών, τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα θα πρέπει, όπου είναι εφικτό, να συνάδουν και να ενσωματώνονται στα σχέδια και τα προγράμματα που εκπονούνται σύμφωνα με την οδηγία 2001/80/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων (13), την οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους και την οδηγία 2002/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του θορύβου (14). Θα ληφθούν επίσης πλήρως υπόψη οι στόχοι για την ποιότητα του αέρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία οσάκις εκδίδονται άδειες για βιομηχανικές δραστηριότητες σύμφωνα με την οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (15).

(19)

Θα πρέπει να εκπονηθούν προγράμματα δράσης στα οποία να αναφέρονται τα ληπτέα βραχυπρόθεσμα μέτρα όταν υφίσταται κίνδυνος υπέρβασης ενός ή περισσοτέρων ορίων συναγερμού ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος και να περιορίζεται η διάρκειά του. Εάν ο κίνδυνος υπάρχει για μία ή για περισσότερες από τις οριακές τιμές ή τις τιμές στόχους, τα κράτη μέλη δύνανται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να εκπονούν σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης. Όσον αφορά το όζον, τα ως άνω βραχυπρόθεσμα σχέδια δράσης λαμβάνουν υπόψη τις διατάξεις της απόφασης 2004/279/ΕΚ της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 2004, σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής της οδηγίας 2002/3/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το όζον στον ατμοσφαιρικό αέρα (16).

(20)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν σε διαβουλεύσεις όταν, λόγω σημαντικής ρύπανσης που σημειώθηκε σε άλλο κράτος μέλος, το επίπεδο ενός ρύπου έχει υπερβεί ή είναι πιθανόν να υπερβεί τους σχετικούς στόχους για την ποιότητα του αέρα, προσαυξημένους κατά το περιθώριο ανοχής εάν υπάρχει ή, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το όριο συναγερμού. Εξαιτίας της διασυνοριακής φύσης ορισμένων ρύπων όπως το όζον ή τα σωματίδια, ενδέχεται να απαιτείται ο συντονισμός μεταξύ γειτονικών κρατών μελών κατά την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων για την ποιότητα του αέρα και βραχυπρόθεσμων σχεδίων δράσης καθώς και για την ενημέρωση του κοινού. Όταν χρειάζεται, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναπτύσσουν συνεργασία με τρίτες χώρες, αποδίδοντας ιδίως έμφαση στην έγκαιρη συμμετοχή των υποψηφίων χωρών.

(21)

Είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη και η Επιτροπή να συλλέγουν, να ανταλλάσσουν και να διαδίδουν τις πληροφορίες σχετικά με την ποιότητα του αέρα ώστε να γίνονται καλύτερα κατανοητές οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και να αναπτύσσονται οι δέουσες πολιτικές. Επιβάλλεται να γνωστοποιούνται πάραυτα στο κοινό ενημερωμένες πληροφορίες για τις συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα όλων των ρύπων που αποτελούν αντικείμενο ρύθμισης.

(22)

Για να διευκολυνθεί ο χειρισμός και η σύγκριση των πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα του αέρα, τα αντίστοιχα δεδομένα θα πρέπει να διατίθενται στην Επιτροπή υπό τυποποιημένη μορφή.

(23)

Είναι απαραίτητο να προσαρμοσθούν δεόντως οι διαδικασίες για την παροχή δεδομένων, την εκτίμηση και την υποβολή εκθέσεων όσον αφορά την ποιότητα του αέρα, ώστε να είναι δυνατή η χρήση των ηλεκτρονικών μέσων και του διαδικτύου και να καταστούν ο κύριος μηχανισμός διάθεσης πληροφοριών για τη συμμόρφωση με την οδηγία 2007/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2007, για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (Inspire) (17).

(24)

Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα προσαρμογής στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο τόσο των κριτηρίων και των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα όσο και των πληροφοριών που θα πρέπει να παρέχονται.

(25)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα των ατμοσφαιρικών ρύπων και δύνανται συνεπώς να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(26)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις επιβλητέες κυρώσεις για τυχόν παραβάσεις των διατάξεων της παρούσας οδηγίας και να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω κυρώσεις θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές.

(27)

Ορισμένες από τις διατάξεις των καταργούμενων από την παρούσα οδηγία πράξεων θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ ώστε να εξακολουθήσουν να τηρούνται τα υφιστάμενα όρια για την ποιότητα του αέρα όσον αφορά το διοξείδιο του αζώτου έως ότου αντικατασταθούν από 1ης Ιανουαρίου 2010, να συνεχίσουν να εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με την υποβολή εκθέσεων για την ποιότητα του αέρα έως ότου θεσπισθούν νέα μέτρα εφαρμογής και να συνεχίσουν να ισχύουν οι υποχρεώσεις σχετικά με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της ποιότητας του αέρα, όπως προβλέπει η οδηγία 2004/107/ΕΚ.

(28)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία θα πρέπει να περιορισθεί μόνο στις διατάξεις που επιφέρουν ουσιώδη τροποποίηση σε σχέση με τις προηγούμενες οδηγίες.

(29)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (18), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία των οδηγιών με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν.

(30)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν προκειμένω, η παρούσα οδηγία επιδιώκει την προώθηση της ενσωμάτωσης στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης της υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος και της βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος σύμφωνα με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης όπως ορίζεται στο άρθρο 37 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(31)

Τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (19).

(32)

Θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να τροποποιεί τα παραρτήματα I έως VI, τα παραρτήματα VIII έως X και το παράρτημα XV. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, πρέπει να θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(33)

Βάσει της ρήτρας περί μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι αναγκαίες μετρήσεις σε μη εκτεθειμένες αστικές τοποθεσίες για τον καθορισμό του δείκτη μέσης έκθεσης έχουν πραγματοποιηθεί εγκαίρως προκειμένου να διασφαλισθεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με την αξιολόγηση του εθνικού στόχου μείωσης της έκθεσης και τον υπολογισμό του δείκτη μέσης έκθεσης,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Τα μέτρα που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία έχουν ως στόχο:

1.

τον προσδιορισμό και καθορισμό των στόχων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, ώστε να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και στο σύνολο του περιβάλλοντος·

2.

την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα στα κράτη μέλη βάσει κοινών μεθόδων και κριτηρίων·

3.

τη συγκέντρωση πληροφοριών όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, ώστε να διευκολυνθεί η καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των οχλήσεων καθώς και η παρακολούθηση των μακροπρόθεσμων τάσεων και βελτιώσεων που προκύπτουν από τα εθνικά και κοινοτικά μέτρα·

4.

την εξασφάλιση της διάθεσης αυτών των πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα του αέρα στο κοινό·

5.

τη διατήρηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα, όταν είναι καλή, και τη βελτίωσή της στις άλλες περιπτώσεις·

6.

την προαγωγή μεγαλύτερης συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:

1.

«ατμοσφαιρικός αέρας»: ο αέρας της τροπόσφαιρας στους εξωτερικούς χώρους, εξαιρουμένου του αέρα στους χώρους εργασίας όπως ορίζονται στην οδηγία 89/654/ΕΟΚ (20), για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις για την υγεία και την ασφάλεια στους χώρους εργασίας και στους οποίους δεν έχει συχνά πρόσβαση το κοινό·

2.

«ρύπος»: οιαδήποτε ουσία εμφανίζεται στον ατμοσφαιρικό αέρα και ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και/ή στο περιβάλλον στο σύνολό του·

3.

«επίπεδο»: η συγκέντρωση ενός ρύπου στον ατμοσφαιρικό αέρα ή η εναπόθεσή του σε μια επιφάνεια σε δεδομένη χρονική στιγμή·

4.

«εκτίμηση»: οιαδήποτε μέθοδος χρησιμοποιείται για τη μέτρηση, τον υπολογισμό, την πρόβλεψη ή την κατά προσέγγιση εκτίμηση επιπέδων·

5.

«οριακή τιμή»: επίπεδο καθοριζόμενο βάσει επιστημονικών γνώσεων, με σκοπό να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και/ή στο σύνολο του περιβάλλοντος, το οποίο πρέπει να επιτευχθεί εντός δεδομένης προθεσμίας χωρίς εν συνεχεία υπερβάσεις·

6.

«κρίσιμο επίπεδο»: επίπεδο καθοριζόμενο βάσει επιστημονικών γνώσεων, η υπέρβαση του οποίου ενδέχεται να συνεπάγεται άμεσες αρνητικές επιπτώσεις για ορισμένους υποδοχείς όπως τα δένδρα, άλλα φυτά ή τα φυσικά οικοσυστήματα, όχι όμως και για τον άνθρωπο·

7.

«περιθώριο ανοχής»: το ποσοστό της οριακής τιμής κατά το οποίο επιτρέπεται να γίνεται υπέρβασή της σύμφωνα με τους όρους της παρούσας οδηγίας·

8.

«σχέδια για την ποιότητα του αέρα»: τα σχέδια που ορίζουν μέτρα για την επίτευξη των οριακών τιμών ή των τιμών στόχων·

9.

«τιμή στόχος»: επίπεδο καθοριζόμενο με σκοπό να αποφεύγονται, να προλαμβάνονται ή να μειώνονται οι επιβλαβείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και/ή στο σύνολο του περιβάλλοντος, που επιτυγχάνεται κατά το δυνατόν εντός δεδομένης χρονικής περιόδου·

10.

«όριο συναγερμού»: το επίπεδο πέραν του οποίου υπάρχει κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία του πληθυσμού εν γένει ύστερα από σύντομη έκθεση και κατά τη διαπίστωση του οποίου τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν άμεσα μέτρα·

11.

«όριο ενημέρωσης»: το επίπεδο πέραν του οποίου η βραχύχρονη έκθεση εγκυμονεί, για ιδιαίτερα ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού, κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία με αποτέλεσμα να καθίσταται απαραίτητη η άμεση και κατάλληλη πληροφόρηση·

12.

«ανώτερο όριο εκτίμησης»: το επίπεδο κάτω από το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται συνδυασμός σταθερών μετρήσεων και τεχνικών προσομοίωσης ή/και ενδεικτικών μετρήσεων για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα·

13.

«κατώτερο όριο εκτίμησης»: το επίπεδο κάτω από το οποίο μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο τεχνικές προσομοίωσης ή αντικειμενικής εκτίμησης για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα·

14.

«μακροπρόθεσμος στόχος»: επίπεδο που πρέπει να επιτευχθεί μακροπρόθεσμα, εκτός εάν αυτό είναι ανέφικτο με ανάλογα μέτρα, για να εξασφαλισθεί η αποτελεσματική προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος·

15.

«συμβολή από φυσικές πηγές»: εκπομπές ρύπων που δεν οφείλονται άμεσα ή έμμεσα σε ανθρώπινες δραστηριότητες, περιλαμβανομένων φυσικών φαινομένων όπως οι εκρήξεις ηφαιστείων, η σεισμική δραστηριότητα, οι γεωθερμικές δραστηριότητες, οι πυρκαγιές φυσικών εκτάσεων, οι περιπτώσεις ισχυρών ανέμων, τα σταγονίδια θαλάσσιου ύδατος ή η επαναιώρηση ή η μεταφορά με τον ατμοσφαιρικό αέρα φυσικών σωματιδίων από ξηρές περιοχές·

16.

«ζώνη»: τμήμα του εδάφους κράτους μέλους που οριοθετείται από αυτό το κράτος μέλος για λόγους εκτίμησης και διαχείρισης της ποιότητας του αέρα·

17.

«οικισμός»: ζώνη αστικού χαρακτήρα της οποίας ο πληθυσμός υπερβαίνει τους 250 000 κατοίκους ή, όταν ο πληθυσμός είναι μικρότερος ή ίσος των 250 000 κατοίκων, με συγκεκριμένη πληθυσμιακή πυκνότητα ανά km2 που καθορίζεται από τα κράτη μέλη·

18.

«ΑΣ10»: τα σωματίδια που διέρχονται διά στομίου κατά μέγεθος διαλογής, όπως ορίζεται στη μέθοδο αναφοράς για τη δειγματοληψία και μέτρηση ΑΣ10 (EN 12341), με αποτελεσματικότητα 50 % ως προς τη συγκράτηση των σωματιδίων αεροδυναμικής διαμέτρου 10 μm·

19.

«ΑΣ2,5»: τα σωματίδια που διέρχονται διά στομίου κατά μέγεθος διαλογής, όπως ορίζεται στη μέθοδο αναφοράς για τη δειγματοληψία και μέτρηση ΑΣ2,5 (EN 14907), με αποτελεσματικότητα 50 % ως προς τη συγκράτηση των σωματιδίων αεροδυναμικής διαμέτρου 2,5 μm·

20.

«δείκτης μέσης έκθεσης»: μέσο επίπεδο που καθορίζεται από μη εκτεθειμένες τοποθεσίες αστικού χαρακτήρα στο έδαφος κράτους μέλους και αντανακλά την έκθεση του πληθυσμού. Χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εθνικού στόχου μείωσης της έκθεσης και της υποχρέωσης όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης·

21.

«υποχρέωση όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης»: επίπεδο που ορίζεται βάσει του δείκτη μέσης έκθεσης με σκοπό τη μείωση των επιβλαβών επιπτώσεων στην υγεία του ανθρώπου, και το οποίο πρέπει να επιτευχθεί εντός δεδομένης περιόδου·

22.

«εθνικός στόχος μείωσης της έκθεσης»: ποσοστιαία μείωση της μέσης έκθεσης του πληθυσμού ενός κράτους μέλους που καθορίζεται για το έτος αναφοράς με στόχο να μειωθούν οι αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, η οποία πρέπει να επιτευχθεί, ει δυνατόν, εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου·

23.

«μη εκτεθειμένες τοποθεσίες αστικού χαρακτήρα»: τοποθεσίες σε αστικές περιοχές στις οποίες τα επίπεδα είναι αντιπροσωπευτικά της έκθεσης ολόκληρου του αστικού πληθυσμού·

24.

«οξείδια του αζώτου»: το άθροισμα της αναλογίας μείγματος κατ’ όγκον (ppbv) μονοξειδίου και διοξειδίου του αζώτου, εκφρασμένο σε μονάδες συγκέντρωσης κατά μάζα διοξειδίου του αζώτου (µg/m3

25.

«σταθερές μετρήσεις»: μετρήσεις που εκτελούνται σε καθορισμένες τοποθεσίες είτε συνεχώς είτε με τυχαία δειγματοληψία, για τον καθορισμό των επιπέδων σύμφωνα με τους σχετικούς στόχους όσον αφορά την ποιότητα των δεδομένων·

26.

«ενδεικτικές μετρήσεις»: μετρήσεις που ανταποκρίνονται σε λιγότερο αυστηρούς στόχους σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων συγκριτικά με τις σταθερές μετρήσεις·

27.

«πτητικές οργανικές ενώσεις» (ΠΟΕ): οργανικές ενώσεις ανθρωπογενούς και βιογενούς προέλευσης, εκτός από το μεθάνιο, που είναι ικανές να παράγουν φωτοχημικά οξειδωτικά μέσω αντιδράσεων με οξείδια του αζώτου παρουσία ηλιακού φωτός·

28.

«πρόδρομες ουσίες του όζοντος»: ουσίες οι οποίες συμβάλλουν στη δημιουργία όζοντος σε επίπεδο εδάφους, μερικές από τις οποίες αναγράφονται στο παράρτημα Χ.

Άρθρο 3

Αρμοδιότητες

Τα κράτη μέλη ορίζουν στο κατάλληλο επίπεδο τις αρμόδιες αρχές και φορείς που είναι αρμόδιοι για τα εξής:

α)

εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα·

β)

έγκριση των συστημάτων μέτρησης (μέθοδοι, εξοπλισμός, δίκτυα και εργαστήρια)·

γ)

εξασφάλιση της ακρίβειας των μετρήσεων·

δ)

ανάλυση των μεθόδων εκτίμησης·

ε)

συντονισμός, στην επικράτειά τους, των προγραμμάτων διασφάλισης της ποιότητας, τα οποία ενδεχομένως οργανώνονται από την Επιτροπή για ολόκληρη την Κοινότητα·

στ)

συνεργασία με τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Ανάλογα με την περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές και φορείς συμμορφώνονται προς το τμήμα Γ του παραρτήματος Ι.

Άρθρο 4

Καθορισμός ζωνών και οικισμών

Τα κράτη μέλη καθορίζουν ζώνες και οικισμούς εντός της επικρατείας τους. Η εκτίμηση και η διαχείριση της ποιότητας του αέρα πραγματοποιούνται σε όλες τις ζώνες και σε όλους τους οικισμούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟΥ ΑΕΡΑ

ΤΜΗΜΑ 1

Εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα όσον αφορά το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του αζώτου και τα οξείδια του αζώτου, τα σωματίδια, το μόλυβδο, το βενζόλιο και το μονοξείδιο του άνθρακα

Άρθρο 5

Καθεστώς εκτίμησης

1.   Όσον αφορά το διοξείδιο του θείου, το διοξείδιο του αζώτου και τα οξείδια του αζώτου, τα σωματίδια (ΑΣ10 και ΑΣ2,5), το μόλυβδο, το βενζόλιο και το μονοξείδιο του άνθρακα, ισχύουν τα ανώτερα και κατώτερα όρια εκτίμησης του τμήματος Α του παραρτήματος ΙΙ.

Κάθε ζώνη και οικισμός κατατάσσονται σύμφωνα με τα εν λόγω όρια εκτίμησης.

2.   Η κατάταξη της παραγράφου 1 επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά πενταετία, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο τμήμα Β του παραρτήματος II.

Ωστόσο, οι κατατάξεις αναθεωρούνται συχνότερα σε περιπτώσεις σημαντικών μεταβολών των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τις συγκεντρώσεις, στον περιβάλλοντα αέρα, διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου ή, κατά περίπτωση, οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων (ΑΣ10, ΑΣ2,5), μολύβδου, βενζολίου ή μονοξειδίου του άνθρακα.

Άρθρο 6

Κριτήρια εκτίμησης

1.   Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν εκτιμήσεις της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα για τους ρύπους που αναφέρονται στο άρθρο 5 σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς τους σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου και σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

2.   Σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς, όπου το επίπεδο των ρύπων της παραγράφου 1 υπερβαίνει το ανώτερο όριο εκτίμησης που καθορίζεται για τους εν λόγω ρύπους, χρησιμοποιούνται σταθερές μετρήσεις για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα. Οι εν λόγω σταθερές μετρήσεις μπορούν να συμπληρώνονται με τεχνικές προσομοίωσης ή/και ενδεικτικές μετρήσεις ώστε να λαμβάνονται κατάλληλες πληροφορίες για τη χωροταξική κατανομή της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα.

3.   Σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς, όπου το επίπεδο των ρύπων της παραγράφου 1 είναι χαμηλότερο του ανωτέρου ορίου εκτίμησης που καθορίζεται γι’ αυτούς, μπορεί να χρησιμοποιείται συνδυασμός σταθερών μετρήσεων και τεχνικών προσομοίωσης ή/και ενδεικτικές μετρήσεις για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα.

4.   Σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς, όπου το επίπεδο των ρύπων της παραγράφου 1 είναι χαμηλότερο του κατωτέρου ορίου εκτίμησης που καθορίζεται γι’ αυτούς, αρκεί να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα τεχνικές προσομοίωσης ή τεχνικές αντικειμενικής εκτίμησης των στόχων ή αμφότερες.

5.   Επιπλέον των εκτιμήσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, εκτελούνται, σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια, μετρήσεις σε μη εκτεθειμένες αγροτικές τοποθεσίες μακριά από σημαντικές πηγές ατμοσφαιρικής ρύπανσης με σκοπό την παροχή τουλάχιστον πληροφοριών σχετικά με τη συνολική συγκέντρωση κατά μάζα και τη χημική ταυτότητα των λεπτών σωματιδίων (ΑΣ2,5) σε μέση ετήσια βάση:

α)

εγκαθίσταται ένα σημείο δειγματοληψίας ανά 100 000 km2·

β)

κάθε κράτος μέλος εγκαθιστά έναν τουλάχιστον σταθμό μέτρησης ή μπορεί, κατόπιν συμφωνίας με γειτονικά κράτη μέλη, να εγκαθιστά έναν ή περισσότερους κοινούς σταθμούς μέτρησης για την κάλυψη γειτονικών ζωνών, ώστε να επιτυγχάνεται η αναγκαία χωρική ευκρίνεια·

γ)

ανάλογα με την περίπτωση, η παρακολούθηση συντονίζεται προς τη στρατηγική παρακολούθησης και το πρόγραμμα μετρήσεων του προγράμματος συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και την εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (EMEP)·

δ)

τα τμήματα Α και Γ του παραρτήματος I εφαρμόζονται όσον αφορά τους στόχους για την ποιότητα των δεδομένων σχετικά με τις μετρήσεις της συγκέντρωσης κατά μάζα σωματιδίων και το παράρτημα IV εφαρμόζεται εξ ολοκλήρου.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν επίσης την Επιτροπή σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της χημικής σύστασης των λεπτών σωματιδίων (ΑΣ2,5).

Άρθρο 7

Σημεία δειγματοληψίας

1.   Οι τοποθεσίες των σημείων δειγματοληψίας για τη μέτρηση του διοξειδίου του θείου, του διοξειδίου του αζώτου και των οξειδίων του αζώτου, των σωματιδίων (ΑΣ10, ΑΣ2,5), του μολύβδου, του βενζολίου και του μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα καθορίζονται σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος III.

2.   Σε κάθε ζώνη ή οικισμό όπου οι σταθερές μετρήσεις αποτελούν τη μόνη πηγή πληροφοριών για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα, ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας για κάθε σχετικό ρύπο είναι τουλάχιστον ίσος προς τον ελάχιστο αριθμό σημείων δειγματοληψίας που αναφέρεται στο τμήμα A του παραρτήματος V.

3.   Στις ζώνες και τους οικισμούς όπου οι πληροφορίες από σημεία δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις συμπληρώνονται με πληροφορίες από προσομοίωση και/ή ενδεικτικές μετρήσεις, ο συνολικός αριθμός των σημείων δειγματοληψίας που ορίζεται στο τμήμα Α του παραρτήματος V μπορεί ωστόσο να μειωθεί έως και κατά 50 % εφόσον:

α)

οι συμπληρωματικές μέθοδοι παρέχουν επαρκείς πληροφορίες για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα ως προς τις οριακές τιμές ή τα όρια συναγερμού, καθώς και κατάλληλες πληροφορίες για την ενημέρωση του κοινού·

β)

ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας που εγκαθίστανται και η χωρική ευκρίνεια άλλων τεχνικών επαρκούν για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης του αντίστοιχου ρύπου σύμφωνα με τους στόχους για την ποιότητα των δεδομένων οι οποίοι καθορίζονται στο τμήμα Α του παραρτήματος I, και οδηγούν σε αποτελέσματα εκτιμήσεων που ικανοποιούν τα κριτήρια του τμήματος Β του παραρτήματος I.

Για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα σε σχέση με τις οριακές τιμές, λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα προσομοίωσης ή/και ενδεικτικών μετρήσεων.

4.   Η Επιτροπή παρακολουθεί την εφαρμογή, στα κράτη μέλη, των κριτηρίων για την επιλογή των σημείων δειγματοληψίας ώστε να διευκολυνθεί η εναρμονισμένη εφαρμογή αυτών των κριτηρίων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Άρθρο 8

Μέθοδοι μετρήσεων αναφοράς

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις μεθόδους αναφοράς για τις μετρήσεις και τα κριτήρια που παρατίθενται στο τμήμα Α και το τμήμα Γ του παραρτήματος VI.

2.   Άλλες μέθοδοι μέτρησης μπορούν να χρησιμοποιούνται με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που παρατίθενται στο τμήμα Β του παραρτήματος VI.

ΤΜΗΜΑ 2

Εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα ως προς το όζον

Άρθρο 9

Κριτήρια εκτίμησης

1.   Εάν, σε ζώνη ή οικισμό, οι συγκεντρώσεις του όζοντος έχουν υπερβεί τους μακροπρόθεσμους στόχους που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος VII κατά οιαδήποτε προηγούμενη πενταετία μετρήσεων, εκτελούνται σταθερές μετρήσεις.

2.   Εάν υπάρχουν δεδομένα για λιγότερο από πέντε χρόνια, τα κράτη μέλη μπορούν, για να διευκρινισθεί κατά πόσον, κατά τη συγκεκριμένη πενταετία, σημειώθηκε υπέρβαση των μακροπρόθεσμων στόχων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να συνδυάζουν τα αποτελέσματα σύντομων εκστρατειών μετρήσεων που πραγματοποιούνται στο χρόνο και τον τόπο όπου αναμένεται να σημειωθούν οι υψηλότερες μετρήσεις, με τα αποτελέσματα που συγκεντρώνονται από την απογραφή και την προσομοίωση των εκπομπών.

Άρθρο 10

Σημεία δειγματοληψίας

1.   Η τοποθεσία των σημείων δειγματοληψίας για τις μετρήσεις του όζοντος καθορίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος VIII.

2.   Τα σημεία δειγματοληψίας για τις σταθερές μετρήσεις του όζοντος σε κάθε ζώνη ή οικισμό όπου οι μετρήσεις είναι η μόνη πηγή πληροφοριών για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα δεν πρέπει να είναι λιγότερα από τον ελάχιστο αριθμό σημείων δειγματοληψίας που προβλέπεται στο τμήμα Α του παραρτήματος IX.

3.   Στις ζώνες και τους οικισμούς όπου οι πληροφορίες από σημεία δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις συμπληρώνονται με πληροφορίες από προσομοίωση ή/και ενδεικτικές μετρήσεις, ο συνολικός αριθμός των σημείων δειγματοληψίας που ορίζεται στο τμήμα Α του παραρτήματος ΙΧ μπορεί να μειώνεται εάν:

α)

οι συμπληρωματικές μέθοδοι παρέχουν επαρκείς πληροφορίες για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα ως προς τις τιμές στόχους, τους μακροπρόθεσμους στόχους καθώς και τα όρια ενημέρωσης και συναγερμού·

β)

ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας που εγκαθίστανται και η χωρική ευκρίνεια άλλων τεχνικών επαρκούν για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης του όζοντος σύμφωνα με τους στόχους για την ποιότητα των δεδομένων οι οποίοι ορίζονται στο τμήμα Α του παραρτήματος Ι, και οδηγούν σε αποτελέσματα εκτιμήσεων που πληρούν τα κριτήρια του τμήματος Β του παραρτήματος Ι·

γ)

ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας σε κάθε ζώνη ή οικισμό ανέρχεται τουλάχιστον σε ένα σημείο δειγματοληψίας ανά δύο εκατομμύρια κατοίκους ή σε ένα σημείο δειγματοληψίας ανά 50 000 km2, εάν η δεύτερη μέθοδος οδηγεί σε μεγαλύτερο αριθμό σημείων δειγματοληψίας, αλλά δεν πρέπει να είναι μικρότερος από ένα σημείο δειγματοληψίας σε κάθε ζώνη ή οικισμό·

δ)

το διοξείδιο του αζώτου μετρείται σε όλα τα εναπομένοντα σημεία δειγματοληψίας εκτός από τους μη εκτεθειμένους αγροτικούς σταθμούς, κατά το τμήμα Α του παραρτήματος VIII.

Για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα σε σχέση με τις τιμές στόχους, λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα προσομοίωσης ή/και ενδεικτικών μετρήσεων.

4.   Το διοξείδιο του αζώτου μετράται τουλάχιστον στο 50 % των σημείων δειγματοληψίας για το όζον τα οποία απαιτούνται δυνάμει του Τμήματος Α του παραρτήματος IX. Οι εν λόγω μετρήσεις είναι συνεχείς εξαιρουμένων των μη εκτεθειμένων αγροτικών σταθμών, κατά το τμήμα Α του παραρτήματος VIII, στους οποίους επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται άλλες μέθοδοι μέτρησης.

5.   Σε ζώνες και οικισμούς όπου, κατά τη διάρκεια των μετρήσεων της προηγούμενης πενταετίας, οι συγκεντρώσεις ήταν κατώτερες των μακροπρόθεσμων στόχων, ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας για συνεχείς μετρήσεις καθορίζεται σύμφωνα με το τμήμα Β του παραρτήματος ΙΧ.

6.   Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τουλάχιστον ένα σημείο δειγματοληψίας εγκαθίσταται και λειτουργεί στο έδαφός του για να παρέχει δεδομένα σχετικά με τις συγκεντρώσεις των προδρόμων ουσιών του όζοντος που αναφέρονται στο παράρτημα X. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τον αριθμό και την τοποθεσία των σταθμών στους οποίους μετρώνται οι συγκεντρώσεις των πρόδρομων ουσιών του όζοντος, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους και τις μεθόδους που παρατίθενται στο παράρτημα X.

Άρθρο 11

Μέθοδοι μετρήσεων αναφοράς

1.   Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τη μέθοδο αναφοράς για τη μέτρηση του όζοντος, η οποία αναφέρεται στο σημείο 8 του τμήματος Α του παραρτήματος VI. Επιτρέπεται η χρήση άλλων μεθόδων μέτρησης υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο τμήμα Β του παραρτήματος VI.

2.   Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιεί για τη λήψη δειγμάτων και τη μέτρηση των ΠΟΕ όπως παρατίθενται στο παράρτημα Χ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΟΥ ΑΕΡΑ

Άρθρο 12

Απαιτήσεις όταν τα επίπεδα είναι χαμηλότερα από τις οριακές τιμές

Στις ζώνες και τους οικισμούς, όπου τα επίπεδα διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου, ΑΣ10, ΑΣ2,5, μολύβδου, βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα είναι χαμηλότερα από τις αντίστοιχες οριακές τιμές που αναφέρονται στα παραρτήματα XI και XIV, τα κράτη μέλη διατηρούν τα επίπεδα αυτών των ρύπων σε επίπεδα κάτω των οριακών τιμών και επιδιώκουν να διασφαλίζουν την καλύτερη δυνατή ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, που να είναι συμβατή με την αειφόρο ανάπτυξη.

Άρθρο 13

Οριακές τιμές και όρια συναγερμού για την προστασία της υγείας του ανθρώπου

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα επίπεδα διοξειδίου του θείου, ΑΣ10, μολύβδου και μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα να μην υπερβαίνουν στις ζώνες και τους οικισμούς τους τις οριακές τιμές του παραρτήματος XI.

Ως προς το διοξείδιο του αζώτου και το βενζόλιο, απαγορεύεται κάθε υπέρβαση των οριακών τιμών του παραρτήματος XI μετά από τις αντίστοιχες ημερομηνίες που ορίζονται σε αυτό.

Η συμμόρφωση προς αυτές τις απαιτήσεις εκτιμάται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

Τα περιθώρια ανοχής του παραρτήματος XI εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3 και το άρθρο 23 παράγραφος 1.

2.   Τα όρια συναγερμού για τις συγκεντρώσεις διοξειδίου του θείου και διοξειδίου του αζώτου στον ατμοσφαιρικό αέρα ορίζονται στο τμήμα Α του παραρτήματος XII.

Άρθρο 14

Κρίσιμα επίπεδα

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η συμμόρφωση προς τα κρίσιμα επίπεδα που ορίζονται στο παράρτημα ΧΙΙΙ εκτιμάται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ τμήμα Α.

2.   Όταν οι σταθερές μετρήσεις αποτελούν τη μόνη πηγή πληροφοριών για την εκτίμηση της ποιότητας του αέρα, ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας είναι τουλάχιστον ίσος προς τον ελάχιστο αριθμό που ορίζεται στο τμήμα Γ του παραρτήματος V. Όταν οι αντίστοιχες πληροφορίες συμπληρώνονται από ενδεικτικές μετρήσεις ή προσομοίωση, ο ελάχιστος αριθμός σημείων δειγματοληψίας μπορεί να μειώνεται έως και κατά 50 %, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκτιμώμενες συγκεντρώσεις του αντίστοιχου ρύπου είναι δυνατόν να υπολογίζονται σύμφωνα με τους στόχους για την ποιότητα των δεδομένων που ορίζονται στο τμήμα Α του παραρτήματος I.

Άρθρο 15

Εθνικός στόχος μείωσης της έκθεσης σε σωματίδια ΑΣ2,5 για την προστασία της υγείας του ανθρώπου

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που δεν συνεπάγονται υπερβολικό κόστος, για να μειώσουν την έκθεση στα σωματίδια ΑΣ2,5 με σκοπό να επιτύχουν τον εθνικό στόχο μείωσης που προβλέπεται στο τμήμα B του παραρτήματος XIV εντός του έτους που ορίζεται σ’ αυτό.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ο δείκτης μέσης έκθεσης για το έτος 2015 που θεσπίζεται σύμφωνα με το τμήμα Α του παραρτήματος XIV δεν υπερβαίνει την υποχρέωση όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης που καθορίζεται στο τμήμα Γ του εν λόγω παραρτήματος.

3.   Ο δείκτης μέσης έκθεσης για τα ΑΣ2,5 εκτιμάται σύμφωνα με το τμήμα A του παραρτήματος XIV.

4.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ, ώστε η κατανομή και ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας, επί των οποίων βασίζεται ο υπολογισμός του δείκτη μέσης έκθεσης για τα ΑΣ2,5, να αντανακλά δεόντως τη γενική έκθεση του πληθυσμού. O αριθμός των σημείων δειγματοληψίας δεν πρέπει να είναι χαμηλότερος από αυτόν που καθορίζεται κατ’ εφαρμογήν του τμήματος B του παραρτήματος V.

Άρθρο 16

Τιμές στόχοι και οριακές τιμές ΑΣ2,5 για την προστασία της υγείας του ανθρώπου

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα χωρίς υπερβολικό κόστος προκειμένου να διασφαλίζουν ότι οι συγκεντρώσεις ΑΣ2,5 στον ατμοσφαιρικό αέρα δεν υπερβαίνουν την τιμή στόχο που καθορίζεται στο τμήμα Δ του παραρτήματος XIV, από την προβλεπόμενη σε αυτό ημερομηνία.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι συγκεντρώσεις ΑΣ2,5 στον ατμοσφαιρικό αέρα να μην υπερβαίνουν την οριακή τιμή που ορίζεται στο τμήμα Ε του παραρτήματος XIV σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς τους, από την προβλεπόμενη σε αυτό ημερομηνία. Η συμμόρφωση προς αυτή την απαίτηση εκτιμάται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ.

3.   Το περιθώριο ανοχής που ορίζεται στο τμήμα Ε του παραρτήματος XIV εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 1.

Άρθρο 17

Απαιτήσεις σε ζώνες και οικισμούς όπου οι συγκεντρώσεις του όζοντος υπερβαίνουν τις τιμές στόχους και τους μακροπρόθεσμους στόχους

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα χωρίς υπερβολικό κόστος για να εξασφαλίζουν ότι επιτυγχάνονται οι τιμές στόχοι και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι.

2.   Στις ζώνες και τους οικισμούς όπου παρατηρείται υπέρβαση της τιμής στόχου, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εφαρμόζεται το πρόγραμμα που εκπονείται σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/81/ΕΚ και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, το σχέδιο για την ποιότητα του αέρα, ώστε να καταστεί δυνατή η επίτευξη των τιμών στόχων, εκτός εάν αυτό δεν είναι εφικτό με την εφαρμογή μέτρων χωρίς υπερβολικό κόστος, από την ημερομηνία που ορίζεται στο τμήμα Β του παραρτήματος VII της παρούσας οδηγίας.

3.   Για τις ζώνες και τους οικισμούς όπου τα επίπεδα του όζοντος στον ατμοσφαιρικό αέρα είναι υψηλότερα από τα προβλεπόμενα στους μακροπρόθεσμους στόχους, αλλά χαμηλότερα ή ίσα προς τις τιμές στόχους, τα κράτη μέλη καταρτίζουν και εφαρμόζουν οικονομικώς εύλογα μέτρα για την επίτευξη των μακροπρόθεσμων στόχων. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι τουλάχιστον σύμφωνα με όλα τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα και με το πρόγραμμα της παραγράφου 2.

Άρθρο 18

Απαιτήσεις σε ζώνες και οικισμούς όπου οι συγκεντρώσεις του όζοντος ανταποκρίνονται στους μακροπρόθεσμους στόχους

Σε ζώνες και οικισμούς όπου τα επίπεδα του όζοντος ανταποκρίνονται στους μακροπρόθεσμους στόχους, τα κράτη μέλη διατηρούν, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως ο διασυνοριακός χαρακτήρας της ρύπανσης του όζοντος και οι μετεωρολογικές συνθήκες, τα εν λόγω επίπεδα κάτω από τους μακροπρόθεσμους στόχους και διαφυλάσσουν με αναλογικά μέτρα την καλύτερη δυνατή ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, η οποία είναι συμβατή με τη βιώσιμη ανάπτυξη και με υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου.

Άρθρο 19

Απαιτούμενα μέτρα σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων ενημέρωσης ή συναγερμού

Όταν παρατηρείται υπέρβαση του ορίου ενημέρωσης που προβλέπεται στο παράρτημα XII ή οιουδήποτε των ορίων συναγερμού που καθορίζονται σε αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την ενημέρωση του κοινού μέσω του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, των εφημερίδων ή του διαδικτύου.

Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν επίσης στην Επιτροπή, επί προσωρινής βάσεως, πληροφορίες σχετικά με τα επίπεδα που σημειώθηκαν και τη διάρκεια των περιόδων κατά τις οποίες παρατηρήθηκε υπέρβαση του ορίου ενημέρωσης ή του ορίου συναγερμού.

Άρθρο 20

Ρυπογόνες συμβολές από φυσικές πηγές

1.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν για ένα συγκεκριμένο έτος στην Επιτροπή κατάλογο των ζωνών και των οικισμών όπου οι υπερβάσεις των οριακών τιμών για συγκεκριμένο ρύπο είναι αποδοτέες σε φυσικές πηγές. Τα κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες για τις συγκεντρώσεις και τις πηγές καθώς και τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υπέρβαση οφείλεται σε φυσικές πηγές.

2.   Όταν η Επιτροπή πληροφορείται υπέρβαση οφειλόμενη σε φυσικές πηγές σύμφωνα με την παράγραφο 1, η υπέρβαση αυτή δεν θεωρείται υπέρβαση για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

3.   Έως τις 11 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για την απόδειξη και τον μη συνυπολογισμό των υπερβάσεων που οφείλονται σε φυσικές πηγές.

Άρθρο 21

Υπερβάσεις αποδιδόμενες στη διασκόρπιση άμμου ή αλατιού σε δρόμους το χειμώνα

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ζώνες ή οικισμούς όπου σημειώνεται υπέρβαση των οριακών τιμών για τα σωματίδια ΑΣ10 στον ατμοσφαιρικό αέρα, η οποία οφείλεται σε επαναιώρηση σωματιδίων λόγω διασκόρπισης άμμου ή αλατιού σε δρόμους το χειμώνα.

2.   Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή κατάλογο των εν λόγω ζωνών ή οικισμών, συνοδευόμενο από πληροφορίες για τις σχετικές συγκεντρώσεις και πηγές σωματιδίων ΑΣ10.

3.   Όταν ενημερώνουν την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 27, τα κράτη μέλη παρέχουν τα δέοντα στοιχεία για να αποδείξουν ότι τυχόν υπερβάσεις οφείλονται στην επαναιώρηση σωματιδίων και ότι έχουν ληφθεί εύλογα μέτρα για τη μείωση των συγκεντρώσεων.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 20, στην περίπτωση των ζωνών και των οικισμών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη οφείλουν να συντάσσουν το σχέδιο για την ποιότητα του αέρα που προβλέπεται στο άρθρο 23 μόνον εφόσον οι υπερβάσεις οφείλονται σε πηγές σωματιδίων ΑΣ10 εκτός της διασκόρπισης άμμου ή αλατιού στους δρόμους το χειμώνα.

5.   Το αργότερο στις 11 Ιουνίου 2010, η Επιτροπή δημοσιεύει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό των συμβολών από την επαναιώρηση σωματιδίων λόγω της διασκόρπισης άμμου ή αλατιού στους δρόμους το χειμώνα.

Άρθρο 22

Αναβολή της τήρησης των προθεσμιών και εξαίρεση από την υποχρέωση εφαρμογής ορισμένων οριακών τιμών

1.   Όταν, σε μια ζώνη ή έναν οικισμό, είναι αδύνατον να επιτευχθεί συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές για το διοξείδιο του αζώτου ή το βενζόλιο εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο παράρτημα XI, ένα κράτος μέλος μπορεί να αναβάλλει την τήρηση των εν λόγω προθεσμιών για πέντε το πολύ έτη στη συγκεκριμένη ζώνη ή το συγκεκριμένο οικισμό, υπό τις εξής προϋποθέσεις: έχει εκπονηθεί σχέδιο για την ποιότητα του αέρα, σύμφωνα με το άρθρο 23, για τη ζώνη ή τον οικισμό για τον οποίο θα ισχύσει η αναβολή· το εν λόγω σχέδιο για την ποιότητα του αέρα συμπληρώνεται με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος XV οι οποίες αφορούν τους σχετικούς ρύπους και καταδεικνύει με ποιον τρόπο θα επιτευχθεί η συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές πριν από τη νέα προθεσμία.

2.   Όταν, σε συγκεκριμένη ζώνη ή οικισμό, είναι αδύνατον να επιτευχθεί συμμόρφωση προς τις οριακές τιμές για τα σωματίδια ΑΣ10 όπως προσδιορίζονται στο παράρτημα ΧΙ, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών διασποράς που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη τοποθεσία, αντίξοων κλιματικών συνθηκών ή διαμεθοριακών συμβολών, ένα κράτος μέλος απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τηρεί τις εν λόγω οριακές τιμές έως τις 11 Ιουνίου 2011, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 και το κράτος μέλος αποδείξει ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα σε εθνικό, τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, προκειμένου να τηρηθούν οι προθεσμίες.

3.   Όταν εφαρμόζει τις παραγράφους 1 ή 2, το κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μη σημειώνεται υπέρβαση της οριακής τιμής για κάθε ρύπο μεγαλύτερη από το ανώτατο περιθώριο ανοχής που ορίζεται για καθέναν από τους συγκεκριμένους ρύπους στο παράρτημα XI.

4.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή όταν, κατά την άποψή τους, επιβάλλεται να εφαρμοσθούν οι παράγραφοι 1 ή 2, και κοινοποιούν το σχέδιο για την ποιότητα του αέρα της παραγράφου 1, καθώς και όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες για να εκτιμήσει η Επιτροπή κατά πόσον πληρούνται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις. Στην εκτίμησή της η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις υπολογιζόμενες επιπτώσεις των μέτρων που έχουν λάβει τα κράτη μέλη στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα τόσο επί του παρόντος όσο και στο μέλλον, καθώς και τις υπολογιζόμενες επιπτώσεις στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα τόσο των εν ισχύι κοινοτικών μέτρων όσο και των σχεδιαζομένων κοινοτικών μέτρων που θα προτείνει η Επιτροπή.

Εάν η Επιτροπή δεν διατυπώσει αντιρρήσεις εντός εννέα μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης, οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 θεωρείται ότι πληρούνται.

Εάν διατυπωθούν αντιρρήσεις, η Επιτροπή μπορεί να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα ή να υποβάλουν νέα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΣΧΕΔΙΑ

Άρθρο 23

Σχέδια για την ποιότητα του αέρα

1.   Όταν, σε συγκεκριμένες ζώνες ή οικισμούς, τα επίπεδα των ρύπων υπερβαίνουν κάθε οριακή τιμή ή τιμή στόχο, καθώς και κάθε αντίστοιχο περιθώριο ανοχής, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εκπονούνται σχέδια για την ποιότητα του αέρα για τις εν λόγω ζώνες ή οικισμούς με σκοπό να επιτευχθούν οι αντίστοιχες οριακές τιμές ή οι τιμές στόχοι που αναφέρονται στα παραρτήματα XI και XIV.

Σε περίπτωση υπερβάσεων αυτών των οριακών τιμών, για τις οποίες έχει ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία, τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα θα θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα ώστε η περίοδος υπέρβασης να είναι όσο το δυνατόν συντομότερη. Τα σχέδια για την ποιότητα του αέρα μπορούν επιπροσθέτως να περιέχουν ειδικά μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού, περιλαμβανομένων των παιδιών.

Τα εν λόγω σχέδια για την ποιότητα του αέρα περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στο τμήμα A του παραρτήματος XV και μπορεί να περιέχουν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 24. Τα εν λόγω σχέδια κοινοποιούνται αμελλητί στην Επιτροπή, το αργότερο δε δύο έτη μετά το τέλος του έτους κατά το οποίο παρατηρήθηκε η πρώτη υπέρβαση.

Όταν πρέπει να εκπονηθούν ή να εφαρμοστούν σχέδια για περισσότερους του ενός ρύπους τα κράτη μέλη εκπονούν και εφαρμόζουν, ανάλογα με την περίπτωση, ολοκληρωμένα σχέδια για την ποιότητα του αέρα που καλύπτουν όλους τους συγκεκριμένους ρύπους.

2.   Στο μέτρο του δυνατού, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνέπεια προς τα άλλα σχέδια που απαιτούνται δυνάμει της οδηγίας 2001/80/ΕΚ, της οδηγίας 2001/81/ΕΚ ή της οδηγίας 2002/49/ΕΚ για την επίτευξη των αντίστοιχων περιβαλλοντικών στόχων.

Άρθρο 24

Σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης

1.   Εάν, σε μια ζώνη ή έναν οικισμό, υπάρχει κίνδυνος τα επίπεδα των ρύπων να υπερβαίνουν ένα ή περισσότερα από τα όρια συναγερμού που ορίζονται στο παράρτημα VII, τα κράτη μέλη εκπονούν σχέδια δράσης στα οποία αναφέρονται τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν βραχυπρόθεσμα για να μειωθούν οι κίνδυνοι από αυτή την υπέρβαση ή να περιοριστεί η διάρκειά της. Εφόσον ο εν λόγω κίνδυνος υπάρχει για μία ή για περισσότερες από τις οριακές τιμές ή τις τιμές στόχους που ορίζονται στα παραρτήματα VII, XI και XIV, τα κράτη δύνανται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, να εκπονούν σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης.

Ωστόσο, εάν υπάρχει κίνδυνος υπέρβασης του ορίου συναγερμού για το όζον που ορίζεται στο τμήμα Β του παραρτήματος XII, τα κράτη μέλη εκπονούν ανάλογα σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης μόνο εάν, κατά τη γνώμη τους, υπάρχουν σοβαρές δυνατότητες, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών γεωγραφικών, μετεωρολογικών και οικονομικών συνθηκών, για μείωση του κινδύνου, της διάρκειας ή της σοβαρότητας των υπερβάσεων αυτών. Κατά την εκπόνηση κάθε σχετικού σχεδίου βραχυπρόθεσμης δράσης, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη την απόφαση 2004/279/ΕΚ.

2.   Τα σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να προβλέπουν τη λήψη ουσιαστικών μέτρων για τον έλεγχο και, εφόσον απαιτείται, τη διακοπή δραστηριοτήτων οι οποίες συμβάλλουν στον κίνδυνο υπέρβασης των αντίστοιχων οριακών τιμών ή τιμών στόχων ή ορίων συναγερμού. Τα εν λόγω σχέδια δράσης μπορεί να περιλαμβάνουν μέτρα σχετικά με την κυκλοφορία μηχανοκίνητων οχημάτων, τις εργασίες κατασκευών, τα ελλιμενισμένα πλοία και τη χρήση βιομηχανικών εγκαταστάσεων ή προϊόντων και την οικιακή θέρμανση. Στο πλαίσιο των εν λόγω σχεδίων μπορεί επίσης να εξετάζονται και ειδικές δράσεις που αποσκοπούν στην προστασία ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού, περιλαμβανομένων των παιδιών.

3.   Όταν τα κράτη μέλη εκπονούν σχέδιο βραχυπρόθεσμης δράσης, διαθέτουν στο κοινό και στους αρμόδιους οργανισμούς, όπως περιβαλλοντικές οργανώσεις, οργανώσεις καταναλωτών, οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα ευαίσθητων πληθυσμιακών ομάδων, άλλους αρμόδιους για την υγεία φορείς και τις σχετικές κλαδικές ομοσπονδίες, τα αποτελέσματα των ερευνών τους για τη σκοπιμότητα και το περιεχόμενο των συγκεκριμένων σχεδίων βραχυπρόθεσμης δράσης καθώς και πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των σχεδίων αυτών.

4.   Για πρώτη φορά πριν από τις 11 Ιουνίου 2010, και σε τακτά χρονικά διαστήματα στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει παραδείγματα βελτίστων πρακτικών για την εκπόνηση σχεδίων βραχυπρόθεσμης δράσης, περιλαμβανομένων παραδειγμάτων βελτίστων πρακτικών για την προστασία των ευαίσθητων ομάδων του πληθυσμού, περιλαμβανομένων των παιδιών.

Άρθρο 25

Διαμεθοριακή ατμοσφαιρική ρύπανση

1.   Όταν παρατηρείται υπέρβαση ορίου συναγερμού, οριακής τιμής ή τιμής στόχου, προσαυξημένων κατά τα τυχόν αντίστοιχα περιθώρια ανοχής, ή υπέρβαση μακροπρόθεσμου στόχου λόγω σημαντικής διασυνοριακής μεταφοράς ρύπων ή προδρόμων τους, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συνεργάζονται και, ενδεχομένως, αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες, όπως η προετοιμασία κοινών ή συντονισμένων σχεδίων για την ποιότητα του αέρα σύμφωνα με το άρθρο 23 για την αντιμετώπιση των υπερβάσεων μέσω ενδεδειγμένων αλλά αναλόγων μέτρων.

2.   Η Επιτροπή καλείται να παραστεί και να συμβάλει σε κάθε συνεργασία της παραγράφου 1. Ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει, αφού λάβει υπόψη τις εκθέσεις που συντάσσονται βάσει του άρθρου 9 της οδηγίας 2001/81/ΕΚ, αν χρειάζεται περαιτέρω δράση σε κοινοτικό επίπεδο για να μειωθούν οι εκπομπές πρόδρομων ουσιών που προκαλούν διαμεθοριακή ρύπανση.

3.   Εφόσον είναι απαραίτητο σύμφωνα με το άρθρο 24, τα κράτη μέλη εκπονούν και εφαρμόζουν κοινά σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης που καλύπτουν γειτονικές ζώνες σε άλλα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι γειτονικές ζώνες στα άλλα κράτη μέλη, τα οποία έχουν εκπονήσει σχέδια βραχυπρόθεσμης δράσης, να λαμβάνουν όλες τις κατάλληλες πληροφορίες.

4.   Όταν παρατηρείται υπέρβαση των ορίων ενημέρωσης ή συναγερμού σε ζώνες ή οικισμούς που βρίσκονται κοντά στα εθνικά σύνορα, οι αρμόδιες αρχές του αντίστοιχου γειτονικού κράτους μέλους ενημερώνονται το ταχύτερο δυνατόν. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται επίσης στο κοινό.

5.   Κατά την εκπόνηση των σχεδίων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 3 και κατά την ενημέρωση του κοινού σύμφωνα με την παράγραφο 4, τα κράτη μέλη προσπαθούν, ανάλογα με την περίπτωση, να συνεχίσουν τη συνεργασία με τρίτες χώρες και ιδίως με τις υποψήφιες για προσχώρηση χώρες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 26

Ενημέρωση του κοινού

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το κοινό και οι κατάλληλες οργανώσεις, όπως οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οργανώσεις καταναλωτών, οργανώσεις που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα ευαίσθητων πληθυσμιακών ομάδων, άλλοι αρμόδιοι για την υγεία φορείς και οι σχετικές κλαδικές ομοσπονδίες, να ενημερώνονται καταλλήλως και εγκαίρως όσον αφορά:

α)

την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα σύμφωνα με το παράρτημα XVI·

β)

τυχόν αποφάσεις αναβολής σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1·

γ)

τυχόν απαλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 2·

δ)

σχέδια για την ποιότητα του αέρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παράγραφος 1 και στο άρθρο 23, και προγράμματα που προβλέπονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2.

Οι αντίστοιχες πληροφορίες διατίθενται δωρεάν, με κάθε εύχρηστο μέσο επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου του διαδικτύου, ή με οιοδήποτε άλλο τηλεπικοινωνιακό μέσο, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 2007/2/ΕΚ.

2.   Τα κράτη μέλη διαθέτουν στο κοινό ετήσιες εκθέσεις για όλους τους ρύπους που αποτελούν αντικείμενο των ρυθμίσεων της παρούσας οδηγίας.

Οι εκθέσεις αυτές συνοψίζουν τα επίπεδα που υπερβαίνουν τις οριακές τιμές, τις τιμές στόχους, τους μακροπρόθεσμους στόχους, τα όρια ενημέρωσης και συναγερμού, για τις αντίστοιχες περιόδους υπολογισμού των μέσων όρων. Οι εν λόγω πληροφορίες συνδυάζονται με συνοπτική εκτίμηση των επιπτώσεων των υπερβάσεων αυτών. Οι εκθέσεις μπορούν να περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση, περαιτέρω πληροφορίες και εκτιμήσεις για την προστασία των δασών καθώς και πληροφορίες για άλλους ρύπους για τους οποίους θεσπίζονται διατάξεις παρακολούθησης στην παρούσα οδηγία, όπως, μεταξύ άλλων, για επιλεγμένες πρόδρομες ουσίες του όζοντος που δεν αποτελούν αντικείμενο κανονιστικών ρυθμίσεων και παρατίθενται στο τμήμα Β του παραρτήματος Χ.

3.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν το κοινό όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές ή τους φορείς που έχουν ορισθεί για τα καθήκοντα του άρθρου 3.

Άρθρο 27

Διαβίβαση πληροφοριών και εκθέσεων

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη διάθεση των πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα στην Επιτροπή εντός του χρονοδιαγράμματος που ορίζουν τα μέτρα εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2.

2.   Εν πάση περιπτώσει, για το συγκεκριμένο σκοπό της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές και τα κρίσιμα επίπεδα και την επίτευξη των τιμών στόχων, οι εν λόγω πληροφορίες διατίθενται στην Επιτροπή το αργότερο εννέα μήνες μετά το τέλος εκάστου έτους, και περιλαμβάνουν:

α)

τις μεταβολές που επήλθαν κατά τη διάρκεια αυτού του έτους στον κατάλογο και στον καθορισμό των ζωνών και των οικισμών που έχει καταρτισθεί δυνάμει του άρθρου 4·

β)

τον κατάλογο των ζωνών και των οικισμών στους οποίους τα επίπεδα ενός ή περισσοτέρων ρύπων είναι υψηλότερα από τις οριακές τιμές συν το περιθώριο ανοχής, ανάλογα με την περίπτωση, ή υψηλότερα από τις τιμές στόχους ή τα κρίσιμα επίπεδα· για δε τις ζώνες και τους οικισμούς αυτούς:

i)

τα επίπεδα που εκτιμήθηκαν και, εάν υπάρχουν, τις ημερομηνίες και τις περιόδους κατά τις οποίες παρατηρήθηκαν αυτά τα επίπεδα·

ii)

ενδεχομένως, εκτίμηση σχετικά με τη συμβολή, στα επίπεδα που εκτιμήθηκαν, τυχόν φυσικών πηγών και επαναιώρησης σωματιδίων λόγω της διασκόρπισης άμμου ή αλατιού στους δρόμους το χειμώνα, όπως γνωστοποιείται στην Επιτροπή σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν για τις πληροφορίες που συλλέγονται από την αρχή του δευτέρου ημερολογιακού έτους από την έναρξη ισχύος των μέτρων εφαρμογής του άρθρου 28 παράγραφος 2.

Άρθρο 28

Εκτελεστικά μέτρα

1.   Μέτρα που έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας, ήτοι των παραρτημάτων I έως VI, των παραρτημάτων VIII έως X και του παραρτήματος XV, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 29 παράγραφος 3.

Ωστόσο, οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν επιτρέπεται να συνεπάγονται άμεση ή έμμεση τροποποίηση:

α)

των οριακών τιμών, των στόχων μείωσης της έκθεσης, των κρίσιμων επιπέδων, των τιμών στόχων, των ορίων ενημέρωσης ή συναγερμού ή των μακροπρόθεσμων στόχων που αναφέρονται στο παράρτημα VII και στα παραρτήματα XI έως XIV·

β)

των ημερομηνιών για τη συμμόρφωση προς οποιαδήποτε παράμετρο του στοιχείου α).

2.   Η Επιτροπή καθορίζει με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 2 τις πρόσθετες πληροφορίες που διατίθενται από τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 27, καθώς και τα χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων πρέπει να κοινοποιούνται οι πληροφορίες αυτές.

Η Επιτροπή καθορίζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο απλοποιείται ο τρόπος υποβολής δεδομένων και η αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών και δεδομένων από δίκτυα και επιμέρους σταθμούς μέτρησης της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα στα κράτη μέλη, με την κανονιστική διαδικασία του άρθρου 29 παράγραφος 2.

3.   Η Επιτροπή καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις συμφωνίες για τη δημιουργία κοινών σταθμών μέτρησης, κατά το άρθρο 6 παράγραφος 5.

4.   Η Επιτροπή δημοσιεύει οδηγίες για την απόδειξη της ισοδυναμίας που προβλέπεται στο τμήμα Β του παραρτήματος VI.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΠΙΤΡΟΠΗ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή με την ονομασία «επιτροπή ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα».

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται τρίμηνη.

3.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 30

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους κανόνες για τις επιβλητέες κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων που θεσπίζονται με βάση την παρούσα οδηγία και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Άρθρο 31

Κατάργηση και μεταβατικές διατάξεις

1.   Οι οδηγίες 96/62/ΕΚ, 1999/30/ΕΚ, 2000/69/ΕΚ και 2002/3/ΕΚ καταργούνται από τις 11 Ιουνίου 2010, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο ή την εφαρμογή των εν λόγω οδηγιών.

Ωστόσο, από τις 11 Ιουνίου 2008 εφαρμόζονται τα εξής:

α)

στην οδηγία 96/62/ΕΚ, η παράγραφος 1 του άρθρου 12 αντικαθίσταται από την ακόλουθη:

«1.   Οι λεπτομερείς διευθετήσεις για τη διαβίβαση των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται δυνάμει του άρθρου 11 εγκρίνονται σύμφωνα με τη διαδικασία της οποίας μνεία γίνεται στην παράγραφο 3.»·

β)

στην οδηγία 1999/30/ΕΚ, το άρθρο 7 παράγραφος 7, η υποσημείωση 1 στο σημείο I του παραρτήματος VIII και το σημείο VI του παραρτήματος IX διαγράφονται·

γ)

στην οδηγία 2000/69/ΕΚ, το άρθρο 5 παράγραφος 7 και το σημείο III του παραρτήματος VII διαγράφονται·

δ)

στην οδηγία 2002/3/ΕΚ, το άρθρο 9 παράγραφος 5 και το σημείο II του παραρτήματος VIII διαγράφονται.

2.   Παρά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, παραμένουν σε ισχύ τα ακόλουθα άρθρα:

α)

το άρθρο 5 της οδηγίας 96/62/ΕΚ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010·

β)

το άρθρο 11 παράγραφος 1 της οδηγίας 96/62/ΕΚ και το άρθρο 10 παράγραφοι 1, 2 και 3 της οδηγίας 2002/3/ΕΚ μέχρι το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους μετά την έναρξη ισχύος των μέτρων εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας·

γ)

το άρθρο 9 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 1999/30/ΕΚ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2009.

3.   Κάθε αναφορά στις καταργούμενες οδηγίες θεωρείται ότι γίνεται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που περιέχεται στο παράρτημα XVII.

4.   Η απόφαση 97/101/ΕΚ καταργείται από το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους μετά την έναρξη ισχύος των μέτρων εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 28 παράγραφος 2 της παρούσας οδηγίας.

Ωστόσο, η τρίτη, τέταρτη και πέμπτη περίπτωση στο άρθρο 7 της απόφασης 97/101/ΕΚ διαγράφονται από τις 11 Ιουνίου 2008.

Άρθρο 32

Αναθεώρηση

1.   Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το 2013 τις διατάξεις σχετικά με τα ΑΣ2,5 και, ενδεχομένως, άλλους ρύπους και θα υποβάλει πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

Όσον αφορά τα ΑΣ2,5, η επανεξέταση πραγματοποιείται με σκοπό τη θέσπιση νομικά δεσμευτικών, σε επίπεδο κράτους μέλους, υποχρεώσεων σχετικά με τη μείωση της έκθεσης και αποσκοπεί στην αντικατάσταση του εθνικού στόχου μείωσης και στην ανασκόπηση της υποχρέωσης όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης, που ορίζεται στο άρθρο 15, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ άλλων τα ακόλουθα στοιχεία:

τις πλέον πρόσφατες πληροφορίες από την ΠΟΥ και άλλους συναφείς οργανισμούς,

τις καταστάσεις της ποιότητας του αέρα και τις δυνατότητες μείωσης στα κράτη μέλη,

την αναθεώρηση της οδηγίας 2001/81/ΕΚ,

την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην εφαρμογή των κοινοτικών μέτρων μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

2.   Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη πόσο εφικτή είναι η έγκριση περισσότερο φιλόδοξης οριακής τιμής για τα ΑΣ2,5, προβαίνει σε ανασκόπηση της ενδεικτικής οριακής τιμής του δευτέρου σταδίου για τα ΑΣ2,5, και εξετάζει την επιβεβαίωση ή αλλαγή της εν λόγω τιμής.

3.   Στο πλαίσιο της επανεξέτασης, η Επιτροπή εκπονεί επίσης έκθεση σχετικά με την εμπειρία από την παρακολούθηση των ΑΣ10 και ΑΣ2,5 και με την αναγκαιότητα της παρακολούθησης, λαμβάνοντας υπόψη την τεχνική πρόοδο των τεχνικών αυτόματης μέτρησης. Ενδεχομένως θα προταθούν νέες μέθοδοι αναφοράς για τη μέτρηση των ΑΣ10 και ΑΣ2,5.

Άρθρο 33

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που απαιτούνται για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από τις 11 Ιουνίου 2010. Κοινοποιούν πάραυτα το κείμενο των ως άνω διατάξεων στην Επιτροπή.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Ωστόσο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2009, τη δημιουργία επαρκούς αριθμού αστικών σταθμών μέτρησης ΑΣ2,5 που είναι απαραίτητοι για τον υπολογισμό του δείκτη μέσης έκθεσης, σύμφωνα με το τμήμα Β του παραρτήματος V, με σκοπό την τήρηση του χρονοδιαγράμματος και των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος ΧΙV.

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 34

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 35

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 21 Μαΐου 2008.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. LENARČIČ


(1)  ΕΕ C 195 της 18.8.2006, σ. 84.

(2)  ΕΕ C 206 της 29.8.2006, σ. 1.

(3)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2006 (ΕΕ C 306 E της 15.12.2006, σ. 102), κοινή θέση του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2007 (ΕΕ C 236 E της 6.11.2007, σ. 1) και θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2007. Απόφαση του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2008.

(4)  ΕΕ L 242 της 10.9.2002, σ. 1.

(5)  ΕΕ L 296 της 21.11.1996, σ. 55. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 163 της 29.6.1999, σ. 41. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση 2001/744/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 278 της 23.10.2001, σ. 35).

(7)  ΕΕ L 313 της 13.12.2000, σ. 12.

(8)  ΕΕ L 67 της 9.3.2002, σ. 14.

(9)  ΕΕ L 35 της 5.2.1997, σ. 14. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2001/752/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 282 της 26.10.2001, σ. 69).

(10)  ΕΕ L 23 της 26.1.2005, σ. 3.

(11)  ΕΕ L 171 της 27.6.1981, σ. 11.

(12)  ΕΕ L 309 της 27.11.2001, σ. 22. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 368).

(13)  ΕΕ L 309 της 27.11.2001, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/105/ΕΚ του Συμβουλίου.

(14)  ΕΕ L 189 της 18.7.2002, σ. 12.

(15)  ΕΕ L 24 της 29.1.2008, σ. 8.

(16)  ΕΕ L 87 της 25.3.2004, σ. 50.

(17)  ΕΕ L 108 της 25.4.2007, σ. 1.

(18)  ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

(19)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).

(20)  Οδηγία 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας (ΕΕ L 393 της 30.12.1989, σ. 1). Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 27.6.2007, σ. 21).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΣΤΟΧΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Α.   Στόχοι για την ποιότητα των δεδομένων όσον αφορά την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα

 

Διοξείδιο του θείου, διοξείδιο του αζώτου και οξείδια του αζώτου και μονοξείδιο του άνθρακα

Βενζόλιο

Σωματίδια (ΑΣ10 και ΑΣ2,5) και μόλυβδος

Όζον και αντίστοιχα NO και NO2

Σταθερές μετρήσεις (1)

 

 

 

 

Αβεβαιότητα

15 %

25 %

25 %

15 %

Ελάχιστη συλλογή δεδομένων

90 %

90 %

90 %

90 % το καλοκαίρι

75 % το χειμώνα

Ελάχιστη χρονική κάλυψη:

 

 

 

 

μη εκτεθειμένες αστικές τοποθεσίες και κυκλοφορία

35 % (2)

βιομηχανικοί τόποι

90 %

Ενδεικτικές μετρήσεις:

 

 

 

 

Αβεβαιότητα

25 %

30 %

50 %

30 %

Ελάχιστη συλλογή δεδομένων

90 %

90 %

90 %

90 %

Ελάχιστη χρονική κάλυψη

14 % (4)

14 % (3)

14 % (4)

> 10 % το καλοκαίρι

Αβεβαιότητα μοντελοποίησης:

 

 

 

 

Ωριαία

50 %

50 %

Μέσοι όροι οκτώ ωρών

50 %

50 %

Ημερήσιοι μέσοι όροι

50 %

Ετήσιοι μέσοι όροι

30 %

50 %

δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη 50 %

Αντικειμενικός υπολογισμός:

 

 

 

 

Αβεβαιότητα

75 %

100 %

100 %

75 %

Η αβεβαιότητα (εκφρασμένη σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95 %) των μεθόδων εκτίμησης αξιολογείται σύμφωνα με τις αρχές που περιλαμβάνονται στον οδηγό της CEN για την έκφραση της αβεβαιότητας στις μετρήσεις (ENV 13005-1999), τη μεθοδολογία του προτύπου ISO 5725:1994 και τις οδηγίες που περιέχονται στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τυποποίησης «Ποιότητα του αέρα — Ανάλυση του υπολογισμού της αβεβαιότητας στις μεθόδους μετρήσεων αναφοράς για τον ατμοσφαιρικό αέρα» (CR 14377:2002E). Τα ποσοστά αβεβαιότητας του παραπάνω πίνακα αφορούν μέσο όρο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο επιμέρους μετρήσεων, κοντά στην οριακή τιμή (ή την τιμή στόχο στην περίπτωση του όζοντος) για διάστημα εμπιστοσύνης 95 %. Η αβεβαιότητα των σταθερών μετρήσεων πρέπει να ερμηνεύεται ως ισχύουσα για την περιοχή της αντίστοιχης οριακής τιμής (ή της τιμής στόχου στην περίπτωση του όζοντος).

Ως αβεβαιότητα της προσομοίωσης ορίζεται η μέγιστη απόκλιση των μετρούμενων και των υπολογιζόμενων επιπέδων συγκέντρωσης για το 90 % των επιμέρους σημείων παρακολούθησης, κατά τη διάρκεια της υπό μελέτη περιόδου, από την οριακή τιμή (ή την τιμή στόχο στην περίπτωση του όζοντος) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο ακριβής χρόνος των συμβάντων. Η αβεβαιότητα της προσομοίωσης πρέπει να ερμηνεύεται ως ισχύουσα για την περιοχή της αντίστοιχης οριακής τιμής (ή της τιμής στόχου στην περίπτωση του όζοντος). Οι σταθερές μετρήσεις που θα πρέπει να επιλέγονται για σύγκριση με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης θα είναι αντιπροσωπευτικές της κλίμακας που καλύπτεται από το μοντέλο.

Ως αβεβαιότητα αντικειμενικής εκτίμησης ορίζεται η μέγιστη απόκλιση των μετρούμενων και των υπολογιζόμενων επιπέδων συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια της υπό μελέτη περιόδου, από την οριακή τιμή (ή την τιμή στόχο στην περίπτωση του όζοντος) χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο ακριβής χρόνος των συμβάντων.

Στις απαιτήσεις για την ελάχιστη συλλογή δεδομένων και τη χρονική κάλυψη δεν περιλαμβάνονται οι απώλειες δεδομένων λόγω της τακτικής βαθμονόμησης ή της συνήθους συντήρησης των οργάνων.

B.   Αποτελέσματα της εκτίμησης της ποιότητας του αέρα

Για τις ζώνες ή τους οικισμούς όπου χρησιμοποιούνται άλλες πηγές, εκτός των μετρήσεων, για τη συμπλήρωση στοιχείων από μετρήσεις ή ως αποκλειστικό μέσο εκτίμησης της ποιότητας του αέρα, συγκεντρώνονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

περιγραφή των δραστηριοτήτων εκτίμησης που εκτελέσθηκαν,

οι χρησιμοποιούμενες συγκεκριμένες μέθοδοι, με περιγραφές της εκάστοτε μεθόδου,

οι πηγές δεδομένων και πληροφοριών,

περιγραφή των αποτελεσμάτων, συμπεριλαμβανομένης της αβεβαιότητάς τους και, ιδίως, της έκτασης της περιοχής ή, ανάλογα με την περίπτωση, του μήκους του δρόμου εντός της ζώνης ή οικισμού, όπου οι συγκεντρώσεις υπερβαίνουν οριακή τιμή, τιμή στόχο ή μακροπρόθεσμο στόχο, συν το τυχόν περιθώριο ανοχής, και της περιοχής στην οποία οι συγκεντρώσεις υπερβαίνουν το ανώτερο ή το κατώτερο όριο εκτίμησης,

ο πληθυσμός που ενδέχεται να εκτεθεί σε επίπεδα που υπερβαίνουν οριακές τιμές για την προστασία της υγείας του ανθρώπου.

Γ.   Διασφάλιση της ποιότητας κατά την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα: Επικύρωση δεδομένων

1.   Για να εξασφαλισθεί η ακρίβεια των μετρήσεων και η συμμόρφωση προς τους στόχους για την ποιότητα των δεδομένων που αναφέρονται στο τμήμα Α, οι ενδεδειγμένες αρμόδιες αρχές και φορείς που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 εξασφαλίζουν:

την ιχνηλασιμότητα όλων των μετρήσεων που εκτελούνται για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 9, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τμήμα 5.6.2.2 του ISO/IEC 17025:2005,

ότι οι φορείς που εκμεταλλεύονται δίκτυα και μεμονωμένους σταθμούς έχουν καθιερώσει σύστημα διασφάλισης και ελέγχου της ποιότητας, το οποίο προβλέπει τακτική συντήρηση ώστε να εξασφαλίζεται η ακρίβεια των συσκευών μέτρησης,

ότι έχει καθιερωθεί διαδικασία ελέγχου/διασφάλισης της ποιότητας για τη συλλογή δεδομένων και την υποβολή εκθέσεων και ότι οι φορείς στους οποίους έχει ανατεθεί το έργο αυτό συμμετέχουν ενεργά στα αντίστοιχα προγράμματα διασφάλισης της ποιότητας που καλύπτουν το σύνολο της Κοινότητας,

ότι τα εθνικά εργαστήρια, όταν ορίζονται από τις ενδεδειγμένες αρμόδιες αρχές ή φορείς σύμφωνα με το άρθρο 3, τα οποία λαμβάνουν μέρος σε συγκρίσεις, για ολόκληρη την Κοινότητα, ρύπων που διέπονται από την παρούσα οδηγία, είναι πιστοποιημένα σύμφωνα με το πρότυπο EN/ISO 17025 έως το 2010 για τις μεθόδους αναφοράς που αναφέρονται στο παράρτημα VI. Τα εν λόγω εργαστήρια συμμετέχουν στο συντονισμό των ανά την επικράτεια των κρατών μελών προγραμμάτων διασφάλισης της ποιότητας που εφαρμόζονται για ολόκληρη την Κοινότητα και οργανώνονται από την Επιτροπή, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν το συντονισμό, σε εθνικό επίπεδο, της ορθής εφαρμογής των μεθόδων αναφοράς και της απόδειξης της ισοδυναμίας των μεθόδων που δεν είναι μέθοδοι αναφοράς.

2.   Όλα τα υποβαλλόμενα δυνάμει του άρθρου 27 δεδομένα θεωρούνται έγκυρα, εκτός από τα δεδομένα που έχουν χαρακτηρισθεί προσωρινά.


(1)  Τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν τυχαίες αντί συνεχών μετρήσεων για το βενζόλιο, το μόλυβδο και τα σωματίδια, εφόσον μπορούν να αποδείξουν στην Επιτροπή ότι η αβεβαιότητα, συμπεριλαμβανομένης της αβεβαιότητας που οφείλεται στην τυχαία δειγματοληψία, ικανοποιεί το στόχο ποιότητας του 25 % και ότι η χρονική κάλυψη εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης χρονικής κάλυψης για τις ενδεικτικές μετρήσεις. Η τυχαία δειγματοληψία πρέπει να εκτελείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση των αποτελεσμάτων. Η αβεβαιότητα που οφείλεται στην τυχαία δειγματοληψία μπορεί να καθορίζεται βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο ISO 11222 (2002) «Ποιότητα του αέρα — Καθορισμός του επιπέδου αβεβαιότητας του χρονικού μέσου όρου των μετρήσεων της ποιότητας του αέρα». Εάν χρησιμοποιούνται τυχαίες μετρήσεις για την εκτίμηση της οριακής τιμής ΑΣ10, αξιολογείται το 90,4 εκατοστημόριο (που θα πρέπει να είναι μικρότερο ή ίσο προς 50 µg/m3 αντί του αριθμού των υπερβάσεων, που επηρεάζεται πολύ από την κάλυψη των δεδομένων.

(2)  Κατανέμεται καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου ώστε να αντανακλά τις διακυμάνσεις των κλιματικών συνθηκών και της κυκλοφορίας.

(3)  Τυχαία μέτρηση μιας ημέρας εβδομαδιαίως, με ομαλή κατανομή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ή σε οκτώ εβδομάδες ομαλά κατανεμημένες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

(4)  Μια τυχαία μέτρηση εβδομαδιαίως, με ομαλή κατανομή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους ή σε οκτώ εβδομάδες ομαλά κατανεμημένες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Καθορισμός των απαιτήσεων για την εκτίμηση των συγκεντρώσεων διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων (ΑΣ10 και ΑΣ2,5), μολύβδου, βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα εντός ζώνης ή οικισμού

Α.   Ανώτερα και κατώτερα όρια εκτίμησης

Ισχύουν τα ακόλουθα, ανώτερα και κατώτερα, όρια εκτίμησης:

1.   Διοξείδιο του θείου

 

Προστασία της υγείας

Προστασία της βλάστησης

Ανώτερο όριο εκτίμησης

60 % της εικοσιτετράωρης οριακής τιμής (75 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 3 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

60 % του χειμερινού κρίσιμου επιπέδου

(12 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

40 % της εικοσιτετράωρης οριακής τιμής (50 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 3 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

40 % του χειμερινού κρίσιμου επιπέδου

(8 µg/m3)

2.   Διοξείδιο του αζώτου και οξείδια του αζώτου

 

Ωριαία οριακή τιμή για την προστασία της υγείας του ανθρώπου (NO2)

Ετήσια οριακή τιμή για την προστασία της υγείας του ανθρώπου (NO2)

Ετήσιο κρίσιμο επίπεδο για την προστασία της βλάστησης και των φυσικών οικοσυστημάτων (NOx)

Ανώτερο όριο εκτίμησης

70 % της οριακής τιμής (140 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 18 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

80 % της οριακής τιμής (32 µg/m3)

80 % του κρίσιμου επιπέδου (24 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

50 % της οριακής τιμής (100 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 18 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

65 % της οριακής τιμής (26 µg/m3)

65 % του κρίσιμου επιπέδου (19,5 µg/m3)

3.   Σωματίδια (ΑΣ10/ΑΣ2,5)

 

Μέσος όρος 24 ωρών ΑΣ10

Μέσος ετήσιος όρος ΑΣ10

Μέσος ετήσιος όρος ΑΣ2,5  (1)

Ανώτερο όριο εκτίμησης

70 % της οριακής τιμής (35 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 35 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

70 % της οριακής τιμής (28 µg/m3)

70 % της οριακής τιμής (17 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

50 % της οριακής τιμής (25 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 35 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος)

50 % της οριακής τιμής (20 µg/m3)

50 % της οριακής τιμής (12 µg/m3)

4.   Μόλυβδος

 

Ετήσιος μέσος όρος

Ανώτερο όριο εκτίμησης

70 % της οριακής τιμής (0,35 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

50 % της οριακής τιμής (0,25 µg/m3)

5.   Βενζόλιο

 

Ετήσιος μέσος όρος

Ανώτερο όριο εκτίμησης

70 % της οριακής τιμής (3,5 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

40 % της οριακής τιμής (2 µg/m3)

6.   Μονοξείδιο του άνθρακα

 

Μέσος όρος 8 ωρών

Ανώτερο όριο εκτίμησης

70 % της οριακής τιμής (7 µg/m3)

Κατώτερο όριο εκτίμησης

50 % της οριακής τιμής (5 µg/m3)

B.   Καθορισμός των υπερβάσεων των ανωτάτων και κατωτάτων ορίων εκτίμησης

Οι υπερβάσεις των ανωτέρων και κατωτέρων ορίων εκτίμησης προσδιορίζονται βάσει των συγκεντρώσεων των προηγούμενων πέντε ετών, εφόσον υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Υπέρβαση ορίου εκτίμησης τεκμαίρεται, εάν έχουν σημειωθεί υπερβάσεις τουλάχιστον κατά τρία από τα πέντε τελευταία έτη λαμβανόμενα κεχωρισμένως.

Εάν τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν διάστημα μικρότερο της πενταετίας, τα κράτη μέλη μπορούν να συνδυάζουν σύντομες εκστρατείες μετρήσεων κατά τη διάρκεια του έτους και σε τοποθεσίες που είναι πιθανό να αποτελούν τυπικά παραδείγματα ανώτατων επιπέδων ρύπανσης με αποτελέσματα από στοιχεία απογραφών των εκπομπών και προσομοίωσης για να προσδιορίζουν τις υπερβάσεις των ανωτέρων και κατωτέρων ορίων εκτίμησης.


(1)  Το ανώτερο όριο εκτίμησης και το κατώτερο όριο εκτίμησης για τα ΑΣ2,5 δεν ισχύουν για τις μετρήσεις για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς το στόχο μείωσης της έκθεσης σε σωματίδια ΑΣ2,5 που αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης υγείας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα και τοποθεσία των σημείων δειγματοληψίας για τις μετρήσεις διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων (ΑΣ10 και ΑΣ2,5), μολύβδου, βενζολίου και μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα

Α.   Γενικά

Η εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα γίνεται σε όλες τις ζώνες και τους οικισμούς σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

1.   Η εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα γίνεται σε όλες τις τοποθεσίες, εκτός εκείνων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 2, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στα τμήματα Β και Γ πιο κάτω, για την τοποθεσία των σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις. Οι αρχές που ορίζονται στα τμήματα Β και Γ ισχύουν επίσης εφόσον μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό των συγκεκριμένων τοποθεσιών στις οποίες παρατηρείται συγκέντρωση των συγκεκριμένων ρύπων, όπου έχει γίνει εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα με ενδεικτικές μετρήσεις ή προσομοίωση.

2.   Δεν γίνεται εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές που αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης υγείας στις ακόλουθες τοποθεσίες:

α)

σε τοποθεσίες που βρίσκονται εντός περιοχών στις οποίες το κοινό δεν έχει πρόσβαση και δεν υπάρχουν σταθερές κατοικίες·

β)

σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, σε χώρους εργοστασίων ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις στις οποίες ισχύουν όλες οι συναφείς διατάξεις που αφορούν την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία·

γ)

στα οδοστρώματα και στα κεντρικά διαζώματα των οδών, εκτός από τα σημεία από τα οποία οι πεζοί έχουν πρόσβαση στο κεντρικό διάζωμα.

B.   Χωροθέτηση μεγάλης κλίμακας των σημείων δειγματοληψίας

1.   Προστασία της ανθρώπινης υγείας

α)

Τα σημεία δειγματοληψίας που προορίζονται για την προστασία της υγείας του ανθρώπου τοποθετούνται κατά τρόπον ώστε να παρέχουν στοιχεία:

για τις περιοχές μέσα σε ζώνες και οικισμούς, όπου απαντούν οι υψηλότερες συγκεντρώσεις στις οποίες είναι ενδεχόμενο να εκτεθεί, άμεσα ή έμμεσα, ο πληθυσμός για χρονικό διάστημα που είναι σημαντικό σε σχέση με την περίοδο αναφοράς της ή των οριακών τιμών,

για τα επίπεδα σε άλλες περιοχές μέσα στις ζώνες και τους οικισμούς, που να είναι αντιπροσωπευτικές της έκθεσης του γενικού πληθυσμού.

β)

Τα σημεία δειγματοληψίας τοποθετούνται, κατά κανόνα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η μέτρηση της κατάστασης στα μικροπεριβάλλοντα της άμεσης γειτονίας τους. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημείο δειγματοληψίας πρέπει να τοποθετείται κατά τρόπο ώστε ο αέρας στον οποίο γίνονται οι δειγματοληψίες να είναι αντιπροσωπευτικός της ποιότητας του αέρα σε τμήμα οδού μήκους 100 m τουλάχιστον για θέσεις με κυκλοφορία ή με διαστάσεις τουλάχιστον 250 × 250 m για θέσεις με βιομηχανία, όπου αυτό είναι εφικτό.

γ)

Στις μη εκτεθειμένες αστικές τοποθεσίες, το σημείο δειγματοληψίας τοποθετείται κατά τρόπο ώστε τα αντίστοιχα επίπεδα ρύπανσης να επηρεάζονται από την ολοκληρωμένη συμβολή όλων των πηγών ανάντη του ανέμου ως προς το σταθμό. Το επίπεδο ρύπανσης δεν θα πρέπει να επηρεάζεται αποκλειστικά και μόνο από μία πηγή, εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες ανάλογη κατάσταση θεωρείται τυπική για ευρύτερη μη εκτεθειμένη αστική περιοχή. Τα εν λόγω σημεία δειγματοληψίας είναι, κατά κανόνα, αντιπροσωπευτικά για πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα.

δ)

Όταν ο στόχος είναι η εκτίμηση των επιπέδων του μη εκτεθειμένου αγροτικού περιβάλλοντος, το σημείο δειγματοληψίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από γειτονικούς οικισμούς ή βιομηχανικούς τόπους, δηλαδή τόπους που απέχουν λιγότερο από 5 km.

ε)

Όταν επιχειρείται εκτίμηση της συμβολής βιομηχανικών πηγών, τουλάχιστον ένα σημείο δειγματοληψίας εγκαθίσταται κατάντη του ανέμου ως προς την πηγή στην πλησιέστερη οικιστική περιοχή. Εάν δεν είναι γνωστή η συγκέντρωση στο μη εκτεθειμένο περιβάλλον, επιπλέον σημείο δειγματοληψίας εγκαθίσταται στην κύρια κατεύθυνση του ανέμου.

στ)

Τα σημεία δειγματοληψίας πρέπει επίσης να είναι κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικά ανάλογων τοποθεσιών που δεν βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με αυτά.

ζ)

Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη σημείων δειγματοληψίας σε νησιά, όταν απαιτείται για την προστασία της ανθρώπινης υγείας.

2.   Προστασία της βλάστησης και των φυσικών οικοσυστημάτων

Τα σημεία δειγματοληψίας που αποσκοπούν στην προστασία της βλάστησης και των φυσικών οικοσυστημάτων τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 20 km από οικισμούς ή τουλάχιστον 5 km από άλλες δομημένες περιοχές, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αυτοκινητόδρομους ή οδικές αρτηρίες από τις οποίες περνούν περισσότερα από 50 000 οχήματα ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι κάθε ανάλογο σημείο δειγματοληψίας πρέπει να τοποθετείται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι η ποιότητα του αέρα από τον οποίο λαμβάνονται τα δείγματα είναι αντιπροσωπευτική της ποιότητας του αέρα από περιβάλλουσα περιοχή εμβαδού τουλάχιστον 1 000 km2. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν ένα σημείο δειγματοληψίας να βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση ή να είναι αντιπροσωπευτικό της ποιότητας του αέρα σε περιοχή μικρότερης έκτασης, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωγραφικές συνθήκες ή τις δυνατότητες προστασίας ιδιαιτέρως ευαίσθητων περιοχών.

Λαμβάνεται επίσης υπόψη η ανάγκη εκτίμησης της ποιότητας του αέρα σε νησιά.

Γ.   Χωροθέτηση μικρής κλίμακας των σημείων δειγματοληψίας

Ισχύουν κατά το δυνατόν τα εξής:

η ροή γύρω από το στόμιο του σωλήνα δειγματοληψίας θα πρέπει να είναι ανεμπόδιστη (ελεύθερη σε τόξο τουλάχιστον 270°) χωρίς εμπόδια που να επηρεάζουν τη ροή του αέρα κοντά στη συσκευή δειγματοληψίας, (ήτοι συνήθως σε απόσταση μερικών μέτρων από κτίρια, μπαλκόνια, δέντρα και άλλα εμπόδια και τουλάχιστον 0,5 m από το πλησιέστερο κτίριο για τα αντιπροσωπευτικά σημεία δειγματοληψίας της ποιότητας του αέρα στη γραμμή των κτιρίων),

γενικά, το σημείο εισόδου του δείγματος πρέπει να απέχει 1,5 m (ζώνη αναπνοής) έως 4 m από το έδαφος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρειάζονται υψηλότερες θέσεις (μέχρι 8 m). Μπορεί επίσης να ενδείκνυται η τοποθέτηση σε υψηλότερο σημείο, εάν ο σταθμός είναι αντιπροσωπευτικός ευρύτερης περιοχής,

το στόμιο του σωλήνα δειγματοληψίας δεν πρέπει να γειτνιάζει άμεσα με πηγές εκπομπών, ώστε να αποφεύγεται η απευθείας πρόσληψη εκπομπών που δεν έχουν αναμειχθεί με τον ατμοσφαιρικό αέρα,

το στόμιο εξαγωγής του δειγματολήπτη πρέπει να τοποθετείται έτσι ώστε να αποφεύγεται η ανακυκλοφορία του εξερχόμενου αέρα προς την είσοδο της συσκευής,

για όλους τους ρύπους, οι καθετήρες δειγματοληψίας που καλύπτουν την οδική κυκλοφορία πρέπει να τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 25 m από το όριο των κύριων οδικών κόμβων και να μην υπερβαίνουν τα 10 m από το ρείθρο του οδοστρώματος.

Μπορούν επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες:

πηγές παρεμβολής,

ασφάλεια,

πρόσβαση,

διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ενέργειας και τηλεφωνικών επικοινωνιών,

ορατότητα της τοποθεσίας σε σχέση με το περιβάλλον της,

ασφάλεια του κοινού και των χειριστών,

σκοπιμότητα κοινών σημείων δειγματοληψίας για διαφορετικούς ρύπους,

απαιτήσεις σχεδιασμού.

Δ.   Τεκμηρίωση και επανεξέταση της επιλογής τοποθεσιών

Οι διαδικασίες επιλογής θέσης πρέπει να τεκμηριώνονται πλήρως στο στάδιο της ταξινόμησης με μέσα όπως φωτογραφίες του περιβάλλοντος χώρου με συγκεκριμένα σημεία προσανατολισμού και λεπτομερή χάρτη. Οι θέσεις πρέπει να επανεξετάζονται τακτικά με νέα τεκμηρίωση για να διασφαλίζεται ότι τα κριτήρια επιλογής παραμένουν έγκυρα με την πάροδο του χρόνου.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΜΗ ΕΚΤΕΘΕΙΜΕΝΕΣ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Α.   Στόχοι

Κύριος στόχος των μετρήσεων αυτών είναι να εξασφαλίζεται η ύπαρξη κατάλληλων πληροφοριών για τα επίπεδα σε μη εκτεθειμένες περιοχές. Οι πληροφορίες αυτές είναι καθοριστικής σημασίας για την αξιολόγηση των βελτιωμένων επιπέδων στις περιοχές με τη μεγαλύτερη ρύπανση (όπως οι μη εκτεθειμένες αστικές τοποθεσίες, οι βιομηχανικές τοποθεσίες και οι τοποθεσίες με κυκλοφορία), για την εκτίμηση της πιθανής συμβολής της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που μεταφέρεται σε μεγάλες αποστάσεις, για την υποστήριξη της ανάλυσης της κατανομής από τις επιμέρους πηγές, καθώς και για την κατανόηση συγκεκριμένων ρύπων, όπως τα σωματίδια. Επιπλέον, οι πληροφορίες αυτές είναι βασικές για τη μεγαλύτερη χρήση προσομοιώσεων και στις αστικές περιοχές.

Β.   Ουσίες

Οι μετρήσεις ΑΣ2,5 πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη συνολική κατά μάζα συγκέντρωση και τις συγκεντρώσεις των ενδεδειγμένων ουσιών για τον χαρακτηρισμό της χημικής σύνθεσής τους. Περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα χημικά είδη που παρατίθενται κατωτέρω.

SO4 2–

Na+

NH4 +

Ca2+

Στοιχειακός άνθρακας (ΣΑ)

NO3

K+

Cl

Mg2+

Οργανικός άνθρακας (ΟΑ)

Γ.   Τοποθεσία

Οι μετρήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται ιδίως σε μη εκτεθειμένες αγροτικές περιοχές σύμφωνα με τα μέρη Α, Β και Γ του παραρτήματος III.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Κριτήρια καθορισμού των ελάχιστων αριθμών σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις συγκεντρώσεων του διοξειδίου του θείου, του διοξειδίου του αζώτου και των οξειδίων του αζώτου, των σωματιδίων (ΑΣ10 και ΑΣ2,5), του μολύβδου, του βενζολίου και του μονοξειδίου του άνθρακα στον ατμοσφαιρικό αέρα

Ελάχιστος αριθμός των σημείων δειγματοληψίας σταθερής μέτρησης για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις οριακές τιμές για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και όρια συναγερμού σε ζώνες και οικισμούς όπου η σταθερή μέτρηση αποτελεί τη μόνη πηγή ενημέρωσης

1.   Διάχυτες πηγές

Πληθυσμός του οικισμού ή της ζώνης

(χιλιάδες)

Εάν οι συγκεντρώσεις υπερβαίνουν το ανώτερο όριο εκτίμησης (1)

Εάν οι μέγιστες συγκεντρώσεις είναι μεταξύ του ανωτέρου και του κατωτέρου ορίου εκτίμησης

Ρύποι πλην ΑΣ

ΑΣ (άθροισμα ΑΣ10 και ΑΣ2,5) (2)

Ρύποι πλην ΑΣ

ΑΣ (άθροισμα ΑΣ10 και ΑΣ2,5) (2)

0-249

1

2

1

1

250-499

2

3

1

2

500-749

2

3

1

2

750-999

3

4

1

2

1 000-1 499

4

6

2

3

1 500-1 999

5

7

2

3

2 000-2 749

6

8

3

4

2 750-3 749

7

10

3

4

3 750-4 749

8

11

3

6

4 750-5 999

9

13

4

6

≥ 6 000

10

15

4

7

2.   Σημειακές πηγές

Για την εξακρίβωση της ρύπανσης κοντά σε σημειακές πηγές, ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις, υπολογίζεται με βάση τις πυκνότητες εκπομπής, την πιθανή μορφή κατανομής της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα και τη δυνητική έκθεση του πληθυσμού.

Β.   Ελάχιστος αριθμός σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις προς εκτίμηση της συμμόρφωσης με το στόχο μείωσης της έκθεσης σε ΑΣ2,5 για την προστασία της υγείας του ανθρώπου

Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιείται ένα σημείο δειγματοληψίας ανά εκατομμύριο κατοίκων αθροιστικά για τους οικισμούς και τις συμπληρωματικές αστικές περιοχές που υπερβαίνουν τους 100 000 κατοίκους. Αυτά τα σημεία δειγματοληψίας μπορούν να συμπίπτουν με τα σημεία δειγματοληψίας του τμήματος Α.

Γ.   Ελάχιστος αριθμός σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις προς εκτίμηση της συμμόρφωσης με τα κρίσιμα επίπεδα για την προστασία της βλάστησης σε άλλες ζώνες, εκτός οικισμών

Εάν οι μέγιστες συγκεντρώσεις υπερβαίνουν το ανώτερο όριο εκτίμησης

Εάν οι μέγιστες συγκεντρώσεις είναι μεταξύ του ανωτέρου και του κατωτέρου ορίου εκτίμησης

1 σταθμός ανά 20 000 km2

1 σταθμός ανά 40 000 km2

Στις νησιωτικές ζώνες, ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας για τις σταθερές μετρήσεις θα πρέπει να υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές μορφές κατανομής της ρύπανσης στον ατμοσφαιρικό αέρα και τη δυνητική έκθεση της βλάστησης.


(1)  Για το διοξείδιο του αζώτου, τα σωματίδια, το βενζόλιο και το διοξείδιο του άνθρακα: περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας μη εκτεθειμένος αστικός σταθμός παρακολούθησης και ένας σταθμός για την κυκλοφορία, εφόσον δεν αυξάνεται ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας. Για τους ρύπους αυτούς, ο συνολικός αριθμός των μη εκτεθειμένων αστικών σταθμών και ο συνολικός αριθμός των σταθμών κυκλοφορίας σε ένα κράτος μέλος οι οποίοι απαιτούνται δυνάμει του τμήματος Α σημείο 1 δεν πρέπει να διαφέρουν κατά παράγοντα μεγαλύτερο του 2. Τα σημεία δειγματοληψίας όπου παρατηρούνται υπερβάσεις των οριακών τιμών για τα ΑΣ10 εντός της τελευταίας τριετίας διατηρούνται, εκτός εάν είναι απαραίτητη μια μετεγκατάσταση λόγω ειδικών περιστάσεων, και ιδίως λόγω χωροταξικής ανάπτυξης.

(2)  Όταν τα ΑΣ2.5 και ΑΣ10 μετρώνται σύμφωνα με το άρθρο 8 στον ίδιο σταθμό παρακολούθησης, θεωρούνται ως δύο χωριστά σημεία δειγματοληψίας. Ο συνολικός αριθμός των σημείων δειγματοληψίας ΑΣ2.5 και ΑΣ10 σε ένα κράτος μέλος που απαιτείται δυνάμει του τμήματος Α, σημείο 1, δεν πρέπει να διαφέρει κατά παράγοντα μεγαλύτερο του 2, και ο αριθμός των σημείων δειγματοληψίας των ΑΣ2,5 σε μη εκτεθειμένους αστικούς οικισμούς και σε αστικές περιοχές πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις του τμήματος Β του παραρτήματος V.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Μέθοδοι αναφοράς για τη μέτρηση των συγκεντρώσεων διοξειδίου του θείου, διοξειδίου του αζώτου και οξειδίων του αζώτου, σωματιδίων (ΑΣ10 και ΑΣ2,5), μολύβδου, βενζολίου, μονοξειδίου του άνθρακα και όζοντος

Α.   Μέθοδοι μετρήσεων αναφοράς

1.   Μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του διοξειδίου του θείου

Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του διοξειδίου του θείου περιγράφεται στο πρότυπο EN 14212:2005 «Ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα — Πρότυπη μέθοδος μέτρησης συγκέντρωσης του διοξειδίου του θείου με φθορισμό υπεριώδους».

2.   Μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του διοξειδίου του αζώτου και των οξειδίων του αζώτου

Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του διοξειδίου του αζώτου και των οξειδίων του αζώτου περιγράφεται στο πρότυπο EN 14211:2005 «Ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα — Πρότυπη μέθοδος μέτρησης της συγκέντρωσης διοξειδίου του αζώτου και μονοξειδίου του αζώτου με χημειοφωταύγεια».

3.   Μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση του μολύβδου

Η μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία του μολύβδου περιγράφεται στο τμήμα A σημείο 4 του παρόντος παραρτήματος. Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του μολύβδου περιγράφεται στο πρότυπο EN 14902:2005 «Πρότυπη μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση των Pb/Cd/As/Ni του κλάσματος ΑΣ10 των αιωρούμενων σωματιδίων».

4.   Μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση των ΑΣ10

Η μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση των σωματιδίων ΑΣ10 περιγράφεται στο πρότυπο EN 12341:1999 «Ποιότητα του αέρα — Προσδιορισμός του κλάσματος ΑΣ10 των αιωρούμενων σωματιδίων — Μέθοδος αναφοράς και διαδικασία ελέγχου στο πεδίο για την απόδειξη της ισοδυναμίας αναφοράς των μεθόδων μέτρησης».

5.   Μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση των ΑΣ2,5

Η μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση των σωματιδίων ΑΣ2,5 περιγράφεται στο πρότυπο EN 14907:2005 «Πρότυπη σταθμική μέθοδος για τον προσδιορισμό του κλάσματος μάζας των ΑΣ2,5 των αιωρούμενων σωματιδίων».

6.   Μέθοδος αναφοράς για τη δειγματοληψία και τη μέτρηση του βενζολίου

Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του βενζολίου περιγράφεται στο πρότυπο ΕΝ 14662:2005, μέρη 1, 2 και 3 «Ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα — Πρότυπη μέθοδος για τη μέτρηση των συγκεντρώσεων βενζολίου».

7.   Μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του μονοξειδίου του άνθρακα

Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του μονοξειδίου του άνθρακα περιγράφεται στο πρότυπο ΕΝ 14626:2005 «Ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα — Πρότυπη μέθοδος για τη μέτρηση της συγκέντρωσης του μονοξειδίου του άνθρακα με υπέρυθρη φασματοσκοπία δίχως διασπορά».

8.   Μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του όζοντος

Η μέθοδος αναφοράς για τη μέτρηση του όζοντος περιγράφεται στο πρότυπο EN 14625:2005 «Ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα — Πρότυπη μέθοδος για τη μέτρηση της συγκέντρωσης του όζοντος με φωτομετρία υπεριώδους ακτινοβολίας».

B.   Απόδειξη ισοδυναμίας

1.   Κάθε κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί οιαδήποτε άλλη μέθοδο εφόσον είναι σε θέση να αποδείξει ότι η μέθοδος αυτή καταλήγει σε αποτελέσματα ισοδύναμα προς κάποια τις μεθόδους που αναφέρονται στο τμήμα Α ή, όσον αφορά τα σωματίδια, οιαδήποτε άλλη μέθοδο για την οποία το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει ότι έχει συνεπή σχέση προς τη μέθοδο αναφοράς. Στις περιπτώσεις αυτές, τα επιτυγχανόμενα με τη μέθοδο αυτή αποτελέσματα πρέπει να διορθώνονται ώστε να παράγονται αποτελέσματα ισοδύναμα προς τα προκύπτοντα με τη χρήση της μεθόδου αναφοράς.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να απαιτεί από το κράτος μέλος να εκπονεί και να υποβάλλει έκθεση σχετικά με την απόδειξη ισοδυναμίας της παραγράφου 1.

3.   Όταν εκτιμάται κατά πόσον μπορεί να γίνει δεκτή η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Επιτροπή αναφέρεται στις οδηγίες της σχετικά με την απόδειξη ισοδυναμίας (που θα εκδοθούν). Εάν το κράτος μέλος χρησιμοποιεί προσωρινούς συντελεστές για κατά προσέγγιση ισοδυναμία, αυτοί επιβεβαιώνονται ή/και τροποποιούνται βάσει των οδηγιών της Επιτροπής.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, ανάλογα με την περίπτωση, οι αντίστοιχες διορθώσεις να εφαρμόζονται και αναδρομικά για τα δεδομένα μετρήσεων του παρελθόντος, ώστε να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των δεδομένων.

Γ.   Τυποποίηση

Ο όγκος των αέριων ρύπων ανάγεται σε θερμοκρασία 293 K και υπό ατμοσφαιρική πίεση 101,3 kPa. Για τα σωματίδια και τις ουσίες που πρέπει να αναλυθούν στα σωματίδια (π.χ. μόλυβδος), ο όγκος δειγματοληψίας αναφέρεται στις συνθήκες περιβάλλοντος, αναφορικά με τη θερμοκρασία και την ατμοσφαιρική πίεση την ημερομηνία των μετρήσεων.

Δ.   Εγκατάσταση νέου εξοπλισμού

Το σύνολο του νέου εξοπλισμού που αγοράζεται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας πρέπει να συμμορφούται με τη μέθοδο αναφοράς ή αντίστοιχη μέθοδο έως τις 11 Ιουνίου 2010.

Το σύνολο του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για τις σταθερές μετρήσεις πρέπει να συμμορφούται με τη μέθοδο αναφοράς ή αντίστοιχη μέθοδο έως τις 11 Ιουνίου 2013.

Ε.   Αμοιβαία αναγνώριση διδομένων

Κατά τη διαδικασία έγκρισης τύπου προκειμένου να αποδειχθεί ότι ο εξοπλισμός πληροί τις απαιτήσεις απόδοσης των μεθόδων αναφοράς που παρατίθενται στο τμήμα Α, οι αρμόδιες αρχές και οργανισμοί που έχουν οριστεί δυνάμει του άρθρου 3, αποδέχονται τις εκθέσεις δοκιμής που έχουν εκδοθεί σε άλλα κράτη μέλη από εργαστήρια που έχουν πιστοποίηση EN ISO 17025 για την εκτέλεση των δοκιμών αυτών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΤΙΜΕΣ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΠΡΟΘΕΣΜΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΖΟΝ

Α.   Τιμές στόχοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι για το όζον

1.   Ορισμοί

Ως AOT40 (εκφραζόμενο σε μg/m3 × ώρα) ορίζεται το άθροισμα της διαφοράς μεταξύ ωριαίων συγκεντρώσεων άνω των 80 μg/m3 (= 40 μέρη ανά δισεκατ.) και των 80 μg/m3 σε μια δεδομένη χρονική περίοδο χρησιμοποιώντας μόνο τις ωριαίες τιμές που μετρώνται μεταξύ 8:00 και 20:00 CET (ώρα Κεντρικής Ευρώπης) κάθε μέρα.

2.   Κριτήρια

Για τον έλεγχο της εγκυρότητας κατά τη συγκέντρωση στοιχείων και τον υπολογισμό στατιστικών παραμέτρων χρησιμοποιούνται τα κάτωθι κριτήρια:

Παράμετρος

Απαιτούμενη αναλογία έγκυρων δεδομένων

Τιμές 1 ώρας

75 % (δηλαδή 45 λεπτά)

Τιμές 8 ωρών

75 % των τιμών (δηλαδή 6 ώρες)

Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρος 8ώρου από ωριαίες τιμές κυλιόμενου 8ώρου

75 % των ωριαίων τιμών από κυλιόμενα 8ωρα (δηλαδή 18 8ωροι μέσοι όροι ημερησίως)

AOT40

90 % των τιμών 1 ώρας για την περίοδο που ορίζεται για τον υπολογισμό της τιμής AOT40 (1)

Ετήσιος μέσος όρος

75 % των ωριαίων τιμών για τη θερινή (Απρίλιος-Σεπτέμβριος) και 75 % για τη χειμερινή (Ιανουάριος-Μάρτιος, Οκτώβριος-Δεκέμβριος) περίοδο χωριστά

Αριθμός υπερβάσεων και μέγιστες τιμές ανά μήνα

90 % των ημερήσιων μέγιστων μέσων τιμών 8ώρου (27 διαθέσιμες ημερήσιες τιμές μηνιαίως)

90 % των τιμών 1 ώρας μεταξύ 8:00 και 20:00 CET

Αριθμός υπερβάσεων και μέγιστες τιμές ανά έτος

Πέντε από τους έξι μήνες κατά τη θερινή περίοδο (Απρίλιος-Σεπτέμβριος)

Β.   Τιμές στόχοι

Στόχος

Περίοδος μέσου όρου

Τιμή στόχος

Ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει επιτευχθεί η τιμή στόχος (2)

Προστασία της ανθρώπινης υγείας

Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρος 8 ωρών (3)

120 µg/m3 που δεν πρέπει να υπερβαίνονται περισσότερο από 25 ημέρες ανά ημερολογιακό έτος κατά μέσο όρο σε 3 χρόνια (4)

1.1.2010

Προστασία της βλάστησης

Μάιος έως Ιούλιος

AOT40 (υπολογίζεται από τις τιμές 1 ώρας)

18 000 µg/m3 × ώρα ως μέσος όρος 5 ετών (4)

1.1.2010

Γ.   Μακροπρόθεσμοι στόχοι

Στόχος

Περίοδος μέσου όρου

Μακροπρόθεσμος στόχος

Ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει επιτευχθεί η τιμή στόχος

Προστασία της ανθρώπινης υγείας

Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρου οκταώρου σε ένα ημερολογιακό έτος

120 µg/m3

Δεν έχει ορισθεί

Προστασία της βλάστησης

Μάιος έως Ιούλιος

AOT40 (υπολογισμός βάσει των ωριαίων τιμών) 6 000 µg/m3 × ώρα

Δεν έχει ορισθεί


(1)  Όταν δεν υπάρχουν όλα τα δυνατά δεδομένα μετρήσεων, χρησιμοποιείται ο εξής συντελεστής για τον υπολογισμό των τιμών AOT40:

AOT40υπολογισμός = AOT40μέτρησης ×

συνολικός πιθανός αριθμός ωρών (*)

αριθμός μετρημένων ωριαίων τιμών

(*)

Θεωρείται ότι ο αριθμός των ωρών συμφωνεί με τη χρονική περίοδο του ορισμού για AOT40 (δηλαδή 08:00 έως 20:00 CET από 1ης Μαΐου έως 31 Ιουλίου κάθε χρόνο, για την προστασία της βλάστησης, και από 1ης Απριλίου έως 30 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο, για την προστασία των δασών).

(2)  Η συμμόρφωση προς τις τιμές στόχους θα αξιολογηθεί αρχής γενομένης από την ημερομηνία αυτή. Το 2010 δηλαδή, θα είναι το πρώτο έτος τα στοιχεία του οποίου θα χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό της συμμόρφωσης κατά τα επόμενα 3 ή 5 χρόνια, αναλόγως.

(3)  Η μέγιστη ημερήσια 8ωρη μέση τιμή συγκέντρωσης επιλέγεται εξετάζοντας τις μέσες τιμές κυλιόμενου 8ώρου, που υπολογίζονται από ωριαία στοιχεία και ενημερώνονται ανά ώρα. Κάθε 8ωρος μέσος όρος ο οποίος υπολογίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιστοιχεί στην ημέρα κατά την οποία λήγει, δηλαδή η πρώτη περίοδος υπολογισμού για μία ημέρα είναι η περίοδος από τις 17:00 της προηγούμενης ημέρας μέχρι τη 01:00 εκείνης της ημέρας· η τελευταία περίοδος υπολογισμού οιασδήποτε ημέρας είναι η περίοδος από τις 16:00 έως τις 24:00 της ημέρας αυτής.

(4)  Εάν οι μέσοι όροι για τα 3 ή τα 5 χρόνια δεν μπορούν να υπολογισθούν βάσει πλήρους και συνεχούς δέσμης ετήσιων δεδομένων, τα ελάχιστα ετήσια δεδομένα που απαιτούνται για τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις τιμές στόχους έχουν ως εξής:

για την τιμή στόχο σχετικά με την προστασία της ανθρώπινης υγείας: έγκυρα δεδομένα για ένα χρόνο,

για την τιμή στόχο σχετικά με την προστασία της βλάστησης: έγκυρα δεδομένα για τρία χρόνια.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

Κριτήρια κατάταξης και εγκατάστασης σημείων δειγματοληψίας για την εκτίμηση της συγκέντρωσης του όζοντος

Στις σταθερές μετρήσεις εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

Α.   Χωροθέτηση μεγάλης κλίμακας

Τύπος σταθμού

Στόχοι των μετρήσεων

Αντιπροσωπευτικό-τητα (1)

Κριτήρια χωροθέτησης μεγάλης κλίμακας

Αστικός

Προστασία της ανθρώπινης υγείας:

Εκτίμηση της έκθεσης του αστικού πληθυσμού στο όζον, δηλαδή όπου η πληθυσμιακή πυκνότητα και η συγκέντρωση του όζοντος είναι σχετικά υψηλές και αντιπροσωπευτικές της έκθεσης του γενικού πληθυσμού

Λίγα km2

Μακριά από την επιρροή τοπικών πηγών εκπομπών όπως η κυκλοφορία, τα πρατήρια βενζίνης κ.λπ.·

καλώς αεριζόμενες τοποθεσίες στις οποίες να είναι δυνατή η μέτρηση επιπέδων καλής ανάμειξης·

τοποθεσίες όπως οικιστικές και εμπορικές περιοχές πόλεων, πάρκα (μακριά από τα δέντρα), μεγάλοι δρόμοι ή πλατείες με ελάχιστη ή μηδενική κυκλοφορία, ανοικτοί χώροι με εκπαιδευτικές, αθλητικές ή ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις.

Προαστιακός

Προστασία της ανθρώπινης υγείας και της βλάστησης:

Εκτίμηση της έκθεσης του πληθυσμού και της βλάστησης που απαντά στα όρια του οικισμού, όπου παρατηρούνται τα μεγαλύτερα επίπεδα όζοντος στα οποία είναι πιθανόν να εκτεθούν άμεσα ή έμμεσα ο πληθυσμός και η βλάστηση

Μερικές δεκάδες km2

Σε κάποια απόσταση από την περιοχή των μέγιστων εκπομπών, κατάντη ως προς την ή τις κύριες κατευθύνσεις του ανέμου ενόσω επικρατούν συνθήκες ευνοϊκές για το σχηματισμό του όζοντος·

όπου εκτίθενται σε υψηλά επίπεδα όζοντος ο πληθυσμός, ευπαθείς καλλιέργειες ή φυσικά οικοσυστήματα τα οποία βρίσκονται στην περιφέρεια οικισμού·

ανάλογα με την περίπτωση, επίσης ορισμένοι προαστιακοί σταθμοί τοποθετημένοι ανάντη της περιοχής μέγιστων εκπομπών, με στόχο τον καθορισμό των περιφερειακών επιπέδων του όζοντος υπό μη εκτεθειμένες συνθήκες.

Αγροτικός

Προστασία της ανθρώπινης υγείας και της βλάστησης:

Εκτίμηση της έκθεσης του πληθυσμού, των καλλιεργειών και των φυσικών οικοσυστημάτων στις συγκεντρώσεις του όζοντος που παρατηρούνται σε υποπεριφερειακή κλίμακα

Υποπεριφερειακά επίπεδα

(μερικές εκατοντάδες km2)

Οι σταθμοί επιτρέπεται να εγκαθίστανται σε μικρούς οικισμούς ή/και περιοχές με φυσικά οικοσυστήματα, δάση ή καλλιέργειες·

πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικοί της επικρατούσας κατάστασης όσον αφορά το όζον και ανεπηρέαστοι από τις άμεσες τοπικές εκπομπές που ενδεχομένως προέρχονται π.χ. από βιομηχανικές εγκαταστάσεις και δρόμους·

σε τοποθεσίες ανοικτών χώρων, αλλά όχι στις κορυφές υψηλών βουνών.

Μη εκτεθειμένος αγροτικός

Προστασία της ανθρώπινης υγείας και της βλάστησης:

εκτίμηση της έκθεσης των καλλιεργειών και των φυσικών οικοσυστημάτων στις συγκεντρώσεις του όζοντος που παρατηρούνται σε περιφερειακή κλίμακα καθώς και της έκθεσης του πληθυσμού

Περιφερειακό/εθνικό/ηπειρωτικό επίπεδο

(1 000 έως 10 000 km2)

Σταθμοί τοποθετημένοι σε περιοχές με χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα, π.χ. με φυσικά οικοσυστήματα, δάση, σε απόσταση τουλάχιστον 20 km από αστικές και βιομηχανικές περιοχές καθώς και μακριά από τοπικές εκπομπές·

αποφεύγονται οι τοποθεσίες που διευκολύνουν την αντιστροφή των συνθηκών κοντά στο έδαφος, καθώς και οι κορυφές των υψηλών βουνών·

δεν συνιστώνται παράκτιες τοποθεσίες με ιδιαίτερα έντονους ημερήσιους κύκλους τοπικών ανέμων.

Για τους αγροτικούς σταθμούς και τους μη εκτεθειμένους αγροτικούς σταθμούς, η τοποθεσία, ανάλογα με την περίπτωση, ευθυγραμμίζεται προς τις απαιτήσεις παρακολούθησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1737/2006 της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2152/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα (2).

Β.   Χωροθέτηση μικρής κλίμακας

Κατά το μέτρο του δυνατού, εφαρμόζεται η διαδικασία για τη χωροθέτηση μικρής κλίμακας που προβλέπεται στο τμήμα Γ του παραρτήματος III, μεριμνώντας ώστε το στόμιο δειγματοληψίας να τοποθετείται μακριά από πηγές όπως καπνοδόχοι κλιβάνων και αποτεφρωτήρων και σε απόσταση τουλάχιστον 10 m από τον πλησιέστερο δρόμο· η απόσταση πρέπει να αυξάνεται ανάλογα με την ένταση της κυκλοφορίας.

Γ.   Τεκμηρίωση και επανεξέταση της επιλογής τοποθεσιών

Ακολουθούνται οι διαδικασίες του τμήματος Δ του παραρτήματος III, και εφαρμόζονται οι δέουσες διαδικασίες ελέγχου και ερμηνείας των δεδομένων παρακολούθησης στο πλαίσιο των μετεωρολογικών και φωτοχημικών διεργασιών που επηρεάζουν τις μετρούμενες συγκεντρώσεις όζοντος στην αντίστοιχη τοποθεσία.


(1)  Τα σημεία δειγματοληψίας θα πρέπει επίσης, όπου είναι δυνατόν, να είναι αντιπροσωπευτικά ανάλογων τοποθεσιών που δεν βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με αυτά.

(2)  ΕΕ L 334 της 30.11.2006, σ. 1.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IX

Κριτήρια καθορισμού του ελάχιστου αριθμού σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις συγκεντρώσεων όζοντος

Α.   Ελάχιστος αριθμός σημείων δειγματοληψίας για σταθερές συνεχείς μετρήσεις για την εκτίμηση της συμμόρφωσης με τις τιμές στόχους, τους μακροπρόθεσμους στόχους και τα όρια ενημέρωσης και συναγερμού, όταν οι συνεχείς μετρήσεις είναι η αποκλειστική πηγή πληροφοριών

Πληθυσμός (× 1 000)

Οικισμοί (αστικοί καιπροαστιακοί) (1)

Άλλες ζώνες (προαστιακές και αγροτικές) (1)

Μη εκτεθειμένος αγροτικός

< 250

 

1

1 σταθμός/50 000 km2 ως μέση πυκνότητα για όλες τις ζώνες ανά χώρα (2)

< 500

1

2

< 1 000

2

2

< 1 500

3

3

< 2 000

3

4

< 2 750

4

5

< 3 750

5

6

> 3 750

1 επιπλέον σταθμός ανά 2 εκατ. κατοίκους

1 επιπλέον σταθμός ανά 2 εκατ. κατοίκους

Β.   Ελάχιστος αριθμός σημείων δειγματοληψίας για σταθερές μετρήσεις σε ζώνες και οιακισμούς που επιτυγχάνουν τους μακροπρόθεσμους στόχους

Ο αριθμός σημείων δειγματοληψίας για το όζον πρέπει, σε συνδυασμό με άλλα μέσα συμπληρωματικής εκτίμησης, όπως η προσομοίωση της ποιότητας του αέρα και οι μετρήσεις, στον αυτόν τόπο, του διοξειδίου του αζώτου, να επαρκεί για την εξέταση των τάσεων της ρύπανσης από το όζον και τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τους μακροπρόθεσμους στόχους. Ο αριθμός των σταθμών που εγκαθίστανται σε οικισμούς και άλλες ζώνες μπορεί να μειώνεται στο ένα τρίτο του αριθμού που ορίζεται στο τμήμα Α. Εάν τα δεδομένα προέρχονται μόνον από σταθμούς σταθερών μετρήσεων, διατηρείται τουλάχιστον ένας σταθμός παρακολούθησης. Εάν, σε ζώνες όπου υπάρχει συμπληρωματική εκτίμηση, το αποτέλεσμα είναι να μην απομένει πλέον κανένας σταθμός στη συγκεκριμένη ζώνη, ο συντονισμός με άλλους σταθμούς σε γειτονικές ζώνες πρέπει να εξασφαλίζει ικανοποιητική εκτίμηση των συγκεντρώσεων του όζοντος όσον αφορά τους μακροπρόθεσμους στόχους. Ο αριθμός των μη εκτεθειμένων αγροτικών σταθμών ανέρχεται σε 1 ανά 100 000 km2.


(1)  Τουλάχιστον ένας σταθμός σε προαστιακές περιοχές, όπου ενδέχεται να σημειωθεί η υψηλότερη έκθεση του πληθυσμού. Στους οικισμούς, τουλάχιστον 50 % των σταθμών τοποθετούνται σε προαστιακές περιοχές

(2)  Για πολύπλοκα πεδία συνιστάται 1 σταθμός ανά 25 000 km2.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ X

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΠΡΟΔΡΟΜΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΤΟΥ ΟΖΟΝΤΟΣ

Α.   Στόχοι

Οι κύριοι στόχοι των μετρήσεων αυτών είναι η ανάλυση όλων των τάσεων των προδρόμων ουσιών του όζοντος, ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας των στρατηγικών μείωσης των εκπομπών και της συνέπειας των απογραφών των εκπομπών, καθώς και η διευκόλυνση του συσχετισμού πηγών εκπομπής προς τις αντιστοίχως παρατηρούμενες συγκεντρώσεις ρύπων.

Ένας επιπλέον στόχος είναι η καλύτερη κατανόηση του τρόπου δημιουργίας του όζοντος και των διαδικασιών διασποράς των προδρόμων ουσιών του, καθώς και η καλύτερη εφαρμογή φωτοχημικών μοντέλων.

B.   Ουσίες

Οι μετρήσεις πρόδρομων ουσιών του όζοντος καλύπτουν τουλάχιστον τα οξείδια του αζώτου (NO και NO2) και τις κατάλληλες πτητικές οργανικές ενώσεις (ΠΟΕ). Κατάλογος των πτητικών οργανικών ενώσεων των οποίων συνιστάται η μέτρηση παρατίθεται κατωτέρω.

 

1-Βουτένιο

Ισοπρένιο

Αιθυλοβενζόλιο

Αιθάνιο

trans-2-Βουτένιο

n-Εξάνιο

m + p-Ξυλόλιο

Αιθυλένιο

cis-2-Βουτένιο

i-Εξάνιο

o-Ξυλόλιο

Ακετυλένιο

1,3-Βουταδιένιο

n-Επτάνιο

1,2,4-Τριμεθυλοβενζόλιο

Προπάνιο

n-Πεντάνιο

n-Οκτάνιο

1,2,3-Τριμεθυλοβενζόλιο

Προπένιο

i-Πεντάνιο

i-Οκτάνιο

1,3,5-Τριμεθυλοβενζόλιο

n-Βουτάνιο

1-Πεντένιο

Βενζόλιο

Φορμαλδεΰδη

i-Βουτάνιο

2-Πεντένιο

Τολουόλιο

Σύνολο υδρογονανθράκων πλην του μεθανίου

Γ.   Τοποθεσία

Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται ιδίως σε αστικές ή προαστιακές περιοχές και σε κάθε θέση παρακολούθησης που εγκαθίσταται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και θεωρείται κατάλληλη για τους στόχους παρακολούθησης που αναφέρονται στο τμήμα Α.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XI

ΟΡΙΑΚΕΣ ΤΙΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Α.   Κριτήρια

Με την επιφύλαξη του παραρτήματος Ι, για τον έλεγχο της εγκυρότητας κατά τη συγκέντρωση στοιχείων και τον υπολογισμό στατιστικών παραμέτρων χρησιμοποιούνται τα κάτωθι κριτήρια:

Παράμετρος

Απαιτούμενη αναλογία έγκυρων δεδομένων

Τιμές 1 ώρας

75 % (δηλαδή 45 λεπτά)

Τιμές 8 ωρών

75 % των τιμών (δηλαδή 6 ώρες)

Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρος 8 ωρών

75 % κυλιόμενων 8ώρων από ωριαίες τιμές (δηλαδή 18 μέσοι όροι 8 ωρών ημερησίως)

Τιμές 24 ωρών

75 % των ωριαίων μέσων όρων (δηλαδή τιμές τουλάχιστον 18 ωρών)

Ετήσιος μέσος όρος

90 % (1) των ωριαίων τιμών ή (εάν δεν υπάρχουν) των τιμών 24 ωρών κατά τη διάρκεια ολόκληρου του έτους

B.   Οριακές τιμές

Περίοδος μέσου όρου

Οριακή τιμή

Περιθώριο ανοχής

Ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει επιτευχθεί η οριακή τιμή

Διοξείδιο του θείου

1 ώρα

350 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 24 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος

150 µg/m3 (43 %)

 (2)

1 ημέρα

125 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 3 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος

Ουδέν

 (2)

Διοξείδιο του αζώτου

1 ώρα

200 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 18 φορές σε ένα ημερολογιακό έτος

50 % στις 19 Ιουλίου 1999, μειούμενο από την 1η Ιανουαρίου 2001 και εν συνεχεία ανά εφεξής δωδεκάμηνο κατά ίσα ετήσια ποσοστά ώστε να καταλήξει σε 0 % την 1η Ιανουαρίου 2010

1η Ιανουαρίου 2010

Ημερολογιακό έτος

40 µg/m3

50 % στις 19 Ιουλίου 1999, μειούμενο από την 1η Ιανουαρίου 2001 και εν συνεχεία ανά εφεξής δωδεκάμηνο κατά ίσα ετήσια ποσοστά ώστε να καταλήξει σε 0 % την 1η Ιανουαρίου 2010

1η Ιανουαρίου 2010

Βενζόλιο

Ημερολογιακό έτος

5 µg/m3

5 µg/m3 (100 %) στις 13 Δεκεμβρίου 2000, μειούμενο από την 1η Ιανουαρίου 2006 και εν συνεχεία ανά εφεξής δωδεκάμηνο κατά 1 µg/m3 ώστε να καταλήξει σε 0 % την 1η Ιανουαρίου 2010

1η Ιανουαρίου 2010

Μονοξείδιο του άνθρακα

Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρος οκταώρου (3)

10 mg/m3

60 %

 (2)

Μόλυβδος

Ημερολογιακό έτος

0,5 µg/m3  (4)

100 %

 (4)

ΑΣ10

1 ημέρα

50 µg/m3, δεν πρέπει να υπερβαίνεται περισσότερο από 35 φορές ανά ημερολογιακό έτος

50 %

 (2)

Ημερολογιακό έτος

40 µg/m3

20 %

 (2)


(1)  Στην απαίτηση για τον υπολογισμό του ετήσιου μέσου όρου δεν περιλαμβάνονται οι απώλειες δεδομένων λόγω της τακτικής βαθμονόμησης ή της συνήθους συντήρησης των οργάνων.

(2)  Ισχύει ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2005.

(3)  Η μέγιστη ημερήσια 8ωρη μέση τιμή συγκέντρωσης επιλέγεται εξετάζοντας τους κυλιόμενους 8ωρους μέσους όρους που υπολογίζονται από ωριαία στοιχεία και ενημερώνονται ανά ώρα. Κάθε ανάλογος υπολογιζόμενος 8ωρος μέσος όρος αντιστοιχεί στην ημέρα κατά την οποία λήγει, δηλαδή η πρώτη περίοδος υπολογισμού για μία ημέρα είναι η περίοδος από τις 17:00 της προηγούμενης μέχρι τη 01:00 εκείνης της ημέρας· η τελευταία περίοδος υπολογισμού οιασδήποτε ημέρας είναι η περίοδος από τις 16:00 έως τις 24:00 της ημέρας αυτής.

(4)  Ισχύει ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2005. Η οριακή τιμή πρέπει να τηρείται μόνον από την 1η Ιανουαρίου 2010 στην άμεση γειτνίαση των συγκεκριμένων βιομηχανικών πηγών που βρίσκονται σε τοποθεσίες ρυπανθείσες από δεκαετίες βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Στις περιπτώσεις αυτές, η οριακή τιμή μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010 ισούται προς 1,0 μg/m3. Η περιοχή στην οποία ισχύουν υψηλότερες οριακές τιμές δεν πρέπει να εκτείνεται πέραν των 1 000 m από τις συγκεκριμένες αυτές πηγές.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XII

ΟΡΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΥ

Α.   Όρια συναγερμού για τους ρύπους εκτός του όζοντος

Μετρούνται επί τρεις συνεχείς ώρες σε αντιπροσωπευτικές για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα θέσεις σε περιοχή έκτασης τουλάχιστον 100 km2 ή σε ολόκληρη ζώνη ή οικισμό, εάν η έκταση αυτή είναι μικρότερη.

Ρύπος

Όριο συναγερμού

Διοξείδιο του θείου

500 µg/m3

Διοξείδιο του αζώτου

400 µg/m3

Β.   Όρια ενημέρωσης και συναγερμού για το όζον

Σκοπός

Περίοδος μέσου όρου

Όριο

Ενημέρωση

1 ώρα

180 µg/m3

Συναγερμός

1 ώρα (1)

240 µg/m3


(1)  Για την εφαρμογή του άρθρου 24, η υπέρβαση του ορίου πρέπει να μετρείται ή να προβλέπεται για τρεις συνεχείς ώρες.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIII

ΚΡΙΣΙΜΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΒΛΑΣΤΗΣΗΣ

Περίοδος μέσου όρου

Κρίσιμο επίπεδο

Περιθώριο ανοχής

Διοξείδιο του θείου

Ημερολογιακό έτος και χειμώνας (1η Οκτωβρίου έως 31 Μαρτίου)

20 µg/m3

Ουδέν

Οξείδια του αζώτου

Ημερολογιακό έτος

30 µg/m3 NOx

Ουδέν


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XIV

ΕΘΝΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ, ΤΙΜΗ ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΑΚΗ ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΣ2,5

Α.   Δείκτης μέσης έκθεσης

Ο δείκτης μέσης έκθεσης εκφράζεται σε µg/m3 (ΔΜΕ) και υπολογίζεται με μετρήσεις από μη εκτεθειμένες αστικές τοποθεσίες σε ζώνες και οικισμούς ανά την επικράτεια κράτους μέλους. Πρέπει να υπολογίζεται ως κυλιόμενη ετήσια μέση συγκέντρωση για τρία ημερολογιακά έτη όλων των σημείων δειγματοληψίας που εγκαθίστανται σύμφωνα με το τμήμα Β του παραρτήματος V. Ο ΔΜΕ για το έτος αναφοράς 2010 είναι η μέση συγκέντρωση για τα έτη 2008, 2009 και 2010.

Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου δεν διατίθενται δεδομένα για το 2008 τα κράτη μέλη ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν τη μέση τιμή συγκέντρωσης των ετών 2009 και 2010 ή τη μέση τιμή συγκέντρωσης των ετών 2009, 2010 και 2011.Τα κράτη μέλη που χρησιμοποιούν τη δυνατότητα αυτή, κοινοποιούν την απόφασή τους στην Επιτροπή έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΔΜΕ για το έτος 2020 είναι η τριετής τρέχουσα μέση συγκέντρωση που προκύπτει από το μέσο όρο όλων των ανωτέρω σημείων δειγματοληψίας για τα έτη 2018, 2019 και 2020. Ο ΔΜΕ χρησιμοποιείται για να εξεταστεί εάν τηρείται ο εθνικός στόχος μείωσης της έκθεσης.

Ο ΔΜΕ για το έτος 2015 είναι η τριετής τρέχουσα μέση συγκέντρωση που προκύπτει από το μέσο όρο όλων των ανωτέρω σημείων δειγματοληψίας για τα έτη 2013, 2014 και 2015. Ο ΔΜΕ χρησιμοποιείται για να εξεταστεί εάν έχει επιτευχθεί ο εθνικός στόχος μείωσης της έκθεσης.

Β.   Εθνικός στόχος μείωσης της έκθεσης

Στόχος μείωσης της έκθεσης σε σχέση με τον ΔΜΕ το 2010

Έτος κατά το οποίο πρέπει να επιτευχθεί ο στόχος μείωσης της έκθεσης

Αρχική συγκέντρωση σε µg/m3

Στόχος μείωσης σε %

2020

< 8,5 = 8,5

0 %

> 8,5 — < 13

10 %

= 13 — < 18

15 %

= 18 — < 22

20 %

≥ 22

Όλα τα δέοντα μέτρα προς επίτευξη 18 μg/m3

Εάν ο δείκτης μέσης έκθεσης κατά το έτος αναφοράς είναι μικρότερος ή ίσος των 8,5 µg/m3, ο στόχος μείωσης της έκθεσης είναι μηδέν. Ο στόχος μείωσης της έκθεσης ισούται προς μηδέν και στις περιπτώσεις που ο δείκτης μέσης έκθεσης φθάνει στο επίπεδο των 8,5 μg/m3 σε οποιαδήποτε στιγμή κατά την περίοδο 2010-2020 και διατηρείται στο επίπεδο αυτό ή κάτω του επιπέδου αυτού.

Γ.   Υποχρέωση όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης

Υποχρέωση όσον αφορά τη συγκέντρωση της έκθεσης

Έτος στο οποίο πρέπει να έχει επιτευχθεί η τιμή της υποχρέωσης

20 µg/m3

2015

Δ.   Τιμή στόχος

Περίοδος μέσου όρου

Τιμή στόχος

Ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει επιτευχθεί η τιμή στόχος

Ημερολογιακό έτος

25 µg/m3

1η Ιανουαρίου 2010

Ε.   Οριακή τιμή

Περίοδος μέσου όρου

Οριακή τιμή

Περιθώριο ανοχής

Ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να έχει επιτευχθεί η οριακή τιμή

ΣΤΑΔΙΟ 1

Ημερολογιακό έτος

25 µg/m3

20 % στις 11 Ιουνίου 2008, μειούμενο έως την 1η του επόμενου Ιανουαρίου και εν συνεχεία ανά εφεξής δωδεκάμηνο κατά ίσα ετήσια ποσοστά ώστε να καταλήξει σε 0 % έως την 1η Ιανουαρίου 2015

1η Ιανουαρίου 2015

ΣΤΑΔΙΟ 2 (1)

Ημερολογιακό έτος

20 µg/m3

 

1η Ιανουαρίου 2020


(1)  Στάδιο 2 — Ενδεικτική οριακή τιμή που θα επανεξετασθεί από την Επιτροπή το 2013 υπό το φως περαιτέρω πληροφοριών σχετικά με τις επιδράσεις στην υγεία και το περιβάλλον, του τεχνικώς εφικτού και της εμπειρίας από την τιμή στόχο στα κράτη μέλη.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XV

Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται σε τοπικά, περιφερειακά ή εθνικά σχέδια για την ποιότητα του αέρα για τη βελτίωση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα

Α.   Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται δυνάμει του άρθρου 23 (σχέδια για την ποιότητα του αέρα)

1.   Τόπος όπου σημειώθηκε η υπέρβαση

α)

περιφέρεια·

β)

πόλη (χάρτης)·

γ)

σταθμός μέτρησης (χάρτης, γεωγραφικές συντεταγμένες).

2.   Γενικές πληροφορίες

α)

τύπος ζώνης (πόλη, βιομηχανική ή αγροτική περιοχή)·

β)

εκτίμηση της ρυπανθείσας έκτασης (km2 και του πληθυσμού που εκτίθεται στη ρύπανση·

γ)

χρήσιμα κλιματικά δεδομένα·

δ)

χρήσιμα τοπογραφικά δεδομένα·

ε)

επαρκείς πληροφορίες για το είδος των προστατευτέων στόχων στην εξεταζόμενη ζώνη.

3.   Αρμόδιες αρχές

Ονοματεπώνυμο και διεύθυνση των υπευθύνων για την κατάρτιση και την εφαρμογή των σχεδίων βελτίωσης του αέρα.

4.   Φύση και εκτίμηση της ρύπανσης

α)

συγκεντρώσεις που έχουν παρατηρηθεί κατά τα προηγούμενα έτη (πριν από την εφαρμογή των βελτιωτικών μέτρων)·

β)

συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν μετά την έναρξη του έργου·

γ)

τεχνικές που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση.

5.   Προέλευση της ρύπανσης

α)

κατάλογος των κύριων πηγών εκπομπής που ευθύνονται για τη ρύπανση (χάρτης)·

β)

συνολική ποσότητα των εκπομπών που προέρχονται από τις εν λόγω πηγές (τόνοι ανά έτος)·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τη ρύπανση που εισάγεται από άλλες περιοχές.

6.   Ανάλυση της κατάστασης

α)

λεπτομέρειες για τους παράγοντες στους οποίους οφείλεται η υπέρβαση (π.χ. μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των διαμεθοριακών μεταφορών, σχηματισμός δευτερογενών ρύπων στην ατμόσφαιρα)·

β)

λεπτομέρειες για τα μέτρα που είναι δυνατόν να ληφθούν για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα.

7.   Πληροφορίες για τα μέτρα ή τα έργα βελτίωσης του αέρα τα οποία υπήρχαν πριν από τις 11 Ιουνίου 2008, δηλαδή:

α)

τοπικά, περιφερειακά, εθνικά, διεθνή μέτρα·

β)

παρατηρούμενες επιπτώσεις των εν λόγω μέτρων.

8.   Πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα ή τα σχέδια για τη μείωση της ρύπανσης τα οποία έχουν εγκριθεί μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας:

α)

κατάλογος και περιγραφή όλων των μέτρων που προβλέπονται στο έργο·

β)

χρονοδιάγραμμα εφαρμογής·

γ)

εκτίμηση της σχεδιαζόμενης βελτίωσης της ποιότητας του αέρα και εκτίμηση του χρόνου που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων αυτών.

9.   Πληροφορίες για τα μέτρα ή τα σχέδια που προβλέπονται ή σχεδιάζονται μακροπρόθεσμα.

10.   Κατάλογος δημοσιεύσεων, εγγράφων, εργασιών κ.λπ., που συμπληρώνουν τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος παραρτήματος.

B.   Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1

1.   Όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στο τμήμα Α.

2.   Πληροφορίες σχετικά με το στάδιο εφαρμογής των κάτωθι οδηγιών:

1.

οδηγία 70/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ης Μαρτίου 1970, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών οι οποίες αφορούν στα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά της μολύνσεως του αέρος από τα αέρια πού προέρχονται από κινητήρες με επιβαλλόμενη ανάφλεξη με τους οποίους είναι εφοδιασμένα τα οχήματα με κινητήρα (1)·

2.

οδηγία 94/63/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ης Δεκεμβρίου 1994, για τον έλεγχο των εκπομπών πτητικών οργανικών ουσιών (VOC) που προέρχονται από την αποθήκευση βενζίνης και τη διάθεσή της από τις τερματικές εγκαταστάσεις στους σταθμούς διανομής καυσίμων (2)·

3.

οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (3)·

4.

οδηγία 97/68/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα ληπτέα μέτρα κατά της εκπομπής αερίων και σωματιδιακών ρύπων προερχόμενων από κινητήρες εσωτερικής καύσης που τοποθετούνται σε μη οδικά κινητά μηχανήματα (4)·

5.

οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ (5)·

6.

οδηγία 1999/13/ΕΚ του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1999, για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε ορισμένες δραστηριότητες και εγκαταστάσεις (6)·

7.

οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 1999, σχετικά με τη μείωση της περιεκτικότητας ορισμένων υγρών καυσίμων σε θείο και για την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ (7)·

8.

οδηγία 2000/76/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2000, για την αποτέφρωση των αποβλήτων (8)·

9.

οδηγία 2001/80/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, για τον περιορισμό των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρύπων·

10.

οδηγία 2001/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών για ορισμένους ατμοσφαιρικούς ρύπους·

11.

οδηγία 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τον περιορισμό των εκπομπών πτητικών οργανικών ενώσεων που οφείλονται στη χρήση οργανικών διαλυτών σε χρώματα διακόσμησης και βερνίκια και σε προϊόντα φανοποιίας αυτοκινήτων (9)·

12.

οδηγία 2005/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/32/ΕΚ για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/32/ΕΚ σχετικά με την περιεκτικότητα των καυσίμων πλοίων σε θείο (10)·

13.

οδηγία 2005/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν κατά των εκπομπών αερίων και σωματιδιακών ρύπων από τους κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση που χρησιμοποιούνται σε οχήματα, καθώς και κατά των εκπομπών αερίων ρύπων από κινητήρες επιβαλλόμενης ανάφλεξης που τροφοδοτούνται με φυσικό αέριο ή υγραέριο και χρησιμοποιούνται σε οχήματα (11)·

14.

οδηγία 2006/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση και των ενεργειακών υπηρεσιών (12).

3.   Πληροφορίες όσον αφορά τα μέτρα για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης των οποίων εξετάσθηκε η ενδεχόμενη εφαρμογή στο κατάλληλο τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο σχετικά με την επίτευξη των στόχων για την ποιότητα του αέρα συμπεριλαμβανομένων των εξής:

α)

μείωση των εκπομπών από σταθερές πηγές εξασφαλίζοντας ότι εγκαθίσταται εξοπλισμός ελέγχου των εκπομπών στις μικρού και μεσαίου μεγέθους σταθερές πηγές καύσης (και για τη βιομάζα) ή ότι οι εν λόγω πηγές αντικαθίστανται·

β)

μείωση των εκπομπών από τα οχήματα με εκ των υστέρων τοποθέτηση σε αυτά εξοπλισμού ελέγχου των εκπομπών. Θα πρέπει να εξετασθεί η χρήση οικονομικών κινήτρων για να επιταχυνθεί η αποδοχή της εν λόγω προσέγγισης·

γ)

σύναψη συμβάσεων με δημόσιες αρχές σύμφωνα με τις διατάξεις του εγχειριδίου για τις περιβαλλοντικές δημόσιες συμβάσεις για οχήματα, καύσιμα και εξοπλισμό καύσης ώστε να μειωθούν οι εκπομπές, συμπεριλαμβανόμενων των αγορών:

νέων οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων των οχημάτων με χαμηλές εκπομπές,

μεταφορικών υπηρεσιών με καθαρότερα οχήματα,

σταθερών πηγών καύσης με χαμηλές εκπομπές,

καυσίμων με χαμηλές εκπομπές για σταθερές και κινητές πηγές·

δ)

μέτρα για τον περιορισμό των εκπομπών από τις μεταφορές μέσω του προγραμματισμού και της διαχείρισης της κυκλοφορίας (συμπεριλαμβανομένων τελών για την αντιμετώπιση της κυκλοφοριακής συμφόρησης, των διαφοροποιημένων τελών στάθμευσης ή άλλων οικονομικών κινήτρων και της καθιέρωσης «ζωνών χαμηλών εκπομπών»)·

ε)

μέτρα ενθάρρυνσης της στροφής των μεταφορών προς τα λιγότερο ρυπογόνα μεταφορικά μέσα·

στ)

εξασφάλιση της χρήσης καυσίμων με χαμηλές εκπομπές σε μικρής, μεσαίας και μεγάλης κλίμακας σταθερές πηγές καθώς και στις κινητές πηγές·

ζ)

μέτρα για τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τη χορήγηση αδειών δυνάμει της οδηγίας 2008/1/ΕΚ, με τα εθνικά σχέδια δυνάμει της οδηγίας 2001/80/ΕΚ, και με την αξιοποίηση οικονομικών μέσων, όπως οι φόροι, οι επιβαρύνσεις ή η εμπορία των εκπομπών·

η)

οσάκις κρίνεται σκόπιμο, μέτρα για την προστασία της υγείας των παιδιών ή άλλων ευαίσθητων ομάδων.


(1)  ΕΕ L 76 της 6.4.1970, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/96/ΕΚ (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 81).

(2)  ΕΕ L 365 της 31.12.1994, σ. 24. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).

(3)  ΕΕ L 24 της 29.1.2008, σ. 8.

(4)  ΕΕ L 59 της 27.2.1998, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2006/105/ΕΚ.

(5)  ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003.

(6)  ΕΕ L 85 της 29.3.1999, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2004/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 87).

(7)  ΕΕ L 121 της 11.5.1999, σ. 13. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 2005/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 191 της 22.7.2005, σ. 59).

(8)  ΕΕ L 332 της 28.12.2000, σ. 91.

(9)  ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 87.

(10)  ΕΕ L 191 της 22.7.2005, σ. 59.

(11)  ΕΕ L 275 της 20.10.2005, σ. 1. Οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 (ΕΕ L 171 της 29.6.2007, σ. 1).

(12)  ΕΕ L 114 της 27.4.2006, σ. 64.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVI

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατίθενται τακτικά στο κοινό ενημερωμένες πληροφορίες σχετικά με τις συγκεντρώσεις στο περιβάλλον των ρύπων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

2.   Οι κοινοποιούμενες συγκεντρώσεις γνωστοποιούνται ως μέσες τιμές για την αντιστοίχως ενδεδειγμένη περίοδο υπολογισμού του μέσου όρου σύμφωνα με το παράρτημα VII και τα παραρτήματα XI έως XIV. Οι πληροφορίες αναφέρουν τουλάχιστον τα τυχόν επίπεδα που υπερβαίνουν τους στόχους ποιότητας του αέρα, συμπεριλαμβανομένων των οριακών τιμών, των τιμών στόχων, των ορίων συναγερμού, των ορίων ενημέρωσης ή των μακροπρόθεσμων στόχων για τον ελεγχόμενο ρύπο. Περιλαμβάνουν επίσης σύντομη αξιολόγηση ως προς τους στόχους ποιότητας του αέρα και κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις στην υγεία ή, ανάλογα με την περίπτωση, στη βλάστηση.

3.   Οι πληροφορίες σχετικά με τις συγκεντρώσεις του διοξειδίου του θείου, του διοξειδίου του αζώτου, των σωματιδίων (τουλάχιστον ΑΣ10), του όζοντος και του μονοξειδίου του άνθρακα στο περιβάλλον ενημερώνονται τουλάχιστον άπαξ ημερησίως και, ει δυνατόν, σε ωριαία βάση. Οι πληροφορίες σχετικά με τις συγκεντρώσεις του μολύβδου και του βενζολίου στο περιβάλλον, που υποβάλλονται με τη μορφή μέσης τιμής για το τελευταίου δωδεκάμηνο, ενημερώνονται ανά τρίμηνο και, ει δυνατόν, ανά μήνα.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την έγκαιρη ενημέρωση του κοινού όσον αφορά τις διαπιστωνόμενες ή τις προβλεπόμενες υπερβάσεις των ορίων συναγερμού και των επιπέδων ενημέρωσης. Μεταξύ των παρεχόμενων λεπτομερειών περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)

πληροφορίες για την ή τις παρατηρούμενες υπερβάσεις:

τοποθεσία ή περιοχή της υπέρβασης,

είδος του ορίου ως προς το οποίο σημειώθηκε υπέρβαση (ενημέρωσης ή συναγερμού),

χρόνος έναρξης και διάρκεια της υπέρβασης,

μέγιστη συγκέντρωση 1 ώρας και, επιπλέον, μέγιστη μέση συγκέντρωση 8 ωρών για το όζον·

β)

πρόβλεψη για το επόμενο απόγευμα/την ή τις επόμενες ημέρες:

γεωγραφική περιοχή της αναμενόμενης υπέρβασης του ορίου ενημέρωσης ή/και του ορίου συναγερμού,

αναμενόμενη μεταβολή των συγκεντρώσεων (βελτίωση, σταθεροποίηση ή επιδείνωση) καθώς και λόγοι της μεταβολής αυτής·

γ)

πληροφορίες για την επηρεαζόμενη ομάδα πληθυσμού, τις πιθανές επιδράσεις στην υγεία και τη συνιστώμενη συμπεριφορά:

πληροφορίες για τις ομάδες του πληθυσμού που βρίσκονται σε κίνδυνο,

περιγραφή πιθανών συμπτωμάτων,

μέτρα προφύλαξης που συνιστάται να ληφθούν από την ενδιαφερόμενη ομάδα πληθυσμού,

πού μπορούν να βρεθούν περισσότερες πληροφορίες·

δ)

πληροφορίες για προληπτικά μέτρα μείωσης της ρύπανσης ή/και της έκθεσης σε αυτήν: αναφορά των κύριων τομέων προέλευσης της ρύπανσης· συστάσεις για δράση με στόχο τη μείωση των εκπομπών·

ε)

σε περίπτωση προβλεπόμενων υπερβάσεων, το κράτος μέλος λαμβάνει μέτρα ώστε κατά το δυνατόν να γνωστοποιούνται οι σχετικές πληροφορίες.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ XVII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Παρούσα οδηγία

Οδηγία 96/62/ΕΚ

Οδηγία 1999/30/ΕΚ

Οδηγία 2000/69/ΕΚ

Οδηγία 2002/3/ΕΚ

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 2 παράγραφοι 1 έως 5

Άρθρο 2 παράγραφοι 6 και 7

Άρθρο 2 παράγραφος 8

Άρθρο 2 παράγραφος 8

Άρθρο 2 παράγραφος 7

Άρθρο 2 παράγραφος 9

Άρθρο 2 παράγραφος 6

Άρθρο 2 παράγραφος 9

Άρθρο 2 παράγραφος 10

Άρθρο 2 παράγραφος 7

Άρθρο 2 παράγραφος 6

Άρθρο 2 παράγραφος 11

Άρθρο 2 παράγραφος 11

Άρθρο 2 παράγραφος 12

Άρθρο 2 παράγραφοι 12 και 13

Άρθρο 2 παράγραφοι 13 και 14

Άρθρο 2 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 2 παράγραφος 14

Άρθρο 2 παράγραφος 10

Άρθρο 2 παράγραφοι 15 και 16

Άρθρο 2 παράγραφοι 9 και 10

Άρθρο 2 παράγραφοι 8 και 9

Άρθρο 2 παράγραφοι 7 και 8

Άρθρο 2 παράγραφοι 17 και 18

Άρθρο 2 παράγραφοι 11 και 12

Άρθρο 2 παράγραφοι 19, 20, 21, 22 και 23

Άρθρο 2 παράγραφος 24

Άρθρο 2 παράγραφος 10

Άρθρο 2 παράγραφοι 25 και 26

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 2 παράγραφος 27

Άρθρο 2 παράγραφος 13

Άρθρο 2 παράγραφος 28

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 3, εξαιρουμένης της παραγράφου 1 στοιχείο στ)

Άρθρο 3

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο στ)

Άρθρο 4

Άρθρο 2 παράγραφοι 9 και 10, άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 5

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 7

Άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3 με τροποποιήσεις

Άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3 με τροποποιήσεις

Άρθρο 8

Άρθρο 7 παράγραφος 5

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 9

Άρθρο 9 παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 10

Άρθρο 9 παράγραφοι 1 έως 3 με τροποποιήσεις

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 9 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 2

Άρθρο 12

Άρθρο 9

Άρθρο 13 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 1, άρθρο 4 παράγραφος 1, άρθρο 5 παράγραφος 1 και άρθρο 6

Άρθρο 3 παράγραφος 1 και άρθρο 4

Άρθρο 13 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 2 και άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 13 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 14

Άρθρο 3 παράγραφος 1 και άρθρο 4 παράγραφος 1 με τροποποιήσεις

Άρθρο 15

Άρθρο 16

Άρθρο 17 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 1 και άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 17 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 17 παράγραφος 3

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 18

Άρθρο 5

Άρθρο 19

Άρθρο 10 με τροποποιήσεις

Άρθρο 8 παράγραφος 3

Άρθρο 6 με τροποποιήσεις

Άρθρο 20

Άρθρο 3 παράγραφος 4 και άρθρο 5 παράγραφος 4 με τροποποιήσεις

Άρθρο 21

Άρθρο 22

Άρθρο 23

Άρθρο 8 παράγραφοι 1 έως 4 με τροποποιήσεις

Άρθρο 24

Άρθρο 7 παράγραφος 3 με τροποποιήσεις

Άρθρο 7 με τροποποιήσεις

Άρθρο 25

Άρθρο 8 παράγραφος 5 με τροποποιήσεις

Άρθρο 8 με τροποποιήσεις

Άρθρο 26

Άρθρο 8 με τροποποιήσεις

Άρθρο 7 με τροποποιήσεις

Άρθρο 6 με τροποποιήσεις

Άρθρο 27

Άρθρο 11 με τροποποιήσεις

Άρθρο 5 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 10 με τροποποιήσεις

Άρθρο 28 παράγραφος 1

Άρθρο 12 παράγραφος 1 με τροποποιήσεις

Άρθρο 28 παράγραφος 2

Άρθρο 11 με τροποποιήσεις

Άρθρο 28 παράγραφος 3

Άρθρο 28 παράγραφος 4

Παράρτημα IX με τροποποιήσεις

Άρθρο 29

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 30

Άρθρο 11

Άρθρο 9

Άρθρο 14

Άρθρο 31

Άρθρο 32

Άρθρο 33

Άρθρο 13

Άρθρο 12

Άρθρο 10

Άρθρο 15

Άρθρο 34

Άρθρο 14

Άρθρο 13

Άρθρο 11

Άρθρο 17

Άρθρο 35

Άρθρο 15

Άρθρο 14

Άρθρο 12

Άρθρο 18

Παράρτημα Ι

Παράρτημα VIII με τροποποιήσεις

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα VΙΙ

Παράρτημα ΙΙ

Παράρτημα V με τροποποιήσεις

Παράρτημα III

Παράρτημα III

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα IV

Παράρτημα IV

Παράρτημα V

Παράρτημα VII με τροποποιήσεις

Παράρτημα V

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα IX με τροποποιήσεις

Παράρτημα VΙΙ

Παράρτημα VΙΙΙ

Παράρτημα VΙΙ

Παράρτημα I, παράρτημα III τμήμα II

Παράρτημα VΙΙΙ

Παράρτημα IV

Παράρτημα IX

Παράρτημα V

Παράρτημα X

Παράρτημα VΙ

Παράρτημα ΧΙ

Παράρτημα I τμήμα Ι, παράρτημα II τμήμα I και παράρτημα III (με τροποποιήσεις)· παράρτημα IV (αμετάβλητο)

Παράρτημα I, παράρτημα II

Παράρτημα XII

Παράρτημα I τμήμα II, παράρτημα II τμήμα II,

Παράρτημα II τμήμα I

Παράρτημα XIII

Παράρτημα I τμήμα I, παράρτημα II τμήμα I

Παράρτημα XIV

Παράρτημα XV τμήμα A

Παράρτημα IV

Παράρτημα XV τμήμα B

Παράρτημα XVI

Άρθρο 8

Άρθρο 7

Άρθρο 6 με τροποποιήσεις


 

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση το κείμενο που ενέκρινε το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την οδηγία για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη. Ειδικότερα, η Επιτροπή σημειώνει τη σημασία που αποδίδει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη στο άρθρο 22 παράγραφος 4 και στην αιτιολογική σκέψη 16 της οδηγίας για τα κοινοτικά μέτρα μείωσης, στην πηγή, των εκπομπών που ρυπαίνουν τον ατμοσφαιρικό αέρα.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει την ανάγκη περιορισμού των εκπομπών επιβλαβών ατμοσφαιρικών ρύπων, προκειμένου να επιτευχθεί σημαντική πρόοδος για την υλοποίηση των στόχων που καθορίστηκαν στο έκτο πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον. Η ανακοίνωση της Επιτροπής για μία θεματική στρατηγική σχετικά με την ατμοσφαιρική ρύπανση προβλέπει σημαντικό αριθμό δυνατών κοινοτικών μέτρων. Αφότου εγκρίθηκε η στρατηγική, έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος σε αυτά και σε άλλα μέτρα:

το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν ήδη θεσπίσει νέα νομοθετικά μέτρα που περιορίζουν τις εκπομπές καυσαερίων των ελαφρών εμπορικών οχημάτων,

η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για νέα νομοθετικά μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει τις βιομηχανικές εκπομπές, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων εντατικής καλλιέργειας, καθώς και μέτρα αντιμετώπισης βιομηχανικών πηγών καύσης μικρότερης κλίμακας,

η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για νέα νομοθετικά μέτρα που θα περιορίζουν τις εκπομπές καυσαερίων των κινητήρων των βαρέων εμπορικών οχημάτων·

για το 2008, η Επιτροπή προβλέπει την υποβολή νέων νομοθετικών προτάσεων, οι οποίες αναμένεται:

να μειώσουν περαιτέρω τις επιτρεπόμενες εθνικές εκπομπές βασικών ρύπων των κρατών μελών,

να περιορίσουν τις εκπομπές που συνδέονται με τον εφοδιασμό των βενζινοκίνητων οχημάτων στα πρατήρια καυσίμων,

να αντιμετωπίσουν το ζήτημα της περιεκτικότητας των καυσίμων σε θείο, συμπεριλαμβανομένων των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στις θαλάσσιες μεταφορές·

έχουν εξάλλου δρομολογηθεί προκαταρκτικές εργασίες προκειμένου να διερευνηθεί η εφικτότητα:

της βελτίωσης του οικολογικού σχεδιασμού και περιορισμού των εκπομπών των οικιακών λεβήτων και θερμοσιφώνων,

του περιορισμού της περιεκτικότητας των χρωμάτων, βερνικιών και προϊόντων φανοποιίας αυτοκινήτων σε διαλύτες,

του περιορισμού των εκπομπών καυσαερίων των μη οδικών κινητών μηχανημάτων και, ως εκ τούτου, της μεγιστοποίησης του οφέλους από τη χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο των καυσίμων των μη οδικών μηχανημάτων, που έχει ήδη προταθεί από την Επιτροπή,

η Επιτροπή εξακολουθεί, επίσης, να προωθεί στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ) σημαντικούς περιορισμούς των εκπομπών από τα πλοία και έχει δεσμευθεί να υποβάλει προτάσεις για τη λήψη κοινοτικών μέτρων, εάν ο ΔΝΟ δεν υποβάλει ικανοποιητικής εμβέλειας προτάσεις μέχρι το 2008.

Η Επιτροπή εξακολουθεί, πάντως, να είναι στρατευμένη στους στόχους της πρωτοβουλίας της για τη βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων και συνειδητοποιεί την ανάγκη θεμελίωσης των προτάσεών της σε μια συνολική αξιολόγηση του αντίκτυπου και των πλεονεκτημάτων τους. Προς τον σκοπό αυτό και σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή θα συνεχίσει να αξιολογεί την ανάγκη υποβολής νέων νομοθετικών προτάσεων, αλλά επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να αποφασίζει κατά περίπτωση για τη σκοπιμότητα και τον χρόνο υποβολής τέτοιων προτάσεων.

ΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ

Οι Κάτω Χώρες ανέκαθεν υποστήριζαν και θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν τη θέσπιση μιας φιλόδοξης και αποτελεσματικής ευρωπαϊκής πολιτικής για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα. Ως εκ τούτου, αισθάνονται ικανοποίηση για τον συμβιβασμό μεταξύ του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και συγχαίρουν το Κοινοβούλιο, την Επιτροπή και την προεδρία για τα αποτελέσματα που επέτυχαν. Η νέα οδηγία για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα συνιστά σημαντική πρόοδο τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη δημόσια υγεία.

Όπως επεσήμαναν οι Κάτω Χώρες όταν εγκρίθηκε η κοινή θέση, η ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα στις Κάτω Χώρες επηρεάζεται σημαντικά από τις διασυνοριακές εξελίξεις και άρα θα επωφεληθεί τα μέγιστα από μια πραγματική ευρωπαϊκή προσέγγιση. Βασική επιθυμία των Κάτω Χωρών ήταν και είναι μια οδηγία που να χαρακτηρίζεται από τον ισορροπημένο συνδυασμό ευρωπαϊκών και εθνικών μέτρων, καθώς και ρεαλιστικά χρονικά περιθώρια για την επίτευξη των στόχων όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα. Μόνον τότε θα μπορέσουν τα κράτη μέλη να επιτύχουν τους φιλόδοξους στόχους που έθεσαν.

Οι Κάτω Χώρες εκφράζουν ικανοποίηση για τη δήλωση της Επιτροπής ότι θα υποβάλει σε εύθετο χρόνο προτάσεις νέων κοινοτικών μέτρων. Στο μέλλον, η συμμόρφωση με τα πρότυπα ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα στο σύνολο της ΕΕ θα εξαρτάται από κατάλληλη ευρωπαϊκή πολιτική για την καταπολέμηση της ρύπανσης στην πηγή. Οι Κάτω Χώρες επισημαίνουν ιδίως την έλλειψη στοιχείων και την αβεβαιότητα που επικρατεί όσον αφορά τις εκπομπές και τις συγκεντρώσεις σωματιδίων (ΑΣ2,5). Θα καταβάλουν, βέβαια, κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Με βάση τις ήδη διαθέσιμες γνώσεις, αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό εφικτό. Η ολλανδική κυβέρνηση ετοιμάζει εθνικό πρόγραμμα συνεργασίας για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα που αφορά περιοχές όπου τα επίπεδα των εκπομπών υπερβαίνουν σε μόνιμη βάση τα επιτρεπόμενα όρια, προκειμένου οι στόχοι όσον αφορά την ποιότητα του αέρα να μπορέσουν να επιτευχθούν και εκεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

Οι Κάτω Χώρες εκφράζουν ικανοποίηση για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ολοκλήρωσαν εγκαίρως τη δεύτερη ανάγνωση της οδηγίας, προκειμένου η οδηγία αυτή να μπορέσει να τεθεί σε ισχύ ήδη από τις αρχές του 2008. Αυτό είναι βασικό για το εθνικό μας πρόγραμμα καθώς και για τις δράσεις στις γειτονικές μας χώρες. Οι Κάτω Χώρες θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι το εθνικό πρόγραμμα συνεργασίας και όλα τα μέτρα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο είναι επαρκή προκειμένου να επιτευχθούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα.


Top