7.5.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 161/38


Αναίρεση που άσκησε στις 15 Φεβρουαρίου 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 5 Δεκεμβρίου 2017 στην υπόθεση T-728/16, Tuerck κατά Επιτροπής

(Υπόθεση C-132/18 P)

(2018/C 161/42)

Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική

Διάδικοι

Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: G. Gattinara, B. Mongin, L. Radu Bouyon)

Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Sabine Tuerck

Αιτήματα

Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:

να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 5ης Δεκεμβρίου 2017 στην υπόθεση T-728/16, Tuerck κατά Επιτροπής·

να απορρίψει την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή·

να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου·

να καταδικάσει την S. Tuerck στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.

Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα

Όσον αφορά τις διαδικασίες μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν αποκτηθεί σε εθνικό ταμείο ασφαλίσεως προς το συνταξιοδοτικό σύστημα των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η μεταφορά αυτή προβλέπεται με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά παράβαση από το Γενικό Δικαστήριο της νομολογίας του Δικαστηρίου Radek Časta (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2013, C-166/12, σκέψεις 24, 28 και 31), κατά την οποία η μετατροπή του κεφαλαίου το οποίο αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αποκτήθηκαν στο εθνικό σύστημα σε συντάξιμα έτη προοριζόμενα να συνυπολογιστούν στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος της Ένωσης διέπεται από το δίκαιο της Ένωσης. Η πράξη αυτή περιλαμβάνει τον συνυπολογισμό της αποτιμήσεως του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της ημερομηνίας της πραγματικής μεταφοράς κατά τα προβλεπόμενα στον ΚΥΚ. Το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να προβεί σε μείωση του εκτιμώμενου ποσού του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας πρωτοκολλήσεως της αιτήσεως μεταφοράς και την πραγματική μεταφορά του κεφαλαίου. Αποφαινόμενο ότι η Επιτροπή δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί σε τέτοιες μειώσεις, το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 11, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, δεν έλαβε υπόψη την αρμοδιότητα που έχει αναγνωριστεί με το άρθρο αυτό στην Επιτροπή και υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο συνιστάμενης στη διαπίστωση ότι η μείωση του εκτιμώμενου ποσού του κεφαλαίου ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με συντελεστή διαφορετικό από τον προβλεπόμενο με τον ΚΥΚ και μόνο βάσει του προς μεταφορά κεφαλαίου. Όμως, η μείωση του εκτιμώμενου ποσού του κεφαλαίου πρέπει να πραγματοποιείται συμφώνως προς τον ΚΥΚ ο οποίος επιβάλλει υποχρέωση προς διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας και προβλέπει, προς τον σκοπό αυτό, την εφαρμογή συντελεστή 3,1 %. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, αναφερόμενο στο «προς μεταφορά» ποσό, ενώ το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ απλώς προβλέπει ότι η μετατροπή των αντιστοιχούντων στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του ενδιαφερομένου ποσών σε συντάξιμα έτη υπηρεσίας πρέπει να πραγματοποιείται με βάση την πραγματική μεταφορά, παρέβη τη διάταξη αυτή και δεν έλαβε υπόψη την αναιρετική απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 13ης Οκτωβρίου 2015 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Verile και Gjergij (T-104/14 P).

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά πλάνη περί το δίκαιο λόγω του ότι οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εξέδωσε η Επιτροπή προς εφαρμογή του ΚΥΚ (στο εξής: ΓΕΔ) εφαρμόστηκαν ως εάν υπερείχαν του ΚΥΚ ο οποίος έχει υπέρτερη τυπική ισχύ έναντί τους και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έδωσε στις ΓΕΔ ερμηνεία αντίθετη προς το γράμμα της σχετικής διατάξεως του ΚΥΚ την οποία οι εν λόγω διατάξεις προβλέπεται ότι θέτουν σε εφαρμογή και παρέβη τον κανόνα κατά τον οποίο ο ΚΥΚ, όπως ερμηνεύθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου Radek Časta, δεν επιτρέπει τη μετατροπή σε συντάξιμα έτη υπηρεσίας των ποσών που δεν αντιστοιχούν ουσιαστικά σε συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, δεχόμενο, βάσει αντιφατικής αιτιολογίας, ότι το εθνικό ταμείο ασφαλίσεως είχε αποδείξει το εκτιμώμενο ποσό του κεφαλαίου μεταξύ της ημερομηνίας της αιτήσεως μεταφοράς και της ημερομηνίας πραγματικής μεταφοράς.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου λόγω διαπιστώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού ο οποίος δεν υφίσταται. Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ότι αδικαιολόγητο πλουτισμό θα συνιστούσε η μετατροπή σε συντάξιμα έτη μέρους μόνο του προς μεταφορά κεφαλαίου, ενώ η μεταφορά αυτή εκτιμάται κατά την ημερομηνία της αιτήσεως μεταφοράς και υπόκειται, στη συνέχεια, στο καθεστώς του «πλασματικού» ταμείου, το οποίο στηρίζεται σε σύστημα κεφαλαιοποιήσεως. Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου, η Επιτροπή προβάλλει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως: το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε την ύπαρξη αδικαιολόγητου πλουτισμού χωρίς να εξηγήσει τη βασιμότητα του συμπεράσματος αυτού σε σχέση με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το ποσό που υπερβαίνει την εφαρμογή του συντελεστή 3,1 % επιστράφηκε στην ενδιαφερόμενη υπάλληλο.