Help Print this page 

Document 52016AE0933

Title and reference
Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οικονομία του διαμοιρασμού και αυτορρύθμιση» (διερευνητική γνωμοδότηση)

OJ C 303, 19.8.2016, p. 36–44 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Languages, formats and link to OJ
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html BG html ES html CS html DA html DE html ET html EL html EN html FR html HR html IT html LV html LT html HU html MT html NL html PL html PT html RO html SK html SL html FI html SV
PDF pdf BG pdf ES pdf CS pdf DA pdf DE pdf ET pdf EL pdf EN pdf FR pdf HR pdf IT pdf LV pdf LT pdf HU pdf MT pdf NL pdf PL pdf PT pdf RO pdf SK pdf SL pdf FI pdf SV
Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal
 To see if this document has been published in an e-OJ with legal value, click on the icon above (For OJs published before 1st July 2013, only the paper version has legal value).
Multilingual display
Text

19.8.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 303/36


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οικονομία του διαμοιρασμού και αυτορρύθμιση»

(διερευνητική γνωμοδότηση)

(2016/C 303/05)

Εισηγητής:

ο κ. Jorge PEGADO LIZ

Με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2015, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κ. M. J. BOEREBOOM, γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης των Κάτω Χωρών, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εξ ονόματος της ολλανδικής προεδρίας, να εκπονήσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα:

«Οικονομία του διαμοιρασμού και αυτορρύθμιση»

(διερευνητική γνωμοδότηση).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Μαΐου 2016.

Κατά την 517η σύνοδο ολομέλειας, της 25ης και 26ης Μαΐου 2016 (συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2016), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 133 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 7 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ), μετά από αίτημα που της απηύθυνε η ολλανδική προεδρία για την κατάρτιση διερευνητικής γνωμοδότησης με θέμα «Sharing economy and self-regulation», και αφού ολοκλήρωσε τις σχετικές εργασίες της, υποβάλλει τη γνωμοδότησή της και διατυπώνει τα ακόλουθα συμπεράσματα.

1.2

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη εξετάσει διάφορες πτυχές του φαινομένου αυτού, υπό τις διάφορες ονομασίες υπό τις οποίες αυτό εμφανίζεται ανάλογα με τις γλώσσες και την οπτική γωνία εξέτασης, και τούτο σε αρκετές γνωμοδοτήσεις της, στις οποίες προφανώς η παρούσα οφείλει πολλά.

1.3

Στην παρούσα γνωμοδότηση επιχειρεί, σύμφωνα με το αίτημα που της υποβλήθηκε, να διατυπώσει έναν ορισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικονομίας του διαμοιρασμού που να περιλαμβάνει τις οικονομικές πρακτικές που υπάγονται στην έννοια αυτή, και να εξετάσει εάν και πώς οι εν λόγω οικονομικές και κοινωνικές συμπεριφορές πρέπει να διέπονται από το Δίκαιο, υπό ποιες μορφές και με ποια μέσα, μελετώντας ειδικότερα την αυτορρύθμιση και τη συρρύθμιση.

1.4

Αυτό που αποκτά ενδιαφέρον από κοινωνική και οικονομική άποψη, από τη δεκαετία του 2000, με τη χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν είναι μια αμοιβαία συμπεριφορά ανταλλαγής —που είναι εξίσου παλιά με την εμφάνιση του ανθρώπινου είδους—, αλλά μάλλον μια «μη αμοιβαία φιλο-κοινωνική συμπεριφορά» —ή, ακριβέστερα, «η ενέργεια και η διαδικασία του να μοιράζεται κανείς κάτι δικό του με άλλους για τη χρήση του και/ή η ενέργεια και η διαδικασία του να δέχεται κανείς ή να παίρνει κάτι που είναι αλλουνού για δική του χρήση».

1.5

Περισσότερο από την εύρεση ενός ορισμού —που ωστόσο επιχειρείται επίσης—, εκείνο που έχει σημασία είναι να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά του φαινομένου, μεταξύ των οποίων επισημαίνονται τα εξής:

το γεγονός ότι πρόκειται για πρακτικές που δεν οδηγούν στην ιδιοκτησία αγαθών ούτε στη συνιδιοκτησία τους, αλλά σε μια από κοινού χρήση,

η μεσολάβηση μιας πλατφόρμας η οποία φέρνει σε επαφή —κυρίως με ηλεκτρονικά μέσα— ένα πλήθος ατόμων που διαθέτουν αγαθά ή υπηρεσίες με ένα πλήθος χρηστών,

ο κοινός στόχος της καλύτερης δυνατής αξιοποίησης των συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών μέσω της επιμερισμένης χρήσης τους,

και το ότι τα τελικά μέρη στις εν λόγω συναλλαγές περίπλοκης τριμερούς διάρθρωσης είναι κυρίως «ομότιμοι» (P2P) και ποτέ «επιχείρηση προς καταναλωτή» (B2C).

1.6

Με βάση τα χαρακτηριστικά αυτά, που στηρίζονται σε μια μάλλον συναινετική θεώρηση, μπορεί να προσδιοριστεί το πρότυπο αυτού του είδους οικονομικών σχέσεων και να επιτευχθεί η διάκριση των δραστηριοτήτων που υπάγονται πράγματι στην οικονομία του διαμοιρασμού και πρέπει να επωφελούνται από ειδικό καθεστώς από εκείνες που ενίοτε χρησιμοποιούν καταχρηστικά την ονομασία αυτή μόνο και μόνο για να διαφύγουν από τις ρυθμίσεις που είναι εφαρμοστέες στην περίπτωσή τους, ένα επίκαιρο παράδειγμα των οποίων αποτελεί η Uber. Ένας λεπτομερέστερος διαχωρισμός του τι σημαίνει «κοινή χρήση» και του τι σημαίνει «με βάση πλατφόρμες», θα μπορούσε να βοηθήσει περισσότερο στη λήψη πολιτικής απόφασης και την καταλληλότερη ρύθμιση.

1.7

Προβάλλεται επίσης η αυξανόμενη οικονομική σημασία των διαφόρων εκφάνσεων της οικονομίας του διαμοιρασμού, που ανέρχονται ήδη σε αξιόλογο όγκο συναλλαγών στην Ευρώπη και ανά τον κόσμο, και υπογραμμίζεται η κοινωνική και περιβαλλοντική της διάσταση, που ενέχει δυνατότητες σύσφιγξης των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, αναζωογόνησης της τοπικής οικονομίας, δημιουργίας απασχόλησης, εξορθολογισμού της κατανάλωσης των νοικοκυριών χάρη στην από κοινού χρήση ορισμένων αγαθών, μείωσης του ενεργειακού αποτυπώματος και προώθησης μιας πιο υπεύθυνης και βιώσιμης κατανάλωσης. Σχετικά παραδείγματα παρατίθενται στο σημείο 5.2.

1.8

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΟΚΕ ζητάει και πάλι από την Επιτροπή να θέσει σε εφαρμογή μια ολόκληρη σειρά μέτρων πολιτικού χαρακτήρα που απαιτούνται ώστε να υποστηριχθούν, να εφαρμοστούν και να κερδίσουν σε αξιοπιστία και εμπιστοσύνη, και σε επίπεδο ΕΕ και σε επίπεδο κρατών μελών, οι διάφορες μορφές και εκφάνσεις της οικονομίας του διαμοιρασμού.

1.9

Προειδοποιεί επίσης ότι αποτελεί αναγκαιότητα τα νέα αυτά πρότυπα συναλλαγών να τηρούν την εφαρμοστέα εθνική και την ενωσιακή νομοθεσία, ιδίως δε να εξασφαλίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, την δέουσα φορολόγηση, την προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικότητας των μερών, τα κοινωνικά δικαιώματα, τον δίκαιο ανταγωνισμό και την καταπολέμηση των μονοπωλίων και των πρακτικών νόθευσης του ανταγωνισμού, την ευθύνη της πλατφόρμας για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ των εταίρων και την τήρηση της νομιμότητας των προσφορών τους, πάνω απ’ όλα, όμως, την προστασία των δικαιωμάτων όλων των εταίρων που παρεμβαίνουν στην οικονομία του διαμοιρασμού, συμπεριλαμβανομένων των «παραγωγών καταναλωτών», με βάση την προσαρμογή στις σχέσεις αυτές όλου του ισχύοντος κεκτημένου της ΕΕ σε θέματα δικαιωμάτων των καταναλωτών, ειδικότερα δε όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, την υγεία και ασφάλεια και το ηλεκτρονικό εμπόριο.

1.10

Η ΕΟΚΕ, λοιπόν, φρονεί ότι η ΕΕ —και βεβαίως τα κράτη μέλη, συνελθόντα στα πλαίσια του Συμβουλίου υπό την αιγίδα της ολλανδικής Προεδρίας— οφείλει να προσδιορίσει επειγόντως ένα σαφές και διαφανές νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να αναπτύσσονται αυτές οι δραστηριότητες στον ευρωπαϊκό χώρο (υπό την έννοια του σημείου 8.2.4) και ζητά από την Επιτροπή να δημοσιεύσει χωρίς καθυστέρηση την αναμενόμενη «ευρωπαϊκή ατζέντα για τη συνεργατική οικονομία», που ήδη έχει καθυστερήσει.

1.11

Και να προσδιορίσει σ’ αυτήν σαφώς ποιος είναι ο συμπληρωματικός ρόλος που πρέπει να έχει η αυτορρύθμιση και η συρρύθμιση, σύμφωνα με τις αρχές και τις διαδικασίες που η ΕΟΚΕ έχει ήδη ορίσει εδώ και χρόνια σε γνωμοδοτήσεις και ενημερωτικές εκθέσεις που αφορούσαν ειδικώς τις πτυχές αυτές, και οι οποίες επιβεβαιώνονται και επαναλαμβάνονται εδώ.

2.   Εισαγωγή: ένα επίκαιρο και αμφιλεγόμενο ζήτημα

2.1

Η ολλανδική Προεδρία, με επιστολή του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) να εκπονήσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα «Οικονομία του διαμοιρασμού και αυτορρύθμιση», χωρίς να διευκρινίσει κατευθύνσεις ούτε να διατυπώσει ερωτήσεις.

2.2

Το θέμα της οικονομίας του διαμοιρασμού —από τον ορισμό της και την εννοιολογική της οριοθέτηση έως τις διάφορες έννοιες που καλύπτει και τις πρακτικές που περιλαμβάνει, καθώς και τον αντίκτυπό της— αποτελεί άκρως αμφιλεγόμενο και επίκαιρο ζήτημα.

2.3

Οι πρακτικές που διεκδικούν υπαγωγή σ’ αυτήν είναι αναρίθμητες τα τελευταία χρόνια, όπως αναρίθμητα είναι και τα ποικίλης φύσεως πονήματα επί του θέματος.

2.4

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η ΕΟΚΕ —η οποία πάντοτε παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις διάφορες τάσεις της κοινωνίας πολιτών— έχει ήδη εξετάσει διάφορες πτυχές του φαινομένου αυτού, υπό τις διάφορες ονομασίες υπό τις οποίες αυτό εμφανίζεται ανάλογα με τις γλώσσες και την οπτική γωνία εξέτασης, και τούτο σε αρκετές γνωμοδοτήσεις της, στις οποίες προφανώς η παρούσα οφείλει πολλά (1) και το γενικό πνεύμα των οποίων ενστερνίζεται και αναπτύσσει περαιτέρω.

2.5

Αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης θα είναι να ανταποκριθεί στο αίτημα της ολλανδικής προεδρίας, αναζητώντας έναν ορισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικονομίας του διαμοιρασμού που να της παρέχει εννοιολογική αυτονομία και να περιλαμβάνει τις οικονομικές πρακτικές που υπάγονται στην έννοια αυτή και εξετάζοντας εάν και πώς οι εν λόγω οικονομικές και κοινωνικές συμπεριφορές πρέπει να διέπονται από το Δίκαιο, υπό ποιες μορφές και με ποια μέσα, ιδίως δε με την αυτορρύθμιση και τη συρρύθμιση.

3.   Ζήτημα στάσης απέναντι στο «έχειν» και το «είναι»

3.1

Ορισμένες πρακτικές που θεωρούνται μορφές οικονομίας του διαμοιρασμού εμφανίζονται πριν ακόμη από τη θεωρητικοποίηση της έννοιας, μέσα από μια στάση απέναντι στο «έχειν» και το «είναι», η οποία απορρέει κατά βάση από την άποψη ότι δεν είναι κανείς αυτό που έχει, αλλά αυτό στο οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση.

3.2

Είναι προφανές ότι μια ορισμένη μορφή οικονομίας του διαμοιρασμού είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρωπότητα, αντλεί δε ιστορικά τις ρίζες της από την ανταλλακτική οικονομία των πρωτόγονων κοινωνιών, μόνο που εκτοπίστηκε βαθμιαία με την εισαγωγή του χρήματος, το οποίο προσφέρει σε όποιον το κατέχει τη δυνατότητα να αγοράζει και, συνεπώς, να «έχει».

3.3

Εντούτοις, αυτό που αποκτά ενδιαφέρον από κοινωνική και οικονομική άποψη, από τη δεκαετία του 2000, με τη χρήση του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν είναι μια αμοιβαία συμπεριφορά ανταλλαγής, αλλά μάλλον μια «μη αμοιβαία φιλο-κοινωνική συμπεριφορά» —ή, ακριβέστερα, «η ενέργεια και η διαδικασία του να μοιράζεται κανείς κάτι δικό του με άλλους για τη χρήση του και/ή η ενέργεια και η διαδικασία του να δέχεται κανείς ή να παίρνει κάτι που είναι αλλουνού για δική του χρήση». Επομένως, η οικονομία του διαμοιρασμού εμπνέεται από διάφορα ρεύματα σκέψης, που εκτείνονται από την ελεύθερη, δωρεάν και καθολική πρόσβαση στη γνώση έως την οικονομία της λειτουργικότητας ή την οικονομία της δωρεάς (gift economy), που επικεντρώνεται στις ανταλλαγές χωρίς κέρδος. Σε αντίθεση με την καθαρή ανταλλακτική οικονομία, η οικονομία του διαμοιρασμού στηρίζεται σε χρηματική ή μη χρηματική ανταμοιβή.

4.   Μια σημαντική από οικονομική άποψη πρακτική

4.1

Από αυτή την έννοια θα πρέπει να ξεκινήσουμε, προκειμένου να οριοθετήσουμε το ίδιο και ιδιαίτερο πεδίο της οικονομίας του διαμοιρασμού υπό τις διάφορες πτυχές της, προσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά που πρέπει να πληρούν οι οικείες πρακτικές και τα οποία τις διακρίνουν από τις άλλες οικονομικές πρακτικές της οικονομίας της αγοράς.

4.2

Πρώτα απ’ όλα, το κυρίαρχο και κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι πρόκειται για πρακτικές που δεν οδηγούν στην ιδιοκτησία αγαθών ούτε στη συνιδιοκτησία τους, αλλά σε μια από κοινού χρήση.

4.3

Εξάλλου, σημαντική είναι η μεσολάβηση μιας πλατφόρμας η οποία φέρνει σε επαφή —κυρίως με ηλεκτρονικά μέσα (μέσω ενός φυλλομετρητή ή μιας εφαρμογής)— ένα πλήθος ατόμων που διαθέτουν αγαθά ή υπηρεσίες με ένα πλήθος χρηστών.

4.4

Ένας κοινός στόχος που χαρακτηρίζει το είδος αυτό δραστηριότητας είναι η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών μέσω της επιμερισμένης χρήσης τους.

4.5

Σημαντικό θεωρείται επίσης σ’ αυτό το επιχειρηματικό πρότυπο τα τελικά μέρη της συναλλαγής να είναι κατά κύριο λόγο «ομότιμοι» (P2P) και ποτέ «επιχείρηση προς καταναλωτή» (B2C), είτε πρόκειται για ατομικά είτε για συλλογικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων εταιρειών, των οποίων όμως ο επιμερισμός αυτός δεν μπορεί να συνιστά το εμπορικό αντικείμενο (για παράδειγμα, μια εταιρεία μπορεί να μοιράζεται με άλλη τη χρήση εξοπλισμού φωτοαναπαραγωγής ή ενός στόλου αυτοκινήτων). Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αναπτυχθεί μια ολόκληρη επιχειρηματική δραστηριότητα μεταξύ «ομοτίμων».

4.6

Στο ακόλουθο διάγραμμα απεικονίζονται σε αντιπαράθεση οι διαφορές των επιχειρηματικών προτύπων:

Σχέση P2P

Σχέση B2C

Image

Image

4.7

Αυτού του είδους οι συναλλαγές προϋποθέτουν έναν σύνθετο τριπλό συνδυασμό συμβάσεων που αφορά τις συμβατικές σχέσεις που συνδέουν: τον κάτοχο του αγαθού ή τον προμηθευτή της υπηρεσίας με τον φορέα που διαχειρίζεται την πλατφόρμα· τον χρήστη με τον φορέα που μεσολαβεί για τη συναλλαγή στην πλατφόρμα, ενδεχομένως έναντι αντιτίμου· τους χρήστες της πλατφόρμας μεταξύ τους, για την εν λόγω χρήση.

4.8

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεν θεωρείται ότι αποτελούν διακριτικά ή ειδικά χαρακτηριστικά της οικονομίας του διαμοιρασμού τα εξής:

1)

ο δωρεάν ή επί πληρωμή χαρακτήρας, το Couchsurfing ή το Airbnb·

2)

η αμοιβαιότητα των συμβατικών θέσεων·

3)

ο χρηματοοικονομικός ή μη χαρακτήρας της συναλλαγής, πράγμα που σημαίνει ότι συμπεριλαμβάνεται η περίπτωση της πληθοχρηματοδότησης (crowdfunding)·

4)

η απλή κοινή χρήση αγαθών ή υπηρεσιών ανάμεσα σε ιδιώτες (όταν μεταφέρουμε κάπου με το αυτοκίνητό μας έναν συνάδελφο, όταν παραχωρούμε προσωρινά ένα δωμάτιο σ’ έναν φίλο για διανυκτέρευση ή διαμονή, όταν προτείνουμε σ’ έναν γείτονα να χρησιμοποιήσει το πλυντήριό μας επειδή το δικό του είναι χαλασμένο)·

5)

η ανταλλαγή ή πώληση μεταχειρισμένων αγαθών, δεδομένου ότι δεν προϋποθέτουν διαμοιρασμό και ότι έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση της κυριότητας των αγαθών.

5.   Πρακτικά παραδείγματα περιπτώσεων που είναι ή δεν είναι εκφάνσεις της οικονομίας του διαμοιρασμού

5.1

Οι περιορισμοί ως προς το μέγεθος της παρούσας γνωμοδότησης δεν επιτρέπουν μια μακρά απαρίθμηση, ακόμη δε λιγότερο τη λεπτομερή ανάλυση της φύσης μιας μεγάλης πληθώρας διαφορετικών καταστάσεων που υποτίθεται ότι ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά της οικονομίας του διαμοιρασμού.

5.2

Ωστόσο, ορισμένες περιπτώσεις αξίζουν ειδική αναφορά για να καταστεί σαφές το αντικείμενο της γνωμοδότησης:

5.2.1

Στον τομέα των καταλυμάτων, επισημαίνονται οι πλατφόρμες Airbnb, Rentalia, Homeaway, Couchsurfing και Bedycasa, στις οποίες εγγράφονται ιδιοκτήτες ακινήτων για προσωρινό διαμοιρασμό δωματίου ή ολόκληρου σπιτιού, ενώ ξενώνες, πανσιόν και άλλα τουριστικά καταλύματα μπορούν επίσης να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στις ίδιες πλατφόρμες. Επειδή είναι πολύ εύκολο για τον καθένα να προτείνει το ακίνητό του στα συγκεκριμένα δίκτυα διαμοιρασμού, τα αυξανόμενα κέρδη που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες από τη δραστηριότητα αυτή και η αυξανόμενη προσφορά καταλυμάτων σε αυτή την αγορά οδήγησαν σε συμφωνίες συνεργασίας ανάμεσα στις πλατφόρμες και τις φορολογικές αρχές για την είσπραξη και απόδοση φόρων, κυρίως στο Παρίσι και το Άμστερνταμ. Στο Άμστερνταμ, τη Βαρκελώνη, το Λονδίνο και το Βερολίνο θεσπίστηκε καθεστώς υποχρεωτικής καταγραφής των καταλυμάτων αυτών και κανόνες χρονικού περιορισμού, προκειμένου να μην ζημιώνεται η μακροχρόνια μίσθωση και να εμποδίζεται η συνακόλουθη αύξηση των ενοικίων.

5.2.2

Στον κλάδο των μεταφορών, μπορούμε να αναφερθούμε στις εφαρμογές Blablacar, Umcoche, Liftshare, Karzoo, στις οποίες είναι δυνατή η καταγραφή ιδιοκτητών ιδιωτικής χρήσης οχημάτων που είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν τις ελεύθερες θέσεις των οχημάτων τους κατά τα ταξίδια τους (carpooling). Σε ορισμένες από τις πλατφόρμες αυτές είναι δυνατό να μοιράζονται οι επιβάτες τα έξοδα ταξιδίου, δεν επιτρέπεται όμως η είσπραξη αξιών για κερδοσκοπικούς σκοπούς. Πρέπει, ωστόσο, να διαχωριστεί η περίπτωση της Uber, δεδομένου ότι προτείνει υπηρεσίες διαμοιρασμού ιδιωτικών οχημάτων (UberPop —απαγορευμένο σε σχεδόν όλες τις χώρες της ΕΕ), ενώ προτείνει και υπηρεσίες μετακινήσεων με προσφυγή σε επαγγελματίες οδηγούς (Uberblack και UberX —παραπλήσιο προς τις παραδοσιακές υπηρεσίες ταξί). Ο χαρακτηρισμός της Uber δεν είναι σαφής, καθώς δεν είναι διαφανές το επιχειρηματικό πρότυπο της επιχείρησης, έχει δε συζητηθεί ακόμη και σε δικαστικό επίπεδο το εάν οι οδηγοί Uber είναι υπάλληλοι της επιχείρησης (2). Η υπηρεσία αυτή έχει οδηγήσει σε διαδηλώσεις, ενίοτε βίαιες, ακόμη και σε δικαστικές διαδικασίες, λίγο-πολύ σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μόνο στην Αγγλία και την Εσθονία θεσπίστηκε νομοθεσία που νομιμοποίησε τις υπηρεσίες αυτές, ενώ αναμένεται η απάντηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα προδικαστικά ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί από ένα δικαστήριο της Βαρκελώνης και ένα των Βρυξελλών για τη διασαφήνιση της φύσης των υπηρεσιών αυτών (3).

5.2.3

Παραδείγματα πληθοχρηματοδότησης είναι: η χρηματοδότηση με δάνειο και καταβολή τόκων —περιπτώσεις Zopa και Auxmoney—, η χρηματοδότηση κεφαλαίου με εταιρική συμμετοχή στη δημιουργούμενη επιχείρηση —περιπτώσεις Fundedbyme και Crowdcube—, η χρηματοδότηση με αντάλλαγμα απόδοση —περιπτώσεις Kickstarter και Indiegogo— και, τέλος, η χρηματοδότηση με δωρεές, στην οποία δεν παραχωρείται κανένα αντάλλαγμα για τα παρασχεθέντα ποσά.

6.   Ανάγκη ορισμού της έννοιας

6.1

Ως συνήθως, η προσπάθεια θεωρητικοποίησης, ιδίως όταν χρησιμοποιείται η επαγωγική μέθοδος, δεν είναι γραμμική, χρειάζεται δε πολύς χρόνος για να εδραιωθεί η έννοια και να συγκεντρώσει την κοινή αποδοχή. Αυτό συμβαίνει και με την έννοια της «οικονομίας του διαμοιρασμού», η οποία συναντάται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παράλληλα με άλλες έννοιες, όπως «κοινωνική οικονομία» ή «οικονομία της αλληλεγγύης», «κυκλική οικονομία», «λειτουργική οικονομία», «πράσινη οικονομία», «γαλάζια οικονομία», «οικονομία των λύσεων», «οριζόντια οικονομία», «κατά παραγγελία οικονομία», «οικονομία πλατφορμών», «οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης» (gig economy).

6.2

Γι’ αυτό, ορισμένοι συγγραφείς προτιμούν να μην προσπαθήσουν καν να δώσουν ορισμό, φοβούμενοι μήπως αυτός δεν είναι αρκετά περιεκτικός ή μήπως, αντιθέτως, δεν οριοθετεί σωστά το πεδίο της έννοιας.

6.3

Στις γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, παρά τις συχνές αναφορές στην έννοια αυτή, ποτέ δεν επιχειρήθηκε να δοθεί ορισμός. Ομοίως, στη γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών (ΕτΠ) (4), παρότι επιχειρείται διάκριση σε δύο βασικές κατηγορίες και τέσσερις μορφές, δεν διακινδυνεύεται ούτε κι εδώ η διατύπωση ορισμού. Τέλος, η Επιτροπή, στην πρόσφατη ανακοίνωσή της «Αναβάθμιση της ενιαίας αγοράς» (5), προτιμά τη χρήση του όρου «συνεργατική οικονομία», ο οποίος θεωρείται ως συνώνυμο, αντί όμως για ορισμό, περιορίζεται στην απαρίθμηση των πλεονεκτημάτων για ορισμένους ενδιαφερόμενους (καταναλωτές, εργαζόμενους) και στην επισήμανση του αντίκτυπού της σε επίπεδο παραγωγικότητας και βιωσιμότητας, ενώ αναγγέλλει για το 2016 μια «ευρωπαϊκή ατζέντα για τη συνεργατική οικονομία». Όσο για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν βρέθηκε μέχρι στιγμής κάποια ουσιώδης συμβολή του, πέραν του ψηφίσματος της 21ης Δεκεμβρίου 2015 σχετικά με την πορεία προς μια νομοθετική πράξη για την ψηφιακή ενιαία αγορά (6), ορισμένων μελετών υψηλής ποιότητας και ορισμένων ενημερωτικών σημειωμάτων για επιμέρους θέματα. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, σε κανένα από τα έγγραφα αυτά δεν περιλαμβάνεται μελέτη αντικτύπου από άποψη δημιουργίας απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης.

6.4

Δεν κρίνεται ότι χρειάζεται να επιδειχθεί πρωτοτυπία στο ζήτημα αυτό εφόσον, μεταξύ των πολλών ορισμών που έχουν διατυπωθεί, υπάρχει ένας που φαίνεται να συγκεντρώνει μεγάλη συναίνεση. Υιοθετείται, λοιπόν, ο κατά Botsman & Rogers ορισμός της οικονομίας του διαμοιρασμού, ως «οικονομικού συστήματος που βασίζεται στην κοινή χρήση υποχρησιμοποιούμενων αγαθών ή υπηρεσιών, δωρεάν ή έναντι αντιτίμου, άμεσα εκ μέρους ιδιωτών» μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες, παρότι ένας λεπτομερέστερος διαχωρισμός του τι σημαίνει «κοινή χρήση», δηλαδή «μη κερδοσκοπική», και του τι σημαίνει με βάση πλατφόρμες, θα μπορούσε να βοηθήσει περισσότερο στη λήψη πολιτικής απόφασης και την καταλληλότερη ρύθμιση.

6.5

Ο ορισμός αυτός είναι αρκετά περιεκτικός ώστε να περικλείει ποικίλα πεδία, από την παραγωγή ως την κατανάλωση, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης (πληθοχρηματοδότηση) ή της ίδιας της γνώσης, και ώστε να μπορεί να διακριθεί σε τέσσερα πεδία με μια σχετική αυτονομία: συνεργατική κατανάλωση· συνεργατική εκπαίδευση, κατάρτιση και γνώση· συνεργατική χρηματοδότηση· συνεργατική παραγωγή (7).

6.6

Αυτός ο ορισμός επιτρέπει επίσης τη διάκριση επιχειρηματικών προτύπων που, υπό το πρόσχημα της οικονομίας του διαμοιρασμού, είναι στην πραγματικότητα επιχειρήσεις που αποβλέπουν αποκλειστικά στο κέρδος και αντιπροσωπεύουν πρότυπα B2C. Το συμπέρασμα αυτό εκτιμάται με βάση την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι πλατφόρμες αυτές (παρότι δεν είναι πάντοτε διαφανής)· μπορούν, λοιπόν, να βρεθούν περιπτώσεις πραγματικής οικονομίας του διαμοιρασμού, όπου η σχέση που επιτυγχάνεται μέσω πλατφόρμας είναι σχέση P2P και ο μοναδικός ρόλος της πλατφόρμας είναι να διευκολύνει την επαφή μεταξύ των ομοτίμων, αλλά και παραδείγματα επιχειρήσεων που, μέσω μιας φαινομενικής πλατφόρμας P2P, παρεμβαίνουν στη συναλλαγή με τέτοιον τρόπο —εισπράττοντας προμήθειες, όντας ο αποδέκτης των πληρωμών, παρέχοντας επικουρικές υπηρεσίες— ώστε δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως οικονομία του διαμοιρασμού, αλλά ως προμηθευτές υπηρεσιών B2C, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

6.7

Εξάλλου, ο ορισμός αυτός επιτρέπει να αποκλεισθούν εκ προοιμίου από την έννοια της οικονομίας του διαμοιρασμού ορισμένες εκδηλώσεις που διεκδικούν τη συμπερίληψή τους σε αυτήν, ειδικότερα δε οι εξής:

1)

επιμερισμένη χρήση ειδών διατροφής ή μη διαρκών καταναλωτικών αγαθών·

2)

αλληλασφαλιστικές εταιρείες και συνεταιρισμοί·

3)

κοινωνική επιχειρηματικότητα·

4)

φιλανθρωπία·

5)

κατά παραγγελία οικονομία·

6)

οικονομία της λειτουργικότητας, που συνδέεται μάλλον με την κυκλική οικονομία·

7)

απλή διαμεσολάβηση.

7.   Η αυξανόμενη οικονομική σημασία του φαινομένου και ορισμένες πολιτικές επιλογές προς ανάπτυξη

7.1

Παρότι δεν υπάρχει ακόμη πολύ σαφής ορισμός του πεδίου του φαινομένου αυτού, υπάρχει πληθώρα μελετών και ερευνών για τον προσδιορισμό του οικονομικού βάρους του σε ενωσιακό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

7.2

Κατ’ αρχάς, είναι αδιαμφισβήτητο ότι κατά τα τελευταία χρόνια, ιδίως δε στους σημερινούς καιρούς της κρίσης, και ως ανταπόκριση σ’ αυτήν, αυξάνονται συνεχώς οι πρωτοβουλίες οικονομίας του διαμοιρασμού: στην ιστοθέση www.collaborativeconsumption.com έχουν καταγραφεί πάνω από 1 000 πρωτοβουλίες.

7.3

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο παγκόσμιος όγκος των συναλλαγών που καλύπτονται από την ονομασία «οικονομία του διαμοιρασμού» ανήλθε σε 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013, πράγμα που αντιστοιχεί σε ετήσια αύξηση κατά 25 %. Εκτιμάται ότι σήμερα ανέρχονται ήδη σε 20 δισεκατομμύρια. Οι προβλέψεις του γραφείου μελετών PwC δείχνουν μια ιδιαίτερα απότομη αύξηση μέχρι το 2025 (8).

7.4

Πέρα από τη σημασία της για τη δημιουργία οικονομικής αξίας, η οικονομία του διαμοιρασμού, υπό την κοινωνική και περιβαλλοντική διάστασή της, ενέχει δυνατότητες σύσφιγξης των δεσμών αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, αναζωογόνησης της τοπικής οικονομίας, δημιουργίας απασχόλησης, εξορθολογισμού της κατανάλωσης των νοικοκυριών χάρη στην από κοινού χρήση ορισμένων αγαθών, μείωσης του ενεργειακού αποτυπώματος και προώθησης μιας πιο υπεύθυνης και βιώσιμης κατανάλωσης.

7.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι αυτή η μορφή οικονομίας «αντιπροσωπεύει για την οικονομία της παραγωγής ένα συμπλήρωμα εποικοδομητικό, από άποψη καινοτομίας, οικονομίας και οικολογίας» και «επιπλέον, αποτελεί λύση για την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση» (9).

7.6

Γι’ αυτό, η ΕΟΚΕ δεν δίστασε να ζητήσει από την Επιτροπή να θέσει σε εφαρμογή μια ολόκληρη σειρά μέτρων πολιτικού χαρακτήρα που απαιτούνται ώστε να υποστηριχθούν, να εφαρμοστούν και να κερδίσουν σε αξιοπιστία και εμπιστοσύνη, και σε επίπεδο ΕΕ και σε επίπεδο κρατών μελών, οι διάφορες μορφές και εκφάνσεις της οικονομίας του διαμοιρασμού. Στα πλαίσια της παρούσας γνωμοδότησης, αρκεί να θεωρηθεί ότι επαναλαμβάνονται όσα έχει ήδη υιοθετήσει η ΕΟΚΕ σχετικά με το ζήτημα, στα οποία και παραπέμπουμε ρητώς. Τούτων δοθέντων, εκτιμάται ότι τα νέα επιχειρηματικά πρότυπα που αντιπροσωπεύουν οι πλατφόρμες θέτουν επείγοντα ερωτήματα, μεταξύ άλλων σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την εξασφάλιση της δέουσας φορολόγησης. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ασχοληθεί με τις ανησυχίες αυτές, καθώς τα κοινωνικά οφέλη αυτών των επιχειρηματικών προτύπων πρέπει όντως να αξιοποιηθούν.

7.7

Είναι σημαντικό, επίσης, να επισημανθεί η επείγουσα ανάγκη ορισμών, προσανατολισμών και κατευθυντήριων γραμμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεδομένου ότι ορισμένα κράτη μέλη προβαίνουν ήδη μεμονωμένα στον καθορισμό των δικών τους πολιτικών, απέναντι στην καθυστέρηση και την προφανή διστακτικότητα των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.

8.   Δραστηριότητα που διέπεται από το Δίκαιο

8.1    Τα συμφέροντα που διακυβεύονται και η νομική τους προστασία

8.1.1

Όπως οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα που φέρνει σε επαφή διάφορα πρόσωπα, με τα ίδια και ενδεχομένως αντικρουόμενα συμφέροντά τους, έτσι και η οικονομία του διαμοιρασμού υπόκειται στο Δίκαιο και στη νομοθετική ρύθμιση των εν λόγω συμφερόντων. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι στερείται σοβαρότητας η θέση όσων ισχυρίζονται ότι η οικονομία του διαμοιρασμού πρέπει να αναπτύσσεται σε ζώνη εκτός δικαίου, όπου πρέπει να επικρατεί η ελευθερία, χωρίς καθόλου φραγμούς ή περιορισμούς, και να στηρίζεται αποκλειστικά στην εμπιστοσύνη και την φυσική καλοσύνη (κατά το πρότυπο του «καλού αγρίου» του Ρουσσώ).

8.1.2

Η ΕΟΚΕ έχει υποστηρίξει με σταθερότητα και συνέπεια ότι κάθε οικονομική δραστηριότητα πρέπει να διέπεται από το Δίκαιο. Αυτό που επίσης έχει υποστηρίξει, αντιθέτως, είναι ότι η ρύθμιση αυτή μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, που πρέπει να συνδυάζονται αρμονικά.

8.1.3

Ειδικότερα, στην πιο πρόσφατη γνωμοδότησή της σχετικά με τον ρόλο της αυτορρύθμισης και της συρρύθμισης στην ΕΕ (10), στο περιεχόμενο της οποίας και παραπέμπουμε, η ΕΟΚΕ υποστήριξε ότι «η αυτορρύθμιση και η συρρύθμιση», ως «μηχανισμοί ρύθμισης οικονομικών και κοινωνικών συμφερόντων ή εμπορικών σχέσεων και πρακτικών των διαφόρων οικονομικών φορέων», «πρέπει να εκλαμβάνονται ως σημαντικά συμπληρωματικά ή πρόσθετα εργαλεία, ποτέ όμως ως εναλλακτική λύση έναντι της “έξωθεν” ρύθμισης (νομοθεσία, hard law)», και ότι η εγκυρότητά τους εξαρτάται από το αν ο τρόπος διαμόρφωσής τους και το πεδίο εφαρμογής τους προσδιορίζονται με ρητές και σαφείς διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου, εφαρμοστέες δια της δικαστικής οδού, είτε σε εθνικό επίπεδο είτε σε επίπεδο ΕΕ, με παράλληλο σεβασμό της φύσης των εν λόγω μέσων, ιδίως δε της εθελούσιας συμφωνίας των συμμετεχόντων.

8.2    Δικαιώματα και υποχρεώσεις

8.2.1

Πράγματι, από τη στιγμή που οι καθαρά αυθόρμητες πρακτικές μεταξύ ιδιωτών αποκτούν την εμβέλεια οικονομικής δραστηριότητας, και που τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών αποκτούν συμβατικό χαρακτήρα, πρέπει κατά συνέπεια να υπόκεινται στις διατάξεις, εθνικές ή ενωσιακές, που οριοθετούν νομικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεν και των δε.

8.2.2

Επειδή οι σχέσεις που είναι παρούσες στο φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα περίπλοκες, όπως εξηγείται στο σημείο 4.7, δικαιολογείται ο καθορισμός ενός νομικού πλαισίου εντός του οποίου οφείλουν να κινούνται οι διάφοροι παράγοντες, ιδίως όταν οι δραστηριότητες έχουν υβριδικό χαρακτήρα, όπως στις περιπτώσεις των freemium ή των donationware, που αναδείχθηκαν ιδιαίτερα στην ενδεικτική περίπτωση του geocaching.

8.2.3

Δεδομένου ότι το φαινόμενο αυτό, λόγω της ίδιας της φύσης του, υπερβαίνει σήμερα σαφώς τα σύνορα των κρατών μελών, η ΕΕ πρέπει να καθορίσει, για τον κοινό και ενοποιημένο χώρο της μεγάλης ενιαίας αγοράς της, το νομικό πλαίσιο που θα ισχύει στις περιπτώσεις όπου οι σχετικές δραστηριότητες αναπτύσσονται διασυνοριακά. Η έλλειψη ενός τέτοιου νομικού πλαισίου έχει ήδη οδηγήσει στη λήψη πολλών ανόμοιων και αντιφατικών θέσεων σε διάφορα κράτη μέλη, σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις (π.χ. Uber), όπως άλλωστε συμβαίνει και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ).

8.2.4

Το εν λόγω νομικό πλαίσιο αφορά, ιδίως, τους εξής τομείς προτεραιότητας:

1)

προστασία των δικαιωμάτων όλων των εταίρων που συμμετέχουν στην οικονομία του διαμοιρασμού, συμπεριλαμβανομένων των «παραγωγών καταναλωτών», με βάση την προσαρμογή στις σχέσεις αυτές όλου του ισχύοντος ενωσιακού κεκτημένου στον τομέα των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές ρήτρες, τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, την υγεία και ασφάλεια, το ηλεκτρονικό εμπόριο·

2)

θεμελιώδη δικαιώματα των «καταναλωτών», που πρέπει να επεκταθούν και στη δραστηριότητα αυτή (ενημέρωση, διαφάνεια, προστασία των δεδομένων και της ιδιωτικότητας, υγεία και ασφάλεια)·

3)

προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικότητας των μερών (tracking and profiling), με εγγύηση της φορητότητας των δεδομένων τους·

4)

δίκαιο του ανταγωνισμού: στο μέτρο που οι δραστηριότητες αυτής της μορφής ανταγωνίζονται στην αγορά επιχειρήσεις που επιδιώκουν όμοιους στόχους και αναπτύσσουν ανάλογες δραστηριότητες, και στο μέτρο που κατοχυρώνεται ο θεμιτός ανταγωνισμός και καταπολεμούνται τα μονοπώλια και οι πρακτικές νόθευσης του ανταγωνισμού και με τρόπο που να ανταποκρίνεται και σε άλλες προκλήσεις της οικονομίας του διαμοιρασμού·

5)

φορολογικό δίκαιο, δεδομένου ότι τα έσοδα από τις δραστηριότητες αυτές δεν μπορεί να εξαιρούνται από την δέουσα φορολόγηση —καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής·

6)

ευθύνη της πλατφόρμας στις συναλλαγές, ανάλογα με τις υπηρεσίες που παρέχει και σύμφωνα με το επίπεδο της παρέμβασής της στις συναλλαγές που υλοποιούνται μέσω αυτής, καθώς και εγγύηση της τήρησης της νομιμότητας από τις προσφορές της·

7)

αντίκτυπος στην αγορά εργασίας και στον ίδιο τον ορισμό της έννοιας και των μορφών εργασίας σε ψηφιακό περιβάλλον·

8)

προστασία των εργαζομένων που συμμετέχουν, με διάκριση των εργαζομένων που δεν έχουν πραγματική σχέση εργασίας με την πλατφόρμα —και προστασία των εργαζομένων αυτών σύμφωνα με τις αρχές που ισχύουν για τους ελεύθερους επαγγελματίες—, και με εφαρμογή των αρχών προστασίας των εργαζομένων σε όσους μπορούν στην πράξη να θεωρηθούν υπάλληλοί της, ιδίως στην περίπτωση πλαστής αυτοαπασχόλησης ή επισφαλούς απασχόλησης·

9)

προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων και μέσων των εργαζομένων, όπως το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα στην απεργία, το δικαίωμα σε συλλογικές διαπραγματεύσεις και κοινωνικό διάλογο·

10)

προστασία των κοινωνικών προτύπων και της ικανότητας των κρατών μελών να διατηρήσουν στο μέλλον κατά τρόπο βιώσιμο τα πρότυπα αυτά·

11)

περιβαλλοντική διάσταση, με στόχο την παρακολούθηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου της συνεργατικής οικονομίας και την πρόληψη τυχόν δυσμενών επιπτώσεων (11)·

12)

δικαιώματα του δημιουργού και διανοητική ιδιοκτησία, προς εξέταση κατά την αναθεώρηση της οδηγίας 2001/29/ΕΚ.

8.3    Τρόποι ρύθμισης

8.3.1

Στο επίπεδο της ΕΕ, το μόνο που έχει σημασία για την παρούσα γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι τα θεσμικά όργανα —πρωτίστως η Επιτροπή, εφόσον αυτή διαθέτει εξουσία πρωτοβουλίας, αλλά και το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο— πρέπει να θέσουν ως στόχο να δώσουν επειγόντως όλως ιδιαίτερη προσοχή στην υιοθέτηση ρυθμιστικού πλαισίου που να προσδιορίζει επακριβώς το πεδίο εφαρμογής της δραστηριότητας αυτής και τις παραμέτρους σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να αναπτύσσεται, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα μέτρα πρέπει να προσαρμοστούν στις διάφορες μορφές οικονομίας του διαμοιρασμού.

8.3.2

Εξέχουσα θέση στο εν λόγω ρυθμιστικό πλαίσιο πρέπει να έχουν οι κοινές αρχές του δημοσίου συμφέροντος και της δημοσίας τάξεως, η τήρηση των οποίων πρέπει να είναι υποχρεωτική για τους συμμετέχοντες σε αυτές τις μορφές οικονομικής δραστηριότητας, ιδίως δε όσον αφορά τα στοιχεία που αναφέρονται στο σημείο 8.2.4.

8.3.3

Όμως, όπως υποστηρίζει πάγια η ΕΟΚΕ, παράλληλα και ταυτόχρονα υπάρχει ένα ευρύ πεδίο που πρέπει να αφεθεί στην αυτορρύθμιση και τη συρρύθμιση, πιστεύεται μάλιστα ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα θα αποτελέσει υποδειγματική περίπτωση της ήδη καλούμενης από ορισμένους «από κοινού ρύθμισης» (shared regulation), την οποία υποστήριξε πρόσφατα η Royal Society for the encouragement of Arts, Manufactures and Commerce (RSA HOUSE) του Λονδίνου, ή το πρότυπο του Κώδικα Δεοντολογίας που εκπόνησε η Sharing Economy UK (SEUK) (12).

8.4    Ειδικός ρόλος για την αυτορρύθμιση

8.4.1

Η ΕΟΚΕ πάντοτε πίστευε ότι τα ενωσιακά θεσμικά όργανα και οι εθνικές αρχές δεν πρέπει να προσδιορίζουν το περιεχόμενο των κωδίκων αυτορρύθμισης, οι οποίοι πρέπει να επαφίενται στην πλήρη ευχέρεια των μερών, όταν δεν προτίθενται να επιδιώξουν την δεσμευτική αναγνώριση μεταξύ των μερών.

8.4.2

Ωστόσο, εφόσον υπάρχει πρόθεση αναγνώρισης των συμφωνιών αυτών «ως επικουρικού μέσου ρύθμισης εντός της [συγκεκριμένης] έννομης τάξης», η ΕΟΚΕ, στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή της, διατύπωσε την άποψη ότι «πρέπει να ορίζονται σαφώς [από την ΕΕ] οι αναγκαίες για την αναγνώρισή τους παράμετροι, οι αρχές που πρέπει να τις διέπουν και τα όριά τους». Το δόγμα αυτό εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωση της οικονομίας του διαμοιρασμού, η οποία δεν πρέπει να εξαιρείται.

8.4.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της γιατί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν τελειοποίησαν τη νέα Διοργανική συμφωνία, που υπέγραψαν στις 13 Απριλίου 2016, προς την κατεύθυνση που συνιστούσε η ΕΟΚΕ στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή της για την αυτορρύθμιση και τη συρρύθμιση ως προς τα σημεία που αφορούσαν το ζήτημα αυτό στην προηγούμενη συμφωνία και γιατί το ζήτημα της αυτορρύθμισης και της συρρύθμισης περιορίζεται πλέον σε μια αόριστη αναφορά στην ανακοίνωση σχετικά με τη δέσμη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, που παραπέμπει σε υποσημείωση όπου απαριθμούνται οι αρχές για την καλύτερη χρήση της αυτορρύθμισης και της συρρύθμισης και για την πλατφόρμα CoP, καθώς και κάποιες διάσπαρτες αναφορές στις κατευθυντήριες γραμμές και στην «εργαλειοθήκη».

8.4.4

Βέβαια, εάν υπάρχει ένας τομέας όπου ο ορισμός των προαναφερόμενων παραμέτρων αποδεικνύεται πλέον αναγκαίος για να αποκτήσει αξιοπιστία και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των χρηστών του, αυτός είναι αναμφισβήτητα ο τομέας της οικονομίας του διαμοιρασμού, ο οποίος θα επωφεληθεί ιδιαιτέρως εάν αποκτήσει ένα υπεύθυνο πλαίσιο αυτορρύθμισης και συρρύθμισης με στέρεη δομή, σε ενωσιακό επίπεδο.

8.4.5

Αναμένεται, λοιπόν, με ενδιαφέρον η αναγγελθείσα «ευρωπαϊκή ατζέντα για τη συνεργατική οικονομία», ενώ καλείται ήδη η Επιτροπή να μην παραμελήσει τις πτυχές της ρύθμισης της δραστηριότητας αυτής, καθώς και του ρόλου που πρέπει να δοθεί στην αυτορρύθμιση και τη συρρύθμιση.

Βρυξέλλες, 25 Μαΐου 2016.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Γιώργος ΝΤΑΣΗΣ


(1)  ΕΕ C 177 της 11.6.2014, σ. 1

(2)  http://www.theguardian.com/technology/2015/sep/11/uber-driver-employee-ruling

(3)  ΕΕ C 363 της 3.11.2015, σ. 21 και ΕΕ C 429 της 21.12.2015, σ. 9.

(4)  ΕΕ C 51 της 10.2.2016, σ. 28.

(5)  COM(2015) 550 final, σημείο 2.1.

(6)  A8-0371/2015.

(7)  http://www.euro-freelancers.eu/marco-torregrossa-presentation-on-the-sharing-economy-2/

(8)  http://www.cpcp.be/medias/pdfs/publications/economie_collaborative.pdf

(9)  ΕΕ C 177 της 11.6.2014, σ. 1.

(10)  ΕΕ C 291 της 4.9.2015, σ. 29.

(11)  http://www.iddri.org/Evenements/Interventions/ST0314_DD%20ASN_sharing%20economy.pdf

(12)  http://www.sharingeconomyuk.com


Top