Help Print this page 

Document 32005L0036

Title and reference
Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

OJ L 255, 30.9.2005, p. 22–142 (ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
Special edition in Bulgarian: Chapter 05 Volume 008 P. 3 - 123
Special edition in Romanian: Chapter 05 Volume 008 P. 3 - 123
Special edition in Croatian: Chapter 05 Volume 001 P. 125 - 245

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2005/36/oj
Multilingual display
Text

30.9.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 255/22


ΟΔΗΓΊΑ 2005/36/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 7ης Σεπτεμβρίου 2005

σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 40, το άρθρο 47 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 πρώτη και τρίτη περίοδος, και το άρθρο 55,

έχοντας υπόψη την πρόταση της Επιτροπής (1),

έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της συνθήκης, η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών συνιστά έναν από τους στόχους της Κοινότητας. Για τους υπηκόους των κρατών μελών αυτό περιλαμβάνει, ειδικότερα, το δικαίωμα να ασκούν επάγγελμα, ως αυτοαπασχολούμενοι ή μισθωτοί, σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησαν τα επαγγελματικά προσόντα τους. Επιπλέον, το άρθρο 47 παράγραφος 1 της συνθήκης προβλέπει την έκδοση οδηγιών για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων.

(2)

Ύστερα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας στις 23 και 24 Μαρτίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο «Μια στρατηγική για την εσωτερική αγορά υπηρεσιών» η οποία αποβλέπει ιδίως στο να καταστεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας εξίσου ευχερής με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Μετά την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Νέες ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, ανοιχτές σε όλους και με πρόσβαση από όλους», το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης που διεξήχθη στις 23 και 24 Μαρτίου 2001 ανέθεσε στην Επιτροπή να «υποβάλει στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2002 συγκεκριμένες προτάσεις για πλέον ομοιόμορφο, διαφανές και ελαστικό καθεστώς αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων».

(3)

Η εγγύηση της παρούσας οδηγίας προς τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους σε ένα κράτος μέλος, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος με τα ίδια δικαιώματα που έχουν οι υπήκοοί του, δεν θίγει την υποχρέωση του μετανάστη επαγγελματία να συμμορφώνεται προς οιουσδήποτε μη εισάγοντες διακρίσεις όρους επιβάλλει το άλλο κράτος μέλος για την άσκηση του επαγγέλματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι αυτοί είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένοι και αναλογικοί.

(4)

Για να διευκολυνθεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, ενδείκνυται να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες ώστε να διευρυνθεί η δυνατότητα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων βάσει του αρχικού επαγγελματικού τίτλου. Όσον αφορά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, που παρέχονται από απόσταση, θα πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου οι διατάξεις της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8 Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (4).

(5)

Έχοντας υπόψη τα διάφορα συστήματα που εφαρμόζονται, αφενός, για την προσωρινή ή περιστασιακή διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών και, αφετέρου, για την εγκατάσταση, κρίνεται σκόπιμο να διευκρινιστούν τα κριτήρια της διάκρισης μεταξύ των δύο αυτών εννοιών σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου υπηρεσιών στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

(6)

Η διευκόλυνση της παροχής υπηρεσιών πρέπει να εξασφαλίζεται λαμβάνοντας σοβαρότατα υπόψη την υγειονομική περίθαλψη και κοινωνική μέριμνα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλέπονται ειδικές διατάξεις για νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια, τα οποία παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες προσωρινά ή περιστασιακά.

(7)

Τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται, όταν χρειάζεται και σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να προβλέπουν απαιτήσεις σχετικά με δηλώσεις. Οι απαιτήσεις αυτές δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογα επαχθείς για τους παρόχους υπηρεσιών ούτε να παρακωλύουν ή να καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών. Η ανάγκη ύπαρξης αυτών των απαιτήσεων θα πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικώς υπό το φως της πραγματοποιούμενης προόδου όσον αφορά την καθιέρωση ενός κοινοτικού πλαισίου διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών.

(8)

Ο πάροχος των υπηρεσιών θα πρέπει να υπόκειται στους πειθαρχικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής οι οποίοι συνδέονται άμεσα και συγκεκριμένα με τα επαγγελματικά προσόντα, όπως ο ορισμός του επαγγέλματος, το πεδίο δραστηριοτήτων που καλύπτει ένα επάγγελμα ή τις οποίες το επάγγελμα αυτό ασκεί αποκλειστικά, η χρησιμοποίηση των τίτλων και η σοβαρή επαγγελματική αμέλεια που συνδέεται άμεσα και συγκεκριμένα με την προστασία και την ασφάλεια του καταναλωτή.

(9)

Ενώ διατηρούνται, ως προς την ελευθερία εγκατάστασης, οι αρχές και οι εγγυήσεις στις οποίες βασίζονται τα διάφορα ισχύοντα συστήματα αναγνώρισης, κρίνεται απαραίτητη, βάσει της υφιστάμενης εμπειρίας, η βελτίωση των κανόνων που τα διέπουν. Επιπροσθέτως, οι σχετικές οδηγίες έχουν επανειλημμένα τροποποιηθεί και θεωρείται επιβεβλημένη η αναδιάρθρωση, καθώς και ο εξορθολογισμός των διατάξεών τους, με την ενοποίηση των ισχυουσών αρχών. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να αντικατασταθούν οι οδηγίες του Συμβουλίου 89/48/ΕΟΚ (5) και 92/51/ΕΟΚ (6), καθώς και η οδηγία 1999/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), για το γενικό σύστημα αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, και οι οδηγίες του Συμβουλίου 77/452/ΕΟΚ (8), 77/453/ΕΟΚ (9), 78/686/ΕΟΚ (10), 78/687/ΕΟΚ (11), 78/1026/ΕΟΚ (12), 78/1027/ΕΟΚ (13), 80/154/ΕΟΚ (14), 80/155/ΕΟΚ (15), 85/384/ΕΟΚ (16), 85/432/ΕΟΚ (17), 85/433/ΕΟΚ (18) και 93/16/ΕΟΚ (19) σχετικά με τα επαγγέλματα του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, αρχιτέκτονα και φαρμακοποιού και ιατρού, συνδυάζοντάς τις σε ένα ενιαίο κείμενο.

(10)

Η παρούσα οδηγία δεν αποτελεί πρόσκομμα στην ευχέρεια των κρατών μελών να αναγνωρίζουν, σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, επαγγελματικά προσόντα κτηθέντα εκτός της επικρατείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από υπήκοο τρίτης χώρας. Εν πάση περιπτώσει, οιαδήποτε αναγνώριση θα πρέπει να γίνεται τηρουμένων των ελαχίστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για συγκεκριμένα επαγγέλματα.

(11)

Όσον αφορά τα επαγγέλματα που καλύπτονται από το γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, στο εξής αναφερόμενο ως «το γενικό σύστημα», τα κράτη μέλη θα πρέπει να διατηρούν το δικαίωμα να ορίζουν το ελάχιστο επίπεδο απαραίτητων προσόντων ώστε να διασφαλίζεται η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στην επικράτειά τους. Εντούτοις, δυνάμει των άρθρων 10, 39 και 43 της συνθήκης, δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν σε υπήκοο κράτους μέλους την απόκτηση προσόντων τα οποία προσδιορίζουν γενικώς μόνον ως προς τα διπλώματα που χορηγούνται στο πλαίσιο του εθνικού εκπαιδευτικού τους συστήματος, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει ήδη αποκτήσει όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω προσόντα σε άλλο κράτος μέλος. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί ότι κάθε κράτος μέλος υποδοχής, στο οποίο έχει ρυθμιστεί νομοθετικά ένα επάγγελμα, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε άλλο κράτος μέλος και να αξιολογεί κατά πόσον τα προσόντα αυτά αντιστοιχούν σε εκείνα που το ίδιο απαιτεί. Ωστόσο, αυτό το γενικό σύστημα αναγνώρισης δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επιβάλλει σε κάθε πρόσωπο που ασκεί ένα επάγγελμα σε αυτό το κράτος μέλος ειδικές απαιτήσεις, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής επαγγελματικών ρυθμίσεων που υπαγορεύονται από το γενικό συμφέρον. Οι απαιτήσεις αυτές αφορούν κυρίως τις ρυθμίσεις σχετικά με την οργάνωση του επαγγέλματος, τους επαγγελματικούς κανόνες, περιλαμβανομένων των δεοντολογικών, τις ρυθμίσεις σχετικά με τον έλεγχο και την ευθύνη. Σε τελική ανάλυση, η παρούσα οδηγία δεν έχει στόχο να επηρεάσει το έννομο συμφέρον των κρατών μελών να αποτρέψουν το ενδεχόμενο ορισμένοι πολίτες τους να εκφεύγουν καταχρηστικά της εφαρμογής του εθνικού δικαίου που αφορά τα επαγγέλματα.

(12)

Η παρούσα οδηγία αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη επαγγελματικών προσόντων που έχουν αποκτηθεί σε άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, δεν αφορά την αναγνώριση από τα κράτη μέλη αποφάσεων σχετικά με την αναγνώριση που λαμβάνονται από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Συνεπώς, άτομα που διαθέτουν επαγγελματικά προσόντα που έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν αυτήν την αναγνώριση για να αποκτήσουν στο κράτος μέλος καταγωγής τους δικαιώματα διαφορετικά από αυτά που διαθέτουν με βάση τα επαγγελματικά προσόντα που απέκτησαν σε εκείνο το κράτος μέλος, εκτός εάν αποδεικνύουν ότι έχουν αποκτήσει περαιτέρω επαγγελματικά προσόντα στο κράτος μέλος υποδοχής.

(13)

Προκειμένου να καθοριστεί ο μηχανισμός αναγνώρισης βάσει του γενικού συστήματος, επιβάλλεται να καταταγούν τα διάφορα εθνικά συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης σε διάφορα επίπεδα. Τα επίπεδα αυτά, τα οποία δημιουργούνται με μοναδικό σκοπό τη λειτουργία του γενικού συστήματος, δεν επηρεάζουν τις εθνικές δομές εκπαίδευσης και κατάρτισης ούτε την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

(14)

Ο μηχανισμός αναγνώρισης που καθιερώθηκε με τις οδηγίες 89/48/ΕΟΚ και 92/51/ΕΟΚ παραμένει αμετάβλητος. Κατά συνέπεια, ο κάτοχος διπλώματος που πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση μεταδευτεροβάθμιου κύκλου εκπαίδευσης, διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους, πρέπει να δικαιούται την πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος που πιστοποιεί την επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας τεσσάρων ετών, ανεξάρτητα από το επίπεδο στο οποίο ανήκει το δίπλωμα που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής. Αντιστρόφως, όπου η πρόσβαση σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα εξαρτάται από την επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας μεγαλύτερης των τεσσάρων ετών, η εν λόγω πρόσβαση πρέπει να επιτρέπεται μόνο σε κατόχους διπλώματος που πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση ανώτερης ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών.

(15)

Ελλείψει εναρμόνισης των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης για την πρόσβαση στα επαγγέλματα που διέπονται από το γενικό σύστημα, θα πρέπει να είναι δυνατό να προβλεφθεί για τα κράτη μέλη υποδοχής η δυνατότητα επιβολής αντισταθμιστικού μέτρου. Το μέτρο αυτό θα πρέπει να είναι αναλογικό και να συνυπολογίζει, ιδίως, την επαγγελματική πείρα του αιτούντος. Η πείρα αποδεικνύει ότι η απαίτηση δοκιμασίας επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής, κατ' επιλογήν του μετανάστη, παρέχει τα απαιτούμενα εχέγγυα ως προς το επίπεδο προσόντων του, ώστε οποιαδήποτε παρέκκλιση από την επιλογή αυτή να πρέπει να αιτιολογείται, για κάθε περίπτωση, από επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος.

(16)

Για να ενθαρρυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών, διασφαλίζοντας παράλληλα επαρκές επίπεδο προσόντων, ορισμένες επαγγελματικές ενώσεις και οργανώσεις ή κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να προτείνουν κοινές βάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κρίνεται σκόπιμο η παρούσα οδηγία να λαμβάνει υπόψη τις πρωτοβουλίες αυτές, υπό ορισμένους όρους και πάντα τηρούμενης της αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση επαγγελμάτων στην επικράτειά τους καθώς και το περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων τους γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, και τηρούμενης επίσης της κοινοτικής νομοθεσίας και ιδίως της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ευνοώντας, εντός των συγκεκριμένων ορίων, τον περισσότερο αυτόματο χαρακτήρα της αναγνώρισης στο πλαίσιο του γενικού συστήματος. Οι επαγγελματικές ενώσεις που είναι σε θέση να υποβάλουν κοινές βάσεις θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικές σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια κοινή βάση είναι σειρά κριτηρίων που επιτρέπουν να αντισταθμίζεται το ευρύτερο δυνατό φάσμα των ουσιαστικών διαφορών που έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης στα δύο τρίτα τουλάχιστον των κρατών μελών, στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα κράτη μέλη όπου το συγκεκριμένο επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο. Τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να περιλαμβάνουν απαιτήσεις όπως η επιπρόσθετη εκπαίδευση, μια περίοδος προσαρμογής άσκησης υπό εποπτεία, μια δοκιμασία επάρκειας, ή ένα καθορισμένο ελάχιστο επίπεδο επαγγελματικής άσκησης, ή συνδυασμούς των ανωτέρω.

(17)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιπτώσεων για τις οποίες δεν υπάρχουν ακόμη διατάξεις σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, το γενικό σύστημα θα πρέπει να επεκταθεί στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από συγκεκριμένο καθεστώς, είτε διότι το οικείο επάγγελμα δεν εμπίπτει σε ένα από τα εν λόγω καθεστώτα είτε διότι, παρά το γεγονός ότι το επάγγελμα εμπίπτει σε συγκεκριμένο καθεστώς, ο αιτών, για κάποιον ιδιαίτερο και έκτακτο λόγο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί σε αυτό.

(18)

Κρίνεται σκόπιμο να απλουστευθούν οι κανόνες που επιτρέπουν την ανάληψη ορισμένων βιομηχανικών, εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων, στα κράτη μέλη όπου τα επαγγέλματα αυτά έχουν ρυθμιστεί νομοθετικά, στο βαθμό που οι συγκεκριμένες δραστηριότητες ασκήθηκαν για εύλογο και σχετικά πρόσφατο χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος, διατηρώντας, για τις δραστηριότητες αυτές, καθεστώς αυτόματης αναγνώρισης που βασίζεται στην επαγγελματική πείρα.

(19)

Η ελεύθερη κυκλοφορία και η αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού και αρχιτέκτονα θα πρέπει να στηρίζονται στη θεμελιώδη αρχή της αυτόματης αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης βάσει συντονισμού των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης. Επιπροσθέτως, η ανάληψη, εντός των κρατών μελών, των επαγγελμάτων του ιατρού, του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, του οδοντιάτρου, του κτηνιάτρου, της μαίας/του μαιευτή και του φαρμακοποιού θα πρέπει να εξαρτάται από την κατοχή καθορισμένου τίτλου εκπαίδευσης, γεγονός που διασφαλίζει ότι ο ενδιαφερόμενος παρακολούθησε εκπαίδευση η οποία πληροί τους ισχύοντες ελάχιστους όρους. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να συμπληρώνεται από σειρά κεκτημένων δικαιωμάτων τα οποία έχουν οι ειδικευμένοι επαγγελματίες υπό ορισμένους όρους.

(20)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες του συστήματος εκπαίδευσης ιατρών και οδοντιάτρων και το σχετικό κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της αμοιβαίας αναγνώρισης, είναι δικαιολογημένη, για όλες τις αναγνωρισμένες την ημερομηνία έγκρισης της παρούσας οδηγίας ειδικότητες, η διατήρηση της αρχής της αυτόματης αναγνώρισης στις ιατρικές και οδοντιατρικές ειδικότητες που είναι κοινές σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη. Ωστόσο, χάριν απλούστευσης του συστήματος, η επέκταση της αυτόματης αναγνώρισης σε νέες ιατρικές ειδικότητες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να περιορίζεται στις ειδικότητες που είναι κοινές τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών. Πέραν τούτου, η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να συμφωνούν μεταξύ τους για την αυτόματη αναγνώριση ορισμένων κοινών σε αυτά ιατρικών και οδοντιατρικών ειδικοτήτων οι οποίες ωστόσο δεν αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναγνώρισης κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με δικούς τους κανόνες.

(21)

Η αυτόματη αναγνώριση των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης δεν θα πρέπει να θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να συνδέουν ή μη τον τίτλο αυτό με επαγγελματικές δραστηριότητες.

(22)

Όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να αναγνωρίζουν το επάγγελμα του οδοντιάτρου ως ειδικό επάγγελμα ξεχωριστό από του ιατρού, ειδικευμένου ή μη στην οδοντοστοματολογία. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να βεβαιώνουν ότι η εκπαίδευση του οδοντιάτρου παρέχει τις απαραίτητες δεξιότητες για την άσκηση του συνόλου των δραστηριοτήτων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας σχετικά με τις ανωμαλίες και τις ασθένειες των οδόντων, του στόματος, των γνάθων και των παρακείμενων ιστών. Η επαγγελματική δραστηριότητα του οδοντιάτρου θα πρέπει να ασκείται από τους κατόχους τίτλου οδοντιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία.

(23)

Δεν κρίθηκε σκόπιμο να επιβληθεί ενιαία εκπαίδευση για τις μαίες/τους μαιευτές στο σύνολο των κρατών μελών. Αντιθέτως, ενδείκνυται να παρασχεθεί η μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια ως προς την οργάνωση της εκπαίδευσής τους.

(24)

Στο πλαίσιο απλούστευσης της παρούσας οδηγίας, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην έννοια «φαρμακοποιός», προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης, με την επιφύλαξη των λεπτομερειών των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τις εν λόγω δραστηριότητες.

(25)

Οι κάτοχοι των τίτλων φαρμακευτικής εκπαίδευσης είναι ειδικοί στον τομέα των φαρμάκων και θα πρέπει να μπορούν να αναλάβουν, κατ' αρχήν, σε όλα τα κράτη μέλη, ένα ελάχιστο πεδίο δραστηριοτήτων στον συγκεκριμένο τομέα. Ο καθορισμός αυτού του ελάχιστου πεδίου από την παρούσα οδηγία, αφενός, δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό των προσβάσιμων για τους φαρμακοποιούς δραστηριοτήτων στα κράτη μέλη, ιδίως όσον αφορά τις αναλύσεις ιατρικής βιολογίας και, αφετέρου, δεν πρέπει να δημιουργεί μονοπώλιο υπέρ των επαγγελματιών αυτών, δεδομένου ότι η εγκαθίδρυση μονοπωλίου εμπίπτει πάντοτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της δυνατότητας των κρατών μελών να απαιτούν συμπληρωματικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης για την ανάληψη δραστηριοτήτων που δεν περιλαμβάνονται στο συντονισμένο ελάχιστο πεδίο δραστηριοτήτων. Επομένως το κράτος μέλος υποδοχής που επιβάλλει τέτοιες προϋποθέσεις θα πρέπει να μπορεί να τις επιβάλει και στους υπηκόους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλων εκπαίδευσης καλυπτόμενων από την αυτόματη αναγνώριση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

(26)

Η παρούσα οδηγία δεν διασφαλίζει το συντονισμό όλων των όρων ανάληψης των δραστηριοτήτων του φαρμακευτικού τομέα και την άσκησή τους. Ιδίως, η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων και το μονοπώλιο διανομής φαρμάκων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η παρούσα οδηγία διατηρεί αμετάβλητες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν στις εταιρείες την άσκηση ορισμένων φαρμακευτικών δραστηριοτήτων ή εξαρτούν την εν λόγω άσκηση από ορισμένες προϋποθέσεις.

(27)

Η αρχιτεκτονική δημιουργία, η ποιότητα των κατασκευών, η αρμονική ένταξή τους στο περιβάλλον, ο σεβασμός των φυσικών και αστικών τοπίων, καθώς και της κοινής και ιδιωτικής κληρονομιάς αποτελούν δημόσιο συμφέρον. Εφεξής, η αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης θα πρέπει να βασίζεται σε ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια που διασφαλίζουν ότι οι κάτοχοι των αναγνωρισμένων τίτλων εκπαίδευσης είναι σε θέση να κατανοούν και να εκφράζουν τις ανάγκες των μεμονωμένων ατόμων, των κοινωνικών ομάδων και των συλλογικών φορέων σε θέματα χωροταξίας, σχεδιασμού, οργάνωσης και υλοποίησης των κατασκευών, διατήρησης και αξιοποίησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς και προστασίας της ισορροπίας της φύσης.

(28)

Το πεδίο εφαρμογής των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα της αρχιτεκτονικής και σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του αρχιτέκτονα εμφανίζει ιδιαίτερη ποικιλία. Στα περισσότερα κράτη μέλη, οι δραστηριότητες του τομέα της αρχιτεκτονικής ασκούνται, de jure ή de facto, από άτομα που φέρουν τον τίτλο του αρχιτέκτονα μόνο ή συνοδευόμενο από άλλο τίτλο, χωρίς ωστόσο τα πρόσωπα αυτά να έχουν το μονοπώλιο άσκησης των εν λόγω δραστηριοτήτων, εκτός εάν υπάρχουν αντίθετες νομοθετικές διατάξεις. Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες, ή ορισμένες από αυτές, μπορούν επίσης να ασκούνται από άλλους επαγγελματίες, ιδίως από μηχανικούς οι οποίοι έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη εκπαίδευση στον τομέα της κατασκευής ή της οικοδομικής τέχνης. Για λόγους απλούστευσης, κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στην έννοια «αρχιτέκτονας», προκειμένου να καθοριστεί το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής, με την επιφύλαξη των λεπτομερειών των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν τις εν λόγω δραστηριότητες.

(29)

Εφόσον εθνικός και ευρωπαϊκού επιπέδου επαγγελματικός οργανισμός ή σύλλογος για νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, υποβάλλει αιτιολογημένη αίτηση για θέσπιση ειδικών διατάξεων για την αναγνώριση προσόντων με βάση το συντονισμό των ελάχιστων όρων απασχόλησης, η Επιτροπή εκτιμά το σκόπιμο της έγκρισης πρότασης για τροποποίηση της παρούσας οδηγίας.

(30)

Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, κρίνεται σκόπιμο να καθοριστούν ενιαίοι τύποι και διαδικαστικοί κανόνες εφαρμογής του, καθώς και ορισμένες λεπτομέρειες άσκησης του επαγγέλματος.

(31)

Θα πρέπει να οργανωθούν τα μέσα συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω συνεργασία είναι πιθανόν να διευκολύνει την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή.

(32)

Η θέσπιση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επαγγελματικών ταυτοτήτων από επαγγελματικές ενώσεις ή οργανώσεις, θα μπορούσε να διευκολύνει την κινητικότητα των επαγγελματιών, ιδίως με την επιτάχυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους υποδοχής και του κράτους μέλους καταγωγής. Αυτές οι επαγγελματικές ταυτότητες θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα παρακολούθησης της σταδιοδρομίας επαγγελματιών που εγκαθίστανται σε διάφορα κράτη μέλη. Οι ταυτότητες αυτές θα μπορούσαν να περιέχουν πληροφορίες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων περί προστασίας δεδομένων, σχετικά με τα επαγγελματικά προσόντα του κατόχου (πανεπιστήμιο ή ίδρυμα στο οποίο σπούδασε, προσόντα που αποκτήθηκαν, επαγγελματική πείρα), τη νόμιμή του εγκατάσταση, κυρώσεις που έχει δεχθεί σχετικά με το επάγγελμά του και λεπτομερή στοιχεία της εκάστοτε αρμόδιας αρχής.

(33)

Η δημιουργία δικτύου σημείων επαφής, έργο των οποίων θα είναι να παρέχουν πληροφορίες και βοήθεια στους πολίτες των κρατών μελών, θα καταστήσει δυνατή τη διασφάλιση διαφάνειας του συστήματος αναγνώρισης. Αυτά τα σημεία επαφής θα παρέχουν σε όλους τους πολίτες που το ζητούν, καθώς και στην Επιτροπή, όλες τις πληροφορίες και τις διευθύνσεις σχετικά με τη διαδικασία αναγνώρισης. Η υπόδειξη ενός και μόνο σημείου επαφής από κάθε κράτος μέλος στο δίκτυό του δεν θίγει την οργάνωση των αρμοδιοτήτων σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, αυτό δεν εμποδίζει να υποδειχθούν πολλά γραφεία σε εθνικό επίπεδο και το σημείο επαφής που έχει υποδειχθεί στο πλαίσιο του προαναφερθέντος δικτύου να είναι υπεύθυνο για τον συντονισμό με τα άλλα γραφεία και να ενημερώνει τον πολίτη, όπου απαιτείται, σχετικά με τις λεπτομέρειες περί του οικείου αρμοδίου γραφείου.

(34)

Η διαχείριση των διαφόρων καθεστώτων αναγνώρισης που θεσπίστηκαν από τις τομεακές οδηγίες και το γενικό σύστημα, αποδείχθηκε επαχθής και περίπλοκη. Επομένως, κρίνεται σκόπιμη η απλούστευση της διαχείρισης και η επικαιροποίηση της παρούσας οδηγίας ώστε να συνυπολογίζεται η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος, ιδίως εφόσον οι ελάχιστοι όροι εκπαίδευσης συντονίζονται με σκοπό την αυτόματη αναγνώριση των τίτλων εκπαίδευσης. Προς το σκοπό αυτό, θα πρέπει να συγκροτηθεί ενιαία επιτροπή για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, με τη διασφάλιση της δέουσας συμμετοχής των εκπροσώπων των επαγγελματικών οργανώσεων, σε ευρωπαϊκό επίπεδο επίσης.

(35)

Τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28 Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (20).

(36)

Η εκπόνηση, από τα κράτη μέλη, περιοδικής έκθεσης σχετικά με την εκτέλεση της παρούσας οδηγίας, όπου θα περιλαμβάνονται στατιστικά στοιχεία, θα δίνει τη δυνατότητα να διαπιστωθεί ο αντίκτυπος του συστήματος στην αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

(37)

Κρίνεται σκόπιμο να προβλεφθεί κατάλληλη διαδικασία για την έγκριση προσωρινών μέτρων, σε περίπτωση που η εφαρμογή διάταξης της παρούσας οδηγίας παρουσιάσει σημαντικές δυσχέρειες σε ένα κράτος μέλος.

(38)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και τον καθορισμό των δραστηριοτήτων που πρέπει να ασκούνται στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος.

(39)

Δεδομένης της ταχύτητας των τεχνολογικών εξελίξεων και της επιστημονικής προόδου, η δια βίου μάθηση προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία για μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν τους όρους με τους οποίους, χάρη σε κατάλληλη συνεχή εκπαίδευση, οι επαγγελματίες θα ενημερώνονται για την τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο.

(40)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας ήτοι ο εξορθολογισμός, η απλούστευση και η βελτίωση των κανόνων αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, συνεπώς, να υλοποιηθούν καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο, η Κοινότητα μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου η παρούσα οδηγία περιορίζεται στις ελάχιστες απαιτούμενες ενέργειες για την υλοποίηση των εν λόγω στόχων.

(41)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 39 παράγραφος 4 και του άρθρου 45 της συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τους συμβολαιογράφους.

(42)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, όσον αφορά το δικαίωμα εγκατάστασης και την παροχή υπηρεσιών, υπό την επιφύλαξη άλλων ειδικών νομικών διατάξεων σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, όπως διατάξεις που υφίστανται στον τομέα των μεταφορών, των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και των νομίμων ελεγκτών. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τη λειτουργία της οδηγίας 77/249/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (21) ή της οδηγίας 98/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16 Φεβρουαρίου 1998, για τη διευκόλυνση της μόνιμης άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος σε κράτος μέλος διάφορο εκείνου στο οποίο αποκτήθηκε ο επαγγελματικός τίτλος (22). Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων των δικηγόρων όσον αφορά το δικαίωμα άμεσης εγκατάστασης βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να καλύπτεται από την παρούσα οδηγία.

(43)

Εφόσον υπόκεινται σε νομοθετική ρύθμιση, η παρούσα οδηγία περιλαμβάνει επίσης τα ελεύθερα επαγγέλματα, τα οποία είναι, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα επαγγέλματα που ασκούν με βάση σχετικά επαγγελματικά προσόντα σε προσωπική, υπεύθυνη και επαγγελματικά ανεξάρτητη βάση, όσοι παρέχουν διανοητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες εννοιολογικού σχεδιασμού, προς το συμφέρον του πελάτη και του κοινού. Η άσκηση του επαγγέλματος ενδέχεται να υπόκειται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τη συνθήκη, σε ειδικούς νομικούς περιορισμούς που βασίζονται στην εθνική νομοθεσία και στις διατάξεις που θεσπίζουν αυτόνομα, στο πλαίσιο αυτό, οι αντίστοιχοι επαγγελματικοί αντιπροσωπευτικοί φορείς, για τη διασφάλιση και ανάπτυξη του επαγγελματισμού και της ποιότητας των υπηρεσιών και για την εμπιστευτικότητα των σχέσεων με τους πελάτες.

(44)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και των καταναλωτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους το κράτος μέλος που εξαρτά την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, στην επικράτειά του, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων (στο εξής αναφερόμενο ως το «κράτος μέλος υποδοχής») αναγνωρίζει, για την ανάληψη και την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως «κράτη μέλη καταγωγής») δίνοντας στον κάτοχό τους το δικαίωμα να ασκεί εκεί αυτό το επάγγελμα.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο όπου απέκτησε τα επαγγελματικά προσόντα του είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα.

2.   Κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει, σύμφωνα με τις κανονιστικές ρυθμίσεις του, την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος στην επικράτειά του, κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο α), στους υπηκόους κρατών μελών που είναι κάτοχοι επαγγελματικών προσόντων τα οποία δεν έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος. Όσον αφορά τα επαγγέλματα που εμπίπτουν στον τίτλο III κεφάλαιο III, αυτή η πρώτη αναγνώριση πρέπει να συντελείται στο πλαίσιο των ελάχιστων όρων εκπαίδευσης που ορίζονται στο εν λόγω κεφάλαιο.

3.   Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσώπων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται:

α)

ως «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα», η επαγγελματική δραστηριότητα ή το σύνολο επαγγελματικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη, η άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων· ειδικότερα, όρο άσκησης συνιστά η χρήση επαγγελματικού τίτλου που περιορίζεται, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, μόνο σε όποιον κατέχει συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν. Όταν η ανωτέρω φράση δεν έχει εφαρμογή, επάγγελμα αναφερόμενο στην παράγραφο 2 εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα·

β)

ως «επαγγελματικά προσόντα», τα προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο εκπαίδευσης, από βεβαίωση επάρκειας που αναφέρεται στο άρθρο 11, στοιχείο α), εδάφιο (i) ή/και από επαγγελματική πείρα·

γ)

ως «τίτλος εκπαίδευσης», τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι που χορηγούνται από αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, και βεβαιώνουν επιτυχώς περατωθείσα επαγγελματική εκπαίδευση που έχει αποκτηθεί, κατά κύριο λόγο, στην Κοινότητα. Όταν η ανωτέρω φράση δεν έχει εφαρμογή, τίτλος εκπαίδευσης αναφερόμενος στην παράγραφο 3 εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης·

δ)

«αρμόδια αρχή», οιαδήποτε αρχή ή οργανισμός που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τα κράτη μέλη να χορηγεί ή να παραλαμβάνει τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα έγγραφα ή πληροφορίες, καθώς και να παραλαμβάνει τις αιτήσεις και να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία·

ε)

ως «νομοθετικά κατοχυρωμένη εκπαίδευση», κάθε εκπαίδευση η οποία είναι άμεσα προσανατολισμένη στην άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος και συνίσταται σε κύκλο σπουδών που ενδεχομένως συμπληρώνεται από επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος.

Η διάρθρωση και το επίπεδο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, της πρακτικής άσκησης ή της άσκησης του επαγγέλματος ρυθμίζονται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του οικείου κράτους μέλους ή υπόκεινται σε έλεγχο ή έγκριση εκ μέρους της αρμόδιας προς τούτο αρχής·

στ)

ως «επαγγελματική πείρα», η πραγματική και νόμιμη άσκηση του σχετικού επαγγέλματος σ' ένα κράτος μέλος·

ζ)

ως «πρακτική άσκηση προσαρμογής», η άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, που πραγματοποιείται στο κράτος μέλος υποδοχής υπό την ευθύνη αναγνωρισμένου επαγγελματία και που συνοδεύεται, ενδεχομένως, από συμπληρωματική εκπαίδευση. Η πρακτική άσκηση υπόκειται σε αξιολόγηση. Οι λεπτομερείς κανόνες της πρακτικής άσκησης και της αξιολόγησής της καθώς και το νομικό καθεστώς του ασκούμενου μετανάστη καθορίζονται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Το καθεστώς του οποίου απολαύει εντός του κράτους μέλους υποδοχής ο ασκούμενος, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα παραμονής, τις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα και τις κοινωνικές παροχές, τις αποζημιώσεις και τις αποδοχές, καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σύμφωνα με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο·

η)

ως «δοκιμασία επάρκειας», έλεγχος που αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές γνώσεις του αιτούντος, διενεργείται δε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με σκοπό να εκτιμηθεί η ικανότητα του αιτούντος να εξασκήσει νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα στο εν λόγω κράτος μέλος. Για τη διενέργεια του ελέγχου αυτού, οι αρμόδιες αρχές, με βάση τη σύγκριση της εκπαίδευσης που απαιτεί το κράτος μέλος υποδοχής με την εκπαίδευση του αιτούντος, καταρτίζουν κατάλογο των τομέων γνώσεων οι οποίοι δεν καλύπτονται από το δίπλωμα ή τον τίτλο ή τίτλους εκπαίδευσης που κατέχει ο αιτών.

Στη δοκιμασία επάρκειας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο αιτών είναι αναγνωρισμένος επαγγελματίας στο κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσής του. Η δοκιμασία αυτή καλύπτει τομείς γνώσεων που επιλέγονται μεταξύ εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο και των οποίων η γνώση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος στο κράτος μέλος υποδοχής. Η εν λόγω δοκιμασία μπορεί επίσης να καλύπτει τη γνώση της δεοντολογίας που ισχύει για τις οικείες δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

Οι λεπτομερείς κανόνες της δοκιμασίας επάρκειας, καθώς και το νομικό καθεστώς στο οποίο υπάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής ο αιτών που επιθυμεί να ετοιμαστεί για τη δοκιμασία επάρκειας εκεί, καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους,

θ)

ως «διευθυντής επιχείρησης», κάθε πρόσωπο που έχει ασκήσει σε επιχείρηση του αντίστοιχου επαγγελματικού κλάδου:

i)

είτε τα καθήκοντα διευθυντή επιχείρησης ή υποκαταστήματος επιχείρησης,

ii)

είτε τα καθήκοντα αναπληρωτή του επιχειρηματία ή του διευθυντή της επιχείρησης, εφόσον τα καθήκοντα αυτά συνεπάγονται ευθύνη ανάλογη με την ευθύνη του επιχειρηματία ή του διευθυντή της επιχείρησης ή,

iii)

είτε τα καθήκοντα διευθυντικού στελέχους επιφορτισμένου με καθήκοντα εμπορικής ή/και τεχνικής φύσεως και υπεύθυνου για ένα ή περισσότερα τμήματα της επιχείρησης.

2.   Εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα το επάγγελμα που ασκείται από τα μέλη ένωσης ή οργάνωσης του παραρτήματος Ι.

Οι ενώσεις ή οργανώσεις που μνημονεύονται στο πρώτο εδάφιο έχουν ιδίως ως στόχο την προαγωγή και διατήρηση της στάθμης του οικείου επαγγέλματος σε υψηλά επίπεδα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, τυγχάνουν αναγνωρίσεως υπό ειδική μορφή σε κράτος μέλος και χορηγούν στα μέλη τους τίτλο εκπαίδευσης, τα υποβάλλουν σε κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς τους οποίους θεσπίζουν οι ίδιες, και παρέχουν σ' αυτά το δικαίωμα να κάνουν χρήση τίτλου ή συντομογραφίας ή ιδιότητας που αντιστοιχεί προς αυτόν τον τίτλο εκπαίδευσης.

Κάθε φορά που ένα κράτος μέλος παραχωρεί την αναγνώριση σε ένωση ή οργάνωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ενημερώνει την Επιτροπή, η οποία προβαίνει σε σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.   Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης κάθε τίτλος εκπαίδευσης που χορηγείται από τρίτη χώρα, εφόσον ο κάτοχός του διαθέτει στο συγκεκριμένο επάγγελμα τριετή επαγγελματική πείρα στο έδαφος του κράτους μέλους το οποίο αναγνώρισε τον εν λόγω τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2, και εφόσον η επαγγελματική αυτή πείρα πιστοποιείται από το εν λόγω κράτος μέλος.

Άρθρο 4

Αποτελέσματα της αναγνώρισης

1.   Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων από το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει, στο εν λόγω κράτος μέλος, πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, και να το ασκεί στο κράτος μέλος υποδοχής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις όπως και οι υπήκοοί του.

2.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, το επάγγελμα που επιθυμεί να ασκήσει ο αιτών στο κράτος μέλος υποδοχής είναι το ίδιο με εκείνο για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι συγκρίσιμες.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 5

Αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών

1.   Υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και των άρθρων 6 και 7 της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους που αφορούν τα επαγγελματικά προσόντα:

α)

εάν ο πάροχος είναι νομίμως εγκατεστημένος σε κράτος μέλος με σκοπό να ασκεί εκεί αυτό το επάγγελμα (στο εξής αναφερόμενο ως το «κράτος μέλος εγκατάστασης») και

β)

σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου σε άλλο κράτος μέλος, εάν έχει ασκήσει το συγκεκριμένο επάγγελμα επί δύο τουλάχιστον έτη στο διάστημα των δέκα ετών που προηγούνται της παροχής στο κράτος μέλος εγκατάστασης, εφόσον το επάγγελμα δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος. Ο όρος κατά τον οποίο απαιτείται η επί διετία άσκηση του επαγγέλματος δεν ισχύει εφόσον είτε το επάγγελμα είτε η εκπαίδευση για το εν λόγω επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη.

2.   Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση που ο πάροχος μετακινείται στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής προκειμένου να ασκήσει, προσωρινά και περιστασιακά, το επάγγελμα στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1.

Ο προσωρινός και περιστασιακός χαρακτήρας της παροχής εκτιμάται κατά περίπτωση, ιδίως σε συνάρτηση με τη διάρκεια, τη συχνότητα, την περιοδικότητα και το συνεχή χαρακτήρα της συγκεκριμένης παροχής.

3.   Σε περίπτωση μετακίνησής του, ο πάροχος υπόκειται σε επαγγελματικούς κανόνες, επαγγελματικού, καταστατικού ή διοικητικού χαρακτήρα που συνδέονται άμεσα με τα επαγγελματικά προσόντα, όπως ο ορισμός του επαγγέλματος, η χρήση τίτλων και σοβαρή επαγγελματική αμέλεια που συνδέονται άμεσα και συγκεκριμένα με την προστασία και την ασφάλεια του καταναλωτή, καθώς και στις πειθαρχικές διατάξεις οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής για τους επαγγελματίες που ασκούν εκεί το ίδιο επάγγελμα.

Άρθρο 6

Απαλλαγές

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1, το κράτος μέλος υποδοχής απαλλάσσει τους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος παρόχους υπηρεσιών ιδίως από τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στους επαγγελματίες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του και οι οποίες αφορούν:

α)

την αδειοδότηση, την καταχώριση ή την προσχώρηση σε επαγγελματική οργάνωση ή σε επαγγελματικό φορέα. Προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή των πειθαρχικών διατάξεων που ισχύουν στην επικράτειά τους σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν είτε προσωρινή εγγραφή που γίνεται αυτόματα ή τυπική προσχώρηση σε επαγγελματική οργάνωση ή επαγγελματικό οργανισμό, υπό τον όρο ότι οι διαδικασίες αυτές δεν καθυστερούν ούτε περιπλέκουν με οποιοδήποτε τρόπο την παροχή υπηρεσιών και δεν συνεπάγονται περαιτέρω δαπάνες για τον πάροχο υπηρεσιών. Η αρμόδια αρχή αποστέλλει στη σχετική επαγγελματική οργάνωση ή φορέα, αντίγραφο της δήλωσης και, ενδεχομένως, της ανανέωσης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, συνοδευόμενη, για τα επαγγέλματα που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και ασφάλεια που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4, ή τα οποία αναγνωρίζονται αυτομάτως δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ, από αντίγραφο των εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και τούτο συνιστά αυτόματη προσωρινή εγγραφή ή τυπική προσχώρηση για το στόχο αυτό·

β)

την εγγραφή σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης δημοσίου δικαίου, ώστε να ρυθμίζονται με ασφαλιστικό φορέα οι λογαριασμοί που σχετίζονται με τις δραστηριότητες που ασκούνται προς όφελος των ασφαλισμένων.

Πάντως, ο πάροχος ενημερώνει τον αναφερόμενο ανωτέρω στο στοιχείο β) φορέα, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών πριν ή, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, μετά την εν λόγω παροχή.

Άρθρο 7

Προηγούμενη δήλωση σε περίπτωση μετακίνησης του παρόχου

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τον πάροχο, κατά την πρώτη του μετακίνηση από ένα κράτος μέλος σε άλλο για να παράσχει υπηρεσίες, να πληροφορεί σχετικά την αρμόδια για το οικείο επάγγελμα αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με προηγούμενη γραπτή δήλωση που περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με οποιεσδήποτε ασφαλιστικές εγγυήσεις ή ανάλογα μέσα προσωπικής ή συλλογικής προστασίας όσον αφορά την επαγγελματική ευθύνη. Η εν λόγω δήλωση ανανεώνεται άπαξ ετησίως εάν ο πάροχος προτίθεται να παράσχει προσωρινά ή ευκαιριακά υπηρεσίες σε αυτό το κράτος μέλος κατά τη διάρκεια αυτού του έτους. Ο πάροχος μπορεί να υποβάλλει τη δήλωση με οιοδήποτε μέσον.

2.   Επί πλέον, κατά την πρώτη παροχή υπηρεσιών ή σε περίπτωση ουσιαστικής αλλαγής της κατάστασης την οποία πιστοποιούν τα έγγραφα, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η δήλωση να συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά:

α)

απόδειξη ιθαγένειας του παρόχου·

β)

βεβαίωση ότι ο δικαιούχος είναι νόμιμα εγκατεστημένος σε κράτος μέλος για την άσκηση των οικείων δραστηριοτήτων και ότι δεν του έχει απαγορευθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων τη στιγμή της χορήγησης της βεβαίωσης·

γ)

αποδεικτικά των επαγγελματικών του προσόντων·

δ)

για τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β), την απόδειξη με κάθε μέσον ότι ο πάροχος έχει ασκήσει τις εν λόγω δραστηριότητες επί δύο τουλάχιστον έτη στο διάστημα των δέκα προηγούμενων ετών·

ε)

για επαγγέλματα στον τομέα της ασφάλειας, εφόσον το κράτος μέλος το απαιτεί για τους πολίτες του, λευκό ποινικό μητρώο.

3.   Η παροχή υπηρεσίας πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους εγκατάστασης, εφόσον σε αυτό το κράτος μέλος υφίσταται νομοθετικά κατοχυρωμένος τίτλος για την οικεία επαγγελματική δραστηριότητα. Ο εν λόγω τίτλος αναγράφεται στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους εγκατάστασης, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση με τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής. Σε περίπτωση που ο εν λόγω επαγγελματικός τίτλος δεν υφίσταται στο κράτος μέλος εγκατάστασης, ο πάροχος αναφέρει τον τίτλο εκπαίδευσής του, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες αυτού του κράτους μέλους. Κατ' εξαίρεση, η υπηρεσία παρέχεται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής στις περιπτώσεις που αναφέρονται στον τίτλο ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ.

4.   Κατά την πρώτη παροχή υπηρεσιών, στην περίπτωση των νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελμάτων που έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία ή ασφάλεια και δεν τυγχάνουν αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να προβεί για το οικείο επάγγελμα σε έλεγχο των επαγγελματικών προσόντων του παρόχου, πριν από την πρώτη παροχή υπηρεσιών. Ο εν λόγω προηγούμενος έλεγχος είναι δυνατός μόνο εφόσον αποσκοπεί στην αποφυγή σοβαρής βλάβης της υγείας ή της ασφάλειας του αποδέκτη της υπηρεσίας λόγω έλλειψης επαγγελματικών προσόντων του παρόχου και εφόσον δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Εντός ενός μηνός το πολύ από την παραλαβή της δήλωσης και των συνοδευτικών εγγράφων, η αρμόδια αρχή επιδιώκει να ενημερώσει τον πάροχο είτε σχετικά με την απόφασή της να μην ελέγξει τα προσόντα του, είτε σχετικά με το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού. Εάν υπάρχει δυσκολία η οποία συνεπάγεται καθυστέρηση, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στον πάροχο, εντός του πρώτου μηνός, το λόγο της καθυστέρησης και την προθεσμία για τη λήψη απόφασης, η οποία πρέπει να έχει ληφθεί οριστικά εντός του δευτέρου μηνός από την παραλαβή όλων των εγγράφων.

Σε περίπτωση ουσιαστικής διαφοράς ανάμεσα στα επαγγελματικά προσόντα του παρόχου και την απαιτούμενη εκπαίδευση στο κράτος μέλος υποδοχής, και στο βαθμό που η διαφορά αυτή μπορεί να είναι επιβλαβής για τη δημόσια υγεία ή ασφάλεια, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να παράσχει στον πάροχο τη δυνατότητα να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις γνώσεις και ικανότητες που του έλειπαν, ιδίως μέσω δοκιμασίας επάρκειας. Εν πάση περιπτώσει, η παροχή υπηρεσίας πρέπει να μπορεί να αρχίζει τον επόμενο μήνα από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται η απόφαση κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

Εφόσον δεν υπάρξει αντίδραση της αρμόδιας αρχής εντός των προθεσμιών που ορίζονται στα προηγούμενα εδάφια, οι υπηρεσίες είναι δυνατόν να παρασχεθούν.

Στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν επαληθευθεί τα επαγγελματικά προσόντα σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, η παροχή υπηρεσιών πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 8

Διοικητική συνεργασία

1.   Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητήσουν, για κάθε παροχή υπηρεσιών, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία που έχει σχέση με τη νομιμότητα της εγκατάστασης και την ορθή συμπεριφορά του παρόχου καθώς και με την απουσία πειθαρχικών ή ποινικών κυρώσεων επαγγελματικού χαρακτήρα. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εγκατάστασης κοινοποιούν τις σχετικές πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 56.

2.   Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν την ανταλλαγή όλων των απαιτούμενων πληροφοριών ώστε να διεκπεραιώνονται καταλλήλως όλες οι καταγγελίες αποδέκτη υπηρεσίας κατά παρόχου υπηρεσίας. Οι αποδέκτες υπηρεσίας ενημερώνονται σχετικά με την έκβαση της καταγγελίας.

Άρθρο 9

Πληροφορίες προς τους αποδέκτες της υπηρεσίας

Στις περιπτώσεις που η παροχή πραγματοποιείται βάσει του επαγγελματικού τίτλου του κράτους μέλους εγκατάστασης ή βάσει του τίτλου εκπαίδευσης του παρόχου, πέραν των άλλων απαιτήσεων ενημέρωσης που προβλέπονται στο κοινοτικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν να ζητούν από τον πάροχο, κατά περίπτωση, να παράσχει στον αποδέκτη τις υπηρεσίας τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

εάν ο πάροχος είναι εγγεγραμμένος σε εμπορικό μητρώο ή σε άλλο ανάλογο δημόσιο μητρώο, το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τον αριθμό μητρώου του, ή ισοδύναμα μέσα εξακρίβωσης της ταυτότητας που περιέχονται στο εν λόγω μητρώο·

β)

εάν η δραστηριότητα υπόκειται σε καθεστώς αδειοδότησης στο κράτος μέλος εγκατάστασης, τα στοιχεία της αρμόδιας εποπτικής αρχής·

γ)

κάθε επαγγελματική ένωση ή ανάλογο φορέα στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ο πάροχος·

δ)

τον επαγγελματικό τίτλο ή, εφόσον δεν υπάρχει τέτοιος τίτλος, τον τίτλο εκπαίδευσης του παρόχου και το κράτος μέλος στο οποίο χορηγήθηκε·

ε)

εάν ο πάροχος ασκεί δραστηριότητα που υπόκειται στην καταβολή ΦΠΑ, τον αριθμό φορολογικού μητρώου που αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17 Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών - κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (23)·

στ)

λεπτομέρειες σχετικά με τυχόν ασφαλιστική κάλυψη ή άλλα μέσα προσωπικής ή συλλογικής προστασίας όσον αφορά την επαγγελματική ευθύνη.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

Γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης

Άρθρο 10

Πεδίο εφαρμογής

Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλα τα επαγγέλματα που δεν καλύπτονται από τα κεφάλαια II και III του παρόντος τίτλου, καθώς και στις ακόλουθες περιπτώσεις στις οποίες ο αιτών, για συγκεκριμένους και εξαιρετικούς λόγους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα ανωτέρω κεφάλαια:

α)

για τις δραστηριότητες του παραρτήματος IV, όταν ο μετανάστης δεν πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 17, 18 και 19·

β)

για ιατρούς βασικής εκπαίδευσης, ειδικευμένους ιατρούς, νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρους, ειδικευμένους οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, μαίες/μαιευτές, φαρμακοποιούς και αρχιτέκτονες, όταν ο μετανάστης δεν πληροί τις απαιτήσεις ουσιαστικής και νόμιμης επαγγελματικής άσκησης που αναφέρονται στα άρθρα 23, 27, 33, 37, 39, 43 και 49·

γ)

για αρχιτέκτονες, όταν ο μετανάστης είναι κάτοχος τίτλου εκπαίδευσης που δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα V, σημείο 5.7·

δ)

υπό την επιφύλαξη των άρθρων 21 παράγραφος 1, 23 και 27, για ιατρούς, νοσοκόμους, οδοντιάτρους, κτηνιάτρους, μαίες/μαιευτές, φαρμακοποιούς και αρχιτέκτονες, οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.2.2, 5.3.2, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1, αποκλειστικά και μόνο για την αναγνώριση της συγκεκριμένης ειδικότητας·

ε)

για νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη και ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2, όταν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη·

στ)

για ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη, όταν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι σχετικές επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, ειδικευμένους νοσοκόμους που δεν έχουν εκπαιδευθεί ως νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη ή ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση τίτλου εκ των περιλαμβανομένων στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2·

ζ)

για τους μετανάστες που πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 3.

Άρθρο 11

Επίπεδα προσόντων

Για την εφαρμογή του άρθρου 13, ορίζονται τα ακόλουθα τέσσερα επίπεδα επαγγελματικών προσόντων.

α)

βεβαίωση επάρκειας που χορηγείται από αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους, βάσει:

i)

είτε εκπαίδευσης που δεν αποτελεί μέρος πιστοποιητικού ή διπλώματος κατά την έννοια των στοιχείων β), γ), δ) ή ε) ή ειδικής εξέτασης χωρίς προηγούμενη εκπαίδευση, ή της άσκησης του επαγγέλματος σε ένα κράτος μέλος με πλήρη απασχόληση επί τρία συναπτά έτη ή επί ισοδύναμο χρονικό διάστημα με μειωμένο ωράριο, κατά την τελευταία δεκαετία,

ii)

είτε γενικής πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που πιστοποιεί ότι ο κάτοχός της έχει αποκτήσει γενικές γνώσεις.

β)

πιστοποιητικό που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση κύκλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης,

i)

είτε γενικής εκπαίδευσης, συμπληρωμένου με κύκλο σπουδών ή επαγγελματικής εκπαίδευσης άλλον από εκείνους περί των οποίων το στοιχείο γ) ή/και με την επιπλέον αυτού του κύκλου σπουδών απαιτούμενη πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος,

ii)

είτε τεχνικής ή επαγγελματικής εκπαίδευσης, συμπληρωμένου ενδεχομένως με κύκλο σπουδών ή επαγγελματικής εκπαίδευσης από εκείνους περί των οποίων το στοιχείο i) ή/και με την επιπλέον αυτού του κύκλου σπουδών απαιτούμενη πρακτική άσκηση ή άσκηση του επαγγέλματος·

γ)

δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ολοκληρώθηκε επιτυχώς:

i)

είτε εκπαίδευση μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, εκτός από την αναφερόμενη στα στοιχεία δ) και ε), διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, προϋπόθεση πρόσβασης στην οποία αποτελεί κατά κανόνα, μεταξύ άλλων, η ολοκλήρωση του κύκλου δευτεροβάθμιων σπουδών που απαιτείται για την πρόσβαση στην ανώτατη ή ανώτερη εκπαίδευση ή την ολοκλήρωση ισοδύναμης σχολικής εκπαίδευσης στο δεύτερο δευτεροβάθμιο επίπεδο, καθώς και την ενδεχομένως απαιτούμενη επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών επαγγελματική κατάρτιση,

ii)

είτε, στην περίπτωση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, κύκλος εκπαίδευσης με ειδική διάρθρωση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ, ισότιμος με το επίπεδο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο ανωτέρω στοιχείο i), ο οποίος παρέχει συγκρίσιμο επαγγελματικό επίπεδο και προετοιμάζει για την ανάληψη ανάλογου επιπέδου ευθυνών και καθηκόντων. Ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙ μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εκπαίδευση που καλύπτει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην προηγούμενη φράση·

δ)

δίπλωμα που βεβαιώνει επιτυχή ολοκλήρωση της εκπαίδευσης μεταδευτεροβάθμιου επιπέδου, διάρκειας τουλάχιστον τριών και όχι άνω των τεσσάρων ετών ή ισοδύναμης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης ή άλλο ίδρυμα του αυτού εκπαιδευτικού επιπέδου, καθώς και την ενδεχομένως απαιτούμενη επιπλέον αυτού του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών επαγγελματική κατάρτιση·

ε)

δίπλωμα που πιστοποιεί ότι ο κάτοχος ολοκλήρωσε επιτυχώς κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών ελάχιστης διάρκειας τεσσάρων ετών ή αντίστοιχης διάρκειας υπό καθεστώς μερικής παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή σε άλλο ίδρυμα ανάλογου επιπέδου, καθώς και, ενδεχομένως, την επαγγελματική κατάρτιση που μπορεί να απαιτείται συμπληρωματικά προς τον εν λόγω κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών.

Άρθρο 12

Εξομοιούμενη εκπαίδευση

Εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης που πιστοποιεί εκπαίδευση του άρθρου 11, ακόμη και ως προς το οικείο επίπεδο, κάθε τίτλος εκπαίδευσης ή σύνολο τίτλων εκπαίδευσης που χορηγήθηκε από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, εφόσον πιστοποιεί επιτυχή ολοκλήρωση εκπαίδευσης εντός της Κοινότητας, έχει αναγνωριστεί από το εν λόγω κράτος μέλος ως ισοδύναμου επιπέδου και παρέχει τα ίδια δικαιώματα ανάληψης ή άσκησης επαγγέλματος, ή προετοιμάζει για την άσκηση του επαγγέλματος.

Εξομοιώνεται επίσης προς αυτόν τον τίτλο εκπαίδευσης, υπό τους ίδιους όρους με τους προβλεπόμενους στο πρώτο εδάφιο, κάθε επαγγελματικό προσόν που, χωρίς να πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής σχετικά με την ανάληψη ή την άσκηση ενός επαγγέλματος, παρέχει στον κάτοχό του κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει των εν λόγω διατάξεων. Τούτο ισχύει ιδίως εάν το κράτος μέλος καταγωγής αυξήσει το επίπεδο εκπαίδευσης που απαιτείται για την εισδοχή σε επάγγελμα και την άσκησή του και εάν κάποιος που έχει παλαιότερα εκπαιδευθεί κατά τρόπον που δεν ικανοποιεί τις νέες απαιτήσεις, απολαμβάνει κεκτημένα δικαιώματα λόγω εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων· στην περίπτωση αυτή η παλαιότερη εκπαίδευση θεωρείται από το κράτος μέλος υποδοχής, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 13, αντίστοιχη με το επίπεδο της νέας εκπαίδευσης.

Άρθρο 13

Προϋποθέσεις αναγνώρισης

1.   Εάν σε ένα κράτος μέλος υποδοχής απαιτείται για την ανάληψη ή την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος η κατοχή συγκεκριμένων επαγγελματικών προσόντων, η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους παρέχει την δυνατότητα ανάληψης του οικείου επαγγέλματος και της άσκησής του, υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που ισχύουν για τους υπηκόους του, στους αιτούντες που είναι κάτοχοι της βεβαίωσης επάρκειας ή του τίτλου εκπαίδευσης που απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την ανάληψη ή την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος στην επικράτειά του.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

να έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους·

β)

να βεβαιώνουν επίπεδο επαγγελματικών προσόντων τουλάχιστον ισοδύναμο με το αμέσως προηγούμενο επίπεδο εκείνου που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 11.

2.   Η δυνατότητα ανάληψης του επαγγέλματος και η άσκησή του, που αναφέρονται στην παράγραφο 1, παρέχονται επίσης στους αιτούντες που έχουν ασκήσει το επάγγελμα που εξετάζεται στην εν λόγω παράγραφο με πλήρη απασχόληση επί δύο έτη κατά την τελευταία δεκαετία, σε άλλο κράτος μέλος που δεν κατοχυρώνει νομοθετικά το εν λόγω επάγγελμα, και οι οποίοι διαθέτουν μία ή περισσότερες βεβαιώσεις επάρκειας ή έναν ή περισσότερους τίτλους εκπαίδευσης.

Οι βεβαιώσεις επάρκειας ή οι τίτλοι εκπαίδευσης πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχουν χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει οριστεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους·

β)

βεβαιώνουν επίπεδο επαγγελματικών προσόντων τουλάχιστον ισοδύναμο προς το αμέσως προηγούμενο επίπεδο εκείνου που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 11·

γ)

πιστοποιούν την προετοιμασία του αιτούντος για την άσκηση του οικείου επαγγέλματος.

Δεν επιτρέπεται, ωστόσο, να απαιτείται η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο διετής επαγγελματική πείρα, όταν ο τίτλος ή οι τίτλοι εκπαίδευσης που κατέχει ο αιτών πιστοποιούν εκπαίδευση και κατάρτιση νομοθετικά κατοχυρωμένη κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ) στα επίπεδα προσόντων που περιγράφονται στο άρθρο 11 στοιχεία β), γ), δ) ή ε). Ως νομοθετικά κατοχυρωμένος κύκλος εκπαίδευσης και κατάρτισης στο επίπεδο που περιγράφεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ) θεωρείται ιδίως ο αναφερόμενος στο παράρτημα ΙΙΙ. Ο κατάλογος του παραρτήματος ΙΙΙ μπορεί να τροποποιηθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη εκπαίδευση που παρέχει ανάλογο επαγγελματικό επίπεδο και που προετοιμάζει τον εκπαιδευόμενο για ανάλογο επίπεδο ευθυνών και καθηκόντων.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β) και την παράγραφο 2 στοιχείο β), το κράτος μέλος υποδοχής επιτρέπει την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, όταν η ανάληψη του εν λόγω επαγγέλματος στο έδαφός του προϋποθέτει την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που επιβεβαιώνει την επιτυχή ολοκλήρωση κύκλου ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης διάρκειας τεσσάρων ετών και ο αιτών διαθέτει τίτλο εκπαίδευσης που αναφέρεται στο άρθρο 11 στοιχείο γ).

Άρθρο 14

Αντισταθμιστικά μέτρα

1.   Το άρθρο 13 δεν κωλύει το κράτος μέλος υποδοχής να απαιτεί από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής επί τρία έτη, κατ' ανώτατο όριο, ή την υποβολή σε δοκιμασία επάρκειας σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης που επικαλείται δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφοι 1 ή 2, είναι μικρότερη κατά τουλάχιστον ένα έτος από εκείνη που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής·

β)

εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τον απαιτούμενο τίτλο εκπαίδευσης στο κράτος μέλος υποδοχής·

γ)

εφόσον το νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος μέλος υποδοχής περιλαμβάνει μία ή περισσότερες νομοθετικώς κατοχυρωμένες επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες δεν υπάρχουν στο αντίστοιχο επάγγελμα στο κράτος μέλος καταγωγής του αιτούντος κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 και εφόσον η εν λόγω διαφορά συνίσταται στη συγκεκριμένη εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής και η οποία αφορά τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικούς από εκείνους που καλύπτονται από τη βεβαίωση επάρκειας ή τον τίτλο εκπαίδευσης που διαθέτει ο αιτών.

2.   Εάν το κράτος μέλος υποδοχής κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να παρέχει στον αιτούντα την ευχέρεια επιλογής μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας.

Εφόσον κράτος μέλος φρονεί ότι, για ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, είναι απαραίτητη η παρέκκλιση από την επιλογή που παρέχεται στον αιτούντα μεταξύ της πρακτικής άσκησης προσαρμογής και της δοκιμασίας επάρκειας δυνάμει του πρώτου εδαφίου, ενημερώνει σχετικώς εκ των προτέρων τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, προσκομίζοντας κατάλληλη αιτιολόγηση για την εν λόγω παρέκκλιση.

Εάν η Επιτροπή, αφού λάβει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες, θεωρεί ότι η εξεταζόμενη στο δεύτερο εδάφιο παρέκκλιση δεν ενδείκνυται ή δεν συνάδει προς την κοινοτική νομοθεσία, ζητεί από το οικείο κράτος μέλος, εντός τριών μηνών, να αρνηθεί να λάβει το εξεταζόμενο μέτρο. Ελλείψει αντίδρασης εκ μέρους της Επιτροπής κατά το πέρας της εν λόγω προθεσμίας, η παρέκκλιση δύναται να εφαρμοστεί.

3.   Κατά παρέκκλιση της αρχής που αναφέρεται στην παράγραφο 2, σύμφωνα με την οποία ο αιτών έχει το δικαίωμα επιλογής, όσον αφορά τα επαγγέλματα για την άσκηση των οποίων απαιτείται συγκεκριμένη γνώση του εθνικού δικαίου και των οποίων ουσιαστικό και σταθερό στοιχείο της επαγγελματικής δραστηριότητας είναι η παροχή συμβουλών ή/και βοήθειας σχετικά με το εθνικό δίκαιο, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να ορίζει είτε περίοδο προσαρμογής είτε δοκιμασία επάρκειας.

Αυτό ισχύει επίσης στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 στοιχεία β) και γ), δ) σχετικά με τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους, στ) εάν ο μετανάστης ζητεί αναγνώριση σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο οι οικείες επαγγελματικές δραστηριότητες ασκούνται από νοσοκόμους υπεύθυνους για την παροχή γενικής περίθαλψης ή ειδικευμένους νοσοκόμους οι οποίοι είναι κάτοχοι τίτλου εκπαίδευσης ειδικότητος που πρέπει να ακολουθεί μετά την εκπαίδευση για την απόκτηση των τίτλων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα V, σημείο 5.2.2 και στο άρθρο 10 στοιχείο ζ).

Στις περιπτώσεις που καλύπτονται από το άρθρο 10 α), το κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει περίοδο προσαρμογής ή δοκιμασία επάρκειας όταν ο μετανάστης προτίθεται να ασκήσει, ως αυτοαπασχολούμενος ή ως διευθυντής επιχειρήσεως, επαγγελματικές δραστηριότητες οι οποίες απαιτούν τη γνώση και εφαρμογή ισχυόντων ειδικών εθνικών κανόνων, στο μέτρο που η γνώση και εφαρμογή των εθνικών αυτών κανόνων απαιτούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για την πρόσβαση των υπηκόων του στη σχετική δραστηριότητα.

4.   Για λόγους εφαρμογής της παραγράφου 1 στοιχεία β) και γ), νοούνται ως «τομείς γνώσεων ουσιωδώς διαφορετικοί» οι τομείς των οποίων η γνώση είναι απαραίτητη για την άσκηση του επαγγέλματος και ως προς τους οποίους η εκπαίδευση που έχει λάβει ο μετανάστης παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά τη διάρκεια ή το περιεχόμενο σε σχέση με την εκπαίδευση που απαιτείται στο κράτος μέλος υποδοχής.

5.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται δεόντως τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας. Ειδικότερα, εάν το κράτος μέλος υποδοχής προτίθεται να απαιτήσει από τον αιτούντα την πραγματοποίηση πρακτικής άσκησης προσαρμογής ή την υποβολή του σε δοκιμασία επάρκειας, πρέπει κατ' αρχάς να εξακριβώσει κατά πόσον οι γνώσεις που έχει αποκτήσει ο αιτών κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας του σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα είναι ικανές να καλύψουν, πλήρως ή μερικώς, την ουσιώδη διαφορά για την οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 4.

Άρθρο 15

Απαλλαγή από αντισταθμιστικά μέτρα λόγω κοινών βάσεων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως «κοινές βάσεις» ορίζονται σειρές κριτηρίων επαγγελματικών προσόντων, κατάλληλων ώστε να αντισταθμίζουν τις ουσιαστικές διαφορές που έχει διαπιστωθεί ότι υπάρχουν μεταξύ των διάφορων κρατών μελών ως προς τις απαιτήσεις εκπαίδευσης για ένα δεδομένο επάγγελμα. Οι ουσιαστικές αυτές διαφορές προσδιορίζονται με συγκρίσεις της διάρκειας και του περιεχομένου της εκπαίδευσης στα δύο τρίτα τουλάχιστον των κρατών μελών, στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα κράτη μέλη που κατοχυρώνουν νομοθετικά το συγκεκριμένο επάγγελμα. Οι διαφορές όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης μπορεί να προκύπτουν από σημαντικές διαφορές όσον αφορά το πεδίο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

2.   Οι κοινές βάσεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, μπορούν να υποβληθούν στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη ή επαγγελματικές ενώσεις ή επαγγελματικούς οργανισμούς που είναι αντιπροσωπευτικοί σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Εάν η Επιτροπή, έπειτα από διαβούλευση με τα κράτη μέλη, κρίνει ότι ένα σχέδιο κοινής βάσης διευκολύνει την αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, μπορεί να υποβάλει σχέδια μέτρων ενόψει της θέσπισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2.

3.   Εάν τα επαγγελματικά προσόντα του αιτούντος πληρούν τα κριτήρια που προβλέπονται στο μέτρο το οποίο θεσπίσθηκε κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, το κράτος μέλος υποδοχής δεν εφαρμόζει τα αντισταθμιστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14.

4.   Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν θίγουν την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για την άσκηση επαγγελμάτων στην επικράτειά τους καθώς και το περιεχόμενο και την οργάνωση των συστημάτων τους γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης.

5.   Εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι τα κριτήρια που περιέχονται σε μέτρο το οποίο έχει θεσπισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεν παρέχουν πλέον τα απαραίτητα εχέγγυα ως προς τα επαγγελματικά προσόντα, το γνωστοποιεί στην Επιτροπή, η οποία υποβάλλει, ενδεχομένως, σχέδιο μέτρων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2.

6.   Μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία του παρόντος άρθρου και, εφόσον είναι απαραίτητο, κατάλληλες προτάσεις για την τροποποίηση του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Αναγνώριση της επαγγελματικής πείρας

Άρθρο 16

Απαιτήσεις σχετικά με την επαγγελματική πείρα

Εφόσον, σε ένα κράτος μέλος, η ανάληψη ή η άσκηση μίας από τις δραστηριότητες του παραρτήματος IV εξαρτάται από την κατοχή γενικών εμπορικών ή επαγγελματικών γνώσεων και ικανοτήτων, το συγκεκριμένο κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη των εν λόγω γνώσεων και ικανοτήτων την προηγούμενη άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος. Ο αιτών πρέπει να έχει πραγματοποιήσει την άσκηση αυτή σύμφωνα με τα άρθρα 17, 18 και 19.

Άρθρο 17

Δραστηριότητες του καταλόγου Ι του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο Ι του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί έξι συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί τέσσερα συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον πέντε έτη·

ε)

είτε επί πέντε συναπτά έτη ως διευθυντικό στέλεχος, εκ των οποίων επί τρία τουλάχιστον συναπτά έτη επιφορτισμένος με καθήκοντα τεχνικής φύσεως και υπεύθυνος για ένα τουλάχιστον τμήμα της επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και δ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

3.   Για δραστηριότητες της ομάδας ex 855 της ονοματολογίας ΔΤΤΒ, κομμωτήρια, η παράγραφος 1 στοιχείο ε) δεν εφαρμόζεται.

Άρθρο 18

Δραστηριότητες του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙΙ του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί πέντε συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί τέσσερα συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι για την εν λόγω δραστηριότητα έχει προηγουμένως λάβει τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον πέντε έτη,

ε)

είτε επί πέντε συναπτά έτη με την ιδιότητα του μισθωτού, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον τριετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

στ)

είτε επί έξι συναπτά έτη με την ιδιότητα του μισθωτού, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως τουλάχιστον διετή εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και δ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

Άρθρο 19

Δραστηριότητες του καταλόγου IΙΙ του παραρτήματος IV

1.   Στην περίπτωση δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ΙΙΙ του παραρτήματος IV, η προηγούμενη άσκηση της οικείας δραστηριότητας πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί:

α)

είτε επί τρία συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης·

β)

είτε επί δύο συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα·

γ)

είτε επί δύο συναπτά έτη με την ιδιότητα του αυτοαπασχολούμενου ή του διευθυντή επιχείρησης, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι έχει ασκήσει ως μισθωτός την συγκεκριμένη δραστηριότητα επί τουλάχιστον τρία έτη·

δ)

είτε επί τρία συναπτά έτη ως μισθωτός, εφόσον ο δικαιούχος αποδείξει ότι, για την συγκεκριμένη δραστηριότητα, έχει λάβει προηγουμένως εκπαίδευση, η οποία βεβαιώνεται με πιστοποιητικό αναγνωρισμένο από το κράτος μέλος ή κρίνεται απολύτως έγκυρη από αρμόδιο επαγγελματικό φορέα.

2.   Στις περιπτώσεις των στοιχείων α) και γ), η εν λόγω δραστηριότητα δεν πρέπει να έχει παύσει να ασκείται για διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου στην αρμόδια αρχή για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 56.

Άρθρο 20

Τροποποίηση του καταλόγου των δραστηριοτήτων του παραρτήματος IV

Οι κατάλογοι των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα IV και αποτελούν αντικείμενο αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας δυνάμει του άρθρου 16, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να ενημερωθεί ή να διευκρινιστεί η ονοματολογία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οιαδήποτε αλλαγή των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις εκάστοτε κατηγορίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 21

Αρχή της αυτόματης αναγνώρισης

1.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, οι οποίοι εμφαίνονται στο παράρτημα V υπό τα σημεία, αντιστοίχως, 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.6.2 και 5.7.1, εφόσον πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης για τους οποίους γίνεται αντιστοίχως λόγος στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 44 και 46, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο.

Οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης πρέπει να χορηγούνται από τους αρμόδιους φορείς των κρατών μελών και να συνοδεύονται, ενδεχομένως, από τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.6.2 και 5.7.1 αντίστοιχα.

Οι διατάξεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 23, 27, 33, 37, 39 και 49.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει, για την άσκηση δραστηριοτήτων γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, τους τίτλους εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημείο 5.1.4 και χορηγούνται σε υπηκόους των κρατών μελών από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τις ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαίδευσης του άρθρου 28.

Η διάταξη του πρώτου εδαφίου ισχύει με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 30.

3.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους μαιευτικής εκπαίδευσης που χορηγούνται στους υπηκόους κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη και οι οποίοι παρατίθενται στο παράρτημα V, σημείο 5.5.2, πληρούν τους ελάχιστους όρους εκπαίδευσης του άρθρο 40 και τους όρους εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 41, παρέχοντάς τους την ίδια ισχύ, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτειά του, με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο. Η παρούσα διάταξη ισχύει με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 23 και 43.

4.   Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αποδώσουν ισχύ στους τίτλους εκπαίδευσης περί των οποίων το παράρτημα V, σημείο 5.6.2 για τη δημιουργία νέων φαρμακείων ανοικτών στο κοινό. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, νοούνται επίσης ως νέα τα φαρμακεία που άνοιξαν εντός των τριών τελευταίων ετών.

5.   Οι αναφερόμενοι στο παράρτημα V, σημείο 5.7.1, τίτλοι εκπαίδευσης αρχιτέκτονα που αποτελούν αντικείμενο αυτόματης αναγνώρισης δυνάμει της παραγράφου 1 πιστοποιούν εκπαίδευση η οποία ξεκίνησε το νωρίτερο κατά τη διάρκεια του κρίσιμου ακαδημαϊκού έτους που αναφέρεται στο εν λόγω παράρτημα.

6.   Κάθε κράτος μέλος εξαρτά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή και φαρμακοποιού από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης που αναφέρεται αντιστοίχως στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, διασφαλίζοντας ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαίδευσής του, και όταν ενδείκνυται, τις γνώσεις και τις δεξιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, 3 στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3, και στο άρθρο 44 παράγραφος 3.

Οι γνώσεις και οι δεξιότητες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 24 παράγραφος 3, στο άρθρο 31 παράγραφος 6, στο άρθρο 34 παράγραφος 3, στο άρθρο 38 παράγραφος 3, στο άρθρο 40 παράγραφος 3 και στο άρθρο 44 παράγραφος 3, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, προκειμένου να προσαρμοστούν στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η ενημέρωση αυτή δεν πρέπει να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των ισχυουσών νομοθετικών αρχών σχετικά με το νομικό καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

7.   Κάθε κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζει για τη χορήγηση τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα που καλύπτεται από το παρόν κεφάλαιο. Επί πλέον, η γνωστοποίηση αυτή απευθύνεται στα άλλα κράτη μέλη, ως απόδειξη των τίτλων εκπαίδευσης στον τομέα που αναφέρεται στο τμήμα 8.

Η Επιτροπή προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επισημαίνοντας τις ονομασίες που έχουν υιοθετήσει τα κράτη μέλη για τους τίτλους εκπαίδευσης, καθώς και, ενδεχομένως, το φορέα που χορηγεί τον τίτλο εκπαίδευσης, το πιστοποιητικό που συνοδεύει τον εν λόγω τίτλο και τον αντίστοιχο επαγγελματικό τίτλο, ο οποίος αναφέρεται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2, 5.6.2 και 5.7.1 αντίστοιχα.

Άρθρο 22

Κοινές διατάξεις σχετικά με την εκπαίδευση

Όσον αφορά την εκπαίδευση περί της οποίας τα άρθρα 24, 25, 28, 31, 34, 35, 38, 40, 44 και 46:

α)

τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την εκπαίδευση μερικής παρακολούθησης, υπό τις προϋποθέσεις που θεσπίζουν οι αρμόδιες αρχές· οι αρχές αυτές μεριμνούν προκειμένου η συνολική διάρκεια, το επίπεδο και η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής να μην είναι χαμηλότερου επιπέδου από ότι ισχύει για την εκπαίδευση με πλήρη παρακολούθηση·

β)

σύμφωνα με τις ιδιαίτερες διαδικασίες εκάστου κράτους μέλους, η συνεχής εκπαίδευση και κατάρτιση εξασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους ενημερώνονται για τις επαγγελματικές εξελίξεις στο βαθμό που απαιτείται ώστε να εξακολουθούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τρόπο ασφαλή και αποτελεσματικό.

Άρθρο 23

Κεκτημένα δικαιώματα

1.   Με την επιφύλαξη των κεκτημένων δικαιωμάτων που αφορούν ειδικά τα οικεία επαγγέλματα, εφόσον οι τίτλοι εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή και ως φαρμακοποιού, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, δεν πληρούν το σύνολο των απαιτήσεων εκπαίδευσης που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 40 και 44, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από αυτά τα κράτη μέλη, με την προϋπόθεση ότι οι τίτλοι αυτοί πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση που ξεκίνησε πριν από τις κρίσιμες ημερομηνίες που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, και συνοδεύονται από πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι οι κάτοχοί τους ανέλαβαν πράγματι και νομίμως τις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

2.   Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται στους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή και ως φαρμακοποιού, οι οποίοι έχουν αποκτηθεί στην επικράτεια της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και δεν πληρούν το σύνολο των ελάχιστων απαιτήσεων εκπαίδευσης που αναφέρονται στα άρθρα 24, 25, 31, 34, 35, 38, 40 και 44 εφόσον οι τίτλοι αυτοί πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση που ξεκίνησε πριν από:

α)

τις 3 Οκτωβρίου 1990 για τους ιατρούς βασικής εκπαίδευσης, τους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη νοσοκόμους, τους οδοντιάτρους βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένους οδοντιάτρους, τους κτηνιάτρους, τις μαίες/τους μαιευτές, τους φαρμακοποιούς και

β)

τις 3 Απριλίου 1992 για τους ειδικευμένους ιατρούς.

Οι τίτλοι εκπαίδευσης του πρώτου εδαφίου παρέχουν το δικαίωμα άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην επικράτεια της Γερμανίας υπό τους ίδιους όρους με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από τις γερμανικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο παράρτημα V, σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2.

3.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 37 παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Τσεχοσλοβακία είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Τσεχική Δημοκρατία και την Σλοβακία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, εφόσον οι αρμόδιες αρχές ενός εκ των δύο προαναφερομένων κρατών μελών βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά τους, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες, με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτά τα κράτη μέλη στο παράρτημα VI σημείο 6.2, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

4.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Σοβιετική Ένωση είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει,

α)

για την Εσθονία, πριν από τις 20 Αυγούστου 1991·

β)

για τη Λετονία, πριν από τις 21 Αυγούστου 1991·

γ)

για τη Λιθουανία, πριν από τις 11 Μαρτίου 1990,

εφόσον οι αρμόδιες αρχές ενός εκ των τριών προαναφερομένων κρατών μελών βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά τους, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες, με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτά τα κράτη μέλη, στο παράρτημα VI σημείο 6, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

Για τους τίτλους κτηνιατρικής εκπαίδευσης που είτε χορηγήθηκαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Εσθονία, πριν από τις 20 Αυγούστου 1991, η βεβαίωση που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι εσθονικές αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι ενδιαφερόμενοι έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί πέντε συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την επταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

5.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τους τίτλους εκπαίδευσης ως ιατρού, που επιτρέπουν την ανάληψη επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, ως οδοντιάτρου, ως ειδικευμένου οδοντιάτρου, ως κτηνιάτρου, ως μαίας/μαιευτή, ως φαρμακοποιού και ως αρχιτέκτονα, τους οποίους κατέχουν υπήκοοι των κρατών μελών, και είτε είχαν χορηγηθεί από την πρώην Γιουγκοσλαβία είτε η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων είχε αρχίσει, για την Σλοβενία, πριν από τις 25 Ιουνίου 1991, εφόσον οι αρμόδιες αρχές του προαναφερομένου κράτους μέλους βεβαιώνουν ότι οι τίτλοι αυτοί έχουν, στην επικράτειά του, την ίδια νομική ισχύ με τους τίτλους που οι ίδιες χορηγούν και, όσον αφορά τους αρχιτέκτονες με τους τίτλους που αναφέρονται για αυτό το κράτος μέλος στο παράρτημα VI σημείο 6, όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού βασικής εκπαίδευσης και ειδικευμένου ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή, φαρμακοποιού για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 45 παράγραφος 2, και όσον αφορά την ανάληψη και την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων αρχιτέκτονα για τις δραστηριότητες περί των οποίων το άρθρο 48.

Η βεβαίωση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό το οποίο εκδίδουν οι ίδιες αρχές, στο οποίο βεβαιώνεται ότι οι εν λόγω υπήκοοι κρατών μελών έχουν ασκήσει, πραγματικά και νομίμως, στην επικράτειά τους τις εν λόγω δραστηριότητες επί τρία συναπτά έτη τουλάχιστον κατά την πενταετία που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης του πιστοποιητικού.

6.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων οι τίτλοι εκπαίδευσης ως ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, μαίας/μαιευτή και φαρμακοποιού δεν ανταποκρίνονται στις ονομασίες που αναφέρονται για το συγκεκριμένο κράτος μέλος στο παράρτημα V σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.3, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2, τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από τα εν λόγω κράτη μέλη συνοδευόμενους από πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς.

Το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο βεβαιώνει ότι οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης πιστοποιούν επιτυχώς ολοκληρωθείσα εκπαίδευση σύμφωνη προς τα άρθρα 24, 25, 28, 31, 34, 35, 38, 40 και 44 και εξομοιώνονται από το κράτος μέλος που τους χορήγησε προς αυτούς των οποίων οι ονομασίες εμφανίζονται στο παράρτημα V σημεία 5.1.1, 5.1.2, 5.1.3, 5.1.4, 5.2.2, 5.3.2, 5.3.3, 5.4.2, 5.5.2 και 5.6.2.

Τμήμα 2

Ιατροί

Άρθρο 24

Βασική ιατρική εκπαίδευση

1.   Η εισαγωγή στη βασική ιατρική εκπαίδευση προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος ή πιστοποιητικού που παρέχει πρόσβαση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα για τις συγκεκριμένες αυτές σπουδές.

2.   Η βασική ιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον έξι έτη σπουδών ή 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης που πραγματοποιείται εντός ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου.

Όσον αφορά τα πρόσωπα που ξεκίνησαν τις σπουδές τους πριν από την 1η Ιανουαρίου 1972, η αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο εκπαίδευση δύναται να περιλαμβάνει πρακτική εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου διάρκειας έξι μηνών, πραγματοποιούμενη με πλήρη παρακολούθηση υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών.

3.   Η βασική ιατρική εκπαίδευση παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζεται η ιατρική καθώς και επαρκή κατανόηση των επιστημονικών μεθόδων, συμπεριλαμβανομένων των αρχών μετρήσεως των βιολογικών λειτουργιών, της αξιολόγησης των επιστημονικώς διαπιστωμένων γεγονότων και της ανάλυσης των δεδομένων·

β)

προσήκουσες γνώσεις της διάρθρωσης των λειτουργιών και της συμπεριφοράς του ανθρώπινου οργανισμού υγιούς ή ασθενούς, καθώς και των σχέσεων μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·

γ)

προσήκουσες γνώσεις των κλινικών θεμάτων και της κλινικής πρακτικής που να παρέχουν συνεκτική εικόνα των σωματικών και διανοητικών ασθενειών, της προληπτικής ιατρικής, της διαγνωστικής και της θεραπευτικής ιατρικής καθώς και της αναπαραγωγής του ανθρώπου·

δ)

προσήκουσα κλινική πείρα υπό κατάλληλη εποπτεία σε νοσοκομεία.

Άρθρο 25

Εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών

1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση εξαετών σπουδών στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού κύκλου που αναφέρεται στο άρθρο 24, κατά τη διάρκεια των οποίων αποκτήθηκαν οι σχετικές γνώσεις βασικής ιατρικής.

2.   Η εκπαίδευση ειδικευμένων ιατρών περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική κατάρτιση, η οποία πραγματοποιείται σε πανεπιστημιακό κέντρο, σε νοσοκομειακό και πανεπιστημιακό κέντρο ή, ενδεχομένως, σε ίδρυμα ιατρικής περίθαλψης εγκεκριμένο για το σκοπό αυτό από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ελάχιστη διάρκεια της εκπαίδευσης ειδικευμένων ιατρών του παραρτήματος V σημείο 5.1.3 να μην υπολείπεται σε διάρκεια εκείνης που αναφέρεται στο εν λόγω σημείο. Η εκπαίδευση πραγματοποιείται υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών ή φορέων και προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή του ειδικευόμενου ιατρού στη δραστηριότητα και στις ευθύνες που συνεπάγονται οι συγκεκριμένες υπηρεσίες.

3.   Η εκπαίδευση πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση σε ειδικές θέσεις που έχουν αναγνωριστεί από τις αρμόδιες αρχές. Απαιτείται η συμμετοχή στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος όπου πραγματοποιείται η εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εφημεριών, ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός να αφιερώνει στην εν λόγω πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση το σύνολο της επαγγελματικής δραστηριότητάς του καθ' όλη τη διάρκεια της εργάσιμης εβδομάδας και καθ' όλο το έτος, σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τις αρμόδιες αρχές τρόπους. Ως εκ τούτου, οι θέσεις αυτές αποτελούν αντικείμενο εύλογης αμοιβής.

4.   Τα κράτη μέλη εξαρτούν τη χορήγηση τίτλου εκπαίδευσης ειδικευμένου ιατρού από την κατοχή ενός εκ των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.1.

5.   Η ελάχιστη διάρκεια εκπαίδευσης που αναφέρεται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 δύναται να τροποποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2 προκειμένου να προσαρμοστεί στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Άρθρο 26

Ονομασίες εκπαιδεύσεων ειδικευμένων ιατρών

Οι τίτλοι εκπαίδευσης ειδικευμένων ιατρών που αναφέρονται στο άρθρο 21 είναι εκείνοι που χορηγούνται από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς του παραρτήματος V σημείο 5.1.2 και αντιστοιχούν, όσον αφορά την συγκεκριμένη εκπαίδευση, στις ισχύουσες στα διάφορα κράτη μέλη ονομασίες οι οποίες εμφανίζονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3.

Η ενσωμάτωση στο παράρτημα V σημείο 5.1.3 νέων ιατρικών ειδικοτήτων κοινών τουλάχιστον στα δύο πέμπτα των κρατών μελών, δύναται να αποφασιστεί σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, προκειμένου η παρούσα οδηγία να ενημερώνεται σύμφωνα με την εξέλιξη των εθνικών νομοθεσιών.

Άρθρο 27

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των ειδικευμένων ιατρών

1.   Κάθε κράτος μέλος υποδοχής δύναται να απαιτήσει από τους ειδικευμένους ιατρούς, των οποίων η εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικότητας με μερική παρακολούθηση διέπονταν από τις ισχύουσες κατά την 20 Ιουνίου 1975 νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, και οι οποίοι άρχισαν την εν λόγω εκπαίδευσή τους το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1983, να συνοδεύουν τους τίτλους εκπαίδευσης με πιστοποιητικό που να βεβαιώνει ότι αφιερώθηκαν πράγματι και νομίμως στις συγκεκριμένες δραστηριότητες επί τουλάχιστον τρία συναπτά έτη κατά τη διάρκεια πέντε ετών πριν από τη χορήγηση του πιστοποιητικού.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τον τίτλο ειδικευμένου ιατρού που χορηγείται στην Ισπανία στους ιατρούς που έχουν ολοκληρώσει εκπαίδευση για την απόκτηση ειδικότητας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1995 χωρίς να πληρούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο 25 ελάχιστες απαιτήσεις εκπαίδευσης, εφόσον ο εν λόγω τίτλος συνοδεύεται από πιστοποιητικό εκδοθέν από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές, το οποίο βεβαιώνει ότι ο ενδιαφερόμενος υποβλήθηκε επιτυχώς στη δοκιμασία ειδικής επαγγελματικής επάρκειας που διοργανώθηκε στο πλαίσιο εξαιρετικών μέτρων που αφορούν την αναγνώριση και αναφέρονται στο βασιλικό διάταγμα 1497/99, ώστε να εξακριβωθεί κατά πόσον ο ενδιαφερόμενος κατέχει συγκρίσιμο επίπεδο γνώσεων και δεξιοτήτων με εκείνο των ιατρών που κατέχουν τίτλους ειδικευμένου ιατρού οι οποίοι καθορίζονται, όσον αφορά την Ισπανία, στο παράρτημα V σημεία 5.1.2 και 5.1.3.

3.   Κάθε κράτος μέλος που έχει καταργήσει τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τη χορήγηση των τίτλων εκπαίδευσης ειδικευμένου ιατρού που αναφέρονται στο παράρτημα V σημεία 5.1.2 και 5.1.3 και το οποίο έχει λάβει μέτρα σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα υπέρ των υπηκόων του, αναγνωρίζει στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών το δικαίωμα να επωφελούνται των ίδιων αυτών μέτρων, στο βαθμό που οι εν λόγω τίτλοι εκπαίδευσης έχουν χορηγηθεί πριν από την ημερομηνία από την οποία το κράτος μέλος υποδοχής έπαυσε να χορηγεί τίτλους εκπαίδευσης για την οικεία ειδικότητα.

Οι ημερομηνίες κατάργησης των εν λόγω διατάξεων παρατίθενται στο παράρτημα V σημείο 5.1.3.

Άρθρο 28

Ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής

1.   Η εισαγωγή στην ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής προϋποθέτει την ολοκλήρωση και την επικύρωση εξαετών σπουδών στο πλαίσιο του κύκλου σπουδών που αναφέρεται στο άρθρο 24.

2.   Η ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής, η οποία οδηγεί στην απόκτηση τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται πριν από την 1η Ιανουαρίου 2006, διαρκεί τουλάχιστον δύο έτη με πλήρη παρακολούθηση. Όσον αφορά τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται μετά την ημερομηνία αυτή, η διάρκεια είναι τουλάχιστον τριετής με πλήρη παρακολούθηση.

Όταν ο κύκλος σπουδών που αναφέρεται στο άρθρο 24 περιλαμβάνει πρακτική εκπαίδευση που πραγματοποιείται σε εγκεκριμένο νοσοκομειακό περιβάλλον το οποίο διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό και τις απαραίτητες υπηρεσίες για τη γενική ιατρική ή σε εγκεκριμένο ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε εγκεκριμένο κέντρο στο οποίο οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη, η διάρκεια της εν λόγω πρακτικής εκπαίδευσης μπορεί να συμπεριλαμβάνεται, με ανώτατο όριο ενός έτους, στην προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο διάρκεια για τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγούνται από την 1η Ιανουαρίου 2006.

Η δυνατότητα περί της οποίας το δεύτερο εδάφιο, παρέχεται μόνο στα κράτη μέλη στα οποία η διάρκεια της ειδικής εκπαίδευσης γενικής ιατρικής ήταν διετής κατά την 1η Ιανουαρίου 2001.

3.   Η ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών ή φορέων, είναι δε περισσότερο πρακτικής παρά θεωρητικής φύσεως.

Η πρακτική εκπαίδευση παρέχεται, αφενός, επί τουλάχιστον έξι μήνες σε εγκεκριμένο νοσοκομειακό περιβάλλον που διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό και τις απαραίτητες υπηρεσίες και, αφετέρου, επί τουλάχιστον έξι μήνες σε εγκεκριμένο ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε εγκεκριμένο κέντρο στο οποίο οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη.

Η εν λόγω εκπαίδευση πραγματοποιείται με τη σύμπραξη άλλων υγειονομικών ιδρυμάτων ή φορέων που ασχολούνται με τη γενική ιατρική. Ωστόσο, με την επιφύλαξη των ελάχιστων περιόδων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, η πρακτική εκπαίδευση δύναται να παρέχεται επί έξι μήνες κατ' ανώτατο όριο σε άλλα εγκεκριμένα υγειονομικά ιδρύματα ή σε άλλους εγκεκριμένους υγειονομικούς φορείς που ασχολούνται με τη γενική ιατρική.

Η εκπαίδευση προϋποθέτει την προσωπική συμμετοχή του υποψηφίου στην επαγγελματική δραστηριότητα και στις ευθύνες των προσώπων με τα οποία εργάζεται.

4.   Τα κράτη μέλη εξαρτούν τη χορήγηση τίτλου ειδικής εκπαίδευσης γενικής ιατρικής από την κατοχή ενός εκ των τίτλων βασικής ιατρικής εκπαίδευσης που αναφέρονται στο παράρτημα V σημείο 5.1.1.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν τους τίτλους εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, σε ιατρό που δεν έχει ολοκληρώσει την προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο εκπαίδευση, αλλά ο οποίος κατέχει άλλη συμπληρωματική εκπαίδευση πιστοποιούμενη από τίτλο εκπαίδευσης που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. Ωστόσο, μπορούν να χορηγούν τίτλους εκπαίδευσης μόνο εφόσον οι εν λόγω τίτλοι πιστοποιούν γνώσεις ποιοτικώς ισοδύναμου επιπέδου με τις γνώσεις που παρέχονται από την εκπαίδευση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν ιδίως κατά πόσον η συμπληρωματική εκπαίδευση που έχει ήδη αποκτήσει ο αιτών, καθώς και η επαγγελματική πείρα του δύνανται να ληφθούν υπόψη προς αντικατάσταση της προβλεπόμενης στο παρόν άρθρο εκπαίδευσης.

Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, μόνο εάν ο αιτών έχει αποκτήσει πείρα τουλάχιστον έξι μηνών στη γενική ιατρική σε ιατρείο γενικής ιατρικής ή σε κέντρο όπου οι ιατροί παρέχουν πρωτοβάθμια ιατρική περίθαλψη, εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 3.

Άρθρο 29

Άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής

Κάθε κράτος μέλος εξαρτά, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα, την άσκηση των δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, από την κατοχή τίτλου εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τον συγκεκριμένο όρο τα άτομα που παρακολουθούν ειδική εκπαίδευση γενικής ιατρικής.

Άρθρο 30

Ειδικά κεκτημένα δικαιώματα των ιατρών γενικής ιατρικής

1.   Κάθε κράτος μέλος καθορίζει τα κεκτημένα δικαιώματα. Ωστόσο, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ως κεκτημένο το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, χωρίς τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, σε όλους τους ιατρούς οι οποίοι απολαύουν του εν λόγω δικαιώματος κατά την κρίσιμη ημερομηνία που αναφέρεται στο εν λόγω σημείο δυνάμει διατάξεων που εφαρμόζονται για το επάγγελμα του ιατρού παρέχοντας πρόσβαση στις επαγγελματικές δραστηριότητες ιατρού βασικής εκπαίδευσης, και οι οποίοι κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21 ή του άρθρου 23.

Οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους χορηγούν, κατόπιν σχετικής αίτησης, πιστοποιητικό που βεβαιώνει το δικαίωμα άσκησης των δραστηριοτήτων του ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που εφαρμόζουν, χωρίς τον τίτλο εκπαίδευσης του παραρτήματος V σημείο 5.1.4, στους ιατρούς οι οποίοι έχουν κεκτημένα δικαιώματα δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

2.   Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα πιστοποιητικά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, τα οποία χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, παρέχοντάς τους, στην επικράτειά του, την ίδια ισχύ με τους τίτλους εκπαίδευσης που χορηγεί το ίδιο και οι οποίοι επιτρέπουν την άσκηση δραστηριοτήτων ιατρού γενικής ιατρικής στο πλαίσιο του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Τμήμα 3

Νοσοκόμοι υπεύθυνοι για γενική περίθαλψη

Άρθρο 31

Εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη

1.   Η εισαγωγή στην εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη προϋποθέτει γενική σχολική εκπαίδευση δέκα ετών, η οποία βεβαιώνεται από δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές ή τους αρμόδιους φορείς ενός κράτους μέλους ή από πιστοποιητικό που βεβαιώνει την επιτυχία σε εισαγωγικές εξετάσεις, ισοδύναμου επιπέδου, στις επαγγελματικές σχολές νοσοκόμων.

2.   Η εκπαίδευση νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη πραγματοποιείται με πλήρη παρακολούθηση και περιλαμβάνει τουλάχιστον το πρόγραμμα που παρατίθεται στο παράρτημα V σημείο 5.2.1.

Οι κατάλογοι με τους τομείς γνώσεων που παρατίθενται στο παράρτημα V σημείο 5.2.1, δύνανται να τροποποιηθούν σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58 παράγραφος 2, με σκοπό την προσαρμογή τους στην επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.

Η εν λόγω ενημέρωση δεν δύναται να συνεπάγεται, για κανένα κράτος μέλος, τροποποίηση των νομοθετικών αρχών που ισχύουν για το καθεστώς των επαγγελμάτων όσον αφορά την εκπαίδευση και τους όρους πρόσβασης των φυσικών προσώπων.

3.   Η εκπαίδευση του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη περιλαμβάνει τουλάχιστον τριετείς σπουδές ή 4 600 ώρες θεωρητικής και κλινικής κατάρτισης· η θεωρητική κατάρτιση καλύπτει τουλάχιστον το ένα τρίτο και η κλινική κατάρτιση τουλάχιστον τη μισή ελάχιστη διάρκεια της εκπαίδευσης. Τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν μερική εξαίρεση σε πρόσωπα που έχουν λάβει τμήμα της υπό εξέταση εκπαίδευσης στο πλαίσιο άλλης εκπαίδευσης τουλάχιστον ισοδύναμου επιπέδου.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο φορέας που είναι επιφορτισμένος με την εκπαίδευση νοσοκόμου να είναι αρμόδιος για το συντονισμό μεταξύ της θεωρητικής και της κλινικής κατάρτισης για το σύνολο του προγράμματος σπουδών.

4.   Η θεωρητική κατάρτιση ορίζεται ως η πτυχή της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας οι υπό κατάρτιση νοσοκόμοι αποκτούν τις απαραίτητες επαγγελματικές γνώσεις, κατανόηση και δεξιότητες για το σχεδιασμό, την παροχή και την αξιολόγηση της συνολικής υγειονομικής περίθαλψης. Η εν λόγω εκπαίδευση παρέχεται από το διδακτικό προσωπικό σε θέματα νοσηλευτικής, καθώς και από άλλα αρμόδια πρόσωπα, στις νοσηλευτικές σχολές και σε άλλους χώρους κατάρτισης που επιλέγονται από το εκπαιδευτικό ίδρυμα.

5.   Η κλινική κατάρτιση ορίζεται ως η πτυχή της νοσηλευτικής εκπαίδευσης μέσω της οποίας ο υπό κατάρτιση νοσοκόμος μαθαίνει, στο πλαίσιο ομάδας, σε άμεση επαφή με υγιές ή άρρωστο άτομο ή/και σύνολο ανθρώπων (κοινότητα), να σχεδιάζει, να παρέχει και να αξιολογεί την απαιτούμενη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη βάσει των γνώσεων και των δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει. Ο εκπαιδευόμενος νοσοκόμος μαθαίνει όχι μόνο να αποτελεί μέλος μιας ομάδας, αλλά και να είναι επικεφαλής ομάδας που οργανώνει τη συνολική νοσηλευτική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής εκπαίδευσης για τα μεμονωμένα άτομα και τις μικρές ομάδες, στο πλαίσιο του υγειονομικού φορέα ή εντός της κοινότητας.

Η εν λόγω κατάρτιση πραγματοποιείται στα νοσοκομεία και σε άλλους υγειονομικούς φορείς, καθώς και στο πλαίσιο της κοινότητας, υπό την ευθύνη των διδασκόντων νοσοκόμων και με τη συνεργασία και την αρωγή άλλων ειδικευμένων νοσοκόμων. Άλλο ειδικευμένο προσωπικό μπορεί να ενσωματωθεί στη διδακτική διεργασία.

Οι υπό κατάρτιση νοσοκόμοι συμμετέχουν στις δραστηριότητες των συγκεκριμένων υπηρεσιών στο βαθμό που οι εν λόγω δραστηριότητες συμβάλλουν στην εκπαίδευσή τους, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να αποκτήσουν γνώσεις σχετικά με την ανάληψη των ευθυνών που συνεπάγεται η νοσηλευτική περίθαλψη.

6.   Η εκπαίδευση του νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ακόλουθες γνώσεις και δεξιότητες:

α)

προσήκουσες γνώσεις των επιστημών στις οποίες βασίζεται η γενική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της ικανοποιητικής γνώσεως του οργανισμού, των φυσιολογικών λειτουργιών και της συμπεριφοράς των υγιών και των ασθενών προσώπων, καθώς και των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·

β)

ικανοποιητική γνώση της φύσης και της δεοντολογίας του επαγγέλματος και των γενικών αρχών που αφορούν την υγεία και την περίθαλψη·

γ)

προσήκουσα κλινική πείρα, η οποία πρέπει να επιλέγεται για τον εκπαιδευτικό της χαρακτήρα και να έχει αποκτηθεί υπό τον έλεγχο ειδικευμένων νοσοκόμων και σε χώρους όπου ο αριθμός του ειδικευμένου προσωπικού και ο εξοπλισμός είναι κατάλληλοι για την περίθαλψη των ασθενών από νοσοκόμους·

δ)

ικανότητα συμμετοχής στην εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία από τη συνεργασία με το προσωπικό αυτό·

ε)

εμπειρία από τη συνεργασία με άλλους επαγγελματίες του υγειονομικού τομέα.

Άρθρο 32

Άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι επαγγελματικές δραστηριότητες νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη είναι οι δραστηριότητες που ασκούνται βάσει των επαγγελματικών τίτλων του παραρτήματος V σημείο 5.2.2.

Άρθρο 33

Ιδιαίτερα κεκτημένα δικαιώματα των νοσοκόμων υπεύθυνων για γενική περίθαλψη

1.   Εφόσον οι γενικοί κανόνες των κεκτημένων δικαιωμάτων εφαρμόζονται στους νοσοκόμους υπεύθυνους για γενική περίθαλψη, οι δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 23 πρέπει να περιλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τον προγραμματισμό, την οργάνωση και τη χορήγηση νοσηλευτικής περίθαλψης στον ασθενή.

2.   Όσον αφορά τους πολωνικούς τίτλους εκπαίδευσης ως νοσοκόμου υπεύθυνου για γενική περίθαλψη, σχετικά με τα κεκτημένα δικαιώματα ισχύουν μόνον οι παρακάτω διατάξεις περί κεκτημένων δικαιωμάτων. Για τους υπηκ