Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32007R0861

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007 , για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών

OJ L 199, 31.7.2007, p. 1–22 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 010 P. 100 - 121

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2007/861/oj

31.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 199/1


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 861/2007 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 11ης Ιουλίου 2007

για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 61 στοιχείο γ) και το άρθρο 67,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η Κοινότητα έθεσε ως στόχο τη διατήρηση και την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, εντός του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Για τη σταδιακή δημιουργία αυτού του χώρου, η Κοινότητα οφείλει να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις και είναι απαραίτητα για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

(2)

Το άρθρο 65 στοιχείο γ) της συνθήκης προβλέπει ότι τα μέτρα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν εκείνα που αποσκοπούν στην εξάλειψη των εμποδίων για την ομαλή διεξαγωγή πολιτικών δικών, εν ανάγκη προωθώντας τη συμβατότητα των κανόνων πολιτικής δικονομίας που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.

(3)

Στο προκείμενο θέμα, η Κοινότητα εξέδωσε ήδη, μεταξύ άλλων μέτρων, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (3), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (4), την απόφαση 2001/470/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις (5), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις (6) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής (7).

(4)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνήλθε στο Τάμπερε, στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, κάλεσε το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θεσπίσουν κοινούς δικονομικούς κανόνες για την απλούστευση και την επίσπευση της διασυνοριακής εκδίκασης καταναλωτικών και εμπορικών μικροδιαφορών.

(5)

Στις 30 Νοεμβρίου 2000, το Συμβούλιο θέσπισε κοινό πρόγραμμα μέτρων, το οποίο κατήρτισαν από κοινού το Συμβούλιο και η Επιτροπή, για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (8). Το πρόγραμμα αφορά την απλούστευση και επίσπευση της εκδίκασης διασυνοριακών μικροδιαφορών. Ο στόχος αυτός προωθήθηκε με το νέο πρόγραμμα της Χάγης (9), που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 5 Νοεμβρίου 2004, και το οποίο ζήτησε να συνεχισθούν δραστήρια οι εργασίες σχετικά με τις μικροδιαφορές.

(6)

Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή θέσπισε Πράσινη Βίβλο για διαδικασία ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής και μέτρα απλούστευσης και επιτάχυνσης της εκδίκασης των μικροδιαφορών. Η Πράσινη Βίβλος ήταν η αρχή της διαβούλευσης για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την απλούστευση και την επίσπευση της εκδίκασης των μικροδιαφορών.

(7)

Πολλά κράτη μέλη θέσπισαν απλουστευμένες αστικές διαδικασίες για τις μικροδιαφορές, επειδή τα έξοδα, οι καθυστερήσεις και οι περιπλοκές που προκύπτουν από την εκδίκαση μιας υπόθεσης δεν μειώνονται κατ’ ανάγκην αναλόγως προς την αξία της απαίτησης. Τα εμπόδια στην έκδοση μιας ταχείας και φθηνής δικαστικής απόφασης είναι ακόμα μεγαλύτερα όταν πρόκειται για διασυνοριακές υποθέσεις. Είναι συνεπώς αναγκαίο να θεσπιστεί μια ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών προς διευκόλυνση της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Η στρέβλωση του ανταγωνισμού μέσα στην εσωτερική αγορά, η οποία οφείλεται σε ανισορροπίες ως προς τη λειτουργία των δικονομικών μέσων που οι πιστωτές έχουν στη διάθεσή τους στα διάφορα κράτη μέλη, καθιστά αναγκαίο να εξασφαλίζει η κοινοτική νομοθεσία ισότιμους όρους για τους δανειστές και τους οφειλέτες σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αναγκαίο να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της απλούστευσης, της ταχύτητας και της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό των εξόδων για την εξέταση των αξιώσεων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών. Θα ήταν σκόπιμο να δημοσιοποιηθούν τα λεπτομερή στοιχεία που αφορούν τα έξοδα που πρόκειται να αναληφθούν και να εξασφαλιστεί η διαφάνεια των μέσων καθορισμού αυτών.

(8)

Η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών θα πρέπει να απλουστεύει και να επιταχύνει την εκδίκαση διασυνοριακών μικροδιαφορών, ενώ παράλληλα θα μειώνει τα έξοδα, προσφέροντας ένα επιπλέον προαιρετικό εργαλείο στις ήδη υπάρχουσες δυνατότητες που προσφέρουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών, οι οποίες και δεν θίγονται. Ο παρών κανονισμός αναμένεται επίσης να απλοποιήσει την αναγνώριση και την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ευρωπαϊκή διαδικασία των μικροδιαφορών σε άλλο κράτος μέλος.

(9)

Ο παρών κανονισμός επιδιώκει να προωθήσει τα θεμελιώδη δικαιώματα και λαμβάνει υπόψη τις βασικές αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δικαστήριο θα πρέπει να σέβεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και την αρχή της κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ιδίως όταν αποφασίζει ως προς την ανάγκη προφορικής ακρόασης ή ως προς τα αποδεικτικά μέσα και την έκταση της διεξαγωγής αποδείξεων.

(10)

Προκειμένου να διευκολύνεται ο υπολογισμός της αξίας της απαίτησης, δεν θα πρέπει να συνυπολογίζονται ο τόκος, οι δαπάνες και τα έξοδα. Αυτό δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη δυνατότητα του δικαστηρίου να επιδικάζει τα ποσά αυτά με την απόφασή του, ούτε τους εθνικούς κανόνες περί υπολογισμού των τόκων.

(11)

Για να διευκολύνεται η έναρξη της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών, ο ενάγων θα πρέπει να κάνει μια αίτηση συμπληρώνοντας το έντυπο της αγωγής και καταθέτοντάς το στο δικαστήριο. Το έντυπο θα πρέπει να κατατίθεται μόνον στο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία.

(12)

Το έντυπο της αγωγής θα πρέπει να συνοδεύεται από τα τυχόν σχετικά δικαιολογητικά. Ωστόσο, αυτό δεν εμποδίζει τον ενάγοντα να προσκομίσει περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Η ίδια βασική αρχή ισχύει για την αντίκρουση του εναγομένου.

(13)

Οι έννοιες «προδήλως αβάσιμη», στο πλαίσιο της απόρριψης μιας αξίωσης, και «απαράδεκτη», στο πλαίσιο της απόρριψης μιας αγωγής, θα πρέπει να προσδιορίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

(14)

Η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών θα πρέπει να είναι γραπτή, εκτός εάν θεωρηθεί αναγκαία από το δικαστήριο η προφορική εξέταση, ή εάν τη ζητήσει ένας από τους διαδίκους. Το δικαστήριο μπορεί να απορρίψει το αίτημα αυτό. Η απόρριψη αυτή δεν υπόκειται σε χωριστή αμφισβήτηση.

(15)

Οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να εκπροσωπούνται από δικηγόρο ή από άλλον επαγγελματία νομικό.

(16)

Ο όρος «ανταγωγή» ερμηνεύεται κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 ότι δηλαδή απορρέει από την ίδια σύμβαση ή από τα ίδια περιστατικά επί των οποίων βασίζεται η αρχική αγωγή. Τα άρθρα 2 και 4, καθώς και το άρθρο 5 παράγραφοι 3, 4 και 5, θα πρέπει να ισχύουν κατ’ αναλογίαν και στις ανταγωγές.

(17)

Όταν ο εναγόμενος επικαλείται κατά τη διαδικασία δικαίωμα συμψηφισμού, η αξίωση αυτή δεν θα πρέπει να συνιστά ανταγωγή για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Ο εναγόμενος δεν θα πρέπει επομένως να υποχρεούται να χρησιμοποιεί το έντυπο Α του παραρτήματος Ι για την επίκληση των δικαιωμάτων αυτών.

(18)

Το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο είναι, για τους σκοπούς του άρθρου 6, το κράτος μέλος στο οποίο γίνεται η επίδοση ή κοινοποίηση του εγγράφου ή αποστέλλεται το έγγραφο. Προς περιορισμό των εξόδων και των καθυστερήσεων, η επίδοση ή κοινοποίηση των εγγράφων θα πρέπει κατά βάση να γίνεται ταχυδρομικώς και να πιστοποιείται με απόδειξη κατάθεσης η οποία μνημονεύει την ημερομηνία κατάθεσης.

(19)

Οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν να παραλάβουν έγγραφο που τους επιδίδεται, ή να επιστρέψουν το έγγραφο εντός μιας εβδομάδας, αν δεν έχει συνταχθεί, ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση είτε στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται (ή, αν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες στο εν λόγω κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου στον οποίο πρόκειται να γίνει η επίδοση ή στον οποίο πρόκειται να αποσταλεί το έγγραφο) είτε σε γλώσσα την οποία κατανοεί ο παραλήπτης.

(20)

Κατά την προφορική εξέταση ή την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών επικοινωνίας τηρουμένων των εθνικών διατάξεων του κράτους μέλους της έδρας του δικαστηρίου. Το δικαστήριο θα πρέπει να χρησιμοποιεί τα απλούστερα και λιγότερο δαπανηρά μέσα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων.

(21)

Η πρακτική αρωγή που θα παρέχεται στους διαδίκους συνίσταται στην τεχνική πληροφόρηση σχετικά με τη ύπαρξη και τη συμπλήρωση των εντύπων.

(22)

Το προσωπικό του δικαστηρίου μπορεί επίσης να παρέχει πληροφόρηση σχετικά με διαδικαστικά θέματα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

(23)

Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η απλούστευση και επίσπευση της εκδίκασης των μικροδιαφορών διασυνοριακού χαρακτήρος, το δικαστήριο θα πρέπει να ενεργεί το συντομότερο δυνατό ακόμη και όταν ο παρών κανονισμός δεν τάσσει προθεσμία για συγκεκριμένη φάση της διαδικασίας.

(24)

Προς τον σκοπό του υπολογισμού των προθεσμιών που προβλέπονται με τον παρόντα κανονισμό, ισχύει ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (10).

(25)

Προς επιτάχυνση της επίλυσης των μικροδιαφορών, η δικαστική απόφαση θα πρέπει να είναι εκτελεστή παρά τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου και χωρίς να εξαρτάται από εγγυοδοσία, εκτός εάν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως.

(26)

Η οποιαδήποτε μνεία ενδίκου μέσου στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να περιλαμβάνει την οποιοδήποτε δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες.

(27)

Το δικαστήριο πρέπει να συμπεριλαμβάνει πρόσωπο το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα για να ασκεί καθήκοντα δικαστού σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

(28)

Οσάκις το δικαστήριο υποχρεούται να ορίζει τελική προθεσμία, ο ενδιαφερόμενος διάδικος θα πρέπει να ενημερώνεται για τις συνέπειες της μη τήρησης της προθεσμίας αυτής.

(29)

Ο ηττηθείς διάδικος θα πρέπει να φέρει τα έξοδα της δίκης τα οποία θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Λαμβανομένων υπόψη των στόχων της απλούστευσης και του περιορισμού του κόστους, το δικαστήριο θα πρέπει να διατάσσει τον ηττηθέντα διάδικο να καταβάλει μόνο τα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων για παράδειγμα των τυχόν εξόδων που προκύπτουν από το γεγονός ότι ο άλλος διάδικος εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή άλλον επαγγελματία νομικό, ή από την επίδοση ή τη μετάφραση εγγράφων, τα οποία είναι ανάλογα προς το ποσό της αξίωσης ή τα αναγκαίως αναληφθέντα έξοδα.

(30)

Προς διευκόλυνση της αναγνώρισης και της εκτέλεσης, δικαστική απόφαση εκδοθείσα σε κράτος μέλος στο πλαίσιο ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών θα πρέπει να αναγνωρίζεται και να εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος χωρίς να απαιτείται κήρυξη εκτελεστότητας και χωρίς η αναγνώρισή της να επιδέχεται αμφισβητήσεως.

(31)

Θα πρέπει να τεθούν στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την επανεξέταση απόφασης όταν ο εναγόμενος δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει την αξίωση.

(32)

Προς επίτευξη των στόχων της απλούστευσης και του χαμηλού κόστους, ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση δεν υποχρεούται να έχει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο ή ταχυδρομική διεύθυνση στο κράτος μέλος την εκτέλεσης, πέραν των αρμοδίων για τη διαδικασία εκτέλεσης υπαλλήλων κατά την εθνική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους.

(33)

Το κεφάλαιο ΙΙΙ του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται επίσης για τον καθορισμό εξόδων και δαπανών που έγιναν από υπαλλήλους του δικαστηρίου για την έκδοση αποφάσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο παρών κανονισμός.

(34)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ενδείκνυται να θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (11).

(35)

Ενδείκνυται ιδίως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να θεσπίζει τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού όσον αφορά προσαρμογές ή τεχνικές τροποποιήσεις των τυποποιημένων εντύπων που εμφαίνονται στα παραρτήματα. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβελείας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση ή κατάργηση ορισμένων μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

(36)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, συγκεκριμένα η καθιέρωση διαδικασίας για την απλούστευση και επίσπευση της εκδίκασης διασυνοριακών μικροδιαφορών και τον περιορισμό των εξόδων, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και μπορούν, κατά συνέπεια, λόγω των επιπτώσεων και των αποτελεσμάτων του παρόντος κανονισμού, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(37)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία ανακοίνωσαν ότι επιθυμούν να συμμετάσχουν στη θέσπιση και στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(38)

Η Δανία, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού, και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός καθιερώνει ευρωπαϊκή διαδικασία επίλυσης μικροδιαφορών (στο εξής «ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών») με σκοπό την απλούστευση και επιτάχυνση της εκδίκασης των μικροδιαφορών σε διασυνοριακές υποθέσεις και τον περιορισμό του κόστους. Τη διαδικασία αυτή μπορούν να χρησιμοποιούν οι διάδικοι εναλλακτικά, αντί των διαδικασιών που ισχύουν βάσει του δικαίου των κρατών μελών.

Ο παρών κανονισμός καταργεί επίσης τις ενδιάμεσες διαδικασίες που απαιτούνται για την αναγνώριση και εκτέλεση σε κράτος μέλος μιας απόφασης που έχει εκδοθεί σε άλλο κράτος μέλος με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές διαφορές διασυνοριακού χαρακτήρος, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, εφόσον η αξία της απαιτήσεως δεν υπερβαίνει τα 2 000 EUR κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής στο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία, εξαιρουμένων κάθε είδους τόκων, δαπανών και εξόδων. Δεν επεκτείνεται, ιδίως, σε φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή στην αστική ευθύνη του κράτους για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας («acta iure imperii»).

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε υποθέσεις που αφορούν:

α)

το καθεστώς ή την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων·

β)

τις περιουσιακές διαφορές από γαμικές σχέσεις, υποχρεώσεις διατροφής, διαθήκες και κληρονομική διαδοχή·

γ)

πτωχεύσεις, διαδικασίες λύσης και εκκαθάρισης αφερέγγυων επιχειρήσεων ή άλλων νομικών προσώπων, δικαστικούς ή πτωχευτικούς συμβιβασμούς και ανάλογες διαδικασίες·

δ)

θέματα κοινωνικής ασφάλισης·

ε)

διαιτησίες·

στ)

το εργατικό δίκαιο·

ζ)

μισθώσεις ακινήτων, εκτός των αγωγών για χρηματικές αξιώσεις, ή

η)

παραβιάσεις του ιδιωτικού βίου και των δικαιωμάτων επί της προσωπικότητος, μεταξύ των οποίων η δυσφήμηση.

3.   Στον παρόντα κανονισμό, με τον όρο «κράτος μέλος» νοούνται τα κράτη μέλη πλην της Δανίας.

Άρθρο 3

Διασυνοριακές υποθέσεις

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, μια υπόθεση είναι διασυνοριακή όταν ένας τουλάχιστον από τους διαδίκους έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του σε κράτος μέλος άλλο από το κράτος μέλος του δικάζοντος δικαστηρίου.

2.   Η κατοικία προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001.

3.   Κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό του κατά πόσον πρόκειται για διασυνοριακή υπόθεση είναι η ημερομηνία κατάθεσης του εντύπου της αγωγής στο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΙΚΡΟΔΙΑΦΟΡΩΝ

Άρθρο 4

Κίνηση της διαδικασίας

1.   Ο ενάγων κινεί την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών με τη συμπλήρωση του τυποποιημένου εντύπου αγωγής Α που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, και με την απευθείας κατάθεσή του στο δικαστήριο που έχει διεθνή δικαιοδοσία είτε ταχυδρομικώς είτε με οποιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνίας, όπως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, εφόσον είναι αποδεκτό στο κράτος μέλος στο οποίο κινείται η διαδικασία. Το έντυπο της αγωγής περιλαμβάνει περιγραφή των αποδεικτικών στοιχείων που στηρίζουν την αξίωση και συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από τα σχετικά δικαιολογητικά.

2.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα μέσα επικοινωνίας που δέχονται. Η Επιτροπή καθιστά τις εν λόγω πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό.

3.   Όταν η προβαλλόμενη αξίωση δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο ενημερώνει σχετικώς τον ενάγοντα. Εάν ο ενάγων δεν αποσύρει την αγωγή, το δικαστήριο την εκδικάζει σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις του κράτους μέλους όπου διεξάγεται η διαδικασία.

4.   Όταν το δικαστήριο θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρέχει ο ενάγων είναι ανεπαρκείς ή ασαφείς ή ότι το έντυπο δεν έχει συμπληρωθεί σωστά, και εφόσον η αγωγή δεν φαίνεται προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη, καλεί τον ενάγοντα να συμπληρώσει ή να διορθώσει το έντυπο ή να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα, ή να αποσύρει την αγωγή εντός ορισμένης χρονικής προθεσμίας, την οποία ορίζει. Το δικαστήριο χρησιμοποιεί προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο Β που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ.

Εάν η αγωγή φαίνεται προδήλως αβάσιμη ή απαράδεκτη, ή ο ενάγων δεν φροντίσει να συμπληρώσει ή να διορθώσει το έντυπο της αγωγής εντός της τεθείσης προθεσμίας, η αγωγή απορρίπτεται.

5.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το έντυπο της αγωγής να υπάρχει διαθέσιμο σε όλα τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων μπορεί να κινηθεί η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών.

Άρθρο 5

Περαιτέρω διαδικασία

1.   Η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών είναι γραπτή. Το δικαστήριο διεξάγει προφορική διαδικασία εφόσον το κρίνει αναγκαίο ή εφόσον ζητηθεί από διάδικο. Το δικαστήριο δύναται να απορρίψει το αίτημα αυτό, εφόσον θεωρεί ότι, ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης, η προφορική διαδικασία είναι προδήλως περιττή για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η απόρριψη αιτιολογείται γραπτώς και δεν υπόκειται σε χωριστή αμφισβήτηση.

2.   Μετά την παραλαβή του καταλλήλως συμπληρωμένου εντύπου της αγωγής, το δικαστήριο συμπληρώνει το μέρος Ι του τυποποιημένου εντύπου απάντησης Γ που περιέχεται στο παράρτημα ΙΙΙ.

Αντίγραφο του εντύπου της αγωγής και των τυχόν δικαιολογητικών καθώς και το συμπληρωμένο έντυπο απάντησης επιδίδονται στον εναγόμενο σύμφωνα με το άρθρο 13. Τα έγγραφα αυτά αποστέλλονται εντός δεκατεσσάρων ημερών από την παραλαβή του καταλλήλως συμπληρωμένου εντύπου της αγωγής.

3.   Εντός 30 ημερών από την επίδοση των εντύπων αγωγής και απάντησης ο εναγόμενος απαντά συμπληρώνοντας το μέρος ΙΙ του τυποποιημένου εντύπου απαντήσεων Γ, που συνοδεύεται κατά περίπτωση, από τα τυχόν σχετικά δικαιολογητικά, τα οποία καταθέτει στο δικαστήριο, ή με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο χωρίς να χρησιμοποιήσει το έντυπο απάντησης.

4.   Εντός δεκατεσσάρων ημερών από την κατάθεση της απάντησης του εναγομένου, αποστέλλεται από το δικαστήριο στον ενάγοντα αντίγραφο της απάντησης, μαζί με τα τυχόν σχετικά δικαιολογητικά.

5.   Εάν στην απάντησή του ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι το ύψος μη χρηματικής απαίτησης υπερβαίνει το όριο του άρθρου 2 παράγραφος 1, το δικαστήριο αποφασίζει εντός 30 ημερών από την αποστολή της απάντησης στον ενάγοντα κατά πόσον η απαίτηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε χωριστή αμφισβήτηση.

6.   Η τυχόν ανταγωγή, η οποία απαιτεί την υποβολή του τυποποιημένου εντύπου Α, καθώς και τα σχετικά δικαιολογητικά, επιδίδονται στον ενάγοντα σύμφωνα με το άρθρο 13. Τα έγγραφα αυτά αποστέλλονται εντός δεκατεσσάρων ημερών από την κατάθεσή τους.

Ο ενάγων έχει προθεσμία 30 ημερών από την επίδοση προκειμένου να απαντήσει σε τυχόν ανταγωγή.

7.   Εάν η ανταγωγή υπερβαίνει το όριο που θέτει το άρθρο 2 παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών στην αγωγή και την ανταγωγή, οι οποίες εκδικάζονται σύμφωνα με το οικείο δικονομικό δίκαιο του κράτους μέλους της διαδικασίας.

Τα άρθρα 2 και 4, καθώς και οι παράγραφοι 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις ανταγωγές.

Άρθρο 6

Γλώσσες

1.   Το έντυπο της αγωγής, η απάντηση, η τυχόν ανταγωγή, η τυχόν απάντηση στην ανταγωγή και η τυχόν περιγραφή των σχετικών δικαιολογητικών υποβάλλονται στη γλώσσα ή σε μια από τις γλώσσες του δικαστηρίου.

2.   Εάν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που λαμβάνει το δικαστήριο έχει συνταχθεί σε άλλη γλώσσα εκτός από εκείνη της διαδικασίας, το δικαστήριο μπορεί να ζητήσει μετάφραση του εγγράφου μόνο εάν αυτή κρίνεται αναγκαία για την έκδοση της απόφασής του.

3.   Εάν ένας από τους διαδίκους αρνηθεί να παραλάβει έγγραφο επειδή δεν έχει συνταχθεί σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες:

α)

την επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται, ή, εάν υπάρχουν διάφορες επίσημες γλώσσες σ’ αυτό το κράτος μέλος, στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου θα επιδοθεί ή όπου θα αποσταλεί το έγγραφο, ή

β)

γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί,

το δικαστήριο ενημερώνει τον άλλο διάδικο ότι οφείλει να προσκομίσει μετάφραση του σχετικού εγγράφου.

Άρθρο 7

Τελικά στάδια της διαδικασίας

1.   Το δικαστήριο εκδίδει απόφαση εντός 30 ημερών από την κατάθεση των απαντήσεων του εναγομένου ή του ενάγοντος, εντός των προθεσμιών που ορίζει το άρθρο 5 παράγραφοι 3 ή 6, ή

α)

ζητεί από τους διαδίκους περαιτέρω στοιχεία σχετικά με την απαίτηση εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία δεν υπερβαίνει τις 30 ημέρες·

β)

συγκεντρώνει αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 9, ή

γ)

καλεί τους διαδίκους σε προφορική ακρόαση, η οποία διεξάγεται εντός 30 ημερών από την κλήτευση.

2.   Η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός 30 ημερών από την τυχόν ακρόαση, ή από την παραλαβή όλων των απαιτούμενων για την έκδοση της απόφασης στοιχείων. Η απόφαση επιδίδεται στους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 13.

3.   Αν το δικαστήριο δεν έχει λάβει απάντηση από τον συγκεκριμένο διάδικο εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 5 παράγραφος 3 ή 6 εκδίδει απόφαση επί της αγωγής ή της ανταγωγής.

Άρθρο 8

Ακρόαση

Το δικαστήριο μπορεί να διεξαγάγει την προφορική ακρόαση με εικονοδιάσκεψη ή άλλη επικοινωνιακή τεχνολογία εφόσον υπάρχουν τα κατάλληλα τεχνικά μέσα.

Άρθρο 9

Συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων

1.   Το δικαστήριο προσδιορίζει τα μέσα συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων και την έκταση των αποδεικτικών στοιχείων που απαιτούνται για την απόφασή του δυνάμει των κανόνων που εφαρμόζονται ως προς το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων. Το δικαστήριο μπορεί να δεχθεί τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων με γραπτές καταθέσεις μαρτύρων, πραγματογνωμόνων ή διαδίκων. Μπορεί επίσης να δεχθεί τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων με εικονοδιάσκεψη ή άλλη επικοινωνιακή τεχνολογία και εφόσον υπάρχουν τα κατάλληλα τεχνικά μέσα.

2.   Το δικαστήριο μπορεί να προβεί στην εξέταση μαρτύρων ή πραγματογνωμόνων μόνον εάν είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση της δικανικής του κρίσης. Κατά τη σχετική απόφαση, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το κόστος.

3.   Το δικαστήριο χρησιμοποιεί την απλούστερη και λιγότερο δαπανηρή μέθοδο συγκέντρωσης αποδείξεων.

Άρθρο 10

Εκπροσώπηση των διαδίκων

Η εκπροσώπηση των διαδίκων από δικηγόρο ή άλλον επαγγελματία νομικό δεν είναι υποχρεωτική.

Άρθρο 11

Αρωγή προς τους διαδίκους

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στους διαδίκους πρακτική αρωγή για τη συμπλήρωση των εντύπων.

Άρθρο 12

Καθήκοντα του δικαστηρίου

1.   Το δικαστήριο δεν απαιτεί από τους διαδίκους να προβούν σε νομικό χαρακτηρισμό της απαίτησης.

2.   Εάν είναι αναγκαίο, το δικαστήριο ενημερώνει τους διαδίκους σχετικά με δικονομικά θέματα.

3.   Το δικαστήριο, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, επιδιώκει την επίτευξη συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων.

Άρθρο 13

Επίδοση εγγράφων

1.   Η επίδοση των εγγράφων πρέπει να γίνεται ταχυδρομικώς και να αποδεικνύεται με απόδειξη κατάθεσης όπου θα αναγράφεται η ημερομηνία της κατάθεσης.

2.   Εάν η επίδοση σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι αδύνατη, μπορεί να γίνει επίδοση με οποιονδήποτε από τους τρόπους που ορίζουν τα άρθρα 13 ή 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004.

Άρθρο 14

Προθεσμίες

1.   Όταν το δικαστήριο τάσσει προθεσμία, ο ενδιαφερόμενος διάδικος ενημερώνεται για τις συνέπειες της μη τήρησης της προθεσμίας αυτής.

2.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει τις προθεσμίες που προβλέπονται από το άρθρο 4 παράγραφος 4, το άρθρο 5 παράγραφοι 3 και 6 και το άρθρο 7 παράγραφος 1, εφόσον απαιτείται προκειμένου να διασφαλισθούν τα δικαιώματα των διαδίκων.

3.   Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν το δικαστήριο δεν μπορεί να τηρήσει τις προθεσμίες που προβλέπουν το άρθρο 5 παράγραφοι 2 έως 6 και το άρθρο 7, λαμβάνει τα απαιτούμενα δυνάμει των διατάξεων αυτών μέτρα το ταχύτερο δυνατόν.

Άρθρο 15

Εκτελεστότητα της απόφασης

1.   Η απόφαση είναι εκτελεστή παρά τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου. Δεν απαιτείται όρος εγγυοδοσίας.

2.   Το άρθρο 23 εφαρμόζεται επίσης όταν η απόφαση πρόκειται να εκτελεσθεί στο κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε.

Άρθρο 16

Έξοδα

Ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα έξοδα της δίκης. Ωστόσο το δικαστήριο δεν επιδικάζει δικαστικά έξοδα υπέρ του νικήσαντος διαδίκου στο βαθμό που η πραγματοποίησή τους ήταν περιττή ή που είναι δυσανάλογα προς το ύψος της αγωγής.

Άρθρο 17

Ένδικα μέσα

1.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, σύμφωνα με το δικονομικό τους δίκαιο, κατά των αποφάσεων που εκδίδονται με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών και για την προθεσμία εντός της οποίας ασκείται το ένδικο μέσο. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί αυτές τις πληροφορίες.

2.   Το άρθρο 16 ισχύει για τα ένδικα μέσα.

Άρθρο 18

Στοιχειώδεις κανόνες για την επανεξέταση της απόφασης

1.   Ο εναγόμενος μπορεί να ζητήσει επανεξέταση της απόφασης που εκδόθηκε με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών ενώπιον του έχοντος διεθνή δικαιοδοσία δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο εξεδόθη η απόφαση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

i)

εάν το έντυπο της αγωγής ή η κλήση σε ακρόαση επιδόθηκαν με τρόπο που δεν αποδεικνύει ότι παρελήφθησαν προσωπικά από τον εναγόμενο, όπως προβλέπει το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 805/2004 και

ii)

εάν η επίδοση, χωρίς καμία υπαιτιότητά του, δεν έγινε αρκετά έγκαιρα ώστε να του δίδεται η δυνατότητα να προετοιμάσει την άμυνά του,

ή

β)

εάν ο εναγόμενος εμποδίστηκε να απαντήσει στην αγωγή λόγω ανωτέρας βίας ή λόγω έκτακτων περιστάσεων, χωρίς καμία υπαιτιότητά του,

εφόσον ενεργήσει αμελλητί.

2.   Αν το δικαστήριο απορρίψει την επανεξέταση δεχόμενο ότι δεν συντρέχει κανένας από τους λόγους που σημειώνονται στην παράγραφο 1, η απόφαση εξακολουθεί να ισχύει.

Αν το δικαστήριο αποφασίσει ότι η επανεξέταση δικαιολογείται για κάποιον από τους λόγους που σημειώνονται στην παράγραφο 1, η απόφαση που εκδόθηκε με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών θεωρείται άκυρη και μηδέποτε γενομένη.

Άρθρο 19

Εφαρμοστέο δικονομικό δίκαιο

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, η ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών διέπεται από την πολιτική δικονομία του κράτους μέλους όπου διεξάγεται η διαδικασία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΣΕ ΛΛΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ

Άρθρο 20

Αναγνώριση και εκτέλεση

1.   Η απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών αναγνωρίζεται και εκτελείται σε άλλο κράτος μέλος χωρίς κήρυξη της εκτελεστότητας και χωρίς καμία δυνατότητα προσβολής της αναγνώρισης της εν λόγω απόφασης.

2.   Κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, το δικαστήριο εκδίδει χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση τη βεβαίωση, που αφορά απόφαση εκδοθείσα με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών χρησιμοποιώντας το τυποποιημένο έντυπο Δ, ως εμφαίνεται στο παράρτημα ΙV.

Άρθρο 21

Διαδικασία εκτέλεσης

1.   Με την επιφύλαξη του παρόντος κεφαλαίου, οι διαδικασίες εκτέλεσης διέπονται από το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.

Η απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών εκτελείται υπό τους ιδίους όρους με απόφαση εκδοθείσα στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

2.   Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση της απόφασης προσκομίζει:

α)

αντίγραφο της απόφασης που πληροί τους αναγκαίους όρους για να διαπιστωθεί η γνησιότητά της, και

β)

αντίγραφο της βεβαίωσης κατά το άρθρο 20 παράγραφος 2, και, εφόσον είναι αναγκαίο, τη μετάφρασή του στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους εκτέλεσης ή, εάν το εν λόγω κράτος μέλος έχει περισσότερες από μία επίσημες γλώσσες, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου, στον τόπο όπου επιδιώκεται η εκτέλεση, σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους, ή σε άλλη γλώσσα την οποία το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει δηλώσει ότι μπορεί να δεχθεί. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποδεικνύει ποια ή ποιες επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην της δικής του, μπορεί να δεχθεί για την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών. Το περιεχόμενο του εντύπου Δ μεταφράζεται από μεταφραστή εξουσιοδοτημένο σε ένα από τα κράτη μέλη.

3.   Ο διάδικος που επιδιώκει την εκτέλεση μιας απόφασης που εξεδόθη με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών σε άλλο κράτος μέλος δεν απαιτείται να έχει:

α)

εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, ή

β)

ταχυδρομική διεύθυνση

στο κράτος μέλος εκτέλεσης, πέραν των αρμόδιων για τη διαδικασία εκτέλεσης υπαλλήλων.

4.   Δεν απαιτείται ασφάλεια, εγγύηση ή κατάθεση χρηματικού ποσού, όπως και αν ορίζεται, από διάδικο ο οποίος ζητεί σε ένα κράτος μέλος την εκτέλεση απόφασης η οποία έχει εκδοθεί με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών σε άλλο κράτος μέλος, με την αιτιολογία ότι είναι αλλοδαπός ή ότι δεν έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

Άρθρο 22

Απόρριψη της εκτέλεσης

1.   Κατόπιν αιτήσεως του καθ’ ου, το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο του κράτους μέλους εκτέλεσης απορρίπτει την εκτέλεση εάν η απόφαση που εκδόθηκε με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών αντιφάσκει προς προγενέστερη απόφαση εκδοθείσα σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον:

α)

η προγενέστερη απόφαση είχε το αυτό αντικείμενο και εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων,

β)

η προγενέστερη απόφαση εκδόθηκε στο κράτος μέλος εκτέλεσης ή πληροί τους αναγκαίους όρους για την αναγνώρισή της στο κράτος μέλος εκτέλεσης, και

γ)

η αντίφαση δεν προβλήθηκε, ούτε θα μπορούσε να είχε προβληθεί, με ένσταση κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους μέλους στο οποίο εξεδόθη η απόφαση με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών.

2.   Ουδέποτε απόφαση που εξεδόθη με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών επανεξετάζεται επί της ουσίας στο κράτος μέλος εκτέλεσης.

Άρθρο 23

Αναστολή ή περιορισμός της εκτέλεσης

Εάν ο διάδικος έχει προσβάλει απόφαση που εκδόθηκε με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών, ή έχει ακόμη τη δυνατότητα να την προσβάλει ή έχει καταθέσει αίτηση επανεξέτασης κατά το άρθρο 18, το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης μπορεί, κατόπιν αιτήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση:

α)

να περιορίσει τη διαδικασία εκτέλεσης σε συντηρητικά μέτρα,

β)

να εξαρτήσει την εκτέλεση από την παροχή της εγγύησης που το ίδιο καθορίζει, ή

γ)

σε έκτακτες περιστάσεις, να αναστείλει τη διαδικασία εκτέλεσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24

Ενημέρωση

Τα κράτη μέλη συνεργάζονται για την ενημέρωση του κοινού και των επαγγελματικών κύκλων σχετικά με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών, καθώς και σχετικά με τα έξοδα, ιδίως μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που δημιουργήθηκε σύμφωνα με την απόφαση 2001/470/ΕΚ.

Άρθρο 25

Ενημέρωση σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, τα μέσα επικοινωνίας και τα ένδικα μέσα

1.   Έως την 1η Ιανουαρίου 2008 τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή:

α)

τα δικαστήρια τα αρμόδια να εκδίδουν αποφάσεις με την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών·

β)

τα μέσα επικοινωνίας τα οποία γίνονται δεκτά για τους σκοπούς της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών και είναι διαθέσιμα στα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1·

γ)

αν το δικονομικό τους δίκαιο προβλέπει δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου σύμφωνα με το άρθρο 17 και το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να ασκηθεί·

δ)

τις γλώσσες που είναι αποδεκτές κατά το άρθρο 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) και

ε)

τις αρμόδιες αρχές εκτέλεσης και τις αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του άρθρου 23.

Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τυχόν μεταγενέστερη μεταβολή των πληροφοριών αυτών.

2.   Η Επιτροπή μεριμνά ώστε το κοινό να λάβει γνώση των κοινοποιούμενων δυνάμει της παραγράφου 1 πληροφοριών, μέσω της δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο.

Άρθρο 26

Μέτρα εφαρμογής

Τα μέτρα που αποσκοπούν σε τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης της συμπλήρωσής του, όσον αφορά προσαρμογές ή τεχνικές τροποποιήσεις των εντύπων που περιέχονται στα παραρτήματα, θεσπίζονται με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 27 παράγραφος 2.

Άρθρο 27

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5α παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 28

Επανεξέταση

Μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2014 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή λεπτομερή έκθεση για την επανεξέταση της λειτουργίας της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών, περιλαμβανομένου του ορίου του ποσού της αγωγής κατά το άρθρο 2 παράγραφος 1. Η έκθεση αυτή περιέχει αξιολόγηση της διαδικασίας όπως έχει λειτουργήσει και εκτεταμένη αξιολόγηση των επιπτώσεων για κάθε κράτος μέλος.

Προς τούτο, και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η βέλτιστη πρακτική λαμβάνεται δεόντως υπόψη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αντικατοπτρίζει τις βασικές αρχές της καλύτερης νομοθεσίας, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη διασυνοριακή λειτουργία της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τα δικαστικά έξοδα, την ταχύτητα της διαδικασίας, την αποτελεσματικότητα, την ευκολία χρήσης και τις εσωτερικές διαδικασίες μικροδιαφορών των κρατών μελών.

Η έκθεση της Επιτροπής συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από προτάσεις προσαρμογής.

Άρθρο 29

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2009, με εξαίρεση το άρθρο 25, το οποίο εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2008.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Στρασβούργο, 11 Ιουλίου 2007.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

O Πρόεδρος

H.-G. PÖTTERING

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

M. LOBO ANTUNES


(1)  ΕΕ C 88 της 11.4.2006, σ. 61.

(2)  Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2006 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2007.

(3)  ΕΕ L 160 της 30.6.2000, σ. 37.

(4)  ΕΕ L 12 της 16.1.2001. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1791/2006 (ΕΕ L 363 της 20.12.2006, σ. 1).

(5)  ΕΕ L 174 της 27.6.2001, σ. 25.

(6)  ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 15. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1869/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 300 της 17.11.2005, σ. 6).

(7)  ΕΕ L 399 της 30.12.2006, σ. 1.

(8)  ΕΕ C 12 της 15.1.2001, σ. 1.

(9)  ΕΕ C 53 της 3.3.2005, σ. 1.

(10)  ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2006/512/ΕΚ (ΕΕ L 200 της 22.7.2006, σ. 11).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Image

Image

Image

Image

Image

Image

Image


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Image

Image


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Image

Image


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Image

Image


Top