Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32005H0698

Σύσταση της Επιτροπής, της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης υπό το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 266, 11.10.2005, p. 64–69 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)

In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/reco/2005/698/oj

11.10.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 266/64


ΣΫΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 19ης Σεπτεμβρίου 2005

σχετικά με τα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης υπό το κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2005/698/ΕΚ)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,

Έχοντας υπόψη:

την οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (1), και ιδίως το άρθρο 19 παράγραφος 1,

Κατόπιν διαβούλευσης με την Επιτροπή ηλεκτρονικών Επικοινωνιών,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ορισμένες διατάξεις του κανονιστικού πλαισίου για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών απαιτούν την εφαρμογή των αναγκαίων και κατάλληλων μηχανισμών κοστολόγησης, συγκεκριμένα τα άρθρα 9, 11, 13 και το άρθρο 6 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (2) (οδηγία για την πρόσβαση)· το άρθρο 17 και το άρθρο 18 παράγραφος 2 και το παράρτημα VII σημείο 2 της οδηγίας 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία) (3)· και το άρθρο 13 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ.

(2)

Φορείς εκμετάλλευσης που έχουν χαρακτηρισθεί ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά (ΣΙΑ) του σχετικού τομέα (εφεξής καλούμενοι «κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης»), κατόπιν ανάλυσης της αγοράς που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, ενδέχεται να υπέχουν, μεταξύ άλλων, υποχρεώσεις κατάρτισης χωριστών λογαριασμών ή/και εφαρμογής συστήματος κοστολόγησης. Ο σκοπός της επιβολής αυτών των υποχρεώσεων είναι να αυξηθεί η διαφάνεια των συναλλαγών μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης ή/και να καθοριστεί το πραγματικό κόστος των παρεχομένων υπηρεσιών. Επιπλέον, ο λογιστικός διαχωρισμός και η εφαρμογή συστημάτων κοστολόγησης είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, συμπληρωματικώς προς την εφαρμογή άλλων ρυθμιστικών μέτρων (π.χ. διαφάνεια, μη διακριτική μεταχείριση, κοστοστρέφεια) για τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης.

(3)

Με την παρούσα σύσταση επικαιροποιείται η σύσταση 98/322/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Απριλίου 1998, σχετικά με τη διασύνδεση σε ελευθερωμένη τηλεπικοινωνιακή αγορά (Μέρος 2 — Λογιστικός διαχωρισμός και λογιστική καταγραφή κόστους) (4), αφού έχει αρχίσει να εφαρμόζεται το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (25 Ιουλίου 2003). Η αναθεώρηση αυτή είναι αναγκαία, δεδομένου ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο του 2002 επέφερε ορισμένες σημαντικές αλλαγές στη δέσμη ρυθμίσεων του 1998, όπως, για παράδειγμα, διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του πλαισίου, διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την επιβολή υποχρεώσεων εκ των ύστερων, διαφορετικό πεδίο εφαρμογής ειδικών διατάξεων που αφορούν την κοστολόγηση και τον λογιστικό διαχωρισμό καθώς και την εφαρμογή της αρχής της τεχνολογικής ουδετερότητας.

(4)

Οι γενικοί στόχοι της παρούσας σύστασης είναι: να ενισχυθεί η εφαρμογή συνεκτικών αρχών και μεθόδων λογιστικής σε επίπεδο ΕΕ λαμβάνοντας υπόψη την πείρα που έχουν αποκτήσει οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές στο πεδίο της κοστολόγησης και του λογιστικού διαχωρισμού· να βελτιωθεί η διαφάνεια των λογιστικών συστημάτων, των μεθόδων, των επεξεργασμένων δεδομένων, της ελεγκτικής διαδικασίας και της διαδικασίας υποβολής εκθέσεων προς όφελος όλων των εμπλεκόμενων μερών.

(5)

Φορείς εκμετάλλευσης είναι δυνατόν να δραστηριοποιούνται σε αγορές στις οποίες έχουν χαρακτηρισθεί ότι διαθέτουν σημαντική ισχύ, καθώς και σε ανταγωνιστικές αγορές για τις οποίες δεν έχουν λάβει αυτό το χαρακτηρισμό. Για να εκτελεί τα ρυθμιστικά της καθήκοντα, η εθνική ρυθμιστική αρχή ενδεχομένως να χρειάζεται πληροφορίες σχετικά με αγορές όπου οι φορείς εκμετάλλευσης δεν έχουν σημαντική ισχύ. Όταν έχει επιβληθεί υποχρέωση διαχωρισμού λογαριασμών σε κοινοποιημένο φορέα εκμετάλλευσης με σημαντική ισχύ σε μία ή περισσότερες αγορές, η επιβολή της υποχρέωσης λογιστικού διαχωρισμού ενδεχομένως να καλύπτει αγορές όπου ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει σημαντική ισχύ, π.χ. ώστε να εξασφαλιστεί η συνοχή των δεδομένων.

(6)

Οποιαδήποτε επιβεβλημένη μέθοδος κοστολόγησης ή λογιστικού διαχωρισμού που χρησιμοποιείται ιδίως ως βάση για αποφάσεις ελέγχου των τιμών πρέπει να προσδιορίζεται κατά τρόπο ώστε να ενθαρρύνονται αποδοτικές επενδύσεις, να διαπιστώνεται τυχόν συμπεριφορά αντιβαίνουσα στους κανόνες ανταγωνισμού, ιδίως συμπίεση των περιθωρίων κέρδους, και πρέπει να ανταποκρίνεται στους στόχους της εθνικής ρυθμιστικής αρχής όπως ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ.

(7)

Από την εφαρμογή νέων ή αναθεωρημένων μεθόδων κοστολόγησης ενδεχομένως να προκύπτει ότι τα ισχύοντα επίπεδα ρυθμιζόμενων τελών ή/και μηχανισμοί τιμολόγησης είναι κατά το μάλλον ή ήττον ακατάλληλα ή ασυντόνιστα. Σε περίπτωση που εθνική ρυθμιστική αρχή θεωρεί ότι είναι επιβεβλημένα διορθωτικά μέτρα, πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι εμπορικές και οικονομικές συνθήκες για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου και της αβεβαιότητας στις σχετικές αγορές. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τη χρονική κλιμάκωση τυχόν προσαρμογής των τιμών σε εύλογο διάστημα.

(8)

Όταν εφαρμόζουν λογιστικό σύστημα που χρησιμοποιεί προσέγγιση προσδοκώμενης αξίας (όπως το μακροπρόθεσμο οριακό κόστος) βασιζόμενη όχι στο ιστορικό αλλά στο τρέχον κόστος —π.χ. επανεκτίμηση της αξίας στοιχείων ενεργητικού με βάση το κόστος χρήσης σύγχρονης ισοδύναμης υποδομής κατασκευασμένης με την πλέον αποδοτική διαθέσιμη τεχνολογία— οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενδεχομένως να χρειάζεται να προσαρμόσουν τις παραμέτρους της μεθόδου κοστολόγησης ώστε να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι. Πρέπει να προβλέπεται, κατά περίπτωση, η συντονισμένη χρήση προσεγγίσεων από την κορυφή προς τη βάση και από τη βάση στην κορυφή. Τα λογιστικά συστήματα πρέπει να βασίζονται στην αρχή της αιτιώδους συνάφειας του κόστους, για παράδειγμα κοστολόγηση βάσει της δραστηριότητας (ABC).

(9)

Όταν εφαρμόζεται η λογιστική τρέχοντος κόστους (CCA) για τα στοιχεία ενεργητικού του δικτύου, λόγου χάριν για τον τοπικό βρόχο που θεωρείται στοιχείο με περιορισμένη πιθανότητα αναπαραγωγής μεσοπρόθεσμα, η συνεπής εφαρμογή των μεθόδων κοστολόγησης απαιτεί αντίστοιχη προσαρμογή παραμέτρων (όπως το κόστος κεφαλαίου, τα χαρακτηριστικά απόσβεσης, προσαυξήσεις, χρονομεταβλητές συνιστώσες) από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

(10)

Όταν η εφαρμογή συστήματος κοστολόγησης επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 4 της οδηγίας 2002/19/ΕΚ, οι κανόνες που χρησιμοποιούνται για την κατανομή του κόστους πρέπει να αποτυπώνονται επαρκώς λεπτομερώς ώστε να καθίσταται σαφής η σχέση μεταξύ κόστους και τελών για τις συνιστώσες και τις υπηρεσίες των δικτύων. Πρέπει επίσης να κοινοποιείται η βάση επί της οποίας το άμεσα και έμμεσα καταλογίσιμο κόστος έχει κατανεμηθεί στους διάφορους λογαριασμούς.

(11)

Με την παρούσα σύσταση παρέχονται κατευθύνσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της κοστολόγησης και του λογιστικού διαχωρισμού υπό το νέο κανονιστικό πλαίσιο του 2002. Η σύσταση 98/322/ΕΚ παρέχει κατευθύνσεις σχετικά με την εφαρμογή της κοστολόγησης και το λογιστικό διαχωρισμό δυνάμει του ρυθμιστικού πλαισίου του 1998. Η σύσταση του 1998 εξακολουθεί να ισχύει στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη δεν έχουν ολοκληρώσει την επανεξέταση των υποχρεώσεων που ισχύουν όσον αφορά την κοστολόγηση και το λογιστικό διαχωρισμό, σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ.

(12)

Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μηχανισμό αποζημίωσης που συνεπάγεται μεταφορές κεφαλαίων, σύμφωνα με το παράρτημα IV μέρος B της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία, απαιτείται οι εν λόγω μεταφορές κεφαλαίων να διεξάγονται με αντικειμενικό, διαφανή, αμερόληπτο και ανάλογο τρόπο. Για να εκπληρούνται οι σκοποί αυτοί, πρέπει να αναφέρεται δεόντως στα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού οποιαδήποτε αποζημίωση που λαμβάνεται για την παροχή καθολικής υπηρεσίας.

(13)

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση καθολικής υπηρεσίας, η σύσταση δεν θίγει την εφαρμογή της οδηγίας 80/723/EOK της Επιτροπής, της 25ης Ιουνίου 1980, περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (5).

(14)

Οι αρχές της παρούσας σύστασης εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της υποχρέωσης των κρατών μελών και των επιχειρήσεων να συμμορφώνονται πλήρως με τους κανόνες της Κοινότητας περί ανταγωνισμού.

(15)

Η σύσταση 2002/590/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2002, για την ανεξαρτησία του ορκωτού ελεγκτή στην ΕΕ: θεμελιώδεις αρχές (6), συνιστά το κατάλληλο πλαίσιο που παρέχει τη δυνατότητα να επαληθευθεί, κατά περίπτωση, η ανεξαρτησία του ορκωτού ελεγκτή.

(16)

Στη γνώμη που διατύπωσε η ομάδα ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών (ΕΡΑ) (7) σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης της Επιτροπής για τον λογιστικό διαχωρισμό και την κοστολόγηση, του 1998, περιλαμβάνεται λεπτομερές παράρτημα σχετικά με ζητήματα κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού,

ΣΥΝΙΣΤΑ:

1)

Η παρούσα σύσταση αφορά την εφαρμογή των συστημάτων λογιστικού διαχωρισμού και κοστολόγησης από φορείς εκμετάλλευσης οι οποίοι έχουν χαρακτηριστεί από την οικεία εθνική ρυθμιστική αρχή ως έχοντες σημαντική ισχύ στις σχετικές αγορές, ύστερα από ανάλυση της αγοράς που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ. Φορείς εκμετάλλευσης που υπέχουν τέτοιες υποχρεώσεις αναφέρονται εφεξής ως «κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης».

Ο σκοπός της επιβολής υποχρέωσης εφαρμογής συστήματος κοστολόγησης είναι να εξασφαλισθεί ότι οι κοινοποιημένοι φορείς εκμετάλλευσης εφαρμόζουν δίκαια, αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια για την κατανομή του κόστους τους σε παρεχόμενες υπηρεσίες, στις περιπτώσεις που υπόκεινται σε υποχρεώσεις ελέγχου τιμών ή κοστοστρεφών τιμών.

Σκοπός της επιβολής υποχρέωσης λογιστικού διαχωρισμού είναι να παρέχονται πληροφορίες λεπτομερέστερες από ό,τι στις εκ του νόμου προβλεπόμενες οικονομικές εκθέσεις του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης, προκειμένου να αντανακλώνται όσο το δυνατόν πιστότερα οι επιδόσεις των τμημάτων δραστηριότητας κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης, σαν να είχαν λειτουργήσει ως χωριστές επιχειρήσεις, και στην περίπτωση καθετοποιημένων επιχειρήσεων, να αποσοβείται η μεροληπτική μεταχείριση των δικών τους δραστηριοτήτων και να αποφεύγεται η άδικη σταυροειδής επιδότηση.

2)

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να απαιτούν από τους οικείους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης να αναλύουν το κόστος εκμετάλλευσης, το απασχολούμενο κεφάλαιο και τα έσοδά τους όσον απαιτείται για να ανταποκρίνονται στις αρχές της αναλογικότητας, της διαφάνειας και τους ρυθμιστικούς στόχους της εθνικής ή της κοινοτικής νομοθεσίας.

Συνιστάται κατανομή του κόστους, του απασχολούμενου κεφαλαίου και των εσόδων σύμφωνα με την αρχή της αιτιώδους συνάφειας του κόστους [π.χ. κοστολόγηση βάσει της δραστηριότητας («ABC»)].

Τα συστήματα κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης πρέπει να ικανά να παρέχουν τις ρυθμιστικώς προβλεπόμενες οικονομικές πληροφορίες για να αποδεικνύεται η πλήρης συμμόρφωση προς τις ρυθμισμένες υποχρεώσεις. Συνιστάται να μετράται αυτή η ικανότητα παροχής πληροφοριών με βάση ποιοτικά κριτήρια καταλληλότητας, αξιοπιστίας, συγκρισιμότητας και ουσιαστικότητας των πληροφοριών.

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να διασφαλίζουν την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των συστημάτων κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού, τα οποία είναι δυνατόν να υπόκεινται σε δημόσια διαβούλευση.

3)

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, όταν αξιολογούν τα χαρακτηριστικά και τις προδιαγραφές του συστήματος κοστολόγησης, να εξετάζουν την ικανότητα του συστήματος κοστολόγησης του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης να αναλύει και να παρουσιάζει δεδομένα κόστους κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στους ρυθμιστικούς στόχους. Συγκεκριμένα, το σύστημα κοστολόγησης του κοινοποιημένου φορέα εκμετάλλευσης πρέπει να καθιστά δυνατή τη διάκριση μεταξύ άμεσου (8) και έμμεσου κόστους (9).

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, αφού εγκρίνουν απόφαση σχετικά με σύστημα κοστολόγησης βασιζόμενο στο τρέχον κόστος, να καθορίσουν προθεσμίες και έτος αναφοράς για την εφαρμογή των νέων, βασιζόμενων στο τρέχον κόστος συστημάτων κοστολόγησης από τους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης.

H αξιολόγηση των στοιχείων ενεργητικού του δικτύου με βάση την προσδοκώμενη ή την τρέχουσα αξία αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης, δηλαδή η αξιολόγηση του κόστους που αντιμετωπίζει ισοδύναμος φορέας εκμετάλλευσης εάν επικρατούσε έντονος ανταγωνισμός στην αγορά, αποτελεί καίριο στοιχείο της μεθόδου «λογιστικής τρέχοντος κόστους» (CCA). Προς τούτο απαιτείται τα περιλαμβανόμενα στο λειτουργικό κόστος τέλη απόσβεσης να υπολογίζονται με βάση τις τρέχουσες αποτιμήσεις ισοδύναμων στοιχείων ενεργητικού. Κατά συνέπεια, οι εκθέσεις σχετικά με το απασχολούμενο κεφάλαιο πρέπει επίσης να βασίζονται στο τρέχον κόστος. Ενδεχομένως να απαιτηθούν άλλες προσαρμογές του κόστους, ώστε να κόστος να αντανακλά την τρέχουσα τιμή αγοράς του στοιχείου ενεργητικού και στο σχετικό λειτουργικό κόστος. Η εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού με βάση την προσδοκώμενη ή την τρέχουσα αξία είναι δυνατόν να συμπληρωθεί, κατά περίπτωση, με τη χρήση μεθόδων κοστολόγησης, όπως το μακροπρόθεσμο οριακό κόστος (LRIC).

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να λαμβάνουν δεόντως υπόψη θέματα τιμών και ανταγωνισμού που ενδέχεται να προκύψουν κατά την εφαρμογή της λογιστικής τρέχοντος κόστους (CCA), όπως στην περίπτωση της αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου.

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να λαμβάνουν δεόντως υπόψη την περαιτέρω προσαρμογή των χρηματοοικονομικών πληροφοριών όσον αφορά συντελεστές απόδοσης, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται δεδομένα κόστους για να τεκμηριωθούν αποφάσεις τιμολόγησης, επειδή η χρήση συστημάτων κοστολόγησης (ακόμη και όταν εφαρμόζεται η μέθοδος της λογιστικής τρέχοντος κόστους) ενδέχεται να μην αντανακλά ικανοποιητικά το πραγματικό ή συναφές κόστος (10). Οι συντελεστές απόδοσης είναι δυνατόν να συνίστανται σε συγκριτικές εκτιμήσεις τοπολογιών και αρχιτεκτονικής δικτύου, τεχνικών απόσβεσης, τεχνολογίας που χρησιμοποιείται ή προγραμματίζεται να χρησιμοποιηθεί στο δίκτυο.

4)

Συνιστάται στους κοινοποιημένους φορείς εκμετάλλευσης που υπόκεινται σε υποχρέωση λογιστικού διαχωρισμού να καταρτίζουν κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως και κατάσταση απασχολούμενου κεφαλαίου για κάθε οντότητα που βάσει των ρυθμίσεων οφείλουν να υποβάλουν έκθεση (με βάση τις σχετικές αγορές και υπηρεσίες). Τέλη μεταφοράς ή αγοροπωλησίες μεταξύ αγορών και υπηρεσιών πρέπει να επισημαίνονται σαφώς και με επαρκή λεπτομέρεια ώστε να δικαιολογείται η συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις μη διακριτικής μεταχείρισης. Αυτές οι υποχρεώσεις κατάρτισης χωριστών λογαριασμών ενδέχεται να απαιτούν την κατάρτιση και την αποκάλυψη πληροφοριών για αγορές στις οποίες ο φορέας εκμετάλλευσης δεν έχει σημαντική ισχύ.

Για λόγους συνέπειας και ακεραιότητας των στοιχείων, συνιστάται οι οικονομικές εκθέσεις προβλεπόμενων από ρυθμίσεις χωριστών λογαριασμών να ενοποιούνται σε ενιαία κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως και σε ισολογισμό της συνολικής επιχείρησης. Απαιτείται επίσης συμφωνία των προβλεπόμενων από ρυθμίσεις χωριστών λογαριασμών με τους προβλεπόμενους από το νόμο λογαριασμούς του φορέα εκμετάλλευσης. Οι καταστάσεις αυτές πρέπει να υπόκεινται σε ανεξάρτητο λογιστικό έλεγχο ή σε λογιστικό έλεγχο συμμόρφωσης από την εθνική ρυθμιστική αρχή (εφόσον διαθέτει το κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό).

5)

Συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερόμενων μερών τις σχετικές λογιστικές πληροφορίες εκ μέρους των κοινοποιημένων φορέων εκμετάλλευσης, με επαρκείς λεπτομέρειες. Οι πληροφορίες πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερείς προκειμένου να διασφαλίζουν ότι δεν έγινε αθέμιτη διάκριση μεταξύ παροχής υπηρεσιών εσωτερικά και υπηρεσιών που παρέχονται εξωτερικά και προκειμένου να καταστήσουν δυνατό τον καθορισμό του μέσου κόστους των υπηρεσιών διασύνδεσης και της μεθόδου υπολογισμού του κόστους. Όταν παρέχουν τις πληροφορίες για τους σκοπούς αυτούς οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το εμπορικό απόρρητο.

Εν προκειμένω, η δημοσίευση από τον κοινοποιημένο φορέα εκμετάλλευσης επαρκώς λεπτομερών καταστάσεων κόστους όπου εμφαίνεται, για παράδειγμα, το μέσο κόστος των συνιστωσών του δικτύου θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα αναβαθμίσει την εμπιστοσύνη εκ μέρους των ανταγωνιστών ότι δεν υφίστανται σταυροειδείς επιδοτήσεις που αλλοιώνουν τον ανταγωνισμό. Τούτο θεωρείται ότι έχει ιδιαίτερη σημασία για υπηρεσίες χονδρικής. Κατευθυντήριες γραμμές εφαρμογής σχετικά με τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων και δημοσίευσης των πληροφοριών ορίζονται στο παράρτημα.

6)

Ορισμένες επιχειρήσεις ενδέχεται να χαρακτηριστούν πάροχοι καθολικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία και ενδέχεται να υπόκεινται σε ρυθμιστικούς ελέγχους των τιμολογίων λιανικής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας για την καθολική υπηρεσία. Για εκείνα τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν συστήματα χρηματοδότησης των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, συνιστάται να επισημαίνεται στα συστήματα λογιστικού διαχωρισμού οποιαδήποτε εισφορά που λαμβάνει(-ουν) χαρακτηρισμένος(-οι) πάροχος(-οι) καθολικής υπηρεσίας στο πλαίσιο του μηχανισμού αποζημίωσης.

7)

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές κοστολόγησης αφορούν την υποβολή εκθέσεων στο πλαίσιο ρυθμίσεων, χωρίς πρόθεση αντικατάστασης οιωνδήποτε υπαγορευόμενων από το νόμο οικονομικών εκθέσεων που ενδέχεται να απαιτούνται στο κράτος μέλος.

8)

Η παρούσα σύσταση θα επανεξετασθεί από την Επιτροπή το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη εφαρμογής της.

9)

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 2005.

Για την Επιτροπή

Viviane REDING

Μέλος της Επιτροπής


(1)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 33.

(2)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 7.

(3)  ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 51.

(4)  ΕΕ L 141 της 13.5.1998, σ. 6.

(5)  ΕΕ L 195 της 29.7.1980, σ. 35· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 2000/52/ΕΚ (ΕΕ L 193 της 29.7.2000, σ. 75).

(6)  ΕΕ L 191 της 19.7.2002, σ. 22.

(7)  Η ομάδα ΕΡΑ συστάθηκε με την απόφαση 2002/627/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 200 της 30.7.2002, σ. 38)· όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2004/641/ΕΚ (ΕΕ L 293 της 16.9.2004, σ. 30).

(8)  Άμεσο είναι το κόστος που εξ ολοκλήρου και αναμφίβολα μπορεί να καταλογιστεί σε συγκεκριμένη δραστηριότητα.

(9)  Έμμεσο είναι το κόστος που πρέπει να κατανεμηθεί χρησιμοποιώντας εύλογη και αντικειμενική μέθοδο καταλογισμού.

(10)  Ορισμένα στοιχεία ενεργητικού πιθανώς να υπερβαίνουν τις απαιτήσεις ή η αρχιτεκτονική του δικτύου ενδεχομένως να υπολείπεται της θεωρητικώς βέλτιστης. Η εφαρμογή οικονομικού/τεχνολογικού μοντέλου από την κορυφή προς τη βάση βοηθά την παροχή πληροφοριών σχετικά με μη αποδοτικά και περιττά κόστη, τα οποία θα πρέπει να εξαλειφθούν.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

Στο παρόν παράρτημα περιγράφονται το πλαίσιο περιοδικών εκθέσεων, ζητήματα δημοσίευσης και δήλωσης συμμόρφωσης.

Σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές που συνιστώνται στο σημείο 2 της σύστασης, τα συστήματα κοστολόγησης και λογιστικού διαχωρισμού πρέπει να παρέχουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες επαρκώς λεπτομερείς οι οποίες αποδεικνύουν τη συμμόρφωση προς τις αρχές της αμεροληψίας και διαφάνειας, να καθορίζουν και να καταλογίζουν καταλλήλως τα έσοδα, το κόστος, το απασχολούμενο κεφάλαιο και τον όγκο στις διάφορες δραστηριότητες του φορέα εκμετάλλευσης. Αυτές οι λογιστικές πληροφορίες πρέπει να παρέχονται εγκαίρως στην εθνική ρυθμιστική αρχή.

Η καλή παρουσίαση των λογαριασμών που προβλέπονται από τις ρυθμίσεις εξασφαλίζει ότι τα ουσιαστικά μηνύματα που περιέχουν οι οικονομικές εκθέσεις κοινοποιούνται σαφώς και αποτελεσματικά και κατά τον απλούστερο και ευθύτερο δυνατό τρόπο. Η παρουσίαση αυτή των πληροφοριών στις οικονομικές εκθέσεις συνεπάγεται ορισμένο βαθμό γενίκευσης και συγκέντρωσης. Εάν αυτή η διαδικασία διενεργηθεί κατά το δέοντα τρόπο, θα προκύψουν περισσότερες γνώσεις επειδή η παρουσίαση θα ικανοποιεί διάφορους στόχους που προβλέπονται στις ρυθμίσεις, όπως η τεκμηρίωση ότι τα τέλη είναι κοστοστρεφή και ότι δεν υφίσταται αθέμιτη διακριτική μεταχείριση.

Οι λογιστικές εκθέσεις συμπεριλαμβάνουν προσαρτήματα, επεξηγηματικές σημειώσεις και πίνακες συμπληρωματικών στοιχείων που απλουστεύσουν και ερμηνεύουν τις οικονομικές εκθέσεις. Οι οικονομικές εκθέσεις και τα προσαρτήματα συνιστούν ενιαίο σύνολο.

Οι λογιστικές πληροφορίες που προβλέπονται στις ρυθμίσεις είναι χρήσιμες για τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές και άλλα μέρη που ενδεχομένως να θίγονται από ρυθμιστικές αποφάσεις βασιζόμενες σε αυτές τις πληροφορίες, όπως για παράδειγμα ανταγωνιστές, επενδυτές και καταναλωτές. Εν προκειμένω, η δημοσίευση των πληροφοριών είναι δυνατόν να συμβάλει σε ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά και να βελτιώσει επίσης την αξιοπιστία του ρυθμιστικού λογιστικού συστήματος.

Ωστόσο, η πλήρης αποκάλυψη των πληροφοριών είναι δυνατόν να περιορίζεται από εθνικές και κοινοτικές κανονιστικές διατάξεις που αφορούν το εμπορικό απόρρητο. Κατά συνέπεια, συνιστάται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, ύστερα από γνωμοδότηση των φορέων εκμετάλλευσης, να ορίσουν ποιες πληροφορίες είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως απόρρητες και δεν πρέπει να κοινοποιηθούν.

1.   Κατάρτιση και δημοσίευση πληροφοριών

Οι ακόλουθες χρηματοοικονομικές πληροφορίες πρέπει να καταρτίζονται και να δημοσιεύονται (με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων περί απορρήτου και της εθνικής νομοθεσίας) ανά αγορά/υπηρεσία:

κατάσταση λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως,

κατάσταση απασχολούμενου κεφαλαίου (λεπτομερής μέθοδος υπολογισμού και τιμές των χρησιμοποιούμενων παραμέτρων),

ενοποίηση λογαριασμών και συμφωνία με προβλεπόμενους από το νόμο λογαριασμούς ή άλλες πηγές πληροφοριών κοστολόγησης,

περιγραφή της μεθόδου κοστολόγησης, με αναφορά της βάσης και των προτύπων κόστους, των μεθόδων κατανομής και αποτίμησης, της αναγνώρισης και του χειρισμού του έμμεσου κόστους,

παρατηρήσεις σχετικές με τη μη διακριτική μεταχείριση (λεπτομερή τέλη μεταφοράς κεφαλαίου),

έκθεση λογιστικού ελέγχου (εάν απαιτείται από την εθνική ρυθμιστική αρχή),

περιγραφή των πολιτικών λογιστικής και των ρυθμιστικώς προβλεπόμενων αρχών λογιστικής,

δήλωση συμμόρφωσης προς τις κοινοτικές και εθνικές κανονιστικές διατάξεις,

λοιποί πίνακες συμπληρωματικών στοιχείων, που ενδεχομένως απαιτούνται.

Η μορφή της έκθεσης, που επιτρέπεται να ακολουθεί το από το νόμο προβλεπόμενο πρότυπο λογιστικού σχεδίου, πρέπει να ορίζεται εκ των προτέρων από την εθνική ρυθμιστική αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με τους φορείς εκμετάλλευσης. Η δήλωση συμμόρφωσης προς την κοινοτική και εθνική νομοθεσία, η έκθεση λογιστικού ελέγχου και η περιγραφή των λογιστικών αρχών, πολιτικών, μεθόδων και διαδικασιών που χρησιμοποιήθηκαν, ιδιαιτέρως των μεθόδων κατανομής κόστους, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν απόρρητα. Με την επιφύλαξη της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας περί εμπορικού απορρήτου, τα αποτελέσματα των λογιστικών ελέγχων πρέπει να δημοσιεύονται.

2.   Δήλωση συμμόρφωσης

Στην ετήσια δήλωση συμμόρφωσης πρέπει να περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

τα συμπεράσματα του ορκωτού λογιστή,

όλες οι ανωμαλίες που διαπιστώθηκαν,

συστάσεις εκ μέρους του ορκωτού λογιστή (με περιγραφή των αντίστοιχων συνεπειών),

πλήρης περιγραφή της μεθόδου επαλήθευσης που διευθετήθηκε,

ορισμένα συγκεντρωτικά χρηματοοικονομικά και λογιστικά δεδομένα (όπως για παράδειγμα προσαρμογές εκτίμησης τρέχοντος κόστους, βασικές παραδοχές των μεθόδων καταλογισμού, επίπεδο κατανεμόμενου κόστους και βαθμός διακριτότητας του μοντέλου).

Η δημοσίευση της δήλωσης συμμόρφωσης και των αποτελεσμάτων του λογιστικού ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται σε μορφή εύκολα προσβάσιμη από τα ενδιαφερόμενα μέρη, σε χαρτί ή ηλεκτρονική μορφή, ή να δημοσιεύεται στον ιστότοπο του φορέα εκμετάλλευσης ή της εθνικής ρυθμιστικής αρχής.

3.   Περίοδος αναφοράς τής έκθεσης

Η δημοσίευση των ρυθμιστικώς προβλεπόμενων λογαριασμών πρέπει να είναι ετήσια και το συντομότερο δυνατόν μετά το τέλος της (σχετικής) διαχειριστικής χρήσης. Η έκθεση πρέπει να δημοσιεύεται το αργότερο δύο μήνες μετά την περάτωση του ρυθμιστικώς προβλεπόμενου λογιστικού ελέγχου και όχι ύστερα από ό,τι είναι η συνήθης πρακτική σύμφωνα με τις ρυθμιστικώς προβλεπόμενες υποχρεώσεις.


Top