6.11.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 374/49


Προσφυγή της 25ης Σεπτεμβρίου 2017 — Jinan Meide Casting κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-650/17)

(2017/C 374/74)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Jinan Meide Casting Co. Ltd (Jinan, Κίνα) (εκπρόσωποι: R. Antonini, E. Monard και B. Maniatis, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) της Επιτροπής 2017/1146, της 28ης Ιουνίου 2017, για την εκ νέου επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κοχλιωτών χυτών εξαρτημάτων σωληνώσεων από ελατό χυτοσίδηρο, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, που κατασκευάστηκαν από την εταιρεία Jinan Meide Castings Co., Ltd.· και

να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους.

1.

Ο πρώτος λόγος αφορά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού (1) λόγω του ότι ελήφθησαν υπόψη: (i) χαμηλός όγκος πωλήσεων πέραν των συνήθων εμπορικών πράξεων και (ii) μη αξιόπιστα δεδομένα για το κόστος με σκοπό να εξαιρεθούν αυθαίρετα πωλήσεις.

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο καθορισμός της κανονικής αξίας που έγινε από την Επιτροπή παραβαίνει το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού για δύο λόγους.

Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα, ο καθορισμός της κανονικής αξίας νοθεύεται από τον συνυπολογισμό πωλήσεων αριθμών ελέγχου των προϊόντων (στο εξής: ΑΕΠ) που πωλήθηκαν σε πολύ μικρές ποσότητες από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι απέδειξε ότι οι τιμές τόσο μικρού όγκου πωλήσεων δεν ήταν αξιόπιστες και είχαν ως αποτέλεσμα μη εύλογο καθορισμό της κανονικής αξίας. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο μικρός όγκος πωλήσεων δεν αντικατοπτρίζει τη συνήθη συμπεριφορά των καταναλωτών, είναι αποτέλεσμα κανονικής διαμόρφωσης των τιμών και, επομένως, δεν προέκυψαν από συνήθεις εμπορικές πράξεις, πράγμα το οποίο δεν καθιστά δυνατή μια κατάλληλη σύγκριση. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή τόνισε ότι ήλεγξε αν οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια συνήθων εμπορικών πράξεων, αλλά δεν εξέτασε τα προαναφερθέντα ζητήματα.

Δεύτερον, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν έλαβε αξιόπιστα δεδομένα για το κόστος ανά ΑΕΠ από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή εφάρμοσε επομένως μια μεθοδολογία για να υπολογίσει τα συγκεκριμένα αυτά δεδομένα για το κόστος σε ΑΕΠ, αλλά στην πραγματικότητα η μεθοδολογία αυτή συνιστούσε απλό τεκμήριο ότι όλες οι συναλλαγές που αποτιμώνταν κάτω του 92,14 % της μέσης τιμής του ΑΕΠ δεν ήταν επικερδείς, παρά έλεγχο αποδοτικότητας ΑΕΠ ανά ΑΕΠ. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ένα τέτοιο γενικό τεκμήριο είναι απολύτως αδικαιολόγητο και καταλήγει σε αυθαίρετο αποκλεισμό των συναλλαγών πωλήσεων και σε αδικαιολόγητη αύξηση της κανονικής αξίας. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το γεγονός ότι η μεθοδολογία αυτή και μη αξιόπιστα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν εις βάρος της για να αποκλειστούν αυθαιρέτως οι πωλήσεις σε χαμηλότερες τιμές από αυτές που προκύπτουν από τον καθορισμό της κανονικής αξίας παραβαίνει το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο α'.

2.

Ο δεύτερος λόγος αφορά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού και του άρθρου 2, παράγραφος 4, της Συμφωνίας Αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης, εφόσον απορρίφθηκαν οι προσαρμογές για το επίπεδο εμπορίου, τους όρους πίστωσης, το κόστος συσκευασίας και τις διαφορές στις πρώτες ύλες και στην παραγωγικότητα και επιβλήθηκε ένα αδικαιολόγητο βάρος απόδειξης στην προσφεύγουσα.

Κατά την προσφεύγουσα, όλες οι πωλήσεις της πραγματοποιήθηκαν σε τελικούς χρήστες ενώ ο παραγωγός ανάλογης χώρας πωλούσε σε τελικούς χρήστες και σε εμπόρους Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι προσκόμισε πολλά αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύοντα ότι υπήρχε σημαντική και πάγια διαφορά στην τιμολόγηση και ότι, εντούτοις, η Επιτροπή απέρριψε την προσαρμογή που ζητήθηκε για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές στο επίπεδο του εμπορίου.

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αρνήθηκε περαιτέρω να αναθεωρήσει τον υπολογισμό της προσαρμογής για το κόστος συσκευασίας, καίτοι η προσφεύγουσα προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι η αξία της προσαρμογής ήταν εσφαλμένη λόγω χρήσεως μη ορθού κριτηρίου κατανομής. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή παραβίασε τις υποχρεώσεις της κατανέμοντας το συνολικό κόστος συσκευασίας στον συνολικό κύκλο εργασιών και όχι στον κύκλο εργασιών των παραχθέντων από τον ίδιο τον παραγωγό της ανάλογης χώρας προϊόντων.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αρνήθηκε επίσης να προβεί σε προσαρμογή για το κόστος των πιστώσεων όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων από τον παραγωγό της ανάλογης χώρας. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι απέδειξε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που κατατέθηκαν στον φάκελο της υπόθεσης αντέκρουαν την αρχική θέση της Επιτροπής να μην προβεί σε τέτοια προσαρμογή και ότι, αντί να αντλήσει ορθά συμπεράσματα σχετικά με την ανάγκη προσαρμογών για τους όρους πίστωσης, η Επιτροπή προέβη σε προσαρμογή για έναν συγκεκριμένο πελάτη παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της.

Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των πρώτων υλών που χρησιμοποιήθηκαν και της παραγωγικότητας του παραγωγού της ανάλογης χώρας και της προσφεύγουσας, αλλά αρνήθηκε οποιαδήποτε προσαρμογή προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορές αυτές. Συναφώς, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή αγνόησε, μεταξύ άλλων, τις παρατηρήσεις του ίδιου του παραγωγού της ανάλογης χώρας, οι οποίες καταδείκνυαν ότι οι διαφορές αυτές υφίσταντο και είχαν επιπτώσεις στη συγκρισιμότητα των τιμών.

Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή επέβαλε περαιτέρω ένα αδικαιολόγητο βάρος απόδειξης στη Jinan, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 10, του βασικού κανονισμού, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της Συμφωνίας Αντιντάμπιγκ και την αρχή της χρηστής διοίκησης, όσον αφορά καθεμία από τις ζητηθείσες προσαρμογές που προαναφέρθηκαν.

3.

Ο τρίτος λόγος αφορά παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 7, στοιχείο α', 2, παράγραφος 10, 2, παράγραφος 10, στοιχείο α', και 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού λόγω του καθορισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ για μη αντίστοιχα είδη προϊόντων.

Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας την κανονική αξία για μη αντίστοιχα είδη προϊόντων βάσει της μέσης κανονικής αξίας προσαρμοσμένης κατά την αξία των διαφορών του προϊόντος που προσδιορίστηκε βάσει της διαφοράς μεταξύ των τιμών εξαγωγής που χρέωνε η προσφεύγουσα, εφάρμοσε μη εύλογη μεθοδολογία για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο α', του βασικού κανονισμού. Κατά την προσφεύγουσα, η μεθοδολογία αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι η αγοραία αξία των διαφορών στα φυσικά χαρακτηριστικά αντανακλάται στις τιμές εξαγωγής, ενώ στην πραγματικότητα οι τιμές εξαγωγής των αντίστοιχων ειδών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως σημείο αναφοράς αντικατοπτρίζουν, σύμφωνα με το σκεπτικό της Επιτροπής, τουλάχιστον μερικώς το ντάμπινγκ. Κατά την προσφεύγουσα, η ως άνω μεθοδολογία στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι τιμές εξαγωγής των επίμαχων μη αντίστοιχων προϊόντων καθορίζονται σε επίπεδο ντάμπινγκ που αντιστοιχεί ακριβώς στο ίδιο περιθώριο που υφίσταται για τα αντίστοιχα προϊόντα. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η παραδοχή αυτή δεν δικαιολογείται και δεν μπορεί να εξακριβωθεί.

Η προσφεύγουσα περαιτέρω διατείνεται ότι, βάσει της μεθοδολογίας που καταλήγει σε τεκμήριο ντάμπινγκ για μη αντίστοιχα είδη προϊόντων στο ίδιο επίπεδο με τα αντίστοιχα είδη προϊόντων, το περιθώριο ντάμπινγκ που τελικώς διαμορφώνεται δεν αντικατοπτρίζει το συνολικό εύρος του ντάμπινγκ που εφαρμόζεται, σε αντίθεση προς το άρθρο 2, παράγραφος 11, του βασικού κανονισμού.

4.

Ο τέταρτος λόγος αφορά παράβαση των άρθρων 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, του βασικού κανονισμού, λόγω του ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε ανακριβή δεδομένα για τις εισαγωγές, ή παράβαση του άρθρου 3 και του άρθρου 9, παράγραφοι 4 και 5, του βασικού κανονισμού, λόγω επιβολής δασμών στην προσφεύγουσα χωρίς να έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ζημίας ή αιτιώδους συνάφειας.

Εκτός της περιπτώσεως που το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός ενσωματώνει υπό μορφή παραπομπής τα περί ζημίας και αιτιώδους συνάφειας που περιλαμβάνονταν στον ακυρωθέντα κανονισμό (2), η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της πλήρους ακύρωσης του κανονισμού όσον την αφορά, ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιβάλλει δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές της προσφεύγουσας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις που καθορίζονται σε σχέση με άλλα στοιχεία εκτός από το ντάμπινγκ. Κατά την προσφεύγουσα, τούτο καταλήγει, μεταξύ άλλων, σε παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού, εφόσον επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ χωρίς να έχει διαπιστωθεί ζημία ή αιτιώδης συνάφεια, καθώς και του άρθρου 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, εφόσον επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ σε πηγή ως προς την οποία δεν αποδείχθηκε ότι προκαλούσε ζημία. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον δεν διαπιστώθηκε καμία ζημία με υφιστάμενο κανονισμό όσον αφορά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή παρέβη επίσης το άρθρο 3 του βασικού κανονισμού περί του καθορισμού της υπάρξεως ζημίας. Περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία είναι επίσης ελλιπής.

Επικουρικώς, κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, του βασικού κανονισμού, στηριζόμενη σε ανακριβή δεδομένα για τις εισαγωγές. Κατά την προσφεύγουσα, για τον εντοπισμό της ζημίας, η Επιτροπή στηρίχθηκε σε δεδομένα για τις εισαγωγές στα οποία, βάσει των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή, περιλαμβάνονταν σαφώς εισαγωγές προϊόντων που δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως το υπό εξέταση προϊόν. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, ωστόσο, δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των σχετικών με τις εισαγωγές δεδομένων και να τα διορθώσει αποκλείοντας τις εισαγωγές των προϊόντων που δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως το υπό εξέταση προϊόν. Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, κατά συνέπεια, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 3, του βασικού κανονισμού.

5.

Ο πέμπτος λόγος αφορά παράβαση του άρθρου 266 ΣΛΕΕ και του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού του 2009, καθόσον η απόφαση αυτή έπρεπε να έχει εκτελεσθεί από το Συμβούλιο και όχι από την Επιτροπή.

Κατά την προσφεύγουσα, η διαδικασία που προβλέπεται από τον βασικό κανονισμό του 2009, ο οποίος, σύμφωνα με παραδοχή της Επιτροπής ήταν το εφαρμοστέο δίκαιο στη νέα έρευνα, απαιτεί την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ από το Συμβούλιο, το οποίο ενεργεί μετά από πρόταση της Επιτροπής, κατόπιν διαβουλεύσεως με την συμβουλευτική επιτροπή. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η διαδικασία αυτή δεν ακολουθήθηκε και, συνεπώς, ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, του βασικού κανονισμού του 2009 και του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, που επιβάλλει στο θεσμικό όργανο, του οποίου η πράξη κηρύχθηκε άκυρη, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως.


(1)  Οι αναφορές στον βασικό κανονισμό θεωρείται ότι παραπέμπουν κατά κύριο λόγο στον βασικό κανονισμό του 2009 [κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ΕΕ 2009, L 343, σ 51] και δευτερευόντως στην αντίστοιχη διάταξη του βασικού κανονισμού του 2016 [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2016/1036 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ 2016, L 176, σ. 21].

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 430/2013 του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2013, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές κοχλιωτών χυτών εξαρτημάτων σωληνώσεων, από ελατό χυτοσίδηρο, καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Ταϊλάνδης και για την περάτωση της διαδικασίας όσον αφορά την Ινδονησία (ΕΕ 2013, L 129, σ 1).