28.5.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 182/10


Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) στις 28 Φεβρουαρίου 2018 — X BV κατά Staatssecretaris van Financiën

(Υπόθεση C-160/18)

(2018/C 182/11)

Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική

Αιτούν δικαστήριο

Hoge Raad der Nederlanden

Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης

Αναιρεσείουσα: X BV

Αναιρεσίβλητος: Staatssecretaris van Financiën

Προδικαστικά ερωτήματα

1)

Πρέπει οι παράγραφοι 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 (1) σε συνδυασμό με το άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007 (2) να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι με τον περιγραφόμενο σε αυτές μηχανισμό ελέγχου, επίσης στην περίπτωση εκ των υστέρων ελέγχου, ο μοναδικός σκοπός είναι να διασφαλιστεί η δυνατότητα των αρμοδίων αρχών να λαμβάνουν εγκαίρως γνώση των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων αναφορικά με διαδοχικές συναλλαγές που μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την ορθότητα της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής cif και να αποτελέσουν λόγο για τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας;

Ή είναι ορθή η αντίθετη άποψη, και πρέπει ο προβλεπόμενος στις παραγράφους 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 μηχανισμός ελέγχου, επίσης στην περίπτωση εκ των υστέρων ελέγχου, να νοηθεί υπό την έννοια ότι μία ή περισσότερες μεταπωλήσεις από τον εισαγωγέα στην κοινοτική αγορά σε τιμή κατώτερη της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής cif της αποστολής, αυξημένης κατά το οφειλόμενο ποσό εισαγωγικών δασμών, δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους διαθέσεως στην κοινοτική αγορά, οπότε ήδη γι’ αυτόν τον λόγο οφείλονται πρόσθετοι δασμοί; Έχει για την απάντηση στο τελευταίο ερώτημα σημασία αν η προαναφερθείσα μεταπώληση ή η μεταπώληση από τον εισαγωγέα πραγματοποιήθηκε σε τιμή κατώτερη της ισχύουσας αντιπροσωπευτικής τιμής; Έχει συναφώς σημασία το ότι η αντιπροσωπευτική τιμή κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 2009 υπολογιζόταν με άλλον τρόπο από ό,τι κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την ημερομηνία αυτή; Έχει περαιτέρω σημασία για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά αν οι αγοραστές στην Ένωση είναι επιχειρήσεις συνδεδεμένες με τον εισαγωγέα;

2)

Αν από την απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα 1 προκύψει ότι η μεταπώληση με ζημία αποτελεί επαρκή ένδειξη για την απόρριψη της δηλωθείσας τιμής εισαγωγής cif, πώς πρέπει τότε να καθοριστεί το ύψος των οφειλόμενων πρόσθετων δασμών; Πρέπει η βάση αυτή να καθοριστεί σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπονται για τον προσδιορισμό της τελωνειακής αξίας στα άρθρα 29 έως 31 του κανονισμού 2913/92 (3) του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα; Ή πρέπει η βάση αυτή να καθοριστεί αποκλειστικά βάσει της ισχύουσας αντιπροσωπευτικής τιμής; Εμποδίζει το άρθρο 141, παράγραφος 3, του κανονισμού 1234/2007 κατά τη διάρκεια της περιόδου πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου 2009 τη χρήση της καθορισθείσας κατά την περίοδο αυτή αντιπροσωπευτικής τιμής;

3)

Αν από την απάντηση στα ερωτήματα 1 και 2 προκύψει ότι για την οφειλή πρόσθετων δασμών είναι καθοριστικό το ότι τα εισαχθέντα προϊόντα μεταπωλήθηκαν με ζημία στην κοινοτική αγορά και συνεπώς για τον υπολογισμό του ύψους των οφειλόμενων πρόσθετων δασμών πρέπει να ληφθεί ως βάση η αντιπροσωπευτική τιμή, είναι τότε οι παράγραφοι 2, 4 και 5 του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 συμβατές με το άρθρο 141 του κανονισμού 1234/2007, και τούτο υπό το πρίσμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 2001, Kloosterboer Rotterdam (C-317/99, ECLI:EU:C:2001:681);


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67/ΕΟΚ (ΕΕ 1995, L 145, σ. 47).

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (ΕΕ 2007, L 299, σ. 1).

(3)  EE 1992, L 302, σ. 1.