24.7.2017   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 239/53


Προσφυγή της 29ης Μαΐου 2017 — Koninklijke Luchtvaart Maatschappij κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-325/17)

(2017/C 239/67)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Koninklijke Luchtvaart Maatschappij NV (Amstelveen, Κάτω Χώρες) (εκπρόσωπος: M. Smeets, δικηγόρος)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει εν όλω την απόφαση C(2017) 1742 τελικό της Επιτροπής, της 17ης Μαρτίου 2017, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ και του άρθρου 8 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές (Υπόθεση ΑΤ.39258 — Αεροπορικές μεταφορές φορτίου), λόγω παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των αυθαιρεσιών και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (πρώτος λόγος ακυρώσεως), λόγω ελλείψεως εδαφικής αρμοδιότητας όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές με προέλευση αερολιμένες εκτός του ΕΟΧ και προορισμό αερολιμένες εντός του ΕΟΧ (δεύτερος λόγος ακυρώσεως, κύριο αίτημα), λόγω παραβάσεως του άρθρου 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ και του άρθρου 8 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τις αεροπορικές μεταφορές και των κατευθυντήριων γραμμών (1) (τέταρτος λόγος ακυρώσεως, κύριο αίτημα), ή

να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφοι 2, στοιχείο δ’ και 3, στοιχείο δ’, της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέτρο που με τις διατάξεις αυτές διαπιστώθηκε παράβαση της προσφεύγουσας σε σχέση με τις αεροπορικές μεταφορές με προέλευση αερολιμένες εκτός του ΕΟΧ και προορισμό αερολιμένες εντός του ΕΟΧ (δεύτερος λόγος ακυρώσεως, επικουρικό αίτημα), και

να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφοι 1, στοιχείο δ’, 2, στοιχείο δ’, 3, στοιχείο δ’, και 4, στοιχείο δ’, της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το μέτρο που με τις διατάξεις αυτές διαπιστώθηκε ότι η ενιαία και διαρκής παράβαση περιελάμβανε τη μη καταβολή προμηθειών επί των προσθέτων τελών (τρίτος λόγος ακυρώσεως), ή

επικουρικώς, σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο δεν ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της βάσει του πρώτου, του δεύτερου ή του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, να μειώσει, κατ’ ενάσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας του, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με το άρθρο 3, στοιχείο γ’ και το άρθρο 3, στοιχείο δ’, της προσβαλλομένης αποφάσεως (όπως ζητείται στο πλαίσιο του πρώτου, του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου λόγου), και τέλος

σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή μειώσει το πρόστιμο, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.

Λόγοι και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως.

1.

Ο πρώτος λόγος αφορά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των αυθαιρεσιών και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των αυθαιρεσιών, στο μέτρο που αποκλείει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως επιχειρήσεις οι οποίες, βάσει του αιτιολογικού της αποφάσεως, μετείχαν στην ίδια πολιτική τιμολογήσεως με τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που επιβάλλει κυρώσεις και πρόστιμο στην προσφεύγουσα για παράβαση και την εκθέτει σε αξιώσεις αποζημιώσεως τρίτων λόγω αστικής ευθύνης, ενώ την ίδια στιγμή αποκλείει από το διατακτικό της επιχειρήσεις οι οποίες, βάσει του σκεπτικού της, μετείχαν στην ίδια πολιτική τιμολογήσεως με τους αποδέκτες της προσβαλλομένης αποφάσεως.

2.

Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά έλλειψη εδαφικής αρμοδιότητας ως προς τις αεροπορικές μεταφορές φορτίων από αερολιμένες εκτός του ΕΟΧ προς αερολιμένες εντός του ΕΟΧ.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ενιαία και διαρκής παράβαση σε σχέση με αεροπορικές μεταφορές από αερολιμένες εκτός του ΕΟΧ προς αερολιμένες εντός του ΕΟΧ τελέστηκε εντός του ΕΟΧ.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ενιαία και διαρκής παράβαση σε σχέση με αεροπορικές μεταφορές από αερολιμένες εκτός του ΕΟΧ προς αερολιμένες εντός του ΕΟΧ είχε ουσιώδεις, άμεσες και προβλέψιμες συνέπειες στον ανταγωνισμό εντός του ΕΟΧ.

3.

Ο τρίτος λόγος αφορά έλλειψη αιτιολογίας και πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, στο μέτρο που η Επιτροπή διαπίστωσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η μη καταβολή προμηθειών επί των προσθέτων τελών συνιστά χωριστό στοιχείο της παραβάσεως.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι δύο παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση για να χαρακτηρίσει τη μη καταβολή προμηθειών επί των προσθέτων τελών ως χωριστό στοιχείο της παραβάσεως είναι αντιφατικές, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού και ρυθμιστικού πλαισίου του επίμαχου κλάδου.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η μη καταβολή προμηθειών επί των προσθέτων τελών συμπίπτει με τις σχετικές με τον επίναυλο καυσίμων και τα πρόσθετα τέλη ασφαλείας πρακτικές και δεν συνιστά χωριστό στοιχείο της παραβάσεως.

4.

Με τον τέταρτο λόγο υποστηρίζεται ότι ο υπολογισμός του προστίμου αντιβαίνει στην αρχή της νομιμότητας και της αναλογικότητας των προστίμων κατά το άρθρο 49 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και τις κατευθυντήριες γραμμές και είναι προδήλως εσφαλμένος.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αξία των συνδεόμενων με την παράβαση πωλήσεων της KLM Cargo είναι η αξία του επίναυλου των καυσίμων και των προσθέτων τελών ασφαλείας και δεν συμπεριλαμβάνει τον συνολικό κύκλο εργασιών της KLM Cargo.

Η αξία των πωλήσεων της KLM Cargo επί των οποίων καθορίστηκε το βασικό ποσό του προστίμου δεν πρέπει να περιλαμβάνει πωλήσεις πραγματοποιηθείσες εκτός του ΕΟΧ.

Η μείωση του προστίμου κατά 15 % λόγω της κυβερνητικής παρεμβάσεως δεν αντιστοιχεί στον βαθμό της κυβερνητικής παρεμβάσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως.


(1)  Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 2, στοιχείο α’, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (ΕΕ C 210, σ. 2).