EUR-Lex Access to European Union law

Back to EUR-Lex homepage

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 31998D2119

Απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 για τη δημιουργία δικτύου επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών στην Κοινότητα

OJ L 268, 3.10.1998, p. 1–7 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Special edition in Czech: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Estonian: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Latvian: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Lithuanian: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Hungarian Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Maltese: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Polish: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Slovak: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Slovene: Chapter 15 Volume 004 P. 62 - 67
Special edition in Bulgarian: Chapter 15 Volume 004 P. 227 - 232
Special edition in Romanian: Chapter 15 Volume 004 P. 227 - 232
Special edition in Croatian: Chapter 15 Volume 017 P. 12 - 17

Legal status of the document No longer in force, Date of end of validity: 05/11/2013; καταργήθηκε από 32013D1082

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1998/2119/oj

31998D2119

Απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 για τη δημιουργία δικτύου επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών στην Κοινότητα

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 268 της 03/10/1998 σ. 0001 - 0007


ΑΠΟΦΑΣΗ αριθ. 2119/98/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 για τη δημιουργία δικτύου επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών στην Κοινότητα

ΤΟ ΕΥΡΩΠAΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠAΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 129,

την πρόταση της Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (3),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 189 Β της συνθήκης (4), υπό το πρίσμα του κοινού σχεδίου το οποίο εγκρίθηκε από την επιτροπή συνδιαλλαγής στις 27 Μαΐου 1998,

Εκτιμώντας:

(1) ότι η πρόληψη των ασθενειών, και ιδίως των μεγάλων επιδημιών, αποτελεί για τη δράση της Κοινότητας προτεραιότητα που απαιτεί σφαιρική και συντονισμένη προσέγγιση μεταξύ των κρατών μελών 7

(2) ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με την πολιτική για τη δημόσια υγεία μετά το Μάαστριχτ (5), κάλεσε την Επιτροπή να θέσει σε λειτουργία ένα διασυνοριακό δίκτυο το οποίο θα διατυπώνει ορισμούς, που θα μπορούν να αξιοποιηθούν στην πράξη, σχετικά με τις ασθένειες στις οποίες εφαρμόζεται ο κανόνας της υποχρεωτικής δήλωσης, και το οποίο θα συλλέγει, θα ενημερώνει, θα αναλύει και θα διαδίδει τα δεδομένα των κρατών μελών σχετικά με τις εν λόγω ασθένειες, και θα συνεργάζεται στους τομείς αυτούς με τους εθνικούς και διεθνείς φορείς 7

(3) ότι, στο ψήφισμά του της 2ας Ιουνίου 1994 (6), σχετικά με το πλαίσιο κοινοτικής δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας, το Συμβούλιο συμφώνησε ότι επί του παρόντος πρέπει να δοθεί προτεραιότητα ιδίως στις μεταδοτικές ασθένειες 7

(4) ότι, στα συμπεράσματά του της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (7), το Συμβούλιο εκτιμά ότι έχει σημασία να αναπτυχθεί, σε κοινοτικό επίπεδο, ένα δίκτυο παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών, με κύριο στόχο τη συλλογή των πληροφοριών που προέρχονται από τα δίκτυα παρακολούθησης που υπάρχουν στα κράτη μέλη 7

(5) ότι, στα ίδια συμπεράσματα, το Συμβούλιο καλεί την Επιτροπή, στις προτάσεις της για το πλαίσιο δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην υλοποίηση ενός δικτύου επιδημιολογίας στην Κοινότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις διεξαγόμενες εργασίες και τους μηχανισμούς που υπάρχουν στο επίπεδο της Κοινότητας και των κρατών μελών και μεριμνώντας για τη συγκρισιμότητα και τη συμβατότητα των δεδομένων 7

(6) ότι, στο ψήφισμά τους της 13ης Νοεμβρίου 1992, σχετικά με τον έλεγχο και την παρακολούθηση των μεταδοτικών ασθενειών (8), το Συμβούλιο και οι υπουργοί Υγείας συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, υπογραμμίζουν τη σκοπιμότητα της βελτίωσης της πυκνότητας και της αποτελεσματικότητας, στο εσωτερικό της Κοινότητας, των δικτύων παρακολούθησης των μεταδοτικών ασθενειών τα οποία υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών (καθώς και των δικτύων στον τομέα των πληροφοριών) όπως και τη σκοπιμότητα της διατήρησης, θέσπισης ή ενίσχυσης του συντονισμού μεταξύ τους για την παρακολούθηση των εστιών μεταδοτικών ασθενειών, όταν αυτό μπορεί να αποτελέσει προστιθέμενη αξία σε σχέση με τα ισχύοντα μέτρα 7

(7) ότι, στο ίδιο ψήφισμα, το Συμβούλιο και οι υπουργοί Υγείας συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, υπογραμμίζουν την αξία της συγκέντρωσης των δεδομένων που συλλέγονται στα κράτη μέλη σχετικά με περιορισμένο αριθμό σπάνιων και σοβαρών ασθενειών για την επιδημιολογική μελέτη των οποίων απαιτείται ευρεία δειγματοληψία 7

(8) ότι, στο ίδιο ψήφισμα, το Συμβούλιο και οι υπουργοί Υγείας συνελθόντες στα πλαίσια του Συμβουλίου, καλούν την Επιτροπή να εξετάσει τη σκοπιμότητα υποβολής κατάλληλων προτάσεων με χαρακτήρα προτεραιότητας στον τομέα του ελέγχου και της παρακολούθησης των μεταδοτικών ασθενειών, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων κριτηρίων, την εκτίμηση της σχέσης κόστους - αποτελεσματικότητας 7

(9) ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, κάθε νέο μέτρο που λαμβάνεται σε τομέα που δεν υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, όπως η επιδημιολογική παρακολούθηση και ο έλεγχος των μεταδοτικών ασθενειών, μπορεί να λαμβάνεται από την Κοινότητα μόνο στην περίπτωση που, οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο απ' ότι στο επίπεδο των κρατών μελών 7

(10) ότι τα διαφορετικά επίπεδα και οι ανάγκες της επιδημιολογικής παρακολούθησης των μεταδοτικών νόσων στα κράτη μέλη, καθιστούν απαραίτητη τη δημιουργία μόνιμου δικτύου σε κοινοτικό επίπεδο 7

(11) ότι τα ληπτέα μέτρα στον τομέα της υγείας πρέπει να συνεκτιμούν τις άλλες δράσεις που αναλαμβάνει η Κοινότητα στον τομέα της δημόσιας υγείας ή τις δράσεις που έχουν αντίκτυπο στη δημόσια υγεία 7

(12) ότι, στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, τα ληπτέα μέτρα θεσπίζονται, χωρίς να εναρμονίζονται οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών 7

(13) ότι η απόφαση αριθ. 647/96/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1996, για τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την πρόληψη του AIDS και ορισμένων άλλων μεταδοτικών νόσων εντός του πλαισίου δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας (1996-2000) (9), προβλέπει ορισμένες κοινοτικές δράσεις που αποσκοπούν ιδίως στη δημιουργία και στην ανάπτυξη δικτύων παρακολούθησης και ελέγχου ορισμένων μεταδοτικών ασθενειών, στην έγκαιρη ανίχνευση αυτών των μεταδοτικών ασθενειών καθώς και στην προώθηση της κατάρτισης των μάχιμων επιδημιολόγων 7

(14) ότι πρέπει να προωθηθεί η συνεργασία με τις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις, ιδιαίτερα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, κυρίως όσον αφορά την ταξινόμηση των ασθενειών, καθώς και η χρησιμοποίηση της κατάλληλης γλώσσας και τεχνολογίας 7

(15) ότι πρέπει να υποστηριχθεί η συνεργασία με τις τρίτες χώρες, ιδίως σε περίπτωση εμφάνισης ή επανεμφάνισης σοβαρών μεταδοτικών ασθενειών 7

(16) ότι η πρόσφατη εμφάνιση ή επανεμφάνιση σοβαρών μεταδοτικών ασθενειών απέδειξε ότι, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, όλες οι απαραίτητες πληροφορίες και τα στοιχεία τα οποία θα συλλέγονται με συμπεφωνημένη μέθοδο, πρέπει να διαβιβάζονται ταχέως στην Επιτροπή 7

(17) ότι, προκειμένου να εξασφαλίζεται η προστασία του πληθυσμού σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, τα κράτη μέλη πρέπει να ανταλλάσσουν, μέσω του κοινοτικού δικτύου, τα χρήσιμα δεδομένα και πληροφορίες ότι πρέπει πάντοτε να δίδεται προτεραιότητα στην προστασία της δημόσιας υγείας 7

(18) ότι οι διατάξεις της οδηγίας 92/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τα μέτρα προστασίας από ορισμένες ζωονόσους και ορισμένους ζωονοσογόνους παραγόντες στα ζώα και στα προϊόντα ζωικής προέλευσης, προκειμένου να αποφευχθούν οι εστίες λοιμώξεων και δηλητηριάσεων που οφείλονται στα τρόφιμα (10), εφαρμόζονται και στις πληροφορίες που έχουν σχέση με τις ζωονόσους που προσβάλλουν τον άνθρωπο 7 ότι η εν λόγω οδηγία προβλέπει μια διαδικασία συλλογής και διαβίβασης των πληροφοριών σχετικά με ορισμένες ζωονόσους και ζωονοσογόνους παράγοντες 7

(19) ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός δικτύου επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών σε κοινοτικό επίπεδο είναι η τήρηση νομικών διατάξεων στον τομέα της προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθώς και η καθιέρωση μηχανισμών που θα εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και την ασφάλεια αυτών των δεδομένων 7 ότι, στον τομέα αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία 95/46/ΕΚ (11) 7

(20) ότι τα κοινοτικά σχέδια στον τομέα της τηλεματικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διοικήσεων (IDA) (12) και τα σχέδια της ομάδας G7 θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο στενού συντονισμού με την υλοποίηση των κοινοτικών δράσεων στον τομέα της επιδημιολογικής παρακολούθησης και του ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών 7

(21) ότι καταβάλλονται προσπάθειες για τη διευκόλυνση της διεθνούς συνεργασίας στον συγκεκριμένο τομέα, ιδίως στα πλαίσια του κοινού σχεδίου δράσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής 7

(22) ότι έχει σημασία, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οι αρμόδιοι εθνικοί φορείς ή/και αρχές να ενισχύουν τη συνεργασία τους, ιδίως στον τομέα του εντοπισμού βιολογικών δειγμάτων 7

(23) ότι οι κοινοτικές διαδικασίες που μπορούν να θεσπιστούν με στόχο την ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών δεν θίγουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες ή συμβάσεις 7

(24) ότι είναι ανάγκη να θεσπιστεί διαδικασία για την προώθηση του συντονισμού, μεταξύ των κρατών μελών, των μέτρων που ενδεχομένως αποφασίζουν να λάβουν προκειμένου να ελεγχθεί η εξάπλωση μεταδοτικών ασθενειών 7 ότι η θέσπιση και η εφαρμογή των μέτρων αυτών εμπίπτει μόνον στην αρμοδιότητα των κρατών μελών 7

(25) ότι η Επιτροπή επιβάλλεται να εξασφαλίσει την υλοποίηση του κοινοτικού δυκτύου σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη 7 ότι είναι απαραίτητο, για το σκοπό αυτό, να προβλεφθεί διαδικασία που θα εξασφαλίζει την πλήρη συμμετοχή των κρατών μελών στην υλοποίησή του 7

(26) ότι οι δαπάνες που ενδέχεται να προκύψουν από τη λειτουργία του δικτύου σε κοινοτικό επίπεδο θα πρέπει να καλύπτονται από τα κοινοτικά μέσα ή/και από τα σχετικά κοινοτικά προγράμματα 7

(27) ότι οι δαπάνες που ενδέχεται να προκύψουν από τη λειτουργία του δικτύου σε εθνικό επίπεδο πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τα ίδια τα κράτη μέλη, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά κοινοτικές διατάξεις 7

(28) ότι, στις 20 Δεκεμβρίου 1994, συνήφθη ένα modus vivendi μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ως προς τα εκτελεστικά μέτρα των πράξεων που θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 189 Β της συνθήκης (13),

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η δημιουργία δικτύου σε κοινοτικό επίπεδο για την προαγωγή της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών, με την επικουρία της Επιτροπής, ώστε να βελτιωθεί στην Κοινότητα η πρόληψη και ο έλεγχος των κατηγοριών μεταδοτικών ασθενειών που απαριθμούνται στο παράρτημα. Το δίκτυο αυτό θα χρησιμοποιείται:

- για την επιδημιολογική παρακολούθηση αυτών των ασθενειών και

- ως σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης για την πρόληψη και τον έλεγχο των ασθενειών αυτών.

Όσον αφορά την επιδημιολογική παρακολούθηση, το δίκτυο δημιουργείται με την καθιέρωση διαρκούς επικοινωνίας, με όλα τα κατάλληλα τεχνικά μέσα, μεταξύ της Επιτροπής και εκείνων των φορέων ή/και αρχών που, στο επίπεδο κάθε κράτους μέλους και υπό την ευθύνη του, είναι αρμόδιες σε εθνικό επίπεδο και τους έχει ανατεθεί η συλλογή πληροφοριών για την επιδημιολογική παρακολούθηση των μεταδοτικών ασθενειών, καθώς και με τη θέσπιση διαδικασιών για τη διάδοση των σχετικών δεδομένων παρακολούθησης σε κοινοτικό επίπεδο.

Όσον αφορά το σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης, το παρόν δίκτυο δημιουργείται με την καθιέρωση διαρκούς επικοινωνίας, με τα κατάλληλα μέσα, μεταξύ της Επιτροπής και των υγειονομικών αρχών σε κάθε κράτος μέλος, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τον καθορισμό των μέτρων που τυχόν απαιτούνται για την προστασία της δημόσιας υγείας.

Η Επιτροπή μεριμνά για τον συντονισμό του δικτύου σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, νοούνται ως:

1. «επιδημιολογική παρακολούθηση»: η συνεχής και συστηματική συλλογή, ανάλυση, ερμηνεία και διάδοση υγειονομικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των επιδημιολογικών μελετών, σχετικά με τις κατηγορίες μεταδοτικών ασθενειών που απαριθμούνται στο παράρτημα, ιδίως όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της χωροχρονικής εξάπλωσης των ασθενειών αυτών και την ανάλυση των παραγόντων κινδύνου προσβολής από αυτές, με σκοπό τη λήψη κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη και την καταπολέμησή τους 7

2. «πρόληψη και έλεγχος των μεταδοτικών ασθενειών»: το σύνολο των μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των επιδημιολογικών ανιχνεύσεων, που λαμβάνουν οι αρμόδιες υγειονομικές αρχές των κρατών μελών με σκοπό την πρόληψη και την αναχαίτιση της εξάπλωσης των μεταδοτικών ασθενειών 7

3. «κοινοτικό δίκτυο»: το δίκτυο επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών, ήτοι το σύστημα ανταλλαγής των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των δραστηριοτήτων που περιγράφονται στα σημεία 1) και 2).

Άρθρο 3

Για την αποτελεσματική λειτουργία του κοινοτικού δικτύου όσον αφορά την επιδημιολογική παρακολούθηση, και προκειμένου να επιτευχθεί ομοιογενής πληροφόρηση στο πλαίσιο αυτό, τα ακόλουθα στοιχεία καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 7:

α) οι μεταδοτικές ασθένειες που πρέπει να καλυφθούν προοδευτικά από το κοινοτικό δίκτυο 7

β) τα κριτήρια επιλογής των ασθενειών αυτών, λαμβανομένων υπόψη των κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα και των υφισταμένων δικτύων συνεργασίας για την παρακολούθηση των εν λόγω ασθενειών τα οποία προσφέρονται ως βάση 7

γ) ο ορισμός των κρουσμάτων, ιδίως ο κλινικός και ο μικροβιολογικός χαρακτηρισμός 7

δ) η φύση και το είδος των δεδομένων και πληροφοριών που πρέπει να συλλέγουν και να διαβιβάζουν οι φορείς ή/και αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 δεύτερο εδάφιο, στο πλαίσιο της επιδημιολογικής παρακολούθησης και ο τρόπος με τον οποίο τα εν λόγω δεδομένα θα καταστούν συγκρίσιμα και συμβατά 7

ε) οι μέθοδοι επιδημιολογικής και μικροβιολογικής παρακολούθησης 7

στ) οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα μέτρα προστασίας που πρέπει να λαμβάνονται, ιδίως στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών, κυρίως σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης 7

ζ) οι κατευθυντήριες γραμμές για την ενημέρωση και οι οδηγοί ορθής αντιμετώπισης, προς χρήση του πληθυσμού 7

η) τα κατάλληλα τεχνικά μέσα και οι διαδικασίες διάδοσης και ανάλυσης των δεδομένων σε κοινοτικό επίπεδο.

Άρθρο 4

Κάθε φορέας ή/και αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 1 δεύτερο ή τρίτο εδάφιο, κατά περίπτωση, γνωστοποιεί στο κοινοτικό δίκτυο:

α) τις πληροφορίες για την εμφάνιση ή την επανεμφάνιση, στο κράτος μέλος στο οποίο ανήκει ο φορέας ή/και η αρχή, κρουσμάτων μεταδοτικών ασθενειών που αναφέρονται στο άρθρο 3, στοιχείο α) καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με τα ισχύοντα μέτρα ελέγχου 7

β) κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με την εξέλιξη της επιδημικής κατάστασης για την οποία του έχει ανατεθεί να συλλέξει πληροφορίες 7

γ) πληροφορίες για ασυνήθη επιδημικά φαινόμενα ή νέες μεταδοτικές ασθένειες άγνωστης προέλευσης 7

δ) κάθε χρήσιμη πληροφορία που διαθέτει:

- σχετικά με κρούσματα μεταδοτικών ασθενειών που υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα,

- σχετικά με νέες μεταδοτικές ασθένειες άγνωστης προέλευσης που έχουν εμφανισθεί σε τρίτες χώρες 7

ε) τις πληροφορίες σχετικά με υφιστάμενους ή προτεινόμενους μηχανισμούς και διαδικασίες για την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών, ιδίως σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης 7

στ) τα στοιχεία εκτίμησης που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα κράτη μέλη να συντονίσουν τη δράση τους για την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών, καθώς και τα εφαρμοζόμενα μέτρα καταπολέμησης.

Άρθρο 5

Η Επιτροπή διαθέτει σε όλους τους φορείς και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 3. Κάθε φορέας/αρχή διασφαλίζει ότι, οι πληροφορίες που γνωστοποιεί στο δίκτυο, σύμφωνα με το άρθρο 4, διαβιβάζονται αμέσως σε όλους τους συμμετέχοντες φορείς/συμμετέχουσες αρχές και την Επιτροπή.

Άρθρο 6

1. Βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών μέσω του κοινοτικού δικτύου, τα κράτη μέλη διαβουλεύονται μεταξύ τους, σε συνδυασμό με την Επιτροπή, προκειμένου να συντονίζουν τις δράσεις τους για την πρόληψη και τον έλεγχο των μεταδοτικών ασθενειών.

2. Όταν ένα κράτος μέλος σκοπεύει να λάβει μέτρα για τον έλεγχο μεταδοτικών ασθενειών, προτού λάβει τα μέτρα αυτά, ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά με τη φύση και την εμβέλεια αυτών των μέτρων, μέσω του κοινοτικού δικτύου. Το εν λόγω κράτος μέλος διαβουλεύεται επίσης με άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, μέσω του κοινοτικού δικτύου, όσον αφορά τη φύση και την εμβέλεια των σκοπούμενων μέτρων, εκτός εάν η ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας είναι τόσο επείγουσα ώστε η διαβούλευση να καθίσταται αδύνατη.

3. Όταν ένα κράτος μέλος πρέπει να λάβει επειγόντως μέτρα ελέγχου για να αντιμετωπίσει την εμφάνιση ή την επανεμφάνιση μεταδοτικών ασθενειών, ενημερώνει, το συντομότερο δυνατό, μέσω του κοινοτικού δικτύου, τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

Σε ειδικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες, τα κράτη μέλη που το επιθυμούν, μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα πρόληψης και προστασίας, τα οποία θεσπίζονται με κοινή συμφωνία μεταξύ κρατών μελών, σε συνδυασμό με την Επιτροπή.

4. Βάσει των διαβουλεύσεών τους και των παρεχόμενων πληροφοριών, τα κράτη μέλη συντονίζονται μεταξύ τους, σε συνδυασμό με την Επιτροπή, όσον αφορά τα μέτρα τα οποία έχουν υιοθετήσει ή πρόκειται να υιοθετήσουν σε εθνικό επίπεδο.

5. Οι διαδικασίες για την ενημέρωση και τη διαβούλευση που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 καθώς και οι διαδικασίες για τον συντονισμό που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 4, καθορίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 7.

Άρθρο 7

1. Για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή η οποία απαρτίζεται από αντιπροσώπους κάθε κράτους μέλους και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.

2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο αυτό μέσα σε προθεσμία που μπορεί να καθορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148 παράγραφος 2 της συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Κατά τη ψηφοφορία στο πλαίσιο της επιτροπής, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται όπως προβλέπεται στο προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στη ψηφοφορία.

3. α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα σχεδιαζόμενα μέτρα, εάν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.

β) Εάν τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής, ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

Εάν, εντός τριών μηνών από την υποβολή της σχετικής πρότασης, το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει, τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή.

Άρθρο 8

Το παράρτημα μπορεί να τροποποιείται ή να συμπληρώνεται με τη διαδικασία του άρθρου 7.

Άρθρο 9

Εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, κάθε κράτος μέλος ορίζει τους φορείς ή/και τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη δηλώνουν δημοσίως ότι οι φορείς ή/και οι αρχές που έχουν ορισθεί κατ' αυτό τον τρόπο, αποτελούν μέρος του κοινοτικού δικτύου που έχει συσταθεί με την παρούσα απόφαση.

Άρθρο 10

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και η Επιτροπή ευνοούν τη συνεργασία με τις τρίτες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς που είναι αρμόδιοι στον τομέα της δημόσιας υγείας, ειδικότερα με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας.

Άρθρο 11

Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των οδηγιών 92/117/ΕΟΚ και 95/46/ΕΚ.

Άρθρο 12

1. Η παρούσα απόφαση δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να διατηρούν ή να εισάγουν άλλες ρυθμίσεις, διαδικασίες και μέτρα για το εθνικό τους σύστημα επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών.

2. Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από υφιστάμενες ή μελλοντικές διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή συμβάσεις που συνάπτουν μεταξύ τους στον τομέα που καλύπτει η παρούσα απόφαση.

Άρθρο 13

Η Επιτροπή, με την επικουρία των κρατών μελών, μεριμνά για τη συνοχή και τη συμπληρωματικότητα μεταξύ της παρούσας απόφασης και των σχετικών κοινοτικών προγραμμάτων και πρωτοβουλιών, τόσο εκείνων που εμπίπτουν στον τομέα της δημόσιας υγείας, όσο και, ιδίως, του προγράμματος-πλαισίου στον τομέα της στατιστικής πληροφόρησης, των σχεδίων στον τομέα της τηλεματικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ διοικήσεων και του προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, ειδικότερα των τηλεματικών του εφαρμογών.

Άρθρο 14

1. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπάϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σε τακτά διαστήματα εκθέσεις αξιολόγησης σχετικά με τη λειτουργία του κοινοτικού δικτύου.

2. Η πρώτη έκθεση, η οποία υποβάλλεται εντός τριών ετών μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης, αναφέρει, ειδικότερα, τα στοιχεία του κοινοτικού δικτύου που θα πρέπει να βελτιωθούν ή να προσαρμοσθούν. Περιλαμβάνει επίσης οιαδήποτε πρόταση τροποποίησης ή προσαρμογής της παρούσας απόφασης θεωρήσει αναγκαία η Επιτροπή.

3. Η Επιτροπή προβαίνει εν συνεχεία σε αξιολόγηση ανά πενταετία του κοινοτικού δικτύου, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στη διαρθρωτική του συγκρότηση και την αποτελεσματική χρήση των πόρων, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 15

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει στις 3 Ιανουαρίου 1999.

Άρθρο 16

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 24 Σεπτεμβρίου 1998.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. M. GIL-ROBLES

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. FARNLEITNER

(1) ΕΕ C 123 της 26. 4. 1996, σ. 10 και ΕΕ C 103 της 2. 4. 1997, σ. 11.

(2) ΕΕ C 30 της 30. 1. 1997, σ. 1.

(3) ΕΕ C 337 της 11. 11. 1996, σ. 67.

(4) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 1996 (ΕΕ C 362 της 2. 12. 1996, σ. 111), κοινή θέση του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1997 (ΕΕ C 284 της 19. 9. 1997, σ. 10) και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Ιανουαρίου 1998 (ΕΕ C 34 της 2. 2. 1998, σ. 70). Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Ιουλίου 1998 (ΕΕ C 292 της 21. 9. 1998). Απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998.

(5) ΕΕ C 329 της 6. 12. 1993, σ. 375.

(6) ΕΕ C 165 της 17. 6. 1994, σ. 1.

(7) ΕΕ C 15 της 18. 1. 1994, σ. 6.

(8) ΕΕ C 326 της 11. 12. 1992, σ. 1.

(9) ΕΕ L 95 της 16. 4. 1996, σ. 16.

(10) ΕΕ L 62 της 15. 3. 1993, σ. 38.

(11) ΕΕ L 281 της 23. 11. 1995, σ. 31.

(12) ΕΕ L 269 της 11. 11. 1995, σ. 23.

(13) ΕΕ C 102 της 4. 4. 1996, σ. 1.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ

- Ασθένειες που προλαμβάνονται με εμβολιασμό

- Ασθένειες που μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή

- Ιογενείς ηπατίτιδες

- Ασθένειες που μεταδίδονται μέσω των τροφίμων

- Ασθένειες που μεταδίδονται μέσω του νερού και του περιβάλλοντος

- Νοσοκομειακές λοιμώξεις

- Άλλες ασθένειες που μεταδίδονται από μη συμβατικούς παράγοντες (μεταξύ των οποίων η νόσος Creutzfeldt-Jacob)

- Ασθένειες που ορίζει ο διεθνής υγειονομικός κανονισμός (κίτρινος πυρετός, χολέρα, πανώλη)

- Άλλες ασθένειες (λύσσα, εξανθηματικός τύφος, ιογενείς αιμορραγικοί πυρετοί, ελονοσία και κάθε άλλη σοβαρή επιδημική νόσος που δεν έχει ακόμη ταξινομηθεί κ.λπ.)

Δήλωση της Επιτροπής

Η Επιτροπή θα φροντίσει ιδιαίτερα, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, να προσφέρει κατάλληλη υποδομή και επαρκές προσωπικό ώστε να εξασφαλιστεί η εκτέλεση της απόφασης.

Top