This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Η αγωγή αποζημίωσης είναι μια ευθεία προσφυγή στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (συμπεριλαμβανομένου κράτους μέλους) που επιδιώκει να λάβει αποζημίωση για ζημίες που προκλήθηκαν από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς της ΕΕ ή από τους υπαλλήλους τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που απορρέουν από τη διοικητική ή νομοθετική τους δραστηριότητα.
Το άρθρο 268 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορά αποκλειστικά διαφορές που σχετίζονται με αποζημίωση για ζημία από την ΕΕ. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατή η άσκηση δίωξης κατά της ΕΕ ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών ή διεθνών δικαστηρίων.
Στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο του άρθρου 340 της ΣΛΕΕ γίνεται αναφορά στην ευθύνη της ΕΕ για δημόσιες αδικοπραξίες (ή σφάλματα), καθώς προβλέπει αγωγή για αποζημίωση κατά της ΕΕ. Επίσης, αναφέρουν ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, η ΕΕ πρέπει να αποκαθιστά κάθε ζημία που προκαλείται από τα θεσμικά της όργανα ή τους υπαλλήλους της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Μολονότι η αγωγή αποζημίωσης αποσκοπεί, καταρχήν, στην αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε, μπορεί επίσης να αποσκοπεί αποκλειστικά στη διαπίστωση της ευθύνης της ΕΕ, μέσω προδικαστικής απόφασης (προσωρινή απόφαση που εκδίδεται σε ενδιάμεσο στάδιο όπου η ζημία δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί ποσοτικά). Μια τέτοια αγωγή συνιστά ανεξάρτητο ένδικο μέσο, ιδίως σε σχέση με την προσφυγή ακυρώσεως ή την προσφυγή κατά παραλείψεως. Κατά συνέπεια, το απαράδεκτο μιας προσφυγής ακυρώσεως δεν συνεπάγεται από μόνο του το απαράδεκτο μιας αγωγής αποζημίωσης.
Η αγωγή αποζημίωσης πρέπει να ασκηθεί εντός 5 ετών από την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος. Η παραγραφή μπορεί να διακοπεί σε δύο περιπτώσεις:
Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός 2 μηνών ή, εάν το οικείο όργανο δεν απαντήσει, υπό τους όρους που προβλέπονται για την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Η άσκηση έφεσης ενώπιον εθνικού δικαστηρίου δεν αποτελεί λόγο διακοπής της παραγραφής.
Όσον αφορά το Δικαστήριο που αποφασίζει για το παραδεκτό της αγωγής, αυτό εξαρτάται αφενός από το αν η ευθύνη της ζημίας καταλογίζεται σε θεσμικό όργανο και, αφετέρου, από το αν προκλήθηκε από θεσμικό όργανο ή από μέλος του προσωπικού του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ανάληψη της εξωσυμβατικής ευθύνης της ΕΕ, ο προσφεύγων πρέπει να αποδείξει ότι συντρέχουν σωρευτικά και τα τρία ακόλουθα στοιχεία: