Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003SC0366

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την Κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών

/* SEC/2003/0366 τελικό - COD 2000/0115 */

52003SC0366

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την Κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών /* SEC/2003/0366 τελικό - COD 2000/0115 */


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την Κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών

2000/0115 (COD)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την Κοινή θέση που καθόρισε το Συμβούλιο σχετικά με την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών

1- ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ

Ημερομηνία διαβίβασης της πρότασης στο ΕΚ και στο Συμβούλιο COM(2000) 275 τελικό - 2000/0115 (COD): // 12 Ιουλίου 2000

Ημερομηνία της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή // 26 Απριλίου 2001

Ημερομηνία της γνωμοδότησης της Επιτροπής των Περιφερειών: // 13 Δεκεμβρίου 2000

Ημερομηνία της γνωμοδότησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε πρώτη ανάγνωση: // 17 Ιανουαρίου 2002

Ημερομηνία διαβίβασης της τροποποιημένης πρότασης: // 6 Μαΐου 2002

Ημερομηνία έκδοσης της κοινής θέσης: // 20 Μαρτίου 2003

2- ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

Η πρόταση οδηγίας αποσκοπεί στην ανασύνταξη της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, με στόχο τη δημιουργία μιας πραγματικής ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς στον τομέα των αγορών του δημοσίου. Στόχος της νομοθεσίας αυτής δεν είναι να αντικαταστήσει την εθνική νομοθεσία, αλλά να διασφαλίσει την τήρηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της αποφυγής διακρίσεων και της διαφάνειας κατά τη σύναψη των δημόσιων συμβάσεων στο σύνολο των κρατών μελών.

Η πρόταση αυτή, που αποτελεί συνέχεια της συζήτησης που ξεκίνησε με την Πράσινη Βίβλο για τις δημόσιες συμβάσεις, επιδιώκει τον τριπλό στόχο του εκσυγχρονισμού, της απλούστευσης και της μεγαλύτερης ευελιξίας του υφιστάμενου νομικού πλαισίου στον τομέα αυτό:

- εκσυγχρονισμός, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι νέες τεχνολογίες και οι αλλαγές του οικονομικού περιβάλλοντος,

- απλούστευση, προκειμένου να διευκολυνθεί η κατανόηση των σημερινών κειμένων από τους χρήστες, έτσι ώστε οι συμβάσεις να συνάπτονται σε πλήρη συμμόρφωση με τα πρότυπα και τις αρχές που διέπουν τον τομέα και οι εμπλεκόμενες εταιρείες να είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα τα δικαιώματά τους,

- και ευελιξία των διαδικασιών, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των αγοραστών του δημοσίου και των οικονομικών φορέων.

Επιπλέον, η ανασύνταξη των τριών ισχυουσών νομοθετικών πράξεων θα θέσει στη διάθεση των οικονομικών φορέων, των αναθετουσών αρχών και του ευρωπαίου πολίτη ένα σαφές και διαφανές ενιαίο κείμενο.

3- ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΘΕΣΗ

3.1. Γενική παρατήρηση

Η κοινή θέση του Συμβουλίου ακολουθεί κατ' ουσίαν την αρχική πρόταση της Επιτροπής, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την τροποποιημένη πρόταση. Εξάλλου, η εν λόγω κοινή θέση ενισχύει ορισμένα μέσα που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων τους οποίους επιδιώκουν οι προτάσεις της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να υποστηρίξει την ομόφωνη συμφωνία του Συμβουλίου λόγω των διατάξεων που προστέθηκαν σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Η πολιτική συμφωνία στην οποία κατέληξε ομόφωνα το Συμβούλιο στις 21 Μαΐου 2002 ενσωματώθηκε στην κοινή θέση που υιοθετήθηκε στις 20 Μαρτίου 2003.

Οι τροποποιήσεις που γίνονται με την κοινή θέση αφορούν κυρίως:

- την καλύτερη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών της πληροφορίας για τη σύναψη των συμβάσεων, πράγμα που αντιστοιχεί στο στόχο του εκσυγχρονισμού τον οποίο επιδιώκουν οι προτάσεις της Επιτροπής. Σχετικά με το θέμα αυτό, πρέπει, ειδικότερα, να σημειωθεί η θέσπιση, για τις αγορές τρέχουσας χρήσης, των δυναμικών συστημάτων αγορών, σκοπός των οποίων είναι, συγχρόνως, να θέσουν στη διάθεση των αναθετουσών αρχών εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικά συστήματα που επιτρέπουν την απλούστευση και την αυτοματοποίηση των διαδικασιών αγορών και να εγγυηθούν σε κάθε ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα την δυνατότητα να συμμετάσχει στις διαδικασίες, προσφεύγοντας, ενδεχομένως, στον ηλεκτρονικό τους κατάλογο. Εξάλλου, όσον αφορά τη γενική πλαισίωση των αγορών με ηλεκτρονικά μέσα, η κοινή θέση ρυθμίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και ενισχύει τις υποχρεώσεις περί απορρήτου στo διατακτικό, το οποίο παραπέμπει στο παράρτημα Χ. σχετικά με το θέμα αυτό, η κοινή θέση ενσωματώνει κατ' ουσίανν την τροπολογία 117 του Κοινοβουλίου.

- όσον αφορά τη συνεκτίμηση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών ζητημάτων, το Συμβούλιο ενστερνίστηκε τις τροποποιημένες, βάσει των τροπολογιών του Κοινοβουλίου, προτάσεις της Επιτροπής και, επιπροσθέτως, αποσαφήνισε σε μια αιτιολογική σκέψη (αριθ. 44) τον τρόπο με τον οποίο δύνανται να λαμβάνονται υπόψη τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα κατά την αξιολόγηση των προσφορών στη φάση της ανάθεσης των συμβάσεων.

- αποσαφηνίζεται ο τρόπος εφαρμογής των περιπτώσεων αποκλεισμού με βάση την προσωπική κατάσταση των οικονομικών φορέων, διευκρινίζοντας ότι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων αποκλεισμού είναι τα κράτη μέλη. Όσον αφορά τον υποχρεωτικό αποκλεισμό, η εφαρμογή του βελτιώνεται μέσω συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Λαμβάνονται επίσης υπόψη καταστάσεις στις οποίες δεν θα είναι δυνατή η ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων γενικού συμφέροντος αν διατηρηθεί η υποχρέωση αποκλεισμού.

- λαμβανομένης υπόψη της εν εξελίξει διαδικασίας ανοίγματος των ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό σε κοινοτικό επίπεδο, θεσπίστηκε ένας μηχανισμός που προβλέπει τη μεταφορά των συμβάσεων που συνάπτονται από τους ταχυδρομικούς οργανισμούς για την άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων τους από το πεδίο εφαρμογής της "κλασικής" οδηγίας στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας "ειδικοί τομείς".

Από την άλλη πλευρά, η κοινή θέση εισάγει τροποποιήσεις σχετικά με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, τις περιπτώσεις προσφυγής σε διαδικασία με διαπραγμάτευση και τη στάθμιση των κριτηρίων ανάθεσης.

Όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, η Επιτροπή θεωρεί ότι η τροποποίηση που εισήχθη ομόφωνα από το Συμβούλιο, και η οποία ευθυγραμμίζεται με την τροπολογία 37 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή σύγχυσης ως προς την υπαγωγή των υπηρεσιών αυτών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας της σχετικής με τις συμβάσεις υπηρεσιών που καλύπτονται σήμερα από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επανέλαβε, σε δήλωσή της στα πρακτικά του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2002, που επισυνάπτεται στην παρούσα ανακοίνωση, τη θέση την οποία είχε ήδη την ευκαιρία να διατυπώσει στην τροποποιημένη της πρόταση, όταν απέρριψε την τροπολογία 37 του Κοινοβουλίου.

Η Επιτροπή δέχθηκε να γίνει ελαφρώς πιο ευέλικτη η προσφυγή στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση, διότι οι σχετικές περιπτώσεις αφορούν καταστάσεις πραγματικά εξαιρετικές (άρθρο 30) ή ιδιαίτερα περιορισμένες και ρυθμισμένες (άρθρο 31).

Η υποχρέωση αναφοράς του τρόπου στάθμισης των κριτηρίων ανάθεσης επιβεβαιώνεται. ωστόσο, η Επιτροπή συμφώνησε με την ανάγκη να λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις στις οποίες η αναθέτουσα αρχή μπορεί να αποδείξει ότι δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει τον τρόπο στάθμισης - ιδίως σε περιπτώσεις ιδιαίτερα περίπλοκων συμβάσεων - και δέχθηκε να επιτρέψει στην αναθέτουσα αρχή, στις περιπτώσεις αυτές, να περιοριστεί στην αναφορά της φθίνουσας σειράς σπουδαιότητας των κριτηρίων αυτών.

3.2. Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ενσωματώνονται στην κοινή θέση

3.2.1. Τροπολογίες που ενσωματώνονται στην τροποποιημένη πρόταση και στην κοινή θέση

Αιτιολογική σκέψη (4) - Τροπολογία 1: η τροπολογία έγινε δεκτή όσον αφορά την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε η συμμετοχή οργανισμών δημοσίου δικαίου σε διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης να μην προκαλεί στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η δεύτερη φράση που προτείνεται με την τροπολογία - δυνατότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τις μεθόδους που θα χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της σχέσης τιμής/πραγματικού κόστους των προσφορών - διαγράφηκε, διότι, καθώς αφορά μία μόνο δυνατότητα μεταξύ όλων εκείνων στις οποίες μπορούν να προσφύγουν τα κράτη μέλη για να αποτρέψουν τέτοιες στρεβλώσεις, κρίθηκε περιττή.

Αιτιολογική σκέψη (5) - Τροπολογία 2: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης, που αφορά τη συνεκτίμηση των απαιτήσεων περιβαλλοντικής προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης, ενσωματώθηκε αυτούσιο.

Αιτιολογική σκέψη (6) - Τροπολογία 141: η τροπολογία, που αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης, ενσωματώθηκε ελαφρώς τροποποιημένη, ώστε να συμφωνεί επακριβώς με τη διατύπωση του άρθρου αυτού όσον αφορά την προφύλαξη των φυτών. Εξάλλου, η φράση "δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν αντίκεινται στο στόχο του ανοίγματος των αγορών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων" αντικαταστάθηκε από την φράση "είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη": η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται από την υπεροχή της Συνθήκης, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, επί του παραγώγου δικαίου, πράγμα που σημαίνει ότι ο στόχος του ανοίγματος των αγορών, τον οποίο επιδιώκει η οδηγία, δεν είναι δυνατόν να τροποποιήσει τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη από τη Συνθήκη.

Αιτιολογική σκέψη (9) - Τροπολογίες 142, 7 και 171-145: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης, που αφορά την ανάθεση συμβάσεων υπηρεσιών και έργων, ενσωματώθηκε με μία και μόνη τροποποίηση, η οποία έγινε για καθαρά γλωσσικούς λόγους: αντικατάσταση της φράσης "συνολική ανάθεση" με τη φράση "κοινή ανάθεση".

Αιτιολογική σκέψη (14), άρθρο 1, παράγραφος 10, και άρθρο 11 - Τροπολογίες 5 και 168, 126-172, 21 και 175: τα κείμενα της τροποποιημένης πρότασης, που αφορούν τους κεντρικούς οργανισμούς αγορών, ενσωματώθηκαν αυτούσια.

Αιτιολογική σκέψη (27), άρθρο 23 και Παράρτημα VI - Τροπολογίες 45, 46, 47-123 και 109: οι διατάξεις της τροποποιημένης πρότασης (αιτιολογική σκέψη 25, άρθρο 24 και Παράρτημα VI) οι σχετικές με τις τεχνικές προδιαγραφές ενσωματώθηκαν αυτούσιες, με εξαίρεση τρεις φραστικές τροποποιήσεις στο Παράρτημα VI [σημείο 1. α) και β): " διαδικασίες και μεθόδους παραγωγής» αντί «διαδικασίες και μεθόδους παραγωγής» (σημείωση του μεταφραστή: η τροποποίηση αυτή είναι άνευ αντικειμένου για την ελληνική γλώσσα). Σημείο 1. α): «η αξιολόγηση της συμμόρφωσης» αντί «τα επίπεδα αξιολόγησης της συμμόρφωσης»].

Αιτιολογική σκέψη (29), άρθρο 1, παράγραφος 11, τρίτο εδάφιο , και άρθρο 29 - Τροπολογίες 9, 137 και 138: τα κείμενα της τροποποιημένης πρότασης τα σχετικά με τον ανταγωνιστικό διάλογο ενσωματώθηκαν αυτούσια με εξαίρεση το άρθρο 29, παράγραφος 8, όπου η υποχρέωση πρόβλεψης της απονομής βραβείων και της καταβολής ποσών στους συμμετέχοντες στον διάλογο μετατράπηκε σε προαιρετική δυνατότητα. Η τροποποίηση αυτή επιτρέπει την ευρύτερη συμμετοχή ανταγωνιστών στις διαδικασίες ανταγωνιστικού διαλόγου: σε περίπτωση υποχρεωτικής απονομής βραβείων ή καταβολής ποσών, οι αναθέτουσες αρχές, για να μειώσουν τις δαπάνες, θα προσπαθούσαν αναπόφευκτα να μειώσουν στο ελάχιστο δυνατόν τον αριθμό των συμμετεχόντων, αποκλείοντας - βάσει υποκειμενικών και μόνο κριτηρίων - φορείς οι οποίοι, με την τεχνογνωσία και τις καινοτομικές ιδέες τους, θα μπορούσαν να κερδίσουν τη σύμβαση αν γίνονταν δεκτοί στο διάλογο.

Αιτιολογική σκέψη (31) και άρθρο 26 - Τροπολογίες 10 και 127: τα κείμενα της τροποποιημένης πρότασης, τα σχετικά με τους όρους εκτέλεσης της σύμβασης (αιτιολογική σκέψη 29 και άρθρο 26α) και, ειδικότερα, τη χρήση τους για κοινωνικούς ή περιβαλλοντικούς σκοπούς, ενσωματώθηκαν αυτούσια με μια πολύ μικρή τροποποίηση καθαρά φραστικού χαρακτήρα στην αιτιολογική σκέψη.

Αιτιολογική σκέψη (32) - Τροπολογίες 11, 51, 86, 87 και 89: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης το σχετικό με την τήρηση των κανονιστικών διατάξεων στον τομέα της κοινωνικής προστασίας ενσωματώθηκε με μία αναδιατύπωση, η οποία αποσαφηνίζει τη δυνατότητα αποκλεισμού από τις συμβάσεις - σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45, παράγραφος 2, στοιχεία γ) και δ) - των φορέων που έχουν κριθεί ένοχοι παραβίασης των κανόνων αυτών.

Αιτιολογική σκέψη (41) - Τροπολογία 170: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης το σχετικό με τον αποκλεισμό των φορέων που έχουν καταδικαστεί για σοβαρά παραπτώματα ενσωματώθηκε με μικρές αναδιατυπώσεις. Οι αναδιατυπώσεις αυτές αποσκοπούν στα εξής: να αποσαφηνιστεί ότι ο τελεσίδικος χαρακτήρας των αποφάσεων πρέπει να αντιστοιχεί στην ισχύ του δεδικασμένου. να προσαρμοστεί το κείμενο στις διαφορετικές νομικές καταστάσεις που ισχύουν ανάλογα με τα εθνικά δίκαια που διέπουν τις παράνομες δραστηριότητες («απόφαση» αντί για «κύρωση»). να ευθυγραμμιστεί ο αποκλεισμός για «απόφαση» με τον αποκλεισμό για «δικαστική απόφαση» («απόφαση έχουσα ισοδύναμα αποτελέσματα»), δηλαδή να απαιτηθεί ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να αποκλείουν οικονομικούς φορείς παρά μόνο βάσει τελεσίδικης απόφασης.

Αιτιολογική σκέψη (42) - Τροπολογίες 30, 93, και 95: η αιτιολογική σκέψη (40) της τροποποιημένης πρότασης σχετικά με τα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης ενσωματώνεται αυτούσια.

Αιτιολογική σκέψη (45) - Τροπολογία 125: η τροπολογία (προσθήκη των «μηχανικών» στον κατάλογο των επαγγελμάτων η αμοιβή των οποίων - που ρυθμίζεται σε εθνικό επίπεδο - δεν πρέπει να επηρεάζεται από τα κριτήρια ανάθεσης) ενσωματώθηκε αυτούσια.

Άρθρο 1, παράγραφος 5 - Τροπολογία 24: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης, που αφορά τον ορισμό της «συμφωνίας-πλαισίου», ενσωματώνεται αυτούσιο.

Άρθρο 1, παράγραφος 7, και άρθρο 54 - Τροπολογίες 23, 54 και 65: ο ορισμός του «ηλεκτρονικού πλειστηριασμού», που περιέχεται στην τροποποιημένη πρόταση, αναδιατυπώνεται - «επιτρέποντας την ταξινόμησή τους με βάση αυτόματη επεξεργασία» αντί «και επιτρέπει την αυτόματη αξιολόγησή τους» - διότι η λέξη «αξιολόγηση» προϋποθέτει μια δραστηριότητα εκτίμησης που βαρύνει την αναθέτουσα αρχή, ενώ ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν επιτρέπει παρά μια απλή αναταξινόμηση.

Το άρθρο 54 επαναλαμβάνει το κείμενο του άρθρου 53α της τροποποιημένης πρότασης με τις προσαρμογές που είναι απαραίτητες για να ληφθεί υπόψη η εισαγωγή των νέων δυναμικών συστημάτων αγορών και με μικροδιορθώσεις που αφορούν τη συνεκτίμηση αξιών διαφορετικών από την τιμή.

Άρθρο 6 - Τροπολογία 31: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης σχετικά την εχεμύθεια ενσωματώνεται, αλλά προσαρμόζεται κατά τρόπον ώστε να επιτρέπει τη δημοσιοποίηση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, των μη εμπιστευτικών πτυχών των προσφορών. Πρόκειται, κυρίως, για την περίπτωση ορισμένων πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις για τις συναφθείσες συμβάσεις.

Άρθρο 9 και Παράρτημα VII, προκηρύξεις συμβάσεων, σημείο 6. α), 1η παύλα, β), 1η παύλα, και γ) 1η παύλα - Τροπολογίες 34 και 35: το άρθρο 9 ενσωματώνει το κείμενο του άρθρου 10 της τροποποιημένης πρότασης, σχετικά με τις μεθόδους υπολογισμού της αξίας των συμβάσεων, προσαρμόζοντας τον τίτλο του στην προσθήκη των δυναμικών συστημάτων αγορών. Εξάλλου, διευρύνει το συνυπολογισμό των ανανεώσεων: οι «σιωπηρές ανανεώσεις» αντικαθίστανται από τις «ανανεώσεις», ώστε στον υπολογισμό της αξίας της σύμβασης να λαμβάνεται υπόψη κάθε μορφή ανανέωσης. Το Παράρτημα VII ενισχύει τους ανταγωνιστικούς όρους σύναψης των συμβάσεων, καθιστώντας υποχρεωτική την ένδειξη αυτών των ανανεώσεων στην προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού.

Άρθρο 16, στοιχείο β) - Τροπολογία 121: απλουστεύει το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης, αποσαφηνίζοντας με ακρίβεια το πεδίο εφαρμογής του αποκλεισμού των συμβάσεων που συνάπτονται από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς.

Άρθρο 18 - Τροπολογία 38: ενσωματώνει αυτούσιο το άρθρο 19 της τροποποιημένης πρότασης, το οποίο αφορά τις συμβάσεις που ανατίθενται σε αναθέτουσες αρχές βάσει ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος.

Άρθρο 19 - Τροπολογία 36: ενσωματώνει αυτούσιο το κείμενο του άρθρου 19β της τροποποιημένης πρότασης σχετικά με την κατ' αποκλειστικότητα ανάθεση ορισμένων συμβάσεων σε εργαστήρια για άτομα με ειδικές ανάγκες.

Άρθρο 27 - Τροπολογία 50: το κείμενο του άρθρου 27, που αφορά τις υποχρεώσεις σχετικά με τη φορολογία, την προστασία του περιβάλλοντος και τις διατάξεις περί προστασίας και συνθηκών εργασίας, όπως προκύπτει από την ενσωμάτωση της τροπολογίας 50 στην τροποποιημένη πρόταση, τροποποιήθηκε. Όσον αφορά την υποχρέωση που επιβάλλεται άμεσα στις αναθέτουσες αρχές να αναφέρουν στη συγγραφή υποχρεώσεων την πηγή από την οποία οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να λάβουν πληροφορίες σχετικά με τις διατάξεις που ισχύουν στους τομείς αυτούς, το Συμβούλιο προτίμησε μια διατύπωση παρόμοια με εκείνη της αρχικής πρότασης της Επιτροπής, η οποία αντανακλά τo διατακτικό των οδηγιών που ισχύουν σήμερα. Ως εκ τούτου, η κοινή θέση προβλέπει ότι η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνο από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, ελλείψει τέτοιας υποχρέωσης σε εθνικό επίπεδο, οι αναθέτουσες αρχές έχουν τη δυνατότητα να αναφέρουν τις πληροφορίες αυτές. Εξάλλου, το κείμενο αναδιατυπώνεται, ούτως ώστε το κείμενο του άρθρου να ευθυγραμμιστεί με τον τίτλο του («...τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις υποχρεώσεις για τη φορολογία, ...» αντί «τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τη φορολογία,...») και να διευκρινιστεί ότι αυτές οι νομοθετικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται στις παροχές που εκτελούνται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος της αναθέτουσας αρχής.

Άρθρο 30 - Τροπολογία 57: διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού. Το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο γ) της τροποποιημένης πρότασης ενσωματώνεται αυτούσιο.

Εξάλλου, το σημείο 1) β), της αρχικής πρότασης διαγράφηκε λόγω της μετατροπής του ανταγωνιστικού διαλόγου σε κανονική διαδικασία. Η παράγραφος 1, στοιχείο β) επεκτείνει και στις προμήθειες τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης που προβλέπεται στο σημείο 2) της αρχικής πρότασης.

Οι νέες παράγραφοι 2 και 3 θεσπίζουν διατάξεις που αποσκοπούν στην πλαισίωση των διαπραγματεύσεων, στην ενίσχυση της διαφάνειάς τους και στη διασφάλιση της καλύτερης εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων:

- Η παράγραφος 2 διευκρινίζει ότι οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται βάσει προσφορών, ώστε να είναι δυνατή η προσαρμογή τους στις απαιτήσεις που επισημαίνονται εκ των προτέρων από την αναθέτουσα αρχή και να μπορεί η αναθέτουσα αρχή να αναζητήσει την πλέον συμφέρουσα προσφορά.

- η νέα παράγραφος 3 προβλέπει ρητά την υποχρέωση διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης όλων των προσφερόντων και την απαγόρευση παροχής πληροφοριών που ενδέχεται να ευνοήσουν ορισμένους προσφέροντες σε σχέση με άλλους.

Η νέα παράγραφος 4 προβλέπει ρητά τη δυνατότητα διεξαγωγής των διαδικασιών αυτών σε διαδοχικές φάσεις (βλέπε την παρατήρηση τη σχετική με την αιτιολογική σκέψη 39).

Άρθρο 41 - Τροπολογία 46: ενσωματώνει το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης το σχετικό με την ενημέρωση των υποψηφίων και των προσφερόντων, συμπληρώνοντάς το ώστε να ληφθούν υπόψη τα δυναμικά συστήματα αγορών.

Άρθρο 42 - Τροπολογία 74: ενσωματώνει αυτούσιο το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης σχετικά με τους κανόνες που εφαρμόζονται στις επικοινωνίες. Το κείμενο αυτό συμπληρώνεται με το νέο Παράρτημα X, το οποίο διευκρινίζει τις απαιτήσεις τις σχετικές με τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των προσφορών, των αιτήσεων συμμετοχής ή των σχεδίων και μελετών στους διαγωνισμούς μελετών.

Άρθρο 44 - Τροπολογίες 77-132: ενσωματώνει το άρθρο 43α της τροποποιημένης πρότασης, το σχετικό με τον έλεγχο της επάρκειας των οικονομικών φορέων και την ανάθεση των συμβάσεων, αναδιατυπώνοντας την παράγραφο 2 προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι οι αναθέτουσες αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να απαιτούν ειδικά επίπεδα ικανοτήτων. Αν απαιτούν τέτοια επίπεδα, είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν.

Άρθρο 45 - Τροπολογίες 80, 85 και 88: Η παράγραφος 1, που αφορά τους υποχρεωτικούς αποκλεισμούς για εγκληματικές δραστηριότητες, ενσωματώνει αυτούσια την τροπολογία 80. Η τροπολογία 85 [παράγραφος 2, στοιχείο γ)] ενσωματώνεται με τροποποιήσεις καθαρά φραστικού χαρακτήρα. Ενσωματώνεται επίσης η διαγραφή την οποία προβλέπει η τροπολογία 88 [παράγραφος 2, στοιχείο η)].

Η παράγραφος 1 της αρχικής πρότασης συμπληρώνεται:

- από το εδάφιο 2, σκοπός του οποίου είναι να αποσαφηνίσει ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τους όρους εφαρμογής του υποχρεωτικού αποκλεισμού, ιδίως όταν ο αποκλεισμός αυτός άπτεται του ποινικού δικαίου, όρους η εναρμόνιση των οποίων δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας οδηγίας,

- από το εδάφιο 3, το οποίο προβλέπει ρητά ότι εφαρμόζεται η νομολογία περί επιτακτικών λόγων γενικού συμφέροντος,

- και από το εδάφιο 4, το οποίο αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των υποχρεωτικών αποκλεισμών, προβλέποντας, ειδικότερα, συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.

Οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο 3 είναι εκείνες στις οποίες οι προβλεπόμενες από τη συνθήκη εξαιρέσεις θα μπορούσαν να υφίστανται εξαιτίας της υπεροχής της (βλ. σχόλια στην αιτιολογική σκέψη 6 ανωτέρω), παραδείγματος χάριν σε περίπτωση προβλημάτων στον τομέα της δημόσιας υγείας, - πολύ σοβαρές ασθένειες για τις οποίες τα μοναδικά διαθέσιμα φάρμακα προέρχονται από οικονομικό παράγοντα ο οποίος αναφέρεται σε κάποια από τις περιπτώσεις αποκλεισμού που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Όπως κάθε εξαίρεση, η παρούσα εξαίρεση θα πρέπει να αιτιολογείται και να είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Εξάλλου, η παράγραφος 2, η οποία αφορά τους προαιρετικούς αποκλεισμούς, συμπληρώθηκε ιδίως με την προσθήκη του δευτέρου εδαφίου, που προβαίνει στην ίδια αποσαφήνιση με εκείνη που γίνεται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο.

Άρθρα 47 και 48 - Τροπολογίες 30, 93 και 95: το άρθρο 48 της τροποποιημένης πρότασης, το οποίο αφορά την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια, ενσωματώθηκε αυτούσιο. το άρθρο 49, που αφορά τις τεχνικές ικανότητες, ενσωματώθηκε επίσης, αλλά επεκτείνοντας και στις συμβάσεις προμηθειών που περιλαμβάνουν και εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης τη δυνατότητα, που προβλέπεται στην παράγραφο 4 για τις συμβάσεις έργων και τις συμβάσεις υπηρεσιών, να λαμβάνεται υπόψη η τεχνογνωσία, η αποτελεσματικότητα, η πείρα και η αξιοπιστία των υποψηφίων/προσφερόντων.

Άρθρο 50 - Τροπολογία 97: ενσωματώνει το κείμενο της τροπολογίας αποσαφηνίζοντας ότι η απαίτηση υποβολής πιστοποιητικών EMAS συνδέεται με τις απαιτήσεις που ενδεχομένως προβλέπονται από το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο στ), σχετικά με την τεχνική ικανότητα. Εξάλλου - όπως η τροποποίηση στο άρθρο 49 - προσφέρει στους οικονομικούς φορείς μεγαλύτερες δυνατότητες συμμετοχής στις συμβάσεις, γενικεύοντας την αρχή της ισοδυναμίας των μέσων που είναι σε θέση να εγγυηθούν το ίδιο επίπεδο περιβαλλοντικής διαχείρισης με εκείνο που απαιτεί η αναθέτουσα αρχή (διαγραφή της φράσης «οσάκις αυτοί δεν έχουν πρόσβαση στα πιστοποιητικά αυτά ή δεν είναι σε θέση να τα εξασφαλίσουν μέσα στις ταχθείσες προθεσμίες»).

Άρθρο 52 - Τροπολογία 153: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης, το σχετικό με τους επίσημους καταλόγους εγκεκριμένων οικονομικών φορέων και την πιστοποίηση από οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ενσωματώνεται με τις ακόλουθες τροποποιήσεις:

- παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο: συμπληρώθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες που παρέχουν τις ικανότητές τους σε οικονομικό φορέα για την εγγραφή ή την πιστοποίησή του θα είναι σε θέση να συνεχίσουν να το κάνουν καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της εγγραφής ή του πιστοποιητικού.

- νέα παράγραφος 6: ευθυγραμμίζει τους όρους εγγραφής ή λήψης του πιστοποιητικού με τους όρους που προβλέπονται για την εγγραφή σε δυναμικό σύστημα αγορών, πράγμα που σημαίνει ότι οι οικονομικοί φορείς δύνανται να ζητούν ανά πάσα στιγμή την εγγραφή τους ή την έκδοση του πιστοποιητικού και ότι έχουν το δικαίωμα να ενημερώνονται για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτησή τους μέσα σε ευλόγως σύντομο χρονικό διάστημα.

Άρθρο 55 - Τροπολογίες 15 και 100: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης το σχετικό με τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές ενσωματώνεται αυτούσιο.

Άρθρο 61 - Τροπολογία 150: ενσωματώνει το άρθρο 73α της τροποποιημένης πρότασης, που αφορά την ανάθεση συμπληρωματικών εργασιών στον ανάδοχο σύμβασης παραχωρήσεως, προβαίνοντας σε καθαρά φραστικές τροποποιήσεις στο πρώτο εδάφιο.

Κεφάλαιο II και Κεφάλαιο III του τίτλου ΙII: το Κεφάλαιο II της αρχικής πρότασης, που περιέχει τους κανόνες που εφαρμόζονται στους αναδόχους συμβάσεων παραχώρησης που είναι ή που δεν είναι αναθέτουσες αρχές, υποδιαιρέθηκε σε δύο κεφάλαια για λόγους σαφήνειας. Με τον τρόπο αυτό, οι κανόνες που εφαρμόζονται στους αναδόχους συμβάσεων παραχώρησης που δεν είναι αναθέτουσες αρχές διαχωρίζονται από τους κανόνες που εφαρμόζονται στους άλλους αναδόχους συμβάσεων παραχώρησης.

Άρθρο 71 - Τροπολογία 104: το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης το σχετικό με τα μέσα επικοινωνίας και την εμπιστευτικότητα την οποία πρέπει να διασφαλίζουν τα μέσα αυτά στους διαγωνισμούς ενσωματώνεται αυτούσιο.

Παράρτημα VII: τα κείμενα της τροποποιημένης πρότασης τα σχετικά με τις προκηρύξεις ενσωματώθηκαν ως εξής:

- Τροπολογίες 110 και 113: το κείμενο ενσωματώθηκε με εξαίρεση την αναφορά - στην προκήρυξη του διαγωνισμού - της επωνυμίας, διεύθυνσης κ.λπ. ... της υπηρεσίας από την οποία μπορούν να ληφθούν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη φορολογική, περιβαλλοντική και κοινωνική νομοθεσία. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, οι αναθέτουσες αρχές που παρέχουν πληροφορίες αυτού του είδους υποχρεούνται να τις αναφέρουν στη συγγραφή υποχρεώσεων (όπως προτείνει η τροπολογία 50).

- Τροπολογία 112: το κείμενο το σχετικό με την πλήρη αναφορά των στοιχείων της αναθέτουσας αρχής στην προκήρυξη του διαγωνισμού ενσωματώθηκε αυτούσιο.

- Τροπολογίες 113 και 114: τα κείμενα τα σχετικά με την αναφορά των στοιχείων του αρμόδιου για τις διαδικασίες προσφυγής οργάνου στην προκήρυξη του διαγωνισμού και στην ανακοίνωση γνωστοποίησης συναφθεισών συμβάσεων ενσωματώθηκαν, προβλέποντας, ωστόσο, την εναλλακτική δυνατότητα αναφοράς των στοιχείων της υπηρεσίας από την οποία μπορούν να ληφθούν αυτές οι πληροφορίες. Η εν λόγω προσθήκη έγινε για να ληφθούν υπόψη ορισμένες εθνικές καταστάσεις που θα καθιστούσαν την αναφορά αυτή υπερβολικά περίπλοκη και θα εγκυμονούσαν τον κίνδυνο κακής πληροφόρησης των οικονομικών φορέων. Κατά συνέπεια, η τροποποίηση λαμβάνει υπόψη τις τροπολογίες ως προς την ουσία τους, διασφαλίζοντας ότι οι οικονομικοί φορείς θα μπορούν να απευθυνθούν σε μια αρμόδια υπηρεσία και να λάβουν όλες τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Η αναφορά των στοιχείων αυτών καθίσταται επίσης υποχρεωτική και στις «προκηρύξεις για τις συμβάσεις παραχωρήσεως δημοσίων έργων».

Εξάλλου, το Παράρτημα αυτό συμπληρώθηκε προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις στον τομέα του ανταγωνιστικού διαλόγου, των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών και των δυναμικών συστημάτων αγορών.

3.2.2. Τροπολογίες που περιέχονταν στην τροποποιημένη πρόταση, αλλά δεν ενσωματώθηκαν στην κοινή θέση

Αιτιολογική σκέψη (2) - Τροπολογία 147: αυτή η αιτιολογική σκέψη ενσωματώνει το κείμενο της αρχικής πρότασης της Επιτροπής και όχι το κείμενο της τροποποιημένης πρότασης. Πράγματι, κρίθηκε ότι δεν ενδείκνυται από νομικής απόψεως και ότι περιττεύει από πλευράς νομοθετικής οικονομίας να υπομνησθεί το γεγονός ότι η Συνθήκη εφαρμόζεται σε συμβάσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ωστόσο, αυτό δεν μεταβάλλει την νομική κατάσταση των συμβάσεων που βρίσκονται κάτω από τα κατώτατα όρια εφαρμογής της οδηγίας, συμβάσεων οι οποίες πρέπει να συνάπτονται με τήρηση των κανόνων της Συνθήκης, πράγμα που επέτρεψε στην Επιτροπή να δεχθεί την τροπολογία.

Τροπολογίες 4 και 40: οι τροπολογίες αυτές αφορούν τους όρους που επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές να συνάπτουν απευθείας δημόσιες συμβάσεις με πρόσωπα επισήμως μεν διακριτά αλλά επί των οποίων ασκούν έλεγχο ανάλογο με αυτό που ασκούν στις ίδιες τους τις υπηρεσίες. Οι εν λόγω τροπολογίες δεν ενσωματώθηκαν λόγω της αδυναμίας επίτευξης ειδικής πλειοψηφίας για το κείμενο που πρότεινε η Επιτροπή στην τροποποιημένη πρότασή της.

Τροπολογία 17: καθώς το Συμβούλιο δεν θεώρησε ενδεδειγμένο να συμπεριληφθεί στο κείμενο της οδηγίας πρόσκληση προς την Επιτροπή να εξετάσει τα μέσα ενίσχυσης της ασφάλειας δικαίου στον τομέα των συμβάσεων παραχώρησης και των συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, η Επιτροπή προέβη σε μονομερή δήλωση σύμφωνη με το πνεύμα της τροπολογίας του Κοινοβουλίου, δήλωση η οποία συμπεριελήφθη στα πρακτικά (επισυνάπτεται σε Παράρτημα).

Τροπολογία 13: η τροπολογία αυτή, η οποία πρότεινε μια νέα αιτιολογική σκέψη που υπογραμμίζει την υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίηση και την εφαρμογή της οδηγίας και να εξετάσουν την ανάγκη ίδρυσης μιας ανεξάρτητης αρχής στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, δεν έγινε δεκτή. Αυτό δικαιολογείται, αφενός, από τη γενική υποχρέωση λήψης των μέτρων που απαιτούνται για την εφαρμογή των οδηγιών, υποχρέωση που απορρέει απευθείας από τη Συνθήκη και η οποία, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται, και, αφετέρου, από τις πιθανές αλληλεπικαλύψεις με τους οργανισμούς προσφυγής που έχουν συσταθεί κατ' εφαρμογήν των οδηγιών περί "προσφυγών".

Άρθρο 38, παράγραφος 3, στοιχείο α) - Τροπολογία 70: η αύξηση της ελάχιστης προθεσμίας για την παραλαβή των αιτήσεων συμμετοχής - 40 ημέρες αντί 37 - στις κλειστές διαδικασίες, στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση με δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού και στην περίπτωση της προσφυγής στον ανταγωνιστικό διάλογο, που προβλέπεται από την τροποποιημένη πρόταση (άρθρο 37), απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο.

3.2.3. Σημεία απόκλισης μεταξύ της τροποποιημένης πρότασης και της κοινής θέσης

Αιτιολογική σκέψη (26): τροποποιεί την αιτιολογική σκέψη 13 της αρχικής πρότασης της Επιτροπής προσθέτοντας ότι, «σύμφωνα με τη συμφωνία του ΠΟΕ» για τις δημόσιες συμβάσεις, «οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες τις οποίες αφορά η οδηγία δεν περιλαμβάνουν τα μέσα ... άλλες πολιτικές που αφορούν συναλλαγές επί τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων, και κυρίως τις συναλλαγές που έχουν ως στόχο την απόκτηση χρηματικών πόρων ή κεφαλαίων από τις αναθέτουσες αρχές.»

Άρθρο 16, στοιχείο δ): τροποποιεί το αρχικό άρθρο 18, στοιχείο δ), προς την ίδια κατεύθυνση με την τροποποίηση που έγινε στην αιτιολογική σκέψη. Προσθέτει, δηλαδή, μετά τη φράση «χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σχετικές με την έκδοση, την αγορά, την πώληση και τη μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων» τη διευκρίνιση «ιδίως δε με διαδικασίες προμήθειας χρημάτων ή κεφαλαίου στις αναθέτουσες αρχές».

H Επιτροπή θεωρεί ότι οι τροποποιήσεις που εισήχθησαν ομόφωνα από το Συμβούλιο, και η οποία ευθυγραμμίζεται με την τροπολογία 37 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή σύγχυσης ως προς την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας της σχετικής με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή επανέλαβε, σε δήλωσή της στα πρακτικά του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2002, που επισυνάπτεται στην παρούσα ανακοίνωση, τη θέση την οποία είχε ήδη την ευκαιρία να διατυπώσει στην τροποποιημένη της πρόταση, όταν απέρριψε την τροπολογία 37 του Κοινοβουλίου.

3.3. Νέες διατάξεις

3.3.1. Διατάξεις που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο τροπολογίας και που αναδιατυπώθηκαν στην κοινή θέση ή που αποτελούν επέκταση διατάξεων που προβλέπονταν ήδη στην αρχική πρόταση

Γενική παρατήρηση: οι τροποποιήσεις που αναφέρονται παρακάτω εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την ανάγκη ευθυγράμμισης όλου του κειμένου με ορισμένες τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν. αυτό συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, με τις ηλεκτρονικές αγορές ή με τα δυναμικά συστήματα αγορών ή με τη μετατροπή του ανταγωνιστικού διαλόγου σε κανονική διαδικασία ή, ακόμη, με την ανάγκη προσαρμογής των διατάξεις περί συμβάσεων παραχώρησης και διαγωνισμών στις τροποποιήσεις που έγιναν στις διατάξεις που εφαρμόζονται στις συμβάσεις.

Αιτιολογική σκέψη (10): εισάγει τις διατάξεις που αφορούν το άρθρο 1, παράγραφος 5, και το άρθρο 32, σχετικά με τις συμφωνίες-πλαίσια. Αναδιατυπώνει το κείμενο της αιτιολογικής σκέψης 19 της αρχικής πρότασης, αποσαφηνίζοντάς το ιδίως όσον αφορά τη συμπερίληψη των συμφωνιών-πλαισίων. Η μέγιστη διάρκεια των συμφωνιών αυτών αυξήθηκε κατά ένα έτος (4 έτη αντί 3).

Αιτιολογική σκέψη (11): αυτή η νέα αιτιολογική σκέψη υπογραμμίζει ότι οι νέες τεχνικές ηλεκτρονικών αγορών πρέπει να τηρούν τους κανόνες της οδηγίας καθώς και τις αρχές που τη διέπουν και αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο οι προσφορές μπορούν να λάβουν τη μορφή ηλεκτρονικού καταλόγου.

Αιτιολογική σκέψη (13): αυτή η νέα αιτιολογική σκέψη εισάγει τα άρθρα 1, παράγραφος 7, και 54 σχετικά με τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και τη χρησιμοποίησή τους.

Αιτιολογική σκέψη (15): διευκρινίζει ότι παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα προσφυγής στις νέες μεθόδους αγορών που προβλέπονται από την οδηγία - συμφωνίες-πλαίσια, κεντρικοί οργανισμοί αγορών, ανταγωνιστικός διάλογος, δυναμικά συστήματα αγορών και ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί -.

Αιτιολογική σκέψη (19) και άρθρο 12: λαμβανομένης υπόψη της εν εξελίξει διαδικασίας ανοίγματος των ταχυδρομικών υπηρεσιών στον ανταγωνισμό σε κοινοτικό επίπεδο, τα κείμενα της αιτιολογικής σκέψης 6 και του άρθρου 14 της αρχικής πρότασης της Επιτροπής τροποποιήθηκαν κατά τρόπον ώστε να προβλέψουν την υπαγωγή των συμβάσεων που συνάπτουν αναθέτουσες αρχές οι οποίες παρέχουν ταχυδρομικές υπηρεσίες στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «ειδικοί τομείς», όταν οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται για την άσκηση ταχυδρομικών δραστηριοτήτων, όπως οι δραστηριότητες αυτές ορίζονται από την εν λόγω οδηγία. Προϋπόθεση για τη μεταφορά αυτή είναι η εφαρμογή, από το αντίστοιχο κράτος μέλος, των διατάξεων που προβλέπει η οδηγία «ειδικοί τομείς» για τις εν λόγω ταχυδρομικές υπηρεσίες.

Αιτιολογική σκέψη (23): καθώς πρόκειται για αποκλεισμό που προβλέπεται αποκλειστικά και μόνο για τις συμβάσεις υπηρεσιών (αγορά ήδη υπαρχόντων κτιρίων κ.λπ.), το κείμενο διευκρινίστηκε προς την κατεύθυνση αυτή (προσθήκη της φράσης «Στο πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών»).

Αιτιολογική σκέψη (24): διευκρινίζει περαιτέρω το περιεχόμενο του αποκλεισμού των συμβάσεων του οπτικοακουστικού τομέα, χωρίς, ωστόσο, να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του αποκλεισμού.

Αιτιολογική σκέψη (35): συμπληρώνει το κείμενο της αιτιολογικής σκέψης 24 της αρχικής πρότασης, σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών με ηλεκτρονικά μέσα, υπογραμμίζοντας τη σημασία των απαιτήσεων ασφάλειας και εμπιστευτικότητας που χαρακτηρίζουν τις δημόσιες συμβάσεις και τους διαγωνισμούς, καθώς και τη χρησιμότητα των εθελοντικών συστημάτων πιστοποίησης προς το σκοπό αυτό.

Αιτιολογική σκέψη (37): αναδιατυπώνει την αιτιολογική σκέψη 27 της αρχικής πρότασης, σχετικά με τα κριτήρια επιλογής των συμμετεχόντων στις συμβάσεις, διευκρινίζοντας ότι ο έλεγχος των ικανοτήτων που ζητείται να έχουν οι οικονομικοί φορείς πρέπει να γίνεται σε κάθε είδος διαδικασίας που ενέχει το στοιχείο του ανταγωνισμού, περιλαμβανομένης και της ανοικτής διαδικασίας.

Αιτιολογική σκέψη (38): αυτή η νέα αιτιολογική σκέψη εξηγεί τις διατάξεις που πρέπει να τηρούν/να εφαρμόζουν οι αναθέτουσες αρχές οι οποίες περιορίζουν τον αριθμό των υποψηφίων που γίνονται δεκτοί στις κλειστές διαδικασίες και στις διαδικασίες με διαπραγμάτευση ή στον ανταγωνιστικό διάλογο.

Αιτιολογική σκέψη (39): θεσπίζει και αποσαφηνίζει τις δυνατότητες διεξαγωγής του ανταγωνιστικού διαλόγου και των διαδικασιών με διαπραγμάτευση (που προβλέπονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 29, παράγραφος 4, και στο άρθρο 30, παράγραφος 4) σε διαδοχικές φάσεις και τις δυνατότητες μείωσης των προσφορών που θα συζητηθούν ή θα υποβληθούν σε διαπραγμάτευση σε κάθε φάση.

Αιτιολογική σκέψη (43): αυτή η νέα αιτιολογική σκέψη θεσπίζει το άρθρο 52 (που τροποποιήθηκε για να ληφθεί υπόψη η τροπολογία 153) σχετικά με τους επίσημους καταλόγους εγκεκριμένων οικονομικών φορέων και την πιστοποίηση από οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου. Αποσαφηνίζει, ειδικότερα, τον τρόπο με τον οποίο ένας οικονομικός φορέας που ανήκει σε όμιλο μπορεί να επικαλεσθεί ικανότητες άλλων εταιρειών του ομίλου προκειμένου να επιτύχει την εγγραφή ή την πιστοποίησή του.

Αιτιολογική σκέψη (44): αναδιατυπώνει τις αιτιολογικές σκέψεις 29 και 30 της αρχικής πρότασης σχετικά με τα κριτήρια ανάθεσης. Ενισχύει και αποσαφηνίζει τον τρόπο συνεκτίμησης των περιβαλλοντικών και κοινωνικών ζητημάτων στα κριτήρια ανάθεσης που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς. Ειδικότερα, αυτή η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι μια αναθέτουσα αρχή μπορεί, όταν καθορίζει τις ανάγκες της και τα κριτήρια επιλογής της, να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα της δημόσιας αρχής για τα οποία είναι υπεύθυνη. Οι ανάγκες αυτές και τα κριτήρια αξιολόγησης του βαθμού ικανοποίησής τους μπορεί να μην είναι αποκλειστικά και μόνο οικονομικού χαρακτήρα.

Άρθρο 1: γενικά, η σειρά των παραγράφων τροποποιήθηκε ώστε να ακολουθεί τη σειρά με την οποία εμφανίζονται τα διάφορα ζητήματα στην οδηγία.

Άρθρο 1, παράγραφος 2: τροποποιεί το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, της αρχικής πρότασης. Οι τροποποιήσεις αφορούν τον ορισμό των δημόσιων συμβάσεων, όπου προστίθεται ότι η σύμβαση μπορεί να συναφθεί από «περισσότερες αναθέτουσες αρχές», και τους ορισμούς των συμβάσεων προμηθειών - «άλλες δημόσιες συμβάσεις από αυτές του στοιχείου β)» - και των συμβάσεων υπηρεσιών - «πλην των δημόσιων συμβάσεων έργων ή προμηθειών». Η πρώτη τροποποίηση είναι αναγκαία για να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις απλούστευσης των διαδικασιών, π.χ. σε περίπτωση συνεργασίας μεταξύ αναθετουσών αρχών για την υλοποίηση του ίδιου στόχου. Οι άλλες τροποποιήσεις υπογραμμίζουν το ιστορικό της έκδοσης των βασικών οδηγιών.

Άρθρο 1, παράγραφος 11, εδάφια 1, 2 και 4: ενσωματώθηκε το κείμενο της αρχικής πρότασης με διαγραφή της λέξης «εθνικές». Η διαγραφή αυτή δεν έχει καμία νομική συνέπεια.

Άρθρο 1, παράγραφος 14, Παράρτημα I (πρώτη προστιθέμενη υποσημείωση) και Παράρτημα II (πρώτη προστιθέμενη υποσημείωση): οι τροποποιήσεις αυτές έγιναν για να αποσαφηνιστεί ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν μπορεί να τροποποιηθεί λόγω της χρήσης του «κοινού λεξιλογίου για τις δημόσιες συμβάσεις» (CPV).

Άρθρο 1, παράγραφος 15, στοιχείο δ): διευκρινίζει ότι οι υπηρεσίες ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών δεν είναι τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες.

Άρθρο 2: ενισχύει την εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης, της διαφάνειας και της αποφυγής διακρίσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 της αρχικής πρότασης, επιβάλλοντας άμεσα στις αναθέτουσες αρχές την υποχρέωση να τις τηρούν.

Άρθρο 3: τροποποιεί το άρθρο 55 της αρχικής πρότασης. Η φράση «ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος τους» διαγράφηκε ως περιττή. Η υποχρέωση τήρησης των κανόνων και αρχών της Συνθήκης αντικαταστάθηκε από την υποχρέωση «να τηρείται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας», όπως προβλέπεται από το άρθρο 2, εδάφιο 2, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ που ισχύει σήμερα. Δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη ισχύουν ούτως ή άλλως όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο, η Επιτροπή, αν και εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η τροποποίηση αυτή δεν αντανακλά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δέχθηκε την ομόφωνη θέση του Συμβουλίου ως προς το θέμα αυτό.

Άρθρο 4: αναδιατυπώνει και τροποποιεί το άρθρο 3 της αρχικής πρότασης σχετικά με τις κοινοπραξίες οικονομικών φορέων. Η δυνατότητα να ζητείται να αναφερθούν τα πρόσωπα που θα επιφορτισθούν με την εκτέλεση των παροχών προβλέπεται επίσης και στις περιπτώσεις συμβάσεων έργων και συμβάσεων προμηθειών που περιλαμβάνουν και εργασίες τοποθέτησης και εγκατάστασης. Η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη στην τεχνογνωσία, την αποτελεσματικότητα, την πείρα και την αξιοπιστία που απαιτούνται για τις παροχές αυτού του είδους και αντανακλά, επομένως, την τροποποίηση που έγινε στο άρθρο 48, παράγραφος 5.

Άρθρο 7: αναδιατυπώνει και επικαιροποιεί το άρθρο 8 της αρχικής πρότασης. Διευκρινίζει περαιτέρω τον αποκλεισμό ορισμένων συμβάσεων και αναπροσαρμόζει τα ποσά των κατώτατων ορίων με βάση τα ποσά που ισχύουν για την περίοδο 2002-2004, τα οποία επανυπολογίστηκαν σύμφωνα με το μηχανισμό της ανά διετία αναθεώρησης των κατώτατων ορίων, ο οποίος προβλέπεται για την αναπροσαρμογή των ποσών αυτών με βάση τις τροποποιήσεις που γίνονται στις ευρωπαϊκές νομισματικές ισοτιμίες/ΕΤΔ (ειδικά τραβηκτικά δικαιώματα). Η αύξηση των κατώτατων ορίων που προβλέπονται στην κοινή θέση σε σχέση με τα κατώτατα όρια που προβλέπονταν στην αρχική πρόταση προκύπτει από τα εκφραζόμενα σε ΕΤΔ κατώτατα όρια τα οποία προβλέπονται στη συμφωνία για τις δημόσιες συμβάσεις.

Εξάλλου, για ορισμένες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες που δεν υπάγονται στη συμφωνία για τις δημόσιες συμβάσεις επελέγη υψηλότερο κατώτατο όριο, επιστρέφοντας έτσι στην υπάρχουσα νομική κατάσταση. κατά συνέπεια, η πρόταση της Επιτροπής να επιλεγεί ένα και μόνο κατώτατο όριο για τις συμβάσεις υπηρεσιών προκειμένου να απλουστευθεί το νομικό καθεστώς δεν έγινε δεκτή, διότι συνεπαγόταν σημαντική μείωση του κατώτατου ορίου εφαρμογής.

Άρθρο 8: αναδιατυπώνει το άρθρο 9 της αρχικής πρότασης και προσαρμόζει - για τους ίδιους λόγους - τα κατώτατα όρια στα προβλεπόμενα από το άρθρο 7. Η αναδιατύπωση δεν συνεπάγεται μεταβολή του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, που πρέπει να αντιστοιχεί στα πεδία εφαρμογής των ισχυουσών οδηγιών «έργα» και «υπηρεσίες». Είναι απαραίτητη για να καταστεί σαφής η υπεροχή των ονοματολογιών CPC και NACE, που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 14, και στα Παραρτήματα I και II, σε περίπτωση διαφορετικών ερμηνειών μεταξύ αυτών των ονοματολογιών και του CPV.

Άρθρο 10: αναδιατυπώνει το άρθρο 7 της αρχικής πρότασης, σχετικά τις συμβάσεις που συνάπτονται στον τομέα της άμυνας, χωρίς ωστόσο να τροποποιεί την εμβέλειά του, η οποία παραμένει συνδεδεμένη με την εφαρμογή του άρθρου 296 της Συνθήκης.

Άρθρο 17: αυτό το νέο άρθρο αποκλείει ρητά τις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ προκειμένου να αποσαφηνιστεί η νομική κατάσταση.

Άρθρο 24 και Παράρτημα VII, προκήρυξη διαγωνισμού, σημείο 9: αποσαφηνίζει το κείμενο του άρθρου 25 της αρχικής πρότασης σχετικά με τις εναλλακτικές προσφορές, που θεμελιωνόταν στο πάγιο δίκαιο, κατά τρόπον ώστε οι οικονομικοί φορείς να γνωρίζουν με βεβαιότητα αν επιτρέπονται ή όχι οι εναλλακτικές προσφορές (υποχρεωτική αναφορά των δύο περιπτώσεων στην προκήρυξη του διαγωνισμού) και υπό ποιους όρους οι εναλλακτικές προσφορές τους θα γίνουν δεκτές (λαμβάνονται υπόψη μόνο οι εναλλακτικές προσφορές που πληρούν τις ελάχιστες αναφερόμενες απαιτήσεις).

Άρθρο 25: το άρθρο 26 της αρχικής πρότασης τροποποιήθηκε με τη διευκρίνιση ότι τα κράτη μέλη μπορούν να υποχρεώνουν τις αναθέτουσες αρχές να διατυπώνουν απαιτήσεις στον τομέα της υπεργολαβίας. Από την άλλη πλευρά, η αντικατάσταση της φράσης «υπεργολάβους που ορίζει» με τη φράση «υπεργολάβους που προτείνει», παρέχει ένα περιθώριο ευελιξίας στους οικονομικούς φορείς προκειμένου να λαμβάνουν υπόψη καταστάσεις στις οποίες ο ακριβής προσδιορισμός των υπεργολάβων θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο για την υποβολή των προσφορών.

Άρθρο 28: αναδιατυπώνεται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν τις εθνικές τους διαδικασίες και για να ληφθεί υπόψη η μετατροπή του ανταγωνιστικού διαλόγου σε κανονική διαδικασία.

Άρθρο 32: αναδιατυπώνει το άρθρο 32 της αρχικής πρότασης σχετικά με τις συμφωνίες-πλαίσια, τροποποιώντας τη μέγιστη διάρκεια των συμφωνιών αυτών (βλέπε σχόλιο για την αιτιολογική σκέψη 10) και προβλέποντας τη δυνατότητα σύναψης συμφωνίας-πλαισίου με έναν και μόνο οικονομικό φορέα. Διευκρινίζεται ότι η απόφαση έγκρισης της σύναψης συμφωνιών-πλαισίων ή περιορισμού τους σε ορισμένα είδη συμβάσεων ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, δεδομένου ότι ο στόχος της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει ότι η τυχόν εφαρμογή τους γίνεται με τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 35: ενσωματώνει το κείμενο του άρθρου 34 της αρχικής πρότασης σχετικά με τις προκηρύξεις, προσαρμόζοντάς το στη μετατροπή του ανταγωνιστικού διαλόγου σε κανονική διαδικασία και στη θέσπιση των δυναμικών συστημάτων αγορών. Έγιναν δύο τροποποιήσεις ουσίας. Η πρώτη αφορά τη δυνατότητα δημοσίευσης της προκαταρκτικής προκήρυξης στο προφίλ αγοραστή της αναθέτουσας αρχής. Η δυνατότητα αυτή συμπληρώνεται από την υποχρέωση δημοσίευσης «ειδοποίησης με την οποία ανακοινώνεται η δημοσίευση προκαταρκτικής προκήρυξης στο προφίλ αγοραστή». Η τροποποίηση αυτή ενισχύει το ρόλο των ηλεκτρονικών μέσων στις δημόσιες αγορές, καθιστώντας, συγχρόνως, δυνατή τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης όλων των πιθανών προσφερόντων μέσω μιας δημοσίευσης.

Η δεύτερη τροποποίηση αφορά τον περιορισμό της υποχρέωσης για δημοσίευση μιας τέτοιας προκήρυξης μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η αναθέτουσα αρχή επιθυμεί να επωφεληθεί από τη μείωση της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών, που προβλέπεται στο άρθρο 38, παράγραφος 4. Η Επιτροπή δέχθηκε τη λύση αυτή, παρά το γεγονός ότι αποτελεί οπισθοδρόμηση σε σχέση με την αρχική της πρόταση η οποία προέβλεπε υποχρεωτικές προκαταρκτικές προκηρύξεις, επειδή τα κράτη μέλη κατέληξαν σε συμφωνία στη βάση αυτή.

Άρθρο 43: προσαρμόζει το άρθρο της αρχικής πρότασης το σχετικό με τα πρακτικά στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η θέσπιση των δυναμικών συστημάτων αγορών και το αποσαφηνίζει όσον αφορά τις υποχρεώσεις σχετικά με τις συμφωνίες-πλαίσια. Εξάλλου, προβλέπει μια υποχρέωση σκοπός της οποίας είναι η ενίσχυση της διαφάνειας των διαδικασιών που διεξάγονται με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της υποχρέωσης που επιβάλλεται στις αναθέτουσες αρχές να τεκμηριώνουν τη διεξαγωγή των διαδικασιών που διεξάγονται με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 49: Το άρθρο 50 της αρχικής πρότασης το σχετικό με τα πρότυπα εξασφάλισης της ποιότητας τροποποιείται στο ίδιο πνεύμα με εκείνο της τροποποίησης που έγινε στην τροπολογία 97, η οποία αναφέρθηκε στο σημείο 3.3.1. παραπάνω.

Άρθρο 53: το κείμενο το σχετικό με τα κριτήρια ανάθεσης αναδιαρθρώθηκε στην παράγραφο 1 και τροποποιήθηκε στην παράγραφο 2.

Στην παράγραφο 1, η σειρά των δύο κριτηρίων ανάθεσης τροποποιήθηκε, με την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά να είναι πλέον το πρώτο αναφερόμενο κριτήριο. Σκοπός της τροποποίησης αυτής είναι να καταπολεμηθεί η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι δημόσιες συμβάσεις ευνοούν μια καθαρά χρηματοοικονομική προσέγγιση. Από την άλλη πλευρά, η φράση «που συνδέονται άμεσα με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης» αντικαταστάθηκε από τη φράση «που δικαιολογούνται από το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης», ούτως ώστε να εκφράζεται η ιδέα ότι τα κριτήρια αξιολόγησης των προσφορών πρέπει αναγκαστικά να συνδέονται με το αντικείμενο της σύμβασης, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητο ο δεσμός αυτός να χαρακτηρίζεται «άμεσος».

Η παράγραφος 2 τροποποιήθηκε ως εξής: τα εδάφια 1 και 3 συγχωνεύθηκαν στο εδάφιο 1, το οποίο προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η μετατροπή του ανταγωνιστικού διαλόγου σε κανονική διαδικασία. η δυνατότητα επισήμανσης, στην πρόσκληση για υποβολή προσφοράς/για διάλογο/για διαπραγμάτευση, της στάθμισης ή της φθίνουσας σειράς σπουδαιότητας των κριτηρίων καταργήθηκε για λόγους νομοθετικής οικονομίας [υπάρχει ήδη στο άρθρο 40, παράγραφος 5, στοιχείο ε)].διατυπώθηκε σαφέστερα η δυνατότητα έκφρασης της στάθμισης μέσω του καθορισμού μιας ψαλίδας. θεωρήθηκε σκόπιμο να αναγνωριστεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να βρεθεί σε αδυναμία να προβλέψει μια στάθμιση, αδυναμία η οποία πρέπει να μπορεί να αποδειχθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, και μόνο σ' αυτές, η στάθμιση μπορεί να αντικατασταθεί από την αναφορά της φθίνουσας σειράς σπουδαιότητας των κριτηρίων.

Άρθρο 56: τροποποιεί το άρθρο 64 της αρχικής πρότασης ευθυγραμμίζοντας το κατώτατο όριο που εφαρμόζεται στις συμβάσεις παραχώρησης δημοσίων έργων με το επανυπολογισμένο κατώτατο όριο που ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις έργων και διευκρινίζει ότι η αξία των συμβάσεων παραχώρησης πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις.

Άρθρο 57: το άρθρο αυτό απλουστεύει το άρθρο 65 της αρχικής πρότασης, το σχετικό με τις εξαιρέσεις των κανόνων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις παραχώρησης από το πεδίο εφαρμογής, παραπέμποντας στις διατάξεις που εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις. Όσον αφορά τις συμβάσεις παραχώρησης που ανατίθενται από τις αναθέτουσες αρχές κατά την άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην οδηγία «ειδικοί τομείς», το κείμενο αντιγράφει το κείμενο του άρθρου 12 που ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις.

Άρθρο 58: απλοποιεί το άρθρο 66 παραπέμποντας, για τη δημοσίευση της προκήρυξης της σχετικής με σύμβαση παραχώρησης, στις διατάξεις που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις.

Άρθρο 59: προσθέτει στο άρθρο 67 της αρχικής πρότασης, σχετικά με την προθεσμία υποβολής των υποψηφιοτήτων για συμβάσεις παραχώρησης, τη δυνατότητα μείωσης της προθεσμίας αυτής σε περίπτωσης χρήσης ηλεκτρονικών μέσων, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 38, παράγραφος 5, για τις δημόσιες συμβάσεις. Εξάλλου, προβλέπει την υποχρέωση παράτασης της προθεσμίας αυτής, που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου.

Άρθρο 63: ενσωματώνει το άρθρο 71 ευθυγραμμίζοντας το κατώτατο όριο για τις δημόσιες συμβάσεις που συνάπτονται από τους αναδόχους συμβάσεων παραχώρησης οι οποίοι δεν είναι αναθέτουσες αρχές με το επανυπολογισμένο όριο που ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις έργων και προσθέτει στην παράγραφο 1 ένα τρίτο εδάφιο το οποίο διευκρινίζει τους κανόνες που διέπουν τον υπολογισμό της αξίας των συμβάσεων.

Άρθρο 65: Το άρθρο 73 συμπληρώνεται με ένα δεύτερο εδάφιο το οποίο επιτρέπει μειώσεις της προθεσμίας παραλαβής των προσφορών λόγω της χρήσης ηλεκτρονικών μέσων (άρθρο 38, παράγραφοι 5 και 6) και επιβάλλει παράταση της προθεσμίας αυτής όταν η σύνταξη των προσφορών δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μετά από επιτόπια επίσκεψη (άρθρο 38, παράγραφος 7).

Άρθρο 67: Το άρθρο 57, παράγραφος 1, της αρχικής πρότασης τροποποιείται με στόχο την προσαρμογή των κατώτατων ορίων των διαγωνισμών στα κατώτατα όρια που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών. Η παράγραφος 2, εδάφια 2 και 3, περιέχει διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμόζεται για τον υπολογισμό της αξίας των διαγωνισμών.

Άρθρο 68: το άρθρο αυτό απλοποιεί το άρθρο 58 της αρχικής πρότασης, που αφορά τις εξαιρέσεις των κανόνων που διέπουν τους διαγωνισμούς από το πεδίο εφαρμογής, παραπέμποντας στις διατάξεις που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις. Όσον αφορά τους διαγωνισμούς που διοργανώνονται από αναθέτουσες αρχές οι οποίες ασκούν μία ή περισσότερες από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην οδηγία «ειδικοί τομείς», το κείμενο αντιγράφει το αντίστοιχο κείμενο του άρθρου 12 που ισχύει για τις δημόσιες συμβάσεις.

Άρθρα 69 και 70: Το άρθρο 59, παράγραφοι 2, δεύτερο εδάφιο, και 3, και το άρθρο 60 αναπροσαρμόζονται με παραπομπές στα αντίστοιχα άρθρα που ισχύουν για τις δημόσιες συμβάσεις όσον αφορά τους διαγωνισμούς υπηρεσιών.

Άρθρο 73: με σκοπό την αποσαφήνιση των πραγμάτων, οι διατάξεις του άρθρου 63 της αρχικής πρότασης χωρίστηκαν: το άρθρο 73 αφιερώνεται στη σύνθεση της κριτικής επιτροπής, ενώ οι διατάξεις οι σχετικές με τις αποφάσεις της κριτικής επιτροπής εντάχθηκαν στο άρθρο 74.

Άρθρο 74: οι διατάξεις του άρθρου 63, παράγραφος 2, της αρχικής πρότασης τροποποιήθηκαν κατά τρόπον ώστε να αποσαφηνιστούν περισσότερο οι υποχρεώσεις περί ανωνυμίας, να ενισχυθεί η διαφάνεια του τρόπου πραγματοποίησης των εργασιών της κριτικής επιτροπής καθιστώντας υποχρεωτική την τήρηση πρακτικών και να δοθεί η δυνατότητα στην κριτική επιτροπή να έχει καλύτερη εικόνα των πραγμάτων επιτρέποντάς της να ζητά, ενδεχομένως, διευκρινίσεις σχετικά με τα σχέδια και τις μελέτες που υποβάλλουν οι συμμετέχοντες.

Άρθρο 76: οι στατιστικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 75, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β), της αρχικής πρότασης απλουστεύθηκαν με την πρόβλεψη ότι η στατιστική κατάσταση υπηρεσιών και έργων πρέπει να συντάσσεται - όπως προβλεπόταν ήδη για τις προμήθειες - αποκλειστικά και μόνο με χρήση της ονοματολογίας CPV.

Άρθρο 77: Το αρχικό άρθρο 76, που αφορά τη συμβουλευτική επιτροπή, υποβλήθηκε σε μια καθαρά φραστική αναδιατύπωση στην παράγραφο 2. Η παράγραφος 3 προσαρμόζεται στους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της "επιτροπολογίας".

Άρθρο 78: Το αρχικό άρθρο 77, που αφορά τους κανόνες αναθεώρησης των κατώτατων ορίων, ενσωματώνεται με μια αποσαφήνιση στην παράγραφο 1 (πρώτο εδάφιο: αυτόματος έλεγχος κάθε δύο χρόνια και αναθεώρηση ή και τροποποίησή τους, μόνο όταν αυτό είναι απαραίτητο, δηλαδή όταν η διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ΕΤΔ το δικαιολογεί) και με μια τροποποίηση όσον αφορά τη στρογγυλοποίηση των κατώτατων ορίων κατά την αναθεώρησή τους («κατά προσέγγιση χιλιάδας ευρώ» αντί «στην κατώτερη δεκάδα χιλιάδων ευρώ»).

Άρθρο 79: αναδιατυπώνει εν μέρει, για σκοπούς αποσαφήνισης, το άρθρο 78 της αρχικής πρότασης σχετικά με τις τροποποιήσεις που μπορούν να πραγματοποιούνται με τη διαδικασία της "επιτροπολογίας" και προσθέτει ένα στοιχείο θ) προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο Παράρτημα X.

Άρθρο 80: η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών τροποποιείται και καθορίζεται σε 21 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της.

Άρθρο 81: το κείμενο που αφορά την κατάργηση των οδηγιών που ισχύουν σήμερα περιέχει μια προσθήκη («και εφαρμογής»), πράγμα που αντικατοπτρίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από τις οδηγίες.

Άρθρο 82: πρόκειται για νέο άρθρο που διευκρινίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας.

Παράρτημα III (κατάλογος των οργανισμών δημοσίου δικαίου): Παράρτημα IV (κατάλογος των κεντρικών κρατικών αρχών) και Παράρτημα IX (Μητρώα): αυτά τα παραρτήματα προσαρμόζονται στις εξελίξεις των επιμέρους εθνικών καταστάσεων.

Παράρτημα VII A (γνωστοποίηση της δημοσίευσης προκαταρκτικής προκήρυξης σε "προφίλ αγοραστή"): προκύπτει από τις τροποποιήσεις που έγιναν στο άρθρο 35.

3.3.2. Νέες διατάξεις ουσίας

Αιτιολογική σκέψη (12), άρθρο 1, παράγραφος 6, άρθρο 33 και Παράρτημα VII A «απλουστευμένη προκήρυξη διαγωνισμού στο πλαίσιο ενός δυναμικού συστήματος αγορών»: οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν μια νέα καθ' ολοκληρίαν ηλεκτρονική διαδικασία, τα δυναμικά συστήματα αγορών, που έχουν ως αντικείμενο την πραγματοποίηση αγορών τρέχουσας χρήσης. Πρόκειται για ένα μέσο που εντάσσεται στο στόχο του εκσυγχρονισμού των κοινοτικών κανόνων συντονισμού προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες απλούστευσης και αποτελεσματικότητας που προσφέρουν οι τεχνολογίες της πληροφορίας. Σκοπός του είναι να καταστήσει δυνατές και να διασφαλίσει συνθήκες ανοικτού ανταγωνισμού για κάθε σύμβαση που συνάπτεται στο πλαίσιο του συστήματος: κάθε οικονομικός φορέας που συμμετέχει στο σύστημα καλείται αυτόματα να υποβάλει προσφορά, ενώ, συγχρόνως, μπορούν να υποβάλουν προσφορά και νέοι οικονομικοί φορείς.

Το μέσο αυτό προβλέπει τη δημιουργία ενός καταλόγου οικονομικών φορέων που θα καλούνται αυτόματα να υποβάλουν οριστική προσφορά για κάθε συγκεκριμένη σύμβαση που προκηρύσσεται. Ωστόσο, η εγγραφή στον κατάλογο αυτό παραμένει ανοικτή καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής του συστήματος, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την τετραετία. Η ενημέρωση για την ύπαρξη του συστήματος γίνεται με την προκήρυξη που δημοσιεύεται κατά τη θέσπισή του και με την απλουστευμένη προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύεται επ' ευκαιρία της σύναψης κάθε συγκεκριμένης σύμβασης.

Η εγγραφή στους καταλόγους αυτούς γίνεται βάσει «ενδεικτικών» προσφορών τις οποίες κάθε οικονομικός φορέας μπορεί να υποβάλλει ανά πάσα στιγμή μετά τη δημοσίευση της προκήρυξης με την οποία ανακοινώνεται η θέσπιση του δυναμικού συστήματος αγορών. Για το σκοπό αυτό, η αναθέτουσα αρχή - ευθύς εξ αρχής - θέτει, με ηλεκτρονικά μέσα, στη διάθεση των ενδιαφερόμενων φορέων τη συγγραφή υποχρεώσεων και τα άλλα ενδεχόμενα έγγραφα.

Το σύστημα αυτό πρέπει να συσχετιστεί με την τροπολογία 78 του Κοινοβουλίου, που πρότεινε ένα σύστημα προεπιλογής στην κλασική οδηγία. Η Επιτροπή το είχε απορρίψει με το επιχείρημα ότι ένα τέτοιο σύστημα θα προκαλούσε αδικαιολόγητη απώλεια διαφάνειας, διότι μόνο οι προεπιλεγείσες επιχειρήσεις θα συμμετείχαν τελικά στη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης. Αντίθετα, η Επιτροπή είχε υπογραμμίσει στην τροποποιημένη πρότασή της ότι αν τα συστήματα αυτού του είδους συνοδεύονταν από κατάλληλη προκήρυξη διαγωνισμού και εγγυώνταν τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση, θα τασσόταν υπέρ τους. Σχετικά με το θέμα αυτό, έγινε επίσης επίκληση της δυνατότητας χρήσης ηλεκτρονικών μέσων. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι το δυναμικό σύστημα αγορών, όπως ενσωματώθηκε στην κοινή θέση, επιτρέπει την ικανοποίηση των παραπάνω απαιτήσεων και θα μπορούσε να αποτελέσει ικανοποιητική απάντηση στο αίτημα που διατύπωσε το Κοινοβούλιο με την τροπολογία 78.

Άρθρο 1, παράγραφος 4: ορίζει τις «συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών» εν όψει του αποκλεισμού που προβλέπεται ρητά από το νέο άρθρο 17. Ο εν λόγω ορισμός αντιγράφει εκείνον των συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων και αποσκοπεί στην αποσαφήνιση του αποκλεισμού των συμβάσεων παραχώρησης υπηρεσιών.

Άρθρο 31: θεσπίζει νέες περιπτώσεις διαδικασίας με διαπραγμάτευση, χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού. Πρόκειται για τις προμήθειες που είναι εισηγμένες και αγοράζονται σε χρηματιστήριο βασικών προϊόντων [παράγραφος 2, στοιχείο γ)], οι οποίες προβλέπονταν ήδη από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ, και για την αγορά προμηθειών υπό ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, που απορρέουν από καταστάσεις οι οποίες ρυθμίζονται σαφώς στα κράτη μέλη [παράγραφος 2, στοιχείο δ)].

Παράρτημα X: αυτό το νέο Παράρτημα αφορά τις απαιτήσεις τις σχετικές με τα συστήματα ηλεκτρονικής παραλαβής των προσφορών, των αιτήσεων συμμετοχής ή των σχεδίων και μελετών στους διαγωνισμούς μελετών. Ανταποκρίνεται στη μέριμνα για διασφάλιση της εμπιστευτικότητας που είχε εκφράσει η τροπολογία 117 του Κοινοβουλίου, η οποία δεν είχε γίνει δεκτή από την Επιτροπή αποκλειστικά και μόνο λόγω του γεγονότος ότι δεν συνοδευόταν από τροπολογία στο διατακτικό που να θεσπίζει το προτεινόμενο Παράρτημα και όχι για λόγους ουσίας.

4- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η Επιτροπή θεωρεί ότι το κείμενο της κοινής θέσης ενσωματώνει τα βασικά στοιχεία που περιέχονται στην αρχική της πρόταση και στις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως αυτές ενσωματώθηκαν στην τροποποιημένη της πρόταση. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποστήριξε την κοινή θέση που εκδόθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο οφείλεται στην κατάσταση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Ως προς τα άλλα ζητήματα, η κοινή θέση ανταποκρίνεται στους στόχους αποσαφήνισης, απλούστευσης και εκσυγχρονισμού τους οποίους επιδιώκει η αρχική πρόταση της Επιτροπής.

ΠΑΡAΡΤΗΜΑΤΑ

Δηλώσεις στα πρακτικά του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2002

Δήλωση της Επιτροπής σχετικά με την αιτιολογική σκέψη 13 και το άρθρο 18, στοιχείο δ) (που μετετράπησαν στην κοινή θέση σε αιτιολογική σκέψη 26 και άρθρο 16, στοιχείο δ αντιστοίχως)

«Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων υπόκεινται σε κοινοτικές υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από τη συμφωνία για τις δημόσιες συμβάσεις, οπότε θα ερμηνεύσει τις εν λόγω οδηγίες κατά τρόπο συμβατό με τη συμφωνία αυτή. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτιολογική σκέψη 13 και το άρθρο 18, στοιχείο δ) δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να αποκλείει, μεταξύ άλλων, δημόσιες συμβάσεις σχετικά με δάνεια αναθετουσών αρχών, ιδίως δε τοπικών αρχών, με εξαίρεση τα δάνεια που αφορούν «την έκδοση, την αγορά, την πώληση ή τη μεταβίβαση τίτλων ή άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων».

Εκτός αυτού, η Επιτροπή επαναλαμβάνει ότι, ούτως ή άλλως, στις περιπτώσεις όπου δεν εφαρμόζονται οι οδηγίες, όπως για παράδειγμα κάτω του κατωφλίου, πρέπει να τηρούνται οι κανόνες και οι αρχές της Συνθήκης. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτό συνεπάγεται, ειδικότερα, υποχρέωση διαφάνειας, η οποία συνίσταται στην εξασφάλιση επαρκούς δημοσιότητας ώστε οι συμβάσεις να είναι ανοικτές στον ανταγωνισμό.»

Δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών και τις συμπράξεις δημοσίου/ιδιωτικού τομέα (άρθρο 1, παράγραφος 3α, και άρθρο 18 (α) (που μετετράπησαν στην κοινή θέση σε άρθρο 1, παράγραφος 4, και άρθρο 17 αντιστοίχως)

«Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ζητήματα που αφορούν την παραχώρηση υπηρεσιών και τις συμπράξεις δημοσίου/ιδιωτικού τομέα πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω, προκειμένου να αξιολογηθεί η ανάγκη ειδικού νομοθετικού μέσου που θα επιτρέπει στους οικονομικούς φορείς καλύτερη πρόσβαση σε παραχωρήσεις και στις διάφορες μορφές συμπράξεων δημοσίου/ιδιωτικού τομέα, εξασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι οι εν λόγω φορείς μπορούν να εκμεταλλευθούν πλήρως τα δικαιώματά τους που κατοχυρώνονται στη Συνθήκη».

Top