Help Print this page 
Title and reference
Η προδικαστική παραπομπή

Summaries of EU legislation: direct access to the main summaries page.
Languages and formats available
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html ES html CS html DA html DE html EL html EN html FR html IT html HU html NL html PL html PT html RO html FI html SV
Multilingual display
Text

Η προδικαστική παραπομπή

Η προδικαστική παραπομπή είναι διαδικασία η οποία ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εν λόγω διαδικασία επιτρέπει σε ένα εθνικό δικαστήριο να απευθύνει ερώτηση στο Δικαστήριο σχετικά με την ερμηνεία ή την ισχύ του ευρωπαϊκού δικαίου. Η προδικαστική παραπομπή προσφέρει έτσι έναν τρόπο να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου με την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ.

ΠΡΆΞΗ

Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων [Επίσημη Εφημερίδα C 338 της 6.11.2012].

ΣΎΝΟΨΗ

Η προδικαστική παραπομπή συγκαταλέγεται μεταξύ των διαδικασιών που μπορούν να ασκηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Η διαδικασία αυτή αφορά τους εθνικούς δικαστές των κρατών μελών. Οι εν λόγω δικαστές μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο προκειμένου να απευθύνουν ερώτηση για την ερμηνεία ή την ισχύ του ευρωπαϊκού δικαίου σε εκκρεμή υπόθεση.

Συνεπώς, αντίθετα με τις άλλες δικαστικές διαδικασίες, η προδικαστική παραπομπή δεν είναι προσφυγή κατά ευρωπαϊκής ή εθνικής πράξης, αλλά μια ερώτηση που τίθεται για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου.

Η προδικαστική παραπομπή ευνοεί επομένως την ενεργητική συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου και την ομοιόμορφη εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου σε όλη την ΕΕ.

Το 2012, το Δικαστήριο εξέδωσε συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια, οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές, αλλά επιδιώκουν να συμπληρώσουν τον Κανονισμό Διαδικασίας του Δικαστηρίου (άρθρα 93 έως 118). Οι εν λόγω συστάσεις αποσκοπούν επίσης στην καθοδήγηση των δικαστηρίων των κρατών μελών ως προς τη σκοπιμότητα της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων και στην παροχή πρακτικών υποδείξεων όσον αφορά τη μορφή και τα αποτελέσματα της υποβολής τέτοιων ερωτημάτων.

Φύση της προδικαστικής παραπομπής

Κάθε εθνικό δικαστήριο, το οποίο έχει κληθεί να εκδικάσει μια διαφορά στο πλαίσιο της οποίας η εφαρμογή ενός κανόνα του ευρωπαϊκού δικαίου εγείρει ερωτήματα (κύρια διαφορά), μπορεί να αποφασίσει να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για την επίλυση αυτών των ερωτημάτων. Υπάρχουν δύο είδη προδικαστικής παραπομπής:

  • παραπομπή για την ερμηνεία ευρωπαϊκού κανόνα (πρωτογενές δίκαιο και παράγωγο δίκαιο): ο εθνικός δικαστής ζητάει από το Δικαστήριο να διευκρινίσει ένα σημείο ερμηνείας τού ευρωπαϊκού δικαίου, ώστε να μπορέσει να το εφαρμόσει σωστά·
  • παραπομπή σχετικά με το κύρος ευρωπαϊκού κανόνα παράγωγου δικαίου: ο εθνικός δικαστής ζητάει από το Δικαστήριο να ελέγξει το κύρος μίας πράξης ευρωπαϊκού δικαίου.

Η προδικαστική παραπομπή αποτελεί επομένως μια παραπομπή από δικαστή σε δικαστή. Έστω και αν μπορεί να ζητείται από ένα διάδικο, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να λάβει την απόφαση παραπομπής στο Δικαστήριο.

Υπό αυτή την έννοια, το άρθρο 267 της συνθήκης για τη λειτουργίας της ΕΕ (ΣΛΕΕ) αναφέρει ότι τα εθνικά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, ήτοι των οποίων οι αποφάσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής, οφείλουν να ασκήσουν προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο, εκτός εάν υπάρχει ήδη νομολογία ή εάν ο τρόπος ερμηνείας του οικείου κανόνα δικαίου της ΕΕ είναι προφανής.

Αντίθετα, τα εθνικά δικαστήρια που δεν εκδίδουν αποφάσεις τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δεν οφείλουν να ασκήσουν την εν λόγω παραπομπή, ακόμη και εάν το ζητήσει ένας από τους διάδικους.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να προσφύγουν αυθορμήτως στο Δικαστήριο σε περίπτωση αμφιβολίας για την ερμηνεία μίας ευρωπαϊκής διάταξης. Εντούτοις, οφείλουν να ασκήσουν προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο, όταν έχουν αμφιβολίες για το κύρος πράξης που έχει εκδοθεί από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης.

Το Δικαστήριο αποφαίνεται μόνον επί των συστατικών στοιχείων της προδικαστικής παραπομπής τα οποία έχουν τεθεί στην κρίση του. Το εθνικό δικαστήριο εξακολουθεί επομένως να είναι αρμόδιο επί της κύριας διαφοράς.

Κατ’ αρχήν, το Δικαστήριο οφείλει να απαντά στο ερώτημα που του υποβάλλεται. Δεν είναι δυνατόν να αρνηθεί να απαντήσει για το λόγο ότι η απάντηση αυτή δεν θα ήταν ούτε σχετική ούτε σκόπιμη υπό το πρίσμα της κύριας διαφοράς. Μπορεί, αντιθέτως, να αρνηθεί να απαντήσει εάν το ερώτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.

Ταχεία διαδικασία και επείγουσα διαδικασία

Το Δικαστήριο αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει τις εν λόγω διαδικασίες, καταρχήν, βάσει αιτιολογημένου αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 23α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, προδικαστική παραπομπή μπορεί να υπαχθεί σε ταχεία διαδικασία, όταν η φύση και ειδικές συνθήκες της υπόθεσης απαιτούν ταχεία εξέταση.

Επείγουσα προδικαστική διαδικασία εφαρμόζεται μόνο σε τομείς που σχετίζονται με την ελευθερία, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη. Η εν λόγω διαδικασία περιορίζει ιδίως τον αριθμό των διαδίκων που έχουν δυνατότητα να καταθέσουν γραπτές παρατηρήσεις και, σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, παρέχει τη δυνατότητα να παραλειφθεί το στάδιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.

Αποτελέσματα των προδικαστικών παραπομπών για την εθνική δίκη

Η υποβολή προδικαστικής παραπομπής συνεπάγεται αναστολή της εθνικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Δικαστήριο.

Γενικό πεδίο εφαρμογής των προδικαστικών αποφάσεων

Η απόφαση του Δικαστηρίου έχει ισχύ δεδικασμένου. Είναι αναγκαστικής ισχύος όχι μόνο για το εθνικό δικαστήριο το οποίο προέβη στην προδικαστική παραπομπή αλλά επίσης για όλα τα δικαστήρια των κρατών μελών.

Εάν μια ευρωπαϊκή πράξη κηρυχθεί άκυρη στο πλαίσιο μιας προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το κύρος της, όλες οι πράξεις που εκδόθηκαν βάσει αυτής είναι επίσης άκυρες. Εναπόκειται, επομένως, στα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα να εκδώσουν νέα πράξη για τη θεραπεία της κατάστασης.

ΣΥΝΑΦΕΊΣ ΠΡΆΞΕΙΣ

Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 2012 [ΕΕ L 265 της 29.09.2012], όπως τροποποιήθηκε στις 18 Ιουνίου 2013 [ΕΕ L 173 της 26.06.2013, σ. 65].

Ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης: 15.01.2014

Top