13.11.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 382/54


Προσφυγή της 15ης Σεπτεμβρίου 2017– PlasticsEurope κατά ECHA

(Υπόθεση T-636/17)

(2017/C 382/67)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: PlasticsEurope (Βρυξέλλες, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: R. Cana, E. Mullier και F. Mattioli, δικηγόροι)

Καθού: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA)

Αιτήματα

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·

να ακυρώσει τη δημοσιευθείσα στις 7 Ιουλίου 2017 απόφαση, για την επικαιροποίηση της υφιστάμενης εγγραφής της ουσίας Δισφαινόλη Α (Bisphenol A — BPA) στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στ’, του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, στο εξής: κανονισμός REACH)·

να καταδικάσει τον ECHA στα δικαστικά έξοδα· και

να λάβει οποιοδήποτε άλλο απαιτούμενο μέτρο, κατά την κρίση του.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως.

1.

Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι ο καθού παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, καθόσον εφάρμοσε ασυνεπή και μη προβλέψιμα κριτήρια για την αξιολόγηση της BPA ως ουσίας που έχει τις προβαλλόμενες ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής (στο εξής: ΕΔ) για την ανθρώπινη υγεία.

2.

Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι ο καθού υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παραβίασε την υποχρέωση να ενεργήσει με κάθε επιμέλεια.

Ο καθού δεν απέδειξε ότι η BPA είναι ουσία με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής για την οποία υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον, οι οποίες προκαλούν ισοδύναμο επίπεδο ανησυχίας με εκείνο άλλων ουσιών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία α’ έως ε’, του άρθρου 57, του κανονισμού REACH, καθόσον (i) η μόνη επιδίωξη του καθού ήταν να αποδείξει ότι η BPA έχει τις προβαλλόμενες «ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής», (ii) ο προσδιορισμός της BPA δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια του άρθρου 57, στοιχείο στ’, του κανονισμού REACH και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και (iii) ο καθού υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στο μέτρο που δεν έλαβε υπόψη τον προσδιορισμό ενός ασφαλούς επιπέδου ως στοιχείου που ασκεί επιρροή για την αξιολόγηση της BPA υπό το πρίσμα των κριτηρίων του άρθρου 57, στοιχείο στ’, του κανονισμού REACH· και

Ο καθού δεν έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή και, ιδίως, τη μελέτη CLARITY-BPA.

3.

Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον δεν έλαβε υπόψη επικείμενες μελέτες οι οποίες κρίθηκαν ότι ασκούν επιρροή για την εκτίμηση των προβαλλομένων ιδιοτήτων ΕΔ της BPA, και, ιδίως, τη μελέτη CLARITY-BPA, και επίσης δεν έλαβε υπόψη τον προσδιορισμό ενός ασφαλούς επιπέδου ως στοιχείου που ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του ισοδύναμου επιπέδου ανησυχίας.

4.

Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τα άρθρα 59 και 57, στοιχείο στ’, του κανονισμού REACH, στο μέτρο που προσδιορίζει την BPA ως ουσία που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία βάσει των κριτηρίων που θέτει το άρθρο 57, στοιχείο στ’, παρά το ότι το άρθρο 57, στοιχείο στ’ καλύπτει μόνο ουσίες οι οποίες δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί δυνάμει του άρθρου 57, στοιχεία α’ έως ε’.

5.

Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β’, του κανονισμού REACH, καθόσον τα ενδιάμεσα προϊόντα εξαιρούνται από όλες τις διατάξεις του τίτλου VII και, επομένως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 57 και 59 και εξαιρούνται από την υποχρέωση υποβολής αιτήσεως για αδειοδότηση.

6.

Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον η εγγραφή της BPA στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών όταν χρησιμοποιείται ως μη ενδιάμεσο προϊόν βαίνει πέραν των ορίων του πρόσφορου και του αναγκαίου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν συνιστά το λιγότερο επαχθές μέτρο το οποίο θα μπορούσε να επιλέξει ο οργανισμός.