Help Print this page 

Document 52008PC0820

Title and reference
Πρόταση κανονισμου του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα (Αναδιατύπωση) {SEC(2008) 2962} {SEC(2008) 2963}

/* COM/2008/0820 τελικό - COD 2008/0243 */
  • No longer in force
Multilingual display
Text

52008PC0820




[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 3.12.2008

COM(2008) 820 τελικό

2008/0243 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα

(Αναδιατύπωση)

{SEC(2008) 2962}{SEC(2008) 2963}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

- Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η παρούσα πρόταση αποτελεί αναδιατύπωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (εφεξής: ο κανονισμός του Δουβλίνου).[1]

Η έκθεση της Επιτροπής για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου που εκδόθηκε στις 6 Ιουνίου 2007 (εφεξής: η έκθεση αξιολόγησης για το Δουβλίνο)[2] καθώς και οι συνεισφορές που παραλήφθηκαν από διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς ως απάντηση στη διαδικασία διαβούλευσης της Πράσινης Βίβλου[3] έχουν εντοπίσει ορισμένες ατέλειες που αφορούν ιδίως την αποτελεσματικότητα του συστήματος που δημιουργήθηκε με τις τρέχουσες νομοθετικές διατάξεις και το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στους αιτούντες διεθνή προστασία οι οποίοι υπόκεινται στη διαδικασία του Δουβλίνου. Επομένως, η Επιτροπή επιθυμεί να τροποποιήσει τον κανονισμό του Δουβλίνου προκειμένου, αφενός, να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος και, αφετέρου, να εξασφαλίσει τη συνολική αντιμετώπιση των αναγκών των αιτούντων διεθνή προστασία στο πλαίσιο της διαδικασίας προσδιορισμού της ευθύνης. Επιπλέον, σύμφωνα με το σχέδιο πολιτικής για το άσυλο[4], η πρόταση αποβλέπει στην αντιμετώπιση καταστάσεων ιδιαίτερης πίεσης στις ικανότητες υποδοχής και στα συστήματα ασύλου των κρατών μελών, καθώς και καταστάσεων στις οποίες το επίπεδο προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία είναι ανεπαρκές.

Όπως ανακοινώθηκε στο σχέδιο πολιτικής για το άσυλο, η παρούσα πρόταση αποτελεί μέρος μιας πρώτης δέσμης προτάσεων που αποβλέπουν στην εξασφάλιση υψηλότερου βαθμού εναρμόνισης και καλύτερων προτύπων προστασίας για το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (εφεξής: ΚΕΣΑ). Θεσπίζεται ταυτόχρονα με την αναδιατύπωση του κανονισμού Eurodac[5] και με την αναδιατύπωση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής[6]. Το 2009, η Επιτροπή θα προτείνει την τροποποίηση της οδηγίας για την αναγνώριση[7] και της οδηγίας για τις διαδικασίες ασύλου[8]. Επιπλέον, το πρώτο τρίμηνο του 2009 η Επιτροπή θα προτείνει τη σύσταση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας υποστήριξης στον τομέα του ασύλου, η οποία θα αποβλέπει στην παροχή πρακτικής συνδρομής στα κράτη μέλη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με αιτήσεις ασύλου. Η Υπηρεσία αυτή θα συνδράμει επίσης τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες πιέσεις στα εθνικά συστήματα ασύλου τους, ιδίως λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας, με την παροχή ειδικής εμπειρογνωμοσύνης και πρακτικής στήριξης.

- Γενικό πλαίσιο

Σε ένα χώρο χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα των κρατών μελών, χρειαζόταν ένας μηχανισμός για τον προσδιορισμό της ευθύνης για αιτήσεις ασύλου που υποβάλλονται στα κράτη μέλη προκειμένου, αφενός, να κατοχυρώνεται η αποτελεσματική πρόσβαση στις διαδικασίες για τον προσδιορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα και να μη διακυβεύεται ο στόχος της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου και, αφετέρου, να προλαμβάνεται η κατάχρηση των διαδικασιών ασύλου με τη μορφή πολλαπλών αιτήσεων ασύλου που υποβάλλονται από το ίδιο πρόσωπο σε περισσότερα κράτη μέλη με μοναδικό στόχο την παράταση της διαμονής του προσώπου αυτού στα κράτη μέλη.

Οι ρυθμίσεις για τον προσδιορισμό της ευθύνης κατά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου αρχικά αποτελούσαν μέρος της διακυβερνητικής σύμβασης Σένγκεν, και αντικαταστάθηκαν με τη σύμβαση περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που είναι γνωστή ως «σύμβαση του Δουβλίνου»[9]. Για τη στήριξη της λειτουργίας της σύμβασης του Δουβλίνου, εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000, για τη θέσπιση του Eurodac (κοινοτικού συστήματος αντιπαραβολής δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων άσυλο) (εφεξής: ο κανονισμός Eurodac) [10].

Ο κανονισμός του Δουβλίνου εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2003 προκειμένου να εφαρμοστεί το άρθρο 63 σημείο 1 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ, που απαιτούσε την αντικατάσταση της σύμβασης του Δουβλίνου με κοινοτική νομική πράξη, και να ικανοποιηθεί η επιθυμία που εκφράστηκε στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε τον Οκτώβριο του 1999.

Ο κανονισμός του Δουβλίνου θεωρείται ως ο πρώτος ακρογωνιαίος λίθος του ΚΕΣΑ. Βελτίωσε σημαντικά τη σύμβαση του Δουβλίνου, περιέλαβε ορισμένες καινοτομίες και βασίστηκε στις ίδιες γενικές αρχές, ιδίως στο γεγονός ότι η ευθύνη για την εξέταση μιας αίτησης πρέπει να βαρύνει πρωταρχικά το κράτος μέλος που διαδραμάτισε το μεγαλύτερο ρόλο στην είσοδο και τη διαμονή του αιτούντος στα εδάφη των κρατών μελών, με ορισμένες εξαιρέσεις που σχεδιάστηκαν για την προστασία της ενότητας της οικογένειας.

Το πρόγραμμα της Χάγης κάλεσε την Επιτροπή να ολοκληρώσει την αξιολόγηση της πρώτης φάσης των νομικών πράξεων για το άσυλο και να υποβάλει τις πράξεις και τα μέτρα της δεύτερης φάσης στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενόψει της θέσπισής τους πριν από τα τέλη του 2010. Η έκθεση αξιολόγησης για το Δουβλίνο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συνολικά οι κύριοι στόχοι του συστήματος, ιδίως η θέσπιση σαφούς και λειτουργικού μηχανισμού για τον καθορισμό της ευθύνης για τις αιτήσεις ασύλου, επιτεύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό αλλά παραμένουν ορισμένες ανησυχίες τόσο ως προς την πρακτική εφαρμογή όσο και ως προς την αποτελεσματικότητα του συστήματος. Επιπλέον, οι απαντήσεις στην Πράσινη Βίβλο εντόπισαν σημαντικό αριθμό αδυναμιών στην προστασία που παρέχεται στους αιτούντες διεθνή προστασία οι οποίοι υπόκεινται στον κανονισμό του Δουβλίνου.

Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού του Δουβλίνου απαντά στην πρόσκληση του προγράμματος της Χάγης και αποβλέπει στην αντιμετώπιση των ατελειών που εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου.

Επιπρόσθετα, η πρόταση έχει ως στόχο να διασφαλίσει τη συνοχή με τις εξελίξεις στο κεκτημένο της ΕΕ για το άσυλο, ιδίως με την οδηγία για τις διαδικασίες ασύλου, με την οδηγία για την αναγνώριση και με την οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη (εφεξής: η οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής)[11].

Η λεπτομερής ανάλυση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν σε σχέση με τον παρόντα κανονισμό και σχετικά με την προετοιμασία για την αναθεώρησή του, ο εντοπισμός και η αξιολόγηση των επιμέρους επιλογών πολιτικής και ο εντοπισμός και η αξιολόγηση της προτιμώμενης επιλογής πολιτικής περιλαμβάνονται στην εκτίμηση του αντίκτυπου, που προσαρτάται στην παρούσα πρόταση.

- Υφιστάμενες διατάξεις στον τομέα της πρότασης

Το «σύστημα του Δουβλίνου» αποτελείται από τον κανονισμό του Δουβλίνου και τον κανονισμό Eurodac, και τους δύο κανονισμούς εφαρμογής τους: τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας (εφεξής: ο κανονισμός εφαρμογής του Δουβλίνου)[12] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 407/2002 του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, που θεσπίζει ορισμένους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 σχετικά με τη θέσπιση του «Εurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου[13].

Ο κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσαρμογή ορισμένων πράξεων που υπόκεινται στη διαδικασία η οποία αναφέρεται στο άρθρο 251 της Συνθήκης στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε από την απόφαση 2006/512/ΕΚ, όσον αφορά την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο[14], προσάρμοσε μερικές διατάξεις του κανονισμού του Δουβλίνου στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο. Οι διατάξεις αυτές ενσωματώνονται στην παρούσα πρόταση.

- Συνοχή με τις λοιπές πολιτικές

Η παρούσα πρόταση ευθυγραμμίζεται πλήρως με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε του 1999 και το πρόγραμμα της Χάγης του 2004 σε σχέση με την εγκαθίδρυση του ΚΕΣΑ. Επίσης, συνάδει πλήρως με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα στο άσυλο και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥΣ

Η Επιτροπή χρησιμοποίησε μια διττή προσέγγιση για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου : μια τεχνική αξιολόγηση και μια αξιολόγηση πολιτικής. Η τεχνική αξιολόγηση (η έκθεση αξιολόγησης για το Δουβλίνο) βασίστηκε σε ευρύ φάσμα συνεισφορών από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων απαντήσεων σε λεπτομερές ερωτηματολόγιο που απεστάλη από την Επιτροπή τον Ιούλιο του 2005, τακτικών συζητήσεων σε συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων και στατιστικών στοιχείων. Επίσης, μελετήθηκαν προσεκτικά οι συνεισφορές από άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, ιδίως από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και τις οργανώσεις της «κοινωνίας των πολιτών». Η διαβούλευση που βασίστηκε στην Πράσινη Βίβλο σχετικά με το μέλλον του ΚΕΣΑ χρησιμοποιήθηκε ως αξιολόγηση της πολιτικής. Η απάντηση σε αυτή τη δημόσια διαβούλευση περιλάμβανε 89 συνεισφορές από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων φορέων. Τα θέματα που τέθηκαν και οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης αποτέλεσαν την κύρια βάση για την κατάρτιση του σχεδίου πολιτικής για το άσυλο, το οποίο θεσπίζει έναν χάρτη πορείας για τα επόμενα έτη και απαριθμεί τα μέτρα που η Επιτροπή σκοπεύει να προτείνει για να συμπληρώσει τη δεύτερη φάση του ΚΕΣΑ, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού του Δουβλίνου.

Στις 5 Μαρτίου 2008, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συζήτησαν ανεπίσημα το γενικό σχεδιάγραμμα της παρούσας πρότασης με τα κράτη μέλη στην επιτροπή μετανάστευσης και ασύλου. Περαιτέρω διοργανώθηκαν επίσης συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων μεταξύ Οκτωβρίου 2007 και Ιουλίου 2008 με επαγγελματίες από τα κράτη μέλη, την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και ΜΚΟ, δικηγόρους και δικαστές και μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προκειμένου να καταγραφούν οι απόψεις τους σχετικά με τις βελτιώσεις που απαιτούνται στον κανονισμό του Δουβλίνου.

Από τη διαδικασία διαβούλευσης προέκυψε ότι η πλειοψηφία των κρατών μελών τάσσεται υπέρ της διατήρησης των θεμελιωδών αρχών του κανονισμού του Δουβλίνου, ενώ αναγνωρίζει την ανάγκη βελτίωσης ορισμένων πτυχών, που αφορούν κυρίως την αποτελεσματικότητά του. Από την άλλη πλευρά πολλές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες είναι υπέρ ουσιαστικά διαφορετικής προσέγγισης, που βασίζεται στην κατανομή της ευθύνης ανάλογα με τον τόπο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας. Ωστόσο, ελλείψει πολιτικής βούλησης για την αλλαγή αυτή, ζητούν καλύτερη αντιμετώπιση των αναγκών προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία εντός του πλαισίου του κανονισμού. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε έκθεση που εγκρίθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου 2008 για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου[15], πρότεινε ορισμένες βελτιώσεις στο παρόν σύστημα, οι περισσότερες από τις οποίες ενισχύουν την προστασία.

Η πρόταση της Επιτροπής συνυπολογίζει τις ανησυχίες που εκφράστηκαν από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή, μολονότι προτείνει τη διατήρηση των βασικών αρχών του κανονισμού του Δουβλίνου, θεωρεί ότι στην παρούσα πρόταση πρέπει να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες τόσο για την αποτελεσματικότητα όσο και για την προστασία.

ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

- Σύνοψη της προτεινόμενης δράσης

Η πρόταση έχει ως κύριο στόχο να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος και να διασφαλίσει υψηλότερα πρότυπα προστασίας για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στη «διαδικασία του Δουβλίνου». Ταυτόχρονα, η πρόταση έχει ως στόχο να συμβάλει στην καλύτερη αντιμετώπιση καταστάσεων ιδιαίτερης πίεσης στις εγκαταστάσεις υποδοχής και στα συστήματα ασύλου των κρατών μελών.

Η πρόταση διατηρεί τις ίδιες βασικές αρχές όπως ο υφιστάμενος κανονισμός του Δουβλίνου, δηλαδή ότι η ευθύνη για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας βαρύνει κυρίως το κράτος μέλος που διαδραμάτισε το μεγαλύτερο ρόλο στην είσοδο ή διαμονή του αιτούντος στα εδάφη των κρατών μελών, εκτός από εξαιρέσεις που έχουν σχεδιαστεί για την προστασία της ενότητας της οικογένειας.

Επιπλέον, η πρόταση γενικά διατηρεί το χαρακτήρα της πράξης, που συνίσταται ουσιαστικά στη θέσπιση των υποχρεώσεων των κρατών μελών έναντι αλλήλων και στην εισαγωγή διατάξεων για τη ρύθμιση των υποχρεώσεων των κρατών μελών έναντι των αιτούντων άσυλο που υπόκεινται στη διαδικασία του Δουβλίνου, μόνο στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές επηρεάζουν τη ροή των διαδικασιών μεταξύ κρατών μελών ή είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της συνοχής με άλλες πράξεις για το άσυλο. Ωστόσο, προτείνεται τόσο η βελτίωση των υφιστάμενων διαδικαστικών εγγυήσεων ώστε να διασφαλίζεται υψηλότερος βαθμός προστασίας όσο και η εισαγωγή νέων νομικών εγγυήσεων ώστε να δίδεται καλύτερη απάντηση στις ειδικές ανάγκες των προσώπων που υπόκεινται στη διαδικασία του Δουβλίνου, ενώ ταυτόχρονα θα επιδιώκεται η αποφυγή ενδεχόμενων κενών στην προστασία τους.

Η πρόταση ασχολείται με τα ακόλουθα θέματα:

1. Πεδίο του κανονισμού και συνοχή με το κεκτημένο για το άσυλο

Η πρόταση επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για να συμπεριλάβει τους αιτούντες επικουρική προστασία (και τους δικαιούχους αυτής). Η τροποποίηση αυτή θεωρείται απαραίτητη για να διασφαλιστεί η συνοχή με το κεκτημένο της ΕΕ, ιδίως με την οδηγία για την αναγνώριση, που εισήγαγε τη νομική έννοια της επικουρικής προστασίας. Επιπλέον, η πρόταση ευθυγραμμίζει την ορολογία και τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται στον κανονισμό με αυτούς που περιλαμβάνονται σε άλλες πράξεις για το άσυλο.

2. Αποτελεσματικότητα του συστήματος

Για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της διαδικασίας προσδιορισμού της ευθύνης, προτείνονται διάφορες τροποποιήσεις, και ειδικότερα :

- Θεσπίζονται προθεσμίες για την υποβολή αιτημάτων εκ νέου ανάληψης και μειώνεται η προθεσμία για την απάντηση σε αιτήματα πληροφοριών· καθιερώνεται προθεσμία για την απάντηση σε αιτήματα λόγω ανθρωπιστικών λόγων και διευκρινίζεται ότι αιτήματα λόγω ανθρωπιστικών λόγων μπορούν να υποβληθούν οποτεδήποτε. Αυτές οι τροποποιήσεις έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν ότι η διαδικασία προσδιορισμού της ευθύνης θα γίνει αποτελεσματικότερη και ταχύτερη.

- Οι ρήτρες παύσης της ευθύνης έχουν διευκρινισθεί όσον αφορά ιδίως τις συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να εφαρμόζονται, το κράτος μέλος που φέρει το βάρος της απόδειξης και τις συνέπειες της παύσης της ευθύνης. Αυτές οι διευκρινίσεις αποβλέπουν στη διασφάλιση περισσότερο ομοιόμορφης εφαρμογής του κανονισμού και στη μείωση των διαφορών ερμηνείας από τα κράτη μέλη που μπορούν να περιπλέξουν ή να καθυστερήσουν τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους.

- Οι συνθήκες και οι διαδικασίες για την εφαρμογή των ρητρών διακριτικής ευχέρειας (ανθρωπιστική ρήτρα και ρήτρα κυριαρχίας) διευκρινίστηκαν προκειμένου να εξασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, η περισσότερο ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού από τα κράτη μέλη. Οι λεπτομέρειες των τροποποιήσεων που επήλθαν σε αυτές τις ρήτρες εισάγονται στο σημείο 4.

- Προστέθηκαν κανόνες για τις μεταφορές, δηλαδή για τις εσφαλμένες μεταφορές και τις δαπάνες των μεταφορών. Προστίθεται νέα διάταξη για την ανταλλαγή σχετικών πληροφοριών πριν από την εκτέλεση των μεταφορών (λεπτομέρειες αναφέρονται στο σημείο 5), ενόψει μεταξύ άλλων της διευκόλυνσης της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών για πρακτικές ρυθμίσεις των μεταφορών.

- Ο υφιστάμενος μηχανισμός επίλυσης διαφορών, που προβλέπεται επί του παρόντος από τον κανονισμό εφαρμογής του Δουβλίνου μόνο για διαφορές μεταξύ κρατών μελών κατά την εφαρμογή της ανθρωπιστικής ρήτρας, επεκτάθηκε για να καλύψει θέματα διαφορών κατά την εφαρμογή όλου του κανονισμού.

- Για να συγκεντρώσουν οι αρχές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες προκειμένου να εντοπίσουν το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο και, εάν απαιτείται, για να ενημερώσουν προφορικά τον αιτούντα σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού, προστίθεται διάταξη για τη διοργάνωση υποχρεωτικής συνέντευξης. Η διάταξη αυτή αποβλέπει τόσο στην αύξηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος με τη διευκόλυνση της εφαρμογής του όσο και στην παροχή των ενδεδειγμένων εγγυήσεων στους αιτούντες διεθνή προστασία.

3. Νομικές εγγυήσεις για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στη διαδικασία του Δουβλίνου

Η πρόταση εισάγει ορισμένες τροποποιήσεις προκειμένου να ενισχύσει τις νομικές εγγυήσεις που παρέχονται στους αιτούντες διεθνή προστασία και να τους επιτρέψει να υπερασπίζονται καλύτερα τα δικαιώματά τους:

- Το περιεχόμενο, η μορφή και ο χρόνος παροχής πληροφοριών στους αιτούντες διεθνή προστασία διευκρινίζονται με περισσότερες λεπτομέρειες στον κανονισμό. Επιπλέον, η πρόταση προβλέπει την εκπόνηση κοινού ενημερωτικού φυλλαδίου που θα χρησιμοποιείται σε όλα τα κράτη μέλη. Η καλύτερη πληροφόρηση των αιτούντων διεθνή προστασία για τις συνέπειες του κανονισμού του Δουβλίνου θα αυξήσει την ευαισθητοποίησή τους στη διαδικασία προσδιορισμού ευθύνης, γεγονός που θα μπορούσε μεταξύ άλλων να συμβάλει στη μείωση του φαινομένου των δευτερογενών μετακινήσεων.

- Θεσπίζεται το δικαίωμα προσφυγής κατά απόφασης μεταφοράς, μαζί με την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να αποφασίζουν εάν πρέπει να ανασταλεί ή όχι η εφαρμογή της και να επιτρέπουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παραμένει στο έδαφός τους ενώ εκκρεμεί η εν λόγω απόφαση. Επιπλέον, διευκρινίζεται το δικαίωμα νομικής συνδρομής ή/και εκπροσώπησης, και όπου απαιτείται το δικαίωμα γλωσσικής συνδρομής, και διευκρινίζεται περαιτέρω η διαδικασία κοινοποίησης για την εξασφάλιση αποτελεσματικότερου δικαιώματος άσκησης προσφυγής.

- Περιλαμβάνεται νέα διάταξη που υπενθυμίζει τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν πρέπει να κρατείται μόνο διότι επιζητεί διεθνή προστασία. Η αρχή αυτή επιβεβαιώνει το κεκτημένο της ΕΕ σχετικά με την κράτηση, ιδίως την οδηγία για τις διαδικασίες ασύλου, και επίσης διασφαλίζει τη συμμόρφωση με το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και με τις διεθνείς πράξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και η σύμβαση του ΟΗΕ κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί ότι η κράτηση των αιτούντων άσυλο στο πλαίσιο της διαδικασίας του Δουβλίνου δεν είναι αυθαίρετη, προτείνονται περιορισμένοι λόγοι για αυτή την κράτηση. Το ίδιο επίπεδο μεταχείρισης όπως αυτό για όλους τους αιτούντες άσυλο που κρατούνται, το οποίο ρυθμίζεται από την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, πρέπει να εφαρμοστεί και στις υποθέσεις του Δουβλίνου. Όπως και στην πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής, λαμβάνεται υπόψη η ειδική κατάσταση των ανηλίκων και των ασυνόδευτων ανηλίκων με τη θέσπιση ειδικών κανόνων για αυτούς. Εφόσον η διάταξη αυτή αφορά μόνο τους περιορισμένους λόγους για την κράτηση προσώπων που εμπίπτουν στη διαδικασία του Δουβλίνου, είναι λογικότερο να συμπεριληφθεί στον παρόντα κανονισμό παρά στην πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας για τις συνθήκες υποδοχής.

- Διευκρινίζονται μερικές διατάξεις για να κατοχυρωθεί η τήρηση της αρχής της αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.

4. Ενότητα της οικογένειας, ρήτρα κυριαρχίας και ανθρωπιστική ρήτρα

Για να ενισχυθεί το δικαίωμα στην ενότητα της οικογένειας και να διευκρινισθεί η αλληλεπίδρασή του με τη ρήτρα κυριαρχίας και με την ανθρωπιστική ρήτρα αλλά και μεταξύ των ρητρών αυτών προτείνεται:

- να επεκταθεί το δικαίωμα στην επανένωση της οικογένειας ώστε να περιλαμβάνει μέλη της οικογένειας που δικαιούνται επικουρική προστασία και που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος·

- να γίνει υποχρεωτική η επανένωση των εξαρτώμενων συγγενών (δηλαδή είτε συγγενή που εξαρτάται από αιτούντα είτε αιτούντος που εξαρτάται από συγγενή) και των ασυνόδευτων ανηλίκων με συγγενείς που μπορούν να μεριμνήσουν για αυτούς. Αυτό επιτυγχάνεται κατ’ ουσία με την απόσπαση των υφιστάμενων διατάξεων που ασχολούνται με αυτά τα δύο θέματα από την ανθρωπιστική ρήτρα και την ενσωμάτωσή τους στα δεσμευτικά κριτήρια προσδιορισμού της ευθύνης·

- να επεκταθεί ο ορισμός των «μελών οικογένειας» όσον αφορά τους ανηλίκους για να διασφαλιστεί η καλύτερη προστασία του «μείζονος συμφέροντος του παιδιού»·

- να αποκλεισθεί η δυνατότητα να αποστέλλεται πίσω αιτών για τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί ένα από τα κριτήρια για την ενότητα της οικογένειας κατά το χρόνο της πλέον πρόσφατης αίτησης, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η πρώτη αίτηση δεν έχει ήδη λάβει πρώτη απόφαση επί της ουσίας. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί ότι τα ενδεχόμενα νέα στοιχεία σχετικά με την οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος άσυλο μπορούν να ληφθούν δεόντως υπόψη από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αιτών άσυλο, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών·

- για λόγους σαφήνειας η ρήτρα «κυριαρχίας» και η «ανθρωπιστική» ρήτρα τοποθετούνται μαζί στο ίδιο κεφάλαιο, καλούνται «ρήτρες διακριτικής ευχέρειας» και αναθεωρούνται. Προτείνεται η χρήση της «ρήτρας κυριαρχίας» ιδίως για ανθρωπιστικούς λόγους και λόγους ευσπλαχνίας. Όσον αφορά τις συνθήκες για την εφαρμογή της «ανθρωπιστικής ρήτρας» προτείνεται η διατήρηση γενικής ρήτρας που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να τη χρησιμοποιούν όταν η αυστηρή εφαρμογή των δεσμευτικών κριτηρίων θα οδηγούσε σε χωρισμό των μελών οικογένειας ή άλλων συγγενών·

- να διευκρινίζονται επίσης μερικές πτυχές της διαδικασίας σχετικά με την εφαρμογή των ρητρών διακριτικής ευχέρειας. Για να εξασφαλιστεί ότι η ρήτρα κυριαρχίας δεν εφαρμόζεται εις βάρος των συμφερόντων του αιτούντος, διατηρείται η υποχρέωση λήψης της συναίνεσης του αιτούντος.

5. Ασυνόδευτοι ανήλικοι και άλλες ευάλωτες ομάδες

Για να ληφθεί καλύτερα υπόψη το συμφέρον των ασυνόδευτων ανηλίκων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του Δουβλίνου, η πρόταση διευκρινίζει και επεκτείνει το πεδίο της υφιστάμενης διάταξης για τους ασυνόδευτους ανηλίκους και θεσπίζει περαιτέρω εγγυήσεις προστασίας:

- προστίθεται μια νέα διάταξη με εγγυήσεις για τους ανηλίκους, που ορίζει μεταξύ άλλων τα κριτήρια τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κράτη μέλη κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού και εξειδικεύει το δικαίωμα εκπροσώπησής του·

- η προστασία που παρέχεται σε ασυνόδευτους ανηλίκους διευρύνεται για να επιτρέψει την επανένωση όχι μόνο με τον πυρήνα της οικογένειας αλλά και με άλλους συγγενείς που ευρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι μπορούν να μεριμνήσουν για αυτούς, όπως προαναφέρθηκε. Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι, ελλείψει μέλους οικογένειας ή άλλου συγγενή, υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος στο οποίο ο αιτών υπέβαλε την πλέον πρόσφατη αίτησή του, εφόσον αυτό είναι υπέρ του μείζονος συμφέροντός του.

Όσον αφορά γενικά την προστασία των ευάλωτων ομάδων εντός της διαδικασίας του Δουβλίνου:

Με πρωταρχικό στόχο την εξασφάλιση της συνέχειας στην προστασία που παρέχεται σε αιτούντες στο πλαίσιο της διαδικασίας του Δουβλίνου οι οποίοι υπόκεινται σε αποφάσεις μεταφοράς στο υπεύθυνο κράτος μέλος, η πρόταση περιλαμβάνει μηχανισμό για την ανταλλαγή συναφών πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών πριν από την εκτέλεση των μεταφορών.

6. Ιδιαίτερη πίεση ή ανεπαρκές επίπεδο προστασίας

Για να αποφευχθεί η περίπτωση όπου, σε καταστάσεις ιδιαίτερης πίεσης σε ορισμένα κράτη μέλη με περιορισμένες ικανότητες υποδοχής και απορρόφησης, οι μεταφορές του Δουβλίνου επιβαρύνουν περαιτέρω αυτά τα κράτη μέλη, εισάγεται νέα διαδικασία στον κανονισμό που επιτρέπει την αναστολή των μεταφορών του Δουβλίνου προς το υπεύθυνο κράτος μέλος. Αυτή η διαδικασία μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ανησυχίες ότι οι μεταφορές του Δουβλίνου θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα οι αιτούντες να μην απολαύουν επαρκών προτύπων προστασίας στο υπεύθυνο κράτος μέλος, ιδίως όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής και πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου.

- Γλωσσικές διορθώσεις

Εισήχθη μία γλωσσική διόρθωση στην ιταλική απόδοση της πρότασης αυτής, και ειδικότερα στο άρθρο 3 παράγραφος 3, όπου προστέθηκε η αναφορά «τρίτη» πριν από τη λέξη «χώρα». Με αυτή τη διόρθωση ευθυγραμμίζεται η ιταλική απόδοση του άρθρου 3 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις, γεγονός που είναι απαραίτητο για να αποτραπεί κάθε κίνδυνος εσφαλμένης ερμηνείας του εν λόγω άρθρου.

Ενδέχεται επίσης να προκύψουν γλωσσικές διορθώσεις και σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις του κανονισμού.

- Νομική βάση

Η παρούσα πρόταση τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 και χρησιμοποιεί την ίδια νομική βάση με τον κανονισμό αυτό, δηλαδή το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο σημείο 1) στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ.

Ο τίτλος IV της συνθήκης δεν εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, εκτός εάν αυτές οι δύο χώρες αποφασίσουν άλλως, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται στο πρωτόκολλο για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στις συνθήκες.

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία δεσμεύονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 μετά τη γνωστοποίηση της επιθυμίας τους να συμμετάσχουν στην έκδοση και την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού με βάση το προαναφερθέν πρωτόκολλο. Η θέση αυτών των κρατών μελών όσον αφορά τον κανονισμό 343/2003 δεν επηρεάζει την πιθανή τους συμμετοχή όσον αφορά τον τροποποιημένο κανονισμό.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στις συνθήκες, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Δανία εφαρμόζει τον υφιστάμενο κανονισμό του Δουβλίνου, μετά τη διεθνή συμφωνία που σύναψε με την ΕΚ το 2006[16], σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω συμφωνίας, θα κοινοποιήσει στην Επιτροπή την απόφασή της να εφαρμόσει ή όχι το περιεχόμενο του τροποποιημένου κανονισμού.

- Συνέπειες της πρότασης σε κράτη μη μέλη της ΕΕ τα οποία συνδέονται με το σύστημα του Δουβλίνου

Παράλληλα με τη σύνδεση μερικών κρατών μη μελών της ΕΕ με το κεκτημένο του Σένγκεν, η Κοινότητα σύναψε ή βρίσκεται στη διαδικασία της σύναψης, μερικές συμφωνίες για τη σύνδεση των χωρών αυτών και με το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac:

-τη συμφωνία για τη σύνδεση Ισλανδίας και Νορβηγίας, που συνήφθη το 2001[17]·

-τη συμφωνία για τη σύνδεση της Ελβετίας, που συνήφθη στις 28 Φεβρουαρίου 2008[18]·

-το πρωτόκολλο για τη σύνδεση του Λιχτενστάιν, που υπογράφηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2008[19].

Για τη δημιουργία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ της Δανίας, η οποία όπως εξηγήθηκε ανωτέρω έχει συνδεθεί με το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac μέσω διεθνούς συμφωνίας, και των συνδεδεμένων χωρών που προαναφέρθηκαν, συνήφθησαν δύο ακόμη πράξεις μεταξύ της Κοινότητας και των συνδεδεμένων χωρών[20].

Σύμφωνα με τις τρεις προαναφερθείσες συμφωνίες, οι συνδεδεμένες χώρες αποδέχονται το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac και την ανάπτυξή του χωρίς καμία εξαίρεση. Δεν συμμετέχουν στην έκδοση πράξεων που τροποποιούν ή εξελίσσουν το κεκτημένο του Δουβλίνου (επομένως ούτε και της παρούσας πρότασης) αλλά πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, την απόφασή τους να αποδεχθούν ή όχι το περιεχόμενο της εν λόγω πράξης, μόλις εγκριθεί από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε περίπτωση που η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Ελβετία ή το Λιχτενστάιν δεν δέχονται πράξη που τροποποιεί ή εξελίσσει το κεκτημένο του Δουβλίνου/Eurodac, εφαρμόζεται η καλούμενη «ρήτρα της λαιμητόμου» και οι αντίστοιχες συμφωνίες παύουν να ισχύουν, εκτός εάν ληφθεί διαφορετική ομόφωνη απόφαση από την κοινή/μεικτή επιτροπή της οποίας τη σύσταση προβλέπουν οι συμφωνίες.

- Αρχή της επικουρικότητας

Ο τίτλος IV της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ) για τις θεωρήσεις, το άσυλο, τη μετανάστευση και άλλες πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων αναθέτει ορισμένες αρμοδιότητες σε σχέση με τα θέματα αυτά στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Αυτές οι αρμοδιότητες πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 της συνθήκης ΕΚ, δηλαδή εάν και στο βαθμό που οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης είναι αδύνατον να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και δύνανται συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.

Η τρέχουσα νομική βάση για κοινοτική δράση σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας είναι το άρθρο 63 σημείο 1 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ.

Λόγω του διεθνικού χαρακτήρα των προβλημάτων που αφορούν το άσυλο γενικά, η ΕΕ βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση για να προτείνει λύσεις στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (ΚΕΣΑ) στα θέματα που θεωρήθηκαν προβληματικά όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου. Παρόλο που στον κανονισμό που εκδόθηκε το 2003 επιτεύχθηκε σημαντικός βαθμός εναρμόνισης, υπάρχει ακόμα περιθώριο για δράση της ΕΕ ώστε να διασφαλιστεί ένα περισσότερο αποτελεσματικό και προστατευτικό σύστημα του Δουβλίνου.

- Αρχή της αναλογικότητας

Στην εκτίμηση του αντικτύπου για την τροποποίηση του κανονισμού του Δουβλίνου εξετάστηκε προσεκτικά κάθε μία εναλλακτική επιλογή για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που καταγράφηκαν με στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ κόστους και οφέλους, και εξήχθη το συμπέρασμα ότι η πρόκριση της ανάληψης δράσης σε επίπεδο ΕΕ που εισηγείται η πρόταση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου επίλυσης αυτών των προβλημάτων.

- Συνέπειες στα θεμελιώδη δικαιώματα

Η παρούσα πρόταση καταρτίστηκε μετά από ενδελεχή εξέταση για να εξασφαλιστεί ότι οι διατάξεις της συνάδουν πλήρως με τα θεμελιώδη δικαιώματα ως γενικές αρχές τόσο του κοινοτικού δικαίου όσο και του διεθνούς δικαίου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη να ενισχυθούν οι νομικές και διαδικαστικές εγγυήσεις για τα πρόσωπα που υπόκεινται στη διαδικασία του Δουβλίνου και να τους επιτραπεί η καλύτερη υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους καθώς και η ανάγκη να εξασφαλιστεί καλύτερα το δικαίωμα στην ενότητα της οικογένειας και να βελτιωθεί η κατάσταση ευάλωτων ομάδων, ιδίως των ασυνόδευτων ανηλίκων, για να αντιμετωπισθούν καλύτερα οι ειδικές τους ανάγκες.

Η διασφάλιση υψηλότερου βαθμού προστασίας για τα πρόσωπα που υπόκεινται στη διαδικασία του Δουβλίνου θα έχει συνολική ισχυρή θετική επίπτωση για τους αιτούντες άσυλο από την άποψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, η καλύτερη ενημέρωση των αιτούντων άσυλο για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο του κανονισμού αυτού, αφενός, θα τους επιτρέψει να υπερασπίζονται καλύτερα τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, θα συμβάλει στη μείωση του επιπέδου των δευτερογενών μετακινήσεων διότι οι αιτούντες άσυλο θα είναι περισσότερο διατεθειμένοι να συμμορφώνονται με το σύστημα. Η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος άσκησης δικαστικής προσφυγής θα αυξηθεί ιδίως με τη θέσπιση του δικαιώματος άσκησης ενδίκου μέσου κατά απόφασης μεταφοράς και του δικαιώματος μη μεταφοράς μέχρι τη λήψη απόφασης για την ανάγκη αναστολής εκτέλεσης της μεταφοράς· με την πρόβλεψη ότι στο πρόσωπο στο οποίο κοινοποιήθηκε απόφαση μεταφοράς πρέπει να χορηγηθεί εύλογη περίοδος για την άσκηση προσφυγής· με τη θέσπιση του δικαιώματος νομικής συνδρομής ή/και εκπροσώπησης. Η αρχή της αποτελεσματικής πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου , που αποτελεί μέρος του δικαιώματος στο άσυλο , θα εδραιωθεί με τη διευκρίνιση της υποχρέωσης του υπεύθυνου κράτους μέλους να προχωρήσει σε πλήρη αξιολόγηση των αναγκών προστασίας των αιτούντων άσυλο που μεταφέρθηκαν σε αυτό σύμφωνα με τη διαδικασία του Δουβλίνου. Το δικαίωμα στη ελευθερία και στην ελεύθερη κυκλοφορία θα ενισχυθεί με την πρόβλεψη ότι η κράτηση προσώπων βάσει της διαδικασίας του Δουβλίνου επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις που ορίζονται στον κανονισμό και μόνο εάν συνάδει με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η κατάσταση των ανηλίκων, των οποίων επιτρέπεται η κράτηση μόνο εάν αυτό είναι προς το μείζον συμφέρον τους, ενώ οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν πρέπει να κρατούνται ποτέ.

Το δικαίωμα στην επανένωση της οικογένειας θα ενισχυθεί σημαντικά, ιδίως με τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού για να συμπεριλάβει αιτούντες και δικαιούχους επικουρικής προστασίας, με την πρόσδοση υποχρεωτικού χαρακτήρα στην επανένωση εξαρτώμενων συγγενών και με την απαγόρευση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποστέλλεται πίσω αιτών για τον οποίο ένα από τα κριτήρια της ενότητας της οικογένειας μπορεί να εφαρμοστεί κατά το χρόνο της πλέον πρόσφατης αίτησής του. Οι εγγυήσεις αυτές όχι μόνο παρέχουν αυξημένο επίπεδο προστασίας των αιτούντων άσυλο αλλά συμβάλλουν επίσης στη μείωση του επιπέδου των δευτερογενών μετακινήσεων, διότι κατά τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους θα λαμβάνεται καλύτερα υπόψη η προσωπική κατάσταση κάθε αιτούντος άσυλο.

Τέλος, οι ειδικές καταστάσεις των ευάλωτων ομάδων θα αντιμετωπίζονται με περισσότερο ενδεδειγμένο τρόπο, ιδίως με την ενίσχυση των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων μέσω, μεταξύ άλλων, του καλύτερου καθορισμού της αρχής του μείζονος συμφέροντος του παιδιού και με τη δημιουργία μηχανισμού για την ανταλλαγή συναφών πληροφοριών, ειδικότερα για την κατάσταση υγείας του προσώπου που θα μεταφερθεί, με πρωταρχικό στόχο τη διασφάλιση της συνέχειας στην προστασία και στα δικαιώματα που παρέχονται σε αυτό το πρόσωπο.

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, σεβόμενα πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματα. Στον κανονισμό προβλέπεται απαίτηση παρακολούθησης και αξιολόγησης. Η παρακολούθηση αυτή θα καλύπτει επίσης τις διατάξεις που έχουν συνέπειες για τα θεμελιώδη δικαιώματα.

ê 343/2003/ΕΚ

ð νέο

2008/0243 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή από απάτριδα ï

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 63 πρώτο εδάφιο σημείο 1 στοιχείο α),

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[21],

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[22],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 251 της συνθήκης[23],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

ò νέο

1. Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας[24] πρέπει να επέλθουν ορισμένες ουσιαστικές αλλαγές. Για λόγους σαφήνειας, ο εν λόγω κανονισμός πρέπει να αναδιατυπωθεί.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)

2. Η κοινή πολιτική στον τομέα του ασύλου, που περιλαμβάνει ένα ενιαίο Ö κοινό Õ ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης ανοικτού σε εκείνους οι οποίοι, αναγκασμένοι από τις περιστάσεις, αναζητούν νομίμως προστασία στην Κοινότητα.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2 (προσαρμοσμένο)

3. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά την ειδική σύνοδο που πραγματοποίησε στο Τάμπερε στις 15 και 16 Οκτωβρίου 1999, συμφώνησε να αρχίσουν οι εργασίες για την εγκαθίδρυση ενός ενιαίου Ö κοινού Õ ευρωπαϊκού συστήματος χορήγησης ασύλου, που θα βασίζεται στην πλήρη και συμπεριληπτική εφαρμογή της σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, η οποία συμπληρώθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967, ώστε να εξασφαλίζεται ότι κανείς δεν θα αποστέλλεται πίσω εκεί όπου θα υποστεί διώξεις, δηλαδή να διατηρηθεί η αρχή της μη επαναπροώθησης. Από την άποψη αυτή, και χωρίς να θίγονται τα κριτήρια ευθύνης που ορίζει ο παρών κανονισμός, τα κράτη μέλη, όλα εκ των οποίων σέβονται την αρχή της μη επαναπροώθησης, θεωρούνται ως ασφαλείς χώρες για τους υπηκόους τρίτων χωρών.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3

4. Τα συμπεράσματα του Τάμπερε προσδιόρισαν επίσης ότι το σύστημα θα πρέπει να περιλαμβάνει, σε μία βραχυχρόνια προοπτική, ένα σαφή και λειτουργικό καθορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4

ð νέο

5. Μια τέτοια μέθοδος θα πρέπει να θεμελιώνεται σε αντικειμενικά και δίκαια κριτήρια τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Θα πρέπει, ιδίως, να επιτρέπει τον ταχύ προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο προκειμένου να κατοχυρώνεται η πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα ð διεθνούς προστασίας ï και να μην διακυβεύεται ο στόχος της ταχύτητας κατά την εξέταση των αιτήσεων ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï .

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5

Στο πλαίσιο της υλοποίησης κατά διαδοχικές φάσεις ενός ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου που θα πρέπει να οδηγήσει, μακροπρόθεσμα, σε ενιαία διαδικασία και ενιαίο καθεστώς, που θα ισχύουν σε όλη την Ένωση, για εκείνους στους οποίους χορηγείται άσυλο, φαίνεται ενδεδειγμένο, στο παρόν στάδιο, επιφέροντας τις απαραίτητες βελτιώσεις σύμφωνα με την αποκτηθείσα εμπειρία, να επιβεβαιωθούν οι αρχές στις οποίες θεμελιώνεται η σύμβαση περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου, η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(4), η οποία υπεγράφη στο Δουβλίνο στις 15 Ιουνίου 1990 (στο εξής "σύμβαση του Δουβλίνου"), η εφαρμογή της οποίας τόνωσε τη διαδικασία εναρμόνισης των πολιτικών ασύλου.

ò νέο

6. Η πρώτη φάση της δημιουργίας του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου που θα πρέπει να οδηγήσει, μακροπρόθεσμα, σε κοινή διαδικασία και ομοιόμορφο καθεστώς, που θα ισχύουν σε όλη την Ένωση, για εκείνους στους οποίους χορηγείται άσυλο, έχει επί του παρόντος επιτευχθεί. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 4 Νοεμβρίου 2004, ενέκρινε το πρόγραμμα της Χάγης, το οποίο καθορίζει τους στόχους προς υλοποίηση στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης κατά την περίοδο 2005-2010. Από την άποψη αυτή, με το πρόγραμμα της Χάγης κλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να ολοκληρώσει την αξιολόγηση των νομικών πράξεων της πρώτης φάσης και να υποβάλει τις πράξεις και τα μέτρα της δεύτερης φάσης στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να εκδοθούν πριν από το 2010.

7. Ενόψει των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν, ενδείκνυται στο παρόν στάδιο, να επιβεβαιωθούν οι αρχές στις οποίες βασίζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003, καθώς επίσης να επέλθουν οι αναγκαίες βελτιώσεις βάσει της πείρας για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και της προστασίας που χορηγείται στους αιτούντες διεθνή προστασία στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

8. Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των αιτούντων και δικαιούχων διεθνούς προστασίας, καθώς και για να εξασφαλιστεί η συνοχή με το τρέχον κεκτημένο της ΕΕ για το άσυλο, και ιδίως με την οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους και καθορισμό του περιεχομένου της παρεχόμενης προστασίας[25], είναι σκόπιμο να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού για να συμπεριληφθούν οι αιτούντες επικουρική προστασία και τα πρόσωπα που απολαύουν επικουρικής προστασίας.

9. Για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όλων των αιτούντων άσυλο, η οδηγία […/…ΕΚ] της … σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη[26] πρέπει να εφαρμόζεται στη διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους όπως ρυθμίζεται στον παρόντα κανονισμό.

10. Σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη πρέπει κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το μείζον συμφέρον του παιδιού. Επιπρόσθετα, πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για ασυνόδευτους ανηλίκους λόγω της ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασής τους.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6

Η ενότητα των οικογενειών θα πρέπει να διατηρείται στο μέτρο που αυτό συμβιβάζεται με τους άλλους στόχους που επιδιώκονται από τη θέσπιση κριτηρίων και μηχανισμών προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αιτήσεων ασύλου.

ò νέο

11. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το σεβασμό της ενότητας της οικογένειας.

ê 343/2003/ΕΚ (αιτιολογική σκέψη 7)

ð νέο

12. Η κοινή εξέταση των αιτήσεων ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï των μελών μιας οικογένειας από το ίδιο κράτος μέλος αποτελεί μέτρο που επιτρέπει να εξασφαλισθεί η εις βάθος εξέταση των αιτήσεων και η συνοχή των αποφάσεων που λαμβάνονται σε σχέση με αυτές ðκαθώς και να αποφευχθεί ο χωρισμός των μελών μιας οικογένειαςï.

ò νέο

13. Για να εξασφαλιστεί η πλήρης τήρηση της αρχής της ενότητας της οικογένειας και του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, η ύπαρξη σχέσης εξάρτησης μεταξύ αιτούντος και της υπό ευρεία έννοια οικογένειάς του λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, της κατάστασης υγείας τους ή της προχωρημένης ηλικίας, πρέπει να αποτελεί δεσμευτικό κριτήριο ευθύνης. Όταν ο αιτών είναι ασυνόδευτος ανήλικος, η παρουσία συγγενή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους που μπορεί να μεριμνήσει για αυτόν πρέπει επίσης να αποτελεί δεσμευτικό κριτήριο ευθύνης.

ê 343/2003/ΕΚ (αιτιολογική σκέψη 7)

ð νέο

14. Τα κράτη μέλη Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να μπορούν μπορεί να παρεκκλίνουν παρεκκλίνει από τα κριτήρια ευθύνης, προκειμένου να επιτρέπουν την προσέγγιση των μελών μιας οικογένειας, όταν αυτό καθίσταται απαραίτητο για λόγους ανθρωπιστικού χαρακτήρα ðιδίως για ανθρωπιστικούς λόγους ή λόγους ευσπλαχνίας και να εξετάζει αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε αυτό ή σε άλλο κράτος μέλος, ακόμα και εάν η εξέταση αυτή δεν εμπίπτει στην ευθύνη του σύμφωνα με τα δεσμευτικά κριτήρια που καθορίζονται στον κανονισμό, υπό τον όρο ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και ο αιτών συμφωνούν σε αυτό.ï

òνέο

15. Πρέπει να οργανώνεται προσωπική συνέντευξη για να διευκολύνεται ο προσδιορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας και, όπου απαιτείται, για να ενημερώνονται προφορικά οι αιτούντες σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

16. Σύμφωνα, ιδίως, με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να θεσπιστούν νομικές εγγυήσεις και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής όσον αφορά αποφάσεις για μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος για την εγγύηση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων ατόμων.

17. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η πραγματική προσφυγή πρέπει να καλύπτει τόσο την εξέταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού όσο και τη νομική και πραγματική κατάσταση στο κράτος μέλος στο οποίο μεταφέρεται ο αιτών για να εξασφαλίζεται η τήρηση του διεθνούς δικαίου.

18. Η κράτηση των αιτούντων άσυλο πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί να κρατείται μόνο διότι επιζητεί διεθνή προστασία. Ειδικότερα, η κράτηση των αιτούντων άσυλο πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης και στο πλαίσιο των σαφώς καθορισμένων εξαιρετικών περιστάσεων και εγγυήσεων που προβλέπονται στην οδηγία […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη]. Επιπλέον, η χρήση της κράτησης για το σκοπό της μεταφοράς στο υπεύθυνο κράτος μέλος πρέπει να περιορίζεται και να υπόκειται στην αρχή της αναλογικότητας.

19. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής, της 2ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα μέτρα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003[27] του Συμβουλίου, οι μεταφορές στο υπεύθυνο κράτος μέλος είναι δυνατό να πραγματοποιούνται σε εκούσια βάση, με ελεγχόμενη αναχώρηση ή με συνοδεία. Τα κράτη μέλη πρέπει να προωθούν τις εκούσιες μεταφορές και πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι ελεγχόμενες μεταφορές ή οι μεταφορές με συνοδεία διεξάγονται με ανθρώπινο τρόπο, με πλήρη σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8

20. Η προοδευτική υλοποίηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα στο εσωτερικό του οποίου κατοχυρώνεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και η θέσπιση κοινοτικών πολιτικών όσον αφορά τους όρους εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των κοινών προσπαθειών για τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, καθιστά αναγκαία την ισορροπία των κριτηρίων αρμοδιότητας με πνεύμα αλληλεγγύης.

ò νέο

21. Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να δημιουργήσει επιπρόσθετα βάρη σε κράτη μέλη τα οποία αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα επείγουσα κατάσταση λόγω της οποίας ασκείται ιδιαίτερα μεγάλη πίεση στις ικανότητες υποδοχής, το σύστημα ή την υποδομή ασύλου τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να θεσπίζεται αποτελεσματική διαδικασία η οποία να επιτρέπει την προσωρινή αναστολή των μεταφορών προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και να παρέχει χρηματοδοτική συνδρομή σύμφωνα με τα υφιστάμενα δημοσιονομικά μέσα της ΕΕ. Η προσωρινή αναστολή των μεταφορών του Δουβλίνου μπορεί να συμβάλλει με αυτό τον τρόπο στην επίτευξη υψηλότερου βαθμού αλληλεγγύης προς εκείνα τα κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες πιέσεις στα συστήματα ασύλου τους λόγω ιδίως της γεωγραφικής τους θέσης ή της δημογραφικής τους κατάστασης.

22. Αυτός ο μηχανισμός αναστολής των μεταφορών θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίπεδο προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία σε συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται προς την κοινοτική νομοθεσία για το άσυλο, ιδίως όσον αφορά τις συνθήκες υποδοχής και την πρόσβαση στη διαδικασία του ασύλου, για να εξασφαλίζεται ότι όλοι οι αιτούντες διεθνή προστασία τυγχάνουν επαρκούς επιπέδου προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη.

23. Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[28] εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

24. Η ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων ευαίσθητων δεδομένων που αφορούν την υγεία, τα οποία πρέπει να διαβιβασθούν πριν από την εκτέλεση μεταφοράς θα εξασφαλίζει ότι οι αρμόδιες αρχές ασύλου είναι σε θέση να χορηγήσουν στους αιτούντες τη δέουσα συνδρομή και να εξασφαλίσουν τη συνέχεια στην προστασία και τα δικαιώματα που παρέχονται σε αυτούς. Πρέπει να προβλεφθεί ειδική διάταξη για την εξασφάλιση της προστασίας των δεδομένων τα οποία αφορούν αιτούντες που ευρίσκονται σε αυτή την κατάσταση σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9 (προσαρμοσμένο)

25. Η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μπορεί να διευκολύνεται και η αποτελεσματικότητά του να ενισχύεται με διμερείς διακανονισμούς μεταξύ κρατών μελών με σκοπό να βελτιωθούν οι επικοινωνίες βελτιωθεί η επικοινωνία μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών, να μειωθούν οι διαδικαστικές προθεσμίες, ή να απλουστευθεί η εξέταση των αιτήσεων Ö αιτημάτων Õ αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης των αιτούντων άσυλο ή να καθορισθούν οι λεπτομέρειες σχετικά με την εκτέλεση των μεταφορών.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10 (προσαρμοσμένο)

26. Θα πρέπει να εξασφαλιστεί η συνέχεια μεταξύ του συστήματος προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους που θεσπίζεται από τη σύμβαση του Δουβλίνου Ö τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 Õ και του συστήματος που θεσπίζεται από τον παρόντα κανονισμό. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2000[.../...] σχετικά με τη θέσπιση του συστήματος «Eurodac EURODAC» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης[29] Ö του κανονισμού Õ του Δουβλίνου.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

27. Η λειτουργία του συστήματος Eurodac EURODAC, όπως έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 […/…] Ö [σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου] Õ και ιδίως την εφαρμογή των άρθρων 4 6 και 8 10 που περιέχονται σε αυτόν, θα πρέπει να διευκολύνουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

ò νέο

28. Η λειτουργία του συστήματος πληροφοριών για τις θεωρήσεις, όπως έχει θεσπιστεί από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 767/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για το σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις (VIS) και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών μελών για τις θεωρήσεις μικρής διάρκειας[30], και ιδίως η εφαρμογή των άρθρων 21 και 22 που περιέχονται σε αυτόν, θα πρέπει να διευκολύνουν την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12

29. Όσον αφορά τη μεταχείριση των προσώπων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη δεσμεύονται από υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις του διεθνούς δικαίου στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13

30. Τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να θεσπισθούν σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή[31].

ê 1103/2008/ΕΚ σημείο 3, πρώτο εδάφιο του παραρτήματος (προσαρμοσμένο)

ð νέο

31. Όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 343/2003 , η Η Επιτροπή θα πρέπει ιδίως να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες εφαρμογής της ανθρωπιστικής ρήτρας, ð των διατάξεων που αφορούν ασυνόδευτους ανηλίκους και την επανένωση εξαρτώμενων συγγενών ï καθώς και τα κριτήρια που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση των μεταφορών. Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά είναι γενικής εμβέλειας και έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του Ö παρόντος Õ κανονισμού (ΕΚ) αριθ 343/2003 μεταξύ άλλων διά της συμπληρώσεώς του με νέα μη ουσιώδη στοιχεία, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο του άρθρου 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

ò νέο

32. Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1560/2003. Ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 πρέπει να ενσωματωθούν στον παρόντα κανονισμό, για λόγους σαφήνειας ή διότι μπορούν να εξυπηρετούν γενικό στόχο. Ιδίως, είναι σημαντικό τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τους ενδιαφερόμενους αιτούντες άσυλο να υπάρχει γενικός μηχανισμός για την εξεύρεση λύσης σε περιπτώσεις απόκλισης των απόψεων των κρατών μελών σχετικά με την εφαρμογή διάταξης του παρόντος κανονισμού. Επομένως, δικαιολογείται η ενσωμάτωση στον παρόντα κανονισμό του μηχανισμού που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 για τη διευθέτηση των διαφορών σχετικά με την ανθρωπιστική ρήτρα καθώς και η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του στο σύνολο του παρόντος κανονισμού.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

33. ð Η αποτελεσματική παρακολούθηση της ï Η εφαρμογής του Ö παρόντος Õ κανονισμού θα πρέπει να αξιολογείται Ö απαιτεί την αξιολόγησή του Õ σε τακτά διαστήματα.

ê 343/2003/EΚ αιτιολογική σκέψη 15 (προσαρμοσμένο)

ðνέο

34. Ο παρών κανονισμός τηρεί Öσέβεται Õ τα θεμελιώδη δικαιώματα και Ö τηρεί Õ τις αρχές που αναγνωρίζονται, ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[32]. Ιδιαίτερα, Ö ο παρών κανονισμός Õ αποσκοπεί να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση του δικαιώματος ασύλου που διασφαλίζεται από το άρθρο 18 ð και να προωθήσει την εφαρμογή των άρθρων 1, 4, 7, 24 και 47 του εν λόγω Χάρτη και πρέπει να εφαρμόζεται ανάλογα. ï

ê 343/2003/EΚ αιτιολογική σκέψη 16 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

35. Δεδομένου ότι ο στόχος της προβλεπόμενης δράσης, κυρίως η θέσπιση κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας, ð ή απάτριδα ï είναι αδύνατον να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως εκτίθεται στο άρθρο 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εκτίθεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού όρια.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17 (προσαρμοσμένο)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία γνωστοποίησαν, με τις από 30ής Οκτωβρίου 2001 επιστολές τους, την επιθυμία τους να συμμετάσχουν στη θέσπιση και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18 (προσαρμοσμένο)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο είναι προσαρτημένο στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν, ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του.

ê 343/2003/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19 (προσαρμοσμένο)

Η σύμβαση του Δουβλίνου παραμένει σε ισχύ και συνεχίζει να εφαρμόζεται μεταξύ της Δανίας και των κρατών μελών που δεσμεύονται από τον παρόντα κανονισμό μέχρις ότου συναφθεί συμφωνία η οποία θα επιτρέψει τη συμμετοχή της Δανίας στον παρόντα κανονισμό.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Ö Στόχος Õ

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τα κριτήρια και τους μηχανισμούς προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï η οποία υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή από απάτριδα ï.

Άρθρο 2

Ö Ορισμοί Õ

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:

α) «Υπήκοος τρίτης χώρας»: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 1 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ð και που δεν είναι δικαιούχος του κοινοτικού δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[33] ï.

β) «Σύμβαση της Γενεύης»: η σύμβαση, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967.

γ) «Αίτηση ασύλου»: η αίτηση που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας και η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως αίτηση διεθνούς προστασίας από κράτος μέλος, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης. Κάθε αίτηση διεθνούς προστασίας λογίζεται ως αίτηση ασύλου, εκτός εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας ζητεί ρητώς να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αίτησης.

ò νέο

β) «Αίτηση διεθνούς προστασίας»: η αίτηση διεθνούς προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

γ)δ) «Αιτών» ή «αιτών άσυλο»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ð ή ο άπατρις ï που έχει υποβάλει αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί οριστική απόφαση.

δ)ε) «Εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï»: το σύνολο των εξεταστικών μέτρων, αποφάσεων ή δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται από τις αρχές που είναι αρμόδιες για την αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ð την οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου[34] ï, εξαιρουμένων των διαδικασιών προσδιορισμού του υπευθύνου κράτους μέλους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ð και την οδηγία 2004/83/ΕΚ ï.

ε)στ) «Ανάκληση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï»: οι ενέργειες με τις οποίες ο αιτών άσυλο θέτει τέρμα στις διαδικασίες που έχουν κινηθεί με την υποβολή της αίτησής του για παροχή ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ð την οδηγία 2005/85/ΕΚ ï, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς.

στ)ζ) «Πρόσφυγαςð Πρόσωπο στο οποίο χορηγείται διεθνής προστασία ï»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ð ή ο άπατρις στον οποίο αναγνωρίζεται η ανάγκη διεθνούς προστασίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/83/ΕΚ ï στον οποίο αναγνωρίζεται το καθεστώς που ορίζεται στη σύμβαση της Γενεύης και στον οποίο επιτρέπεται να διαμένει με το καθεστώς αυτό σε έδαφος ενός κράτους μέλους.

ò νέο

ζ) «Ανήλικος»: ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις κάτω των 18 ετών.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

η) «Ασυνόδευτος ανήλικος»: άγαμα πρόσωπα ð ο ανήλικος ï ο οποίος τα οποία εισέρχονται Ö εισέρχεται Õ στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύονται Ö συνοδεύεται Õ από ενήλικα υπεύθυνο για αυτά Ö αυτόν Õ, δυνάμει νόμου ή εθίμου, και για όσο χρονικό διάστημα δεν τελούν Ö τελεί Õ πραγματικά υπό τη μέριμνα υπευθύνου ενήλικα· συμπεριλαμβάνονται οι ανήλικοι οι οποίοι αφέθηκαν ασυνόδευτοι, αφού εισήλθαν στο έδαφος των κρατών μελών.

θ) «Μέλη της οικογένειας»: εφόσον η οικογένεια υπήρχε ήδη στη χώρα καταγωγής, τα ακόλουθα μέλη της οικογένειας του αιτούντος άσυλο τα οποία βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών :

i) ο σύζυγος ή μόνιμος σύντροφος του αιτούντος άσυλο, εφόσον η νομοθεσία ή η πρακτική του οικείου κράτους μέλους εξομοιώνει την κατάσταση των αγάμων ζευγών με την αντίστοιχη των εγγάμων, σύμφωνα με τη δική του νομοθεσία περί αλλοδαπών,

ii) τα ανήλικα τέκνα του κατά το σημείο i) ζεύγους ή του αιτούντος, εφόσον είναι άγαμα και εξαρτώνται από αυτόν, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται περί νομίμων, εξωγάμων ή θετών τέκνων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο,

ò νέο

(iii) τα έγγαμα ανήλικα τέκνα του κατά το σημείο i) ζεύγους ή του αιτούντος, ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται περί νομίμων, εξωγάμων ή θετών τέκνων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όταν η διαμονή τους με τον αιτούντα είναι προς το μείζον συμφέρον τους,

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

iv) iii) ο πατέρας, η μητέρα ή ο κηδεμόνας εάν ð τουï ο αιτών Ö αιτούντος Õ ή πρόσφυγας ð εάν αυτός ï είναι ανήλικος και άγαμος. ð, ή εάν αυτός είναι ανήλικος και έγγαμος αλλά η διαμονή του με τον πατέρα, μητέρα ή κηδεμόνα του είναι προς το μείζον συμφέρον του, ï

ò νέο

v) τα ανήλικα άγαμα αδέλφια του αιτούντος, εάν αυτός είναι ανήλικος και άγαμος, ή εάν ο αιτών ή τα αδέλφια του είναι ανήλικοι και έγγαμοι αλλά είναι προς το μείζον συμφέρον ενός ή περισσοτέρων εξ αυτών να διαμένουν μαζί.

ê 343/2003/ΕΚ

ð νέο

ι) «Τίτλος διαμονής»: άδεια εκδιδόμενη από τις αρχές κράτους μέλους που επιτρέπει τη διαμονή υπηκόου τρίτης χώρας ð ή απάτριδα ï στο έδαφός του, καθώς και όσα έγγραφα του επιτρέπουν να διαμένει στο κράτος αυτό δυνάμει συμφωνιών προσωρινής προστασίας ή μέχρις ότου αρθούν τα κωλύματα εκτέλεσης μέτρου απομάκρυνσης. Εξαιρούνται οι θεωρήσεις και οι άδειες διαμονής που εκδίδονται κατά τη χρονική περίοδο που απαιτείται για τον καθορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού ή κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï ή αίτησης άδειας διαμονής.

(ια) «Θεώρηση»: η άδεια ή η απόφαση κράτους μέλους που απαιτείται με σκοπό τη διέλευση ή την είσοδο για προβλεπόμενη διαμονή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή σε περισσότερα κράτη μέλη. Το είδος της θεώρησης προσδιορίζεται σύμφωνα με τους ακόλουθους ορισμούς:

i) «θεώρηση για διαμονή μακράς διαρκείας»: η άδεια ή η απόφαση κράτους μέλους που απαιτείται με σκοπό την είσοδο για προβλεπόμενη διαμονή, διαρκείας άνω των τριών μηνών, στο συγκεκριμένο κράτος μέλος,

ii) «θεώρηση για διαμονή σύντομης διαρκείας»: η άδεια ή η απόφαση κράτους μέλους που απαιτείται με σκοπό την είσοδο για προβλεπόμενη διαμονή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ή σε περισσότερα κράτη μέλη για χρονική περίοδο η συνολική διάρκεια της οποίας δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες,

iii) «θεώρηση διέλευσης»: η άδεια ή η απόφαση κράτους μέλους που απαιτείται με σκοπό την είσοδο για διέλευση μέσω του εδάφους αυτού του κράτους μέλους ή περισσοτέρων κρατών μελών, εξαιρουμένης της διέλευσης από αερολιμένα,

iv) «θεώρηση διέλευσης από αερολιμένα»: η άδεια ή η απόφαση που επιτρέπει σε υπήκοο τρίτης χώρας για την οποία ειδικά ισχύει αυτή η προϋπόθεση, να διέλθει (transit) από τη ζώνη διερχομένων ενός αερολιμένα, κατά τη διάρκεια στάσης ή μετεπιβίβασης μεταξύ δύο τμημάτων διεθνούς πτήσεως, χωρίς να έχει πρόσβαση στο έδαφος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

ò νέο

ιβ) «κίνδυνος διαφυγής»: η ύπαρξη λόγων σε μεμονωμένη περίπτωση, που βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια τα οποία καθορίζονται από το νόμο, για να εικάζεται ότι ο αιτών ή ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που υπόκειται σε απόφαση μεταφοράς μπορεί να διαφύγει.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Ö ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ Õ

Άρθρο 3

Ö Πρόσβαση στη διαδικασία εξέτασης αίτησης διεθνούς προστασίας Õ

1. Τα κράτη μέλη εξετάζουν κάθε αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή από απάτριδα ï Ö στο έδαφος οποιουδήποτε από αυτά, συμπεριλαμβανομένων Õ είτε στα σύνορα των συνόρων ð ή των ζωνών διέλευσης ï είτε εντός του εδάφους του. Η αίτηση εξετάζεται από ένα μόνο κράτος μέλος, το οποίο είναι το οριζόμενο ως υπεύθυνο σύμφωνα με τα κριτήρια που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ Ö του παρόντος κανονισμού Õ.

ê 343/2003/ΕΚ άρθρο 13

ð νέο

2. Εάν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί το κράτος μέλος το οποίο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το πρώτο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου.

ê 343/2003/ΕΚ

ð νέο

3. Έκαστο κράτος μέλος διατηρεί το δικαίωμα, να προωθεί ,κατ' εφαρμογή του εθνικού δικαίου του, τον αιτούντα άσυλο προς ð ασφαλή ï τρίτη χώρα, τηρουμένων των διατάξεων της σύμβασης της Γενεύης ð σύμφωνα με τους κανόνες και τις εγγυήσεις που θεσπίζονται στην οδηγία 2005/85/ΕΚ. ï

ê 343/2003/ΕΚ άρθρο 3(4) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 4

Ö Δικαίωμα ενημέρωσης Õ

41. ð Μόλις υποβληθεί αίτηση διεθνούς προστασίας, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημερώνουνï Ο αιτών τον αιτούντα άσυλο ενημερώνεται εγγράφως σε γλώσσα την οποία ευλόγως τεκμαίρεται ότι κατανοεί σχετικά με Ö για Õ την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, τις προθεσμίες και τα αποτελέσματά του ð , και ιδίως για:ï

ò νέο

α) τους στόχους του παρόντος κανονισμού και τις συνέπειες της υποβολής άλλης αίτησης σε διαφορετικό κράτος μέλος·

β) τα κριτήρια κατανομής της ευθύνης και την ιεράρχησή τους·

γ) τη γενική διαδικασία και τις προθεσμίες που πρέπει να ακολουθούν τα κράτη μέλη·

δ) τα πιθανά αποτελέσματα της διαδικασίας και τις συνέπειές τους·

ε) την πιθανότητα προσβολής της απόφασης μεταφοράς·

στ) το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα για αυτόν με μόνο στόχο την εφαρμογή των υποχρεώσεων που ανακύπτουν από τον παρόντα κανονισμό·

ζ) την ύπαρξη δικαιώματος πρόσβασης σε δεδομένα που τον αφορούν και το δικαίωμα να ζητά διόρθωση ανακριβών δεδομένων που τον αφορούν ή διαγραφή δεδομένων που τον αφορούν τα οποία υπέστησαν παράνομη επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να ενημερώνεται για τις διαδικασίες άσκησης αυτών των δικαιωμάτων και για τα στοιχεία επικοινωνίας με τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων, οι οποίες εξετάζουν τις προσφυγές σχετικά με την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται γραπτώς σε γλώσσα την οποία ευλόγως τεκμαίρεται ότι κατανοεί ο αιτών. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν το κοινό φυλλάδιο που συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 για το σκοπό αυτό.

Εφόσον είναι απαραίτητο για την ορθή κατανόηση από μέρους του αιτούντος, οι πληροφορίες παρέχονται σε αυτόν και προφορικά, κατά τη συνέντευξη που διοργανώνεται σύμφωνα με το άρθρο 5.

Τα κράτη μέλη παρέχουν τις πληροφορίες με τον τρόπο που αρμόζει στην ηλικία του αιτούντος.

3. Σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, συντάσσεται κοινό φυλλάδιο, το οποίο περιλαμβάνει οπωσδήποτε τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 5

Προσωπική συνέντευξη

1. Το κράτος μέλος που διενεργεί τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους βάσει του παρόντα κανονισμού δίδει στους αιτούντες τη δυνατότητα προσωπικής συνέντευξης με πρόσωπο που έχει τα δέοντα προσόντα δυνάμει του εθνικού δικαίου να διεξάγει ανάλογη συνέντευξη.

2. Η προσωπική συνέντευξη έχει ως στόχο να διευκολύνει τη διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, ιδίως να επιτρέψει στον αιτούντα να υποβάλει τις συναφείς πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τον ορθό προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους καθώς και να ενημερώσει τον αιτούντα προφορικά για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

3. Η προσωπική συνέντευξη πραγματοποιείται εγκαίρως μετά την υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη απόφασης μεταφοράς του αιτούντος στο υπεύθυνο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1.

4. Η προσωπική συνέντευξη πραγματοποιείται σε γλώσσα την οποία ευλόγως τεκμαίρεται ότι κατανοεί ο αιτών και στην οποία μπορεί αυτός να επικοινωνήσει. Όπου απαιτείται, τα κράτη μέλη επιλέγουν διερμηνέα ο οποίος μπορεί να διασφαλίσει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτούντος και του προσώπου που διεξάγει την προσωπική συνέντευξη.

5. Η προσωπική συνέντευξη πραγματοποιείται υπό όρους που διασφαλίζουν τη δέουσα εμπιστευτικότητα.

6. Το κράτος μέλος που διεξάγει την προσωπική συνέντευξη συντάσσει σύντομη γραπτή έκθεση η οποία περιλαμβάνει τις κύριες πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα στη συνέντευξη και χορηγεί αντίγραφο της έκθεσης αυτής στον αιτούντα. Η έκθεση επισυνάπτεται σε οποιαδήποτε απόφαση μεταφοράς σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1.

Άρθρο 6

Εγγυήσεις για ανηλίκους

1. Το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών όσον αφορά όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι ένας εκπρόσωπος εκπροσωπεί ή/και συνδράμει τον ασυνόδευτο ανήλικο όσον αφορά όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Αυτός ο εκπρόσωπος μπορεί να είναι επίσης ο εκπρόσωπος που αναφέρεται στο άρθρο 23 της οδηγίας […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη].

3. Για την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά μεταξύ τους και, ιδίως, λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:

α) τις δυνατότητες επανένωσης της οικογένειας·

β) την ευζωία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, συνεκτιμώντας ιδίως το εθνοτικό, θρησκευτικό, πολιτιστικό και γλωσσικό υπόβαθρο του ανηλίκου·

γ) τις παραμέτρους που σχετίζονται με την ασφάλεια και την προστασία, ιδίως όπου υπάρχει κίνδυνος το παιδί να είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων·

δ) τις απόψεις του ανηλίκου σύμφωνα με την ηλικία και την ωριμότητά του.

4. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασίες στην εθνική νομοθεσία για τον εντοπισμό των μελών της οικογένειας ή άλλων συγγενών των ασυνόδευτων ανηλίκων που ευρίσκονται στα κράτη μέλη. Τα κράτη αυτά αρχίζουν να προσπαθούν να εντοπίσουν τα μέλη της οικογένειας των ασυνόδευτων ανηλίκων ή άλλους συγγενείς όσο το δυνατό συντομότερα μετά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας ενώ παράλληλα προστατεύουν το μείζον συμφέρον τους.

5. Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 33 οι οποίες ασχολούνται με αιτήσεις σχετικά με ασυνόδευτους ανήλικους λαμβάνουν τη δέουσα κατάρτιση σχετικά με τις ειδικές ανάγκες των ανηλίκων.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΙΕΡΑΡΧΗΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ

Ö ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ Õ

Άρθρο 5 7

Ö Ιεράρχηση των κριτηρίων Õ

1. Τα κριτήρια του παρόντος κεφαλαίου για τον προσδιορισμό του υπευθύνου κράτους μέλους εφαρμόζονται με τη σειρά με την οποία παρατίθενται στο παρόν κεφάλαιο.

2. Ο προσδιορισμός του υπευθύνου κράτους μέλους κατ' εφαρμογή των κριτηρίων Ö που παρατίθενται στο παρόν κεφάλαιο Õ πραγματοποιείται βάσει της κατάστασης που υπήρχε τη στιγμή κατά την οποία ο αιτών άσυλο υπέβαλε την αίτησή του ð διεθνούς προστασίας ï για πρώτη φορά σε ένα κράτος μέλος.

ò νέο

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, για να διασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ενότητας της οικογένειας και του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, ο προσδιορισμός του υπεύθυνου κράτους μέλους κατ΄εφαρμογή των κριτηρίων που καθορίζονται στα άρθρα 8 έως 12 πραγματοποιείται βάσει της κατάστασης που υπήρχε τη στιγμή κατά την οποία ο αιτών άσυλο υπέβαλε την πλέον πρόσφατη αίτηση διεθνούς προστασίας. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι οι προηγούμενες αιτήσεις του αιτούντος άσυλο δεν έχουν αποτελέσει ακόμα αντικείμενο πρώτης απόφασης επί της ουσίας.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 6 8

Ö Ασυνόδευτοι ανήλικοι Õ

1. Εάν ο αιτών άσυλο είναι ασυνόδευτος ανήλικος, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ð διεθνούς προστασίας ï είναι το κράτος μέλος στο οποίο ευρίσκεται νομίμως ένα μέλος της οικογένειάς του, εφόσον αυτό είναι προς το μείζον συμφέρον του ανηλίκου.

ê 343/2003/ΕΚ άρθρο 15(3) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

23. Στην περίπτωση που ο αιτών άσυλο είναι ασυνόδευτος ανήλικος ο οποίος έχει συγγενή(-είς) ð που ευρίσκεται νομίμως ï σε άλλο κράτος μέλος, που μπορούν ο οποίος μπορεί να αναλάβουν αναλάβει τη φροντίδα του/της, Ö το εν λόγω Õ τα κράτη μέλη κράτος μέλος επιδιώκουν την επανένωση του ανηλίκου με τον/τους συγγενή(-είς) του/της, ð είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης υπό τον όρο ότι ï εκτός εάν αυτό δεν είναι προς το μείζον συμφέρον του ανηλίκου.

ò νέο

3. Εάν μέλη της οικογένειας του αιτούντος ή άλλοι συγγενείς του ευρίσκονται νομίμως σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, η απόφαση για το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης λαμβάνεται με βάση το μείζον συμφέρον του ανηλίκου.

ê 343/2003/ΕΚ

ð νέο

4. Εάν δεν υπάρχει μέλος της οικογένειας ð ή άλλος συγγενής ï , υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης είναι το κράτος μέλος στο οποίο ο ανήλικος υπέβαλε την ð πλέον πρόσφατη ï αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας, υπό τον όρο ότι αυτό είναι το μείζον συμφέρον του ανηλίκου. ï

ê 1103/2008/ΕΚ, σημείο 3(1) του παραρτήματος

ð νέο

5. Η Επιτροπή ορίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, των παραγράφων 2 ð και 3 ï συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση, των διαδικασιών συνδιαλλαγής για την επίλυση των διαφορών μεταξύ κρατών μελών σχετικά με την ανάγκη ή τον ενδεδειγμένο τόπο επανένωσης των ενδιαφερομένων . Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 27 40 παράγραφος 3.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 79

Ö Μέλη οικογένειας που είναι πρόσωπα στα οποία χορηγείται διεθνής προστασία Õ

Εάν ένα μέλος της οικογένειας του αιτούντος άσυλο, ανεξαρτήτως του αν οι οικογενειακοί δεσμοί είχαν δημιουργηθεί προηγουμένως στη χώρα καταγωγής, έλαβε άδεια διαμονής σε κράτος μέλος ως πρόσφυγας ð πρόσωπο στο οποίο χορηγείται διεθνής προστασία ï, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, υπό τον όρο ότι το επιθυμούν οι ενδιαφερόμενοι Ö εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς Õ.

Άρθρο 810

Ö Μέλη οικογένειας που είναι αιτούντες διεθνή προστασία Õ

Εάν ένα μέλος της οικογένειας του αιτούντος άσυλο έχει υποβάλει αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï σε κράτος μέλος για την οποία δεν έχει ακόμη ληφθεί πρώτη απόφαση επί της ουσίας, αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, υπό τον όρο ότι το επιθυμούν οι ενδιαφερόμενοι Ö εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς Õ

Άρθρο 1511

Ö Εξαρτώμενοι συγγενείς Õ

21. Ö Εάν Õ Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το ενδιαφερόμενο πρόσωπο Ö ο αιτών άσυλο Õ εξαρτάται από τη βοήθεια του άλλου Ö συγγενή Õ λόγω εγκυμοσύνης, ή πρόσφατου τοκετού, σοβαρής ασθένειας, σοβαρής αναπηρίας ή μεγάλης ηλικίας, Ö ή εάν ένας συγγενής εξαρτάται από τη βοήθεια του αιτούντος άσυλο Õ ð για τους ίδιους λόγους, ως κράτος μέλος υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης θεωρείται το πλέον ενδεδειγμένο να τους κρατήσει μαζί ή να τους επανενώσει,ï τα κράτη μέλη δύνανται να τοποθετούν μαζί ή να επανενώνουν τον αιτούντα άσυλο με άλλο συγγενή που ευρίσκεται στο έδαφος ενός εκ των κρατών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικογενειακοί δεσμοί υπήρχαν στη χώρα καταγωγής ð και ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα εξέφρασαν την επιθυμία τους γραπτώς. Κατά τον προσδιορισμό του πλέον ενδεδειγμένου κράτους μέλους, λαμβάνεται υπόψη το μείζον συμφέρον των ενδιαφερόμενων προσώπων, όπως η ικανότητα μετακίνησης του εξαρτώμενου προσώπουï.

ê 1560/2003 άρθρο 11(1) (προσαρμοσμένο)

Το άρθρο 15 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 εφαρμόζεται τόσο στις περιπτώσεις που ο αιτών άσυλο εξαρτάται από τη βοήθεια συγγενούς του που είναι παρών σε κράτος μέλος όσο και στην περίπτωση που ο συγγενής που βρίσκεται σε κράτος μέλος εξαρτάται από τη βοήθεια του αιτούντος άσυλο.

ê 1103/2008/ΕΚ, σημείο 3(1) του παραρτήματος

2.5 Η Επιτροπή ορίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου της παραγράφου 1 συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση, των διαδικασιών συνδιαλλαγής για την επίλυση των διαφορών μεταξύ κρατών μελών σχετικά με την ανάγκη ή τον ενδεδειγμένο τόπο επανένωσης των ενδιαφερομένων,. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού, διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2740 παράγραφος 3.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 14 12

Ö Οικογενειακή διαδικασίαÕ

Όταν πλείονα μέλη μιας οικογένειας υποβάλλουν αιτήσεις ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï στο ίδιο κράτος μέλος ταυτόχρονα ή σε παραπλήσιες ημερομηνίες ώστε να μπορούν να διεξαχθούν από κοινού οι διαδικασίες προσδιορισμού του υπευθύνου κράτους μέλους, και η εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος κανονισμού μπορεί να οδηγήσει στο χωρισμό των εν λόγω κρατών μελών ð μιας οικογένειας ï, ο προσδιορισμός του υπευθύνου κράτους μέλους πραγματοποιείται βάσει των ακόλουθων διατάξεων:

α) υπεύθυνο για την εξέταση των αιτήσεων ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï όλων των μελών της οικογένειας είναι το κράτος μέλος το οποίο προσδιορίζεται βάσει των κριτηρίων ως υπεύθυνο για την αναδοχή του μεγαλύτερου αριθμού των μελών της οικογένειας·

β) στις λοιπές περιπτώσεις, υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος το οποίο προσδιορίζεται βάσει των κριτηρίων ως υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης του πλέον ηλικιωμένου μέλους της.

Άρθρο 913

Ö Έκδοση τίτλων διαμονής ή θεωρήσεων Õ

1. Εάν ο αιτών Ö άσυλο Õ είναι κάτοχος εν ισχύ τίτλου διαμονής, το κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας. ï

2. Εάν ο αιτών άσυλο είναι κάτοχος εν ισχύ θεώρησης, το κράτος μέλος που την εξέδωσε είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï εκτός εάν η θεώρηση εκδόθηκε κατ' αντιπροσώπευση ή με γραπτή έγκριση άλλου κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï. Όταν κράτος μέλος διαβουλεύεται προηγουμένως, ιδίως για λόγους ασφαλείας, με την κεντρική αρχή άλλου κράτους μέλους, η απάντηση της αρχής του τελευταίου στη διαβούλευση δεν αποτελεί γραπτή έγκριση κατά την έννοια της παρούσας διάταξης.

3. Εάν ο αιτών άσυλο είναι κάτοχος περισσοτέρων του ενός εν ισχύ τίτλων διαμονής ή θεωρήσεων που έχουν εκδοθεί από διάφορα κράτη μέλη, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï λογίζεται το κράτος μέλος το οποίο κατά σειρά:

α) εξέδωσε τον τίτλο διαμονής με τη μεγαλύτερη χρονική ισχύ ή, σε περίπτωση ίσης διάρκειας ισχύος, το κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής με την απώτερη ημερομηνία λήξεως ισχύος·

β) εξέδωσε τη θεώρηση με την απώτερη ημερομηνία λήξεως όταν οι διάφορες θεωρήσεις είναι του αυτού τύπου·

γ) σε περίπτωση θεωρήσεων διαφορετικού είδους, το κράτος μέλος το οποίο εξέδωσε τη θεώρηση με τη μεγαλύτερη διάρκεια ισχύος ή, σε περίπτωση ίσης διάρκειας ισχύος, το κράτος μέλος που εξέδωσε τη θεώρηση με την απώτερη ημερομηνία λήξεως ισχύος.

4. Εάν ο αιτών άσυλο είναι μόνον κάτοχος ενός ή περισσοτέρων τίτλων διαμονής που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μικρότερο των δύο ετών ή μίας ή περισσοτέρων θεωρήσεων που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μικρότερο των έξι μηνών βάσει των οποίων μπορούσε να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους, εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1, 2 και 3 για όσο χρονικό διάστημα ο αιτών δεν έχει εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών.

Όταν ο αιτών άσυλο είναι κάτοχος ενός ή περισσοτέρων τίτλων διαμονής που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, ή μίας ή περισσοτέρων θεωρήσεων που έχουν λήξει ήδη από διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών βάσει των οποίων μπορούσε να εισέλθει στο έδαφος κράτους μέλους, και εφόσον δεν έχει εγκαταλείψει το έδαφος των κρατών μελών, υπεύθυνο είναι το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï.

5. Το γεγονός ότι ο τίτλος διαμονής ή η θεώρηση εκδόθηκαν βάσει πλαστής ή ψευδούς ταυτότητας ή με παρουσίαση πλαστών, παραποιημένων ή άκυρων εγγράφων, δεν κωλύει την ανάθεση της ευθύνης στο κράτος μέλος που τα εξέδωσε. Εντούτοις, το κράτος μέλος που εξέδωσε τον τίτλο διαμονής ή τη θεώρηση δεν είναι υπεύθυνο, εάν μπορεί να αποδείξει ότι η απάτη διαπράχθηκε μεταγενέστερα της έκδοσης του εγγράφου ή της θεώρησης.

Άρθρο 1014

Ö Είσοδος ή/και διαμονή Õ

1. Όταν διαπιστώνεται, βάσει αποδεικτικών στοιχείων ή των εμμέσων αποδείξεων, όπως περιγράφεται στους δύο καταλόγους που αναφέρονται στο άρθρο 2218 παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙΙΙ του κανονισμού Ö [σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου] Õ (ΕΚ) αριθ. [.../...] 2725/2000, ότι ο αιτών άσυλο διέβη παρανόμως, οδικώς, διά θαλάσσης ή δι’ αέρος, τα σύνορα κράτους μέλους προερχόμενος από τρίτη χώρα, αυτό το κράτος μέλος στο οποίο εισήλθε παρανόμως είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï. Η ευθύνη αυτή παύει να υφίσταται δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η παράνομη διάβαση των συνόρων.

2. Όταν ένα κράτος μέλος δεν μπορεί ή δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί υπεύθυνο σύμφωνα με την παράγραφο 1 και εφόσον διαπιστώνεται, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων ή των έμμεσων αποδείξεων, όπως περιγράφεται στους δύο καταλόγους που αναφέρονται στο άρθρο 2218 παράγραφος 3, ότι ο αιτών άσυλο -ο οποίος εισήλθε στο έδαφος των κρατών μελών παρανόμως ή υπό συνθήκες που δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθούν- κατά την υποβολή της αίτησής του ζούσε προηγουμένως για μια συνεχή περίοδο τουλάχιστον πέντε μηνών σε ένα κράτος μέλος, Ö πριν από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, Õ αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας. ï

Εάν ο αιτών διέμεινε για διαστήματα τουλάχιστον πέντε μηνών σε πλείονα κράτη μέλη, υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï είναι το κράτος μέλος της τελευταίας διαμονής.

Άρθρο 1115

Ö Είσοδος χωρίς υποχρέωση θεώρησης Õ

1. Εάν ένας υπήκοος τρίτης χώρας ð ή άπατρις ï εισέρχεται στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο δεν υφίσταται η ανάγκη θεώρησης, αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï.

2. Η αρχή η οποία ορίζεται στην παράγραφο 1 δεν ισχύει, εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας ð ή ο άπατρις ï υποβάλει την αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο δεν υφίσταται η ανάγκη θεώρησης για την είσοδο. Στην περίπτωση αυτή, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï.

Άρθρο 1216

Ö Αίτηση σε χώρο διεθνούς διέλευσης αερολιμέναÕ

Όταν η αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï ασύλου γίνεται στο χώρο διεθνούς διέλευσης αερολιμένα κράτους μέλους από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή από απάτριδα ï, αυτό το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΡΗΤΡΑ

Ö ΡΗΤΡΕΣ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ Õ

Άρθρο 1517

Ö Ρήτρες διακριτικής ευχέρειαςÕ

ê 343/2003/ΕΚ άρθρο 3(2) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

1. 2.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3, την παράγραφος 1 κάθε κράτος μέλος δύναται ð ιδίως για ανθρωπιστικούς λόγους και λόγους ευσπλαχνίας ï Ö να αποφασίζει Õνα εξετάζει αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που έχει κατατεθεί από υπήκοο τρίτης χώρας ð ή από απάτριδα ï, ακόμη και αν δεν είναι υπεύθυνο για την εξέταση δυνάμει των κριτηρίων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ð υπό τον όρο ότι ο αιτών συμφωνεί σχετικάï.

Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος καθίσταται το υπεύθυνο κράτος μέλος κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτή την ευθύνη. Ενδεχομένως Ö Κατά περίπτωση Õ ενημερώνει το κράτος μέλος που ήταν προηγουμένως υπεύθυνο, το κράτος μέλος που διεξάγει διαδικασία προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους ή το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτημα αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του αιτούντος ð χρησιμοποιώντας το δίκτυο ηλεκτρονικής επικοινωνίας DubliNet που δημιουργείται βάσει του άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 ï.

Επίσης, το κράτος μέλος που κατέστη υπεύθυνο σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο επισημαίνει αμέσως στο EURODAC ότι ανέλαβε την ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. [.../...][σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου].

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2. 1 Κάθε κράτος μέλος δύναται ακόμα και εάν δεν είναι υπεύθυνο κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος κανονισμού, Ö Το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας και το οποίο διεξάγει τη διαδικασία του προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους, ή το υπεύθυνο κράτος μέλος Õ δύναται, ðοποτεδήποτε να υποβάλει σε άλλο κράτος μέλος αίτημα αναδοχής αιτούντος για ï να επανενώσει μέλη οικογένειας καθώς και άλλους εξαρτώμενους συγγενείς για ανθρωπιστικούς λόγους, βάσει ιδίως οικογενειακών ή πολιτισμικών κριτηρίων, ð ακόμα και όταν το τελευταίο αυτό κράτος μέλος δεν είναι υπεύθυνο κατ' εφαρμογή των κριτηρίων που θεσπίζονται στα άρθρα 8 έως 12 του παρόντος κανονισμού ï. Στην περίπτωση αυτή, το εν λόγω κράτος μέλος, κατόπιν αιτήματος άλλου κράτους μέλους, εξετάζει την αίτηση ασύλου του ενδιαφερομένου. Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να συναινούν Ö εκφράσουν τη συναίνεσή τους γραπτώς Õ .

ê 1560/2003 άρθρο 13(2)

Το αίτημα αναδοχής περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που διαθέτει το κράτος που υποβάλει το αίτημα έτσι ώστε το κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα να είναι σε θέση να εκτιμήσει την κατάσταση

ê 1560/2003 (προσαρμοσμένο) άρθρο 13(3)

ð νέο

Ö Το κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα προβαίνει Õ στις σε οποιεσδήποτε αναγκαίες επαληθεύσεις ώστε να διαπιστώσει, κατά περίπτωση, την ύπαρξη ανθρωπιστικών λόγων, ειδικότερα οικογενειακού ή πολιτισμικού χαρακτήρα, την κατάσταση εξάρτησης του ενδιαφερομένου ατόμου ή την ικανότητα και τη δέσμευση του άλλου ενδιαφερομένου να παράσχει την υπολογιζόμενη βοήθεια. ð ώστε να ελέγξει τους επικαλούμενους ανθρωπιστικούς λόγους, και αποφαίνεται σχετικά με το αίτημα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής του αιτήματος. Η απόφαση που απορρίπτει το αίτημα αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται ï.

ê 343/2003/ΕΚ άρθρο 15(1) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

4. Εάν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα το αποδεχθεί, η ευθύνη για την εξέταση της αίτησης ασύλου μεταβιβάζεται σε αυτό.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΑΝΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΕΚ ΝΕΟΥ ΑΝΑΛΗΨΗ

Ö ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ Õ

Άρθρο 1618

Ö Υποχρεώσεις του υπεύθυνου κράτους μέλουςÕ

1. Το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï δυνάμει του παρόντος κανονισμού υποχρεούται:

α) να αναδέχεται υπό τους όρους που προβλέπονται στα άρθρα 2117 έως 19, 22 και 28, αιτούντα άσυλο ο οποίος υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος·

β)γ) να αναλαμβάνει εκ νέου, υπό τους όρους που προβλέπονται στο στα άρθρο άρθρα 23, 24 και 28 20 , αιτούντα άσυλο η αίτηση του οποίου τελεί υπό εξέταση και ο οποίος ð υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος ή ο οποίος ï ευρίσκεται χωρίς να έχει λάβει άδεια ð τίτλο διαμονής ï στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

γ)δ) να αναλαμβάνει εκ νέου, υπό τους όρους που προβλέπονται στο στα άρθρο άρθρα 23, 24 και 28 20 , αιτούντα άσυλο ο οποίος ανακάλεσε την υπό εξέταση αίτησή του και υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος·

δ)ε) να αναλαμβάνει εκ νέου, υπό τους όρους που προβλέπονται στο στα άρθρο άρθρα 23, 24 και 28 20, υπήκοο τρίτης χώρας ð ή απάτριδα ï του οποίου την η αίτηση απέρριψε το ίδιο Ö απερρίφθη Õ και ο οποίος ð υπέβαλε αίτηση σε άλλο κράτος μέλος ή ο οποίος ï ευρίσκεται χωρίς να έχει λάβει άδεια ð τίτλο διαμονής ï στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

Ö 2. Το υπεύθυνο κράτος μέλος Õ ðσε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως δ) εξετάζει ή ï (β) ολοκληρώνει την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας που υποβλήθηκε από τον αιτούντα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ). Εάν το υπεύθυνο κράτος μέλος είχε διακόψει την εξέταση αίτησης μετά από ανάκλησή της από τον αιτούντα, ανακαλεί την εν λόγω απόφαση και ολοκληρώνει την εξέταση της αίτησης, κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο δ)ï.

Άρθρο 19

Ö Παύση ευθυνών Õ

1. 2.Εάν κάποιο κράτος χορηγήσει τίτλο διαμονής στον αιτούντα άσυλο, οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην στο άρθρο 18 παράγραφος 1 μεταβιβάζονται στο εν λόγω κράτος μέλος.

2. 3.Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην στο άρθρο 18 παράγραφος 1 εκλείπουν εάν ð το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης μπορεί να αποδείξει, όταν υποβάλλεται σε αυτό αίτημα αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ), ότι ï ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείψει Ö το ενδιαφερόμενο πρόσωπο εγκατέλειψε Õ το έδαφος των κρατών μελών για διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών, εκτός εάν ο υπήκοος τρίτης χώρας. Ö το ενδιαφερόμενο πρόσωπο Õ είναι κάτοχος εν ισχύ τίτλου διαμονής που έχει εκδοθεί από το υπεύθυνο κράτος μέλος

ò νέο

Μία αίτηση που υποβάλλεται μετά από ανάλογη απουσία θεωρείται ως νέα αίτηση που οδηγεί σε νέα διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

3. 4.Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 στην παράγραφος 1) στοιχεία γ)δ) και δ)ε), επίσης εκλείπουν μόλις Ö όταν Õ το υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου κράτος μέλος ðδύναται να αποδείξει, όταν υποβάλλεται σε αυτό αίτημα εκ νέου ανάληψης αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ), ότι ï λάβει και θέσει πραγματικά σε εφαρμογή, μετά την ανάκληση ή την απόρριψη της αίτησης ασύλου, τα δέοντα μέτρα ώστε ο υπήκοος τρίτης χώρας να μεταβεί στη χώρα καταγωγής του ή σε άλλη χώρα στην οποία μπορεί να μεταβεί νομίμως ðτο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εγκατέλειψε το έδαφος των κρατών μελών σύμφωνα με απόφαση επιστροφής ή με μέτρο απομάκρυνσης που εξέδωσε μετά την ανάκληση ή την απόρριψη της αίτησης ï.

ò νέο

Μία αίτηση που υποβάλλεται μετά από πραγματική απομάκρυνση θεωρείται ως νέα αίτηση που οδηγεί σε νέα διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους.

ê 343/2003/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Ö ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚ ΝΕΟΥ ΑΝΑΛΗΨΗ Õ

Ö ΤΜΗΜΑ I: Κίνηση της διαδικασίας Õ

Άρθρο 420

1. Η διαδικασία προσδιορισμού του υπευθύνου κράτους μέλους δυνάμει του παρόντος κανονισμού κινείται μόλις υποβληθεί για πρώτη φορά αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï σε ένα κράτος μέλος.

2. Μια αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï θεωρείται υποβληθείσα από τη στιγμή κατά την οποία παραλαμβάνεται από τις αρμόδιες αρχές του συγκεκριμένου κράτους μέλους έντυπο που υποβάλλεται από τον αιτούντα άσυλο ή πρακτικό που καταρτίζεται από τις αρχές. Εάν η αίτηση δεν γίνεται εγγράφως, το διάστημα μεταξύ της δήλωσης πρόθεσης και της κατάρτισης πρακτικού θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερο.

3. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η κατάσταση του ανηλίκου τέκνου το οποίο συνοδεύει τον αιτούντα άσυλο και εμπίπτει στον ορισμό του μέλους της οικογένειας του άρθρου 2 στοιχείο θ) i) είναι αδιαχώριστη από την κατάσταση του γονέα ή κηδεμόνα του και υπάγεται στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï του εν λόγω γονέα ή κηδεμόνα, ακόμα και αν ο ίδιος ο ανήλικος δεν είναι αιτών ατομικά άσυλο ð υπό τον όρο ότι αυτό είναι προς το μείζον συμφέρον του ï . Το ίδιο ισχύει και για τα τέκνα που γεννήθηκαν μετά την άφιξη του αιτούντος άσυλο στο έδαφος των κρατών μελών, χωρίς να χρειάζεται να κινηθεί νέα διαδικασία αναδοχής ευθύνης για τα εν λόγω τέκνα.

4. Όταν μια αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους από αιτούντα που ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ο προσδιορισμός του υπευθύνου κράτους μέλους γίνεται από το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται ο αιτών άσυλο. Αυτό το κράτος μέλος ενημερώνεται αμελλητί από το κράτος μέλος το οποίο έλαβε την αίτηση ασύλου και θεωρείται ως εκ τούτου, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ως το κράτος μέλος στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση ð διεθνούς προστασίας ï.

Ο αιτών ενημερώνεται εγγράφως για τη διαβίβαση και για την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έλαβε χώρα.

5. Το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε Ö πρώτα Õ η αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï είναι υποχρεωμένο, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 20 στα άρθρα 23, 24 και 28 και έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, να αναλάβει εκ νέου τον αιτούντα ο οποίος ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος και έχει υποβάλει εκεί αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίαςï αφού ανακάλεσε την Ö πρώτη Õ αίτησή του κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους.

Αυτή η υποχρέωση παύει ð όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα ολοκλήρωσης της διαδικασίας προσδιορισμού του υπεύθυνου κράτους μέλους δύναται να αποδείξει ότι ï εάν ο αιτών άσυλο εγκατέλειψε εν τω μεταξύ το έδαφος των κρατών μελών για περίοδο τουλάχιστον τριών μηνών ή εάν απέκτησε τίτλο διαμονής από Ö άλλο Õ κράτος μέλος.

ò νέο

Μία αίτηση που υποβάλλεται μετά από ανάλογη απουσία θεωρείται ως νέα αίτηση που οδηγεί σε νέα διαδικασία για τον προσδιορισμό του υπεύθυνου κράτους μέλους.

ê 343/2003/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Ö Τμήμα II: Διαδικασίες για τα αιτήματα αναδοχής Õ

Άρθρο 1721

Ö Υποβολή αιτήματος αναδοχής Õ

1. Εάν το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï θεωρεί ότι άλλο κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέτασή της, μπορεί να απευθύνει σε αυτό αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος, το συντομότερο δυνατό και, σε κάθε περίπτωση, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης ασύλου κατά την έννοια του άρθρου 420 παράγραφος 2.

Εάν το αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος δεν υποβληθεί εντός της προθεσμίας των τριών μηνών, η ευθύνη της εξέτασης της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï εμπίπτει στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση.

2. Το κράτος μέλος που υποβάλει το αίτημα μπορεί να ζητήσει επειγόντως απάντηση εφόσον η αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï υποβλήθηκε ύστερα από άρνηση εισόδου ή διαμονής, σύλληψη λόγω παράνομης διαμονής ή ύστερα από επίδοση ή εκτέλεση μέτρου απομάκρυνσης ή/και εφόσον ο αιτών άσυλο τελεί υπό κράτηση.

Το αίτημα προσδιορίζει τους λόγους που δικαιολογούν επείγουσα απάντηση και την προθεσμία εντός της οποίας αναμένεται απάντηση. Η προθεσμία αυτή είναι τουλάχιστον μια εβδομάδα.

3. Και στις δύο περιπτώσεις, το αίτημα αναδοχής από άλλο κράτος μέλος γίνεται μέσω τυποποιημένου εντύπου και συμπεριλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ή έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία, όπως περιγράφονται στους δύο καταλόγους του άρθρου 1822 παράγραφος 3 ή/και άλλα σημαντικά ð συναφή ïστοιχεία από τη δήλωση του αιτούντος άσυλο, τα οποία επιτρέπουν στις αρχές του κράτους μέλους στο οποίο απευθύνεται το αίτημα να επαληθεύει εάν είναι υπεύθυνο βάσει των κριτηρίων του παρόντος κανονισμού.

Οι κανόνες για την κατάρτιση και οι διαδικασίες για τη διαβίβαση των αιτημάτων θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 40 παράγραφος 2.

Άρθρο 1822

Ö Απάντηση σε αίτημα αναδοχής Õ

1. Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα προβαίνει στις απαραίτητες επαληθεύσεις, και αποφαίνεται σχετικά με το αίτημα περί αναδοχής του αιτούντος εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία της παραλαβής του αιτήματος.

2. Για τη διεξαγωγή της διαδικασίας προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï η οποία θεσπίζεται στον παρόντα κανονισμό, χρησιμοποιούνται αποδεικτικά στοιχεία και έμμεσες αποδείξεις.

3. Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 40 παράγραφος 2, καταρτίζονται δύο κατάλογοι που επανεξετάζονται περιοδικά, στους οποίους αναγράφονται τα αποδεικτικά στοιχεία και οι έμμεσες αποδείξεις σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

α) Αποδεικτικά στοιχεία:

i) Αυτό αναφέρεται στις τυπικές αποδείξεις οι οποίες θεμελιώνουν ευθύνη δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ενόσω αυτό δεν αναιρείται από απόδειξη περί του αντιθέτου.

ii) Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 27 40 υποδείγματα των διαφόρων τύπων διοικητικών εγγράφων, σύμφωνα με την τυπολογία που καθιερώνεται στον κατάλογο τυπικών αποδείξεων.

β) Έμμεσες αποδείξεις:

i) Αυτό αναφέρεται σε ενδείξεις, οι οποίες, αν και είναι μαχητές, ενδέχεται να επαρκούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με την αποδεικτική αξία που τους αποδίδεται.

ii) Η αποδεικτική τους αξία, σε σχέση με την ευθύνη εξέτασης της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας, ï εξετάζεται κατά περίπτωση.

4. Οι απαιτήσεις για τα αποδεικτικά στοιχεία θα πρέπει να μην υπερβαίνουν ό,τι είναι απαραίτητο για την καλή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

5. Εάν δεν υπάρχουν τυπικές αποδείξεις, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα αναγνωρίζει την ευθύνη του, εάν οι έμμεσες αποδείξεις έχουν συνοχή, μπορούν να εξακριβωθούν και είναι αρκούντως λεπτομερείς για να θεμελιωθεί η ευθύνη.

6. Εάν το κράτος μέλος που υποβάλλει το αίτημα επικαλείται λόγους επείγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 21 παράγραφος 2, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να απαντήσει εντός της αιτούμενης προθεσμίας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν αποδεικνύεται ότι η εξέταση της αίτησης Ö του αιτήματος Õ αναδοχής αιτούντος είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκη, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορεί να απαντήσει μετά την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας, αλλά εν πάση περιπτώσει εντός ενός μηνός. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα πρέπει να γνωστοποιεί την απόφασή του να αναβάλει την απάντηση προς το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα εντός της αρχικώς αιτηθείσας προθεσμίας.

7. Η έλλειψη απάντησης εντός της προθεσμίας των δύο μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και του ενός μηνός που προβλέπεται στην παράγραφο 6, ισοδυναμεί με αποδοχή του αιτήματος και συνεπάγεται την υποχρέωση αναδοχής του προσώπου, συμπεριλαμβανομένων συμπεριλαμβανομένης των διατάξεων Ö της υποχρέωσης Õ για κατάλληλη διευθέτηση για την άφιξη της άφιξης.

Ö Τμήμα III. Διαδικασίες για τα αιτήματα εκ νέου ανάληψης Õ

Άρθρο 20 23

Ö Υποβολή αιτήματος εκ νέου ανάληψης Õ

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

1. Η εκ νέου ανάληψη αιτούντος άσυλο ð Όταν ένα κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας ή στο έδαφος του οποίου ένας αιτών ή άλλο πρόσωπο όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) διαμένει χωρίς τίτλο διαμονής, θεωρεί ότι είναι υπεύθυνο άλλο κράτος μέλοςï σύμφωνα με το άρθρο 420 παράγραφος 5 και το άρθρο 1618 παράγραφος 1 στοιχεία γ)β), δ)γ) και ε)δ), ως εξής: ð μπορεί να υποβάλει στο εν λόγω κράτος μέλος αίτημα εκ νέου ανάληψης του προσώπου αυτού. ï

ò νέο

2. Σε περίπτωση μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας το αίτημα εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερόμενου προσώπου υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της σύμπτωσης EURODAC, βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. [.../...] [σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου].

Εάν το αίτημα εκ νέου ανάληψης αιτούντος που υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία διαφορετικά από τα στοιχεία που ελήφθησαν από το σύστημα EURODAC, αποστέλλεται στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία υποβλήθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 2.

3 Όταν δεν υπάρχει μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας και σε περίπτωση που το κράτος μέλος που υποβάλει το αίτημα αποφασίζει να ερευνήσει το σύστημα EURODAC σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. [.../...] [σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου], το αίτημα εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερόμενου προσώπου υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της σύμπτωσης EURODAC, βάσει του άρθρου 13 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.

Εάν το αίτημα εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερόμενου προσώπου βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία διαφορετικά από τα στοιχεία που ελήφθησαν από το σύστημα EURODAC, αποστέλλεται στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία το κράτος μέλος που υποβάλει το αίτημα λαμβάνει γνώση ότι υπεύθυνο για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να είναι άλλο κράτος μέλος .

4. Όταν το αίτημα εκ νέου ανάληψης αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) δεν υποβάλλεται εντός της περιόδου που καθορίζεται στις παραγράφους 2 και 3, η ευθύνη για την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας βαρύνει το κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε μεταγενέστερα η αίτηση ή στο έδαφος του οποίου διαμένει το πρόσωπο χωρίς τίτλο διαμονής.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

5 α) Ττο αίτημα περί της εκ νέου ανάληψης του αιτούντος Ö ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) Õ ð υποβάλλεται με τη χρήση τυποποιημένο εντύπου και συμπεριλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ή έμμεσες αποδείξεις ή/και συναφή στοιχεία από τις δηλώσεις του προσώπου, ï πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία που να επιτρέπουν Ö στις αρχές Õ στο του κράτους μέλους προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα να επαληθεύει το κατά πόσον είναι υπεύθυνο.

3. Οι κανόνες που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία και την ερμηνεία αυτών, καθώς και την κατάρτιση και τις διαδικασίες διαβίβασης αιτημάτων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 παράγραφος 2 40 παράγραφος 2.

Άρθρο 24

Ö Απάντηση στο αίτημα εκ νέου ανάληψης Õ

β)1. τ Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα της εκ νέου ανάληψη του αιτούντος είναι υποχρεωμένο να προβαίνει στις απαραίτητες επαληθεύσεις και Ö αποφαίνεται σχετικά με το Õαπαντά στο αίτημα Ö εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερόμενου προσώπου Õ που του υποβλήθηκε το ταχύτερο δυνατόν και, εν πάση περιπτώσει, εντός προθεσμίας μικρότερης του Ö σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από Õ ενός μηνός ένα μήνα από την ημερομηνία παραλαβής Ö κατά την οποία παρελήφθη το αίτημα Õ . Όταν το αίτημα βασίζεται σε στοιχεία λαμβανόμενα από το σύστημα Eurodac, η προθεσμία αυτή μειώνεται σε δύο εβδομάδες;.

γ)2. εάν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δεν γνωστοποιήσει την απόφασή του Ö Η έλλειψη απάντησης Õεντός της προθεσμίας του ενός μηνός ή των δύο εβδομάδων που αναφέρεται στο στοιχείο στην παράγραφο β) 1,Ö ισοδυναμεί με αποδοχή του αιτήματος Õ ,ðκαι συνεπάγεται την υποχρέωση ï θεωρείται ότι συμφώνησε να αναλάβει Ö εκ νέου ανάληψης Õ τον αιτούντα άσυλο Ö του ενδιαφερόμενου προσώπου Õ ð , συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης για κατάλληλη διευθέτηση της άφιξης ï.

δ) το κράτος μέλος το οποίο συμφωνεί με την εκ νέου ανάληψη του αιτούντος άσυλο, είναι υποχρεωμένο να αναλαμβάνει εκ νέου το άτομο αυτό στο έδαφός του. Η μεταφορά εκτελείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του αιτούντος κράτους μέλους, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό καταστεί πρακτικά δυνατό και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος της αναδοχής ή από την έκδοση απόφασης επί ενδίκου μέσου ή αναθεώρησης, εφόσον έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα·

ε) το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα κοινοποιεί στον αιτούντα άσυλο την απόφαση σχετικά με την εκ νέου ανάληψή του από το υπεύθυνο κράτος μέλος. Αυτή η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Συνοδεύεται από στοιχεία για την προθεσμία εκτέλεσης της μεταφοράς και περιλαμβάνει, εφόσον είναι απαραίτητο, τις πληροφορίες που αφορούν τον τόπο στον οποίο θα πρέπει να παρουσιασθεί ο αιτών άσυλο και την ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να το πράξει, εφόσον μεταβαίνει στο υπεύθυνο κράτος μέλος με δικά του μέσα. Κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ή αναθεώρηση. Το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως αυτής ή αναθεώρησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα ως προς την εκτέλεση της μεταφοράς, εκτός αν τα δικαστήρια ή τα αρμόδια όργανα το αποφασίσουν κατά περίπτωση, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Εάν είναι απαραίτητο, ο αιτών άσυλο εφοδιάζεται από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα με άδεια ελεύθερης διέλευσης σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνεται βάσει της διαδικασίας του άρθρου 27 παράγραφος 2.

Το υπεύθυνο κράτος μέλος ενημερώνει το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα, ανάλογα με την περίπτωση, για την ασφαλή άφιξη του αιτούντος άσυλο ή για τη μη εμφάνισή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

2. Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, η ευθύνη εξέτασης της αίτησης ασύλου εμπίπτει στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ' ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά ή η εξέταση της αίτησης δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω κράτησης του αιτούντος άσυλο ή σε 18 μήνες κατ' ανώτατο όριο αν ο αιτών φυγοδικεί.

3. Οι κανόνες που αφορούν τα αποδεικτικά στοιχεία και την ερμηνεία αυτών, καθώς και την κατάρτιση και τις διαδικασίες διαβίβασης αιτημάτων, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 παράγραφος 2.

4. Συμπληρωματικοί κανόνες σχετικά με την εκτέλεση των μεταφορών μπορούν να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27 παράγραφος 2.

Ö Τμήμα IV. Διαδικαστικές εγγυήσεις Õ

Άρθρο 1925

Ö Κοινοποίηση της απόφασης μεταφοράς Õ

1. Όταν το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα δέχεται Ö συμφωνεί Õ Ö με Õ την αναδοχή Ö ή την εκ νέου ανάληψη Õ του αιτούντος Ö ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) Õ, το κράτος μέλος Ö που υπέβαλε το αίτημα Õ στο οποίο έχει υποβληθεί η αίτηση ασύλου κοινοποιεί στον αιτούντα Ö ενδιαφερόμενο πρόσωπο Õ την απόφασή του να μην εξετάσει την αίτηση και την υποχρέωση Öτην απόφαση Õ μεταφοράς του αιτούντος προς το υπεύθυνο κράτος μέλος Ö και, κατά περίπτωση, μη εξέτασης της αίτησης του διεθνούς προστασίας Õ. ð Η εν λόγω κοινοποίηση γίνεται γραπτώς, σε γλώσσα την οποία το πρόσωπο ευλόγως τεκμαίρεται ότι κατανοεί και εντός διαστήματος όχι μεγαλύτερου των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της απάντησης από το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα ï.

2. Η απόφαση της παραγράφου 1 πρέπει να είναι αιτιολογημένη. ð και να περιέχει περιγραφή των κύριων σταδίων της διαδικασίας που οδήγησε στην απόφαση. Περιλαμβάνει πληροφορίες για τις διαθέσιμες προσφυγές και τις προθεσμίες που εφαρμόζονται για την άσκηση ανάλογων προσφυγών, καθώς και πληροφορίες για πρόσωπα ή οντότητες που μπορούν να παράσχουν ειδική νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση στο πρόσωπο ï. Συνοδεύεται από στοιχεία σχετικά με την προθεσμία εκτέλεσης της μεταφοράς και περιλαμβάνει, εφόσον είναι απαραίτητο, τις πληροφορίες σχετικά με τον τόπο Ö στον οποίο Õ και την ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να το πράξει θα πρέπει να παρουσιασθεί ο αιτών άσυλο Ö το ενδιαφερόμενο πρόσωπο Õ, εφόσον μεταβαίνει στο υπεύθυνο κράτος μέλος με δικά του μέσα. ð Καθορίζονται προθεσμίες για την εκτέλεση της μεταφοράς ώστε να δίδεται στο πρόσωπο εύλογο χρονικό διάστημα για την άσκηση προσφυγής σύμφωνα με το άρθρο 26. ï Κατά της αποφάσεως αυτής μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο ή αναθεώρηση. Το ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής ή η αναθεώρησή της δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά την εκτέλεση της μεταφοράς, εκτός αν τα δικαστήρια ή τα αρμόδια όργανα το αποφασίσουν κατά περίπτωση, εφόσον αυτό επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία.

ò νέο

Άρθρο 26

Προσφυγές

1. Ο αιτών ή άλλο πρόσωπο όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) έχουν το δικαίωμα άσκησης πραγματικής δικαστικής προσφυγής, με τη μορφή ένδικου μέσου ή αναθεώρησης, ενώπιον δικαστηρίου τόσο για τα πραγματικά όσο και για τα νομικά στοιχεία της απόφασης μεταφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 25 .

2. Τα κράτη μέλη παρέχουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο εύλογο χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του πραγματικής δικαστικής προσφυγής σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3. Σε περίπτωση ένδικου μέσου ή αναθεώρησης της απόφασης μεταφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 25, η αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, αποφασίζει, ενεργώντας αυτοδίκαια, το ταχύτερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση όχι αργότερα από επτά εργάσιμες ημέρες από την υποβολή του ένδικου μέσου ή της αναθεώρησης, κατά πόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί να παραμείνει στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εν αναμονή του αποτελέσματος του ένδικου μέσου ή της αναθεώρησής του.

4. Δεν πραγματοποιείται μεταφορά πριν από τη λήψη της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Η απόφαση που δεν επιτρέπει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να παραμείνει στο έδαφος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εν αναμονή του αποτελέσματος του ένδικου μέσου ή της αναθεώρησής του, αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται.

5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει πρόσβαση σε νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση και, εάν απαιτείται, σε γλωσσική βοήθεια.

6. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη χορήγηση δωρεάν νομικής συνδρομής ή/και εκπροσώπησης όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν μπορεί να καταβάλει τις σχετικές δαπάνες.

Οι διαδικασίες για την πρόσβαση στη νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο.

Τμήμα V. Κράτηση για το σκοπό της μεταφοράς

Άρθρο 27

Κράτηση

1. Τα κράτη μέλη δεν υποβάλλουν σε κράτηση ένα πρόσωπο για το λόγο και μόνο ότι επιζητεί διεθνή προστασία σύμφωνα με την οδηγία 2005/85/ΕΚ.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 παράγραφος 2 της οδηγίας […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη], όταν αποδεικνύεται αναγκαίο, με βάση την ατομική αξιολόγηση κάθε περίπτωσης, και εάν δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά λιγότερο αυστηρά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν να κρατούν αιτούντα άσυλο ή άλλο πρόσωπο όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ), για τον οποίο έχει ληφθεί απόφαση μεταφοράς στο υπεύθυνο κράτος μέλος, σε ειδικό μέρος μόνο εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διαφυγής.

3. Κατά την αξιολόγηση της εφαρμογής άλλων λιγότερο αυστηρών μέτρων για το σκοπό της παραγράφου 2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τις εναλλακτικές λύσεις της κράτησης, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση χρηματικής εγγύησης, η υποχρέωση διαμονής σε υποδεικνυόμενο μέρος ή άλλα μέτρα για την πρόληψη του κινδύνου διαφυγής.

4. Η κράτηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο από τη στιγμή που η απόφαση μεταφοράς στο υπεύθυνο κράτος μέλος έχει κοινοποιηθεί στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 25, μέχρι το εν λόγω πρόσωπο να μεταφερθεί στο υπεύθυνο κράτος μέλος.

5. Η κράτηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 διατάσσεται για το βραχύτερο δυνατό χρονικό διάστημα. Δεν διαρκεί περισσότερο από το χρόνο που εύλογα απαιτείται για την πλήρωση των αναγκαίων διοικητικών διαδικασιών για την εκτέλεση μεταφοράς.

6. Η κράτηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 διατάσσεται από τις δικαστικές αρχές. Σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να διαταχθεί από τις διοικητικές αρχές. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση κράτησης επιβεβαιώνεται από τις δικαστικές αρχές εντός 72 ωρών από την έναρξη της κράτησης. Όταν η δικαστική αρχή διαπιστώνει ότι η κράτηση είναι παράνομη, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αφήνεται αμέσως ελεύθερο.

7. Η κράτηση σύμφωνα με την παράγραφο 2 διατάσσεται γραπτώς και αιτιολογείται τόσο όσον αφορά τα νομικά όσο και τα πραγματικά στοιχεία, αποσαφηνίζοντας ιδίως τους λόγους βάσει των οποίων θεωρείται ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος διαφυγής του ενδιαφερόμενου προσώπου καθώς και τη χρονική της διάρκεια.

Οι κρατούμενοι ενημερώνονται αμέσως για τους λόγους κράτησης, την προβλεπόμενη διάρκεια της κράτησης και τις διαδικασίες που καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο για την προσβολή της απόφασης κράτησης, σε γλώσσα που ευλόγως εικάζεται ότι κατανοούν.

8. Σε κάθε περίπτωση κρατούμενου σύμφωνα με την παράγραφο 2, η συνεχιζόμενη κράτηση επανεξετάζεται από δικαστική αρχή σε εύλογα χρονικά διαστήματα είτε κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου είτε αυτοδίκαια. Η κράτηση δεν παρατείνεται ποτέ αδικαιολόγητα.

9. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν πρόσβαση σε νομική συνδρομή η/και εκπροσώπηση σε περιπτώσεις κράτησης σύμφωνα με την παράγραφο 2, που παρέχεται δωρεάν όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν μπορεί να καταβάλει τις σχετικές δαπάνες.

Οι διαδικασίες για πρόσβαση σε νομική συνδρομή ή/και εκπροσώπηση σε ανάλογες περιπτώσεις καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο.

10. Οι ανήλικοι δεν κρατούνται εκτός εάν αυτό είναι προς το μείζον συμφέρον τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 του παρόντος κανονισμού και σύμφωνα με ατομική εξέταση της κατάστασής τους βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 5 της οδηγίας […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη].

11. Οι ασυνόδευτοι ανήλικοι δεν κρατούνται ποτέ.

12. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αιτούντες άσυλο που κρατούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο απολαύουν του ίδιου επιπέδου όρων υποδοχής των κρατούμενων αιτούντων όπως αυτών που καθορίζονται ιδίως στα άρθρα 10 και 11 της οδηγίας […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη].

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Ö Τμήμα VI: Μεταφορές Õ

Άρθρο 1928

Ö Λεπτομέρειες και προθεσμίες Õ

13. Η μεταφορά του αιτούντος Ö ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) Õ από το κράτος μέλος Ö που υπέβαλε το αίτημα Õ στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου προς το υπεύθυνο κράτος μέλος πραγματοποιείται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του πρώτου κράτους μέλους Ö που υπέβαλε το αίτημα Õ, ύστερα από διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών μελών, μόλις αυτό είναι πρακτικά δυνατόν και το αργότερο εντός προθεσμίας έξι μηνών από την αποδοχή του αιτήματος περί αναδοχής Ö ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου από άλλο κράτος μέλος Õ ή από την έκδοση ð οριστικής ï απόφασης επί ενδίκου μέσου ή αναθεώρησης εφόσον έχουν ð παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφος 3 ï ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Εάν είναι απαραίτητο, ο αιτών άσυλο εφοδιάζεται από το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα με άδεια ελεύθερης διέλευσης σύμφωνα προς το υπόδειγμα που εγκρίθηκε βάσει της διαδικασίας του άρθρου 27 40 παράγραφος 2.

Το υπεύθυνο κράτος μέλος ενημερώνει το κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα, ανάλογα με την περίπτωση, για την ασφαλή άφιξη του αιτούντος άσυλο Ö ενδιαφερομένου Õ ή για τη μη εμφάνισή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

24. Εάν η μεταφορά δεν πραγματοποιηθεί εντός της προθεσμίας των έξι μηνών, ð το υπεύθυνο κράτος μέλος απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης του ενδιαφερομένου και η ευθύνη μεταβιβάζεται τότε στο κράτος μέλος που υπέβαλε το αίτημα ï η ευθύνη εμπίπτει στο κράτος μέλος στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση ασύλου. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται σε ένα έτος κατ' ανώτατο όριο, εάν η μεταφορά δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιηθεί λόγω κράτησης ð φυλάκισης ï του αιτούντος άσυλο Ö ενδιαφερομένου Õ ή σε 18 μήνες κατ' ανώτατο όριο αν ο αιτών φυγοδικεί Ö ενδιαφερόμενος διαφεύγει Õ.

ò νέο

3. Εάν ένα πρόσωπο έχει μεταφερθεί εσφαλμένα ή η απόφαση μεταφοράς ακυρώθηκε κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου μετά από την εκτέλεση της μεταφοράς, το κράτος μέλος που εκτέλεσε τη μεταφορά αμελλητί αναλαμβάνει εκ νέου το εν λόγω πρόσωπο.

ê 1103/2008/ΕΚ, σημεία 3(2) και 3(3) του παραρτήματος

45. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει συμπληρωματικούς κανόνες σχετικά με την εκτέλεση των μεταφορών. Τα μέτρα αυτά, τα οποία έχουν ως αντικείμενο την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων του παρόντος κανονισμού διά της συμπληρώσεώς του, θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 27 40 παράγραφος 3.

ò νέο

Άρθρο 29

Δαπάνες μεταφορών

1. Οι απαραίτητες δαπάνες για τη μεταφορά αιτούντος ή άλλου προσώπου όπως αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) προς το υπεύθυνο κράτος μέλος καλύπτονται από κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά.

2. Όταν ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποστέλλεται πίσω σε κράτος μέλος, λόγω εσφαλμένης μεταφοράς ή απόφασης μεταφοράς που ακυρώθηκε κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου μετά από την εκτέλεση της μεταφοράς, το κράτος μέλος που εκτέλεσε αρχικά τη μεταφορά είναι υπεύθυνο για τις δαπάνες μεταφοράς του ενδιαφερόμενου προσώπου πίσω στο έδαφός του.

3. Οι δαπάνες των μεταφορών αυτών δεν μπορούν να βαρύνουν τα πρόσωπα που πρέπει να μεταφερθούν σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

4. Μπορούν να εκδοθούν συμπληρωματικοί κανόνες σχετικά με την υποχρέωση του κράτους μέλους προέλευσης να καλύψει τις δαπάνες μεταφορών σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2.

Άρθρο 30

Ανταλλαγή συναφών πληροφοριών πριν από την εκτέλεση των μεταφορών

1. Σε όλες τις περιπτώσεις μεταφορών, το κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά ενημερώνει το κράτος μέλος προορισμού εάν ο ενδιαφερόμενος είναι ικανός προς μεταφορά. Μόνο τα ικανά προς μεταφορά πρόσωπα μεταφέρονται.

2. Το κράτος μέλος που εκτελεί τη μεταφορά γνωστοποιεί στο υπεύθυνο κράτος μέλος τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του αιτούντος που θα μεταφερθεί, τα οποία θεωρούνται δέοντα, συναφή και μη υπερβολικά και τα οποία έχουν ως μόνο στόχο να εξασφαλίσουν ότι οι αρμόδιες αρχές ασύλου στο υπεύθυνο κράτος μέλος, έχουν τη δυνατότητα να παράσχουν στον αιτούντα την κατάλληλη βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της παροχής αναγκαίας ιατρικής μέριμνας, και να εξασφαλίσουν τη συνέχεια της προστασίας και των δικαιωμάτων που χορηγούνται από τον παρόντα κανονισμό και από την οδηγία […/…/ΕΚ] [σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη]. Οι πληροφορίες αυτές γνωστοποιούνται σε αρχικό στάδιο και το αργότερο επτά εργάσιμες ημέρες πριν από την εκτέλεση μεταφοράς, εκτός εάν το κράτος μέλος λάβει γνώση τους σε μεταγενέστερο στάδιο.

3. Τα κράτη μέλη ανταλλάσσουν ιδίως τις ακόλουθες πληροφορίες :

α) στοιχεία επικοινωνίας με μέλη της οικογένειας ή άλλους συγγενείς στο κράτος μέλος προορισμού, κατά περίπτωση·

β) στην περίπτωση ανηλίκων, πληροφορίες σχετικά με το επίπεδο εκπαίδευσής τους·

γ) πληροφορίες σχετικά με την ηλικία του αιτούντος·

δ) οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες που το κράτος μέλος προέλευσης θεωρεί ουσιώδεις για να κατοχυρώσει τα δικαιώματα και τις ειδικές ανάγκες του ενδιαφερόμενου αιτούντος.

4. Για το στόχο μόνο της παροχής μέριμνας ή θεραπείας, ιδίως όσον αφορά πρόσωπα με αναπηρία, ηλικιωμένους, εγκύους, ανήλικους και πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής και σεξουαλικής βίας, το κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά διαβιβάζει πληροφορίες σχετικά με οποιεσδήποτε ειδικές ανάγκες του αιτούντος που θα μεταφερθεί, στις οποίες σε ειδικές περιπτώσεις μπορούν να περιλαμβάνονται στοιχεία για την κατάσταση της σωματικής ή ψυχικής υγείας του. Το υπεύθυνο κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι αυτές οι ειδικές ανάγκες αντιμετωπίζονται δεόντως, συμπεριλαμβανομένης ιδίως οποιασδήποτε ουσιώδους ιατρικής μέριμνας που μπορεί να απαιτείται.

5. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 διαβιβάζονται στο υπεύθυνο κράτος μέλος μόνο από το κράτος μέλος που προβαίνει στη μεταφορά εφόσον ο αιτών ή/και ο εκπρόσωπός του έχουν ρητά συναινέσει σε αυτό ή όταν αυτό είναι απαραίτητο για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του ατόμου αυτού ή άλλου προσώπου όταν αυτό είναι σωματικά ή νομικά ανίκανο να συναινέσει. Μόλις ολοκληρωθεί η μεταφορά, οι πληροφορίες αυτές διαγράφονται άμεσα από το κράτος μέλος το οποίο προβαίνει στη μεταφορά.

6. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικής υγείας διενεργείται μόνο από επαγγελματία στον τομέα της υγείας που υπόκειται βάσει του εθνικού δικαίου ή κανόνων που θεσπίζονται από εθνικούς αρμόδιους φορείς στην υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου ή από άλλο πρόσωπο που υπόκειται σε ισοδύναμη υποχρέωση απορρήτου. Αυτοί οι επαγγελματίες στον τομέα της υγείας και τα πρόσωπα που παραλαμβάνουν και επεξεργάζονται τις πληροφορίες αυτές λαμβάνουν την δέουσα ιατρική κατάρτιση καθώς και κατάρτιση σχετικά με την δέουσα επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με την υγεία.

7. Η ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται μεταξύ των αρχών που κοινοποιούνται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 33 με τη χρήση του ηλεκτρονικού δικτύου επικοινωνίας «DubliNet» που δημιουργήθηκε βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003. Οι κοινοποιηθείσες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 33 του παρόντος κανονισμού καθορίζουν επίσης τους επαγγελματίες στον τομέα της υγείας οι οποίοι διαθέτουν εξουσιοδότηση για την επεξεργασία των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4. Οι ανταλλασσόμενες πληροφορίες χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος άρθρου.

8. Για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, εγκρίνεται έντυπο υπόδειγμα για τη μεταφορά των δεδομένων που απαιτούνται βάσει του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 40 παράγραφος 2.

9. Οι κανόνες που καθορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφοι 8 έως 12 εφαρμόζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου.

Τμήμα VII: Προσωρινή αναστολή μεταφορών

Άρθρο 31

1. Όταν ένα κράτος μέλος αντιμετωπίζει ιδιαίτερα επείγουσα κατάσταση η οποία επιβαρύνει στο έπακρο τις ικανότητες υποδοχής, το σύστημα ή την υποδομή ασύλου του, και όταν η μεταφορά αιτούντων διεθνή προστασία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορεί να το επιβαρύνει περαιτέρω, αυτό το κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει αίτημα αναστολής των εν λόγω μεταφορών.

Το αίτημα αυτό απευθύνεται στην Επιτροπή. Στο αίτημα αναφέρονται οι λόγοι στους οποίους βασίζεται και περιλαμβάνονται ιδίως:

α) λεπτομερής περιγραφή της ιδιαίτερα επείγουσας κατάστασης η οποία επιβαρύνει στο έπακρο τις ικανότητες υποδοχής, το σύστημα ή την υποδομή ασύλου του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένων σχετικών στατιστικών και αποδεικτικών στοιχείων·

β) τεκμηριωμένες προβλέψεις της πιθανής εξέλιξης της κατάστασης αυτής βραχυπρόθεσμα·

γ) τεκμηριωμένη επεξήγηση της περαιτέρω επιβάρυνσης που η μεταφορά αιτούντων διεθνή προστασία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα μπορούσε να προσθέσει στις ικανότητες υποδοχής, το σύστημα ή την υποδομή ασύλου του κράτους που υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένων σχετικών στατιστικών και άλλων αποδεικτικών στοιχείων

2. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επικρατούσες σε κράτος μέλος συνθήκες μπορεί να οδηγήσουν σε επίπεδο προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία που δεν συμμορφώνεται προς την κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως προς την οδηγία […/…/ΕΚ] σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη και την οδηγία 2005/85/ΕΚ, μπορεί να αποφασίσει δυνάμει της διαδικασίας που ορίζεται στην παράγραφο 4 την αναστολή όλων των μεταφορών αιτούντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

3. Όταν ένα κράτος μέλος ανησυχεί ότι οι επικρατούσες σε άλλο κράτος μέλος συνθήκες μπορεί να οδηγήσουν σε επίπεδο προστασίας των αιτούντων διεθνή προστασία που δεν συμμορφώνεται προς την κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως προς την οδηγία […/…/ΕΚ] σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη και την οδηγία 2005/85/ΕΚ, μπορεί να υποβάλει αίτημα αναστολής όλων των μεταφορών αιτούντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Το αίτημα αυτό απευθύνεται στην Επιτροπή. Στο αίτημα σημειώνονται οι λόγοι στους οποίους βασίζεται και περιλαμβάνονται ιδίως λεπτομερείς πληροφορίες για την κατάσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος που καταδεικνύουν την πιθανή έλλειψη συμμόρφωσης προς την κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως προς την οδηγία […/…/ΕΚ] σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη και την οδηγία 2005/85/ΕΚ.

4. Μετά από την παραλαβή αιτήματος βάσει των παραγράφων 1 ή 3, ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας βάσει της παραγράφου 2, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναστολή όλων των μεταφορών αιτούντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Αυτή η απόφαση λαμβάνεται το συντομότερο δυνατό και το αργότερο ένα μήνα μετά από την υποβολή αιτήματος. Η απόφαση αναστολής των μεταφορών πρέπει να αναφέρει τους λόγους στους οποίους βασίζεται και να περιλαμβάνει ιδίως :

α) εξέταση όλων των συναφών συνθηκών που επικρατούν στο κράτος μέλος προς το οποίο μπορούν να ανασταλούν οι μεταφορές·

β) εξέταση του δυνητικού αντικτύπου της αναστολής των μεταφορών στα άλλα κράτη μέλη·

γ) την προτεινόμενη ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η αναστολή των μεταφορών·

δ) οποιουσδήποτε ειδικούς όρους που συνδέονται με την εν λόγω αναστολή.

5. Η Επιτροπή κοινοποιεί στο Συμβούλιο και τα κράτη μέλη την απόφασή της να αναστείλει όλες τις μεταφορές αιτούντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να παραπέμψει την απόφαση της Επιτροπής στο Συμβούλιο εντός ενός μηνός από την παραλαβή της κοινοποίησης. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, μπορεί να λάβει διαφορετική απόφαση εντός ενός μηνός από την ημερομηνία παραπομπής από το κράτος μέλος.

6. Μετά την απόφαση της Επιτροπής να αναστείλει τις μεταφορές προς κράτος μέλος, τα άλλα κράτη μέλη στα οποία ευρίσκονται οι αιτούντες των οποίων η μεταφορά ανεστάλη είναι υπεύθυνα για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας των εν λόγω προσώπων.

Στην απόφαση αναστολής των μεταφορών προς κράτος μέλος λαμβάνεται δεόντως υπόψη η ανάγκη εξασφάλισης της προστασίας των ανηλίκων και της ενότητας της οικογένειας.

7. Η απόφαση αναστολής των μεταφορών προς κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1 δικαιολογεί τη χορήγηση ενίσχυσης για τα επείγοντα μέτρα που καθορίζονται στο άρθρο 5 της απόφασης αριθ. 573/2007/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[35], μετά από αίτημα ενίσχυσης από το εν λόγω κράτος μέλος.

8. Οι μεταφορές μπορούν να ανασταλούν για περίοδο η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Όταν οι λόγοι λήψης των μέτρων εξακολουθούν να ισχύουν μετά από έξι μήνες, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να παρατείνει την εφαρμογή τους για περαιτέρω περίοδο έξι μηνών. Εφαρμόζεται η παράγραφος 5.

9. Καμία από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν ερμηνεύεται κατά την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τη γενική υποχρέωσή τους να λαμβάνουν όλα τα δέοντα μέτρα, είτε γενικά είτε ειδικά, για να εξασφαλίζουν την τήρηση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την κοινοτική νομοθεσία για το άσυλο και ιδίως από τον παρόντα κανονισμό, την οδηγία […/…/ΕΚ] σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη και την οδηγία 2005/85/ΕΚ.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIVII

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 2132

Ö Διαβίβαση πληροφοριών Õ

1. Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει σε οποιοδήποτε κράτος μέλος το ζητήσει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τον αιτούντα άσυλο τα οποία είναι προσήκοντα, συναφή και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο προκειμένου :

α) να προσδιορισθεί το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας· ï

β) να εξετασθεί η αίτηση ασύλου ð διεθνούς προστασίας· ï

γ) να εκτελεσθούν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό.

2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να καλύπτουν μόνο:

α) τα στοιχεία ταυτότητας του αιτούντος και, ενδεχομένως, των μελών της οικογενείας του (όνομα, επώνυμο - ενδεχομένως, προηγούμενο όνομα -, υποκοριστικά ή ψευδώνυμα, ιθαγένεια -σημερινή ή προηγούμενη-, ημερομηνία και τόπο γεννήσεως)

β) τα έγγραφα ταυτότητας, ταξιδιωτικά έγγραφα (στοιχεία, διάρκεια ισχύος, ημερομηνία έκδοσης, εκδούσα αρχή, τόπος έκδοσης κ.λπ.)·

γ) τα λοιπά απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων τα οποία υπόκεινται σε επεξεργασία σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 [.../...]Ö[σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου ] Õ·

δ) τους τόπους διαμονής και τα δρομολόγια των ταξιδιών·

ε) τους τίτλους διαμονής ή τις θεωρήσεις που έχουν εκδοθεί από ένα κράτος μέλος·

στ) τον τόπο στον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση·

ζ) την ημερομηνία κατάθεσης, ενδεχομένως, προηγούμενης αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, την ημερομηνία κατάθεσης της παρούσας αίτησης, το στάδιο της διαδικασίας και το περιεχόμενο της τυχόν ληφθείσας απόφασης.

3. Εξάλλου, και στο μέτρο που αυτό είναι απαραίτητο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï, το υπεύθυνο κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από άλλο κράτος μέλος να του γνωστοποιήσει τους λόγους που επικαλείται ο αιτών άσυλο προς υποστήριξη της αίτησής του και τους λόγους της απόφασης που τυχόν έχει ληφθεί σχετικά με αυτόν. Το κράτος μέλος μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει στο αίτημα που του υποβάλλεται, αν η γνωστοποίηση αυτών των πληροφοριών μπορεί να θίξει τα ουσιώδη συμφέροντα του κράτους μέλους ή την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ενδιαφερόμενου ή άλλου προσώπου. Σε κάθε περίπτωση, η γνωστοποίηση των ζητουμένων πληροφοριών εξαρτάται από τη γραπτή συναίνεση του αιτούντος άσυλο ð διεθνή προστασία, η οποία λαμβάνεται από το κράτος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα ï .Ö Σε αυτή την περίπτωση ο αιτών πρέπει να γνωρίζει για ποιές πληροφορίες δίδει τη συναίνεσή του. Õ

4. Κάθε αίτηση αίτημα πληροφοριών ð αποστέλλεται μόνο στο πλαίσιο ατομικής αίτησης διεθνούς προστασίας. ï ε Είναι αιτιολογημένο και, όταν έχει ως στόχο να επαληθεύσει την ύπαρξη κριτηρίου ικανού να θεμελιώσει την ευθύνη του ερωτώμενου κράτους μέλους Ö προς το οποίο απευθύνεται Õ, προσδιορίζει σε ποιο αποδεικτικό στοιχείο, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών αξιόπιστων πηγών σχετικά με τα μέσα και τους τρόπους με τους οποίους ο αιτών άσυλο εισήλθε στα εδάφη των κρατών μελών, ή σε ποιο συγκεκριμένο και επαληθεύσιμο στοιχείο των δηλώσεων του αιτούντος βασίζεται. Εξυπακούεται ότι αυτές καθεαυτές οι σχετικές πληροφορίες των αξιόπιστων πηγών δεν επαρκούν για να καθορισθεί η ευθύνη και η αρμοδιότητα του κράτους μέλους βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά μπορεί μπορούν να συμβάλει συμβάλουν στην αξιολόγηση άλλων ενδείξεων σχετικών με τον αιτούντα ατομικά άσυλο.

5. Το ερωτώμενο κράτος μέλος Ö προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα Õ είναι υποχρεωμένο να απαντήσει εντός προθεσμίας έξι ð τεσσάρων ï εβδομάδων.ð Κάθε καθυστέρηση της απάντησης δικαιολογείται δεόντως. Εάν η έρευνα που διεξάγεται από το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται το αίτημα, το οποίο δεν τήρησε τη μέγιστη προθεσμία, καταλήξει σε πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι αυτό είναι υπεύθυνο, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στα άρθρα 21 και 23 ως λόγο άρνησης της συμμόρφωσης με αίτημα αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης. ï

6. Η ανταλλαγή πληροφοριών διενεργείται κατόπιν αιτήματος ενός κράτους μέλους και μπορεί να πραγματοποιείται μόνο μεταξύ αρχών ο διορισμός των οποίων από κάθε κράτος μέλος έχει ανακοινωθεί στην Επιτροπή ð σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 ï η οποία ενημερώνει σχετικά τα άλλα κράτη μέλη.

7. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Σε κάθε κράτος μέλος, αυτές οι πληροφορίες μπορούν, ανάλογα με το χαρακτήρα τους και την αρμοδιότητα της αποδέκτριας αρχής, να γνωστοποιούνται μόνο στις διοικητικές και δικαστικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με :

α) τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας· ï

β) την εξέταση της αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας· ï

γ) την εκτέλεση οποιασδήποτε υποχρέωσης που απορρέει από τον παρόντα κανονισμό.

8. Το κράτος μέλος που διαβιβάζει τις πληροφορίες μεριμνά για την ακρίβειά τους και την ενημέρωσή τους. Εάν προκύψει ότι αυτό το κράτος μέλος διαβίβασε ανακριβή δεδομένα ή δεδομένα που δεν έπρεπε να διαβιβασθούν, τα κράτη μέλη προς τα οποία απευθύνονται αυτά τα δεδομένα ενημερώνονται αμέσως. Οφείλουν να τα διορθώνουν ή να μεριμνούν για τη διαγραφή τους.

9. Ο αιτών άσυλο έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται, κατόπιν αιτήματός του, για τυχόν δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τον αφορούν.

Εάν διαπιστώσει ότι αυτές οι πληροφορίες υπεβλήθησαν σε επεξεργασία κατά παραβίαση του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών(8), ιδίως παρά τον ελλιπή ή ανακριβή χαρακτήρα τους, έχει το δικαίωμα να ζητάει τη διόρθωση,Ö ή Õ τη διαγραφή Ö τους Õ ή το κλείδωμά τους.

Η αρχή που πραγματοποιεί τη διόρθωση, Ö ή Õ τη διαγραφή ή το κλείδωμα των δεδομένων ενημερώνει σχετικά, ανάλογα με την περίπτωση, το κράτος μέλος που εξέδωσε ή παρέλαβε τις εν λόγω πληροφορίες.

ò νέο

Ο αιτών άσυλο έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή ή να προβεί σε καταγγελία ενώπιον των αρμοδίων αρχών ή δικαστηρίων του κράτους μέλους που απέρριψε το δικαίωμα πρόσβασης ή το δικαίωμα διόρθωσης ή διαγραφής δεδομένων που τον αφορούν.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

10. Κάθε ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τηρεί μνεία της διαβίβασης και της παραλαβής των πληροφοριών που ανταλλάσσονται, στον ατομικό φάκελο του ενδιαφερομένου προσώπου ή/και σε μητρώο.

11. Τα δεδομένα που ανταλλάσσονται διατηρούνται για διάστημα που δεν υπερβαίνει εκείνο που είναι αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους αντηλλάγησαν.

12. Εάν τα δεδομένα δεν υποβληθούν σε αυτόματη επεξεργασία ή δεν περιέχονται ή δεν πρόκειται να καταχωρισθούν σε αρχείο, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσει την τήρηση του παρόντος άρθρου με αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου.

Άρθρο 2233

Ö Αρμόδιες αρχές και πόροι Õ

1. Ö Κάθε Õ Τα κράτη μέλη κράτος μέλος κοινοποιούν κοινοποιεί στην Επιτροπή ð αμελλητί ï τις ð ειδικές ï αρχές που είναι υπεύθυνες για την εκτέλεση των υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό ð , και τις τυχόν τροποποιήσεις του. ï Ö Τα κράτη μέλη Õ και μεριμνούν ώστε οι αρχές αυτές να διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα τους, και, ιδίως, για να ανταποκρίνονται, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών σε αιτήματα πληροφοριών καθώς και σε αιτήματα αναδοχής και εκ νέου ανάληψης των αιτούντων άσυλο.

ò νέο

2. Η Επιτροπή δημοσιεύει ενοποιημένο κατάλογο των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν υπάρχουν τυχόν τροποποιήσεις του, η Επιτροπή δημοσιεύει επικαιροποιημένο ενοποιημένο κατάλογο ετησίως.

3. Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν την αναγκαία κατάρτιση όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

ê 343/2003/EΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

24. Οι κανόνες σχετικά με τη δημιουργία ασφαλών διαύλων ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, προκειμένου να διαβιβάζονται τα αιτήματα ð, οι απαντήσεις και όλη η αλληλογραφία ï και να εξασφαλίζεται ότι οι αποστολές λαμβάνουν αυτομάτως ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 40 27 παράγραφος 2.

Άρθρο 2334

Ö Διοικητικοί διακανονισμοί Õ

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν, διμερώς, διοικητικούς διακανονισμούς σχετικά με τις πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να διευκολύνεται η εφαρμογή του και να αυξάνεται η αποτελεσματικότητά του. Αυτοί οι διακανονισμοί μπορούν να αφορούν:

α) ανταλλαγές υπαλλήλων συνδέσμων·

β) απλούστευση των διαδικασιών και μείωση των προθεσμιών διαβίβασης και εξέτασης των αιτημάτων αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης αιτούντων άσυλο.

2. Οι διακανονισμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 1 γνωστοποιούνται στην Επιτροπή. Η Επιτροπή επαληθεύει ότι οι διακανονισμοί ð εγκρίνει τους διακανονισμούς ï που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) Ö αφού επαληθεύσει ότι Õ δεν αντιβαίνουν προς τον παρόντα κανονισμό.

ê 1560/2003 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Ö ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII Õ

Συνδιαλλαγή

Άρθρο 1435

Ö Συνδιαλλαγή Õ

1. Όταν τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιλύσουν διαφορά τους , είτε για την ανάγκη εκτέλεσης μεταγωγής ή για επανένωση οικογένειας δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 είτε σχετικά με το κράτος μέλος στο οποίο εμπίπτει η ευθύνη της επανένωσης των ενδιαφερομένων, ð για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ï μπορούν να προσφύγουν στη διαδικασία συνδιαλλαγής που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

2. Η διαδικασία συνδιαλλαγής κινείται με αίτημα ενός των διαφωνούντων κρατών μελών, το οποίο απευθύνεται στον πρόεδρο της επιτροπής που συστάθηκε βάσει του άρθρου 2740 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003. Αποδεχόμενα την προσφυγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να λάβουν πλήρως υπόψη τη λύση που θα προταθεί.

Ο πρόεδρος της επιτροπής ορίζει τρία μέλη της επιτροπής εκπροσωπούντα τρία κράτη μέλη που δεν εμπλέκονται στην υπόθεση. Αυτά τα μέλη της επιτροπής λαμβάνουν γραπτώς ή προφορικώς τα επιχειρήματα των μερών και μετά από διαβούλευση προτείνουν, εντός μηνός, λύση η οποία ενδεχομένως απορρέει από ψηφοφορία.

Της διαβούλευσης προεδρεύει ο πρόεδρος της επιτροπής ή ο αναπληρωτής του. Ο προεδρεύων μπορεί να εκφράσει την άποψή του, αλλά δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.

Η προτεινόμενη λύση, είτε γίνει δεκτή είτε απορριφθεί από τα μέρη, είναι οριστική και αμετάκλητη.

ê 343/2003/ΕΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIIX

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ò νέο

Άρθρο 36

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι κάθε μη ορθή χρήση δεδομένων που υπέστησαν επεξεργασία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό τιμωρείται με επιβολή κυρώσεων, που είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές και περιλαμβάνουν διοικητικές ή/και ποινικές κυρώσεις σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 2437

Ö Μεταβατικά μέτρα Õ

1. Ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τη σύμβαση περί καθορισμού του υπεύθυνου κράτους για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου υποβαλλόμενης σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπεγράφη στο Δουβλίνο στις 15 Ιουνίου 1990 (σύμβαση του Δουβλίνου).

2. Εντούτοις, προκειμένου να εξασφαλισθεί η συνέχεια του συστήματος προσδιορισμού του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου, όΌταν η εν λόγω αίτηση έχει υποβληθεί μετά την ημερομηνία του άρθρου 29 44 δεύτερο εδάφιο, τα γεγονότα που μπορούν να θεμελιώσουν την ευθύνη ενός κράτους μέλους δυνάμει του παρόντος κανονισμού λαμβάνονται υπόψη ακόμη και αν είναι προγενέστερα αυτής της ημερομηνίας, εξαιρουμένων των γεγονότων που αναφέρονται στο άρθρο 14 10 παράγραφος 2.

3. Όταν ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 παραπέμπει στη σύμβαση του Δουβλίνου, νοείται ως παραπομπή στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 2538

Ö Υπολογισμός προθεσμιών Õ

1. Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό υπολογίζονται ως εξής:

α) Εάν μια προθεσμία προσδιορίζεται σε ημέρες, εβδομάδες ή μήνες πρέπει να υπολογίζεται από τη στιγμή κατά την οποία επέρχεται ένα γεγονός ή διενεργείται μια πράξη, η δε ημέρα κατά την οποία επέρχεται το γεγονός ή διενεργείται η πράξη δεν υπολογίζεται στην εν λόγω προθεσμία.

β) Εάν μια προθεσμία προσδιορίζεται σε εβδομάδες ή μήνες λήγει με την παρέλευση της ημέρας της τελευταίας εβδομάδας ή μήνα, η οποία είναι η ίδια ημέρα της εβδομάδας ή η ίδια ημερομηνία με την ημέρα κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός ή διενεργήθηκε η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας. Όταν, σε προθεσμία προσδιοριζόμενη σε μήνες, δεν υπάρχει, στον τελευταίο μήνα, ημερομηνία αντίστοιχη της ημερομηνίας λήξης της προθεσμίας, η προθεσμία λήγει με την παρέλευση της τελευταίας ημέρας του μήνα αυτού.

γ) Στις προθεσμίες συνυπολογίζονται τα Σάββατα, οι Κυριακές και οι επίσημες εορτές των οικείων κρατών μελών.

2.Οι αιτήσεις και οι απαντήσεις αποστέλλονται κατά τρόπον ώστε να υπάρχει απόδειξη παραλαβής.

Άρθρο 2639

Ö Εδαφικό πεδίο εφαρμογής Õ

Όσον αφορά τη Γαλλική Δημοκρατία, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στο ευρωπαϊκό έδαφός της.

Άρθρο 2740

Ö Επιτροπή Õ

1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2. Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

Η προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, ορίζεται σε τρεις μήνες.

ê 1103/2008/ΕΚ, σημείο 3(4) του παραρτήματος

3. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται το άρθρο 5α, παράγραφοι 1 έως 4 και το άρθρο 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 2841

Ö Παρακολούθηση και αξιολόγηση Õ

Τρία έτη το αργότερο μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 44 29 πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και προτείνει, ενδεχομένως, τις απαραίτητες τροποποιήσεις. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προετοιμασία αυτής της έκθεσης έξι μήνες το αργότερο πριν λήξει η εν λόγω προθεσμία.

Η Επιτροπή, αφού υποβάλει την εν λόγω έκθεση μετά από την υποβολή της εν λόγω έκθεσης, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και, ταυτόχρονα, εκθέσεις για την εφαρμογή του συστήματος Eurodac, όπως προβλέπεται από το άρθρο 24 παράγραφος 5 28 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2725/2000 [.../...] Ö [σχετικά με τη θέσπιση του «EURODAC» για την αντιπαραβολή των δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού του Δουβλίνου] Õ .

ò νέο

Άρθρο 42

Στατιστικά στοιχεία

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[36], τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή (Eurostat) στατιστικά στοιχεία σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003.

ê

Άρθρο 43Κατάργηση

Ο κανονισμός (ΕΚ) 343/2003 καταργείται.

Τα άρθρα 1 παράγραφος 1, 13, 14 και 17 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής καταργούνται.

Οι αναφορές στον καταργούμενο κανονισμό ή στα καταργούμενα άρθρα νοούνται ως αναφορές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα II.

ê 343/2003/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 2944

Ö Έναρξη ισχύος και εφαρμογή Õ

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ισχύει για τις αιτήσεις ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï που υποβάλλονται από την πρώτη ημέρα του έκτου μήνα μετά την έναρξη ισχύος του και, από την ημερομηνία αυτή, θα ισχύει για κάθε αίτηση αναδοχής ή εκ νέου ανάληψης αιτούντων άσυλο, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία έγινε η αίτηση. Ο προσδιορισμός του υπεύθυνου κράτους μέλους για την εξέταση αίτησης ασύλου ð διεθνούς προστασίας ï η οποία υποβάλλεται πριν από αυτή την ημερομηνία, πραγματοποιείται σύμφωνα με τα κριτήρια της σύμβασης του Δουβλίνου Ö του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 343/2003 Õ.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Βρυξέλλες [...]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος […]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος […]

é

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 43)

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 343/2003 του Συμβουλίου

(ΕΕ L 50 της 25.2.2003)

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1560/2003 της Επιτροπής μόνο άρθρα 11 παράγραφος 1, 13, 14 και 17

(ΕΕ L 222 της 5.9.2003)

é

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) 343/2003 | Παρών κανονισμός |

Άρθρο 1 | Άρθρο 1 |

Άρθρο 2 στοιχείο α) | Άρθρο 2 στοιχείο α) |

Άρθρο 2 στοιχείο β) | διαγράφεται |

Άρθρο 2 στοιχείο γ) | Άρθρο 2 στοιχείο β) |

Άρθρο 2 στοιχείο δ) | Άρθρο 2 στοιχείο γ) |

Άρθρο 2 στοιχείο ε) | Άρθρο 2 στοιχείο δ) |

Άρθρο 2 στοιχείο στ) | Άρθρο 2 στοιχείο ε) |

Άρθρο 2 στοιχείο ζ) | Άρθρο 2 στοιχείο στ) |

- | Άρθρο 2 στοιχείο ζ) |

Άρθρο 2 στοιχεία η) έως ι) | Άρθρο 2 στοιχεία η) έως ι) |

- | Άρθρο 2 παράγραφος l |

Άρθρο 3 παράγραφος 1 | Άρθρο 3 παράγραφος 1 |

Άρθρο 3 παράγραφος 2 | Άρθρο 17 παράγραφος 1 |

Άρθρο 3 παράγραφος 3 | Άρθρο 3 παράγραφος 3 |

Άρθρο 3 παράγραφος 4 | Άρθρο 4 παράγραφος 1, εισαγωγική φράση |

- | Άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως (ζ) |

- | Άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 |

Άρθρο 4 παράγραφοι 1 έως 5 | Άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 5 |

- | Άρθρο 20 παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο |

- | Άρθρο 5 |

- | Άρθρο 6 |

Άρθρο 5 παράγραφος 1 | Άρθρο 7 παράγραφος 1 |

Άρθρο 5 παράγραφος 2 | Άρθρο 7 παράγραφος 2 |

- | Άρθρο 7 παράγραφος 3 |

Άρθρο 6, πρώτη παράγραφος | Άρθρο 8 παράγραφος 1 |

- | Άρθρο 8 παράγραφος 3 |

Άρθρο 6, δεύτερη παράγραφος | Άρθρο 8 παράγραφος 4 |

Άρθρο 7 | Άρθρο 9 |

Άρθρο 8 | Άρθρο 10 |

Άρθρο 9 | Άρθρο 13 |

Άρθρο 10 | Άρθρο 14 |

Άρθρο 11 | Άρθρο 15 |

Άρθρο 12 | Άρθρο 16 |

Άρθρο 13 | Άρθρο 3 παράγραφος 2 |

Άρθρο 14 | Άρθρο 12 |

Άρθρο 15 παράγραφος 1 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 15 παράγραφος 2 | Άρθρο 11 παράγραφος 1 |

Άρθρο 15 παράγραφος 3 | Άρθρο 8 παράγραφος 2 |

Άρθρο 15 παράγραφος 4 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο |

Άρθρο 15 παράγραφος 5 | Άρθρο 8 παράγραφος 5 και άρθρο 11 παράγραφος 2 |

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο α) | Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο α) |

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) | Άρθρο 18 παράγραφος 2 |

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο γ) | Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο β) |

Άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο δ) | Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο γ) |

Άρθρο 16 παράγραφος 1στοιχείο ε) | Άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο δ) |

Άρθρο 16 παράγραφος 2 | Άρθρο 19 παράγραφος 1 |

Άρθρο 16 παράγραφος 3 | Άρθρο 19 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο |

- | Άρθρο 19 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο |

Άρθρο 16 παράγραφος 4 | Άρθρο 19 παράγραφος 3 |

Άρθρο 19 παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο |

Άρθρο 17 | Άρθρο 21 |

Άρθρο 18 | Άρθρο 22 |

Άρθρο 19 παράγραφος 1 | Άρθρο 25 παράγραφος 1 |

Άρθρο 19 παράγραφος 2 | Άρθρο 25 παράγραφος 2 και άρθρο 26 παράγραφος 1 |

- | Άρθρο 26 παράγραφοι 2 έως 6 |

Άρθρο 19 παράγραφος 3 | Άρθρο 28 παράγραφος 1 |

Άρθρο 19 παράγραφος 4 | Άρθρο 28 παράγραφος 2 |

- | Άρθρο 28 παράγραφος 3 |

Άρθρο 19 παράγραφος 5 | Άρθρο 28 παράγραφος 4 |

Άρθρο 20 παράγραφος 1, εισαγωγική φράση | Άρθρο 23 παράγραφος 1 |

- | Άρθρο 23 παράγραφος 2 |

- | Άρθρο 23 παράγραφος 3 |

- | Άρθρο 23 παράγραφος 4 |

Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο α) | Άρθρο 23 παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) | Άρθρο 24 παράγραφος 1 |

Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο γ) | Άρθρο 24 παράγραφος 2 |

Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο δ) | Άρθρο 28 παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο ε) | Άρθρο 25 παράγραφοι 1, 2, άρθρο 26 παράγραφος 1, άρθρο 28 παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο |

Άρθρο 20 παράγραφος 2 | Άρθρο 28 παράγραφος 2 |

Άρθρο 20 παράγραφος 3 | Άρθρο 23 παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο |

Άρθρο 20 παράγραφος 4 | Άρθρο 28 παράγραφος 4 |

- | Άρθρο 27 |

- | Άρθρο 29 |

- | Άρθρο 30 |

- | Άρθρο 31 |

Άρθρο 21 παράγραφοι 1 έως 9 | Άρθρο 32 παράγραφοι 1 έως 9 πρώτο έως τρίτο εδάφιο |

Άρθρο 32 παράγραφος 9 τέταρτο εδάφιο |

Άρθρο 21 παράγραφοι 10 έως 12 | Άρθρο 32 παράγραφοι 10 έως 12 |

Άρθρο 22 παράγραφος 1 | Άρθρο 33 παράγραφος 1 |

- | Άρθρο 33 παράγραφος 2 |

- | Άρθρο 33 παράγραφος 3 |

Άρθρο 22 παράγραφος 2 | Άρθρο 33 παράγραφος 4 |

Άρθρο 23 | Άρθρο 34 |

Άρθρο 24 παράγραφος 1 | διαγράφεται |

Άρθρο 24 παράγραφος 2 | Άρθρο 37 |

Άρθρο 24 παράγραφος 3 | διαγράφεται |

Άρθρο 25 παράγραφος 1 | Άρθρο 38 |

Άρθρο 25 παράγραφος 2 | διαγράφεται |

Άρθρο 26 | Άρθρο 39 |

Άρθρο 27 παράγραφοι 1 , 2 | Άρθρο 40 παράγραφοι 1, 2 |

Άρθρο 27 παράγραφος 3 | διαγράφεται |

Άρθρο 28 | Άρθρο 41 |

Άρθρο 29 | Άρθρο 44 |

- | Άρθρο 35 |

- | Άρθρο 36 |

- | Άρθρο 42 |

- | Άρθρο 43 |

Κανονισμός (ΕΚ) 1560/2003 | Παρών κανονισμός |

Άρθρο 11 παράγραφος 1 | Άρθρο 11 παράγραφος 1 |

Άρθρο 13 παράγραφος 1 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 13 παράγραφος 2 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο |

Άρθρο 13 παράγραφος 3 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο |

Άρθρο 13 παράγραφος 4 | Άρθρο 17 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 14 | Άρθρο 35 |

Άρθρο 17 παράγραφος 1 | Άρθρα 9, 10, 17 παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο |

Άρθρο 17 παράγραφος 2 | Άρθρο 32 παράγραφος 3 |

[1] ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ.1.

[2] Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την αξιολόγηση του συστήματος του Δουβλίνου, COM (2007) 299 τελικό, SEC (2007) 742. Το «σύστημα του Δουβλίνου» έχει ως στόχο να προσδιορίσει το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας στο έδαφος κράτους μέλους. Αποτελείται από τον κανονισμό του Δουβλίνου και τον κανονισμό Eurodac.

[3] Πράσινη Βίβλος σχετικά με το μέλλον του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, COM (2007) 301.

[4] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Σχέδιο πολιτικής για το άσυλο - Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της προστασίας σε όλη την ΕΕ » της 17ης Ιουνίου 2008, COM (2008) 360.

[5] Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ)αριθ. […/…] [για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα], COM (2008) 825.

[6] Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα κράτη μέλη, COM (2008) 815.

[7] Οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου για θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους και περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, ΕΕ L 304 της 30.9.2004, σ.12.

[8] Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα, ΕΕ L 326 της 13.12.2005, σ.13.

[9] ΕΕ C 254 της 19.08.1997, σ.1. Η σύμβαση άρχισε να ισχύει την 1η Σεπτεμβρίου 1997 για τους δώδεκα αρχικούς υπογράφοντες, την 1η Οκτωβρίου 1997 για την Αυστρία και τη Σουηδία και την 1η Ιανουαρίου 1998 για τη Φινλανδία.

[10] ΕΕ L 316 της 15.12.2000, σ.1.

[11] ΕΕ L 31 της 6.2.2003, σ.18.

[12] ΕΕ L 222 της 5.9.2003, σ.3.

[13] ΕΕ L 62 της 5.3.2002, σ.1.

[14] ΕΕ L 304 της 14.11.2008. σ. 80.

[15] P6_TA-PROV(2008)0385

[16] Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Βασιλείου της Δανίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται στη Δανία ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με το Eurodac για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή της σύμβασης του Δουβλίνου, ΕΕ L 66 της 8.3.2006, σ. 38.

[17] Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς καθορισμού του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος, ή στην Ισλανδία ή τη Νορβηγία, ΕΕ L 93 της 3.4.2001, σ. 40.

[18] Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία , ΕΕ L 53 της 27.2.2008, σ. 5.

[19] Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν για την προσχώρηση του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία, (COM (2006)754, εκκρεμεί η σύναψη).

[20] Πρωτόκολλο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με τα κριτήρια και τους μηχανισμούς για τον προσδιορισμό του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ελβετία ((2006/0257 CNS, που συνήφθη στις 24.10.2008, εκκρεμεί η δημοσίευση στην ΕΕ) και πρωτόκολλο της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας, για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς καθορισμού του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος, ή στην Ισλανδία ή τη Νορβηγία (ΕΕ L 57 της 28.2.2006, σ.16).

[21] ΕΕ C […] της […], σ. […].

[22] ΕΕ C […] της […], σ. […].

[23] ΕΕ C […] της […], σ. […].

[24] ΕΕ L 50 της 25.2.2003, σ. 1.

[25] ΕΕ L 304 της 30.9.2004, σ. 12.

[26] ΕΕ L […] της […], σ. […].

[27] ΕΕ L 222 της 5.9.2003, σ.3.

[28] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

[29] ΕΕ L 316 της 15.12.2000, σ.1

[30] ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 60.

[31] ΕΕ L 184 της17.7.1999, σ. 23.

[32] ΕΕ C 364 της 18.12.2000, σ. 1.

[33] ΕΕ L 105 της 13.4.2006, σ.1.

[34] ΕΕ L 326 της 13.12.2005, σ.13.

[35] ΕΕ L 144 της 6.6.2007, σ.1.

[36] ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23.

Top