Γλωσσάριο σύνοψης

Βοήθεια Εξαγωγή σε PDF Εκτύπωση σελίδας 

Αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης

Στόχος της νομοθεσίας για τη μη διακριτική μεταχείριση είναι να παρέχει σε όλα τα άτομα ίση και δίκαιη προοπτική πρόσβασης στις ευκαιρίες που διατίθενται στην εκάστοτε κοινωνία. Η εν λόγω αρχή σημαίνει ουσιαστικά ότι άτομα που βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις θα πρέπει να εισπράττουν παρόμοια μεταχείριση και να μην τους φέρονται λιγότερο ευνοϊκά απλώς και μόνο λόγω ιδιαίτερου «προστατευμένου» χαρακτηριστικού τους.

Η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύει τη διακριτική μεταχείριση για λόγους εθνικότητας. Επίσης, δίνει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο να λάβει την ενδεδειγμένη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων βάσει φύλου, φυλής, ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού. Οι διακρίσεις λόγω εθνικότητας απαγορεύονταν πάντα από τις Συνθήκες της ΕΕ (καθώς επίσης και οι διακρίσεις λόγω φύλου στο πλαίσιο της απασχόλησης). Οι άλλοι λόγοι διάκρισης αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στη Συνθήκη του Άμστερνταμ.

Το 2000 εγκρίθηκαν δύο οδηγίες: η οδηγία για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκευτικών πεποιθήσεων, ηλικίας και αναπηρίας στον χώρο της απασχόλησης· και η οδηγία για τη φυλετική ισότητα που απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω φυλής ή εθνότητας, και πάλι στο πλαίσιο της απασχόλησης, αλλά επίσης όσον αφορά την πρόσβαση στο σύστημα πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλειας, και σε αγαθά και υπηρεσίες.

Το 2009, η Συνθήκη της Λισαβόνας προέβλεψε οριζόντια ρήτρα που στοχεύει στην ενσωμάτωση της καταπολέμησης των διακρίσεων στο σύνολο των πολιτικών και δράσεων της ΕΕ (άρθρο 10 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ). Σε αυτόν τον τομέα, της καταπολέμησης των διακρίσεων, πρέπει να χρησιμοποιείται ειδική νομοθετική διαδικασία: το Συμβούλιο οφείλει να ενεργεί ομόφωνα και αφού λάβει τη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να ασκούν το δικαίωμά τους για δικαστική προσφυγή σε περίπτωση άμεσης ή έμμεσης διακριτικής μεταχείρισης, ιδίως σε περιπτώσεις διαφορετικής μεταχείρισης σε συγκρίσιμες καταστάσεις ή λόγω μειονεκτήματος, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από νόμιμο και αναλογικό σκοπό.