Accept Refuse

EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32003F0577

Απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

OJ L 196, 2.8.2003, p. 45–55 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Estonian: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Latvian: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Lithuanian: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Hungarian Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Maltese: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Polish: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Slovak: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Slovene: Chapter 19 Volume 006 P. 185 - 195
Special edition in Bulgarian: Chapter 19 Volume 006 P. 125 - 135
Special edition in Romanian: Chapter 19 Volume 006 P. 125 - 135
Special edition in Croatian: Chapter 19 Volume 008 P. 59 - 69

In force: This act has been changed. Latest consolidated version: 02/08/2003

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_framw/2003/577/oj

32003F0577

Απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 196 της 02/08/2003 σ. 0045 - 0055


Απόφαση-πλαίσιο 2003/577/ΔΕΥ του Συμβουλίου

της 22ας Ιουλίου 2003

σχετικά με την εκτέλεση των αποφάσεων δέσμευσης περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και ιδίως το άρθρο 31 στοιχείο α) και το άρθρο 34 παράγραφος 2 στοιχείο β),

την πρωτοβουλία της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου(1),

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου(2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο συνήλθε στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, ενέκρινε την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία θα πρέπει να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της δικαστικής συνεργασίας τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις στα πλαίσια της Ένωσης.

(2) Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης θα πρέπει να ισχύει και για τις προδικαστικές αποφάσεις, ιδίως εκείνες με τις οποίες οι αρμόδιες δικαστικές αρχές μπορούν να εξασφαλίζουν ταχέως αποδεικτικά στοιχεία και να προβαίνουν στη δήμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία μεταφέρονται ευχερώς.

(3) Στις 29 Νοεμβρίου 2000, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Τάμπερε, το Συμβούλιο ενέκρινε πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στον ποινικό τομέα, δίνοντας προτεραιότητα πρώτου βαθμού (μέτρα 6 και 7) στη θέσπιση πράξης για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στη δέσμευση των αποδεικτικών και των περιουσιακών στοιχείων.

(4) Η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και της άμεσης εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων προϋποθέτει την εμπιστοσύνη ότι οι προς αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεις θα λαμβάνονται πάντα σύμφωνα με τις αρχές της νομιμότητας, της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

(5) Τα δικαιώματα των μερών ή των ενδιαφερομένων καλόπιστων τρίτων θα πρέπει να διαφυλάσσονται.

(6) Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται από το άρθρο 6 της συνθήκης και εκφράζονται στον χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως στο κεφάλαιο VI. Καμία από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να απαγορεύει την άρνηση δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων για τα οποία έχει εκδοθεί απόφαση δέσμευσης εφόσον, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, πιστεύεται ότι η απόφαση δέσμευσης εκδίδεται προς τον σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων ή του γενετήσιου προσανατολισμού του ή ότι η θέση του προσώπου αυτού μπορεί να επιδεινωθεί για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους λόγους.

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους συνταγματικούς τους κανόνες σε σχέση με την ευθυδικία, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, την ελευθερία του τύπου και την ελευθερία της έκφρασης σε άλλα μέσα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ-ΠΛΑΙΣΙΟ:

ΤΙΤΛΟΣ Ι ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Στόχος

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο στοχεύει στη θέσπιση των κανόνων, σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν και εκτελούν στο έδαφός τους απόφαση δέσμευσης που εκδίδεται από δικαστική αρχή άλλου κράτους μέλους στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας. H απόφαση δεν μεταβάλλει την υποχρέωση σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των θεμελιωδών νομικών αρχών, όπως αυτές καθιερώνονται στο άρθρο 6 της συνθήκης.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης-πλαίσιο:

α) ως "κράτος έκδοσης" νοείται το κράτος μέλος στο οποίο μια δικαστική αρχή, όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο του κράτους έκδοσης, έχει εκδώσει, επικυρώσει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβεβαιώσει απόφαση δέσμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας·

β) ως "κράτος εκτέλεσης" νοείται το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται το περιουσιακό ή αποδεικτικό στοιχείο·

γ) ως "απόφαση δέσμευσης" νοείται κάθε μέτρο που λαμβάνει αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, προκειμένου να εμποδίσει προσωρινά κάθε πράξη καταστροφής, μετατροπής, μετατόπισης, μεταφοράς ή διάθεσης περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να δημευθούν ή να αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο·

δ) στα "περιουσιακά στοιχεία" περιλαμβάνεται κάθε είδους περιουσιακό στοιχείο, ασχέτως αν είναι υλικό ή άϋλο, κινητό ή ακίνητο, καθώς και νόμιμοι τίτλοι ή έγγραφα που αποδεικνύουν τίτλο ή συμφέρον επ' αυτού, το οποίο, σύμφωνα με την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης:

- αποτελεί το προϊόν αδικήματος αναφερόμενου στο άρθρο 3 ή ισοδυναμεί, εν όλω ή εν μέρει, με την αξία του προϊόντος αυτού, ή

- αποτελεί το μέσο ή το αντικείμενο του αδικήματος αυτού·

ε) ως "αποδεικτικά στοιχεία" νοούνται αντικείμενα, έγγραφα ή δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν να προσκομισθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ποινική διαδικασία σε σχέση με αδίκημα αναφερόμενο στο άρθρο 3.

Άρθρο 3

Αδικήματα

1. Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται σε αποφάσεις δέσμευσης οι οποίες έχουν εκδοθεί προς το σκοπό:

α) της εξασφάλισης αποδεικτικών στοιχείων, ή

β) της εν συνεχεία δήμευσης περιουσιακών στοιχείων.

2. Τα ακόλουθα αδικήματα, όπως ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης και, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης με ποινή στερητική της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστο τριών ετών, δεν υπάγονται σε έλεγχο του διττού αξιοποίνου της πράξης:

- συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση,

- τρομοκρατία,

- εμπορία ανθρώπων,

- σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και παιδική πορνογραφία,

- παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών,

- παράνομη διακίνηση όπλων, πυρομαχικών και εκρηκτικών,

- δωροδοκία,

- καταδολίευση, περιλαμβανομένης και της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,

- νομιμοποίηση προϊόντων εγκλήματος,

- παραχάραξη και κιβδηλεία νομίσματος, συμπεριλαμβανομένου του ευρώ,

- εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο,

- εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένου του λαθρεμπορίου απειλουμένων ζωικών ειδών και του λαθρεμπορίου απειλουμένων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών,

- παροχή βοήθειας για την παράνομη είσοδο και διαμονή,

- ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, βαρεία σωματική βλάβη,

- παράνομο εμπόριο ανθρωπίνων οργάνων και ιστών,

- απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία,

- ρατσισμός και ξενοφοβία,

- οργανωμένες ή ένοπλες ληστείες,

- παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των αρχαιοτήτων και των έργων τέχνης,

- υπεξαιρέσεις και απάτες,

- αθέμιτη προστασία έναντι παράνομου περιουσιακού οφέλους και εκβίαση,

- παράνομη απομίμηση και πειρατεία προϊόντων,

- πλαστογραφία δημοσίων εγγράφων και εμπορία πλαστών,

- παραχάραξη μέσων πληρωμής,

- λαθρεμπόριο ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων,

- λαθρεμπόριο πυρηνικών και ραδιενεργών ουσιών,

- εμπορία κλεμμένων οχημάτων,

- βιασμός,

- εμπρησμός με πρόθεση,

- εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου,

- αεροπειρατεία και πειρατεία,

- δολιοφθορά.

3. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή, ομοφώνως και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπό τους όρους του άρθρου 39 παράγραφος 1 της συνθήκης, να προσθέσει άλλες κατηγορίες αδικημάτων στον κατάλογο της παραγράφου 2. Το Συμβούλιο, με βάση την έκθεση που υποβάλλει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 14 της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, εξετάζει εάν θα πρέπει να διευρυνθεί ή να τροποποιηθεί ο κατάλογος αυτός.

4. Για τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 2, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτά την αναγνώριση και την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης, η οποία επιβλήθηκε για σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση συνιστούν αδίκημα δυνάμει του δικαίου του κράτους αυτού, όποια και αν είναι η αντικειμενική τους υπόσταση ή όπως και αν περιγράφονται βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης.

Για τις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από την παράγραφο 2, το κράτος εκτέλεσης μπορεί να εξαρτά την αναγνώριση και την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης, η οποία επιβλήθηκε για σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), από την προϋπόθεση ότι οι πράξεις για τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση συνιστούν αδίκημα για το οποίο, βάσει του δικαίου του εν λόγω κράτους, χωρεί τέτοια δέσμευση, όποια και αν είναι η αντικειμενική τους υπόσταση ή όπως και αν περιγράφονται βάσει του δικαίου του κράτους έκδοσης.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ

Άρθρο 4

Διαβίβαση των αποφάσεων δέσμευσης

1. Κάθε απόφαση δέσμευσης κατά την έννοια της παρούσας απόφασης-πλαίσιο, συνοδευόμενη από το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 9, διαβιβάζεται από τη δικαστική αρχή έκδοσης απευθείας στην αρμόδια για την εκτέλεσή της δικαστική αρχή, με κάθε μέσον που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως, υπό προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο κράτος εκτέλεσης τη διαπίστωση της γνησιότητας.

2. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία, αντιστοίχως, δύνανται, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, να δηλώσουν ότι η απόφαση δέσμευσης μαζί με το πιστοποιητικό πρέπει να αποστέλλονται μέσω μιας κεντρικής αρχής ή αρχών που προσδιορίζονται στη δήλωση. Η δήλωση αυτή δύναται να τροποποιείται από άλλη δήλωση ή να ανακαλείται ανά πάσα στιγμή. Η δήλωση ή η ανάκληση κατατίθεται στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και κοινοποιείται στην Επιτροπή. Τα εν λόγω κράτη μέλη μπορούν οποτεδήποτε, με νέα δήλωση, να περιορίζουν το πεδίο της δήλωσης αυτής ώστε να επιτείνουν το αποτέλεσμα της παραγράφου 1. Αυτό πράττουν όταν οι διατάξεις περί αμοιβαίας συνδρομής της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν αρχίζουν να ισχύουν έναντι αυτών.

3. Εάν η αρμόδια για την εκτέλεση δικαστική αρχή είναι άγνωστη, η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης προβαίνει σε κάθε αναγκαία έρευνα, συμπεριλαμβανομένων των σημείων επαφής του Ευρωπαϊκού Δικαστικού Δικτύου(3), προκειμένου να λάβει πληροφορίες εκ μέρους του κράτους εκτέλεσης.

4. Εάν η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης, στην οποία υποβάλλεται απόφαση δέσμευσης, δεν έχει δικαιοδοσία να την αναγνωρίσει και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της, διαβιβάζει αυτεπαγγέλτως την απόφαση δέσμευσης στην αρμόδια για την εκτέλεση δικαστική αρχή και ενημερώνει σχετικά τη δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, η οποία την εξέδωσε.

Άρθρο 5

Αναγνώριση και άμεση εκτέλεση

1. Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης αναγνωρίζουν χωρίς άλλη διατύπωση κάθε απόφαση δέσμευσης, η οποία διαβιβάζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, και λαμβάνουν πάραυτα τα αναγκαία μέτρα για την άμεση εκτέλεσή της με τον ίδιο τρόπο όπως και για την απόφαση δέσμευσης που εκδίδεται από την αρχή του κράτους εκτέλεσης, εκτός αν η εν λόγω αρχή έχει αποφασίσει να επικαλεσθεί έναν από τους λόγους μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης που προβλέπονται στο άρθρο 7 ή έναν από τους λόγους αναβολής που προβλέπονται στο άρθρο 8.

Όταν είναι ανάγκη να εξασφαλισθεί η εγκυρότητα των συλλεγόμενων αποδεικτικών στοιχείων και εφόσον οι διατυπώσεις και οι διαδικασίες αυτές δεν αντιβαίνουν στις θεμελιώδεις αρχές δικαίου του κράτους εκτέλεσης, η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης τηρεί επίσης τις διατυπώσεις και διαδικασίες που έχουν υποδειχθεί ρητώς από την αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης κατά την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης.

Η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης γνωστοποιείται στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης πάραυτα με κάθε μέσον που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.

2. Kάθε επιπρόσθετο κατασταλτικό μέτρο, το οποίο καθιστά αναγκαίο η απόφαση δέσμευσης, λαμβάνεται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους δικονομικούς κανόνες του κράτους εκτέλεσης.

3. Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης αποφασίζουν και ανακοινώνουν την απόφαση σχετικά με την απόφαση δέσμευσης το συντομότερο δυνατό και, ει δυνατόν, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της απόφασης δέσμευσης.

Άρθρο 6

Διάρκεια της δέσμευσης

1. Το περιουσιακό στοιχείο παραμένει υπό δέσμευση στο κράτος εκτέλεσης έως ότου το κράτος εκτέλεσης δώσει οριστική απάντηση στην αίτηση που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β).

2. Ωστόσο, μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, το κράτος εκτέλεσης δύναται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, να θέτει τους προσήκοντες όρους ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να περιορίζει τη διάρκεια της δέσμευσης του περιουσιακού στοιχείου. Εάν, σύμφωνα με τους όρους αυτούς, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προβεί στην άρση του μέτρου, ενημερώνει το κράτος έκδοσης και του δίνει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

3. Οι δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης κοινοποιούν πάραυτα στις δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης την άρση της απόφασης δέσμευσης. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος εκτέλεσης είναι υπεύθυνο για την όσο το δυνατόν ταχύτερη άρση του μέτρου.

Άρθρο 7

Λόγοι μη αναγνώρισης ή μη εκτέλεσης

1. Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους εκτέλεσης μπορούν να αρνούνται την αναγνώριση ή την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης μόνον εάν:

α) το προβλεπόμενο στο άρθρο 9 πιστοποιητικό δεν προσκομισθεί ή είναι ελλιπές ή προδήλως δεν αντιστοιχεί στην απόφαση δέσμευσης·

β) βάσει του δικαίου του κράτους εκτέλεσης, υφίσταται ασυλία ή προνόμιο που καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης·

γ) από τις πληροφορίες που παρέχονται στο πιστοποιητικό, καθίσταται αμέσως σαφές ότι η παροχή αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής βάσει του άρθρου 10 για το αδίκημα, σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δέσμευσης, θα παραβίαζε την αρχή ne bis in idem·

δ) σε μια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 3 παράγραφος 4 περιπτώσεις, η πράξη επί της οποίας βασίζεται η απόφαση δέσμευσης δεν συνιστά αδίκημα κατά το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης· ωστόσο, σε ό,τι αφορά φορολογικά και τελωνειακά αδικήματα και αδικήματα περί τους δασμούς και περί το συνάλλαγμα, η εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης δεν μπορεί να απορρίπτεται λόγω του ότι το δίκαιο του κράτους εκτέλεσης δεν επιβάλλει τον ίδιο τύπο δασμών ή φόρων ή δεν περιέχει τον ίδιο τύπο ρυθμίσεων περί δασμών ή φόρων, τελωνείων και συναλλάγματος με αυτόν που προβλέπεται στο δίκαιο του κράτους έκδοσης.

2. Στην περίπτωση της παραγράφου 1 στοιχείο α), η αρμόδια δικαστική αρχή δύναται:

α) να τάσσει προθεσμία για την προσκόμιση, τη συμπλήρωση ή τη διόρθωση, ή

β) να δέχεται ισοδύναμο έγγραφο, ή

γ) εάν κρίνει ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία είναι επαρκή, να απαλλάσσει τη δικαστική αρχή έκδοσης από τη σχετική υποχρέωση.

3. Κάθε απόφαση άρνησης της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης πρέπει να λαμβάνεται και να κοινοποιείται πάραυτα στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης με κάθε μέσον που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.

4. Εφόσον η απόφαση δέσμευσης είναι πρακτικά αδύνατον να εκτελεσθεί διότι τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία έχουν εξαφανισθεί, έχουν καταστραφεί, δεν ανευρίσκονται στον τόπο που αναφέρεται στο πιστοποιητικό ή ο τόπος των περιουσιακών ή των αποδεικτικών στοιχείων δεν προσδιορίζεται επακριβώς, ακόμη και μετά από διαβούλευση με το κράτος έκδοσης, απευθύνεται πάραυτα κοινοποίηση στις αρμόδιες δικαστικές αρχές του κράτους έκδοσης.

Άρθρο 8

Λόγοι αναβολής της εκτέλεσης

1. Η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης μπορεί να αναβάλει την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης που διαβιβάσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 4:

α) όταν η εκτέλεσή της μπορεί να παραβλάψει μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα, για όσο χρονικό διάστημα φαίνεται εύλογο·

β) όταν τα περιουσιακά ή τα αποδεικτικά στοιχεία υπόκεινται ήδη σε απόφαση δέσμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, και μέχρις ότου αρθεί η σχετική απόφαση δέσμευσης·

γ) όταν, στην περίπτωση απόφασης περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας ενόψει μεταγενέστερης δήμευσης αυτών, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία αποτελούν ήδη αντικείμενο απόφασης που έχει ληφθεί στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών στο κράτος εκτέλεσης και έως ότου αρθεί η απόφαση αυτή. Ωστόσο, το παρόν σημείο εφαρμόζεται μόνον όταν η σχετική απόφαση έχει προτεραιότητα επί των μεταγενέστερων εθνικών αποφάσεων δέσμευσης στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας κατά το εθνικό δίκαιο.

2. Έκθεση σχετικά με την αναβολή εκτέλεσης της απόφασης δέσμευσης, η οποία αναφέρει τους λόγους αυτής της αναβολής και, ει δυνατόν, την προβλεπόμενη διάρκειά της, γνωστοποιείται πάραυτα στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.

3. Μόλις παύσει να υφίσταται ο λόγος αναβολής, η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης λαμβάνει πάραυτα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης δέσμευσης και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης με κάθε μέσο που μπορεί να τεκμηριωθεί εγγράφως.

4. Η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης σχετικά με τυχόν άλλα περιοριστικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν επί των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.

Άρθρο 9

Πιστοποιητικό

1. Η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης που διέταξε το μέτρο, υπογράφει το πιστοποιητικό, υπόδειγμα του οποίου παρατίθεται στο παράρτημα, και πιστοποιεί την ακρίβεια του περιεχομένου του.

2. Το πιστοποιητικό μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μια από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης.

3. Κάθε κράτος μέλος δύναται, είτε κατά το χρόνο της έκδοσης της παρούσας απόφασης-πλαίσιο είτε μεταγενέστερα, να αναφέρει, σε δήλωση που κατατίθεται στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, ότι δέχεται μετάφραση σε μία ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 10

Μεταγενέστερη μεταχείριση του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου

1. Η διαβίβαση του άρθρου 4:

α) συνοδεύεται από αίτηση μεταφοράς του αποδεικτικού στοιχείου στο κράτος έκδοσης,

ή

β) συνοδεύεται από αίτηση δήμευσης, η οποία ζητεί είτε την εκτέλεση μιας απόφασης δήμευσης που εκδόθηκε στο κράτος έκδοσης, είτε δήμευση στο κράτος εκτέλεσης και μεταγενέστερη εκτέλεση της εν λόγω απόφασης,

ή

γ) περιέχει στο πιστοποιητικό εντολή να παραμείνει το περιουσιακό στοιχείο στο κράτος εκτέλεσης ενόσω εκκρεμεί η αίτηση που αναφέρεται στα στοιχεία α) ή β). Το κράτος έκδοσης αναφέρει στο πιστοποιητικό την (υπολογιζόμενη) ημερομηνία για τη διαβίβαση της αίτησης. Εφαρμόζεται το άρθρο 6 παράγραφος 2.

2. Οι αιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), υποβάλλονται από το κράτος έκδοσης και εξετάζονται από το κράτος εκτέλεσης σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για την αμοιβαία συνδρομή σε ποινικές υποθέσεις και τους κανόνες που ισχύουν για τη διεθνή συνεργασία σχετικά με τη δήμευση.

3. Εντούτοις, κατά παρέκκλιση από τους κανόνες για την αμοιβαία συνδρομή που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το κράτος εκτέλεσης δεν μπορεί να απορρίπτει αιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α), λόγω απουσίας του διττού αξιοποίνου, όταν οι αιτήσεις αφορούν τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 και τα αδικήματα αυτά τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης με ποινή φυλάκισης τουλάχιστο τριών ετών.

Άρθρο 11

Ένδικα μέσα

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις, ώστε να εξασφαλίζουν ότι οιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των καλόπιστων τρίτων, δικαιούται να ασκεί ένδικα μέσα χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα κατά αποφάσεως δέσμευσης που εκτελείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, προκειμένου να προστατεύσει τα νόμιμα συμφέροντά του· το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον δικαστηρίου του κράτους έκδοσης ή του κράτους εκτέλεσης κατά το εθνικό δίκαιο εκάστου εξ αυτών.

2. Οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της απόφασης δέσμευσης μπορούν να προσβάλλονται μόνον με ένδικο μέσον ενώπιον δικαστηρίου του κράτους έκδοσης.

3. Εάν το ένδικο μέσον ασκηθεί στο κράτος εκτέλεσης, η δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης ενημερώνεται για το ένδικο μέσο και τους λόγους αυτού, ώστε να είναι σε θέση να επικαλεσθεί τα επιχειρήματα που κρίνει αναγκαία. Ενημερώνεται για την έκβαση του ενδίκου μέσου.

4. Το κράτος έκδοσης και το κράτος εκτέλεσης λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διευκολύνουν την άσκηση του δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ιδίως παρέχοντας κατάλληλες πληροφορίες στα ενδιαφερόμενα μέρη.

5. Το κράτος έκδοσης μεριμνά ώστε ενδεχόμενες προθεσμίες για την άσκηση ενδίκου μέσου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να εφαρμόζεται κατά τρόπο που να εξασφαλίζει στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης ενδίκου μέσου.

Άρθρο 12

Επιστροφή καταβληθέντων ποσών

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 2, εάν το κράτος εκτέλεσης ευθύνεται σύμφωνα με το δίκαιό του για ζημία που προκλήθηκε σε ένα από τα μέρη που αναφέρονται στο άρθρο 11 από την εκτέλεση μιας απόφασης δέσμευσης, η οποία διαβιβάσθηκε σε αυτό δυνάμει του άρθρου 4, το κράτος έκδοσης επιστρέφει στο κράτος εκτέλεσης τυχόν ποσά που καταβλήθηκαν ως αποζημίωση λόγω της ευθύνης αυτής στο εν λόγω μέρος, εκτός εάν -και στο βαθμό που- η ζημία οφείλεται αποκλειστικά σε ενέργειες του κράτους εκτέλεσης.

2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών ως προς τις αξιώσεις αποζημίωσης φυσικών ή νομικών προσώπων.

ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 13

Εδαφική εφαρμογή

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται στο Γιβραλτάρ.

Άρθρο 14

Υλοποίηση

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης-πλαίσιο πριν από τις 2 Αυγούστου 2005.

2. Μέχρι την ίδια ημερομηνία, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων με τις οποίες μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει η παρούσα απόφαση-πλαίσιο. Με έκθεση που καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών αυτών και γραπτής έκθεσης της Επιτροπής, το Συμβούλιο αξιολογεί, πριν από τις 2 Αυγούστου 2006, κατά πόσον τα κράτη μέλη συμμορφώθηκαν με την παρούσα απόφαση-πλαίσιο.

3. Η γενική γραμματεία του Συμβουλίου κοινοποιεί στα κράτη μέλη και την Επιτροπή τις δηλώσεις που έγιναν κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 3.

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση-πλαίσιο αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 22 Ιουλίου 2003.

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

G. Alemanno

(1) ΕΕ C 75 της 7.3.2001, σ. 3.

(2) Γνώμη που διατυπώθηκε στις 11 Ιουνίου 2002 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) Κοινή δράση 98/428/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, για τη δημιουργία ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου (ΕΕ L 191 της 7.7.1998, σ. 4).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 9

>PIC FILE= "L_2003196EL.005102.TIF">

>PIC FILE= "L_2003196EL.005201.TIF">

>PIC FILE= "L_2003196EL.005301.TIF">

>PIC FILE= "L_2003196EL.005401.TIF">

>PIC FILE= "L_2003196EL.005501.TIF">

Top