1.6.2015   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 178/15


Προσφυγή της 6ης Μαρτίου 2015 — Fortischem κατά Επιτροπής

(Υπόθεση T-121/15)

(2015/C 178/17)

Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική

Διάδικοι

Προσφεύγουσα: Fortischem a.s. (Nováky, Σλοβακία) (εκπρόσωποι: C. Arhold, P. Hodál και M. Staroň, δικηγόροι)

Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αιτήματα

Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

να ακυρώσει τα άρθρα 1, 3, 4 και 5 της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2014, περί της κρατικής ενισχύσεως SA.33797 (2013/C) (πρώην 2013/NN) (2011/CΡ) την οποία χορήγησε η Σλοβακία υπέρ της NCHZ·

να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα της υπό κρίση προσφυγής.

Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα

Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει έξι λόγους.

1.

Ο πρώτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η απόφαση της Επιτροπής συνιστά παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον η Επιτροπή χαρακτήρισε ως κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το μέτρο βάσει του οποίου η εταιρία Novácke chemické závody, a.s. (εφεξής NCHZ) θεωρήθηκε στρατηγικής σημασίας κατά την έννοια του σλοβακικού νόμου της 5ης Νοεμβρίου 2009, περί ορισμένων μέτρων σχετικά με τις εταιρίες στρατηγικής σημασίας και την τροποποίηση ορισμένων άλλων νόμων (εφεξής: σλοβακικός νόμος), καθόσον δεν πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι ο χαρακτηρισμός της εν λόγω εταιρίας δεν είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κρατικών πόρων, καθόσον δεν υπήρξε επιπρόσθετη επιβάρυνση του Δημοσίου συγκριτικά με την κατάσταση που θα προέκυπτε εάν εφαρμόζονταν οι συνήθεις κανόνες περί αφερεγγυότητος. Το επίμαχο μέτρο δεν παρείχε κανένα οικονομικό πλεονέκτημα στη NCHZ, καθόσον, πρώτον, οι πιστωτές θα επέλεγαν εν πάση περιπτώσει τη συνέχιση της λειτουργίας της, η δε προσωρινή απαγόρευση των απολύσεων ήταν προς αποκλειστικό όφελος του κράτους και όχι της εταιρίας· δεύτερον, η εφαρμογή του σλοβακικού νόμου πληροί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή που δραστηριοποιείται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, καθόσον ήταν οικονομικά επωφελής για τους δημόσιους επενδυτές.

Τέλος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ορθώς χαρακτήρισε η Επιτροπή την εφαρμογή του σλοβακικού νόμου ως κρατική ενίσχυση υπέρ της NCHZ, το εν λόγω θεσμικό όργανο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τον υπολογισμό του ποσού της κρατικής ενισχύσεως.

2.

Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως επιμελούς και αμερόληπτης εξετάσεως.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή όφειλε, αφενός, να ενημερώσει την σλοβακική κυβέρνηση ότι έκρινε ανεπαρκή τον βαθμό της λεπτομέρειας της εκ των υστέρων εξετάσεως που υπέβαλε η σλοβακική κυβέρνηση και, αφετέρου, να υποδείξει ποιες επιπρόσθετες πληροφορίες ή διευκρινίσεις έπρεπε να παράσχει η σλοβακική κυβέρνηση. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ζητήσει πληροφορίες περί των οριστικών αριθμητικών στοιχείων προτού εκδώσει την απόφαση ανακτήσεως.

3.

Ο τρίτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.

Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ουδόλως αιτιολόγησε την κρίση της περί του ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η NCHZ δεν θα συνέχιζε τη λειτουργία της χωρίς την εφαρμογή του σλοβακικού νόμου, και δεν εξέτασε το επιχείρημα της Σλοβακικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα των δημοσίων πιστωτών για συνέχιση της λειτουργίας.

4.

Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παράβαση των άρθρων 107, παράγραφος 1, και 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 14, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον η υποχρέωση ανακτήσεως της ενισχύσεως διασώσεως περιέλαβε και την προσφεύγουσα.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι δεν της χορηγήθηκε κρατική ενίσχυση, καθόσον η τιμή πωλήσεως ήταν σύμφωνη με την αγοραία τιμή. Κατά την προσφεύγουσα, τα επιχειρήματα και οι επιφυλάξεις της Επιτροπής ως προς το αν το αντίτιμο που κατέβαλε η Via Chem και, εν συνεχεία, η Fortishem για τα στοιχεία του ενεργητικού της NCHZ αντιστοιχούσε στην αγοραία τιμή ενέχουν πλάνη, τούτο δε για πλείονες λόγους. Πρώτον, υποστηρίζεται ότι δεν αρκεί η Επιτροπή να διατυπώσει επιφυλάξεις, καθόσον φέρει το βάρος της αποδείξεως. Δεύτερον, καθόσον η πώληση πραγματοποιήθηκε δυνάμει πτωχευτικής διαδικασίας υπό τον έλεγχο πτωχευτικού δικαστηρίου υποχρεούμενου να ενεργήσει προς το συμφέρον των δανειστών της αφερέγγυας εταιρίας, εικάζεται ότι τα στοιχεία του ενεργητικού πωλήθηκαν στην υψηλότερη δυνατή τιμή. Τρίτον, η διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προσφορών ήταν ανοικτή, διαφανής και απαλλαγμένη από όρους και, επομένως, εξασφάλιζε την υψηλότερη δυνατή τιμή στην αγορά· η δεσμευτική επιλογή δεν είχε κανένα αντίκτυπο στην αγοραία τιμή. Τέταρτον, παρά το γεγονός ότι οι όροι πωλήσεως μεταξύ της Via Chem και της Fortishem στερούνται σημασίας, καθόσον η πρώτη πώληση πραγματοποιήθηκε στην αγοραία τιμή, η αγοραία τιμή την οποία διαπραγματεύτηκαν οι ιδιώτες επενδυτές σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς θεωρείται αγοραία τιμή, έστω και ελλείψει διαδικασίας προσκλήσεως υποβολής προσφορών.

Περαιτέρω, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι προφανώς η μεταβίβαση των στοιχείων του ενεργητικού της NCHZ στη Via Chem και εν συνεχεία στην προσφεύγουσα δεν δύναται να θεωρηθεί απόπειρα καταστρατηγήσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως που εξέδωσε η Επιτροπή για δύο λόγους. Πρώτον, η υπόθεση απέχει τόσο από την τυπική περίπτωση καταστρατηγήσεως ώστε ακόμη και η Επιτροπή δέχεται ότι δεν διαθέτει στοιχεία αποδεικνύοντα την πρόθεση αποφυγής της υποχρεώσεως ανακτήσεως. Δεύτερον, καταλήγει, εντούτοις, στο συμπέρασμα ότι υπάρχει οικονομική συνέχεια, προκειμένου να διευρύνει τον κύκλο όσων υπέχουν υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως ώστε να περιλάβει και την προσφεύγουσα. Εντούτοις, η κρίση της Επιτροπής στηρίζεται σε πεπλανημένη εκτίμηση, βάσει εσφαλμένης ερμηνείας των επιμέρους κριτηρίων, δεν λαμβάνει υπόψη το βάρος αποδείξεως και στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη της γενικότερης έννοιας της οικονομικής συνέχειας σε υποθέσεις κρατικής ενισχύσεως.

Τέλος, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η προσέγγιση της Επιτροπής είναι οικονομικά καταστροφική και περιττή από απόψεως δικαίου του ανταγωνισμού. Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή επιχειρεί να δημιουργήσει νέα, αυστηρότερη νομολογία, βάσει της οποίας το εύρος της συναλλαγής θα αποτελεί το καθοριστικής σημασίας κριτήριο, με την αγοραία τιμή να αποτελεί, κατά το μέγιστο, επικουρικό κριτήριο.

5.

Ο πέμπτος λόγος αντλείται, επικουρικώς, από παράβαση των άρθρων 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 14, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως περί ανακτήσεως δεν περιορίσθηκε στο 60 % της προβαλλομένης κρατικής ενισχύσεως.

6.

Ο έκτος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σχετικά με την οικονομική συνέχεια.

Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι από όσα επισημάνθηκαν σε σχέση με τον πρώτο λόγο προκύπτει ότι το σκεπτικό της Επιτροπής είναι ανεπαρκές για να καταστήσει δυνατό τον εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου δικαστικό έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, και ότι η προσφεύγουσα αδυνατεί να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν την Επιτροπή στην κρίση ότι υφίσταται οικονομική συνέχεια.