Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Σύμβαση της Γενεύης για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση

ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ:

Σύμβαση για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση

Απόφαση 81/462/ΕΟΚ για τη σύναψη της σύμβασης για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ;

  • Δυνάμει της σύμβασης της Γενεύης για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση, τα συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή οι χώρες που την έχουν επικυρώσει) δεσμεύονται να συνεργαστούν για να περιορίσουν, να μειώσουν βαθμιαία και να προλάβουν τις απορρίψεις ατμοσφαιρικών ρύπων, με σκοπό την καταπολέμηση της συνεπαγόμενης διαμεθοριακής ρύπανσης της ατμόσφαιρας.
  • Η απόφαση του Συμβουλίου συνάπτει τη σύμβαση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Παράλληλα, όλα τα κράτη μέλη αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης.

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ

Η διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση ορίζεται ως η από τον άνθρωπο άμεση ή έμμεση αποβολή στην ατμόσφαιρα ουσιών που έχουν επιζήμιες συνέπειες σε άλλη χώρα όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον και για τις οποίες γενικά δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ των ρύπων που προέρχονται από μεμονωμένες πηγές ή ομάδες πηγών εκπομπής.

Δυνάμει αυτής της σύμβασης έχουν συνταχθεί συνολικά τα εξής οκτώ ξεχωριστά πρωτόκολλα:

  • Το πρωτόκολλο του 1984 για τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση του προγράμματος συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και την εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (Πρωτόκολλο EMEP): μέσο για τη διεθνή κατανομή του κόστους του προγράμματος παρακολούθησης, το οποίο συνιστά τη βάση για τον έλεγχο και την εκτίμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην Ευρώπη, στο πλαίσιο των συμφωνιών για τη μείωση των εκπομπών.
  • Το πρωτόκολλο του 1985 για τη μείωση των εκπομπών θείου ή των διασυνοριακών τους ροών (πρωτόκολλο του Ελσίνκι) κατά τουλάχιστον 30 % σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1980.
  • Το πρωτόκολλο του 1988 όσον αφορά τον έλεγχο των εκπομπών οξειδίων του αζώτου (NOx) ή της διαμεθοριακής μεταφοράς τους (πρωτόκολλο της Σόφιας): το πρώτο βήμα απαιτεί το πάγωμα των εκπομπών NOx ή της διαμεθοριακής μεταφοράς τους στα επίπεδα του 1987· το δεύτερο βήμα απαιτεί την εφαρμογή μιας προσέγγισης με βάση τις επιπτώσεις για την περαιτέρω μείωση των εκπομπών αζωτούχων ενώσεων, συμπεριλαμβανομένης της αμμωνίας (NH3), και των πτητικών οργανικών ενώσεων (VOC), λόγω της συμμετοχής τους στην φωτοχημική ρύπανση, την οξίνιση και τον ευτροφισμό, καθώς και των επιπτώσεών τους στην υγεία του ανθρώπου, το περιβάλλον και τα υλικά, μέσω της αντιμετώπισης όλων των σημαντικών πηγών εκπομπών.
  • Το πρωτόκολλο του 1991 σχετικά με τον έλεγχο των εκπομπών VOC ή των διασυνοριακών ροών τους: οι εν λόγω ενώσεις είναι υπεύθυνες για τον σχηματισμό του όζοντος σε επίπεδο εδάφους και τα μέρη οφείλουν να επιλέξουν την εκπλήρωση ενός από τους τρεις στόχους μείωσης των εκπομπών έως το 1999:
    • 30 % μείωση των VOC, έχοντας ως βάση ένα έτος μεταξύ 1984 και 1990·
    • 30 % μείωση στις εκπομπές των VOC εντός της ζώνης διαχείρισης του τροποσφαιρικού όζοντος που καθορίζεται στο παράρτημα I του πρωτοκόλλου και διασφάλιση ότι οι συνολικές εκπομπές σε εθνικό επίπεδο δεν υπερβαίνουν τα επίπεδα του 1988, ή
    • σε περίπτωση που οι εκπομπές του 1988 δεν υπερέβαιναν ορισμένα προβλεπόμενα επίπεδα, τα μέρη μπορούν να επιλέξουν τη σταθεροποίηση των εκπομπών στο επίπεδο αυτό.
  • Το πρωτόκολλο του 1994 σχετικά με την περαιτέρω μείωση των εκπομπών του θείου (πρωτόκολλο του Όσλο): το εν λόγω πρωτόκολλο βασίζεται στο πρωτόκολλο του 1985 του Ελσίνκι και ορίζει τις ανώτατες εκπομπές έως το 2010 και πέραν αυτού. Τα μέρη οφείλουν να λάβουν τα αποτελεσματικότερα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών θείου, τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων:
    • αύξηση του βαθμού ενεργειακής απόδοσης·
    • χρησιμοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·
    • μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε θείο, και
    • εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών ελέγχου (BAT). Το πρωτόκολλο ενθαρρύνει, επίσης, τη διάθεση οικονομικών κινήτρων για την υιοθέτηση αποδοτικών από πλευράς κόστους προσεγγίσεων για τη μείωση των εκπομπών θείου.
  • Το πρωτόκολλο του 1998 για τα βαρέα μέταλλα (πρωτόκολλο του Aarhus): επικεντρώνεται σε 3 μέταλλα —κάδμιο, μόλυβδο και υδράργυρο. Τα μέρη οφείλουν να μειώσουν τις εκπομπές τους γι’ αυτά τα μέταλλα, σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα του έτους 1990 (ή εναλλακτικά των ετών από το 1985 έως και το 1995). Το πρωτόκολλο αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών από βιομηχανικές πηγές, διεργασίες καύσης και την αποτέφρωση αποβλήτων. Καθορίζει αυστηρές οριακές τιμές εκπομπών από σταθερές πηγές και προτείνει την εφαρμογή BAT στις εν λόγω πηγές, όπως, είτε ειδικά φίλτρα ή πλυντρίδες στις πηγές καύσης είτε διεργασίες χωρίς υδράργυρο. Το πρωτόκολλο υποχρεώνει τα μέρη να καταργήσουν τη μολυβδούχο βενζίνη. Επιπλέον, προβλέπει μέτρα για τη μείωση των εκπομπών βαρέων μετάλλων από άλλα προϊόντα, όπως του υδραργύρου στις ηλεκτρικές στήλες, και προτείνει τη λήψη μέτρων διαχείρισης για άλλα προϊόντα που περιέχουν υδράργυρο όπως τα ηλεκτρικά στοιχεία, οι συσκευές μέτρησης, οι λαμπτήρες φθορισμού, τα οδοντιατρικά κράματα, τα ζιζανιοκτόνα και τα χρώματα. Το πρωτόκολλο τροποποιήθηκε το 2012 προκειμένου να ορισθούν αυστηρότερες οριακές τιμές εκπομπών (ELV) για τις εκπομπές σωματιδίων και καδμίου, μολύβδου και υδραργύρου που ισχύουν για ορισμένες πηγές καύσης και για άλλες βιομηχανικές πηγές εκπομπών που εκλύουν αυτά τα μέταλλα στην ατμόσφαιρα. Επίσης, οι κατηγορίες πηγών εκπομπών για τα τρία βαρέα μέταλλα επεκτάθηκαν ώστε να καλύπτουν την παραγωγή των κραμάτων σιδηρομαγγανίου και πυριτιομαγγανίου, διευρύνοντας έτσι το πεδίο εφαρμογής των βιομηχανικών δραστηριοτήτων για τις οποίες προβλέπονται όρια εκπομπής.
  • Το πρωτόκολλο του 1998 για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, του οποίου απώτερος στόχος είναι η εξάλειψη απορρίψεων, εκπομπών και διαρροών των ρύπων αυτών. Το πρωτόκολλο προβλέπει άμεση και κατηγορηματική απαγόρευση παραγωγής και χρήσης ορισμένων προϊόντων, ενώ η εξάλειψη άλλων ουσιών προβλέπεται για αργότερα. Περιλαμβάνει διατάξεις αναφερόµενες στη διαχείριση αποβλήτων τα οποία περιέχουν προϊόντα που απαγορεύονται και υποχρεώνει τα μέρη να μειώσουν τις εκπομπές διοξινών, φουρανίων, πολυκυκλικών αρωµατικών υδρογονανθράκων και εξαχλωροβενζολίου (HCB) κάτω από τα επίπεδα του 1990 (ή άλλου έτους μεταξύ 1985 και 1995). Προβλέπει ειδικές οριακές τιμές για την αποτέφρωση αστικών, επικινδύνων και ιατρικών αποβλήτων. Αρχικά, εστίαζε σε κατάλογο 16 ουσιών που επιλέχθηκαν βάσει των κριτηρίων επικινδυνότητας που είχαν συμφωνηθεί. Στις ουσίες περιλαμβάνονταν 11 φυτοφάρμακα, δύο βιομηχανικές χημικές ουσίες και τρία συμπτωματικά παραπροϊόντα. Το πρωτόκολλο τροποποιήθηκε το 2009 προκειμένου να συμπεριληφθούν οι εξής επτά νέες ουσίες: εξαχλωροβουταδιένιο, οκταβρωμοδιφαινυλαιθέρας, πενταχλωροβενζόλιο, πενταβρωμοδιφαινυλαιθέρας, σουλφονικά υπερφθοροοκτάνια, πολυχλωριωμένα ναφθαλίνια και χλωριωμένες παραφίνες βραχείας αλυσίδας. Τα μέρη συμφώνησαν σε αναθεώρηση των υποχρεώσεων για τις ενώσεις DDT, heptachlor, HCB και PCB, καθώς και για τις ELV από την αποτέφρωση αποβλήτων. Για να διευκολυνθεί η επικύρωση του πρωτοκόλλου από χώρες των οποίων η οικονομία βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο, τα μέρη προέβλεψαν ευελιξία για τις εν λόγω χώρες όσον αφορά τις προθεσμίες εφαρμογής των ELV και BAT.
  • Το πρωτόκολλο του 1999 για τη μείωση της οξίνισης, του ευτροφισμού και του όζοντος σε επίπεδο εδάφους (πρωτοκόλλου του Γκέτεμποργκ): καθορίζει εθνικά ανώτατα όρια εκπομπών, για την περίοδο 2010 έως 2020, για τέσσερις ρύπους: διοξείδιο του θείου (SO2), NOx, VOC και NH3. Καθορίζει, επίσης, αυστηρές οριακές τιμές για ορισμένες πηγές εκπομπών (π.χ. εγκαταστάσεις καύσης, παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, στεγνό καθάρισμα, αυτοκίνητα και φορτηγά) και απαιτεί η χρήση των BAT να εξυπηρετεί τη διατήρηση των εκπομπών σε χαμηλά επίπεδα. Οι εκπομπές VOC, από τη χρήση προϊόντων όπως χρωμάτων ή αερολυμάτων, πρέπει και αυτές να περιορισθούν, και οι αγρότες οφείλουν να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για τον έλεγχο των εκπομπών NH3. Το πρωτόκολλο τροποποιήθηκε το 2012 ώστε να συμπεριληφθούν οι εθνικές δεσμεύσεις μείωσης των εκπομπών, οι οποίες πρέπει να εκπληρωθούν από το 2020 και έπειτα [οι τροποποιήσεις αυτές επικυρώθηκαν από την ΕΕ στην απόφαση (ΕE) 2017/1757 του Συμβουλίου]. Αρκετά από τα τεχνικά παραρτήματα του πρωτοκόλλου τροποποιήθηκαν με επικαιροποιημένες ομάδες ELV τόσο για κύριες σταθερές πηγές όσο και για κινητές πηγές. Το αναθεωρημένο πρωτόκολλο αποτελεί την πρώτη δεσμευτική συμφωνία που περιλαμβάνει δεσμεύσεις μείωσης των εκπομπών σωματιδίων. Το τροποποιημένο πρωτόκολλο συμπεριλαμβάνει ειδικότερα τον βραχυχρόνιο ρύπο του περιβάλλοντος, και πιο συγκεκριμένα την αιθάλη, στα συστατικά των σωματιδίων. Η μείωση των σωματιδίων (συμπεριλαμβανομένης της αιθάλης), μέσω της υλοποίησης του πρωτοκόλλου, θα περιορίσει τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, ενώ παράλληλα θα επιφέρει κοινά οφέλη όσον αφορά το κλίμα.

Πολιτική συνεργασία

Η σύμβαση απαιτεί από τα συμβαλλόμενα μέρη της να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν κατάλληλες πολιτικές και στρατηγικές, ιδίως συστήματα διαχείρισης της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα.

Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να συνέρχονται τακτικά (τουλάχιστον σε ετήσια βάση), ώστε να αξιολογούν την πρόοδο που έχει σημειωθεί, και να συνεργάζονται σε θέματα που αφορούν τη σύμβαση.

Επιστημονική συνεργασία

Τα μέρη συμφωνούν να καταβάλλουν κοινές ερευνητικές και αναπτυξιακές προσπάθειες, κυρίως για τη μείωση των εκπομπών των σημαντικότερων ατμοσφαιρικών ρύπων, για την παρακολούθηση και καταμέτρηση των επιπέδων των ρύπων και των συγκεντρώσεων τους, καθώς επίσης για την καλύτερη κατανόηση των επιπτώσεών τους στην υγεία και στο περιβάλλον.

Ανταλλαγή πληροφοριών

Τα μέρη συμφωνούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες, ιδίως για δεδομένα που αφορούν:

  • τις εκπομπές των σημαντικότερων ατμοσφαιρικών ρύπων (ξεκινώντας από το SO2) και τις επιπτώσεις τους·
  • ζητήματα που ενδέχεται να προκαλέσουν σημαντικές αλλαγές της διαμεθοριακής ρύπανσης της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (ιδιαιτέρως σε σχέση με τις εθνικές πολιτικές και τη βιομηχανική ανάπτυξη)·
  • τις τεχνολογίες που ελέγχουν τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, και
  • τις εθνικές πολιτικές και στρατηγικές για την καταπολέμηση των κυριότερων ατμοσφαιρικών ρύπων.

Συνεργασία για την παρακολούθηση της ρύπανσης

  • Τα μέρη συμφωνούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα συνεργασίας για τη συνεχή παρακολούθηση και την εκτίμηση της μεταφοράς σε μεγάλη απόσταση των ατμοσφαιρικών ρύπων στην Ευρώπη (ΕΜΕΡ). Το εν λόγω πρόγραμμα, οι δράσεις του οποίου χρηματοδοτούνται από ξεχωριστό πρωτόκολλο (πρωτόκολλο EMEP), έχει στόχο να παρέχει στα μέρη της σύμβασης:
    • επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την παρακολούθηση της ατμόσφαιρας, μοντέλα βασισμένα στην πληροφορική·
    • αξιολόγηση των εκπομπών, και
    • ανάπτυξη προβολών στο μέλλον.
  • Για να επιτύχει αυτή η συνεργασία, η σύμβαση παρέχει τη δυνατότητα:
    • να επεκταθεί το πρόγραμμα, που αρχικά είχε εστιάσει στην παρακολούθηση του SO2 και των συναφών ουσιών, σε άλλους βασικούς ατμοσφαιρικούς ρύπους·
    • να παρακολουθείται η σύνθεση μέσων που είναι ευαίσθητα στη ρύπανση των εν λόγω ρύπων (νερό, έδαφος και βλάστηση), καθώς επίσης οι επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον·
    • να συγκεντρώνονται μετεωρολογικά και άλλα επιστημονικά στοιχεία που αφορούν διεργασίες κατά τη διάρκεια της εκπομπής·
    • να χρησιμοποιούνται, όποτε είναι δυνατό, συγκρίσιμες ή τυποποιημένες μέθοδοι παρακολούθησης και μοντελοποίησης·
    • να ενσωματώνεται το πρόγραμμα EMEP σε σχετικά εθνικά και διεθνή προγράμματα·
    • να ανταλλάσσονται σε τακτική βάση δεδομένα που έχουν συλλεχθεί από την παρακολούθηση.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Η σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στις , 90 ημέρες μετά την ημερομηνία κατάθεσης του 24ου μέσου επικύρωσης, αποδοχής, έγκρισης ή προσχώρησης.

ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

  • Η σύμβαση της Γενεύης για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση θεσπίζει ένα σύστημα που δίνει τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις να συνεργάζονται με σκοπό την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος από ατμοσφαιρική ρύπανση που μπορεί να επηρεάζει αρκετές χώρες. Η σύμβαση υπογράφηκε το 1979 στη Γενεύη στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE) και τέθηκε σε ισχύ το 1983.
  • Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε περιβαλλοντική πολιτική (UNECE).

ΒΑΣΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Σύμβαση για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση — Ψήφισμα για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (ΕΕ L 171 της , σ. 13-24)

Απόφαση 81/462/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της , περί συνάψεως της συμβάσεως για τη διαμεθοριακή ρύπανση της ατμόσφαιρας σε μεγάλη απόσταση (ΕΕ L 171 της , σ. 11-12)

τελευταία ενημέρωση

Top