Help Print this page 

Document 62016CC0419

Title and reference
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα N. Wahl της 13ης Σεπτεμβρίου 2017.
  • ECLI identifier: ECLI:EU:C:2017:677
Languages and formats available
Multilingual display
Text

Προσωρινό κείμενο

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

NILS WAHL

της 13ης Σεπτεμβρίου 2017 (1)

Υπόθεση C‑419/16

Sabine Simma Federspiel

κατά

Provincia autonoma di Bolzano

Equitalia Nord SpA

[αίτηση του Tribunale di Bolzano/Landesgericht Bozen (περιφερειακού δικαστηρίου του Bolzano, Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Ιατροί – Οδηγία 75/363/ΕΟΚ – Αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής – Απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας – Αμοιβή κατά την περίοδο της εκπαιδεύσεως – Υποχρέωση εργασίας για τη δημόσια υπηρεσία υγείας για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών εντός της δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας – Άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ – Έννοια του περιορισμού – Αιτιολόγηση – Αναλογικότητα»





I.      Εισαγωγή

1.        Η υπό κρίση υπόθεση αφορά ένδικη διαφορά μεταξύ της Sabine Simma Federspiel (στο εξής: S. Simma Federspiel) και της Provincia Autonoma di Bolzano (Αυτόνομης Επαρχίας του Bolzano, Ιταλία, στο εξής: Επαρχία), σχετικά με την επιστροφή ποσού 68 515,24 ευρώ, πλέον τόκων.

2.        Η S. Simma Federspiel έλαβε από την Επαρχία υποτροφία σπουδών για την πραγματοποίηση ιατρικής ειδικότητας πλήρους απασχολήσεως στο πανεπιστήμιο του Innsbruck στην Αυστρία. Για να λάβει την υποτροφία, η οποία θα της επέτρεπε να ειδικευθεί στους τομείς της νευρολογίας και της ψυχιατρικής, η S. Simma Federspiel υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση, μετά την ολοκλήρωση της εκπαιδεύσεώς της στην Αυστρία, να εργαστεί για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας. Επίσης, δέχθηκε ότι, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, η Επαρχία δύναται να αξιώσει ποσοστό 70 % από τη συνολικώς καταβληθείσα υποτροφία.

3.        Συναφώς, εγείρεται το ζήτημα κατά πόσον το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει όρο που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο και εξαρτά τη χορήγηση υποτροφίας για την πραγματοποίηση ιατρικής ειδικότητας από πενταετή εργασία στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, επιβάλλει υποχρέωση επιστροφής μέρους της καταβληθείσας υποτροφίας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν ο όρος αυτός αντιβαίνει, αφενός, στην οδηγία 75/363/ΕΟΚ (2) και, αφετέρου, στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ.

4.        Στο πλαίσιο αυτό, η προκειμένη υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αποσαφηνίσει τα όρια των υποχρεώσεων που επιβάλλει η ως άνω οδηγία και να εξετάσει εκ νέου το ζήτημα τι ακριβώς συνιστά περιορισμό των θεμελιωδών ελευθεριών που κατοχυρώνονται στις Συνθήκες.

II.    Το νομικό πλαίσιο

1.      Δίκαιο της Ένωσης

5.        Η οδηγία 75/363 συντονίζει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών. Καθορίζει τα πρότυπα που οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη όσον αφορά την οργάνωση της ιατρικής εκπαιδεύσεως στις αντίστοιχες επικράτειές τους.

6.        Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/363 διευκρινίζει ότι, προς εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής κατά την έννοια της οδηγίας 75/362 (3), η ομοιότητα που υπάρχει στα εκπαιδευτικά συστήματα επιτρέπει να περιορισθεί ο συντονισμός ως προς τον τομέα αυτό στην απαίτηση να πληρούνται ορισμένες ελάχιστες προδιαγραφές, και να αφεθεί κατά τα λοιπά στα κράτη μέλη η ελευθερία οργανώσεως του εκπαιδευτικού συστήματος.

7.        Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη καθιστά σαφές ότι, ενόψει της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής ειδικότητος και προκειμένου να τοποθετηθεί το σύνολο των υπηκόων των κρατών μελών που ασκούν το επάγγελμα επί ίσης βάσεως εντός της Ένωσης, παρίσταται αναγκαίος κάποιος συντονισμός των προϋποθέσεων ειδικεύσεως των ιατρών. Προς τούτο, όπως επισημαίνεται στην ίδια αιτιολογική σκέψη, πρέπει να προβλεφθούν ορισμένα ελάχιστα κριτήρια που να αφορούν την πρόσβαση στην ειδίκευση, την ελάχιστη διάρκεια αυτής, τον τρόπο και τον τόπο όπου πρέπει να πραγματοποιείται, καθώς και τον έλεγχο στον οποίο πρέπει να υπόκειται. Τέλος, στην αιτιολογική σκέψη σημειώνεται ότι τα κριτήρια αυτά αφορούν μόνο τις ειδικότητες που είναι κοινές σε όλα ή σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη.

8.        Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/363 ορίζει ποιες υποχρεώσεις επιβάλλουν τα κράτη μέλη σε πρόσωπα τα οποία προτίθενται να αποκτήσουν πτυχίο ιατρικής και να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα.

9.        Το άρθρο 2 της ίδιας οδηγίας προβλέπει τις ελάχιστες απαιτήσεις τις οποίες πρέπει να πληροί η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση τίτλου ιατρικής ειδικότητας. Συγκεκριμένα, η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου έχει ως εξής:

«Τα [κ]ράτη μέλη μεριμνούν, ώστε η εκπαίδευση που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής ειδικότητος να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στους ακόλουθους όρους:

α)      προϋποθέτει την επιτυχή περάτωση εξαετών σπουδών στο πλαίσιο του προβλεπομένου στο άρθρο 1 κύκλου σπουδών.

β)      περιλαμβάνει θεωρητική και πρακτική διδασκαλία.

γ)      πραγματοποιείται κατά πλήρη απασχόληση και υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών ή οργανισμών.

δ)      πραγματοποιείται σε πανεπιστημιακό κέντρο, σε πανεπιστημιακή κλινική ή, κατά περίπτωση, σε νοσηλευτικό ίδρυμα εγκεκριμένο για τον σκοπό αυτόν από τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς.

ε)      συνεπάγεται προσωπική συμμετοχή του υποψηφίου ειδικού ιατρού στην δραστηριότητα και στις ευθύνες των σχετικών υπηρεσιών.»

10.      Το παράρτημα, το οποίο προστέθηκε στην οδηγία 75/363 με την οδηγία 82/76, περιγράφει τα χαρακτηριστικά της ειδικεύσεως κατά πλήρη απασχόληση και της ειδικεύσεως κατά μερική απασχόληση. Ορίζει τα εξής:

«1.      Ειδίκευση κατά πλήρη απασχόληση

Πραγματοποιείται σε ατομικές θέσεις αποκτήσεως ειδικότητας αναγνωρισμένες από τις αρμόδιες αρχές.

Προϋποθέτει τη συμμετοχή στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος όπου πραγματοποιείται η εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των εφημεριών, ούτως ώστε ο ειδικευόμενος ιατρός ν’ αφιερώνει σ’ αυτήν την πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση όλη την επαγγελματική του δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας εργασίας και κατά τη διάρκεια όλου του έτους σύμφωνα με το καθοριζόμενο από τις αρμόδιες αρχές τρόπο. Κατά συνέπεια οι θέσεις αυτές είναι δεόντως αμειβόμενες.

[…]»

11.      Η οδηγία 75/363 αντικαταστάθηκε από την οδηγία 93/16/ΕΟΚ (4), η οποία ομαδοποίησε αρκετές οδηγίες σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών της υγείας. Η νομοθετική αυτή τροποποίηση δεν επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στις κρίσιμες εν προκειμένω διατάξεις.

2.      Εθνική νομοθεσία

12.      Το άρθρο 1 του Legge provinciale 3 gennaio 1986 (επαρχιακού νόμου 1/1986, στο εξής: επίμαχη ρύθμιση) (5) προβλέπει τα ακόλουθα:

«1)      Δεδομένου ότι στην [Επαρχία] δεν υπάρχει δυνατότητα αποκτήσεως ιατρικής ειδικότητας, ο αρμόδιος επαρχιακός σύμβουλος εξουσιοδοτείται, κατόπιν αποφάσεως του επαρχιακού συμβουλίου, να συνάπτει με ιταλικά πανεπιστήμια και με αρμόδιους δημόσιους φορείς της Αυστρίας, σύμφωνα με το αυστριακό δίκαιο, ειδικές συμβάσεις για τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εκπαιδεύσεως για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας, τηρουμένων σε κάθε περίπτωση των κείμενων διατάξεων της εθνικής και επαρχιακής νομοθεσίας.

2)      Η σύμβαση που συνάπτεται, κατά το προηγούμενο εδάφιο, με τους δημόσιους φορείς της Αυστρίας δύναται να προβλέπει ότι η Επαρχία καταβάλλει, ενδεχομένως, σε αυτούς τους φορείς ποσό που δεν υπερβαίνει το ανώτατο χορηγούμενο ποσό της υποτροφίας που ορίζεται στο άρθρο 3 του παρόντος, οσάκις οι φορείς καταβάλλουν αντίστοιχη αμοιβή στον ειδικευόμενο ιατρό».

13.      Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της επίμαχης ρυθμίσεως έχει ως εξής:

«Το πόσοι ιατροί ειδικοτήτων είναι απαραίτητοι για την εκπλήρωση των αναγκών της επαρχιακής υπηρεσίας υγείας καθορίζεται, ανά ειδικότητα, από το επαρχιακό συμβούλιο, σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους σκοπούς του επαρχιακού συστήματος υγείας, κατόπιν διαβουλεύσεων με τον Ordine dei medici [Ιατρικό Σύλλογο] και το Consiglio provinciale di sanità [Επαρχιακό Υγειονομικό Συμβούλιο].»

14.      Το άρθρο 3 της επίμαχης ρυθμίσεως προβλέπει τα ακόλουθα:

«1)      Το επαρχιακό συμβούλιο δύναται να προκηρύσσει διαγωνισμούς για τη χορήγηση υποτροφιών σε ιατρούς που κατοικούν στην [Επαρχία] και έχουν επαγγελματική επάρκεια για την άσκηση του ιατρικού λειτουργήματος, με σκοπό την απόκτηση προσόντων στις απαριθμούμενες στο άρθρο 2 ειδικότητες στις οποίες παρατηρείται έλλειψη. […]

2)      Η καταβολή των υποτροφιών για τις οποίες γίνεται λόγος στο προηγούμενο εδάφιο γίνεται με βάση ειδικό πίνακα ανά τίτλο ιατρικής ειδικότητας, ο οποίος καταρτίζεται με κριτήρια που καθορίζονται με απόφαση του επαρχιακού συμβουλίου. […]

3)      Το ύψος του ποσού της υποτροφίας για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας καθορίζεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και δεν δύναται σε κάθε περίπτωση να υπερβαίνει τον εισαγωγικό μισθό των εκπαιδευόμενων βοηθών του προσωπικού της υπηρεσίας υγείας.

4)      Οι επιλεγέντες δικαιούχοι της υποτροφίας για απόκτηση ιατρικής ειδικότητας διανύουν την περίοδο ειδικεύσεως στις νοσοκομειακές μονάδες που ορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.

[…]»

15.      Το άρθρο 7 της επίμαχης ρυθμίσεως ορίζει τα κάτωθι:

«1)      Οι δικαιούχοι που ορίζονται στο άρθρο 3 ή στο άρθρο 6, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εργαστούν στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της [Επαρχίας] για χρονική περίοδο που ορίζεται από το επαρχιακό συμβούλιο με κανονιστική πράξη. Η περίοδος αυτή δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από πέντε έτη και πρέπει να διανύεται εντός χρονικού διαστήματος που θα ορίζεται από την ίδια κανονιστική πράξη.

2)      Σε περίπτωση ολικής ή μερικής μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως του προηγούμενου εδαφίου, θα πρέπει να επιστρέφεται τμήμα της υποτροφίας για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας ή της καταβληθείσας αμοιβής, πλέον νομίμων τόκων. Το επιστρεπτέο ποσό καθορίζεται με απόφαση του επαρχιακού συμβουλίου δυνάμει κανονιστικής του πράξεως και δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας ή, αντιστοίχως, της αμοιβής.»

16.      Η κανονιστική πράξη προς εκτέλεση του άρθρου 7 της επίμαχης ρυθμίσεως, δηλαδή η απόφαση αριθ. 6/1988 (6) του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου, ορίζει τα ακόλουθα:

«1)      Οι δικαιούχοι των υποτροφιών ή των αμοιβών στις οποίες αναφέρονται το άρθρο 3 και το άρθρο 6, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του επαρχιακού νόμου 1 της 3ης Ιανουαρίου 1986, δεσμεύονται ότι θα εργαστούν για 5 έτη στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της [Επαρχίας], εντός της δεκαετίας που ακολουθεί την ημερομηνία αποκτήσεως της ιατρικής ειδικότητας ή ολοκληρώσεως της κλινικής πρακτικής.

2)      Η καταβολή των ποσών των υποτροφιών ή των αμοιβών προϋποθέτει την υποβολή ειδικής δηλώσεως από τους ενδιαφερόμενους με ειδικό έντυπο, με βεβαίωση γνησίου υπογραφής, με την οποία αναλαμβάνεται η υποχρέωση τηρήσεως των προϋποθέσεων που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

3)      Οι δικαιούχοι υποχρεούνται:

a)      να επιστρέψουν έως το 70 % της υποτροφίας ή της συνολικής αμοιβής, σε περίπτωση πλήρους μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο·

b)      να επιστρέψουν έως το 14 % της υποτροφίας ή της συνολικής αμοιβής για κάθε έτος ή διάστημα άνω των έξι μηνών μη παρασχεθείσας υπηρεσίας, με ανώτατο όριο τα πέντε έτη, σε περίπτωση μερικής μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής.

4)      Η ολική ή μερική μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως του πρώτου εδαφίου βεβαιώνεται με απόφαση του επαρχιακού συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως του αρμόδιου συμβούλου στην οποία ορίζεται το ύψος της χορηγηθείσας υποτροφίας που πρέπει να επιστραφεί, εντός των ορίων του τρίτου εδαφίου, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχόμενοι δικαιολογητικοί λόγοι που επικαλούνται οι ενδιαφερόμενοι.

5)      Δεν συντρέχει περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως του πρώτου εδαφίου σε περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι υπέβαλε αίτηση για πρόσληψη στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της [Επαρχίας] και έλαβε μέρος στους σχετικούς διαγωνισμούς, όπου εκρίθη επαρκής, ή περιελήφθη μεν στους πίνακες επιτυχόντων για σύναψη συμβάσεων προσλήψεως, πλην όμως δεν εκλήθη προς ανάληψη καθηκόντων στην εν λόγω υπηρεσία.

6)      Τα οφειλόμενα ποσά που ορίζονται στην απόφαση του επαρχιακού συμβουλίου, σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο, ανακτώνται κατόπιν εντολής του προέδρου του επαρχιακού συμβουλίου, δυνάμει του βασιλικού διατάγματος 639 της 14ης Απριλίου 1910.»

III. Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα

17.      Η S. Simma Federspiel είναι Ιταλίδα υπήκοος η οποία έλαβε από την Επαρχία υποτροφία σπουδών προκειμένου να ολοκληρώσει την ειδικότητά της στο πανεπιστήμιο του Innsbruck (Αυστρία) μεταξύ των ετών 1992 και 2000, ώστε να αποκτήσει ειδίκευση στους τομείς της νευρολογίας και της ψυχιατρικής.

18.      Η Επαρχία, δεδομένου ότι δεν διαθέτει πανεπιστημιακό τμήμα ιατρικής το οποίο να παρέχει τη δυνατότητα αποκτήσεως ειδικότητας, έχει συνάψει, βάσει της επίμαχης ρυθμίσεως, με ιταλικά πανεπιστήμια και με τις αυστριακές δημόσιες αρχές, συμβάσεις με σκοπό τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων ιατρικής εκπαιδεύσεως στις χώρες αυτές. Οι θέσεις αυτές είναι αμειβόμενες, μέσω υποτροφιών οι οποίες χορηγούνται από την Επαρχία. Ως αντιστάθμισμα για τη χορήγηση της υποτροφίας σπουδών, η Επαρχία απαιτεί από τον εκάστοτε ιατρό να εργαστεί (ή, ανάλογα με την περίπτωση, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εργαστεί), μετά την απόκτηση της ειδικότητας, στον τομέα δημόσιας υγείας της Επαρχίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

19.      Στις 21 Δεκεμβρίου 1992, η S. Simma Federspiel υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εργαστεί, εντός δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας, για πέντε τουλάχιστον έτη στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας. Βάσει των όρων αυτής της δηλώσεως, σε περίπτωση παραβάσεως της υποχρεώσεώς της, η S. Simma Federspiel υπείχε την υποχρέωση να επιστρέψει ποσοστό μέχρι και 70 % του ποσού που θα ελάμβανε ως υποτροφία σπουδών. Σε περίπτωση μερικής μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, ήταν υποχρεωμένη να επιστρέψει μέχρι και 14 % της υποτροφίας που αντιστοιχούσε σε κάθε έτος ή σε τμήμα του έτους πέραν των έξι μηνών της εργασίας που δεν ανέλαβε.

20.      Μετά την απόκτηση ειδικότητας από το πανεπιστήμιο του Innsbruck το 2000, η S. Simma Federspiel εγκαταστάθηκε στο Bregenz (Αυστρία) όπου και ασκεί το επάγγελμά της έκτοτε.

21.      Στις 20 Φεβρουαρίου 2013, η διοίκηση της Επαρχίας ζήτησε από την S. Simma Federspiel να προσκομίσει πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτή εργάστηκε ως ιατρός στην Επαρχία σύμφωνα με την από το 1992 δήλωσή της. Επικουρικώς, της ζητήθηκε να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η ίδια είχε υποβάλει αίτηση προκειμένου να προσληφθεί στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας και κρίθηκε επαρκής ή ότι είχε περιληφθεί μεν στους καταλόγους επιτυχόντων αλλά δεν κλήθηκε από την υπηρεσία προς ανάληψη καθηκόντων.

22.      Απαντώντας στο ως άνω αίτημα, η S. Simma Federspiel γνωστοποίησε στην Επαρχία ότι ουδέποτε είχε εργαστεί ως ιατρός στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας μετά την απόκτηση ειδικότητας.

23.      Σύμφωνα με την απόφαση αριθ. 259/23.5 της 5ης Αυγούστου 2013 του Assessore (συμβούλου) του επαρχιακού συμβουλίου (στο εξής: απόφαση), η διοίκηση της Επαρχίας αξίωσε την επιστροφή ποσοστού 70 % επί του ποσού που είχε καταβάλει, ήτοι κεφάλαιο ύψους 68 515,24 ευρώ και νόμιμους τόκους ύψους 51 418,63 ευρώ. Με άλλα λόγια, η S. Simma Federspiel κλήθηκε να επιστρέψει συνολικό ποσό ύψους 119 933,87 ευρώ.

24.      Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η S. Simma Federspiel προσέβαλε την ως άνω απόφαση, επικαλούμενη ότι αυτή δεν συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

25.      Διατηρώντας αμφιβολίες ως προς το σημείο αυτό, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Προσκρούει στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ´, της οδηγίας [75/363], όπως αυτό τροποποιήθηκε με την οδηγία [82/76], καθώς και στο μνημονευόμενο στο εν λόγω άρθρο παράρτημα, εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά την καταβολή αμοιβής στους ειδικευόμενους ιατρούς από την εκ μέρους τους υποβολή δηλώσεως με την οποία δεσμεύονται να υπηρετήσουν επί τουλάχιστον 5 έτη, εντός της δεκαετίας που ακολουθεί την ημερομηνία αποκτήσεως της ιατρικής ειδικότητας, στη δημόσια υπηρεσία υγείας της [Επαρχίας] και η οποία, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως στο σύνολό της, παρέχει ρητώς στην [Επαρχία], φορέα που χρηματοδοτεί την αμοιβή των ειδικευόμενων ιατρών, αξίωση επιστροφής ποσού ανερχόμενου έως και στο 70 % της χορηγηθείσας σε αυτούς υποτροφίας, πλέον νόμιμων τόκων από της ημερομηνίας καταβολής, από τη Διοίκηση, των επιμέρους ποσών στους δικαιούχους;

2)      Σε περίπτωση αποφατικής απαντήσεως επί του πρώτου ερωτήματος, προσκρούει στην κατ’ άρθρο 45 ΣΛΕΕ αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή που τυγχάνει εφαρμογής στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία εξαρτά την καταβολή αμοιβής στους ειδικευόμενους ιατρούς από την εκ μέρους τους υποβολή δηλώσεως με την οποία δεσμεύονται να υπηρετήσουν επί τουλάχιστον 5 έτη, εντός της δεκαετίας που ακολουθεί την ημερομηνία αποκτήσεως της ιατρικής ειδικότητας, στη δημόσια υπηρεσία υγείας της [Επαρχίας] και η οποία, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως στο σύνολό της, παρέχει ρητώς στην [Επαρχία], φορέα που χρηματοδοτεί την αμοιβή των ειδικευόμενων ιατρών, αξίωση επιστροφής ποσού ανερχόμενου έως και στο 70 % της χορηγηθείσας σε αυτούς υποτροφίας, πλέον νόμιμων τόκων από της ημερομηνίας καταβολής, από τη Διοίκηση, των επιμέρους ποσών στους δικαιούχους;»

26.      Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η S. Simma Federspiel, η Επαρχία και η Επιτροπή, ενώ άπαντες ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση που διεξήχθη στις 15 Ιουνίου 2017.

IV.    Ανάλυση

1.      Πλαίσιο

27.      Η Επαρχία δεν διαθέτει πανεπιστημιακό τμήμα ιατρικής δυνάμενο να παράσχει εκπαίδευση για την απόκτηση των ειδικοτήτων που απαιτούνται για την εξασφάλιση επαρκώς καταρτισμένου ιατρικού προσωπικού και ειδικών ιατρών στη δίγλωσση (ιταλικά και γερμανικά) Επαρχία. Για τον λόγο αυτό, η Επαρχία χρηματοδοτεί την εκπαίδευση για την απόκτηση ιατρικών ειδικοτήτων σε άλλες επαρχίες της Ιταλίας, στη Γερμανία και στην Αυστρία. Μέσω χρηματοδοτήσεως η οποία διατίθεται από την Επαρχία, έχουν δημιουργηθεί πρόσθετες θέσεις εκπαιδεύσεως, μεταξύ άλλων, στο πανεπιστήμιο του Innsbruck για ιατρούς οι οποίοι λαμβάνουν υποτροφίες σπουδών από την Επαρχία προκειμένου να ολοκληρώσουν την ειδικότητά τους στο πανεπιστημιακό αυτό ίδρυμα.

28.      Όμως, οι χορηγούμενες από την Επαρχία υποτροφίες σπουδών υπόκεινται σε έναν όρο. Ο δικαιούχος ιατρός είναι υποχρεωμένος να εργαστεί (ή, ανάλογα με την περίπτωση, να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εργαστεί) για τουλάχιστον πέντε έτη στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας, εντός της δεκαετίας που ακολουθεί την ολοκλήρωση της εκπαιδεύσεως για την απόκτηση ειδικότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν ο ιατρός δεν προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εργαστεί στην Επαρχία, τότε η τελευταία, υπό την ιδιότητα του φορέα που χρηματοδοτεί τη μισθοδοσία του, δύναται να αξιώσει την επιστροφή ποσοστού 70 % επί του συνολικού ποσού της καταβληθείσας υποτροφίας πλέον τόκων υπερημερίας, οι οποίοι υπολογίζονται από τις ημερομηνίες που η διοίκηση κατέβαλε κάθε επιμέρους δόση της υποτροφίας (στο εξής: επίδικος όρος).

29.      Ο όρος αυτός –και η συμβατότητά του, αφενός, με το παράγωγο δίκαιο (πρώτο προδικαστικό ερώτημα) και, αφετέρου, με το πρωτογενές δίκαιο (δεύτερο προδικαστικό ερώτημα)– αποτελεί την ουσία της υπό κρίση υποθέσεως.

30.      Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια των προτάσεών μου, ο όρος δεν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης.

2.      Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

31.      Με το πρώτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά εάν η οδηγία 75/363 απαγορεύει διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία εξαρτά τη χορήγηση υποτροφίας για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας από τον επίδικο όρο.

32.      Κατά την άποψή μου, η οδηγία 75/363 δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για την παροχή έννομης προστασίας στην S. Simma Federspiel. Για να εξηγήσω για ποιον λόγο συμβαίνει τούτο, επιβάλλεται να υπενθυμίσω τη λογική που διαπνέει την οδηγία 75/363, καθώς και το σύστημα που θεσπίστηκε με αυτή.

1.      Το πνεύμα της οδηγίας 75/363: αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων ιατρικής ειδικότητας προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των ιατρών

33.      Η οδηγία 75/363 –και η οδηγία 93/16 που τη διαδέχθηκε– θεσπίστηκε προκειμένου να διασφαλιστεί η αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, προβλέπει τον συντονισμό και την ελάχιστη εναρμόνιση της νομοθεσίας των κρατών μελών στον αντίστοιχο τομέα. Ειδικότερα, σκοπός της οδηγίας είναι να εναρμονίσει τους όρους που συνδέονται με την εκπαίδευση και την πρόσβαση στις διάφορες ιατρικές ειδικότητες με στόχο την αμοιβαία αναγνώριση των τυπικών προσόντων στην ειδικευμένη ιατρική.

34.      Με απλά λόγια, η οδηγία θεσπίζει συγκεκριμένους κανόνες τους οποίους οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της οργανώσεως των ιατρικών εκπαιδευτικών τους προγραμμάτων.

35.      Όσον αφορά τις ιατρικές ειδικότητες στους τομείς που καλύπτονται από την οδηγία (7), στο άρθρο 2 αυτής παρατίθενται κριτήρια σχετικά με το δικαίωμα πραγματοποιήσεως ιατρικής ειδικότητας, την ελάχιστη περίοδο εκπαιδεύσεως, τη μέθοδο υπό την οποία πραγματοποιείται η εκπαίδευση και τον τόπο όπου αυτή πραγματοποιείται, καθώς και τον έλεγχο στον οποίο πρέπει να υπόκειται.

36.      Σκοπός των κριτηρίων αυτών είναι να εξασφαλιστεί ότι, καίτοι τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεν εναρμονίζονται πλήρως, οι τίτλοι ιατρικής ειδικότητας μπορούν να αναγνωριστούν αμοιβαίως και ότι οι υπήκοοι της Ένωσης θα είναι σε ίση μοίρα εντός της Ένωσης όσον αφορά τα επαγγελματικά προσόντα στον τομέα της ιατρικής (8). Επομένως, η οδηγία σχεδιάστηκε προκειμένου να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηκόων της Ένωσης που ασκούν το ιατρικό επάγγελμα. Με άλλα λόγια, αποτελεί το μέσο για την ενίσχυση της ελεύθερης εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της ιατρικής.

37.      Προς τούτο, το παράρτημα της οδηγίας περιγράφει τα χαρακτηριστικά της εκπαιδεύσεως κατά πλήρη απασχόληση. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο προβλέπεται η γενική υποχρέωση καταβολής «δέουσας αμοιβής». Η υποχρέωση αυτή αποτελεί το λογικό συμπλήρωμα του σκοπού ο οποίος ορίζει ότι η εκπαίδευση είναι δραστηριότητα πλήρους απασχολήσεως. Πράγματι, σύμφωνα με το παράρτημα, ο ειδικευόμενος ιατρός πρέπει να αφιερώνει στην πρακτική και θεωρητική του εκπαίδευση όλη την επαγγελματική του δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας του και καθ’ όλο το έτος.

38.      Προφανώς, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον χωρίς την πρόβλεψη δέουσας αμοιβής.

39.      Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η επιβαλλόμενη από την οδηγία 75/363 υποχρέωση καταβολής αμοιβής στους ειδικευόμενους ιατρούς είναι αναγκαία προκειμένου να αποφεύγονται καταστάσεις όπου οι ειδικευόμενοι ιατροί θα είναι αναγκασμένοι να αναλαμβάνουν συμπληρωματική εργασία προκειμένου να χρηματοδοτούν την ειδίκευσή τους, διακυβεύοντας, με τον τρόπο αυτό, την εκπαίδευσή τους (9). Υπ’ αυτήν την έννοια, η καταβολή δέουσας αμοιβής συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων ιατρικής ειδικότητας στα κράτη μέλη (10).

40.      Από την άλλη, το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι η οδηγία 75/363 δεν ορίζει ούτε τον φορέα που καλείται να καταβάλει την αμοιβή ούτε τι συνιστά «δέουσα» αμοιβή ούτε τη μέθοδο με την οποία υπολογίζεται η αμοιβή αυτή (11). Ως εκ τούτου, στο μέτρο που η οδηγία σιωπά όσον αφορά τα συγκεκριμένα ζητήματα, τα κράτη μέλη απολαύουν ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως.

41.      Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 75/363 επιβάλλει στα κράτη μέλη σαφή και άνευ όρων υποχρέωση καταβολής αμοιβών στους ειδικευόμενους ιατρούς. Εντούτοις, οι όροι καταβολής της αμοιβής επαφίενται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών (12).

42.      Φθάνουμε έτσι στην υπό κρίση υπόθεση.

2.      ό κρίση υπόθεση

43.      Οι αμφιβολίες που διατηρεί το αιτούν δικαστήριο αναφορικά με τη συμβατότητα του επίδικου όρου με την οδηγία 75/363 οφείλονται στο γεγονός ότι η παρεχόμενη από την Επαρχία υποτροφία σπουδών για εκπαίδευση πλήρους απασχολήσεως στο πανεπιστήμιο του Innsbruck με σκοπό την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας υπόκειται σε έναν όρο: εάν ο λήπτης της υποτροφίας δεν συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του να εργαστεί για τουλάχιστον πέντε έτη στο σύστημα δημόσιας υγείας της Επαρχίας, τότε η τελευταία δικαιούται να αξιώσει την επιστροφή ποσοστού 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτό το 70 % συνιστά απλώς δάνειο, το οποίο επιστρέφεται μετά την ολοκλήρωση του εκπαιδευτικού προγράμματος από τον εκάστοτε ειδικευόμενο ιατρό. Ομοίως, θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι η χορηγούμενη υποτροφία δεν πληροί την απαίτηση καταβολής «δέουσας» αμοιβής για την εκπαίδευση κατά πλήρη απασχόληση με σκοπό την απόκτηση ειδικότητας, η οποία προβλέπεται από την οδηγία 75/363.

44.      Όμως, το συμπέρασμα αυτό εδράζεται σε μια πλάνη.

45.      Καταρχάς, η S. Simma Federspiel έχει ολοκληρώσει την ειδικότητά της στο πανεπιστήμιο του Innsbruck στην Αυστρία. Τούτο κατέστη εφικτό λόγω της συμβάσεως που είχε υπογράψει η Επαρχία με το κρατίδιο του Τιρόλου. Δυνάμει αυτής της συμβάσεως, στο πανεπιστήμιο του Innsbruck δημιουργήθηκαν πρόσθετες θέσεις ειδικευόμενων ιατρών. Οι συγκεκριμένες θέσεις προορίζονται αποκλειστικά για ιατρούς οι οποίοι έχουν λάβει υποτροφία από την Επαρχία προκειμένου να ολοκληρώσουν την εκπαίδευση της ειδικότητάς τους στο πανεπιστήμιο.

46.      Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι η Επαρχία κατέβαλλε στην πανεπιστημιακή κλινική του Innsbruck το ποσό της υποτροφίας για την ειδικότητα. Κατά συνέπεια, στην πράξη, οι καταβολές γίνονταν στην S. Simma Federspiel από την πανεπιστημιακή κλινική, η οποία ακολούθως ελάμβανε τα ποσά αυτά από την Επαρχία. Εξάλλου, όπως επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι δαπάνες που αφορούσαν την εκπαίδευση επιμερίζονταν μεταξύ του πανεπιστημίου του Innsbruck και της Επαρχίας: κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η S. Simma Federspiel αναγνώρισε ότι η Επαρχία συμμετείχε στις δαπάνες της εκπαιδεύσεώς της σε ποσοστό περίπου 39 % επί του συνολικού ετησίου ποσού. Οι υπόλοιπες δαπάνες επιβάρυναν το πανεπιστήμιο του Innsbruck.

47.      Όπως προεκτέθηκε, η οδηγία 75/363 θεσπίζει κανόνες τους οποίους οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη κατά την οργάνωση της ιατρικής εκπαιδεύσεως στις αντίστοιχες επικράτειές τους. Το πνεύμα αυτών των κανόνων έγκειται στο να διασφαλιστεί ότι τα πτυχία ιατρικής ειδικότητας που θα αποκτηθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να αναγνωριστούν στα λοιπά κράτη μέλη. Για προφανείς λόγους, μόνον το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η εκπαίδευση είναι σε θέση να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη ουδεμία αρμοδιότητα έχουν όσον αφορά την οργάνωση της εκπαιδεύσεως σε άλλα κράτη μέλη.

48.      Από κανένα σημείο της οδηγίας δεν προκύπτει ότι αυτή διέπει και τις ήδη υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ κρατών μελών (ή μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, όπως ίσχυε για την Ιταλία και την Αυστρία μέχρι το 1995) σχετικά με την πρόσβαση στην ιατρική εκπαίδευση με σκοπό την απόκτηση ειδικότητας σε άλλο κράτος, καθώς και τις οικονομικές λεπτομέρειες αυτών των συνεργασιών.

49.      Για να διαφυλαχθεί η εσωτερική συνοχή του συστήματος συντονισμού που καθιερώνει η οδηγία 75/363, η προβλεπόμενη από το παράρτημα της εν λόγω οδηγίας υποχρέωση, η οποία εξασφαλίζει ότι οι ειδικευόμενοι ιατροί θα αμείβονται δεόντως κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού τους προγράμματος, πρέπει να βαρύνει το κράτος μέλος όπου πραγματοποιείται η σχετική εκπαίδευση.

50.      Στην υπό κρίση υπόθεση, αυτό το κράτος μέλος είναι –μετά την προσχώρηση της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1995– η Αυστρία.

51.      Όπως έχει παρατηρήσει το Δικαστήριο, η αμοιβή, την οποία η οδηγία προβλέπει ως υποχρεωτική, χορηγείται ως ανταμοιβή και αναγνώριση της παρασχεθείσας εργασίας. Αφορά τους ειδικευόμενους ιατρούς που μετέχουν στο σύνολο των ιατρικών δραστηριοτήτων του τμήματος στο οποίο πραγματοποιείται η εκπαίδευση (13). Και τούτο προκειμένου, όπως προεκτέθηκε, να εξασφαλισθεί ότι ο ειδικευόμενος ιατρός θα δύναται να αφιερώσει το σύνολο του χρόνου του στην πρακτική και θεωρητική του εκπαίδευση, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη συμπληρωματικής εργασίας εκ μέρους του.

52.      Αυτό, με τη σειρά του, συνιστά προϋπόθεση για τη σύγκριση και την αμοιβαία αναγνώριση.

53.      Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό. Το αντίθετο μάλιστα: όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία που ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους, μεταξύ των οποίων και η S. Simma Federspiel, συμφωνούν ότι η αμοιβή την οποία αυτή έλαβε προκειμένου να ολοκληρώσει την ειδικότητά της στην Αυστρία ήταν επαρκής από την άποψη αυτή.

54.      Ακόμη και αν η S. Simma Federspiel είχε υποστηρίξει ότι η αμοιβή που έλαβε (είτε προερχόταν από την Επαρχία είτε από το πανεπιστήμιο του Innsbruck είτε και από τους δύο φορείς) κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού της προγράμματος δεν ήταν η δέουσα κατά την έννοια της οδηγίας 75/363, γεγονός παραμένει ότι, βάσει της οδηγίας, υπεύθυνο κράτος μέλος για να διασφαλίσει ότι ο ειδικευόμενος ιατρός αμείβεται δεόντως είναι το κράτος μέλος στο οποίο πραγματοποιείται η ειδικότητα.

55.      Με άλλα λόγια, η οδηγία ουδεμία επιρροή μπορεί να έχει ως προς το κύρος του επίδικου όρου (14).

56.      Το αντίθετο αποτέλεσμα θα διεύρυνε τεχνηέντως το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/363 πέραν του σημείου στο οποίο προσέβλεπε ο νομοθέτης. Σημειωτέον ότι, όπως καθίσταται σαφές από το προοίμιο της οδηγίας 75/363 (15), στόχος της δεν ήταν να εναρμονίσει την ιατρική εκπαίδευση πέραν αυτού που είναι αναγκαίο προκειμένου να καταστεί εφικτή η αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων και πιστοποιητικών ούτε να περιορίσει τη διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύουν τα κράτη μέλη όσον αφορά τους όρους καταβολής της αμοιβής για την εκπαίδευση πλήρους απασχολήσεως. Προφανώς, η Αυστρία έκανε πλήρη χρήση αυτής της δυνατότητας μέσω της χρηματοδοτικής συμφωνίας που συνήψε με την Επαρχία.

57.      Εξάλλου, διακινδυνεύοντας να κατηγορηθώ ότι επισημαίνω τα αυτονόητα, επ’ ουδενί νοείται αλληλέγγυα ευθύνη των κρατών μελών όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία, όπως υπονόησε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν ενδεχομένως τις ρυθμίσεις προς διασφάλιση της καταβολής δέουσας αμοιβής στον ειδικευόμενο ιατρό. Περιττό να σημειωθεί ότι η άποψη ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο διότι δεν διασφαλίζει ότι άλλο κράτος μέλος συμμορφώνεται προς τις επιβαλλόμενες από μια οδηγία υποχρεώσεις θα είχε σοβαρές επιπτώσεις σε πληθώρα θεμελιωδών αρχών του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι μόνον, των αρχών του αμέσου αποτελέσματος και της κρατικής ευθύνης.

58.      Συνεπώς, φρονώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η οδηγία 75/363 δεν απαγορεύει εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία εξαρτά την καταβολή αμοιβής σε ειδικευόμενο ιατρό από την υποχρέωση αυτός να εργαστεί, εντός δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας.

59.      Ακολούθως, θα εξετάσω το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο αφορά το συμβατό του επίδικου όρου με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.

3.      Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος

60.      Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, εάν ο επίδικος όρος αντιβαίνει στη Συνθήκη ΛΕΕ. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει ρητώς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ.

61.      Καταρχάς, από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται με σαφήνεια ότι η S. Simma Federspiel διαμένει και εργάζεται στο Bregenz (Αυστρία). Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν αυτή εργάζεται ως μισθωτή ή ως αυτοαπασχολούμενη ιατρός. Εντούτοις, όπως ορθά υπογράμμισε η Επιτροπή, η πληροφορία αυτή δεν έχει καθοριστική σημασία. Όντως, η αξιολόγηση των εθνικών μέτρων σε σχέση με τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ (ελευθερία εγκαταστάσεως) παραμένει ακριβώς η ίδια.

62.      Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται, ως προκαταρκτικό ζήτημα, να διαπιστωθεί εάν ο επίδικος όρος συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Εάν τούτο ισχύει, θα πρέπει να ελεγχθεί, αφενός, εάν μπορεί να δικαιολογηθεί και, αφετέρου, εάν είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.

1.      Συνιστά ο επίδικος όρος περιορισμό;

63.      Όπως το αιτούν δικαστήριο, έτσι και οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους θεωρώντας δεδομένο ότι ο επίδικος όρος συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας. Διαφωνούν όμως ως προς το εάν ο περιορισμός αυτός είναι δικαιολογημένος.

64.      Ασφαλώς, ο επίδικος όρος (η υποχρέωση να εργαστεί ο ιατρός με πλήρη απασχόληση ως ειδικευμένος ιατρός στον τομέα δημόσιας υγείας της Επαρχίας για τουλάχιστον πέντε έτη εντός της πρώτης δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας ή άλλως να επιστρέψει έως και το 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας πλέον τόκων) δίνει, εκ πρώτης όψεως, την εντύπωση σαφούς περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των ενδιαφερομένων ιατρών.

65.      Πράγματι, σύμφωνα με τον ευρύ ορισμό του Δικαστηρίου, ο οποίος καλύπτει σχεδόν τα πάντα, διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που εμποδίζουν ή αποθαρρύνουν εργαζόμενο-υπήκοο κράτους μέλους να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμά του για ελεύθερη κυκλοφορία συνιστούν εμπόδια στην άσκηση αυτής της ελευθερίας, έστω και αν εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της ιθαγένειας των εργαζομένων. Το Δικαστήριο προσθέτει επίσης ότι το άρθρο 45 ΣΛΕΕ θέτει περιορισμούς και στην εφαρμογή εθνικών κανόνων που εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία υπηκόων κράτους μέλους οι οποίοι προτίθενται να εργαστούν ως μισθωτοί σε άλλο κράτος μέλος (16).

66.      Η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου στην προκειμένη περίπτωση μοιάζει, ομολογουμένως, με απλό εγχείρημα. Ο επίδικος όρος, χωρίς να αποκλείει την προοπτική ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος σε άλλο κράτος μέλος, την καθιστά πάντως λιγότερο ελκυστική κατά την περίοδο των δέκα ετών μετά την ολοκλήρωση της ειδικεύσεως. Όντως, σκοπός του επίδικου όρου είναι να διασφαλίσει ότι οι δικαιούχοι των υποτροφιών θα συμμορφώνονται προς την υποχρέωσή τους να εργαστούν στην Επαρχία για τουλάχιστον πέντε έτη μετά την απόκτηση της ειδικότητας.

67.      Σε κάθε περίπτωση, επιθυμώ εκ προοιμίου να εκφράσω τις αμφιβολίες μου σχετικά με το κατά πόσον ο επίδικος όρος θα πρέπει να ερμηνευθεί ως περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας.

68.      Όπως οι κρίσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες πρέπει πάντοτε να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με το πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται, έτσι και ο επίδικος όρος δεν πρέπει να εξεταστεί μεμονωμένα. Επιβάλλεται να εξεταστεί εντός του όλου πλαισίου της επίμαχης ρυθμίσεως. Από αυτή τη σκοπιά, ο επίδικος όρος αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου μέτρου και, κατά συνέπεια, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εκπαιδεύσεως για ειδικευόμενους ιατρούς εκτός της Επαρχίας. Αυτές οι θέσεις, οι οποίες δεν θα υφίσταντο χωρίς τη χρηματοδότηση εκ μέρους της Επαρχίας, προσφέρονται στους υποτρόφους υπό τον επίδικο όρο. Έτσι, παρέχοντας σε ιατρούς τη δυνατότητα αποκτήσεως ειδικότητας (σε ένα άλλο κράτος μέλος), η επίμαχη ρύθμιση συνιστά μάλλον προϋπόθεση, παρά περιορισμό, της ελεύθερης κυκλοφορίας ειδικευμένων ιατρών (17). Στο πλαίσιο αυτό, ο επίδικος όρος συνιστά απλώς μια (μελλοντική και αβέβαιη (18)) αντιπαροχή έναντι της παρεχόμενης από την Επαρχία δυνατότητας, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Επαρχία δεν ωφελείται από την εργασία που παρέχει ο ειδικευόμενος ιατρός κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού του προγράμματος.

69.      Καίτοι το κατά πόσον ο επίδικος όρος συνιστά περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία είναι σημαντικό από αναλυτικής και θεωρητικής απόψεως, εντούτοις, υπό στενή έννοια, δεν ασκεί καθοριστική επιρροή στην έκβαση της υπό κρίση υποθέσεως. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ούτε το αιτούν δικαστήριο ούτε κάποιος από τους μετέχοντες στη διαδικασία έθιξε, όπως προανέφερα, το συγκεκριμένο ζήτημα. Με αυτό το δεδομένο κατά νου, η υπό κρίση υπόθεση δεν προσφέρεται για μια πιο θεωρητική ανάλυση σχετικά με τα κανονιστικά θεμέλια της έννοιας του περιορισμού και, ιδίως, σχετικά με την πλέον πρόσφορη προσέγγιση για τη διαπίστωση τυχόν υπάρξεως περιορισμών σε διαφόρους τομείς του δικαίου της ελεύθερης κυκλοφορίας (19).

70.      Κατόπιν της διευκρινίσεως αυτής, ακόμη και αν, υποθετικώς, γίνει δεκτό ότι ο επίδικος όρος συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας, τούτο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαγορεύεται βάσει των κανόνων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία. Κατά πάγια νομολογία, περιοριστικά μέτρα τα οποία εφαρμόζονται χωρίς να εισάγουν διακρίσεις λόγω ιθαγενείας μπορούν να δικαιολογηθούν από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, υπό την προϋπόθεση ότι οι οικείοι περιορισμοί είναι ικανοί να διασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού (20).

71.      Δεδομένου ότι από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο επίδικος όρος εφαρμόζεται κατά τρόπο ο οποίος να εισάγει διακρίσεις, θα εξετάσω απευθείας την πιθανή δικαιολόγηση και την αναλογικότητά του.

2.      Δικαιολόγηση

72.      Όπως εξηγεί η Επαρχία, ο επίδικος όρος προασπίζει και προάγει τη δημόσια υγεία. Συγκεκριμένα, έχει προβλεφθεί προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο τοπικός πληθυσμός θα μπορεί να απολαύει, σε μόνιμη βάση, ειδικευμένης ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως που θα είναι υψηλής ποιότητας και προσιτή σε όλους. Παράλληλα, ο επίδικος όρος θεσπίστηκε προκειμένου να αποτραπεί ένας σημαντικός κίνδυνος για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπροσθέτως, η Επαρχία υποστηρίζει ότι ο επίδικος όρος είναι αναγκαίος προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι στη δίγλωσση επαρχία θα υπάρχει η δυνατότητα παροχής εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας σε αμφότερες τις επίσημες γλώσσες.

73.      Στον τομέα της δημόσιας υγείας και της παροχής υπηρεσιών υγείας, τα κράτη μέλη χαίρουν ευρείας διακριτικής ευχέρειας. Ως εκ τούτου, καταρχήν, και προκειμένου να διατηρηθεί ένα επίπεδο ρυθμιστικής αυτονομίας, τα κράτη μέλη δύνανται να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία για λόγους δημόσιας υγείας (21).

74.      Για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ο σκοπός της διατηρήσεως ισόρροπης και προσιτής σε όλους ιατρικής και νοσοκομειακής περιθάλψεως μπορεί να δικαιολογεί παρεκκλίσεις για λόγους δημόσιας υγείας, εφόσον συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας (22). Το Δικαστήριο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας, τα κράτη μέλη επιτρέπεται να σχεδιάζουν την οργάνωση της ιατροφαρμακευτικής τους περιθάλψεως. Ο σχεδιασμός καλείται να εξυπηρετήσει διττό σκοπό. Αφενός, ο προγραμματισμός πρέπει να αποσκοπεί «[…] στη διασφάλιση, εντός του οικείου κράτους, επαρκούς και διαρκούς προσβάσεως σε ένα ισόρροπο φάσμα ποιοτικής περίθαλψης». Αφετέρου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να «[…] διασφαλίζεται η συγκράτηση των εξόδων και να αποφεύγεται, κατά το μέτρο του δυνατού, κάθε σπατάλη οικονομικών, τεχνικών και ανθρωπίνων πόρων» (23).

75.      Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επαρχία υποστηρίζει ότι ο επίδικος όρος, αφενός, συνιστά το πλέον πρόσφορο μέτρο για να διασφαλιστεί ότι στην Επαρχία παρέχεται εξειδικευμένη ιατρική περίθαλψη τόσο στη γερμανική όσο και στην ιταλική γλώσσα και, αφετέρου, δεν υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

76.      Ως εκ τούτου, το ζήτημα που τίθεται είναι εάν όντως έτσι έχουν τα πράγματα.

3.      Αναλογικότητα

77.      Καίτοι, εν τέλει, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει την αναλογικότητα του επίδικου όρου, σημειώνω τα ακόλουθα όσον αφορά τα στοιχεία που αυτό το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του κατά την αξιολόγησή του.

78.      Κατά την άποψή μου, ο επίδικος όρος επιτυγχάνει τη δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ, αφενός, του απορρέοντος από την επίμαχη ρύθμιση περιορισμού του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και, αφετέρου, της συλλογικής ανάγκης για τη διατήρηση ενός ισορροπημένου και εύρυθμου συστήματος ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως.

79.      Στο πλαίσιο αυτό, η προκαταρκτική μου παρατήρηση είναι ότι ο έλεγχος της αναλογικότητας (αν υποτεθεί ότι περιλαμβάνει την εκτίμηση τόσο της καταλληλότητας όσο και της αναλογικότητας υπό στενή έννοια) πρέπει να εδράζεται στη συνολική θεώρηση των περιστάσεων υπό τις οποίες θεσπίστηκε και εφαρμόστηκε μια νομοθετική ρύθμιση η οποία εισάγει περιορισμό, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.

80.      Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως ότι στον τομέα της δημόσιας υγείας τα κράτη μέλη πρέπει να απολαύουν εξουσίας εκτιμήσεως. Και τούτο διότι, ουσιαστικά, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν το επιθυμητό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και τον τρόπο με τον οποίον θα επιτευχθεί ο σκοπός αυτός (24).

81.      Με αυτό το δεδομένο κατά νου, θα πρέπει να επισημανθούν τα κατωτέρω σημεία αναφορικά με την εξέταση των διαφόρων πτυχών της αναλογικότητας.

82.      Πρώτον, κατ’ εμέ, το εν λόγω μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας και προαγωγής της δημόσιας υγείας.

83.      Αφενός, η Επαρχία προέβη στη χρηματοδότηση για τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων για ειδικευόμενους ιατρούς στο πανεπιστήμιο του Innsbruck. Οι συγκεκριμένες θέσεις εργασίας προορίζονται αποκλειστικά και μόνον για ιατρούς οι οποίοι έχουν λάβει υποτροφία σπουδών από την Επαρχία. Από την άλλη, ο επίδικος όρος, αδιαμφισβήτητα, ενθαρρύνει τους ιατρούς που έλαβαν την υποτροφία να εργαστούν εκεί. Υπ’ αυτό το πρίσμα, είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι ο επίδικος όρος, ως τμήμα της επίμαχης ρυθμίσεως, συμβάλλει στο να εξασφαλιστεί ότι η Επαρχία θα έχει στις υπηρεσίες της επαρκή αριθμό ειδικευμένων ιατρών.

84.      Δεύτερον, όσον αφορά την αναγκαιότητα και το εύλογο του μέτρου, συντάσσομαι με την Επιτροπή και την Επαρχία.

85.      Υποχρέωση η οποία περιορίζεται στην παροχή αμειβόμενης εργασίας για 5 έτη στην Επαρχία εντός της πρώτης δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας είναι, μάλλον, λογική.

86.      Πράγματι, θα πρέπει να συνυπολογιστεί ότι, μολονότι η Επαρχία εξασφαλίζει ότι οι ειδικευόμενοι ιατροί αμείβονται κατά τη διάρκεια της εκπαιδεύσεώς τους, εντούτοις, η ίδια ουδόλως ωφελείται από την εργασία τους ως ειδικευομένων στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού τους προγράμματος.

87.      Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η υποχρέωση είναι χρονικά περιορισμένη, από δύο διαφορετικές απόψεις. Αφενός, ο ιατρός καλείται να εργαστεί για την Επαρχία για χρονική περίοδο τουλάχιστον 5 ετών. Αφετέρου, η υποχρέωση αφορά τα πρώτα δέκα έτη μετά την ολοκλήρωση του εκπαιδευτικού προγράμματος και, ως εκ τούτου, θίγει, κατά κύριο λόγο, ιατρούς οι οποίοι βρίσκονται στην αρχή της σταδιοδρομίας τους.

88.      Η υποχρέωση εργασίας για την Επαρχία μετριάζεται περαιτέρω από το γεγονός ότι στην Επαρχία θα πρέπει, αφενός, να υπάρχει διαθέσιμη σχετική θέση εργασίας και, αφετέρου, να προσφέρεται στον ενδιαφερόμενο ιατρό στη δεδομένη χρονική στιγμή. Τούτο μάλλον αποτελεί εχέγγυο ότι επίκληση του επίδικου όρου γίνεται μόνον όταν προκύπτει ανάγκη για ειδικευμένους ιατρούς: τόσο από τη δικογραφία όσο και από τις επεξηγήσεις της Επαρχίας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση έγινε αντιληπτό ότι η Επαρχία καλεί ιατρούς να υπηρετήσουν στον τομέα της υγείας, επικαλούμενη τον επίδικο όρο, μόνον εάν διαπιστωθεί πραγματική ανάγκη σε συγκεκριμένο τομέα μιας ιατρικής ειδικότητας.

89.      Συνεπώς, η Επαρχία, δυνάμει του προσβαλλόμενου μέτρου, διαθέτει μια «δεξαμενή» ιατρών τους οποίους δύναται να καλέσει να υπηρετήσουν εκεί σε περίπτωση ανάγκης. Εάν δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση εργασίας, ο ιατρός είναι ελεύθερος να ακολουθήσει τη σταδιοδρομία του/της χωρίς περιορισμούς.

90.      Τρίτον, όσον αφορά την ύπαρξη εναλλακτικών, λιγότερο περιοριστικών μέτρων, είναι, ασφαλώς, αληθές ότι ειδικευμένο προσωπικό θα μπορούσε επίσης να κληθεί να υπηρετήσει στον τομέα υγείας της Επαρχίας έναντι αμοιβής. Όμως, είναι αρκετά πιθανό ότι ένα τέτοιο μέτρο θα επιβάρυνε σημαντικά το δημόσιο ταμείο. Συναφώς, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα επιχειρήματα που αφορούν την ανάγκη ελέγχου των εξόδων στο πλαίσιο της παροχής δημοσίων υπηρεσιών υγείας (25).

91.      Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται να υπενθυμιστεί ότι η Επαρχία τελεί υπό ειδικό γλωσσικό καθεστώς. Η ανάγκη να διασφαλιστεί υψηλής ποιότητας ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε αμφότερες τις γλώσσες θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι παρεμποδίζει την πρόσληψη εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού. Έχοντας αυτό κατά νου, θεωρώ ότι είναι δύσκολο να προβλεφθούν εναλλακτικές λύσεις αντίστοιχες με το προσβαλλόμενο μέτρο, οι οποίες θα μπορούσαν να διασφαλίσουν –στον ίδιο βαθμό– ότι η Επαρχία είναι σε θέση να προσλάβει επαρκή αριθμό ειδικευμένων ιατρών ικανών να ασκήσουν την ιατρική τόσο στη γερμανική όσο και στην ιταλική γλώσσα.

92.      Τέλος, εν είδει καταληκτικής παρατηρήσεως, επισημαίνω ότι προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός της επίμαχης ρυθμίσεως, ήτοι ότι η Επαρχία θα μπορεί να παράσχει εξειδικευμένη ιατρική περίθαλψη σε αμφότερες τις επίσημες γλώσσες της, είναι αυτονόητο ότι η δημιουργία πρόσθετων θέσεων στην Αυστρία για τους δικαιούχους υποτροφιών από την Επαρχία συνοδεύεται από έναν μηχανισμό ο οποίος διασφαλίζει ότι τηρούνται οι όροι της συμβάσεως. Ειδάλλως, θα ήταν παράλογο εκ μέρους της Επαρχίας να «δημιουργεί» θέσεις για ειδικευόμενους ιατρούς στο πανεπιστήμιο του Innsbruck.

93.      Συναφώς, οι αμφιβολίες που διατυπώνει το αιτούν δικαστήριο αναφορικά με τη συμβατότητα του επίδικου όρου με το δίκαιο της Ένωσης φαίνεται να οφείλονται, εν μέρει τουλάχιστον, στο γεγονός ότι το συνολικό ποσό που καλείται να επιστρέψει η S. Simma Federspiel υπερβαίνει το ποσό της υποτροφίας που έλαβε για την εκπαίδευσή της. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως εργασίας στην Επαρχία, ο λήπτης της υποτροφίας καλείται να επιστρέψει όχι μόνον το 70 % του καταβληθέντος ποσού, αλλά και τους τόκους υπερημερίας οι οποίοι υπολογίζονται από την ημερομηνία καταβολής εκάστης επιμέρους δόσεως. Επομένως, ο ιατρός ενδέχεται, όπως συνέβη στην περίπτωση της S. Simma Federspiel, να κληθεί να καταβάλει ένα ποσό το οποίο ονομαστικά είναι σημαντικά υψηλότερο από το αρχικώς καταβληθέν.

94.      Σε αυτό το πλαίσιο, αρκεί να σημειωθεί ότι σε περίπτωση μη συμμορφώσεως προς την υποχρέωση εργασίας για την Επαρχία, ο ιατρός καλείται απλώς να επιστρέψει το 70 % της υποτροφίας. Υπ’ αυτήν την έννοια, στην πραγματικότητα, ο ιατρός κρατά το 30 % της υποτροφίας άνευ οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Επιπλέον, ο ιατρός αποκτά ιατρική ειδικότητα η οποία είναι βέβαιο ότι διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Από την άλλη, οφείλω να υπογραμμίσω ότι από κανένα σημείο δεν συνάγεται ότι οι τόκοι που ζητούνται είναι παράλογοι. Η υποχρέωση καταβολής (νομίμων) τόκων εδράζεται απλώς στην εκπρόθεσμη καταβολή του ποσού και, ως τέτοια, συνιστά εύλογη συνέπεια της μη συμμορφώσεως προς τη (συμβατική) υποχρέωση εργασίας στην Επαρχία ή, επικουρικώς, της εκπρόθεσμης επιστροφής της υποτροφίας.

95.      Κατά συνέπεια, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση όπως αυτή που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία, αφενός, εξαρτά την καταβολή αμοιβής σε ιατρούς οι οποίοι σπούδαζαν προκειμένου να αποκτήσουν ιατρική ειδικότητα από την υποχρέωσή τους να εργαστούν, εντός της πρώτης δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας, για τουλάχιστον 5 έτη στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας, και, αφετέρου, σε περίπτωση ολικής μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, παρέχει ρητώς στην Επαρχία, υπό την ιδιότητά της ως φορέα που χρηματοδοτεί τις αμοιβές των ειδικευόμενων ιατρών, αξίωση επιστροφής ποσοστού 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας πλέον τόκων.

V.      Πρόταση

96.      Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία υπέβαλε το Tribunale di Bolzano/Landesgericht Bozen (περιφερειακό δικαστήριο του Bolzano, Ιταλία) ως εξής:

Η οδηγία 75/363/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 82/76/EOK του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 75/362/EOK περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής, και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και της οδηγίας 75/363, δεν απαγορεύει, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, εθνική νομοθετική ρύθμιση η οποία, αφενός, εξαρτά την καταβολή αμοιβής σε ειδικευόμενους ιατρούς από την υποχρέωση εργασίας αυτών, εντός της πρώτης δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας και, αφετέρου, σε περίπτωση ολική μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, παρέχει ρητώς στην Επαρχία, υπό την ιδιότητά της ως φορέα που χρηματοδοτεί τις αμοιβές των ειδικευόμενων ιατρών, αξίωση επιστροφής ποσοστού 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας πλέον τόκων.

Τα άρθρα 45 και 49 ΣΛΕΕ δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως αυτή που έχει εφαρμογή στην κύρια δίκη, η οποία, αφενός, εξαρτά την καταβολή αμοιβής σε ειδικευόμενους ιατρούς από την υποχρέωση εργασίας αυτών, εντός της πρώτης δεκαετίας μετά την απόκτηση της ειδικότητας, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 5 ετών στην υπηρεσία δημόσιας υγείας της Επαρχίας και, αφετέρου, σε περίπτωση ολικής μη εκπληρώσεως της εν λόγω υποχρεώσεως, παρέχει ρητώς στην Επαρχία, υπό την ιδιότητά της ως φορέα που χρηματοδοτεί τις αμοιβές των ειδικευόμενων ιατρών, αξίωση επιστροφής ποσοστού 70 % της χορηγηθείσας υποτροφίας πλέον τόκων.


1      Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.


2      Οδηγία του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες των ιατρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 209), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 82/76/EOK του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1982, περί τροποποιήσεως της οδηγίας 75/362/EOK, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής, και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθώς και της οδηγίας 75/363 (ΕΕ 1982, L 43, σ. 21).


3      Οδηγία του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρικής και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 196).


4      Οδηγία του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους (ΕΕ 1993, L 165, σ. 1).


5      N. 1. (B.U. της 14ης Ιανουαρίου 1986, αριθ. 2).


6      Decreto del Presidente della giunta provinciale της 29ης Μαρτίου 1988, αριθ. 6.


7      Δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 75/362, η νευρολογία και η ψυχιατρική καλύπτονται από την οδηγία 75/363.


8      Βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Carbonari κ.λπ. (C‑131/97, EU:C:1999:98, σκέψη 38).


9      Βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Carbonari κ.λπ. (C‑131/97, EU:C:1999:98, σκέψη 40).


10      Βλ. αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Carbonari κ.λπ. (C‑131/97, EU:C:1999:98, σκέψεις 42 και 43), και της 3ης Οκτωβρίου 2000, Gozza κ.λπ. (C‑371/97, EU:C:2000:526, σκέψη 34).


11      Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Carbonari κ.λπ. (C‑131/97, EU:C:1999:98, σκέψη 45), και της 3ης Οκτωβρίου 2000, Gozza κ.λπ. (C‑371/97, EU:C:2000:526, σκέψη 36).


12      Βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999, Carbonari κ.λπ. (C‑131/97, EU:C:1999:98, σκέψεις 44 και 45). Βλ., επίσης, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, Gozza κ.λπ. (C‑371/97, EU:C:2000:526, σκέψη 34).


13      Βλ. απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, Gozza κ.λπ. (C‑371/97, EU:C:2000:526, σκέψη 43).


14      Συναφώς, επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι, όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 75/363, είναι παντελώς αδιάφορο, σε επίπεδο πραγματικών περιστατικών, εάν ο ειδικευόμενος ιατρός αμείβεται απευθείας από την Επαρχία ή μέσω του πανεπιστημιακού ιδρύματος στο οποίο πραγματοποιείται η ειδικότητα (όπως συμβαίνει εν προκειμένω).


15      Βλ., ιδίως, πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/363.


16      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, Bosman (C‑415/93, EU:C:1995:463, σκέψεις 94 έως 96 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), της 27ης Ιανουαρίου 2000, Graf (C‑190/98, EU:C:2000:49, σκέψεις 21 και 22), και της 16ης Μαρτίου 2010, Olympique Lyonnais (C‑325/08, EU:C:2010:143, σκέψεις 33 και 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).


17      Μολονότι ο ευθύς παραλληλισμός θα ήταν εσφαλμένος, εντούτοις, επισημαίνω ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι το περιοριστικό αποτέλεσμα του προσβαλλόμενου εθνικού μέτρου ήταν πολύ αβέβαιο, αμφίβολο η επουσιώδες για να γίνει δεκτό ότι αυτό αποτελούσε περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης. Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, Graf (C‑190/98, EU:C:2000:49, σκέψη 25). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 1990, Krantz (C‑69/88, EU:C:1990:97, σκέψη 11), και της 23ης Οκτωβρίου 2007, Morgan και Bucher (C‑11/06 και C‑12/06, EU:C:2007:626, σκέψη 32).


18      Βλ. σημείο 88 κατωτέρω.


19      Ως προς την εγγενή ασυνέπεια στην προσέγγιση την οποία έχει υιοθετήσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του ως προς την ύπαρξη πιθανών περιορισμών, βλ. Azoulai, L., «La formule de l’entrave» σε Azoulai, L., (επιμ.), L’entrave dans le droit du marché intérieur, Bruylant, Βρυξέλλες, 2011, σ. 1 έως 21.


20      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, Gebhard (C‑55/94, EU:C:1995:411, σκέψη 37), της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 44), της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammerdes Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 25), και της 1ης Ιουνίου 2010, Blanco Pérez και Chao Gómez (C‑570/07 και C‑571/07, EU:C:2010:300, σκέψη 61).


21      Απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, Kohll (C‑158/96, EU:C:1998:171, σκέψη 45). Βλ., επίσης, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2006, Watts (C‑372/04, EU:C:2006:325, σκέψη 104), της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 46), και της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 27).


22      Απόφαση της 28ης Απριλίου 1998, Kohll (C‑158/96, EU:C:1998:171, σκέψη 50).


23      Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2010, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑512/08, EU:C:2010:579, σκέψη 33).


24      Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑141/07, EU:C:2008:492, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 10ης Μαρτίου 2009, Hartlauer (C‑169/07, EU:C:2009:141, σκέψη 30).


25      Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαΐου 2003, Müller-Fauré και van Riet (C‑385/99, EU:C:2003:270, σκέψη 80), της 16ης Μαΐου 2006, Watts (C‑372/04, EU:C:2006:325, σκέψη 109), και της 19ης Μαΐου 2009, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (C‑171/07 και C‑172/07, EU:C:2009:316, σκέψη 33).

Top