Help Print this page 

Document 52016XG0223(01)

Title and reference
Μία νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

OJ C 69I , 23.2.2016, p. 1–16 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)
Languages, formats and link to OJ
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html BG html ES html CS html DA html DE html ET html EL html EN html FR html GA html HR html IT html LV html LT html HU html MT html NL html PL html PT html RO html SK html SL html FI html SV
PDF pdf BG pdf ES pdf CS pdf DA pdf DE pdf ET pdf EL pdf EN pdf FR pdf GA pdf HR pdf IT pdf LV pdf LT pdf HU pdf MT pdf NL pdf PL pdf PT pdf RO pdf SK pdf SL pdf FI pdf SV
Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal
 To see if this document has been published in an e-OJ with legal value, click on the icon above (For OJs published before 1st July 2013, only the paper version has legal value).
Multilingual display
Text

23.2.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CI 69/1


ΜΊΑ ΝΈΑ ΔΙΕΥΘΈΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΗΝΩΜΈΝΟ ΒΑΣΊΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΉ ΈΝΩΣΗ

Απόσπασμα των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης-19ης Φεβρουαρίου 2016  (1)

(2016/C 69 I/01)

ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ,

1.

Στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου συμφώνησαν να συνεργασθούν στενά για την εξεύρεση αμοιβαία ικανοποιητικών λύσεων και στους τέσσερις τομείς που αναφέρονται στην επιστολή του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου με ημερομηνία 10 Νοεμβρίου 2015.

2.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε σήμερα ότι οι ακόλουθες ρυθμίσεις, οι οποίες είναι πλήρως συμβατές με τις Συνθήκες και θα αρχίσουν να παράγουν αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα ενημερώσει τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αποφασίσει να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελούν κατάλληλη απάντηση στα ζητήματα που απασχολούν το Ηνωμένο Βασίλειο:

α)

απόφαση των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (παράρτημα I)·

β)

δήλωση που περιέχει σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου περί ειδικών διατάξεων σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ευρωζώνης, η οποία θα εκδοθεί την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η απόφαση που αναφέρεται στο στοιχείο α) (παράρτημα II)·

γ)

δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την ανταγωνιστικότητα (παράρτημα III)·

δ)

δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον μηχανισμό εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας και τον μηχανισμό εφαρμογής της μείωσης του φόρτου (παράρτημα IV)·

ε)

δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την τιμαριθμοποίηση του επιδόματος τέκνων που εξάγεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος (παράρτημα V)·

στ)

δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το μηχανισμό διασφάλισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 (β) του μέρους Δ της απόφασης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων (παράρτημα VI)·

ζ)

δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα σχετικά με την κατάχρηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων (παράρτημα VII).

3.

Όσον αφορά την απόφαση του παραρτήματος I, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων δήλωσαν τα εξής:

i)

η απόφαση αυτή παρέχει νομική εγγύηση ότι τα ζητήματα που απασχολούν το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως διατυπώνονται στην επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 2015, έχουν αντιμετωπισθεί·

ii)

το περιεχόμενο της απόφασης είναι πλήρως συμβατό με τις Συνθήκες·

iii)

η απόφαση αυτή είναι νομικά δεσμευτική και μπορεί να τροποποιηθεί ή να καταργηθεί μόνο με κοινή συμφωνία των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

iv)

η απόφαση αυτή θα αρχίσει να παράγει αποτελέσματα την ημερομηνία κατά την οποία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα ενημερώσει τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει αποφασίσει να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Εξυπακούεται ότι, εάν το αποτέλεσμα στο δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο οδηγήσει στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι ρυθμίσεις που αναφέρονται στην ανωτέρω παράγραφο 2 θα παύσουν να ισχύουν.


(1)  Έγγραφο ST 1/16, σελίδες 1, 2 και 8 έως 36, βλ.: http://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-1-2016-INIT/el/pdf


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΚΡΑΤΩΝ Ή ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ, ΣΥΝΕΛΘΟΝΤΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΝΕΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Οι Αρχηγοί Κρατών ή κυβερνήσεων των 28 κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνελθόντες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, οι κυβερνήσεις των οποίων έχουν υπογράψει τις Συνθήκες στις οποίες θεμελιώνεται η Ένωση,

ΕΠΙΘΥΜΩΝΤΑΣ να διευθετήσουν, σύμφωνα με τις Συνθήκες, ορισμένα ζητήματα που έθεσε το Ηνωμένο Βασίλειο με την επιστολή του της 10ης Νοεμβρίου 2015,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ να διασαφηνίσουν στην παρούσα απόφαση ορισμένα ζητήματα τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα κράτη μέλη, κατά τρόπο ώστε η διασαφήνιση αυτή να ληφθεί υπόψη ως μέσο ερμηνείας των Συνθηκών· έχοντας επίσης την πρόθεση να συμφωνήσουν σε ρυθμίσεις για θέματα μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων στην Ένωση, καθώς και η αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών από την περαιτέρω ολοκλήρωση της ζώνης του ευρώ,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ τον στόχο της Ένωσης να εγκαθιδρύσει, σύμφωνα με τις Συνθήκες, μια οικονομική και νομισματική ένωση με νόμισμα το ευρώ, καθώς και τη σημασία της εύρυθμης λειτουργίας της ζώνης του ευρώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της. Δεκαεννέα κράτη μέλη έχουν ήδη υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα, άλλα κράτη μέλη υπόκεινται σε παρέκκλιση που εφαρμόζεται έως ότου το Συμβούλιο αποφασίσει ότι πληρούνται οι όροι για την κατάργησή της, ενώ δύο κράτη μέλη είτε δεν έχουν υποχρέωση να υιοθετήσουν το ευρώ είτε απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή δυνάμει των πρωτοκόλλων αριθ. 15 και αριθ. 16 αντίστοιχα, τα οποία έχουν προσαρτηθεί στις Συνθήκες. Συνεπώς, για όσο χρονικό διάστημα οι εν λόγω παρεκκλίσεις δεν καταργούνται ή τα εν λόγω πρωτόκολλα δεν έχουν παύσει να ισχύουν μετά από κοινοποίηση ή αίτημα του αντίστοιχου κράτους μέλους, δεν έχουν όλα τα κράτη μέλη ως νόμισμά τους το ευρώ. Υπενθυμίζοντας ότι η πορεία προς την εγκαθίδρυση της τραπεζικής ένωσης και προς μια πιο ολοκληρωμένη διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ είναι ανοικτή σε κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμά τους το ευρώ,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ότι οι Συνθήκες, παράλληλα με αναφορές για την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και για τη διαδικασία της δημιουργίας μιας διαρκώς στενότερης ένωσης μεταξύ των λαών της Ευρώπης, περιλαμβάνουν και ειδικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες ορισμένα κράτη μέλη δικαιούνται να μην συμμετέχουν ή να εξαιρούνται από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων ή κεφαλαίων των Συνθηκών και του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά θέματα όπως η υιοθέτηση του ευρώ, αποφάσεις που έχουν επιπτώσεις στην άμυνα, η διενέργεια συνοριακών ελέγχων των προσώπων, καθώς και μέτρα στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης. Οι διατάξεις της Συνθήκης επιτρέπουν επίσης σε ένα ή σε περισσότερα κράτη μέλη να μην συμμετέχουν σε δράσεις που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγμάτωση των στόχων της Ένωσης, ιδίως μέσω της καθιέρωσης της ενισχυμένης συνεργασίας. Ως εκ τούτου, οι διαδικασίες αυτές παρέχουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές ολοκλήρωσης επιτρέποντας σε εκείνα που επιθυμούν να εμβαθύνουν την ολοκλήρωση να προχωρήσουν, σεβόμενα παράλληλα τα δικαιώματα των κρατών μελών που δεν επιθυμούν να ακολουθήσουν την ίδια πορεία,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ιδίως ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει δικαίωμα δυνάμει των Συνθηκών:

να μην υιοθετήσει το ευρώ και, ως εκ τούτου, να διατηρήσει τη βρετανική λίρα στερλίνα ως το εθνικό του νόμισμα (πρωτόκολλο αριθ. 15),

να μην συμμετάσχει στο κεκτημένο Σένγκεν (πρωτόκολλο αριθ. 19),

να διενεργεί συνοριακούς ελέγχους επί των προσώπων και, ως εκ τούτου, να μην συμμετάσχει στον χώρο Σένγκεν σε ό,τι αφορά τα εσωτερικά και εξωτερικά σύνορα (πρωτόκολλο αριθ. 20),

να επιλέξει εάν θα συμμετάσχει ή όχι στη θέσπιση μέτρων στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης (πρωτόκολλο αριθ. 21),

να παύσει να εφαρμόζει από την 1η Δεκεμβρίου 2014 τη μεγάλη πλειοψηφία των πράξεων και διατάξεων της Ένωσης στον τομέα της αστυνομικής συνεργασίας και της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας και παράλληλα να επιλέξει ότι θα εξακολουθήσει να συμμετέχει σε 35 από αυτούς τους τομείς (άρθρο 10 παράγραφοι 4 και 5 του πρωτοκόλλου αριθ. 36),

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ επίσης ότι ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει διευρύνει την ευχέρεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιουδήποτε δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου, να κρίνει ότι οι νόμοι και οι πρακτικές του Ηνωμένου Βασιλείου δεν συνάδουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα που επιβεβαιώνει (Πρωτόκολλο αριθ. 30),

ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ να αξιοποιήσουν στο έπακρο το δυναμικό της εσωτερικής αγοράς σε όλες τις διαστάσεις της, να ενισχύσουν την παγκόσμια ελκυστικότητα της Ένωσης ως τόπου παραγωγής και επενδύσεων, καθώς και να προωθήσουν τις διεθνείς συναλλαγές και την πρόσβαση στις αγορές μέσω, μεταξύ άλλων, της διαπραγμάτευσης και σύναψης εμπορικών συμφωνιών, σε πνεύμα αμοιβαίου και ανταποδοτικού οφέλους και διαφάνειας,

ΕΠΙΣΗΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ να διευκολύνουν και να στηρίξουν την ομαλή λειτουργία της ζώνης του ευρώ και τη βιωσιμότητά της, προς όφελος όλων των κρατών μελών,

ΤΗΡΩΝΤΑΣ τις αρμοδιότητες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, μεταξύ άλλων σε ολόκληρη τη νομοθετική και τη δημοσιονομική διαδικασία, και μη θίγοντας τις σχέσεις των ενωσιακών θεσμών και οργάνων με τις εθνικές αρμόδιες αρχές,

ΤΗΡΩΝΤΑΣ τις αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της παροχής ρευστότητας από κεντρική τράπεζα εντός των αντίστοιχων δικαιοδοσιών τους,

ΈΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη δήλωση που περιέχει το σχέδιο απόφασης του Συμβουλίου για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών από την περαιτέρω ολοκλήρωση της ζώνης του ευρώ,

ΈΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης και 27ης Ιουνίου 2014 και της 18ης και 19ης Φεβρουαρίου 2016,

ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ τη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την ανταγωνιστικότητα,

ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ τη δήλωση της Επιτροπής σχετικά με μηχανισμό εφαρμογής της επικουρικότητας και με μηχανισμό εφαρμογής της μείωσης του φόρτου,

ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ τη δήλωση της Επιτροπής για τον μηχανισμό διασφάλισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) του μέρους Δ της απόφασης,

ΣΗΜΕΙΩΝΟΝΤΑΣ τη δήλωση της Επιτροπής για θέματα σχετικά με την κατάχρηση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων,

ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τις απόψεις που εκφράστηκαν από τον πρόεδρο και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΑΠΟΦΑΣΗ:

ΜΕΡΟΣ Α

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Απαιτείται περαιτέρω εμβάθυνση προκειμένου να εκπληρωθεί ο στόχος των Συνθηκών για την εγκαθίδρυση οικονομικής και νομισματικής ένωσης με νόμισμα το ευρώ. Τα μέτρα που αποσκοπούν στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης θα είναι προαιρετικά για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ και η συμμετοχή σε αυτά θα είναι ανοικτή, όπου αυτό είναι εφικτό. Τα ανωτέρω ισχύουν με την επιφύλαξη του γεγονότος ότι τα κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ, εκτός από εκείνα που δεν υποχρεούνται να υιοθετήσουν το ευρώ ή απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή, δεσμεύονται από τις Συνθήκες να σημειώσουν πρόοδο προς την εκπλήρωση των αναγκαίων προϋποθέσεων για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος.

Αναγνωρίζεται ότι τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης δεν θα δημιουργήσουν εμπόδια αλλά θα διευκολύνουν αυτήν την περαιτέρω εμβάθυνση, ενώ, αντιστρόφως, αυτή η διαδικασία θα σέβεται τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες των μη συμμετεχόντων κρατών μελών. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, μαζί με τα κράτη μέλη, θα διευκολύνουν τη συνύπαρξη διαφορετικών προοπτικών εντός του ενιαίου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα διασφαλίζει τη συνοχή, την αποτελεσματική λειτουργία των μηχανισμών της Ένωσης και την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών, καθώς και τους ενιαίους κανόνες και την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς.

Ο αμοιβαίος σεβασμός και η ειλικρινής συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών που συμμετέχουν και εκείνων που δεν συμμετέχουν στη λειτουργία της ζώνης του ευρώ θα εξασφαλίζεται βάσει των αρχών που υπενθυμίζονται στο παρόν μέρος, οι οποίες κατοχυρώνονται ιδίως μέσω της απόφασης του Συμβουλίου (1) που αναφέρεται σε αυτό.

1.

Απαγορεύεται η διάκριση μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων με βάση το επίσημο νόμισμα του κράτους μέλους ή, ανάλογα με την περίπτωση, το νόμισμα που αποτελεί το νόμιμο χρήμα στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένα. Οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικούς λόγους.

Οι νομικές πράξεις, περιλαμβανομένων των διακυβερνητικών συμφωνιών μεταξύ κρατών μελών, που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία της ζώνης του ευρώ σέβονται τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς, καθώς και την οικονομική και κοινωνική και εδαφική συνοχή, και δεν συνιστούν διάκριση ή φραγμό στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Οι πράξεις αυτές σέβονται τις αρμοδιότητες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ.

Τα κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ δεν παρεμποδίζουν την εφαρμογή των νομικών πράξεων που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία της ζώνης του ευρώ και απέχουν από τη λήψη μέτρων που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την πραγμάτωση των στόχων της οικονομικής και νομισματικής ένωσης.

2.

Το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με την τραπεζική ένωση, που αναθέτει εξουσίες επί των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης ή στους οργανισμούς της Ένωσης που ασκούν ανάλογα καθήκοντα, εφαρμόζεται μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στα κράτη μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ ή στα κράτη μέλη που έχουν συνάψει με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συμφωνία στενής συνεργασίας για την προληπτική εποπτεία, σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες της ΕΕ και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της εποπτείας ομίλου και της εποπτείας και απόφασης σε ενοποιημένη βάση.

Το ενιαίο εγχειρίδιο κανόνων χρησιμοποιείται από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα και τα λοιπά χρηματοοικονομικά ιδρύματα, ούτως ώστε να διασφαλίζονται ενιαίοι κανόνες στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς. Το ουσιαστικό δίκαιο της Ένωσης που πρέπει να εφαρμοστεί από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως ενιαίας εποπτικής αρχής ή από το ενιαίο συμβούλιο εξυγίανσης ή τους οργανισμούς της Ένωσης που ασκούν ανάλογα καθήκοντα, περιλαμβανομένου του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα νομοθετικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, μπορεί να χρειάζεται να ερμηνεύεται με πιο ομοιόμορφο τρόπο από τους αντίστοιχους κανόνες που πρέπει να εφαρμοστούν από τις εθνικές αρχές των κρατών μελών τα οποία δεν συμμετέχουν στην τραπεζική ένωση. Για τον σκοπό αυτό, ενδέχεται να απαιτούνται ειδικές διατάξεις στο πλαίσιο του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων και άλλων σχετικών πράξεων, με την ταυτόχρονη διασφάλιση ενιαίων κανόνων και τη διευκόλυνση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

3.

Μέτρα αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και κρίσεων για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ δεν θα συνεπάγονται δημοσιονομική ευθύνη για τα κράτη μέλη που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ ή, ανάλογα με την περίπτωση, για τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην τραπεζική ένωση.

Θα θεσπιστούν κατάλληλοι μηχανισμοί για την εξασφάλιση της επιστροφής στο ακέραιο χρημάτων όταν ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης καλύπτει δαπάνες, πλην των διοικητικών εξόδων, που απορρέουν από τα μέτρα αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και κρίσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

4.

Η εφαρμογή μέτρων, περιλαμβανομένων της εποπτείας ή της εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και αγορών, καθώς και μακροπροληπτικών αρμοδιοτήτων, που πρέπει να λαμβάνονται με σκοπό τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ εναπόκειται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συνολικής και ενοποιημένης εποπτείας και εξυγίανσης, στις δικές τους αρχές και στη δική τους δημοσιονομική ευθύνη, εκτός εάν τα εν λόγω κράτη μέλη επιθυμούν να προσχωρήσουν σε κοινούς μηχανισμούς ανοικτούς στη συμμετοχή τους.

Αυτό δεν θίγει την εξέλιξη του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων και τους μηχανισμούς μακροπροληπτικής εποπτείας της Ένωσης για την πρόληψη και τον μετριασμό των συστημικών χρηματοπιστωτικών κινδύνων στην Ένωση, ούτε τις υπάρχουσες εξουσίες της Ένωσης για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων για την αντιμετώπιση απειλών για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

5.

Οι άτυπες σύνοδοι των υπουργών των κρατών μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ, όπως αναφέρεται στο πρωτόκολλο (αριθ. 14) σχετικά με την Ευρωομάδα, σέβονται τις εξουσίες του Συμβουλίου ως θεσμικού οργάνου στο οποίο οι Συνθήκες αναθέτουν νομοθετικές αρμοδιότητες, και στο πλαίσιο του οποίου τα κράτη μέλη συντονίζουν τις οικονομικές πολιτικές τους.

Σύμφωνα με τις Συνθήκες, όλα τα μέλη του Συμβουλίου συμμετέχουν στις συσκέψεις του, ακόμη και αν δεν έχουν όλα τα μέλη δικαίωμα ψήφου. Οι άτυπες συζητήσεις μιας ομάδας κρατών μελών σέβονται τις εξουσίες του Συμβουλίου, καθώς και τα προνόμια των άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

6.

Όταν ένα ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος μέρους πρόκειται να συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του μέρους Ε, λαμβάνεται δεόντως υπόψη ο πιθανός επείγων χαρακτήρας του θέματος.

7.

Η ουσία του παρόντος μέρους θα ενσωματωθεί στις Συνθήκες κατά την επόμενη αναθεώρησή τους σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των Συνθηκών και τις αντίστοιχες συνταγματικές επιταγές των κρατών μελών.

ΜΕΡΟΣ B

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η εγκαθίδρυση εσωτερικής αγοράς στην οποία διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ένωσης. Για να διασφαλιστεί ο στόχος αυτός και να δημιουργηθούν ανάπτυξη και θέσεις εργασίας, η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εκτίθενται στη δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την ανταγωνιστικότητα.

Για τον σκοπό αυτό, τα αρμόδια θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να υλοποιηθεί πλήρως και να ενισχυθεί η εσωτερική αγορά, καθώς και για να προσαρμοστεί ώστε να συμβαδίζει με το μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Ταυτόχρονα, τα αρμόδια θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη θα λαμβάνουν συγκεκριμένα μέτρα για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η οποία αποτελεί βασική κινητήρια δύναμη για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Αυτό σημαίνει μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης για τους οικονομικούς παράγοντες, ιδίως τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, και την κατάργηση της περιττής νομοθεσίας όπως προβλέπεται στη δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τον μηχανισμό εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας και τον μηχανισμό εφαρμογής της μείωσης του φόρτου, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζονται υψηλού επιπέδου πρότυπα προστασίας του καταναλωτή, του εργαζομένου, της υγείας και του περιβάλλοντος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εφαρμόσει επίσης μια ενεργό και φιλόδοξη εμπορική πολιτική.

Η πρόοδος σε αυτά τα επιμέρους στοιχεία μιας συνεκτικής πολιτικής για την ανταγωνιστικότητα θα παρακολουθείται εκ του σύνεγγυς και θα επανεξετάζεται ανάλογα με τις ανάγκες.

ΜΕΡΟΣ Γ

ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ

1.

Αναγνωρίζεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της ιδιαίτερης θέσης του δυνάμει των Συνθηκών, δεν έχει αναλάβει δέσμευση για περαιτέρω πολιτική ολοκλήρωση στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ουσία του παρόντος θα ενσωματωθεί στις Συνθήκες κατά την επόμενη αναθεώρησή τους σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των Συνθηκών και τις αντίστοιχες συνταγματικές επιταγές των κρατών μελών, ούτως ώστε να καταστεί σαφές ότι οι αναφορές σε ακόμη στενότερη ένωση δεν εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι αναφορές των Συνθηκών και των προοιμίων τους σε μια διαδικασία δημιουργίας ολοένα στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης δεν συνιστούν νομική βάση για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής των διατάξεων των Συνθηκών ή του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη θεμελίωση διασταλτικής ερμηνείας των αρμοδιοτήτων της Ένωσης ή των εξουσιών των θεσμικών οργάνων της όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

Οι αναφορές αυτές ουδόλως επηρεάζουν τα όρια των αρμοδιοτήτων της Ένωσης που διέπονται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας ή την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης που διέπονται από τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Δεν συνεπάγονται την περαιτέρω ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή την υποχρεωτική άσκηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπαρχουσών αρμοδιοτήτων της, ούτε ότι οι αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Ένωση δεν είναι δυνατόν να περιοριστούν και άρα να επανέλθουν στα κράτη μέλη.

Οι αρμοδιότητες που έχουν αναθέσει τα κράτη μέλη στην Ένωση μπορούν να τροποποιηθούν, είτε να διευρυνθούν είτε να περιοριστούν, μόνο κατόπιν αναθεώρησης των Συνθηκών με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κρατών μελών. Οι Συνθήκες περιλαμβάνουν ήδη ειδικές διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες ορισμένα κράτη μέλη δικαιούνται να μη λαμβάνουν μέρος ή να εξαιρούνται από την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης. Οι αναφορές σε μια ολοένα στενότερη ένωση μεταξύ των λαών είναι, επομένως, συμβατές με τη χάραξη διαφορετικής πορείας από κάθε κράτος μέλος προς την ολοκλήρωση και δεν υποχρεώνουν όλα τα κράτη μέλη να κατευθύνονται προς κοινό προορισμό.

Οι Συνθήκες επιτρέπουν την πορεία προς βαθύτερη ολοκλήρωση των κρατών μελών που συμμερίζονται αυτό το όραμα για το κοινό τους μέλλον, αλλά δεν υποχρεώνει τα υπόλοιπα κράτη μέλη να την ακολουθήσουν.

2.

Στόχος της αρχής της επικουρικότητας είναι να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πολίτη. Ως εκ τούτου, η επιλογή του κατάλληλου επιπέδου ανάληψης δράσης εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το κατά πόσον ένα ζήτημα έχει διεθνικές πτυχές οι οποίες δεν μπορούν να ρυθμιστούν ικανοποιητικά με την ανάληψη δράσης από τα κράτη μέλη και από το κατά πόσον η δράση σε ενωσιακό επίπεδο θα αποφέρει σαφή οφέλη λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της σε σύγκριση με τη δράση στο επίπεδο των κρατών μελών.

Οι αιτιολογημένες γνώμες που εκδίδουν τα εθνικά κοινοβούλια σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη από όλα τα θεσμικά όργανα που συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της Ένωσης. Θα γίνουν οι κατάλληλες ρυθμίσεις για τον σκοπό αυτό.

3.

Εάν αιτιολογημένες γνώμες, που έχουν κατατεθεί εντός 12 εβδομάδων από τη διαβίβαση του εν λόγω σχεδίου και εκπροσωπούν ποσοστό άνω του 55 % των ψήφων που έχουν τα εθνικά κοινοβούλια, κρίνουν ότι κάποιο σχέδιο νομοθετικής πράξης της Ένωσης δεν συνάδει προς την αρχή της επικουρικότητας, η προεδρία του Συμβουλίου θα περιλαμβάνει το θέμα στην ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου για αναλυτική συζήτηση σχετικά με τις εν λόγω γνώμες και σχετικά με τις συνέπειες που απορρέουν από αυτές.

Μετά το πέρας της συζήτησης και σύμφωνα με τους τύπους που προβλέπονται στις Συνθήκες, οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως μελών του Συμβουλίου διακόπτουν την εξέταση του εν λόγω σχεδίου νομοθετικής πράξης, εκτός εάν το σχέδιο τροποποιηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη οι ανησυχίες που διατυπώθηκαν στις αιτιολογημένες γνώμες.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι ψήφοι που έχουν τα εθνικά κοινοβούλια υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 2. Οι ψήφοι από τα εθνικά κοινοβούλια κρατών μελών που δεν συμμετέχουν στην έκδοση της νομοθετικής πράξης δεν συνυπολογίζονται.

4.

Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των κρατών μελών που προβλέπονται από τα πρωτόκολλα που έχουν προσαρτηθεί στις Συνθήκες πρέπει να αναγνωρίζονται πλήρως και μην θεωρούνται υποδεέστερου επιπέδου σε σχέση με τις λοιπές διατάξεις των Συνθηκών των οποίων τα εν λόγω πρωτόκολλα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος.

Ειδικότερα, ένα μέτρο που θεσπίζεται σύμφωνα με τον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης δεν δεσμεύει τα κράτη μέλη που αναφέρονται στα πρωτόκολλα αριθ. 21 και αριθ. 22, εκτός αν το οικείο κράτος μέλος, εφόσον το επιτρέπει το σχετικό πρωτόκολλο, έχει γνωστοποιήσει την επιθυμία του να δεσμευθεί από το μέτρο.

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως μελών του Συμβουλίου θα διασφαλίζουν ότι, όταν ένα μέτρο της Ένωσης εμπίπτει, υπό το πρίσμα του σκοπού και του περιεχομένου του, στο πεδίο εφαρμογής του τίτλου V του τρίτου μέρους της ΣΛΕΕ, θα εφαρμόζονται σε αυτό τα πρωτόκολλα αριθ. 21 και αριθ. 22, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται τον διαχωρισμό του μέτρου σε δύο επιμέρους πράξεις.

5.

Το άρθρο 4 παράγραφος 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση επιβεβαιώνει ότι η εθνική ασφάλεια παραμένει στην αποκλειστική σφαίρα ευθύνης κάθε κράτους μέλους. Αυτό δεν αποτελεί παρέκκλιση από το δίκαιο της Ένωσης και, συνεπώς, δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους, τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα σέβονται πλήρως την εθνική αρμοδιότητα των κρατών μελών σε θέματα εθνικής ασφάλειας.

Αναγνωρίζονται τα οφέλη της συλλογικής δράσης όσον αφορά τα ζητήματα που επηρεάζουν την ασφάλεια των κρατών μελών.

ΜΕΡΟΣ Δ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εσωτερικής αγοράς, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα των εργαζομένων των κρατών μελών να αποδέχονται προσφορές εργασίας οπουδήποτε εντός της Ένωσης. Τα διαφορετικά ύψη αμοιβών από το ένα κράτος μέλος στο άλλο καθιστούν ορισμένες προσφορές εργασίας περισσότερο ελκυστικές από άλλες, με συνακόλουθες μετακινήσεις εργαζομένων ως άμεσο αποτέλεσμα της ελευθερίας της αγοράς. Ωστόσο, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης των κρατών μελών, τα οποία το δίκαιο της Ένωσης συντονίζει αλλά δεν εναρμονίζει, είναι δομημένα με διαφορετικούς τρόπους και αυτό μπορεί αφ' εαυτού να προσελκύει εργαζομένους σε συγκεκριμένο κράτος μέλος. Είναι θεμιτό να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση αυτή και να προβλέπεται, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε εθνικό επίπεδο και χωρίς τη δημιουργία αδικαιολόγητων άμεσων ή έμμεσων διακρίσεων, η λήψη μέτρων για τον περιορισμό των ροών εργαζομένων όταν λαμβάνουν διαστάσεις τέτοιες που να έχουν αρνητικές συνέπειες τόσο για τα κράτη μέλη καταγωγής όσο και για τα κράτη μέλη προορισμού.

Οι ανησυχίες που εξέφρασε το Ηνωμένο Βασίλειο σχετικά με το θέμα αυτό έχουν ληφθεί υπόψη, ενόψει περαιτέρω εξελίξεων της ενωσιακής νομοθεσίας και του σχετικού εθνικού δικαίου.

Ερμηνεία των ισχυόντων κανόνων της ΕΕ

1.

Τα μέτρα που αναφέρονται στο εισαγωγικό εδάφιο θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να ορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισής τους και διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την εκπόνηση και την εφαρμογή της κοινωνικής τους πολιτικής και πολιτικής απασχόλησης, καθώς και για τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την πρόσβαση στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας.

α)

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων κατά το άρθρο 45 ΣΛΕΕ συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διάκρισης λόγω ιθαγένειας όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας και απασχόλησης, το δικαίωμα αυτό μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας. Επιπλέον, αν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μπορεί να περιοριστεί με μέτρα ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό. Η ενθάρρυνση των προσλήψεων, η μείωση της ανεργίας, η προστασία των ευάλωτων εργαζομένων και η αποτροπή του κινδύνου σοβαρής υπονόμευσης της βιωσιμότητας των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αποτελούν λόγους γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζονται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον σκοπό αυτό, η οποία στηρίζεται σε ανάλυση ανά υπόθεση.

Με βάση αντικειμενικές εκτιμήσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη την ιθαγένεια των ενδιαφερομένων και κατ' αναλογία προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό, μπορούν να επιβληθούν όροι σε σχέση με ορισμένες παροχές προκειμένου να διασφαλιστεί η ύπαρξη πραγματικού και ουσιαστικού βαθμού σύνδεσης μεταξύ του ενδιαφερομένου και της αγοράς εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής.

β)

Η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ πρέπει να ασκείται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις Συνθήκες και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους.

Το δικαίωμα οικονομικά μη ενεργών ατόμων να διαμένουν στο κράτος μέλος υποδοχής εξαρτάται, βάσει του δικαίου της ΕΕ, από το κατά πόσον τα άτομα αυτά διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και τα μέλη της οικογένειάς τους, ώστε να μην επιβαρύνουν το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής και να διαθέτουν τα πρόσωπα αυτά πλήρη ασφαλιστική κάλυψη ασθενείας.

Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αρνούνται κοινωνικές παροχές σε άτομα που ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία με αποκλειστικό σκοπό την απόκτηση των κοινωνικών παροχών των κρατών μελών χωρίς να διαθέτουν επαρκείς πόρους για να τους αναγνωριστεί το δικαίωμα διαμονής.

Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίπτουν αιτήσεις υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας από πολίτες της ΕΕ από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα διαμονής ή έχουν το δικαίωμα να διαμείνουν στην επικράτειά τους αποκλειστικά και μόνο για αναζήτηση εργασίας. Σε αυτήν την κατηγορία περιλαμβάνονται αιτήσεις από πολίτες της ΕΕ από άλλα κράτη μέλη για τη λήψη κοινωνικών παροχών οι οποίες προορίζονται κυρίως για την κάλυψη των ελάχιστων εξόδων διαβίωσης, ακόμη και αν οι παροχές αυτές έχουν επίσης ως στόχο να διευκολύνουν την πρόσβαση στην αγορά εργασίας στα κράτη μέλη υποδοχής.

γ)

Τα πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας οφείλουν να σέβονται τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.

Σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα ώστε να προλαμβάνουν την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων ή την απάτη όπως, για παράδειγμα, την υποβολή πλαστών εγγράφων και να αντιμετωπίζουν περιπτώσεις σύναψης ή διατήρησης εικονικών γάμων με υπηκόους τρίτων χωρών που αποσκοπούν στη χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας ως μέσου για τη νομιμοποίηση της διαμονής σε κράτος μέλος ή για να αντιμετωπίζουν περιπτώσεις χρήσης της ελεύθερης κυκλοφορίας ως διόδου για την παράκαμψη των εθνικών κανόνων περί μετανάστευσης που ισχύουν για υπηκόους τρίτων χωρών.

Τα κράτη μέλη υποδοχής μπορούν επίσης να λαμβάνουν τα απαραίτητα περιοριστικά μέτρα για την προστασία τους από άτομα των οποίων η προσωπική συμπεριφορά ενδέχεται να συνιστά πραγματική και σοβαρή απειλή για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια. Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον η συμπεριφορά ενός ατόμου συνιστά πραγματική απειλή για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τη συμπεριφορά του εν λόγω ατόμου κατά το παρελθόν· η δε απειλή δεν είναι απαραίτητο να είναι άμεση. Ακόμη και αν δεν υπάρχει προηγούμενη ποινική καταδικαστική απόφαση, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για προληπτικούς λόγους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά αφορούν μόνο το συγκεκριμένο άτομο.

Θα αναπτυχθεί από κοινού με την Επιτροπή περαιτέρω ανταλλαγή πληροφοριών και διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση τέτοιων περιπτώσεων καταχρηστικής άσκησης δικαιωμάτων και απάτης.

Αλλαγές στο παράγωγο δίκαιο της ΕΕ

2.

Σημειώνεται ότι, αφού αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η παρούσα απόφαση, η Επιτροπή θα υποβάλει προτάσεις για την τροποποίηση του υφιστάμενου παράγωγου δικαίου της ΕΕ ως εξής:

α)

πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν, στις περιπτώσεις εξαγωγής του επιδόματος τέκνων σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος, να τιμαριθμοποιούν αυτές τις παροχές με βάση τις συνθήκες στο κράτος μέλος στο οποίο διαμένει το τέκνο. Αυτό θα πρέπει να ισχύει μόνο για τις νέες αιτήσεις που υποβάλλουν εργαζόμενοι της ΕΕ στο κράτος υποδοχής. Ωστόσο, από 1ης Ιανουαρίου 2020, όλα τα κράτη μέλη μπορούν να επεκτείνουν την τιμαριθμοποίηση και στις υπάρχουσες αιτήσεις για επιδόματα τέκνου που έχουν ήδη εξαχθεί από τους εργαζομένους της ΕΕ. Η Επιτροπή δεν διατίθεται να προτείνει την επέκταση του μελλοντικού συστήματος προαιρετικής τιμαριθμοποίησης των επιδομάτων τέκνων σε άλλες κατηγορίες εξαγώγιμων επιδομάτων, όπως οι συντάξεις γήρατος·

β)

προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας έλξης που απορρέει από το καθεστώς των παροχών προς εργαζομένους που ισχύει σε ένα κράτος μέλος, πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης, ώστε να προβλεφθεί μηχανισμός συναγερμού και διασφάλισης για τις περιπτώσεις εισροής εργαζομένων από άλλα κράτη μέλη, μεγάλης κλίμακας και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεις εισροής ως αποτελέσματος πολιτικών του παρελθόντος κατόπιν προηγούμενων διευρύνσεων της ΕΕ. Το κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση του μηχανισμού αυτού θα γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι υφίσταται μια τέτοια εξαιρετική κατάσταση σε κλίμακα που επηρεάζει ουσιώδεις πτυχές του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένου του πρωταρχικού σκοπού του καθεστώτος κοινωνικών παροχών προς εργαζομένους, ή η οποία οδηγεί σε προβλήματα τα οποία είναι σοβαρά και αναμένεται να αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα στην αγορά εργασίας ή τα οποία ασκούν υπερβολικές πιέσεις στην εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους μέλους. Μετά από σχετική εισήγηση της Επιτροπής, κατόπιν εξέτασης της γνωστοποίησης και της αιτιολόγησης που περιέχει, το Συμβούλιο μπορεί να επιτρέψει στο οικείο κράτος μέλος να περιορίσει την πρόσβαση στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας χωρίς εισφορές στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο. Το Συμβούλιο θα επιτρέπει στο εν λόγω κράτος μέλος να περιορίζει την πρόσβαση των νεοαφιχθέντων εργαζομένων της Ένωσης που στις παροχές χωρίς εισφορές για εργαζομένους για συνολική περίοδο μέχρι τέσσερα έτη από την έναρξη της απασχόλησης. Ο περιορισμός αυτός θα πρέπει να είναι κλιμακωτός, ξεκινώντας από τον πλήρη αποκλεισμό και αυξάνοντας σταδιακά την πρόσβαση στις παροχές αυτές ώστε να λαμβάνεται υπόψη η αυξανόμενη σύνδεση του εργαζομένου με την αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής. Η άδεια θα έχει περιορισμένη διάρκεια και θα εφαρμόζεται σε νεοαφιχθέντες εργαζομένους για διάστημα 7 ετών.

Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως μελών του Συμβουλίου θα ασχοληθούν κατά προτεραιότητα με τις εν λόγω νομοθετικές προτάσεις και θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουν την ταχεία έγκρισή τους.

Τα μελλοντικά μέτρα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι της ΕΕ να έχουν δυσμενέστερη μεταχείριση από τους υπηκόους τρίτων χωρών σε παρόμοιες καταστάσεις.

Αλλαγές στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ

3.

Όσον αφορά τις μελλοντικές διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημειώνεται ότι στις σχετικές πράξεις προσχώρησης θα προβλέπονται κατάλληλα μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων τα οποία θα συμφωνηθούν από όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις Συνθήκες. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνεται η θέση που διατύπωσε το Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ αυτών των μεταβατικών μέτρων.

ΜΕΡΟΣ Ε

ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

1.

Κάθε κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο οποιοδήποτε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

2.

Η παρούσα απόφαση παράγει αποτελέσματα από την ημερομηνία κατά την οποία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να παραμείνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


(1)  Απόφαση του Συμβουλίου για ειδικές διατάξεις σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών από την περαιτέρω ολοκλήρωση της ευρωζώνης.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141 της 27.5.2011, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΤΜΗΜΑ Α ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΗΓΩΝ ΚΡΑΤΩΝ Ή ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΝ, ΣΥΝΕΛΘΟΝΤΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΝΕΑ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ

Οι Αρχηγοί Κρατών ή κυβερνήσεων δηλώνουν ότι η απόφαση του Συμβουλίου περί ειδικών διατάξεων σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ευρωζώνης θα εκδοθεί από το Συμβούλιο κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θα τεθεί σε ισχύ την ίδια ημέρα.

Το σχέδιο απόφασης παρατίθεται κατωτέρω:

ΣΧΕΔΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

περί ειδικών διατάξεων σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ευρωζώνης

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για τη συμπλήρωση της απόφασης 2009/857/ΕΚ της 13ης Δεκεμβρίου 2007 (1), θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ευρωζώνης.

(2)

Ο μηχανισμός της παρούσας απόφασης συμβάλλει στην τήρηση των αρχών που καθορίζονται στο τμήμα Α της απόφασης των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων όσον αφορά νομοθετικές πράξεις σχετικά με την αποτελεσματική διαχείριση της τραπεζικής ένωσης και των συνεπειών της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ευρωζώνης, η έγκριση των οποίων υπόκειται σε ψηφοφορία με τη συμμετοχή όλων των μελών του Συμβουλίου.

(3)

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του τμήματος Ε της απόφασης των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (2), οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου να συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θέμα που συνδέεται με την εφαρμογή της εν λόγω απόφασης.

(4)

Η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις ειδικές ρυθμίσεις περί ψηφοφορίας οι οποίες συμφωνήθηκαν από τους αντιπροσώπους των 28 κρατών μελών που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου στις 18 Δεκεμβρίου 2013 (3), σχετικά με την έκδοση αποφάσεων από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(5)

Για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης και, ειδικότερα, σε σχέση με το εύλογο χρονικό διάστημα για τη συζήτηση του συγκεκριμένου θέματος στο Συμβούλιο, θα πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη τυχόν επείγουσες καταστάσεις,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Εάν, όσον αφορά τις νομοθετικές πράξεις για τις οποίες ισχύει το τμήμα Α της απόφασης των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων και η έγκριση των οποίων υπόκειται σε ψηφοφορία με τη συμμετοχή όλων των μελών του Συμβουλίου, τουλάχιστον ένα κράτος του Συμβουλίου που δεν συμμετέχει στην τραπεζική ένωση αναφέρει την αιτιολογημένη αντίθεσή του στην έκδοση μιας τέτοιας πράξης από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, το Συμβούλιο συζητά το θέμα. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να δικαιολογεί την αντίθεσή του, αναφέροντας γιατί το σχέδιο πράξης δεν τηρεί τις αρχές που καθορίζονται στο τμήμα A της εν λόγω απόφασης.

2.   Κατά τη διάρκεια των ανωτέρω συζητήσεων, το Συμβούλιο καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να καταλήξει, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς να θίγονται τα υποχρεωτικά χρονικά όρια που ορίζει το δίκαιο της Ένωσης, σε ικανοποιητική λύση για την αντιμετώπιση των ανησυχιών τις οποίες εξέφρασαν το μέλος ή τα μέλη του Συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Προς τούτο, ο πρόεδρος του Συμβουλίου, με τη βοήθεια της Επιτροπής και τηρώντας τον εσωτερικό κανονισμό του Συμβουλίου (5), αναλαμβάνει κάθε αναγκαία πρωτοβουλία για να διευκολύνει την επίτευξη ευρύτερης βάσης συμφωνίας στα πλαίσια του Συμβουλίου. Τα μέλη του Συμβουλίου τον επικουρούν.

Λαμβανομένου δεόντως υπόψη του ενδεχόμενου επείγοντος χαρακτήρα του θέματος και με βάση τους λόγους εναντίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αίτηση για διεξαγωγή συζήτησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σχετικά με αυτό το θέμα, πριν το θέμα επανέλθει στο Συμβούλιο για τη λήψη απόφασης, ενδέχεται να συνιστά τέτοια πρωτοβουλία. Οποιαδήποτε τέτοια παραπομπή δεν επηρεάζει την ομαλή λειτουργία της νομοθετικής διαδικασίας της Ένωσης και δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μια κατάσταση που θα ισοδυναμεί με δυνατότητα άσκησης δικαιώματος αρνησικυρίας από ένα κράτος μέλος.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση, που συμπληρώνει την απόφαση 2009/857/ΕΚ, τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία έναρξης ισχύος της απόφασης των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παύει να ισχύει εφόσον παύσει να ισχύει η απόφαση 2009/857/ΕΚ.

…, [ημερομηνία]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

[όνομα]


(1)  Απόφαση 2009/857/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και του άρθρου 238 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ της 1ης Νοεμβρίου 2014 και της 31ης Μαρτίου 2017, αφενός, και από 1ης Απριλίου 2017, αφετέρου (ΕΕ L 314 της 1.12.2009, σ. 73).

(2)  Απόφαση των Αρχηγών Κρατών ή κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ C 69I της 23.2.2016, σ. 1).

(3)  Δήλωση της 18ης Δεκεμβρίου 2013 των Αντιπροσώπων των 28 κρατών μελών που συνήλθαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου, έγγραφο αριθ. 18137/13.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων και ενιαίας διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).

(5)  Απόφαση 2009/937/ΕΕ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2009, για τη θέσπιση του εσωτερικού του κανονισμού (ΕΕ L 325 της 11.12.2009, σ. 35).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ

Η Ευρώπη πρέπει να γίνει ανταγωνιστικότερη προκειμένου να δημιουργήσει ανάπτυξη και απασχόληση. Μολονότι ο στόχος αυτός βρίσκεται στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων της ΕΕ τα τελευταία χρόνια, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι πεπεισμένο ότι μπορούν να γίνουν περισσότερα προκειμένου να αξιοποιηθεί πλήρως το δυναμικό όλων των τομέων της εσωτερικής αγοράς, να προαχθεί το κλίμα επιχειρηματικότητας και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, να γίνουν επενδύσεις και να εξοπλισθούν οι οικονομίες μας για το μέλλον, να διευκολυνθεί το διεθνές εμπόριο και η ΕΕ να γίνει ελκυστικότερος εταίρος.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την τεράστια αξία της εσωτερικής αγοράς ως χώρου χωρίς σύνορα, στον οποίο κυκλοφορούν ανεμπόδιστα εμπορεύματα, πρόσωπα, υπηρεσίες και κεφάλαια. Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της Ένωσης. Στο πλαίσιο των οικονομικών και κοινωνικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε, οφείλουμε να αναζωογονήσουμε την εσωτερική αγορά και να την προσαρμόσουμε προκειμένου να συμβαδίζουμε με το μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τη διεθνή της ανταγωνιστικότητα σε όλους τους τομείς υπηρεσιών και προϊόντων και σε βασικούς τομείς όπως η ενέργεια και η ψηφιακή ενιαία αγορά.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για τη βελτίωση της νομοθεσίας και την κατάργηση της νομοθεσίας που δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ, λαμβάνοντας πάντοτε δεόντως υπόψη την ανάγκη να διατηρηθούν υψηλά πρότυπα για την προστασία των καταναλωτών, των εργαζομένων, της υγείας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτό αποτελεί βασικό μοχλό για την επίτευξη οικονομικής μεγέθυνσης, την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης.

Για να συμβάλουν στην επίτευξη αυτού του στόχου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή συνήψαν τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποτελεσματική συνεργασία είναι απαραίτητη για την απλούστευση της ενωσιακής νομοθεσίας προς αποφυγή των περιττών ρυθμίσεων και του διοικητικού φόρτου για τους πολίτες, τις διοικητικές υπηρεσίες και τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ενώ συγχρόνως εξασφαλίζει την επίτευξη των στόχων της νομοθεσίας.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα εξής:

να αναληφθεί ισχυρή δέσμευση για απλούστευση της νομοθεσίας και μείωση του φόρτου, συμπεριλαμβανομένης της ανάκλησης ή κατάργησης νομοθεσίας όπου είναι απαραίτητο, και καλύτερη χρήση της εκτίμησης του αντικτύπου και της εκ των υστέρων αξιολόγησης καθ' όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου, σε ενωσιακό και σε εθνικό επίπεδο. Το έργο αυτό θα πρέπει να βασίζεται στην πρόοδο που έχει ήδη σημειωθεί όσον αφορά το πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT),

να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για τη μείωση του συνολικού φόρτου της ενωσιακής νομοθεσίας, ιδίως για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις,

να τεθούν, όπου αυτό είναι εφικτό, στόχοι μείωσης του φόρτου σε βασικούς τομείς, με δεσμεύσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δέσμευση της Επιτροπής να επανεξετάζει κάθε χρόνο την επιτυχία των προσπαθειών της Ένωσης για την απλούστευση της νομοθεσίας, την αποφυγή των περιττών ρυθμίσεων και τη μείωση του φόρτου για τις επιχειρήσεις. Κατά την ετήσια αυτή επισκόπηση προς στήριξη του προγράμματος REFIT της Επιτροπής θα διενεργείται ετήσια έρευνα του φόρτου και παράλληλα θα ελέγχεται η υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καλεί εξάλλου το Συμβούλιο να εξετάζει τις ετήσιες επανεξετάσεις που πραγματοποιούνται από την Επιτροπή βάσει της δήλωσής της για την επικουρικότητα, με στόχο να διασφαλίζεται η δέουσα συνέχεια στους διάφορους τομείς των δραστηριοτήτων της Ένωσης. Καλεί την Επιτροπή να προτείνει την κατάργηση των μέτρων που δεν συνάδουν με την αρχή της επικουρικότητας ή επιβάλλουν δυσανάλογο κανονιστικό φόρτο.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει τη σημασία ενός ισχυρού και βασισμένου σε κανόνες πολυμερούς εμπορικού συστήματος και την ανάγκη να συναφθούν φιλόδοξες διμερείς εμπορικές και επενδυτικές συμφωνίες με τρίτες χώρες, σε πνεύμα αμοιβαιότητας και αμοιβαίου οφέλους. Σε αυτό το πλαίσιο, εκφράζει την ικανοποίησή του για την πρόσφατη συμφωνία που επιτεύχθηκε από τον ΠΟΕ στο Ναϊρόμπι. Πρέπει να συνεχιστούν οι εργασίες στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και βασικούς εταίρους στη Λατινική Αμερική, κυρίως τη Mercosur, καθώς και στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού. Το εμπόριο πρέπει να είναι εξίσου επωφελές για τους καταναλωτές, τους εργαζομένους και τους οικονομικούς φορείς. Η νέα εμπορική στρατηγική («Εμπόριο για όλους: προς μια πιο υπεύθυνη πολιτική για το εμπόριο και τις επενδύσεις») αποτελεί ουσιώδες στοιχείο.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα παρακολουθεί τις εξελίξεις και καλεί το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας να αξιολογούν σε τακτική βάση την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά τα διάφορα στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα δήλωση.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

σχετικά με τον μηχανισμό εφαρμογής της επικουρικότητας και τον μηχανισμό εφαρμογής της μείωσης του φόρτου

Η Επιτροπή θα θεσπίσει μηχανισμό για την επανεξέταση της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ όσον αφορά τη συμμόρφωσή της προς τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, αξιοποιώντας υφιστάμενες διαδικασίες και με σκοπό την εξασφάλιση της πλήρους εφαρμογής των αρχών αυτών.

Η Επιτροπή θα καθορίσει προτεραιότητες για την εν λόγω επανεξέταση, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων.

Η Επιτροπή θα προτείνει ένα πρόγραμμα εργασιών έως τα τέλη του 2016 και στη συνέχεια θα υποβάλλει έκθεση, σε ετήσια βάση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Η Επιτροπή είναι απόλυτα προσηλωμένη στην απλούστευση της ενωσιακής νομοθεσίας και τη μείωση του κανονιστικού φόρτου για τους επιχειρηματικούς φορείς της ΕΕ και θα συνεχίσει τις προσπάθειές της προς αυτόν τον σκοπό, χωρίς να διακυβεύονται οι στόχοι πολιτικής, με την εφαρμογή του Θεματολογίου για τη Βελτίωση της Νομοθεσίας 2015 και ιδίως του Προγράμματος Βελτίωσης της Καταλληλότητας και της Αποδοτικότητας του Κανονιστικού Πλαισίου (REFIT) της Επιτροπής. Η μείωση της γραφειοκρατίας προς όφελος της επιχειρηματικότητας, κυρίως προς όφελος των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, παραμένει πρωταρχικός στόχος όλων μας για την επίτευξη ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Στο πλαίσιο της πλατφόρμας REFIT, η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τα κράτη μέλη και τους ενδιαφερόμενους φορείς για τον καθορισμό συγκεκριμένων στόχων σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο με σκοπό τη μείωση του φόρτου για τις επιχειρήσεις, ειδικά στους πλέον επαχθείς τομείς και ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Μετά τον καθορισμό των στόχων αυτών η Επιτροπή θα παρακολουθεί την πρόοδό τους και θα υποβάλλει ετησίως σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

σχετικά με την τιμαριθμοποίηση του επιδόματος τέκνων που εξάγεται σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος

Η Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1) για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν, στις περιπτώσεις εξαγωγής του επιδόματος τέκνων σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο στο οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος, να τιμαριθμοποιούν αυτές τις παροχές με βάση τις συνθήκες στο κράτος μέλος στο οποίο διαμένει το τέκνο.

Η Επιτροπή φρονεί ότι στις εν λόγω συνθήκες περιλαμβάνεται το βιοτικό επίπεδο και το ύψος του επιδόματος τέκνων που ισχύει σε αυτό το κράτος μέλος


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

για τον μηχανισμό διασφάλισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2(β) του μέρους Δ της απόφασης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Παραπέμποντας στην παράγραφο 2(β) του μέρους Δ της απόφασης των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση τροποποίησης του κανονισμού 492/2011 που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης ώστε να προβλέπεται μηχανισμός διασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και θα χρησιμοποιηθεί και ότι, ως εκ τούτου, θα αποτελέσει λύση στις ανησυχίες του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την πρωτοφανή εισροή εργαζομένων από άλλες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τα τελευταία έτη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι πληροφορίες που της παρέσχε το Ηνωμένο Βασίλειο, ιδίως επειδή δεν έχει χρησιμοποιήσει πλήρως τις μεταβατικές περιόδους για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων που προβλέπονταν σε πρόσφατες πράξεις προσχώρησης, καταδεικνύουν πως η εξαιρετική κατάσταση που προορίζεται να καλύψει ο προτεινόμενος μηχανισμός διασφάλισης πράγματι υφίσταται στο Ηνωμένο Βασίλειο σήμερα. Ως εκ τούτου, δικαιολογείται η θέση σε εφαρμογή του μηχανισμού από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο μπορεί να αναμένει τη σχετική έγκριση.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

για θέματα σχετικά με την κατάχρηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων

Η Επιτροπή σημειώνει την απόφαση των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, συνελθόντων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με μία νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεκριμένα το μέρος Δ της απόφασης.

Η Επιτροπή προτίθεται να εγκρίνει πρόταση για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2004/38 σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης, με σκοπό να εξαιρεθούν, από το πεδίο εφαρμογής των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας, οι υπήκοοι τρίτων χωρών που δεν είχαν προηγούμενη νόμιμη διαμονή σε κράτος μέλος πριν από τον γάμο τους με πολίτη της Ένωσης ή που συνάπτουν γάμο με πολίτη της Ένωσης μόνον αφού ο εν λόγω πολίτης της Ένωσης εγκατασταθεί νόμιμα στο κράτος μέλος υποδοχής. Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές, η νομοθεσία περί μετανάστευσης του κράτους μέλος υποδοχής θα εφαρμόζεται στον υπήκοο της τρίτης χώρας. Αυτή η πρόταση θα υποβληθεί αφού αρχίσει να παράγει αποτελέσματα η ανωτέρω απόφαση.

Όσον αφορά καταστάσεις κατάχρησης στο πλαίσιο της εισόδου και διαμονής μελών της οικογένειας ενός μετακινούμενου πολίτη της Ένωσης τα οποία δεν έχουν ιθαγένεια της ΕΕ, η Επιτροπή θα διευκρινίσει ότι:

τα κράτη μέλη μπορούν λαμβάνουν μέτρα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κατάχρησης των δικαιωμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας εκ μέρους πολιτών της Ένωσης, οι οποίοι επιστρέφουν στο κράτος μέλος της ιθαγένειάς τους με ένα μέλος της οικογένειάς τους το οποίο δεν έχει την ιθαγένεια της ΕΕ και του οποίου η διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής δεν αποδείχθηκε αρκούντως ουσιαστική, προκειμένου να δημιουργηθούν ή να ενισχυθούν οι οικογενειακοί δεσμοί, παρά είχε σκοπό να παρακαμφθεί η εφαρμογή των εθνικών κανόνων περί μετανάστευσης,

η έννοια του εικονικού γάμου —που δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία της Ένωσης— καλύπτει και τον γάμο που διατηρείται προκειμένου ένα μέλος της οικογένειας, το οποίο δεν έχει ιθαγένεια κράτους μέλους, να απολαύει του δικαιώματος διαμονής.

Η Επιτροπή θα διευκρινίσει επίσης ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπ' όψιν τον πρότερο βίο ενός προσώπου για να προσδιοριστεί κατά πόσον η συμπεριφορά ενός πολίτη της Ένωσης συνιστά «ενεστώσα» απειλή για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενεργούν για λόγους δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας, ακόμη και εάν δεν υπάρχει προηγούμενη ποινική καταδίκη, επικαλούμενα λόγους πρόληψης εφόσον αυτοί αφορούν συγκεκριμένα το εν λόγω πρόσωπο. Η Επιτροπή θα διευκρινίσει επίσης τις έννοιες «σοβαροί λόγοι δημόσιας τάξης ή δημόσιας ασφάλειας» και «επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας». Επίσης, με την ευκαιρία της μελλοντικής αναθεώρησης της οδηγίας 2004/38 για την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης, η Επιτροπή θα εξετάσει τα ελάχιστα όρια με τα οποία συνδέονται αυτές οι έννοιες.

Οι διευκρινίσεις αυτές θα περιληφθούν σε ανακοίνωση με τις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης.


Top