Help Print this page 

Document 32016R1388

Title and reference
Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1388 της Επιτροπής, της 17ης Αυγούστου 2016, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τη σύνδεση ζήτησης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

C/2016/5239
  • In force
OJ L 223, 18.8.2016, p. 10–54 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/1388/oj
Languages, formats and link to OJ
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html BG html ES html CS html DA html DE html ET html EL html EN html FR html HR html IT html LV html LT html HU html MT html NL html PL html PT html RO html SK html SL html FI html SV
PDF pdf BG pdf ES pdf CS pdf DA pdf DE pdf ET pdf EL pdf EN pdf FR pdf HR pdf IT pdf LV pdf LT pdf HU pdf MT pdf NL pdf PL pdf PT pdf RO pdf SK pdf SL pdf FI pdf SV
Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal
 To see if this document has been published in an e-OJ with legal value, click on the icon above (For OJs published before 1st July 2013, only the paper version has legal value).
Multilingual display
Text

18.8.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 223/10


ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/1388 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ

της 17ης Αυγούστου 2016

για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τη σύνδεση ζήτησης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 (1), και ιδίως το άρθρο 6 παράγραφος 11,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η ταχεία ολοκλήρωση πλήρως λειτουργικής και διασυνδεδεμένης εσωτερικής αγοράς ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση του ασφαλούς ενεργειακού εφοδιασμού, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την εξασφάλιση της δυνατότητας όλων των καταναλωτών να προμηθεύονται ενέργεια στις πλέον ανταγωνιστικές τιμές.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 714/2009 ορίζει αμερόληπτους κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στο δίκτυο όσον αφορά τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) απαιτεί από τα κράτη μέλη ή, όπου τα κράτη μέλη έχουν προβλέψει σχετικά, από τις ρυθμιστικές αρχές να εξασφαλίζουν, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση αντικειμενικών και αμερόληπτων τεχνικών κανόνων που ορίζουν ελάχιστες τεχνικές απαιτήσεις σχεδιασμού και λειτουργίας για τη σύνδεση με το σύστημα. Όταν οι απαιτήσεις αποτελούν όρους και προϋποθέσεις για τη σύνδεση στα εθνικά δίκτυα, το άρθρο 37 παράγραφος 6 της ίδιας οδηγίας απαιτεί από τις ρυθμιστικές αρχές να είναι υπεύθυνες για τον καθορισμό ή την έγκριση τουλάχιστον των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούνται για υπολογισμό ή τον καθορισμό των όρων και των προϋποθέσεων. Προκειμένου να υπάρχει ασφάλεια εντός του διασυνδεδεμένου συστήματος μεταφοράς είναι απαραίτητο να καθοριστεί κοινή αντίληψη όσον αφορά τις εφαρμοστέες απαιτήσεις σε εγκαταστάσεις ζήτησης και σε συστήματα διανομής, συμπεριλαμβανομένων των κλειστών συστημάτων διανομής. Οι απαιτήσεις που συμβάλλουν στη συντήρηση, τη διατήρηση και την αποκατάσταση της ασφάλειας του συστήματος με στόχο τη διευκόλυνση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας εντός και μεταξύ συγχρονισμένων περιοχών, καθώς και για την επίτευξη αποδοτικότητας ως προς το κόστος, θα πρέπει να θεωρούνται ζητήματα διασυνοριακών δικτύων και ζητήματα ενοποίησης της αγοράς.

(3)

Θα πρέπει να καθοριστούν εναρμονισμένοι κανόνες για τη σύνδεση εγκαταστάσεων ζήτησης και συστημάτων διανομής με το δίκτυο, ώστε να παρέχεται σαφές νομικό πλαίσιο για τις συνδέσεις με το δίκτυο, να διευκολυνθεί το εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας σε ολόκληρη την Ένωση, να εμπεδωθεί η ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος, να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ηλεκτρισμού, να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός και να καταστεί αποδοτικότερη η χρήση του δικτύου και των πόρων, προς όφελος των καταναλωτών.

(4)

Η ασφάλεια του συστήματος δεν μπορεί να διασφαλιστεί ανεξάρτητα από τις τεχνικές ικανότητες όλων των χρηστών. Στο παρελθόν, οι εγκαταστάσεις παραγωγής αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της παροχής τεχνικών ικανοτήτων. Ωστόσο, αναμένεται εν προκειμένω ότι οι εγκαταστάσεις ζήτησης θα διαδραματίζουν σημαντικότερο ρόλο στο μέλλον. Ο τακτικός συντονισμός στο επίπεδο των δικτύων μεταφοράς και διανομής, και επαρκείς επιδόσεις του εξοπλισμού που συνδέεται με τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, με επαρκή ανθεκτικότητα για την αντιμετώπιση διαταραχών και συμβολή στην αποτροπή τυχόν σοβαρής διακοπής ή για τη διευκόλυνση της αποκατάστασης του συστήματος έπειτα από κατάρρευση, αποτελούν θεμελιώδη προαπαιτούμενα.

(5)

Όταν οι ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν ή εγκρίνουν τις τιμές μεταφοράς ή διανομής ή τις μεθοδολογίες τους ή όταν εγκρίνουν τους όρους και τις προϋποθέσεις σύνδεσης και πρόσβασης σε εθνικά δίκτυα δυνάμει του άρθρου 37 παράγραφοι 1 και 6 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009 θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις εύλογες πραγματικές δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται οι διαχειριστές συστημάτων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

(6)

Τα διαφορετικά συγχρονισμένα ηλεκτρικά συστήματα εντός της Ένωσης έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον ορισμό των απαιτήσεων που ισχύουν για τη σύνδεση ζήτησης. Συνεπώς, κατά τη θέσπιση κανόνων σύνδεσης με το δίκτυο είναι σκόπιμο να λαμβάνονται υπόψη οι περιφερειακές ιδιαιτερότητες, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009.

(7)

Επειδή είναι αναγκαία η ασφάλεια των κανονιστικών ρυθμίσεων, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να ισχύουν για νέες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, νέες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, νέα συστήματα διανομής και νέες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται, από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς (ΔΣΜ). Οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται, ή είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται, από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ. Οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού επίσης δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε νέες ή υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο διανομής, αν δεν παρέχουν υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ. Ωστόσο, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζεται εάν η οικεία ρυθμιστική αρχή ή το κράτος μέλος αποφασίσει διαφορετικά βάσει της εξέλιξης των απαιτήσεων για το σύστημα και βάσει πλήρους ανάλυσης κόστους-οφέλους, ή σε περίπτωση που έχει διενεργηθεί ουσιαστικός εκσυγχρονισμός ή αντικατάσταση εξοπλισμού που επηρεάζει τις τεχνικές ικανότητες υφιστάμενης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενης εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενου συστήματος διανομής ή μονάδας ζήτησης εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής συνδεδεμένου σε επίπεδο τάσης ανώτερο των 1 000 V.

(8)

Η απόκριση ζήτησης αποτελεί σημαντικό μέσο αύξησης της ευελιξίας της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και διασφάλισης της βέλτιστης χρήσης των δικτύων. Θα πρέπει να βασίζεται σε ενέργειες των πελατών ή στην από μέρους τους συμφωνία για την εκτέλεση ενεργειών από τρίτους για λογαριασμό τους. Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο διαχειριστής κλειστού συστήματος διανομής (ΔΚΣΔ) επιτρέπεται να προσφέρει υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης στην αγορά ή στους διαχειριστές συστημάτων με σκοπό την ασφάλεια του διασυνδεδεμένου δικτύου. Στη δεύτερη περίπτωση, ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο διαχειριστής κλειστού συστήματος διανομής θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι νέες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται για την παροχή των υπηρεσιών αυτών πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά μέσω τρίτου, στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης. Στον τομέα αυτόν, οι τρίτοι διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη συνάθροιση των ικανοτήτων απόκρισης ζήτησης και μπορούν να έχουν την ευθύνη και την υποχρέωση διασφάλισης της αξιοπιστίας των υπηρεσιών αυτών, όταν οι εν λόγω ευθύνες εκχωρούνται από τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης και τον διαχειριστή κλειστού συστήματος διανομής (ΔΚΣΔ).

(9)

Οι απαιτήσεις θα πρέπει να βασίζονται στις αρχές της μη διακριτικής μεταχείρισης και της διαφάνειας, καθώς και στην αρχή της βελτιστοποίησης μεταξύ της μέγιστης συνολικής αποδοτικότητας και του ελάχιστου συνολικού κόστους για όλους τους εμπλεκόμενους. Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς (ΔΣΜ) και οι διαχειριστές συστημάτων διανομής (ΔΣΔ), συμπεριλαμβανομένων των ΔΚΣΔ, έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεί αυτά όταν ορίζουν τις απαιτήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, γνωρίζοντας παράλληλα ότι τα κατώφλια που προσδιορίζουν κατά πόσον πρόκειται για σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο.

(10)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς θα πρέπει να καθορίζουν τις ικανότητες στις διεπαφές τους και τις απαραίτητες αυτοματοποιημένες αποκρίσεις και ανταλλαγές δεδομένων. Οι απαιτήσεις αυτές διασφαλίζουν τη λειτουργικότητα του συστήματος μεταφοράς, καθώς και την ικανότητα αξιοποίησης της ηλεκτροπαραγωγής και της απόκρισης ζήτησης που εμπεριέχουν τα δίκτυα αυτά στα εύρη τιμών λειτουργίας του συστήματος και στα κρίσιμα συμβάντα.

(11)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή άλλο σύστημα διανομής θα πρέπει να καθορίζουν το εύρος τιμών λειτουργίας των εν λόγω συστημάτων και τις απαραίτητες αυτοματοποιημένες αποκρίσεις και ανταλλαγές δεδομένων. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να διασφαλίζουν την αποτελεσματική ανάπτυξη και τη λειτουργικότητα του συστήματος μεταφοράς, καθώς και την ικανότητα αξιοποίησης της ηλεκτροπαραγωγής και της απόκρισης ζήτησης που εμπεριέχουν τα δίκτυα αυτά στα εύρη τιμών λειτουργίας του συστήματος και στα κρίσιμα συμβάντα.

(12)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για μονάδα ζήτησης που χρησιμοποιείται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ θα πρέπει να διασφαλίζουν την ικανότητα χρήσης της απόκρισης ζήτησης στα εύρη τιμών λειτουργίας του συστήματος, ελαχιστοποιώντας έτσι τα κρίσιμα συμβάντα.

(13)

Ο διοικητικός φόρτος και το κόστος και κόστος για την παροχή απόκρισης ζήτησης θα πρέπει να διατηρείται εντός λογικών ορίων, ιδίως όσον αφορά τους οικιακούς καταναλωτές, οι οποίοι θα διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο για τη μετάβαση σε κοινωνία με χαμηλές ανθρακούχες εκπομπές, και άρα δεν θα πρέπει να επιβαρύνονται άσκοπα με διαχειριστικά καθήκοντα.

(14)

Λόγω των διασυνοριακών επιπτώσεών του, ο παρών κανονισμός θα πρέπει στοχεύει σε απαιτήσεις ενιαίας συχνότητας για όλα τα επίπεδα τάσης, τουλάχιστον εντός κάθε συγχρονισμένης περιοχής. Αυτό είναι απαραίτητο διότι η μεταβολή συχνότητας σε ένα κράτος μέλος θα επηρέαζε αμέσως τη συχνότητα όλων των άλλων κρατών μελών εντός της ίδιας συγχρονισμένης περιοχής και θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον εξοπλισμό τους.

(15)

Τα εύρη τιμών τάσης θα πρέπει να συντονίζονται μεταξύ των διασυνδεδεμένων συστημάτων, διότι είναι ζωτικής σημασίας για τον ασφαλή προγραμματισμό και εκμετάλλευση ενός ηλεκτρικού συστήματος εντός συγχρονισμένης περιοχής. Οι αποσυνδέσεις που οφείλονται σε διαταραχές τάσης επηρεάζουν τα γειτονικά συστήματα. Αν δεν προδιαγραφούν εύρη τιμών τάσης, θα μπορούσε να προκληθεί εκτεταμένη αβεβαιότητα ως προς τον σχεδιασμό και τη λειτουργία του συστήματος εκτός κανονικών συνθηκών λειτουργίας.

(16)

Θα πρέπει να υιοθετηθούν ενδεδειγμένες και αντιπροσωπευτικές δοκιμές συμμόρφωσης, ώστε να μπορούν οι διαχειριστές συστημάτων να εγγυώνται την ασφάλεια εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/72/ΕΚ, οι ρυθμιστικές αρχές είναι υπεύθυνες για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης των διαχειριστών συστημάτων με τον παρόντα κανονισμό.

(17)

Οι ρυθμιστικές αρχές, τα κράτη μέλη και οι διαχειριστές συστημάτων θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι, κατά τη διαδικασία εκπόνησης και έγκρισης των απαιτήσεων όσον αφορά τη σύνδεση στο δίκτυο, αυτές εναρμονίζονται, στο βαθμό που είναι εφικτό, ώστε να εξασφαλίζεται πλήρης ενοποίηση της αγοράς. Κατά την εκπόνηση των απαιτήσεων σύνδεσης θα πρέπει να λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη τα καθιερωμένα τεχνικά πρότυπα.

(18)

Οι διαχειριστές συστημάτων θα πρέπει να μην καθορίζουν τεχνικές απαιτήσεις για τον εξοπλισμό οι οποίες να εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Όταν οι διαχειριστές συστημάτων θεσπίζουν τεχνικές προδιαγραφές που συνεπάγονται απαιτήσεις για τη διάθεση του εξοπλισμού στην αγορά, το αντίστοιχο κράτος μέλος θα πρέπει να ακολουθεί τη διαδικασία που αναφέρεται στα άρθρα 8 και 9 της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3).

(19)

Στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να προβλεφθεί διαδικασία παρεκκλίσεων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές περιστάσεις, όταν κατ' εξαίρεση, για παράδειγμα, η συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ευστάθεια του τοπικού δικτύου ή όταν η ασφαλής εκμετάλλευση εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή μονάδας ζήτησης που χρησιμοποιείται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης σε οικείους διαχειριστές συστήματος και σε οικείους ΔΣΜ ενδεχομένως απαιτεί συνθήκες λειτουργίας που δεν είναι σύμφωνες με τον παρόντα κανονισμό.

(20)

Κατόπιν έγκρισης από την οικεία ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, από άλλη αρχή κράτους μέλους, θα πρέπει να χορηγούνται παρεκκλίσεις σε ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης και σε οικείους διαχειριστές συστημάτων για ορισμένες κατηγορίες εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστημάτων διανομής και μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

(21)

Σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγία 2009/72/ΕΚ, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν την κατάταξη συστήματος το οποίο διανέμει ηλεκτρική ενέργεια ως κλειστό σύστημα διανομής υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εφαρμόζονται σε κλειστά συστήματα διανομής μόνον όταν τα κράτη μέλη διαθέτουν σχετική πρόβλεψη, σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγία 2009/72/ΕΚ.

(22)

Ο παρών κανονισμός εκδίδεται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009, τον οποίο συμπληρώνει και του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος. Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 714/2009 που περιέχονται σε άλλες νομικές πράξεις θα πρέπει να νοούνται ως παραπομπές και στον παρόντα κανονισμό.

(23)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κώδικα δικτύου που καθορίζει τις απαιτήσεις ως προς τη σύνδεση στο δίκτυο:

α)

εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς·

β)

εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς·

γ)

συστημάτων διανομής, συμπεριλαμβανομένων κλειστών συστημάτων διανομής·

δ)

μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

2.   Συνεπώς, ο παρών κανονισμός συμβάλλει στη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, στην εγγύηση της ασφάλειας του συστήματος και στην ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και στη διευκόλυνση του εμπορίου ηλεκτρισμού σε ολόκληρη την Ένωση.

3.   Ο παρών κανονισμός καθορίζει επίσης υποχρεώσεις που διασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές συστημάτων χρησιμοποιούν τις ικανότητες των εγκαταστάσεων ζήτησης και των συστημάτων διανομής με τον ενδεδειγμένο τρόπο, με διαφάνεια και χωρίς διακρίσεις, για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ένωση.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί του άρθρου 2 της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009, του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1222 της Επιτροπής (5), του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/631 της Επιτροπής (6), του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 543/2013 της Επιτροπής (7) και του άρθρου 2 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ.

Επιπλέον, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)   «εγκατάσταση ζήτησης»: εγκατάσταση που καταναλώνει ηλεκτρική ενέργεια και συνδέεται σε ένα ή περισσότερα σημεία σύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς ή διανομής. Το σύστημα διανομής και/ή οι βοηθητικές παροχές από μονάδα ηλεκτροπαραγωγής δεν αποτελούν εγκατάσταση ζήτησης·

(2)   «εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς»: εγκατάσταση ζήτησης που διαθέτει σημείο σύνδεσης με σύστημα μεταφοράς·

(3)   «εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς»: σύνδεση συστήματος διανομής ή ο ηλεκτρικός σταθμός και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνται στο σημείο σύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς·

(4)   «μονάδα ζήτησης»: αδιαίρετο συγκρότημα εγκαταστάσεων που περιλαμβάνει εξοπλισμό τον οποίο είναι δυνατό να ελέγχει δυναμικά ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο διαχειριστής κλειστού συστήματος διανομής (ΔΚΣΔ), είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά μέσω τρίτου, στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης·

(5)   «κλειστό σύστημα διανομής»: σύστημα το οποίο έχει χαρακτηριστεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ, κλειστό σύστημα διανομής από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή από άλλες αρμόδιες αρχές, όταν αυτό προβλέπεται από το κράτος μέλος, και το οποίο διανέμει ηλεκτρισμό σε γεωγραφικά περιορισμένο βιομηχανικό ή εμπορικό χώρο ή χώρο μεριζόμενων υπηρεσιών, αλλά δεν εφοδιάζει οικιακούς καταναλωτές, με την επιφύλαξη της περιστασιακής χρήσης από μικρό αριθμό νοικοκυριών που βρίσκονται εντός της περιοχής που εξυπηρετεί το σύστημα και έχουν εργασιακές ή παρόμοιες σχέσεις με τον ιδιοκτήτη του συστήματος·

(6)   «κύριος εξοπλισμός ζήτησης»: τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα είδη εξοπλισμού: κινητήρες, μετασχηματιστές, εξοπλισμός υψηλής τάσης στο σημείο σύνδεσης και στην παραγωγική μονάδα βιομηχανικών διεργασιών·

(7)   «σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς»: σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς·

(8)   «μέγιστη ικανότητα απορρόφησης»: η μέγιστη συνεχής ενεργός ισχύς την οποία είναι ικανή εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς να καταναλώνει από το δίκτυο στο σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται στη συμφωνία σύνδεσης ή όπως έχουν συμφωνήσει ο οικείος διαχειριστής συστήματος και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, αντίστοιχα·

(9)   «μέγιστη ικανότητα τροφοδότησης»: η μέγιστη συνεχής ενεργός ισχύς την οποία είναι ικανή εγκατάσταση ζήτησης συνδεόμενη με σύστημα μεταφοράς ή εγκατάσταση διανομής συνδεόμενη με σύστημα μεταφοράς να τροφοδοτεί στο δίκτυο στο σημείο σύνδεσης, όπως καθορίζεται στη συμφωνία σύνδεσης ή όπως έχουν συμφωνήσει ο οικείος διαχειριστής συστήματος και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης συνδεόμενης με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής συνδεόμενου με σύστημα μεταφοράς, αντίστοιχα·

(10)   «αποσύνδεση ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας»: χειρισμός με τον οποίο αποσυνδέεται η ζήτηση κατά τη διάρκεια συμβάντος χαμηλής συχνότητας, για την επαναφορά της ισορροπίας μεταξύ ζήτησης και παραγωγής και την αποκατάσταση της συχνότητας του συστήματος σε αποδεκτά όρια·

(11)   «αποσύνδεση ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης»: χειρισμός αποκατάστασης με τον οποίο αποσυνδέεται η ζήτηση κατά τη διάρκεια συμβάντος χαμηλής τάσης για την επαναφορά της τάσης σε αποδεκτά όρια·

(12)   «μεταγωγέας τάσης υπό φορτίο»: διάταξη για τη μεταβολή της λήψης της περιέλιξης, που είναι κατάλληλη να λειτουργεί ενόσω ο μετασχηματιστής είναι ενεργοποιημένος ή υπό φορτίο·

(13)   «αποκοπή του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο»: χειρισμός ο οποίος αποκόπτει τον μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο κατά τη διάρκεια συμβάντος χαμηλής τάσης, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω λήψη από τους μετασχηματιστές και ο υποβιβασμός τάσεων σε μια περιοχή·

(14)   «κέντρο ελέγχου»: το επιχειρησιακό κέντρο του οικείου διαχειριστή συστήματος·

(15)   «φορτίο κατά τον συγχρονισμό»: η μέγιστη βηματική αύξηση του φορτίου ενεργού ισχύος της επανασυνδεδεμένης ζήτησης κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης του συστήματος έπειτα από ολική διακοπή ρεύματος (black-out)·

(16)   «απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος»: η ζήτηση εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής η οποία είναι διαθέσιμη για διαμόρφωση από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, με αποτέλεσμα την τροποποίηση της ενεργού ισχύος·

(17)   «απόκριση ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος»: άεργος ισχύς ή διατάξεις αντιστάθμισης αέργου ισχύος σε εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής, η οποία/οι οποίες είναι διαθέσιμη/διαθέσιμες για διαμόρφωση από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ·

(18)   «απόκριση ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς»: η ζήτηση εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής η οποία είναι διαθέσιμη για διαμόρφωση από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ με σκοπό τη διαχείριση των περιορισμών μεταφοράς εντός του συστήματος·

(19)   «συνάθροιση ζήτησης»: δέσμη εγκαταστάσεων ζήτησης ή κλειστών συστημάτων διανομής, ικανή να λειτουργεί ως ενιαία μονάδα ή ενιαίο κλειστό σύστημα διανομής με σκοπό την προσφορά μιας ή περισσότερων υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης·

(20)   «απόκριση ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος»: η ζήτηση εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής, η οποία, ως απόκριση σε διακυμάνσεις συχνότητας, είναι δυνατόν να μειωθεί ή να αυξηθεί με αυτόνομη απόκριση της εγκατάστασης ζήτησης ή του κλειστού συστήματος διανομής, ώστε να ελαττωθούν οι εν λόγω διακυμάνσεις συχνότητας·

(21)   «απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος»: ζήτηση εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής, η οποία, ως απόκριση σε απόκλιση συχνότητας, είναι δυνατόν να διαμορφωθεί ταχύτατα, με αποτέλεσμα την ταχύτατη τροποποίηση της ενεργού ισχύος·

(22)   «αποδεικτικό μονάδας με απόκριση ζήτησης» (ΑΜΑΖ): έγγραφο το οποίο εκδίδεται από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης ή τον ΔΚΣΔ για τον οικείο διαχειριστή συστήματος και αφορά μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης και συνδεόμενες σε επίπεδο τάσης άνω των 1 000 V, με το οποίο επιβεβαιώνεται ότι έχει αποδειχτεί η συμμόρφωση της μονάδας ζήτησης με τις τεχνικές απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και παρέχονται τα απαραίτητα δεδομένα και δηλώσεις, συμπεριλαμβανομένης δήλωσης συμμόρφωσης.

Άρθρο 3

Πεδίο εφαρμογής

1.   Οι απαιτήσεις σύνδεσης που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό εφαρμόζονται:

α)

σε νέες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς·

β)

σε νέες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς·

γ)

σε νέα συστήματα διανομής, συμπεριλαμβανομένων νέων κλειστών συστημάτων διανομής·

δ)

σε νέες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

Ο οικείος διαχειριστής συστήματος αρνείται να επιτρέψει τη σύνδεση νέας εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, νέας εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή νέου συστήματος διανομής που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και δεν καλύπτονται από παρέκκλιση χορηγηθείσα σύμφωνα με το άρθρο 50 από ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, από άλλη αρχή κράτους μέλους. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος κοινοποιεί την εν λόγω άρνηση αποστέλλοντας αιτιολογημένη γραπτή δήλωση στον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, στον ΔΣΔ ή στον ΔΣΚΔ και, αν δεν προδιαγράφεται διαφορετικά από τη ρυθμιστική αρχή, στη ρυθμιστική αρχή.

Με βάση την παρακολούθηση της συμμόρφωσης σύμφωνα με τον τίτλο III, ο οικείος ΔΣΜ αρνείται υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης δυνάμει των άρθρων 27 έως 30 από νέες μονάδες ζήτησης οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:

α)

σε εγκαταστάσεις ζήτησης και συστήματα διανομής που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής ή με μέρη του συστήματος μεταφοράς ή των συστημάτων διανομής νησιών κρατών μελών, των οποίων τα συστήματα δεν λειτουργούν συγχρονισμένα με τις συγχρονισμένες περιοχές της Ηπειρωτικής Ευρώπης, της Μεγάλης Βρετανίας, της Βόρειας Ευρώπης, της Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας ή της Βαλτικής·

β)

σε διατάξεις αποθήκευσης, με εξαίρεση τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από αντλησιοταμιευτήρες σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2.

3.   Σε περίπτωση εγκαταστάσεων ζήτησης ή κλειστών συστημάτων διανομής με περισσότερες από μία μονάδες ζήτησης, οι εν λόγω μονάδες ζήτησης λογίζονται συλλογικά ως μία μονάδα ζήτησης αν δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν ανεξάρτητα η μία από την άλλη ή μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι συνιστούν συνδυασμό.

Άρθρο 4

Εφαρμογή σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης

1.   Υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται, ή είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται, από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, εκτός αν:

α)

πρόκειται για υφιστάμενη εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενη εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενο σύστημα διανομής, ή υφιστάμενη μονάδα ζήτησης εντός εγκατάστασης ζήτησης σε επίπεδο τάσης άνω των 1 000 V ή κλειστού συστήματος διανομής που συνδέεται σε επίπεδο τάσης άνω των 1 000 V, τα οποία έχουν τροποποιηθεί σε βαθμό ώστε η οικεία συμφωνία σύνδεσης πρέπει να αναθεωρηθεί ουσιωδώς σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία:

i)

οι ιδιοκτήτες εγκατάστασης ζήτησης, οι ΔΣΜ ή οι ΔΚΣΔ που προτίθενται να προβούν στον εκσυγχρονισμό σταθμού ή στην αντικατάσταση εξοπλισμού που επηρεάζει τις τεχνικές ικανότητες της συγκεκριμένης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της συγκεκριμένης εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συγκεκριμένου συστήματος διανομής ή της συγκεκριμένης μονάδας ζήτησης κοινοποιούν εκ των προτέρων τα σχέδιά τους στον οικείο διαχειριστή συστήματος·

ii)

αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος κρίνει ότι ο βαθμός του εκσυγχρονισμού ή της αντικατάστασης εξοπλισμού είναι τέτοιος ώστε να απαιτείται νέα συμφωνία σύνδεσης, τότε ο διαχειριστής συστήματος ενημερώνει την οικεία ρυθμιστική αρχή και, κατά περίπτωση, το κράτος μέλος· και

iii)

η οικεία ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, το κράτος μέλος αποφασίζει κατά πόσον απαιτείται αναθεώρηση της υφιστάμενης συμφωνίας σύνδεσης ή νέα συμφωνία σύνδεσης, καθώς και ποιες από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται· ή

β)

ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, κράτος μέλος, αποφασίσει ότι υφιστάμενη εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενη εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενο σύστημα διανομής ή υφιστάμενη μονάδα ζήτησης υπόκειται σε όλες ή μερικές από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού κατόπιν πρότασης του οικείου ΔΣΜ σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4 και 5.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, σύστημα διανομής ή μονάδα ζήτησης που χρησιμοποιείται, ή είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται, από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ, θεωρείται υφιστάμενη/υφιστάμενο αν:

α)

είναι ήδη συνδεδεμένη(συνδεδεμένη) με το δίκτυο κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού· ή

β)

ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ έχει συνάψει οριστική και δεσμευτική σύμβαση για την αγορά του κύριου εξοπλισμού ζήτησης ή της μονάδας ζήτησης το αργότερο δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ οφείλει να κοινοποιήσει τη σύναψη της σύμβασης στον οικείο διαχειριστή συστήματος και στον οικείο ΔΣΜ εντός 30 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Στην κοινοποίηση που υποβάλλει ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ στον οικείο διαχειριστή συστήματος και στον οικείο ΔΣΜ αναφέρονται κατ' ελάχιστον ο τίτλος της σύμβασης, η ημερομηνία υπογραφής και η ημερομηνία έναρξης ισχύος της, καθώς και οι προδιαγραφές του κύριου εξοπλισμού ζήτησης ή της μονάδας ζήτησης που θα κατασκευαστεί, συναρμολογηθεί ή αγοραστεί.

Κράτος μέλος δύναται να προβλέπει ότι, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η ρυθμιστική αρχή δύναται να καθορίσει κατά πόσον εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, σύστημα διανομής ή μονάδα ζήτησης πρέπει να θεωρείται υφιστάμενη (υφιστάμενο) ή νέα (νέο).

3.   Κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης σύμφωνα με το άρθρο 9, ο οικείος ΔΣΜ δύναται να προτείνει στην οικεία ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος την επέκταση εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής ή υφιστάμενες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης σε οικείο διαχειριστή συστήματος ή οικείο ΔΣΜ, ώστε να ανταποκρίνονται σε σημαντικές πραγματικές αλλαγές των περιστάσεων, όπως η εξέλιξη των απαιτήσεων για το σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της διείσδυσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των έξυπνων δικτύων, της αποκεντρωμένης παραγωγής ή της απόκρισης ζήτησης.

Για τον σκοπό αυτό, διενεργείται άρτια και διαφανής ποσοτική ανάλυση κόστους-οφέλους, σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 49. Στην ανάλυση αναφέρονται:

α)

το κόστος που συνεπάγεται η απαίτηση συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό για τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, τα υφιστάμενα συστήματα διανομής και τις υφιστάμενες μονάδες ζήτησης·

β)

το κοινωνικοοικονομικό όφελος που προκύπτει από την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού· και

γ)

η δυνατότητα εναλλακτικών μέτρων για την επίτευξη των απαιτούμενων επιδόσεων.

4.   Πριν από τη διενέργεια της ποσοτικής ανάλυσης κόστους-οφέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 3, ο οικείος ΔΣΜ:

α)

διενεργεί προκαταρκτική ποιοτική σύγκριση του κόστους και του οφέλους·

β)

λαμβάνει έγκριση από την οικεία ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, από το κράτος μέλος.

5.   Η οικεία ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, το κράτος μέλος αποφασίζει σχετικά με την επέκταση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής ή υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, εντός έξι μηνών από την παραλαβή της έκθεσης και της σύστασης του οικείου ΔΣΜ σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 4. Η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, του κράτους μέλους δημοσιεύεται.

6.   Στο πλαίσιο της αξιολόγησης της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής ή υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, ο οικείος ΔΣΜ λαμβάνει υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ιδιοκτητών εγκαταστάσεων διανομής, των ΔΣΔ και των ΔΚΣΔ.

7.   Ο οικείος ΔΣΜ δύναται να αξιολογεί ανά τριετία την εφαρμογή μερικών ή όλων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής ή υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, βάσει των απαιτήσεων και της διαδικασίας που ορίζονται στις παραγράφους 3 έως 5.

Άρθρο 5

Εφαρμογή σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από αντλησιοταμιευτήρες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις

1.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής από αντλησιοταμιευτήρες που παρέχουν τόσο λειτουργία ηλεκτροπαραγωγής όσο και λειτουργία άντλησης.

2.   Κάθε μονάδα άντλησης εντός υδροαντλητικού σταθμού η οποία παρέχει μόνο λειτουργία άντλησης υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και θεωρείται εγκατάσταση ζήτησης.

3.   Στην περίπτωση βιομηχανικών εγκαταστάσεων στις οποίες εντάσσεται μονάδα ηλεκτροπαραγωγής, ο διαχειριστής συστήματος της βιομηχανικής εγκατάστασης, ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ηλεκτροπαραγωγής και ο οικείος διαχειριστής συστήματος στου οποίου το σύστημα συνδέεται η βιομηχανική εγκατάσταση έχουν τη δυνατότητα να συμφωνούν, σε συντονισμό με τον οικείο ΔΣΜ, ως προς τους όρους αποσύνδεσης των κρίσιμων φορτίων από το οικείο σύστημα. Σκοπός της εν λόγω συμφωνίας είναι η διασφάλιση των διεργασιών παραγωγής της βιομηχανικής μονάδας σε περίπτωση διαταραχών στο οικείο σύστημα.

Άρθρο 6

Ρυθμιστικές πτυχές

1.   Οι απαιτήσεις γενικής εφαρμογής που πρέπει να καθοριστούν από οικείους διαχειριστές συστημάτων ή ΔΣΜ δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκεινται σε έγκριση από την ορισθείσα από το κράτος μέλος οντότητα και δημοσιεύονται. Η ορισθείσα οντότητα είναι η ρυθμιστική αρχή, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από το κράτος μέλος.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν την έγκριση από ορισθείσα οντότητα των ειδικών απαιτήσεων σχετικά με συγκεκριμένους τόπους που πρέπει να καθοριστούν από τους οικείους διαχειριστές συστημάτων ή ΔΣΜ δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.   Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη, οι ρυθμιστικές αρχές και οι διαχειριστές συστημάτων:

α)

εφαρμόζουν τις αρχές της αναλογικότητας και της μη διακριτικής μεταχείρισης·

β)

διασφαλίζουν τη διαφάνεια·

γ)

εφαρμόζουν την αρχή της βελτιστοποίησης μεταξύ της μέγιστης συνολικής αποδοτικότητας και του ελάχιστου δυνατού κόστους για όλους τους εμπλεκόμενους·

δ)

σέβονται την ευθύνη που ανατίθεται στον οικείο ΔΣΜ να εγγυάται την ασφάλεια του συστήματος, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των απαιτήσεων της εθνικής νομοθεσίας·

ε)

διαβουλεύονται με τους οικείους ΔΣΔ και λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις στο σύστημά τους·

στ)

λαμβάνουν υπόψη τα πρότυπα και τις τεχνικές προδιαγραφές που έχουν συμφωνηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4.   Εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ΔΣΜ υποβάλει στην αρμόδια οντότητα προς έγκριση πρόταση σχετικά με τις γενικής εφαρμογής απαιτήσεις, ή τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό ή τον καθορισμό των εν λόγω απαιτήσεων.

5.   Όταν ο παρών κανονισμός απαιτεί την επιδίωξη συμφωνίας μεταξύ του οικείου διαχειριστή συστήματος, του οικείου ΔΣΜ, του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ηλεκτροπαραγωγής, του ΔΣΔ και/ή του ΔΚΣΔ, τα εν λόγω μέρη προσπαθούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους εντός έξι μηνών αφότου η πρώτη πρόταση υποβλήθηκε από ένα από αυτά στα λοιπά μέρη. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός αυτής της προθεσμίας, κάθε μέρος δύναται να ζητήσει την έκδοση απόφασης από την οικεία ρυθμιστική αρχή εντός έξι μηνών.

6.   Οι αρμόδιες οντότητες λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με τις προτάσεις για τις απαιτήσεις ή τις μεθοδολογίες εντός έξι μηνών από την παραλαβή των εν λόγω προτάσεων.

7.   Αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ΔΣΜ κρίνει αναγκαία την τροποποίηση των απαιτήσεων ή μεθοδολογιών που αναφέρονται και έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, εφαρμόζονται στην προτεινόμενη τροποποίηση οι διατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3 έως 8. Οι διαχειριστές συστημάτων και ΔΣΜ που προτείνουν τροποποίηση λαμβάνουν υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που, ενδεχομένως, έχουν οι ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης, οι ΔΣΔ, οι ΔΚΣΔ, οι κατασκευαστές εξοπλισμού και άλλοι εμπλεκόμενοι παράγοντες με βάση τις απαιτήσεις ή μεθοδολογίες που είχαν καθοριστεί ή συμφωνηθεί αρχικά.

8.   Οποιοδήποτε μέρος έχει να υποβάλει καταγγελία κατά του οικείου διαχειριστή συστήματος ή του ΔΣΜ σχετικά με τις υποχρεώσεις που υπέχει ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ΔΣΜ σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει καταγγελία στη ρυθμιστική αρχή η οποία, ενεργώντας ως αρχή επίλυσης διαφορών, εκδίδει απόφαση εντός δύο μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας. Η προθεσμία αυτή είναι δυνατόν να παραταθεί κατά δύο μήνες, όταν η ρυθμιστική αρχή ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες. Η παραταθείσα περίοδος είναι δυνατόν να παραταθεί περαιτέρω, με τη σύμφωνη γνώμη του καταγγέλλοντος. Η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής έχει δεσμευτική ισχύ, αν δεν και έως ότου ακυρωθεί κατόπιν προσφυγής.

9.   Όταν απαιτήσεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να καθοριστούν από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ο οποίος δεν είναι ΔΣΜ, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν να είναι ο ΔΣΜ υπεύθυνος για τον καθορισμό των σχετικών απαιτήσεων.

Άρθρο 7

Περισσότεροι του ενός ΔΣΜ

1.   Όταν σε κράτος μέλος δραστηριοποιούνται περισσότεροι του ενός ΔΣΜ, ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλους τους εν λόγω ΔΣΜ.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται, σύμφωνα με το εθνικό ρυθμιστικό καθεστώς, να προβλέπουν ότι η ευθύνη για τη συμμόρφωση ΔΣΜ με μία, μερικές ή όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό ανατίθεται σε έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους ΔΣΜ.

Άρθρο 8

Ανάκτηση κόστους

1.   Οι οικείες ρυθμιστικές αρχές εκτιμούν το κόστος το οποίο βαρύνει διαχειριστές συστημάτων υποκείμενους σε ρύθμιση των τιμολογίων δικτύου και το οποίο προκύπτει από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Το κόστος που εκτιμάται εύλογο, αποδοτικό και αναλογικό ανακτάται μέσω τιμολογίων δικτύου ή άλλων ενδεδειγμένων μηχανισμών.

2.   Αν ζητηθεί από τις οικείες ρυθμιστικές αρχές, οι διαχειριστές συστημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχουν, εντός τριμήνου από την υποβολή σχετικού αιτήματος, τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διευκόλυνση της εκτίμησης του κόστους που προέκυψε.

Άρθρο 9

Δημόσια διαβούλευση

1.   Οι οικείοι διαχειριστές συστημάτων και οι οικείοι ΔΣΜ διενεργούν διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών κάθε κράτους μέλους, όσον αφορά:

α)

προτάσεις για επέκταση της υποχρέωσης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3·

β)

την έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 48 παράγραφος 3·

γ)

την ανάλυση κόστους-οφέλους που εκπονείται σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 2·

δ)

τις απαιτήσεις για τις μονάδες ζήτηση που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 στοιχεία γ), ε), στ), ια) και ιβ), και το άρθρο 29 παράγραφος 2 στοιχεία γ) έως ε).

Η διαβούλευση διαρκεί τουλάχιστον ένα μήνα.

2.   Οι απόψεις των εμπλεκόμενων παραγόντων που προκύπτουν από τις διαβουλεύσεις λαμβάνονται δεόντως υπόψη από τους οικείους διαχειριστές συστημάτων ή τους οικείους ΔΣΜ, προτού υποβάλουν προς έγκριση στη ρυθμιστική αρχή, στην αρμόδια οντότητα ή, κατά περίπτωση στο κράτος μέλος, το σχέδιο πρότασης, την έκθεση, την ανάλυση κόστους-οφέλους ή τις απαιτήσεις για τις μονάδες ζήτησης. Σε κάθε περίπτωση, παρέχεται ορθή αιτιολόγηση της αποδοχής ή μη των απόψεων των εμπλεκόμενων παραγόντων και η εν λόγω αιτιολόγηση δημοσιεύεται εγκαίρως πριν από, ή ταυτόχρονα με, τη δημοσίευση της πρότασης, της έκθεσης, της ανάλυσης κόστους-οφέλους ή των απαιτήσεων για τις μονάδες ζήτησης που καθορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 29.

Άρθρο 10

Συμμετοχή εμπλεκόμενων παραγόντων

Ο Οργανισμός, σε συνεργασία με το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας, οργανώνει τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων παραγόντων όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύνδεση με το δίκτυο εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστημάτων διανομής και μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ, και όσον αφορά άλλες πτυχές της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Εν προκειμένω, περιλαμβάνονται τακτικές συνεδριάσεις με τους εμπλεκόμενους για τον εντοπισμό προβλημάτων και την υποβολή προτάσεων βελτιώσεων, ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύνδεση με το δίκτυο εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστημάτων διανομής και μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

Άρθρο 11

Υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας

1.   Οιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες λαμβάνονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος κανονισμού υπόκεινται στους όρους περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 3 και 4.

2.   Η υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου ισχύει για κάθε πρόσωπο, ρυθμιστική αρχή ή φορέα που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Οι εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν τα πρόσωπα, οι ρυθμιστικές αρχές ή οι οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο πρόσωπο ή αρχή, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που καλύπτονται από το εθνικό δίκαιο, άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού ή άλλη σχετική νομοθεσία της Ένωσης.

4.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που καλύπτονται από το εθνικό δίκαιο ή τη νομοθεσία της Ένωσης, οι ρυθμιστικές αρχές, οι οντότητες ή τα πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού επιτρέπεται να τις χρησιμοποιούν μόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΣΥΝΔΕΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΖΗΤΗΣΗΣ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ, ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΔΙΑΝΟΜΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 12

Γενικές απαιτήσεις συχνότητας

1.   Εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής είναι ικανά να παραμένουν σε σύνδεση με το δίκτυο και να λειτουργούν εντός των ευρών τιμών συχνότητας και για τις διάρκειες που προδιαγράφονται στο παράρτημα I.

2.   Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο ΔΣΔ δύναται να συμφωνήσει με τον οικείο ΔΣΜ για μεγαλύτερα εύρη τιμών συχνότητας ή μεγαλύτερες ελάχιστες διάρκειες λειτουργίας. Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο ΔΣΔ δεν αρνείται αδικαιολόγητα να δώσει τη συγκατάθεσή του για την εφαρμογή μεγαλύτερων ευρών τιμών συχνότητας ή μεγαλύτερης ελάχιστης διάρκειας λειτουργίας, λαμβανομένης υπόψη της τεχνικής εφικτότητάς τους.

Άρθρο 13

Γενικές απαιτήσεις τάσης

1.   Εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς είναι ικανά να παραμένουν συνδεδεμένα με το δίκτυο και να λειτουργούν εντός των ευρών τιμών τάσης και για τις διάρκειες που προδιαγράφονται στο παράρτημα II.

2.   Ο εξοπλισμός συστημάτων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς στην ίδια τάση με την τάση του σημείου σύνδεσης είναι ικανός να παραμένει συνδεδεμένος με το δίκτυο και να λειτουργεί εντός των ευρών τιμών τάσης και για τη διάρκεια που προδιαγράφονται στο παράρτημα II.

3.   Το εύρος τιμών τάσης στο σημείο σύνδεσης εκφράζεται από την τάση στο σημείο σύνδεσης σε συνάρτηση με τη μοναδιαία τιμή αναφοράς (pu) τάσης. Για το επίπεδο τάσης δικτύου 400 kV (που συνήθως αναφέρεται εναλλακτικά ως επίπεδο τάσης 380 kV) η τιμή αναφοράς 1 pu είναι 400 kV, ενώ για άλλα επίπεδα τάσης δικτύου η τάση αναφοράς 1 pu είναι δυνατόν να διαφέρει για κάθε διαχειριστή συστήματος στην ίδια συγχρονισμένη περιοχή.

4.   Όταν η τάση βάσης για τις τιμές pu είναι μεταξύ 300 kV και 400 kV συμπεριλαμβανομένων, ο οικείος ΔΣΜ στην Ισπανία δύναται να απαιτεί από εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς να παραμένουν συνδεδεμένα σε εύρος τιμών τάσης μεταξύ 1,05 pu και 1,0875 pu για απεριόριστη διάρκεια.

5.   Όταν η τάση βάσης για τις τιμές pu είναι 400 kV, οι οικείοι ΔΣΜ στη συγχρονισμένη περιοχή της Βαλτικής δύνανται να απαιτούν από εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς να παραμένουν συνδεδεμένα με το δίκτυο των 400kV εντός του εύρους τιμών τάσης και για τις διάρκειες που ισχύουν στη συγχρονισμένη περιοχή της Ηπειρωτικής Ευρώπης.

6.   Αν απαιτείται από τον οικείο ΔΣΜ, εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα αυτόματης αποσύνδεσης σε συγκεκριμένες τιμές τάσης. Οι όροι και οι ρυθμίσεις αυτόματης αποσύνδεσης συμφωνούνται μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του ΔΣΔ.

7.   Όσον αφορά συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς με τάση κατώτερη των 110 kV στο σημείο σύνδεσης, ο οικείος ΔΣΜ προδιαγράφει το εύρος τιμών τάσης στο σημείο σύνδεσης τις οποίες πρέπει να είναι σχεδιασμένα να αντέχουν τα συστήματα διανομής που συνδέονται με το εν λόγω σύστημα μεταφοράς. Οι ΔΣΔ σχεδιάζουν την ικανότητα του εξοπλισμού τους που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς υπό την ίδια τάση με εκείνη του σημείου σύνδεσης, έτσι ώστε να συμμορφώνονται με το εν λόγω εύρος τιμών τάσης.

Άρθρο 14

Απαιτήσεις όσον αφορά βραχυκυκλώματα

1.   Με βάση την ονομαστική ικανότητα αντοχής σε βραχυκύκλωμα των στοιχείων του δικτύου μεταφοράς του, ο οικείος ΔΣΜ προδιαγράφει το μέγιστο ρεύμα βραχυκυκλώματος στο σημείο σύνδεσης που είναι ικανή να αντέχει εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς και εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς.

2.   Ο οικείος ΔΣΜ παρέχει στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή στον διαχειριστή εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εκτίμηση του ελάχιστου και του μέγιστου ρεύματος βραχυκυκλώματος που αναμένεται στο σημείο σύνδεσης, ως ισοδύναμο δικτύου.

3.   Έπειτα από μη προγραμματισμένο συμβάν, ο οικείος ΔΣΜ ενημερώνει, το συντομότερο δυνατόν αλλά το αργότερο εντός μιας εβδομάδας μετά το μη προγραμματισμένο συμβάν, τον ιδιοκτήτη επηρεασμένης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή τον διαχειριστή επηρεασμένης εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, σχετικά με αλλαγές πάνω από το κατώφλι του μέγιστου ρεύματος βραχυκυκλώματος από το δίκτυο του οικείου ΔΣΜ σύμφωνα με την παράγραφο 1, που πρέπει να είναι ικανή να αντέχει η επηρεασμένη εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή η επηρεασμένη εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

4.   Το κατώφλι που αναφέρεται στην παράγραφο 3 καθορίζεται είτε από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς για την εγκατάστασή του, είτε από τον διαχειριστή του συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς για το δίκτυό του.

5.   Πριν από προγραμματισμένο συμβάν, ο οικείος ΔΣΜ ενημερώνει, το συντομότερο δυνατόν αλλά το αργότερο μια εβδομάδα πριν από το προγραμματισμένο συμβάν, τον ιδιοκτήτη επηρεαζόμενης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή τον διαχειριστή επηρεαζόμενης εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς σχετικά με αλλαγές πάνω από το κατώφλι του μέγιστου ρεύματος βραχυκυκλώματος από το δίκτυο του οικείου ΔΣΜ σύμφωνα με την παράγραφο 1, που πρέπει να είναι ικανή να αντέχει η επηρεαζόμενη εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή η επηρεαζόμενη εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

6.   Το κατώφλι που αναφέρεται στην παράγραφο 5 καθορίζεται είτε από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς για την εγκατάστασή του, είτε από τον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς για το δίκτυό του.

7.   Ο οικείος ΔΣΜ ζητά πληροφορίες από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή τον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς σχετικά με το μερίδιο της συγκεκριμένης μονάδας ή του συγκεκριμένου δικτύου όσον αφορά το ρεύμα βραχυκυκλώματος. Κατ' ελάχιστον, παρέχονται και αποδεικνύονται ισοδύναμες μονάδες του δικτύου για μηδενική, θετική και αρνητική ακολουθία.

8.   Έπειτα από μη προγραμματισμένο συμβάν, ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ενημερώνει τον οικείο ΔΣΜ, το συντομότερο δυνατόν αλλά το αργότερο εντός μιας εβδομάδας μετά το μη προγραμματισμένο συμβάν, για τις αλλαγές του μεριδίου όσον αφορά το ρεύμα βραχυκυκλώματος πάνω από το κατώφλι που έχει καθορίσει ο οικείος ΔΣΜ.

9.   Πριν από προγραμματισμένο συμβάν, ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ενημερώνει τον οικείο ΔΣΜ, το συντομότερο δυνατόν αλλά το αργότερο μια εβδομάδα πριν από το προγραμματισμένο συμβάν, για τις αλλαγές του μεριδίου όσον αφορά το ρεύμα βραχυκυκλώματος πάνω από το κατώφλι που έχει καθορίσει ο οικείος ΔΣΜ.

Άρθρο 15

Απαιτήσεις όσον αφορά την άεργο ισχύ

1.   Εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς έχουν την ικανότητα διατήρησης της λειτουργίας τους σε σταθερή κατάσταση στο σημείο σύνδεσής τους σε εύρος τιμών αέργου ισχύος που καθορίζεται από τον οικείο ΔΣΜ, σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

όταν πρόκειται για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, το πραγματικό εύρος τιμών αέργου ισχύος που καθορίζει ο οικείος ΔΣΜ για την απορρόφηση και την τροφοδότηση αέργου ισχύος δεν είναι μεγαλύτερο από το 48 % της μέγιστης ικανότητας απορρόφησης ή της μέγιστης ικανότητας τροφοδότησης (0,9 συντελεστής ισχύος απορρόφησης ή τροφοδότησης αέργου ισχύος), εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες για εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς αποδεικνύονται από τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς τεχνικά ή οικονομικά οφέλη, τα οποία και αποδέχεται ο οικείος ΔΣΜ·

β)

όταν πρόκειται για συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, το πραγματικό εύρος τιμών αέργου ισχύος που καθορίζει ο οικείος ΔΣΜ για την απορρόφηση και την τροφοδότηση αέργου ισχύος δεν είναι μεγαλύτερο από:

i)

48 % (δηλαδή συντελεστής ισχύος 0,9) της μεγαλύτερης εκ των εξής δύο τιμών: της μέγιστης ικανότητας απορρόφησης ή της μέγιστης ικανότητας τροφοδότησης κατά την απορρόφηση αέργου ισχύος (κατανάλωση)· και

ii)

48 % (δηλαδή συντελεστής ισχύος 0,9) της μεγαλύτερης εκ των εξής δύο τιμών: της μέγιστης ικανότητας απορρόφησης ή της μέγιστης ικανότητας τροφοδότησης κατά την τροφοδότηση αέργου ισχύος (παραγωγή)·

εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες αποδεικνύονται τεχνικά ή οικονομικά οφέλη, με ανάλυση που διενεργούν από κοινού ο οικείος ΔΣΜ και ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς·

γ)

ο οικείος ΔΣΜ και ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν ως προς την εμβέλεια της ανάλυσης με την οποία θα αναζητηθούν πιθανές λύσεις και προσδιορίζουν τη βέλτιστη λύση για την ανταλλαγή αέργου ισχύος μεταξύ των συστημάτων τους, λαμβανομένων επαρκώς υπόψη των χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου συστήματος, της μεταβλητής διάρθρωσης της ανταλλαγής ισχύος, των αμφιδρόμων ροών και των ικανοτήτων αέργου ισχύος του συστήματος διανομής·

δ)

ο οικείος ΔΣΜ δύναται να καθορίσει τη χρήση βάσης μέτρησης διαφορετικής του συντελεστή ισχύος για τον καθορισμό ισοδύναμων ευρών τιμών ικανότητας αέργου ισχύος·

ε)

τηρείται η απαίτηση για το εύρος τιμών αέργου ισχύος στο σημείο σύνδεσης·

στ)

κατά παρέκκλιση από το στοιχείο ε), σε περίπτωση μεριζόμενου σημείου σύνδεσης μεταξύ μονάδας ηλεκτροπαραγωγής και εγκατάστασης ζήτησης, πρέπει να πληρούνται ισοδύναμες απαιτήσεις σε σημείο οριζόμενο σε σχετικές συμφωνίες ή στην εθνική νομοθεσία·

2.   Ο οικείος ΔΣΜ δύναται να απαιτεί να είναι ικανό σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς να μην τροφοδοτεί άεργο ισχύ στο σημείο σύνδεσης (σε τάση αναφοράς 1 pu) όταν η ροή ενεργού ισχύος είναι μικρότερη από το 25 % της μέγιστης ικανότητας απορρόφησης. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τον οικείο ΔΣΜ να δικαιολογεί το αίτημά του με ανάλυση διενεργούμενη από κοινού με τον διαχειριστή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς. Αν η εν λόγω απαίτηση δεν δικαιολογείται με βάση την από κοινού ανάλυση, ο οικείος ΔΣΜ και ο διαχειριστής του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν για ισοδύναμες απαιτήσεις σύμφωνα με τα αποτελέσματα από κοινού ανάλυσης.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 στοιχείο β), ο οικείος ΔΣΜ δύναται να απαιτεί να ελέγχει δυναμικά το σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς την ανταλλαγή αέργου ισχύος στο σημείο σύνδεσης, προς όφελος ολόκληρου του συστήματος. Ο οικείος ΔΣΜ και ο διαχειριστής του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν ως προς τη μέθοδο εκτέλεσης του ελέγχου αυτού, με σκοπό τη διασφάλιση του δικαιολογημένου επιπέδου ασφάλειας του εφοδιασμού και για τα δύο μέρη. Η δικαιολόγηση περιλαμβάνει χάρτη πορείας στον οποίο καθορίζονται τα βήματα και το χρονοδιάγραμμα εκπλήρωσης της εν λόγω απαίτησης.

4.   Σύμφωνα με την παράγραφο 3, ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς δύναται να ζητεί να λαμβάνει υπόψη ο οικείος ΔΣΜ τη διαχείριση αέργου ισχύος από το δικό του σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

Άρθρο 16

Απαιτήσεις προστασίας

1.   Ο οικείος ΔΣΜ καθορίζει τις διατάξεις και τις ρυθμίσεις που απαιτούνται για την προστασία του δικτύου μεταφοράς ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς. Ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν ως προς τα συστήματα και τις ρυθμίσεις που είναι σημαντικά για την προστασία της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

2.   Η ηλεκτρική προστασία εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει προτεραιότητα έναντι των λειτουργικών ελέγχων, λαμβανομένων υπόψη της ασφάλειας του συστήματος, της υγείας και της ασφάλειας του προσωπικού και του κοινού.

3.   Οι διατάξεις των συστημάτων προστασίας δύνανται να καλύπτουν τις εξής πτυχές:

α)

εξωτερικό και εσωτερικό βραχυκύκλωμα·

β)

υπέρταση και υπόταση στο σημείο σύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς·

γ)

υπερσυχνότητα και υποσυχνότητα·

δ)

προστασία του κυκλώματος ζήτησης·

ε)

προστασία μονάδας μετασχηματιστή·

στ)

εφεδρεία έναντι δυσλειτουργίας της προστασίας και του εξοπλισμού μεταγωγής.

4.   Ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν ως προς τυχόν αλλαγές των συστημάτων προστασίας που είναι σημαντικές για την εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, καθώς και ως προς τις ρυθμίσεις των συστημάτων προστασίας της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

Άρθρο 17

Απαιτήσεις ελέγχου

1.   Ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν επί των σημαντικών για την ασφάλεια συνδυασμών και ρυθμίσεων των διάφορων συσκευών ελέγχου της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

2.   Η συμφωνία καλύπτει τα εξής:

α)

απομονωμένη (δικτυακά) λειτουργία·

β)

απόσβεση ταλαντώσεων·

γ)

διαταραχές στο δίκτυο μεταφοράς·

δ)

αυτόματη μεταγωγή στην παροχή ισχύος έκτακτης ανάγκης και αποκατάσταση της κανονικής τοπολογίας·

ε)

αυτόματη επανάζευξη του διακόπτη κυκλώματος (σε μονοφασικά σφάλματα).

3.   Ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν επί των σημαντικών για την ασφάλεια αλλαγών των συνδυασμών και ρυθμίσεων των διάφορων συσκευών ελέγχου της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

4.   Όσον αφορά τη σειρά προτεραιότητας της προστασίας και του ελέγχου, ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς καθορίζει τις διατάξεις προστασίας και ελέγχου της οικείας εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του οικείου συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, αντίστοιχα, σύμφωνα με την ακόλουθη φθίνουσα σειρά προτεραιότητας:

α)

προστασία του δικτύου μεταφοράς·

β)

προστασία της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς·

γ)

έλεγχος συχνότητας (ρύθμιση της ενεργού ισχύος)·

δ)

περιορισμός ισχύος.

Άρθρο 18

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.   Εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς εφοδιάζονται με εξοπλισμό σύμφωνα με τα πρότυπα που καθορίζει ο οικείος ΔΣΜ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, με τη χρήση καθορισμένης χρονοσφραγίδας. Ο οικείος ΔΣΜ δημοσιεύει τα καθορισμένα πρότυπα.

2.   Σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς εφοδιάζεται με εξοπλισμό κατά τα πρότυπα που καθορίζει ο οικείος ΔΣΜ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, με τη χρήση καθορισμένης χρονοσφραγίδας. Ο οικείος ΔΣΜ δημοσιεύει τα καθορισμένα πρότυπα.

3.   Ο οικείος ΔΣΜ καθορίζει τα πρότυπα ανταλλαγής πληροφοριών. Ο οικείος ΔΣΜ δημοσιεύει τον ακριβή κατάλογο των απαιτούμενων δεδομένων.

Άρθρο 19

Αποσύνδεση ζήτησης και επανασύνδεση ζήτησης

1.   Όλες οι εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και όλα τα συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις που αφορούν τις λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας:

α)

κάθε διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς και, όταν αυτό ορίζεται από τον ΔΣΜ, κάθε διαχειριστής εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς παρέχει ικανότητες που καθιστούν δυνατόν να αποσυνδέεται αυτομάτως λόγω «χαμηλής συχνότητας» καθορισμένο ποσοστό της ζήτησής του. Ο οικείος ΔΣΜ δύναται να καθορίσει τιμή ενεργοποίησης της αποσύνδεσης βάσει συνδυασμού χαμηλής συχνότητας και ρυθμού μεταβολής της συχνότητας·

β)

οι λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας καθιστούν δυνατή τη σταδιακή αποσύνδεση της ζήτησης για συγκεκριμένο εύρος τιμών συχνοτήτων λειτουργίας·

γ)

οι λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας καθιστούν δυνατή τη λειτουργία από το εισερχόμενο ονομαστικό εναλλασσόμενο ρεύμα («ΕΡ») που καθορίζει ο οικείος διαχειριστής συστήματος και πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

εύρος συχνότητας: τουλάχιστον μεταξύ 47 και 50 Hz, ρυθμιζόμενο σε βήματα 0,05 Hz·

ii)

διάρκεια λειτουργίας· το πολύ 150 ms μετά την ενεργοποίηση του σημείου ρύθμισης συχνότητας·

iii)

αναστολή συναρτήσει τάσης: είναι δυνατή η αναστολή της λειτουργικής ικανότητας όταν οι τιμές τάσης βρίσκονται μεταξύ 30 και 90 % της τάσης αναφοράς 1 pu·

iv)

ένδειξη της κατεύθυνσης ροής της ενεργού ισχύος στο σημείο αποσύνδεσης

δ)

η τάση τροφοδοσίας ΕΡ των λειτουργικών ικανοτήτων αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας παρέχεται από το δίκτυο στο σημείο μέτρησης του σήματος συχνότητας, που χρησιμοποιείται για τις λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας κατά την παράγραφο 1 στοιχείο γ), έτσι ώστε η συχνότητα της παροχής τάσης των λειτουργικών ικανοτήτων αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας να είναι ίδια με εκείνη του δικτύου.

2.   Όσον αφορά τις λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

ο οικείος ΔΣΜ δύναται να προδιαγράφει, σε συντονισμό με τους διαχειριστές συστημάτων διανομής που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς, λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης για τις εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς·

β)

ο οικείος ΔΣΜ δύναται να προδιαγράφει, σε συντονισμό με τους διαχειριστές συστημάτων διανομής που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς, λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης για τις εγκαταστάσεις ζήτησης· που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς·

γ)

βάσει αξιολόγησης του ΔΣΜ σχετικά με την ασφάλεια του συστήματος, η υλοποίηση της αποκοπής του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο και της αποσύνδεσης της ζήτησης χαμηλής τάσης είναι δεσμευτική για τους διαχειριστές συστημάτων διανομής που συνδέονται με το σύστημα μεταφοράς·

δ)

αν ο οικείος ΔΣΜ αποφασίσει να υλοποιήσει λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης, ο εξοπλισμός για την αποκοπή του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο και για την αποσύνδεση της ζήτησης χαμηλής τάσης εγκαθίστανται σε συντονισμό με τον οικείο ΔΣΜ·

ε)

η μέθοδος αποσύνδεσης της ζήτησης χαμηλής τάσης υλοποιείται μέσω ηλεκτρονόμου ή μέσω ενεργοποίησης από το κέντρο ελέγχου·

στ)

οι λειτουργικές ικανότητες αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

i)

η λειτουργική ικανότητα αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης παρακολουθεί την τάση μέσω μέτρησης και των τριών φάσεων·

ii)

η αποκοπή της λειτουργίας των ηλεκτρονόμων βασίζεται στην κατεύθυνση της ροής είτε της ενεργού είτε της αέργου ισχύος.

3.   Όσον αφορά την αποκοπή των μεταγωγέων τάσης υπό φορτίο, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

κατόπιν απαίτησης του οικείου ΔΣΜ, ο μετασχηματιστής στη σύνδεση συστήματος διανομής έχει την ικανότητα αυτόματης ή χειροκίνητης αποκοπής του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο·

β)

ο οικείος ΔΣΜ καθορίζει την αυτόματη λειτουργική ικανότητα αποκοπής του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο.

4.   Όλες οι εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και όλα τα συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις όσον αφορά την αποσύνδεση ή την επανασύνδεση εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς:

α)

όσον αφορά την ικανότητα επανασύνδεσης έπειτα από αποσύνδεση, ο οικείος ΔΣΜ ορίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει δικαίωμα επανασύνδεσης με το σύστημα μεταφοράς. Για την τοποθέτηση αυτόματων συστημάτων επανασύνδεσης χρειάζεται προηγούμενη έγκριση από τον οικείο ΔΣΜ·

β)

όσον αφορά την επανασύνδεση εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς: η εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα συγχρονισμού για συχνότητες εντός των ευρών τιμών που προβλέπονται στο άρθρο 12. Ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμφωνούν επί των ρυθμίσεων συσκευών συγχρονισμού πριν από τη σύνδεση με το σύστημα μεταφοράς της εγκατάστασης ζήτησης ή του συστήματος διανομής, συμπεριλαμβανομένων της τάσης, της συχνότητας, του εύρους τιμών της γωνίας τάσης και της απόκλισης τάσης και συχνότητας·

γ)

εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα εξ αποστάσεως αποσύνδεσης από το σύστημα μεταφοράς, κατόπιν απαίτησης του οικείου ΔΣΜ. Κατόπιν απαίτησης, ο αυτόματος εξοπλισμός αποσύνδεσης για την επαναδιαμόρφωση του συστήματος κατά την προετοιμασία του βηματικά αυξανόμενου φορτίου κατά τον συγχρονισμό προδιαγράφεται από τον οικείο ΔΣΜ. Ο οικείος ΔΣΜ ορίζει τον χρόνο που απαιτείται για την εκ εξ αποστάσεως αποσύνδεση.

Άρθρο 20

Ποιότητα ισχύος

Οι ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και οι διαχειριστές συστημάτων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς εξασφαλίζουν ότι η σύνδεσή τους με το δίκτυο δεν προκαλεί προσδιορισμένο επίπεδο αλλοίωσης ή διακύμανσης της τάσης τροφοδοσίας στο δίκτυο, στο σημείο σύνδεσης. Το επίπεδο αλλοίωσης δεν υπερβαίνει την τιμή που τους έχει εκχωρηθεί από τον οικείο ΔΣΜ. Οι ΔΣΜ συντονίζουν τις απαιτήσεις τους σχετικά με την ποιότητα ισχύος με τις απαιτήσεις των γειτονικών ΔΣΜ.

Άρθρο 21

Μοντέλα προσομοίωσης

1.   Εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς πληρούν τις απαιτήσεις των παραγράφων 3 και 4 σχετικά με τα μοντέλα προσομοίωσης ή τις ισοδύναμες πληροφορίες.

2.   Κάθε ΔΣΜ δύναται να απαιτεί μοντέλα προσομοίωσης ή ισοδύναμες πληροφορίες που να καταδεικνύουν τη συμπεριφορά εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, ή και των δύο, υπό στατική και δυναμική κατάσταση.

3.   Κάθε ΔΣΜ ορίζει το περιεχόμενο και τη μορφή των εν λόγω μοντέλων προσομοίωσης ή ισοδύναμων πληροφοριών. Το περιεχόμενο και η μορφή περιέχουν:

α)

στατικές και δυναμικές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της συνιστώσας των 50 Hz·

β)

προσομοιώσεις ηλεκτρομαγνητικής μεταβατικής φάσης στο σημείο σύνδεσης·

γ)

διάρθρωση και σχηματικά διαγράμματα.

4.   Για τις δυναμικές προσομοιώσεις, το μοντέλο προσομοίωσης ή οι ισοδύναμες πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) περιέχουν τα ακόλουθα υπομοντέλα ή ισοδύναμες πληροφορίες:

α)

έλεγχο ισχύος·

β)

έλεγχο τάσης·

γ)

μοντέλα προστασίας της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς·

δ)

τα διαφορετικά είδη ζήτησης, δηλαδή τα ηλεκτροτεχνικά χαρακτηριστικά της ζήτησης· και

ε)

μοντέλα μεταλλακτών.

5.   Κάθε οικείος διαχειριστής συστήματος ή οικείος ΔΣΜ καθορίζει τις απαιτήσεις για τις καταγραφές στις εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και/ή στις εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, ώστε να συγκρίνει την απόκριση μοντέλου με τις εν λόγω καταγραφές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας

Άρθρο 22

Γενικές διατάξεις

1.   Η διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας για τη σύνδεση κάθε νέας εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, κάθε νέας εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς και κάθε νέου συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς περιλαμβάνει τα εξής:

α)

κοινοποίηση ενεργοποίησης λειτουργίας (ΚΕΛ)·

β)

κοινοποίηση προσωρινής λειτουργίας (ΚΠΡΛ)· και

γ)

κοινοποίηση οριστικής λειτουργίας (ΚΟΛ).

2.   Κάθε ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ο οποίος υπόκειται σε μία ή περισσότερες απαιτήσεις του τίτλου II αποδεικνύει στον οικείο ΔΣΜ ότι έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο II του παρόντος κανονισμού ολοκληρώνοντας επιτυχώς τη διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας που περιγράφεται στα άρθρα 23 έως 26 για τη σύνδεση κάθε εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, κάθε εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς και κάθε συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς.

3.   Ο οικείος ΔΣΜ καθορίζει και δημοσιεύει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας.

Άρθρο 23

Κοινοποίηση ενεργοποίησης λειτουργίας

1.   Με την ΚΕΛ παρέχεται το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή στον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς να ενεργοποιήσει το εσωτερικό του δίκτυο και τις βοηθητικές διατάξεις χρησιμοποιώντας τη σύνδεση δικτύου που καθορίζεται για το σημείο σύνδεσης.

2.   Η ΚΕΛ εκδίδεται από τον οικείο ΔΣΜ αφού έχουν ολοκληρωθεί οι προετοιμασίες, συμπεριλαμβανομένης συμφωνίας σχετικά με τις ρυθμίσεις προστασίας και ελέγχου που σχετίζονται με το σημείο σύνδεσης, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή του διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς.

Άρθρο 24

Κοινοποίηση προσωρινής λειτουργίας

1.   Με την ΚΠΡΛ παρέχεται το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή στον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς να λειτουργεί την εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, την εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς χρησιμοποιώντας τη σύνδεση δικτύου για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

2.   Η ΚΠΡΛ εκδίδεται από τον οικείο ΔΣΜ, αφού έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης των δεδομένων και της μελέτης που απαιτείται κατά το παρόν άρθρο.

3.   Όσον αφορά την εξέταση των δεδομένων και της μελέτης, ο οικείος ΔΣΜ έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή τον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς να υποβάλει τα ακόλουθα:

α)

αναλυτική κατά συνιστώντα μέρη δήλωση συμμόρφωσης·

β)

λεπτομερή τεχνικά δεδομένα όσον αφορά τη σύνδεση με το δίκτυο εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, όπως αυτά προδιαγράφονται από τον οικείο ΔΣΜ·

γ)

πιστοποιητικά εξοπλισμού που εκδίδει εξουσιοδοτημένος φορέας πιστοποίησης για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς και συστήματα διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, όταν αυτά αποτελούν τεκμήρια συμμόρφωσης·

δ)

μοντέλα προσομοίωσης, όπως καθορίζεται στο άρθρο 21 και απαιτεί ο οικείος ΔΣΜ·

ε)

μελέτες που αποδεικνύουν τις αναμενόμενες επιδόσεις σταθερής και δυναμικής κατάστασης σύμφωνα με τις απαιτήσεις των άρθρων 43, 46 και 47·

στ)

λεπτομέρειες της σκοπούμενης πρακτικής μεθόδου ολοκλήρωσης των δοκιμών συμμόρφωσης σύμφωνα με τον τίτλο IV κεφάλαιο 2.

4.   Η μέγιστη διάρκεια κατά την οποία ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς επιτρέπεται να τελεί σε καθεστώς ΚΠΡΛ είναι 24 μήνες. Ο οικείος ΔΣΜ έχει το δικαίωμα να καθορίσει μικρότερη διάρκεια ισχύος της ΚΠΡΛ. Παράταση της ΚΠΡΛ χορηγείται αποκλειστικά και μόνο εφόσον ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς έχει σημειώσει ουσιαστική πρόοδο προς την επίτευξη συμμόρφωσης. Κάθε εκκρεμότητα διευκρινίζεται κατά την υποβολή του αιτήματος παράτασης.

5.   Είναι δυνατόν να χορηγηθεί παράταση της περιόδου κατά την οποία ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς τελεί σε καθεστώς ΚΠΡΛ, πέραν της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 4, αν υποβληθεί αίτημα παρέκκλισης στον οικείο ΔΣΜ πριν από τη λήξη της εν λόγω περιόδου σύμφωνα με τη διαδικασία παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 50.

Άρθρο 25

Κοινοποίηση οριστικής λειτουργίας

1.   Με την ΚΟΛ παρέχεται το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή στον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς να λειτουργεί την εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, την εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς χρησιμοποιώντας τη σύνδεση δικτύου.

2.   Η ΚΟΛ εκδίδεται από τον οικείο ΔΣΜ, αφού πρώτα εξαλειφθούν όλες οι ασυμβατότητες που διαπιστώθηκαν για το καθεστώς ΚΠΡΛ και αφού έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης των δεδομένων και της μελέτης που απαιτείται κατά το παρόν άρθρο.

3.   Για τους σκοπούς της εξέτασης των δεδομένων και της μελέτης, ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς οφείλει να υποβάλει στον οικείο διαχειριστή συστήματος τα ακόλουθα:

α)

αναλυτική κατά συνιστώντα μέρη δήλωση συμμόρφωσης· και

β)

επικαιροποίηση των εφαρμοστέων τεχνικών δεδομένων, μοντέλων προσομοίωσης και μελετών που αναφέρονται στο άρθρο 24 παράγραφος 3 στοιχεία β), δ) και ε), συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών τιμών που μετρήθηκαν κατά τις δοκιμές.

4.   Αν διαπιστωθεί ασυμβατότητα σχετικά με την έκδοση ΚΟΛ, είναι δυνατόν να χορηγηθεί παρέκκλιση κατόπιν αιτήματος που υποβάλλεται στον οικείο ΔΣΜ, σύμφωνα με τη διαδικασία παρέκκλισης που περιγράφεται στον τίτλο V κεφάλαιο 2. Η ΚΟΛ εκδίδεται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος αν η εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, η εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμμορφώνεται με τις διατάξεις της παρέκκλισης.

Όταν απορρίπτεται αίτημα παρέκκλισης, ο οικείος ΔΣΜ έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να επιτρέψει τη λειτουργία της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, μέχρις ότου ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς και ο οικείος ΔΣΜ επιλύσουν την ασυμβατότητα και ο οικείος ΔΣΜ κρίνει ότι η εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, η εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, ή το σύστημα διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς συμμορφώνεται πλέον με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Αν ο οικείος ΔΣΜ και ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς δεν επιλύσουν την ασυμβατότητα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, αλλά σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόρριψης του αιτήματος παρέκκλισης, κάθε μέρος δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην αρμόδια ρυθμιστική αρχή για τη λήψη απόφασης.

Άρθρο 26

Κοινοποίηση περιορισμένης λειτουργίας

1.   Οι ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς ή οι διαχειριστές συστημάτων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς στους οποίο έχει χορηγηθεί ΚΟΛ ενημερώνουν τον οικείο ΔΣΜ το αργότερο εντός 24 ωρών αφότου επέλθει συμβάν, στις ακόλουθες περιστάσεις:

α)

όταν η εγκατάσταση αποτελεί προσωρινά αντικείμενο σημαντικής τροποποίησης ή απώλειας ικανότητας που επηρεάζει τις επιδόσεις της· ή

β)

όταν βλάβη στον εξοπλισμό προκαλεί μη συμμόρφωση με ορισμένες σχετικές απαιτήσεις.

Ανάλογα με τη φύση των αλλαγών, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί με τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή τον διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς μεγαλύτερη προθεσμία ενημέρωσης του οικείου ΔΣΜ.

2.   Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς υποβάλει στον οικείο ΔΣΜ αίτηση για κοινοποίηση περιορισμένης λειτουργίας (ΚΠΕΛ), αν ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής του συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς αναμένει ότι οι περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 1 πρόκειται να εξακολουθήσουν να υφίστανται για περίοδο μεγαλύτερη των τριών μηνών.

3.   Η ΚΠΕΛ εκδίδεται από τον οικείο ΔΣΜ και περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες, οι οποίες είναι σαφώς αναγνωρίσιμες:

α)

τα ανεπίλυτα ζητήματα που δικαιολογούν την έκδοση ΚΠΕΛ·

β)

τις ευθύνες και τα χρονικά πλαίσια για την αναμενόμενη λύση· και

γ)

μέγιστη διάρκεια ισχύος, που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Η αρχικώς χορηγούμενη περίοδος επιτρέπεται να είναι μικρότερη, με δυνατότητα παράτασης αν υποβληθούν στοιχεία που να αποδεικνύουν, σε βαθμό που να ικανοποιεί τον οικείο ΔΣΜ, ότι έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος προς την επίτευξη πλήρους συμμόρφωσης.

4.   Η ΚΟΛ ανακαλείται κατά τη διάρκεια ισχύος ΚΠΕΛ όσον αφορά τα στοιχεία για τα οποία εκδίδεται η ΚΠΕΛ.

5.   Είναι δυνατόν να χορηγηθεί περαιτέρω παράταση της διάρκειας ισχύος της ΚΠΕΛ, κατόπιν αιτήματος παρέκκλισης που υποβάλλεται στον οικείο ΔΣΜ πριν από τη λήξη της εν λόγω διάρκειας ισχύος, σύμφωνα με τη διαδικασία παρέκκλισης που περιγράφεται στον τίτλο V κεφάλαιο 2.

6.   Ο οικείος ΔΣΜ έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να επιτρέψει τη λειτουργία εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, μετά τη λήξη ισχύος της ΚΠΕΛ. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΚΟΛ παύει να ισχύει αυτομάτως.

7.   Αν ο οικείος ΔΣΜ δεν χορηγήσει παράταση της περιόδου ισχύος της ΚΠΕΛ δυνάμει της παραγράφου 5 ή αν αρνηθεί να επιτρέψει, μετά τη λήξη ισχύος της ΚΠΕΛ δυνάμει της παραγράφου 6, τη λειτουργία εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, ή συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς, τότε ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με το σύστημα μεταφοράς δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην αρμόδια ρυθμιστική αρχή για τη λήψη απόφασης εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης του ΔΣΜ.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΖΗΤΗΣΗΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΖΗΤΗΣΗΣ Ή ΚΛΕΙΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟΚΡΙΣΗΣ ΖΗΤΗΣΗΣ ΣΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές απαιτήσεις

Άρθρο 27

Γενικές διατάξεις

1.   Οι υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης που παρέχονται σε διαχειριστές συστημάτων διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

με τηλεχειρισμό:

i)

απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος·

ii)

απόκριση ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος·

iii)

απόκριση ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς.

β)

με αυτόνομο χειρισμό:

i)

απόκριση ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος·

ii)

απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος.

2.   Οι εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής δύνανται να παρέχουν υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ. Στις υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης είναι δυνατόν να περιλαμβάνεται αύξηση ή μείωση της ζήτησης, από κοινού ή χωριστά.

3.   Δεν αποκλείονται άλλες κατηγορίες πέραν των κατηγοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τον καθορισμό και άλλων κατηγοριών. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται σε υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης που παρέχονται σε οντότητες διαφορετικές των οικείων διαχειριστών συστημάτων ή των οικείων ΔΣΜ.

Άρθρο 28

Ειδικές διατάξεις για μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, έλεγχο της αέργου ισχύος και τη διαχείριση περιορισμών μεταφοράς

1.   Οι εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής δύνανται να παρέχουν απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, απόκριση ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος ή απόκριση ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς, στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

2.   Οι μονάδες ζήτησης που παρέχουν απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, απόκριση ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος ή απόκριση ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις, είτε μεμονωμένα είτε, όταν οι μονάδες αυτές δεν είναι ενταγμένες σε εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συλλογικά στο πλαίσιο της άθροισης ζήτησης μέσω τρίτου:

α)

είναι ικανές να λειτουργούν σε όλα τα εύρη τιμών συχνότητας που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 και στο διευρυμένο εύρος τιμών που καθορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2·

β)

είναι ικανές να λειτουργούν σε όλα τα εύρη τιμών τάσης που ορίζονται στο άρθρο 13 αν συνδέονται σε επίπεδο τάσης ίσο ή ανώτερο των 110 kV·

γ)

είναι ικανές να λειτουργούν σε ολόκληρο το καθοριζόμενο από τον οικείο διαχειριστή συστήματος κανονικό εύρος τιμών τάσης λειτουργίας του συστήματος στο σημείο σύνδεσης, αν συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV. Το εν λόγω εύρος τιμών καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων προτύπων και υποβάλλεται σε διαβούλευση με τους σχετικούς εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, προτού εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 6·

δ)

είναι ικανές να ελέγχουν την κατανάλωση ισχύος από το δίκτυο σε εύρος τιμών ίσο με το εύρος τιμών που έχει καθοριστεί σε σύμβαση, απευθείας ή μέσω τρίτου, με τον οικείο ΔΣΜ·

ε)

είναι εξοπλισμένες για να δέχονται εντολές, απευθείας ή μέσω τρίτου, από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, με σκοπό την τροποποίηση της ζήτησής τους και τη μεταβίβαση των απαραίτητων πληροφοριών. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος δημοσιεύει τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές του εξοπλισμού που καθιστά δυνατή την εν λόγω μεταβίβαση πληροφοριών. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

στ)

είναι ικανές να προσαρμόζουν την ισχύ που καταναλώνουν εντός χρονικού διαστήματος που καθορίζεται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

ζ)

είναι ικανές να εκτελούν πλήρως εντολή που έδωσε ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ο οικείος ΔΣΜ για τροποποίηση της ισχύος που καταναλώνουν έως τα όρια των διασφαλίσεων ηλεκτρικής προστασίας, εκτός εάν εφαρμόζεται μέθοδος, συμφωνημένη με σύμβαση με τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, για αντικατάσταση του μεριδίου τους (συμπεριλαμβανομένου του μεριδίου ομαδοποιημένων εγκαταστάσεων ζήτησης, μέσω τρίτου)·

η)

μετά την τροποποίηση της κατανάλωσης ισχύος και ενόσω διαρκεί η ζητούμενη τροποποίηση, οι μονάδες ζήτησης τροποποιούν τη ζήτηση που χρησιμοποιείται για την παροχή της υπηρεσίας μόνο αν ζητηθεί από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ έως τα όρια των διασφαλίσεων ηλεκτρικής προστασίας, εκτός εάν εφαρμόζεται μέθοδος, συμφωνημένη με σύμβαση με τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, για αντικατάσταση του μεριδίου τους (συμπεριλαμβανομένου του μεριδίου ομαδοποιημένων εγκαταστάσεων ζήτησης, μέσω τρίτου). Οι εντολές τροποποίησης της κατανάλωσης ισχύος είναι δυνατόν να επιδρούν άμεσα ή με χρονική υστέρηση·

θ)

κοινοποιούν στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ την τροποποίηση της ικανότητας απόκρισης ζήτησης. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ο οικείος ΔΣΜ καθορίζει τους τρόπους κοινοποίησης·

ι)

όταν ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ο οικείος ΔΣΜ δίνει, απευθείας ή μέσω τρίτου, εντολή τροποποίησης της κατανάλωσης ισχύος, οι μονάδες ζήτησης είναι ικανές να τροποποιούν μέρος της ζήτησής τους, ανταποκρινόμενες σε εντολή του οικείου διαχειριστή συστήματος ή του οικείου ΔΣΜ, εντός των ορίων που έχουν συμφωνηθεί με τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης ή τον ΔΚΣΔ και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της μονάδας ζήτησης·

ια)

έχουν επαρκή αντοχή μη αποσύνδεσης από το σύστημα εξαιτίας του ρυθμού μεταβολής της συχνότητας έως τιμή προδιαγραφόμενη από τον οικείο ΔΣΜ. Όσον αφορά την εν λόγω ικανότητα αντοχής, η τιμή του ρυθμού μεταβολής της συχνότητας υπολογίζεται για χρονικό διάστημα 500 ms. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

ιβ)

όταν προδιαγράφεται τροποποίηση της κατανάλωσης ισχύος μέσω ελέγχου συχνότητας ή τάσης, ή και των δύο, και μέσω σήματος που αποστέλλει πριν από συναγερμό ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ο οικείος ΔΣΜ, οι μονάδες ζήτησης είναι εξοπλισμένες για να λαμβάνουν, απευθείας ή μέσω τρίτου, εντολές από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ για μέτρηση της τιμής της συχνότητας ή της τάσης, ή και των δύο, για εκτέλεση της αποσύνδεσης της ζήτησης και για μεταβίβαση των πληροφοριών. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος δημοσιεύει τις εγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές του εξοπλισμού που καθιστά δυνατή την εν λόγω μεταβίβαση πληροφοριών. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

3.   Όσον αφορά τον έλεγχο της τάσης με αποσύνδεση ή επανασύνδεση συσκευών στατικής αντιστάθμισης: κάθε εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή κάθε κλειστό σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα να συνδέει ή να αποσυνδέει τις συσκευές στατικής αντιστάθμισης που διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά μέσω τρίτου, στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης, ανταποκρινόμενη (ανταποκρινόμενο) σε εντολή την οποία δίνει ο οικείος ΔΣΜ, ή υπό τις συνθήκες που ορίζονται στη σύμβαση μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης ή του ΔΚΣΔ.

Άρθρο 29

Ειδικές διατάξεις για μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος

1.   Οι εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής δύνανται να παρέχουν απόκριση ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος, στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ.

2.   Οι μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις, είτε μεμονωμένα είτε, όταν οι μονάδες αυτές δεν είναι ενταγμένες σε εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συλλογικά στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης μέσω τρίτου:

α)

είναι ικανές να λειτουργούν σε όλα τα εύρη τιμών συχνότητας που καθορίζονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 και στο διευρυμένο εύρος τιμών που καθορίζεται στο άρθρο 12 παράγραφος 2·

β)

είναι ικανές να λειτουργούν σε όλα τα εύρη τιμών τάσης που ορίζονται στο άρθρο 13 αν συνδέονται σε επίπεδο τάσης ίσο ή ανώτερο των 110 kV·

γ)

είναι ικανές να λειτουργούν σε ολόκληρο το καθοριζόμενο από τον οικείο διαχειριστή συστήματος κανονικό εύρος τιμών τάσης λειτουργίας του συστήματος στο σημείο σύνδεσης, αν συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV. Το εν λόγω εύρος τιμών καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη των υφισταμένων προτύπων και υποβάλλεται σε διαβούλευση με τους σχετικούς εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 προτού εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 6·

δ)

είναι εξοπλισμένες με σύστημα ελέγχου που δεν επηρεάζεται εντός της νεκρής ζώνης γύρω από την ονομαστική συχνότητα συστήματος των 50,00 Hz, της οποίας το εύρος ορίζεται από τον οικείο ΔΣΜ σε διαβούλευση με τους ΔΣΜ της συγχρονισμένης περιοχής. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

ε)

είναι ικανές, μετά την επαναφορά σε συχνότητα εντός της νεκρής ζώνης που καθορίζεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ), να αρχίζουν καθυστέρηση τυχαίας διάρκειας έως και 5 λεπτών προτού συνεχιστεί η κανονική λειτουργία.

Η μέγιστη απόκλιση συχνότητας από την ονομαστική τιμή των 50,00 Hz στην οποία θα πρέπει να υπάρχει απόκριση καθορίζεται από τον οικείο ΔΣΜ σε συντονισμό με τους ΔΣΜ της συγχρονισμένης περιοχής. Για μονάδες ζήτησης που συνδέονται σε επίπεδο τάσης κατώτερο των 110 kV, οι εν λόγω προδιαγραφές υποβάλλονται σε διαβούλευση με τους οικείους εμπλεκόμενους παράγοντες σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1 προτού εγκριθούν σύμφωνα με το άρθρο 6.

Η ζήτηση αυξάνεται ή μειώνεται για συχνότητα συστήματος ανώτερη ή κατώτερη της νεκρής ζώνης της ονομαστικής τιμής (50,00 Hz), αντίστοιχα·

στ)

είναι εξοπλισμένες με διάταξη ελέγχου που μετράει την πραγματική συχνότητα του συστήματος. Οι μετρήσεις επικαιροποιούνται τουλάχιστον ανά 0,2 δευτερόλεπτα·

ζ)

είναι ικανές να ανιχνεύουν αλλαγή της συχνότητας συστήματος της τάξης των 0,01 Hz, με σκοπό να εξασφαλίζεται συνολικώς γραμμική αναλογική απόκριση του συστήματος, όσον αφορά την ευαισθησία απόκρισης ζήτησης για έλεγχο της συχνότητας συστήματος και την ορθότητα μέτρησης της συχνότητας, καθώς και τη συνακόλουθη τροποποίηση της ζήτησης. Η μονάδα ζήτησης έχει την ικανότητα ταχείας ανίχνευσης και απόκρισης σε αλλαγές της συχνότητας συστήματος, που πρέπει να καθορίζεται από τον οικείο ΔΣΜ σε συντονισμό με τους ΔΣΜ της συγχρονισμένης περιοχής. Κατά τη μέτρηση της συχνότητας σταθερής κατάστασης είναι αποδεκτή απόκλιση έως και 0,05 Hz.

Άρθρο 30

Ειδικές διατάξεις για μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος

1.   Ο οικείος ΔΣΜ σε συντονισμό με τον οικείο διαχειριστή συστήματος δύναται να συμφωνήσει με ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης ή με ΔΚΣΔ (συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, τρίτου) τη σύναψη σύμβασης για την παροχή απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος.

2.   Αν η επιτευχθεί η συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στη σύμβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζονται:

α)

η μεταβολή ενεργού ισχύος που σχετίζεται με συγκεκριμένο μέγεθος, π.χ. τον ρυθμό μεταβολής συχνότητας, για το εν λόγω τμήμα της ζήτησής του·

β)

η αρχή λειτουργίας αυτού του συστήματος ελέγχου και οι σχετικές παράμετροι επιδόσεων·

γ)

ο χρόνος απόκρισης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος, ο οποίος να μην υπερβαίνει τα 2 δευτερόλεπτα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας

Άρθρο 31

Γενικές διατάξεις

1.   Η διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας για τις μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή απόκρισης ζήτησης σε διαχειριστές συστημάτων είναι διαφορετική ανάλογα με την κατηγορία μονάδας ζήτησης:

α)

μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ίσο ή κατώτερο των 1 000 V·

β)

μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ανώτερο των 1 000 V.

2.   Κάθε ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ΔΚΣΔ που παρέχει απόκριση ζήτησης στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ βεβαιώνει στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ, απευθείας ή μέσω τρίτου, την ικανότητά του να πληροί τις απαιτήσεις τεχνικού σχεδιασμού και λειτουργίας που αναφέρονται στον τίτλο III κεφάλαιο 1 του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο ΔΚΣΔ κοινοποιεί εκ των προτέρων, απευθείας ή μέσω τρίτου, στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ, κάθε απόφαση διακοπής της προσφοράς υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης και/ή μόνιμης αφαίρεσης της μονάδας ζήτησης με απόκριση ζήτησης. Οι πληροφορίες αυτές συγκεντρώνονται όπως καθορίζει ο οικείος διαχειριστής συστήματος ή ο οικείος ΔΣΜ.

4.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος καθορίζει και δημοσιεύει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας.

Άρθρο 32

Διαδικασίες για μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ίσο ή κατώτερο των 1 000 V

1.   Η διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας για μονάδα ζήτησης που λειτουργεί εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ίσο ή κατώτερο των 1 000 V περιλαμβάνει έγγραφο εγκατάστασης.

2.   Το υπόδειγμα του εγγράφου εγκατάστασης παρέχεται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος, και το περιεχόμενό του συμφωνείται με τον οικείο ΔΣΜ, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω τρίτου.

3.   Βάσει του εγγράφου εγκατάστασης, ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης ή ο ΔΚΣΔ υποβάλλει πληροφορίες, είτε απευθείας είτε μέσω τρίτου, στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ. Η ημερομηνία υποβολής αυτών των πληροφοριών είναι προγενέστερη της προσφοράς που υποβάλλεται στην αγορά για την ικανότητα απόκρισης ζήτησης από τη μονάδα ζήτησης. Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στο έγγραφο εγκατάστασης διαφέρουν ανάλογα με το είδος σύνδεσης και ανάλογα με την κατηγορία υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης.

4.   Για κάθε μεταγενέστερη μονάδα ζήτησης με απόκριση ζήτησης παρέχεται χωριστό έγγραφο εγκατάστασης.

5.   Το περιεχόμενο του εγγράφου εγκατάστασης μεμονωμένων μονάδων ζήτησης επιτρέπεται να συναθροίζεται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ.

6.   Το έγγραφο εγκατάστασης περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

α)

τη θέση όπου η εγκατάσταση ζήτησης με απόκριση ζήτησης συνδέεται με το δίκτυο·

β)

τη μέγιστη ισχύ της μονάδας απόκρισης ζήτησης, σε kW·

γ)

το είδος των υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης·

δ)

το πιστοποιητικό της μονάδας ζήτησης και τα πιστοποιητικά εξοπλισμού που σχετίζονται με τις υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης ή, αν αυτά δεν υπάρχουν, ισοδύναμες πληροφορίες·

ε)

τα στοιχεία επικοινωνίας του ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, του διαχειριστή του κλειστού συστήματος διανομής ή του τρίτου που συναθροίζει τις μονάδες ζήτησης της εγκατάστασης ζήτησης ή του κλειστού συστήματος διανομής.

Άρθρο 33

Διαδικασίες για μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ανώτερο των 1 000 V

1.   Η διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας για μονάδα ζήτησης που λειτουργεί εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής με σύνδεση σε επίπεδο τάσης ανώτερο των 1 000 V περιλαμβάνει αποδεικτικό μονάδας με απόκριση ζήτησης (ΑΜΑΖ). Ο οικείος διαχειριστής συστήματος, σε συντονισμό με τον οικείο ΔΣΜ, καθορίζει το απαιτούμενο περιεχόμενο του ΑΜΑΖ. Στο πλαίσιο του ΑΜΑΖ απαιτείται δήλωση συμμόρφωσης, η οποία περιέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 36 έως 47 για τις εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής, αλλά οι απαιτήσεις συμμόρφωσης των άρθρων 36 έως 47 για τις εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής επιτρέπεται να απλουστεύονται σε ενιαίο στάδιο κοινοποίησης λειτουργίας, καθώς και να περιορίζονται. Ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης ή ο ΔΚΣΔ συγκεντρώνει τις απαιτούμενες πληροφορίες και τις υποβάλλει στον οικείο διαχειριστή συστήματος. Για κάθε μεταγενέστερη μονάδα ζήτησης με απόκριση ζήτησης παρέχεται χωριστό ΑΜΑΖ.

2.   Βάσει των ΑΜΑΖ, ο οικείος διαχειριστής συστήματος εκδίδει ΚΟΛ για τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης ή τον ΔΚΣΔ.

ΤΊΤΛΟΣ IV

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 34

Ευθύνη του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, του διαχειριστή συστήματος διανομής και του διαχειριστή κλειστού συστήματος διανομής

1.   Οι ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης ή οι ΔΣΔ εξασφαλίζουν ότι οι οικείες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, οι οικείες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς ή τα οικεία συστήματα διανομής συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο ΔΚΣΔ που παρέχει υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης σε οικείους διαχειριστές συστημάτων και οικείους ΔΣΜ εξασφαλίζει ότι η μονάδα ζήτησης συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.   Όταν οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται σε μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ, ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης ή ο ΔΚΣΔ δύναται να αναθέτει σε τρίτους το σύνολο ή μέρος καθηκόντων, για παράδειγμα την επικοινωνία με τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ και τη συγκέντρωση των αποδεικτικών συμμόρφωσης από τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΚΣΔ.

Οι τρίτοι τυγχάνουν μεταχείρισης ως μεμονωμένοι χρήστες με δικαίωμα να συγκεντρώνουν τα σχετικά έγγραφα και να αποδεικνύουν ότι οι εγκαταστάσεις ζήτησης που συναθροίζουν ή τα κλειστά συστήματα διανομής που συναθροίζουν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Οι εγκαταστάσεις ζήτησης και τα κλειστά συστήματα διανομής που παρέχουν υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ δύνανται να ενεργούν συλλογικά μέσω τρίτων.

3.   Όταν οι υποχρεώσεις εκπληρώνονται μέσω τρίτων, οι τρίτοι απαιτείται να ενημερώνουν μόνο τον οικείο διαχειριστή συστήματος σχετικά με αλλαγές στο σύνολο των προσφερόμενων υπηρεσιών, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάλογα με τον τόπο παρεχόμενες υπηρεσίες.

4.   Όταν οι απαιτήσεις καθορίζονται από τον οικείο ΔΣΜ, ή αφορούν τη λειτουργία του συστήματος του οικείου ΔΣΜ, επιτρέπεται να συμφωνούνται με τον οικείο ΔΣΜ εναλλακτικές δοκιμές ή κριτήρια αποδοχής των αποτελεσμάτων των δοκιμών όσον αφορά τις εν λόγω απαιτήσεις.

5.   Κάθε πρόθεση τροποποίησης των τεχνικών ικανοτήτων εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συστήματος διανομής ή μονάδας ζήτησης που έχει επίπτωση στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV κεφάλαια 2 έως 4 κοινοποιείται στον οικείο διαχειριστή συστήματος, απευθείας ή μέσω τρίτου, πριν από την εκτέλεση της εν λόγω τροποποίησης, εντός χρονικού διαστήματος που προβλέπει ο οικείος διαχειριστής συστήματος.

6.   Κάθε λειτουργικό συμβάν ή βλάβη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συστήματος διανομής ή μονάδας ζήτησης, και έχει επίπτωση στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV κεφάλαια 2 έως 4 κοινοποιείται στον οικείο διαχειριστή συστήματος, απευθείας ή μέσω τρίτου, το συντομότερο δυνατόν μετά το συμβάν.

7.   Κάθε χρονοδιάγραμμα προγραμματισμένων δοκιμών και διαδικασιών για την επαλήθευση της συμμόρφωσης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συστήματος διανομής, ή μονάδας ζήτησης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού κοινοποιείται στον οικείο διαχειριστή συστήματος εντός χρονικού διαστήματος που καθορίζει ο οικείος διαχειριστής συστήματος και πρέπει να εγκριθεί από τον οικείο διαχειριστή συστήματος πριν από την έναρξη εκτέλεσής του.

8.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος δύναται να συμμετάσχει στις εν λόγω δοκιμές και να καταγράψει τις επιδόσεις της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συστήματος διανομής ή της μονάδας ζήτησης.

Άρθρο 35

Καθήκοντα του οικείου διαχειριστή συστήματος

1.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος αξιολογεί τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, συστήματος διανομής ή μονάδας ζήτησης, καθ' όλη τη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συστήματος διανομής ή της μονάδας ζήτησης. Ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ ενημερώνεται για το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης.

Τη συμμόρφωση μονάδας ζήτησης που χρησιμοποιείται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για να παρέχονται υπηρεσίες απόκρισης ζήτησης στους οικείους ΔΣΜ αξιολογούν από κοινού ο οικείος ΔΣΜ και ο οικείος διαχειριστής συστήματος, κατά περίπτωση, σε συντονισμό με το τρίτο μέρος το οποίο εμπλέκεται σε συνάθροιση της ζήτησης.

2.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει το δικαίωμα να απαιτεί από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΚΣΔ να διενεργεί δοκιμές και προσομοιώσεις συμμόρφωσης βάσει επαναλαμβανόμενου σχεδίου ή γενικού προγράμματος, ή έπειτα από τυχόν βλάβη, τροποποίηση ή αντικατάσταση εξοπλισμού η οποία ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη συμμόρφωση της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συστήματος διανομής ή της μονάδας ζήτησης, με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΣΚΔ ενημερώνεται για το αποτέλεσμα των εν λόγω δοκιμών και προσομοιώσεων συμμόρφωσης.

3.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος δημοσιεύει κατάλογο των πληροφοριών και εγγράφων που πρέπει να υποβάλει, καθώς και των απαιτήσεων που πρέπει να πληροί o ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΣΚΔ στο πλαίσιο της διαδικασίας συμμόρφωσης. Ο κατάλογος καλύπτει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες, έγγραφα και απαιτήσεις:

α)

όλα τα έγγραφα και πιστοποιητικά που πρέπει να υποβάλλει ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΣΚΔ·

β)

λεπτομέρειες σχετικά με τα τεχνικά δεδομένα που απαιτούνται από εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, σύστημα διανομής ή μονάδας ζήτηση, όσον αφορά τη σύνδεση με το σύστημα ή τη λειτουργία του συστήματος·

γ)

απαιτήσεις για τα μοντέλα σχετικά με μελέτες σταθερής κατάστασης και δυναμικής κατάστασης του συστήματος·

δ)

χρονοδιάγραμμα για την παροχή των δεδομένων του συστήματος που είναι απαραίτητα για την εκπόνηση μελετών·

ε)

μελέτες από τον ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΣΚΔ προκειμένου να αποδειχτούν οι αναμενόμενες επιδόσεις σταθερής κατάστασης και δυναμικής κατάστασης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 43, 44 και 45·

στ)

τους όρους και τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένου του πεδίου εφαρμογής, για την καταχώρηση των πιστοποιητικών εξοπλισμού·

ζ)

τους όρους και τις διαδικασίες για τη χρήση από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΣΚΔ των σχετικών πιστοποιητικών εξοπλισμού που έχει εκδώσει εξουσιοδοτημένος φορέας πιστοποίησης.

4.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος δημοσιεύει τον καταμερισμό ευθυνών μεταξύ του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, του ΔΣΔ ή του ΔΚΣΔ και του διαχειριστή συστήματος όσον αφορά τις δοκιμές, την προσομοίωση και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης.

5.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος επιτρέπεται να αναθέσει σε τρίτους, πλήρως ή εν μέρει, την εκτέλεση της παρακολούθησης της συμμόρφωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, ο οικείος διαχειριστής συστήματος εξακολουθεί να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με το άρθρο 11, συμπεριλαμβανομένης της σύναψης δεσμεύσεων εμπιστευτικότητας με τον εντολοδόχο τρίτο.

6.   Αν, με υπαιτιότητα του οικείου διαχειριστή συστήματος, δεν είναι δυνατόν να εκτελεστούν οι δοκιμές ή προσομοιώσεις συμμόρφωσης όπως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του οικείου διαχειριστή συστήματος και του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, του ΔΣΔ ή του ΔΚΣΔ, ο οικείος διαχειριστής συστήματος δεν αρνείται αδικαιολόγητα την κοινοποίηση λειτουργίας που αναφέρεται στον τίτλο II και στον τίτλο III.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Έλεγχος συμμόρφωσης

Άρθρο 36

Κοινές διατάξεις για τις δοκιμές συμμόρφωσης

1.   Οι δοκιμές των επιδόσεων εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή μονάδας ζήτησης με απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, απόκριση ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος ή απόκριση ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς έχουν σκοπό την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Κατά παρέκκλιση από τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις δοκιμές συμμόρφωσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει το δικαίωμα:

α)

να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, στον ΔΣΔ ή στον ΔΚΣΔ να διενεργήσει εναλλακτικές σειρές δοκιμών, υπό την προϋπόθεση ότι οι δοκιμές αυτές είναι αποδοτικές και επαρκούν για να αποδειχτεί η συμμόρφωση της εγκατάστασης ζήτησης ή του συστήματος διανομής με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού· και

β)

να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΚΣΔ να διενεργήσει πρόσθετες ή εναλλακτικές σειρές δοκιμών, όταν οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον οικείο διαχειριστή συστήματος όσον αφορά τις δοκιμές συμμόρφωσης δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 37 έως 41 δεν επαρκούν για να αποδειχτεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ είναι υπεύθυνος για τη διενέργεια των δοκιμών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον τίτλο IV κεφάλαιο 2. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος συνεργάζεται και δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα τη διενέργεια των δοκιμών.

4.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος επιτρέπεται να συμμετέχει στις δοκιμές συμμόρφωσης, είτε επιτόπια είτε εξ αποστάσεως από το κέντρο ελέγχου του συστήματος. Για τον σκοπό αυτό, ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΣΔ ή ο ΔΚΣΔ παρέχει τον εξοπλισμό παρακολούθησης που απαιτείται για την καταγραφή όλων των σχετικών σημάτων και μετρήσεων των δοκιμών, και, επιπλέον, εξασφαλίζει ότι είναι διαθέσιμοι επιτόπου οι απαραίτητοι εκπρόσωποι του ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, του ΔΣΔ ή του ΔΚΣΔ καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου δοκιμών. Παρέχονται τα σήματα που προδιαγράφει ο οικείος διαχειριστής συστήματος αν, για επιλεγμένες δοκιμές, ο διαχειριστής συστήματος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει δικό του εξοπλισμό για την καταγραφή των επιδόσεων. Ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει ή όχι.

Άρθρο 37

Δοκιμές συμμόρφωσης για την αποσύνδεση και την επανασύνδεση εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Οι εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την αποσύνδεση και την επανασύνδεση που αναφέρονται στο άρθρο 19 και υποβάλλονται στις ακόλουθες δοκιμές συμμόρφωσης.

2.   Με τη δοκιμή της ικανότητας επανασύνδεσης έπειτα από απρόβλεπτη αποσύνδεση οφειλόμενη σε διαταραχή του δικτύου αποδεικνύεται ότι η επανασύνδεση επιτυγχάνεται με διαδικασία επανασύνδεσης, κατά προτίμηση αυτοματοποιημένη, εγκεκριμένη από τον οικείο ΔΣΜ.

3.   Με τη δοκιμή συγχρονισμού αποδεικνύονται οι τεχνικές ικανότητες συγχρονισμού εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς Με τη δοκιμή αυτή επαληθεύονται οι ρυθμίσεις των διατάξεων συγχρονισμού. Η δοκιμή αυτή καλύπτει τα ακόλουθα: τάση, συχνότητα, εύρος τιμών γωνίας φάσης, απόκλιση τάσης και συχνότητας.

4.   Με τη δοκιμή εξ αποστάσεως αποσύνδεσης αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα εξ αποστάσεως αποσύνδεσης από το σύστημα μεταφοράς στο σημείο, ή στα σημεία, σύνδεσης, όταν αυτό απαιτείται από τον οικείο ΔΣΜ και εντός του χρόνου που προδιαγράφει ο οικείος ΔΣΜ.

5.   Με τη δοκιμή αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα να αποσυνδέει λόγω χαμηλής συχνότητας το ποσοστό της ζήτησης που προδιαγράφει ο οικείος ΔΣΜ σε συντονισμό με τους γειτονικούς ΔΣΜ, όταν είναι εξοπλισμένη όπως προβλέπεται στο άρθρο 19.

6.   Με τη δοκιμή των ηλεκτρονόμων αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα να λειτουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2, από το εισερχόμενο ονομαστικό εναλλασσόμενο ρεύμα. Η εν λόγω τροφοδοσία εισερχόμενου ονομαστικού εναλλασσόμενου ρεύματος προδιαγράφεται από τον οικείο ΔΣΜ.

7.   Με τη δοκιμή αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης, αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα αποσύνδεσης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, με μία και μόνο αποκοπή του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3.

8.   Αντί μέρους των δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να χρησιμοποιείται πιστοποιητικό εξοπλισμού, υπό τον όρο ότι έχει υποβληθεί στον οικείο ΔΣΜ.

Άρθρο 38

Δοκιμές συμμόρφωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών με εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Όσον αφορά τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του διαχειριστή συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, είτε σε πραγματικό χρόνο είτε περιοδικά, αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα συμμόρφωσης με το πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 3.

2.   Αντί μέρους των δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να χρησιμοποιείται πιστοποιητικό εξοπλισμού, υπό τον όρο ότι έχει υποβληθεί στον οικείο ΔΣΜ.

Άρθρο 39

Δοκιμές συμμόρφωσης για την αποσύνδεση και την επανασύνδεση εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Οι εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την αποσύνδεση και την επανασύνδεση που αναφέρονται στο άρθρο 19 και υποβάλλονται στις ακόλουθες δοκιμές συμμόρφωσης.

2.   Με τη δοκιμή της ικανότητας επανασύνδεσης έπειτα από απρόβλεπτη αποσύνδεση οφειλόμενη σε διαταραχή του δικτύου αποδεικνύεται ότι η επανασύνδεση επιτυγχάνεται με διαδικασία επανασύνδεσης, κατά προτίμηση αυτοματοποιημένη, εγκεκριμένη από τον οικείο ΔΣΜ.

3.   Με τη δοκιμή συγχρονισμού αποδεικνύονται οι τεχνικές ικανότητες συγχρονισμού εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς. Με τη δοκιμή αυτή επαληθεύονται οι ρυθμίσεις των διατάξεων συγχρονισμού. Η δοκιμή αυτή καλύπτει τα ακόλουθα: τάση, συχνότητα, εύρος τιμών γωνίας φάσης, απόκλιση τάσης και συχνότητας.

4.   Με τη δοκιμή εξ αποστάσεως αποσύνδεσης αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα εξ αποστάσεως αποσύνδεσης από το σύστημα μεταφοράς στο σημείο, ή στα σημεία, σύνδεσης, όταν αυτό απαιτείται από τον οικείο ΔΣΜ και εντός του χρόνου που προδιαγράφει ο οικείος ΔΣΜ.

5.   Με τη δοκιμή των ηλεκτρονόμων αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής συχνότητας αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα να λειτουργεί, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2. Η εν λόγω τροφοδοσία εισερχόμενου ονομαστικού εναλλασσόμενου ρεύματος προδιαγράφεται από τον οικείο ΔΣΜ.

6.   Με τη δοκιμή αποσύνδεσης της ζήτησης λόγω χαμηλής τάσης, αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα αποσύνδεσης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, με μία και μόνο αποκοπή του μεταγωγέα τάσης υπό φορτίο σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3.

7.   Αντί μέρους των δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να χρησιμοποιείται πιστοποιητικό εξοπλισμού, υπό τον όρο ότι έχει υποβληθεί στον οικείο ΔΣΜ.

Άρθρο 40

Δοκιμές συμμόρφωσης για την ανταλλαγή πληροφοριών με εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Όσον αφορά τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του οικείου ΔΣΜ και του ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, είτε σε πραγματικό χρόνο είτε περιοδικά, αποδεικνύεται ότι εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την τεχνική ικανότητα συμμόρφωσης με το πρότυπο ανταλλαγής πληροφοριών που έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 18 παράγραφος 3.

2.   Αντί μέρους των δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 επιτρέπεται να χρησιμοποιείται πιστοποιητικό εξοπλισμού, υπό τον όρο ότι έχει υποβληθεί στον οικείο ΔΣΜ.

Άρθρο 41

Δοκιμές συμμόρφωσης για μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, για έλεγχο αέργου ισχύος και για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς

1.   Όσον αφορά τη δοκιμή τροποποίησης της ζήτησης:

α)

αποδεικνύεται ότι μονάδα ζήτησης που χρησιμοποιείται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή απόκρισης ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, απόκρισης ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος ή απόκρισης ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης μέσω τρίτου, έχει την τεχνική ικανότητα να τροποποιεί την ισχύ που καταναλώνει, κατόπιν εντολής από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, τηρώντας το εύρος τιμών, τη διάρκεια και το χρονικό διάστημα που έχουν προγενέστερα συμφωνηθεί και καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 28·

β)

η δοκιμή εκτελείται είτε κατόπιν εντολής είτε, εναλλακτικά, με προσομοίωση της λήψης εντολής από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ και προσαρμογή της ζήτησης ισχύος της εγκατάστασης ζήτησης ή του κλειστού συστήματος διανομής·

γ)

η δοκιμή θεωρείται επιτυχής εάν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 2 στοιχεία δ), στ), ζ), η), ια) και ιβ)·

δ)

αντί μέρους των δοκιμών που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) επιτρέπεται να χρησιμοποιείται πιστοποιητικό εξοπλισμού, υπό τον όρο ότι έχει υποβληθεί στον οικείο διαχειριστή συστήματος ή στον οικείο ΔΣΜ

2.   Όσον αφορά τη δοκιμή αποσύνδεσης και επανασύνδεσης συσκευών στατικής αντιστάθμισης:

α)

αποδεικνύεται ότι μονάδα ζήτησης που χρησιμοποιείται από ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης ή διαχειριστή κλειστού συστήματος διανομής για την παροχή απόκρισης ζήτησης για έλεγχο της ενεργού ισχύος, απόκρισης ζήτησης για έλεγχο της αέργου ισχύος ή απόκρισης ζήτησης για διαχείριση περιορισμών μεταφοράς, είτε μεμονωμένα είτε συλλογικά στο πλαίσιο συνάθροισης της ζήτησης μέσω τρίτου, έχει την τεχνική ικανότητα αποσύνδεσης και επανασύνδεσης, ή και των δύο, της συσκευής στατικής αντιστάθμισης, κατόπιν εντολής από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ, εντός του χρονικού διαστήματος που αναμένεται σύμφωνα με το άρθρο 28·

β)

η δοκιμή εκτελείται με προσομοίωση της λήψης εντολής από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ και επακόλουθη αποσύνδεση της διάταξης στατικής αντιστάθμισης, και με προσομοίωση της λήψης εντολής από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ και επακόλουθη επανασύνδεση της διάταξης στατικής αντιστάθμισης·

γ)

η δοκιμή θεωρείται επιτυχής εάν πληρούνται οι απαιτήσεις που καθορίζονται από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 2 στοιχεία δ), στ), ζ), η), ια) και ιβ).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Προσομοιώσεις συμμόρφωσης

Άρθρο 42

Κοινές διατάξεις για τις προσομοιώσεις συμμόρφωσης

1.   Με την προσομοίωση των επιδόσεων εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, ή μονάδας ζήτησης με ταχύτατο έλεγχο ενεργού ισχύος της απόκρισης ζήτησης εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής επιδιώκεται να αποδειχθεί κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Οι προσομοιώσεις εκτελούνται στις εξής περιπτώσεις:

α)

όταν απαιτείται νέα σύνδεση με το σύστημα μεταφοράς·

β)

όταν νέα εγκατάσταση ζήτησης που χρησιμοποιείται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή απόκρισης ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος σε οικείο ΔΣΜ έχει συνάψει σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 30·

γ)

όταν πραγματοποιείται περαιτέρω ανάπτυξη, αντικατάσταση ή εκσυγχρονισμός εξοπλισμού·

δ)

όταν εικάζεται μη συμμόρφωση από τον οικείο διαχειριστή συστήματος με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις ελάχιστες απαιτήσεις για τις δοκιμές συμμόρφωσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει το δικαίωμα:

α)

να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, στον ΔΣΔ ή στον ΔΚΣΔ να διενεργήσει εναλλακτικές σειρές προσομοιώσεων, υπό την προϋπόθεση ότι οι προσομοιώσεις αυτές είναι αποδοτικές και επαρκούν για να αποδειχτεί η συμμόρφωση της εγκατάστασης ζήτησης ή του συστήματος διανομής με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή με την εθνική νομοθεσία· και

β)

να απαιτήσει από τον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, τον ΔΣΔ ή τον ΔΚΣΔ να διενεργήσει πρόσθετες ή εναλλακτικές σειρές προσομοιώσεων, όταν οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον οικείο διαχειριστή συστήματος όσον αφορά τις προσομοιώσεις συμμόρφωσης δυνάμει των διατάξεων του των άρθρων 43, 44 και 45 δεν επαρκούν για να αποδειχτεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς υποβάλει έκθεση με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης για κάθε εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή κάθε εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς. Ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή ο διαχειριστής συστήματος διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς εκπονεί και υποβάλει επικυρωμένο μοντέλο προσομοίωσης για συγκεκριμένη εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή συγκεκριμένη εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς. Το πεδίο εφαρμογής των μοντέλων προσομοίωσης προβλέπεται στο άρθρο 21 παράγραφοι 1 και 2.

5.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει το δικαίωμα να ελέγχει κατά πόσον εγκατάσταση ζήτησης ή σύστημα διανομής συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού διενεργώντας δικές του προσομοιώσεις συμμόρφωσης, βάσει των εκθέσεων προσομοίωσης, των μοντέλων προσομοίωσης και των μετρήσεων δοκιμών συμμόρφωσης που έχουν υποβληθεί.

6.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος παρέχει στον ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, στον ΔΣΔ ή στον ΔΚΣΔ τεχνικά δεδομένα και μοντέλο προσομοίωσης του δικτύου, στον βαθμό που αυτά είναι αναγκαία για τη διενέργεια των απαιτούμενων προσομοιώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 43, 44 και 45.

Άρθρο 43

Προσομοιώσεις συμμόρφωσης για εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Όσον αφορά την προσομοίωση ικανότητας αέργου ισχύος από εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς:

α)

χρησιμοποιείται μοντέλο προσομοίωσης της ροής φορτίου σταθερής κατάστασης του δικτύου της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς για τον υπολογισμό της ανταλλαγής αέργου ισχύος υπό διάφορες συνθήκες φορτίου και ηλεκτροπαραγωγής·

β)

οι προσομοιώσεις περιλαμβάνουν συνδυασμό συνθηκών ελάχιστου και μέγιστου φορτίου σταθερής κατάστασης και ηλεκτροπαραγωγής που συνεπάγονται τη χαμηλότερη και την υψηλότερη ανταλλαγή αέργου ισχύος·

γ)

οι προσομοιώσεις περιλαμβάνουν υπολογισμό της εξαγωγής αέργου ισχύος σε ροή ενεργού ισχύος μικρότερη του 25 % της μέγιστης ικανότητας απορρόφησης στο σημείο σύνδεσης, σύμφωνα με το άρθρο 15.

2.   Ο οικείος ΔΣΜ δύναται να προδιαγράφει τη μέθοδο προσομοίωσης της συμμόρφωσης του δυναμικού ελέγχου της αέργου ισχύος που καθορίζεται στο άρθρο 15 παράγραφος 3.

3.   Η προσομοίωση κρίνεται επιτυχής αν τα αποτελέσματα αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 15.

Άρθρο 44

Προσομοιώσεις συμμόρφωσης για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

1.   Όσον αφορά την προσομοίωση ικανότητας αέργου ισχύος από εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς χωρίς επιτόπια ηλεκτροπαραγωγή:

α)

σε εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς χωρίς επιτόπια ικανότητα παραγωγής αέργου ισχύος αποδεικνύεται η ικανότητα αέργου ισχύος της στο σημείο σύνδεσης·

β)

χρησιμοποιείται μοντέλο προσομοίωσης της ροής φορτίου της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς για τον υπολογισμό της ανταλλαγής αέργου ισχύος υπό διάφορες συνθήκες φορτίου. Οι προσομοιώσεις περιλαμβάνουν συνθήκες ελάχιστου και μέγιστου φορτίου που συνεπάγονται τη χαμηλότερη και την υψηλότερη ανταλλαγή αέργου ισχύος στο σημείο σύνδεσης·

γ)

η προσομοίωση κρίνεται επιτυχής αν τα αποτελέσματα αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2.

2.   Όσον αφορά την προσομοίωση ικανότητας αέργου ισχύος από εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς με επιτόπια ηλεκτροπαραγωγή:

α)

χρησιμοποιείται μοντέλο προσομοίωσης της ροής φορτίου της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς για τον υπολογισμό της ανταλλαγής αέργου ισχύος υπό διάφορες συνθήκες φορτίου και διάφορες συνθήκες ηλεκτροπαραγωγής.

β)

Οι προσομοιώσεις περιλαμβάνουν συνδυασμό συνθηκών ελάχιστου και μέγιστου φορτίου και ηλεκτροπαραγωγής που συνεπάγονται τη χαμηλότερη και την υψηλότερη ικανότητα αέργου ισχύος στο σημείο σύνδεσης.

γ)

Η προσομοίωση κρίνεται επιτυχής αν τα αποτελέσματα αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφοι 1 και 2.

Άρθρο 45

Προσομοιώσεις συμμόρφωσης για μονάδες ζήτησης με απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος

1.   Το μοντέλο της μονάδας ζήτησης που χρησιμοποιεί ο ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης ή ο διαχειριστής κλειστού συστήματος διανομής προκειμένου να παρέχει απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος πρέπει να αποδεικνύει την τεχνική ικανότητα της μονάδας ζήτησης να παρέχει απόκριση ζήτησης για ταχύτατο έλεγχο της ενεργού ισχύος σε συμβάν χαμηλής συχνότητας υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 30.

2.   Η προσομοίωση θεωρείται επιτυχής αν με το μοντέλο αποδειχτεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 30.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης

Άρθρο 46

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης για εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

Όσον αφορά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις αέργου ισχύος που ισχύουν για τις εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς:

α)

η εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς εφοδιάζεται με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη μέτρηση της ενεργού και αέργου ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 15· και

β)

ο οικείος διαχειριστής συστήματος καθορίζει το χρονικό διάστημα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης.

Άρθρο 47

Παρακολούθηση της συμμόρφωσης για τις εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς

Όσον αφορά την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις αέργου ισχύος που ισχύουν για τις εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς:

α)

η εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς εφοδιάζεται με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη μέτρηση της ενεργού και αέργου ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 15· και

β)

ο οικείος διαχειριστής συστήματος καθορίζει το χρονικό διάστημα για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης.

ΤΊΤΛΟΣ V

ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ανάλυση κόστους-οφέλους

Άρθρο 48

Προσδιορισμός του κόστους και του οφέλους εφαρμογής των απαιτήσεων σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης

1.   Πριν από την εφαρμογή κάθε απαίτησης που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, σε υφιστάμενα συστήματα διανομής και σε υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3, ο οικείος ΔΣΜ διενεργεί ποιοτική σύγκριση του κόστους και του οφέλους εφαρμογής της απαίτησης. Κατά τη σύγκριση λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες εναλλακτικές λύσεις που βασίζονται στο δίκτυο ή στην αγορά. Ο οικείος ΔΣΜ δύναται να προχωρήσει στη εκπόνηση ποσοτικής ανάλυσης κόστους-οφέλους, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 5, μόνο εφόσον η ποιοτική σύγκριση καταδείξει ότι το πιθανό όφελος υπερβαίνει το κόστος. Ωστόσο, αν το κόστος κριθεί υψηλό ή το όφελος κριθεί χαμηλό, ο οικείος ΔΣΜ δεν συνεχίζει τη διαδικασία.

2.   Μετά το προκαταρκτικό στάδιο σύμφωνα με την παράγραφο 1, ο οικείος ΔΣΜ εκπονεί ποσοτική ανάλυση κόστους-οφέλους κάθε υπό εξέταση απαίτησης προς εφαρμογή σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, εφόσον για την υπόψη απαίτηση έχουν προσδιοριστεί πιθανά οφέλη ως αποτέλεσμα του προκαταρκτικού σταδίου σύμφωνα με την παράγραφο 1.

3.   Εντός τριών μηνών από την ολοκλήρωση της ανάλυσης κόστους-οφέλους, ο οικείος ΔΣΜ συνοψίζει τα ευρήματά του σε έκθεση η οποία:

α)

περιλαμβάνει την ανάλυση κόστους-οφέλους και σύσταση σχετικά με περαιτέρω ενέργειες·

β)

περιλαμβάνει πρόταση για μεταβατική περίοδο εφαρμογής της απαίτησης σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης. Η εν λόγω μεταβατική περίοδος δεν υπερβαίνει τα δύο έτη από την ημερομηνία της απόφασης της ρυθμιστικής αρχής ή, κατά περίπτωση, του κράτους μέλους όσον αφορά την εφαρμοσιμότητα της απαίτησης·

γ)

υποβάλλεται σε διαβούλευση σύμφωνα με το άρθρο 9.

4.   Το αργότερο έξι μήνες μετά το τέλος της δημόσιας διαβούλευσης, ο οικείος ΔΣΜ συντάσσει έκθεση στην οποία εξηγεί τα αποτελέσματα της διαβούλευσης και υποβάλει πρόταση σχετικά με την εφαρμοσιμότητα της υπό εξέταση απαίτησης σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης. Η έκθεση και η πρόταση κοινοποιείται στη ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος, και ο ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο ΔΚΔ ή ο ΔΚΣΔ ή, ενδεχομένως, τρίτο μέρος ενημερώνονται σχετικά με το περιεχόμενο.

5.   Η πρόταση που υποβάλλει ο οικείος ΔΣΜ στη ρυθμιστική αρχή ή, κατά περίπτωση, στο κράτος μέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

διαδικασία κοινοποίησης λειτουργίας για την απόδειξη της εφαρμογής των απαιτήσεων από υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενα συστήματα διανομής και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ·

β)

μεταβατική περίοδο υλοποίησης των απαιτήσεων, για την οποία λαμβάνονται υπόψη οι κατηγορίες των εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των συστημάτων διανομής και των μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης στους οικείους διαχειριστές συστημάτων και στους οικείους ΔΣΜ, καθώς και τυχόν βασικά εμπόδια για την αποδοτική υλοποίηση της τροποποίησης του εξοπλισμού/του εκ των υστέρων εξοπλισμού.

Άρθρο 49

Αρχές για την ανάλυση κόστους-οφέλους

1.   Οι ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης, οι ΔΣΔ και οι ΔΚΣΔ βοηθούν και συμβάλλουν στην ανάλυση κόστους-οφέλους που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 53, και παρέχουν τα απαραίτητα δεδομένα που ζητεί ο οικείος διαχειριστής δικτύου ή ο οικείος ΔΣΜ, εντός τριών μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά με τον οικείο ΔΣΜ. Για την εκπόνηση ανάλυσης κόστους-οφέλους από ιδιοκτήτη ή μελλοντικό ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή από διαχειριστή ή μελλοντικό διαχειριστή συστήματος διανομής/κλειστού συστήματος διανομής (ΣΔ/ΚΣΔ), που αξιολογεί πιθανή παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 52, οι οικείοι ΔΣΜ και ΔΣΔ βοηθούν και συμβάλλουν στην ανάλυση κόστους-οφέλους και παρέχουν τα απαραίτητα δεδομένα που ζητεί ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ή ο διαχειριστής ή μελλοντικός διαχειριστής του ΣΔ/ΚΣΔ, εντός τριών μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά με τον ιδιοκτήτη ή τον μελλοντικό ιδιοκτήτη της εγκατάστασης ζήτησης, ή με τον διαχειριστή ή μελλοντικό διαχειριστή του ΣΔ/ΚΣΔ.

2.   Η ανάλυση κόστους-οφέλους πληροί τις ακόλουθες αρχές:

α)

ο οικείος ΔΣΜ, ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο διαχειριστής ή μελλοντικός διαχειριστής του ΣΔ/ΚΣΔ βασίζει την ανάλυση κόστους-οφέλους σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες βασικές αρχές υπολογισμού:

i)

στην καθαρή παρούσα αξία·

ii)

στην απόδοση της επένδυσης·

iii)

στο συντελεστή απόδοσης·

iv)

στον απαιτούμενο χρόνο μέχρι την επίτευξη του νεκρού σημείου·

β)

ο οικείος ΔΣΜ, ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο διαχειριστής ή μελλοντικός διαχειριστής του ΣΔ/ΚΣΔ ποσοτικοποιεί τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη από τη βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού και συμπεριλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:

i)

την εξαιτίας της τροποποίησης μείωση της πιθανότητας απώλειας τροφοδότησης κατά τη διάρκεια ζωής της τροποποίησης·

ii)

την πιθανή έκταση και διάρκεια της εν λόγω απώλειας τροφοδότησης· και

iii)

το κοινωνικό κόστος ανά ώρα της εν λόγω απώλειας τροφοδότησης·

γ)

ο οικείος ΔΣΜ, ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης της εγκατάστασης ζήτησης, ο διαχειριστής ή μελλοντικός διαχειριστής του ΣΔ/ΚΣΔ ποσοτικοποιεί τα οφέλη για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, το διασυνοριακό εμπόριο και την ενσωμάτωση των ΑΠΕ, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

i)

η απόκριση συχνότητας ενεργού ισχύος·

ii)

τα αποθέματα εξισορρόπησης·

iii)

η παροχή αέργου ισχύος·

iv)

η διαχείριση της συμφόρησης·

v)

τα μέτρα άμυνας·

δ)

ο οικείος ΔΣΜ ποσοτικοποιεί το κόστος εφαρμογής των αναγκαίων κανόνων σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, σε υφιστάμενα συστήματα διανομής, ή σε υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τουλάχιστον τα εξής:

i)

το άμεσο κόστος που προκύπτει από την υλοποίηση απαίτησης·

ii)

το κόστος που σχετίζεται με την καταλογιστέα απώλεια ευκαιριών·

iii)

το κόστος που σχετίζεται με τις προκύπτουσες μεταβολές στη συντήρηση και στη λειτουργία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Παρεκκλίσεις

Άρθρο 50

Αρμοδιότητα χορήγησης παρεκκλίσεων

1.   Οι ρυθμιστικές αρχές δύνανται, κατόπιν αιτήματος ιδιοκτήτη ή μελλοντικού ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, διαχειριστή ή μελλοντικού διαχειριστή ΣΔ/ΚΣΔ, οικείου διαχειριστή συστήματος ή οικείου ΔΣΜ, να χορηγούν σε ιδιοκτήτες ή μελλοντικούς ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης, σε διαχειριστές ή μελλοντικούς διαχειριστές ΣΔ/ΚΣΔ, σε οικείους διαχειριστές συστημάτων ή σε οικείους ΔΣΜ, παρεκκλίσεις από μία ή περισσότερες διατάξεις του παρόντος κανονισμού για νέες και υφιστάμενες εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, για νέες και υφιστάμενες εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, για νέα και υφιστάμενα συστήματα διανομής, και για νέες και υφιστάμενες μονάδες ζήτησης, σύμφωνα με τα άρθρα 51 έως 53.

2.   Σε κράτος μέλος είναι δυνατόν να προβλέπεται η χορήγηση και η ανάκληση παρεκκλίσεων σύμφωνα με τα άρθρα 51 έως 53 από αρχή διαφορετική της ρυθμιστικής αρχής.

Άρθρο 51

Γενικές διατάξεις

1.   Κάθε ρυθμιστική αρχή καθορίζει, κατόπιν διαβούλευσης με τους οικείους διαχειριστές συστημάτων, τους ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης, τους ΔΣΔ, τους ΔΚΣΔ και άλλους εμπλεκόμενους παράγοντες τους οποίους κρίνει ότι αφορά ο παρών κανονισμός, τα κριτήρια χορήγησης παρεκκλίσεων δυνάμει των άρθρων 52 και 53. Δημοσιεύει τα εν λόγω κριτήρια στον ιστότοπό της και τα κοινοποιεί στην Επιτροπή εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από ρυθμιστική αρχή να τροποποιήσει τα κριτήρια αν κρίνει ότι δεν συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό. Η εν λόγω δυνατότητα επανεξέτασης και τροποποίησης των κριτηρίων για τη χορήγηση παρεκκλίσεων δεν θίγει ήδη χορηγηθείσες παρεκκλίσεις, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν έως την προγραμματισμένη ημερομηνία λήξης τους, όπως καθορίζεται στην απόφαση για τη χορήγηση της κάθε παρέκκλισης.

2.   Αν η ρυθμιστική αρχή κρίνει ότι είναι απαραίτητο, λόγω αλλαγής των περιστάσεων που αφορούν την εξέλιξη των απαιτήσεων του συστήματος, δύναται να επανεξετάζει και να τροποποιεί, το πολύ μία φορά ετησίως, τα κριτήρια χορήγησης παρεκκλίσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1. Κάθε αλλαγή κριτηρίων δεν ισχύει για παρεκκλίσεις για τις οποίες έχει ήδη υποβληθεί αίτημα.

3.   Η ρυθμιστική αρχή δύναται να αποφασίσει ότι οι εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, οι εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, τα συστήματα διανομής και οι μονάδες ζήτησης για τα οποία έχει κατατεθεί αίτημα παρέκκλισης δυνάμει των άρθρων 52 και 53 δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού από τις οποίες ζητήθηκε παρέκκλιση, από την ημερομηνία κατάθεσης του αιτήματος έως ότου εκδοθεί η απόφαση της ρυθμιστικής αρχής.

Άρθρο 52

Αίτημα παρέκκλισης υποβαλλόμενο από ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, διαχειριστή συστήματος διανομής ή διαχειριστή κλειστού συστήματος διανομής

1.   Οι ιδιοκτήτες ή οι μελλοντικοί ιδιοκτήτες εγκατάστασης ζήτησης, και οι διαχειριστές ή οι μελλοντικοί διαχειριστές ΣΔ/ΚΣΔ δύνανται να ζητούν παρέκκλιση από μία ή περισσότερες απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστήματα διανομής ή μονάδες ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης σε οικείο διαχειριστή συστήματος ή σε οικείο ΔΣΜ.

2.   Το αίτημα παρέκκλισης υποβάλλεται στον οικείο διαχειριστή συστήματος και περιλαμβάνει:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του ιδιοκτήτη ή του μελλοντικού ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, του διαχειριστή ή του μελλοντικού διαχειριστή ΣΔ/ΚΣΔ, και του υπεύθυνου επικοινωνίας για τυχόν επαφές·

β)

περιγραφή της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συστήματος διανομής ή της μονάδας ζήτησης, για την οποία/το οποίο ζητείται παρέκκλιση·

γ)

αναφορά των διατάξεων του παρόντος κανονισμού από τις οποίες ζητείται παρέκκλιση, καθώς και λεπτομερή περιγραφή της ζητούμενης παρέκκλισης·

δ)

λεπτομερή αιτιολόγηση, με σχετικά δικαιολογητικά και ανάλυση κόστους-οφέλους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 49·

ε)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ζητούμενη παρέκκλιση δεν θα έχει δυσμενή επίδραση στο διασυνοριακό εμπόριο.

3.   Εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή του αιτήματος παρέκκλισης, ο οικείος διαχειριστής συστήματος ενημερώνει τον ιδιοκτήτη ή τον μελλοντικό ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή τον διαχειριστή ή τον μελλοντικό διαχειριστή ΣΔ/ΚΣΔ, κατά πόσον το αίτημα είναι πλήρες. Αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος κρίνει ότι το αίτημα είναι ελλιπές, ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ή ο διαχειριστής ή ο μελλοντικός διαχειριστής ΣΔ/ΚΣΔ, υποβάλει τις ζητούμενες πρόσθετες πληροφορίες εντός ενός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος για πρόσθετες πληροφορίες. Αν ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ή ο διαχειριστής ή ο μελλοντικός διαχειριστής ΣΔ/ΚΣΔ, δεν υποβάλει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός αυτής της προθεσμίας, θεωρείται ότι το αίτημα παρέκκλισης έχει αποσυρθεί.

4.   Ο οικείος διαχειριστής συστήματος, σε συντονισμό με τον οικείο ΔΣΜ και κάθε γειτονικό ΔΣΔ, αξιολογεί το αίτημα παρέκκλισης και την υποβληθείσα ανάλυση κόστους-οφέλους, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που καθορίζει η ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 51.

5.   Εντός έξι μηνών από την παραλαβή του αιτήματος παρέκκλισης, ο οικείος διαχειριστής συστήματος προωθεί το αίτημα στη ρυθμιστική αρχή και υποβάλλει την αξιολόγηση (τις αξιολογήσεις) που εκπόνησε δυνάμει της παραγράφου 4. Η εν λόγω προθεσμία επιτρέπεται να παραταθεί κατά ένα μήνα αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από τον ιδιοκτήτη ή τον μελλοντικό ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή από τον διαχειριστή ή τον μελλοντικό διαχειριστή ΣΔ/ΚΣΔ, και κατά δύο μήνες αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος έχει ζητήσει από τον οικείο ΔΣΜ να υποβάλει αξιολόγηση του αιτήματος παρέκκλισης.

6.   Η ρυθμιστική αρχή εκδίδει απόφαση σχετικά με το αίτημα παρέκκλισης εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του. Η εν λόγω προθεσμία επιτρέπεται να παραταθεί πριν από τη λήξη της κατά τρεις μήνες, αν η ρυθμιστική αρχή έχει ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από τον ιδιοκτήτη ή τον μελλοντικό ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή από τον διαχειριστή ή τον μελλοντικό διαχειριστή ΣΔ/ΚΣΔ, ή από τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επιπλέον προθεσμία αρχίζει να μετράει από την ημερομηνία λήψης όλων των πληροφοριών.

7.   Ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ή ο διαχειριστής ή ο μελλοντικός διαχειριστής ΣΔ/ΚΣΔ, υποβάλει τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που ζητεί η ρυθμιστική αρχή, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία του σχετικού αιτήματος. Αν ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ή αν ο διαχειριστής ή ο μελλοντικός διαχειριστής ΚΣΔ, δεν υποβάλει τις ζητούμενες πληροφορίες, το αίτημα παρέκκλισης θεωρείται ότι αποσύρθηκε, εκτός αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας:

α)

η ρυθμιστική αρχή αποφασίσει να χορηγήσει παράταση· ή

β)

ο ιδιοκτήτης ή ο μελλοντικός ιδιοκτήτης εγκατάστασης ζήτησης, ή ο διαχειριστής ή ο μελλοντικός διαχειριστής ΚΣΔ, ενημερώσει τη ρυθμιστική αρχή, με αιτιολογημένη δήλωση, ότι το αίτημα παρέκκλισης είναι πλήρες.

8.   Η ρυθμιστική αρχή εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα παρέκκλισης. Αν η ρυθμιστική αρχή χορηγήσει παρέκκλιση, καθορίζει τη διάρκειά της.

9.   Η ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί την απόφασή της στον οικείο ιδιοκτήτη ή μελλοντικό ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή διαχειριστή ή μελλοντικό διαχειριστή ΚΣΔ, στον οικείο διαχειριστή συστήματος και στον οικείο ΔΣΜ.

10.   Η ρυθμιστική αρχή δύναται να ανακαλέσει την απόφαση χορήγησης παρέκκλισης αν δεν ισχύουν πλέον οι περιστάσεις και οι βασικοί λόγοι ή κατόπιν αιτιολογημένης σύστασης της Επιτροπής ή αιτιολογημένης σύστασης του Οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2.

11.   Αίτημα παρέκκλισης δυνάμει του παρόντος άρθρου για μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος που συνδέεται σε επίπεδο τάσης ίσο ή κατώτερο των 1 000 V επιτρέπεται να υποβάλει τρίτο μέρος εξ ονόματος του ιδιοκτήτη ή του μελλοντικού ιδιοκτήτη εγκατάστασης ζήτησης, ή εξ ονόματος του διαχειριστή ή του μελλοντικού διαχειριστή ΚΣΔ. Το αίτημα μπορεί να αφορά μία μόνο εγκατάσταση ζήτησης ή πολλές μονάδες ζήτησης εντός της ίδιας εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής. Στην περίπτωση πολλών μονάδων ζήτησης, το τρίτο μέρος επιτρέπεται να υποβάλει τα δικά του στοιχεία του αντί των στοιχείων που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α), υπό την προϋπόθεση ότι αναφέρεται η σωρευτική μέγιστη ισχύς.

Άρθρο 53

Αίτημα παρέκκλισης υποβαλλόμενο από τον οικείο διαχειριστή συστήματος ή τον οικείο ΔΣΜ

1.   Οι οικείοι διαχειριστές συστημάτων ή οι οικείοι ΔΣΜ δύνανται να ζητούν παρεκκλίσεις για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστήματα διανομής ή μονάδες ζήτησης που λειτουργούν εντός εγκατάστασης ζήτησης ή κλειστού συστήματος διανομής, τα οποία είναι ήδη συνδεδεμένα ή πρόκειται να συνδεθούν με το δίκτυό τους.

2.   Οι οικείοι διαχειριστές συστημάτων ή οι οικείοι ΔΣΜ υποβάλλουν τα αιτήματα παρέκκλισης στη ρυθμιστική αρχή. Κάθε αίτημα παρέκκλισης περιλαμβάνει τα εξής:

α)

τα στοιχεία ταυτότητας του οικείου διαχειριστή συστήματος ή του οικείου ΔΣΜ, και του υπεύθυνου επικοινωνίας για τυχόν επαφές·

β)

περιγραφή της εγκατάστασης ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, της εγκατάστασης διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, του συστήματος διανομής ή της μονάδας ζήτησης για την οποία/το οποίο ζητείται παρέκκλιση, καθώς και τη συνολική εγκαταστημένη ισχύ και τον αριθμό των εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των συστημάτων διανομής ή των μονάδων ζήτησης·

γ)

κάθε απαίτηση του παρόντος κανονισμού από την οποία ζητείται παρέκκλιση, καθώς και λεπτομερή περιγραφή της ζητούμενης παρέκκλισης·

δ)

λεπτομερή αιτιολόγηση, με όλα τα σχετικά δικαιολογητικά·

ε)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ζητούμενη παρέκκλιση δεν θα έχει δυσμενή επίδραση στο διασυνοριακό εμπόριο·

στ)

ανάλυση κόστους-οφέλους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 49. Κατά περίπτωση η ανάλυση κόστους-οφέλους διενεργείται σε συντονισμό με τον οικείο ΔΣΜ και κάθε γειτονικό ΔΣΔ.

3.   Όταν το αίτημα παρέκκλισης υποβάλλεται από οικείο ΔΣΔ, η ρυθμιστική αρχή ζητεί από τον οικείο ΔΣΜ, εντός δύο εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής του εν λόγω αιτήματος, να αξιολογήσει το αίτημα παρέκκλισης βάσει των κριτηρίων που προσδιορίζει η ρυθμιστική αρχή σύμφωνα με το άρθρο 51.

4.   Εντός δύο εβδομάδων από την παραλαβή του εν λόγω αιτήματος αξιολόγησης, ο οικείος ΔΣΜ ενημερώνει τον οικείο ΔΣΔ κατά πόσον το αίτημα παρέκκλισης ήταν πλήρες. Αν ο οικείος ΔΣΜ κρίνει ότι το αίτημα είναι ελλιπές, ο οικείος ΔΣΔ υποβάλλει τις ζητούμενες πρόσθετες πληροφορίες εντός μηνός από την παραλαβή του αιτήματος για πρόσθετες πληροφορίες.

5.   Εντός έξι μηνών από την παραλαβή του αιτήματος παρέκκλισης, ο οικείος ΔΣΜ υποβάλλει στη ρυθμιστική αρχή την αξιολόγησή του, συμπεριλαμβανομένης τυχόν σχετικής τεκμηρίωσης. Η εξάμηνη προθεσμία επιτρέπεται να παραταθεί κατά ένα μήνα αν ο ΔΣΜ ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από τον οικείο ΔΣΔ.

6.   Η ρυθμιστική αρχή εκδίδει απόφαση σχετικά με το αίτημα παρέκκλισης εντός έξι μηνών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος. Αν το αίτημα παρέκκλισης υποβάλλεται από τον οικείο ΔΣΔ, η εξάμηνη προθεσμία μετράει από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της αξιολόγησης του οικείου ΔΣΜ δυνάμει της παραγράφου 5.

7.   Η εξάμηνη προθεσμία της παραγράφου 6 επιτρέπεται να παραταθεί πριν από τη λήξη της κατά τρεις επιπλέον μήνες, αν η ρυθμιστική αρχή έχει ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από τον οικείο διαχειριστή συστήματος που υπέβαλε το αίτημα παρέκκλισης ή από τυχόν άλλα ενδιαφερόμενα μέρη. Η επιπλέον προθεσμία μετράει από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής όλων των πληροφοριών.

Ο οικείος διαχειριστής συστήματος παρέχει τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που ζητεί η ρυθμιστική αρχή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία του σχετικού αιτήματος. Αν ο οικείος διαχειριστής συστήματος δεν υποβάλει τις ζητούμενες πρόσθετες πληροφορίες, το αίτημα παρέκκλισης θεωρείται ότι αποσύρθηκε, εκτός αν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας:

α)

η ρυθμιστική αρχή αποφασίσει να χορηγήσει παράταση· ή

β)

ο οικείος διαχειριστής συστήματος ενημερώσει τη ρυθμιστική αρχή, με αιτιολογημένη δήλωση, ότι το αίτημα παρέκκλισης είναι πλήρες.

8.   Η ρυθμιστική αρχή εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με το αίτημα παρέκκλισης. Αν η ρυθμιστική αρχή χορηγήσει παρέκκλιση, καθορίζει τη διάρκειά της.

9.   Η ρυθμιστική αρχή κοινοποιεί την απόφασή της στον οικείο διαχειριστή συστήματος που ζήτησε την παρέκκλιση, στον οικείο ΔΣΜ και στον Οργανισμό.

10.   Οι ρυθμιστικές αρχές δύνανται να θεσπίσουν περαιτέρω απαιτήσεις σχετικά με τη σύνταξη αιτημάτων παρέκκλισης από οικείους διαχειριστές συστημάτων. Προς τον σκοπό αυτό, οι ρυθμιστικές αρχές λαμβάνουν υπόψη την οριοθέτηση μεταξύ του συστήματος μεταφοράς και του συστήματος διανομής σε εθνικό επίπεδο και διαβουλεύονται με διαχειριστές συστημάτων, ιδιοκτήτες εγκαταστάσεων ζήτησης και εμπλεκόμενους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων κατασκευαστών.

11.   Η ρυθμιστική αρχή δύναται να ανακαλέσει την απόφαση χορήγησης παρέκκλισης αν δεν ισχύουν πλέον οι περιστάσεις και οι βασικοί λόγοι ή κατόπιν αιτιολογημένης σύστασης της Επιτροπής ή αιτιολογημένης σύστασης του Οργανισμού σύμφωνα με το άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 54

Μητρώο παρεκκλίσεων από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού

1.   Κάθε ρυθμιστική αρχή τηρεί μητρώο με όλες τις παρεκκλίσεις που έχει χορηγήσει ή έχει απορρίψει και, τουλάχιστον ανά εξάμηνο, υποβάλλει στον Οργανισμό επικαιροποιημένο και ενοποιημένο μητρώο, αντίγραφο του οποίου κοινοποιείται στο ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας.

2.   Ειδικότερα, το μητρώο περιλαμβάνει:

α)

κάθε απαίτηση για την οποία χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε παρέκκλιση·

β)

το περιεχόμενο της παρέκκλισης·

γ)

τους λόγους χορήγησης ή απόρριψης της παρέκκλισης·

δ)

τις συνέπειες χορήγησης της παρέκκλισης.

Άρθρο 55

Παρακολούθηση παρεκκλίσεων

1.   Ο Οργανισμός παρακολουθεί τη διαδικασία χορήγησης παρεκκλίσεων σε συνεργασία με τις ρυθμιστικές αρχές ή τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους. Οι ρυθμιστικές αρχές ή οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους παρέχουν στον Οργανισμό όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό.

2.   Ο Οργανισμός δύναται να εκδώσει αιτιολογημένη σύσταση προς ρυθμιστική αρχή για την ανάκληση παρέκκλισης λόγω μη αιτιολόγησης. Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει αιτιολογημένη σύσταση προς ρυθμιστική αρχή ή αρμόδια αρχή του κράτους μέλους για την ανάκληση παρέκκλισης λόγω μη αιτιολόγησης.

3.   Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από τον Οργανισμό να υποβάλει έκθεση για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 και να αιτιολογήσει γιατί ζητείται, ή δεν ζητείται, ανάκληση παρεκκλίσεων.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΜΗ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 56

Μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή

1.   Το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού και ακολούθως ανά διετία, το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας συντάσσει και παρέχει στα μέλη του και άλλους διαχειριστές συστημάτων γραπτές μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα στοιχεία του παρόντος κανονισμού που απαιτούν εθνικές αποφάσεις. Το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας δημοσιεύει τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές στον ιστότοπό του.

2.   Το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας διαβουλεύεται με τους εμπλεκόμενους παράγοντες όταν συντάσσει τις μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές.

3.   Οι μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές εξηγούν τα τεχνικά ζητήματα, τις προϋποθέσεις και τις αλληλεξαρτήσεις που πρέπει να εξετάζονται κατά τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε εθνικό επίπεδο.

Άρθρο 57

Παρακολούθηση

1.   Το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας παρακολουθεί την υλοποίηση του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009. Η παρακολούθηση αφορά, ειδικότερα, τα εξής ζητήματα:

α)

τον εντοπισμό τυχόν αποκλίσεων κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σε εθνικό επίπεδο·

β)

την αξιολόγηση του κατά πόσον συνεχίζει να είναι βάσιμη η επιλογή τιμών και ευρών τιμών του παρόντος κανονισμού για τις απαιτήσεις που ισχύουν για εγκαταστάσεις ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, εγκαταστάσεις διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, συστήματα διανομής και μονάδες ζήτησης.

2.   Ο Οργανισμός, σε συνεργασία με το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας, καταρτίζει το αργότερο δώδεκα μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού κατάλογο των σχετικών πληροφοριών που πρέπει να κοινοποιεί το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας στον Οργανισμό σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 9 και το άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009. Ο κατάλογος των σχετικών πληροφοριών είναι δυνατόν να επικαιροποιείται. Το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας διατηρεί σε ολοκληρωμένη και τυποποιημένη μορφή ψηφιακό αρχείο δεδομένων των πληροφοριών που απαιτούνται από τον Οργανισμό.

3.   Οι οικείοι διαχειριστές συστημάτων και οι οικείοι ΔΣΜ υποβάλλουν στο ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

Με βάση αίτημα της ρυθμιστικής αρχής, οι ΔΣΔ παρέχουν στους ΔΣΜ πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 2, εκτός εάν οι πληροφορίες έχουν ήδη ληφθεί από τις ρυθμιστικές αρχές, τον Οργανισμό ή το ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας στο πλαίσιο των αντίστοιχων καθηκόντων παρακολούθησης της υλοποίησης, ώστε να αποφεύγεται η επανάληψη των πληροφοριών.

4.   Όταν ο ΕΔΔΣΜ ηλεκτρικής ενέργειας ή ο Οργανισμός διαπιστώσει, με βάση τις εξελίξεις στην αγορά ή την πείρα που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ότι για πεδία που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό ενδείκνυται περαιτέρω εναρμόνιση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού για να προωθηθεί η ενοποίηση της αγοράς, οι ανωτέρω φορείς προτείνουν σχέδιο τροποποιήσεων του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 58

Τροποποίηση συμβάσεων και γενικών όρων και προϋποθέσεων

1.   Οι ρυθμιστικές αρχές μεριμνούν ώστε οι πάσης φύσεως σχετικές ρήτρες συμβάσεων και γενικών όρων και προϋποθέσεων που αφορούν τη σύνδεση νέων εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, νέων εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, νέων συστημάτων διανομής και νέων μονάδων ζήτησης με το δίκτυο ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Τροποποιούνται για να εναρμονιστούν με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όλες οι σχετικές ρήτρες των συμβάσεων και των γενικών όρων και προϋποθέσεων που αφορούν τη σύνδεση με το δίκτυο υφιστάμενων εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενων εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, υφιστάμενων συστημάτων διανομής και υφιστάμενων μονάδων ζήτησης, οι οποίες/τα οποία υπόκεινται σε όλες ή μερικές από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1. Οι σχετικές ρήτρες τροποποιούνται εντός τριών ετών από την απόφαση της ρυθμιστικής αρχής ή του κράτους μέλους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

3.   Οι ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι εθνικές συμφωνίες μεταξύ διαχειριστών συστημάτων και ιδιοκτητών νέων ή υφιστάμενων εγκαταστάσεων ζήτησης ή διαχειριστών νέων ή υφιστάμενων συστημάτων διανομής που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό και σχετίζονται με τις απαιτήσεις για τη σύνδεση με το διασυνδεδεμένο δίκτυο των εγκαταστάσεων ζήτησης που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των εγκαταστάσεων διανομής που συνδέονται με σύστημα μεταφοράς, των συστημάτων διανομής και των μονάδων ζήτησης που χρησιμοποιούνται από εγκατάσταση ζήτησης ή κλειστό σύστημα διανομής για την παροχή υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης σε οικείους διαχειριστές συστημάτων και οικείους ΔΣΜ, ιδίως δε στο πλαίσιο εθνικών κωδίκων δικτύου, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 59

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Με την επιφύλαξη του άρθρου 4 παράγραφος 2 στοιχείο β), του άρθρου 6, του άρθρου 51, του άρθρου 56 και του άρθρου 57, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού αρχίζουν να ισχύουν τρία έτη από τη δημοσίευσή του.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Αυγούστου 2016.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)  ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 15.

(2)  Οδηγία 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009, σ. 55).

(3)  Οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών (ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37).

(4)  Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για την ενεργειακή απόδοση, την τροποποίηση των οδηγιών 2009/125/ΕΚ και 2010/30/ΕΕ και την κατάργηση των οδηγιών 2004/8/ΕΚ και 2006/32/ΕΚ (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1222 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2015, σχετικά με τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών για την κατανομή της δυναμικότητας και τη διαχείριση της συμφόρησης (ΕΕ L 197 της 25.7.2015, σ. 24).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/631 της Επιτροπής, της 14ης Απριλίου 2016, για τη θέσπιση κώδικα δικτύου όσον αφορά τις απαιτήσεις για τη σύνδεση ηλεκτροπαραγωγών με το δίκτυο (ΕΕ L 112 της 27.4.2016, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 543/2013 της Επιτροπής, της 14ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την υποβολή και δημοσίευση δεδομένων στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας και για την τροποποίηση του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 163 της 15.6.2013, σ. 1).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Εύρος τιμών συχνότητας και διάρκεια λειτουργίας που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1

Συγχρονισμένη περιοχή

Εύρος τιμών συχνότητας

Διάρκεια λειτουργίας

Ηπειρωτική Ευρώπη

47,5 Hz – 48,5 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 30 λεπτών

48,5 Hz – 49,0 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη της διάρκειας για 47,5 Hz – 48,5 Hz

49,0 Hz – 51,0 Hz

Απεριόριστη

51,0 Hz – 51,5 Hz

30 λεπτά

Βόρεια Ευρώπη

47,5 Hz – 48,5 Hz

30 λεπτά

48,5 Hz – 49,0 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 30 λεπτών

49,0 Hz – 51,0 Hz

Απεριόριστη

51,0 Hz – 51,5 Hz

30 λεπτά

Μεγάλη Βρετανία

47,0 Hz – 47,5 Hz

20 δευτερόλεπτα

47,5 Hz – 48,5 Hz

90 λεπτά

48,5 Hz – 49,0 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 90 λεπτών

49,0 Hz – 51,0 Hz

Απεριόριστη

51,0 Hz – 51,5 Hz

90 λεπτά

51,5 Hz – 52,0 Hz

15 λεπτά

Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία

47,5 Hz – 48,5 Hz

90 λεπτά

48,5 Hz – 49,0 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 90 λεπτών

49,0 Hz – 51,0 Hz

Απεριόριστη

51,0 Hz – 51,5 Hz

90 λεπτά

Βαλτική

47,5 Hz – 48,5 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 30 λεπτών

48,5 Hz – 49,0 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη της διάρκειας για 47,5 Hz – 48,5 Hz

49,0 Hz – 51,0 Hz

Απεριόριστη

51,0 Hz – 51,5 Hz

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 30 λεπτών

Ο πίνακας δείχνει την ελάχιστη διάρκεια κατά την οποία εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής πρέπει να έχει την ικανότητα να λειτουργεί σε διαφορετικές συχνότητες αποκλίνουσες από την ονομαστική τιμή, χωρίς να αποσυνδέεται από το δίκτυο.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Εύρος τιμών συχνότητας και διάρκεια λειτουργίας που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1

Συγχρονισμένη περιοχή

Εύρος τιμών τάσης

Διάρκεια λειτουργίας

Ηπειρωτική Ευρώπη

0,90 pu – 1,118 pu

Απεριόριστη

1,118 pu – 1,15 pu

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 20 λεπτών και όχι μεγαλύτερη των 60 λεπτών

Βόρεια Ευρώπη

0,90 pu – 1,05 pu

Απεριόριστη

1,05 pu – 1,10 pu

60 λεπτά

Μεγάλη Βρετανία

0,90 pu – 1,10 pu

Απεριόριστη

Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία

0,90 pu – 1,118 pu

Απεριόριστη

Βαλτική

0,90 pu – 1,118 pu

Απεριόριστη

1,118 pu – 1,15 pu

20 λεπτά

Ο πίνακας δείχνει την ελάχιστη διάρκεια κατά την οποία εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα να λειτουργεί σε τάσεις αποκλίνουσες από την τιμή αναφοράς 1 pu στο σημείο σύνδεσης χωρίς να αποσυνδέεται από το δίκτυο, όταν η τάση βάσης για τις τιμές pu είναι ίση ή μεγαλύτερη των 110 kV και μικρότερη των 300 kV.

Συγχρονισμένη περιοχή

Εύρος τιμών τάσης

Διάρκεια λειτουργίας

Ηπειρωτική Ευρώπη

0,90 pu – 1,05 pu

Απεριόριστη

1,05 pu – 1,10 pu

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μικρότερη των 20 λεπτών και όχι μεγαλύτερη των 60 λεπτών

Βόρεια Ευρώπη

0,90 pu – 1,05 pu

Απεριόριστη

1,05 pu – 1,10 pu

Πρέπει να προδιαγραφεί από κάθε ΔΣΜ, αλλά όχι μεγαλύτερη των 60 λεπτών

Μεγάλη Βρετανία

0,90 pu – 1,05 pu

Απεριόριστη

1,05 pu – 1,10 pu

15 λεπτά

Ιρλανδία και Βόρεια Ιρλανδία

0,90 pu – 1,05 pu

Απεριόριστη

Βαλτική

0,90 pu – 1,097 pu

Απεριόριστη

1,097 pu – 1,15 pu

20 λεπτά

Ο πίνακας δείχνει την ελάχιστη διάρκεια κατά την οποία εγκατάσταση ζήτησης που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς, εγκατάσταση διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς ή σύστημα διανομής που συνδέεται με σύστημα μεταφοράς έχει την ικανότητα να λειτουργεί σε τάσεις αποκλίνουσες από την τιμή αναφοράς 1 pu στο σημείο σύνδεσης χωρίς να αποσυνδέεται από το δίκτυο, όταν η τάση βάσης για τις τιμές pu είναι από 300 kV έως 400 kV (συμπεριλαμβανομένης).


Top