61995J0042

Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Νοεμβρίου 1996. - Siemens AG κατά Henry Nold. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Bundesgerichtshof - Γερμανία. - Δίκαιο των εταιριών - Αύξηση κεφαλαίου - Εισφορές σε είδος - Δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων - Αποκλεισμός. - Υπόθεση C-42/95.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1996 σελίδα I-06017


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Ελευθερία εγκαταστάσεως * Εταιρίες * Οδηγία 77/91 * Μεταβολή του κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας * Δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων προβλεπόμενο για την περίπτωση αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα * Εθνική νομοθεσία αναγνωρίζουσα δικαίωμα προτιμήσεως για την περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος * Επιτρέπεται

(Οδηγία 77/91 του Συμβουλίου, άρθρο 29 PAR PAR 1 και 4)

Περίληψη


Η δεύτερη οδηγία 77/91, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, και, ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 29 δεν απαγορεύουν στο εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους να απονέμει δικαίωμα προτιμήσεως στους μετόχους σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος και να εξαρτά τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως από έλεγχο περιεχομένου εξασφαλίζοντα στους μετόχους επίπεδο προστασίας ανώτερο εκείνου που επιβάλλει το άρθρο 29, παράγραφος 4, της οδηγίας όσον αφορά τις εισφορές σε χρήμα.

Πράγματι, το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τις αυξήσεις του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε να αναγνωρίσει δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων μόνο στις περιπτώσεις αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, απαγορεύοντας στα κράτη μέλη να επεκτείνουν το δικαίωμα αυτό και στις αυξήσεις του κεφαλαίου που πραγματοποιούνται με εισφορές σε είδος. Αντιθέτως, εφόσον η δεύτερη οδηγία περιορίζεται στην επιβολή του δικαιώματος προτιμήσεως στις περιπτώσεις αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, αποφεύγοντας να ρυθμίσει την πολύπλοκη * και άγνωστη στα περισσότερα κράτη μέλη * κατάσταση της ασκήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως σε περίπτωση αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος, αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να απονείμουν ενδεχομένως δικαίωμα προτιμήσεως στην τελευταία αυτή περίπτωση. Εξάλλου, ένας εσωτερικός κανόνας ο οποίος επεκτείνει την αρχή του δικαιώματος προτιμήσεως των μετόχων, με δυνατότητα περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος αυτού υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και στις περιπτώσεις αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος εντάσσεται στα πλαίσια ενός των σκοπών της δεύτερης οδηγίας, ήτοι της αποτελεσματικότερης προστασίας των μετόχων.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-42/95,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕK, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Siemens AG

και

Henry Nold,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230), και ειδικότερα του άρθρου 29, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας αυτής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), C. Gulmann, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* η Siemens AG, εκπροσωπούμενη από τον Olivier C. Braendel, δικηγόρο Καρλσρούης-Durlach,

* ο H. Nold, εκπροσωπούμενος από τον Hans Norbert Goetz, δικηγόρο Καρλσρούης,

* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato,

* η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Holger Rotkirch, πρέσβη, προϊστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Caeiro και Juergen Grunwald, νομικούς συμβούλους,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Siemens AG, του H. Nold και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 1996,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Φεβρουαρίου 1995, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της δεύτερης οδηγίας 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230, στο εξής: δεύτερη οδηγία), και ειδικότερα του άρθρου 29, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας αυτής.

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Siemens AG (στο εξής: Siemens), εταιρίας γερμανικού δικαίου, και ενός από τους μετόχους της, του H. Nold, ο οποίος ζητεί την ακύρωση αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της Siemens με την οποία εξουσιοδοτήθηκε το διοικητικό συμβούλιο να προβεί στην αύξηση του κεφαλαίου με την έκδοση κοινών μετοχών μέχρις ενός ανωτάτου ποσού έναντι εισφορών σε χρήμα ή σε είδος. Η αύξηση του κεφαλαίου απέβλεπε, μεταξύ άλλων, στην προσφορά μετοχών στο προσωπικό καθώς και στην απόκτηση συμμετοχής σε άλλες εταιρίες. Με την απόφαση εξουσιοδοτήσεως, η γενική συνέλευση απέκλεισε το δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων.

3 Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, από το γερμανικό δίκαιο των εταιριών προκύπτει ότι, σε περίπτωση αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα ή σε είδος, κάθε μέτοχος που διατυπώνει σχετικό αίτημα έχει δικαίωμα επί τμήματος των νέων μετοχών κατ' αναλογίαν της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο. Το εν λόγω δικαίωμα προτιμήσεως επί των νέων μετοχών δεν μπορεί να αποκλειστεί από τη γενική συνέλευση παρά μόνον αν, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, το διοικητικό συμβούλιο υποβάλει γραπτή έκθεση αναφέρουσα τους λόγους του αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως και δικαιολογούσα την προτεινόμενη τιμή εκδόσεως των μετοχών.

4 Εξάλλου, το Bundesgerichtshof έχει αναπτύξει νομολογία η οποία επιβάλλει, προβλέποντας πρόσθετες προϋποθέσεις, έλεγχο του περιεχομένου των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως περί αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως των μετόχων.

5 Έτσι, με την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1978 (BGHZ 71, 40), το Bundesgerichtshof έκρινε ότι το δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων μπορεί να αποκλειστεί μόνον αν, λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών για τους αποκλειομένους μετόχους, αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν, προς το συμφέρον της εταιρίας, ένα τέτοιο μέτρο. Ο έλεγχος αυτής της αντικειμενικής προϋποθέσεως κύρους συνεπάγεται εξέταση των συμφερόντων τόσο της εταιρίας όσο και των μετόχων, καθώς και τη στάθμιση μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκομένου σκοπού.

6 Εξάλλου, με την απόφαση της 19ης Απριλίου 1982 (BGHZ 83, 319), η οποία αφορούσε αύξηση του κεφαλαίου από το διοικητικό συμβούλιο εντός των επιτρεπομένων ορίων, το ίδιο ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι, αν η γενική συνέλευση αποφασίσει, με την ίδια την απόφαση εξουσιοδοτήσεως, να αποκλείσει το δικαίωμα προτιμήσεως, οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις πρέπει, ήδη από την ημερομηνία αυτή, να τύχουν δημοσιότητας και να έχουν επαρκώς ακριβή χαρακτήρα ώστε να μπορεί η γενική συνέλευση να τις εκτιμήσει.

7 Στην υπό κρίση περίπτωση, το Bundesgerichtshof κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της γενικής συνελεύσεως της Siemens, καθόσον απέκλειε το δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων σε περίπτωση εκδόσεως κοινών μετοχών έναντι αποκτήσεως μέρους του ενεργητικού άλλων εταιριών, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και έπρεπε, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί παράνομη.

8 Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει, ωστόσο, αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό της νομολογίας αυτής με το άρθρο 29 της δεύτερης οδηγίας, η παράγραφος 1 του οποίου προβλέπει δικαίωμα προτιμήσεως μόνο σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, οπότε ο κανόνας της παραγράφου 4 δεν αφορά τις αυξήσεις του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος.

9 Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 29 έχουν ως ακολούθως:

"1. Κατά την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε μετρητά, οι μετοχές πρέπει να προσφερθούν κατά προτίμηση στους μετόχους ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές τους.

(...)

4. Το δικαίωμα προτιμήσεως δεν επιτρέπεται να περιορισθεί ή να αποκλειστεί από το καταστατικό ή τη συστατική πράξη. Αυτό είναι πάντως δυνατό με απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Το διοικητικό όργανο ή η διεύθυνση έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει στη συνέλευση γραπτή έκθεση, η οποία να αναφέρει τους λόγους περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως και να δικαιολογεί την τιμή εκδόσεως που προτείνεται. Η συνέλευση αποφαίνεται σύμφωνα με τους κανόνες απαρτίας και πλειοψηφίας που ορίζονται στο άρθρο 40. Η απόφασή της δημοσιεύεται σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ."

10 Το Bundesgerichtshof θεωρεί ότι η διάταξη αυτή, αν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αύξηση κεφαλαίου με εισφορές σε είδος δεν εξαρτάται από καμία προϋπόθεση διασφαλίζουσα την προστασία των μετόχων από μείωση της αξίας της συμμετοχής τους, αλλά υπόκειται μόνον σε έλεγχο για τη διαπίστωση τυχόν καταχρήσεων, απαγορεύει τον έλεγχο του περιεχομένου που προβλέπει η νομολογία του καθόσον, με τον έλεγχο αυτόν, οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως που προβλέπουν αύξηση του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος και παράλληλο αποκλεισμό του δικαιώματος προτιμήσεως των μετόχων υποβάλλονται σε απαιτήσεις αισθητά αυστηρότερες από εκείνες στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι αποφάσεις αυτές στο πλαίσιο απλού ελέγχου για τη διαπίστωση τυχόν καταχρήσεων.

11 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

"Συνάδει προς τη δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 13ης Δεκεμβρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 230), ιδίως δε προς το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας αυτής, το γεγονός ότι ο νόμιμος χαρακτήρας μιας αποφάσεως γενικής συνελεύσεως, η οποία αφορά αύξηση του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος με παράλληλο αποκλεισμό του δικαιώματος προτιμήσεως των μετόχων, εξετάζεται μέσω ελέγχου του περιεχομένου της σύμφωνα με τις αρχές των αποφάσεων του Bundesgerichtshof της 13ης Μαρτίου 1978 (BGHZ 71, 40) και της 19ης Απριλίου 1982 (BGHZ 83, 319);"

12 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν μήπως η δεύτερη οδηγία και, ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 29 δεν επιτρέπουν να απονέμει το εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους δικαίωμα προτιμήσεως στους μετόχους σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος και να εξαρτά τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως από έλεγχο περιεχομένου όπως αυτός που επιβάλλεται κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof.

13 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η δεύτερη οδηγία σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 3, στοιχείο ζ', της Συνθήκης ΕΚ, στον συντονισμό των απαιτουμένων εντός των κρατών μελών εγγυήσεων εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερο εδάφιο, της ιδίας Συνθήκης, με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων. Έτσι, η οδηγία αυτή αποβλέπει, σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της, στη διασφάλιση μιας ελάχιστης ισοδύναμης προστασίας τόσο των μετόχων όσο και των πιστωτών των ανωνύμων εταιριών.

14 Το άρθρο 29, παράγραφος 1, της δεύτερης οδηγίας προβλέπει ότι, κατά την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, οι μετοχές πρέπει να προσφέρονται κατά προτίμηση στους μετόχους κατ' αναλογίαν του τμήματος του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές τους. Η παράγραφος 4 του άρθρου αυτού επιτρέπει στη γενική συνέλευση να αποφασίζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό του δικαιώματος αυτού.

15 Από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι αφορά μόνο την περίπτωση της αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα.

16 Το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τις αυξήσεις του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος δεν επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε να αναγνωρίσει δικαίωμα προτιμήσεως των μετόχων μόνο στις περιπτώσεις αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, απαγορεύοντας στα κράτη μέλη να επεκτείνουν το δικαίωμα αυτό και στις αυξήσεις του κεφαλαίου που πραγματοποιούνται με εισφορές σε είδος.

17 Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τη Siemens, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το γεγονός ότι το άρθρο 27 της δεύτερης οδηγίας, μεταξύ των ρυθμίσεων που προβλέπει σχετικά με τις αυξήσεις κεφαλαίου με εισφορές άλλες από τις εισφορές σε χρήμα, δεν θεσπίζει δικαίωμα προτιμήσεως υπέρ των μετόχων.

18 Αντιθέτως, εφόσον η δεύτερη οδηγία περιορίζεται στην επιβολή του δικαιώματος προτιμήσεως στις περιπτώσεις αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε χρήμα, αποφεύγοντας να ρυθμίσει την πολύπλοκη * και άγνωστη στα περισσότερα κράτη μέλη * κατάσταση της ασκήσεως του δικαιώματος προτιμήσεως σε περίπτωση αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος, αφήνει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να απονείμουν ενδεχομένως δικαίωμα προτιμήσεως στην τελευταία αυτή περίπτωση.

19 Εξάλλου, ένας εσωτερικός κανόνας ο οποίος επεκτείνει την αρχή του δικαιώματος προτιμήσεως των μετόχων, με δυνατότητα περιορισμού ή αποκλεισμού του δικαιώματος αυτού υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και στις περιπτώσεις αυξήσεως του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε είδος εντάσσεται στα πλαίσια ενός των σκοπών της δεύτερης οδηγίας, ήτοι της αποτελεσματικότερης προστασίας των μετόχων. Πράγματι, ο κανόνας αυτός παρέχει στους μετόχους τη δυνατότητα να αποφεύγουν και στις περιπτώσεις αυτές τη μείωση του τμήματος του κεφαλαίου το οποίο αντιπροσωπεύουν οι μετοχές τους.

20 Πάντως, κατά τη Siemens, ο έλεγχος του περιεχομένου των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως με τις οποίες αποκλείεται το δικαίωμα προτιμήσεως κατά την αύξηση του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος, όπως αυτός προβλέπεται από τη νομολογία του Bundesgerichtshof, δεν συνάδει προς τους σκοπούς της δεύτερης οδηγίας. Κατά τη Siemens, η νομολογία αυτή προστατεύει υπερβολικά το δικαίωμα προτιμήσεως στο μέτρο που παρέχει στους μετόχους της μειοψηφίας τη δυνατότητα να εμποδίσουν, προσφεύγοντας κατά των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως, την πραγματοποίηση αυξήσεων του κεφαλαίου προς βλάβην της εταιρίας και των πιστωτών της.

21 Πρέπει να παρατηρηθεί συναφώς ότι έλεγχοι του περιεχομένου, όπως ο επίδικος, οι οποίοι διασφαλίζουν αυξημένη προστασία των μετόχων δεν αντίκεινται στους σκοπούς της δεύτερης οδηγίας, έστω και αν μπορούν να επιφέρουν καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση των αυξήσεων του κεφαλαίου. Εξάλλου, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται, τηρουμένων των σκοπών της οδηγίας, να κάνουν χρήση των μέσων που διαθέτουν δυνάμει του εσωτερικού τους δικαίου για την αντιμετώπιση προσφυγών παρελκυστικών ή προδήλως αβασίμων.

22 Ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δεύτερη οδηγία και, ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 29 δεν απαγορεύουν στο εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους να απονέμει δικαίωμα προτιμήσεως στους μετόχους σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος και να εξαρτά τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως από έλεγχο περιεχομένου όπως αυτός που επιβάλλεται κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Φινλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Ιανουαρίου 1995 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:

Η δεύτερη οδηγία 77/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρίας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, και, ειδικότερα, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 29 δεν απαγορεύουν στο εσωτερικό δίκαιο κράτους μέλους να απονέμει δικαίωμα προτιμήσεως στους μετόχους σε περίπτωση αυξήσεως του κεφαλαίου με εισφορές σε είδος και να εξαρτά τη νομιμότητα της αποφάσεως περί αποκλεισμού του δικαιώματος προτιμήσεως από έλεγχο περιεχομένου όπως αυτός που επιβάλλεται κατά τη νομολογία του Bundesgerichtshof.