Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62018CJ0560

Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 30ής Απριλίου 2020.
Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Αίτηση αναιρέσεως – Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων – Κανονισμός (EK) 1049/2001 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση – Εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως – Εξαίρεση σχετική με την προστασία του σκοπού έρευνας – Έγγραφα τα οποία αφορούν εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως – Εμπεριστατωμένες γνώμες διατυπωθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοποιήσεως βάσει της οδηγίας 98/34/ΕΚ – Αίτηση προσβάσεως – Άρνηση – Γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Γνωστοποίηση – Απαράδεκτο – Έννομο συμφέρον – Διατήρηση του εννόμου συμφέροντος.
Υπόθεση C-560/18 P.

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2020:330

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)

της 30ής Απριλίου 2020 ( *1 )

«Αίτηση αναιρέσεως – Πρόσβαση στα έγγραφα των θεσμικών οργάνων – Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση – Εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως – Εξαίρεση σχετική με την προστασία του σκοπού έρευνας – Έγγραφα τα οποία αφορούν εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως – Εμπεριστατωμένες γνώμες διατυπωθείσες στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοποιήσεως βάσει της οδηγίας 98/34/ΕΚ – Αίτηση προσβάσεως – Άρνηση – Γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Γνωστοποίηση – Απαράδεκτο – Έννομο συμφέρον – Διατήρηση του εννόμου συμφέροντος»

Στην υπόθεση C‑560/18 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2018,

Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych, με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), εκπροσωπούμενη από τον P. Hoffman, adwokat,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι οι:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Μ. Κωνσταντινίδη και A. Spina,

καθής πρωτοδίκως,

Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από τις C. Meyer-Seitz A. Falk, H. Shev, J. Lundberg και H. Eklinder,

Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τις D. Lutostańska και M. Kamejsza-Kozłowska,

παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),

συγκείμενο από τους E. Regan, πρόεδρο τμήματος, I. Jarukaitis (εισηγητή), E. Juhász, M. Ilešič και Κ. Λυκούργο, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: M. Longar, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2019,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych (στο εξής: Igpour), οργάνωση η οποία εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κατασκευαστών, των διανομέων και των φορέων εκμεταλλεύσεως μηχανημάτων ψυχαγωγίας στην Πολωνία, ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 10ης Ιουλίου 2018, Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Επιτροπής (Τ-514/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:500, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο κατάργησε τη δίκη όσον αφορά την προσφυγή της Igpour με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως GestDem 2015/1291 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 2015, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Igpour για την παροχή προσβάσεως στην εμπεριστατωμένη γνώμη που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο της αριθ. 2014/537/PL διαδικασίας κοινοποιήσεως, καθώς και της αποφάσεως GestDem 2015/1291 της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2015, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της Igpour για την παροχή προσβάσεως στην εμπεριστατωμένη γνώμη που διατύπωσε η Δημοκρατία της Μάλτας στο πλαίσιο της διαδικασίας κοινοποιήσεως 2014/537/PL (στο εξής, από κοινού: επίδικες αποφάσεις).

Το νομικό πλαίσιο

2

Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43), προβλέπει τα εξής:

«[…]

2.   Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σ’ ένα έγγραφο, η γνωστοποίηση του οποίου θα έθιγε την προστασία:

[…]

του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου,

εκτός εάν για τη γνωστοποίηση του εγγράφου υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον.

[…]»

Το ιστορικό της διαφοράς

3

Στις 20 Νοεμβρίου 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απηύθυνε στη Δημοκρατία της Πολωνίας και σε ορισμένα άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της αριθ. 2013/4218 διαδικασίας λόγω παραβάσεως, προειδοποιητική επιστολή βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, με την οποία ζήτησε από τα εν λόγω κράτη μέλη να τροποποιήσουν το εθνικό νομοθετικό τους πλαίσιο σχετικά με τις υπηρεσίες τυχηρών παιγνίων, ώστε να συνάδει με τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη ΛΕΕ.

4

Με την απάντησή της, η οποία περιήλθε στην Επιτροπή στις 3 Μαρτίου 2014, η Δημοκρατία της Πολωνίας γνωστοποίησε στην τελευταία ότι επρόκειτο να της κοινοποιήσει, βάσει της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 1998, L 204, σ. 37), σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του πολωνικού νόμου περί τυχηρών παιγνίων, προκειμένου να κατευνάσει τις εκφρασθείσες ανησυχίες.

5

Στις 5 Νοεμβρίου 2014 η Δημοκρατία της Πολωνίας κοινοποίησε στην Επιτροπή το προαναγγελθέν σχέδιο νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34. Η εν λόγω κοινοποίηση έλαβε τον αριθμό πρωτοκόλλου 2014/537/PL.

6

Η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Μάλτας διατύπωσαν εμπεριστατωμένες γνώμες επί του κοινοποιηθέντος σχεδίου νόμου, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/34, στις 3 και 6 Φεβρουαρίου 2015 αντιστοίχως.

7

Στις 17 Φεβρουαρίου 2015 η Igpour υπέβαλε αίτηση προσβάσεως στις γνώμες που είχαν διατυπώσει η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Μάλτας, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1049/2001.

8

Στις 10 Μαρτίου 2015 η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση προσβάσεως της Igpour στα επίμαχα έγγραφα.

9

Στις 16 Απριλίου 2015 η Igpour υπέβαλε στην Επιτροπή επιβεβαιωτική αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001.

10

Στις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η γνωστοποίηση των επίμαχων εγγράφων θα έθιγε την προστασία του σκοπού επιθεωρήσεως, έρευνας και οικονομικού ελέγχου, την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, όσον αφορά την αριθ. 2013/4218 διαδικασία λόγω παραβάσεως, δεδομένου ότι οι εν λόγω εμπεριστατωμένες γνώμες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την εν λόγω διαδικασία.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη

11

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 2015, η Igpour άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων. Στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης, επετράπη στο Βασίλειο της Σουηδίας να παρέμβει υπέρ της Igpour, ενώ στη Δημοκρατία της Πολωνίας επετράπη να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.

12

Στις 7 Δεκεμβρίου 2017 η Επιτροπή περάτωσε την αριθ. 2013/4218 διαδικασία λόγω παραβάσεως ως προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας.

13

Στις 28 Φεβρουαρίου 2018 η Επιτροπή αποφάσισε να επιτρέψει στην Igpour την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα.

14

Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 28ης Σεπτεμβρίου 2017.

15

Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 2018, η Επιτροπή ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η προσφυγή αυτή είχε καταστεί άνευ αντικειμένου και να καταργήσει τη δίκη, δεδομένου ότι είχε αποφασίσει να παράσχει στην Igpour πρόσβαση στα δύο έγγραφα τα οποία αφορούσαν οι επίδικες αποφάσεις. Επίσης, η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Igpour στα δικαστικά έξοδα.

16

Με διάταξη της 14ης Μαρτίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να επαναλάβει την προφορική διαδικασία και κάλεσε τους λοιπούς διαδίκους να υποβάλουν παρατηρήσεις επί του αιτήματος καταργήσεως της δίκης που είχε υποβάλει η Επιτροπή. Με τις παρατηρήσεις της, η Igpour αμφισβήτησε ότι απώλεσε κάθε έννομο συμφέρον. Με τις παρατηρήσεις της, η Δημοκρατία της Πολωνίας περιορίστηκε στην επισήμανση ότι δεν ήταν αντίθετη στο αίτημα της Επιτροπής. Το Βασίλειο της Σουηδίας δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί του αιτήματος καταργήσεως της δίκης.

17

Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, έκρινε ότι ήταν μάλλον απίθανο να επαναληφθεί στο μέλλον μια τόσο ιδιάζουσα κατάσταση. Αφετέρου, έκρινε ότι η Igpour απλώς επικαλέστηκε τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής λόγω (εξωσυμβατικής) ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει αν η ίδια ή τα μέλη της σκόπευαν να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής.

18

Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δίκη έπρεπε να καταργηθεί και ότι οι διάδικοι έπρεπε να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων

19

Με την αίτηση αναιρέσεως, η Igpour ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,

να ακυρώσει τις επίδικες αποφάσεις και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα·

επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προκειμένου αυτή να εξεταστεί εκ νέου, και να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.

20

Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη και

να καταδικάσει την Igpour στα έξοδα της παρούσας δίκης.

21

Το Βασίλειο της Σουηδίας ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και να ακυρώσει τις επίδικες αποφάσεις.

22

Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ζητεί, κατ’ ουσίαν, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

23

Η Igpour προβάλλει πέντε λόγους αναιρέσεως.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

24

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει ότι οι σκέψεις 30 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ενέχουν διττώς πλάνη.

25

Αφενός, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον διαπίστωσε ότι ήταν μάλλον απίθανο η προβαλλόμενη από την Igpour παρανομία να επαναληφθεί στο μέλλον. Αφετέρου, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι το κρίσιμο ζήτημα ήταν εάν ήταν δυνατόν να επαναληφθεί στο μέλλον μια ιδιάζουσα κατάσταση όπως η επίμαχη εν προκειμένω, ενώ το κρίσιμο ζήτημα, κατά την αναιρεσείουσα, είναι το εάν η Επιτροπή θα εφαρμόσει, στο μέλλον, τις ερμηνείες του κανονισμού 1049/2001 ή της οδηγίας 98/34 κατά των οποίων βάλλει η Igpour.

26

Κατά την Igpour, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο δεν έκρινε ότι ήταν απίθανο η Επιτροπή να βασιστεί, στο μέλλον, σε ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, κατά την οποία καλύπτονται από γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως τα έγγραφα τα οποία «συνδέονται άρρηκτα» με εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως, είτε σε αυτά γίνεται μνεία προειδοποιητικών επιστολών είτε όχι.

27

Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο δεν αξιολόγησε την πιθανότητα μελλοντικής επαναλήψεως της ερμηνείας αυτής, αλλά την πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί εκ νέου η ερμηνεία αυτή σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη της υπό κρίση υποθέσεως, ήτοι επ’ ευκαιρία νέας υποθέσεως στο πλαίσιο της οποίας θα βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία λόγω παραβάσεως, κράτος μέλος θα κοινοποιούσε στην Επιτροπή σχέδιο νόμου προς κατευνασμό των ανησυχιών που δικαιολόγησαν την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας και η Επιτροπή θα διατύπωνε εμπεριστατωμένη γνώμη επί του σχεδίου αυτού, αλλά στη συνέχεια θα αρνείτο να γνωστοποιήσει την εν λόγω γνώμη λόγω της αναγκαιότητας προστασίας του σκοπού της κινηθείσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως.

28

Αφετέρου, όπως προβάλλει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε στην ίδια πλάνη με εκείνη που προαναφέρθηκε στις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η αρχή της διαφάνειας που διαπνέει την οδηγία 98/34, η οποία αντικαταστάθηκε από την οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 2015, L 241, σ. 1), δεν εμποδίζει την επίκληση γενικών τεκμηρίων μη γνωστοποιήσεως εμπεριστατωμένων γνωμών οι οποίες έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο διαδικασίας μη εμπιστευτικού χαρακτήρα.

29

Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη του μεγάλου εύρους των υποχρεώσεων των κρατών μελών που επιβάλλει η οδηγία 2015/1535 όσον αφορά την κοινοποίηση, είναι πιθανόν πολλά κοινοποιηθέντα νομοσχέδια να απαντούν, τουλάχιστον εν μέρει, στις ανησυχίες της Επιτροπής που δικαιολογούν εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως και, επομένως, να επαναληφθεί κατάσταση παρόμοια με την επίμαχη εν προκειμένω. Το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως αιτιολόγησε την περί του αντιθέτου κρίση του, τέτοιου δε είδους αιτιολόγηση θα ήταν, κατά την αναιρεσείουσα, αδύνατη.

30

Η Igpour σημειώνει ότι μια άλλη διάταξη που την αφορά, ήτοι η διάταξη της 19ης Ιουλίου 2018, Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych κατά Επιτροπής (T‑750/17, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2018:506), καταδεικνύει ότι η Επιτροπή παραμένει αταλάντευτη στην εκ μέρους της ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 και της αρχής της διαφάνειας που κατοχυρώνεται στις οδηγίες 98/34 και 2015/1535, επιβεβαιώνει δε ότι η ερμηνεία αυτή κάλλιστα μπορεί να επαναληφθεί στο μέλλον.

31

Επιπροσθέτως, η Igpour προβάλλει ότι είναι απολύτως πιθανόν η ίδια να υποβάλει στο μέλλον αιτήσεις προσβάσεως σε έγγραφα στις οποίες η Επιτροπή θα απαντήσει επικαλούμενη την αμφισβητούμενη εν προκειμένω ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Συναφώς, υπογραμμίζει ότι, υπό την ιδιότητά της ως οργανώσεως επιχειρηματιών, οι δραστηριότητές της αφορούν όλες τις πτυχές των εμπορικών πράξεων των μελών της και όχι αποκλειστικώς εκείνες που συνδέονται άμεσα με τον ειδικό τομέα τον οποίο εκπροσωπεί ή οι οποίες θίγονται από την εθνική νομοθεσία περί τυχηρών παιγνίων.

32

Η Σουηδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, καίτοι η Igpour έχει πλέον πρόσβαση στα επίμαχα έγγραφα, οι επίδικες αποφάσεις τυπικώς δεν ανακλήθηκαν από την Επιτροπή, με αποτέλεσμα το αντικείμενο της διαφοράς να εξακολουθεί να υφίσταται.

33

Κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, η Igpour είχε σκοπίμως ζητήσει πρόσβαση στις εμπεριστατωμένες γνώμες στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοποιήσεως, ενώ εκκρεμούσε ακόμα η διαδικασία λόγω παραβάσεως. Δεδομένου ότι τα ζητηθέντα έγγραφα γνωστοποιήθηκαν κατόπιν της περατώσεως των διαδικασιών αυτών, οι επιδιωκόμενοι με την αίτηση προσβάσεως σκοποί δεν επιτεύχθηκαν πλήρως.

34

Η Σουηδική Κυβέρνηση συντάσσεται με την άποψη της Igpour ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε να επικαλεστεί στο μέλλον τον κανόνα περί γενικού τεκμηρίου τον οποίον εφάρμοσε στις επίμαχες αποφάσεις. Το επιχείρημα αυτό βρίσκει, κατά τη Σουηδική Κυβέρνηση, άμεσο έρεισμα στην απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660), από την οποία προκύπτει ότι εκείνο που πρέπει να εξετάζεται είναι αν η προβαλλόμενη παρανομία ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον.

35

Η Σουηδική Κυβέρνηση θεωρεί, όπως και η Igpour, ότι τέτοιου είδους επανάληψη στο μέλλον είναι πολύ πιθανή. Συγκεκριμένα, πρώτον, υπάρχει άμεσος κίνδυνος η Επιτροπή να μπορεί να αιτιολογεί τις απορριπτικές αποφάσεις μελλοντικών αιτήσεων προσβάσεως σε έγγραφα οι οποίες υποβάλλονται στο πλαίσιο των διαδικασιών κοινοποιήσεως που προβλέπονται στην οδηγία 2015/1535 επικαλούμενη το αμφισβητούμενο γενικό τεκμήριο. Δεύτερον, η Επιτροπή, μετά την έκδοση των επίδικων αποφάσεων, έχει εκ των πραγμάτων εφαρμόσει αυτόν τον κανόνα περί γενικού τεκμηρίου, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόρριψη συμπληρωματικής αιτήσεως της Igpour η οποία, υποβληθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας κοινοποιήσεως προβλεπόμενης στην οδηγία 2015/1535, αφορούσε την πρόσβαση στις παρατηρήσεις της Επιτροπής και σε μία εμπεριστατωμένη γνώμη. Τρίτον, ο σοβαρός κίνδυνος τον οποίο διατρέχει η Igpour να της αντιταχθεί στο μέλλον ο εν λόγω κανόνας περί γενικού τεκμηρίου οφείλεται επίσης στο ότι η Igpour είναι οργάνωση η οποία εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κατασκευαστών, των διανομέων και των φορέων εκμεταλλεύσεως μηχανημάτων ψυχαγωγίας στην Πολωνία, και της οποίας οι δραστηριότητες αφορούν κάθε πτυχή των εμπορικών πράξεων των μελών της και όχι αποκλειστικώς τις πτυχές που έχουν άμεση σχέση με τον συγκεκριμένο τομέα που εκπροσωπεί ή εκείνες που επηρεάζονται από την εθνική νομοθεσία περί τυχηρών παιγνίων. Τέλος, ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά μόνον τις αιτήσεις της Igpour για την πρόσβαση σε έγγραφα αλλά και τις αιτήσεις άλλων προσώπων.

36

Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

37

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Igpour, υποστηριζόμενη από τη Σουηδική Κυβέρνηση, προβάλλει κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε, στις σκέψεις 30 και 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι ήταν μάλλον απίθανο η προβαλλόμενη παρανομία να επαναληφθεί στο μέλλον και ότι, επομένως, το έννομο συμφέρον της Igpour είχε εκλείψει. Κατά την αναιρεσείουσα, το κρίσιμο στο πλαίσιο αυτό ζήτημα δεν ήταν αν μπορούσε να επαναληφθεί στο μέλλον μια ιδιάζουσα κατάσταση ανάλογη με εκείνη της υπό κρίση υποθέσεως, αλλά αν υφίστατο εν γένει κίνδυνος η προβαλλόμενη παρανομία να επαναληφθεί στο μέλλον και, ειδικότερα, να προβεί η Επιτροπή στο μέλλον στην ίδια ερμηνεία του κανονισμού 1049/2001, κατά την οποία δικαιούται να εφαρμόσει γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας στις εν εξελίξει διαδικασίες λόγω παραβάσεως.

38

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της διαφοράς, όπως και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, διότι άλλως καταργείται η δίκη, στοιχείο που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 43 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39

Ο προσφεύγων δύναται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διατηρεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως προκειμένου να υποχρεωθεί ο εκδότης της εν λόγω πράξεως να επιφέρει, στο μέλλον, τις κατάλληλες τροποποιήσεις και, επομένως, να αποφύγει τον κίνδυνο επαναλήψεως της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας της επίμαχης πράξεως (αποφάσεις της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 48).

40

Η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος προϋποθέτει ότι η επίμαχη παρανομία ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως (αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, Wunenburger κατά Επιτροπής, C‑362/05 P, EU:C:2007:322, σκέψη 52, και της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 48).

41

Υπενθυμίζεται ότι η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος πρέπει να εκτιμάται in concreto, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των συνεπειών της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας και της φύσεως της ζημίας που ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι υπέστη (βλ. απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, EU:C:2013:331, σκέψη 65).

42

Εν προκειμένω, στη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, καθόσον η προσφυγή της Igpour αφορά απόρριψη αιτήματος προσβάσεως σε εμπεριστατωμένες γνώμες που διατυπώθηκαν βάσει της οδηγίας 98/34 και αφορούσαν σχέδιο νόμου κοινοποιηθέν από κράτος μέλος βάσει της οδηγίας αυτής, και καθόσον επίσης η Επιτροπή αιτιολόγησε την άρνησή της να γνωστοποιήσει τις γνωμοδοτήσεις αυτές επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας του σκοπού της εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως, είναι μάλλον απίθανο να επαναληφθεί στο μέλλον μια τόσο ιδιάζουσα κατάσταση.

43

Δεν αμφισβητείται, βεβαίως, ότι η Επιτροπή βάσισε την άρνηση παροχής προσβάσεως στα ζητηθέντα έγγραφα στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, ειδικότερα δε στην προβαλλόμενη ύπαρξη άρρηκτου συνδέσμου μεταξύ των εμπεριστατωμένων γνωμών και της επίμαχης διαδικασίας λόγω παραβάσεως που είχε κινηθεί κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας και, ως εκ τούτου, σε γενικό τεκμήριο εμπιστευτικότητας εφαρμοζόμενο στα έγγραφα που αφορούν εν εξελίξει διαδικασίες λόγω παραβάσεως.

44

Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί, όπως υποστηρίζει η Igpour, το ενδεχόμενο η Επιτροπή, προκειμένου να αρνηθεί την πρόσβαση σε κάθε έγγραφο που συνδέεται άρρηκτα με εν εξελίξει διαδικασία λόγω παραβάσεως, να βασίσει εκ νέου, στο μέλλον, την αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως σε αυτό το γενικό τεκμήριο μη γνωστοποιήσεως.

45

Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας των εγγράφων που αφορούν την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία λόγω παραβάσεως, περιλαμβανομένων των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους στο πλαίσιο διαδικασίας EU Pilot (πρβλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής, C‑57/16 P, EU:C:2018:660, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

46

Επομένως, η Igpour, καθόσον βάσισε το έννομο συμφέρον της στο επιχείρημα ότι η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον, ανεξαρτήτως των ιδιαιτέρων περιστάσεων της επίμαχης υποθέσεως, επιδιώκει στην πραγματικότητα να αμφισβητήσει την ύπαρξη ενός γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας το οποίο έχει ήδη επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο.

47

Εάν γινόταν δεκτή μια ερμηνεία τόσο γενική και αόριστη της «ελλείψεως νομιμότητας που ενδέχεται να επαναληφθεί στο μέλλον», τούτο θα είχε, όπως επίσης επισήμανε, κατ’ ουσίαν, και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 73 των προτάσεών του, παράδοξες συνέπειες. Πράγματι, το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, σε κάθε διαδικασία που αφορά πρόσβαση σε έγγραφα, θα εξακολουθούσε να υφίσταται αυτομάτως εκ του λόγου και μόνον ότι, στο μέλλον, το οικείο θεσμικό όργανο θα μπορούσε να ερμηνεύσει συγκεκριμένη νομική διάταξη κατά τον αμφισβητούμενο τρόπο.

48

Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Igpour, και όπως επίσης επισήμανε, κατ’ ουσίαν, ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 115 των προτάσεών του, δεν υφίσταται, εν προκειμένω, κανένας ιδιαίτερος λόγος να θεωρηθεί ότι η Igpour θα είναι «ιδιαιτέρως εκτεθειμένη σε τέτοιου είδους μελλοντικές εφαρμογές του προαναφερθέντος τεκμηρίου».

49

Πράγματι, οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνες της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2018, ClientEarth κατά Επιτροπής (C‑57/16 P, EU:C:2018:660). Σε εκείνη την υπόθεση, αφενός, η αίτηση προσβάσεως αφορούσε έγγραφα που συνδέονταν με τη νομοθετική διαδικασία της Ένωσης για περιβαλλοντικά θέματα. Αφετέρου, το Δικαστήριο αναγνώρισε σε εκείνη την υπόθεση ότι η αναιρεσείουσα είχε έννομο συμφέρον να συνεχίσει τη διαδικασία παρά τη γνωστοποίηση των ζητηθέντων εγγράφων, διότι η αίτηση αναιρέσεως αποσκοπούσε στην αναίρεση αποφάσεως με την οποία είχε αναγνωριστεί για πρώτη φορά η εφαρμογή γενικού τεκμηρίου εμπιστευτικότητας σε ορισμένη κατηγορία εγγράφων δυνάμει της εν λόγω νομικής βάσεως. Επομένως, η χρήση τέτοιου τεκμηρίου, η νομιμότητα του οποίου αμφισβητήθηκε, θα μπορούσε πράγματι να επαναληφθεί στο μέλλον, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων περιστάσεων εκείνης της υποθέσεως, ενώ, εν προκειμένω, η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας αφορά την εφαρμογή τεκμηρίου το οποίο έχει ήδη γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, υπό ειδικές περιστάσεις, οπότε τέτοιου είδους παρανομία δεν μπορεί να επαναληφθεί παρά μόνον υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

50

Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ειδικώς τις ιδιαίτερες περιστάσεις υπό τις οποίες σημειώθηκε η προβαλλόμενη παρανομία και έκρινε ότι τέτοιες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ιδιάζοντος χαρακτήρα τους, δεν μπορούσαν να επαναληφθούν, οπότε η προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας δεν μπορούσε να επαναληφθεί χωρίς να συντρέχουν οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως.

51

Εξάλλου, όσον αφορά τα επιχειρήματα που εκτίθενται στις σκέψεις 28 έως 31 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι, με τα επιχειρήματα αυτά, η Igpour προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε στην ίδια πλάνη περί το δίκαιο με εκείνην που ήδη αναλύθηκε στις σκέψεις 42 έως 50 της παρούσας αποφάσεως. Επομένως, τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν για τους ίδιους λόγους.

52

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

53

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η περάτωση της υποθέσεως από το ίδιο χωρίς απόφαση επί της ουσίας δεν παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφύγει τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στην πραγματικότητα, η Επιτροπή δύναται ανά πάσα στιγμή να αποφασίσει να επιτρέψει την πρόσβαση στα ζητηθέντα έγγραφα μόλις αντιληφθεί ότι διατρέχει τον κίνδυνο να ηττηθεί στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς.

54

Η Igpour προβάλλει ότι η συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την οποία «η αποδοχή του επιχειρήματος [ότι η κατάργηση της δίκης χωρίς απόφαση επί της ουσίας παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφύγει τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο] ισοδυναμεί με παραδοχή ότι, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθούν οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως, οποιοσδήποτε προσφεύγων του οποίου η αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα αρχικώς απορρίφθηκε θα μπορούσε να ζητήσει να εκδικαστεί η διαφορά του με το θεσμικό όργανο στο οποίο είχε υποβληθεί η εν λόγω αίτηση, παρά το γεγονός ότι το αίτημά του ικανοποιήθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής του ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης», βασίζεται σε παρανόηση του εν λόγω επιχειρήματος.

55

Πρώτον, κατά την Igpour, το έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της δίκης υφίσταται εν προκειμένω για τον λόγο ότι, αφενός, η άρνηση παροχής προσβάσεως στα επίμαχα έγγραφα βασίζεται σε προβαλλόμενη «άρρηκτη σχέση» μεταξύ των ζητηθέντων εγγράφων και της εν εξελίξει διαδικασίας λόγω παραβάσεως και, αφετέρου, η διαδικασία λόγω παραβάσεως έχει περατωθεί και τα έγγραφα προσκομίσθηκαν μετά το πέρας τόσο της έγγραφης όσο και της προφορικής διαδικασίας. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, είναι αναγκαίο τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να αποφαίνονται επί της προσφυγής. Δεδομένου ότι επαφίεται αποκλειστικώς στην Επιτροπή να αποφασίσει σχετικά με τη σκοπιμότητα και το χρονικό σημείο περατώσεως της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, το εν λόγω θεσμικό όργανο θα μπορούσε να λάβει τέτοιου είδους απόφαση αν, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και το πέρας της προφορικής διαδικασίας, αντιληφθεί τον κίνδυνο να ηττηθεί στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς. Επομένως, η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει τη σχετική απόφαση προκειμένου να αποφύγει μια αρνητική για αυτήν έκβαση της δίκης. Στην πράξη, αν η περάτωση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως εξάλειφε την αναγκαιότητα εκδόσεως αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καθυστερεί την πρόσβαση σε κάθε έγγραφο επί σειρά ετών χωρίς κανένα δικαστικό έλεγχο της αποφάσεως αυτής.

56

Δεύτερον, πάντοτε κατά την Igpour, το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου προδήλως δεν συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου που εκτίθεται στις σκέψεις 78 και 79 της αποφάσεώς του της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331), κατά την οποία η διατήρηση του εννόμου συμφέροντος για τη συνέχιση της δίκης μετά την παύση των εννόμων αποτελεσμάτων προσβαλλομένης πράξεως δύναται να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η αναγνώριση της προβαλλόμενης ελλείψεως νομιμότητας ενδέχεται να ωφελήσει τον προσφεύγοντα.

57

Τρίτον, η Igpour προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε εν τέλει επί της ουσίας τον ισχυρισμό της ότι η Επιτροπή δεν υπέκειτο σε κανένα δικαστικό έλεγχο και υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός αρκεί για να αποδειχθεί ότι η Igpour έχει έννομο συμφέρον να εμμείνει στην προσφυγή της. Κατά την αναιρεσείουσα, το δικαίωμα προσβάσεως απορρέει ευθέως από το άρθρο 15 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 42 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να διασφαλίζεται ο αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες απορρίπτονται αιτήσεις παροχής προσβάσεως σε έγγραφα.

58

Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

59

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η κατάργηση της δίκης από το Γενικό Δικαστήριο χωρίς την εκ μέρους του έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να αποφύγει τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο και ότι, στο μέτρο που το Γενικό Δικαστήριο έκρινε περί του αντιθέτου, η σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως ενέχει πλάνη περί το δίκαιο.

60

Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι, μολονότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, ο προσφεύγων διατηρεί το έννομο συμφέρον του για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως ακόμη και όταν η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση έχει πάψει να παράγει αποτελέσματα μετά την άσκηση της προσφυγής του, τούτο δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση.

61

Από την ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι η Igpour δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως ήταν τέτοιες ώστε, υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας νομολογίας, το Γενικό Δικαστήριο να όφειλε να διαπιστώσει ότι η προσφεύγουσα εξακολουθούσε να έχει έννομο συμφέρον παρά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η Επιτροπή επέτρεψε την πρόσβαση στα δύο έγγραφα τα οποία αφορούσαν οι επίδικες αποφάσεις.

62

Εξάλλου, στο μέτρο που, με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Γενικό Δικαστήριο της στέρησε τη δυνατότητα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη αυτή δεν έχει ως αντικείμενο την τροποποίηση του συστήματος δικαστικού ελέγχου που προβλέπουν οι Συνθήκες, ιδίως δε των κανόνων σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών που ασκούνται απευθείας ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 97, καθώς και της 25ης Οκτωβρίου 2017, Ρουμανία κατά Επιτροπής, C‑599/15 P, EU:C:2017:801, σκέψη 68 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και επομένως, ομοίως, δεν τροποποιεί τις προϋποθέσεις εκτιμήσεως της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος.

63

Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η αποδοχή του επιχειρήματος της Igpour θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ότι, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθούν οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, ο προσφεύγων στον οποίο αρχικώς δεν επετράπη η πρόσβαση στα έγγραφα θα μπορούσε να ζητήσει την έκδοση αποφάσεως επί της διαφοράς μεταξύ αυτού και του θεσμικού οργάνου στο οποίο είχε υποβληθεί η επίμαχη αίτηση, παρά το γεγονός ότι το σχετικό αίτημά του ικανοποιήθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής του ενώπιον του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης.

64

Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επί του τρίτου και επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

65

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής, η νυν αναιρεσείουσα οφείλει να αποδείξει την έλλειψη νομιμότητας των επίδικων αποφάσεων, δεν συνιστά αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως, δεδομένου ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα μπορούσε να στηριχθεί στα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως.

66

Κατά την Igpour, η συλλογιστική αυτή είναι διττώς εσφαλμένη. Αφενός, η ακύρωση πράξεως από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης θα δέσμευε τους δικαστές της Ένωσης ή τους εθνικούς δικαστές που επιλαμβάνονται αγωγής αποζημιώσεως ή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση εξωδικαστικών διαπραγματεύσεων με τα θεσμικά όργανα της Ένωσης με σκοπό την αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας. Με άλλα λόγια, ο δεσμευτικός χαρακτήρας τυχόν αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου θα προσπόριζε όφελος στην Igpour. Αφετέρου, λαμβανομένου υπόψη του σταδίου της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά το οποίο εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, ήτοι μετά το πέρας της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας, το βάρος αποδείξεως που θα έφερε η Igpour, αν το σύνολο των στοιχείων αυτών έπρεπε να προσκομισθεί εκ νέου στο πλαίσιο μελλοντικής αγωγής αποζημιώσεως, θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγητο.

67

Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον απέρριψε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το επιχείρημά της ότι η ακύρωση των επίδικων αποφάσεων μπορούσε να της προσπορίσει όφελος κατά τις συζητήσεις της με την Επιτροπή, καθώς και στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής, απλώς και μόνον επειδή δεν είχε διευκρινίσει αν «όντως» σκόπευε να ασκήσει τέτοια αγωγή και επειδή δεν είχε προσκομίσει σαφή, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία όσον αφορά τα αποτελέσματα των επίδικων αποφάσεων. Επιπλέον, η Igpour προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι την υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, τα οποία συνιστούν ειδική και βεβαία ζημία προκληθείσα από τις επίδικες αποφάσεις.

68

Η Igpour προβάλλει ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, ουδόλως υποχρεούται να πείσει το εν λόγω δικαστήριο ότι «όντως» σκοπεύει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως. Εκείνο που πρέπει να μην είναι αμιγώς υποθετικό είναι το συμφέρον της προσφεύγουσας και όχι το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, αρκεί να εκθέτει η ενάγουσα τους λόγους για τους οποίους οι επίδικες αποφάσεις της προξένησαν υλική ζημία. Δεν απαιτείται να είναι ακριβή ή επαληθεύσιμα τα πραγματικά περιστατικά των οποίων γίνεται επίκληση προς στήριξη της εκθέσεως αυτής, διότι δεν απόκειται στο Γενικό Δικαστήριο να τα εξακριβώσει. Επομένως, τέτοιου είδους απαίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Επιπλέον, θα επιβάρυνε τις προϋποθέσεις της προσφυγής ακυρώσεως καθώς και της αγωγής αποζημιώσεως, περιπλέκοντάς τες άσκοπα.

69

Εν πάση περιπτώσει, υφίσταται, κατά την αναιρεσείουσα, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, των επίδικων αποφάσεων και, αφετέρου, του κόστους της προσφυγής ακυρώσεως. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, αυτά κατέστησαν μη ανακτήσιμα μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως. Η Igpour υποστηρίζει ότι, προβάλλοντας το επιχείρημα αυτό, δεν βάλλει κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, αλλά μόνον κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί του ότι παρέλκει η απόφανση, στο μέτρο που το εν λόγω δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα συνιστούσαν ειδική ζημία προκληθείσα από τις επίδικες αποφάσεις.

70

Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμοι.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

71

Με τους δύο αυτούς λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν από κοινού, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε ότι το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως, η αναιρεσείουσα οφείλει να εκθέσει εκ νέου τα επιχειρήματα που έχει ήδη προβάλει στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής ακυρώσεως, δεν συνιστά αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως δυνάμενο να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της εν προκειμένω. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε ότι η ίδια δεν είχε διευκρινίσει αν «όντως» σκόπευε να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως και ότι ουδόλως προσκόμισε ακριβή, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία όσον αφορά τις συνέπειες των επίδικων αποφάσεων, συνάγοντας εξ αυτού ότι το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως δεν εδύνατο να καταδείξει ότι εξακολουθούσε να υφίσταται έννομο συμφέρον της προς εκδίκαση της υποθέσεως.

72

Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι στον προσφεύγοντα επαφίεται να αποδείξει το έννομο συμφέρον του, το οποίο αποτελεί την πρώτη και βασική προϋπόθεση κάθε ένδικης προσφυγής (πρβλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψη 33).

73

Μολονότι, όμως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το ενδεχόμενο αγωγής αποζημιώσεως αρκεί για να θεμελιώσει έννομο συμφέρον, τούτο ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι το έννομο συμφέρον δεν είναι υποθετικό (πρβλ. αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 69 και 79 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Νοεμβρίου 2018, BPC Lux 2 κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑544/17 P, EU:C:2018:880, σκέψη 43). Συναφώς, όπως υπομνήσθηκε και στη σκέψη 41 της παρούσας αποφάσεως, η διατήρηση εννόμου συμφέροντος πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των συνεπειών της προβαλλομένης παρανομίας και της φύσεως της προβαλλομένης ζημίας.

74

Επομένως, η Igpour δεν μπορούσε να θεμελιώσει έννομο συμφέρον με απλή επίκληση της δυνατότητας μελλοντικής ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως, χωρίς να επικαλεστεί συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις συνέπειες της προβαλλομένης παρανομίας επί της καταστάσεώς της και τη φύση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη και της οποίας την αποκατάσταση θα επιδίωκε μέσω τέτοιας αγωγής.

75

Στο πλαίσιο, όμως, της εκ μέρους του κυριαρχικής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η αναιρεσείουσα είχε μνημονεύσει τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως χωρίς να διευκρινίσει αν η ίδια ή τα μέλη της σκόπευαν όντως να κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής, περιοριζόμενη, όσον αφορά την προβαλλόμενη ζημία, στην επισήμανση ότι «ορισμένες αγωγές απορρίφθηκαν και ορισμένοι εναγόμενοι ηττήθηκαν», χωρίς ωστόσο να παράσχει το παραμικρό σαφές, συγκεκριμένο και επαληθεύσιμο στοιχείο, η δε αναιρεσείουσα, άλλωστε, ουδόλως προβάλλει συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα πραγματικά περιστατικά ή τα επιχειρήματα που η ίδια ανέπτυξε ενώπιόν του.

76

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις οι οποίες απορρέουν από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως και βάσει των οποίων θα μπορούσε να διαπιστωθεί ότι το ενδεχόμενο ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως δύναται να θεμελιώσει έννομο συμφέρον για την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων.

77

Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Igpour υπέστη ειδική ζημία λόγω του ότι το Γενικό Δικαστήριο την υποχρέωσε να φέρει τα δικαστικά έξοδά της, πρέπει να επισημανθεί ότι το γεγονός αυτό προφανώς δεν δύναται αφ’ εαυτού να θεμελιώσει διατήρηση του εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, διότι άλλως η συγκεκριμένη προϋπόθεση θα καθίστατο κενό γράμμα.

78

Όσον αφορά την επιχειρηματολογία κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενδεχόμενης αγωγής αποζημιώσεως, η Igpour οφείλει να εκθέσει εκ νέου τα επιχειρήματα που έχει ήδη προβάλει στο πλαίσιο της προσφυγής της ακυρώσεως δεν συνιστά αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως δυνάμενο να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον της στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνεται ότι η αποδοχή τέτοιας επιχειρηματολογίας θα είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί το Γενικό Δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή αποζημιώσεως, μολονότι αυτή είναι αμιγώς υποθετική. Όπως, όμως, προκύπτει από τις σκέψεις 74 έως 76 της παρούσας αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς έκρινε, εν προκειμένω, ότι η επίκληση αυτή δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται έννομο συμφέρον, ελλείψει οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου προβληθέντος πρωτοδίκως συναφώς από τη νυν αναιρεσείουσα.

79

Κατά συνέπεια, τόσο ο τρίτος όσο και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

80

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η Igpour προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της εκδικάσεως της προσφυγής, καίτοι η ακύρωση των επίδικων αποφάσεων ήταν αναγκαία για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που η ίδια υπέστη ως επαγγελματική οργάνωση και δεν υφίσταται, κατά την αναιρεσείουσα, κανένας άλλος τρόπος αποκαταστάσεως της ζημίας αυτής.

81

Η Επιτροπή προβάλλει ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

82

Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 170, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να μεταβάλει το αντικείμενο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης. Επομένως, όταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται πράγματι στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε κατόπιν των λόγων και ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν πρωτοδίκως. Συνεπώς, ένας διάδικος δεν επιτρέπεται να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθόσον τούτο θα του παρείχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αναιρετική αρμοδιότητα είναι περιορισμένη, διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο από εκείνο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο (πρβλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, Elf Aquitaine κατά Επιτροπής, C‑521/09 P, EU:C:2011:620, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

83

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Igpour δεν υποστήριξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι διατηρούσε το έννομο συμφέρον της για την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων για τον λόγο ότι η ακύρωση αυτή θα συνιστούσε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που φέρεται να προκλήθηκε από την προβαλλόμενη έλλειψη νομιμότητας των αποφάσεων αυτών, αλλά προβάλλει το εν λόγω επιχείρημα για πρώτη φορά με την αίτησή της αναιρέσεως.

84

Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

85

Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

86

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

87

Επειδή η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, η δε Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, η αναιρεσείουσα πρέπει να φέρει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.

88

Το Βασίλειο της Σουηδίας και η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 140 του Κανονισμού Διαδικασίας.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:

 

1)

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

 

2)

Η Izba Gospodarcza Producentów i Operatorów Urządzeń Rozrywkowych φέρει τα δικαστικά έξοδά της και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

3)

Το Βασίλειο της Σουηδίας και η Δημοκρατία της Πολωνίας φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.

Top