22.10.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 381/14


Αναίρεση που άσκησε στις 26 Ιουλίου 2018 η Inge Barnett κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα) στις 16 Μαΐου 2018 στην υπόθεση T-23/17, Barnett κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ)

(Υπόθεση C-503/18 P)

(2018/C 381/15)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Inge Barnett (εκπρόσωποι: S. Orlandi, T. Martin, δικηγόροι)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ)

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

Κυρίως:

να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2018, Barnett κατά ΕΟΚΕ, T-23/17, EU:T:2018:271·

να ακυρώσει την απόφαση της ΕΟΚΕ της 21ης Μαρτίου 2016, η οποία λήφθηκε σε εκτέλεση της αποφάσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Barnett κατά ΕΟΚΕ, F-20/14, EU:F:2015:107·

να καταδικάσει την ΕΟΚΕ στα δικαστικά έξοδα.

Επικουρικώς:

να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 2018, Barnett κατά ΕΟΚΕ, T-23/17, EU:T:2018:271·

να ακυρώσει την απόφαση της ΕΟΚΕ της 21ης Μαρτίου 2016, η οποία λήφθηκε σε εκτέλεση της αποφάσεως της 22ας Σεπτεμβρίου 2015, Barnett κατά ΕΟΚΕ, F-20/14, EU:F:2015/107·

να υποχρεώσει την ΕΟΚΕ να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 207 994,14 ευρώ για την υλική ζημία που υπέστη, πλέον τόκων υπερημερίας υπολογιζομένων από την ημερομηνία κατά την οποία κατάστησαν απαιτητά τα οφειλόμενα ποσά, με το επιτόκιο που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), για τις κύριες πράξεις αναχρηματοδοτήσεως, προσαυξημένο κατά τρεισήμισι ποσοστιαίες μονάδες, καθώς και το ποσό των 25 000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη·

να καταδικάσει την ΕΟΚΕ στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σειρά νομικών σφαλμάτων κρίνοντας ότι η ΕΟΚΕ μπορούσε, σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, απλώς να επανεξετάσει την υποψηφιότητα της αναιρεσείουσας με γνώμονα φερόμενο συμφέρον της υπηρεσίας το οποίο ορίστηκε τρία έτη μετά την έκδοση της πρώτης αποφάσεως με την οποία δεν έγινε δεκτή η υποψηφιότητά της και δεν ήταν γνωστό στα μέρη έως την 21η Μαρτίου 2016. Αυτό το φερόμενο συμφέρον της υπηρεσίας, βάσει του οποίου διαγράφηκε η αναιρεσείουσα από τον κατάλογο των δικαιούμενων να υπαχθούν στην ευεργετική ρύθμιση διότι είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, δεν σχετίζεται με τις εφαρμοστέες γενικές διατάξεις εφαρμογής (ΓΔΕ) της ΕΟΚΕ. Περαιτέρω, έγινε επίκληση αυτού του υποτιθέμενου συμφέροντος της υπηρεσίας χωρίς διαβούλευση με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως. Αυτό το όργανο ίσης εκπροσωπήσεως είχε, ωστόσο, επισημάνει το 2013 ότι σε περίπτωση παραιτήσεως ενός εκ των δύο δυνάμενων να υπαχθούν στο μέτρο, προτεινόταν η υπαγωγή της αναιρεσείουσας σε αυτή την ευεργετική ρύθμιση, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος της υπηρεσίας.

Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, επίσης, ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το δεδικασμένο με το οποίο περιβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης.

Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πάσχει από πλάνη περί το δίκαιο υπό την έννοια ότι το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, παρά την κατάργηση της αναγκαίας νομικής βάσης για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ΕΟΚΕ εξακολουθούσε να είναι αρμόδια για την έκδοση αποφάσεως σχετικής με την υποψηφιότητα της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, απορρίπτοντας τον λόγο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα προβληθέντα επιχειρήματα προς στήριξη της ενστάσεως αναρμοδιότητας την οποία ήγειρε η αναιρεσείουσα.