Help Print this page 

Document 52016PC0767R(01)

Title and reference
Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (αναδιατύπωση)

COM/2016/0767 final/2 - 2016/0382 (COD)
Multilingual display
Text

?????????, 23.2.2017

COM(2016) 767 final

2016/0382(COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SWD(2016) 416 final}
{SWD(2016) 417 final}
{SWD(2016) 418 final}
{SWD(2016) 419 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

•1.1Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) συμβάλλουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, στην επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης, στην προστασία του περιβάλλοντος και στη βελτίωση της υγείας των πολιτών. Επιπλέον, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναδύονται επίσης ως παράγοντας μιας χωρίς αποκλεισμούς οικονομικής ανάπτυξης, που δημιουργεί θέσεις εργασίας και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι πτυχές αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 194 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το οποίο έχουν ανατεθεί αρμοδιότητες στην Ένωση για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) διαδραματίζει εδώ και καιρό ηγετικό ρόλο παγκοσμίως στην προώθηση και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθοδηγώντας τις προσπάθειες καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, ενθαρρύνοντας τη στροφή προς μια οικονομία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και τονώνοντας μια υψηλού δυναμικού οικονομική ανάπτυξη. Ο πρόεδρος Juncker έχει ήδη θέσει ως μία από τις κύριες πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής τη φιλοδοξία να αναδειχθεί η ΕΕ σε πρώτη δύναμη στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παγκοσμίως. Η φιλοδοξία αυτή θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνον τον στόχο να αυξηθεί η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και την προμήθεια, από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, βασικών συστατικών στοιχείων εντός και εκτός της ΕΕ.

Το ισχύον πλαίσιο για το 2020 θέτει ως στόχο κατανάλωση ενέργειας 20 % ο οποίος βασίζεται σε νομικά δεσμευτικούς εθνικούς στόχους έως το 2020. Τα εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ανά διετία παρακολούθηση που προβλέπεται στην οδηγία 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές συνέβαλαν αποτελεσματικά στην προώθηση της διαφάνειας έναντι των επενδυτών και άλλων οικονομικών φορέων και, με τον τρόπο αυτό, ευνόησαν την ταχεία αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας από 10,4 % το 2007 σε 17 % το 2015.

Τον Οκτώβριο του 2014 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε στο πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030 και επιβεβαίωσε τη μακροπρόθεσμη προσήλωση της Ένωσης στη φιλόδοξη στρατηγική της ΕΕ στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το νέο πλαίσιο θέτει ως στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που θα καταναλώνεται στην ΕΕ το 2030 να ανέλθει τουλάχιστον σε 27 %. Αυτός ο στόχος είναι δεσμευτικός σε επίπεδο ΕΕ και θα επιτευχθεί χάρη στη συνεισφορά κάθε μεμονωμένου κράτους μέλους, με γνώμονα την ανάγκη να επιτευχθεί συλλογικά ο στόχος της ΕΕ. Επιπλέον, το νέο πλαίσιο καθιστά επίσης δυνατή τη συλλογική επίτευξη, χωρίς να εμποδίζονται τα κράτη μέλη να θέσουν δικούς τους πιο φιλόδοξους εθνικούς στόχους. Τα κράτη μέλη μπορούν να στηρίζουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με την επιφύλαξη των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 1 ενθάρρυνε επανειλημμένα την Επιτροπή να επανεξετάσει και να αναπτύξει νομοθεσία σχετικά με, μεταξύ άλλων, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με σκοπό τη συμβολή στην επίτευξη των συμφωνηθέντων στόχων για το 2030. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει τη νομοθεσία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να αυξήσει ακόμη περισσότερο το επίπεδο φιλοδοξίας σε τουλάχιστον 30 %.

Οι προβλέψεις για το ενεργειακό σύστημα της ΕΕ δείχνουν ότι, αν δεν ασκηθούν νέες πολιτικές, οι υφιστάμενες πολιτικές των κρατών μελών και της ΕΕ θα οδηγήσουν απλώς σε 24,3 % περίπου κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το 2030. Το επίπεδο αυτό θα είναι σαφώς κάτω από το επίπεδο του δεσμευτικού στόχου της ΕΕ του 27 % τουλάχιστον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που έχει συμφωνηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και δεν θα επιτρέψει στην Ένωση να εκπληρώσει συλλογικά τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της συμφωνίας του Παρισιού του 2015. Η συνέχιση αμετάβλητων πολιτικών θα ενείχε επίσης τον σοβαρό κίνδυνο να υπονομεύσει την υλοποίηση της πολιτικής φιλοδοξίας της Ένωσης για παγκόσμια πρωτοπορία στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Επιπλέον, θα οδηγούσε σε διαφυγή των οφελών για την ασφάλεια που προσφέρει η αύξηση του ενεργειακού εφοδιασμού από εγχώριες πηγές και σε μείωση της συμμετοχής των καταναλωτών στο ενεργειακό σύστημα.

Ως εκ τούτου, από την ανάλυση στην οποία στηρίζεται η παρούσα πρόταση αναδιατύπωσης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας («η πρόταση») προκύπτει ότι η επίτευξη του στόχου του 27 % σε επίπεδο ΕΕ συνεπάγεται αλλαγή πολιτικής με τη μορφή πλαισίου σε ενωσιακό επίπεδο που θα οδηγήσει στη λήψη μέτρων σε ενωσιακό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους της απόκλισης από τον στόχο επιφέρει αναπόφευκτα αβεβαιότητα, διότι βασίζεται αναγκαστικά στις παραδοχές ότι μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της ΕΕ άνω του 27 % αποτελεί το ελάχιστο επίπεδο που πρέπει να επιτευχθεί και ότι η σημαντική επενδυτική προσπάθεια που είναι απαραίτητη για να καλυφθεί το κενό στην ΕΕ (π.χ. 254 δισ. EUR για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μόνο για ηλεκτροπαραγωγή) συνεπάγεται να δοθούν εγκαίρως σαφή και σταθερά σήματα πολιτικής.

Παράλληλα, και λόγω της έλλειψης επικαιροποιημένου κανονιστικού πλαισίου, υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν μεγαλύτερες διαφορές εντός της ΕΕ, με μόνο τα κράτη μέλη με τις καλύτερες επιδόσεις να συνεχίσουν την ανοδική πορεία στην κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ενώ τα κράτη μέλη που υστερούν δεν θα έχουν κίνητρα για να αυξήσουν την οικεία παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, αυτή η συγκέντρωση των προσπαθειών σε λίγα κράτη μέλη θα ήταν πιο δαπανηρή και θα προκαλούσε περαιτέρω στρέβλωση της εσωτερικής αγοράς ενέργειας.

Εξάλλου, η δράση σε ενωσιακό επίπεδο αποτελεί ιδιαίτερα κατάλληλο εργαλείο δεδομένης της ουσιώδους διαφοράς μεταξύ του πλαισίου για το 2020 και του πλαισίου για το 2030. Ενώ η υλοποίηση βάσει του πρώτου πλαισίου μπορούσε να στηριχτεί σε μεγάλο βαθμό στη δύναμη εθνικών δεσμευτικών στόχων, πράγμα που επέτρεπε στα κράτη μέλη να διαθέτουν μεγάλη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των εθνικών μέτρων, το πλαίσιο για το 2030 βασίζεται αποκλειστικά σε έναν δεσμευτικό στόχο σε επίπεδο ΕΕ, ο οποίος δεν μεθερμηνεύεται σε εθνικούς στόχους.

Ο ενωσιακός στόχος για το 2030 μπορεί επομένως να επιτευχθεί καλύτερα μέσω εταιρικής σχέσης μεταξύ των κρατών μελών που συνδυάζουν τις εθνικές τους δράσεις με τη στήριξη ενός πλαισίου μέτρων όπως περιγράφεται στην παρούσα πρόταση. Στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, τα κράτη μέλη θα έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, εφαρμόζοντας εθνικά καθεστώτα στήριξης που θα υπόκεινται στους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και σε όρους πλαισίου που καθορίζονται σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και σε κανόνες για τη διασυνοριακή συμμετοχή. Στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, το ανεκμετάλλευτο δυναμικό θα αξιοποιηθεί με τη μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τούτο θα επιτευχθεί με ευέλικτο τρόπο μέσω των προσπαθειών των κρατών μελών. Στον τομέα των μεταφορών απαιτείται εναρμονισμένη προσέγγιση, λόγω του διασυνοριακού εμπορίου βιοκαυσίμων.

Εν προκειμένω, σημαντικό στοιχείο συντονισμού του γενικού πλαισίου πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030 αποτελεί η πρόταση για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, που περιλαμβάνει i) προγραμματισμό για να καταρτίσουν τα κράτη μέλη εθνικά σχέδια σχετικά με την ενέργεια και το κλίμα· ii) υποβολή εκθέσεων και παρακολούθηση για να αναφέρουν τα κράτη μέλη την πρόοδο σχετικά με την εφαρμογή των εθνικών τους σχεδίων· και iii) μέτρο συμπλήρωσης των κενών/διορθωτικό μέτρο, ώστε η Επιτροπή να προβεί το 2025 σε ενδελεχέστερη εξέταση της προόδου στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Για την ΕΕ, οι επενδυτικές ανάγκες από το 2015 έως το 2030 εκτιμάται ότι ανέρχονται σε ποσό περίπου ή άνω του 1 τρισ. EUR στον τομέα και μόνο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές 2 . Εν προκειμένω, έχει ζωτική σημασία να ενισχυθεί η βεβαιότητα των επενδυτών και, ως εκ τούτου, το ζήτημα αυτό αποτελεί έναν από τους ειδικούς στόχους της πρότασης. Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι επενδύσεις της ΕΕ σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που ανήλθαν σε 48,8 εκατ. δολάρια ΗΠΑ το 2015, σημείωσαν πτώση περίπου 60 % σε σύγκριση με το 2011, η οποία δεν οφείλεται απλώς στη μείωση του τεχνολογικού κόστους. Κατά συνέπεια, ενώ η Ένωση διατηρεί την ηγετική της θέση όσον αφορά τις κατά κεφαλήν επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το μερίδιό τους επί του συνόλου των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μειώθηκε με γοργό ρυθμό, από σχεδόν το ήμισυ το 2010 σε λιγότερο από το ένα πέμπτο το 2015.

Σε ένα επικαιροποιημένο πλαίσιο πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα νέα στοιχεία που υφίστανται ήδη στον τομέα των επενδύσεων. Το πλαίσιο για το 2030 προσφέρει μια ευκαιρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για επενδύσεις, ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας. Η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για επενδύσεις. Στο πνεύμα αυτό, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ), στο πλαίσιο του επενδυτικού σχεδίου για την Ευρώπη και των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών και επενδυτικών ταμείων (ΕΔΕΤ), έχει αποδειχτεί ότι συνεισφέρει σημαντικά στις επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το 23 % των συναλλαγών του ΕΤΣΕ που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) αφορούν τον τομέα της ενέργειας. Το ήμισυ σχεδόν των έργων στον τομέα αυτό σχετίζονται με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον των ιδιωτών επενδυτών για συμμετοχή σε συγκεκριμένα έργα σε ολόκληρη την ΕΕ, καθώς θεωρείται ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν τομέα καθοριστικής σημασίας για την ενεργειακή μετάβαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στρατηγικό τομέα επένδυσης. Κατά την περίοδο 2014-2020 το ΕΤΣΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις επενδύσεις χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, μεταξύ των οποίων είναι και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Επιπλέον, η πρόταση να διπλασιαστεί η διάρκεια του ΕΤΣΕ και η χρηματοδοτική του ευρωστία πρέπει επίσης να θεωρηθεί ως ευκαιρία για περισσότερες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στην πρόταση για τη συνέχιση του ΕΤΣΕ έως το 2020 περιλαμβάνεται ο στόχος να κινητοποιηθεί έως το 40 % των επενδύσεων στο σκέλος υποδομών και καινοτομίας για έργα που σχετίζονται με την COP21. Για να συμβεί αυτό, τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με την ενεργειακή απόδοση, πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν σημαντικό μέρος των επενδύσεων στον ενεργειακό τομέα. Ως εκ τούτου, είναι καίριας σημασίας να δίδονται πάντοτε τα κατάλληλα σήματα, ώστε ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας στην ΕΕ να έχουν σαφή ένδειξη για το μέλλον των πολιτικών της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα πρόταση θεσπίζει το κατάλληλο κανονιστικό πλαίσιο. Οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στην ενεργειακή απόδοση, καθώς και στον εκσυγχρονισμό και την ενοποίηση των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών, έχουν ουσιώδη σημασία για την απαλλαγή της οικονομίας της ΕΕ από τις ανθρακούχες εκπομπές. Είναι όμως ακόμη πιο σημαντικές για τη δημιουργία ανάπτυξης και θέσεων εργασίας σε όλη την Ευρώπη και για την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, καθώς το τεχνολογικό πλεονέκτημα που προκύπτει από τις επενδύσεις αυτές θα είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Τέλος, είναι επίσης απαραίτητη η αναθεώρηση του ισχύοντος πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε να αποτυπωθεί η παγκόσμια αλλαγή που σημειώθηκε από το 2009, με την ισχυροποίηση της θέσης των επενδυτών στην παγκόσμια σκηνή λόγω της αύξησης των επενδύσεών τους σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εάν η ΕΕ επιθυμεί να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο, απαιτείται ένα ισχυρό πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που θα υποστηρίζει την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε όλους τους τομείς. Τούτο θα επιφέρει επίσης σημαντικά οφέλη από άποψη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Η πρόταση καθορίζει τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να διασφαλίσουν συλλογικά και συνεχώς ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην τελική κατανάλωση ενέργειας της ΕΕ θα ανέλθει σε τουλάχιστον 27 % έως το 2030 κατά τρόπο οικονομικά αποδοτικό και στους τρεις κλάδους της ηλεκτρικής ενέργειας (ΗΕ-ΑΠΕ), της θέρμανσης και της ψύξης (ΑΠΕ-Θ&Ψ) και των μεταφορών (ΑΠΕ-Μ), λαμβανομένων υπόψη των εξής ειδικών στόχων:

αντιμετώπιση της επενδυτικής αβεβαιότητας, με την κατεύθυνση να λαμβάνονται υπόψη οι μεσοπρόθεσμοι και μακροπρόθεσμοι στόχοι απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές,

διασφάλιση της οικονομικά αποδοτικής ανάπτυξης της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές και της ενσωμάτωσής της στην αγορά,

διασφάλιση της συλλογικής επίτευξης του στόχου σε επίπεδο ΕΕ για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές το 2030, με την καθιέρωση πλαισίου πολιτικής σε συντονισμό με τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, με την οποία αποφεύγεται τυχόν κενό,

ανάπτυξη των δυνατοτήτων απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές που προσφέρουν τα προηγμένα βιοκαύσιμα και αποσαφήνιση του ρόλου των βασιζόμενων σε εδώδιμα φυτά βιοκαυσίμων μετά το 2020,

ανάπτυξη του δυναμικού της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης.

Επομένως, τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην πρόταση αποσκοπούν στην αντιμετώπιση, με αναλογικό τρόπο, των υφιστάμενων προβλημάτων που παρεμποδίζουν την ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, όπως η αβεβαιότητα για τους επενδυτές, τα διοικητικά εμπόδια, η ανάγκη για καλύτερη αποδοτικότητα από άποψη κόστους της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ανάγκη επικαιροποίησης του πλαισίου πολιτικής και ο κίνδυνος απώλειας της συμμετοχής των πολιτών κατά τη μετάβαση στο 2030.

1.2.•Συνοχή με ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η πρόταση συνάδει με τις προτάσεις για τον σχεδιασμό της αγοράς και τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, καθώς και με την αναθεώρηση των οδηγιών για την ενεργειακή απόδοση και για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, την πρόταση για το ΣΕΔΕ της ΕΕ του Ιουλίου 2015 και την πρόταση κανονισμού για τον επιμερισμό των προσπαθειών, τον κανονισμό για τη χρήση γης, την αλλαγή της χρήσης γης και τις δασοκομικές δραστηριότητες (LULUCF) του Ιουλίου 2016.

Η πρόταση πρέπει να ειδωθεί από κοινού με τις προαναφερόμενες πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν επαρκούν από μόνες τους ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην ΕΕ να επιτύχει συλλογικά μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 27 % τουλάχιστον στην τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030 με οικονομικά αποδοτικό τρόπο.

Η πρόταση βασίζεται στην ανάπτυξη μιας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κατάλληλης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας σχεδιασμού της αγοράς, που προβλέπει πλήρως ανεπτυγμένες και ενοποιημένες αγορές και όπου η ευελιξία διαδραμαζίτει καθοριστικό ρόλο στην ενίσχυση της αγοραίας αξίας της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και οι παραγωγοί ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έχουν τη δυνατότητα να εισπράττουν μεγαλύτερο κλάσμα των εσόδων τους από τις αγορές ενέργειας, ώστε να μειωθεί η ανάγκη δημόσιας στήριξης. Επιπλέον, η πρόταση συμπληρώνει την πρωτοβουλία σχεδιασμού της αγοράς με την εισαγωγή διαφόρων μέτρων για την προσέλκυση των απαραίτητων επενδύσεων με οικονομικά αποδοτικό και έγκαιρο τρόπο και με περαιτέρω μείωση του διοικητικού φόρτου για τους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών που παράγουν τη δική τους θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

Η πρόταση συμπληρώνει τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης με τη δημιουργία και στους τρεις τομείς (ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση και ψύξη, και μεταφορές) των συνθηκών για τη διευκόλυνση της επίτευξης του στόχου της ΕΕ με συλλογικό τρόπο. Παράλληλα, η πρωτοβουλία για τη διακυβέρνηση εξορθολογίζει και ενσωματώνει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις σχεδιασμού, υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης του ενεργειακού και κλιματικού κεκτημένου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μετά το 2020, πράγμα που θα συμβάλει στην καταγραφή της προόοδου προς την επίτευξη του στόχου σε επίπεδο ΕΕ, θα επιτρέψει την επανεξέταση των φιλοδοξιών των εθνικών σχεδίων και θα ενεργοποιήσει στοιχεία για την αντιμετώπιση τυχόν χάσματος ως προς τη συλλογική φιλοδοξία ή την υλοποίηση.

Η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση (ΟΕΑ) και η οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΟΕΑΚ) αποσκοπούν, αντίστοιχα, στη διευκόλυνση της επίτευξης του στόχου ενεργειακής απόδοσης και στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Χάρη στη διπλή δράση των διατάξεων που περιέχονται στην παρούσα πρόταση και στον κανονισμό για τη διακυβέρνηση, οι διατάξεις σχετικά με τη θέρμανση και την ψύξη στις προτάσεις ΟΕΑ και ΟΕΑΚ θα συμπληρώσουν τις προσπάθειες των κρατών μελών για τη διευκόλυνση της διείσδυσης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης. Με τον τρόπο αυτό θα διατηρηθεί η μεγαλύτερη δυνατή ευελιξία ώστε να αποτυπώνονται οι εθνικές διαφορές των υφιστάμενων αυτών συστημάτων, ενώ ταυτόχρονα θα διασφαλίζεται η αναγκαία συνεισφορά για την επίτευξη των συνολικού στόχου για το 2030.

Όσον αφορά το μεταρρυθμισμένο σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ (ΣΕΔΕ της ΕΕ) για την περίοδο μετά το 2020, το ενισχυμένο ΣΕΔΕ της ΕΕ θα διαδραματίζει όλο και μεγαλύτερο ρόλο δίνοντας ισχυρότερο επενδυτικό σήμα για τεχνολογίες με χαμηλότερες ανθρακούχες εκπομπές, συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και θα διασφαλίζει ότι αξιοποιούνται καλύτερα οι συνέργειες μεταξύ των πολιτικών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το κλίμα. Ωστόσο, οι τιμές του ΣΕΔΕ στο πλαίσιο του μεταρρυθμισμένου ΣΕΔΕ της ΕΕ δεν επαρκούν για την επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της ΕΕ για ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον 27 %. Οι διατάξεις για τη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας θα διασφαλίσουν ότι οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί θα είναι πλήρως συμπληρωματικοί με το ΣΕΔΕ και θα ελαχιστοποιήσουν τυχόν δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις στην τιμή των ανθρακούχων εκπομπών.

Επιπλέον, ο προτεινόμενος κανονισμός για τον επιμερισμό των προσπαθειών περιλαμβάνει προτάσεις για τον καθορισμό εθνικών στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για τους τομείς που δεν εντάσσονται στο ΣΕΔΕ της ΕΕ και για τη χρήση γης, την αλλαγή χρήσης γης και τις δασοκομικές δραστηριότητες (LULUCF), χωρίς να αναφέρεται με ποιον τρόπο θα μπορούσαν οι στόχοι αυτοί να επιτευχθούν κατά τον οικονομικά πλέον αποδοτικό τρόπο. Οι προβλέψεις του ενεργειακού συστήματος της ΕΕ δείχνουν ότι οι πολιτικές για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο σύνολο των τομέων της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης, και των μεταφορών είναι αναγκαίες για την επίτευξη του στόχου εκτός του πλαισίου του ΣΕΔΕ και μάλιστα κατά τρόπο οικονομικά αποδοτικό.

Στόχος του προτεινόμενου κανονισμού LULUCF είναι να συμπεριληφθούν οι ανθρακούχες εκπομπές και οι απορροφήσεις από τη γεωργία και τη δασοκομία στο πλαίσιο της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030. Τα ενισχυμένα κριτήρια αιεφορίας της ΕΕ για τη βιοενέργεια έχουν ως στόχο να συνεχιστεί η αειφορία της δασικής βιομάζας που χρησιμοποιείται στον ενεργειακό τομέα, μεταξύ άλλων με την απαίτηση του LULUCF να εξασφαλιστεί η κατάλληλη συνεκτίμηση των ανθρακούχων εκπομπών στις επιπτώσεις της δασικής βιομάζας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

•2.1.Νομική βάση

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 194 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση των μέτρων στον τομέα της ενέργειας. Δεδομένου ότι η Συνθήκη περιέχει ειδική νομική βάση για την ενέργεια, κρίνεται σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί.

•2.2.Αρχή της επικουρικότητας

Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται στην παρούσα πρόταση, καθώς η πολιτική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αποτελεί τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης. Η πρόταση βασίζεται στην αυξανόµενη σπουδαιότητα της ενέργειας ως πολιτικής και οικονοµικής πρόκλησης και τη στενή διασύνδεσή της με τους τοµείς πολιτικής της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασµού, της κλιµατικής αλλαγής, της εσωτερικής αγοράς και της οικονοµικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Η ανάγκη για δράση σε επίπεδο ΕΕ

Απαιτείται η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ για να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη συνεισφέρουν στον δεσμευτικό σε επίπεδο ΕΕ στόχο για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 27 % τουλάχιστον και ότι ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται συλλογικά και με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Μια γραμμική πορεία σε επίπεδο ΕΕ θα συμβάλει στην καταγραφή της προόδου προς την επίτευξη του στόχου σε επίπεδο ΕΕ χωρίς να είναι δεσμευτική για τα κράτη μέλη μεμονωμένα. Το προοδευτικό άνοιγμα της στήριξης της ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές είναι αναγκαίο για να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς και να διασφαλιστεί η διασυνοριακή εμπορευσιμότητα, ιδίως όσον αφορά τους κοινούς κανόνες σχετικά με τα καύσιμα κίνησης.

Όσον αφορά τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, η ΕΕ έχει δημιουργήσει μια ενιαία ολοκληρωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στην οποία οι βασικές αρχές, οι κανόνες για τα κοινά προβλήματα και οι κανόνες σχετικά με τις διασυνοριακές πτυχές θεσπίζονται σε επίπεδο ΕΕ. Αυτό συνεπάγεται ότι, και για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι διασυνοριακές αυτές πτυχές πρέπει να αντιμετωπίζονται σε επίπεδο ΕΕ με ειδικούς κανόνες.

Ορισμένοι από τους κινδύνους ως προς την αειφορία που συνδέονται με την ανάπτυξη της βιοενέργειας έχουν διασυνοριακή διάσταση και, επομένως, μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά σε επίπεδο ΕΕ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και η απώλεια της βιοποικιλότητας. Επιπλέον, απαιτείται εναρμονισμένο σε επίπεδο ΕΕ πλαίσιο αειφορίας για τη βιομάζα στον τομέα της θέρμανσης και του ηλεκτρισμού, προκειμένου να διευκολυνθεί το εμπόριο βιομάζας και να προωθηθεί η εσωτερική αγορά καυσίμων βιομάζας.

Από την ανάλυση προκύπτει ότι η δράση μόνο σε επίπεδο κρατών μελών είναι πιθανό να οδηγήσει σε στρεβλώσεις και κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, με αποτέλεσμα συνολικά υψηλότερο κόστος και μικρότερη ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ολόκληρη την Ένωση.

Προστιθέμενη αξία για την ΕΕ

Ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης καταναλώνει σχεδόν το 50 % της ενέργειας της ΕΕ και το 75 % της κατανάλωσης της ΕΕ στον τομέα αυτό βασίζεται ακόμη σε ορυκτά καύσιμα. Η έλλειψη στρατηγικής σε επίπεδο ΕΕ ενέτεινε την αβεβαιότητα των επενδυτών και επέτρεψε τον κατακερματισμό των τοπικών αγορών, όπου οι καταναλωτές δυσκολεύονται να κάνουν επιλογές με βάση τις προτιμήσεις τους και όπου σημειώνεται έλλειψη ρυθμιστικών πολιτικών για τη δημιουργία κινήτρων για αποκεντρωμένη ενέργεια. Η παροχή καθοδήγησης της ΕΕ στον τομέα αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενοποιημένης αγοράς της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στη θέρμανση και ψύξη. Συνεπώς, παρέχονται επιλογές στα κράτη μέλη σχετικά με τον τρόπο αξιοποίησης του ανεκμετάλλευτου δυναμικού στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης.

Δεδομένης της τοπικής διάστασης της θέρμανσης και της ψύξης, η πρόταση καθορίζει ένα συνολικό πλαίσιο για την παροχή κινήτρων σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον τομέα αυτό, αφήνοντας παράλληλα στα κράτη μέλη τη δυνατότητα προσαρμογής στις τοπικές συνθήκες με τον πλέον αποδοτικό οικονομικά τρόπο.

Οι μεταφορές καταναλώνουν περίπου το ένα τρίτο της συνολικής ζήτησης ενέργειας στην ΕΕ και η ζήτηση αυτή ικανοποιείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από το πετρέλαιο. Μολονότι η μετάβαση σε έναν τομέα μεταφορών με εναλλακτικές πηγές ενέργειας χαμηλών εκπομπών έχει ήδη αρχίσει, η οποία προωθείται και με την ισχύουσα οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ο τομέας παρουσιάζει σημαντική υστέρηση έναντι των άλλων τομέων για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η έλλειψη ισχυρών κινήτρων για καινοτομία στις ενέργειες και τις τεχνολογίες που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη απαλλαγή των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές και την ενεργειακή διαφοροποίηση του εν λόγω τομέα, καθώς και τα θέματα υποδομών που συνδέονται με τον εξηλεκτρισμό (που αντιμετωπίζεται με την εφαρμογή της οδηγίας για τα εναλλακτικά καύσιμα και τα προτεινόμενα μέτρα στο πλαίσιο της επανεξέτασης της οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων).

Η κοινή δράση σε επίπεδο ΕΕ θα εξασφαλίσει ότι οι στόχοι πολιτικής (π.χ. ανάπτυξη του δυναμικού των προηγμένων βιοκαυσίμων για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές) επιτυγχάνονται συλλογικά με το ελάχιστο κόστος.

Ένα πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το 2030 θα συμβάλει επίσης στην παρακολούθηση και τη στήριξη των πολιτικών των κρατών μελών για την επίτευξη βιώσιμου, ασφαλούς και οικονομικά προσιτού συστήματος ενέργειας για τους Ευρωπαίους πολίτες. Με ένα προβλέψιμο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα συνοδεύει τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην πορεία έως το 2030, το οποίο θα υποστηρίζει τον εξευρωπαϊσμό της πολιτικής για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ιδίως με την ενίσχυση της αγορακεντρικής προσέγγισης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και την προώθηση του ανοίγματος της διασυνοριακής στήριξης, τα κράτη μέλη θα είναι σε καλύτερη θέση να χαράξουν εθνικές πολιτικές προς την επίτευξη του στόχου του 2020, οι οποίες θα διασφαλίσουν ότι οι πολιτικές για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνάδουν με άλλους ενεργειακούς και περιβαλλοντικούς στόχους, και συγκεκριμένα το ΣΕΔΕ, τον κανονισμό για τον επιμερισμό των προσπαθειών και τον στόχο ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για την περίοδο μετά το 2020. Ένα πλαίσιο σε επίπεδο ΕΕ στο οποίο καθορίζονται αρχές υψηλού επιπέδου για τα καθεστώτα στήριξης θα εξασφαλίσει επενδυτική ασφάλεια, η οποία ίσως υπονομεύθηκε στο παρελθόν από τις παλινδρομήσεις της πολιτικής —και ενίοτε από τα αναδρομικά μέτρα— ορισμένων κρατών μελών.

Με την ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσαν να εξαλειφθούν διάφορα εμπόδια στις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις (π.χ. σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης), με την αντιμετώπιση της έλλειψης συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων έγκρισης σε εθνικό επίπεδο και την τόνωση της διοικητικής ικανότητας για την υλοποίηση διασυνοριακών έργων και την εφαρμογή καθεστώτων στήριξης.

Η δράση σε επίπεδο ΕΕ θα δημιουργήσει επενδυτική ασφάλεια σε ένα ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο, θα επιτρέψει τη συνεκτική και οικονομικά αποδοτική ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ολόκληρη την ΕΕ και την αποδοτική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, με σεβασμό παράλληλα των δυνατοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά την παραγωγή διαφόρων μορφών ανανεώσιμης ενέργειας σύμφωνα με το ενεργειακό μείγμα της επιλογής τους.

Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη διατηρούν ευρεία διακριτική ευχέρεια και ευελιξία να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε οποιονδήποτε τομέα των οικονομιών τους με τον τρόπο που αρμόζει καλύτερα στις εθνικές δυνατότητες και συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επίτευξης των στόχων τους υποστηρίζοντας την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις προτάσεις για τον σχεδιασμό της αγοράς.

Ως εκ τούτου, η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας.

2.3.Αρχή της αναλογικότητας και επιλογή νομικών μέσων

Η πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς ορίζει δράσεις της ΕΕ που θα διασφαλίσουν ότι η Ένωση θα επιτύχει τον στόχο του 27 %, αλλά παρέχει ευελιξία στα κράτη μέλη για να υλοποιήσουν τις προβλεπόμενες δράσεις και να αναπτύξουν τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που ανταποκρίνεται καλύτερα στις εθνικές τους συνθήκες, προτιμήσεις και δυναμικό, υπό τον όρο ότι συλλογικά επιτυγχάνουν τον στόχο του 27 %.

Ο στόχος σε επίπεδο ΕΕ συνεπάγεται ριζική μεταβολή του πλαισίου πολιτικής για το 2030, από τους νομικά δεσμευτικούς εθνικούς στόχους, σύμφωνα με τους οποίους τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντική διακριτική ευχέρεια ως προς τα εθνικά τους μέτρα, σε έναν νομικά δεσμευτικό στόχο που θα τεθεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν προκειμένω, η εφαρμογή εθνικών μέτρων και μόνο θα οδηγούσε σε οικονομικά μη αποδοτικές και άνισα κατανεμημένες προσπάθειες στο σύνολο της ΕΕ, με αποτέλεσμα ανεπαρκή ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην εσωτερική ενεργειακή αγορά της ΕΕ και το ενδεχόμενο μη επίτευξης του συμφωνημένου στόχου. Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή εθνικών μέτρων και μόνο που συντονίζονται στο πλαίσιο του προτεινόμενου μηχανισμού διακυβέρνησης δεν θα παρείχε επαρκείς εγγυήσεις ως προς την επίτευξη του στόχου, την επίτευξή του με τον οικονομικά πλέον αποδοτικό τρόπο, την αποφυγή τυχόν παρασιτισμού μεταξύ των κρατών μελών και τη μείωση του κατακερματισμού της αγοράς. Η δράση σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να δημιουργήσει ένα ισχυρό και σταθερό πλαίσιο που θα επιτρέπει τη συλλογική και οικονομικά αποδοτική επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της Ένωσης για ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον 27 % έως το 2030, με δίκαιη κατανομή των προσπαθειών μεταξύ των κρατών μελών και χωρίς υπέρβαση των αναγκαίων μέτρων για να διασφαλιστεί η βελτιστοποίηση του κόστους της κοινής προσπάθειας.

Όσον αφορά τις ειδικές τομεακές διατάξεις, ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης καταναλώνει σχεδόν το 50 % της ενέργειας της ΕΕ και το 75 % των αναγκών σε καύσιμα της ΕΕ για θέρμανση και ψύξη καλύπτεται ακόμη από ορυκτά καύσιμα. Ως εκ τούτου, η απαλλαγή του τομέα της θέρμανσης και της ψύξης από τις ανθρακούχες εκπομπές έχει καίρια σημασία, προκειμένου η ΕΕ να μην παρεκκλίνει από την πορεία προς τους μακροπρόθεσμους στόχους απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές και τη βελτίωση της ασφάλειας εφοδιασμού. Το 2030 σχεδόν το ήμισυ 3 της συνεισφοράς στον στόχο της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να προέλθει από τη θέρμανση και την ψύξη. Το μέγεθος αυτό δείχνει την ανάγκη να αναληφθεί δράση στον συγκεκριμένο τομέα. Οι προτεινόμενες επιλογές θέρμανσης και ψύξης καθοδηγούν τα κράτη μέλη στην επιλογή προσέγγισης που θα διευκολύνει τη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον εν λόγω τομέα, ώστε να συνεισφέρουν στην επίτευξη αυτού του οικονομικά αποδοτικού μεριδίου, ενώ ταυτόχρονα τους παρέχεται πλήρης ευελιξία όσον αφορά τον σχεδιασμό των ολοκληρωμένων σχεδίων τους για το κλίμα και την ενέργεια. Το προτεινόμενο μέτρο, σε περίπτωση που εγκριθεί από όλα τα κράτη μέλη, θα καλύψει περίπου το ένα τέταρτο του κενού μεταξύ της επιλογής καμίας μεταβολής πολιτικής και του στόχου του ποσοστού 27 % τουλάχιστον σε επίπεδο ΕΕ.

Σημαντικά εθνικά προνόμια, όπως το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την εκμετάλλευση των ενεργειακών τους πόρων, η επιλογή τους μεταξύ διαφόρων ενεργειακών τεχνολογιών και η γενική διάρθρωση του ενεργειακού εφοδιασμού τους, παραμένουν τελείως άθικτα. Επιπλέον, το πλαίσιο της ΕΕ για την αειφορία της βιοενέργειας περιλαμβάνει ελάχιστα κριτήρια για να αποδεικνύεται η βιώσιμη παραγωγή και η αποδοτική χρήση της βιομάζας στις μεταφορές, τη θέρμανση και την ηλεκτρική ενέργεια. Οι νέες διατάξεις για την αειφορία ακολουθούν προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας και εφαρμόζονται μόνο σε μεγάλης κλίμακας μονάδες παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

Τέλος, η αναλογικότητα εξασφαλίζεται με την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των στόχων της ανταγωνιστικότητας, της ασφάλειας του εφοδιασμού και της αειφορίας, και με τη συνεκτίμηση των μακροπρόθεσμων οφελών του προτεινόμενου τρόπου δράσης μετά το 2030, αντί να λαμβάνονται ως βάση μόνο οι βραχυπρόθεσμες έως μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις.

Το ύψος του περιορισμού που επιβάλλεται είναι επομένως ανάλογο του στόχου.

2.4.Επιλογή του νομικού μέσου

Το νομικό μέσο που επιλέχθηκε είναι οδηγία, την οποία οφείλουν να εφαρμόσουν τα κράτη μέλη. Η οδηγία είναι το κατάλληλο νομικό μέσο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, διότι καθορίζει σαφώς τους στόχους της ΕΕ που πρέπει να επιτευχθούν, ενώ παράλληλα παρέχει στα κράτη μέλη επαρκή ευελιξία στην εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο που να συνάδει καλύτερα με τις ιδιαίτερες εθνικές τους συνθήκες. Ως εκ τούτου, περιέχει μόνο περιορισμένες διατάξεις για την επιβολή υποχρεωτικής δράσης, και αποκλειστικά με στόχο την αύξηση της απαραίτητης βέλτιστης από άποψη κόστους ανάπτυξης σε ολόκληρη την Ένωση (π.χ. άρθρο 5 της πρότασης για το μερικό υποχρεωτικό άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης).

Η πρόταση συνεπάγεται ουσιώδη τροποποίηση της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η τεχνική της αναδιατύπωσης επιτρέπει την έκδοση ενιαίου νομοθετικού κειμένου το οποίο ταυτόχρονα επιφέρει την επιθυμητή τροποποίηση, την κωδικοποιεί με τις διατάξεις της προϋπάρχουσας πράξης που παραμένουν ως έχουν και καταργεί την εν λόγω προϋπάρχουσα πράξη. Κατά συνέπεια, η αναδιατυπωμένη οδηγία είναι το κατάλληλο νομικό μέσο και συνάδει με τη δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή στο πλαίσιο της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας 4 .

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

3.1.Αξιολόγηση REFIT

Μεταξύ του 2014 και του 2016 πραγματοποιήθηκε αξιολόγηση της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο πλαίσιο του προγράμματος βελτίωσης της καταλληλότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT). Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης αυτής υποβάλλονται σε χωριστό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με αντικείμενο την αξιολόγηση REFIT που υποβάλλεται μαζί με την εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση.

Η αξιολόγηση REFIT κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σημειώθηκε επιτυχία στον στόχο της βιώσιμης αύξησης του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην τελική κατανάλωση ενέργειας της ΕΕ. Οι δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι, τα εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ανά διετία παρακολούθηση που προβλέπεται στην οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας συνέβαλαν με ιδιαίτερα αποτελεσματικό τρόπο στην προώθηση της διαφάνειας έναντι των επενδυτών και άλλων οικονομικών φορέων, και εξασφάλισαν υψηλής ποιότητας πληροφόρηση σχετικά με τις αγορές και τις πολιτικές στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα κράτη μέλη. Αυτό καταδεικνύεται από την ταχεία αύξηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μετά την ημερομηνία έκδοσης της οδηγίας, από 10,4 % το 2007 σε 17 % το 2015.

Οι εν λόγω νομικές διατάξεις, μαζί με άλλες εθνικές πολιτικές και άλλα μη ρυθμιστικά μέτρα, συνέβαλαν στη συνολική επίτευξη των στόχων της πολιτικής για την ενέργεια και το κλίμα της ΕΕ, με αποτέλεσμα τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, την αύξηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, το προβάδισμα στον τομέα της καινοτομίας, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την αποδοχή από το κοινό και την περιφερειακή ανάπτυξη. Έχει αποδειχτεί η ευστοχία, η αποδοτικότητα, η αποτελεσματικότητα και η προστιθέμενη αξία τους σχετικά με τους συνολικούς στόχους της ΕΕ για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν σήμερα τη μοναδική επιλογή για απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία αναπτύσσεται με ρυθμό πλησίον του απαιτούμενου βάσει των μακροπρόθεσμων σεναρίων της Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ) για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη στους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα.

Ωστόσο, ακόμη και αν η ΕΕ στο σύνολό της και όλα τα κράτη μέλη εκτός από ένα βρίσκονται σήμερα σε σωστή πορεία ώστε να επιτύχουν τους συνολικούς στόχους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για το 2020, η επίτευξη του στόχου έως το 2020 θα διασφαλιστεί μόνο εάν τα κράτη μέλη εξακολουθήσουν να προωθούν την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με στόχο να ακολουθήσουν όλο και πιο δραστική πορεία. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να καταβληθούν προσπάθειες για να αυξηθεί ο ρυθμός με τον οποίο αναπτύσσεται σήμερα η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών, προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του τομεακού στόχου 10 %. Ειδικότερα, η κανονιστική αβεβαιότητα που προκαλεί η μακρά πολιτική συζήτηση σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης (ILUC) που ενέχουν τα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά βιοκαύσιμα είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών.

3.2.Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

3.2.1. Μέθοδοι διαβούλευσης, κύριοι τομείς-στόχοι και γενικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων

Σε όλα τα στάδια εκπόνησης της πρότασης συμμετείχε ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών, συμπεριλαμβανομένων των κρατών μελών και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών. Κατά τη διαδικασία αυτή διεξάχθηκε δημόσια διαβούλευση διάρκειας 12 εβδομάδων, πραγματοποιήθηκε ημερίδα εργασίας των ενδιαφερομένων μερών στις 5 Φεβρουαρίου 2016, ειδική συζήτηση στο φόρουμ ηλεκτρικής ενέργειας στη Φλωρεντία και πολυάριθμες διμερείς συζητήσεις.

Στις 18 Νοεμβρίου 2015 ξεκίνησε δημόσια διαβούλευση, η οποία παρέμεινε ανοικτή μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 2016. Η Επιτροπή έλαβε συνολικά 614 απαντήσεις. 340 απαντήσεις εστάλησαν από εθνικές και πανενωσιακές ενώσεις, που αντιπροσωπεύουν το 58 % των απαντήσεων. Από τις απαντήσεις αυτές, οι 110 προήλθαν από βιομηχανικές ενώσεις (18 % των συνολικών απαντήσεων) και οι 90 υποβλήθηκαν από τον κλάδο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (15 %). Επιπλέον, 186 απαντήσεις υποβλήθηκαν απευθείας από επιχειρήσεις (30 %). Στη δημόσια διαβούλευση συμμετείχαν επίσης 19 εθνικές κυβερνήσεις και 22 περιφερειακές ή τοπικές αρχές συνολικά. Πρέπει να σημειωθεί η σημαντική συμμετοχή μεμονωμένων πολιτών, ενεργειακών συνεταιρισμών και μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Από τις 10 Φεβρουαρίου έως τις 10 Μαΐου 2016, η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσης διαδικτυακή δημόσια διαβούλευση στο πλαίσιο της οποίας συγκεντρώθηκαν πάνω από 950 απαντήσεις. Η δημόσια διαβούλευση συμπληρώθηκε με θεματική διάσκεψη των ενδιαφερομένων μερών που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαϊου 2016.

3.2.2 Σύνοψη των απόψεων των ενδιαφερόμενων μερών

Η λεπτομερής αξιολόγηση των απαντήσεων στη δημόσια διαβούλευση επιβεβαιώνει την ύπαρξη ευρείας συναίνεσης μεταξύ όσων απάντησαν για σειρά στοιχείων που προέκυψαν στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης, στα οποία συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ανάγκη για ένα σταθερό και προβλέψιμο νομικό πλαίσιο της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η σημασία του καθορισμού συμπληρωματικών μέτρων στην αναδιατυπωμένη οδηγία για να διασφαλιστεί η επίτευξη του δεσμευτικού στόχου τουλάχιστον 27 % σε επίπεδο ΕΕ και η σημασία της ανάπτυξης αγοράς κατάλληλης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, οι απόψεις των ενδιαφερόμενων μερών διίστανται ως προς άλλα θέματα, όπως το γεωγραφικό πεδίο των καθεστώτων στήριξης και η έκθεση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις συνθήκες της αγοράς (π.χ. κατά προτεραιότητα κατανομή και ευθύνες εξισορρόπησης).

Όσον αφορά τον ρόλο των ιδιωτικών και των δημόσιων οντοτήτων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζεται θερμά η ανάληψη συμπληρωματικής δράσης από μέρους της ΕΕ για την ενίσχυση της θέσης των καταναλωτών και των τοπικών αρχών. Στη μεγάλη πλειονότητά τους, οι απαντήσεις υποστηρίζουν τη θέσπιση ισχυρότερων κανόνων της ΕΕ που θα διασφαλίζουν ότι οι καταναλωτές έχουν τη δυνατότητα να παράγουν και να αποθηκεύουν τη δική τους θερμότητα και ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και να συμμετέχουν σε όλες τις σχετικές αγορές ενέργειας κατά τρόπο απλό και χωρίς διακρίσεις, μεταξύ άλλων και μέσω φορέων συγκέντρωσης. Στις απαντήσεις τους, πολλοί συμμετέχοντες τάσσονται υπέρ της αύξησης της έκθεσης των συστημάτων αυτοκατανάλωσης στη βραχυπρόθεσμη αγορά, με την αξιοποίηση της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας που διοχετεύεται στο δίκτυο στην τιμή της αγοράς χονδρικής. Ωστόσο, ορισμένοι παραγωγοί ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές επισημαίνουν ότι υπάρχει ακόμη ανάγκη για καθεστώτα στήριξης βασιζόμενα στην αγορά για τα συστήματα αυτοκατανάλωσης μικρής κλίμακας κατά τη μετάβαση προς μια μεταρρυθμισμένη αγορά. Αρκετοί συμμετέχοντες στη διαβούλευση υποστηρίζουν τη διευκόλυνση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση των τοπικών πρωτοβουλιών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη τονίζουν ότι θα πρέπει να αποφευχθούν οι αναδρομικές αλλαγές στα προγράμματα στήριξης. Άλλα στοιχεία θεωρούνται σημαντικά για να βελτιωθεί η σταθερότητα των επενδύσεων· σε αυτά περιλαμβάνεται η άρση των διοικητικών φραγμών, η περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς και ένα ενισχυμένο καθεστώς προστασίας των επενδύσεων που δεν θα περιορίζεται στη Συνθήκη για τον Χάρτη Ενέργειας. Αρκετοί συμμετέχοντες τονίζουν επίσης ότι είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί η ταχεία εφαρμογή της αναδιατυπωμένης οδηγίας πολύ νωρίτερα από το 2021, προκειμένου να δοθούν εγκαίρως πολιτικά μηνύματα και να δημιουργηθούν προοπτικές για τους επενδυτές.

Αρκετά κράτη μέλη υπογράμμισαν ιδιαίτερα ότι πρέπει να διασφαλιστεί το δικαίωμα των κρατών μελών να επιλέγουν το δικό τους ενεργειακό μείγμα και να αναπτύσσουν τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της επιλογής τους, π.χ. για λόγους διαφοροποίησης, ιδίως κατά τον σχεδιασμό των καθεστώτων στήριξης. Τόνισαν επίσης ότι η ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην αγορά πρέπει να οργανωθεί με συντονισμένο τρόπο και ότι δεν μπορεί να αφεθεί μόνο σε κατακερματισμένες διαδικασίες, ανάλογα με τα μεμονωμένα χρονοδιαγράμματα κοινοποίησης των κρατών μελών.

Τέλος, η ύπαρξη ενός ισχυρού ρυθμιστικού πλαισίου που καθιερώνεται στην οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θεωρείται καθοριστικής σημασίας για να επιτευχθεί ο στόχος του ποσοστού τουλάχιστον 27 % για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2030. Η πλεινότητα όσων απάντησαν τάσσονται υπέρ της λήψης προληπτικών μέτρων, ώστε να αποφευχθεί τυχόν χάσμα στην επίτευξη του στόχου, θεωρούν όμως αναγκαία την εφαρμογή διορθωτικών μέτρων αν συμβεί κάτι τέτοιο. Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη, όπως ρυθμιστικές αρχές ενέργειας, τονίζουν την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέπεια τυχόν συμπληρωματικών μέτρων με τα εθνικά καθεστώτα στήριξης.

Η δημόσια διαβούλευση κατέδειξε ότι τα σημαντικότερα εμπόδια για την αύξηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές είναι, μεταξύ άλλων, η έλλειψη σταθερού πολιτικού πλαισίου για την περίοδο μετά το 2020, η μακρά συζήτηση για την αειφορία των βιοκαυσίμων και η υψηλή τιμή των ηλεκτρικών οχημάτων. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, όσοι απάντησαν ανέφεραν επίσης ότι μια υποχρέωση σε επίπεδο ΕΕ για ενσωμάτωση των καυσίμων θα αποτελούσε αποτελεσματικό ή πολύ αποτελεσματικό μέτρο για την προώθηση της κατανάλωσης βιώσιμων ανανεώσιμων καυσίμων στον τομέα των μεταφορών της ΕΕ και για την αύξηση της διάδοσης των ηλεκτρικών οχημάτων.

Επιπλέον, το φόρουμ ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιήθηκε στη Φλωρεντία στις 13-14 Ιουνίου 2016, με τη συμμετοχή κρατών μελών, εθνικών ρυθμιστικών αρχών και βασικών ενδιαφερόμενων μερών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την περίοδο μετά το 2020 θα πρέπει να βασίζεται στη βελτίωση του σχεδιασμού της αγοράς, ώστε να καταστεί κατάλληλη για την πλήρη ενσωμάτωση όλων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και σε ένα ισχυρό μήνυμα σχετικά με την τιμή των ανθρακούχων εκπομπών μέσω ενός ενισχυμένου ΣΕΔΕ, και ότι η ειδική στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όταν και εφόσον απαιτείται, θα πρέπει να βασίζεται στην αγορά και να ελαχιστοποιεί τις στρεβλώσεις της αγοράς. Για τον σκοπό αυτό, το φόρουμ ενθάρρυνε την Επιτροπή να καταρτίσει κοινούς κανόνες για τα καθεστώτα στήριξης στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίοι θα διευκολύνουν μια αγορακεντρική και πιο περιφερειακού χαρακτήρα προσέγγιση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Από τη δημόσια διαβούλευση για την αειφορία της βιοενέργειας προέκυψαν αποκλίνουσες αντιλήψεις σχετικά με τα οφέλη και τους κινδύνους της βιοενέργειας και την ανάγκη για νέα πολιτική της ΕΕ. Εντούτοις, η συντριπτική πλειονότητα όσων απάντησαν επισήμαναν τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ως κύριο στόχο της πολιτικής για την αειφορία της βιοενέργειας.

Ορισμένες δημόσιες αρχές και δημόσιες επιχειρήσεις, καθώς και παραγωγοί βιοκαυσίμων και βιορευστών, εταιρείες του δασοκομικού τομέα και διάφορα κράτη μέλη ανέφεραν ότι προτιμούν το βασικό σενάριο, δηλαδή να μην θεσπιστούν πρόσθετες απαιτήσεις αειφορίας της ΕΕ. Ένας από τους βασικούς λόγους τους οποίους επικαλούνται είναι η ύπαρξη άλλων νομοθετημάτων που καλύπτουν τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με τη βιομάζα για ενέργεια, καθώς και ο κίνδυνος υπερβολικού διοικητικού φόρτου.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί παραγωγοί και χρήστες βιοενέργειας στην ΕΕ, καθώς και διάφορα κράτη μέλη υποστηρίζουν την ανάληψη πρόσθετης δράσης από την ΕΕ, προκειμένου να επεκταθούν τα κριτήρια αειφορίας της ΕΕ στη βιομάζα που χρησιμοποιείται για θέρμανση/ψύξη και ηλεκτρισμό. Σε πρόσφατη γνωμοδότηση της μόνιμης δασικής επιτροπής της ΕΕ, η συμβουλευτική ομάδα για τη δράση της ΕΕ για τα δάση υποστήριξε την επιλογή της εισαγωγής κριτηρίου αειφορίας βάσει επικινδυνότητας σχετικά με τη δασική βιομάζα.

Οι απαιτήσεις σχετικά με την απόδοση της μετατροπής της βιομάζας σε ενέργεια υποστηρίζονται από σειρά ενδιαφερόμενων μερών, μεταξύ των οποίων ιδίως η βιομηχανία που χρησιμοποιεί ξυλεία, συμπεριλαμβανομένων των παραγωγών χαρτοπολτού και χαρτιού, και περιβαλλοντικές ΜΚΟ. Οι ΜΚΟ υποστηρίζουν επίσης την επιβολή ανώτατου ορίου στη συνολική χρήση βιοενέργειας, καθώς και την επιβολή περιορισμών σε ορισμένες πρώτες ύλες ή πόρους, και περιβαλλοντικών και κοινωνικών απαιτήσεων για την παραγωγή βιομάζας.

Γενικά, τα ενδιαφερόμενα μέρη ζήτησαν να εξασφαλιστεί συνοχή ως προς τη μεταχείριση όταν επιβάλλονται μέτρα που αφορούν συγκεκριμένες πρώτες ύλες, ανεξάρτητα από την τελική τους χρήση: αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι οι κανόνες θα πρέπει να είναι οι ίδιοι όσον αφορά τη γεωργική βιομάζα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βιοκαυσίμων ή για το βιοαέριο για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

3.3.Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Ανατέθηκαν οι ακόλουθες κύριες μελέτες σε εξωτερικούς αναδόχους:

Study on the impact assessment for a new Directive mainstreaming deployment of renewable energy and ensuring that the EU meets its 2030 renewable energy target (Μελέτη σχετικά με την εκτίμηση επιπτώσεων νέας οδηγίας για την ενσωμάτωση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη διασφάλιση της επίτευξης από την ΕΕ του στόχου της για το 2030 σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) ‒ ECN, Oeko Institute, Eclareon, REBEL, SUER, BBH.

Study on Technical Assistance in Realisation of the 2016 Report on Renewable Energy, in preparation of the Renewable Energy Package for the Period 2020-2030 in the European Union (Μελέτη σχετικά με την τεχνική βοήθεια για την εκπόνηση της έκθεσης του 2016 με θέμα τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εν όψει της προετοιμασίας της δέσμης μέτρων σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για την περίοδο 2020-2030 στην Ευρωπαϊκή Ένωση) ‒ Öko-Institut, E3-Modelling, Observ’ER, COWI.

Supporting investments into renewable electricity in context of deep market integration of RES-e after 2020: Study on EU-, regional- and national-level options (Στήριξη των επενδύσεων στην ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στο πλαίσιο της βαθύτερης ενσωμάτωσης της ΗΕ-ΑΠΕ στην αγορά μετά το 2020: Μελέτη για τις επιλογές σε ενωσιακό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο) ‒ Cambridge Economic Policy Associates (CEPA).

Study on the sustainable and optimal use of biomass for energy in the EU beyond 2020 (Μελέτη σχετικά με την αειφόρο και βέλτιστη χρήση της βιομάζας για ενέργεια στην ΕΕ μετά το 2020) – PricewaterhouseCoopers, Vito, TU Wien, Utrecht University, INFRO, Rutter Soceco.

Carbon impacts of biomass consumed in the EU (Επιπτώσεις σε σχέση με τον άνθρακα της βιομάζας που καταναλώνεται στην ΕΕ) ‒ Forest Research UK, VTT, North Energy, Alterra.

Study on impacts on resource efficiency on future EU demand for bioenergy (Μελέτη σχετικά με τις επιπτώσεις της μελλοντικής ζήτησης βιοενέργειας στην ΕΕ επί της αποδοτικότητας των πόρων), IISA, Idufor, EFI, Oeko Institute, IEEP.

3.4.Εκτίμηση των επιπτώσεων

Στην εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση δεν παρουσιάστηκε σειρά προτιμώμενων επιλογών, αλλά πραγματοποιήθηκε λεπτομερής ανάλυση κάθε επιλογής πολιτικής με μια προοδευτική προσέγγιση από το σενάριο «διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης» (Επ. 0), που συνίσταται στη συνέχιση των εθνικών μέτρων εξαιρούμενης όμως της περαιτέρω δράσης σε επίπεδο ΕΕ, έως εναλλακτικά σενάρια που περιλαμβάνουν ολοκληρωμένα μέτρα της ΕΕ σε καθέναν από τους παρακάτω πέντε τομείς.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2016 5 η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου διατύπωσε την πρώτη της γνώμη σχετικά την εκτίμηση επιπτώσεων και ζήτησε να υποβληθεί εκ νέου. Στη συνέχεια η εκτίμηση επιπτώσεων αναθεωρήθηκε και στις 17 Οκτωβρίου 2016 υποβλήθηκε εκ νέου στην επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου, η οποία εξέδωσε δεύτερη αρνητική γνώμη στις 4 Νοεμβρίου 2016, αλλά δεν ζήτησε να αναθεωρηθεί περαιτέρω και να υποβληθεί εκ νέου εκτίμηση επιπτώσεων.

Με αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να προβεί σε πρόταση αναδιατύπωσης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την επιφύλαξη που διατύπωσε η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου στη δεύτερη γνώμη της. Ειδικότερα, η Επιτροπή επέλεξε αναλογικότερες και λιγότερο επαχθείς διατάξεις για τον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης σε συνδυασμό με ενισχυμένες διατάξεις στο πλαίσιο της διακυβέρνησης, ώστε να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων του 2030. Διασφάλισε επίσης ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση είναι απόλυτα συμβατές με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις και συμπληρωματικές προς αυτούς και δεν θίγουν τις αρμοδιότητες της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Οι προτεινόμενες διατάξεις είναι γενικές αρχές που απαιτούν τη χρήση (όταν απαιτείται) αγορακεντρικών και οικονομικά αποδοτικών μηχανισμών. Τα ανωτέρω συνάδουν πλήρως με τον νέο σχεδιασμό της αγοράς και συμβάλλουν στη μείωση του κόστους για τους φορολογούμενους και τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας. Οι διατάξεις υποστηρίζουν περαιτέρω την επενδυτική ασφάλεια κατά την περίοδο 2021-2030. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη όλους τους στόχους της Ενεργειακής Ένωσης. Τέλος, σημειώνει την αναπόφευκτη αβεβαιότητα ως προς την εκτίμηση του κενού που πρέπει να καλυφθεί, τον ελάχιστο χαρακτήρα του δεσμευτικού στόχου σε επίπεδο της ΕΕ των 27 και την ανάγκη παροχής σταθερών και έγκαιρων κινήτρων για επενδύσεις με μεγάλο χρόνο παράδοσης. Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η συνολική δέσμη μέτρων αποτελεί αναλογική απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζονται. Λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με το σημείο αυτό παρέχονται στο παρόν κεφάλαιο.

i) Επιλογές για την αύξηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (ΗΕ-ΑΠΕ)

α) Κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα καθεστώτα στήριξης: (1) χρήση αποκλειστικά και μόνο μηχανισμών της αγοράς· (2) ευρωπαϊκό πλαίσιο για οικονομικά αποδοτική στήριξη με γνώμονα την αγορά· (3) υποχρεωτική μετάβαση προς επενδυτικές ενισχύσεις.

Η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής καθεστώτων στήριξης, αλλά αφήνει στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών την επιλογή των καθεστώτων στήριξης. Αυτό οδήγησε στη διαμόρφωση μη βέλτιστων συνθηκών, υπό τις οποίες τα κράτη μέλη θέσπισαν καθεστώτα στήριξης, τα οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκαν ή ανακλήθηκαν αναδρομικά σε πολλές περιπτώσεις. Αυτό, με τη σειρά του, επηρέασε αρνητικά την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Επομένως, χρειάζονται σαφέστεροι κανόνες στην αναδιατυπωμένη οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ώστε να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Με βάση τα προαναφερθέντα, η επιλογή 2 συνεπάγεται τη θέσπιση αρχών σχετικά με τα καθεστώτα στήριξης που μπορούν τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν και είναι σήμερα ακόμη αναγκαία, ώστε να προσελκυστούν επαρκείς επενδύσεις για την επίτευξη του ενωσιακού στόχου του 2030. Η συγκεκριμένη επιλογή περιλαμβάνει αρχές σχεδιασμού για χρήση από τα κράτη μέλη όσον αφορά τα καθεστώτα στήριξης και την προστασία των επενδυτών από αναδρομικές μεταβολές. Οι εν λόγω αρχές δεν θίγουν τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων.

Όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα, η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου θεώρησε ότι οι ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισύχεις καλύπτουν ήδη την πλειονότητα των ζητημάτων που περιλαμβάνονται στην εκτίμηση επιπτώσεων και αναγνωρίζουν ήδη τους στόχους σχετικά με το κλίμα και την ενέργεια για το 2030.

Αποτελεί πολιτική επιλογή να εδραιωθούν οι αρχές αυτές στη νομοθεσία. Με τον τρόπο αυτό, οι εν λόγω διατάξεις θα στηρίξουν τον εξευρωπαϊσμό της πολιτικής για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επιτρέποντας την ένταξή τους στην αγορά, ενώ παράλληλα θα παρέχεται ασφάλεια για τους επενδυτές έως το 2030. Περισσότερες λεπτομέρειες περιλαμβάνονται στο παράρτημα 1 της εκτίμησης επιπτώσεων. Εν προκειμένω, το προτεινόμενο πλαίσιο προβλέπει αρχές σχεδιασμού με τις οποίες i) διασφαλίζεται επαρκής επενδυτική ασφάλεια κατά την περίοδο 2021-2030 και ii) απαιτείται η χρήση (όπου αυτό είναι αναγκαίο) αγορακεντρικών και οικονομικά αποδοτικών καθεστώτων, με βάση τον σχεδιασμό σύμφωνα με τις αναδυόμενες βέλτιστες πρακτικές. Οι αρχές που περιέχονται στην παρούσα πρόταση συνάδουν πλήρως με τους προσανατολισμούς που υιοθέτησε ήδη η Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στους τομείς του περιβάλλοντος και της ενέργειας, τις οποίες και αναπτύσσουν περαιτέρω σε ορισμένους τομείς, όπως ιδίως η διασυνοριακή συμμετοχή.

Επιπλέον, το πλαίσιο είναι αποτελεσματικό για τη διασφάλιση επαρκούς επενδυτικής ασφάλειας με τον καθορισμό γενικών αρχών σχεδιασμού σύμφωνα με αγορακεντρικές αρχές και με βάση βέλτιστες πρακτικές που θα ισχύουν κατά την περίοδο 2021-2030.

Παράλληλα, το πλαίσιο είναι αναλογικό και όχι υπερβολικά ρυθμιστικό, διότι οι κανόνες είναι γενικού χαρακτήρα, ενώ τηρεί επίσης την αρχή της επικουρικότητας, καθώς λαμβάνει πλήρως υπόψη το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν το ενεργειακό τους μείγμα. Για τον σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο να καθοριστεί στο παρόν κανονιστικό πλαίσιο η σχέση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος των κρατών μελών να επιλέγουν το δικό τους ενεργειακό μείγμα και να αναπτύσσουν τις τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της επιλογής τους, π.χ. για λόγους διαφοροποίησης, και, αφετέρου, του στόχου της διασφάλισης επιπέδου ανταγωνισμού μεταξύ των τεχνολογιών. Με την υποβολή των βασικών αυτών αρχών του ενεργειακού πλαισίου για την Ευρώπη στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για συμφωνία θα εξασφαλιστεί η νομιμότητα και η δημόσια αποδοχή του θεματολογίου σχετικά με την ενοποίηση της αγοράς.

Επιπλέον, διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και ρυθμιστικές αρχές 6 , όπως και ορισμένα κράτη μέλη ζήτησαν να ενσωματωθεί το πλαίσιο αυτό στην πρόταση, συμπληρωματικά προς τους εφαρμοστέους κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.

β) Πιο συντονισμένη περιφερειακή προσέγγιση: (1) υποχρεωτική περιφερειακή στήριξη· (2) υποχρεωτικό μερικό άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή.

Η πρόταση αυτή αντικατοπτρίζει τη δεύτερη επιλογή (Επιλογή 1 στην έκθεση για την εκτίμηση επιπτώσεων), σύμφωνα με την οποία καθίσταται υποχρεωτικό το μερικό άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης ΗΕ-ΑΠΕ στη διασυνοριακή συμμετοχή. Η επιλογή αυτή επιτρέπει να επιτευχθεί μείωση του συνολικού κόστους του συστήματος και του κόστους στήριξης, διασφαλίζοντας ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται ολοένα και περισσότερο εκεί όπου υπάρχουν οι πλέον ευνοϊκές δυνατότητες και λοιπές συνθήκες. Από τα αποτελέσματα της εκτίμησης επιπτώσεων προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους του ενεργειακού συστήματος κατά 1,0 δισ. EUR ετησίως για την περίοδο 2021-2030, ενώ το κόστος στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που θα αναλάβουν οι καταναλωτές μειώνεται κατά 3 %.

Η επιλογή αυτή είναι αναλογική, καθώς προτείνει μόνο σταδιακό και μερικό άνοιγμα, που αντικατοπτρίζει το επίπεδο των φυσικών διασυνδέσεων. Σέβεται την αρχή της επικουρικότητας, καθώς δεν περιορίζει τη δυνατότητα των κρατών μελών να σχεδιάζουν το οικείο καθεστώς στήριξης και δεν θίγει το δικαίωμά τους να καθορίζουν το ενεργειακό τους μείγμα.

γ) Χρηματοδοτικό μέσο με εστίαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: (1) ένα χρηματοδοτικό μέσο σε επίπεδο ΕΕ με ευρέα κριτήρια επιλεξιμότητας· (2) ένα χρηματοδοτικό μέσο σε επίπεδο ΕΕ για τη στήριξη έργων ΑΠΕ υψηλότερου κινδύνου.

Ο στόχος στον τομέα αυτό είναι να ενισχυθεί η χρήση των κονδυλίων στο πλαίσιο υφιστάμενων ή νέων χρηματοδοτικών μέσων προς υποστήριξη των υψηλών φιλοδοξιών των κρατών μελών όσον αφορά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τα λεπτομερή στοιχεία του ευνοϊκού αυτού πλαισίου θα πρέπει να καθοριστούν στο πλαίσιο της Εκπόνησης του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου 2021-2027.

δ) Διοικητική απλούστευση: (1) ενισχυμένες διατάξεις με «υπηρεσία μίας στάσης», χρονικά όρια και απλουστευμένες διαδικασίες για αλλαγή ενεργειακής πηγής· (2) χρονικά περιορισμένες διαδικασίες αδειοδότησης, μέσω της αυτόματης έγκρισης και της απλής κοινοποίησης για μικρά έργα.

Στην παρούσα πρόταση προτιμάται ένας συνδυασμός των επιλογών 1 και 2, προκειμένου να καθιερωθεί μια διαδικασία αδειοδότησης για έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με μία ορισθείσα αρχή («υπηρεσία μίας στάσης»), μέγιστες προθεσμίες για τη διαδικασία αδειοδότησης, την απλή κοινοποίηση στους διαχειριστές συστημάτων διανομής για τα έργα μικρής κλίμακας και ειδική διάταξη για την επίσπευση της διαδικασίας αδειοδότησης για την αλλαγή ενεργειακής πηγής σε υφιστάμενους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Η επιλογή αυτή επιτρέπει να επιτευχθούν σαφέστερες, διαφανέστερες, προβλέψιμες και λιγότερο χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης για τους αιτούντες.

Η επιλογή είναι ανολογική, καθώς συνίσταται σε μεγάλο βαθμό στην εφαρμογή διαδικασιών βέλτιστης πρακτικής που υπάρχουν ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη. Δεν συνεπάγεται υψηλό κόστος. Τηρεί την αρχή της επικουρικότητας, καθώς παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να επιλέξουν τον τρόπο οργάνωσης των υπηρεσιών μίας στάσης. Επίσης, δεν θίγει το περιεχόμενο των διαδικασιών έγκρισης.

ii) Επιλογές για την αύξηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης (ΑΠΕ-Θ&Ψ):

α) Ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην παροχή θέρμανσης και ψύξης: (0) συνέχιση των ισχύοντων εθνικών μέτρων χωρίς ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ· (1) θέσπιση υποχρέωσης ΑΠΕ-Θ&Ψ για τους προμηθευτές ορυκτών καυσίμων· (2) ίδια υποχρέωση, αλλα για όλους τους προμηθευτές καυσίμων.

Προτιμήθηκε η επιλογή 2, σύμφωνα με την οποία οι προμηθευτές που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη και που καλύπτουν τουλάχιστον το 50 % του ενεργειακού εφοδιασμού θα πρέπει να ενσωματώσουν σταδιακά την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον συνολικό ετήσιο όγκο των πωλήσεών τους έως το 2030 (κατά 1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως).

Όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα, η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέφρασε προβληματισμό ως προς την αναλογικότητα της θέσπισης υποχρέωσης για τους προμηθευτές ενέργειας για θέρμανση και ψύξη. Η τρέχουσα πρόταση διασκεδάζει τις ανησυχίες αυτές, ανικαθιστώντας την υποχρέωση με την προσφορά διαφόρων επιλογών στα κράτη μέλη, πράγμα που παρέχει ευελιξία για την εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο.

Λαμβανομένου υπόψη ότι ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης αντιπροσωπεύει σχεδόν το ήμισυ της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην ΕΕ 7 και ότι, ενώ το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον ηλεκτρισμό αυξήθηκε περισσότερο από 8 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2009 και 2015, το μερίδιο αυτό στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης αυξήθηκε μόλις λιγότερο από 3 ποσοστιαίες μονάδες την ίδια περίοδο, υφίσταται ανάγκη για φιλόδοξο αλλά και ευέλικτο μέτρο στον τομέα αυτό.

Η επιλογή αυτή είναι αναλογική, διότι δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την αύξηση της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα ΑΠΕ-Θ&Ψ σε επίπεδο ΕΕ και δεν επιβαρύνει σημαντικά τις ΜΜΕ.

Η επιλογή αυτή συνάδει με την ΟΕΑ και την ΟΕΑΚ, τις οποίες και συμπληρώνει. Η ενεργειακή απόδοση στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης προωθείται μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας και της ανακαίνισης, ιδίως στον οικοδομικό τομέα. Παράλληλα, οι επιλογές θέρμανσης και ψύξης θα επιταχύνουν τη μετάβαση σε άλλα είδη καυσίμων, και συγκεκριμένα από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, ώστε να καλυφθεί και το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα. Τα ειδικά μέτρα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην παροχή θέρμανσης και ψύξης και στη χρήση ενέργειας σε επίπεδο κτιρίων θα μειώσουν τον κίνδυνο περιχαράκωσης σε συγκεκριμένες τεχνολογίες, δηλαδή όταν η προσέγγιση με επίκεντρο την ενεργειακή απόδοση οδηγεί μόνο σε αντικατάσταση τεχνολογιών ορυκτών καυσίμων με αποδοτικότερες λύσεις οι οποίες όμως εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα.

β) Διευκόλυνση της υιοθέτησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της απορριπτόμενης θερμότητας στα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης: (1) ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών· (2) πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης και άνοιγμα της πρόσβασης στην τοπική Θ&Ψ· (3) τα μέτρα των σημείων 1 και 2 σε συνδυασμό με ένα πρόσθετο ενισχυμένο πλαίσιο για τα δικαιώματα των καταναλωτών.

Στην παρούσα πρόταση προτιμάται η επιλογή 3. Η επιλογή αυτή ενισχύει τις δυνατότητες των καταναλωτών να παράγουν τοπικά θερμότητα από ανανεώσιμες πηγές και να χρησιμοποιούν ένα σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για τη δημιουργία τοπικών συνεργειών με άλλους χρήστες, με αποτέλεσμα έναν θετικό κοινωνικό αντίκτυπο. Η δυνατότητα αποσύνδεσης θα επέτρεπε την παραγωγή πρόσθετης θερμότητας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μεταξύ 2020 και 2030, με αποτέλεσμα την περαιτέρω συμβολή στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Μολονότι η δυνατότητα αποσύνδεσης ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες στις ροές εσόδων των τοπικών εταιρειών τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, οι επιπτώσεις αυτές θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν από τον θετικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό αντίκτυπο.

Η επιλογή αυτή είναι επίσης αναλογική, διότι ο διοικητικός φόρτος θα συσχετίζεται άμεσα με το επίπεδο διείσδυσης των συστημάτων τηλεθέρμανσης σε εθνικό επίπεδο. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη με χαμηλό μερίδιο τηλεθέρμανσης θα έχουν περιορισμένο φόρτο πιστοποίησης και πιθανώς μέτρια ζήτηση αποσύνδεσης.

Η τηλεθέρμανση και η τηλεψύξη αντιπροσωπεύουν περίπου το 10 % του ενεργειακού εφοδιασμού στην ΕΕ. Τα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης λειτουργούν ως καταλύτης για υψηλότερα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο ενεργειακό σύστημα της ΕΕ. Για παράδειγμα, υπάρχει μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό όσον αφορά τη χρήση αντλιών θερμότητας βιομηχανικής κλίμακας στην τηλεθέρμανση και εκτιμάται ότι πάνω από το 25 % του πληθυσμού ζει σε περιοχές που προσφέρονται για εφαρμογές γεωθερμικής τηλεθέρμανσης. Επιπλέον, τα συστήματα τηλεθέρμανσης αποτελούνη σημαντική τεχνολογία υποδομών για τη διευκόλυνση της αύξησης των συνολικών αποδόσεων μετατροπής των μονάδων μετατροπής αποβλήτων σε ενέργεια 8 .

Τα παλαιότερα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης πρέπει να εξελιχθούν για να καλύψουν την αύξηση της παροχής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, οι τρέχουσες επενδύσεις στην τηλεθέρμανση και την τηλεψύξη δεν επιτρέπουν τη μετάβαση σε αποδοτική παροχή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Για τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης απαιτείται σχετικά απλή διοικητική υποστήριξη, αλλά θα μπορούσαν ενδεχομένως να αυξήσουν σημαντικά την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και, ως εκ τούτου, την αποτελεσματικότητα του μέτρου.

Επιπλέον, η επιλογή αυτή είναι επίσης αναλογική (καθώς δημιουργεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των τοπικών φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης και των συνεισφερόντων και χρηστών θερμότητας με ένα διαφανές και συγκρίσιμο σύστημα) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς καθορίζει τις αρχές αλλά σέβεται τον ρόλο των εθνικών και τοπικών αρχών στη δημιουργία συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης).

iii) Επιλογές για την αύξηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές στον τομέα των μεταφορών (ΑΠΕ-Μ):

(1) Υποχρέωση σε επίπεδο ΕΕ για ενσωμάτωση προηγμένων ανανεώσιμων καυσίμων· (2) υποχρέωση σε επίπεδο ΕΕ για ενσωμάτωση προηγμένων ανανεώσιμων καυσίμων κίνησης (συμπεριλαμβανομένων των προηγμένων βιοκαυσίμων), με μείωση παράλληλα των βασιζόμενων σε εδώδιμα φυτά βιοκαυσίμων και με σειρά παραλλαγών ως προς την ταχύτητα και την έκταση της μείωσης· (3) με βάση την επιλογή 2, ειδική υποχρέωση σε επίπεδο ΕΕ για ενσωμάτωση ανανεώσιμων καυσίμων για τις αεροπορικές και τις θαλάσσιες μεταφορές· (4) υποχρέωση μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (συνέχεια της οδηγίας για την ποιότητα των καυσίμων).

Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου θεώρησε ότι η αειφορία των βιοκαυσίμων και η δυνητική συνεισφορά τους στον στόχο σε ενωσιακό επίπεδο θα πρέπει να προσδιοριστούν με σαφήνεια και να αξιολογηθούν κατά τον ίδιο τρόπο με άλλες μορφές βιοενέργειας. Ζήτησε επίσης να εξεταστεί μια πρόσθετη επιλογή για την εφαρμογή κριτηρίων βελτιωμένης αειφορίας σε όλα τα βιοκαύσιμα.

Στην εκτίμηση επιπτώσεων αναλύονται οι τέσσερις αυτές επιλογές πολιτικής για την ανάληψη δράσης από την ΕΕ με σκοπό την προώθηση της απαλλαγής των καυσίμων μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές και την ενεργειακή τους διαφοροποίηση, ενώ αντιμετωπίζεται το ζήτημα της έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης (ILUC) σε σχέση με τα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά βιοκαύσιμα. Στο πλαίσιο αυτό, ως βάση λαμβάνεται η ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στην εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την οδηγία για την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης (ILUC)· στην εκτίμηση επιπτώσεων αξιολογούνται διάφορες επιλογές για την ενίσχυση του υφιστάμενου πλαισίου αειφορίας για τα βιοκαύσιμα, μεταξύ άλλων με την επέκταση και την περαιτέρω μείωση του υφιστάμενου ανώτατου ορίου για τα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά βιοκαύσιμα κατά την περίοδο μετά το 2020, με σκοπό την ελαχιστοποίηση των εκπομπών λόγω έμμεσων αλλαγών στη χρήση γης. Επιπλέον, στην εκτίμηση επιπτώσεων για τη βιοενέργεια αξιολογήθηκαν επιλογές για την ενίσχυση των κριτηρίων συνολικής αειφορίας για τη βιοενέργεια, συμπεριλαμβανομένου ενός νέο κριτηρίου αειφορίας για τη δασική βιομάζα (που χρησιμοποιείται επίσης για την παραγωγή βιοκαυσίμων) και της επέκτασης των κριτηρίων αειφορίας στη βιομάζα που χρησιμοποιείται για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας.

Στην παρούσα πρόταση προτιμάται η επιλογή 2, επειδή βασίζεται στην πρακτική 25 κρατών μελών, τα οποία έχουν καθιερώσει την υποχρέωση ανάμειξης βιοκαυσίμων, και παρέχει στη βιομηχανία μεγαλύτερη βεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική ζήτηση προηγμένων βιοκαυσίμων στην αγορά και τους σχετικούς όγκους, η οποία είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστούν επενδύσεις μεγάλης κλίμακας και η καινοτομία στον τομέα. Η επιλογή αυτή θα επιτρέψει επίσης τη σταδιακή μείωση των βασιζόμενων σε εδώδιμα φυτά βιοκαυσίμων, όπως αναφέρεται στη στρατηγική για την κινητικότητα χαμηλών εκπομπών του Ιουλίου 2016 9 .

Η προτεινόμενη πορεία της μείωσης λαμβάνει υπόψη τις σημαντικές προηγούμενες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν μέχρι στιγμής και συνάδει με μια ρεαλιστική ταχύτητα εξάπλωσης των προηγμένων βιοκαυσίμων στην αγορά. Η επιλογή είναι πιο εύκολη και απλή στην εφαρμογή της, καθώς βασίζεται στην ευρεία πολιτική και διοικητική πείρα που αποκτήθηκε σε εθνικό επίπεδο.

Η προτιμώμενη επιλογή καλύπτει τις εκπομπές λόγω έμμεσων αλλαγών στη χρήση γης (ILUC) και προωθεί υψηλές επιδόσεις των προηγμένων βιοκαυσίμων όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου Η έμμεση αλλαγή της χρήσης γης μπορεί να μειωθεί σημαντικά με τη σταδιακή μείωση των συμβατικών βιοκαυσίμων έως το 2030 και κυρίως των βιοκαυσίμων από ελαιούχα φυτά που έχουν μεγαλύτερες επιπτώσεις στην έμμεση αλλαγή στη χρήση γης. Επιπλέον, η απαίτηση ελάχιστης μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα προωθήσει τις βέλτιστες επιδόσεις των νέων εγκαταστάσεων βιοκαυσίμων όσον αφορά τις ανθρακούχες εκπομπές.

Στη στρατηγική της για την κινητικότητα χαμηλών εκπομπών, η Επιτροπή ανέφερε ότι τα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά βιοκαύσιμα συμβάλλουν σε περιορισμένο βαθμό στην απαλλαγή του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές, λόγω του προβληματισμού όσον αφορά την πραγματική τους συνεισφορά στην απαλλαγή του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές. Στην πρόταση οδηγίας για την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης (ILUC) προτάθηκε και εγκρίθηκε από τους συννομοθέτες να υιοθετηθεί προληπτική προσέγγιση για τον περιορισμό της συνεισφοράς των βασιζόμενων σε εδώδιμα φυτά βιοκαυσίμων σε ποσοστό το πολύ 7 % έως το 2020. Η κανονιστική αβεβαιότητα όσον αφορά την εκπόνηση και τη διαπραγμάτευση της οδηγίας για την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης (ILUC) αποθάρρυνε τις νέες επενδύσεις στον τομέα αυτό πέραν των ήδη υφιστάμενων.

Οι δυνατότητες απαλλαγής του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές θα υλοποιηθούν με τη σταδιακή μείωση των βασιζόμενων σε εδώδιμα φυτά βιοκαυσίμων και την αντικατάστασή τους με πιο προηγμένα βιοκαύσιμα. Ωστόσο, για να καθοριστεί η εξέλιξη της μείωσης των συμβατικών βιοκαυσίμων, είναι σημαντικό να μην υπονομευτούν αναδρομικά τα επιχειρηματικά μοντέλα που ενθαρρύνει η ισχύουσα οδηγία με την παροχή κινήτρων. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη πορεία για τη σταδιακή μείωση του μεριδίου των συμβατικών βιοκαυσίμων αποσκοπεί στην αποφυγή μη αξιοποιήσιμων περιουσιακών στοιχείων και ακούσιων απωλειών θέσεων εργασίας, ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη τις σημαντικές προηγούμενες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν μέχρι στιγμής και συνάδει με τη ρεαλιστική εξάπλωση των προηγμένων βιοκαυσίμων στην αγορά. Η ακριβής διαδρομή της πορείας σταδιακής μείωσης που ορίζεται στην παρούσα πρόταση αντικατοπτρίζει μια τεκμηριωμένη πολιτική εκτίμηση του τι θα αποτελούσε μια ισορροπημένη προσέγγιση ως προς τη σταθερότητα των επενδύσεων και τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στις μεταφορές.

iv) Επιλογές για την ενίσχυση της θέσης των καταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την ενημέρωσή τους:

α) Ενίσχυση της θέσης των καταναλωτών με την παροχή της δυνατότητας να παράγουν, να αυτοκαταναλώνουν και να αποθηκεύουν ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές: (1) κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ για την αυτοκατανάλωση· (2) ενίσχυση της θέσης των καταναλωτών με την παροχή της δυνατότητας αυτοκατανάλωσης και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές· (3) εξ αποστάσεως αυτοκατανάλωση για τους δήμους.

Στην παρούσα πρόταση προτιμάται η επιλογή 2, καθώς μεγιστοποιεί την ενίσχυση της θέσης των καταναλωτών και τη δυνητική συμμετοχή τους, μετριάζει το κόστος ανάπτυξης του δικτύου και τα ζητήματα κατανομής των δαπανών του δικτύου και ενισχύει τη συνεισφορά των ηλιακών φωτοβολταϊκών συλλεκτών στέγης στον στόχο για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

Η επιλογή αυτή είναι επίσης αναλογική (καθώς δεν παρέχει καθολικό δικαίωμα στην αυτοκατανάλωση) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς δεν προδικάζει την ελευθερία των κρατών μελών να υποστηρίξουν μια συγκεκριμένη τεχνολογία, αλλά απλώς δημιουργεί το κατάλληλο πλαίσιο διευκόλυνσης για την επέκταση της αποκεντρωμένης παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας).

β) Κοινοποίηση πληροφοριών για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές: (1) εδραίωση του συστήματος των εγγυήσεων προέλευσης (ΕΠ)· (2) με βάση την επιλογή 1, καθιέρωση υποχρεωτικής κοινοποίησης των ΕΠ· (3) με βάση την επιλογή 2, επέκταση των ΕΠ σε όλες τις πηγές ηλεκτροπαραγωγής.

Στην πρόταση αυτή προτιμάται ένας συνδυασμός των επιλογών 1 και 2, ώστε να εδραιωθεί το σύστημα και να καταστεί υποχρεωτική η χρήση των ΕΠ για τη δημοσιοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται καλή ισορροπία και καθίσταται δυνατό να αυξηθεί η διαφάνεια και η εμπιστοσύνη στο σύστημα, ενώ παράλληλα αποφεύγονται τα πρόσθετα διοικητικά έξοδα που θα προέκυπταν από την επέκταση του συστήματος σε όλες τις πηγές ηλεκτροπαραγωγής.

Η επιλογή αυτή είναι επίσης αναλογική, καθώς δεν συνεπάγεται υπερβολικό διοικητικό φόρτο για τη διαχείριση του συστήματος (ιδίως για τους παραγωγούς μικρής κλίμακας). Επίσης, σέβεται την αρχή της επικουρικότητας, καθώς επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέγουν τη μέθοδο της προτίμησής τους για τη διαχείριση του συστήματος.

γ) Ιχνηλάτηση των ανανεώσιμων καυσίμων που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη και στις μεταφορές: (1) επέκταση των ΕΠ στα ανανεώσιμα αέρια καύσιμα· (2) επέκταση των ΕΠ στα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα· (3) ανάπτυξη εναλλακτικού συστήματος ιχνηλάτησης για τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα.

Στην παρούσα πρόταση προτιμώνται η επιλογή 1 για τα αέρια καύσιμα και η επιλογή 3 για τα υγρά καύσιμα. Αυτό μπορεί να αποφέρει οφέλη ως προς την καλύτερη ιχνηλάτηση των ανανεώσιμων καυσίμων προς όφελος των καταναλωτών και τη μείωση των κινδύνων απάτης, ιδίως όσον αφορά τα υγρά βιοκαύσιμα. Επιπλέον, το διασυνοριακό εμπόριο ανανεώσιμων καυσίμων αναμένεται επίσης να διευκολυνθεί με τα συστήματα αυτά. Τέλος, η επιλογή 3 φαίνεται προτιμότερη από την επιλογή 2 για τα αέρια καύσιμα, επειδή συνδυάζεται καλύτερα με τα τρέχοντα διοικητικά συστήματα που υφίστανται ήδη για την ιχνηλάτηση της αειφορίας των εν λόγω καυσίμων.

Επίσης, η επιλογή αυτή είναι αναλογική (καθώς βασίζεται σε ήδη υφιστάμενα συστήματα για τα βιοκαύσιμα και υποστηρίζει την απλούστερη μέθοδο για τη διευκόλυνση του διασυνοριακού εμπορίου αναεώσιμων αέριων καυσίμων) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς είναι συμπληρωματική των υφιστάμενων συστημάτων καταχώρισης των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων σε εθνικό επίπεδο).

v) Επιλογές για τη διασφάλιση της επίτευξης ποσοστού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον 27 % το 2030:

α) Εθνικοί στόχοι για το 2020: εθνικοί στόχοι για το 2020 ως βάση έναντι του σεναρίου αναφοράς.

Στην παρούσα πρόταση προτιμήθηκε η επιλογή 1, δηλαδή η διασφάλιση ότι οι στόχοι για το 2020 θα αποτελέσουν τη βασική γραμμή αναφοράς για την περίοδο μετά το 2020. Η επιλογή της διατήρησης του στόχου για το 2020 παρέχει έναν μηχανισμό προστασίας και δεν αναμένεται να απαιτήσει πρόσθετη προσπάθεια, με την παραδοχή ότι τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν καταρχάς τον στόχο αυτό.

Επίσης, η επιλογή αυτή είναι αναλογική (καθώς δεν αναμένεται να απαιτηθεί πρόσθετη προσπάθεια, με την παραδοχή ότι τα κράτη μέλη επιτυγχάνουν καταρχάς τον στόχο αυτό) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς αποτελεί απλά χρονική παράταση των στόχων που έχουν ήδη συμφωνηθεί από τα κράτη μέλη).

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι όλες τις άλλες επιλογές που αφορούν την επίτευξη ποσοστού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον 27 % το 2030 πραγματεύεται ο κανονισμός για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης, ενώ η υποχρέωση επίτευξης του στόχου του 27 % τουλάχιστον από την ΕΕ εξακολουθεί να κατοχυρώνεται στην πρόταση.

β) Πορεία: γραμμική έναντι μη γραμμικής.

Στην παρούσα πρόταση προτιμήθηκε η επιλογή 1, που συνεπάγεται τη χάραξη γραμμικής πορείας από τον στόχο για το 2020 έως το 2030. Εξασφαλίζει μεγαλύτερη βεβαιότητα και αναμένεται να βοηθήσει στη μείωση του κόστους και στην αποφυγή των κινδύνων που συνδέονται με την επίτευξη του στόχου για το 2030.

Επίσης, η επιλογή αυτή είναι αναλογική (καθώς έχει περιορισμένο αντίκτυπο στο κόστος ανάπτυξης τώρα που τα διδάγματα της τεχνολογίας έχουν αποκομιστεί σε μεγάλο βαθμό από τις πλέον ώριμες τεχνολογίες) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς αποτελεί απλά ένα μέσο μέτρησης της προόδου προς την επίτευξη του στόχου σε επίπεδο της ΕΕ που έχει αποφασιστεί από τα κράτη μέλη).

γ) Μηχανισμοί για την αποφυγή χάσματος φιλοδοξιών ως προς τον στόχο της ΕΕ για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: (1) επανεξέταση των φιλοδοξιών των εθνικών σχεδίων· (2) συμπερίληψη ρήτρας επανεξέτασης για την πρόταση πρόσθετων μηχανισμών υλοποίησης σε επίπεδο ΕΕ σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον χρειαστεί· (3) αύξηση των φιλοδοξιών των μέτρων σε επίπεδο ΕΕ· (4) καθιέρωση δεσμευτικών εθνικών στόχων.

Στην πρόταση σχετικά με τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης προτιμήθηκε ένας συνδυασμός των επιλογών 1 και 2, ο οποίος βασίζεται στη διαδικασία διακυβέρνησης για την υλοποίηση του στόχου του 27 % τουλάχιστον και περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης για την ενδεχόμενη πρόταση πρόσθετων μέτρων σε επίπεδο ΕΕ. Οι άλλες επιλογές δεν θεωρούνται πολιτικά εφικτές και ενδέχεται να μην είναι δυνατόν να επιτευχθεί σχετική συμφωνία χωρίς να προδικάζεται το επόμενο ενδιάμεσο δημοσιονομικό πλαίσιο.

Η προσέγγιση αυτή είναι επίσης αναλογική (καθώς δεν ενεργοποιεί αυτομάτως πρόσθετα μέτρα που απαιτούν χρηματοδότηση σε επίπεδο ΕΕ) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή ως προς την καταβολή πρόσθετων προσπαθειών).

δ) Μηχανισμοί για την αποφυγή και την κάλυψη χάσματος υλοποίησης: (1) επανεξέταση των εθνικών σχεδίων· (2) συμπερίληψη ρήτρας επανεξέτασης για την πρόταση πρόσθετων μηχανισμών υλοποίησης σε επίπεδο ΕΕ σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον χρειαστεί· (3) αύξηση των φιλοδοξιών των μέτρων σε επίπεδο ΕΕ· (4) καθιέρωση δεσμευτικών εθνικών στόχων.

Στην πρόταση σχετικά με τη διακυβέρνηση της Ενεργεισκής Ένωσης προτιμήθηκε μια παραλλαγή της επιλογής 3, καθώς θεωρείται ο πιο εφικτός τρόπος διόρθωσης τυχόν χάσματος υλοποίησης. Θα υποστηρίζεται από την επιλογή 1 (επανεξέταση της υλοποίησης των εθνικών σχεδίων) που αναμένεται επίσης να τεθεί σε ισχύ με τη διαδικασία διακυβέρνησης της Ενεργειακής Ένωσης.

Η επιλογή αυτή είναι επίσης αναλογική (καθώς δεν ενεργοποιεί πρόσθετα μέτρα που απαιτούν χρηματοδότηση σε επίπεδο ΕΕ) και τηρεί την αρχή της επικουρικότητας (καθώς αφήνει στα κράτη μέλη την επιλογή ως προς την καταβολή πρόσθετων προσπαθειών).

vi) Επιλογές για την ενίσχυση του πλαισίου αειφορίας της ΕΕ για τη βιοενέργεια:

Πέραν αυτού, στην εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την αειφορία της βιοενέργειας εξετάστηκαν επιλογές για την αειφορία της βιομάζας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας: (1) σενάριο αναφοράς: με βάση άλλα στοιχεία του πλαισίου για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030, καθώς και άλλες εθνικές πολιτικές για τη διαφάλιση της αειφορίας της βιομάζας που χρησιμοποιείται για παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας· (2) επέκταση των υφιστάμενων κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα στις μεταφορές, ώστε να συμπεριληφθεί η στερεά και αέρια βιομάζα στην παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας· (3) με βάση την επιλογή 2, περαιτέρω ανάπτυξη των απαιτήσεων αειφορίας για τη δασική βιομάζα παράλληλα με την απαίτηση συμπερίληψης των εκπομπών LULUCF στις εθνικές δεσμεύσεις δυνάμει της συμφωνίας του Παρισιού· (4) με βάση είτε την επιλογή 2 είτε την επιλογή 3, συμπερίληψη απαίτησης για ενεργειακή απόδοση των εγκαταστάσεων παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας· (5) με βάση είτε την επιλογή 2 είτε την επιλογή 3, επιβολή ανώτατου ορίου στη χρήση ορισμένων πρώτων υλών (π.χ. στρογγυλή ξυλεία) για την παραγωγή ενέργειας.

Στην παρούσα πρόταση προτιμήθηκε η επιλογή 3, καθώς θεωρείται η οικονομικά πλέον αποδοτική προσέγγιση για να εξακολουθήσει να διασφαλίζεται η επίτευξη βέλτιστης μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με τη χρήση βιοενέργειας στην ΕΕ μετά το 2020, με ελαχιστοποίηση παράλληλα των κινδύνων αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που συνδέονται με την αύξηση της εκμετάλλευσης δασικής βιομάζας. Η επιλογή αυτή τηρεί την αρχή της επικουρικότητας διότι, καθώς εφαρμόζεται μια προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας, στηρίζεται πρωτίστως στους εθνικούς νόμους και πρότυπα για να αποδειχθεί η αειφόρος παραγωγή δασικής βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς. Είναι επίσης αναλογική, επειδή εφαρμόζεται μόνο σε μεγάλης κλίμακας σταθμούς παραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργούν με βιομάζα.

3.5.Χρησιμοποιηθέντα μοντέλα

Η πρόταση βασίζεται σε επιλογές πολιτικής που έχουν αξιολογηθεί βάσει των αποτελεσμάτων σεναρίων μοντελοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, ως αφετηρία στην εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση χρησιμοποιήθηκε το σενάριο αναφοράς της ΕΕ για το 2016 (REF2016), το οποίο παρέχει προβλέψεις του ενεργειακού συστήματος το 2030, με βάση τις τρέχουσες τάσεις και πολιτικές.

3.5.1. Τα σενάρια αναφοράς

Με βάση το REF2016 και το EUCO27 (βλ. κατωτέρο στο σημείο 3.5.2.), χρησιμοποιήθηκαν ειδικά σενάρια αναφοράς, στα οποία επισημαίνονται οι αναμενόμενες συνέπειες που θα έχει η συνέχιση των ασκούμενων πολιτικών και πρακτικών στις εξελίξεις στους συγκεκριμένους τομείς που υπόκεινται σε παρεμβάσεις πολιτικής, με την παραδοχή ότι όλοι οι τομείς και οι πολιτικές συμβαδίζουν με το σενάριο κεντρικής πολιτικής.

3.5.2. Τα σενάρια πολιτικής

Χρησιμοποιήθηκε επίσης ένα κεντρικό σενάριο πολιτικής το οποίο εκπονήθηκε για τις εκτιμήσεις επιπτώσεων που συνοδεύουν την πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας για τον επιμερισμό των προσπαθειών. Το σενάριο αυτό (με την ονομασία «EUCO27») προβλέπει τις αναμενόμενες εξελίξεις σε διάφορους τομείς για την επίτευξη των στόχων για το 2030 και συμβάλλει στον προσδιορισμό της κλίμακας των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων στην επίτευξη με οικονομικά αποδοτικό τρόπο μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον 27 %.

Η προσέγγιση αυτή, που βασίζεται σε ένα κοινό σενάριο πολιτικής και κατόπιν επικεντρώνεται σε ένα ζήτημα κάθε φορά, θεωρήθηκε ότι είναι ο μόνος λειτουργικός τρόπος για την εκτίμηση των επιπτώσεων των συγκεκριμένων επιλογών πολιτικής στο γενικό πλαίσιο διαφόρων μακρόπνοων πρωτοβουλιών που προτείνει η Επιτροπή ως μέρος των πρωτοβουλιών της Ενεργειακής Ένωσης του 2016.

3.5.3. Χρησιμοποιηθέν μοντέλο

Η ακολουθία μοντέλων που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση των επιλογών πολιτικής στις οποίες στηρίζεται η πρόταση είναι η ίδια ακολουθία μοντέλων που χρησιμοποιήθηκε για τη δέσμη μέτρων για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2020, καθώς και για το πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030.

Η ακολουθία μοντέλων περιλαμβάνει μοντέλα (PRIMES, PRIMES-TAPEM & PRIMES-TREMOVE, PRIMES Biomass Supply, GAINS, GLOBIOM-G4M, Prometheus και CAPRI) που συνδέονται μεταξύ τους με επίσημα καθορισμένους τρόπους για τη διασφάλιση συνέπειας στην κατάρτιση σεναρίων. Οι διασυνδέσεις αυτές είναι αναγκαίες για να καλυφθεί ο πυρήνας της ανάλυσης, ήτοι οι τάσεις της ενέργειας, των μεταφορών και των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ως προς τα ακόλουθα:

Ολόκληρο το ενεργειακό σύστημα (ζήτηση, προμήθεια, τιμές και επενδύσεις ενέργειας στο μέλλον) και σύνολο των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων θερμοκηπίου

Χρονικός ορίζοντας: 1990 έως 2050 (5ετή χρονικά διαστήματα)

Γεωγραφία: όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ χωριστά, οι υποψήφιες για προσχώρηση στην ΕΕ χώρες και, ανάλογα με την περίπτωση, η Νορβηγία, η Ελβετία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Επιπτώσεις: στην ενέργεια, τις μεταφορές και τη βιομηχανία (PRIMES), τη γεωργία, τη δασοκομία και τη χρήση γης (GLOBIOM-G4M), την ατμοσφαιρική διασπορά, την υγεία και τα οικοσυστήματα (οξίνιση, ευτροφισμός) (GAINS)· μακροοικονομικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς, στην απασχόληση και την κοινωνική ευημερία.

Στην εκτίμηση επιπτώσεων για την αειφορία της βιοενέργειας ως σενάριο αναφοράς χρησιμοποιείται το EUCO27 και οι επιλογές πολιτικής αξιολογούνται με τα δύο ακόλουθα εργαλεία μοντελοποίησης:

το GLOBIOM (παγκόσμιο μοντέλο της οικονομικής χρήσης γης) και το G4M (μοντέλο του τομέα της δασοκομίας), που παρέχουν προβλέψεις για τις τιμές των βασικών προϊόντων, τις επιπτώσεις στις εκτάσεις γης, και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση γης, την αλλαγή χρήσης γης και τον τομέα της δασοκομίας,

το Green-X (μοντέλο της ΕΕ για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές), σε συνδυασμό με το ArcGIS Network (γεωχωρικό μοντέλο για τις αλυσίδες μεταφοράς βιομάζας) και το MULTIREG (μοντέλο εισροών-εκροών), το οποίο μοντελοποιεί την ανάλυση ανά πηγές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και πρώτες ύλες για την παραγωγή βιοενέργειας, καθώς και τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τον ενεργειακό τομέα, και τις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, όπως η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, οι επενδύσεις και οι θέσεις εργασίας.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση αναδιατυπώνει την οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα νέα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 23 και 25 αναμένεται να έχουν περιορισμένες πρόσθετες δημοσιονομικές και διοικητικές επιπτώσεις για τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τις διοικητικές δομές που πρέπει να δημιουργηθούν. Στις περισσότερες περιπτώσεις το κόστος που σχετίζεται με τα μέτρα αυτά μετακυλύεται στους τελικούς χρήστες, οι οποίοι με τη σειρά τους επωφελούνται από τα οφέλη της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές. Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

5.Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Οι βασικές διατάξεις που μεταβάλλουν ουσιωδώς την οδηγία 2009/28/ΕΚ ή προσθέτουν νέα στοιχεία είναι οι ακόλουθες:

Στο άρθρο 1 αναφέρεται το πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρότασης και προβλέπονται νέα στοιχεία για την περίοδο μετά το 2020, όπως ο συνολικός δεσμευτικός στόχος για την ΕΕ, η αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα βελτιωμένα κριτήρια αειφορίας βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας και κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου.

Με το άρθρο 2 εισάγονται νέοι ειδικοί ορισμοί, βάσει των τροποποιήσεων που επήλθαν στην οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στο άρθρο 3 καθορίζεται ο στόχος της ΕΕ για το 2030. Ως βασική γραμμή αναφοράς καθιερώνονται οι εθνικοί στόχοι για το 2020 (δηλ. από το 2021 και μετά τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να υπολείπονται των εθνικών στόχων του 2020). Περιλαμβάνεται επίσης αναφορά στον μηχανισμό με τον οποίο διασφαλίζεται η διατήρηση αυτής της βασικής γραμμής αναφοράς και αποφεύγεται η δημιουργία χάσματος ως προς την επίτευξη του στόχου, όπως ορίζονται και τα δύο στον κανονισμό για τη διακυβέρνηση. Επιπλέον, απαλείφεται ο στόχος του 10 % για ΑΠΕ-Μ μετά το 2020.

Στο άρθρο 4 καθορίζονται οι γενικές αρχές τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν κατά τον σχεδιασμό οικονομικά αποδοτικών καθεστώτων στήριξης για να διευκολυνθεί μια αγορακεντρική και εξευρωπαϊσμένη προσέγγιση, με τήρηση των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

Στο άρθρο 5 θεσπίζεται το σταδιακό και μερικό άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.

Στο άρθρο 6 διασφαλίζεται ότι το επίπεδο της στήριξης που χορηγείται σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι όροι που την συνοδεύουν, όταν τα κράτη μέλη επιλέγουν την οδό αυτή, δεν αναθεωρούνται με τρόπο που να επηρεάζει αρνητικά τα χρηματοδοτούμενα έργα.

Στο άρθρο 7, που ρυθμίζει τον τρόπο υπολογισμού του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, προβλέπεται μείωση, από το 2021, του μέγιστου μεριδίου βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από φυτά που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές, με σκοπό την αντιμετώπιση των εκπομπών λόγω έμμεσων αλλαγών στη χρήση γης (ILUC). Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν χαμηλότερο όριο και να κάνουν διάκριση μεταξύ διαφόρων ειδών βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από φυτά που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές, για παράδειγμα με τον καθορισμό χαμηλότερου ορίου όσον αφορά τη συνεισφορά των βιοκαυσίμων που παράγονται από ελαιούχα φυτά, λαμβανομένης υπόψη της έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης.

Στο άρθρο 15 περιλαμβάνεται νέα μεθοδολογία υπολογισμού (που βασίζεται στην οδηγία για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων) των ελάχιστων επιπέδων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νέα και τα υφιστάμενα κτίρια που πρόκειται να ανακαινιστούν.

Στο άρθρο 16 θεσπίζεται διαδικασία αδειοδότησης για τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με μία ορισθείσα αρχή («υπηρεσία μίας στάσης») και μέγιστη προθεσμία για τη διαδικασία αδειοδότησης.

Στο άρθρο 17 καθιερώνεται η απλή κοινοποίηση στους διαχειριστές συστήματος διανομής για τα έργα μικρής κλίμακας και μια ειδική διάταξη για την επίσπευση της διαδικασίας αδειοδότησης για την αλλαγή ενεργειακής πηγής σε υφιστάμενους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.

Το άρθρο 19 περιλαμβάνει ορισμένες τροποποιήσεις του συστήματος των εγγυήσεων προέλευσης με σκοπό i) να επεκταθεί το σύστημα των εγγυήσεων προέλευσης (ΕΠ) στις ανανεώσιμες πηγές φυσικού αερίου· ii) να καταστεί υποχρεωτική η έκδοση ΕΠ για θέρμανση και ψύξη κατόπιν αιτήματος παραγωγού· iii) να καταστεί υποχρεωτική η χρήση ΕΠ για τη δημοσιοποίηση της ΗΕ-ΑΠΕ και του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές· iv) να επιτραπεί η έκδοση εγγυήσεων προέλευσης για την ΗΕ-ΑΠΕ που λαμβάνει στήριξη, με κατανομή μέσω δημοπρασίας και χρήση των εσόδων που προκύπτουν για την αντιστάθμιση του κόστους της στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας· και v) να βελτιωθούν οι διοικητικές διαδικασίες με την εφαρμογή του προτύπου CEN.

Στο άρθρο 21 ενισχύεται η θέση των καταναλωτών, καθώς τους παρέχεται η δυνατότητα αυτοκατανάλωσης χωρίς περιττούς περιορισμούς και η αμοιβή τους για την ηλεκτρική ενέργεια που τροφοδοτούν στο δίκτυο.

Το άρθρο 22 περιέχει νέες διατάξεις σχετικά με την ενίσχυση της θέσης των ενεργειακών κοινοτήτων για τη συμμετοχή τους στην αγορά.

Το άρθρο 23 αποσκοπεί στην αξιοποίηση του δυναμικού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, με τη διασφάλιση οικονομικά αποδοτικής συνεισφοράς του τομέα στην επίτευξη του στόχου, και στη δημιουργία μεγαλύτερης αγοράς για ΑΠΕ-Θ&Ψ σε ολόκληρη την ΕΕ. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη θα επιδιώκουν την επίτευξη ετήσιας αύξησης κατά 1 % του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην παροχή θέρμανσης και ψύξης. Τα κράτη μέλη θα αποφασίζουν τον τρόπο υλοποίησης του στόχου αυτού.

Στο άρθρο 24 ενισχύεται η θέση των καταναλωτών ενέργειας, διότι τους παρέχονται, αφενός, πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση της τηλεθέρμανσης και, αφετέρου, η δυνατότητα να σταματήσουν να αγοράζουν θερμότητα/ψύξη από ένα σύστημα τηλεθέρμανσης/τηλεψύξης σε επίπεδο κτιρίου, εάν οι καταναλωτές, ή τρίτοι για λογαριασμό τους, μπορούν να εξασφαλίσουν αισθητά καλύτερη ενεργειακή απόδοση με μέτρα που λαμβάνονται σε επίπεδο κτιρίου. Επίσης, προβλέπεται το άνοιγμα των τοπικών συστημάτων θέρμανσης και ψύξης στους παραγωγούς θερμότητας και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και από απορριπτόμενη θερμότητα ή ψύξη και σε τρίτους που ενεργούν για λογαριασμό τους.

Στο άρθρο 25 καθιερώνεται η υποχρέωση σε επίπεδο ΕΕ για τους προμηθευτές καυσίμων να παρέχουν ένα ορισμένο μερίδιο (6,8 % το 2030) καυσίμων χαμηλών εκπομπών και ανανεώσιμων καυσίμων (μεταξύ των οποίων η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και τα προηγμένα βιοκαύσιμα), ώστε να τονωθούν η απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές και η ενεργειακή διαφοροποίηση και να διασφαλιστεί η οικονομικά αποδοτική συνεισφορά του τομέα στη επίτευξη του συνολικού στόχου. Τα ζητήματα έμμεσης αλλαγής στη χρήση της γης (ILUC) καλύπτονται από το άρθρο 7, με το οποίο καθιερώνεται, από το 2021, φθίνον μέγιστο μερίδιο βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών. Η μετάβαση σε προηγμένα βιοκαύσιμα προωθείται με ειδική επιμέρους εντολή, που προβλέπει την ετήσια αύξηση της συνεισφοράς τους σε ποσοστό τουλάχιστον 3,6 % έως το 2030. Τέλος, το άρθρο περιλαμβάνει διάταξη που προβλέπει τη δημιουργία βάσεων δεδομένων για τη διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας των καυσίμων και τον μετριασμό του κινδύνου απάτης.

Στο άρθρο 26 ενισχύονται τα υφιστάμενα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας της βιοενέργειας, μεταξύ άλλων με την επέκταση του πεδίου εφαρμογής τους, ώστε να καλύπτουν τη βιομάζα και το βιοαέριο για την παραγωγή θερμότητας, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας. Το κριτήριο αειφορίας που εφαρμόζεται στη γεωργική βιομάζα εξορθολογίζεται, ώστε να μειωθεί ο διοκητικός φόρτος. Στο νέο κείμενο, το κριτήριο για την προστασία των τυρφώνων καθίσταται επίσης αυστηρότερο, ενώ διευκολύνεται η επαλήθευσή του. Εισάγεται ένα νέο κριτήριο αειφορίας βάσει επικινδυνότητας για τη δασική βιομάζα, καθώς και μια απαίτηση LULUCF για τη διασφάλιση κατάλληλης προσμέτρησης των ανθρακούχων εκπομπών στις επιπτώσεις ως προς τις ανθρακούχες εκπομπές της δασικής βιομάζας που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ενέργειας. Επιπλέον, η απαίτηση μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που εφαρμόζεται στα βιοκαύσιμα αυξάνεται έως 70 % για τους νέους σταθμούς, ενώ εφαρμόζεται απαίτηση μείωσης κατά 80 % στην παραγωγή θερμότητας, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα. Προκειμένου να αποφευχθεί ο υπερβολικός διοικητικός φόρτος, τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν εφαρμόζονται στις μικρές εγκαταστάσεις παραγωγής θερμότητας, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από βιομάζα με δυναμικότητα καυσίμου κάτω των 20 MW. Το παράρτημα V περιλαμβάνει τις επικαιροποιημένες προκαθορισμένες τιμές για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά, και προστίθεται νέο παράρτημα VI για να συμπεριληφθεί μια κοινή μεθοδολογία λογιστικής απεικόνισης των αερίων θερμοκηπίου όσον αφορά τα καύσιμα βιομάζας για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων προκαθορισμένων τιμών.

Στο άρθρο 27 αποσαφηνίζεται το σύστημα ισοζυγίου μάζας και προσαρμόζεται ώστε να καλύψει τη συγχώνευση βιοαερίου και την έγχυση βιομεθανίου στο δίκτυο φυσικού αερίου. Το τροποποιημένο άρθρο περιλαμβάνει την υποχρεωτική αναγνώριση των αποδεικτικών στοιχείων από εθνικά συστήματα άλλων κρατών μελών που έχουν επαληθευτεί από την Επιτροπή. Με σκοπό να εξορθολογιστούν τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας, διαγράφονται ορισμένες μη λειτουργικές διατάξεις, μεταξύ των οποίων η δυνατότητα σύναψης διμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες και η δυνατότητα της Επιτροπής να αναγνωρίζει ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων. Επιπλέον, αποσαφηνίζει τη νομική βάση που επιτρέπει στην Επιτροπή να καθορίζει τις προσεγγίσεις ελέγχου που πρέπει να εφαρμόζονται από τα εθελοντικά συστήματα, με μεγαλύτερη έμφαση στον περιορισμό της διοικητικής επιβάρυνσης. Τέλος, ενισχύει τη συμμετοχή των κρατών μελών στη διακυβέρνηση των εθελοντικών συστημάτων, με τη δυνατότητα διενέργειας ελέγχων των οργανισμών πιστοποίησης.

Το άρθρο 28 περιέχει μια νομική βάση που παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να επικαιροποιήσει τη μεθοδολογία υπολογισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Επίσης, αποσαφηνίζει τη μελλοντική χρήση των εκθέσεων των κρατών μελών σχετικά με τις μέσες εκπομπές από καλλιέργειες.

Τα άρθρα 3 και 4, το άρθρο 16 παράγραφοι 1 έως 8, τα άρθρα 22 και 23, 24 και 26 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ θα καταργηθούν με την παρούσα πρόταση. Τα άρθρα 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 14, 25, 25α, 27, 28, 29 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ (άρθρα 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 18, 31, 32, 33, 35 και 36 της παρούσας πρότασης) έχουν ελαφρώς αναθεωρηθεί (π.χ. τεχνικές πτυχές ή προσαρμογές στις νέες τροποποιήσεις και διατάξεις) ή απλώς αναριθμηθεί.

6.Πρόσθετες πληροφορίες

Απλούστευση και καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου

Ο καθορισμός του στόχου για το 2030 σε επίπεδο ΕΕ προσφέρει μια ευκαιρία για την εφαρμογή ολιστικής προσέγγισης στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτό συνεπάγεται έναν ενιαίο και γενικό στόχο για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 27 % τουλάχιστον για την Ένωση έως το 2030, χωρίς να απαιτείται να διατηρηθεί ειδικός επιμέρους στόχος για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές (ΑΠΕ-Μ). Επιπλέον, η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα στο σύνολο των τριών τομέων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με την αύξηση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενίσχυση του γενικού κανονιστικού πλαισίου και την αξιοποίηση του δυναμικού όλων των τομέων ώστε να συμβάλουν στη συλλογική προσπάθεια για την επίτευξη του στόχου του 2030.

Ο υπολογισμός της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές μεταφέρεται στο άρθρο 7 για λόγους συνοχής με τον υπολογισμό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης.

Περιλαμβάνονται μέτρα με στόχο τον εξορθολογισμό του ισχύοντος πλαισίου για τη στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (π.χ. άρθρο 4 της πρότασης) και την αντιμετώπιση οριζόντιων ζητημάτων (π.χ. διοικητικοί φραγμοί στα άρθρα 15, 16 και 17 της πρότασης).

Κατάργηση της ισχύουσας νομοθεσίας

Η έγκριση της πρότασης συνεπάγεται την κατάργηση της ισχύουσας οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από την 1η Ιανουαρίου 2021.

Ρήτρα επανεξέτασης/αναθεώρησης/λήξης ισχύος

Η πρόταση περιλαμβάνει γενική ρήτρα επανεξέτασης στο άρθρο 30.

Αναδιατύπωση

Η παρούσα αιτιολογική έκθεση συνοδεύει πρόταση αναδιατύπωσης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η συγκεκριμένη αυτή προσέγγιση υιοθετήθηκε επειδή η αναδιατύπωση συνεπάγεται νέες ουσιαστικές αλλαγές, ενώ ορισμένες διατάξεις της προηγούμενης πράξης παραμένουν αμετάβλητες.

Πίνακας αντιστοιχίας

Απαιτείται από τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή το κείμενο των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των διατάξεων αυτών και της οδηγίας.

Δεδομένου του ευρέος πεδίου εφαρμογής της παρούσας πρότασης και του αριθμού νομικών υποχρεώσεων που θεσπίζει, ο πίνακας αντιστοιχίας είναι απαραίτητος για να είναι σε θέση η Επιτροπή να εκτελεί τα καθήκοντά της επίβλεψης της μεταφοράς της οδηγίας στο δίκαιο των κρατών μελών.

Ευρωπαϊκός Οικονομικός Χώρος (ΕΟΧ)

Η προτεινόμενη πράξη αφορά θέμα του ΕΟΧ και θα πρέπει, επομένως, να επεκταθεί και στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2016/0382 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ö για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Õ, και ιδίως το άρθρο 175 παράγραφος 1 ð 194 παράγραφος 2 ï , και το άρθρο 95 σε συνδυασμό με τα άρθρα 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 10 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών 11 ,

Ενεργώντας σύμφωνα με τη Ö συνήθη νομοθετική Õ διαδικασίατου άρθρου 251 της συνθήκης 12 ,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

ò νέο

(1)Η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 13 έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς 14 . Καθώς πρόκειται να επέλθουν περαιτέρω τροποποιήσεις, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 1 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(2)ð Η προώθηση των ανανεώσιμων μορφών ενέργειας είναι ένας από τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής της Ένωσης. ï Ο έλεγχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής κατανάλωσης καθώς και η Η αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, σε συνδυασμό με την εξοικονόμηση ενέργειας και την αυξημένη ενεργειακή απόδοση, αποτελούν Ö αποτελεί μια Õ σημαντική συνιστώσασημαντικές συνιστώσες της δέσμης μέτρων που απαιτήθηκαν για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και για τη συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο του Κιότο στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών Ö τη συμφωνία του Παρισιού του 2015 Õ για την αλλαγή του κλίματος, και προς τις περαιτέρω κοινοτικές και διεθνείς δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μετά το 2012 Ö το πλαίσιο πολιτικής της Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια για το 2030, συμπεριλαμβανομένου του δεσμευτικού στόχου για τη μείωση των εκπομπών στην Ένωση κατά τουλάχιστον 40 % έως το 2030 σε σύγκριση με το 1990 Õ. Επίσης, αυτοί οι παράγοντες θα διαδραματίσουν Ö θα διαδραματίσει Õ σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, στην προώθηση της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας και στη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης, ιδίως στις αγροτικές και τις απομονωμένες περιοχές ð ή στις περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού ï .

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 2 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(3)Ειδικότερα, η πρόοδος της τεχνολογίας και η παροχή κινήτρων για τη χρήση και την επέκταση των μαζικών μεταφορών, η χρήση τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης και η Ö προώθηση της Õ χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ð στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης καθώς και ï στις μεταφορές Ö στον τομέα των μεταφορών Õ αποτελούν ορισμένα από τα πλέον Ö πολύ Õ αποτελεσματικά εργαλεία ð , σε συνδυασμό με μέτρα ενεργειακής απόδοσης ï, Ö για να μειωθούν Õ με τα οποία η Κοινότητα μπορεί να μειώσει την ð οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Ένωση και η ï εξάρτησήη της Ö Ένωσης Õ από τις εισαγωγέςτης  ð φυσικού αερίου και ï πετρελαίου στον τομέα των μεταφορών, όπου είναι εντονότερο το πρόβλημα της ασφάλειας του εφοδιασμού ενέργειας, και να επηρεάσει την αγορά καυσίμων για τις μεταφορές.

ò νέο

(4)Με την οδηγία 2009/28/ΕΚ θεσπίστηκε κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το οποίο καθόριζε δεσμευτικούς εθνικούς στόχους προς επίτευξη έως το 2020 σχετικά με το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση ενέργειας και τις μεταφορές. Η ανακοίνωση της Επιτροπής της 22ας Ιανουαρίου 2014 15 καθόριζε πλαίσιο για μελλοντικές πολιτικές της Ένωσης στους τομείς της ενέργειας και του κλίματος και προωθούσε την κοινή αντίληψη για τον τρόπο ανάπτυξης των πολιτικών αυτών μετά το 2020. Η Επιτροπή πρότεινε ο στόχος της Ένωσης για το 2030 όσον αφορά το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που θα καταναλώνεται στην ΕΕ να ανέρχεται σε τουλάχιστον 27 %.

(5)Τον Οκτώβριο του 2014 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε τον στόχο αυτό και δήλωσε ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν δικούς τους πιο φιλόδοξους εθνικούς στόχους.

(6)Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στα ψηφίσματά του σχετικά με το «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο 2020 έως 2030» και στην «έκθεση προόδου στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», τάχθηκε υπέρ ενός δεσμευτικού στόχου σε επίπεδο Ένωσης για το 2030 για συνολική τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 30 % τουλάχιστον, τονίζοντας ότι ο στόχος αυτός θα πρέπει να υλοποιηθεί με χωριστούς εθνικούς στόχους στους οποίους θα λαμβάνονται υπόψη η συγκεκριμένη κατάσταση και το δυναμικό κάθε μεμονωμένου κράτους μέλους.

(7)Είναι επομένως σκόπιμο να τεθεί ενωσιακός δεσμευτικός στόχος για μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 27 % τουλάχιστον. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσδιορίσουν τη συνεισφορά τους στην επίτευξη του στόχου αυτού στο πλαίσιο των οικείων ολοκληρωμένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα μέσω της διαδικασίας διακυβέρνησης που καθορίζεται στον κανονισμό [διακυβέρνηση].

(8)Ο καθορισμός δεσμευτικού στόχου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές σε επίπεδο ΕΕ για το 2030 θα συνεχίσει να ενθαρρύνει την ανάπτυξη τεχνολογιών που παράγουν ανανεώσιμη ενέργεια και να δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους επενδυτές. Ένας στόχος που καθορίζεται σε ενωσιακό επίπεδο θα προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη μέλη ώστε να επιτύχουν τους στόχους τους για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου με τον οικονομικά πλέον αποδοτικό τρόπο, σύμφωνα με τις ιδιαίτερες εθνικές τους συνθήκες, τα ενεργειακά τους μείγματα και τις οικείες ικανότητες παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(9)Οι εθνικοί στόχοι που έχουν τεθεί για το 2020 θα πρέπει να αποτελέσουν την ελάχιστη συνεισφορά των κρατών μελών στο νέο πλαίσιο για το 2030. Το εθνικό μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να πέσει κάτω από τη συνεισφορά αυτή και, εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τα αντίστοιχα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι διατηρείται η βασική γραμμή αναφοράς και για να συνεισφέρουν στο χρηματοδοτικό μέσο που αναφέρεται στον κανονισμό [διακυβέρνηση].

(10)Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν πρόσθετα μέτρα σε περίπτωση που το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ενωσιακό επίπεδο δεν ακολουθήσει την πορεία της Ένωσης προς τον στόχο για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές της τάξης του 27 % τουλάχιστον. Όπως ορίζεται στον κανονισμό [διακυβέρνηση], εάν η Επιτροπή διαπιστώσει χάσμα στις φιλοδοξίες κατά την αξιολόγηση των ολοκληρωμένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, μπορεί να λάβει μέτρα σε ενωσιακό επίπεδο προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου. Εάν κατά την αξιολόγηση των ολοκληρωμένων εθνικών εκθέσεων προόδου των κρατών μελών για την ενέργεια και το κλίμα, η Επιτροπή διαπιστώσει την ύπαρξη χάσματος υλοποίησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό [διακυβέρνηση], τα οποία τους παρέχουν επαρκή ευελιξία επιλογής.

(11)Με σκοπό την υποστήριξη των φιλόδοξων συνεισφορών των κρατών μελών στον ενωσιακό στόχο, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα δημοσιονομικό πλαίσιο για τη διευκόλυνση των επενδύσεων σε έργα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα σχετικά κράτη μέλη, μεταξύ άλλων και με τη χρήση χρηματοδοτικών μέσων.

(12)Η Επιτροπή θα πρέπει να εστιάσει τη διάθεση των κονδυλίων στη μείωση του κόστους κεφαλαίου των έργων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, που έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο κόστος των έργων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και στην ανταγωνιστικότητά τους.

(13)Η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων εθνικών ή περιφερειακών αρχών ή φορέων, για παράδειγμα με τακτικές συνεδριάσεις για την εξεύρεση κοινής προσέγγισης με σκοπό την προώθηση της ευρύτερης υλοποίησης οικονομικά αποδοτικών έργων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, την ενθάρρυνση επενδύσεων σε νέες, ευέλικτες και καθαρές τεχνολογίες και τη χάραξη κατάλληλης στρατηγικής για τη διαχείριση της απόσυρσης των τεχνολογιών που δεν συμβάλλουν στη μείωση των εκπομπών ή δεν παρέχουν επαρκή ευελιξία, με βάση διαφανή κριτήρια και αξιόπιστα σήματα τιμών της αγοράς.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 7 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(14)Η οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και 16 , η οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές 17 , ð και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου  18 ï έδωσαν ορισμούς για τις διάφορες μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η οδηγία2003/54/ΕΚ XXXX/XX/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας Ö  19  Õ θέσπισε ορισμούς για τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας εν γένει. Για λόγους ασφάλειας δικαίου και σαφήνειας ενδείκνυται να χρησιμοποιηθούν οι Ö εν λόγω Õ ίδιοι ή παρόμοιοι ορισμοί στην παρούσα οδηγία.

ò νέο

(15)Τα καθεστώτα στήριξης για την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικός τρόπος για την προώθηση της ανάπτυξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εάν και όταν τα κράτη μέλη αποφασίσουν να εφαρμόσουν καθεστώτα στήριξης, η εν λόγω στήριξη θα πρέπει να παρέχεται με όσο το δυνατόν μη στρεβλωτικό τρόπο για τη λειτουργία των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Προς τον σκοπό αυτό, όλο και περισσότερα κράτη μέλη παρέχουν στήριξη με μορφή στην οποία η στήριξη χορηγείται επιπλέον των εσόδων της αγοράς.

(16)Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να αναπτυχθεί με το χαμηλότερο δυνατό κόστος για τους καταναλωτές και τους φορολογούμενους. Κατά τον σχεδιασμό των καθεστώτων στήριξης και τη χορήγηση της στήριξης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν την ελαχιστοποίηση του συνολικού κόστους εγκατάστασης του συστήματος, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τις ανάγκες ανάπτυξης του δικτύου και του συστήματος, το προκύπτον ενεργειακό μείγμα και το μακροπρόθεσμο δυναμικό των τεχνολογιών.

(17)Το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά ενέργειας και μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να βοηθήσει τα κράτη μέλη να επιτύχουν τον ενωσιακό στόχο της Ένωσης με αποδοτικότερο ως προς το κόστος τρόπο. Η διασυνοριακή συμμετοχή είναι επίσης το φυσικό επακόλουθο της ανάπτυξης της πολιτικής της Ένωσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εφόσον ο δεσμευτικός στόχος σε επίπεδο Ένωσης αντικαθιστά τους εθνικούς δεσμευτικούς στόχους. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να ανοίξουν σταδιακά και μερικώς τη στήριξη σε έργα που υλοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη και να καθορίσουν διάφορους τρόπους υλοποίησης του σταδιακού αυτού ανοίγματος, με διασφάλιση παράλληλα της συμμόρφωσης με τις διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 30, 34 και 110.

(18)Με την επιφύλαξη των προσαρμογών των συστημάτων στήριξης για την ευθυγράμμισή τους με τους κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, οι πολιτικές στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα πρέπει να είναι σταθερές και να αποφεύγονται οι συχνές αλλαγές. Οι εν λόγω αλλαγές έχουν άμεσο αντίκτυπο στο κόστος χρηματοδότησης του κεφαλαίου, στο κόστος κατασκευής έργων και, επομένως, στο συνολικό κόστος ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ένωση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε η αναθεώρηση της στήριξης που χορηγείται σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να μην έχει αρνητικό αντίκτυπο στην οικονομική τους βιωσιμότητα. Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθούν οικονομικά αποδοτικές πολιτικές στήριξης και να διασφαλίζουν την οικονομική τους βιωσιμότητα.

(19)Οι υποχρεώσεις των κρατών μελών να καταρτίζουν εθνικά σχέδια δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να εκπονούν εκθέσεις προόδου και η υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλλει έκθεση για την πρόοδο των κρατών μελών είναι ουσιώδους σημασίας προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια, να υπάρξει σαφήνεια για τους επενδυτές και τους καταναλωτές και να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική παρακολούθηση. Ο κανονισμός [διακυβέρνηση] ενσωματώνει τις υποχρεώσεις αυτές στο σύστημα διακυβέρνησης της Ενεργειακής Ένωσης για τον εξορθολογισμό των υποχρεώσεων σχεδιασμού, υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης στους τομείς της ενέργειας και του κλίματος. Η πλατφόρμα διαφάνειας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενσωματώνεται επίσης στην ευρύτερη ηλεκτρονική πλατφόρμα που συστάθηκε με τον κανονισμό [διακυβέρνηση].

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 11 (προσαρμοσμένο)

(20)Είναι ανάγκη να τεθούν διαφανείς και αδιαμφισβήτητοι κανόνες για τον υπολογισμό του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και για τον καθορισμό των πηγών αυτών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να περιληφθεί η ενέργεια που υπάρχει στους ωκεανούς και σε άλλα υδάτινα συστήματα με τη μορφή κυμάτων, θαλάσσιων ρευμάτων, παλιρροιών, βαθμίδωσης της θερμικής ενέργειας ή περιεκτικότητας σε αλάτι των ωκεανών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 5

Προκειμένου να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και να περιορισθεί η εξάρτησή της από εισαγωγές ενέργειας, θα πρέπει η ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να βρίσκεται σε στενή συνάρτηση με την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 8

Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2007, με τίτλο «Χάρτης πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τον 21ο αιώνα: συμβολή στην ενίσχυση της αειφορίας» κατέδειξε ότι ο στόχος του 20 % για το συνολικό μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ο στόχος του 10 % για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές είναι κατάλληλοι και εφικτοί στόχοι, και ότι το πλαίσιο το οποίο περιλαμβάνει υποχρεωτικούς στόχους αναμένεται να προσφέρει στην επιχειρηματική κοινότητα τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα που χρειάζεται ώστε να πραγματοποιεί βιώσιμες επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες να επιτρέψουν τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. Οι στόχοι αυτοί υφίστανται στο πλαίσιο της βελτίωσης κατά 20 % της ενεργειακής απόδοσης έως το 2020, που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2006, με τίτλο «Σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση: αξιοποίηση του δυναμικού», που υιοθέτησαν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο 2007, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του της 31ης Ιανουαρίου 2008 σχετικά με το εν λόγω σχέδιο δράσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 9

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 επαναβεβαίωσε τη δέσμευση της Κοινότητας για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε ολόκληρη την Κοινότητα μετά το 2010. Επικύρωσε υποχρεωτικό στόχο 20 % ως μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας έως το 2020 και υποχρεωτικό ελάχιστο στόχο, τον οποίο πρέπει να επιτύχουν όλα τα κράτη μέλη, 10 % ως μερίδιο των βιοκαυσίμων στην κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου ντίζελ στις μεταφορές έως το 2020, στόχος που πρέπει να υλοποιηθεί κατά οικονομικώς συμφέροντα τρόπο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι ο δεσμευτικός χαρακτήρας του στόχου για τα βιοκαύσιμα είναι ενδεδειγμένος, υπό τον όρο ότι η παραγωγή είναι σταθερή, ότι θα διατεθούν στην αγορά βιοκαύσιμα δεύτερης γενεάς και ότι η οδηγία 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ 20 θα τροποποιηθεί προκειμένου να επιτρέψει κατάλληλα επίπεδα ανάμειξης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2008 επανέλαβε ότι είναι σημαντικό να εκπονηθούν και να πληρούνται ουσιαστικά κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και να διασφαλισθεί η εμπορική διαθεσιμότητα βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών του Ιουνίου 2008 αναφέρθηκε και πάλι στα κριτήρια αειφορίας και στην ανάπτυξη βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς και τόνισε ότι πρέπει να αξιολογηθεί ο ενδεχόμενος αντίκτυπος της παραγωγής βιοκαυσίμων στην παραγωγή γεωργικών τροφίμων και να αναληφθούν ενέργειες, εφόσον απαιτείται, για την αντιμετώπιση των ελλείψεων. Επίσης, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δήλωσε ότι θα πρέπει να εκτιμηθούν περαιτέρω οι περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες της παραγωγής και κατανάλωσης βιοκαυσίμων.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 10

Στο ψήφισμά του, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με τον χάρτη πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην Ευρώπη 21 , το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει έως τα τέλη του 2007 πρόταση νομοθετικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επισημαίνοντας τη σημασία του καθορισμού στόχων για τα μερίδια των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε επίπεδο Κοινότητας και κρατών μελών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 12

Η χρήση γεωργικών υλικών, όπως η στερεή και η υγρή κοπριά, καθώς και άλλων αποβλήτων ζωικής ή οργανικής προέλευσης για την παραγωγή βιοαερίου προσφέρει, λόγω των σημαντικών δυνατοτήτων περιορισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ουσιαστικά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα τόσο για την παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού όσο και για την παραγωγή βιοκαυσίμων. Χάρη στον αποκεντρωμένο χαρακτήρα τους και στην περιφερειακή επενδυτική δομή, οι εγκαταστάσεις παραγωγής βιοαερίου μπορούν να συμβάλουν κατά τρόπο καθοριστικό στη βιώσιμη ανάπτυξη των αγροτικών ζωνών και να προσφέρουν νέες εισοδηματικές δυνατότητες στους αγρότες.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 13

Με βάση τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ενδείκνυται να καθοριστούν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι συνεπείς με το 20 % ως μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και το 10 % ως μερίδιο συμμετοχής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κοινοτική κατανάλωση ενέργειας στις μεταφορές έως το 2020.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 14

Κύριος σκοπός των δεσμευτικών εθνικών στόχων είναι να παρασχεθεί ασφάλεια στους επενδυτές και να ενθαρρυνθεί η συνεχής ανάπτυξη τεχνολογιών που παράγουν ενέργεια από όλες τις μορφές ανανεώσιμων πηγών. Η αναβολή της λήψης απόφασης ως προς το κατά πόσο ένας στόχος είναι δεσμευτικός μέχρι να συμβεί ένα γεγονός στο μέλλον δεν είναι επομένως σκόπιμη.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 15

Για κάθε κράτος μέλος διαφέρει το σημείο εκκίνησης, το δυναμικό του όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το ενεργειακό του μείγμα. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να επιμεριστεί ο κοινοτικός στόχος του 20 % σε επιμέρους στόχους για κάθε κράτος μέλος, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη μια δίκαιη και κατάλληλη κατανομή, συνεκτιμώντας τα διαφορετικά σημεία εκκίνησης και το διαφορετικό δυναμικό των κρατών μελών, καθώς και το υφιστάμενο επίπεδο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και το ενεργειακό μείγμα. Ενδείκνυται να γίνει ο επιμερισμός κατανέμοντας την απαιτούμενη συνολική αύξηση της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μεταξύ των κρατών μελών με βάση ίση αύξηση του μεριδίου κάθε κράτους μέλους, σταθμισμένη με γνώμονα το ΑΕγχΠ του, αυξομειούμενη κατά τρόπον ώστε να αντικατοπτρίζει το σημείο εκκίνησής τους και υπολογίζοντας την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, στο πλαίσιο δε αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη οι έως τώρα προσπάθειες των κρατών μελών όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 16

Αντιστρόφως, κρίνεται σκόπιμο ο στόχος του 10 % για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις μεταφορές να τεθεί στο ίδιο επίπεδο για κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλιστεί συνέπεια των προδιαγραφών για τα καύσιμα κίνησης και διαθεσιμότητα των καυσίμων. Επειδή είναι εύκολη η εμπορία καυσίμων κίνησης, τα κράτη μέλη με χαμηλό πλούτο σχετικών πόρων θα μπορούν εύκολα να προμηθευτούν από άλλες χώρες βιοκαύσιμα. Ενώ τεχνικά είναι δυνατό η Κοινότητα να επιτύχει το στόχο της για τη χρήση ανανεώσιμης ενέργειας στις μεταφορές αποκλειστικά από εγχώρια παραγωγή, είναι πιθανό όσο και επιθυμητό ο στόχος στην πραγματικότητα να επιτευχθεί με συνδυασμό εγχώριας παραγωγής και εισαγωγών. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς βιοκαυσίμων, και θα πρέπει, όπου κρίνεται σκόπιμο, να προτείνει σχετικά μέτρα για την επίτευξη ισόρροπης προσέγγισης μεταξύ της εγχώριας παραγωγής και των εισαγωγών, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την πορεία των πολυμερών και διμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων, περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα και την ενεργειακή ασφάλεια.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 17

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης αποτελεί βασικό στόχο της Κοινότητας και αποσκοπεί στην επίτευξη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά 20 % έως το 2020. Ο στόχος αυτός, μαζί με την ισχύουσα και τη μελλοντική νομοθεσία στην οποία συμπεριλαμβάνονται η οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων 22 , η οδηγία 2005/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2005, για θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια 23 και η οδηγία 2006/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες 24 , έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο για να εξασφαλιστεί ότι οι στόχοι για το κλίμα και την ενέργεια θα επιτευχθούν με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, και ότι μπορεί να προσφέρει νέες ευκαιρίες για την οικονομία της ΕΕ. Οι πολιτικές για την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας συγκαταλέγονται, για κάθε κράτος μέλος, στις αποτελεσματικότερες μεθόδους για την αύξηση του ποσοστιαίου μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και, συνεπώς, για την ευκολότερη επίτευξη των στόχων ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 18

Τα κράτη μέλη οφείλουν να επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση σε όλους τους τομείς, προκειμένου να επιτύχουν ευκολότερα τους στόχους τους για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, οι οποίοι εκφράζονται ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας. Η ανάγκη για ενεργειακή απόδοση στον τομέα των μεταφορών είναι επιτακτική διότι είναι πιθανόν να καταστεί όλο και δυσχερέστερη η βιώσιμη επίτευξη δεσμευτικού ποσοστιαίου στόχου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές εάν εξακολουθήσει να αυξάνεται η συνολική ζήτηση ενέργειας για τις μεταφορές. Επομένως, ο υποχρεωτικός στόχος του 10 % που πρέπει να επιτευχθεί από όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να οριστεί ως μερίδιο της τελικής ενέργειας που καταναλώνεται από τον τομέα των μεταφορών το οποίο πρέπει να επιτευχθεί από ανανεώσιμες πηγές και όχι μόνον από βιοκαύσιμα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 19

Προκειμένου να διασφαλισθεί η επίτευξη των δεσμευτικών εθνικών συνολικών στόχων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εργαστούν προς μια ενδεικτική πορεία, δρομολογώντας την επίτευξη των τελικών δεσμευτικών στόχων τους. Θα πρέπει να θεσπίσουν εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια το οποίο θα περιλαμβάνει ενημέρωση για τους τομεακούς στόχους, ενώ παράλληλα θα λαμβάνουν υπόψη ότι υπάρχουν διαφορετικές χρήσεις της βιομάζας και, συνεπώς, είναι ουσιαστικό να αξιοποιηθούν νέοι πόροι βιομάζας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν δικά τους μέτρα για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να εκτιμά, κατά την αξιολόγηση της αναμενόμενης οικείας ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου δράσης, κατά πόσον τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης και εξοικονόμησης ενέργειας μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη των εθνικών του στόχων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 20

Προκειμένου να υπάρξει όφελος από την τεχνολογική πρόοδο και τις οικονομίες κλίμακας, στο πλαίσιο της ενδεικτικής πορείας θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα ταχύτερης ανάπτυξης της χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο μέλλον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορέσει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στους τομείς που πλήττονται δυσανάλογα από την έλλειψη τεχνολογικής προόδου και οικονομιών κλίμακας και, ως εκ τούτου, παραμένουν υπανάπτυκτοι, αλλά οι οποίοι στο μέλλον θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στην επίτευξη των στόχων για το 2020.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 21

Στην ενδεικτική πορεία, το 2005 θα πρέπει να ληφθεί ως το σημείο εκκίνησης, διότι είναι το τελευταίο έτος για το οποίο διατίθενται αξιόπιστα στοιχεία για τα εθνικά μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 23

Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τις τοπικές και τις περιφερειακές αρχές να θέσουν στόχους επιπλέον των εθνικών στόχων και να εντάξουν τις εν λόγω αρχές στην κατάρτιση εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια και την ανάπτυξη συνείδησης των πλεονεκτημάτων της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24

Για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η βιομάζα, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν τη μεγαλύτερη εκμετάλλευση των υπαρχόντων αποθεμάτων ξυλείας και την ανάπτυξη νέων συστημάτων δασοπονίας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 25

Κάθε κράτος μέλος διαθέτει διαφορετικό δυναμικό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και εφαρμόζει διαφορετικά καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε εθνικό επίπεδο. Τα περισσότερα κράτη μέλη εφαρμόζουν καθεστώτα στήριξης που αποφέρουν οφέλη μόνον σε σχέση με μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες παράγονται στην επικράτειά τους. Για την εύρυθμη λειτουργία των εν λόγω εθνικών καθεστώτων στήριξης έχει ουσιώδη σημασία να μπορούν τα κράτη μέλη να ελέγχουν τις επιπτώσεις και το κόστος των οικείων εθνικών καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με το αντίστοιχο δυναμικό τους. Ένα σημαντικό μέσο για την επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας είναι η εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των εθνικών καθεστώτων στήριξης όπως και δυνάμει της οδηγίας 2001/77/ΕΚ προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προβλέψουν αποτελεσματικά εθνικά μέτρα για τη συμμόρφωση προς τους στόχους. Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η διευκόλυνση της διασυνοριακής υποστήριξης των μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χωρίς να θίγονται τα εθνικά καθεστώτα στήριξης. Η οδηγία προβλέπει προαιρετικούς μηχανισμούς συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών τα οποία τους επιτρέπουν να συμφωνούν ως προς το βαθμό στήριξης που παρέχει ένα κράτος μέλος στην παραγωγή ενέργειας σε άλλο κράτος μέλος και ως προς το βαθμό συμμετοχής της παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με τους αντίστοιχους εθνικούς συνολικούς στόχους. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αμφότερων των μέτρων συμμόρφωσης προς τους στόχους, ήτοι των εθνικών καθεστώτων στήριξης και των μηχανισμών συνεργασίας, είναι σημαντικό να μπορούν τα κράτη μέλη να καθορίζουν εάν και κατά πόσον τα εθνικά τους καθεστώτα στήριξης εφαρμόζονται στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε άλλα κράτη μέλη, και να συμφωνούν για το θέμα αυτό εφαρμόζοντας τους μηχανισμούς συνεργασίας που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 26

Είναι ευκταίο οι τιμές της ενέργειας να αντανακλούν το εξωτερικό κόστος της παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, του περιβαλλοντικού, κοινωνικού κόστους και των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 27

Η δημόσια στήριξη είναι αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της Κοινότητας σχετικά με την εξάπλωση της χρήσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ιδιαίτερα όσο οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στην εσωτερική αγορά δεν αντικατοπτρίζουν πλήρως το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος και τα οφέλη των χρησιμοποιούμενων πηγών ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 28

Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν τον περιορισμό της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας και την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές. Τα κύρια μέσα μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές περιλαμβάνουν το σχεδιασμό των μεταφορών, την υποστήριξη των δημόσιων μέσων μεταφοράς, την αύξηση του μεριδίου ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων στην παραγωγή και την παραγωγή αυτοκινήτων πιο αποδοτικών από πλευράς ενέργειας και μικρότερων τόσο ως προς το μέγεθος όσο και ως προς τον κυβισμό του κινητήρα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 29

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέτουν ως στόχο τη διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος από ανανεώσιμες πηγές σε όλους τους τομείς των μεταφορών. Έως την 1η Ιουνίου 2015, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τις δυνατότητες για αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλους τους τομείς των μεταφορών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 30

(21)Κατά τον υπολογισμό της συμβολής της υδροηλεκτρικής ενέργειας και της αιολικής ενέργειας για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να μετριαστούν οι επιδράσεις των διαφορών κλίματος με τη χρήση ενός κανόνα εξομάλυνσης. Εκτός αυτού, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης νερού που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα δεν θα πρέπει να θεωρείται ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 31

(22)Οι αντλίες θερμότητας που επιτρέπουν τη χρήση της αεροθερμικής, γεωθερμικής ή υδροθερμικής θερμότητας) στο απαιτούμενο επίπεδο θερμοκρασίας, χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια ή άλλη βοηθητική ενέργεια για να λειτουργήσουν. Συνεπώς, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας θα πρέπει να αφαιρείται από το σύνολο της χρήσιμης θερμικής ενέργειας. Θα λαμβάνονται υπόψη μόνο οι αντλίες θερμότητας που προσφέρουν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό θερμικής ενέργειας από αυτό που καταναλώνουν για τη λειτουργία τους.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 32

(23)Τα συστήματα παθητικής ενέργειας χρησιμοποιούν το σχεδιασμό κτιρίων για να δεσμεύσουν ενέργεια. Η ενέργεια που λαμβάνεται με αυτόν τον τρόπο θεωρείται εξοικονομηθείσα ενέργεια. Προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή προσμέτρηση, η ενέργεια που δεσμεύεται με αυτό τον τρόπο δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 33 (προσαρμοσμένο)

(24)Ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν μεγάλο ποσοστό αερομεταφορών στην ακαθάριστη ενεργειακή κατανάλωσή τους. Λαμβάνοντας υπόψη τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς που εμποδίζουν την εμπορική χρήση των βιοκαυσίμων στον τομέα των αερομεταφορών, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μερική απαλλαγή για τα εν λόγω κράτη μέλη, αποκλείοντας από τον υπολογισμό της ακαθάριστης ενεργειακής κατανάλωσης στις εθνικές αερομεταφορές την ποσότητα κατά την οποία υπερβαίνουν κατά μιάμιση φορά τον μέσο όρο της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ για την τελική ακαθάριστη κατανάλωση ενέργειας στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, ήτοι 6,18 %. Η Κύπρος και η Μάλτα, δεδομένου του νησιωτικού και περιφερειακού χαρακτήρα τους, βασίζονται στην αεροπορία ως τρόπο μεταφοράς η οποία έχει ζωτική σημασία για τους πολίτες και την οικονομία τους. Ως αποτέλεσμα, η Κύπρος και η Μάλτα διαθέτουν δυσανάλογο μερίδιο της αεροπορίας στην οικεία ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, το οποίο υπερέβη τρεις φορές τον μέσο όρο της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ το 2005, και συνεπώς θίγονται δυσανάλογα από τους τρέχοντες τεχνολογικούς και κανονιστικούς περιορισμούς. Για αυτά τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλεφθεί ότι η σχετική απαλλαγή θα καλύπτει το ποσοστό της υπέρβασης του μέσου όρου της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ για την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας στις αερομεταφορές το 2005, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, ήτοι 4,12 %.

ò νέο

(25)Για να διασφαλιστεί ότι στο παράρτημα IX λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αρχές ιεράρχησης των αποβλήτων που καθορίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 25 , τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας και η ανάγκη διασφάλισης ότι το παράρτημα δεν δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για καλλιεργούμενη γη και ότι παράλληλα προωθείται η χρήση αποβλήτων και καταλοίπων, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της τακτικής αξιολόγησης του παραρτήματος, θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο συμπερίληψης πρόσθετων πρώτων υλών που δεν επιφέρουν σημαντικές στρεβλωτικές επιπτώσεις στις αγορές προϊόντων ή υποπροϊόντων, αποβλήτων ή καταλοίπων.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 34

Για να εξασφαλισθεί ένα ενεργειακό μοντέλο που θα υποστηρίζει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η στρατηγική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, στην οποία θα συμμετέχουν καταλλήλως οι περιφέρειες και οι τοπικές αρχές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35

Τηρουμένων των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παροτρύνονται να επιδιώκουν κάθε κατάλληλη μορφή συνεργασίας όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Η συνεργασία αυτή μπορεί να πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα, διμερώς ή πολυμερώς· μπορεί επίσης, εκτός από τους μηχανισμούς για τον υπολογισμό του στόχου και της συμμόρφωσης προς το στόχο, που προβλέπονται αποκλειστικά στην παρούσα οδηγία, όπως στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών, κοινά έργα ανανεώσιμης ενέργειας και κοινά καθεστώτα στήριξης, να λαμβάνει τη μορφή, π.χ. ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, όπως προβλέπεται ιδίως στην πλατφόρμα διαφάνειας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία, και άλλου εθελοντικού συντονισμού μεταξύ καθεστώτων στήριξης κάθε μορφής.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 36 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(26)Προκειμένου να δημιουργηθούν ευκαιρίες μείωσης του κόστους επίτευξης Ö του ενωσιακού στόχου Õτων στόχων που θέτει η παρούσα οδηγία ð και να παρασχεθεί στα κράτη μέλη ευελιξία ώστε να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους να μην υπολείπονται των οικείων εθνικών στόχων για το 2020 μετά το 2020 ï , κρίνεται σκόπιμο αφενός να διευκολυνθεί η κατανάλωση, στα κράτη μέλη, ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε άλλα κράτη μέλη και, αφετέρου, να επιτραπεί στα κράτη μέλη να συνυπολογίζουν στους οικείους ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï εθνικούς στόχους την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που καταναλώνονταιεται σε άλλα κράτη μέλη. Για το σκοπό αυτό, απαιτούνται μέτρα ευελιξίας ð μηχανισμοί συνεργασίας ï, αλλά παραμένουν υπό τον έλεγχο των κρατών μελών προκειμένου να μην επηρεαστεί η ικανότητά τους να επιτύχουν τους εθνικούς τους στόχους ð που θα συμπληρώνουν τις υποχρεώσεις για άνοιγμα της στήριξης σε έργα που υλοποιούνται σε άλλα κράτη μέλη ï. Τα μέτρα αυτά ευελιξίας ð Οι μηχανισμοί αυτοί ï Ö περιλαμβάνουν Õ λαμβάνουν τη μορφή στατιστικώνές μεταβιβάσεωνις, κοινώνά έργωνα μεταξύ κρατών μελών ή κοινώνά καθεστώτωνα στήριξης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 35 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(27)Τηρουμένων των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τΤα κράτη μέλη θα πρέπει να παροτρύνονται να επιδιώκουν κάθε κατάλληλη μορφή συνεργασίας όσον αφορά τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Η συνεργασία αυτή μπορεί να πραγματοποιείται σε όλα τα επίπεδα, διμερώς ή πολυμερώς· μπορεί επίσης, εκτός από τους μηχανισμούς για τον υπολογισμό του στόχου ð για το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï και της συμμόρφωσης προς το στόχο, που προβλέπονται αποκλειστικά στην παρούσα οδηγία, όπως στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών, κοινά έργα ανανεώσιμης ενέργειας και κοινά καθεστώτα στήριξης, να λαμβάνει τη μορφή, π.χ. ανταλλαγής πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, όπως προβλέπεται ιδίως στην Ö ηλεκτρονική Õ πλατφόρμα διαφάνειας που θεσπίζει η παρούσα οδηγία ð ο κανονισμός [διακυβέρνηση], ï, και άλλου εθελοντικού συντονισμού μεταξύ καθεστώτων στήριξης κάθε μορφής.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 37 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(28)Η εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, η οποία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εκτός της Ö Ένωσης Õ Κοινότητας,, θα πρέπει να είναι δυνατό να συνυπολογίζεται στους στόχους ð στα μερίδια ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï των κρατών μελών. Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί η καθαρή αύξηση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέσω της εκτροπής των υφιστάμενων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της πλήρους ή μερικής αντικατάστασής τους από συμβατικές πηγές ενέργειας, επιτρέπεται η προσμέτρηση μόνο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ξεκινούν τη λειτουργία τους μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης η οποία ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Προκειμένου να εξασφαλιστεί κατάλληλος αντίκτυπος της αντικατάστασης των συμβατικών μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ και στις τρίτες χώρες, κρίνεται σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω εισαγωγές μπορούν να ιχνηλατούνται και να μετρούνται με αξιόπιστο τρόπο. Προβλέπεται η σύναψη συμφωνιών με τρίτες χώρες σχετικά με την οργάνωση της εν λόγω εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Εάν, βάσει σχετικής αποφάσεως που λαμβάνεται δυνάμει της σΣυνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα 26 , τα συμβαλλόμενα μέρη της σΣυνθήκης αυτής δεσμεύονται από τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, τα μέτρα συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών τα οποία προβλέπονται από την παρούσα οδηγία Ö θα πρέπει να Õ εφαρμόζονται σε αυτά.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 38

Όταν τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν κοινά έργα με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι σκόπιμο τα κοινά αυτά έργα να αφορούν μόνον νεόδμητες εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις με πρόσφατη αύξηση δυναμικότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα εξασφαλίζεται ότι το ποσοστό ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας της τρίτης χώρας δεν μειώνεται λόγω της εισαγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα. Επιπλέον, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν την εγχώρια χρησιμοποίηση από την οικεία τρίτη χώρα, μέρους της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το κοινό έργο. Εξάλλου, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τις τρίτες χώρες που συμμετέχουν σε κοινά έργα να αναπτύξουν πολιτική για την ανανεώσιμη ενέργεια με φιλόδοξους στόχους.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 39

Δεδομένου ότι έργα υψηλού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος σε τρίτες χώρες, όπως το μεσογειακό ηλιακό σχέδιο, μπορεί να χρειάζονται μεγάλο χρονικό περιθώριο πριν από την πλήρη διασύνδεση με την επικράτεια της Κοινότητας, είναι σκόπιμο να διευκολυνθεί η ανάπτυξή τους, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη στους εθνικούς στόχους περιορισμένη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τα εν λόγω έργα κατά την κατασκευή της διασύνδεσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 40 (προσαρμοσμένο)

(29)Η διαδικασία που χρησιμοποιείται για την η αρμόδια αρχή εποπτείας της έγκρισης, πιστοποίησης και αδειοδότησης μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα πρέπει να είναι αντικειμενική, διαφανής, αμερόληπτη και αναλογική, όταν εφαρμόζει τους κανόνες σε συγκεκριμένα έργα. Ειδικότερα, είναι σκόπιμο να αποφευχθεί τυχόν άσκοπη επιβάρυνση που θα μπορούσε να προκύψει από την κατάταξη έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις εγκαταστάσεις που παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο για την υγεία.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 42

(30)Προς όφελος της ταχείας ανάπτυξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ενόψει της γενικής υψηλής αειφορίας και περιβαλλοντικά επωφελούς ποιότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά την εφαρμογή των διοικητικών κανόνων, τον σχεδιασμό δομών και νομοθεσίας, που προορίζονται για την αδειοδότηση εγκαταστάσεων σε σχέση με τη μείωση της ρύπανσης και τον έλεγχο για τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις, για την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και για την πρόληψη της ελαχιστοποίησης των απορρίψεων επικίνδυνων ουσιών στο περιβάλλον, να ληφθεί υπόψη η συμβολή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων και των στόχων για την αλλαγή του κλίματος, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τις εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43

Προκειμένου να τονωθεί η συμβολή μεμονωμένων πολιτών στους στόχους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τις εγκρίσεις με απλή κοινοποίηση στον αρμόδιο φορέα όταν εγκαθιστούν αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 44 (προσαρμοσμένο)

(31)Θα πρέπει να εξασφαλίζεται η λογική συνοχή μεταξύ των στόχων της παρούσας οδηγίας και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ. Συγκεκριμένα, στις διαδικασίες αξιολόγησης, σχεδιασμού ή χορήγησης άδειας για εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλη την περιβαλλοντική νομοθεσία της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ και τη συμβολή των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών στην επίτευξη περιβαλλοντικών στόχων και στόχων που σχετίζονται με την αλλαγή του κλίματος, ιδίως σε σύγκριση με εγκαταστάσεις μη ανανεώσιμης ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 45 (προσαρμοσμένο)

(32)Οι εθνικές τεχνικές προδιαγραφές και οι άλλες απαιτήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 98/34/ΕΚ (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Ö  27  Õ , της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, 28 σχετικά με, παραδείγματος χάριν, τα επίπεδα ποιότητας, τις μεθόδους δοκιμών ή τους όρους χρήσης, δεν θα πρέπει να δημιουργούν φραγμούς στην εμπορία εξοπλισμού και συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ως εκ τούτου, τα καθεστώτα στήριξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν θα πρέπει να ορίζουν εθνικές τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες αποκλίνουν από τα υφιστάμενα πρότυπα της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ ούτε να απαιτούν για τον εξοπλισμό ή τα συστήματα που τυγχάνουν στήριξης να πιστοποιούνται ή να υπόκεινται σε δοκιμές σε συγκεκριμένο χώρο ή από συγκεκριμένο φορέα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 46

Είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη να εξετάσουν μηχανισμούς τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 47 (προσαρμοσμένο)

(33)Σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, οι κανόνες και οι υποχρεώσεις για ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νεόδμητα και στα ανακαινισμένα κτίρια οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να ενθαρρύνονται σε ευρύτερη κοινοτική Ö ενωσιακή Õ κλίμακα και παράλληλα να προωθείται η χρήση ενεργειακά αποδοτικότερων εφαρμογών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 48 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(34)Μπορεί να είναι σκόπιμο για τα κράτη μέλη, πΠροκειμένου να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η θέσπιση ελάχιστων επιπέδων για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να προβλεφθεί ότι τα επίπεδα αυτά επιτυγχάνονται με την ενσωμάτωση συντελεστή για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στην εκπλήρωση των απαιτήσεων ελάχιστης ενεργειακής απόδοσης της οδηγίας 2002/91/ΕΚ σχετικά με τη βέλτιστη από άποψη κόστους μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ανά κτίριο. ð ο υπολογισμός αυτών των ελάχιστων επιπέδων στα νέα και τα υφιστάμενα κτίρια που υφίστανται ριζική ανακαίνιση θα πρέπει να συνάδει με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στην οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 29 ï

ò νέο

(35)Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα εθνικά μέτρα για την ανάπτυξη της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βασίζονται σε πλήρη χαρτογράφηση και ανάλυση του εθνικού δυναμικού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ενέργειας από απόβλητα, και να προβλεφθεί αυξημένη ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και των πηγών απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης, είναι σκόπιμο να απαιτηθεί από τα κράτη μέλη να προβούν σε εκτίμηση του εθνικού τους δυναμικού ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και της χρήσης απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης για θέρμανση και ψύξη, ιδίως για να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στις εγκαταστάσεις θέρμανσης και ψύξης και να προωθηθεί μια αποδοτική και ανταγωνιστική τηλεθέρμανση και τηλεψύξη, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 41 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 30 . Προκειμένου να διασφαλιστεί συνέπεια με τις απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για θέρμανση και ψύξη και να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος, η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να συμπεριληφθεί στις διεξοδικές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται και κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 της εν λόγω οδηγίας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 41

ð νέο

(36)Η έλλειψη διαφανών κανόνων και συντονισμού μεταξύ των διαφόρων φορέων έγκρισης απεδείχθη ότι εμποδίζει την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. ð Η δημιουργία ενιαίου διοικητικού σημείου επαφής για την ενοποίηση και τον συντονισμό όλων των διαδικασιών αδειοδότησης αναμένεται να μειώσει την πολυπλοκότητα και να αυξήσει την αποδοτικότητα και τη διαφάνεια. ï Συνεπώς, οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την ειδική διάρθρωση του τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όταν αναθεωρούν τις διοικητικές τους διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας κατασκευής και εκμετάλλευσης σταθμών και συνδεδεμένων υποδομών δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης ή καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Θα πρέπει να απλουστευθούν οι διοικητικές διαδικασίες έγκρισης, θέτοντας διαφανή χρονοδιαγράμματα για τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Θα πρέπει να προσαρμοστούν οι κανόνες και οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον προγραμματισμό ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο εξοπλισμός θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που συμφέρει οικονομικώς και είναι επωφελής για το περιβάλλον. ð Η παρούσα οδηγία, και ιδίως οι διατάξεις σχετικά με την οργάνωση και τη διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης, θα πρέπει να εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του διεθνούς δικαίου και του ενωσιακού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας. ï

ò νέο

(37)Οι χρονοβόρες διοικητικές διαδικασίες συνιστούν σοβαρό διοικητικό εμπόδιο και είναι δαπανηρές. Η απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης, σε συνδυασμό με σαφή προθεσμία για τη λήψη απόφασης από τις αντίστοιχες αρχές σχετικά με την κατασκευή του έργου, αναμένεται να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των διαδικασιών, ώστε να μειωθεί το διοικητικό κόστος.

(38)Η έλλειψη προβλεψιμότητας για τους επενδυτές όσον αφορά την αναμενόμενη διάθεση της στήριξης από τα κράτη μέλη αποτελεί ένα άλλο εμπόδιο στην οικονομικά αποδοτική ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνούν ώστε να υπάρχει επαρκής προβλεψιμότητα για τους επενδυτές σχετικά με την προβλεπόμενη χρήση της στήριξης από τα κράτη μέλη. Με τον τρόπο αυτό, η βιομηχανία έχει τη δυνατότητα να σχεδιάσει και να αναπτύξει αλυσίδα εφοδιασμού, που θα επιφέρει μείωση του συνολικού κόστους ανάπτυξης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 43 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(39)Προκειμένου να τονωθεί Ö διευκολυνθεί Õ η συμβολή ð των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) και ï μεμονωμένων πολιτών στους στόχους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εξετάσουν τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τις εγκρίσεις ð θα πρέπει να αντικατασταθούν ï με απλή κοινοποίηση στον αρμόδιο φορέα όταν εγκαθιστούν αποκεντρωμένα  ð για τα μικρά έργα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένων των αποκεντρωμένων έργων, ï ð όπως ηλιακές εγκαταστάσεις στέγης. Δεδομένης της αυξανόμενης ανάγκης για την αλλαγή ενεργειακής πηγής σε υφιστάμενους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, θα πρέπει να θεσπιστούν ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης ï συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 49

(40)Το χάσμα ενημέρωσης και επιμόρφωσης, ιδίως στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, θα πρέπει να εξαλειφθεί προκειμένου να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 50

(41)Στο βαθμό που η πρόσβαση ή η άσκηση του επαγγέλματος του εγκαταστάτη είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα, οι προϋποθέσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων καθορίζονται στην οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων [36] 31 . Η παρούσα οδηγία, επομένως, εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/36/ΕΚ.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 51

(42)Ενώ η οδηγία 2005/36/ΕΚ θεσπίζει απαιτήσεις για την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, μεταξύ άλλων των αρχιτεκτόνων, χρειάζεται να διασφαλιστεί περαιτέρω ότι οι αρχιτέκτονες και οι πολεοδόμοι λαμβάνουν δεόντως υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τεχνολογιών υψηλής απόδοσης στα σχέδια και τις μελέτες τους. Επομένως, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν σαφείς οδηγίες. Αυτό θα πρέπει να γίνεται με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 2005/36/ΕΚ, και ιδίως των άρθρων 46 και 49.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 52 (προσαρμοσμένο)

(43)Ο μόνος στόχος των εγγυήσεων προέλευσης, οι οποίες παρέχονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, είναι η παροχή απόδειξης, προς τον Ö να δείχνουν στον Õ τελικό καταναλωτή, ότι ένα συγκεκριμένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Μια εγγύηση προέλευσης μπορεί να μεταβιβάζεται από έναν κάτοχο σε άλλον, ανεξάρτητα από την ενέργεια την οποία αφορά. Ωστόσο, για να εξασφαλίζεται ότι μια μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές κοινοποιείται μόνον άπαξ σε έναν καταναλωτή, θα πρέπει να αποφεύγονται η διπλή προσμέτρηση και η διπλή κοινοποίηση των εγγυήσεων προέλευσης. Η ανανεώσιμη ενέργεια, για την οποία η συνοδευτική εγγύηση προέλευσης έχει πωληθεί χωριστά από τον παραγωγό, δεν θα πρέπει να κοινοποιείται ή να πωλείται στον τελικό καταναλωτή ως ενέργεια που έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές. Είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των πράσινων πιστοποιητικών που χρησιμοποιούνται για τα καθεστώτα στήριξης και των εγγυήσεων προέλευσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 53 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(44)Είναι σκόπιμο να επιτραπεί στην αναδυόμενη αγορά καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να συμβάλει στην κατασκευή ð ανάπτυξη ï νέων εγκαταστάσεων για της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επομένως, τα κράτη μέλη μπορούν θα πρέπει να απαιτούν από τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας που κοινοποιούν το ενεργειακό τους μείγμα στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο X3, παράγραφος 6, της οδηγίας [σχεδιασμός της αγοράς]2003/54/ΕΚ ð ή που διαθέτουν ενέργεια ï να περιλαμβάνουν ð στην αγορά προς τους καταναλωτές με ï στοιχειώδες ποσοστό ð αναφορά της κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, να χρησιμοποιούν ïεγγυήσεωνις προέλευσης από νεόδμητες εγκαταστάσεις που παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, εφόσον αυτό συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 54 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(45)Είναι σημαντικό να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη κατανέμεται στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Για να βελτιωθεί η ποιότητα των πληροφοριών για τους καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που παράγεται από νέες εγκαταστάσεις, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν λάβει τα κράτη μέλη ð τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι εκδίδονται εγγυήσεις προέλευσης για όλες τις μονάδες ενέργειας παραγόμενης από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, για να αποφεύγεται η διπλή αντιστάθμιση, δεν θα πρέπει να χορηγούνται εγγυήσεις προέλευσης στους παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας που λαμβάνουν ήδη χρηματοδοτική στήριξη. Ωστόσο, αυτές οι εγγυήσεις προέλευσης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σκοπούς κοινοποίησης, ώστε οι τελικοί καταναλωτές να μπορούν να λαμβάνουν σαφείς, αξιόπιστες και επαρκείς αποδείξεις για την προέλευση των σχετικών μονάδων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, όσον αφορά την ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη, οι εγγυήσεις προέλευσης θα πρέπει να τίθενται σε πλειστηριασμό στην αγορά και τα έσοδα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη μείωση των δημόσιων επιδοτήσεων της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. ï

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 55

ð νέο

(46)Η οδηγία 2004/8/ΕΚ 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προώθηση της συμπαραγωγής ενέργειας βάσει της ζήτησης για χρήσιμη θερμότητα στην εσωτερική αγορά ενέργειας 32 , θεσπίζει εγγυήσεις προέλευσης για την απόδειξη της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. ð Ωστόσο, δεν ορίζεται καμία χρήση για ï Ααυτές οιτις εγγυήσεις προέλευσης δεν μπορούν ð , οπότε θα πρέπει επίσηςï να χρησιμοποιούνται κατά την αποκάλυψη της χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας ð από ï σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ διότι δεν θα ήταν δυνατόν να αποκλειστεί ο κίνδυνος διπλής προσμέτρησης και διπλής κοινοποίησης. 2012/27/EΕ για την ενεργειακή απόδοση θεσπίζει εγγυήσεις προέλευσης για την απόδειξη της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Αυτές οι εγγυήσεις προέλευσης δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται κατά την αποκάλυψη της χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ διότι δεν θα ήταν δυνατόν να αποκλειστεί ο κίνδυνος διπλής προσμέτρησης και διπλής κοινοποίησης ð συμπαραγωγή θερμότητας και ηλεκτρισμού (ΣΠΗΘ) υψηλής απόδοσης ï.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 56 (προσαρμοσμένο)

Οι εγγυήσεις προέλευσης αυτές καθαυτές δεν παρέχουν δικαίωμα για ενίσχυση από τα εθνικά καθεστώτα στήριξης.

ò νέο

(47)Οι εγγυήσεις προέλευσης, που ισχύουν επί του παρόντος για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και τη θέρμανση και ψύξη από ανανεώσιμες πηγές, θα πρέπει να επεκταθούν ώστε να καλύπτουν το αέριο από ανανεώσιμες πηγές. Με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί ενιαίος τρόπος απόδειξης στους τελικούς καταναλωτές της προέλευσης των αερίων από ανανεώσιμες πηγές, όπως το βιομεθάνιο, και θα διευκολυνθεί η αύξηση του διασυνοριακού εμπορίου των αερίων αυτών. Θα καταστεί επίσης δυνατή η δημιουργία εγγυήσεων προέλευσης για άλλα αέρια από ανανεώσιμες πηγές, όπως το υδρογόνο. 

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 57 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(48)Για την ολοκληρωμένη ενδιάμεσηð μεταβλητή ï παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι αναγκαία η στήριξη της ένταξης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο δίκτυο υποδομής μεταφοράς και διανομής και η χρήση συστημάτων ενδιάμεσης αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγέςð , ιδίως όσον αφορά τους κανόνες που διέπουν την κατανομή και την πρόσβαση στο δίκτυο. Η οδηγία [σχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας] θεσπίζει το πλαίσιο για την ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, το πλαίσιο αυτό δεν περιλαμβάνει διατάξεις για την ενσωμάτωση του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο δίκτυο φυσικού αερίου. Επομένως, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν οι εν λόγω διατάξεις στην παρούσα οδηγία. ï

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 58

Η ανάπτυξη έργων ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων των «έργων ανανεώσιμης ενέργειας με ευρωπαϊκό ενδιαφέρον» δυνάμει του προγράμματος «Διευρωπαϊκό δίκτυο Ενέργειας (ΔΕΔ-Ε)», θα πρέπει να επιταχυνθεί. Προς τούτο, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αναλύσει τον τρόπο βελτίωσης της χρηματοδότησης αυτών των έργων. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στα έργα ανανεώσιμης ενέργειας που συμβάλλουν σημαντικά στην αύξηση της ενεργειακής ασφάλειας εφοδιασμού της Κοινότητας και των γειτονικών χωρών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 3 (προσαρμοσμένο)

(49)Οι δυνατότητες για οικονομική αύξηση μέσω της καινοτομίας και μιας βιώσιμης και ανταγωνιστικής ενεργειακής πολιτικής έχουν αναγνωρισθεί. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές εξαρτάται συχνά από τοπικές ή περιφερειακές επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους (ΜΜΕ). Οι ευκαιρίες για ανάπτυξη και απασχόληση τις οποίες προσφέρουν στα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους οι περιφερειακές και τοπικές επενδύσεις για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές είναι σημαντικές. Συνεπώς, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποστηρίξουν μέτρα κρατικής και περιφερειακής ανάπτυξης στους τομείς αυτούς, να ενθαρρύνουν ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανάμεσα σε τοπικές και περιφερειακές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και να προωθήσουν τη χρήση χρηματοδότησης από διαρθρωτικά κονδύλια στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής στο συγκεκριμένο τομέα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 4

(50)Κατά την ενθάρρυνση της ανάπτυξης της αγοράς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, είναι ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη ο θετικός αντίκτυπος όσον αφορά τις δυνατότητες περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης, τις εξαγωγικές προοπτικές, την κοινωνική συνοχή και τις δυνατότητες απασχόλησης, ιδίως για τις ΜΜΕ και τους ανεξάρτητους παραγωγούς ενέργειας.

ò νέο

(51)Η συγκεκριμένη κατάσταση των εξόχως απόκεντρων περιοχών αναγνωρίζεται στο άρθρο 349 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο ενεργειακός τομέας στις εξόχως απόκεντρες περιοχές συχνά χαρακτηρίζεται από απομόνωση, περιορισμένη προσφορά και εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ οι περιοχές αυτές διαθέτουν σημαντικές τοπικές πηγές ανανεώσιμης ενέργειας. Οι εξόχως απόκεντρες περιοχές θα μπορούσαν επομένως να λειτουργήσουν ως παράδειγμα για την εφαρμογή καινοτόμων ενεργειακών τεχνολογιών για την Ένωση. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προωθηθεί η υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ώστε να επιτευχθεί υψηλότερος βαθμός αυτονομίας στις εν λόγω περιοχές, και να αναγνωριστεί η συγκεκριμένη κατάστασή τους όσον αφορά το δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις ανάγκες δημόσιας στήριξης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 6 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(52)Είναι σκόπιμð ο να επιτραπεί η ανάπτυξη ïη η στήριξη των τεχνολογιών αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά τις φάσεις επίδειξης και αρχικής διάθεσης στο εμπόριο ð υπό συνθήκες που δεν εισάγουν διακρίσεις και χωρίς να παρεμποδίζεται η χρηματοδότηση επενδύσεων σε υποδομές ï. Η στροφή προς την αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα, μεταξύ των οποίων αξιοποίηση τοπικών ενεργειακών πόρων, αύξηση της τοπικής ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού, μεταφορά σε μικρότερες αποστάσεις και μείωση των απωλειών ενέργειας κατά τη μεταφορά. Μια τέτοια αποκέντρωση προωθεί επίσης την τοπική ανάπτυξη και τη συνοχή με την παροχή πηγών εισοδήματος και τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε τοπικό επίπεδο.

ò νέο

(53)Με την αυξανόμενη σημασία της αυτοκατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ορισμός των αυτοκαταναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και να καθιερωθεί κανονιστικό πλαίσιο που θα ενισχύσει τη θέση των αυτοκαταναλωτών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παράγουν, να αποθηκεύουν, να καταναλώνουν και να πωλούν ηλεκτρική ενέργεια χωρίς να αντιμετωπίζουν δυσανάλογες επιβαρύνσεις. Η συλλογική αυτοκατανάλωση θα πρέπει να επιτρέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις, ώστε οι πολίτες που ζουν σε διαμερίσματα για παράδειγμα να μπορούν να επωφελούνται από την ενίσχυση της θέσης τους ως καταναλωτές στον ίδιο βαθμό με τα νοικοκυριά σε μονοκατοικίες.

(54)Η συμμετοχή των τοπικών πολιτών σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέσω των κοινοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα σημαντική προστιθέμενη αξία όσον αφορά την τοπική αποδοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την πρόσβαση σε πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια. Μάλιστα, η σπουδαιότητα της τοπικής αυτής συμμετοχής ενισχύεται στο πλαίσιο της αύξησης της δυναμικότητας παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο μέλλον.

(55)Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των τοπικών κοινοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως προς το μέγεθος, την ιδιοκτησιακή δομή και τον αριθμό των έργων μπορεί να παρεμποδίσουν τον ισότιμο ανταγωνισμό με τους μεγάλης κλίμακας παράγοντες, και συγκεκριμένα τους ανταγωνιστές με μεγαλύτερα έργα ή χαρτοφυλάκια. Στα μέτρα για την αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων αυτών περιλαμβάνεται η παροχή στις ενεργειακές κοινότητες της δυνατότητας να δραστηριοποιούνται στο ενεργειακό σύστημα και η διευκόλυνση της ένταξής τους στην αγορά.

(56)Ο τομέας της θέρμανσης και της ψύξης, που αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωσης, θεωρείται τομέας καθοριστικής σημασίας για να επιταχυνθεί η απαλλαγή του ενεργειακού συστήματος από τις ανθρακούχες εκπομπές. Επιπλέον, αποτελεί επίσης στρατηγικό τομέα όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς προβλέπεται ότι, έως το 2030, η θέρμανση και η ψύξη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να αντιπροσωπεύουν το 40 % της κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η έλλειψη εναρμονισμένης στρατηγικής σε επίπεδο Ένωσης, η μη εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους και ο κατακερματισμός των αγορών θέρμανσης και ψύξης οδήγησαν σε σχετικά αργή πρόοδο μέχρι σήμερα στον τομέα αυτό.

(57)Διάφορα κράτη μέλη εφαρμόζουν μέτρα στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης για την επίτευξη του οικείου στόχου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειες έως το 2020. Εντούτοις, λόγω της έλλειψης δεσμευτικών εθνικών στόχων για την περίοδο μετά το 2020, τα υπόλοιπα εθνικά κίνητρα ενδέχεται να μην επαρκούν για να επιτευχθούν οι μακροπρόθεσμοι στόχοι της απαλλαγής από τις ανθρακούχες εκπομπές για το 2030 και το 2050. Με σκοπό την εναρμόνιση με τους εν λόγω στόχους, την ενίσχυση της επενδυτικής ασφάλειας και την προώθηση της ανάπτυξης ενωσιακής αγοράς θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με ταυτόχρονη τήρηση της αρχής της «προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση», είναι σκόπιμο να ενθαρρυνθούν οι προσπάθειες των κρατών μελών, ώστε η παροχή θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να συμβάλει στη σταδιακή αύξηση του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Με δεδομένο τον κατακερματισμένο χαρακτήρα ορισμένων αγορών θέρμανσης και ψύξης, έχει ύψιστη σημασία να διασφαλιστεί ευελιξία όσον αφορά τον σχεδιασμό των συγκεκριμένων προσπαθειών. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η ενδεχόμενη υιοθέτηση της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές δεν θα έχει δυσμενείς περιβαλλοντικές παράπλευρες επιπτώσεις.

(58)Η τηλεθέρμανση και τηλεψύξη αντιπροσωπεύει σήμερα περίπου το 10 % της ζήτησης για θερμότητα σε ολόκληρη την Ένωση, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών. Στη στρατηγική της Επιτροπής για τη θέρμανση και την ψύξη αναγνωρίζεται το δυναμικό απαλλαγής της τηλεθέρμανσης από τις ανθρακούχες εκπομπές μέσω της αύξησης της ενεργειακής απόδοσης και της ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

(59)Στη στρατηγική για την Ενεργειακή Ένωση αναγνωριζόταν επίσης ο ρόλος των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση, καθώς οι πολίτες αναλαμβάνουν την ευθύνη για τη μετάβαση αυτή, επωφελούνται από τις νέες τεχνολογίες για να μειώσουν τους λογαριασμούς τους και συμμετέχουν ενεργά στην αγορά.

(60)Θα πρέπει να τονιστούν οι πιθανές συνέργειες μεταξύ της προσπάθειας αύξησης της υιοθέτησης της θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές και των υφιστάμενων συστημάτων δυνάμει των οδηγιών 2010/31/ΕΕ και 2012/27/ΕΕ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τις υφιστάμενες διοικητικές δομές για να υλοποιήσουν την προσπάθεια αυτή, προκειμένου να μετριαστεί ο διοικητικός φόρτος.

(61)Στον τομέα της τηλεθέρμανσης, είναι επομένως καίριας σημασίας να καταστεί δυνατή η αλλαγή καυσίμου με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να αποτραπούν η περιχαράκωση σε συγκεκριμένες κανονιστικές ρυθμίσεις και τεχνολογίες και ο τεχνολογικός αποκλεισμός, με την ενίσχυση των δικαιωμάτων των παραγωγών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και των τελικών καταναλατών, καθώς και να δοθούν στους τελικούς καταναλωτές τα εργαλεία για να διευκολυνθεί η επιλογή τους μεταξύ των λύσεων που προσφέρουν την υψηλότερη ενεργειακή απόδοση με συνεκτίμηση των μελλοντικών αναγκών θέρμανσης και ψύξης σύμφωνα με τα κριτήρια αναμενόμενης απόδοσης των κτιρίων.

(62)Στη στρατηγική του Ιουλίου 2016 για την κινητικότητα με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές επισημαίνεται ότι τα βασιζόμενα σε εδώδιμα φυτά βιοκαύσιμα συμβάλλουν σε περιορισμένο βαθμό στην απαλλαγή του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές και ότι θα πρέπει να καταργηθούν σταδιακά και να αντικατασταθούν από προηγμένα βιοκαύσιμα. Για την προετοιμασία της μετάβασης σε προηγμένα βιοκαύσιμα και για την ελαχιστοποίηση των συνολικών επιπτώσεων από την έμμεση αλλαγή της χρήσης γης, είναι σκόπιμο να περιοριστούν οι ποσότητες βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από φυτά τα οποία καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές, ποσότητες που μπορεί να προσμετρούνται στην επίτευξη των στόχου που θέτει η παρούσα οδηγία.

(63)Με την οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 33 , η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει χωρίς καθυστέρηση ολοκληρωμένη πρόταση για μια οικονομικώς συμφέρουσα και τεχνολογικά ουδέτερη πολιτική μετά το 2020, ώστε να δημιουργηθεί μακροπρόθεσμη προοπτική για επενδύσεις σε βιώσιμα βιοκαύσιμα με χαμηλό κίνδυνο πρόκλησης έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης και σε άλλα μέσα απαλλαγής του τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές. Η επιβολή στους προμηθευτές καυσίμων της υποχρέωσης ενσωμάτωσης μπορεί να προσφέρει ασφάλεια στους επενδυτές και να ενθαρρύνει τη συνεχή ανάπτυξη εναλλακτικών καυσίμων κίνησης, συμπεριλαμβανομένων των προηγμένων καυσίμων, των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. Κρίνεται σκόπιμο η υποχρέωση των προμηθευτών καυσίμων να τεθεί στο ίδιο επίπεδο σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να διασφαλιστεί συνοχή των προδιαγραφών για τα καύσιμα κίνησης και διαθεσιμότητα των καυσίμων. Καθώς είναι εύκολη η εμπορία καυσίμων κίνησης, οι προμηθευτές καυσίμων στα κράτη μέλη με χαμηλό πλούτο σχετικών πόρων αναμένεται ότι θα μπορούν εύκολα να προμηθευτούν από άλλες χώρες ανανεώσιμα καύσιμα.

(64)Τα προηγμένα βιοκαύσιμα και άλλα βιοκαύσιμα και βιοαέρια που παράγονται από πρώτες ύλες που καταγράφονται στο παράρτημα IX, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές μπορούν να συμβάλουν στη μείωση των ανθρακούχων εκπομπών, στην τόνωση της απαλλαγής του ενωσιακού τομέα των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές με οικονομικά αποδοτικό τρόπο και στη βελτίωση μεταξύ άλλων της ενεργειακής διαφοροποίησης στον τομέα των μεταφορών, με ταυτόχρονη προώθηση της καινοτομίας, της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία της Ένωσης και μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές ενέργειας. Η επιβολή στους προμηθευτές καυσίμων της υποχρέωσης ενσωμάτωσης αναμένεται ότι θα ενθαρρύνει τη συνεχή ανάπτυξη των προηγμένων καυσίμων, συμπεριλαμβανομένων των βιοκαυσίμων, και είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η υποχρέωση ενσωμάτωσης παρέχει επίσης κίνητρα για τη βελτίωση των επιδόσεων των παρεχόμενων καυσίμων για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις επιδόσεις των εν λόγω καυσίμων όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, την τεχνική καινοτομία και την αειφορία.

(65)Η προώθηση των ορυκτών καυσίμων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που παράγονται από ροές ορυκτών αποβλήτων μπορεί επίσης να συμβάλει στους στόχους πολιτικής της ενεργειακής διαφοροποίησης και της απαλλαγής των μεταφορών από τις ανθρακούχες εκπομπές. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να συμπεριληφθούν τα καύσιμα αυτά στην υποχρέωση ενσωμάτωσης για τους προμηθευτές καυσίμων.

(66)Οι πρώτες ύλες με χαμηλές συνέπειες λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης όταν χρησιμοποιούνται για βιοκαύσιμα, θα πρέπει να προωθηθούν διότι συμβάλλουν στην απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές. Ειδικότερα, οι πρώτες ύλες για προηγμένα βιοκαύσιμα, για τα οποία υπάρχει πιο καινοτόμος και λιγότερο ώριμη τεχνολογία και απαιτείται επομένως υψηλότερο επίπεδο στήριξης, θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε παράρτημα της παρούσας οδηγίας. Για να εξασφαλιστεί ότι το παράρτημα αντικατοπτρίζει τις πλέον πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις και ότι, παράλληλα, αποφεύγονται ανεπιθύμητες αρνητικές συνέπειες, θα πρέπει να διενεργηθεί αξιολόγηση μετά την έκδοση της οδηγίας, προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα επέκτασης του παραρτήματος σε νέες πρώτες ύλες.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 94

Δεδομένου ότι τα μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 17 έως 19 έχουν επίσης επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς εναρμονίζοντας τα κριτήρια αειφορίας για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά για τους στόχους της παρούσας οδηγίας και διευκολύνοντας έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 8, τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά τα οποία συμμορφώνονται προς τους εν λόγω όρους, τα μέτρα αυτά βασίζονται στο άρθρο 95 της συνθήκης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 59

Η διασύνδεση μεταξύ χωρών διευκολύνει την ενσωμάτωση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Εκτός από την εξομάλυνση των διακυμάνσεων, η διασύνδεση μπορεί να μειώσει το κόστος εξισορρόπησης, να ενθαρρύνει τον πραγματικό ανταγωνισμό επιφέροντας πτώση των τιμών και να στηρίξει την ανάπτυξη των δικτύων. Επίσης, η από κοινού και βέλτιστη χρήση της δυναμικότητας μεταφοράς θα μπορούσε να συμβάλει στην αποφυγή υπέρμετρης ανάγκης δυναμικότητας νέων υποδομών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 60

Η κατά προτεραιότητα πρόσβαση και η εγγυημένη πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές είναι σημαντικές για την ένταξη των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών στην εσωτερική αγορά ενέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2, και στο πνεύμα του άρθρου 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Οι απαιτήσεις για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου και για την κατανομή ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εθνικού δικτύου και την ασφαλή λειτουργία του. Η κατά προτεραιότητα πρόσβαση στο δίκτυο παρέχει εξασφάλιση προς τους συνδεδεμένους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές ότι θα μπορούν πάντοτε να πωλούν και να μεταφέρουν την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές βάσει κανόνων σύνδεσης, όποτε υπάρχει η πηγή. Στην περίπτωση που η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές είναι εντεταγμένη στην αγορά για άμεση παράδοση, η εξασφαλισμένη πρόσβαση εξασφαλίζει ότι όλη η πωλούμενη ηλεκτρική ενέργεια η οποία λαμβάνει στήριξη διαθέτει πρόσβαση στο δίκτυο, ώστε οι εγκαταστάσεις που είναι συνδεδεμένες με το δίκτυο να μπορούν να χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να στηρίζουν ή να θεσπίζουν υποχρεώσεις αγοράς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σε άλλα συστήματα, καθορίζεται πάγια τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, συνήθως σε συνδυασμό με υποχρέωση αγοράς για το φορέα εκμετάλλευσης του συστήματος. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει ήδη κατά προτεραιότητα πρόσβαση.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 61

Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να διασφαλιστεί πλήρως η μεταφορά και η διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές χωρίς να επηρεάζεται η αξιοπιστία ή η ασφάλεια του διασυνδεδεμένου συστήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να κριθεί σκόπιμο να δοθεί στους εν λόγω παραγωγούς οικονομική αποζημίωση. Ωστόσο, οι στόχοι της παρούσας οδηγίας απαιτούν τη συνεχή αύξηση της μεταφοράς και της διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές χωρίς να θίγεται η αξιοπιστία ή η ασφάλεια του συστήματος δικτύου. Προς τούτο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να επιτρέπουν τη μεγαλύτερη διείσδυση της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των μεταβλητών πηγών και των πηγών που δεν επιδέχονται ακόμη αποθήκευση. Στο βαθμό που απαιτείται από τους στόχους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, η σύνδεση νέων εγκαταστάσεων ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να επιτραπεί το ταχύτερο δυνατόν. Για το σκοπό αυτό, προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες σύνδεσης δικτύου, τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν προτεραιότητα σύνδεσης ή ειδικές δυνατότητες σύνδεσης για τις νέες εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 62 (προσαρμοσμένο)

(67)Το κόστος σύνδεσης των νέων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου από ανανεώσιμες πηγές στα διασυνδεδεμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου θα πρέπει να Ö βασίζεται σε Õ είναι αντικειμενικόά, διαφανέςή και αμερόληπτοα Ö κριτήρια Õ και θα πρέπει να λαμβάνεται δεόντως υπόψη το όφελος το οποίο αποφέρουν στα διασυνδεδεμένα συστήματα ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου οι εγκατεστημένοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι τοπικοί παραγωγοί αερίου από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 63

Οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας που επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις απομακρυσμένες περιφέρειες της Κοινότητας, και ιδιαίτερα τις νησιωτικές και τις αραιοκατοικημένες περιοχές, θα πρέπει να επωφελούνται, όπου είναι εφικτό, από λογικά τέλη σύνδεσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν θα βρεθούν αδικαιολόγητα σε μειονεκτική θέση έναντι των παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι σε κεντρικότερες, περισσότερο εκβιομηχανισμένες και πυκνοκατοικημένες περιοχές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 64

Η οδηγία 2001/77/ΕΚ καθόρισε το πλαίσιο της ένταξης στο διασυνδεδεμένο σύστημα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, διαπιστώθηκαν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών ως προς το βαθμό κατά στον οποίο έχει όντως επιτευχθεί η ένταξη. Για το λόγο αυτό, είναι ανάγκη να ενισχυθεί το πλαίσιο και να επανεξετάζεται η εφαρμογή του κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε εθνικό επίπεδο.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 24 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(68)Για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η βιομάζα ð με σκοπό να συμβάλει στην απαλλαγή της οικονομίας από τις ανθρακούχες εκπομπές μέσω τις χρήσεις της για υλικά και ενέργεια ï, η Κοινότητα Ö Ένωση Õ και τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν τη μεγαλύτερη ð αειφόρο ï εκμετάλλευση των υπαρχόντων αποθεμάτων ð πόρων ï ξυλείας ð και γεωργικών πόρων ï και την ανάπτυξη νέων συστημάτων δασοπονίας ð και γεωργικής παραγωγής ï.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 65 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(69)Η παραγωγή βιοκαυσίμων θα πρέπει να είναι αειφόρος. Τα βιοκαύσιμαð , τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας θα πρέπει πάντα να παράγονται με αειφόρο τρόπο. ï Συνεπώς, θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό τα βιοκαύσιμα, ð τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας, ï τα οποία χρησιμοποιούνται με σκοπό τη συμμόρφωση προς τον υς Ö ενωσιακό Õ στόχους που θέτει η παρούσα οδηγία και τα βιοκαύσιμα τα οποία τυγχάνουν ενίσχυσης από εθνικά καθεστώτα να πληρούν τα κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï .

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 66 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(70)Η Κοινότητα Ö Ένωση Õ θα πρέπει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, μεταξύ άλλων προωθώντας τα κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï για τα βιοκαύσιμα ð , τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται για παραγωγή θέρμανσης ή ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας ïκαι την ανάπτυξη των βιοκαυσίμων της δεύτερης και τρίτης γενεάς στην Κοινότητα και ανά τον κόσμο, για την ενίσχυση της έρευνας στον γεωργικό τομέα καθώς και της απόκτησης σχετικών γνώσεων.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 67

Η εισαγωγή των κριτηρίων αειφορίας για τα βιοκαύσιμα δεν θα επιτύχει το στόχο της εάν οδηγήσουν σε προϊόντα τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια και τα οποία τελικά χρησιμοποιηθούν ως βιορευστά στους τομείς της θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας, αντί να χρησιμοποιηθούν ως βιοκαύσιμα. Για το λόγο αυτό, τα κριτήρια αειφορίας θα πρέπει να εφαρμόζονται επίσης στα βιορευστά γενικά.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 68 (προσαρμοσμένο)

(68)     Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει συνολική οδηγία για τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία θα περιλαμβάνει κριτήρια και διατάξεις για τη διασφάλιση της αειφόρου παροχής και χρήσης της βιοενέργειας. Τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας θα πρέπει να αποτελούν συνεκτικό μέρος ενός ευρύτερου καθεστώτος που καλύπτει όλα τα βιορευστά και όχι μόνο τα βιοκαύσιμα. Τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας θα πρέπει συνεπώς να περιληφθούν στην παρούσα οδηγία. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση μεταξύ ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής και για να αποφευχθεί το επιπλέον κόστος για τις επιχειρήσεις και οι αντιφάσεις στα περιβαλλοντικά πρότυπα ως αποτέλεσμα μιας μη συνεκτικής προσέγγισης, είναι σημαντικό να προβλέπονται τα ίδια κριτήρια αειφορίας για τη χρήση των βιοκαυσίμων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας αφενός και για τους σκοπούς της οδηγίας 98/70/ΕΚ αφετέρου. Για τους ίδιους λόγους, θα πρέπει να αποφευχθεί η διπλή υποβολή εκθέσεων. Εκτός αυτού, η Επιτροπή και οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους στο πλαίσιο μιας επιτροπής ειδικά αρμόδιας για ζητήματα αειφορίας. Η Επιτροπή θα πρέπει επιπλέον να επανεξετάσει κατά το 2009 εάν πρέπει, και με ποιους τρόπους, να συμπεριληφθούν και άλλες εφαρμογές βιομάζας.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 69 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(71)Η αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση ð παραγωγή γεωργικών πρώτων υλών ï για βιοκαύσιμα, και βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï, καθώς και τα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία για τη χρήση τους, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την ενθάρρυνση της καταστροφής εδαφών με βιοποικιλότητα. Οι εν λόγω εξαντλήσιμοι πόροι, των οποίων η αξία για την ανθρωπότητα αναγνωρίστηκε σε διάφορα διεθνή κείμενα, θα πρέπει να διαφυλαχθούν. Επιπλέον, οι καταναλωτές της Κοινότητας θα θεωρούσαν ηθικά απαράδεκτο ότι η αυξημένη εκ μέρους τους χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την καταστροφή εδαφών με βιοποικιλότητα. Για τους λόγους αυτούς, εΕίναι Ö επομένως Õ αναγκαίο να προβλεφθούν κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï μπορούν να επωφεληθούνούνται από την παροχή κινήτρων, μόνον εφόσον Ö υπάρχει Õ υπάρξει εγγύηση ότι ð οι γεωργικές πρώτες ύλες ï δεν προέρχονται από περιοχές με βιοποικιλότητα ή, στην περίπτωση περιοχών που χαρακτηρίζονται για την προστασία της φύσης ή για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, εφόσον η παραγωγή ð των γεωργικών ï πρώτων υλών δεν παρεμποδίζει τους σκοπούς αυτούς, μέσω της παροχής νομικής απόδειξης από τη σχετική αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας που έχουν επιλεγεί, ως δάσος Ö Τα δάση θα πρέπει να θεωρούνται ως δάση Õ με βιοποικιλότητα Ö σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας, Õ Ö όταν είναι Õ νοείται το πρωτογενέςή δάσοςη [κατά τον ορισμό που χρησιμοποιεί ο Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) στην Αξιολόγηση των Παγκόσμιων Δασικών Πόρων του, την οποία οι χώρες ανά τον κόσμο χρησιμοποιούν για να αναφέρουν την έκταση των πρωτογενών δασών] ή το δάσος που προστατεύεται Ö όταν προστατεύονται Õ από την εθνική νομοθεσία για την προστασία της φύσης. Ö Δάση με βιοποικιλότητα θα πρέπει να θεωρούνται Õ Περιλαμβάνονται οι περιοχές όπου συγκομίζονται δασικά προϊόντα πλην του ξύλου, εφόσον οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας είναι περιορισμένες. Άλλοι τύποι δασών, όπως ορίζονται από τον FAO, όπως τα τροποποιημένα φυσικά δάση, τα ημιφυσικά δάση και οι φυτείες, δεν θα πρέπει να θεωρούνται πρωτογενή δάση. Επιπροσθέτως, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη βιοποικιλότητα ορισμένων λειμώνων, τόσο των εύκρατων όσο και των τροπικών κλιμάτων, συμπεριλαμβανομένων της σαβάνας, των στεπών, των θαμνωδών περιοχών και των βοσκοτόπων υψηλής βιοποικιλότητας, κρίνεται επίσης σκόπιμο τα βιοκαύσιμαð , τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας ï που παράγονται από ð γεωργικές ï πρώτες ύλες προερχόμενες από τα εν λόγω εδάφη να μην έχουν δικαίωμα στα κίνητρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία. Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει ενδεδειγμένα κριτήρια και γεωγραφική εμβέλεια για να ορίσει αυτούς τους μεγάλης βιοποικιλότητας λειμώνες σύμφωνα με τα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία και συναφή διεθνή πρότυπα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 70

Εάν μετατραπεί η χρήση εδαφών με υψηλά αποθέματα άνθρακα στο έδαφος ή στη βλάστησή τους με σκοπό την καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα ή βιορευστά, μέρος του αποθηκευμένου άνθρακα γενικά θα απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα τη δημιουργία διοξειδίου του άνθρακα. Η μετατροπή χρήσης έχει ως αρνητικό αντίκτυπο τις επιπτώσεις των αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που εξουδετερώνει τον θετικό αντίκτυπο των αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων ή των βιορευστών, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με μεγάλη διαφορά. Επομένως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις αυτής της μετατροπής χρήσης όσον αφορά τον άνθρακα, κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στη χρήση ορισμένων βιοκαυσίμων και βιορευστών. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις, όσον αφορά τον άνθρακα, από τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 71

Για τον υπολογισμό των επιπτώσεων της μετατροπής των γαιών σε επίπεδο αερίων θερμοκηπίου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τρέχουσες τιμές για τα αποθέματα άνθρακα που συνδέονται με τις χρήσεις γης αναφοράς και τις χρήσεις γης μετά τη μετατροπή. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν πρότυπες τιμές. Το έργο της διακυβερνητικής ομάδας μελετών των αλλαγών του κλίματος είναι κατάλληλη βάση για τέτοιες πρότυπες τιμές. Το έργο αυτό δεν είναι αυτή τη στιγμή διατυπωμένο σε μορφή που να είναι άμεσα χρησιμοποιήσιμη από τους οικονομικούς φορείς. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για το έργο αυτό που θα χρησιμεύσουν ως βάση για τον υπολογισμό των τροποποιήσεων στα αποθέματα άνθρακα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, επίσης όσον αφορά τις δασώδεις εκτάσεις με συγκόμωση μεταξύ 10 % έως 30 %, τις σαβάνες, τις θαμνώδεις περιοχές και τους βοσκοτόπους.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 72

Η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει μεθόδους για την εκτίμηση των επιπτώσεων της αποξήρανσης των τυρφώνων στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 73 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(72)Δεν θα πρέπει να αλλάξουν χρήση με σκοπό την παραγωγή ð γεωργικών πρώτων υλών για ï βιοκαυσίμωνύσιμα, ð , βιορευστά και καύσιμα βιομάζας ï  τα εδάφη των οποίων η μετατροπή θα οδηγούσε σε απώλεια του αποθέματος άνθρακα, η οποία δεν θα μπορούσε, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα της αντιμετώπισης της αλλαγής του κλίματος, να αντισταθμιστεί από τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στην παραγωγή ð και τη χρήση ï βιοκαυσίμων,  ή βιορευστών ð και καυσίμων βιομάζας ï. Αυτό θα απέτρεπε άσκοπες και επαχθείς έρευνες στους οικονομικούς φορείς και τη μετατροπή εδαφών με υψηλό απόθεμα άνθρακα που εκ των υστέρων θα αποδεικνύονταν μη επιλέξιμα για παραγωγή ð γεωργικών ï πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, και βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï. Η απογραφή των παγκόσμιων αποθεμάτων άνθρακα δείχνει ότι οι υγροβιότοποι και οι περιοχές που υπόκεινται σε συνεχή αναδάσωση με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εν λόγω κατηγορία. Οι περιοχές που υπόκεινται σε συνεχή αναδάσωση με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην εν λόγω κατηγορία, εκτός αν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι το απόθεμά τους σε άνθρακα είναι τόσο χαμηλό ώστε να δικαιολογεί τη μετατροπή τους σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίζει η παρούσα οδηγία. Η αναφορά των υγροβιοτόπων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ορισμό που περιέχεται στη σύμβαση για τους υγροβιότοπους διεθνούς σημασίας ιδίως για τα ενδιαιτήματα των νηκτικών πτηνών, που υπογράφηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1971 στο Ραμσάρ.

ò νέο

(73)Οι γεωργικές πρώτες ύλες για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας δεν θα πρέπει να παράγονται σε τυρφώνες, διότι η καλλιέργεια πρώτων υλών σε τυρφώνες θα προκαλούσε σημαντική απώλεια αποθεμάτων άνθρακα σε περίπτωση περαιτέρω αποστράγγισης του εδάφους προς τον σκοπό αυτό και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί εύκολα ότι δεν πραγματοποιήθηκε η αποστράγγιση.

(74)Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι γεωργοί της Ένωσης οφείλουν να συμμορφώνονται με ένα ολοκληρωμένο σύνολο περιβαλλοντικών απαιτήσεων για να λαμβάνουν άμεση στήριξη. Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές μπορεί να επαληθευτεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής. Η συμπεριλήψη των απαιτήσεων αυτών στο σύστημα αειφορίας δεν ενδείκνυται, καθώς τα κριτήρια αειφορίας για τη βιοενέργεια θα πρέπει να καθορίζουν αντικειμενικούς κανόνες γενικής εφαρμογής. Η επαλήθευση της συμμόρφωσης βάσει της παρούσας οδηγίας θα προκαλούσε επίσης τον κίνδυνο δημιουργίας περιττού διοικητικού φόρτου.

(75)Είναι σκόπιμο να καθιερωθούν κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε επίπεδο Ένωσης για τα καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης και ψύξης, προκειμένου να εξακολουθήσει να διασφαλίζεται η σημαντική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα εναλλακτικά ορυκτά καύσιμα, να αποφευχθούν ακούσιες επιπτώσεις στην αειφορία και να προωθηθεί η εσωτερική αγορά.

(76)Για να διασφαλιστεί ότι, παρά την αυξανόμενη ζήτηση για δασική βιομάζα, η συγκομιδή εκτελείται με αειφόρο τρόπο σε δάση των οποίων εξασφαλίζεται η αναγέννηση, ότι δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ρητά ζώνες ειδικής προστασίας της βιοποικιλότητας, των τοπίων και συγκεκριμένων φυσικών στοιχείων, ότι οι πόροι βιοποικιλότητας διατηρούνται και τα αποθέματα άνθρακα παρακολουθούνται, οι ξυλώδεις πρώτες ύλες θα πρέπει να προέρχονται μόνο από δάση τα οποία υλοτομούνται σύμφωνα με τις αρχές της αειφόρου διαχείρισης των δασών που αναπτύσσονται βάσει διεθνών διαδικασιών περί δασών, όπως η Forest Europe, και εφαρμόζονται μέσω εθνικών νόμων ή των βέλτιστων πρακτικών διαχείρισης σε επίπεδο δασικής εκμετάλλευσης. Οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος χρήσης μη αειφόρου δασικής βιομάζας για την παραγωγή βιοενέργειας. Προς τον σκοπό αυτό, οι φορείς εκμετάλλευσης θα πρέπει να εφαρμόσουν μια προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας. Εν προκειμένω, είναι σκόπιμο η Επιτροπή να καταρτίσει επιχειρησιακές οδηγίες για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με την προσέγγιση βάσει επικινδυνότητας, μετά τη διαβούλευση με την επιτροπή για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και τη μόνιμη δασική επιτροπή που έχει συσταθεί με την απόφαση 89/367/ΕΟΚ του Συμβουλίου 34 .

(77)Για να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος, τα ενωσιακά κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στην ηλεκτρική ενέργεια και τη θέρμανση από καύσιμα βιομάζας που παράγονται σε εγκαταστάσεις με δυναμικότητα καυσίμου τουλάχιστον 20 MW.

(78)Τα καύσιμα βιομάζας θα πρέπει να μετατρέπονται σε ηλεκτρική ενέργεια και θερμότητα με αποδοτικό τρόπο, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η ενεργειακή ασφάλεια και η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, καθώς και για να περιοριστούν οι εκπομπές ατμοσφαιρικών ρύπων και να ελαχιστοποιηθεί η πίεση στους περιορισμένους πόρους βιομάζας. Για τον λόγο αυτό, η δημόσια στήριξη των εγκαταστάσεων με δυναμικότητα καυσίμου τουλάχιστον 20 MW θα πρέπει, εφόσον είναι αναγκαία, να παρέχεται μόνο σε υψηλής απόδοσης εγκαταστάσεις συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 34) της οδηγίας 2012/27/ΕΕ. Τα υφιστάμενα καθεστώτα στήριξης για την ηλεκτρική ενέργεια από βιομάζα θα πρέπει ωστόσο να επιτρέπονται για όλες τις εγκαταστάσεις βιομάζας μέχρι την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης τους. Επιπλέον, η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από βιομάζα σε νέες εγκαταστάσεις με δυναμικότητα καυσίμου τουλάχιστον 20 MW θα πρέπει να προσμετράται στους στόχους και τις υποχρεώσεις σχετικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μόνο στην περίπτωση των υψηλής απόδοσης εγκαταστάσεων συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας. Σύμφωνα με τους κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, θα πρέπει ωστόσο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να χορηγούν δημόσια στήριξη σε εγκαταστάσεις για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και να προσμετρούν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν στους στόχους και τις υποχρεώσεις σχετικά με την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, ώστε να αποφευχθεί η αύξηση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα με μεγαλύτερες κλιματικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε περίπτωση που, αφού εξαντλήσουν όλες τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες εγκατάστασης υψηλής απόδοσης εγκαταστάσεων συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας από βιομάζα, τα κράτη μέλη βρεθούν αντιμέτωπα με ουσιαστικό κίνδυνο για την ασφάλεια του εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια.

(79)Το ελάχιστο όριο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε νέες εγκαταστάσεις θα πρέπει να αυξηθεί, για να βελτιωθεί το συνολικό ισοζύγιο αερίων θερμοκηπίου, καθώς και για να αποθαρρυνθούν περαιτέρω επενδύσεις σε εγκαταστάσεις με χαμηλές επιδόσεις στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Με την αύξηση αυτή διασφαλίζονται οι επενδύσεις σε δυναμικότητα παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών.

(80)Με βάση την πείρα που έχει αποκτηθεί από την πρακτική εφαρμογή των ενωσιακών κριτηρίων αειφορίας, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί ο ρόλος των εθελοντικών διεθνών και εθνικών συστημάτων πιστοποίησης για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας με εναρμονισμένο τρόπο.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 74

Τα κίνητρα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα ενθαρρύνουν τη μεγαλύτερη παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών παγκοσμίως. Όταν τα βιοκαύσιμα και βιορευστά προέρχονται από πρώτες ύλες που παράγονται εντός της Κοινότητας, θα πρέπει να συμμορφώνονται και προς τις κοινοτικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τη γεωργία, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων για την προστασία της ποιότητας των υπόγειων και των επιφανειακών υδάτων, και προς τις κοινωνικές απαιτήσεις. Ωστόσο, υπάρχει ανησυχία ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών σε ορισμένες τρίτες χώρες ενδέχεται να μην τηρεί στοιχειώδεις περιβαλλοντικές ή κοινωνικές απαιτήσεις. Επομένως, είναι σκόπιμο να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη πολυμερών και διμερών συμφωνιών και εθελοντικών διεθνών ή εθνικών συστημάτων που να καλύπτουν τα βασικά περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα, ώστε να προάγεται η αειφόρος παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών παγκοσμίως. Ελλείψει συμφωνιών ή συστημάτων αυτού του είδους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να υποβάλουν έκθεση για τα εν λόγω ζητήματα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 75

Οι απαιτήσεις σχετικά με ένα καθεστώς αειφορίας για τις ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας, εκτός από την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών, θα πρέπει να αναλυθούν από την Επιτροπή κατά το 2009, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιείται η διαχείριση των πόρων βιομάζας με γνώμονα την αειφορία.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 76

Τα κριτήρια αειφορίας θα είναι αποτελεσματικά μόνο εάν οδηγούν σε αλλαγές στη συμπεριφορά των παραγόντων της αγοράς. Οι παράγοντες της αγοράς θα αλλάξουν τη συμπεριφορά τους μόνο εάν τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά που πληρούν τα κριτήρια πριμοδοτηθούν ως προς την τιμή σε σύγκριση με όσα δεν πληρούν τα κριτήρια. Σύμφωνα με τη μέθοδο ισοζυγίου μάζας για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης, υπάρχει φυσικός δεσμός μεταξύ της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών που πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και της κατανάλωσης βιοκαυσίμων και βιορευστών στην Κοινότητα, ο οποίος δημιουργεί τη δέουσα ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και διασφαλίζει την πριμοδότηση τιμής η οποία είναι υψηλότερη από ό, τι σε συστήματα όπου δεν υπάρχει τέτοιος δεσμός. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που πληρούν τα κριτήρια αειφορίας θα μπορούν να πωληθούν σε υψηλότερη τιμή, για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης θα πρέπει να χρησιμοποιείται το σύστημα του ισοζυγίου μάζας. Αυτό θα πρέπει να διαφυλάσσει την ακεραιότητα του συστήματος αποφεύγοντας παράλληλα την επιβολή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης στη βιομηχανία. Ωστόσο, θα πρέπει να μελετηθούν και άλλες μέθοδοι εξακρίβωσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 77

Όπου χρειάζεται, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την αξιολόγηση οικοσυστημάτων της χιλιετηρίδας που περιέχει χρήσιμα στοιχεία για τη διατήρηση τουλάχιστον των τομέων αυτών που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις, όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 78

Είναι σκόπιμο να παρακολουθούνται οι επιπτώσεις της καλλιέργειας βιομάζας, μεταξύ άλλων, μέσω αλλαγών της χρήσης της γης, συμπεριλαμβανομένων της μετατόπισης, της εισαγωγής χωροκατακτητικών ξένων ειδών και άλλων επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, όσο και οι επιπτώσεις στην παραγωγή τροφίμων και την τοπική ευημερία. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει όλες τις πηγές πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένου του παγκόσμιου χάρτη της πείνας του FAO. Τα βιοκαύσιμα θα πρέπει να προωθούνται με τρόπο που θα ενθαρρύνει την αυξημένη παραγωγικότητα της γεωργίας και τη χρήση υποβαθμισμένων γαιών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 79 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(81)Είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ να ενθαρρύνει τη σύναψη πολυμερών και διμερών συμφωνιών, καθώς και την καθιέρωση εθελοντικών διεθνών ή εθνικών συστημάτων θέσπισης προτύπων για την παραγωγή αειφόρων βιοκαυσίμων, και βιορευστών ð και καυσίμων βιομάζας ï και πιστοποίησης ότι η παραγωγή των βιοκαυσίμων, και βιορευστών ð και καυσίμων βιομάζας ï τηρεί τα εν λόγω πρότυπα. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να αποφασιστεί Ö ότι τα Õ οι εν λόγω συμφωνίες ή συστήματα να παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες και στοιχεία, Ö εφόσον Õ υπό τον όρο ότιτηρούν τα κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου. ð Για να διασφαλιστεί ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου επαληθεύεται κατά τρόπο αξιόπιστο και εναρμονισμένο και, ιδίως, για την πρόληψη της απάτης, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να καθορίσει λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων προτύπων αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου για εφαρμογή από τα εθελοντικά συστήματα. ï

ò νέο

(82)Τα εθελοντικά συστήματα διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο στην απόδειξη της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των καυσίμων βιομάζας. Είναι επομένως σκόπιμο η Επιτροπή να απαιτεί, στο πλαίσιο των εθελοντικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων ήδη έχουν αναγνωριστεί από την Επιτροπή, τακτική υποβολή εκθέσεων σχετικά με τη δραστηριότητά τους. Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να δημοσιοποιούνται για την αύξηση της διαφάνειας και τη βελτίωση της εποπτείας από την Επιτροπή. Επιπλέον, οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να υποβάλει έκθεση για τη λειτουργία των εθελοντικών συστημάτων, με σκοπό τον προσδιορισμό βέλτιστων πρακτικών και την υποβολή, εφόσον ενδείκνυται, πρότασης για την προώθηση τέτοιων βέλτιστων πρακτικών.

(83)Για να διευκολυνθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, θα πρέπει να γίνονται δεκτά σε όλα τα κράτη μέλη τα αποδεικτικά στοιχεία για τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σχετικά με τη βιομάζα για ενέργεια τα οποία συγκεντρώνονται σύμφωνα με σύστημα αναγνωρισμένο από την Επιτροπή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμβάλουν στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των αρχών πιστοποίησης των εθελοντικών συστημάτων, εποπτεύοντας τη λειτουργία των οργανισμών πιστοποίησης που είναι διαπιστευμένοι από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης και ενημερώνοντας τα εθελοντικά συστήματα για τυχόν σχετικές παρατηρήσεις.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 80

Είναι ανάγκη να θεσπιστούν σαφείς κανόνες για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα βιοκαύσιμα και βιορευστά, καθώς και από τα αντικαθιστάμενα ορυκτά καύσιμα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 81

Τα παραπροϊόντα από την παραγωγή και χρήση καυσίμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η μέθοδος υποκατάστασης θεωρείται κατάλληλη για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, αλλά όχι για κανονιστικούς σκοπούς που αφορούν τους μεμονωμένους οικονομικούς φορείς και τις μεμονωμένες αποστολές καυσίμων για μεταφορές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέθοδος που θεωρείται η πλέον κατάλληλη είναι η μέθοδος της κατανομής ενέργειας διότι εφαρμόζεται εύκολα, είναι προβλέψιμη σε βάθος χρόνου, ελαχιστοποιεί τα αντιπαραγωγικά κίνητρα και παράγει αποτελέσματα τα οποία γενικά είναι συγκρίσιμα με εκείνα που παράγει η μέθοδος υποκατάστασης. Για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης, στις εκθέσεις της, να παρουσιάζει αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο υποκατάστασης.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 82 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(84)Προκειμένου να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση θα πρέπει να θεσπιστεί κατάλογος προκαθορισμένων τιμών για τις κοινές οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων ð , βιορευστών και καυσίμων βιομάζας ï, ο οποίος θα πρέπει να επικαιροποιείται και να επεκτείνεται όταν υπάρχουν περαιτέρω αξιόπιστα δεδομένα. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν πάντοτε το επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα , και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï που θεσπίζεται στον εν λόγω κατάλογο. Σε περίπτωση που η προκαθορισμένη τιμή μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από μια οδό παραγωγής είναι χαμηλότερη από το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, οι παραγωγοί που επιθυμούν να αποδείξουν τη συμμόρφωσή τους προς το συγκεκριμένο ελάχιστο επίπεδο θα πρέπει να υποχρεούνται να καταδείξουν ότι το επίπεδο των πραγματικών εκπομπών που προέρχονται από τη διαδικασία παραγωγής τους είναι κατώτερο από το επίπεδο της παραδοχής για τον υπολογισμό των προκαθορισμένων τιμών.

ò νέο

(85)Είναι ανάγκη να θεσπιστούν σαφείς κανόνες για τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα βιοκαύσιμα, τα βιορευστά και τα καύσιμα βιομάζας, καθώς και από τα συγκριτικά τους ορυκτά καύσιμα.

(86)Σύμφωνα με τις τρέχουσες τεχνικές και επιστημονικές γνώσεις, στη μεθοδολογία λογιστικής απεικόνισης των αερίων θερμοκηπίου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μετατροπή των στερεών και αέριων καυσίμων βιομάζας σε τελική ενέργεια, ώστε να υπάρχει συνοχή με τον υπολογισμό της ανανεώσιμης ενέργειας για τους σκοπούς της προσμέτρησης στον ενωσιακό στόχο που θέτει η παρούσα οδηγία. Ο καταλογισμός εκπομπών σε παραπροϊόντα, σε αντιδιαστολή με τα απόβλητα και τα κατάλοιπα, θα πρέπει επίσης να επανεξετάζεται όταν η ηλεκτρική ενέργεια και/ή η θερμότητα και η ψύξη παράγονται σε σταθμούς συμπαραγωγής και πολλαπλής παραγωγής.

(87)Προκειμένου να διασφαλιστούν η συνοχή και η συγκρισιμότητα της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα καύσιμα βιομάζας για την παραγωγή θερμότητας και ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας στα διάφορα κράτη μέλη, είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί ένα συγκριτικό ορυκτό καύσιμο με βάση τις μέσες ενωσιακές εκπομπές στους τομείς της θέρμανσης και της ηλεκτρικής ενέργειας.

(88)Εάν μετατραπεί η χρήση εδαφών με υψηλά αποθέματα άνθρακα στο έδαφος ή στη βλάστησή τους με σκοπό την καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας, μέρος του αποθηκευμένου άνθρακα γενικά θα απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα τη δημιουργία διοξειδίου του άνθρακα. Η μετατροπή χρήσης έχει ως αρνητικό αντίκτυπο τις επιπτώσεις των αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που εξουδετερώνει τον θετικό αντίκτυπο των αερίων θερμοκηπίου των βιοκαυσίμων, των βιορευστών ή των καυσίμων βιομάζας, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με μεγάλη διαφορά. Επομένως, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις αυτής της μετατροπής χρήσης όσον αφορά τον άνθρακα, κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου χάρη στη χρήση ορισμένων βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατά τον υπολογισμό της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου λαμβάνονται υπόψη οι συνολικές επιπτώσεις, όσον αφορά τον άνθρακα, από τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας.

(89)Για τον υπολογισμό των επιπτώσεων της μετατροπής των γαιών σε επίπεδο αερίων του θερμοκηπίου, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τρέχουσες τιμές για τα αποθέματα άνθρακα που συνδέονται με τις χρήσεις γης αναφοράς και τις χρήσεις γης μετά τη μετατροπή. Θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τυποποιημένες τιμές. Η μεθοδολογία της διακυβερνητικής ομάδας μελετών των αλλαγών του κλίματος είναι κατάλληλη βάση για τέτοιες τυποποιημένες τιμές. Το έργο αυτό δεν είναι αυτή τη στιγμή διατυπωμένο σε μορφή που να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί άμεσα από τους οικονομικούς φορείς. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα πρέπει να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές, της 10ης Ιουνίου 2010, για τον υπολογισμό των εδαφικών αποθεμάτων άνθρακα για τους σκοπούς του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη συνοχή με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 .

(90)Τα παραπροϊόντα από την παραγωγή και χρήση καυσίμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Η μέθοδος υποκατάστασης θεωρείται κατάλληλη για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, αλλά όχι για κανονιστικούς σκοπούς που αφορούν τους μεμονωμένους οικονομικούς φορείς και τις μεμονωμένες αποστολές καυσίμων για μεταφορές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέθοδος που θεωρείται η πλέον κατάλληλη είναι η μέθοδος της κατανομής ενέργειας διότι εφαρμόζεται εύκολα, είναι προβλέψιμη σε βάθος χρόνου, ελαχιστοποιεί τα αντιπαραγωγικά κίνητρα και παράγει αποτελέσματα τα οποία γενικά είναι συγκρίσιμα με εκείνα που παράγει η μέθοδος υποκατάστασης. Για τους σκοπούς της ανάλυσης πολιτικής, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης, στις εκθέσεις της, να παρουσιάζει αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της υποκατάστασης.

(91)Τα παραπροϊόντα διαφέρουν από τα κατάλοιπα και τα γεωργικά κατάλοιπα, καθώς αποτελούν τον πρωταρχικό σκοπό της διεργασίας παραγωγής. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να αποσαφηνιστεί ότι τα κατάλοιπα γεωργικής καλλιέργειας είναι κατάλοιπα και όχι παραπροϊόντα. Αυτό δεν έχει επιπτώσεις στην υφιστάμενη μεθοδολογία αλλά αποσαφηνίζει τις ισχύουσες διατάξεις.

(92)Η καθιερωμένη μέθοδος χρήσης της κατανομής ενέργειας ως κανόνα για τον επιμερισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μεταξύ των παραπροϊόντων λειτούργησε καλά και θα πρέπει να συνεχιστεί. Είναι σκόπιμο να ευθυγραμμιστεί η μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προέρχονται από τη χρήση της συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρισμού (ΣΠΗΘ), όταν η ΣΠΗΘ χρησιμοποιείται για την επεξεργασία βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται στη ΣΠΗΘ για τελική χρήση.

(93)Η μεθοδολογία λαμβάνει υπόψη τις μειωμένες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που προκύπτουν από τη χρήση ΣΠΗΘ, σε σύγκριση με τη χρήση σταθμών αμιγούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, με συνεκτίμηση της ωφελιμότητας της θερμότητας σε σύγκριση με την ηλεκτρική ενέργεια και της ωφελιμότητας της θερμότητας σε διάφορες θερμοκρασίες. Συνάγεται ότι στις υψηλότερες θερμοκρασίες θα πρέπει να αντιστοιχεί μεγαλύτερο μερίδιο των συνολικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, απ’ ό,τι στη θερμότητα σε χαμηλή θερμοκρασία, όταν η θερμότητα συμπαράγεται με ηλεκτρική ενέργεια. Η μεθοδολογία αυτή λαμβάνει υπόψη ολόκληρη τη οδό παραγωγής μέχρι την τελική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης της μετατροπής σε θερμότητα ή ηλεκτρική ενέργεια.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 84

Προκειμένου να μην ενθαρρυνθεί η καλλιέργεια πρώτων υλών για βιοκαύσιμα και βιορευστά σε εδάφη όπου αυτό θα οδηγούσε σε υψηλές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, η χρήση των προκαθορισμένων τιμών για την καλλιέργεια θα πρέπει να περιορίζεται σε περιοχές όπου αυτή η επίπτωση μπορεί να αποκλειστεί μετά βεβαιότητας. Ωστόσο, για να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση, είναι σκόπιμο να καθορίσουν τα κράτη μέλη εθνικούς ή περιφερειακούς μέσους όρους εκπομπών από την καλλιέργεια, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης λιπασμάτων.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 83 (προσαρμοσμένο)

(94)Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτών των προκαθορισμένων τιμών είναι σκόπιμο να λαμβάνονται από ανεξάρτητες επιστημονικές πηγές και, ανάλογα με την περίπτωση, να επικαιροποιούνται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών των πηγών αυτών. Η Επιτροπή θα πρέπει να παροτρύνει τις πηγές αυτές να εξετάζουν, κατά τις επικαιροποιητικές τους εργασίες, τις εκπομπές από την καλλιέργεια, τον αντίκτυπο των περιφερειακών και των κλιματικών συνθηκών, τον αντίκτυπο της καλλιέργειας με αειφόρους γεωργικές μεθόδους και μεθόδους βιολογικής γεωργίας και τις επιστημονικές συμβολές των παραγωγών στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ και στις τρίτες χώρες και στην κοινωνία των πολιτών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 85 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(95)Η παγκόσμια ζήτηση γεωργικών πρώτων υλών αυξάνεται συνεχώς. Η αυξανόμενη αυτή ζήτηση θα αντιμετωπιστεί εν μέρει με την αύξηση των εδαφών που χρησιμοποιούνται για τη γεωργία. Η αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί σοβαρά ή μολυνθεί έντονα και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως έχουν για γεωργική παραγωγή, θα συμβάλει στην αύξηση των εδαφών που είναι διαθέσιμα για την καλλιέργεια. Επειδή η προαγωγή των βιοκαυσίμων, και των βιορευστών ð και των καυσίμων βιομάζας ï θα συμβάλει στην αύξηση της ζήτησης γεωργικών πρώτων υλών, το σύστημα αειφορίας θα πρέπει να προάγει την αποκατάσταση των εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί. Ακόμη και αν τα βιοκαύσιμα παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από ήδη καλλιεργούμενες εκτάσεις, η καθαρή αύξηση της ζήτησης καλλιεργειών η οποία οφείλεται στην προώθηση των βιοκαυσίμων ενδέχεται να οδηγήσει σε καθαρή αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε εκτάσεις με υψηλό απόθεμα άνθρακα, οπότε θα μπορούσε να επιφέρει απώλεια αποθεμάτων άνθρακα. Για να μετριαστεί ο κίνδυνος αυτός, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν συνοδευτικά μέτρα προκειμένου να ενθαρρυνθεί μεγαλύτερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας σε εκτάσεις που χρησιμοποιούνται ήδη για καλλιέργειες, η χρήση υποβαθμισμένων εκτάσεων και η θέσπιση απαιτήσεων αειφορίας, ανάλογων με εκείνες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία για την κατανάλωση βιοκαυσίμων στην Κοινότητα, σε άλλες χώρες κατανάλωσης βιοκαυσίμων. H Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται σε έμμεσες αλλαγές στη χρήση γης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή θα πρέπει να αναλύσει, βασιζόμενη στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, τη συμπερίληψη συντελεστή για την έμμεση αλλαγή στη χρήση γης στον υπολογισμό των αερίων θερμοκηπίου και την ανάγκη δημιουργίας κινήτρων για τα βιώσιμα βιοκαύσιμα που μειώνουν τις συνέπειες στις αλλαγές στη χρήση γης και βελτιώνουν την αειφορία των βιοκαυσίμων με σεβασμό των άμεσων αλλαγών στη χρήση γης. Με την ανάπτυξη της μεθοδολογίας αυτής η Επιτροπή θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίσει τις ενδεχόμενες συνέπειες των έμμεσων αλλαγών στη χρήση γης από τα βιοκαύσιμα που παράγονται από μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και από λιγνοκυτταρινούχες ύλες.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 86

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη κατάλληλου μεριδίου των βιοκαυσίμων στην αγορά, χρειάζεται να διασφαλιστεί η διάθεση, στην αγορά, πετρελαίου ντίζελ με υψηλότερη περιεκτικότητα σε βιολογικό πετρέλαιο από την προβλεπόμενη στο πρότυπο EN590/2004.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 87

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα βιοκαύσιμα, για την παραγωγή των οποίων χρησιμοποιήθηκε ποικίλο εύρος πρώτων υλών, καθίστανται εμπορικώς βιώσιμα, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερο βάρος σε αυτά στο πλαίσιο των εθνικών υποχρεώσεων περί ανανεώσιμων πηγών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 88

Είναι αναγκαία η τακτική υποβολή εκθέσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεχής επικέντρωση στην πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο. Είναι σκόπιμο να απαιτείται η χρήση εναρμονισμένου προτύπου για τα εθνικά σχέδια δράσης για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που θα πρέπει να υποβάλλουν τα κράτη μέλη. Τα σχέδια αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν εκτίμηση του κόστους και των πλεονεκτημάτων των προβλεπόμενων μέτρων, τα μέτρα που σχετίζονται με την αναγκαία επέκταση ή ενίσχυση της υπάρχουσας υποδομής δικτύου, εκτίμηση του κόστους και των ωφελημάτων για την ανάπτυξη ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές οι οποίες υπερβαίνουν το απαιτούμενο επίπεδο της ενδεικτικής πορείας, πληροφορίες για τα εθνικά καθεστώτα στήριξης και πληροφορίες σχετικά με τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε καινούργια ή ανακαινισμένα κτίρια.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 89

Κατά το σχεδιασμό των οικείων καθεστώτων στήριξης, τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τη χρήση βιοκαυσίμων τα οποία παρέχουν πρόσθετα οφέλη, συμπεριλαμβανομένων των οφελών της διαφοροποίησης που παρέχουν τα βιοκαύσιμα που παρασκευάζονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες, λιγνοκυτταρινούχο υλικό και φύκια, καθώς και μη ποτιστικά φυτά που φύονται σε άγονες περιοχές προς καταπολέμηση της απερήμωσης, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το διαφορετικό κόστος της παραγωγής ενέργειας από συμβατικά βιοκαύσιμα αφενός και από άλλα βιοκαύσιμα τα οποία παρέχουν πρόσθετα οφέλη αφετέρου. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογιών αυτών και άλλων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας οι οποίες χρειάζονται χρόνο για να καταστούν ανταγωνιστικές.

ò νέο

(96)Προκειμένου να διασφαλιστεί η εναρμονισμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας υπολογισμού των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και να ευθυγραμμιστεί με τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να προσαρμόζει τις μεθοδολογικές αρχές και τις τιμές που είναι αναγκαίες για να αξιολογεί κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και να αποφασίζει ότι οι εκθέσεις που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη και τρίτες χώρες περιέχουν ακριβή δεδομένα για τις εκπομπές από καλλιέργειες πρώτων υλών.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 22 (προσαρμοσμένο)

(97)Για την επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας θα πρέπει η Κοινότητα Ö Ένωση Õ και τα κράτη μέλη να διαθέσουν σημαντικό ποσό των χρηματοδοτικών πόρων στην έρευνα και την ανάπτυξη σε σχέση με τις τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας. Ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Καινοτομίας και Τεχνολογίας θα πρέπει να αποδώσει υψηλή προτεραιότητα στην έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογιών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 90

(98)Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει, ανάλογα με την περίπτωση, τις διατάξεις της σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, ιδίως όπως αυτή εφαρμόζεται μέσω της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες 36 .

ò νέο

(99)Προκειμένου να τροποποιηθούν ή να συμπληρωθούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τον κατάλογο των πρώτων υλών για την παραγωγή προηγμένων βιοκαυσίμων, των οποίων η συνεισφορά στην υποχρέωση των προμηθευτών καυσίμων στον τομέα των μεταφορών είναι περιορισμένη, την προσαρμογή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο, τη μεθοδολογία για τον προσδιορισμό του μεριδίου βιοκαυσίμων που προκύπτει από την επεξεργασία βιομάζας με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία, την εφαρμογή συμφωνιών αμοιβαίας αναγνώρισης των εγγυήσεων προέλευσης, την καθιέρωση κανόνων για την παρακολούθηση της λειτουργίας του συστήματος των εγγυήσεων προέλευσης, και τους κανόνες υπολογισμού των επιπτώσεων των βιοκαυσίμων, των βιορευστών και των συγκριτικών τους ορυκτών καυσίμων στα αέρια θερμοκηπίου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξαγάγει η Επιτροπή κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιηθούν σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Ειδικότερα, για να διασφαλιστεί ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 91 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(100)Τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, ð τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37  ï  για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή 38 ..

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 92

Ειδικότερα, θα πρέπει να εκχωρηθούν αρμοδιότητες στην Επιτροπή να προσαρμόζει τις μεθοδολογικές αρχές και τιμές που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση του κατά πόσον έχουν τηρηθεί τα κριτήρια αειφορίας σε σχέση με τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά, να προσαρμόζει το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων για τις μεταφορές στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο, να θεσπίσει κριτήρια και γεωγραφική εμβέλεια για τον καθορισμό εδαφών με υψηλή αξία βιοποικιλότητας και εμπεριστατωμένους ορισμούς για εδάφη που έχουν υποβαθμιστεί σοβαρά ή μολυνθεί. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα έχουν γενικό πεδίο εφαρμογής και έχουν εκπονηθεί για την τροποποίηση μη ουσιωδών στοιχείων της παρούσας οδηγίας με την προσαρμογή των μεθοδολογικών αρχών και τιμών, πρέπει να εγκρίνονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο στην οποία παραπέμπει το άρθρο 5α της απόφασης 1999/468/ΕΚ.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 93

Οι διατάξεις της οδηγίας 2001/77/ΕΚ και της οδηγίας 2003/30/ΕΚ οι οποίες επικαλύπτονται με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να καταργηθούν από την τελευταία δυνατή χρονική στιγμή για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Οι διατάξεις με αντικείμενο τους στόχους και την υποβολή εκθέσεων για το 2010 θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ έως τα τέλη του 2011. Συνεπώς, είναι ανάγκη να τροποποιηθούν αναλόγως η οδηγία 2001/77/ΕΚ και η οδηγία 2003/30/ΕΚ.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 95

Το σύστημα αειφορίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να λαμβάνουν υπόψη, στα οικεία συστήματα στήριξης, το υψηλότερο κόστος παραγωγής των βιοκαυσίμων και βιορευστών που παρέχουν πλεονεκτήματα που υπερβαίνουν τα στοιχειώδη πλεονεκτήματα που ορίζει το σύστημα αυτό.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 96 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

(101)Δεδομένου ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, και ιδίως επίτευξης 20 % ð ο στόχος μεριδίου τουλάχιστον 27 % ï ως μεριδίου συμμετοχής των ενέργειας από ανανεώσιμωνες πηγώνές ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ και 10 % ως μεριδίου συμμετοχής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για την ενεργειακή κατανάλωση εκάστου κράτους μέλους για τις μεταφορές έως το 2020 ð 2030 ï και Ö , αλλά Õ είναι δυνατόν, επομένως, λόγω της κλίμακας της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο, η Κοινότητα Ö Ένωση Õ δύναται να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης Ö για την Ευρωπαϊκή Ένωση Õ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω στόχων μέτρα.

ê 2009/28/ΕΚ αιτιολογική σκέψη 97

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας 39 , τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση, και προς όφελος της Κοινότητας, τους δικούς τους πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και να τους δημοσιοποιούν,

ò νέο

(102)Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν ουσιαστικές τροποποιήσεις της προϋπάρχουσας οδηγίας. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την προϋπάρχουσα οδηγία.

(103)Σύμφωνα με την Κοινή Πολιτική Δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011ð  40  ï, τα κράτη μέλη έχουν αναλάβει να συνοδεύουν, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των οικείων μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση μεταξύ των συστατικών στοιχείων μιας οδηγίας και των αντίστοιχων μερών των πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.

(104)Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα XI μέρος Β,

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Θέτει Ö έναν δεσμευτικό Õ υποχρεωτικούς εθνικούς ð ενωσιακό ï στόχους για το συνολικό μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας ð το 2030 ï και το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές. Καθορίζει Ö επίσης Õ κανόνες για τη στατιστική μεταβίβαση μεταξύ κρατών μελών, για κοινά έργα ð χρηματοδοτική στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, την αυτοκατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στους τομείς της θέρμανσης και της ψύξης και των μεταφορών, την περιφερειακή συνεργασία ï μεταξύ κρατών μελών και με τρίτες χώρες, τις εγγυήσεις προέλευσης, τις διοικητικές διαδικασίες, Ö και Õ την πληροφόρηση και την κατάρτιση και την πρόσβαση στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Καθιερώνει κριτήρια αειφορίας του περιβάλλοντος ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï για τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ðκαι τα καύσιμα βιομάζας ï.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 2 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ορισμοί της οδηγίας 2003/54/ΕΚ 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 41 .

Ισχύουν επίσης οι ακόλουθοι ορισμοί και νοούνται ως:

α) «ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές»: η ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές ήτοι αιολική, ηλιακή ð (ηλιακή θερμική και ηλιακή φωτοβολταϊκή) και ï , αεροθερμική, γεωθερμική, ð ενέργεια ï υδροθερμική και ð , θερμική ενέργεια περιβάλλοντος, παλιρροϊκή, κυματική και λοιπές μορφές ï, ενέργειας των ωκεανών, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε μονάδες επεξεργασίας λυμάτων και από τα βιοαέρια·

ò νέο

β) «θερμότητα του περιβάλλοντος»: θερμική ενέργεια στο απαιτούμενο επίπεδο θερμοκρασίας που εξάγεται ή δεσμεύεται με αντλίες θερμότητας που χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια ή άλλη βοηθητική ενέργεια για να λειτουργήσουν, και η οποία μπορεί να αποθηκεύεται στον αέρα, κάτω από τη στερεή επιφάνεια της γης ή στα επιφανειακά ύδατα. Οι υποβαλλόμενες τιμές καθορίζονται με βάση την ίδια μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την αναφορά της θερμικής ενέργειας που εξάγεται ή δεσμεύεται από αντλίες θερμότητας·

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 2 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

β) «αεροθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας στον αέρα·

γ) «γεωθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας κάτω από τη στερεή επιφάνεια της γης·

δ) «υδροθερμική ενέργεια»: η ενέργεια που αποθηκεύεται υπό μορφή θερμότητας στα επιφανειακά ύδατα·

εγ) «βιομάζα»: το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων βιολογικής προέλευσης από τη γεωργία, (συμπεριλαμβανομένων των φυτικών και των ζωικών ουσιών), τη δασοκομία και τους συναφείς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας, καθώς και το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα ð αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων ï των βιομηχανικών αποβλήτων και των οικιακών απορριμμάτων ð βιολογικής προέλευσης ï·

στδ) «ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας»: τα ενεργειακά βασικά προϊόντα που παραδίδονται για ενεργειακούς σκοπούς στη βιομηχανία, στις μεταφορές, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία, συμπεριλαμβανομένης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας από τον ενεργειακό κλάδο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, και συμπεριλαμβανομένων των απωλειών ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας κατά τη διανομή και τη μεταφορά·

ζ)ε) «τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη»: η διανομή θερμικής ενέργειας υπό μορφή ατμού, ζεστού νερού ή ψυκτικών υγρών, από μια κεντρική πηγή παραγωγής μέσω δικτύου σε πολλά κτίρια ή τόπους, για τη θέρμανση ή ψύξη χώρων και τη βιομηχανική θέρμανση ή ψύξη·

η)στ) «βιορευστά»: υγρά καύσιμα για ενεργειακούς σκοπούς, εκτός από κίνηση, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας και της θέρμανσης και της ψύξης, τα οποία παράγονται από βιομάζα·

θζ) «βιοκαύσιμα»: υγρά ή αέρια καύσιμα κίνησης τα οποία παράγονται από βιομάζα·

ιη) «εγγύηση προέλευσης»: ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο χρησιμεύει μόνον ως απόδειξη προς τον τελικό καταναλωτή ότι δεδομένο μερίδιο ή ποσότητα ενέργειας έχει παραχθεί από ανανεώσιμες πηγές όπως απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 6, της οδηγίας 2003/54/ΕΚ·

ιαθ) «καθεστώς στήριξης»: κάθε μέσο, καθεστώς ή μηχανισμός που δρομολογείται από κράτος μέλος ή ομάδα κρατών μελών και προάγει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μειώνοντας το κόστος της εν λόγω ενέργειας, αυξάνοντας την τιμή πώλησής της ή αυξάνοντας, με την επιβολή υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών ή με άλλον τρόπο, τις αγοραζόμενες ποσότητες της εν λόγω ενέργειας· περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι επενδυτικές ενισχύσεις, οι φορολογικές απαλλαγές ή μειώσεις, οι επιστροφές φόρου, τα καθεστώτα στήριξης της υποχρέωσης χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που χρησιμοποιούν πράσινα πιστοποιητικά, και τα καθεστώτα άμεσης στήριξης των τιμών συμπεριλαμβανομένων των εγγυημένων τιμών αγοράς και της καταβολής πριμοδοτήσεων·

ιβι) «υποχρέωση χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας»: εθνικό καθεστώς στήριξης το οποίο επιβάλλει στους παραγωγούς ενέργειας την υποχρέωση να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην παραγωγή τους, απαιτεί από τους προμηθευτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον εφοδιασμό τους ή απαιτεί από τους καταναλωτές ενέργειας να συμπεριλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωσή τους. Συμπεριλαμβάνονται καθεστώτα δυνάμει των οποίων οι απαιτήσεις αυτές είναι δυνατόν να τηρούνται μέσω της προσκόμισης πράσινου πιστοποιητικού·

ιγια) «πραγματική τιμή»: η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για ορισμένες ή όλες τις φάσεις μιας συγκεκριμένης διαδικασίας παραγωγής βιοκαυσίμου, η οποία υπολογίζεται με τη μεθοδολογία του παραρτήματος V μέρος Γ·

ιδ)ιβ) «τυπική τιμή»: εκτίμηση Ö των εκπομπών και Õ της μείωσης των αντιπροσωπευτικών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για συγκεκριμένη οδό παραγωγής βιοκαυσίμωνð , βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας ï Ö , που είναι αντιπροσωπευτική της κατανάλωσης της Ένωσης Õ·

ιειγ) «προκαθορισμένη τιμή»: τιμή η οποία προκύπτει βάσει τυπικής τιμής με την εφαρμογή προκαθορισμένων παραγόντων και η οποία, υπό συνθήκες που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, μπορεί να χρησιμοποιείται αντί της πραγματικής τιμής·

ιστιδ) ο όρος «απόβλητα»: όπως ορίζεονται όπως στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 42 · ουσίες που έχουν σκοπίμως τροποποιηθεί ή μολυνθεί για να εμπίπτουν στον εν λόγω ορισμό δεν εντάσσονται στον παρόντα ορισμό·

ιζιε) «αμυλούχα φυτά»: είναι τα φυτά στα οποία συγκαταλέγονται κυρίως τα σιτηρά (ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται μόνο ο σπόρος ή ολόκληρο το φυτό, όπως στην περίπτωση του χλωρού αραβοσίτου), οι κόνδυλοι και τα ριζώματα (όπως οι πατάτες, το κολοκάσι, οι γλυκοπατάτες, η μανιόκα και η διοσκουρέα), καθώς και οι βολβοί (όπως η κολοκασία η εδώδιμος και το ξανθόσωμα το βελόφυλλο)·

ιηιστ «λιγνοκυτταρινούχες ύλες»: είναι οι ύλες που συντίθενται από λιγνίνη, κυτταρίνη και ημικυτταρίνη, όπως η βιομάζα που προέρχεται από τα δάση, οι ξυλώδεις ενεργειακές καλλιέργειες, καθώς και τα κατάλοιπα και τα λύματα των δασοπονικών βιομηχανιών·

ιθιζ) «μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες»: είναι ύλες που συντίθενται κυρίως από κυτταρίνη και ημικυτταρίνη και των οποίων η περιεκτικότηταά τους σε λιγνίνη είναι χαμηλότερη σε σχέση με αυτή των λιγνοκυτταρινούχων υλών· σε αυτές περιλαμβάνονται κατάλοιπα φυτών που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές (όπως το άχυρο, τα φύλλα και οι μίσχοι, οι φλοιοί και τα κελύφη), φυτά ενεργειακών χορτοκαλλιεργειών με χαμηλή περιεκτικότητα σε άμυλο (όπως η ήρα, το Panicum virgatum, ο μίσχανθος, το καλάμι και οι καλλιέργειες εδαφοκάλυψης πριν και μετά τις κύριες καλλιέργειες), βιομηχανικά κατάλοιπα (επίσης από φυτά που καλλιεργούνται ως τρόφιμα και ζωοτροφές μετά την εκχύλιση φυτικών ελαίων, σακχάρων, αμύλων και πρωτεϊνών), καθώς και ύλες από βιολογικά απόβλητα·

κ) ιη) «κατάλοιπομεταποίησης »:είναι η ουσία που δεν αποτελεί το τελικό προϊόν ή τα τελικά προϊόντα την παραγωγή των οποίων επιδιώκει άμεσα η διεργασία παραγωγής· δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο της διεργασίας παραγωγής και η διεργασία αυτή δεν έχει τροποποιηθεί σκόπιμα με στόχο την παραγωγή του·

καιθ) «ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης» σημαίνει: υγρά ή αέρια καύσιμα πλην των βιοκαυσίμων το ενεργειακό περιεχόμενο των οποίων προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της βιομάζας, και τα οποία χρησιμοποιούνται στις μεταφορές·

κβκ) «κατάλοιπα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία» είναι: τα κατάλοιπα που δημιουργούνται άμεσα από τη γεωργία, την υδατοκαλλιέργεια, την αλιεία και τη δασοκομία· δεν περιλαμβάνουν τα κατάλοιπα από τις συναφείς βιομηχανίες ή τη συναφή μεταποίηση·

κγκα) «βιοκαύσιμα και βιορευστά χαμηλού κινδύνου έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης» είναι: τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά των οποίων οι πρώτες ύλες παράχθηκαν στο πλαίσιο συστημάτων που μειώνουν τον εκτοπισμό της παραγωγής για άλλους σκοπούς εκτός της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορευστών και παράχθηκαν σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας για βιοκαύσιμα που θεσπίζονται στο άρθρο 17. 26·

ò νέο

κδ) «διαχειριστής συστήματος διανομής»: ο διαχειριστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 6 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ·

κε) «απορριπτόμενη θερμότητα ή ψύξη»: η θερμότητα ή η ψύξη που παράγεται ως παραπροϊόν σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής και η οποία, απουσία πρόσβασης σε σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης, διασκορπίζεται αχρησιμοποίητη στον αέρα ή το νερό·

κστ) «αλλαγή ενεργειακής πηγής»: η ανακαίνιση σταθμών ηλεκτροπαραγωγής που παράγουν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους ή μερικής αντικατάστασης εγκαταστάσεων ή συστημάτων και εξοπλισμού λειτουργίας, με σκοπό την αντικατάσταση της δυναμικότητας ή την αύξηση της αποδοτικότητας·

κζ) «αυτοκαταναλωτής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές»: ενεργός πελάτης όπως ορίζεται στην οδηγία [οδηγία MDI], ο οποίος καταναλώνει και μπορεί να αποθηκεύει και να πωλεί ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που παράγει στις εγκαταστάσεις του, όπως συγκρότημα διαμερισμάτων, εμπορικός χώρος ή χώρος μεριζόμενων υπηρεσιών ή κλειστό σύστημα διανομής, υπό τον όρο ότι, για τους μη οικιακούς αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οι δραστηριότητες αυτές δεν αποτελούν την κύρια εμπορική ή επαγγελματική δραστηριότητά τους·

κη) «αυτοκατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές»: η παραγωγή και η κατανάλωση και, κατά περίπτωση, η αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

κθ) «σύμβαση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας»: η σύμβαση βάσει της οποίας νομικό πρόσωπο συμφωνεί να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές απευθείας από παραγωγό ενέργειας·

λ) «καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών»: αμυλούχα φυτά, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά που παράγονται σε γεωργικές εκτάσεις ως κύρια καλλιέργεια εξαιρουμένων των καταλοίπων, των αποβλήτων ή των λιγνοκυτταρινούχων υλών·

λα) «προηγμένα βιοκαύσιμα»: βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α·

λβ) «ορυκτά καύσιμα από απόβλητα»: υγρά και αέρια καύσιμα που παράγονται από ροές μη ανανεώσιμων αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των αερίων επεξεργασίας αποβλήτων και των καυσαερίων·

λγ) «προμηθευτής καυσίμων»: ο φορέας που προμηθεύει την αγορά με καύσιμα και είναι υπεύθυνος για τη διέλευση των καυσίμων από σημείο επιβολής ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, εάν δεν οφείλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης, κάθε άλλος σχετικός φορέας που έχει οριστεί από κράτος μέλος·

λδ) «γεωργική βιομάζα»: η βιομάζα που παράγεται από τη γεωργία·

λε) «δασική βιομάζα»: η βιομάζα που παράγεται από τη δασοκομία·

λστ) «άδεια υλοτόμησης»: επίσημο έγγραφο που παρέχει το δικαίωμα συγκομιδής της δασικής βιομάζας·

43 λζ) «ΜΜΕ»: μικροεπιχείρηση, μικρή ή μεσαία επιχείρηση όπως ορίζεται στη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής·

λη) «αναγέννηση δασών»: η ανάπλαση δασικού είδους με φυσικά ή τεχνητά μέσα μετά την αφαίρεση του προηγούμενου είδους με υλοτομία ή ως αποτέλεσμα φυσικών αιτιών, συμπεριλαμβανομένων των πυρκαγιών ή καταιγίδων·

λθ) «δασική εκμετάλλευση»: ένα ή περισσότερα δασοτεμάχια και λοιπές δασικές εκτάσεις που αποτελούν ενιαία μονάδα από άποψη διαχείρισης ή χρήσης·

μ) «βιολογικά απόβλητα»: τα βιοαποδομήσιμα απόβλητα κήπων και πάρκων, τα απορρίμματα τροφών και μαγειρείων από σπίτια, εστιατόρια, εγκαταστάσεις ομαδικής εστίασης και χώρους πωλήσεων λιανικής και τα συναφή απόβλητα από τη βιομηχανία επεξεργασίας τροφίμων·

μα) «υπολειμματικό ενεργειακό μείγμα»: το συνολικό ετήσιο ενεργειακό μείγμα κράτους μέλους, εξαιρουμένου του μεριδίου που καλύπτεται από τις εγγυήσεις προέλευσης που έχουν ακυρωθεί·

μβ) «καύσιμα βιομάζας»: αέρια και στερεά καύσιμα που παράγονται από βιομάζα·

μγ) «βιοαέρια»: αέρια καύσιμα που παράγονται από βιομάζα·

μδ) «ανοικτή διαδικασία υποβολής προσφορών»: διαδικασία υποβολής προσφορών για την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που διοργανώνεται από κράτος μέλος και είναι ανοικτή σε προσφορές για έργα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη·

με) «κοινή διαδικασία υποβολής προσφορών»: διαδικασία υποβολής προσφορών για την εγκατάσταση μονάδων παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που σχεδιάζεται και διοργανώνεται από κοινού από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, η οποία είναι ανοικτή για έργα που βρίσκονται σε όλα τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη·

μστ) «ανοικτό σύστημα πιστοποιητικών»: σύστημα πιστοποιητικών το οποίο εφαρμόζεται από κράτος μέλος και είναι ανοικτό σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη·

44 μζ) «χρηματοδοτικά μέσα»: τα χρηματοδοτικά μέσα όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

ê 2009/28/ΕΚ

Άρθρο 3

Δεσμευτικοί εθνικοί συνολικοί στόχοι και μέτρα για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11, στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020 να αντιστοιχεί τουλάχιστον στον εθνικό συνολικό στόχο του όσον αφορά το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά το εν λόγω έτος, όπως αυτό προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα του μέρους A του παραρτήματος I. Αυτοί οι δεσμευτικοί εθνικοί συνολικοί στόχοι είναι σύμμορφοι προς τον στόχο σύμφωνα με τον οποίο το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Κοινότητας πρέπει το 2020 να ανέρχεται σε τουλάχιστον 20 %. Για να επιτευχθούν ευκολότερα αυτοί οι στόχοι που ορίζονται σε αυτό το άρθρο, κάθε κράτος μέλος προωθεί και ενθαρρύνει την απόδοση ενέργειας και την εξοικονόμηση ενέργειας.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Για τη συμμόρφωση με τους στόχους που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το μέγιστο από κοινού μερίδιο των βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά και από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες δεν υπερβαίνει την ποσότητα ενέργειας η οποία αντιστοιχεί στο μέγιστο μερίδιο που ορίζεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ).

ê 2009/28/ΕΚ

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα που είναι όντως σχεδιασμένα για να διασφαλίσουν ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ισούται ή υπερβαίνει το μερίδιο που παρατίθεται στην ενδεικτική πορεία του μέρους Β του παραρτήματος Ι.

3. Για να επιτύχουν τους στόχους των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν, μεταξύ άλλων, να εφαρμόζουν τα ακόλουθα μέτρα:

α) καθεστώτα στήριξης·

β) μέτρα συνεργασίας μεταξύ διαφόρων κρατών μελών και με τρίτες χώρες για την επίτευξη των εθνικών συνολικών στόχων τους σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης, τα κράτη μέλη έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 11 της παρούσας οδηγίας σε ποιο βαθμό θα υποστηρίζουν τις μορφές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος.

4. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών να αντιπροσωπεύει, το 2020, ποσοστό τουλάχιστον 10 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στο εν λόγω κράτος μέλος.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)

α) για τον υπολογισμό του παρονομαστή, δηλαδή της συνολικής ποσότητας ενέργειας που καταναλίσκεται στις μεταφορές για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη μόνον η βενζίνη, το πετρέλαιο ντίζελ, τα βιοκαύσιμα που καταναλίσκονται στις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές και η ηλεκτρική ενέργεια, συμπεριλαμβανομένης εκείνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης·

ê 2009/28/ΕΚ

è1 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)

για τον υπολογισμό του αριθμητή, ήτοι της ποσότητας ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται στις μεταφορές για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, λαμβάνονται υπόψη όλες οι μορφές ανανεώσιμης ενέργειας που καταναλίσκονται σε όλες τις μορφές μεταφορών. è1 Το παρόν στοιχείο ισχύει με την επιφύλαξη του στοιχείου δ) της παρούσας παραγράφου και του άρθρου 17 παράγραφος 1 στοιχείο α)· ç

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)

γ) για τον υπολογισμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και καταναλίσκεται από όλα τα είδη ηλεκτρικών οχημάτων και για την παραγωγή υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης για τους σκοπούς των στοιχείων α) και β), τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν να χρησιμοποιούν είτε το μέσο μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση ή το μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην επικράτειά τους, όπως μετρήθηκε δύο έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος. Επιπλέον, για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται από ηλεκτροκίνητες αμαξοστοιχίες, αυτή η κατανάλωση υπολογίζεται ως το γινόμενο επί 2,5 του ενεργειακού περιεχομένου της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Για τον υπολογισμό της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκεται από ηλεκτρικά οδικά οχήματα στο στοιχείο β), αυτή η κατανάλωση υπολογίζεται ως το γινόμενο επί πέντε του ενεργειακού περιεχομένου της παρεχόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο β)

δ) για τον υπολογισμό των βιοκαυσίμων στον αριθμητή, το μερίδιο της ενέργειας από τα βιοκαύσιμα που παράγονται από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά καθώς και από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες δεν υπερβαίνει το 2020 το 7 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές στα κράτη μέλη.

Βιοκαύσιμα που παράγονται από πρώτες ύλες που εκτίθενται στο παράρτημα IX δεν προσμετρούνται στο όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου.

Τα κράτη μέλη μπορεί να αποφασίσουν ότι το μερίδιο ενέργειας από βιοκαύσιμα που παράγονται από φυτά που καλλιεργούνται ως βασικές καλλιέργειες κυρίως για ενεργειακούς σκοπούς σε γεωργικές γαίες, εκτός από σιτηρά και άλλα αμυλούχα, σακχαρούχα και ελαιούχα φυτά, δεν προσμετράται στο όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου, υπό τον όρο ότι:

i) η επαλήθευση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας που εκτίθενται στο άρθρο 17 παράγραφοι 2 έως 5 έγινε σύμφωνα με το άρθρο 18, και

ii) τα φυτά αυτά καλλιεργήθηκαν σε έδαφος που εμπίπτει στο παράρτημα V μέρος Γ σημείο 8, η δε αντίστοιχη προσαύξηση «eB» που ορίζεται στο παράρτημα V μέρος Γ σημείο 7 συμπεριλήφθηκε στον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, για τους σκοπούς απόδειξης συμμόρφωσης με το άρθρο 17 παράγραφος 2·

ε) κάθε κράτος μέλος επιδιώκει να επιτύχει τον στόχο ενός ελάχιστου επιπέδου κατανάλωσης στην επικράτειά του των βιοκαυσίμων που παράγονται από πρώτες ύλες και των άλλων καυσίμων, που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α. Για τον σκοπό αυτό, έως τις 6 Απριλίου 2017, κάθε κράτος μέλος καθορίζει εθνικό στόχο, τον οποίο επιδιώκει να επιτύχει. Η τιμή αναφοράς για τον στόχο αυτό είναι 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε ενεργειακό περιεχόμενο του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε όλες τις μορφές μεταφορών το 2020, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η οποία πρέπει να επιτευχθεί με τα βιοκαύσιμα που παράγονται από τις πρώτες ύλες και με άλλα καύσιμα, που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α. Επιπλέον, τα παραγόμενα από πρώτες ύλες βιοκαύσιμα που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα IX και τα οποία έχουν προσδιοριστεί ως απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και χρησιμοποιούνται σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις πριν από την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 45 μπορούν να συνυπολογιστούν για την επίτευξη του εθνικού στόχου.

Τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν εθνικό στόχο χαμηλότερο από την τιμή αναφοράς των 0,5 ποσοστιαίων μονάδων, βάσει ενός ή περισσοτέρων εκ των παρακάτω λόγων:

i) αντικειμενικοί παράγοντες, όπως οι περιορισμένες δυνατότητες για τη βιώσιμη παραγωγή βιοκαυσίμων που παράγονται από πρώτες ύλες και άλλων καυσίμων, που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α, ή η περιορισμένη διαθεσιμότητα των εν λόγω βιοκαυσίμων σε οικονομικά συμφέρουσες τιμές στην αγορά,

ii) τα ιδιαίτερα τεχνικά ή κλιματικά χαρακτηριστικά της εθνικής αγοράς για τα καύσιμα κίνησης, όπως η σύνθεση και η κατάσταση του στόλου των οδικών οχημάτων, ή

iii) οι εθνικές πολιτικές χορήγησης των ανάλογων οικονομικών πόρων για την παροχή κινήτρων για την ενεργειακή απόδοση και τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον τομέα των μεταφορών.

Κατά τον καθορισμό των εθνικών στόχων τους, τα κράτη μέλη παρέχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις ποσότητες των βιοκαυσίμων που καταναλίσκονται από πρώτες ύλες και άλλα καύσιμα, που εκτίθενται στο παράρτημα IX μέρος Α.

Κατά τη χάραξη πολιτικών για την προώθηση της παραγωγής καυσίμων από πρώτες ύλες οι οποίες εκτίθενται στο παράρτημα IX, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ιεράρχηση των αποβλήτων που ορίζεται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με την ανάλυση κύκλου ζωής ως προς τον συνολικό αντίκτυπο της παραγωγής και διαχείρισης διάφορων ροών αποβλήτων.

Η Επιτροπή δημοσιεύει σύμφωνα με το άρθρο 24 της παρούσας οδηγίας:

τους εθνικούς στόχους των κρατών μελών,

όπου είναι διαθέσιμα, τα σχέδια των κρατών μελών για την επίτευξη των εθνικών στόχων,

κατά περίπτωση, τους λόγους για τη διαφοροποίηση των εθνικών στόχων των κρατών μελών σε σύγκριση με την τιμή αναφοράς, η οποία γνωστοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1513, και

μια συγκεφαλαιωτική έκθεση σχετικά με τα επιτεύγματα των κρατών μελών για την εκπλήρωση των εθνικών τους στόχων·

στ) βιοκαύσιμα παραγόμενα από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX θεωρούνται ως το διπλάσιο του ενεργειακού περιεχομένου τους για την εκπλήρωση των στόχων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 η Επιτροπή υποβάλλει, εάν το κρίνει σκόπιμο, πρόταση που επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρη η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και χρησιμοποιείται για την κίνηση ηλεκτρικών οχημάτων κάθε τύπου και για την παραγωγή υγρών και αερίων καυσίμων κίνησης από ανανεώσιμες πηγές μη βιολογικής προέλευσης.

ê 2009/28/ΕΚ

Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 η Επιτροπή υποβάλλει επίσης, εάν το κρίνει σκόπιμο, πρόταση μεθοδολογίας για τον υπολογισμό του ποσοστού του υδρογόνου που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές στο συνολικό μείγμα καυσίμων.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο δ)

5. Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ένωση, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ενεργούν για την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών συστημάτων και μεταξύ των εθνικών συστημάτων και των εθελοντικών συστημάτων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 18, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ανταλλαγής δεδομένων. Προκειμένου να αποτρέπεται η σκόπιμη τροποποίηση ή απόρριψη υλικών ώστε να εμπίπτουν στο παράρτημα IX, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και τη χρήση συστημάτων παρακολούθησης και εντοπισμού των πρώτων υλών και των παραγόμενων βιοκαυσίμων σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν εντοπίζεται απάτη, αναλαμβάνεται κατάλληλη δράση. Τα κράτη μέλη, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και εν συνεχεία ανά διετία, υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που έχουν λάβει, εφόσον δεν έχουν παράσχει ισοδύναμη πληροφόρηση για την αξιοπιστία του συστήματος και την προστασία του από απάτες στις εκθέσεις τους σχετικά με την πρόοδο στην προώθηση και τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 25α, για την τροποποίηση του καταλόγου των πρώτων υλών που παρατίθεται στο παράρτημα IX μέρος Α, ως προς την προσθήκη πρώτων υλών αλλά όχι ως προς την αφαίρεσή τους. Η Επιτροπή εκδίδει χωριστή κατ' εξουσιοδότηση πράξη σχετικά με κάθε πρώτη ύλη η οποία προστίθεται στο παράρτημα IX μέρος Α. Κάθε κατ' εξουσιοδότηση πράξη βασίζεται σε ανάλυση της πλέον πρόσφατης επιστημονικής και τεχνικής προόδου, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της ιεράρχησης των αποβλήτων που καθορίστηκαν στην οδηγία 2008/98/ΕΚ, ώστε να ενισχύει το συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη πρώτη ύλη δεν δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για καλλιεργούμενη γη ούτε επιφέρει σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων ή υποπροϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων, επιτυγχάνει ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα και δεν παρουσιάζει τον κίνδυνο δημιουργίας αρνητικού αντικτύπου στο περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα.

ò νέο

Άρθρο 3
Δεσμευτικός συνολικός στόχος σε επίπεδο Ένωσης για το 2030

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν συλλογικά ότι το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανέρχεται το 2030 σε τουλάχιστον 27 % στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας της Ένωσης.

2. Οι αντίστοιχες συνεισφορές των κρατών μελών στον συνολικό αυτό στόχο για το 2030 καθορίζονται και κοινοποιούνται στην Επιτροπή στο πλαίσιο των ολοκληρωμένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 5 και τα άρθρα 9 έως 11 του κανονισμού [διακυβέρνηση].

3. Από την 1η Ιανουαρίου 2021 και μετά, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας κάθε κράτους μέλους δεν είναι μικρότερο από το μερίδιο που προβλέπεται στην τρίτη στήλη του πίνακα στο παράρτημα I μέρος A. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση με αυτή τη βασική γραμμή αναφοράς.

4. Η Επιτροπή υποστηρίζει τις υψηλές φιλοδοξίες των κρατών μελών μέσω ενός ευνοϊκού πλαισίου που περιλαμβάνει την ενισχυμένη χρήση κονδυλίων της Ένωσης, και ιδίως χρηματοδοτικών μέσων, ειδικότερα με σκοπό τη μείωση του κόστους κεφαλαίου για τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

5. Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει, στο πλαίσιο της αξιολόγησης των ολοκληρωμένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού [διακυβέρνηση], ότι δεν ακολουθείται συλλογικά η πορεία της Ένωσης ή ότι δεν διατηρείται η βασική γραμμή αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εφαρμόζεται το άρθρο 27 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 4
Χρηματοδοτική στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1. Με την επιφύλαξη των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν καθεστώτα στήριξης προκειμένου να επιτευχθεί ο ενωσιακός στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. Τα καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να αποφεύγονται οι περιττές στρεβλώσεις των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και να διασφαλίζεται ότι οι παραγωγοί λαμβάνουν υπόψη την προσφορά και τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και τους πιθανούς περιορισμούς των δικτύων.

2. Τα καθεστώτα στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σχεδιάζονται με τρόπο ώστε η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές να ενσωματώνεται στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και να διασφαλίζεται ότι οι παραγωγοί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ανταποκρίνονται στα σήματα τιμών της αγοράς και μεγιστοποιούν τα έσοδά τους από την αγορά.

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χορηγείται με τρόπο ανοικτό, διαφανή, ανταγωνιστικό, οικονομικά αποδοτικό και χωρίς διακρίσεις.

4. Τα κράτη μέλη αξιολογούν την αποτελεσματικότητα της στήριξης που χορηγούν στην ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον κάθε τέσσερα έτη. Οι αποφάσεις σχετικά με τη συνέχιση ή την παράταση της στήριξης και τον σχεδιασμό νέας στήριξης βασίζονται στα αποτελέσματα των αξιολογήσεων.

Άρθρο 5
Άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1. Τα κράτη μέλη ανοίγουν τη στήριξη της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στους παραγωγούς οι οποίοι βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στήριξη που αντιστοιχεί σε ποσοστό τουλάχιστον 10 % της δυναμικότητας για την οποία χορηγείται νέα στήριξη κάθε έτος μεταξύ 2021 και 2025 και τουλάχιστον 15 % της δυναμικότητας για την οποία χορηγείται νέα στήριξη κάθε έτος μεταξύ 2026 και 2030 είναι ανοικτή σε εγκαταστάσεις που βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη.

3. Το άνοιγμα των καθεστώτων στήριξης στη διασυνοριακή συμμετοχή είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί, μεταξύ άλλων, μέσω ανοικτών διαδικασιών υποβολής προσφορών, κοινών διαδικασιών υποβολής προσφορών, ανοικτών συστημάτων πιστοποιητικών ή κοινών καθεστών στήριξης. Ο καταλογισμός της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για την οποία χορηγείται στήριξη βάσει ανοικτών διαδικασιών υποβολής προσφορών, κοινών διαδικασιών υποβολής προσφορών ή ανοικτών συστημάτων πιστοποιητικών στις αντίστοιχες συνεισφορές των κρατών μελών αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας συνεργασίας στην οποία καθορίζονται κανόνες για τη διασυνοριακή εκταμίευση των κεφαλαίων, σύμφωνα με την αρχή ότι η ενέργεια θα πρέπει να αποδίδεται στο κράτος μέλος που χρηματοδοτεί την εγκατάσταση.

4. Η Επιτροπή αξιολογεί έως το 2025 τα οφέλη των διατάξεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο για την οικονομικά αποδοτική ανάπτυξη της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση. Βάσει της αξιολόγησης αυτής, η Επιτροπή μπορεί να προτείνει να αυξηθούν τα ποσοστά που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 6
Σταθερότητα της χρηματοδοτικής στήριξης

Με την επιφύλαξη των προσαρμογών που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με τους κανόνες σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το επίπεδο της στήριξης που χορηγείται σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι συνοδευτικοί όροι, δεν αναθεωρούνται με τρόπο που επηρεάζει αρνητικά τα δικαιώματα που παρέχονται στο πλαίσιο αυτό και την οικονομική διαχείριση των έργων που λαμβάνουν στήριξη.

ê 2009/28/ΕΚ

Άρθρο 4

Εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια

1. Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει εθνικό σχέδιο δράσης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια ορίζουν τους εθνικούς συνολικούς στόχους των κρατών μελών για τα μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκονται στις μεταφορές, στους τομείς της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και ψύξης το 2020, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο άλλων μέτρων πολιτικής που αφορούν την ενεργειακή απόδοση στην τελική κατανάλωση ενέργειας, και τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την επίτευξη των εν λόγω εθνικών συνολικών στόχων, συμπεριλαμβανομένων της συνεργασίας μεταξύ τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών, των προγραμματιζόμενων στατιστικών μεταβιβάσεων ή κοινών έργων, εθνικών πολιτικών για την ανάπτυξη των υφιστάμενων πόρων βιομάζας και την εκμετάλλευση νέων πόρων βιομάζας για διαφορετικές χρήσεις, και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την τήρηση των απαιτήσεων των άρθρων 13 έως 19.

Το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2009 η Επιτροπή θεσπίζει υπόδειγμα εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια. Το υπόδειγμα αυτό θα περιλαμβάνει τις στοιχειώδεις απαιτήσεις του παραρτήματος VI. Τα κράτη μέλη τηρούν το υπόδειγμα αυτό όταν υποβάλλουν τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εθνικά τους σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια στην Επιτροπή το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2010.

3. Έξι μήνες πριν από την προθεσμία υποβολής του εθνικού του σχεδίου δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει και κοινοποιεί στην Επιτροπή έγγραφο προβλέψεων στο οποίο αναφέρονται:

α) η εκτιμώμενη πλεονασματική παραγωγή της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την ενδεικτική πορεία η οποία μπορεί να μεταβιβάζεται σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με τα άρθρα 6 έως 11, καθώς και οι εκτιμώμενες δυνατότητες κοινών έργων μέχρι το 2020· και

β) η εκτιμώμενη ζήτησή του για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές η οποία πρέπει να καλυφθεί με άλλα μέσα πλην της εγχώριας παραγωγής μέχρι το 2020.

Στις εν λόγω πληροφορίες μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στοιχεία σχετικά με το κόστος και τα οφέλη και τη χρηματοδότηση. Οι προβλέψεις επικαιροποιούνται στις εκθέσεις των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ) και ιγ).

4. Ένα κράτος μέλος, του οποίου το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έπεσε κάτω από την ενδεικτική πορεία κατά την αμέσως προηγούμενη διετία που αναφέρεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι, υποβάλλει στην Επιτροπή, έως τις 30 Ιουνίου του επόμενου έτους τροποποιημένο σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια στο οποίο εκτίθενται κατάλληλα και ανάλογα μέτρα με σκοπό να ανακτήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος την ενδεικτική πορεία του μέρους B του παραρτήματος I.

Η Επιτροπή μπορεί, εάν το κράτος μέλος δεν επέτυχε κατά τι την ενδεικτική πορεία, και λαμβάνοντας υπόψη τα εφαρμοζόμενα και μελλοντικά μέτρα του κράτους μέλους, να αποφασίσει την απαλλαγή του κράτους μέλους από την εν λόγω υποχρέωση.

5. Η Επιτροπή αποστέλλει τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, ιδίως δε την επάρκεια των κατάλληλων μέτρων που προτείνει το κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2. Ανταποκρινόμενη σε εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια ή σε τροποποιημένο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, η Επιτροπή μπορεί να διατυπώνει σύσταση.

6. Η Επιτροπή αποστέλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια και τα έγγραφα προβλέψεων υπό τη μορφή που δημοσιοποιήθηκαν για την πλατφόρμα διαφάνειας όπως εμφαίνεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, καθώς και οιαδήποτε σύσταση όπως εμφαίνεται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

ê 2009/28/ΕΚ

ð νέο

Άρθρο 57

Υπολογισμός του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1. Η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κάθε κράτος μέλος υπολογίζεται ως το άθροισμα:

α) της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές·

β) της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη· και

γ) της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές.

Για τον υπολογισμό του μεριδίου ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, το φυσικό αέριο, η ηλεκτρική ενέργεια και το υδρογόνο από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές λαμβάνονται υπόψη μία μόνον φορά για την εφαρμογή των διατάξεων των στοιχείων α), β) ή γ) του πρώτου εδαφίου.

Με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 17 26 παράγραφος 1, τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï που δεν πληρούν τα κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï που ορίζονται στο άρθρο 2617 παράγραφοι 2 έως 6, 7 δεν λαμβάνονται υπόψη.

ò νέο

Για τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ενός κράτους μέλους, η συνεισφορά των βιοκαυσίμων και των βιορευστών, καθώς και των καυσίμων βιομάζας που καταναλώνονται στις μεταφορές, εάν παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, δεν υπερβαίνει το 7 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος. Το όριο αυτό μειώνεται σε 3,8 % το 2030 σύμφωνα με την πορεία που προβλέπεται στο παράρτημα X μέρος Α. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν χαμηλότερο όριο και να κάνουν διάκριση μεταξύ διαφόρων ειδών βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, για παράδειγμα με τον καθορισμό χαμηλότερου ορίου όσον αφορά τη συνεισφορά των βιοκαυσίμων που παράγονται από καλλιέργειες τροφίμων και ζωοτροφών, λαμβανομένης υπόψη της έμμεσης αλλαγής χρήσης της γης.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2. Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι, λόγω ανωτέρας βίας, αδυνατεί να τηρήσει το οικείο μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας το 2020, το οποίο παρατίθεται στην τρίτη στήλη του πίνακα του παραρτήματος Ι, ενημερώνει την Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν. Η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σχετικά με το κατά πόσο στοιχειοθετείται η ανωτέρα βία, οπότε αποφασίζει την προσαρμογή που πρέπει να γίνει στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του κράτους μέλους για το 2020.

32. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές υπολογίζεται ως η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, ð συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και ενεργειακές κοινότητες και ï εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συστήματα αποθήκευσης μέσω άντλησης από νερό που έχει προηγουμένως αντληθεί στον άνω ταμιευτήρα.

Σε εργοστάσια πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και συμβατικές πηγές ενέργειας, λαμβάνεται υπόψη μόνο το μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από υδροηλεκτρική και αιολική ενέργεια λαμβάνεται υπόψη σύμφωνα με τους κανόνες τυποποίησης του παραρτήματος II.

43. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη υπολογίζεται ως η ποσότητα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που παράγεται σε ένα κράτος μέλος από ανανεώσιμες πηγές, συν η κατανάλωση άλλων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη βιομηχανία, στα νοικοκυριά, στις υπηρεσίες, στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία για θέρμανση, ψύξη και για βιομηχανικούς σκοπούς.

Σε σταθμούς πολλαπλών καυσίμων που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες και συμβατικές ενεργειακές πηγές, λαμβάνεται υπόψη μόνον το κλάσμα της θέρμανσης και ψύξης που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, η συμβολή κάθε πηγής ενέργειας υπολογίζεται με βάση το ενεργειακό της περιεχόμενο.

Η ð θερμική ï αεροθερμική, η γεωθερμική και η υδροθερμική ενέργεια ð περιβάλλοντος ï που καταναλώνεται από αντλίες θερμότητας λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), υπό την προϋπόθεση ότι η τελική χρήσιμη ενέργεια υπερβαίνει κατά πολύ την ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία των αντλιών θερμότητας. Η ποσότητα της θερμικής ενέργειας που θα θεωρηθεί ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας υπολογίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που καθορίζεται στο παράρτημα VΙΙ.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), δεν λαμβάνεται υπόψη η θερμική ενέργεια που παράγεται από συστήματα παθητικής ενέργειας με τα οποία επιτυγχάνεται χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας με παθητικό τρόπο, μέσω του σχεδιασμού του κτιρίου ή από τη θερμότητα που παράγεται από ενέργεια από μη ανανεώσιμες πηγές.

ò νέο

4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α) Η ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές υπολογίζεται ως το άθροισμα όλων των βιοκαυσίμων, των καυσίμων βιομάζας και των ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης που καταναλώνονται στον τομέα των μεταφορών. Ωστόσο, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης που παράγονται από ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές θεωρείται ότι αποτελούν μέρος του υπολογισμού κατά την παράγραφο 1 στοιχείο α) όταν υπολογίζεται η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές σε ένα κράτος μέλος.

β) Για τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας στις μεταφορές, χρησιμοποιούνται οι τιμές σχετικά με το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων κίνησης που παρατίθενται στο παράρτημα III. Για τον προσδιορισμό του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα αντίστοιχα πρότυπα ESO (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης) για να προσδιορίσουν τη θερμογόνο δύναμη των καυσίμων. Όταν δεν έχουν εγκριθεί πρότυπα ESO για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα αντίστοιχα πρότυπα ISO.

5. Με σκοπό την ελαχιστοποίηση του κινδύνου πολλαπλής διεκδίκησης μεμονωμένων παρτίδων στην Ένωση, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή ενισχύουν τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών συστημάτων και μεταξύ των εθνικών συστημάτων και των εθελοντικών συστημάτων που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 27, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ανταλλαγής δεδομένων.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 32, για την τροποποίηση του καταλόγου των πρώτων υλών που παρατίθεται στο παράρτημα IX μέρη Α και Β, ως προς την προσθήκη πρώτων υλών αλλά όχι ως προς την αφαίρεσή τους. Κάθε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη βασίζεται σε ανάλυση της πλέον πρόσφατης επιστημονικής και τεχνικής προόδου, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών ιεράρχησης των αποβλήτων που καθορίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ, σύμφωνα με τα κριτήρια αειφορίας της Ένωσης, ώστε να ενισχύει το συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη πρώτη ύλη δεν δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για καλλιεργούμενη γη και να προωθεί τη χρήση αποβλήτων και καταλοίπων και, ταυτόχρονα, ότι δεν επιφέρει σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων ή υποπροϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων, επιτυγχάνει ουσιαστική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα και δεν παρουσιάζει τον κίνδυνο δημιουργίας αρνητικού αντικτύπου στο περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα.

Η Επιτροπή διενεργεί ανά διετία αξιολόγηση του καταλόγου των πρώτων υλών που παρατίθενται στο παράρτημα IX μέρη Α και Β για την προσθήκη πρώτων υλών, σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπει η παρούσα παράγραφος. Η πρώτη αξιολογήση διενεργείται το αργότερο 6 μήνες μετά [την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας]. Εάν κριθεί σκόπιμο, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για την τροποποίηση του καταλόγου των πρώτων υλών που παρατίθεται στο παράρτημα IX μέρη Α και Β, ως προς την προσθήκη πρώτων υλών αλλά όχι ως προς την αφαίρεσή τους.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 3 (προσαρμοσμένο)

56. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 25α 32, όσον αφορά την προσαρμογή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που παρατίθενται στο παράρτημα III στην επιστημονική και τεχνική πρόοδο.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

67. Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές υπολογίζεται διαιρώντας την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές διά της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από όλες τις ενεργειακές πηγές, και εκφράζεται ως ποσοστό.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το άθροισμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 8, 10 και 11 8, 10, 12 και 13.

Κατά τον υπολογισμό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας ενός κράτους μέλους για τους σκοπούς μέτρησης της συμμόρφωσής του προς τους στόχους και την ενδεικτική πορεία που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στην αεροπορία υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας του εν λόγω κράτους μέλους, το 6,18 %. Για την Κύπρο και την Μάλτα, η ποσότητα ενέργειας που καταναλίσκεται στις αερομεταφορές, ως ποσοστό της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας των εν λόγω κρατών μελών, υπολογίζεται ότι δεν υπερβαίνει το 4,12 %.

78. Η μεθοδολογία και οι ορισμοί που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας 46 .

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη συνοχή των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται κατά τον υπολογισμό αυτών των τομεακών και συνολικών μεριδίων και των στατιστικών στοιχείων που διαβιβάζονται στην Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1099/2008.

Άρθρο 68

Στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 4 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

1. Τα κράτη μέλη μπορούν να συμφωνούν και να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για τη στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένης ποσότητας ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο. H μεταβιβαζόμενη ποσότητα:

α) αφαιρείται από την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την ð μέτρηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï εκτίμηση της συμμόρφωσης του μεταβιβάζοντος κράτους μέλους ð για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ï προς τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1, 2 και 4· και

β) προστίθεται στην ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης άλλου ð μέτρηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του ï κράτους μέλους που δέχεται τη μεταβίβαση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφοι 1, 2 και 4 ð για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ï.

2. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου όσον αφορά το άρθρο 3 παράγραφοι 1, 2 και 4 μπορούν να ισχύουν επί ένα ή περισσότερα έτη. Κοινοποιούνται στην Επιτροπή το αργότερο εντός τριών ð 12 ï μηνών μετά το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο ισχύουν. Στις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Επιτροπή συγκαταλέγονται η ποσότητα και η τιμή της συγκεκριμένης ενέργειας.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

3. Οι μεταβιβάσεις οριστικοποιούνται μόνον μετά την κοινοποίησή τους στην Επιτροπή από όλα τα ενεχόμενα κράτη μέλη.

Άρθρο 79

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών

1. Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται για κοινά έργα οιουδήποτε τύπου τα οποία αφορούν την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση ή ψύξη. Στην εν λόγω συνεργασία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ποσοστό ή την ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση ή ψύξη η οποία παράγεται από οιοδήποτε κοινό έργο της επικράτειάς τους το οποίο άρχισε να λειτουργεί μετά την 25 Ιουνίου 2009, ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης που ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, και η οποία καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

3. Η κοινοποίηση της παραγράφου 2:

α) περιγράφει την προβλεπόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β) προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία θα καταλογιστεί στους εθνικούςό συνολικούςό στόχους ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ïάλλου κράτους μέλους·

γ) προσδιορίζει το κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση· και

δ) διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια ή θέρμανση ή ψύξη η οποία παράγεται από την εγκατάσταση από ανανεώσιμες πηγές καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï του άλλου κράτους μέλους.

4. Η περίοδος που αναφέρεται στο στοιχείο δ) της παραγράφου 3 δεν επιτρέπεται να εκτείνεται πέραν του 2020. Η διάρκεια ενός κοινού έργου μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2020 ð 2030 ï.

5. Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να τροποποιούνται ή να αποσύρονται χωρίς την κοινή συμφωνία του κοινοποιούντος κράτους μέλους και του κράτους μέλους που προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο γ).

Άρθρο 810

Επιπτώσεις των κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών

1. Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 7 9 παράγραφος 3 στοιχείο δ), τα κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 79 εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α) η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 7 9· και

β) η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εν λόγω εγκατάσταση και η οποία θα καταλογιστεί στο συνολικό εθνικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με τους όρους της κοινοποίησης.

2. Το κοινοποιούν κράτος μέλος αποστέλλει την κοινοποιητική επιστολή στο κράτος μέλος εξ ονόματος του οποίου πραγματοποιείται η κοινοποίηση, και στην Επιτροπή.

3. Για τους σκοπούς την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τους στόχους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους εθνικούς συνολικούς στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β):

α) αφαιρείται από την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης ð τη μέτρηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï του κράτους μέλους που εκδίδει την κοινοποιητική επιστολή δυνάμει της παραγράφου 1· και

β) προστίθεται στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση της συμμόρφωσης ð τη μέτρηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï του κράτους μέλους που λαμβάνει την κοινοποιητική επιστολή σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Άρθρο 911

Κοινά έργα μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1. Ένα ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να συνεργάζονται με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες για κοινά έργα οιουδήποτε τύπου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Στην εν λόγω συνεργασία μπορούν να συμμετέχουν ιδιωτικοί φορείς.

2. Η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές σε τρίτες χώρες λαμβάνεται υπόψη μόνον για τους σκοπούς της εκτίμησης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους εθνικούς συνολικούς στόχους ð μέτρησης των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές των κρατών μελών ï εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η ηλεκτρική ενέργεια καταναλίσκεται στην Κοινότητα Ö Ένωση. Αυτή η Õ , απαίτηση που πρέπει να θεωρείται ότι πληρούται όπου:

i) ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει οριστεί σαφώς στο κατανεμόμενο δυναμικό διασύνδεσης από όλους τους αρμόδιους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς στη χώρα προέλευσης, στη χώρα προορισμού και, ανάλογα με την περίπτωση, σε κάθε χώρα διέλευσης,

ii) ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ισοδύναμη προς την καταλογιζόμενη ηλεκτρική ενέργεια έχει εγγραφεί σαφώς στον ισολογισμό του αρμόδιου φορέα εκμετάλλευσης συστήματος μεταφοράς από την κοινοτική Ö ενωσιακή Õ πλευρά διασύνδεσης και

iii) το οριζόμενο δυναμικό και η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση που αναφέρεται στο στοιχείο β) αφορούν την ίδια χρονική περίοδο·

β) η ηλεκτρική ενέργεια παράγεται από νεόδμητη εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί μετά τηνις 25 Ιουνίου 2009 ή από την αυξημένη δυναμικότητα εγκατάστασης η οποία ανακαινίστηκε μετά την ημερομηνία αυτή, στο πλαίσιο κοινού έργου που αναφέρεται στην παράγραφο 1· και

γ) για την παραγόμενη και εξαγόμενη ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας δεν έχει χορηγηθεί στήριξη δυνάμει καθεστώτος στήριξης τρίτης χώρας πλην επενδυτικής ενίσχυσης που χορηγείται στην εγκατάσταση.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να λαμβάνεται υπόψη, για τους σκοπούς του άρθρου 57, η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που παράγεται και καταναλίσκεται σε τρίτη χώρα, στο πλαίσιο της κατασκευής σταθμού διασύνδεσης με εξαιρετικά μακρόχρονη φάση αποπεράτωσης μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας υπό τους ακόλουθους όρους:

α) η κατασκευή του σταθμού διασύνδεσης πρέπει να έχει αρχίσει το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου ð 2026 ï 2016·

β) ο σταθμός πρέπει να μην έχει δυνατότητα να ξεκινήσει τη λειτουργία του το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου ð 2030 ï 2020·

γ) ο σταθμός πρέπει να μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία του το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου ð 2032 ï 2022·

δ) αφού ξεκινήσει να λειτουργεί, ο σταθμός διασύνδεσης θα χρησιμοποιείται για την εξαγωγή στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ, σύμφωνα με την παράγραφο 2, ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας·

ε) η εφαρμογή σχετίζεται με κοινό έργο που πληροί τα κριτήρια των στοιχείων β) και γ) της παραγράφου 2 και ότι θα χρησιμοποιήσει το σταθμό διασύνδεσης αφού τεθεί σε λειτουργία, καθώς και με ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που δεν είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα που θα εξάγεται στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ αφού ξεκινήσει η λειτουργία του σταθμού διασύνδεσης.

4. Το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από οιαδήποτε εγκατάσταση στην επικράτεια τρίτης χώρας, η οποία καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας ï ενός ή περισσότερων κρατών μελών για τους σκοπούς της ð παρούσας οδηγίας ï εκτίμησης τηςσυμμόρφωσης προς το άρθρο 3, κοινοποιούνται στην Επιτροπή. Όταν εμπλέκονται περισσότερα του ενός κράτη μέλη, η κατανομή αυτού του ποσοστού ή της ποσότητας μεταξύ κρατών μελών κοινοποιείται στην Επιτροπή. Αυτό το ποσοστό ή η ποσότητα δεν υπερβαίνει το ποσοστό ή την ποσότητα που όντως εξάγεται και καταναλίσκεται στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ και που αντιστοιχεί στην ποσότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημεία i) και ii) του παρόντος άρθρου και πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 στοιχείο α). Η κοινοποίηση πραγματοποιείται από κάθε κράτος μέλος στο συνολικό εθνικό στόχο του οποίου καταλογίζεται το ποσοστό ή η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας.

5. Η κοινοποίηση της παραγράφου 4:

α) περιγράφει την προβλεπόμενη εγκατάσταση ή ταυτοποιεί την ανακαινισθείσα εγκατάσταση·

β) προσδιορίζει το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση, η οποία θα καταλογιστεί στον εθνικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï κράτους μέλους καθώς και, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί εμπιστευτικότητας, τις αντίστοιχες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις·

γ) διευκρινίζει την περίοδο, σε ολόκληρα ημερολογιακά έτη, κατά την οποία η ηλεκτρική ενέργεια καταλογίζεται στον εθνικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï του κράτους μέλους· και

δ) περιλαμβάνει γραπτή αποδοχή των στοιχείων β) και γ) από την τρίτη χώρα στην επικράτεια της οποίας θα λειτουργήσει η εγκατάσταση και το ποσοστό ή την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από την εγκατάσταση και θα χρησιμοποιηθεί εντός της χώρας αυτής.

6. Η περίοδος που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παραγράφου 5 δεν επιτρέπεται να εκτείνεται πέραν του 2020. Η διάρκεια ενός κοινού έργου μπορεί να εκτείνεται πέραν του 2020 ð 2030 ï.

7. Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται να τροποποιούνται ή να αποσύρονται χωρίς την κοινή συμφωνία του κοινοποιούντος κράτους μέλους και της τρίτης χώρας που αναγνώρισε το κοινό έργο σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο δ).

8. Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα Ö Ένωση Õ παροτρύνουν τα αρμόδια όργανα της συνθήκης για την Ενεργειακή Κοινότητα να λάβουν, σύμφωνα με τη συνθήκη για την Ενεργειακή Κοινότητα, τα μέτρα που απαιτούνται ώστε τα συμβαλλόμενα μέρη της εν λόγω συνθήκης να μπορούν να εφαρμόζουν τις διατάξεις περί συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 1012

Επιπτώσεις κοινών έργων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών

1. Εντός ð 12 ï τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους που περιλαμβάνεται στην περίοδο που ορίζεται στο άρθρο 9 11 παράγραφος 5 στοιχείο γ), το κράτος μέλος που προέβη στην κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 9 11 εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρονται:

α) η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία αποτελεί αντικείμενο της κοινοποίησης δυνάμει του άρθρου 9 11·

β) η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές από την εγκατάσταση η οποία καταλογίζεται στον εθνικό του συνολικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï σύμφωνα με την κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 9 11· και

γ) απόδειξη συμμόρφωσης προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 9 11 παράγραφος 2.

2. Το κράτος μέλος αποστέλλει την κοινοποιητική επιστολή στην τρίτη χώρα η οποία αναγνώρισε το έργο σύμφωνα με το άρθρο 9 11 παράγραφος 5 στοιχείο δ) και στην Επιτροπή.

3. Για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τους στόχους σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τους ð τον υπολογισμό των ï εθνικούςών συνολικούςών ð μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές βάσει της παρούσας οδηγίας ï στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) προστίθεται στην ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία λαμβάνεται υπόψη για την ð μέτρηση των μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï εκτίμηση της συμμόρφωσης του κράτους μέλους που εκδίδει την κοινοποιητική επιστολή.

Άρθρο 1113

Κοινά καθεστώτα στήριξης

1. Με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών δυνάμει του άρθρου 3 5, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν, εθελοντικά, να συνενώνουν ή να συντονίζουν μερικώς τα εθνικά τους καθεστώτα στήριξης. Στις περιπτώσεις αυτές, ορισμένη ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία παράγεται στην επικράτεια συμμετέχοντος κράτους μέλους μπορεί να καταλογίζεται στον εθνικό συνολικό στόχο ð μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï άλλου συμμετέχοντος κράτους μέλους εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος:

α) προβαίνει σε στατιστική μεταβίβαση συγκεκριμένων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 6 8· ή

β) καθιερώνει κανόνα κατανομής για τον οποίον συμφωνούν τα συμμετέχοντα κράτη μέλη και βάσει του οποίου ποσότητες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατανέμονται μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Ο κανόνας αυτός κοινοποιείται στην Επιτροπή εντός τριών μηνών το πολύ από το τέλος του πρώτου έτους κατά το οποίο ισχύει.

2. Εντός τριών μηνών από το τέλος κάθε έτους, κάθε κράτος μέλος το οποίο προέβη σε κοινοποίηση δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) εκδίδει κοινοποιητική επιστολή στην οποία αναφέρεται η συνολική ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης η οποία παρήχθη κατά τη διάρκεια του έτους από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές και η οποία υπόκειται στον κανόνα κατανομής.

3. Για τους σκοπούς την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τους ð του υπολογισμού των ï εθνικούςών συνολικούςών ð μεριδίων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ï στόχους, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας ή θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές η οποία κοινοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ανακατανέμεται μεταξύ των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τον κοινοποιηθέντα κανόνα κατανομής.

Άρθρο 1214

Αύξηση δυναμικότητας

Για τους σκοπούς του άρθρου 7 9 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 11 παράγραφος 2 στοιχείο β), οι μονάδες ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που οφείλονται σε αύξηση της δυναμικότητας της εγκατάστασης θεωρείται ότι παρήχθησαν από χωριστή εγκατάσταση η οποία άρχισε να λειτουργεί τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η αύξηση δυναμικότητας.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 1315

Διοικητικές διαδικασίες, κανονισμοί και κώδικες

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εθνικοί κανόνες σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας που εφαρμόζονται στους σταθμούς και τις συνδεδεμένες υποδομές δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και στη διαδικασία μεταποίησης της βιομάζας σε βιοκαύσιμα ή άλλα ενεργειακά προϊόντα να είναι αναλογικοί και αναγκαίοι.

Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα δέοντα μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι:

α) με την επιφύλαξη των διαφορών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη διοικητική δομή και οργάνωση, οι αντίστοιχες αρμοδιότητες των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών διοικητικών φορέων για τις διαδικασίες έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας συντονίζονται και καθορίζονται σαφώς, συμπεριλαμβανομένου του χωροταξικού σχεδιασμού, με διαφανή χρονοδιαγράμματα για τον καθορισμό των αιτήσεων πολεοδομικών ή οικοδομικών αδειών·

β) πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τη διεκπεραίωση των αιτήσεων έγκρισης, πιστοποίησης και χορήγησης άδειας για εγκαταστάσεις ανανεώσιμης ενέργειας και για τη βοήθεια που παρέχεται στους αιτούντες διατίθενται στο κατάλληλο επίπεδο·

α) γ)οι διοικητικές διαδικασίες απλουστεύονται και διεκπεραιώνονται με ταχείες διαδικασίες στο κατάλληλο διοικητικό επίπεδο·

β) δ)οι κανόνες που διέπουν την έγκριση, την πιστοποίηση και τη χορήγηση άδειας είναι αντικειμενικοί, διαφανείς, αναλογικοί, δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των αιτούντων, και λαμβάνουν πλήρως υπόψη τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας·

γ) ε)είναι διαφανή και συνδεόμενα με το κόστος τα διοικητικά τέλη που καταβάλλουν οι καταναλωτές, οι πολεοδόμοι, οι αρχιτέκτονες, οι κατασκευαστές και οι εγκαταστάτες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων· και

δ) στ) καθορίζονται, ανάλογα με την περίπτωση, απλουστευμένες και λιγότερο επαχθείς διαδικασίες έγκρισης, περιλαμβανομένης της απλής κοινοποίησης εάν επιτρέπεται από το εφαρμοστέο ρυθμιστικό πλαίσιο, για μικρότερα έργα και για αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, κατά περίπτωση.

2. Τα κράτη μέλη ορίζουν σαφώς τις τεχνικές προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν ο εξοπλισμός και τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προκειμένου να μπορούν να επωφεληθούν από τα καθεστώτα στήριξης. Όταν υπάρχουν ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως τα οικολογικά σήματα, τα ενεργειακά σήματα και άλλα τεχνικά συστήματα αναφοράς που θεσπίστηκαν από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης, οι εν λόγω τεχνικές προδιαγραφές εκφράζονται με βάση τα εν λόγω πρότυπα. Οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές δεν προβλέπουν το πού πρέπει να πιστοποιούνται ο εξοπλισμός και τα συστήματα και δεν θα πρέπει να συνιστούν εμπόδιο στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς.

ò νέο

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχεται επαρκής προβλεψιμότητα στους επενδυτές όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη στήριξη για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές. Προς τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη καθορίζουν και δημοσιεύουν μακροπρόθεσμο πρόγραμμα σχετικά με την αναμενόμενη κατανομή της στήριξης, το οποίο καλύπτει τουλάχιστον τα τρία επόμενα έτη και περιλαμβάνει για κάθε καθεστώς ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα, τον αναμενόμενο προϋπολογισμό που αναμένεται να χορηγηθεί, καθώς και τη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη για τον σχεδιασμό της στήριξης.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 13 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

43. Τα κράτη μέλη συνιστούν σε όλους τους φορείς, ιδίως τους τοπικούς και περιφερειακούς διοικητικούς φορείς να μεριμνούν για την εγκατάσταση εξοπλισμού και συστημάτων για τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς και εξοπλισμό και συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης ð μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές τους σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να περιλαμβάνουν διατάξεις για την ενσωμάτωση και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη χρήση της αναπόφευκτης απορριπτόμενης θερμότητας ή ψύξης ï κατά τον προγραμματισμό, τον σχεδιασμό, την κατασκευή και την ανακαίνιση ð αστικών υποδομών, ï βιομηχανικών ή οικιστικών περιοχών ð και ενεργειακών υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης, φυσικού αερίου και εναλλακτικών καυσίμων ï. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν συγκεκριμένα τους τοπικούς και περιφερειακούς διοικητικούς φορείς να περιλαμβάνουν συστήματα θέρμανσης και ψύξης που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον πολεοδομικό προγραμματισμό των πόλεων κατά περίπτωση.

54. Στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες, τα κράτη μέλη εισάγουν κατάλληλα μέτρα για να αυξήσουν το μερίδιο κάθε μορφής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον οικοδομικό τομέα.

Όταν θεσπίζουν τέτοια μέτρα ή στα περιφερειακά καθεστώτα στήριξης, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν υπόψη εθνικά μέτρα που αφορούν ουσιαστικές αυξήσεις της ενεργειακής απόδοσης και συμπαραγωγής και, σε κτίρια παθητικής ενέργειας, χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας ή μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας.

Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2014, τα κράτη μέλη απαιτούν, στους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες ή με άλλο τρόπο με ισοδύναμο αποτέλεσμα, κατά περίπτωση, τη χρήση στοιχειώδους επιπέδου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νέα κτίρια και στα υφιστάμενα κτίρια που υποβάλλονται σε σημαντική ανακαίνισηð , που θα αντικατοπτρίζει τα αποτελέσματα του υπολογισμού των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων που εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2010/31/ΕΕ. ï Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την τήρηση του στοιχειώδους αυτού επιπέδου, μεταξύ άλλων, μέσω της τηλεθέρμανσης και της τηλεψύξης που παράγονται με χρήση σε σημαντικό ποσοστό ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών.

Οι απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου ισχύουν για τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά μόνον στο μέτρο που η εφαρμογή του δεν έρχεται σε σύγκρουση με τη φύση και τον κύριο στόχο των δραστηριοτήτων των ενόπλων δυνάμεων και με την εξαίρεση του υλικού που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτικούς σκοπούς.

65. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, από την 1η Ιανουαρίου 2012 και μετά, τα νέα δημόσια κτίρια και τα υφιστάμενα δημόσια κτίρια που υποβάλλονται σε σημαντικά έργα ανακαίνισης, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο να διαδραματίζουν υποδειγματικό ρόλο στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας. Τα κράτη μέλη μπορούν μεταξύ άλλων να επιτρέπουν ότι αυτή η υποχρέωση πληρούται μέσω της συμμόρφωση προς τα πρότυπα για κατοικίες μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας ή με πρόβλεψη ότι οι στέγες των πλήρως ή εν μέρει δημόσιων κτιρίων χρησιμοποιούνται από τρίτους για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

76. Όσον αφορά τους οικείους οικοδομικούς κανονισμούς και κώδικες, τα κράτη μέλη προωθούν τη χρήση συστημάτων και εξοπλισμού θέρμανσης και ψύξης που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και επιτυγχάνουν σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ενεργειακά σήματα ή οικολογικά σήματα ή άλλα κατάλληλα πιστοποιητικά ή πρότυπα που αναπτύχθηκαν σε εθνικό ή κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ επίπεδο, όπου αυτά υφίστανται, ως βάση για την ενθάρρυνση της χρήσης τέτοιων συστημάτων και εξοπλισμού.

Όσον αφορά τη βιομάζα, τα κράτη μέλη προωθούν τις τεχνολογίες μετατροπής που επιτυγχάνουν απόδοση μετατροπής τουλάχιστον 85 % για τις οικιστικές και εμπορικές εφαρμογές και τουλάχιστον 70 % για τις βιομηχανικές εφαρμογές.

Όσον αφορά τις αντλίες θερμότητας, τα κράτη μέλη προωθούν τις αντλίες θερμότητας που πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις οικολογικής σήμανσης που θεσπίστηκαν στην απόφαση 2007/742/ΕΚ της Επιτροπής, της 9ης Νοεμβρίου 2007, περί καθορισμού οικολογικών κριτηρίων για την απονομή του κοινοτικού οικολογικού σήματος σε ηλεκτροκίνητες, αεριοκίνητες ή λειτουργούσες με απορρόφηση αντλίες θερμότητας 47 .

Όσον αφορά την ηλιακή θερμική ενέργεια, τα κράτη μέλη προωθούν πιστοποιημένο εξοπλισμό και συστήματα που βασίζονται σε ευρωπαϊκά πρότυπα εάν υφίστανται, συμπεριλαμβανομένων των οικολογικών σημάτων, των ενεργειακών σημάτων και άλλων τεχνικών συστημάτων αναφοράς που θεσπίζονται από τους ευρωπαϊκούς φορείς τυποποίησης.

Κατά την εκτίμηση της απόδοσης μετατροπής και της αναλογίας εισροών/εκροών των συστημάτων και του εξοπλισμού για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τις κοινοτικές ή, ελλείψει αυτών, τις διεθνείς διαδικασίες εφόσον αυτές υπάρχουν.

ò νέο

8. Τα κράτη μέλη διενεργούν εκτίμηση του δυναμικού τους στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της χρήσης της απορριπτόμενης θερμότητας ή ψύξης για θέρμανση και ψύξη. Η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνεται στη δεύτερη περιεκτική αξιολόγηση που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για πρώτη φορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 και, στη συνέχεια, στις επικαιροποιήσεις των περιεκτικών αξιολογήσεων.

9. Τα κράτη μέλη εξαλείφουν τα διοικητικά εμπόδια στη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τις επιχειρήσεις για τη χρηματοδότηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη διευκόλυνση της υιοθέτησής τους.

Άρθρο 16
Οργάνωση και διάρκεια της διαδικασίας αδειοδότησης

1. Έως την 1η Ιανουαρίου 2021 τα κράτη μέλη δημιουργούν ένα ή περισσότερα ενιαία διοικητικά σημεία επαφής, τα οποία θα συντονίζουν ολόκληρη τη διαδικασία αδειοδότησης των αιτούντων άδεια κατασκευής και εκμετάλλευσης σταθμών και συνδεδεμένων υποδομών δικτύων μεταφοράς και διανομής για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

2. Το ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής καθοδηγεί τον αιτούντα κατά τη διαδικασία υποβολής αίτησης με διαφανή τρόπο, του παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, αναλαμβάνει τον συντονισμό και εμπλέκει, ενδεχομένως, και άλλες αρχές, όπως επίσης εκδίδει νομικά δεσμευτική απόφαση στο τέλος της διαδικασίας.

3. Το ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής, σε συνεργασία με τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής, δημοσιεύει εγχειρίδιο διαδικασιών για τους φορείς υλοποίησης έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων έργων μικρής κλίμακας και έργων αυτοκαναλωτών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

4. Η διαδικασία αδειοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν υπερβαίνει περίοδο τριών ετών, εκτός από τις περιπτώσεις που προβέπονται στο άρθρο 16 παράγραφος 5 και στο άρθρο 17.

5. Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την αλλαγή ενεργειακής πηγής σε υφιστάμενους σταθμούς παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας απλουστευμένη και ταχεία διαδικασία αδειοδότησης, η οποία δεν υπερβαίνει τη διάρκεια του ενός έτους από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αλλαγής ενεργειακής πηγής στο ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής.

Άρθρο 17
Διαδικασίες απλής κοινοποίησης

1. Τα έργα επίδειξης και οι εγκαταστάσεις με δυναμικότητα ηλεκτρικής ενέργειας μικρότερη των 50 kW επιτρέπεται να συνδέονται με το δίκτυο έπειτα από κοινοποίηση στον διαχειριστή συστήματος διανομής.

2. Η αλλαγή ενεργειακής πηγής επιτρέπεται έπειτα από κοινοποίηση στο ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 16, εφόσον δεν αναμένονται σημαντικές αρνητικές περιβαλλοντικές ή κοινωνικές επιπτώσεις. Το ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής αποφασίζει κατά πόσο επαρκεί η εν λόγω κοινοποίηση εντός έξι μηνών από την παραλαβή της.

Όταν το ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής αποφασίζει ότι η κοινοποίηση επαρκεί, χορηγεί αυτομάτως άδεια.

Όταν το ενιαίο διοικητικό σημείο επαφής αποφασίζει ότι η κοινοποίηση δεν επαρκεί, απαιτείται η υποβολή αίτησης για χορήγηση νέας άδειας. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 5.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1418
Πληροφόρηση και κατάρτιση

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα στήριξης να διατίθενται σε όλους τους ενδιαφερόμενους, όπως καταναλωτές, κατασκευαστές, εγκαταστάτες, αρχιτέκτονες και προμηθευτές εξοπλισμού και συστημάτων θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας και οχημάτων συμβατών με τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι πληροφορίες σχετικές με τα καθαρά οφέλη, το κόστος και την ενεργειακή απόδοση του εξοπλισμού και των συστημάτων για τη χρήση θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρισμού από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας διατίθενται είτε από τους προμηθευτές του εξοπλισμού ή των συστημάτων είτε από τις εθνικές αρμόδιες αρχές.

3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού να γίνουν ή να είναι διαθέσιμα στις 31 Δεκεμβρίου 2012 για τους εγκαταστάτες μικρής κλίμακας λεβήτων και θερμαστρών βιομάζας, ηλιακών φωτοβολταϊκών και ηλιοθερμικών συστημάτων, γεωθερμικών συστημάτων μικρού βάθους και αντλιών θερμότητας. Τα εν λόγω καθεστώτα μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τα υφιστάμενα καθεστώτα και δομές, ανάλογα με την περίπτωση, και βασίζονται στα κριτήρια του παραρτήματος IV. Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει την πιστοποίηση που έχει χορηγηθεί από άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια.

4. Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τα καθεστώτα πιστοποίησης ή ισοδύναμα συστήματα χαρακτηρισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να δημοσιοποιούν τον κατάλογο εγκαταστατών οι οποίοι διαθέτουν τα σχετικά προσόντα ή είναι πιστοποιημένοι σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

5. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατίθενται οδηγίες προς όλους τους ενδιαφερομένους, ιδίως δε τους πολεοδόμους και τους αρχιτέκτονες, ώστε αυτοί να λαμβάνουν δεόντως υπόψη το βέλτιστο συνδυασμό ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών, τεχνολογιών υψηλής απόδοσης και τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης κατά τον σχεδιασμό, τον προγραμματισμό, τη δόμηση και την ανακαίνιση βιομηχανικώνð , εμπορικών ï ή οικιστικών ζωνών.

6. Τα κράτη μέλη, με τη συμμετοχή των τοπικών και περιφερειακών αρχών, εκπονούν κατάλληλα προγράμματα ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης, παροχής οδηγιών ή/και κατάρτισης για να ενημερώνουν τους πολίτες για τα πλεονεκτήματα και τις πρακτικές λεπτομέρειες της ανάπτυξης και της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1519

Εγγυήσεις προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας και της ενέργειας θέρμανσης και ψύξης που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

1. Για να αποδεικνύεται στους τελικούς καταναλωτές το μερίδιο ή η ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο ενεργειακό μείγμα προμηθευτή ενέργειας ð και στην ενέργεια που παρέχεται στους καταναλωτές βάσει σύμβασης που συνάπτεται με αναφορά της κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï , σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να είναι δυνατόν να παρέχεται εγγύηση για την προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια.

2. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να εκδίδεται εγγύηση προέλευσης ύστερα από σχετικό αίτημα παραγωγού ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την έκδοση εγγυήσεων προέλευσης ð για τις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. ï ύστερα από αίτημα παραγωγών θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Οι ρυθμίσεις αυτές ð Η έκδοση εγγυήσεων προέλευσης ï μπορούνεί να εξαρτώνταιάται από στοιχειώδες όριο δυναμικού. Η εγγύηση προέλευσης αντιστοιχεί σε τυποποιημένη ισχύ 1 MWh. Δεν επιτρέπεται να εκδίδονται περισσότερες από μία εγγύηση προέλευσης για κάθε μονάδα παραγόμενης ενέργειας.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η ίδια μονάδα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να λαμβάνεται υπόψη μόνον άπαξ.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ð διασφαλίζουν ï  ότι δεν παρέχεται στήριξη ð εκδίδονται εγγυήσεις προέλευσης ï σε παραγωγό όταν ο οποίοςπαραγωγός αυτός λαμβάνει ð χρηματοδοτική στήριξη από καθεστώς στήριξης ï εγγύηση προέλευσης για την ίδια παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. ð Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εν λόγω εγγυήσεις προέλευσης και τις μεταβιβάζουν στην αγορά με δημοπρασία. Τα έσοδα που προκύπτουν από τη δημοπρασία χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση του κόστους στήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. ï

Η εγγύηση προέλευσης δεν σχετίζεται με τη συμμόρφωση του κράτους μέλους προς το άρθρο 3. Οι μεταβιβάσεις εγγυήσεων προέλευσης, χωριστά ή μαζί με τη φυσική μεταβίβαση ενέργειας, δεν επηρεάζουν την απόφαση των κρατών μελών να χρησιμοποιούν στατιστικές μεταβιβάσεις, κοινά έργα ή κοινά καθεστώτα στήριξης για να συμμορφωθούν προς τους στόχους ή για να υπολογίζουν την ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 7.

3. Οι εγγυήσεις προέλευσης επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται μόνον εντός δώδεκα μηνών από την παραγωγή της αντίστοιχης μονάδας ενέργειας. Η εγγύηση προέλευσης, ακυρώνεται όταν χρησιμοποιηθεί.

ò νέο

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι εγγυήσεις προέλευσης ισχύουν για το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο παράγεται η μονάδα ενέργειας. Έξι μήνες μετά το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λήγουν όλες οι εγγυήσεις προέλευσης του προηγούμενου ημερολογιακού έτους που δεν έχουν ακυρωθεί. Τα κράτη μέλη περιλαμβάνουν τις ληγμένες εγγυήσεις προέλευσης στον υπολογισμό του υπολειμματικού εγεργειακού μείγματος.

4. Για τους σκοπούς της κοινοποίησης που αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 13, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι επιχειρήσεις ενέργειας να ακυρώνουν τις εγγυήσεις προέλευσης έως τις 30 Ιουνίου του έτους που έπεται του ημερολογιακού έτους για το οποίο εκδόθηκαν οι εγγυήσεις προέλευσης.

ê 2009/28/ΕΚ

ð νέο

45. Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς εποπτεύουν την έκδοση, τη μεταβίβαση και την ακύρωση αυτών των εγγυήσεων προέλευσης. Οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς έχουν μη αλληλεπικαλυπτόμενες γεωγραφικές αρμοδιότητες, και είναι ανεξάρτητοι από τις δραστηριότητες παραγωγής, εμπορίου και εφοδιασμού.

56. Τα κράτη μέλη ή οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς θεσπίζουν κατάλληλους μηχανισμούς για να εξασφαλίζουν την ηλεκτρονική έκδοση, μεταβίβαση και ακύρωση των εγγυήσεων προέλευσης και ότι οι εγγυήσεις αυτές είναι ακριβείς, αξιόπιστες και μη παραποιήσιμες. ð Τα κράτη μέλη και οι οριζόμενοι αρμόδιοι φορείς διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις που επιβάλλουν πληρούν το πρότυπο CEN - EN 16325. ï

67. Στην εγγύηση προέλευσης προσδιορίζονται τουλάχιστον:

α) η πηγή ενέργειας από την οποία παρήχθη η ενέργεια και οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της παραγωγής της·

β) κατά πόσον η εγγύηση προέλευσης αφορά:

i) ηλεκτρική ενέργεια, ή

ò νέο

ii) φυσικό άεριο, ή

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

iiiii) θέρμανση ή/και ψύξη·

γ) η ονομασία, ο τόπος, το είδος και το δυναμικό της εγκατάστασης στην οποία παρήχθη η ενέργεια·

δ) εάν και κατά πόσον η εγκατάσταση έχει λάβει επενδυτική στήριξη, Ö και Õ εάν και κατά πόσον η μονάδα ενέργειας έχει επωφεληθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο από εθνικό καθεστώς στήριξης, και τη μορφή του καθεστώτος στήριξης·

ε) και η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να λειτουργεί η εγκατάσταση και

στ) η ημερομηνία και η χώρα έκδοσης και ο ενιαίος αριθμός αναγνώρισης.

ò νέο

Στις εγγυήσεις προέλευσης από εγκαταστάσεις μικρής κλίμακας επιτρέπεται να αναγράφονται απλουστευμένες πληροφορίες.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

87. Εάν ένας προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεούται να αποδεικνύει το μερίδιο ή την ποσότητα ανανεώσιμης ενέργειας που περιέχεται στο ενεργειακό του μείγμα για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 69 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ2009/72/ΕΚ, μπορεί να το αποδεικνύει με τις σχετικές εγγυήσεις προέλευσης. ð Ομοίως, οι εγγυήσεις προέλευσης που δημιουργούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 10 της οδηγίας 2012/27/ΕΚ χρησιμοποιούνται ως μέσο απόδειξης της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απώλειες ενέργειας κατά τη μεταφορά λαμβάνονται πλήρως υπόψη όταν χρησιμοποιούνται εγγυήσεις προέλευσης για να αποδειχθεί η κατανάλωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ή ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης. ï

8. Η ποσότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που αντιστοιχεί στις εγγυήσεις προέλευσης οι οποίες μεταβιβάζονται από έναν προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας σε τρίτον αφαιρείται από το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές του ενεργειακού του μείγματος για τους σκοπούς του άρθρου 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ.

9. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προέλευσης που εκδίδουν άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, μόνον ως απόδειξη των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στην παράγραφο 67 στοιχεία α) έως στ). Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται την αναγνώριση εγγύησης προέλευσης μόνον εάν έχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την ακρίβεια, την αξιοπιστία ή την αλήθειά της. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις αρνήσεις αυτές και την αιτιολόγησή τους.

10. Αν η Επιτροπή κρίνει αβάσιμη άρνηση αναγνώρισης της εγγύησης προέλευσης, μπορεί να εκδίδει απόφαση με την οποία υποχρεώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να την αναγνωρίσει.

ò νέο

11. Τα κράτη μέλη δεν αναγνωρίζουν τις εγγυήσεις προέλευσης που εκδίδει τρίτη χώρα, εκτός εάν η Επιτροπή έχει υπογράψει συμφωνία με την εν λόγω τρίτη χώρα για την αμοιβαία αναγνώριση των εγγυήσεων προέλευσης που εκδίδονται στην Ένωση και των συμβατών συστημάτων εγγυήσεων προέλευσης που εφαρμόζονται στην εν λόγω χώρα, σε περίπτωση άμεσης εισαγωγής ή εξαγωγής ενέργειας. Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32 για την επιβολή των εν λόγω συμφωνιών.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

1112. Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίζουν, σύμφωνα με το κοινοτικό Ö ενωσιακό Õ δίκαιο, αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια για τη χρήση των εγγυήσεων προέλευσης κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 69 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ 2009/72/ΕΚ.

1213. Όταν οι προμηθευτές ενέργειας διαθέτουν στους καταναλωτές πελάτες ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ð ή συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης ï αναφέροντας τα περιβαλλοντικά ή άλλα οφέλη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ð ή συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης ï, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους προμηθευτές ενέργειας να κοινοποιούν, σε περιληπτική μορφή, πληροφορίες σχετικά με ð χρησιμοποιούν τις εγγυήσεις προέλευσης για να γνωστοποιούν ï την ποσότητα ή το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ð ή συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης ï που προέρχεται από εγκαταστάσεις ή αυξημένη δυναμικότητα που άρχισαν να λειτουργούν μετά τις 25 Ιουνίου 2009.

ò νέο

14. Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32 για τη θέσπιση των κανόνων παρακολούθησης της λειτουργίας του συστήματος που περιγράφεται στο παρόν άρθρο.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1620Πρόσβαση στα δίκτυα και εκμετάλλευση των δικτύων

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την ανάπτυξη δικτυακής υποδομής μεταφοράς και διανομής, ευφυών δικτύων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης και του συστήματος ηλεκτροδότησης προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής λειτουργία του συστήματος ηλεκτροδότησης ώστε να επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των διασυνδέσεων μεταξύ κρατών μελών, καθώς και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επίσης τα κατάλληλα μέτρα για να επιταχύνουν τις διαδικασίες χορήγησης άδειας για δικτυακή υποδομή και για να συντονίσουν την έγκριση της δικτυακής υποδομής με τις διοικητικές διαδικασίες και τις διαδικασίες προγραμματισμού.

2. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας του δικτύου, και βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων που καθορίζονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές:

α) τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι ευρισκόμενοι στο έδαφός τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής εγγυώνται τη μεταφορά και τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές·

β) τα κράτη μέλη εξάλλου προβλέπουν ότι η ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές έχει προτεραιότητα ή εξασφάλιση πρόσβασης στο δίκτυο ηλεκτροδότησης·

γ) τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, κατά την κατανομή των εγκαταστάσεων ηλεκτροπαραγωγής, οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς να δίνουν προτεραιότητα σε εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές στον βαθμό που το επιτρέπει η ασφαλής λειτουργία του εθνικού συστήματος ηλεκτροδότησης και βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να λαμβάνονται τα δέοντα επιχειρησιακά μέτρα σχετικά με το δίκτυο και την αγορά προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι περιορισμοί της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές. Όταν λαμβάνονται σημαντικά μέτρα για τον περιορισμό των ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών προκειμένου να εξασφαλιστούν η ασφάλεια του εθνικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας και ο ενεργειακός εφοδιασμός, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιοι φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων να υποβάλλουν έκθεση για τα μέτρα αυτά, αναφέροντας τι διορθωτικά μέτρα προτίθενται να λάβουν για την αποφυγή μη σκόπιμων περικοπών.

3. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων μεταφοράς και διανομής να καθορίζουν και να δημοσιοποιούν τους τυποποιημένους κανόνες τους σχετικά με την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους των τεχνικών αναπροσαρμογών, όπως των συνδέσεων με το δίκτυο και των ενισχύσεων του δικτύου, της βελτιωμένης λειτουργίας του δικτύου και των κανόνων για την αμερόληπτη εφαρμογή των κωδίκων δικτύου, οι οποίες απαιτούνται για την ένταξη νέων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές στο διασυνδεδεμένο δίκτυο.

Οι κανόνες αυτοί βασίζονται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, στα οποία λαμβάνονται ιδίως υπόψη όλες οι δαπάνες και τα πλεονεκτήματα της σύνδεσης αυτών των παραγωγών με το δίκτυο καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούν οι παραγωγοί οι εγκατεστημένοι σε απόκεντρες περιφέρειες και σε περιφέρειες χαμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας. Οι κανόνες αυτοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικούς τύπους σύνδεσης.

4. Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων μεταφοράς και διανομής να αναλαμβάνουν ολόκληρο το κόστος που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή μέρος αυτού. Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση των πλαισίων και των κανόνων για την ανάληψη και τον επιμερισμό του κόστους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, και στη συνέχεια ανά διετία, ώστε να εξασφαλίζουν την ένταξη νέων παραγωγών που προβλέπεται στην ίδια παράγραφο.

5. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής να παρέχουν στους νέους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που επιθυμούν να συνδεθούν με το δίκτυο κάθε αναγκαία πληροφορία για:

α) μια πλήρη και αναλυτική εκτίμηση των δαπανών της σύνδεσης·

β) ένα εύλογο και ακριβές χρονοδιάγραμμα παραλαβής και επεξεργασίας της αίτησης σύνδεσης στο δίκτυο·

γ) ένα εύλογο ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα για την οποιαδήποτε προτεινόμενη σύνδεση στο δίκτυο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, οι οποίοι επιθυμούν να συνδεθούν με το δίκτυο, να προκηρύσσουν πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για τις εργασίες σύνδεσης.

6. Ο επιμερισμός του κόστους που αναφέρεται στην παράγραφο 3 πραγματοποιείται με μηχανισμό που βασίζεται σε αντικειμενικά, διαφανή και αμερόληπτα κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν από τις εν λόγω συνδέσεις οι αρχικά και μετέπειτα συνδεόμενοι παραγωγοί, καθώς επίσης και οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής.

7. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής να μην δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, και ιδίως της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που παράγεται σε απόκεντρες περιφέρειες, όπως νησιωτικές περιοχές, και σε περιφέρειες χαμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η επιβολή τιμολογίων μεταφοράς και διανομής να μην δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές.

8. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα τιμολόγια που εφαρμόζουν οι φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων μεταφοράς και διανομής για τη μεταφορά και τη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές να απηχούν τα οφέλη που μπορούν να αποκομίζουν λόγω της σύνδεσης της εγκατάστασης με το δίκτυο. Αυτά τα οφέλη μπορούν να προκύπτουν από την άμεση χρήση του δικτύου χαμηλής τάσης.

91. Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη εξετάζουν την ανάγκη επέκτασης της υφιστάμενης δικτυακής υποδομής φυσικού αερίου για να διευκολύνουν την ενσωμάτωση του φυσικού αερίου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

102. Ανάλογα με την περίπτωση, τα κράτη μέλη απαιτούν από τους φορείς εκμετάλλευσηςδιαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής της επικράτειάς τους να δημοσιεύουν τεχνικούς κανόνες σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου 48 , ιδίως δε κανόνες για τη σύνδεση με το δίκτυο που περιλαμβάνουν απαιτήσεις για την ποιότητα, την οσμή και την πίεση του φυσικού αερίου. Τα κράτη μέλη απαιτούν επίσης από τους φορείς εκμετάλλευσηςδιαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής να δημοσιεύουν τα τιμολόγια σύνδεσης για τη σύνδεση ανανεώσιμων πηγών φυσικού αερίου βάσει διαφανών και αμερόληπτων κριτηρίων.

113 Στα εθνικά τους σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια, τα κράτη μέλη εκτιμούν την ανάγκη δημιουργίας νέας αστικής υποδομής θέρμανσης και ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προκειμένου να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος του 2020 που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1. Με βάση την Ö οικεία Õ εκτίμηση αυτή ð που περιλαμβάνεται στα ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα σύμφωνα με το παράρτημα I του κανονισμού [διακυβέρνηση], σχετικά με την αναγκαιότητα κατασκευής νέων υποδομών για τηλεθέρμανση και τηλεψύξη που παράγονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με σκοπό την επίτευξη του ενωσιακού στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας ï, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όπου απαιτείται μέτρα για την ανάπτυξη υποδομής τηλεθέρμανσης που να εξυπηρετεί την παραγωγή κεντρικής θέρμανσης και ψύξης από μεγάλες μονάδες βιομάζας, ηλιακής και γεωθερμικής ενέργειας.

ò νέο

Άρθρο 21
Αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, μεμονωμένα ή μέσω φορέων συγκέντρωσης:

α) να έχουν δικαίωμα να αυτοκαταναλώνουν και να πωλούν, μεταξύ άλλων μέσω συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, την πλεονάζουσα παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές χωρίς να υπόκεινται σε δυσανάλογες διαδικασίες και επιβαρύνσεις που δεν αντανακλούν το κόστος·

β) να διατηρούν τα δικαιώματά τους ως καταναλωτές·

γ) να μην θεωρούνται προμηθευτές ενέργειας σύμφωνα με την ενωσιακή ή την εθνική νομοθεσία ως προς την ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που διοχετεύουν στο δίκτυο, η οποία δεν υπερβαίνει σε ετήσια βάση τις 10 MWh για τα νοικοκυριά και τις 500 MWh για τα νομικά πρόσωπα· και

δ) να λαμβάνουν αμοιβή για την αυτοπαραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές που διοχετεύουν στο δίκτυο η οποία αποτυπώνει την αγοραία αξία της διοχετευόμενης ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν υψηλότερο όριο από το προβλεπόμενο στο στοιχείο γ). 

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι επιτρέπεται στους αυτοκαταναλωτές ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που κατοικούν στο ίδιο συγκρότημα διαμερισμάτων, ή βρίσκονται στον ίδιο εμπορικό χώρο ή χώρο κοινών υπηρεσιών ή κλειστό σύστημα διανομής, να ασκούν από κοινού αυτοκατανάλωση ως ένας μεμονωμένος αυτοκαταναλωτής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Στην περίπτωση αυτή, το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) εφαρμόζεται σε κάθε ενδιαφερόμενο αυτοκαταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

3. Η διαχείριση της εγκατάστασης του αυτοκαταναλωτή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να γίνεται από τρίτους όσον αφορά την εγκατάσταση, την εκμετάλλευση, συμπεριλαμβανομένης της μέτρησης, και τη συντήρηση.

Άρθρο 22
Κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι κοινότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να έχουν δικαίωμα να παράγουν, να καταναλώνουν, να αποθηκεύουν και να πωλούν ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, μεταξύ άλλων μέσω συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να υπόκεινται σε δυσανάλογες διαδικασίες και επιβαρύνσεις που δεν αντανακλούν το κόστος.

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως κοινότητα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας νοείται μια ΜΜΕ ή μη κερδοσκοπική οργάνωση, της οποίας οι μέτοχοι ή τα μέλη συνεργάζονται για την παραγωγή, τη μεταφορά, την αποθήκευση ή την παροχή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και η οποία πληροί τουλάχιστον τέσσερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) οι μέτοχοι ή τα μέλη είναι φυσικά πρόσωπα, τοπικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δήμων, ή ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στους τομείς των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·

β) τουλάχιστον το 51 % των μετόχων ή μελών της οντότητας που διαθέτουν δικαίωμα ψήφου είναι φυσικά πρόσωπα·

γ) τουλάχιστον το 51 % των μετοχών ή των δικαιωμάτων συμμετοχής της οντότητας ανήκουν σε τοπικά μέλη, ήτοι αντιπροσώπους τοπικών δημόσιων και τοπικών ιδιωτικών κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων ή πολίτες τους οποίους αφορά άμεσα η δραστηριότητα της κοινότητας και ο αντίκτυπός της·

δ) τουλάχιστον το 51 % των θέσεων στο διοικητικό συμβούλιο ή των φορέων διαχείρισης της οντότητας προορίζονται για τοπικά μέλη, ήτοι αντιπροσώπους τοπικών δημόσιων και τοπικών ιδιωτικών κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων ή πολίτες τους οποίους αφορά άμεσα η δραστηριότητα της κοινότητας και ο αντίκτυπός της·

ε) η κοινότητα δεν εγκατέστησε, κατά ετήσιο μέσο όρο την προηγούμενη πενταετία, δυναμικότητα ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές άνω των 18 MW για ηλεκτρισμό, θέρμανση και ψύξη και μεταφορές.

2. Με την επιφύλαξη των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη, όταν σχεδιάζουν τα καθεστώτα στήριξης, τις ιδιαιτερότητες των κοινοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Άρθρο 23
Ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στις εγκαταστάσεις θέρμανσης και ψύξης

1. Προκειμένου να διευκολυνθεί η διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, κάθε κράτος μέλος επιδιώκει να αυξήσει το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα (π.μ.) κάθε έτος, εκφραζόμενη ως εθνικό μερίδιο της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και υπολογιζόμενη σύμφωνα με τη μεθοδολογία του άρθρου 7.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να καταρτίσουν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που δεν εισάγουν διακρίσεις, και να δημοσιοποιήσουν κατάλογο μέτρων και εκτελεστικών φορέων, όπως οι προμηθευτές καυσίμων, που συνεισφέρουν στην αύξηση που προβλέπεται στην παραγραφο 1.

3. Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 αύξηση μπορεί να υλοποιηθεί μέσω μίας ή περισσότερων από τις ακόλουθες επιλογές:

α) φυσική ενσωμάτωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ενέργεια και στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται για θέρμανση και ψύξη·

β) άμεσα μέτρα μετριασμού, όπως η εγκατάσταση σε κτίρια άκρως αποδοτικών συστημάτων θέρμανσης και ψύξης που λειτουργούν με ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ή η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για βιομηχανικές διαδικασίες θέρμανσης και ψύξης·

γ) έμμεσα μέτρα μετριασμού που καλύπτονται από διαπραγματεύσιμα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση μέσω της στήριξης έμμεσων μέτρων μετριασμού, τα οποία εφαρμόζονται από άλλον οικονομικό φορέα, όπως ένας ανεξάρτητος εγκαταστάτης τεχνολογιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή μια εταιρεία ενεργειακών υπηρεσιών (ΕΕΥ) που παρέχει υπηρεσίες εγκατάστασης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις δομές που δημιουργήθηκαν βάσει των εθνικών καθεστώτων επιβολής της υποχρέωσης ενεργειακής απόδοσης που ορίζονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την εφαρμογή και την παρακολούθηση των μέτρων της παραγράφου 2.

5. Οι φορείς που ορίζονται δυνάμει της παραγράφου 2 διασφαλίζουν ότι η συνεισφορά τους είναι μετρήσιμη και επαληθεύσιμη και υποβάλλουν ετησίως έκθεση στην αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος, αρχής γενομένης από τις 30 Ιουνίου 2021, σχετικά με:

α) τη συνολική ποσότητα παρεχόμενης ενέργειας για θέρμανση και ψύξη·

β) τη συνολική ποσότητα παρεχόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη·

γ) το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική ποσότητα παρεχόμενης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για θέρμανση και ψύξη· και

δ) το είδος της πηγής ανανεώσιμης ενέργειας.

6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 υπόκεινται σε επαλήθευση από την αρμόδια ορισθείσα αρχή.

Άρθρο 24
Τηλεθέρμανση και τηλεψύξη

1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι προμηθευτές τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης να παρέχουν πληροφορίες στους τελικούς χρήστες σχετικά με τις ενεργειακές επιδόσεις τους και το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα συστήματά τους. Οι εν λόγω πληροφορίες είναι σύμφωνες με τα πρότυπα που χρησιμοποιούνται βάσει της οδηγίας 2010/31/ΕΕ.

2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να έχουν τη δυνατότητα οι πελάτες των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης που δεν αποτελούν «αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης» κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 41) της οδηγίας 2012/27/ΕΕ να αποσυνδεθούν από το σύστημα προκειμένου να παράγουν οι ίδιοι θέρμανση ή ψύξη από ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ή να στραφούν προς άλλο προμηθευτή θέρμανσης ή ψύξης ο οποίος έχει πρόσβαση στο σύστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν το δικαίωμα αποσύνδεσης ή αλλαγής προμηθευτή στους πελάτες που είναι σε θέση να αποδείξουν ότι η προβλεπόμενη εναλλακτική λύση προμήθειας για θέρμανση ή ψύξη έχει ως αποτέλεσμα αισθητά καλύτερη ενεργειακή απόδοση. Η αξιολόγηση της απόδοσης της εναλλακτικής λύσης προμήθειας μπορεί να βασίζεται στο πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, όπως ορίζεται στην οδηγία 2010/31/ΕΕ.

4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης στη θερμότητα ή την ψύξη που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές και στην απορριπτόμενη θερμότητα ή ψύξη. Αυτή η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση παρέχει τη δυνατότητα σε άλλους προμηθευτές πλην του διαχειριστή του συστήματος τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης να παρέχουν άμεσα θερμότητα ή ψύξη από τις εν λόγω πηγές στους πελάτες που είναι συνδεδεμένοι με το σύστημα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης.

5. Ο διαχειριστής συστήματος τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση σε προμηθευτές λόγω έλλειψης δυναμικότητας του συστήματος που οφείλεται σε άλλες παροχές απορριπτόμενης θερμότητας ή ψύξης, θερμότητας ή ψύξης από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή θερμότητας ή ψύξης παραγόμενης με συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στην περίπτωση τέτοιας άρνησης, ο διαχειριστής του συστήματος τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης παρέχει σχετικές πληροφορίες στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 9 όσον αφορά τα απαιτούμενα μέτρα για την ενίσχυση του συστήματος.

6. Τα νέα συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης είναι δυνατόν, κατόπιν αιτήματος, να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παραγράφου 4 για καθορισμένο χρονικό διάστημα. Η αρμόδια αρχή αποφασίζει επί αυτών των αιτημάτων εξαίρεσης ξεχωριστά κατά περίπτωση. Παρέχεται εξαίρεση μόνο εάν το νέο σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης αποτελεί «αποδοτικό σύστημα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης» κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 41 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ και εάν αξιοποιεί το δυναμικό χρήσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της απορριπτόμενης θερμότητας και ψύξης που προσδιορίζεται στην περιεκτική αξιολόγηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ.

7. Το δικαίωμα αποσύνδεσης ή αλλαγής προμηθευτή μπορεί να ασκείται από μεμονωμένους πελάτες, από κοινές επιχειρήσεις αποτελούμενες από πελάτες ή από μέρη που ενεργούν για λογαριασμό πελατών. Για τα συγκροτήματα διαμερισμάτων, η αποσύνδεση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε επίπεδο ολόκληρου του κτιρίου.

8. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους διαχειριστές συστημάτων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας να αξιολογούν τουλάχιστον ανά διετία, σε συνεργασία με τους διαχειριστές συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης στις αντίστοιχες περιοχές τους, το δυναμικό των συστημάτων τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης για παροχή υπηρεσιών εξισορρόπησης και άλλων υπηρεσιών συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της απόκρισης ζήτησης και της αποθήκευσης της πλεονάζουσας ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, και να εξετάζουν κατά πόσο η χρήση του ως άνω δυναμικού θα ήταν πιο ασφαλής και οικονομικά αποδοτική από εναλλακτικές λύσεις.

9. Τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες ανεξάρτητες αρχές για να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών και οι κανόνες λειτουργίας των συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σύμφωνα με το παρόν άρθρο καθορίζονται και εφαρμόζονται με σαφήνεια.

Άρθρο 25
Ενσωμάτωση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών

1. Από την 1η Ιανουαρίου 2021 τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές καυσίμων να περιλαμβάνουν στη συνολική ποσότητα καυσίμων κίνησης που προμηθεύουν για κατανάλωση ή χρήση στην αγορά κατά τη διάρκεια ενός ημερολογιακού έτους ένα ελάχιστο μερίδιο ενέργειας από προηγμένα βιοκαύσιμα και άλλα βιοκαύσιμα και βιοαέρια παραγόμενα από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX, από ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, από ορυκτά καύσιμα παραγόμενα από απόβλητα και από ηλεκτρική ενέργεια παραγόμενη από ανανεώσιμες πηγές.

Το ελάχιστο μερίδιο ισούται τουλάχιστον με ποσοστό 1,5 % το 2021 και αυξάνεται σε τουλάχιστον 6,8 % το 2030, σύμφωνα με την πορεία που παρατίθεται στο παράρτημα X μέρος Β. Από το συνολικό αυτό μερίδιο, η συνεισφορά των προηγμένων βιοκαυσίμων και των βιοαερίων τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX μέρος Α ισούται τουλάχιστον με ποσοστό 0,5 % των καυσίμων κίνησης που παρέχονται προς κατανάλωση ή χρήση στην αγορά από την 1η Ιανουαρίου 2021, αυξάνεται δε σε ποσοστό 3,6 % μέχρι το 2030, σύμφωνα με την πορεία που παρατίθεται στο παράρτημα X μέρος Γ.

Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση προηγμένων βιοκαυσίμων και άλλων βιοκαυσίμων και βιοαερίων τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX ανέρχεται τουλάχιστον σε 70 % την 1η Ιανουαρίου 2021.

Για τον υπολογισμό των μεριδίων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α) για τον υπολογισμό του παρονομαστή, δηλαδή του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων για οδικές και σιδηροδρομικές μεταφορές που παρέχονται προς κατανάλωση ή χρήση στην αγορά, λαμβάνονται υπόψη η βενζίνη, το πετρέλαιο ντίζελ, το φυσικό αέριο, τα βιοκαύσιμα, τα βιοαέρια, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, τα ορυκτά καύσιμα από απόβλητα και η ηλεκτρική ενέργεια·

β) για τον υπολογισμό του αριθμητή, λαμβάνεται υπόψη το ενεργειακό περιεχόμενο των προηγμένων βιοκαυσίμων και άλλων βιοκαυσίμων και βιοαερίων τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX, τα ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, τα ορυκτά καύσιμα από απόβλητα που παρέχονται σε όλους τους τομείς των μεταφορών, και η ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές με την οποία τροφοδοτούνται τα οδικά οχήματα.

Για τον υπολογισμό του αριθμητή, η συνεισφορά των βιοκαυσίμων και των βιοαερίων τα οποία παράγονται από πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX περιορίζεται στο 1,7 % του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που παρέχονται προς κατανάλωση ή χρήση στην αγορά και η συνεισφορά των καυσίμων που παρέχονται στους τομείς των αεροπορικών και των θαλάσσιων μεταφορών υπολογίζεται ως το γινόμενο επί 1,2 του ενεργειακού περιεχομένου τους.

γ) Για τον υπολογισμό τόσο του αριθμητή όσο και του παρονομαστή, χρησιμοποιούνται οι τιμές σχετικά με το ενεργειακό περιεχόμενο των καυσίμων κίνησης που παρατίθενται στο παράρτημα III. Για τον προσδιορισμό του ενεργειακού περιεχομένου των καυσίμων κίνησης που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα III, τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τα αντίστοιχα πρότυπα ESO (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης) για να προσδιορίσουν τη θερμογόνο δύναμη των καυσίμων. Όταν δεν έχουν εγκριθεί πρότυπα ESO για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται τα αντίστοιχα πρότυπα ISO.

2. Για τον σκοπό της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δημιουργούν ένα σύστημα που επιτρέπει στους παρομηθευτές καυσίμων να μεταβιβάζουν την υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε άλλους προμηθευτές καυσίμων και να διασφαλίζουν ότι όλες οι μεταβιβάσεις καταγράφονται στις εθνικές βάσεις δεδομένων που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

3. Για να προσδιοριστεί το μερίδιο ηλεκρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για τους σκοπούς της παραγράφου 1, μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε το μέσο μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση ή το μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο κράτος μέλος στο οποίο παρέχεται η ηλεκτρική ενέργεια, όπως μετρήθηκε δύο έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ακυρώνεται ισοδύναμη ποσότητα εγγυήσεων προέλευσης που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 19.

Το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης προσδιορίζεται με βάση το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην ολική εισερχόμενη ενέργεια που χρησιμοποιείται για την παραγωγή του καυσίμου.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

α) Όταν χρησιμοποιείται ηλεκτρική ενέργεια για την παραγωγή ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης, είτε άμεσα ή για την παραγωγή ενδιάμεσων προϊόντων, για τον προσδιοριμό του μεριδίου της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε το μέσο μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στην Ένωση ή το μερίδιο ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη χώρα παραγωγής, όπως μετρήθηκε δύο έτη πριν από το υπό συζήτηση έτος. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ακυρώνεται ισοδύναμη ποσότητα εγγυήσεων προέλευσης που εκδόθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 19.

Ωστόσο, η ηλεκτρική ενέργεια που λαμβάνεται μέσω άμεσης σύνδεσης με εγκατάσταση ηλεκτροπαραγωγής από ανανεώσιμες πηγές i) η οποία αρχίζει να λειτουργεί μετά ή ταυτόχρονα με την εγκατάσταση παραγωγής ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και ii) δεν είναι συνδεδεμένη με το δίκτυο, μπορεί να συνυπολογίζεται πλήρως ως ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές για την παραγωγή των εν λόγω ανανεώσιμων υγρών και αέριων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης.

β) Όταν η βιομάζα υποβάλλεται σε επεξεργασία με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία, η ποσότητα βιοκαυσίμων στο προϊόν καθορίζεται με την εφαρμογή κατάλληλων συντελεστών μετατροπής στην εισερχόμενη βιομάζα. Σε περίπτωση που από τη διαδικασία αυτή προκύπτουν περισσότερα τους ενός προϊόντα, όλα τα προϊόντα που προέρχονται από τη διαδικασία θεωρείται ότι περιέχουν το ίδιο μερίδιο βιοκαυσίμων. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 1.

4. Τα κράτη μέλη δημιουργούν βάση δεδομένων με σκοπό την ιχνηλάτηση των καυσίμων κίνησης που είναι επιλέξιμα για συνυπολογισμό στον αριθμητή της παραγράφου 1 στοιχείο β) και απαιτούν από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς να εισαγάγουν τις πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και τα χαρακτηριστικά αειφορίας των επιλέξιμων καυσίμων, μεταξύ των οποίων οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής τους, με αφετηρία το σημείο παραγωγής τους και μέχρι τον προμηθευτή καυσίμων που διαθέτει το καύσιμο στην αγορά.

Η βάση δεδομένων περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την κατά την παράγραφο 1 απαίτηση που επιβάλλεται στους προμηθευτές καυσίμων και τον τρόπο εκπλήρωσής της.

Οι εθνικές βάσεις δεδομένων συνδέονται μεταξύ τους, ώστε να επιτρέπεται η ιχνηλάτηση των συναλλαγών καυσίμων μεταξύ των κρατών μελών. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμβατότητα των εθνικών βάσεων δεδομένων, η Επιτροπή καθορίζει τεχνικές προδιαγραφές σχετικά με το περιεχόμενο και τη χρήση τους με εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 31.

5. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση σχετικά με τις συγκεντρωτικές πληροφορίες που προέρχονται από τις εθνικές βάσεις δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τον κύκλο ζωής των καυσίμων, σύμφωνα με το παράρτημα VII του κανονισμού [διακυβέρνηση].

6. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 32 για τον περαιτέρω καθορισμό της μεθοδολογίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου για τον προσδιορισμό του μεριδίου βιοκαυσίμων που προκύπτουν από την επεξεργασία βιομάζας με ορυκτά καύσιμα σε κοινή διαδικασία, για τον καθορισμό της μεθοδολογίας εκτίμησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από ανανεώσιμα υγρά και αέρια καύσιμα κίνησης μη βιολογικής προέλευσης και ορυκτά καύσιμα από απόβλητα, και για το προσδιορισμό της ελάχιστης μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που απαιτείται για τα εν λόγω καύσιμα για τον σκοπό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

7. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, στο πλαίσιο της διετούς αξιολόγησης της προόδου που πραγματοποιείται σύμφωνα με τον κανονισμό [διακυβέρνηση], η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσο η υποχρέωση που καθορίζεται στην παράγραφο 1 πράγματι τονώνει την καινοτομία και προωθεί τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στον τομέα των μεταφορών, και κατά πόσο οι εφαρμοστέες απαιτήσεις μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα βιοκαύσιμα και τα βιοαέρια είναι κατάλληλες. Η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, πρόταση τροποποίησης της υποχρέωσης που καθορίζεται στην παράγραφο 1.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1726
Κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï για τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστάð και τα καύσιμα βιομάζας ï

1. Ανεξαρτήτως του εάν οι πρώτες ύλες καλλιεργούνται εντός ή εκτός της επικράτειας της Κοινότητας, ηΗ ενέργεια από τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï  λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) Ö της παρούσας παραγράφου Õ μόνον εφόσον πληρούν τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως 6 ð και τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παραγράφου 7 ï του παρόντος άρθρου:

α) για την αξιολόγηση της τήρησης των απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας ως προς τους εθνικούς στόχους·  ð για τη συνεισφορά στον στόχο της Ένωσης και των κρατών μελών ως προς το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ï· 

β) για την αξιολόγηση της τήρησης των υποχρεώσεων που αφορούν την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγέςð , συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 23 και 25 ï·

γ) για τον προσδιορισμό της επιλεξιμότητας για χρηματοδοτική υποστήριξη για την κατανάλωση βιοκαυσίμων, και βιορευστών ð και καυσίμων βιομάζας ï .

Ωστόσο, για να λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) Ö της παρούσας παραγράφου Õ, τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï από απόβλητα και κατάλοιπα, πλην των καταλοίπων υδατοκαλλιεργειών και αλιείας, των γεωργικών και των δασικών καταλοίπων, χρειάζεται να τηρούν μόνον τα κριτήρια αειφορίας ð μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï που ορίζονται στην παράγραφο 27. ð Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται επίσης στα απόβλητα και τα κατάλοιπα που μεταποιούνται πρώτα σε προϊόν πριν από την περαιτέρω μεταποίησή τους σε βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας. ï

ò νέο

Τα καύσιμα βιομάζας πρέπει να πληρούν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προβλέπονται στις παραγράφους 2 έως 7 μόνο εάν χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, θερμότητας και ψύξης ή καυσίμων με δυναμικότητα καυσίμου τουλάχιστον 20 MW στην περίπτωση των στερεών καυσίμων βιομάζας και με δυναμικότητα ηλεκτρικής ενέργειας τουλάχιστον 0,5 MW στην περίπτωση των αέριων καυσίμων βιομάζας. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σε εγκαταστάσεις με μικρότερη δυναμικότητα καυσίμου.

Τα κριτήρια αειφορίας των παραγράφων 2 έως 6 και τα κριτήρια μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παραγράφου 7 εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη γεωγραφική προέλευση της βιομάζας.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 17 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

32. Τα ð παραγόμενα από γεωργική βιομάζα ï βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εδάφη με υψηλή αξία βιοποικιλότητας, δηλαδή από εδάφη που είχαν έναν από τους ακόλουθους χαρακτηρισμούς τον Ιανουάριο του 2008 ή μετέπειτα, ανεξαρτήτως εάν τα εδάφη αυτά εξακολουθούν να έχουν αυτόν τον χαρακτηρισμό:

α) πρωτογενή δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις, ήτοι δάση και άλλες δασώδεις εκτάσεις γηγενών ειδών, εφόσον δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ανθρώπινης δραστηριότητας και δεν έχουν διαταραχθεί σημαντικά οι οικολογικές διεργασίες·

β) περιοχές:

i) των οποίων η φύση έχει κηρυχθεί ως προστατευόμενη εκ του νόμου ή από τη σχετική αρμόδια αρχή, ή

ii) για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων, με την επιφύλαξη της αναγνώρισής τους σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 1827 παράγραφος 4 πρώτοδεύτερο εδάφιο,

εκτός εάν υποβάλλονται στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η παραγωγή των εν λόγω πρώτων υλών δεν θίγει τους ανωτέρω σκοπούς προστασίας της φύσης·

γ) λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας ð με επιφάνεια μεγαλύτερη από ένα εκτάριο ï :

i) φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παραμείνουν λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και στους οποίους διατηρούνται η σύνθεση των φυσικών ειδών και τα οικολογικά χαρακτηριστικά και διεργασίες, ή

ii) μη φυσικοί λειμώνες υψηλής βιοποικιλότητας, ήτοι λειμώνες οι οποίοι θα παύσουν να είναι λειμώνες ελλείψει ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίοι παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο ειδών και καμία υποβάθμιση ð και έχουν χαρακτηριστεί ως υψηλής βιοποικιλότητας από τη σχετική αρμόδια αρχή ï, εκτός αν αποδεικνύεται ότι η συγκομιδή πρώτων υλών είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του χαρακτηρισμού τους ως λειμώνων Ö υψηλής βιοποικιλότητας Õ.

ò νέο

Η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των λειμώνων που καλύπτονται από το στοιχείο γ), μέσω εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 17 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

4.3. Τα ð παραγόμενα από γεωργική βιομάζα ï βιοκαύσιμα, τα βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται σταην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν πρέπει να έχουν παραχθεί από πρώτες ύλες προερχόμενες από εκτάσεις υψηλών αποθεμάτων άνθρακα, δηλαδή από εκτάσεις που είχαν τον Ιανουάριο του 2008 και δεν έχουν πλέον ένα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) υγροβιότοποι, δηλαδή εκτάσεις καλυπτόμενες ή κορεσμένες από νερό είτε μόνιμα είτε για σημαντικό μέρος του έτους·

β) συνεχώς δασωμένες περιοχές, δηλαδή εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεγαλύτερη του 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά·

γ) εκτάσεις με επιφάνεια μεγαλύτερη από 1 εκτάριο, με δένδρα ύψους άνω των 5 μέτρων και με συγκόμωση μεταξύ 10 % και 30 %, ή με δένδρα που έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν, επιτόπου, τα όρια αυτά, εκτός αν παρασχεθούν στοιχεία σύμφωνα με τα οποία τα αποθέματα άνθρακα στη συγκεκριμένη περιοχή πριν και μετά τη μετατροπή είναι τέτοια που, αν εφαρμοστεί η μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα V μέρος Γ, πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 72 του παρόντος άρθρου.

Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που κατά τον χρόνο λήψης των πρώτων υλών η έκταση είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με εκείνα που είχε τον Ιανουάριο του 2008.

54. Τα ð παραγόμενα από γεωργική βιομάζα ï βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï  που λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται σταην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1 δεν θα παράγονται από πρώτες ύλες που προέρχονται από εκτάσεις που είχαν χαρακτηριστεί τυρφώνες τον Ιανουάριο του 2008, εκτός εάν αποδειχτεί ότι η καλλιέργεια και η συγκομιδή της συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν συνεπάγεται την αποξήρανση προηγουμένως μη αποξηραμένου εδάφους.

ò νέο

5. Τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος χρήσης δασικής βιομάζας παραγόμενης με μη αειφόρο τρόπο:

α) η χώρα συγκομιδής της δασικής βιομάζας διαθέτει νομοθεσία σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο που εφαρμόζεται στον τομέα της συγκομιδής, καθώς και συστήματα παρακολούθησης και επιβολής, ώστε να διασφαλίζεται ότι:

i) η συγκομιδή εκτελείται σύμφωνα με τους όρους της άδειας υλοτόμησης στις ζώνες εντός των νομίμως καθορισμένων ορίων·

ii) πραγματοποιείται αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής·

iii) προστατεύονται οι περιοχές με υψηλή αξία διατήρησης, συμπεριλαμβανομένων των υγροβιοτόπων και των τυρφώνων·

iv) ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις της δασικής συγκομιδής στην ποιότητα του εδάφους και στη βιοποικιλότητα· και

v) η συγκομιδή δεν υπερβαίνει τη μακροπρόθεμη παραγωγική ικανότητα του δάσους,

β) όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν είναι διαθέσιμα, τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), εφόσον υπάρχουν συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δασικής εκμετάλλευσης ώστε να διασφαλίζεται ότι:

i) η συγκομιδή δασικής βιομάζας πραγματοποιήθηκε βάσει νόμιμης άδειας·

ii) πραγματοποιείται αναγέννηση των δασών στις εκτάσεις συγκομιδής·

iii) εντοπίζονται και προστατεύονται οι περιοχές με υψηλή αξία διατήρησης, συμπεριλαμβανομένων των τυρφώνων και των υγροβιοτόπων·

iv) ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις της δασικής συγκομιδής στην ποιότητα του εδάφους και στη βιοποικιλότητα·

v) η συγκομιδή δεν υπερβαίνει τη μακροπρόθεμη παραγωγική ικανότητα του δάσους.

6. Τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), εάν η χώρα ή ο οργανισμός περιφερειακής οικονομικής ολοκλήρωσης από όπου προέρχεται η δασική βιομάζα πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις ως προς τη χρήση γης, την αλλαγή στη χρήση γης και τις δασοκομικές δραστηριότητες (LULUCF):

i) είναι συμβαλλόμενο μέρος τη συμφωνίας του Παρισιού και την έχει κυρώσει·

ii) έχει υποβάλει εθνικά καθορισμένη συνεισφορά στη σύμβαση-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC), η οποία καλύπτει τις εκπομπές και τις απορροφήσεις από τη γεωργία, τη δασοκομία και τη χρήση γης και διασφαλίζει είτε ότι οι μεταβολές του αποθέματος άνθρακα που συνδέονται με τη συγκομιδή βιομάζας προσμετρώνται στη δέσμευση της χώρας για μείωση ή περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με την εθνικά καθορισμένη συνεισφορά, είτε ότι υπάρχει νομοθεσία σε εθνικό ή υποεθνικό επίπεδο, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας του Παρισιού, που εφαρμόζεται στην περιοχή της συγκομιδής, για τη διατήρηση και την ενίσχυση των αποθεμάτων άνθρακα και των καταβοθρών διοξειδίου του άνθρακα· 

iii) διαθέτει εθνικό σύστημα για την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές και τις απορροφήσεις αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση γης, συμπεριλαμβανομένων της δασοκομίας και της γεωργίας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει της UNFCCC και της συμφωνίας του Παρισιού.

Όταν τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν είναι διαθέσιμα, τα παραγόμενα από δασική βιομάζα βιοκαύσιμα, βιορευστά και καύσιμα βιομάζας λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), εφόσον εφαρμόζονται συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δασικής εκμετάλλευσης ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των επιπέδων των αποθεμάτων και των καταβοθρών άνθρακα στο δάσος.

Η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει τον τρόπο συγκέντρωσης των αποδεικτικών στοιχείων που καταδεικνύουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των παραγράφων 5 και 6, μέσω εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσο τα κριτήρια που ορίζονται στις παραγράφους 5 και 6 ελαχιστοποιούν πράγματι τον κίνδυνο χρήσης μη αειφόρου δασικής βιομάζας και πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις ως προς τη χρήση της γης, την αλλαγή στη χρήση της γης και τις δασοκομικές δραστηριότητες (LULUCF), με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, πρόταση τροποποίησης των απαιτήσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 5 και 6.

ê 2009/28/ΕΚ

6. Οι γεωργικές πρώτες ύλες που καλλιεργούνται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων και βιορευστών, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, πρέπει να λαμβάνονται σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα πρότυπα που προβλέπονται στις διατάξεις υπό τον τίτλο «Περιβάλλον», στο μέρος Α και στο σημείο 9 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 73/2009 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς 49 και σύμφωνα με τις στοιχειώδεις απαιτήσεις καλής γεωργικής και περιβαλλοντικής κατάστασης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

ò νέο

7. Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων, βιορευστών και καυσίμων βιομάζας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι:

α) τουλάχιστον 50 % για βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τέθηκαν σε λειτουργία στις ή πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015·

β) τουλάχιστον 60 % για βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τέθηκαν σε λειτουργία από τις 5 Οκτωβρίου 2015·

γ) τουλάχιστον 70 % για βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά την 1η Ιανουαρίου 2021·

δ) τουλάχιστον 80 % για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, θέρμανσης και ψύξης από καύσιμα βιομάζας που χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά την 1η Ιανουαρίου 2021 και 85 % για εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά την 1η Ιανουαρίου 2026.

Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι σε λειτουργία μόλις αρχίσει η πραγματική παραγωγή βιοκαυσίμων ή βιορευστών, καθώς και θέρμανσης και ψύξης, και ηλεκτρικής ενέργειας από καύσιμα βιομάζας.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 5 στοιχείο α)

ð νέο

2. Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 είναι τουλάχιστον 60 % για βιοκαύσιμα και βιορευστά παραγόμενα σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά τις 5 Οκτωβρίου 2015. Μια εγκατάσταση θεωρείται ότι είναι σε λειτουργία αν έχει πραγματοποιηθεί πραγματική παραγωγή βιοκαυσίμων ή βιορευστών.

Στην περίπτωση εγκαταστάσεων σε λειτουργία κατά ή πριν από τις 5 Οκτωβρίου 2015, για τους σκοπούς της παραγράφου 1, με τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά επιτυγχάνεται μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 35 % έως τις 31 Δεκεμβρίου 2017 και κατά τουλάχιστον 50 % από την 1η Ιανουαρίου 2018.

Η μείωση εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που επιτυγχάνεται με τη χρήση βιοκαυσίμων, και βιορευστών ð και καυσίμων βιομάζας που χρησιμοποιούνται σε εγκαταστάσεις παραγωγής θέρμανσης, ψύξης και ηλεκτρικής ενέργειας ï υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 19 28 παράγραφος 1.

ò νέο

8. Η ηλεκτρική ενέργεια από καύσιμα βιομάζας που παράγεται σε εγκαταστάσεις με δυναμικότητα καυσίμου τουλάχιστον 20 MW λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α), β) και γ), μόνο εάν παράγεται με την εφαρμογή τεχνολογίας συμπαραγωγής υψηλής απόδοσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 34 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β), η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο σε εγκαταστάσεις που τίθενται σε λειτουργία μετά [3 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας]. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της δημόσιας στήριξης που χορηγείται βάσει καθεστώτων που εγκρίνονται έως [3 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας].

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στην ηλεκτρική ενέργεια από εγκαταστάσεις που αποτελούν αντικείμενο ειδικής κοινοποίησης στην Επιτροπή από κράτος μέλος βάσει δεόντως τεκμηριωμένης ύπαρξης κινδύνων για την ασφάλεια εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια. Η Επιτροπή, αφού αξιολογήσει την κοινοποίηση, εκδίδει απόφαση λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτή.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

7. Η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο τόσο για τρίτες χώρες όσο και για κράτη μέλη που αποτελούν σημαντική πηγή βιοκαυσίμων ή πρώτων υλών για βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, σχετικά με τα εθνικά μέτρα που λαμβάνονται για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας των παραγράφων 2 έως 5 και για την προστασία του εδάφους, των υδάτων και του αέρα. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2012.

Ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιοκαυσίμων στην κοινωνική βιωσιμότητα εντός της Κοινότητας και σε τρίτες χώρες, τον αντίκτυπο της πολιτικής βιοκαυσίμων της Κοινότητας στη διαθεσιμότητα τροφίμων σε προσιτές τιμές, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες, και γενικότερα αναπτυξιακά ζητήματα. Οι εκθέσεις πρέπει να πραγματεύονται την τήρηση των δικαιωμάτων χρήσης της γης. Οι εκθέσεις πρέπει να αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η συγκεκριμένη χώρα έχει επικυρώσει και εφαρμόζει καθεμιά από τις ακόλουθες συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας:

σύμβαση περί της καταναγκαστικής εργασίας (αριθ. 29),

σύμβαση περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας συνδικαλιστικού δικαιώματος (αριθ. 87),

σύμβαση περί ίσης αμοιβής μεταξύ αρρένων και θηλέων εργαζομένων δι’ εργασίαν ίσης αξίας (αριθ. 100),

σύμβαση για τις διακρίσεις στην απασχόληση και στο επάγγελμα (αριθ. 111),

σύμβαση περί του κατωτάτου ορίου ηλικίας εισόδου εις την απασχόληση (αριθ. 138),

σύμβαση για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και την άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους (αριθ. 182).

Οι εκθέσεις θα αναφέρουν, για τρίτες χώρες και κράτη μέλη της ΕΕ που αποτελούν σημαντική πηγή πρώτων υλών για τα βιοκαύσιμα που καταναλώνονται εντός της Κοινότητας, αν η συγκεκριμένη χώρα έχει επικυρώσει και εφαρμόζει:

το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη βιοασφάλεια,

τη σύμβαση για το διεθνές εμπόριο των ειδών αγρίας πανίδας και χλωρίδας.

Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2012. Ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή προτείνει διορθωτικές ενέργειες, ιδίως εάν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων έχει σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή των τροφίμων.

9. Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2009, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις απαιτήσεις ενός συστήματος αειφορίας που θα αφορά τις ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας, εκτός βιοκαυσίμων και βιορευστών. Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για έναν μηχανισμό υπέρ της αειφορίας που θα αφορά άλλες ενεργειακές χρήσεις της βιομάζας. Η έκθεση αυτή και οι προτάσεις βασίζονται στα καλύτερα διαθέσιμα επιστημονικά στοιχεία, λαμβανομένων υπόψη των νέων εξελίξεων στις καινοτόμες διεργασίες. Εάν, κατά τη σχετική ανάλυση, αποδεικνύεται ότι θα ήταν σκόπιμο να γίνουν τροποποιήσεις όσον αφορά τη δασική βιομάζα, στη μεθοδολογία υπολογισμού που αναφέρεται στο παράρτημα V ή στα κριτήρια αειφορίας για τα αποθέματα άνθρακα που εφαρμόζονται στα βιοκαύσιμα και βιορευστά, η Επιτροπή υποβάλλει, ανάλογα με την περίπτωση, σχετικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

8. 9. Για τους σκοπούς που απαριθμούνται σταην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να λάβουν υπόψη, για λοιπούς λόγους αειφορίας, τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

ò νέο

10. Για τους σκοπούς που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν πρόσθετα κριτήρια αιεφορίας για τα καύσιμα βιομάζας.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1827

Επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίουï για τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστάð και τα καύσιμα βιομάζας ï

1. Όταν βιοκαύσιμα, και βιορευστά ð και καύσιμα βιομάζας ï πρόκειται να ληφθούν υπόψη για τους σκοπούς που απαριθμούνται ð στα άρθρα 23 και 25 και ïστοα στοιχεία α), β) και γ) του άρθρου 1726 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να αποδείξουν ότι πληρούνται τα κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï που καθορίζονται στο άρθρο 2617 παράγραφοι 2 έως 57. Για το σκοπό αυτό, απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς να χρησιμοποιούν ένα σύστημα ισοζυγίου μάζας το οποίο:

α) επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών ή βιοκαυσίμων, ð βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας ï με διαφορετικά χαρακτηριστικά αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï να αναμειγνύονται ð για παράδειγμα σε περιέκτη, εγκατάσταση επεξεργασίας ή εφοδιαστικής, υποδομή μεταφοράς και διανομής ή χώρο εγκαταστάσεων ï·

ò νέο

β) επιτρέπει παρτίδες πρώτων υλών με διαφορετικό ενεργειακό περιεχόμενο να αναμειγνύονται με σκοπό την περαιτέρω επεξεργασία, υπό τον όρο ότι το μέγεθος των παρτίδων προσαρμόζεται σύμφωνα με το ενεργειακό περιεχόμενό τους·

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

β)γ) απαιτεί οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï και τα μεγέθη των παρτίδων που αναφέρονται στο στοιχείο α) να αποδίδονται επίσης στο μείγμα· και

γδ) προβλέπει ότι το σύνολο όλων των παρτίδων που αποσύρονται από το μείγμα περιγράφεται ως έχον τα ίδια χαρακτηριστικά αειφορίας, στις ίδιες ποσότητες, με το σύνολο όλων των παρτίδων που προστίθενται στο μείγμα ð και απαιτεί το ισοζύγιο αυτό να επιτευχθεί στη διάρκεια κατάλληλου χρονικού διαστήματος ï.

ò νέο

2. Όταν μια παρτίδα υποβάλλεται σε επεξεργασία, οι πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου της παρτίδας προσαρμόζονται και αποδίδονται στο παραγόμενο προϊόν σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α) όταν από την επαξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτει μόνο ένα προϊόν που προορίζεται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, το μέγεθος της παρτίδας και οι σχετικές ποσότητες που αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου προσαρμόζονται με την εφαρμογή συντελεστή προσαρμογής που αντιπροσωπεύει τον λόγο της μάζας του προϊόντος που προορίζεται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας προς τη μάζα των πρώτων υλών που εισέρχονται στη διαδικασία·

β) όταν από την επαξεργασία παρτίδας πρώτων υλών προκύπτουν περισσότερα του ενός προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή βιοκαυσίμων, βιορευστών ή καυσίμων βιομάζας, για κάθε προϊόν εφαρμόζεται χωριστός συντελεστής προσαρμογής και χρησιμοποιείται χωριστό ισοζύγιο μάζας.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2. Το 2010 και το 2012 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με τη λειτουργία της μεθόδου επαλήθευσης ισοζυγίου μάζας που περιγράφεται στην παράγραφο 1 και σχετικά με τις δυνατότητες έγκρισης της χρήσης άλλων μεθόδων επαλήθευσης για ορισμένους ή όλους τους τύπους πρώτων υλών, βιοκαυσίμων ή βιορευστών. Στην εκτίμησή της, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη μεθόδους επαλήθευσης σύμφωνα με τις οποίες οι πληροφορίες σχετικά με τα χαρακτηριστικά αειφορίας δεν αποδίδονται αναγκαστικά σε συγκεκριμένες παρτίδες ή μείγματα. Στην εν λόγω εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη, αφενός μεν, να διατηρούνται η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα του συστήματος επαλήθευσης, αφετέρου δε, να μην επιβαρύνονται υπερβολικά οι οικονομικοί φορείς. Ανάλογα με την περίπτωση, η έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη χρήση άλλων μεθόδων επαλήθευσης.

3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι οικονομικοί φορείς υποβάλλουν αξιόπιστες πληροφορίες ð όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που ορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφοι 2 έως 7 ï και θέτουν στη διάθεση του κράτους μέλους, κατόπιν σχετικού αιτήματος, τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τη διαμόρφωση των πληροφοριών Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τους οικονομικούς φορείς να εξασφαλίζουν κατάλληλου επιπέδου ανεξάρτητο έλεγχο των πληροφοριών που υποβάλλουν, και να παρέχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν τη διενέργεια τέτοιου ελέγχου. Με τον έλεγχο επαληθεύεται ότι τα συστήματα που χρησιμοποιούνται από τους οικονομικούς φορείς είναι ακριβή, αξιόπιστα και δεν επιδέχονται απάτη. Αξιολογούνται η συχνότητα και η μεθοδολογία των δειγματοληψιών και η ορθότητα των δεδομένων.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνουν ιδίως πληροφορίες για την τήρηση των κριτηρίων αειφορίας του άρθρου 17 παράγραφοι 2 έως 5, κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει καθώς και κατάλληλες και σχετικές πληροφορίες για τα μέτρα που λαμβάνονται για να ληφθούν υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 25 παράγραφος 3, για την κατάρτιση του καταλόγου των κατάλληλων και συναφών πληροφοριών που αναφέρονται στα δύο πρώτα εδάφια της παρούσας παραγράφου. Η Επιτροπή μεριμνά, ιδίως, ώστε η παροχή των πληροφοριών αυτών να μη συνιστά υπερβολικό διοικητικό φόρτο για τους οικονομικούς φορείς εν γένει ή ειδικότερα για τους μικροκαλλιεργητές, τις οργανώσεις παραγωγών και τους συνεταιρισμούς.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν άσχετα αν τα βιοκαύσιμα, ή τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï παράγονται εντός της Κοινότητας Ö Ένωσης Õ ή εισάγονται.

Τα κράτη μέλη υποβάλλουν συνολικά τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην Επιτροπή, η οποία τις δημοσιεύει στην πλατφόρμα διαφάνειας ð πλατφόρμα ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων ï που προβλέπεται στο άρθρο 24 ð του κανονισμού [διακυβέρνηση] ï συνοπτικά, τηρώντας το απόρρητο των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

4. Η Κοινότητα επιδιώκει τη σύναψη διμερών ή πολυμερών συμφωνιών με τρίτες χώρες, οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις για κριτήρια αειφορίας που αντιστοιχούν προς τα κριτήρια της παρούσας οδηγίας. Εάν η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες που περιλαμβάνουν διατάξεις οι οποίες καλύπτουν τα θέματα τα οποία καλύπτονται από τα κριτήρια αειφορίας του άρθρου 17 παράγραφοι 2 έως 5, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι οι συμφωνίες αυτές αποδεικνύουν ότι τα βιοκαύσιμα και βιορευστά που παράγονται από πρώτες ύλες καλλιεργούμενες στις χώρες αυτές πληρούν τα εν λόγω κριτήρια αειφορίας. Κατά τη σύναψη των συμφωνιών αυτών, αποδίδεται η επιβαλλόμενη προσοχή στα μέτρα που λαμβάνονται για τη διατήρηση των εκτάσεων που παρέχουν βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις, (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, τις έμμεσες μεταβολές της χρήσης της γης, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές όπου το νερό σπανίζει, καθώς και στα στοιχεία του άρθρου 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο β) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

4. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εθελοντικά εθνικά ή διεθνή συστήματα που θεσπίζουν τα πρότυπα για την παραγωγή προϊόντων βιομάζας περιέχουν ακριβή δεδομένα για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2 26 παράγραφος 7, και/ή αποδεικνύουν ότι οι παρτίδες βιοκαυσίμων, ή βιορευστών ð ή καυσίμων βιομάζας ï πληρούν τα κριτήρια αειφορίας που καθορίζονται στο άρθρο 1726παράγραφοι 2, 3, 4, και 5 και 6, και/ή ότι κανένα υλικό δεν έχει σκοπίμως τροποποιηθεί ή απορριφθεί ώστε η παρτίδα ή μέρος αυτής να εμπίπτει στο παράρτημα IX. ð Για να αποδείξουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφοι 5 και 6 σχετικά με τη δασική βιομάζα, οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να αποφασίσουν να παράσχουν απευθείας τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία σε επίπεδο δασικής εκμετάλλευσης. ï Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα συστήματα αυτά περιέχουν ακριβή ενημερωτικά στοιχεία για τα μέτρα διατήρησης των εκτάσεων όπου παρέχονται βασικές υπηρεσίες οικοσυστήματος σε κρίσιμες καταστάσεις (όπως η προστασία της λεκάνης απορροής και ο έλεγχος της διάβρωσης), προστασίας του εδάφους, του νερού και του αέρα, αποκατάστασης των υποβαθμισμένων εδαφών, αποφυγής της υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές που υποφέρουν από λειψυδρία, καθώς και για τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να αναγνωρίζει ζώνες για την προστασία σπάνιων, απειλούμενων ή υπό εξαφάνιση οικοσυστημάτων ή ειδών, αναγνωρισμένες από διεθνείς συμφωνίες ή περιλαμβανόμενες σε καταλόγους που καταρτίζονται από διακυβερνητικές οργανώσεις ή τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων για τους σκοπούς του άρθρου 2617 παράγραφος 23 στοχείο β) σημείο ii).

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι τα ð εν λόγω ï εθελοντικά εθνικά ή διεθνή καθεστώτα μέτρησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου περιέχουν ακριβείςή δεδομένα ð πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται ï  για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2. ð την προστασία του εδάφους, του νερού και του αέρα, την αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών, την αποφυγή της υπερβολικής κατανάλωσης νερού σε περιοχές που υποφέρουν από λειψυδρία, καθώς και για την πιστοποίηση των βιοκαυσίμων και βιορευστών με χαμηλό κίνδυνο έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης ï

Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει ότι τα εδάφη που περιλαμβάνονται σε εθνικό ή περιφερειακό σχέδιο για τη μετατροπή σοβαρά υποβαθμισμένων ή έντονα μολυσμένων εδαφών υπάγονται στα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 9 του μέρους Γ του παραρτήματος V.

5. Η Επιτροπή εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μόνον εάν η συγκεκριμένη συμφωνία ή το συγκεκριμένο σύστημα πληροί κατάλληλα πρότυπα αξιοπιστίας, διαφάνειας και ανεξάρτητου ελέγχου. Στην περίπτωση των συστημάτων μέτρησης της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, τα συστήματα αυτά πρέπει επίσης να πληρούν τις μεθοδολογικές απαιτήσεις του παραρτήματος V ð ή του παραρτήματος VI ï. Στην περίπτωση των ζωνών με υψηλή αξία από άποψη βιοποικιλότητας που αναφέρονται στο άρθρο 2617 παράγραφος 23 στοιχείο β) σημείο ii), οι κατάλογοι των ζωνών αυτών πρέπει να πληρούν κατάλληλα πρότυπα αντικειμενικότητας και συνέπειας με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και να προβλέπουν τις δέουσες διαδικασίες προσφυγής.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Τα εθελοντικά συστήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 («εθελοντικά συστήματα») δημοσιεύουν τακτικά και τουλάχιστον ετησίως κατάλογο των οργανισμών πιστοποίησης που χρησιμοποιούνται για τη διενέργεια ανεξάρτητου ελέγχου με μνεία του φορέα ή της εθνικής δημόσιας αρχής που ενέκρινε τον κάθε οργανισμό πιστοποίησης και ευθύνεται για την παρακολούθησή του.

ð Για να διασφαλιστεί ότι η συμμόρφωση με τα κριτήρια αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου επαληθεύεται με αποτελεσματικό και ενιαίο τρόπο και ï εΕιδικότερα για την αποτροπή περιπτώσεων απάτης, η Επιτροπή μπορεί, βάσει ανάλυσης κινδύνου ή των εκθέσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, να προσδιορίζει τις ð τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων ï λεπτομερείςών προδιαγραφέςών για τη ð αξιοπιστίας, διαφάνειας και ï διενέργειας του ανεξάρτητου ελέγχου και να απαιτεί την εφαρμογή αυτών των προδιαγραφών από όλα τα εθελοντικά συστήματα.  ð Κατά τον προσδιορισμό των προδιαγραφών αυτών, η Επιτροπή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη ελαχιστοποίησης του διοικητικού φόρτου. ï Αυτό γίνεται με την έκδοση εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 31 παράγραφος 3. Οι πράξεις αυτές ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή των προδιαγραφών από τα εθελοντικά συστήματα. Η Επιτροπή μπορεί να καταργεί αποφάσεις για την αναγνώριση εθελοντικών συστημάτων σε περίπτωση που τα εν λόγω συστήματα δεν εφαρμόζουν τις εν λόγω προδιαγραφές εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

6. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2531 παράγραφος 3. Η διάρκεια ισχύος των αποφάσεων αυτών δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

Η Επιτροπή απαιτεί από κάθε εθελοντικό σύστημα, ως προς το οποίο έχει εκδοθεί απόφαση δυνάμει της παραγράφου 4, να υποβάλει στην Επιτροπή έως τις 6 Οκτωβρίου 2016, εν συνεχεία δε έως τις 30 Απριλίου κάθε έτους, έκθεση που να καλύπτει όλα τα στοιχεία που προσδιορίζονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Η έκθεση κατά κανόνα καλύπτει το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Η πρώτη έκθεση καλύπτει τουλάχιστον έξι μήνες από τις 9 Σεπτεμβρίου 2015. Η απαίτηση υποβολής έκθεσης ισχύει μόνο για τα εθελοντικά συστήματα τα οποία ήδη λειτουργούν επί τουλάχιστον δωδεκάμηνο.

Έως τις 6 Απριλίου 2017, εν συνεχεία δε στο πλαίσιο των εκθέσεών της σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση στην οποία αναλύει τις εκθέσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, επανεξετάζει την εκτέλεση των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ή τη λειτουργία των εθελοντικών συστημάτων για τα οποία εκδόθηκε απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο και καθορίζει βέλτιστες πρακτικές. Η έκθεση βασίζεται στις βέλτιστες διαθέσιμες πληροφορίες, μεταξύ άλλων κατόπιν διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερομένους, και στην πρακτική πείρα που αποκτήθηκε από την εκτέλεση των συμφωνιών ή τη λειτουργία των σχετικών συστημάτων. Στην έκθεση αναλύονται τα ακόλουθα:

γενικά:

α) η ανεξαρτησία, ο τρόπος διεξαγωγής και η συχνότητα των ελέγχων, σε σχέση τόσο με το τι δηλώνεται όσον αφορά τις εν λόγω πτυχές στα έγγραφα του συστήματος, κατά τη χρονική στιγμή της έγκρισης του σχετικού από την Επιτροπή, όσο και με τις βέλτιστες πρακτικές της βιομηχανίας·

β) η διαθεσιμότητα και η πείρα και η διαφάνεια στην εφαρμογή των μεθόδων εντοπισμού και αντιμετώπισης περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, ιδιαίτερα όσον αφορά την αντιμετώπιση περιπτώσεων ή ισχυρισμών περί σοβαρών παραπτωμάτων από μέλη του συστήματος·

γ) η διαφάνεια, σε σχέση κυρίως με τη δυνατότητα πρόσβασης στο σύστημα, τη διαθεσιμότητα των μεταφράσεων στις επίσημες γλώσσες των χωρών και των περιφερειών από τις οποίες προέρχονται οι πρώτες ύλες, τη δυνατότητα πρόσβασης στον κατάλογο των πιστοποιημένων φορέων και στα σχετικά πιστοποιητικά, καθώς και τη δυνατότητα πρόσβασης στις εκθέσεις του ελεγκτή·

δ) η συμμετοχή των ενδιαφερομένων, ιδίως όσον αφορά τη διαβούλευση με τις αυτόχθονες και τοπικές κοινότητες πριν από τη λήψη των αποφάσεων κατά τη διάρκεια της κατάρτισης και της επανεξέτασης του συστήματος, καθώς και κατά τη διάρκεια των ελέγχων, και η ανταπόκριση στις παρεμβάσεις τους·

ε) η γενικότερη ευρωστία του συστήματος, κυρίως υπό το πρίσμα κανόνων διαπίστευσης, τα προσόντα και η ανεξαρτησία των ελεγκτών και των οικείων φορέων του συστήματος·

στ) οι εμπορικές ανανεώσεις του συστήματος, η ποσότητα των πρώτων υλών και των βιοκαυσίμων που έχουν πιστοποιηθεί, ανά χώρα προέλευσης και είδος, ο αριθμός των συμμετεχόντων·

ζ) η ευχερής και αποτελεσματική εφαρμογή συστήματος εντοπισμού των τεκμηρίων συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας που το σύστημα παρέχει στο μέλος ή στα μέλη του, δεδομένου ότι το εν λόγω σύστημα έχει σκοπό να λειτουργεί ως μέσο πρόληψης της απάτης, με επίκεντρο, ιδίως, τον εντοπισμό, την αντιμετώπιση και την παρακολούθηση περιπτώσεων κατά τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες απάτης ή άλλων παρατυπιών και, κατά περίπτωση, αριθμός διαπιστωμένων περιπτώσεων απάτης ή παρατυπίας·

και ειδικότερα:

η) δυνατότητα εξουσιοδότησης φορέων να εγκρίνουν και να εποπτεύουν οργανισμούς πιστοποίησης·

θ) κριτήρια έγκρισης ή διαπίστευσης οργανισμών πιστοποίησης·

ι) κανόνες για τη διεξαγωγή της εποπτείας των οργανισμών πιστοποίησης·

ια) τρόποι διευκόλυνσης ή βελτίωσης της προώθησης της βέλτιστης πρακτικής.

Η Επιτροπή καθιστά διαθέσιμες τις εκθέσεις που καταρτίζονται από τα εθελοντικά συστήματα, σε συγκεντρωτική μορφή ή πλήρως, ανάλογα με την περίπτωση, στην πλατφόρμα διαφάνειας ð ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων ï που αναφέρεται στο άρθρο 24 ð του κανονισμού [διακυβέρνηση] ï.

ò νέο

Τα κράτη μέλη μπορούν να δημιουργήσουν εθνικά συστήματα στα οποία η τήρηση των κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που προβλέπονται στο άρθρο 26 παράγραφοι 2 έως 7 επαληθεύεται σε ολόκληρη την αλυσίδα επιτήρησης με συμμετοχή των αρμόδιων εθνικών αρχών.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 6 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Κάθε κράτος μέλος μπορεί να κοινοποιήσει το εθνικό σύστημά του στην Επιτροπή. Η Επιτροπή εκτιμά κατά προτεραιότητα το σύστημα αυτό. Η απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωση ενός τέτοιου συστήματος που έχει υποβληθεί κατά τον τρόπο αυτό με τους όρους της παρούσας οδηγίας εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 2531 παράγραφος 3, ώστε να διευκολυνθεί η αμοιβαία διμερής και πολυμερής αναγνώριση των συστημάτων για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τα κριτήρια αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï των βιοκαυσίμων, και των βιορευστών ð και των καυσίμων βιομάζας ï . Όταν η απόφαση είναι θετική, τα συστήματα που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν παρακωλύουν την αμοιβαία αναγνώριση με το σύστημα του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όσον αφορά την επαλήθευση της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï όπως ορίζονται στο άρθρο 2617 παράγραφοι 2 έως 75.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

7. Όταν ένας οικονομικός φορέας υποβάλλει αποδείξεις ή δεδομένα που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο συμφωνίας ή συστήματος για το οποίοα οποία έχει ληφθεί απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4 ð ή 6 ï, στο βαθμό που καλύπτονται από την εν λόγω απόφαση, το κράτος μέλος δεν απαιτεί από τον προμηθευτή να υποβάλει περαιτέρω αποδείξεις της τήρησης των κριτηρίων αειφορίας  ð και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ï που καθορίζονται στο άρθρο 2617 παράγραφοι 2 έως 75, ή τις πληροφορίες για τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

ò νέο

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών έχουν την ευχέρεια να εποπτεύουν τη λειτουργία των οργανισμών πιστοποίησης που είναι διαπιστευμένοι από τον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης και διενεργούν ανεξάρτητο έλεγχο στο πλαίσιο εθελοντικού συστήματος.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

8. Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους ή με δική της πρωτοβουλία, η Επιτροπή εξετάζει την εφαρμογή του άρθρου 17 σε σχέση με πηγή βιοκαυσίμου και, εντός έξι μηνών από την παραλαβή αιτήσεως και, σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 25 παράγραφος 3, αποφασίζει εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δύναται να λάβει υπόψη τα βιοκαύσιμα που προέρχονται από τη συγκεκριμένη πηγή για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 1.

ê 2009/28/ΕΚ

9. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με:

α) την αποτελεσματικότητα του συστήματος που εφαρμόζεται για την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα κριτήρια αειφορίας και

β) τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα θέσπισης υποχρεωτικών απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία του αέρα, του εδάφους ή του νερού, λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταία επιστημονικά στοιχεία και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας.

Η Επιτροπή προτείνει, εάν χρειάζεται, διορθωτικά μέτρα.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 1928

Υπολογισμός του αντικτύπου των βιοκαυσίμων, και των βιορευστών ð και των καυσίμων βιομάζας ï στα αέρια θερμοκηπίου 

1. Η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, και βιορευστών  ð και καυσίμων βιομάζαςï τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 26 παράγραφος 717 παράγραφος 2 υπολογίζεται ως εξής:

α) στην περίπτωση των βιοκαυσίμων ð και των βιορευστών ï, εάν στο παράρτημα V μέρος Α ή Β του παραρτήματος V ð , και στην περίπτωση των καυσίμων βιομάζας, εάν στο παράρτημα VI μέρος A,ï προβλέπεται προκαθορισμένη τιμή για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για την οδό παραγωγής και όταν η τιμή el για τα εν λόγω βιοκαύσιμα ή βιορευστά που έχει υπολογισθεί σύμφωνα με το παράρτημα V μέρος Γ σημείο 7 του μέρους Γ του παραρτήματος V ð και για τα εν λόγω καύσιμα βιομάζας που έχει υπολογισθεί σύμφωνα με το παράρτημα VI μέρος Β σημείο 7 ï ισούται ή είναι μικρότερη του μηδενός, χρησιμοποιώντας αυτή την προκαθορισμένη τιμή·

β) χρησιμοποιώντας μια πραγματική τιμή η οποία έχει υπολογισθεί σύμφωνα με τη μεθοδολογία που καθορίζεται στο παράρτημα Vμέρος Γ του παραρτήματος V ð για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά και στο παράρτημα VI μέρος Β για τα καύσιμα βιομάζας ï· ή

γ) χρησιμοποιώντας μια τιμή που υπολογίζεται ως το άθροισμα των παραγόντων του τύπου ο οποίος αναφέρεται Ö των τύπων που αναφέρονται Õ στο παράρτημα V μέρος Γ σημείο 1του μέρους Γ του παραρτήματος V, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του παραρτήματος V μέρους Δ ή Ε του παραρτήματος V για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του μέρους Γ του παραρτήματος V μέρος Γ, για όλους τους άλλους παράγοντες· Ö ή Õ 

ò νέο

δ) χρησιμοποιώντας μια τιμή που υπολογίζεται ως το άθροισμα των παραγόντων των τύπων που αναφέρονται στο παράρτημα VI μέρος Β σημείο 1, όταν μπορούν να χρησιμοποιούνται αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές του παραρτήματος VI μέρος Γ για ορισμένους παράγοντες, και πραγματικές τιμές που υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του παραρτήματος VI μέρος Γ, για όλους τους άλλους παράγοντες.

ê 2009/28/ΕΚ άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 (προσαρμοσμένο)

ð νέο

2. Έως τις 31 Μαρτίου 2010, τΤα κράτη μέλη ð μπορούν να ïυποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση η οποία Ö εκθέσεις οι οποίες Õ περιλαμβάνειουν κατάλογο ð πληροφορίες για τις τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών ï των ζωνών της επικράτειάς τους που ταξινομούνται στο επίπεδο 2 της στατιστικής ονοματολογίας των εδαφικών μονάδων (εφεξής «NUTS») ή σε αναλυτικότερο επίπεδο NUTS σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) 50 , όπου οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών αναμένεται να είναι χαμηλότερες ή ίσες προς τις εκπομπές που κοινοποιούνται βάσει του τίτλου «Αναλυτικές προκαθορισμένες τιμές για καλλιέργεια» του μέρους Δ του παραρτήματος V της παρούσας οδηγίας, η οποία συνοδεύεται από περιγραφή της μεθόδου και των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτισή τουð Οι εκθέσεις συνοδεύονται από περιγραφή της μεθόδου και των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του επιπέδου των εκπομπών. ï Η εν λόγω μέθοδος λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά του εδάφους, το κλίμα και την αναμενόμενη απόδοση πρώτων υλών.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο α) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

3. Οι τυπικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από την καλλιέργεια γεωργικών πρώτων υλών μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή με τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην περίπτωση των κρατών μελών και,σΣτην περίπτωση εδαφών εκτός της Ένωσης, με εκθέσεις ισοδύναμες προς τις αναφερόμενες στην παράγραφο 2 οι οποίες καταρτίζονται από τους αρμόδιους φορείς μπορούν να υποβάλλονται στην Επιτροπή.

4. Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει με εκτελεστική πράξη, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 3125 παράγραφος 23, ότι οι εκθέσεις της των παραγράφουων Ö 2 και Õ 3 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουν, για τους σκοπούς του άρθρου 17 παράγραφος 2 26 παράγραφος 7, ακριβή δεδομένα για τις μετρήσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που σχετίζονται με την καλλιέργεια πρώτων υλών για ð γεωργική βιομάζα ï βιοκαύσιμα και βιορευστά οι οποίες είναι τυπικές της παραγωγήςονται στις εν λόγω περιοχές Ö που περιλαμβάνονται στις εν λόγω εκθέσεις Õ. ð Ως εκ τούτου, τα δεδομένα αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται αντί των αναλυτικών προκαθορισμένων τιμών για καλλιέργεια που παρατίθενται στο παράρτημα V μέρος Δ ή Ε για τα βιοκαύσιμα και τα βιορευστά και στο παράρτημα VI μέρος Γ για τα καύσιμα βιομάζας. ï

5. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 το αργότερο και εν συνεχεία ανά διετία, η Επιτροπή υποβάλλει και δημοσιεύει έκθεση σχετικά με τις εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές που παρατίθενται στο παράρτημα V μέρη Β και Ε, με έμφαση στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου που οφείλονται στις μεταφορές και τη μεταποιητική βιομηχανία.

Αν στις εκθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταδεικνύεται ότι οι εκτιμώμενες τυπικές και προκαθορισμένες τιμές που παρατίθενται στο παράρτημα V μέρη Β και Ε ενδέχεται να χρειαστεί να αναπροσαρμοστούν βάσει των πλέον πρόσφατων επιστημονικών στοιχείων, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο γ) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

57. Η Επιτροπή επανεξετάζει διαρκώς το παράρτημα V ð και το παράρτημα VI ï, αποβλέποντας, όπου αιτιολογείται, στην προσθήκη ð ή την αναθεώρηση ï τιμών για περαιτέρω οδούς παραγωγής βιοκαυσίμων ð , βιορευστών και καυσίμων βιομάζας ï  για τις ίδιες ή για άλλες πρώτες ύλες. Κατά την εν λόγω επανεξέταση θα συνεκτιμάται η τροποποίηση της μεθοδολογίας στο παράρτημα V μέρος Γ ð και στο παράρτημα VI μέρος Β ï , ιδιαίτερα όσον αφορά:

τη μέθοδο καταγραφής των αποβλήτων και καταλοίπων,

τη μέθοδο καταγραφής των παραπροϊόντων,

τη μέθοδο εκτίμησης της συμπαραγωγής, και και

το καθεστώς που αναγνωρίζεται στα κατάλοιπα γεωργικής καλλιέργειας ως παραπροϊόντα.

Οι προκαθορισμένες τιμές για το βιοντίζελ από χρησιμοποιημένα φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη επανεξετάζονται το συντομότερο δυνατόν. Σε περίπτωση που μετά την επανεξέταση η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι απαιτούνται προσθήκες ð τροποποιήσεις ï στο παράρτημα V ð ή στο παράρτημα VI ï, Ö εξουσιοδοτείται Õ δύναται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 3225α για την προσθήκη, αλλά όχι για την αφαίρεση ή την τροποποίηση, εκτιμώμενων τυπικών και προκαθορισμένων τιμών στο παράρτημα V μέρη Α, Β, Δ και Ε για τις οδούς βιοκαυσίμων και βιορευστών για τις οποίες δεν προβλέπονται ακόμη συγκεκριμένες τιμές στο εν λόγω παράρτημα.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Ö Σε περίπτωση Õ Για οποιασδήποτε τροποποίησης του καταλόγου των προκαθορισμένων τιμών του παραρτήματος Vð και του παραρτήματος VI ï, ή για οποιαδήποτε προσθήκη στον κατάλογο αυτό, τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες:

α)όταν η συμβολή ενός παράγοντα στις συνολικές εκπομπές είναι μικρή, ή όταν υπάρχει περιορισμένη διακύμανση, ή όταν το κόστος ή η δυσκολία καθορισμού των πραγματικών τιμών είναι υψηλό, οι προκαθορισμένες τιμές είναι οι τυπικές των κανονικών διαδικασιών παραγωγής.·

β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, οι προκαθορισμένες τιμές είναι συντηρητικές σε σύγκριση με τις κανονικές διαδικασίες παραγωγής.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 7 στοιχείο δ) (προσαρμοσμένο)

ð νέο

68. Όπου απαιτείται, προκειμένου να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή του παραρτήματος V μέρος Γ σημείο 9 ð και του παραρτήματος VI μέρος Β ï, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες διευκρινίζονται λεπτομερώς οι τεχνικές προδιαγραφές Ö , συμπεριλαμβανομένων των Õ και οι ορισμοίών ð , των συντελεστών μετατροπής, του υπολογισμού των ετήσιων εκπομπών από καλλιέργειες και/ή της μείωσης των εκπομπών που επιτυγχάνεται με τις μεταβολές στο απόθεμα άνθρακα της υπέργειας και υπόγειας βλάστησης σε ήδη καλλιεργούμενη γη, του υπολογισμού της μείωσης των εκπομπών από τη δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα, την αντικατάσταση διοξειδίου του άνθρακα και την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα ï. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 31 25 παράγραφος 23.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 2029

Μέτρα εφαρμογής

Τα μέτρα εφαρμογής του άρθρου 26 παράγραφος 217 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο ð και παράγραφος 6 ï, του άρθρου 18 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο, του άρθρου 27 18 παράγραφος 6, του άρθρου 18 παράγραφος 8, του άρθρου 19 παράγραφος 5, του άρθρου 28 παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο Ö και του άρθρου 28 παράγραφος 6 Õ 19 παράγραφος 7, και του άρθρου 19 παράγραφος 8 λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους στόχους του άρθρου 7α της οδηγίας 98/70/ΕΚ 51 .

ê 2009/28/ΕΚ

Άρθρο 22

Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη

1. Το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2011 το αργότερο, και στη συνέχεια ανά διετία, κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνεται ως προς την προώθηση και τη χρήση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η έκτη έκθεση, που πρέπει να υποβληθεί το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2021, είναι η τελευταία απαιτούμενη έκθεση.

Η έκθεση πρέπει να αναφέρει ιδίως:

α) τα κατά τομέα (ηλεκτρική ενέργεια, θέρμανση και ψύξη, και μεταφορές) και τα συνολικά μερίδια της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές κατά τα προηγούμενα δύο ημερολογιακά έτη και τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή προγραμματισθεί σε εθνικό επίπεδο για την προώθηση της ανάπτυξης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, λαμβανομένης υπόψη της ενδεικτικής πορείας που καθορίζεται στο μέρος Β του παραρτήματος Ι, σύμφωνα με το άρθρο 5·

β) την εισαγωγή και τη λειτουργία των καθεστώτων στήριξης και άλλων μέτρων προώθησης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και την τυχόν εξέλιξη των χρησιμοποιούμενων μέτρων σε σχέση με εκείνα που καθορίζονται στο εθνικό σχέδιο δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια του κράτους μέλους, όπως επίσης πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίον η ηλεκτρική ενέργεια για την οποία χορηγείται στήριξη κατανέμεται στους τελικούς καταναλωτές σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ·

γ) τον τρόπο, ενδεχομένως, με τον οποίον το κράτος μέλος έχει διαμορφώσει τα καθεστώτα στήριξης που εφαρμόζει ώστε να λάβει υπόψη τις εφαρμογές ανανεώσιμης ενέργειας οι οποίες παρουσιάζουν πρόσθετα πλεονεκτήματα σε σχέση με άλλες, συγκρίσιμες εφαρμογές, αλλά οι οποίες μπορεί να έχουν υψηλότερο κόστος, συμπεριλαμβανομένων των βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα, μη εδώδιμες κυτταρινούχες ύλες και λιγνοκυτταρινούχες ύλες·

δ) τη λειτουργία του συστήματος εγγύησης της προέλευσης της ηλεκτρικής ενέργειας, της θέρμανσης και της ψύξης από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος και της προστασίας του από απάτες·

ε) την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αξιολόγηση και τη βελτίωση των διοικητικών διαδικασιών για την άρση των κανονιστικών και μη κανονιστικών φραγμών στην ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

στ) τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη διασφάλιση της μεταφοράς και της διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες ενεργειακές πηγές, και για τη βελτίωση του πλαισίου ή των κανόνων ανάληψης και επιμερισμού του κόστους που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3·

ζ) την εξέλιξη της διαθεσιμότητας και της χρήσης πόρων βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς·

η) τις αλλαγές στις τιμές βασικών αγαθών και στις χρήσεις γης εντός του κράτους μέλους, οι οποίες συνδέονται με την αυξημένη χρήση βιομάζας και άλλων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο συγκεκριμένο κράτος μέλος·

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 9 στοιχείο α)

θ) την ανάπτυξη και το μερίδιο των βιοκαυσίμων που παράγονται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX, μεταξύ άλλων και αξιολόγηση των πόρων που εστιάζει στις σχετικές με την αειφορία πτυχές που συνδέονται με τον αντίκτυπο της αντικατάστασης προϊόντων διατροφής και ζωοτροφών για την παραγωγή βιοκαυσίμων, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της ιεράρχησης των αποβλήτων που θεσπίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ και της αρχής της διαδοχικής χρήσης της βιομάζας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και τοπικές οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες, τη διατήρηση των αναγκαίων αποθεμάτων άνθρακα στο έδαφος και την ποιότητα του εδάφους και των οικοσυστημάτων·

ê 2009/28/ΕΚ

ι) τον εκτιμώμενο αντίκτυπο της παραγωγής βιοκαυσίμων και βιορρευστών στη βιοποικιλότητα, στους υδάτινους πόρους, στην ποιότητα των υδάτων και του εδάφους εντός του κράτους μέλους·

ια) την εκτιμώμενη καθαρή μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που οφείλεται στη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές·

ιβ) την εκτιμώμενη πλεονασματική παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε σχέση με την ενδεικτική πορεία η οποία μπορεί να μεταβιβάζεται σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και τις εκτιμώμενες δυνατότητες κοινών έργων, μέχρι το 2020·

ιγ) την εκτιμώμενη ζήτησή του για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές η οποία πρέπει να καλυφθεί με άλλα μέσα πλην της εγχώριας παραγωγής μέχρι το 2020·

ιδ) πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο εκτιμήθηκε το ποσοστό βιοαποικοδομήσιμων αποβλήτων στα απόβλητα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ενέργειας, και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τη βελτίωση και την επαλήθευση των εκτιμήσεων αυτών· και

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 9 στοιχείο β)

ιε) οι ποσότητες βιοκαυσίμων και βιορευστών σε μονάδες ενέργειας που αντιστοιχούν σε κάθε κατηγορία ομάδας πρώτων υλών του παραρτήματος VIII μέρος Α λαμβάνονται υπ’ όψιν από το εν λόγω κράτος μέλος για την εκπλήρωση των στόχων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο.

ê 2009/28/ΕΚ

2. Για την εκτίμηση της καθαρής μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων, το κράτος μέλος μπορεί, για τους σκοπούς των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να χρησιμοποιεί τις τυπικές τιμές του παραρτήματος V μέρη Α και Β.

3. Στην πρώτη του έκθεση, το κράτος μέλος επισημαίνει κατά πόσον προτίθεται:

α) να δημιουργήσει ενιαίο διοικητικό φορέα αρμόδιο για την επεξεργασία των αιτήσεων χορήγησης άδειας, πιστοποίησης και έκδοσης αδειών λειτουργίας για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και για την παροχή βοήθειας στους αιτούντες·

β) να προβλέψει την αυτόματη έγκριση των αιτήσεων έκδοσης πολεοδομικής άδειας και άδειας δόμησης για εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές όταν ο αρμόδιος για την έκδοση τέτοιων αδειών οργανισμός δεν έχει αντιδράσει εντός των καθορισμένων προθεσμιών· ή

γ) να καθορίσει γεωγραφικές τοποθεσίες κατάλληλες για την εκμετάλλευση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον χωροταξικό σχεδιασμό και για την εγκατάσταση τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης.

4. Σε κάθε έκθεση, το κράτος μέλος διαθέτει τη δυνατότητα να διορθώνει τα δεδομένα των προηγούμενων εκθέσεων.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

è1 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο α)

ð νέο

Άρθρο 2330
Παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων από την Επιτροπή

1. Η Επιτροπή παρακολουθεί την προέλευση των βιοκαυσίμων, και των βιορευστών ð και των καυσίμων βιομάζας ï  που καταναλώνονται στην ΚοινότηταÖ Ένωση Õ, καθώς και τον αντίκτυπο που έχει η παραγωγή τους, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου της μετατόπισης, στις χρήσεις γης στην Κοινότητα Ö Ένωση Õ και στις κύριες προμηθεύτριες τρίτες χώρες. Η παρακολούθηση αυτή βασίζεται στις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη ð στα ολοκληρωμένα εθνικά σχέδια για το κλίμα και την ενέργεια και στις αντίστοιχες εκθέσεις προόδου ï των κρατών μελών ð που απαιτούνται βάσει των άρθρων 3, 15 και 18 του κανονισμού [διακυβέρνηση] ï κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1, και στις εκθέσεις των σχετικών τρίτων χωρών και διακυβερνητικών οργανισμών, σε επιστημονικές μελέτες και σε άλλες κατάλληλες πηγές πληροφοριών. Η Επιτροπή παρακολουθεί επίσης τις αλλαγές στις τιμές βασικών αγαθών που συνδέονται με τη χρήση βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς και τις συνακόλουθες θετικές και αρνητικές επιπτώσεις στην επισιτιστική ασφάλεια. è1 --- ç

2. Η Επιτροπή διατηρεί διάλογο και ανταλλάσσει πληροφορίες με τις τρίτες χώρες, παραγωγούς βιοκαυσίμων, ð βιορευστών και καυσίμων βιομάζας ï, τις οργανώσεις καταναλωτών και την κοινωνία των πολιτών σχετικά με τη γενική εφαρμογή των μέτρων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τα βιοκαύσιμα, και τα βιορευστά ð και τα καύσιμα βιομάζας ï . Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει η παραγωγή βιοκαυσίμων ð και βιορευστών ï στην τιμή των τροφίμων.

3. Με βάση τις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παράγραφος 1, και την παρακολούθηση και ανάλυση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή υποβάλλει ανά διετία έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται το 2012.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β)

4. Όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τη χρήση βιοκαυσίμων και βιορευστών, στις εκθέσεις της η Επιτροπή χρησιμοποιεί τις ποσότητες που γνωστοποιούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχείο ιε), συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέσων τιμών των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και του σχετικού εύρους που προκύπτει από την ανάλυση ευαισθησίας όπως περιγράφονται στο παράρτημα VIII. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί τα δεδομένα που αφορούν τις προσωρινές μέσες τιμές των εκτιμώμενων εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής στη χρήση γης και το σχετικό εύρος που προκύπτει από την ανάλυση ευαισθησίας. Επιπλέον, η Επιτροπή αξιολογεί εάν και κατά πόσο θα άλλαζε η εκτίμηση της άμεσης μείωσης των εκπομπών εάν συνυπολογίζονταν τα παραπροϊόντα με χρήση της μεθόδου υποκατάστασης.

ê 2009/28/ΕΚ

5. Στις εκθέσεις της, η Επιτροπή αναλύει ιδίως:

α) το σχετικό περιβαλλοντικό όφελος και κόστος των διαφόρων βιοκαυσίμων, τον αντίκτυπο της κοινοτικής πολιτικής εισαγωγών στις σχετικές εισαγωγές, τις συνέπειες για την ασφάλεια εφοδιασμού και τους τρόπους επίτευξης ισορροπίας μεταξύ της εσωτερικής παραγωγής και των εισαγωγών·

β) τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιοκαυσίμων στην αειφόρο ανάπτυξη της Κοινότητας και των τρίτων χωρών, λαμβάνοντας υπόψη τον οικονομικό και τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα·

γ) τις δυνατότητες προσδιορισμού, με επιστημονικά αντικειμενικό τρόπο, γεωγραφικών ζωνών υψηλής αξίας όσον αφορά τη βιοποικιλότητα που δεν καλύπτονται από το άρθρο 17 παράγραφος 3·

δ) τον αντίκτυπο της αυξημένης ζήτησης βιομάζας στους κλάδους που κάνουν χρήση βιομάζας·

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο γ)

ε) τη διαθεσιμότητα και αειφορία των βιοκαυσίμων που παράγονται από τις πρώτες ύλες που απαριθμούνται στο παράρτημα IX, μεταξύ άλλων και αξιολόγηση του αντικτύπου της αντικατάστασης προϊόντων διατροφής και ζωοτροφών για την παραγωγή βιοκαυσίμων, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της ιεράρχησης των αποβλήτων που θεσπίζονται στην οδηγία 2008/98/ΕΚ και της αρχής της διαδοχικής χρήσης της βιομάζας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και τοπικές οικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες, τη διατήρηση των αναγκαίων αποθεμάτων άνθρακα στο έδαφος και την ποιότητα του εδάφους και των οικοσυστημάτων·

στ) πληροφορίες και ανάλυση των διαθέσιμων αποτελεσμάτων της επιστημονικής έρευνας όσον αφορά τις έμμεσες αλλαγές της χρήσης γης σχετικά με όλες τις οδούς παραγωγής, περιλαμβανομένης της αξιολόγησης του κατά πόσον το φάσμα της αβεβαιότητας που εντοπίζεται στην ανάλυση στην οποία βασίζονται οι εκτιμήσεις των εκπομπών λόγω έμμεσης αλλαγής της χρήσης γης μπορεί να περιοριστεί, και εάν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ο πιθανός αντίκτυπος των πολιτικών της Ένωσης, όπως το περιβάλλον, το κλίμα και οι γεωργικές πολιτικές· και

ζ) τεχνολογικές εξελίξεις και διαθεσιμότητα δεδομένων σχετικά με τη χρήση και τις οικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες των βιοκαυσίμων και βιορευστών που παράγονται στην Ένωση από αποκλειστικές καλλιέργειες μη προοριζόμενες για διατροφή που καλλιεργούνται κατά κύριο λόγο για ενεργειακούς σκοπούς.

ê 2009/28/ΕΚ

Η Επιτροπή προτείνει, εάν χρειάζεται, διορθωτικά μέτρα.

6. Με βάση τις εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 3, η Επιτροπή αναλύει την αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τη δημιουργία ενιαίου διοικητικού φορέα αρμόδιου για την επεξεργασία των αιτήσεων χορήγησης άδειας, πιστοποίησης και έκδοσης αδειών λειτουργίας και για την παροχή βοήθειας στους αιτούντες.

7. Για μεγαλύτερη χρηματοδότηση και καλύτερο συντονισμό όσον αφορά την επίτευξη του στόχου του 20 % που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, η Επιτροπή υποβάλλει, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, ανάλυση και σχέδιο δράσης για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, που αποσκοπούν, ιδίως, στα ακόλουθα:

α) καλύτερη χρήση των διαρθρωτικών κονδυλίων και των προγραμμάτων πλαισίων·

β) καλύτερη και αυξημένη χρήση κονδυλίων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και άλλα δημόσια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

γ) καλύτερη πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια, ιδίως με την ανάλυση της σκοπιμότητας μηχανισμού επιμερισμού του κινδύνου για τις επενδύσεις σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στην Κοινότητα παρόμοιου με την πρωτοβουλία Παγκόσμιου Ταμείου Ενεργειακής Απόδοσης και Ανανεώσιμων Ενεργειακών Πηγών που απευθύνεται στις τρίτες χώρες·

δ) καλύτερο συντονισμό της κοινοτικής και της εθνικής χρηματοδότησης και των άλλων μορφών στήριξης· και

ε) καλύτερο συντονισμό της στήριξης πρωτοβουλιών για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, των οποίων η επιτυχία εξαρτάται από ενέργειες παραγόντων σε διάφορα κράτη μέλη.

8. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στην οποία εξετάζονται ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία:

α) επανεξέταση των ελάχιστων ορίων εξοικονόμησης εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που θα ισχύσει από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 17 παράγραφος 2, βάσει εκτίμησης αντικτύπου στην οποία λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι διαθέσιμες τεχνολογίες και η διαθεσιμότητα βιοκαυσίμων πρώτης και δεύτερης γενιάς τα οποία επιτρέπουν μεγάλη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου·

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο δ)

β) όσον αφορά τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4, επανεξέταση:

i) της οικονομικής απόδοσης των μέτρων που πρέπει να εφαρμοστούν για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ii) της εκτίμησης της δυνατότητας επίτευξης των στόχων με παράλληλη διασφάλιση της αειφορίας της παραγωγής βιοκαυσίμων στην Ένωση και σε τρίτες χώρες και λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων επιπτώσεων και των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα, καθώς και της εμπορικής διαθεσιμότητας βιοκαυσίμων δεύτερης γενιάς,

iii) του αντικτύπου που έχει η υλοποίηση των στόχων στη διαθεσιμότητα τροφίμων σε προσιτές τιμές,

iv) της εμπορικής διαθεσιμότητας ηλεκτρικών, υβριδικών και υδρογονοκίνητων οχημάτων, καθώς και της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές που καταναλίσκονται στον κλάδο των μεταφορών,

v) της αξιολόγησης συγκεκριμένων συνθηκών της αγοράς, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις αγορές στις οποίες τα καύσιμα κίνησης αντιπροσωπεύουν άνω του ημίσεως της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης, και τις αγορές οι οποίες εξαρτώνται πλήρως από εισαγόμενα βιοκαύσιμα·

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

γ) αξιολόγηση, της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, ιδίως όσον αφορά τους μηχανισμούς συνεργασίας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι, παράλληλα με τη δυνατότητα να συνεχίσουν τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τα καθιερωμένα καθεστώτα στήριξής τους σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3, οι μηχανισμοί αυτοί παρέχουν επίσης στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτύχουν τους εθνικούς στόχους που αναφέρονται στο παράρτημα Ι με βάση το βέλτιστο λόγο κόστους οφέλους, και των τεχνολογικών εξελίξεων, και συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν για την επίτευξη του στόχου της χρήσης 20 % ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε κοινοτικό επίπεδο.

Βάσει της έκθεσης αυτής, η Επιτροπή θα υποβάλει, ανάλογα με την περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, προτάσεις οι οποίες θα καλύπτουν τα προαναφερόμενα στοιχεία, ιδίως δε:

για το στοιχείο που αναφέρεται στο στοιχείο α), τροποποίηση της στοιχειώδους μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου που αναφέρεται στο εν λόγω στοιχείο,

για το στοιχείο που αναφέρεται στο στοιχείο γ), κατάλληλη προσέγγιση των μέτρων συνεργασίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους για την επίτευξη του στόχου του 20 %. Η εν λόγω πρόταση δεν επηρεάζει ούτε το στόχο του 20 % ούτε τον έλεγχο των κρατών μελών επί των εθνικών καθεστώτων στήριξης και των μέτρων συνεργασίας.

39. Το 2018 Ö 2026 Õ η Επιτροπή πρέπει να υποβάλλει χάρτη πορείας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας για τη μετά το 2020 ð νομοθετική πρόταση σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για τη μετά το 2030 ï περίοδο.

Ο χάρτης πορείας πρέπει να συνοδεύεται, αν είναι σκόπιμο, από τις αναγκαίες νομοθετικές προτάσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για το διάστημα μετά το 2020. Για το σκοπό αυτό, στον χάρτη πορείας ð στην εν λόγω πρόταση ï πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η πείρα από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίαςð , συμπεριλαμβανομένων των οικείων κριτηρίων αειφορίας και μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, ï και οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

410. Το 2021 Ö 2032 Õ η Επιτροπή συντάσσει έκθεση για την αξιολόγηση της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση πρέπει να αναφέρεται ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο τα ακόλουθα στοιχεία επέτρεψαν στα κράτη μέλη να επιτύχουν τους εθνικούς στόχους που ορίζονται στο παράρτημα Ι, στη βάση του βέλτιστου λόγου κόστους οφέλους:

   α) διαδικασία προετοιμασίας προβλέψεων και εθνικών σχεδίων δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια·

   β) αποτελεσματικότητα των μηχανισμών συνεργασίας·

   γ) τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης της χρήσης βιοκαυσίμων στις εμπορικές αερομεταφορές·

   δ) αποτελεσματικότητα των εθνικών καθεστώτων στήριξης· και

   ε) συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9.

Άρθρο 24

Πλατφόρμα διαφάνειας

1. Η Επιτροπή δημιουργεί τηλεματική δημόσια πλατφόρμα διαφάνειας. Η πλατφόρμα αυτή χρησιμεύει για την αύξηση της διαφάνειας και για τη διευκόλυνση και την προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τις στατιστικές μεταβιβάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 και τα κοινά έργα που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9. Επιπλέον, η πλατφόρμα μπορεί να χρησιμοποιείται για τη δημοσιοποίηση σχετικών πληροφοριών οι οποίες θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές από την Επιτροπή ή ένα κράτος μέλος σε σχέση με την παρούσα οδηγία και την επίτευξη των στόχων της.

2. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί μέσω της πλατφόρμας διαφάνειας τις ακόλουθες πληροφορίες, ανάλογα με την περίπτωση, σε συγκεντρωτική μορφή η οποία εξασφαλίζει τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας πληροφοριών που είναι ευαίσθητες από εμπορική άποψη:

α) τα εθνικά σχέδια δράσης για την ανανεώσιμη ενέργεια των κρατών μελών·

β) τα έγγραφα προβλέψεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, τα οποία συμπληρώνονται το συντομότερο δυνατό με τη σύνοψη της Επιτροπής σχετικά με την πλεονασματική παραγωγή και την εκτιμώμενη ζήτηση εισαγωγών·

γ) τις προσφορές των κρατών μελών να συνεργαστούν για στατιστικές μεταβιβάσεις ή κοινά έργα κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

δ) τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, σχετικά με τις στατιστικές μεταβιβάσεις μεταξύ κρατών μελών·

ε) τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3, και στο άρθρο 9, παράγραφοι 4 και 5, σχετικά με τα κοινά έργα·

στ) τις εθνικές εκθέσεις των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 22·

ζ) τις εκθέσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3.

Ωστόσο, κατόπιν σχετικού αιτήματος του κράτους μέλους που έχει υποβάλει τις πληροφορίες, η Επιτροπή δεν δημοσιοποιεί τα έγγραφα προβλέψεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3, ούτε τις πληροφορίες των εθνικών εκθέσεων των κρατών μελών που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ) και ιγ).

ê 2015/1513 άρθρο 2

ð νέο

Άρθρο 2531

Διαδικασία επιτροπής

1. Εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2, ηΗ Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ð επιτροπή Ενεργειακής Ένωσης ï. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 52  ð και εργάζεται στους αντίστοιχους τομεακούς σχηματισμούς που έχουν σημασία για τον εν λόγω κανονισμό ï.

2. Για θέματα που άπτονται της αειφορίας των βιοκαυσίμων και βιορευστών, η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων και βιορευστών. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

23. Στις περιπτώσεις παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Στις περιπτώσεις που ηοι επιτροπήές δεν εκφέρειουν γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 12 (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 25α32

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5 Ö 7 παράγραφος 5 Õ, το άρθρο 5 παράγραφος 5 Ö 7 παράγραφος 6, το άρθρο 19 παράγραφοι 11 και 14, το άρθρο 25 παράγραφος 6 Õ και το άρθρο Ö 28 παράγραφος 5 Õ 19 παράγραφος 7 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 5 Οκτωβρίου 2015 Ö την1η Ιανουαρίου 2021 Õ.

3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5, Ö 7 παράγραφοι 5 και 6, Õ το άρθρο 5 παράγραφος 5, το άρθρο Ö 19 παράγραφοι 11 και 14, το άρθρο 25 παράγραφος 6 Õ και το άρθρο Ö 28 παράγραφος 5 Õ 19 παράγραφος 7 

μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία η οποία καθορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Δεν θίγει το κύρος των ήδη ισχυουσών κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

Ö 4. Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Õ

ê 2015/1513 άρθρο 2 παράγραφος 12 (προσαρμοσμένο)

45. Αμέσως μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

56. Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία έχει εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 Ö 7 παράγραφοι 5 και 6 Õ, άρθρο 5 παράγραφος 5 Ö το άρθρο 19 παράγραφοι 11 και 14, το άρθρο 25 παράγραφος 6 Õ και το άρθρο 28 παράγραφος 5 το άρθρο 19 παράγραφος 7 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν έχουν εκφρασθεί αντιρρήσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την προς τα όργανα αυτά κοινοποίηση της πράξης ή εφόσον, πριν από την εκπνοή της εν λόγω περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να εκφράσουν αντίρρηση. Η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 26

Τροποποιήσεις και κατάργηση

1. Στην οδηγία 2001/77/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφος 2 και τα άρθρα 4 έως 8 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.

2. Στην οδηγία 2003/30/ΕΚ, το άρθρο 2, το άρθρο 3 παράγραφοι 2, 3 και 5, και τα άρθρα 5 και 6 διαγράφονται με ισχύ από την 1η Απριλίου 2010.

3. Οι οδηγίες 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ καταργούνται από την 1η Ιανουαρίου 2012.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

ð νέο

Άρθρο 2733

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 παράγραφοι 1, 2 και 3, τΤα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία ð έως τις 30 Ιουνίου 2021, το αργότερο ï έως τις 5 Δεκεμβρίου 2010. ð Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω μέτρων. ï

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν Ö τα εν λόγω Õ μέτρα, αυτά περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη έκδοσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη. Ö Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στις οδηγίες που καταργούνται από την παρούσα οδηγία οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος πραγματοποίησης αυτής της παραπομπής και η διατύπωση αυτής της δήλωσης καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Õ

2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.

ò νέο

Άρθρο 34

Κατάργηση

Η οδηγία 2009/28/EΚ, όπως τροποποιήθηκε με τις οδηγίες που εμφαίνονται στο παράρτημα XI μέρος A, καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2021, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα XI μέρος B.

Οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος XII.

ê 2009/28/ΕΚ (προσαρμοσμένο)

Άρθρο 2835

Έναρξη ισχύος 

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ö 1η Ιανουαρίου 2021 Õ.

Άρθρο 2936

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος    Ο Πρόεδρος

(1) Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19ης-20ής Μαρτίου 2015, της 17ης-18ης Δεκεμβρίου 2015, της 17ης-18ης Μαρτίου 2016.
(2) Πηγή: Bloomberg New Energy Finance (2014). 2030 Market Outlook (Προοπτικές της αγοράς το 2030)· Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (2014). World Energy Investment Outlook (Παγκόσμια Επισκόπηση των Επενδύσεων στον Τομέα της Ενέργειας).
(3) 40 % της τελικής κατανάλωσης ενέργειας, σύμφωνα με το σενάριο PRIMES EUCO27.
(4) EE L 123 της 12ης Μαΐου 2016, σ. 1.
(5) Οι γνώμες είναι διαθέσιμες στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/smart-regulation/impact/ia_carried_out/cia_2016_el.htm . Λεπτομέρειες σχετικά με τις παρατηρήσεις της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου παρατίθενται στο παράρτημα I της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση.
(6) Βλ. για παράδειγμα τα συμπεράσματα της συνεδρίασης του φόρουμ ηλεκτρικής ενέργειας που πραγματοποιήθηκε στις 13-14 Ιουνίου 2016: «το φόρουμ ενθαρρύνει την Επιτροπή να καταρτίσει κοινούς κανόνες για τα καθεστώτα στήριξης στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίοι θα διευκολύνουν μια αγορακεντρική και πιο περιφερειακού χαρακτήρα προσέγγιση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».
(7) «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την κινητικότητα χαμηλών εκπομπών» (COM(2016) 51 final ).
(8) Persson & Muenster (2016). Current and future prospects for heat recovery from waste in European district heating systems: A literature and data review (Τρέχουσες και μελλοντικές προοπτικές της ανάκτησης θερμότητας από απόβλητα στα ευρωπαϊκά συστήματα τηλεθέρμανσης: επισκόπηση της βιβλιογραφίας και των δεδομένων). Ενέργεια. Σεπτέμβριος 2016.
(9) «Ευρωπαϊκή στρατηγική για την κινητικότητα χαμηλών εκπομπών» (COM(2016) 501 final).
(10) Γνώμη της 17ης Σεπτεμβρίου 2008 (ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σ. 43).
(11) ΕΕ C 325 της 19.12.2008, σ. 12.
(12) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2008 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 6ης Απριλίου 2009.
(13) Οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την τροποποίηση και τη συνακόλουθη κατάργηση των οδηγιών 2001/77/ΕΚ και 2003/30/ΕΚ (ΕΕ L 140 της 5.6.2009, σ. 16).
(14) Βλέπε παράρτημα XI μέρος Α.
(15) «Πλαίσιο πολιτικής για το κλίμα και την ενέργεια κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2030» (COM/2014/015 final).
(16) Οδηγία 2001/77/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 2001, για την προαγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283 της 27.10.2001, σ. 33).
(17) Οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά µε την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίµων ή άλλων ανανεώσιµων καυσίµων για τις µεταφορές (ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ. 42).
(18) Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1099/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για τις στατιστικές ενέργειας (ΕΕ L 304 της 14.11.2008, σ. 1).
(19) Ö Οδηγία XXXX/XX/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της …, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας (ΕΕ L…) Õ
(20) ΕΕ L 350 της 28.12.1998, σ. 58.
(21) ΕΕ C 219 E της 28.8.2008, σ. 82.
(22) ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 65.
(23) ΕΕ L 191 της 22.7.2005, σ. 29.
(24) ΕΕ L 114 της 27.4.2006, σ. 64.
(25) Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα απόβλητα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).
(26) ΕΕ L 198 της 20.7.2006, σ. 18.
(27) Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1)
(28) ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.
(29) Οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (ΕΕ L 153 της 18.6.2010, σ. 13).
(30) Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1).
(31) Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).
(32) ΕΕ L 52 της 21.2.2004, σ. 50.
(33) Οδηγία (ΕΕ) 2015/1513 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/70/ΕΚ σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/28/ΕΚ σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (ΕΕ L 239 της 15.9.2015, σ. 1).
(34) Απόφαση 89/367/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για τη σύσταση μόνιμης δασικής επιτροπής (ΕΕ L 165 της 15.6.1989, σ. 14).
(35) Κανονισμός αριθ. 525/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, σχετικά με μηχανισμό παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και άλλων πληροφοριών σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο που αφορούν την αλλαγή του κλίματος και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 280/2004/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 18.6.2013, σ. 13).
(36) Οδηγία 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες (ΕΕ L 41 της 14.2.2003, σ. 26).
(37) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(38) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.
(39) ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.
(40) ΕΕ C 369 τη