62001C0319

Προτάσεις της γενικης εισαγγελέα Stix-Hackl της 9ης Ιουλίου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου του Βελγίου. - Παράβαση κράτους μέλους - Εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων έργων στο περιβάλλον - Οδηγία 97/11/ΕΚ. - Υπόθεση C-319/01.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-10779


Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα


I - Εισαγωγή

1. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 226 ΕΚ, ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (στο εξής: οδηγία) ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

2. Χωρίς να αμφισβητεί την αιτίαση αυτή ως προς την αρχή της, το Βασίλειο του Βελγίου παρατηρεί ότι τόσο το Ομοσπονδιακό Κράτος όσο και η Περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτεύουσας έχουν θεσπίσει διατάξεις οι οποίες, όπως αυτό φρονεί, επαρκούν για τη μεταφορά της οδηγίας στους σχετικούς τομείς αρμοδιότητας αυτών των νομικών οντοτήτων.

ΙΙ - Νομικό πλαίσιο

3. Η οδηγία 97/11/EG τροποποιεί και συμπληρώνει την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η τελευταία αυτή οδηγία θα εφαρμόζεται κατά τρόπο ολονέν και περισσότερο εναρμονισμένο και αποτελεσματικό. Η οδηγία 97/11 εισάγει, ειδικότερα, διατάξεις καθιερώνουσες την υποχρέωση λήψεως αδείας όσον αφορά τα έργα για τα οποία απαιτείται αξιολόγηση. Εξάλλου, η ίδια οδηγία τροποποιεί τα παραρτήματα της οδηγίας 85/337, συμπληρώνοντας τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι έργα τα οποία υπόκεινται σε αξιολόγηση και διασαφηνίζοντας σχετικώς τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν αν τα απαριθμούμενα στο παράρτημα ΙΙ έργα πρέπει να υποβάλλονται σε τέτοια αξιολόγηση.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 97/11, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο το αργότερο στις 14 Μαρτίου 1999. Εξάλλου, υποχρεούνται να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

ΙΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία

5. Με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1999, οι βελγικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή το διάταγμα της Περιφέρειας της Βαλονίας, της 11ης Μαρτίου 1999, περί αδείας παρεμβάσεων στο περιβάλλον (στο εξής: διάταγμα της Περιφέρειας της Βαλονίας της 11ης Μαρτίου 1999), με το οποίο τροποποιήθηκε το διάταγμα της 11ης Σεπτεμβρίου 1985, περί του τρόπου εκτιμήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον στην Περιφέρεια της Βαλονίας.

6. Μη έχοντας λάβει από τη Βελγική Κυβέρνηση καμιά άλλη ανακοίνωση σχετικά με τα εθνικά μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και μη διαθέτοντας άλλη σχετική πληροφορία, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου, στις 5 Αυγούστου 1999, έγγραφο οχλήσεως καλώντας το να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.

7. Με έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή τη διάταξη του Συμβουλίου της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, της 22ας Απριλίου 1999, σχετικά με τον καθορισμό του καταλόγου των εγκαταστάσεων της κατηγορίας IA που μνημονεύεται στο άρθρο 4 της διατάξεως της 5ης Ιουνίου 1997, περί αδείας παρεμβάσεων στο περιβάλλον (στο εξής: διάταξη του Συμβουλίου Περιφέρειας της 22ας Απριλίου 1999), καθώς και την απόφαση της Κυβερνήσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, της 4ης Μαρτίου 1999, για τον καθορισμό του καταλόγου των εγκαταστάσεων κατηγορίας IB, ΙΙ και ΙΙΙ (στο εξής: απόφαση της 4ης Μαρτίου 1999).

8. Με δύο έγγραφα της 20ής Δεκεμβρίου 1999, οι βελγικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή, αφενός, σχέδιο βασιλικού διατάγματος σχετικά με γενική ρύθμιση της προστασίας του πληθυσμού, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο ιονιζουσών ακτινοβολιών και, αφετέρου, τον νόμο της 20ής Ιανουαρίου 1999, για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος στις θαλάσσιες εκτάσεις υπό τη δικαιοδοσία του Βελγίου (στο εξής: νόμος της 20ής Ιανουαρίου 1999), αρκετές διατάξεις του οποίου ρυθμίζουν το ζήτημα της αξιολογήσεως των επιπτώσεων ορισμένων έργων, ειδικότερα στην υφαλοκρηπίδα.

9. Μη έχοντας λάβει καμιά άλλη γνωστοποίηση σχετικά με την πρόοδο της μεταφοράς της οδηγίας 97/11 στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου, στις 19 Μα_ου 2000, αιτιολογημένη γνώμη, κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ, καλώντας το να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία εντός προθεσμίας δύο μηνών.

10. Στην από 10 Ιουλίου 2000 απάντησή της, η Βελγική Κυβέρνηση γνωστοποίησε εκ νέου το κείμενο των προπαρατεθεισών πράξεων μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της Περιφέρειας των Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, συνοδευόμενο από πίνακα ανακεφαλαιώνοντα τα μέτρα μεταφοράς στην περιοχή αυτή.

11. Στις 9 Αυγούστου 2000 η Βελγική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή αντίγραφο σχεδίου ρυθμίσεως σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της Κυβερνήσεως της Βαλονίας, η έκδοση της οποίας υπολογιζόταν περί τα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 2001.

12. Εξάλλου, στις 8 Δεκεμβρίου 2000, η Βελγική Κυβέρνηση διαβίβασε στην Επιτροπή σχέδιο βασιλικού διατάγματος σχετικά με τη διαδικασία χορηγήσεως των αδειών και εγκρίσεων που απαιτούνταν για ορισμένες δραστηριότητες ασκούμενες στις θαλάσσιες εκτάσεις υπό τη δικαιοδοσία του Βελγίου. Στις 20 Δεκεμβρίου 2000 εκδόθηκε το διάταγμα αυτό καθώς και έτερο βασιλικό διάταγμα ορίζον τους κανόνες τους σχετικούς με την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, και τούτο κατ' εφαρμογήν του νόμου της 20ής Ιανουαρίου 1999 για την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος στις θαλάσσιες εκτάσεις υπό τη δικαιοδοσία του Βελγίου . Η Επιτροπή έλαβε τα διατάγματα αυτά στις 8 Φεβρουαρίου 2001.

13. Τέλος, με έγγραφο της 23ης Μα_ου 2001, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή τα σχέδια υπουργικών αποφάσεων τα οποία είχαν ληφθεί σε δεύτερη ανάγνωση από την Κυβέρνηση της Βαλονίας και καθιστούσαν δυνατή την εφαρμογή του διατάγματος της Περιφέρειας της Βαλονίας της 11ης Μαρτίου 1999.

14. Εκτιμώντας ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε λάβει όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο όλων των διατάξεων της οδηγίας 97/11 για το σύνολο του βελγικού εδάφους, η Επιτροπή άσκησε, στις 10 Αυγούστου 2001, την υπό κρίση προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Αυγούστου 2001.

15. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

- να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11 ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας πλήρως την Επιτροπή σχετικώς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή·

- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.

16. Το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:

- να απορρίψει την προσφυγή, στο μέτρο που αυτή αφορά τα τμήματα του βελγικού εδάφους που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των ομοσπονδιακών αρχών και της Περιφέρεια των Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.

IV - Όσον αφορά την παράβαση

Επιχειρήματα των διαδίκων

17. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Βασίλειο του Βελγίου έχει, βεβαίως, λάβει ορισμένα μέτρα, πλην όμως τα μέτρα αυτά δεν αρκούν για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, το Βασίλειο του Βελγίου δεν έχει ενημερώσει την Επιτροπή σχετικά με τα αναγκαία μέτρα μεταφοράς.

18. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εκτελεστικές διατάξεις του διατάγματος της Περιφέρειας της Βαλονίας της 11ης Μαρτίου 1999 και του νόμου της 20ής Ιανουαρίου 1999, αναγκαίες για τη θέση σε ισχύ αυτών των δύο ρυθμίσεων, δεν θεσπίστηκαν εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Η ίδια η Βελγική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι ήσαν αναγκαία και άλλα μέτρα.

19. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπει μια οδηγία. Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί παράβαση ως προς το σύνολο του βελγικού εδάφους.

20. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή εμμένει στην ανάλυσή της, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου 2001 περί γενικής ρυθμίσεως σχετικά με την προστασία του πληθυσμού, των εργαζομένων και του περιβάλλοντος από τον κίνδυνο ιονιζουσών ακτινοβολιών (στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου 2001), το οποίο της κοινοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2001 - δηλαδή μετά την άσκηση της προσφυγής - έχει πραγματοποιηθεί η πλήρης μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, της οδηγίας. Εξάλλου, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν αμφισβητεί ότι τα μέτρα μεταφοράς στο δίκαιο της Περιφέρειας των Βρυξελλών-Πρωτεύουσας του είχαν κοινοποιηθεί πριν από την άσκηση της προσφυγής.

21. Το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίζεται, στο υπόμνημά του αντικρούσεως, ότι, σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η κυβέρνηση έχει μεταφέρει πλήρως την οδηγία στους υπαγόμενους στην αρμοδιότητά της τομείς, και τούτο, αφενός, με τον νόμο της 20ής Ιανουαρίου 1999, που γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 20 Δεκεμβρίου 1999, καθώς και τα δύο εκτελεστικά του διατάγματα της 20ής Δεκεμβρίου 2000, που γνωστοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 2 Φεβρουαρίου 2001, και, αφετέρου, με το βασιλικό διάταγμα της 20ής Ιουλίου 2001.

22. Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι με τη θέσπιση της διατάξεως του Συμβουλίου Περιφερείας της 22ας Απριλίου 1999 και με το διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1999, η οδηγία μεταφέρθηκε επίσης πλήρως στο δίκαιο της Περιφέρειας των Βρυξελλών-Πρωτεύουσας . Το Βασίλειο του Βελγίου προσάπτει στην Επιτροπή το ότι δεν επισήμανε ποιές από τις διατάξεις της οδηγίας δεν είχαν μεταφερθεί στο δίκαιο της Περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτεύουσας.

23. Στη συνέχεια, η Βελγική Κυβέρνηση εξετάζει την κατάσταση που υφίσταται στην Περιφέρεια της Φλάνδρας, πράγμα που δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο της προσφυγής. Σχετικά με την Περιφέρεια αυτή, καταρτίζεται διάταγμα με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας 97/11, της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου καθώς και της οδηγίας 2001/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2001, σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων . Η Επιτροπή ενημερώθηκε σχετικά με αυτό το ρυθμιστικού χαρακτήρα έργο με έγγραφα της 21ης Μαρτίου και της 4ης Σεπτεμβρίου 2001. Ωστόσο, υπήρξε χρονοτριβή λόγω της καθυστερημένης εκδόσεως του ολλανδικού κειμένου της οδηγίας 2001/42. Η δημοσίευση του διατάγματος στο Moniteur belge είχε υπολογιστεί για τον Μάρτιο του 2002, ενώ η έκδοση των εκτελεστικών βασιλικών διαταγμάτων για τον Ιούνιο του 2002.

24. Όσον αφορά την Περιφέρεια της Βαλονίας, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι η έκδοση των τριών αποφάσεων για την εφαρμογή του διατάγματος της Περιφέρειας της Βαλονίας της 11ης Μαρτίου 1999, από την οποία εξαρτάται η θέση σε ισχύ του διατάγματος αυτού, έχει πράγματι καθυστερήσει λόγω της περιπλοκότητας του θέματος, πλην όμως πρόκειται να πραγματοποιηθεί περί τα τέλη του έτους 2001.

Νομική εκτίμηση

25. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη μιας παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή υφίστατο κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, λόγος για τον οποίο οι επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές δεν είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο .

26. Διαπιστώνεται ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη της 19ης Μα_ου 2000 προθεσμίας, δεν είχαν ακόμα θεσπιστεί όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, πράγμα που, εξάλλου, το Βασίλειο του Βελγίου ουδόλως αμφισβητεί.

27. Πράγματι, το Βασίλειο του Βελγίου δεν αρνείται το γεγονός ότι τόσο στην Περιφέρεια της Βαλονίας όσο και στην Περιφέρεια της Φλάνδρας δεν είχαν ληφθεί, τουλάχιστον μέχρι το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τα αναγκαία για τη μεταφορά μέτρα. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το αναγκαίο για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο βασιλικό διάταγμα εκδόθηκε μόλις στις 20 Ιουλίου 2001 - επομένως μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας.

28. Όσον αφορά τα μέτρα μεταφοράς που έχουν ληφθεί από την Περιφέρεια των Βρυξελλών-Πρωτεύουσας, παρατηρείται ότι τα μέτρα αυτά πράγματι θεσπίστηκαν πριν από την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας, πράγμα που είναι καθοριστικό. Ωστόσο, ενόψει εκπρόθεσμης ή καθόλου μεταφοράς σε άλλα τμήματα της χώρας, τέτοια μέτρα δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τυχόν διαπιστωθείσα παράβαση του Βασιλείου του Βελγίου λόγω εκπρόθεσμης ή ατελούς μεταφοράς της οδηγίας. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-33/90, Επιτροπή κατά Ιταλίας , επαναλαμβάνοντας πάγια νομολογία του , αποφάνθηκε ως εξής: «Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος έχει αναθέσει στις περιφέρειές του την εφαρμογή των οδηγιών δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις επί της εφαρμογής του άρθρου 169. Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους για να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες. Μολονότι κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο να κατανέμει κατά την κρίση του τις νομοθετικές αρμοδιότητες μεταξύ των εθνικών οργάνων, εντούτοις είναι το μόνο που έχει ευθύνη έναντι της Κοινότητας, βάσει του άρθρου 169, για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο.»

29. Έτσι, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, κατά την εκπνοή της δίμηνης προθεσμίας που του είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη, δεν είχε λάβει όλα τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη μεταφορά της οδηγίας 97/11 στο εθνικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί βάσιμη.

30. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου του Βελγίου και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.

V - Πρόταση

31. Ενόψει όλων των ανωτέρω, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:

1) να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον, ή, έστω, μη ενημερώνοντας πλήρως την Επιτροπή σχετικά με τέτοιες διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.

2) να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.