This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52006PC0179
Draft interinstitutional agreement on inter-institutional co-operation in the framework of international Conventions to which the European Atomic Energy Community and its Member States are parties {SEC(2006) 519}
Σχέδιο διοργανικη συμφωνια περί διοργανικής συνεργασίας στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη {SEC(2006) 519}
Σχέδιο διοργανικη συμφωνια περί διοργανικής συνεργασίας στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη {SEC(2006) 519}
/* COM/2006/0179 τελικό */
Σχέδιο διοργανικη συμφωνια περί διοργανικής συνεργασίας στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη {SEC(2006) 519} /* COM/2006/0179 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 28.4.2006 COM(2006) 179 τελικό Σχέδιο ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ περί διοργανικής συνεργασίας στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη (υποβληθέν από την Επιτροπή) { SEC(2006) 519} ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ 1. στοχοσ Σκοπός της παρούσας πρότασης είναι να καθοριστούν οι γενικές αρχές που διέπουν τη διοργανική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, που εκπροσωπούνται στο Συμβούλιο, και της Επιτροπής, η οποία εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, (εφεξής “η Κοινότητα”), όταν συμμετέχουν σε διεθνείς εκδηλώσεις των οποίων το αντικείμενο εμπίπτει εν μέρει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας βάσει της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Ο συντονισμός μεταξύ της Επιτροπής και των εκπροσωπούμενων στο Συμβούλιο κρατών μελών είναι αναγκαίος, ούτως ώστε να ασκούν τους αντίστοιχους ρόλους τους σύμφωνα με τη Συνθήκη και το πνεύμα της Κοινότητας, όταν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συμμετέχουν σε τέτοιες εκδηλώσεις. Προσφάτως, στο πλαίσιο των συνεδριάσεων για την ανασκόπηση της Σύμβασης για την Πυρηνική Ασφάλεια και της Διάσκεψης για την εξέταση και έγκριση προτεινόμενων τροποποιήσεων της Σύμβασης για τη Φυσική Προστασία Πυρηνικών Υλικών, κατέστη εμφανής η ανάγκη καθορισμού συνόλου αρχών για την από κοινού συμμετοχή της Ευρατόμ και των κρατών μελών της. 2. εξωτερικη αρμοδιότητα της ευρατομ Η κύρια αποστολή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, που συστάθηκε το 1957, σύμφωνα με το άρθρο 1 της συνθήκης Ευρατόμ είναι “να συμβάλει δια της δημιουργίας των αναγκαίων προϋποθέσεων στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών, στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου εντός των κρατών μελών και στην ανάπτυξη των συναλλαγών με τις άλλες χώρες”. Για να εκπληρώσει την αποστολή αυτή, τα κράτη μέλη, με την υπογραφή της συνθήκης Ευρατόμ, εκχώρησαν στην Κοινότητα κυριαρχικά δικαιώματα στους ακόλουθους κύριους τομείς: έρευνα, υγεία και ασφάλεια (προστασία των εργαζομένων και του πληθυσμού κατά των κινδύνων που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες), εφοδιασμός με αρχικά υλικά και πυρηνικές διασφαλίσεις. Η Κοινότητα δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο (η), της συνθήκης Ευρατόμ, να συνάπτει με τις άλλες χώρες και με τους διεθνείς οργανισμούς κάθε σχέση ικανή να προωθεί την πρόοδο κατά την ειρηνική χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας. Προς το σκοπό αυτό η Κοινότητα δύναται, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς της, να αναλαμβάνει δεσμεύσεις δια της συνάψεως συμφωνιών ή συμβάσεων με τρίτο κράτος, διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτου κράτους (άρθρο 101 της συνθήκης Ευρατόμ). Η εξωτερική αρμοδιότητα της Κοινότητας επιβεβαιώθηκε με νομολογία. Το 1978, στο πλαίσιο της προγραμματιζόμενης προσχώρησης της Κοινότητας στη Σύμβαση για τη Φυσική Προστασία Πυρηνικών Υλικών, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέτασε τις εξωτερικές αρμοδιότητες της Κοινότητας[1]. Παραπέμποντας στη νομολογία του σχετικά με τις εξωτερικές αρμοδιότητες, το Δικαστήριο επισήμανε ότι στο μέτρο που η Κοινότητα αναπτύσσει κοινούς εσωτερικούς κανόνες αποκτά επίσης και την εξουσία διεξαγωγής των εξωτερικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν τους εν λόγω κοινούς κανόνες [2]. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε περαιτέρω ότι εάν η Κοινότητα διαθέτει την εσωτερική αρμοδιότητα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου, διαθέτει σιωπηρά την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα για το αντικείμενο αυτό, στον βαθμό που η ανάληψη του αντίστοιχου εξωτερικού εγχειρήματος είναι αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού[3]. Επιπλέον, όσον αφορά την εφαρμογή διεθνούς υποχρέωσης από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Σύμβαση είναι δυνατόν να εφαρμοστεί όσον αφορά την Κοινότητα μόνον μέσω της στενής συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Κοινότητας και των κρατών μελών, τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και σύναψης, όσο και κατά την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή. Το 1994, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιβεβαίωσε με τη γνώμη του 1/94[4] ότι «οσάκις προκύπτει ότι o τoμέας τoν oπoίo διέπει μια διεθνής σύμβαση εμπίπτει εν μέρει στην αρμoδιότητα της Κoινότητας και εν μέρει στην αρμoδιότητα των κρατών μελών, η ανάγκη ενιαίας διεθνoύς εκπρoσωπήσεως της Κoινότητας επιβάλλει να διασφαλίζεται στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και των κoινoτικών oργάνων τόσo κατά τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων και της συνάψεως, όσo και κατά την εκτέλεση των αναληφθεισών δεσμεύσεων». Προσφάτως, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs - στην πρότασή του σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στη Σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια, με βάση την οποία το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε την απόφασή του στις 10 Δεκεμβρίου 2002 - επιβεβαίωσε ότι «κατά το άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης, η Κοινότητα μπορεί να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες «στο πλαίσιο της αρμοδιότητός της». Συνεπώς η εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρατόμ έχει την ίδια έκταση όπως και η εσωτερική αρμοδιότητα ή, με άλλα λόγια, η εν λόγω Κοινότητα έχει την εξουσία να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες επί όλων των ζητημάτων επί των οποίων νομιμοποιείται να ενεργεί εσωτερικώς»[5]. 3. Υποχρεώσεις της Ευρατόμ που απορρέουν από τις διεθνείς σχέσεις της 3.1. Εισαγωγή Επί θεμάτων που καλύπτονται από τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, η Κοινότητα είναι επί του παρόντος συμβαλλόμενο μέρος σε πέντε διεθνείς συμβάσεις: Σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια, Κοινή σύμβαση για την ασφάλεια διαχείρισης του αναλωμένου καυσίμου και την ασφάλεια διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων, Σύμβαση για την ταχεία κοινοποίηση πυρηνικού ατυχήματος, Σύμβαση για αρωγή σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή κατάστασης έκτακτης ραδιολογικής ανάγκης και Διεθνής Σύμβαση για τη φυσική προστασία πυρηνικών υλικών. Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν ότι οργανισμοί περιφερειακής ολοκλήρωσης είναι συμβαλλόμενα μέρη μόνον ως προς θέματα που υπάγονται στην έκταση των αρμοδιοτήτων τους. Οι οργανισμοί περιφερειακής ολοκλήρωσης οφείλουν να κοινοποιούν τα θέματα που υπάγονται στην έκταση των αρμοδιοτήτων τους όταν καταθέτουν την πράξη προσχώρησης. Η Κοινότητα, συγκεκριμένα, κατέθεσε τις δηλώσεις της όταν προσχώρησε σε αυτές τις συμβάσεις (απαριθμούνται στο έγγραφο εργασίας της Επιτροπής). 3.2. Γενικές αρχές Με την υπογραφή της συνθήκης Ευρατόμ τα κράτη μέλη εκχώρησαν στην Κοινότητα ορισμένες από τις αρμοδιότητές τους στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Κατά συνέπεια, η Κοινότητα από μόνη της, εφόσον είναι αποκλειστικώς αρμόδια, ή μαζί με τα κράτη μέλη, στις περιπτώσεις που οι αρμοδιότητες είναι επιμερισμένες, δύναται να αναλαμβάνει και να εκπληρώνει υποχρεώσεις έναντι τρίτων χωρών σε διεθνείς διασκέψεις, το αποτέλεσμα των οποίων θα μπορούσε να επηρεάσει το πλέγμα αρμοδιοτήτων της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, όταν η Κοινότητα και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν στον τομέα αυτό τις διεθνείς τους υποχρεώσεις οι οποίες εμπίπτουν εν μέρει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, πρέπει να τηρούν τις ακόλουθες αρχές: - Αρχή της συνεργασίας : τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας συνεργάζονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. - Αρχή του συντονισμού : τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας συντονίζουν τις θέσεις τους ώστε να τηρούν ενιαία στάση. - Αρχή της αλληλεγγύης : η αρχή αυτή ορίζεται στο άρθρο 192 της συνθήκης Ευρατόμ: « Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα συνθήκη ή προκύπτουν από πράξεις των οργάνων της Κοινότητας. Διευκολύνουν την Κοινότητα στην εκτέλεση της αποστολής της. Απέχουν από κάθε μέτρο που δύναται να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της παρούσας συνθήκης .» - Αρχή της ενότητας : τα κράτη μέλη διευκολύνουν την αποστολή της Κοινότητας για να διασφαλισθεί η ενότητα εκπροσώπησης της Κοινότητας έναντι τρίτων. - Αρχή της προστιθέμενης αξίας : τα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούν την ιδιότητα του μέλους της Κοινότητας ως προστιθέμενη αξία η οποία ενισχύει μάλλον παρά αποδυναμώνει τις θέσεις τους στις διεθνείς διασκέψεις. 3.3. Συμμετοχή της Κοινότητας σε συνεδριάσεις απολογισμού Σύμφωνα με τις δύο συμβάσεις του ΔΟΑΕ –Σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια και Σύμβαση για την ασφάλεια διαχείρισης του αναλωμένου καυσίμου και την ασφάλεια διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων - τα συμβαλλόμενα κράτη μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να πραγματοποιούν τακτικές συνεδριάσεις απολογισμού ανά τριετία. Σκοπός αυτών των συνεδριάσεων απολογισμού είναι να επανεξετάζονται οι εκθέσεις που υποβάλουν τα συμβαλλόμενα μέρη σχετικά με μέτρα που έχουν λάβει προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τις συμβάσεις. Η Επιτροπή – ως εκπρόσωπος της Κοινότητας σε αυτές τις συνεδριάσεις απολογισμού – συντάσσει έκθεση των μέτρων που λήφθηκαν εξ ονόματος της Ευρατόμ για την υλοποίηση των υποχρεώσεων των συμβάσεων που εμπίπτουν εντός των αναγνωρισμένων αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και συμμετέχει, παράλληλα με τα κράτη μέλη, στις συνεδριάσεις απολογισμού που αφορούν θέματα τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της. Η Επιτροπή πρέπει να ξεκινά επαφές με το Συμβούλιο πριν από την ολοκλήρωση αυτής της έκθεσης, εγκαίρως πριν από τη συνεδρίαση απολογισμού ώστε να καθίστανται δυνατές οι συζητήσεις με τα κράτη μέλη με σκοπό τη διευκρίνιση μερών της έκθεσης. Το κατάλληλο φόρουμ γι’αυτές τις συζητήσεις είναι το Συμβούλιο. Σύμφωνα με τις ανωτέρω απαριθμούμενες αρχές, εκθέσεις που υποβάλλονται εξ ονόματος της Κοινότητας πρέπει να συνιστούν έγγραφο της Κοινότητας και - με την ιδιότητα αυτή - να μην αποτελούν αντικείμενο συζητήσεων από τα κράτη μέλη σε διεθνή φόρα. Στα φόρα αυτά, οι εκθέσεις που υποβάλλονται από τα συμβαλλόμενα μέρη συζητούνται και αξιολογούνται στο πλαίσιο των καλούμενων «ομάδων χωρών», μέχρι τώρα σύμφωνα με την αρχή του «απολογισμού από ομόλογους». Σε αυτές τις συζητήσεις επιτρέπεται να συμμετέχουν μόνον εκπρόσωποι αντιπροσωπειών οι οποίες εκπροσωπούνται σε συγκεκριμένη ομάδα χωρών. Οι εκπρόσωποι της Επιτροπής υποβάλλουν έκθεση εξ ονόματος της Ευρατόμ. Τα μεμονωμένα κράτη μέλη δεν συμπεριλαμβάνονται στην αντιπροσωπεία της Ευρατόμ. Η προτεινόμενη συμφωνία προβλέπει ότι, εφόσον επιθυμούν, δύνανται να συμμετέχουν κράτη μέλη σε αντιπροσωπεία της Ευρατόμ για να εξασφαλίσουν την ενότητα εκπροσώπησης της Κοινότητας έναντι τρίτων. 3.4. Συμμετοχή της Κοινότητας σε διασκέψεις αναθεώρησης και τροποποίησης Σε όλες τις συμβάσεις που αναφέρονται ανωτέρω προβλέπεται μηχανισμός αναθεώρησης ή τροποποίησής τους. Η Κοινότητα, ως συμβαλλόμενο μέρος σε αυτές τις συμβάσεις, συμμετέχει στις διασκέψεις αυτές για να εξασφαλίσει ότι οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις συμβάσεις είναι συμβατές με τις πολιτικές και τις διατάξεις της συνθήκης Ευρατόμ και του παράγωγου δικαίου. Πρέπει να συντονίζεται η συμμετοχή της Κοινότητας όταν το αντικείμενο διάσκεψης αναθεώρησης ή τροποποίησης εμπίπτει εν μέρει σε αρμοδιότητα της Κοινότητας που καλύπτεται από τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, πριν από τη διάσκεψη, η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει στις αναγκαίες διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο, ώστε να καθορίζεται κοινή θέση, η οποία εν συνεχεία θα προωθηθεί εξ ονόματος της Κοινότητας. Επιπλέον, μετά από αίτημα της Κοινότητας ή οποιουδήποτε κράτους μέλους, πρέπει να διοργανώνονται όσες επιτόπιες διαβουλεύσεις χρειάζονται μεταξύ Επιτροπής, κρατών μελών και Συμβουλίου, ώστε να καθορίζεται η κοινή θέση που θα παρουσιάζεται κατά τη διάρκεια της διάσκεψης εξ ονόματος της Κοινότητας. 4. Συμπέρασμα Η παρούσα πρόταση για διοργανική συμφωνία καθορίζει τις γενικές αρχές για τον διοργανικό συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών, που συνέρχονται στο πλαίσιο του Συμβουλίου, και της Επιτροπής ως εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, όταν παρίστανται σε συνεδριάσεις οι οποίες διοργανώνονται στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη η Ευρατόμ και τα κράτη μέλη της, ώστε να διασφαλίζονται η ενιαία εκπροσώπηση έναντι τρίτων κρατών και η τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί τόσο σε κοινοτικό, όσο και σε εθνικό πλαίσιο. Σχέδιο ΔΙΟΡΓΑΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ περί διοργανικής συνεργασίας στα πλαίσια των διεθνών συμβάσεων στις οποίες η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας και τα κράτη μέλη της είναι συμβαλλόμενα μέρη Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 192, Εκτιμώντας τα εξής : (1) Όταν το αντικείμενο μιας συμφωνίας ή σύμβασης εμπίπτει εν μέρει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο Συμβούλιο και της Επιτροπής, τόσο κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και σύναψης της εκάστοτε συμφωνίας ή σύμβασης όσο και κατά την εκπλήρωση των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό. Η εν λόγω υποχρέωση συνεργασίας απορρέει από την απαίτηση ενότητας κατά τη διεθνή εκπροσώπηση της Κοινότητας. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζουν εν προκειμένω τη βέλτιστη δυνατή συνεργασία . (2) Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας είναι επί του παρόντος συμβαλλόμενο μέρος σε πέντε διεθνείς συμβάσεις, και συγκεκριμένα στη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια[6], στην κοινή σύμβαση για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωμένων καυσίμων και για την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων[7], στη σύμβαση για την ταχεία κοινοποίηση πυρηνικού ατυχήματος[8], στη σύμβαση για την παροχή βοήθειας σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες[9] και στη σύμβαση για τη φυσική προστασία των πυρηνικών υλικών[10]. (3) Η συμμετοχή στα διεθνή φόρα θα πρέπει να βασίζεται σε σαφείς και συμπεφωνημένες αρχές. (4) Η σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια και η σύμβαση για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωμένων καυσίμων και για την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων επιβάλλουν στα συμβαλλόμενα μέρη την υποχρέωση να πραγματοποιούν τακτικές συνεδριάσεις απολογισμού με σκοπό την επανεξέταση των εκθέσεων που υποβάλλουν τα συμβαλλόμενα μέρη σχετικά με τα μέτρα που έχουν λάβει προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τις συμβάσεις. Για τις εκθέσεις που εκπονεί και υποβάλλει η Επιτροπή, εξ ονόματος της Ευρατόμ, θα πρέπει να ζητείται και να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η γνώμη του Συμβουλίου. (5) Εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας υπό την ιδιότητά της ως συμβαλλομένου μέρους συμβάσεων, η Επιτροπή συμμετέχει παράλληλα με τα κράτη μέλη στις διασκέψεις αναθεώρησης και τροποποίησης εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της. Για να διασφαλισθεί η ενότητα της εκπροσώπησης της Κοινότητας έναντι τρίτων, θα πρέπει να διεξάγονται όλες οι αναγκαίες διαβουλεύσεις για την επίτευξη κοινής θέσης η οποία θα εγγυάται τη συνοχή και τη συνέπεια των θέσεων που διατυπώνουν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: 1. Σκοπός Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι να καθορίσει γενικές αρχές για τον συντονισμό της συμμετοχής των κρατών μελών και της Επιτροπής, ως εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, σε διεθνείς εκδηλώσεις των οποίων το αντικείμενο εμπίπτει εν μέρει στην αρμοδιότητα της Κοινότητας, βάσει της συνθήκης ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και εν μέρει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. 2. Γενικές αρχές Τα κράτη μέλη, όταν συμμετέχουν σε τέτοιες διεθνείς εκδηλώσεις, ενεργούν σε στενή συνεργασία με την Επιτροπή και το Συμβούλιο βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών: 1. Συνεργασία: τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας συνεργάζονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. 2. Συντονισμός: τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας συντονίζουν τις θέσεις τους ώστε να τηρούν ενιαία στάση. 3. Αλληλεγγύη: τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας και απέχουν κάθε ενέργειας που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. 4. Ενότητα: τα κράτη μέλη διευκολύνουν τον ρόλο της Κοινότητας έναντι τρίτων, διασφαλίζοντας την ενότητα της εκπροσώπησης της Κοινότητας. 5. Προστιθέμενη αξία: τα κράτη μέλη πρέπει να θεωρούν την ιδιότητα του μέλους της Κοινότητας ως προστιθέμενη αξία η οποία ενισχύει μάλλον παρά αποδυναμώνει τις θέσεις τους στις διεθνείς διασκέψεις. 3. Συμμετοχή σε συνεδριάσεις απολογισμού 1. Η Επιτροπή προβαίνει σε επαφές με το Συμβούλιο πολύ πριν από τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων απολογισμού, και πριν από την οριστική έκδοση της έκθεσής της σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβάσεις. 2. Οι κοινοτικές εκθέσεις συζητούνται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή μόνο στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Αποφεύγεται η συζήτηση των εν λόγω εκθέσεων σε άλλα φόρα. 3. Για τις συνεδριάσεις απολογισμού, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν εκπροσώπους οι οποίοι θα μετέχουν στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής. Οι εκπρόσωποι αυτοί δεν συμπίπτουν ωστόσο με εκείνους που μετέχουν στις εθνικές αντιπροσωπείες. 4. Συμμετοχή σε διασκέψεις αναθεώρησης και τροποποίησης 1. Πριν από οιαδήποτε διάσκεψη αναθεώρησης ή τροποποίησης, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διεξάγουν διαβουλεύσεις στο πλαίσιο του Συμβουλίου προς διαμόρφωση κοινής θέσης. 2. Κατά τη διάρκεια της εκάστοτε διάσκεψης, η Επιτροπή και το Συμβούλιο διοργανώνουν από κοινού επιτόπιες προπαρασκευαστικές συνεδριάσεις στις οποίες συμμετέχουν όλα τα κράτη μέλη. Τέτοιες συνεδριάσεις συγκαλούνται κάθε φορά που αυτό είναι αναγκαίο ή που το ζητεί κράτος μέλος ή η Επιτροπή, με σκοπό τη διατύπωση κοινής θέσης η οποία στη συνέχεια υποβάλλεται στην ολομέλεια εξ ονόματος της Κοινότητας. 3. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης, η κοινή θέση υποβάλλεται εξ ονόματος της Κοινότητας από την Επιτροπή όταν αφορά θέμα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, ή από το Συμβούλιο όταν αφορά θέμα που εμπίπτει στις εθνικές αρμοδιότητες, ή από κοινού όταν αφορά θέμα που εμπίπτει σε συναρμοδιότητα. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη δύνανται να εκφράζονται υπέρ της κοινής θέσης. 4. Τα κράτη μέλη ψηφίζουν σύμφωνα με την κοινή θέση που έχει συμφωνηθεί. 5. Δημοσίευση Η παρούσα συμφωνία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Βρυξέλλες, […] Για την Επιτροπή Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος [1] Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Νοεμβρίου 1978, Απόφαση αριθ. 1/78. [2] Υπόθεση 22/70 της 31.03.1971 Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1971 σ. 263 - AETR. [3] Γνώμη 1/76 της 26.04.1977, Σχέδιο συμβάσεως σχετικής με τη θέσπιση ενός ευρωπαϊκού ταμείου ακινητοποιήσεως εσωτερικής ναυσιπλοΐας, Συλλογή 1977 σ. 741. [4] Γνώμη 1/94 της 15.11.1994 [5] Πρόταση του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Υπόθεση C-29/99. Συλλογή Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002, I-11221. [6] ΕΕ L 318, 11/12/1999, σ. 20 [7] ΕΕ L 185, 16/07/2005, σ. 33-34 [8] ΕΕ L […], […], σ. […]. [9] ΕΕ L […], […], σ. […]. [10] ΕΕ L 149, 17/06/1980, σ. 41.