Help Print this page 

Document 32014L0065

Title and reference
Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ
  • In force
OJ L 173, 12.6.2014, p. 349–496 (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/65/oj
Languages, formats and link to OJ
BG ES CS DA DE ET EL EN FR GA HR IT LV LT HU MT NL PL PT RO SK SL FI SV
HTML html BG html ES html CS html DA html DE html ET html EL html EN html FR html HR html IT html LV html LT html HU html MT html NL html PL html PT html RO html SK html SL html FI html SV
PDF pdf BG pdf ES pdf CS pdf DA pdf DE pdf ET pdf EL pdf EN pdf FR pdf HR pdf IT pdf LV pdf LT pdf HU pdf MT pdf NL pdf PL pdf PT pdf RO pdf SK pdf SL pdf FI pdf SV
Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal Display Official Journal
 To see if this document has been published in an e-OJ with legal value, click on the icon above (For OJs published before 1st July 2013, only the paper version has legal value).
Multilingual display
Text

12.6.2014   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 173/349


ΟΔΗΓΊΑ 2014/65/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 15ης Μαΐου 2014

για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα και ουσιωδώς (5). Δεδομένου ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν περαιτέρω τροποποιήσεις, είναι σκόπιμο να αναδιατυπωθεί για λόγους σαφήνειας.

(2)

Η οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (6) σκοπούσε να καθορίσει τους όρους υπό τους οποίους επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τράπεζες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας θα μπορούσαν να παρέχουν συγκεκριμένες υπηρεσίες ή να εγκαθιστούν υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη βάσει της άδειας λειτουργίας που είχαν λάβει από τη χώρα καταγωγής τους και της σχετικής εποπτείας. Προς τον σκοπό αυτό, η οδηγία επεδίωκε να εναρμονίσει τους αρχικούς όρους για τη χορήγηση άδειας και τη λειτουργία των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένων των κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς. Προέβλεπε επίσης την εναρμόνιση ορισμένων όρων λειτουργίας των ρυθμιζόμενων αγορών.

(3)

Ο αριθμός των επενδυτών που συμμετέχουν ενεργά στις χρηματοπιστωτικές αγορές αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια και το φάσμα των υπηρεσιών και των μέσων που τους προσφέρονται διευρύνθηκε και έγινε πιο πολύπλοκο. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, το νομοθετικό πλαίσιο της Ένωσης θα πρέπει να καλύψει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που απευθύνονται στους επενδυτές. Για τον σκοπό αυτό, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος βαθμός εναρμόνισης που απαιτείται για να προσφερθεί στους επενδυτές υψηλό επίπεδο προστασίας και να επιτραπεί στις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε όλη την Ένωση, ως εσωτερική αγορά, βάσει της εποπτείας της χώρας καταγωγής. Η οδηγία 93/22/ΕΟΚ αντικαταστάθηκε ως εκ τούτου από την οδηγία 2004/39/ΕΚ.

(4)

Η χρηματοπιστωτική κρίση έχει αποκαλύψει τις αδυναμίες όσον αφορά τη λειτουργία και τη διαφάνεια των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η εξέλιξη των χρηματοπιστωτικών αγορών έχει καταδείξει την ανάγκη ενίσχυσης του πλαισίου για τη ρύθμιση των αγορών χρηματοπιστωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των εξωχρηματιστηριακών συναλλαγών στις αγορές αυτές (συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων) (OTC), με σκοπό την αύξηση της διαφάνειας, την καλύτερη προστασία των επενδυτών, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, την αντιμετώπιση των μη ρυθμιζόμενων τομέων και τη διασφάλιση της εκχώρησης επαρκών εξουσιών στους εποπτικούς φορείς για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

(5)

Τα ρυθμιστικά όργανα σε διεθνές επίπεδο συμφωνούν ότι οι αδυναμίες της εταιρικής διακυβέρνησης σε ορισμένους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, καθώς επίσης η απουσία ασφαλιστικών δικλείδων, έχουν αποτελέσει παράγοντα ο οποίος έχει συμβάλλει στη χρηματοπιστωτική κρίση. Η υπέρμετρη και απερίσκεπτη ανάληψη κινδύνων μπορεί να οδηγήσει στη χρεοκοπία μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών οργανισμών και σε συστημικά προβλήματα τόσο στα κράτη μέλη, όσο και παγκοσμίως. Η λανθασμένη διαχείριση των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες σε πελάτες μπορεί να αποβεί επιζήμια για τον επενδυτή και να οδηγήσει σε απώλεια της εμπιστοσύνης των επενδυτών. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυνητικά επιζήμιες επιπτώσεις αυτών των αδυναμιών στις ρυθμίσεις εταιρικής διακυβέρνησης, η οδηγία 2004/39/ΕΚ θα πρέπει να συμπληρωθεί με λεπτομερέστερες αρχές και ελάχιστα πρότυπα. Οι εν λόγω αρχές και τα πρότυπα θα πρέπει να εφαρμόζονται λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων.

(6)

Η ομάδα υψηλού επιπέδου για την εποπτεία του χρηματοοικονομικού τομέα στην ΕΕ κάλεσε την Ένωση να αναπτύξει ένα πιο εναρμονισμένο σύνολο χρηματοπιστωτικών κανονιστικών ρυθμίσεων. Στο πλαίσιο της μελλοντικής ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής όσον αφορά την εποπτεία, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 18ης και 19ης Ιουνίου 2009 τόνισε επίσης την ανάγκη καθιέρωσης ενός ευρωπαϊκού ενιαίου συνόλου κανόνων που θα ισχύει για όλους τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς της εσωτερικής αγοράς.

(7)

Η οδηγία 2004/39/ΕΚ θα πρέπει επομένως να αναδιατυπωθεί εν μέρει με την παρούσα οδηγία και εν μέρει αντικαθίσταται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Οι δύο αυτές νομικές πράξεις θα πρέπει να αποτελέσουν από κοινού το νομικό πλαίσιο που διέπει τις απαιτήσεις οι οποίες ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τις ρυθμιζόμενες αγορές, τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και τις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες εντός της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να συνδυάζεται με τον εν λόγω κανονισμό. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να περιέχει τις διατάξεις που διέπουν τη χορήγηση άδειας λειτουργίας επιχειρηματικής δραστηριότητας, την απόκτηση ειδικής συμμετοχής, την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης και της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, τους όρους λειτουργίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών, τις εξουσίες των εποπτικών αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής και το καθεστώς επιβολής κυρώσεων. Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος και το θεματικό πεδίο της παρούσας οδηγίας είναι η εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σχετικά με τους αναφερθέντες τομείς, θα πρέπει να στηρίζεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η οδηγία αποτελεί κατάλληλο μέσο για να διευκολυνθεί η προσαρμογή των εκτελεστικών διατάξεων στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, εφόσον απαιτείται, σε τυχόν υφιστάμενες ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης αγοράς και του νομικού συστήματος κάθε κράτους μέλους.

(8)

Είναι σκόπιμο να περιληφθούν στον κατάλογο των χρηματοπιστωτικών μέσων παράγωγα επί εμπορευμάτων και άλλα παράγωγα, ο τρόπος διάρθρωσης και διαπραγμάτευσης των οποίων εγείρει ζητήματα κανονιστικής ρύθμισης παρόμοια με τα ανακύπτοντα στα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά μέσα.

(9)

Στο φάσμα των χρηματοπιστωτικών μέσων θα περιλαμβάνονται συμβάσεις ενέργειας που προβλέπουν φυσική παράδοση και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης (ΜΟΔ), εξαιρουμένων εκείνων που ρυθμίζονται ήδη βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα για να μετριαστούν οι επιπτώσεις αυτής της ενσωμάτωσης σε επιχειρήσεις που εμπορεύονται τα εν λόγω προϊόντα. Οι εν λόγω επιχειρήσεις εξαιρούνται σήμερα από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) και η εξαίρεση αυτή θα αποτελέσει αντικείμενο επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 493 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού πριν αυτή λήξει το αργότερο το τέλος του 2017. Δεδομένου ότι οι εν λόγω συμβάσεις αποτελούν χρηματοπιστωτικά μέσα, θα ίσχυαν ευθύς εξαρχής οι απαιτήσεις του δικαίου για τις χρηματοπιστωτικές αγορές· ως εκ τούτου, θα εφαρμόζονταν οι απαιτήσεις σχετικά με τα όρια θέσεων, την αναφορά των συναλλαγών και την κατάχρηση της αγοράς από την ημερομηνία έναρξης εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Ωστόσο, προβλέπεται περίοδος 42 μηνών για την εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης και των απαιτήσεων παροχής περιθωρίου ασφαλείας που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

(10)

Ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής όσον αφορά τα παράγωγα επί εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΜΟΔ και τα οποία επιδέχονται εκκαθαρίσεως με φυσική παράδοση θα πρέπει να είναι περιορισμένος ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία κενού που ενδέχεται να οδηγήσει σε καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου κανονιστικού καθεστώτος. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να προβλεφθεί μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για να διευκρινιστεί περαιτέρω η σημασία της φράσης «πρέπει να επιδέχονται εκκαθαρίσεως με φυσική παράδοση» λαμβάνοντας τουλάχιστον υπόψη τη δημιουργία μιας εκτελεστής και δεσμευτικής υποχρέωσης φυσικής παράδοσης, η οποία δεν μπορεί να καταργηθεί και για την οποία δεν προβλέπεται δικαίωμα εκκαθάρισης με ρευστά διαθέσιμα ή αντιστάθμισης συναλλαγών εκτός των περιπτώσεων ανωτέρας βίας, αδυναμίας πληρωμής ή άλλης καλή την πίστει αδυναμίας παροχής υπηρεσιών.

(11)

Στις δευτερογενείς αγορές άμεσης παράδοσης δικαιωμάτων εκπομπής (EUA) έχουν παρουσιαστεί διάφορες δόλιες πρακτικές που ενδέχεται να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής θερμοκηπιακών αερίων, όπως ορίζονται στην οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), και λαμβάνονται μέτρα για την ενίσχυση του συστήματος μητρώων δικαιωμάτων εκπομπής και των όρων για το άνοιγμα λογαριασμού για την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής. Προκειμένου να ενισχυθεί η ακεραιότητα και να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία των αγορών αυτών, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους εποπτείας της διαπραγματευτικής δραστηριότητας, ενδείκνυται η συμπλήρωση των μέτρων που λαμβάνονται βάσει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με την πλήρη ένταξη των δικαιωμάτων εκπομπής στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12), με την κατάταξη τους ως χρηματοπιστωτικά μέσα.

(12)

Η παρούσα οδηγία σκοπεί να περιλάβει στο πεδίο εφαρμογής της τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και/ή η άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση. Το πεδίο εφαρμογής της δεν θα πρέπει να καλύπτει συνεπώς πρόσωπα με άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.

(13)

Είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα πλήρες κανονιστικό πλαίσιο που να διέπει την εκτέλεση των συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ανεξάρτητα από τις μεθόδους διαπραγμάτευσης που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό, ώστε να εξασφαλισθεί η υψηλή ποιότητα στην εκτέλεση των συναλλαγών των επενδυτών και να διασφαλισθεί η ακεραιότητα και η αποτελεσματικότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στο σύνολό του. Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο συνεκτικό και ικανό να λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο, το οποίο θα ρυθμίζει τους κυριότερους τρόπους εκτέλεσης εντολών που χρησιμοποιούνται σήμερα στην ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί η εμφάνιση, παράλληλα με τις ρυθμιζόμενες αγορές, μιας νέας γενεάς οργανωμένων συστημάτων διαπραγμάτευσης, τα οποία θα πρέπει να υπαχθούν σε υποχρεώσεις που να διασφαλίζουν την αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών και να κατοχυρώνουν ότι τα οργανωμένα αυτά συστήματα διαπραγμάτευσης δεν επωφελούνται από κανονιστικά κενά.

(14)

Όλοι οι τόποι διαπραγμάτευσης, δηλαδή οι ρυθμιζόμενες αγορές, οι πολυμερείς μηχανισμοί διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ) και οι ΜΟΔ θα πρέπει να ορίζουν διαφανείς και μη συνεπαγόμενους διακρίσεις κανόνες που θα διέπουν την πρόσβαση στον μηχανισμό. Ωστόσο, μολονότι οι ρυθμιζόμενες αγορές και οι ΠΜΔ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται σε παρόμοιες απαιτήσεις σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία μπορούν να γίνουν δεκτά ως μέλη ή συμμετέχοντες, οι ΜΟΔ θα πρέπει να μπορούν να καθορίζουν και να περιορίζουν την πρόσβαση βάσει, μεταξύ άλλων, του ρόλου που διαδραματίζουν και των υποχρεώσεων που έχουν έναντι των πελατών τους. Εν προκειμένω, οι τόποι διαπραγμάτευσης θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν παραμέτρους που διέπουν το σύστημα όπως ελάχιστο χρόνο απόκρισης, υπό τον όρο ότι αυτό πραγματοποιείται με ανοικτό και διαφανή τρόπο και δεν συνεπάγεται διακρίσεις από τον διαχειριστή της πλατφόρμας.

(15)

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος (CCP) ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ως νομικό πρόσωπο που παρεμβάλλεται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων των υπό διαπραγμάτευση συμβάσεων σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές, αναλαμβάνοντας τον ρόλο αγοραστή έναντι κάθε πωλητή και τον ρόλο πωλητή έναντι κάθε αγοραστή. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν εμπίπτουν στον όρο «ΜΟΔ» σύμφωνα με τον ορισμό της παρούσας οδηγίας.

(16)

Τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές ή σε ΠΜΔ καλούνται μέλη ή συμμετέχοντες. Οι όροι αυτοί είναι εναλλάξιμοι. Οι εν λόγω όροι δεν περιλαμβάνουν χρήστες που έχουν πρόσβαση στους τόπους διαπραγμάτευσης μόνο μέσω άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης.

(17)

Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές θα πρέπει να ορίζονται ως επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες συναλλάσσονται κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά, συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό, για ίδιο λογαριασμό, όταν εκτελούνται εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ο στόχος και η αποτελεσματική εφαρμογή του ορισμού αυτού στις επιχειρήσεις επενδύσεων, κάθε διμερής διαπραγμάτευση που διεξάγεται με τους πελάτες θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και θα πρέπει να αναπτυχθούν κριτήρια για τον προσδιορισμό των επιχειρήσεων επενδύσεων που οφείλουν να καταχωριστούν ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές. Ενώ οι τόποι διαπραγμάτευσης είναι μηχανισμοί όπου υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ πλειόνων ενδιαφερόντων τρίτων για αγοραπωλησίες, ένας συστηματικός εσωτερικοποιητής δεν θα πρέπει να επιτρέπεται να αντιστοιχίζει ενδιαφέροντα τρίτων για αγοραπωλησίες με τον ίδιο από λειτουργική άποψη τρόπο με εκείνον του τόπου διαπραγμάτευσης.

(18)

Τα πρόσωπα που διαχειρίζονται τα ατομικά τους περιουσιακά στοιχεία και οι επιχειρήσεις που δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό σε χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν είναι παράγωγα επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εκτός εάν είναι ειδικοί διαπραγματευτές, μέλη ή συμμετέχοντες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ ή έχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, ή διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών.

(19)

Στην ανακοίνωση των υπουργών οικονομικών του G20 και των διοικητών των κεντρικών τραπεζών της 15ης Απριλίου 2011 αναφέρεται ότι οι συμμετέχοντες στις αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη ρύθμιση και εποπτεία και για τον λόγο αυτό πρόκειται να τροποποιηθούν ορισμένες εξαιρέσεις από την οδηγία 2004/39/ΕΚ.

(20)

Τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, συμπεριλαμβανομένων ειδικών διαπραγματευτών, σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, εκτός των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε πελάτες ή προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών δεν θα πρέπει να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή είναι δραστηριότητα παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητάς τους σε επίπεδο ομίλου και ότι η εν λόγω κύρια δραστηριότητα δεν είναι ούτε η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών με την έννοια της παρούσας οδηγίας, ούτε οι τραπεζικές δραστηριότητες με την έννοια της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), ούτε ειδική διαπραγμάτευση σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων, και τα εν λόγω πρόσωπα δεν εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να διασαφηνίζουν πότε μια δραστηριότητα είναι παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητας.

Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι μη χρηματοπιστωτικές εταιρείες που πραγματοποιούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με το ύψος των επενδύσεων στην κύρια δραστηριότητα, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Εν προκειμένω, τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν τουλάχιστον υπόψη την ανάγκη να αποτελούν οι παρεπόμενες δραστηριότητες το μικρότερο μέρος των δραστηριοτήτων σε επίπεδο ομίλου, καθώς και το μέγεθος των συναλλαγών τους σε σύγκριση με τις συνολικές συναλλαγές σε αυτή την κατηγορία στοιχείων του ενεργητικού. Όταν η υποχρέωση παροχής ρευστότητας σε τόπο απαιτείται από τις ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με ενωσιακές ή εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή από τόπους διαπραγμάτευσης, οι συναλλαγές που διενεργούνται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην αξιολόγηση του κατά πόσον η δραστηριότητα είναι παρεπόμενη.

(21)

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, που ρυθμίζουν τόσο εξωχρηματιστηριακά παράγωγα όσο και παράγωγα μέσα διαπραγματεύσιμα σε χρηματιστήριο με την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, οι δραστηριότητες οι οποίες, με αντικειμενικό υπολογισμό, θεωρούνται ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης επιχείρησης καθώς και οι συναλλαγές εντός ομίλου θα πρέπει να εξετάζονται κατά τρόπο που συνάδει με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(22)

Τα πρόσωπα που διαπραγματεύονται παράγωγα επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής και παράγωγα αυτών μπορούν επίσης να διαπραγματεύονται και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους για τη διαχείριση του εμπορικού και χρηματοδοτικού κινδύνου τους, για να προστατεύονται έναντι κινδύνων όπως ο κίνδυνος συναλλαγματικής ισοτιμίας. Έχει συνεπώς σημασία να διευκρινισθεί ότι οι εξαιρέσεις εφαρμόζονται σωρευτικά. Η εξαίρεση του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) μπορεί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την εξαίρεση του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ).

(23)

Ωστόσο, προκειμένου να αποφευχθεί ενδεχόμενη κατάχρηση των εξαιρέσεων, οι ειδικοί διαπραγματευτές σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα, εκτός των ειδικών διαπραγματευτών σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητά τους ειδικής διαπραγμάτευσης είναι παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητάς τους σε επίπεδο ομίλου και υπό τον όρο ότι δεν εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και να μην επωφελούνται από τυχόν εξαιρέσεις. Τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών ή εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας θα πρέπει επίσης να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και να μην επωφελούνται από τυχόν εξαιρέσεις.

(24)

Η διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό κατά την εκτέλεση εντολών πελατών θα πρέπει να περιλαμβάνει επιχειρήσεις που εκτελούν εντολές διαφορετικών πελατών βάσει αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό (back-to-back trading), η οποία θα πρέπει να θεωρείται ότι αποτελεί ενέργεια ως εντολέας και θα πρέπει να υπόκειται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, οι οποίες καλύπτουν την εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών και τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό.

(25)

Η εκτέλεση των εντολών σε χρηματοπιστωτικά μέσα ως παρεπόμενη δραστηριότητα μεταξύ δύο προσώπων των οποίων η κύρια δραστηριότητα, σε επίπεδο ομίλου, δεν είναι ούτε η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, ούτε οι τραπεζικές δραστηριότητες κατά την έννοια της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, δεν θα πρέπει να θεωρείται διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούνται εντολές πελατών.

(26)

Όπου γίνεται λόγος στο κείμενο για πρόσωπα, θα πρέπει να νοούνται τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα.

(27)

Ασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι δραστηριότητες των οποίων υπόκεινται σε κατάλληλο έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές προληπτικής εποπτείας και οι οποίες διέπονται από την οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας όταν εκτελούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία.

(28)

Τα πρόσωπα που δεν παρέχουν υπηρεσίες σε τρίτους, αλλά έχουν ως δραστηριότητα την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, τις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές των μητρικών τους επιχειρήσεων, δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(29)

Ορισμένες τοπικές ενεργειακές επιχειρήσεις και ορισμένοι φορείς βιομηχανικών εγκαταστάσεων που καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ δεσμοποιούν και αναθέτουν σε τρίτους τις εμπορικές τους δραστηριότητες για την αντιστάθμιση εμπορικών κινδύνων σε μη ενοποιημένες θυγατρικές. Οι κοινές αυτές επιχειρήσεις δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες και έχουν ακριβώς την ίδια λειτουργία με τα πρόσωπα που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 28. Προκειμένου να καθιερωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι κοινές επιχειρήσεις θα πρέπει να είναι δυνατό να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας εάν ανήκουν από κοινού σε τοπικές ενεργειακές επιχειρήσεις ή φορείς εκμετάλλευσης που εμπίπτουν στο άρθρο 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, οι οποίες παρέχουν μόνον επενδυτικές υπηρεσίες σε τοπικές ενεργειακές επιχειρήσεις ή τους φορείς εκμετάλλευσης που εμπίπτουν στο άρθρο 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ και υπό τον όρο ότι οι εν λόγω τοπικές ενεργειακές επιχειρήσεις ή οι εν λόγω φορείς εκμετάλλευσης θα εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) εάν παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες οι ίδιες. Ωστόσο, για να εξασφαλιστεί ότι υφίστανται κατάλληλες εγγυήσεις και ότι οι επενδυτές τυγχάνουν της δέουσας προστασίας, τα κράτη μέλη που επιλέγουν την εξαίρεση αυτών των κοινών επιχειρήσεων, θα πρέπει να εφαρμόζουν στις εν λόγω επιχειρήσεις απαιτήσεις τουλάχιστον ανάλογες με αυτές που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, ιδίως στη διαδικασία της χορήγησης άδειας λειτουργίας, κατά την αξιολόγηση της φήμης και της εμπειρίας τους και της καταλληλότητας των τυχόν μετόχων, κατά την αναθεώρηση των προϋποθέσεων αρχικής χορήγησης άδειας λειτουργίας και τη συνεχή εποπτεία καθώς και στις υποχρεώσεις όσον αφορά τους κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς.

(30)

Τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες μόνο περιστασιακά κατά την άσκηση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας θα πρέπει επίσης να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή υπόκειται σε κανονιστικές ρυθμίσεις και ότι οι σχετικοί κανόνες δεν απαγορεύουν την παροχή, σε περιστασιακή βάση, επενδυτικών υπηρεσιών.

(31)

Τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση καθεστώτων συμμετοχής των εργαζομένων και τα οποία συνεπώς δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(32)

Θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι κεντρικές τράπεζες και οι λοιποί φορείς που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες, καθώς και οι δημόσιοι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με ή που παρεμβαίνουν στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, έννοια που καλύπτει και τις επενδύσεις που γίνονται στο πλαίσιο της διαχείρισης αυτής, εκτός από τους ημικρατικούς ή κρατικούς φορείς με ρόλο εμπορικό ή συνδεόμενο με την απόκτηση συμμετοχών.

(33)

Προκειμένου να διασαφηνιστεί το καθεστώς των εξαιρέσεων για το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), άλλα εθνικά όργανα που εκτελούν παρόμοιες λειτουργίες και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, συνιστάται ο περιορισμός των εξαιρέσεων αυτών στα όργανα και τους φορείς που εκτελούν τις λειτουργίες τους σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και στα διεθνή όργανα των οποίων δύο ή περισσότερα κράτη μέλη είναι μέλη και τα οποία έχουν ως σκοπό να κινητοποιούν χρηματοδοτήσεις και να προσφέρουν χρηματοοικονομική υποστήριξη προς όφελος των μελών τους που πλήττονται ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας.

(34)

Είναι αναγκαίο να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, ανεξαρτήτως του αν συντονίζονται σε επίπεδο Ένωσης, καθώς και οι θεματοφύλακες και οι διαχειριστές αυτών των επιχειρήσεων, εφόσον υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες άμεσα προσαρμοσμένους στις δραστηριότητές τους.

(35)

Είναι αναγκαίο να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 4 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) και στο άρθρο 2 σημείο 4 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16) όταν εκτελούν τα καθήκοντά τους δυνάμει των εν λόγω οδηγιών, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) ή των κωδικών των δικτύων και των κατευθυντηρίων γραμμών που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών πράξεων. Σύμφωνα με τις εν λόγω νομοθετικές πράξεις, οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ευθύνες, υπόκεινται σε ειδική πιστοποίηση και εποπτεύονται από ειδικές τομεακές αρμόδιες αρχές. Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς θα πρέπει επίσης να επωφελούνται από μια τέτοια εξαίρεση όταν χρησιμοποιούν άλλα πρόσωπα τα οποία ενεργούν ως πάροχοι υπηρεσιών για λογαριασμό τους για να εκτελούν το έργο τους σύμφωνα με αυτές τις νομοθετικές πράξεις ή κώδικες δικτύου ή κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή των εν λόγω κανονισμών. Οι διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς δεν θα πρέπει να είναι σε θέση να επωφελούνται από μια τέτοια εξαίρεση κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή κατά την άσκηση δραστηριοτήτων σε χρηματοπιστωτικά μέσα, μεταξύ άλλων, όταν διαχειρίζονται πλατφόρμα για διαπραγμάτευση επί χρηματοπιστωτικών δικαιωμάτων μεταφοράς σε δευτερογενή αγορά.

(36)

Για να επωφεληθεί των εξαιρέσεων της παρούσας οδηγίας, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο θα πρέπει να πληροί διαρκώς τις εκάστοτε προϋποθέσεις. Ιδίως, αν ένα πρόσωπο που παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες εξαιρείται από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας διότι οι εν λόγω υπηρεσίες ή δραστηριότητες είναι παρεπόμενες σε σχέση με την κύρια επιχειρηματική του δραστηριότητα, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου, το εν λόγω πρόσωπο θα πρέπει να παύσει να εμπίπτει στη σχετική με τις παρεπόμενες υπηρεσίες εξαίρεση αν η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών ή η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων παύσει να είναι παρεπόμενη σε σχέση με την κύρια επιχειρηματική του δραστηριότητα.

(37)

Τα πρόσωπα που παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και/ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία θα πρέπει να έχουν λάβει άδεια από το κράτος μέλος καταγωγής τους προκειμένου να προστατεύονται οι επενδυτές και να διασφαλίζεται η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

(38)

Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν θα πρέπει να χρήζουν άλλης άδειας στα πλαίσια της παρούσας οδηγίας για να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή για να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Οι αρμόδιες αρχές, πριν χορηγήσουν άδεια λειτουργίας δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε πιστωτικό ίδρυμα που αποφασίζει να παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκήσει επενδυτικές δραστηριότητες, θα πρέπει να επιβεβαιώνουν ότι το εν λόγω ίδρυμα συμμορφώνεται προς τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(39)

Οι δομημένες καταθέσεις έχουν προκύψει ως μορφή επενδυτικού προϊόντος αλλά δεν καλύπτονται από κάποια νομοθετική πράξη για την προστασία των επενδυτών σε επίπεδο Ένωσης, ενώ άλλες δομημένες επενδύσεις καλύπτονται από παρόμοιες νομοθετικές πράξεις. Κατά συνέπεια, ενδείκνυται η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και η περισσότερο εναρμονισμένη κανονιστική αντιμετώπιση ως προς τη διανομή διαφορετικών δεσμών επενδυτικών προϊόντων για ιδιώτες επενδυτές προκειμένου να διασφαλίζεται ένα επαρκές επίπεδο προστασίας των επενδυτών σε όλη την Ένωση. Για τον λόγο αυτό, συνιστάται η συμπερίληψη των δομημένων καταθέσεων στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Στο πνεύμα αυτό, είναι αναγκαίο να διασαφηνιστεί ότι εφόσον οι δομημένες καταθέσεις αποτελούν μια μορφή επενδυτικού προϊόντος, δεν περιλαμβάνουν καταθέσεις που σχετίζονται αποκλειστικά με επιτόκια, όπως το Euribor ή το Libor, ανεξαρτήτως του αν τα επιτόκια αυτά είναι προκαθορισμένα, σταθερά, μεταβλητά, ή όχι. Κατά συνέπεια, οι καταθέσεις αυτές θα πρέπει να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(40)

Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων και πιστωτικά ιδρύματα όταν πωλούν ή συμβουλεύουν πελάτες σχετικά με δομημένες καταθέσεις, εφόσον ενεργούν ως διαμεσολαβητές για τα προϊόντα αυτά, τα οποία εκδίδουν πιστωτικά ιδρύματα που μπορούν να δεχτούν καταθέσεις σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(41)

Τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) είναι συστημικώς σημαντικοί θεσμοί για τις χρηματαγορές, που διασφαλίζουν την αρχική καταγραφή χρεογράφων, τη διατήρηση των λογαριασμών που περιέχουν τα χρεόγραφα που εκδόθηκαν και τον διακανονισμό ουσιαστικά όλων των συναλλαγών τίτλων. Τα ΚΑΤ πρόκειται να ρυθμίζονται ειδικά από το δίκαιο της Ένωσης και να υπόκεινται, ιδίως, σε άδεια λειτουργίας και ορισμένους όρους λειτουργίας τους. Ωστόσο, τα ΚΑΤ ενδέχεται, πέραν των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται σε άλλο μέρος του ενωσιακού δικαίου, να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες που διέπονται από την παρούσα οδηγία.

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλες οι οντότητες που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες υπόκεινται στο ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο, είναι σκόπιμο να διασφαλίζεται ότι τα ΚΑΤ αυτά δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που αφορούν την άδεια λειτουργίας και ορισμένους όρους λειτουργίας, αλλά ότι το ενωσιακό δίκαιο που ρυθμίζει τα ΚΑΤ καθ’ εαυτά θα πρέπει να διασφαλίζει ότι υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας όταν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες πέραν των υπηρεσιών που εξειδικεύονται στο εν λόγω ενωσιακό δίκαιο.

(42)

Προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών στην Ένωση, ενδείκνυται ο περιορισμός των όρων υπό τους οποίους τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρέσουν την εφαρμογή της οδηγίας αυτής σε πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες οι οποίοι, ως αποτέλεσμα, δεν προστατεύονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ιδίως, ενδείκνυται να υποχρεώνονται τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν απαιτήσεις τουλάχιστον ανάλογες με αυτές που ορίζονται στην παρούσα οδηγία στα εν λόγω πρόσωπα, ιδίως κατά τη διαδικασία της χορήγησης άδειας λειτουργίας, κατά την αξιολόγηση της φήμης και της εμπειρίας τους και της καταλληλότητας των τυχόν μετόχων, κατά την αναθεώρηση των προϋποθέσεων αρχικής χορήγησης άδειας λειτουργίας και τη συνεχή εποπτεία καθώς και στις υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Επιπλέον, τα πρόσωπα που αποκλείονται από την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να καλύπτονται από σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών αναγνωρισμένο σύμφωνα με την οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) ή από ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που εξασφαλίζει ισοδύναμη προστασία των πελατών τους, στις περιπτώσεις που καλύπτει η εν λόγω οδηγία.

(43)

Όταν επιχείρηση επενδύσεων παρέχει σε μη τακτική βάση μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί σε μη τακτική βάση μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της, δεν χρειάζεται επιπλέον άδεια βάσει της παρούσας οδηγίας.

(44)

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η δραστηριότητα της λήψης και της διαβίβασης εντολών θα πρέπει να περιλαμβάνει και την προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων επενδυτών, η οποία καταλήγει σε συναλλαγή μεταξύ των εν λόγω επενδυτών.

(45)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα που διανέμουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία εκδίδουν τα ίδια θα πρέπει να υπόκεινται στην παρούσα οδηγία όταν παρέχουν επενδυτικές συμβουλές στους πελάτες τους. Προκειμένου να περιοριστεί η αβεβαιότητα και να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών, συνιστάται η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας όταν, στην πρωτογενή αγορά, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα πιστωτικά ιδρύματα διανέμουν χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από αυτά χωρίς την παροχή συμβουλών. Για τον σκοπό αυτόν, ο ορισμός της επενδυτικής υπηρεσίας εκτέλεσης εντολών για λογαριασμό πελατών θα πρέπει να διευρυνθεί.

(46)

Οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και της εποπτείας από το κράτος μέλος καταγωγής απαιτούν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να μην χορηγούν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας εάν παράγοντες όπως το περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων, η γεωγραφική κατανομή ή το είδος των πραγματικά ασκούμενων δραστηριοτήτων καταδεικνύουν σαφώς ότι επιχείρηση επενδύσεων έχει επιλέξει το νομικό σύστημα κράτους μέλους με μόνο σκοπό να αποφύγει τη συμμόρφωση προς αυστηρότερες αρχές ισχύουσες σε άλλο κράτος μέλος στην επικράτεια του οποίου προτίθεται να ασκήσει ή ασκεί το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της. Επιχείρηση επενδύσεων διαθέτουσα νομική προσωπικότητα θα πρέπει να λαμβάνει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου διατηρεί την καταστατική της έδρα. Επιχείρηση επενδύσεων άνευ νομικής προσωπικότητας θα πρέπει να λαμβάνει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία. Επιπρόσθετα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απαιτούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων να έχουν πάντα τα κεντρικά τους γραφεία στο κράτος μέλος καταγωγής και να ασκούν πράγματι δραστηριότητες στο κράτος αυτό.

(47)

Η οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20) προβλέπει λεπτομερή κριτήρια για την προληπτική αξιολόγηση των σκοπούμενων αποκτήσεων συμμετοχής σε μια επιχείρηση επενδύσεων και τη διαδικασία για την εφαρμογή τους. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου, σαφήνεια και προβλεψιμότητα όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης, καθώς και όσον αφορά το αποτέλεσμά της, ενδείκνυται η επιβεβαίωση των κριτηρίων και της διαδικασίας της προληπτικής αξιολόγησης που καθορίζεται στην εν λόγω οδηγία.

Ιδίως, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να κρίνουν την καταλληλότητα του υποψήφιου αποκτώντος και την οικονομική ευρωστία της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής βάσει όλων των ακόλουθων κριτηρίων: τη φήμη του υποψήφιου αποκτώντος, τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων ως αποτέλεσμα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής, την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αποκτώντος, εάν η επιχείρηση επενδύσεων θα μπορεί να εκπληρώσει τις προληπτικές απαιτήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας και άλλων οδηγιών, ιδίως των οδηγιών 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21) και 2013/36/ΕΕ, το κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, επιχειρείται να διαπραχθεί, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22), ή ότι η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

(48)

Επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής της θα πρέπει να δικαιούται να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί δραστηριότητες σε όλη την Ένωση χωρίς να χρειάζεται άλλη άδεια από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου επιθυμεί να παρέχει/ασκεί τις εν λόγω υπηρεσίες ή δραστηριότητες.

(49)

Δεδομένου ότι ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων απαλλάσσονται από ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία 2013/36/ΕΕ, θα πρέπει να υποχρεούνται να διατηρούν ελάχιστο κεφάλαιο ή να συνάπτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης ή να συνδυάζουν τα δύο. Κατά την προσαρμογή των ποσών της εν λόγω ασφάλισης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι προσαρμογές που γίνονται στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23). Η ειδική αυτή μεταχείριση για λόγους κεφαλαιακής επάρκειας δεν θα πρέπει να προδικάζει ενδεχόμενες αποφάσεις ως προς την κατάλληλη αξιολόγηση των εν λόγω επιχειρήσεων κατά τις μελλοντικές τροποποιήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων.

(50)

Δεδομένου ότι το πεδίο των ρυθμίσεων προληπτικής εποπτείας θα πρέπει να περιορίζεται στις οντότητες που διατηρούν χαρτοφυλάκιο συναλλαγών σε επαγγελματική βάση και αποτελούν για τον λόγο αυτό πηγή κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά, οι οντότητες που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε χρηματοπιστωτικά μέσα εκτός από παράγωγα επί εμπορευμάτων, δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών θα πρέπει να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι ειδικοί διαπραγματευτές, δεν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, δεν είναι μέλη ή συμμετέχοντες σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, δεν έχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης και δεν εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας.

(51)

Προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα κυριότητας και άλλα παρεμφερή δικαιώματα των επενδυτών επί των τίτλων, καθώς και τα δικαιώματά τους επί των κεφαλαίων που εμπιστεύονται σε επιχείρηση, τα εν λόγω δικαιώματα θα πρέπει ιδίως να διακρίνονται από τα δικαιώματα της επιχείρησης. Ωστόσο, η αρχή αυτή δεν θα πρέπει να εμποδίζει την επιχείρηση να ασκεί δραστηριότητες στο όνομά της αλλά για λογαριασμό του επενδυτή, εφόσον η ίδια η φύση της συναλλαγής το απαιτεί και ο επενδυτής συναινεί, για παράδειγμα κατά τις πράξεις δανεισμού τίτλων.

(52)

Οι απαιτήσεις σχετικά με την προστασία των περιουσιακών στοιχείων των πελατών είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την προστασία των πελατών κατά την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων. Οι εν λόγω απαιτήσεις μπορούν να εξαιρεθούν όταν η πλήρης κυριότητα χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων μεταβιβάζεται σε επιχείρηση επενδύσεων για την κάλυψη παρουσών ή μελλοντικών, υφιστάμενων, εξαρτώμενων από αβέβαια περιστατικά ή αναμενόμενων υποχρεώσεων. Αυτή η ευρεία δυνατότητα μπορεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα και να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων σχετικά με τη διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων των πελατών. Επομένως, τουλάχιστον όταν εμπλέκονται περιουσιακά στοιχεία πελάτη, ενδείκνυται ο περιορισμός της δυνατότητας των επιχειρήσεων επενδύσεων να συνάπτουν συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου όπως ορίζεται στην οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24), με σκοπό τη διασφάλιση ή την κάλυψη των υποχρεώσεών τους.

(53)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί ο ρόλος των διοικητικών οργάνων των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ρυθμιζόμενων αγορών και των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση των εν λόγω επιχειρήσεων, η ενίσχυση της ακεραιότητας της αγοράς και το συμφέρον των επενδυτών. Το διοικητικό όργανο μιας επιχείρησης επενδύσεων, των ρυθμιζόμενων αγορών και των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων θα πρέπει πάντοτε να αφιερώνει επαρκή χρόνο και να διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία ώστε να είναι σε θέση να κατανοεί τις δραστηριότητες της επιχείρησης, καθώς και τους βασικούς κινδύνους. Για την αποφυγή της«ομαδικής σκέψης» και τη διευκόλυνση της έκφρασης προσωπικών απόψεων και την προαγωγή του κριτικού ελέγχου, τα εν λόγω διοικητικά όργανα θα πρέπει επομένως να εμφανίζουν επαρκή ποικιλομορφία σε ό,τι αφορά την ηλικία, το φύλο, τη γεωγραφική καταγωγή, και το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο των μελών τους, ώστε να παρουσιάζουν ποικιλία απόψεων και εμπειριών. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά όργανα θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί θετικός τρόπος ενίσχυσης της ποικιλομορφίας, προσφέροντας μια σημαντική προοπτική και πραγματική γνώση της εσωτερικής λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η ποικιλομορφία θα πρέπει να αποτελεί ένα από τα κριτήρια σύνθεσης των διοικητικών οργάνων. Η ποικιλομορφία θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται γενικότερα υπόψη στην πολιτική προσλήψεων των επιχειρήσεων. Η πολιτική αυτή θα πρέπει, για παράδειγμα, να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να επιλέγουν υποψηφίους από πίνακες επιτυχόντων που περιλαμβάνουν εκπροσώπους και των δύο φύλων. Προκειμένου να υπάρξει μια συνεκτική προσέγγιση ως προς την εταιρική διακυβέρνηση, οι απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις επενδύσεων κρίνεται σκόπιμο να ευθυγραμμιστούν στο μέγιστο δυνατό βαθμό με αυτές που περιλαμβάνονται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

(54)

Προκειμένου να επιτυγχάνεται αποτελεσματική εποπτεία και έλεγχος όσον αφορά τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων, των ρυθμιζόμενων αγορών και των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, το διοικητικό όργανο θα πρέπει να είναι υπεύθυνο και να λογοδοτεί για τη συνολική στρατηγική της επιχείρησης, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων και του προφίλ κινδύνου της επιχείρησης. Το διοικητικό όργανο θα πρέπει να αναλαμβάνει σαφείς ευθύνες για ολόκληρο τον κύκλο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της επιχείρησης, στους τομείς της καταγραφής και του καθορισμού των στρατηγικών στόχων, της στρατηγικής κινδύνου και της εσωτερικής δομής διακυβέρνησης της επιχείρησης, της έγκρισης της εσωτερικής της οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων για την επιλογή και την εκπαίδευση του προσωπικού, την αποτελεσματική επίβλεψη ανωτέρων στελεχών, τον ορισμό του συνόλου των πολιτικών που διέπουν την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής του προσωπικού πωλήσεων και της έγκρισης νέων προϊόντων προς διανομή στους πελάτες. Η περιοδική παρακολούθηση και αξιολόγηση των στρατηγικών στόχων των επιχειρήσεων επενδύσεων, της εσωτερικής τους οργάνωσης και των πολιτικών για την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων θα πρέπει να διασφαλίζει διαρκώς την ικανότητα τους για ορθή και συνετή διαχείριση, προς όφελος της ακεραιότητας των αγορών και της προστασίας των επενδυτών. Η κατοχή ενός πολύ μεγάλου αριθμού θέσεων σε διοικητικά συμβούλια θα εμπόδιζε ένα μέλος του διοικητικού οργάνου να διαθέσει επαρκή χρόνο στην εκπλήρωση του εν λόγω εποπτικού ρόλου.

Συνεπώς, είναι απαραίτητο να περιοριστεί ο αριθμός των θέσεων μέλους διοικητικού συμβουλίου που ένα μέλος του διοικητικού οργάνου επιχείρησης μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα σε διαφορετικές οντότητες. Ωστόσο, οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανώσεις που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους, όπως οι οργανώσεις χωρίς κέρδος ή οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτού του ορίου.

(55)

Στα κράτη μέλη χρησιμοποιούνται διάφορες δομές διακυβέρνησης. Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιείται μονιστική ή δυαδική δομή συμβουλίου. Οι ορισμοί της παρούσας οδηγίας αποσκοπούν να καλύψουν όλες τις υφιστάμενες δομές χωρίς να κλίνουν προς κάποια συγκεκριμένη δομή. Είναι καθαρά λειτουργικοί και έχουν ως στόχο τη διατύπωση κανόνων που αποσκοπούν σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως του εθνικού εταιρικού δικαίου που εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις εκάστου κράτους μέλους. Ως εκ τούτου οι ορισμοί δεν θα πρέπει να θίγουν τη γενική κατανομή αρμοδιοτήτων σύμφωνα με το εθνικό εταιρικό δίκαιο.

(56)

Το διευρυνόμενο φάσμα δραστηριοτήτων που πολλές επιχειρήσεις επενδύσεων ασκούν ταυτόχρονα αυξάνει την πιθανότητα συγκρούσεων μεταξύ των συμφερόντων που σχετίζονται με τις διάφορες αυτές δραστηριότητες και των συμφερόντων των πελατών τους. Είναι επομένως αναγκαίο να θεσπιστούν κανόνες για να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω συγκρούσεις δεν επηρεάζουν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών τους. Οι επιχειρήσεις έχουν καθήκον να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα για τον εντοπισμό, την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων και να περιορίζουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις πιθανές συνέπειες αυτών των κινδύνων. Εάν παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος εις βάρος των συμφερόντων του πελάτη, θα πρέπει να κοινοποιηθούν στον πελάτη η εν γένει φύση και/ή οι πηγές σύγκρουσης των συμφερόντων και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τον περιορισμό των εν λόγω κινδύνων, πριν αναληφθούν επιχειρηματικές δραστηριότητες για λογαριασμό του.

(57)

Η οδηγία 2006/73/ΕΚ της Επιτροπής (25) επιτρέπει στα κράτη μέλη να απαιτούν, στο πλαίσιο των οργανωτικών απαιτήσεων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, την καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αφορούν εντολές πελατών. Η καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αφορούν εντολές πελατών είναι συμβατή με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και δικαιολογείται προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών, να βελτιωθεί η εποπτεία της αγοράς και να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου προς το συμφέρον των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πελατών τους. Η σημασία των καταγραφών αυτών αναφέρεται επίσης στην τεχνική γνωμοδότηση προς την Επιτροπή, την οποία εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών στις 29 Ιουλίου 2010. Οι καταγραφές αυτές αναμένεται να διασφαλίζουν την ύπαρξη στοιχείων που θα αποδεικνύουν τους όρους των εντολών που έχουν δώσει οι πελάτες και τη συμφωνία τους με τις συναλλαγές που έχουν πραγματοποιήσει οι επιχειρήσεις επενδύσεων, καθώς και να εντοπίζουν συμπεριφορές που ενδέχεται να συνδέονται με κατάχρηση της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου οι επιχειρήσεις διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό.

Για τον σκοπό αυτόν, απαιτείται η καταγραφή όλων των συνομιλιών στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι επιχειρήσεων όταν διενεργούν ή σκοπεύουν να διενεργήσουν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. Όταν οι εντολές δίνονται από τους πελάτες με άλλα μέσα πλην του τηλεφώνου, οι επικοινωνίες αυτές θα πρέπει να πραγματοποιούνται σε σταθερό μέσο, όπως απλό ταχυδρομείο, φαξ, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τεκμηρίωση των εντολών πελατών που πραγματοποιούνται σε συναντήσεις. Για παράδειγμα, το περιεχόμενο διά ζώσης συνομιλιών με πελάτη θα μπορούσε να καταγράφεται με την τήρηση γραπτών πρακτικών ή σημειώσεων. Οι εντολές αυτές θα πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες με εντολές που λαμβάνονται τηλεφωνικά. Όταν καταγράφονται πρακτικά διά ζώσης συνομιλιών με πελάτες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι υφίστανται κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα προκύψει ζημία για τον πελάτη σε περίπτωση που στα πρακτικά δεν αποδίδεται επακριβώς η επικοινωνία μεταξύ των μερών. Οι διασφαλίσεις αυτές δεν θα πρέπει να συνεπάγονται ανάληψη ευθύνης από τον πελάτη.

Για να υπάρξει ασφάλεια δικαίου όσον αφορά το εύρος της υποχρέωσης, είναι σκόπιμο να ισχύει για όλον τον εξοπλισμό που παρέχει η επιχείρηση ή που επιτρέπεται να χρησιμοποιείται από την επιχείρηση επενδύσεων και να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν ότι δεν χρησιμοποιείται ιδιωτικός εξοπλισμός στις συναλλαγές. Οι καταγραφές αυτές θα πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για την εκπλήρωση των εποπτικών τους καθηκόντων και την υλοποίηση των ενεργειών επιβολής που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 και την οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26), ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εντοπίζουν συμπεριφορές που δεν συνάδουν προς το νομικό πλαίσιο που διέπει τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι καταγραφές αυτές θα πρέπει να βρίσκονται επίσης στη διάθεση των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πελατών ώστε να αποτυπώνονται τα στάδια της συνεργασίας τους όσον αφορά τις εντολές που διαβιβάζουν οι πελάτες και τις συναλλαγές που πραγματοποιούν οι επιχειρήσεις. Για τους λόγους αυτούς, ενδείκνυται να προβλεφθούν στην παρούσα οδηγία οι αρχές ενός γενικού καθεστώτος σχετικά με την καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αφορούν εντολές πελατών.

(58)

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής εποπτείας του Ιουνίου 2009 και προκειμένου να συμβάλει στην καθιέρωση ενός ενιαίου συνόλου κανόνων για τις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ένωσης, να προωθήσει περαιτέρω την ανάπτυξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τα κράτη μέλη και τους συμμετέχοντες στην αγορά, να ενισχύσει την προστασία των επενδυτών και να βελτιώσει την εποπτεία και την εφαρμογή, η Ένωση έχει δεσμευτεί να ελαχιστοποιήσει, όπου απαιτείται, τη διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στα κράτη μέλη βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Εκτός από την εισαγωγή στην παρούσα οδηγία ενός κοινού καθεστώτος για την καταγραφή των τηλεφωνικών συνομιλιών ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που αφορούν εντολές πελατών, ενδείκνυται ο περιορισμός της δυνατότητας των αρμόδιων αρχών να αναθέτουν εποπτικά καθήκοντα σε ορισμένες περιπτώσεις, ο περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας ως προς τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους και την υποβολή αναφορών από υποκαταστήματα.

(59)

Η χρήση της τεχνολογίας συναλλαγών έχει εξελιχθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία και χρησιμοποιείται πλέον ευρέως από τους συμμετέχοντες στην αγορά. Πολλοί συμμετέχοντες στην αγορά χρησιμοποιούν πλέον αλγοριθμικές συναλλαγές, όπου ένας αλγόριθμος υπολογιστή καθορίζει αυτόματα τις πτυχές μιας εντολής με ελάχιστη ή καθόλου ανθρώπινη επέμβαση. Οι κίνδυνοι που προκύπτουν από τις αλγοριθμικές συναλλαγές θα πρέπει να υπόκεινται σε ρυθμίσεις. Ωστόσο, η χρήση αλγορίθμων στην επεξεργασία των εκτελεσθεισών συναλλαγών μετά τη συναλλαγή δεν συνιστά αλγοριθμική συναλλαγή. Η επιχείρηση επενδύσεων που πραγματοποιεί αλγοριθμικές συναλλαγές στο πλαίσιο στρατηγικής ειδικής διαπραγμάτευσης θα πρέπει να διενεργεί αυτήν την ειδική διαπραγμάτευση συνεχώς κατά τη διάρκεια προσδιορισμένου μέρους των ωρών συναλλαγών του τόπου διαπραγμάτευσης. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα θα πρέπει να διευκρινίζουν τι αποτελεί προσδιορισμένο μέρος των ωρών συναλλαγών του τόπου διαπραγμάτευσης διασφαλίζοντας ότι το εν λόγω προσδιορισμένο μέρος είναι σημαντικό σε σχέση με το σύνολο των ωρών συναλλαγών, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα, την κλίμακα και τη φύση της συγκεκριμένης αγοράς και τα χαρακτηριστικά του υπό διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικού μέσου.

(60)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που πραγματοποιούν αλγοριθμικές συναλλαγές στο πλαίσιο στρατηγικής ειδικής διαπραγμάτευσης θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και ελέγχους για τη δραστηριότητα αυτή. Η δραστηριότητα αυτή θα πρέπει να νοείται εντός του συγκεκριμένου πλαισίου και σκοπού της. Ο ορισμός της δραστηριότητας αυτής είναι συνεπώς ανεξάρτητος από άλλους ορισμούς, όπως ο ορισμός των «δραστηριοτήτων ειδικής διαπραγμάτευσης» στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (27).

(61)

Ένα συγκεκριμένο υποσύνολο αλγοριθμικών συναλλαγών είναι οι αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας όπου ένα σύστημα διαπραγμάτευσης αναλύει δεδομένα ή σήματα από την αγορά με υψηλή ταχύτητα και, στη συνέχεια, αποστέλλει ή επικαιροποιεί μεγάλους αριθμούς εντολών εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος με βάση την εν λόγω ανάλυση. Ιδίως, οι αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας μπορεί να περιλαμβάνουν στοιχεία όπως η δημιουργία, η έναρξη, η δρομολόγηση και η εκτέλεση εντολών που καθορίζονται από το σύστημα, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για κάθε επιμέρους συναλλαγή ή εντολή, σύντομο χρονικό πλαίσιο για την ανάληψη και την εκκαθάριση θέσεων, υψηλή ημερήσια ανακύκληση χαρτοφυλακίου, υψηλή ενδοημερήσια αναλογία εντολών προς συναλλαγές και κλείσιμο της ημέρας διαπραγμάτευσης σε σταθερή ή σχεδόν σταθερή θέση. Οι αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από υψηλά ενδοημερήσια ποσοστά μηνυμάτων, τα οποία συνιστούν εντολές, προσφορές ή ακυρώσεις. Κατά τον καθορισμό του τι συνιστά υψηλά ενδοημερήσια ποσοστά μηνυμάτων, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ταυτότητα του πελάτη που βρίσκεται πίσω από τη δραστηριότητα, η διάρκεια της υπό παρακολούθηση περιόδου, η σύγκριση με τη συνολική δραστηριότητα της αγοράς κατά τη διάρκεια αυτής περιόδου, καθώς και η σχετική συγκέντρωση ή ο κατακερματισμός της δραστηριότητας. Οι αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας πραγματοποιούνται από τους διαπραγματευτές χρησιμοποιώντας δικά τους κεφάλαια και, χωρίς να αποτελούν στρατηγική αφ’ εαυτές, συνίστανται στη χρήση υψηλής τεχνολογίας για την εφαρμογή πιο παραδοσιακών στρατηγικών διαπραγμάτευσης, όπως η ειδική διαπραγμάτευση ή η διαμεσολάβηση (αρμπιτράζ).

(62)

Οι τεχνολογικές πρόοδοι έχουν καταστήσει εφικτές τις συναλλαγές υψηλής συχνότητας και την εξέλιξη των επιχειρηματικών μοντέλων. Οι συναλλαγές υψηλής συχνότητας διευκολύνονται από τον συντοπισμό των εγκαταστάσεων των συμμετεχόντων στην αγορά σε μικρή φυσική απόσταση από τη μηχανή αντιστοίχισης του τόπου διαπραγμάτευσης. Προκειμένου να διασφαλιστούν εύρυθμες και δίκαιες συνθήκες συναλλαγών, είναι καίριας σημασίας να υποχρεωθούν οι τόποι διαπραγμάτευσης να παρέχουν τις υπηρεσίες συντοπισμού κατά τρόπο αμερόληπτο, δίκαιο και διαφανή. Η χρήση της τεχνολογίας συναλλαγών έχει αυξήσει την ταχύτητα, την ικανότητα και την πολυπλοκότητα του τρόπου διαπραγμάτευσης των επενδυτών. Έχει επίσης επιτρέψει στους συμμετέχοντες στην αγορά να διευκολύνουν την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση από τους πελάτες τους στις αγορές μέσω της χρήσης των μηχανισμών διαπραγμάτευσης, άμεσης πρόσβασης στην αγορά ή πρόσβασης με χορηγό. Από την τεχνολογία συναλλαγών έχουν προκύψει οφέλη για την αγορά και τους συμμετέχοντες στην αγορά εν γένει, όπως ευρύτερη συμμετοχή στις αγορές, αυξημένη ρευστότητα, πιο περιορισμένα ανοίγματα τιμών, μειωμένη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα και τα μέσα για την επίτευξη καλύτερης εκτέλεσης εντολών για τους πελάτες. Εντούτοις, αυτή η τεχνολογία συναλλαγών ενέχει επίσης ορισμένους πιθανούς κινδύνους, όπως αυξημένος κίνδυνος υπερφόρτωσης των συστημάτων των τόπων διαπραγμάτευσης λόγω των μεγάλων όγκων των εντολών, κίνδυνος οι αλγοριθμικές συναλλαγές να οδηγήσουν σε διπλές ή εσφαλμένες εντολές ή άλλου είδους δυσλειτουργία ούτως ώστε να ενδέχεται να δημιουργηθεί μια μη εύρυθμη αγορά.

Επιπροσθέτως, ενυπάρχει ο κίνδυνος τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών να υπεραντιδράσουν σε άλλα συμβάντα της αγοράς γεγονός που μπορεί να επιδεινώσει τη μεταβλητότητα εάν στην αγορά προϋπάρχει κάποιο πρόβλημα. Τέλος, οι αλγοριθμικές συναλλαγές ή οι τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, όπως και κάθε άλλη μορφή συναλλαγών, μπορούν να καταστήσουν δυνατές κάποιες μορφές συμπεριφοράς οι οποίες απαγορεύονται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014. Οι συναλλαγές υψηλής συχνότητας ενδέχεται επίσης, λόγω του ενημερωτικού πλεονεκτήματος που παρέχεται στους διαπραγματευτές υψηλής συχνότητας, να παρακινήσουν τους επενδυτές να επιλέξουν να πραγματοποιήσουν συναλλαγές σε τόπους όπου μπορούν να αποφύγουν την αλληλεπίδραση με διαπραγματευτές υψηλής συχνότητας. Καλό θα είναι οι τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας που βασίζονται σε συγκεκριμένα καθορισμένα χαρακτηριστικά να υπόκεινται σε ιδιαίτερο κανονιστικό έλεγχο. Μολονότι πρόκειται κατά κύριο λόγο για τεχνικές που βασίζονται στη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, ο έλεγχος αυτός θα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης όταν η εκτέλεση της τεχνικής είναι διαρθρωμένη κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται η εκτέλεση για ίδιο λογαριασμό.

(63)

Οι επιπτώσεις από τους εν λόγω δυνητικούς κινδύνους από την αυξημένη χρήση της τεχνολογίας μετριάζονται καλύτερα με ένα συνδυασμό μέτρων και συγκεκριμένων ελέγχων κινδύνων που απευθύνονται σε επιχειρήσεις οι οποίες χρησιμοποιούν αλγοριθμικές συναλλαγές ή τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, με μέτρα που παρέχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση και με άλλα μέτρα που απευθύνονται στους διαχειριστές των τόπων διαπραγμάτευσης στους οποίους έχουν πρόσβαση τέτοιες επιχειρήσεις. Προκειμένου να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των αγορών δεδομένων των τεχνολογικών εξελίξεων, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν και να έχουν ως βάση τις τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) («ΕΑΚΑΑ»), που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (28), τον Φεβρουάριο του 2012 σχετικά με τα συστήματα και τους μηχανισμούς ελέγχου σε περιβάλλον αυτοματοποιημένων συναλλαγών για χώρους διαπραγμάτευσης, επιχειρήσεις επενδύσεων και αρμόδιες αρχές (ESMA/2012/122). Σκόπιμο είναι να διασφαλίζεται η χορήγηση άδειας λειτουργίας σε όλες τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας. Με την αδειοδότηση αυτή θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις υπόκεινται στις οργανωτικές απαιτήσεις της οδηγίας και ότι ελέγχονται καταλλήλως. Εντούτοις, οι οντότητες που λαμβάνουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει του ενωσιακού δικαίου που ρυθμίζει τον χρηματοπιστωτικό τομέα και εξαιρούνται από την παρούσα οδηγία, οι οποίες όμως χρησιμοποιούν αλγοριθμικές συναλλαγές ή τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να λαμβάνουν άδεια δυνάμει της παρούσας οδηγίας και θα πρέπει να υπόκεινται μόνο στα μέτρα και στους ελέγχους που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του συγκεκριμένου κινδύνου που προκύπτει από αυτά τα είδη συναλλαγών. Από αυτήν την άποψη, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό συντονιστικό ρόλο ορίζοντας τα ενδεδειγμένα ελάχιστα μεγέθη μεταβολής τιμών προκειμένου να διασφαλίζονται εύρυθμες αγορές σε επίπεδο Ένωσης.

(64)

Τόσο οι επιχειρήσεις επενδύσεων, όσο και οι τόποι διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι έχουν θεσπιστεί ισχυρά μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι αλγοριθμικές συναλλαγές ή οι τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας δεν δημιουργούν μη εύρυθμες αγορές και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν καταχρηστικά. Οι τόποι διαπραγμάτευσης θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι τα συστήματα συναλλαγών είναι ευέλικτα και έχουν δοκιμαστεί σωστά για την αντιμετώπιση των αυξημένων ροών εντολών ή των πιέσεων της αγοράς και ότι χρησιμοποιούνται διακόπτες στους τόπους διαπραγμάτευσης για την προσωρινή διακοπή ή τον περιορισμό των συναλλαγών σε περίπτωση αιφνίδιων μη αναμενόμενων μεταβολών των τιμών.

(65)

Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα συστήματα προμηθειών των τόπων διαπραγμάτευσης είναι διαφανή, αμερόληπτα και δίκαια και δεν διαμορφώνονται κατά τρόπο που να προάγουν μη εύρυθμες συνθήκες αγοράς. Είναι επομένως σκόπιμο να επιτρέπεται στους τόπους διαπραγμάτευσης να προσαρμόζουν τα τέλη για ακυρωμένες εντολές ανάλογα με το χρονικό διάστημα διατήρησης της εντολής και να βαθμονομούν τα τέλη ανά χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο αφορούν. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να επιτρέπουν σε τόπους διαπραγμάτευσης να χρεώνουν υψηλότερα τέλη για την εισαγωγή εντολών που στη συνέχεια ακυρώνονται, καθώς επίσης σε συμμετέχοντες που εμφανίζουν υψηλή αναλογία ακυρωμένων εντολών και προς εκείνους που εφαρμόζουν τεχνική αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, ώστε να αντικατοπτρίζεται η πρόσθετη επιβάρυνση της χωρητικότητας του συστήματος, χωρίς να επωφελούνται κατ’ ανάγκην άλλοι συμμετέχοντες στην αγορά.

(66)

Εκτός των μέτρων που σχετίζονται με τις αλγοριθμικές συναλλαγές και τις τεχνικές αλγοριθμικών συναλλαγών υψηλής συχνότητας, ενδείκνυται να απαγορευθεί η παροχή άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης στις αγορές από τις επιχειρήσεις επενδύσεων στους πελάτες τους όταν η πρόσβαση αυτή δεν υπόκειται σε κατάλληλα συστήματα και ελέγχους. Ανεξάρτητα από τη μορφή της παρεχόμενης άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης, οι επιχειρήσεις που παρέχουν μια τέτοια πρόσβαση θα πρέπει να αξιολογούν και να επανεξετάζουν την καταλληλότητα των πελατών που χρησιμοποιούν την υπηρεσία αυτή και να διασφαλίζουν ότι επιβάλλονται έλεγχοι κινδύνων όσον αφορά τη χρήση της υπηρεσίας και οι επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις συναλλαγές που διενεργούν οι πελάτες τους μέσω της χρήσης των συστημάτων τους ή με τη χρήση των κωδικών διαπραγμάτευσής τους. Ενδείκνυται η αναλυτική περιγραφή σε ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα λεπτομερών οργανωτικών απαιτήσεων σχετικά με αυτές τις νέες μορφές συναλλαγών. Με τον τρόπο αυτόν θα πρέπει να διασφαλίζεται η δυνατότητα τροποποίησης των απαιτήσεων, όπου απαιτείται, για την αντιμετώπιση των καινοτομιών και των εξελίξεων στον τομέα αυτό.

(67)

Προκειμένου να διασφαλιστεί αποτελεσματική εποπτεία και να δοθεί η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να λάβουν ενδεδειγμένα μέτρα κατά ελαττωματικών ή δόλιων αλγοριθμικών στρατηγικών σε εύθετο χρόνο, είναι ανάγκη να σημαίνονται όλες οι εντολές που δημιουργούνται με αλγοριθμικές συναλλαγές. Με τη σήμανση, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αποκτήσουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν και να διακρίνουν τις εντολές που προέρχονται από διαφορετικούς αλγορίθμους και να προβαίνουν σε αποτελεσματική αναδιαμόρφωση και αξιολόγηση των στρατηγικών που χρησιμοποιούν οι αλγοριθμικοί διαπραγματευτές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα πρέπει να περιορισθεί ο κίνδυνος μη ορθής απόδοσης εντολών είτε σε αλγοριθμική στρατηγική είτε σε διαπραγματευτή. Η σήμανση παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να αντιδρούν ουσιαστικά και αποτελεσματικά κατά των στρατηγικών αλγοριθμικών συναλλαγών που παρουσιάζουν καταχρηστικότητα ή δημιουργούν κινδύνους για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

(68)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της ακεραιότητας της αγοράς λαμβανομένων υπόψη των τεχνολογικών εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ζητεί τακτικά τη γνώμη εθνικών εμπειρογνωμόνων σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών υψηλής συχνότητας και νέων πρακτικών, που θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς, ώστε να εντοπίζονται και να προάγονται αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης τέτοιων περιπτώσεων κατάχρησης.

(69)

Επί του παρόντος λειτουργούν πολλοί τόποι διαπραγμάτευσης στην Ένωση, σε ορισμένους εκ των οποίων διαπραγματεύονται ταυτόσημα χρηματοπιστωτικά μέσα. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πιθανοί κίνδυνοι για τα συμφέροντα των επενδυτών, είναι αναγκαία η επισημοποίηση και ο περαιτέρω συντονισμός των διαδικασιών σχετικά με τις συνέπειες που έχει για τη διαπραγμάτευση η ύπαρξη άλλων τόπων διαπραγμάτευσης, αν μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται έναν τόπο διαπραγμάτευσης αποφασίσει να αναστείλει ή να αποσύρει ένα χρηματοπιστωτικό μέσο από τη διαπραγμάτευση. Αποβλέποντας στην ασφάλεια δικαίου και στην ενδεδειγμένη αντιμετώπιση της σύγκρουσης συμφερόντων κατά την απόφαση αναστολής ή απόσυρσης χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι αν μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται έναν τόπο διαπραγμάτευσης σταματήσει τη διαπραγμάτευση επειδή δεν συμμορφώνεται προς τους κανόνες του, οι υπόλοιποι τηρούν την απόφαση εάν αυτό αποφασίσουν οι αρμόδιες αρχές τους, εκτός αν η συνέχιση της διαπραγμάτευσης δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις. Επιπλέον, είναι αναγκαία η επισημοποίηση και η βελτίωση της ανταλλαγής πληροφοριών και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών όσον αφορά την αναστολή και απόσυρση χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης. Οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποτρέπεται η χρήση, από τόπους διαπραγμάτευσης, πληροφοριών που διαβιβάζονται στο πλαίσιο αναστολής ή απόσυρσης από τη διαπραγμάτευση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου για εμπορικούς σκοπούς.

(70)

Περισσότεροι επενδυτές έχουν δραστηριοποιηθεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές και έχουν στη διάθεσή τους ένα πολυπλοκότερο και ευρύτερο σύνολο υπηρεσιών και μέσων και, ενόψει των εξελίξεων αυτών, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί κάποια εναρμόνιση προκειμένου να παρασχεθεί στους επενδυτές υψηλό επίπεδο προστασίας σε όλη την Ένωση. Όταν εκδόθηκε η οδηγία 2004/39/ΕΚ, η αυξανόμενη εξάρτηση των επενδυτών από προσωπικές συστάσεις κατέστησε αναγκαία την πρόβλεψη της υποχρέωσης χορήγησης άδειας για την παροχή επενδυτικών συμβουλών και την υπαγωγή της σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς. Η διαρκής σημασία των προσωπικών συστάσεων για τους πελάτες και η αυξανόμενη πολυπλοκότητα υπηρεσιών και μέσων απαιτούν τη βελτίωση των υποχρεώσεων επαγγελματικής συμπεριφοράς προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών.

(71)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους και είναι σε θέση να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει επομένως να κατανοούν τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων ή προτεινόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων και να θεσπίζουν και να επανεξετάζουν αποτελεσματικές πολιτικές και ρυθμίσεις για να εντοπίζουν την κατηγορία πελατών προς τους οποίους πρόκειται να παρασχεθούν προϊόντα και υπηρεσίες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα εξασφαλίζουν ότι τα εν λόγω προϊόντα έχουν κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου τελικών πελατών εντός της σχετικής κατηγορίας πελατών, λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα διανέμονται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο και επανεξετάζουν περιοδικά την ταυτοποίηση της αγοράς-στόχου και τις επιδόσεις των προϊόντων που προσφέρουν. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που προσφέρουν ή προτείνουν σε πελάτες χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν έχουν κατασκευάσει οι ίδιες θα πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες ρυθμίσεις για να αποκτούν και να κατανοούν τις σχετικές πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία έγκρισης προϊόντων, μεταξύ άλλων την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος που προσφέρουν ή προτείνουν. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να ισχύει με την επιφύλαξη τυχόν αξιολόγησης της συμβατότητας ή της καταλληλότητας που θα διενεργηθεί εν συνεχεία από την επιχείρηση επενδύσεων κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε επιμέρους πελάτες βάσεις των προσωπικών τους αναγκών, χαρακτηριστικών και στόχων.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα προσφέρονται και προτείνονται μόνον όταν αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες προσφέρουν ή προτείνουν το προϊόν που έχει δημιουργηθεί από εταιρείες που δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις σχετικά με την παρακολούθηση του προϊόντος που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία ή έχει δημιουργηθεί από εταιρείες τρίτης χώρας, θα πρέπει επίσης να διαθέτουν κατάλληλες ρυθμίσεις για να αποκτούν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα.

(72)

Προκειμένου να παρέχονται όλες οι σχετικές πληροφορίες στους επενδυτές, ενδείκνυται να απαιτηθεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές να γνωστοποιούν το κόστος των συμβουλών, να διασαφηνίζουν το είδος των συμβουλών που παρέχουν, ιδίως το φάσμα προϊόντων τα οποία εξετάζουν όταν παρέχουν προσωπικές συστάσεις στους πελάτες, εάν παρέχουν επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση και εάν παρέχουν στους πελάτες περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που τους προτείνουν. Ενδείκνυται επίσης, να απαιτείται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να επεξηγούν στους πελάτες τους λόγους για τους οποίους παρέχουν τις σχετικές συμβουλές.

(73)

Προκειμένου να καθοριστεί περαιτέρω το κανονιστικό πλαίσιο για την παροχή επενδυτικών συμβουλών, αφήνοντας ταυτόχρονα την επιλογή στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στους πελάτες, ενδείκνυται να θεσπιστούν οι προϋποθέσεις για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, όταν οι επιχειρήσεις ενημερώνουν τους πελάτες ότι η υπηρεσία παρέχεται σε ανεξάρτητη βάση. Όταν παρέχονται συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση θα πρέπει να αξιολογείται επαρκές φάσμα προϊόντων διαφόρων παρόχων πριν δοθεί προσωπική σύσταση. Δεν απαιτείται ο σύμβουλος να αξιολογεί τα επενδυτικά προϊόντα όλων των παρόχων ή των εκδοτών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, αλλά το εύρος των χρηματοπιστωτικών μέσων δεν θα πρέπει να περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδουν ή παρέχουν οντότητες που διατηρούν στενούς δεσμούς με την επιχείρηση επενδύσεων ή με οποιουδήποτε άλλου είδους νομική ή οικονομική σχέση, όπως συμβατική σχέση, δυνητικά ικανή να αναιρέσει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της παρεχόμενης συμβουλής.

(74)

Προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών και να αυξηθεί η σαφήνεια προς τους πελάτες ως προς την υπηρεσία την οποία λαμβάνουν, είναι επίσης σκόπιμο να περιοριστεί περαιτέρω η δυνατότητα των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσία επενδυτικών συμβουλών σε ανεξάρτητη βάση και υπηρεσία διαχείρισης χαρτοφυλακίου να αποδέχονται και να διατηρούν αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη από τρίτους και ειδικότερα, από εκδότες ή παρόχους προϊόντων. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι αμοιβές, οι προμήθειες και άλλα χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο πρέπει να επιστρέφονται εξ ολοκλήρου στον πελάτη το ταχύτερο δυνατό μετά την είσπραξη αυτών των πληρωμών από την επιχείρηση, και η επιχείρηση δεν θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να συμψηφίζει πληρωμές τρίτων με τις αμοιβές που οφείλει ο πελάτης στην επιχείρηση. Ο πελάτης θα πρέπει να ενημερώνεται επακριβώς και, όπου κρίνεται σκόπιμο, σε περιοδική βάση σχετικά με όλες τις αμοιβές, τις προμήθειες και τα οφέλη που έχει λάβει η επιχείρηση σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία που έχει παράσχει στον πελάτη και τα οποία έχει μεταβιβάσει σε αυτόν. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση ή διαχείριση χαρτοφυλακίου θα πρέπει επίσης να καταρτίσουν μια πολιτική ως μέρος των οργανωτικών τους απαιτήσεων, για να εξασφαλίσουν ότι οι εισπραττόμενες πληρωμές τρίτων επιμερίζονται και μεταβιβάζονται στους πελάτες. Θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, υπό τον όρο ότι γνωστοποιούνται ρητά στον πελάτη, ότι μπορούν να βελτιώσουν την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας και ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι υπονομεύουν την ικανότητα των επιχειρήσεων επενδύσεων να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους.

(75)

Κατά την παροχή υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών σε ανεξάρτητη βάση και υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου, οι αμοιβές, οι προμήθειες ή τα μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από ένα πρόσωπο εξ ονόματος του πελάτη θα πρέπει να επιτρέπονται μόνον εάν το πρόσωπο αυτό γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες πληρωμές έχουν πραγματοποιηθεί εξ ονόματός του και ότι το ποσόν και η συχνότητα των πληρωμών έχουν συμφωνηθεί μεταξύ του πελάτη και της επιχείρησης επενδύσεων και δεν έχουν καθοριστεί από τρίτο. Στις περιπτώσεις που πληρούν την απαίτηση αυτή περιλαμβάνεται και εκείνη κατά την οποία ένας πελάτης πληρώνει απευθείας το τιμολόγιο μιας επιχείρησης ή το τιμολόγιο πληρώνεται από ανεξάρτητο τρίτο μέρος το οποίο δεν έχει καμία σχέση με την επιχείρηση επενδύσεων όσον αφορά την επενδυτική υπηρεσία που παρέχεται στον πελάτη και ενεργεί μόνο κατόπιν εντολής του πελάτη, καθώς και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο πελάτης διαπραγματεύεται την αμοιβή για την υπηρεσία που παρέχεται από την επιχείρηση επενδύσεων και καταβάλλει την εν λόγω αμοιβή. Αυτή είναι γενικά η περίπτωση λογιστών ή νομικών που ενεργούν βάσει ρητής εντολής πληρωμής του πελάτη ή όταν ένα πρόσωπο ενεργεί απλώς ως «μέσο» για την πληρωμή.

(76)

Η παρούσα οδηγία προβλέπει όρους και διαδικασίες με τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται τα κράτη μέλη όταν σκοπεύουν να επιβάλουν πρόσθετες απαιτήσεις. Μεταξύ των απαιτήσεων αυτών μπορεί να περιλαμβάνεται η απαγόρευση ή ο περαιτέρω περιορισμός της προσφοράς ή αποδοχής αμοιβών, προμηθειών ή άλλων χρηματικών και μη χρηματικών οφελών που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες.

(77)

Για να προστατεύονται ακόμη περισσότερο οι καταναλωτές, είναι επίσης σκόπιμο να διασφαλίζεται ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν αμείβουν ή δεν αξιολογούν τις επιδόσεις του προσωπικού τους κατά τρόπον ο οποίος αντιβαίνει στο καθήκον των επιχειρήσεων να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών τους, για παράδειγμα μέσω αμοιβών, στόχων πωλήσεων ή άλλων τρόπων που παρέχουν κίνητρα για την προώθηση ή την πώληση συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ενώ υπάρχει άλλο προϊόν το οποίο ενδέχεται να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη.

(78)

Όταν παρέχονται επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις ή τους κινδύνους σε σχέση με το ίδιο το χρηματοπιστωτικό μέσο σύμφωνα με το υπόλοιπο δίκαιο της Ένωσης, τότε οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να θεωρούνται κατάλληλες για τους σκοπούς της παροχής πληροφοριών προς τους πελάτες δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα πιστωτικά ιδρύματα που διανέμουν αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο θα πρέπει να ενημερώνουν επίσης τους πελάτες τους σχετικά με όλα τα άλλα κόστη και συναφείς επιβαρύνσεις που σχετίζονται με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε σχέση με αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο.

(79)

Δεδομένης της πολυπλοκότητας των επενδυτικών προϊόντων και της συνεχούς καινοτομίας στον σχεδιασμό τους, είναι επίσης σημαντικό να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό που παρέχει συμβουλές σχετικά με επενδυτικά προϊόντα ή πωλεί επενδυτικά προϊόντα σε ιδιώτες πελάτες διαθέτει ικανοποιητικό επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων σε σχέση με τα προσφερόμενα προϊόντα. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να εξασφαλίζουν στο προσωπικό τους επαρκή χρόνο και πόρους ώστε να κατακτήσει αυτό το επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων και να το χρησιμοποιεί κατά την παροχή υπηρεσιών στους πελάτες.

(80)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται μόνο στην εκτέλεση και/ή στη λήψη και διαβίβαση εντολών πελατών, χωρίς την ανάγκη απόκτησης πληροφοριών σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη προκειμένου να αξιολογείται η καταλληλότητα της υπηρεσίας ή του χρηματοπιστωτικού μέσου για τον πελάτη. Καθώς οι υπηρεσίες αυτές ενέχουν μια σχετική μείωση της προστασίας των πελατών, συνιστάται η βελτίωση των όρων για την παροχή τους. Ιδίως, ενδείκνυται η εξαίρεση της δυνατότητας παροχής των υπηρεσιών αυτών σε συνδυασμό με την παρεπόμενη υπηρεσία που συνίσταται στη χορήγηση πιστώσεων ή δανείων στους επενδυτές προκειμένου να τους επιτρέπεται η διεξαγωγή μιας συναλλαγής στην οποία εμπλέκεται η επιχείρηση επενδύσεων, καθώς αυτό αυξάνει την πολυπλοκότητα της συναλλαγής και καθιστά δυσκολότερη την κατανόηση του συναφούς κινδύνου. Ενδείκνυται επίσης ο καλύτερος καθορισμός των κριτηρίων για την επιλογή των χρηματοπιστωτικών μέσων με τα οποία θα πρέπει να σχετίζονται οι εν λόγω υπηρεσίες, ώστε να εξαιρούνται ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενσωματώνουν ένα παράγωγο ή έχουν δομή η οποία καθιστά δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του συναφούς κινδύνου, μεριδίων σε οργανισμούς που δεν αποτελούν οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (μη-ΟΣΕΚΑ οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων) και δομημένους ΟΣΕΚΑ όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 583/2010 της Επιτροπής (29). Η αντιμετώπιση ορισμένων ΟΣΕΚΑ ως πολύπλοκων προϊόντων τελεί υπό την επιφύλαξη του μελλοντικού δικαίου της Ένωσης που θα καθορίζει το πεδίο εφαρμογής αυτών των προϊόντων και τους κανόνες που εφαρμόζονται σε αυτά.

(81)

Οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων αποτελούν συνήθη στρατηγική των παρόχων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών λιανικής σε όλη την Ένωση. Μπορούν μεν να αποφέρουν οφέλη σε ιδιώτες πελάτες, αλλά μπορούν να συνδέονται και με πρακτικές όπου το συμφέρον του πελάτη δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη. Παραδείγματος χάριν, ορισμένες μορφές διασταυρούμενων πρακτικών, δηλαδή οι πρακτικές δέσμευσης όπου δύο ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες πωλούνται ως πακέτο και τουλάχιστον μία εκ των υπηρεσιών αυτών δεν διατίθεται χωριστά, μπορούν να προκαλέσουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν αρνητικά την κινητικότητα του πελάτη και την ικανότητά του να κάνει τεκμηριωμένες επιλογές. Ένα παράδειγμα πρακτικών δέσμευσης αποτελεί το άνοιγμα τρεχόντων λογαριασμών στο πλαίσιο της παροχής επενδυτικής υπηρεσίας σε ιδιώτη πελάτη. Από την άλλη πλευρά, οι πρακτικές δεσμοποίησης, όπου δύο ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες πωλούνται μεν ως πακέτο, αλλά κάθε υπηρεσία μπορεί επίσης να αγοραστεί χωριστά, παρόλο που μπορούν επίσης να προκαλέσουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν αρνητικά την κινητικότητα των πελατών και την ικανότητα τους να κάνουν τεκμηριωμένες επιλογές, τουλάχιστον παρέχουν στον πελάτη δυνατότητα επιλογής και ως εκ τούτου συνεπάγονται μικρότερο κίνδυνο όσον αφορά τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τις υποχρεώσεις τους βάσει της παρούσας οδηγίας. Η χρήση των πρακτικών αυτών θα πρέπει να αξιολογείται με προσοχή προκειμένου να προωθούνται ο ανταγωνισμός και οι επιλογές των καταναλωτών.

(82)

Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να προσδιορίζει με γραπτή δήλωση καταλληλότητας τον τρόπο με τον οποίο οι παρεχόμενες συμβουλές ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις, τις ανάγκες και τα λοιπά χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη. Η δήλωση θα πρέπει να παρέχεται σε σταθερό μέσο, μεταξύ άλλων και σε ηλεκτρονική μορφή. Την ευθύνη για τη διενέργεια αξιολόγησης της καταλληλότητας και την παροχή ακριβούς έκθεσης καταλληλότητας στον πελάτη έχει η επιχείρηση επενδύσεων, και θα πρέπει να υφίστανται επαρκείς εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι δεν θα προκύψει ζημία για τον πελάτη σε περίπτωση που η προσωπική σύσταση παρουσιάζεται στην έκθεση με ανακριβή ή άδικο τρόπο, μεταξύ άλλων ζητήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η παρεχόμενη σύσταση είναι κατάλληλη για τον πελάτη και ποια είναι τα μειονεκτήματα του προτεινόμενου τρόπου δράσης.

(83)

Προκειμένου να προσδιορίσει τι συνιστά παροχή πληροφοριών σε εύθετο χρόνο πριν από ένα χρονικό σημείο που ορίζεται στην παρούσα οδηγία, η επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη, συνεκτιμώντας τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης, τον χρόνο που χρειάζεται ο πελάτης για να διαβάσει και να κατανοήσει τις πληροφορίες προτού λάβει επενδυτική απόφαση. Εάν το προϊόν ή η υπηρεσία είναι πολύπλοκα ή άγνωστα στον πελάτη ή εάν ο πελάτης δεν είναι εξοικειωμένος με αυτήν, είναι πιθανό ότι θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος απ’ ό,τι εάν επρόκειτο για απλούστερο ή γνωστό προϊόν ή υπηρεσία ή για πελάτη με προηγούμενη σχετική εμπειρία.

(84)

Κανένα στοιχείο της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει υποχρεώνει τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν άμεσα και ταυτόχρονα όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με την επιχείρηση επενδύσεων, τα χρηματοπιστωτικά μέσα, τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις, ή σχετικά με τη φύλαξη των χρηματοπιστωτικών μέσων των πελατών ή των κεφαλαίων των πελατών, υπό τον όρο ότι συμμορφώνονται προς τη γενική υποχρέωση να παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες σε εύθετο χρόνο, πριν από την προθεσμία που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία. Εφόσον οι πληροφορίες κοινοποιούνται στον πελάτη σε εύθετο χρόνο πριν από την παροχή της υπηρεσίας, κανένα στοιχείο της παρούσας οδηγίας δεν υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές χωριστά ή να ενσωματώνουν τις πληροφορίες σε σύμβαση με τον πελάτη.

(85)

Μια υπηρεσία θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχεται με πρωτοβουλία του πελάτη, εκτός εάν ο πελάτης τη ζητήσει ανταποκρινόμενος σε προσωπική επικοινωνία από την ίδια την επιχείρηση ή από τρίτο πρόσωπο εκ μέρους της επιχείρησης προς τον συγκεκριμένο πελάτη, η οποία συνιστά πρόσκληση, ή σκοπεί να επηρεάσει, τον πελάτη ως προς συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο ή συγκεκριμένη συναλλαγή. Μια υπηρεσία μπορεί να θεωρείται ότι παρέχεται με πρωτοβουλία του πελάτη έστω και αν ο πελάτης τη ζητά βασιζόμενος σε ανακοινώσεις που περιέχουν διαφήμιση ή προσφορά χρηματοπιστωτικών μέσων, εφόσον αυτές γίνονται με μέσο εκ φύσεως γενικό, που απευθύνεται στο κοινό ή σε ευρύτερη ομάδα ή κατηγορία πελατών ή δυνητικών πελατών.

(86)

Ένας από τους στόχους της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία των επενδυτών. Τα μέτρα προστασίας των επενδυτών θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες καθεμιάς από τις διάφορες κατηγορίες επενδυτών (ιδιώτες, επαγγελματίες και αντισυμβαλλόμενοι). Ωστόσο, για να ενισχυθεί το κανονιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στην παροχή υπηρεσιών ανεξάρτητα από τις κατηγορίες των πελατών που αφορούν, ενδείκνυται να αποσαφηνιστεί το γεγονός ότι η υποχρέωση των επιχειρήσεων να ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο, καθώς και η υποχρέωση να είναι δίκαιες, σαφείς και μη παραπλανητικές, ισχύουν για τη σχέση με όλους τους πελάτες.

(87)

Οι επενδύσεις που συναρτώνται με ασφαλιστήρια συμβόλαια διατίθενται συχνά στους πελάτες ως πιθανές εναλλακτικές λύσεις ή υποκατάστατα χρηματοπιστωτικών μέσων που υπόκεινται στην παρούσα οδηγία. Προκειμένου να παρέχεται συνεπής προστασία στους ιδιώτες πελάτες και να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για παρόμοια προϊόντα, είναι σημαντικό τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα να υπόκεινται σε κατάλληλες απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας για την προστασία του επενδυτή θα πρέπει επομένως να εφαρμόζονται εξίσου στις επενδύσεις που συναρτώνται με ασφαλιστήρια συμβόλαια, λόγω όμως των διαφορετικών δομών αγοράς και των διαφορετικών χαρακτηριστικών των προϊόντων τους είναι σκοπιμότερο να καθοριστούν λεπτομερείς απαιτήσεις στο πλαίσιο της εν εξελίξει επανεξέτασης της οδηγίας 2002/92/ΕΚ παρά στην παρούσα οδηγία. Το μελλοντικό ενωσιακό δίκαιο για τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει επομένως να εξασφαλίζει με τον δέοντα τρόπο μια συνεπή κανονιστική προσέγγιση όσον αφορά τη διανομή των διαφόρων χρηματοπιστωτικών προϊόντων που ικανοποιούν παρόμοιες ανάγκες του επενδυτή και επομένως θέτουν συγκρίσιμες προκλήσεις όσον αφορά την προστασία του επενδυτή. Η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) («ΕΑΑΕΣ») που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (30) και η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συνεργαστούν για να επιτύχουν τη μεγαλύτερη δυνατή συνέπεια των αρχών επαγγελματικής συμπεριφοράς για τα εν λόγω επενδυτικά προϊόντα. Αυτές οι νέες απαιτήσεις για επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα θα πρέπει να καθοριστούν στην οδηγία 2002/92/ΕΚ.

(88)

Προκειμένου να ευθυγραμμιστούν οι κανόνες που διέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων, τις γενικές αρχές και την παροχή πληροφοριών προς τους πελάτες καθώς και να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιβάλουν περιορισμούς στις αμοιβές των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, η οδηγία 2002/92/ΕΚ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(89)

Τα επενδυτικά ασφαλιστικά προϊόντα που δεν προσφέρουν επενδυτικές ευκαιρίες και οι καταθέσεις που είναι εκτεθειμένες αποκλειστικά στα επιτόκια θα πρέπει να αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Προσωπικά και επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προϊόντα που έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή κατά τη συνταξιοδότησή του θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων και των στόχων τους.

(90)

Κατά παρέκκλιση από την αρχή σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος καταγωγής χορηγεί άδεια λειτουργίας, ασκεί εποπτεία και ελέγχει την τήρηση των υποχρεώσεων των σχετικών με τη λειτουργία υποκαταστημάτων, είναι σκόπιμο να αναλάβει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής την ευθύνη της τήρησης ορισμένων υποχρεώσεων που θεσπίζει η παρούσα οδηγία σχετικών με τις δραστηριότητες που ασκούνται μέσω υποκαταστήματος εντός του εδάφους όπου βρίσκεται το εν λόγω υποκατάστημα, δεδομένου ότι η αρχή αυτή βρίσκεται πλησιέστερα στο υποκατάστημα και μπορεί καλύτερα να εντοπίσει παραβάσεις των κανόνων που διέπουν τις πράξεις του υποκαταστήματος και να παρέμβει.

(91)

Είναι αναγκαίο να επιβληθεί αποτελεσματική υποχρέωση «βέλτιστης εκτέλεσης» για να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εκτελούν τις εντολές των πελατών με τους πλέον ευνοϊκούς γι’ αυτούς όρους. Η εν λόγω υποχρέωση θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν μια επιχείρηση έχει έναντι του πελάτη συμβατικές υποχρεώσεις ή υποχρεώσεις αντιπροσώπου.

(92)

Δεδομένου ότι στην Ένωση διατίθεται σήμερα ένα ευρύτερο φάσμα τόπων εκτέλεσης, είναι σκόπιμο να ενισχυθεί το πλαίσιο της βέλτιστης εκτέλεσης για ιδιώτες επενδυτές. Κατά την εφαρμογή του πλαισίου βέλτιστης εκτέλεσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στην τεχνολογία παρακολούθησης της βέλτιστης εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 1 δεύτερο και τρίτο εδάφιο.

(93)

Για τους σκοπούς του προσδιορισμού της βέλτιστης εκτέλεσης κατά την εκτέλεση εντολών ιδιωτών πελατών, το κόστος εκτέλεσης θα πρέπει να περιλαμβάνει την προμήθεια της ίδιας της επιχείρησης επενδύσεων ή τις αμοιβές που χρεώνονται στον πελάτη για ορισμένους σκοπούς, στις περιπτώσεις στις οποίες περισσότεροι του ενός τόποι που προβλέπονται στην πολιτική εκτέλεσης της επιχείρησης μπορούν να εκτελέσουν μια συγκεκριμένη εντολή. Στις περιπτώσεις αυτές, η προμήθεια της ίδιας της επιχείρησης και το κόστος εκτέλεσης της εντολής σε καθέναν από τους επιλέξιμους τόπους εκτέλεσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να αξιολογηθούν και να συγκριθούν τα αποτελέσματα που θα επιτυγχάνονταν για τον πελάτη εάν η εντολή εκτελούνταν σε καθέναν από τους τόπους αυτούς. Ωστόσο, δεν απαιτείται από την επιχείρηση να συγκρίνει τα αποτελέσματα που θα επιτυγχάνονταν για τον πελάτη της βάσει της πολιτικής εκτέλεσής της και των δικών της προμηθειών και αμοιβών με τα αποτελέσματα που θα μπορούσαν να επιτευχθούν για τον ίδιο πελάτη από οιαδήποτε άλλη επιχείρηση επενδύσεων βάσει διαφορετικής πολιτικής εκτέλεσης ή διαφορετικής διάρθρωσης προμηθειών ή αμοιβών. Ούτε απαιτείται από την επιχείρηση να συγκρίνει εκείνες τις διαφορές στις δικές της προμήθειες οι οποίες μπορούν να αποδοθούν σε διαφορές στη φύση των υπηρεσιών που η επιχείρηση παρέχει στους πελάτες.

(94)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που προβλέπουν ότι το κόστος εκτέλεσης θα πρέπει να περιλαμβάνει την προμήθεια της ίδιας της επιχείρησης ή τις αμοιβές της ίδιας της επιχείρησης που χρεώνονται στον πελάτη για την παροχή μιας επενδυτικής υπηρεσίας δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τον προσδιορισμό των τόπων εκτέλεσης που θα πρέπει να περιληφθούν στην πολιτική εκτέλεσης της επιχείρησης για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας.

(95)

Θα πρέπει να θεωρείται ότι μία επιχείρηση επενδύσεων διαρθρώνει ή χρεώνει τις προμήθειές της με τρόπο που εισάγει αθέμιτες διακρίσεις μεταξύ τόπων εκτέλεσης όταν χρεώνει στους πελάτες διαφορετική προμήθεια ή αποδίδει τις διαφορές μεταξύ μέγιστης τιμής αγοράς και ελάχιστης τιμής πώλησης για εκτέλεση σε διαφορετικούς τόπους εκτέλεσης και η διαφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει τις πραγματικές διαφορές στο κόστος για την επιχείρηση κατά την εκτέλεση στους τόπους αυτούς.

(96)

Προκειμένου να βελτιωθούν οι όροι υπό τους οποίους οι επιχειρήσεις επενδύσεων συμμορφώνονται με την υποχρέωσή τους για την εκτέλεση εντολών με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους για τους πελάτες τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ενδείκνυται να απαιτείται από κάθε τόπο διαπραγμάτευσης και συστηματικό εσωτερικοποιητή όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά μέσα που υπόκεινται στην υποχρέωση διαπραγμάτευσης σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και από κάθε τόπο εκτέλεσης όσον αφορά άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα η διάθεση στο κοινό δεδομένων σχετικά με την ποιότητα της εκτέλεσης των συναλλαγών σε κάθε τόπο.

(97)

Οι πληροφορίες που παρέχονται από τις επιχειρήσεις επενδύσεων στους πελάτες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης που εφαρμόζουν, είναι συχνά γενικές και τυποποιημένες και δεν επιτρέπουν στους πελάτες να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο μια εντολή θα εκτελεστεί και να επιβεβαιώνουν τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με την υποχρέωσή τους για εκτέλεση των εντολών με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους για τους πελάτες τους. Προκειμένου να ενισχυθεί η προστασία των επενδυτών, ενδείκνυται να προσδιοριστούν οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή πληροφοριών από τις επιχειρήσεις επενδύσεων στους πελάτες τους σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης και να απαιτηθεί από τις επιχειρήσεις να δημοσιοποιούν, σε ετήσια βάση, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, τους πέντε πρώτους τόπους εκτέλεσης στους οποίους εκτελέστηκαν εντολές πελατών κατά το προηγούμενο έτος και να λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες αυτές καθώς και τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται από τους τόπους εκτέλεσης σχετικά με την ποιότητα της εκτέλεσης στις πολιτικές τους όσον αφορά τη βέλτιστη εκτέλεση.

(98)

Όταν συνάπτει εμπορική σχέση με τον πελάτη, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να ζητεί από τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη να εκφράζει τη συναίνεσή του σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών και, ταυτόχρονα, σχετικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης των εντολών τους εκτός τόπου διαπραγμάτευσης.

(99)

Τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες για λογαριασμό δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων, όταν εμπίπτουν στον ορισμό της παρούσας οδηγίας, δεν θα πρέπει να θεωρούνται συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, αλλά επιχειρήσεις επενδύσεων πλην ορισμένων προσώπων που μπορούν να εξαιρούνται.

(100)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων να ασκούν δραστηριότητες διεπόμενες από άλλες οδηγίες και άλλες συναφείς δραστηριότητες σχετιζόμενες με χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή προϊόντα μη καλυπτόμενα από την παρούσα οδηγία, περιλαμβανομένων των ασκουμένων για λογαριασμό τμημάτων του ιδίου χρηματοπιστωτικού ομίλου.

(101)

Οι προϋποθέσεις για την άσκηση δραστηριοτήτων εκτός του χώρου της επιχείρησης επενδύσεων (κατ’ οίκον πωλήσεις) δεν θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

(102)

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν θα πρέπει να εγγράφουν στο μητρώο ή θα πρέπει να διαγράφουν από αυτό συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, εφόσον από τις πράγματι ασκηθείσες δραστηριότητές του καταδεικνύεται σαφώς ότι έχει επιλέξει το νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους προκειμένου να αποφύγει τους αυστηρότερους κανόνες που ισχύουν σε άλλο κράτος μέλος, στην επικράτεια του οποίου προτίθεται να ασκήσει ή πράγματι ασκεί το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων του.

(103)

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, οι επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να θεωρείται ότι ενεργούν ως πελάτες.

(104)

Η χρηματοπιστωτική κρίση έχει καταδείξει ότι η ικανότητα των μη ιδιωτών πελατών να κατανοούν τον κίνδυνο των επενδύσεών τους είναι πεπερασμένη. Ενώ θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι κανόνες επαγγελματικής συμπεριφοράς θα πρέπει να επιβληθούν όσον αφορά τους επενδυτές που χρήζουν μεγαλύτερης προστασίας, ενδείκνυται να προσαρμοστούν καλύτερα οι απαιτήσεις που πρέπει να ισχύουν για τις διάφορες κατηγορίες πελατών. Προς τούτο, ενδείκνυται η επέκταση ορισμένων απαιτήσεων πληροφόρησης και ενημέρωσης στη σχέση με τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους. Ιδίως, οι σχετικές απαιτήσεις θα πρέπει να αφορούν τη φύλαξη των χρηματοπιστωτικών μέσων και κεφαλαίων των πελατών καθώς και με τις απαιτήσεις πληροφόρησης και αναφοράς σχετικά με τα πιο πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα και συναλλαγές. Όσον αφορά την κατηγοριοποίηση των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενδείκνυται η σαφής εξαίρεσή τους από τον κατάλογο των επιλέξιμων αντισυμβαλλόμενων και των πελατών που θεωρούνται επαγγελματίες, επιτρέποντας παράλληλα στους πελάτες αυτούς να ζητήσουν να αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες πελάτες.

(105)

Όσον αφορά τις συναλλαγές μεταξύ επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων, η υποχρέωση δημοσιοποίησης οριακών εντολών πελατών θα πρέπει να ισχύει μόνο στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δίνει ρητώς στην επιχείρηση επενδύσεων οριακή εντολή προς εκτέλεση.

(106)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν τον σεβασμό του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31) και την οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (32) που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την ΕΑΚΑΑ κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (33).

(107)

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα πρέπει να έχουν τις ίδιες δυνατότητες συμμετοχής ή πρόσβασης στις ρυθμιζόμενες αγορές εντός της Ένωσης. Ανεξάρτητα από το πώς ρυθμίζονται επί του παρόντος οι συναλλαγές στα κράτη μέλη, έχει ουσιώδη σημασία να καταργηθούν οι τεχνικοί και νομικοί περιορισμοί στην πρόσβαση στις ρυθμιζόμενες αγορές.

(108)

Για να διευκολυνθεί η οριστικοποίηση των διασυνοριακών συναλλαγών, είναι επίσης σκόπιμο να διασφαλιστεί η πρόσβαση όλων των επιχειρήσεων επενδύσεων στα συστήματα εκκαθάρισης (clearing) και διακανονισμού εντός της Ένωσης, ανεξάρτητα από το εάν οι συναλλαγές διενεργήθηκαν σε ρυθμιζόμενες αγορές του οικείου κράτους μέλους. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που επιθυμούν να συμμετέχουν άμεσα στα συστήματα διακανονισμού άλλων κρατών μελών θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις οικείες λειτουργικές και εμπορικές προϋποθέσεις για την απόκτηση ιδιότητας μέλους και με τα μέτρα προληπτικής εποπτείας που σκοπούν στη διασφάλιση της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών.

(109)

Η παροχή υπηρεσιών από επιχειρήσεις τρίτων χωρών στην Ένωση υπόκειται στα εθνικά καθεστώτα και απαιτήσεις. Οι επιχειρήσεις στις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα καθεστώτα αυτά δεν απολαύουν της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών και του δικαιώματος εγκατάστασης σε κράτος μέλος πλην του κράτους εγκατάστασής τους. Όταν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι το κατάλληλο επίπεδο προστασίας για τους ιδιώτες πελάτες του ή τους ιδιώτες πελάτες που έχουν ζητήσει να αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες πελάτες μπορεί να επιτευχθεί με την εγκατάσταση υποκαταστήματος από την επιχείρηση της τρίτης χώρας, είναι σκόπιμη εισαγωγή ελάχιστου κοινού κανονιστικού πλαισίου σε επίπεδο Ένωσης όσον αφορά τις απαιτήσεις που ισχύουν για τα εν λόγω υποκαταστήματα και λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ευνοϊκότερο τρόπο απ’ ό,τι οι επιχειρήσεις της Ένωσης.

(110)

Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης (FATF) σχετικά με δικαιοδοσίες που έχουν στρατηγικές αδυναμίες στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στην καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και στις οποίες εφαρμόζονται μέτρα αντιμετώπισης ή σχετικά με δικαιοδοσίες που έχουν στρατηγικές αδυναμίες στην καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και στην καταστολή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και οι οποίες δεν έχουν επιτελέσει επαρκή πρόοδο όσον αφορά την αντιμετώπιση των αδυναμιών ή δεν έχουν δεσμευτεί για την υλοποίηση σχεδίου δράσης που έχει καταρτίσει η FATF για την αντιμετώπιση των αδυναμιών.

(111)

Η πρόβλεψη της παρούσας οδηγίας για τη ρύθμιση της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στην Ένωση ή της άσκησης δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών δεν θα πρέπει να επηρεάζει τη δυνατότητα των προσώπων που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση να λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες από επιχείρηση τρίτης χώρας με δική τους αποκλειστική πρωτοβουλία. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση τρίτης χώρας παρέχει υπηρεσίες με την αποκλειστική πρωτοβουλία προσώπου εγκατεστημένου στην Ένωση, οι υπηρεσίες δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι παρέχονται εντός της επικράτειας της Ένωσης. Σε περίπτωση που μια επιχείρηση τρίτης χώρας προσεγγίζει πελάτες ή δυνητικούς πελάτες εντός της Ένωσης ή προωθεί ή διαφημίζει επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες μαζί με παρεπόμενες υπηρεσίες εντός της Ένωσης, αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως υπηρεσίες που παρέχονται με την αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη.

(112)

Η άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς θα πρέπει να καλύπτει όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται άμεσα με την αναγραφή, την επεξεργασία, την εκτέλεση, την επιβεβαίωση και την κοινοποίηση των εντολών από τη λήψη τους από τη ρυθμιζόμενη αγορά έως τη διαβίβασή τους για μετέπειτα οριστικοποίηση, καθώς και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση. Θα πρέπει επίσης να καλύπτονται οι συναλλαγές που διενεργούνται μέσω ειδικών διαπραγματευτών ορισμένων από τη ρυθμιζόμενη αγορά, στα πλαίσια των συστημάτων της και σύμφωνα με τους κανόνες που τα διέπουν. Δεν θεωρούνται διενεργούμενες στα πλαίσια των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς, του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ όλες οι συναλλαγές μελών ή συμμετεχόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ. Οι συναλλαγές, που διενεργούνται μεταξύ μελών ή συμμετεχόντων σε διμερή βάση και οι οποίες δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που έχουν θεσπιστεί για τις ρυθμιζόμενες αγορές, του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ βάσει της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να θεωρούνται ως συναλλαγές διενεργούμενες εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή του ΜΟΔ για τους σκοπούς της έννοιας των συστηματικών εσωτερικοποιητών (systematic internalisers). Στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση των επιχειρήσεων επενδύσεων να ανακοινώνουν δημόσια τα δεσμευτικά ζεύγη εντολών θα πρέπει να εφαρμόζεται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιβάλλουν η παρούσα οδηγία και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

(113)

Λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της παροχής ρευστότητας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία των αγορών, οι επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες χρησιμοποιούν αλγοριθμικές συναλλαγές για την εφαρμογή μιας στρατηγικής ειδικής διαπραγμάτευσης θα πρέπει να διαθέτουν γραπτές συμφωνίες με τους τόπους διαπραγμάτευσης στις οποίες θα ορίζονται σαφώς οι υποχρεώσεις παροχής ρευστότητας στην αγορά.

(114)

Κανένα στοιχείο της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να εγκρίνουν ή να εξετάσουν το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας μεταξύ της ρυθμιζόμενης αγοράς και της επιχείρησης επενδύσεων, συμφωνία η οποία απαιτείται από τη συμμετοχή σε ένα σύστημα ειδικής διαπραγμάτευσης. Ούτε όμως και τις εμποδίζει να το πράξουν, στο βαθμό που μια τέτοια έγκριση ή εξέταση αφορά μόνο τη συμμόρφωση των ρυθμιζόμενων αγορών προς τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 48.

(115)

Η παροχή βασικών υπηρεσιών δεδομένων της αγοράς που είναι καίριας σημασίας προκειμένου οι πελάτες να μπορούν να έχουν την επιθυμητή γενική εικόνα της συναλλακτικής δραστηριότητας στις χρηματοοικονομικές αγορές της Ένωσης και προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν ακριβείς και σαφείς πληροφορίες αναφορικά με τις σχετικές συναλλαγές, θα πρέπει να υπόκειται στη χορήγηση άδειας λειτουργίας και σε νομοθετική ρύθμιση για τη διασφάλιση του αναγκαίου επιπέδου ποιότητας.

(116)

Η εισαγωγή εγκεκριμένων μηχανισμών δημοσιοποίησης συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.) θα πρέπει να βελτιώνει την ποιότητα των πληροφοριών συναλλακτικής διαφάνειας που δημοσιοποιούνται στον εξωχρηματιστηριακό χώρο και να συμβάλει σημαντικά στη διασφάλιση της δημοσιοποίησης των εν λόγω δεδομένων κατά τρόπο που διευκολύνει την ενοποίησή τους με δεδομένα τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί οι τόποι διαπραγμάτευσης.

(117)

Τώρα που υπάρχει μια δομή αγοράς που επιτρέπει τον ανταγωνισμό μεταξύ περισσότερων τόπων διαπραγμάτευσης, έχει καίρια σημασία να ενεργοποιηθεί το συντομότερο δυνατό ένα αποτελεσματικό και αναλυτικό ενοποιημένο δελτίο παρακολούθησης. Η εισαγωγή εμπορικής λύσης για ενοποιημένο δελτίο παρακολούθησης για τις μετοχές και τα μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει να συμβάλει στη δημιουργία μιας πιο ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αγοράς και να διευκολύνει για τους συμμετέχοντες στην αγορά την απόκτηση πρόσβασης σε μια ενοποιημένη εικόνα των διαθέσιμων πληροφοριών συναλλακτικής διαφάνειας. Η προβλεπόμενη λύση βασίζεται στην αδειοδότηση, με βάση προκαθορισμένες και εποπτευόμενες παραμέτρους των παρόχων που ανταγωνίζονται μεταξύ τους προκειμένου να παρασχεθούν τεχνικά εξαιρετικά πολύπλοκες και καινοτόμες λύσεις, προς όφελος της αγοράς στο μέγιστο δυνατό βαθμό και για να εξασφαλιστεί η διάθεση δεδομένων για την αγορά με συνεπή και ακριβή τρόπο. Αν απαιτηθεί από όλους τους παρόχους ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών (Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.) να ενοποιούν τα δεδομένα από όλους τους Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και τους τόπους διαπραγμάτευσης, θα εξασφαλιστεί ότι ο ανταγωνισμός θα βασίζεται στην ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πελάτες και όχι στο εύρος των καλυπτόμενων δεδομένων. Ωστόσο είναι σκόπιμο να ληφθεί τώρα μέριμνα για την καθιέρωση ενός ενοποιημένου δελτίου μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων εάν ο προβλεπόμενος μηχανισμός δεν έχει ως αποτέλεσμα την έγκαιρη εξασφάλιση ενός αποτελεσματικού και αναλυτικού ενοποιημένου δελτίου για τις μετοχές και τα μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα.

(118)

Η θέσπιση ενοποιημένου δελτίου για μη μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα θεωρείται ότι θα αντιμετωπίσει περισσότερες δυσκολίες εφαρμογής σε σχέση με το ενοποιημένο δελτίο για μετοχές και οι δυνητικοί πάροχοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν εμπειρία με τα υπόψη μέσα πριν να το δημιουργήσουν. Προκειμένου να διευκολυνθεί η σωστή θέσπιση του ενοποιημένου δελτίου για μη μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα, ενδείκνυται κατά συνέπεια να προβλεφθεί παράταση της προθεσμίας εφαρμογής των εθνικών μέτρων ενσωμάτωσης της σχετικής διάταξης. Ωστόσο είναι σκόπιμο να ληφθεί τώρα μέριμνα για την καθιέρωση ενός ενοποιημένου δελτίου μέσω διαδικασίας δημόσιων συμβάσεων εάν ο προβλεπόμενος μηχανισμός δεν έχει ως αποτέλεσμα την έγκαιρη εξασφάλιση ενός αποτελεσματικού και αναλυτικού ενοποιημένου δελτίου μη μετοχικών χρηματοπιστωτικών μέσων.

(119)

Κατά τον καθορισμό, όσον αφορά τα μη μετοχικά χρηματοπιστωτικά μέσα, των τόπων διαπραγμάτευσης και των Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. που είναι ανάγκη να περιλαμβάνονται στις μετασυναλλακτικές πληροφορίες προς διάδοση από τους Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ., η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διασφαλίζει την επίτευξη του στόχου καθιέρωσης μιας ολοκληρωμένης ενωσιακής αγοράς για τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα και θα πρέπει να διασφαλίζει τη μη διακριτική μεταχείριση των Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και των τόπων διαπραγμάτευσης.

(120)

Το δίκαιο της Ένωσης περί απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις κεφαλαίου που οφείλουν να πληρούν οι ρυθμιζόμενες αγορές προκειμένου να τους χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, και κατά τον καθορισμό αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των κινδύνων που ενέχουν αυτές οι αγορές.

(121)

Οι διαχειριστές ρυθμιζόμενης αγοράς θα πρέπει να έχουν επίσης τη δυνατότητα να διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

(122)

Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας που διέπουν την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων που εφαρμόζει η ρυθμιζόμενη αγορά δεν θα πρέπει να θίγουν την εφαρμογή της οδηγίας 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (34) και της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (35). Η ρυθμιζόμενη αγορά δεν θα πρέπει να εμποδίζεται να επιβάλλει αυστηρότερες προϋποθέσεις από τις προβλεπόμενες με την παρούσα οδηγία στους εκδότες των χρηματοπιστωτικών μέσων που εισάγει προς διαπραγμάτευση.

(123)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αναθέτουν σε διαφορετικές αρμόδιες αρχές τον έλεγχο της εφαρμογής των εκτεταμένων υποχρεώσεων που προβλέπονται με την παρούσα οδηγία. Οι αρχές αυτές θα πρέπει να έχουν δημόσιο χαρακτήρα που να διασφαλίζει την ανεξαρτησία τους έναντι των οικονομικών φορέων και που να επιτρέπει να αποφεύγονται οι συγκρούσεις συμφερόντων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν κατάλληλη χρηματοδότηση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Η ανάθεση αρμοδιοτήτων σε άλλες δημόσιες αρχές δεν θα πρέπει να αποκλείει τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων υπό την ευθύνη της αρμόδιας αρχής.

(124)

Προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η επικοινωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών σχετικά με αναστολές, διαγραφές, δυσλειτουργίες, μη εύρυθμες συνθήκες διαπραγμάτευσης και συνθήκες οι οποίες ενδέχεται να σηματοδοτούν κατάχρηση αγοράς πραγματοποιείται με τρόπο αποτελεσματικό και έγκαιρα, απαιτείται ένα αποτελεσματικό σύστημα επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών, το οποίο θα επιτευχθεί μέσω ρυθμίσεων που θα θεσπίσει η ΕΑΚΑΑ.

(125)

Στη σύνοδο του G20 στο Πίτσμπουργκ στις 25 Σεπτεμβρίου 2009 συμφωνήθηκε η βελτίωση της ρύθμισης, της λειτουργίας και της διαφάνειας των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών εμπορευμάτων προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υπερβολική μεταβλητότητα των τιμών των εμπορευμάτων. Οι ανακοινώσεις της Επιτροπής της 28ης Οκτωβρίου 2009 για τη βελτίωση της λειτουργίας της αλυσίδας εφοδιασμού τροφίμων στην Ευρώπη και της 2ας Φεβρουαρίου 2011 για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αφορούν τις αγορές βασικών εμπορευμάτων και τις πρώτες ύλες ορίζουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο της αναθεώρησης της οδηγίας 2004/39/ΕΚ. Τον Σεπτέμβριο του 2011, η Διεθνής Οργάνωση Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων δημοσίευσε τις Αρχές για τη ρύθμιση και την εποπτεία των αγορών παραγώγων επί εμπορευμάτων. Οι αρχές αυτές υιοθετήθηκαν από τη διάσκεψη κορυφής G20 στις Κάννες, στις 4 Νοεμβρίου 2011, όπου ζητήθηκε να διαθέτουν οι ρυθμιστικές αρχές της αγοράς επίσημες εξουσίες διαχείρισης θέσης, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας εκ των προτέρων καθορισμού ορίων θέσης, ανάλογα με την περίπτωση.

(126)

Οι αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί στις αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμπληρωθούν με ρητές εξουσίες για την απαίτηση υποβολής πληροφοριών από κάθε πρόσωπο σχετικά με το μέγεθος και το σκοπό μιας θέσης σε συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων, και την απαίτηση το πρόσωπο να λάβει μέτρα για τη μείωση του μεγέθους της θέσης στις συμβάσεις παραγώγων.

(127)

Χρειάζεται ένα εναρμονισμένο καθεστώς των ορίων θέσης για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερος συντονισμός και μεγαλύτερη συνέπεια στην εφαρμογή της συμφωνίας του G20, ειδικά για συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ολόκληρη την Ένωση. Συνεπώς, θα πρέπει να εκχωρούνται ρητές εξουσίες στις αρμόδιες αρχές για να καθορίζουν με βάση τη μέθοδο που θεσπίζει η ΕΑΚΑΑ τα όρια των θέσεων που μπορεί να κατέχει ανά πάσα στιγμή ένα πρόσωπο, συνολικά σε επίπεδο ομίλου, σε μία σύμβαση παραγώγων σε σχέση με ένα εμπόρευμα για να αποτρέπεται κατάχρηση της αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του στριμώγματος της αγοράς, και να υποστηρίζονται ορθοί όροι τιμολόγησης και διακανονισμού. συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής θέσεων που στρεβλώνουν την αγορά. Τα όρια αυτά θα πρέπει να προάγουν την ακεραιότητα της αγοράς παραγώγων και των υποκείμενων εμπορευμάτων με την επιφύλαξη της διαπίστωσης τιμών στην αγορά του υποκείμενου εμπορεύματος και δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται σε θέσεις οι οποίες μειώνουν αντικειμενικά τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με τις εμπορικές δραστηριότητες σε σχέση με το εμπόρευμα. Η διάκριση μεταξύ σύμβασης για άμεση παράδοση εμπορευμάτων και σύμβασης παραγώγων επί εμπορευμάτων θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί. Προκειμένου να επιτευχθεί ένα εναρμονισμένο καθεστώς, είναι επίσης σκόπιμο να παρακολουθεί η ΕΑΚΑΑ την εφαρμογή των ορίων θέσεων και οι αρμόδιες αρχές να καθορίσουν ρυθμίσεις συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της μεταξύ τους ανταλλαγής σχετικών δεδομένων, καθώς και να καταστήσουν δυνατή την παρακολούθηση και επιβολή των ορίων.

(128)

Όλοι οι τόποι που παρέχουν τη δυνατότητα συναλλαγών σε παράγωγα επί εμπορευμάτων θα πρέπει να έχουν καθορίσει κατάλληλους ελέγχους για τη διαχείριση θέσεων, προβλέποντας τις αναγκαίες εξουσίες τουλάχιστον για την παρακολούθηση των πληροφοριών σχετικά με τις θέσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων και την πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες, την απαίτηση της μείωσης ή της παύσης αυτών των θέσεων και την απαίτηση επαναφοράς της ρευστότητας στην αγορά για να μετριασθούν οι επιπτώσεις μιας μεγάλης ή κυρίαρχης θέσης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διατηρεί και να δημοσιεύει κατάλογο με τις περιλήψεις όλων των ορίων θέσεων και των ελέγχων για τη διαχείριση θέσεων. Η εφαρμογή των εν λόγω ορίων και ρυθμίσεων θα πρέπει να γίνεται με συνεπή τρόπο και με συνεκτίμηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της εκάστοτε αγοράς. Θα πρέπει να διατυπώνονται σαφώς ο τρόπος εφαρμογής τους καθώς και τα συναφή ποσοτικά ανώτατα όρια που ενδέχεται να αποτελούν τα όρια ή να ενεργοποιούν άλλες υποχρεώσεις.

(129)

Οι τόποι διαπραγμάτευσης θα πρέπει να δημοσιεύουν σε εβδομαδιαία βάση λεπτομερή συγκεντρωτικά στοιχεία των θέσεων που κατέχουν διάφορες κατηγορίες προσώπων για τις διάφορες συμβάσεις παραγώγων επί εμπορευμάτων, τα δικαιώματα εκπομπής και τα παράγωγα αυτών, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις πλατφόρμες τους. Θα πρέπει να παρέχεται στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον σε ημερήσια βάση αναλυτική και λεπτομερής περιγραφή των θέσεων που κατέχουν όλα τα πρόσωπα. Οι ρυθμίσεις για την παροχή ενημέρωσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη, κατά περίπτωση, τις απαιτήσεις παροχής ενημέρωσης αναφοράς που προβλέπονται ήδη σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011.

(130)

Ενώ η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των ορίων θέσεων δεν θα πρέπει να δημιουργεί φραγμούς στην ανάπτυξη νέων παραγώγων επί εμπορευμάτων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξασφαλίσει κατά τον καθορισμό της μεθοδολογίας υπολογισμού ότι η ανάπτυξη νέων παραγώγων επί εμπορευμάτων δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτεται το καθεστώς των ορίων θέσεων.

(131)

Τα όρια θέσεων θα πρέπει να καθορίζονται για κάθε επιμέρους σύμβαση παραγώγων επί εμπορευμάτων. Για να αποτραπεί η παράκαμψη του καθεστώτος των ορίων θέσεων μέσω της συνεχούς ανάπτυξης νέων συμβάσεων παραγώγων επί εμπορευμάτων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι η μεθοδολογία υπολογισμού αποτρέπει κάθε παράκαμψη λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανοικτών συμβολαίων σε άλλα παράγωγα επί εμπορευμάτων με το ίδιο υποκείμενο εμπόρευμα.

(132)

Ενδείκνυται η διευκόλυνση της πρόσβασης στο κεφάλαιο για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και η διευκόλυνση της περαιτέρω ανάπτυξης των εξειδικευμένων αγορών που έχουν ως στόχο την κάλυψη των αναγκών των μικρομεσαίων εκδοτών. Οι εν λόγω αγορές που λειτουργούν συνήθως βάσει της παρούσας οδηγίας ως ΠΜΔ είναι κοινά γνωστές ως αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ, αγορές ανάπτυξης ή παράλληλες αγορές. Η δημιουργία εντός της κατηγορίας ΠΜΔ μιας νέας υποκατηγορίας αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ και η καταγραφή των αγορών αυτών θα πρέπει να αυξήσει τη διαφάνεια και τα χαρακτηριστικά τους και να συμβάλλει στην ανάπτυξη κοινών ρυθμιστικών προτύπων ανά την Ένωση για τις αγορές αυτές. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στον τρόπο με τον οποίο μια μελλοντική ρύθμιση θα ενισχύσει και θα προωθήσει περαιτέρω τη χρήση αυτής της αγοράς ώστε να την καταστήσει ελκυστική για τους επενδυτές, θα μειώσει τον διοικητικό φόρτο και θα προσφέρει περαιτέρω κίνητρα για την πρόσβαση των ΜΜΕ σε αγορές κεφαλαίων μέσω αγορών ανάπτυξης ΜΜΕ.

(133)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν για τη νέα αυτή κατηγορία αγορών είναι ανάγκη να παρέχουν επαρκή ευελιξία ώστε να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όλα τα επιτυχημένα μοντέλα αγοράς που υφίστανται αυτή τη στιγμή ανά την Ευρώπη. Ακόμη, απαιτείται η εξεύρεση της σωστής ισορροπίας μεταξύ της διατήρησης υψηλών επιπέδων προστασίας των επενδυτών, η οποία είναι αναγκαία για την προώθηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στους εκδότες στις εν λόγω αγορές, με ταυτόχρονη μείωση του περιττού διοικητικού βάρους για τους εκδότες στις αγορές αυτές. Προτείνεται ο καθορισμός στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ή στα τεχνικά πρότυπα περισσότερων λεπτομερειών σχετικά με τις απαιτήσεις των αγορών ανάπτυξης ΜΜΕ, όπως αυτών που σχετίζονται με τα κριτήρια με βάση τα οποία επιτρέπεται η διαπραγμάτευση σε μια τέτοια αγορά.

(134)

Δεδομένου ότι είναι σημαντικό να μην επηρεαστούν αρνητικά υφιστάμενες επιτυχημένες αγορές, θα πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα των διαχειριστών αγορών που απευθύνονται σε μικρομεσαίους εκδότες, να συνεχίσουν τη λειτουργία μιας τέτοιας αγοράς σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, χωρίς να επιζητήσουν την καταχώρισή της ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ. Εάν ένας εκδότης είναι ΜΜΕ, δεν θα πρέπει να υποχρεούται να ζητά να εισάγονται τα χρηματοπιστωτικά του μέσα προς διαπραγμάτευση σε αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ.

(135)

Προκειμένου αυτή η νέα κατηγορία αγορών να αποβεί επωφελής για τις ΜΜΕ, τουλάχιστον 50 % των εκδοτών των οποίων τα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, θα πρέπει να είναι ΜΜΕ. Η αξιολόγηση αυτή θα γίνεται ανά έτος. Το κριτήριο του 50 % θα πρέπει να εφαρμοσθεί με ευελιξία. Προσωρινή αδυναμία συμμόρφωσης προς το κριτήριο αυτό δεν σημαίνει ότι ο τόπος διαπραγμάτευσης θα πρέπει πάραυτα να διαγραφεί ή να μην είναι δυνατή η εγγραφή του ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, εάν έχει ευλόγως προοπτικές να ανταποκριθεί στο κριτήριο του 50 % από το επόμενο έτος. Όσον αφορά την αξιολόγηση για τον καθορισμό του κατά πόσον ένας εκδότης είναι ΜΜΕ, η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην κεφαλαιοποίηση της αγοράς κατά τα τρία προηγούμενα ημερολογιακά έτη. Αυτό αναμένεται ότι θα διασφαλίσει την ομαλότερη μετάβαση των εκδοτών αυτών από τις εξειδικευμένες αυτές αγορές στις κύριες αγορές.

(136)

Οι τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που το σημείο επικοινωνίας κράτους μέλους λαμβάνει από το σημείο επικοινωνίας άλλου κράτους μέλους δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως αμιγώς εσωτερικής φύσεως.

(137)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η σύγκλιση των εξουσιών που παραχωρούνται στις αρμόδιες αρχές προκειμένου να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ισοδύναμη εφαρμογή των διατάξεων εντός της ενοποιημένης χρηματοπιστωτικής αγοράς. Η αποτελεσματικότητα της εποπτείας μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω ενός ελάχιστου κοινού αριθμού εξουσιών σε συνδυασμό με επαρκή μέσα. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει έναν ελάχιστο αριθμό εποπτικών και ερευνητικών εξουσιών που θα πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να ασκούνται, εφόσον το απαιτεί η εθνική νομοθεσία, με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ενεργούν αντικειμενικά και αμερόληπτα και να παραμένουν αυτόνομες όσον αφορά τη λήψη των αποφάσεών τους.

(138)

Μολονότι η παρούσα οδηγία ορίζει έναν ελάχιστο αριθμό εξουσιών που θα πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές, οι εξουσίες αυτές πρέπει να ασκούνται στο πλαίσιο ενός πλήρους συστήματος εθνικής νομοθεσίας το οποίο θα εξασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή. Για την άσκηση των εξουσιών αυτών, η οποία μπορεί να συνεπάγεται σοβαρές παρεμβάσεις στο δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν θεσπίσει κατάλληλες και αποτελεσματικές εγγυήσεις έναντι οιασδήποτε κατάχρησης, για παράδειγμα, στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται προηγούμενη άδεια από τις δικαστικές αρχές του οικείου κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να ασκούν αυτές τις παρεμβατικές εξουσίες στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την κατάλληλη διερεύνηση σοβαρών περιπτώσεων στις οποίες δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέσα για την αποτελεσματική επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος.

(139)

Καμία ενέργεια αρμόδιας αρχής ή ΕΑΚΑΑ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν θα πρέπει να εισάγει άμεσα ή έμμεσα διακρίσεις κατά κράτους μέλους ή ομάδας κρατών μελών ως τόπου παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης δραστηριοτήτων σε οποιοδήποτε νόμισμα.

(140)

Λόγω των σημαντικών επιπτώσεων και του μεριδίου της αγοράς που κατέχουν διάφοροι ΠΜΔ, συνιστάται η διασφάλιση επαρκών συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ της αρμόδιας αρχής του ΠΜΔ και της αρμόδιας αρχής της περιοχής δικαιοδοσίας στην οποία ο ΠΜΔ παρέχει τις υπηρεσίες του. Για την πρόβλεψη παρόμοιων εξελίξεων, η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να επεκταθεί στους ΜΟΔ.

(141)

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι διαχειριστές της αγοράς που διαθέτουν άδεια λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ, οι ρυθμιζόμενες αγορές, οι Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., οι Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή οι εγκεκριμένοι μηχανισμοί γνωστοποίησης συναλλαγών (Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.), όσοι ελέγχουν πραγματικά την επιχείρησή τους και τα μέλη του διοικητικού οργάνου των επιχειρήσεων επενδύσεων και των ρυθμιζόμενων αγορών συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παρούσα οδηγία και από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι υπόκεινται σε παρόμοια μεταχείριση σε όλη την Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεωθούν να προβλέψουν κυρώσεις και μέτρα που θα είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. οι διοικητικές κυρώσεις και τα μέτρα που ορίζονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιαστικές απαιτήσεις σχετικά με τους αποδέκτες, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά την εφαρμογή μιας κύρωσης ή μέτρου, τη δημοσιοποίηση, τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων και τα επίπεδα διοικητικών χρηματικών προστίμων.

(142)

Ιδίως, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εξουσία επιβολής χρηματικών προστίμων που να είναι επαρκώς υψηλά για την αντιστάθμιση των ωφελειών που μπορούν να αναμένονται και αποτρεπτικά ακόμα και για μεγαλύτερους οργανισμούς και τη διοίκησή τους.

(143)

Είναι επίσης απαραίτητο να έχουν οι αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τον Χάρτη, τη δυνατότητα πρόσβασης σε εγκαταστάσεις φυσικών και νομικών προσώπων. Η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αυτές είναι απαραίτητη όταν υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι υπάρχουν έγγραφα και άλλα στοιχεία που σχετίζονται με το αντικείμενο έρευνας και αποτελούν ενδεχομένως κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη παράβασης της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Επιπροσθέτως, η πρόσβαση στις εγκαταστάσεις αυτές είναι απαραίτητη στην περίπτωση που: το πρόσωπο από το οποίο έχουν ζητηθεί οι πληροφορίες δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση (εν όλω ή εν μέρει)· ή υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι, εάν υποβληθεί αίτηση, δεν θα υπάρξει συμμόρφωση ή ότι τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που σχετίζονται με την απαίτηση παροχής πληροφοριών θα απομακρυνθούν, θα παραποιηθούν ή θα καταστραφούν. Εάν απαιτείται προηγούμενη έγκριση της δικαστικής αρχής του οικείου κράτους μέλους, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η εξουσία πρόσβασης στις εγκαταστάσεις θα πρέπει να ασκείται μετά τη λήψη της εν λόγω προηγούμενης έγκρισης.

(144)

Οι υπάρχουσες καταγραφές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και τα υπάρχοντα αρχεία διακίνησης δεδομένων επιχειρήσεων επενδύσεων που εκτελούν συναλλαγές και τεκμηριώνουν την εκτέλεση αυτών, καθώς και τα υπάρχοντα αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και διακίνησης δεδομένων φορέων εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών αποτελούν κρίσιμα, και ενίοτε τα μοναδικά, αποδεικτικά στοιχεία για να εντοπιστεί και να αποδειχθεί η ύπαρξη κατάχρησης της αγοράς καθώς και για να ελεγχθεί κατά πόσον οι επιχειρήσεις πληρούν τις απαιτήσεις για την προστασία του επενδυτή και άλλες απαιτήσεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία ή στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Για το λόγο αυτό, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να απαιτούν τις υπάρχουσες καταγραφές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τα αρχεία διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από επιχείρηση επενδύσεων ή πιστωτικό ίδρυμα. Η πρόσβαση σε αρχεία δεδομένων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων είναι απαραίτητη για τον εντοπισμό περιπτώσεων κατάχρησης της αγοράς ή παράβασης των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία ή στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις αυτές.

Προκειμένου να καθιερωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην Ένωση σε σχέση με την πρόσβαση σε αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και υπάρχοντα αρχεία διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ή σε υπάρχοντα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από επιχείρηση επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, να μπορούν να ζητούν υπάρχοντα αρχεία τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, στον βαθμό που αυτό επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας, καθώς και υπάρχοντα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από επιχείρηση επενδύσεων στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τέτοια αρχεία, σχετιζόμενα με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή έρευνας, αποτελούν ενδεχομένως κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη συμπεριφορών που απαγορεύονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή παραβιάσεων των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία ή στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Η πρόσβαση στα αρχεία καταγραφής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από φορέα εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει το περιεχόμενο φωνητικών τηλεφωνικών επικοινωνιών.

(145)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των κυρώσεων σε ολόκληρη την Ένωση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι κατά τον καθορισμό του τύπου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων και του επιπέδου των διοικητικών χρηματικών προστίμων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις.

(146)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κυρώσεις έχουν αποτρεπτικό αποτέλεσμα στο ευρύ κοινό, θα πρέπει κατά κανόνα να δημοσιεύονται, εκτός από σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις. Η δημοσιοποίηση των αποφάσεων συνιστά επίσης σημαντικό εργαλείο με το οποίοι οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με το ποια συμπεριφορά θεωρείται παράβαση της παρούσας οδηγίας και να προωθούν μια ευρύτερη καλή συμπεριφορά μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά. Αν η δημοσιοποίηση αυτή προκαλεί δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τυχόν διεξαγόμενη έρευνα, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να δημοσιεύει τις κυρώσεις και τα μέτρα σε ανώνυμη βάση, κατά τρόπο σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, ή να καθυστερεί τη δημοσίευση.

Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν την εναλλακτική δυνατότητα να μη δημοσιεύουν κυρώσεις σε περιπτώσεις στις οποίες η δημοσίευση σε ανώνυμη βάση ή η καθυστέρηση της δημοσίευσης δεν θεωρούνται επαρκή μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιεύουν μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας, σε περίπτωση που η δημοσίευσή τους θα προξενούσε δυσανάλογο φόρτο. Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί μηχανισμός για τη γνωστοποίηση μη δημοσιευμένων κυρώσεων στην ΕΑΚΑΑ ούτως ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να τις λαμβάνουν υπόψη στη συνεχή εποπτεία τους. Η παρούσα οδηγία δεν απαιτεί τη δημοσίευση ποινικών κυρώσεων που επιβάλλονται για παραβάσεις της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 αλλά ούτε και εμποδίζει τη δημοσίευση αυτή.

(147)

Προκειμένου να εντοπίζονται πιθανές παραβάσεις, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες διερεύνησης και να μπορούν να θεσπίσουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την καταγγελία πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων, περιλαμβανομένης της προστασίας των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβάσεις εντός της επιχείρησης στην οποία ασχολούνται. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να θίγουν την ύπαρξη επαρκών διασφαλίσεων για τους κατηγορούμενους. Θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλες διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζεται ικανοποιητική προστασία σε έναν κατηγορούμενο, ιδιαίτερα όσον αφορά το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου, και διαδικασίες που διασφαλίζουν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για υπεράσπιση και ακρόαση πριν την έκδοση απόφασης που τον αφορά, καθώς και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου κατά της απόφασης που τον αφορά.

(148)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να αναφέρεται σε κυρώσεις και μέτρα προκειμένου να καλύπτονται όλες οι ενέργειες που πραγματοποιούνται μετά τη διάπραξη παράβασης και οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποφυγή περαιτέρω παραβάσεων, ασχέτως του χαρακτηρισμού τους ως κυρώσεις ή μέτρα βάσει του εθνικού δικαίου.

(149)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου των κρατών μελών σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις.

(150)

Μολονότι τίποτε δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν κανόνες με διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τις ίδιες παραβάσεις, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να θεσπίσουν κανόνες με διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να επιβάλλουν τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις για το ίδιο αδίκημα, αλλά θα πρέπει να μπορούν να το πράττουν εφόσον επιτρέπεται από το εθνικό τους δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση των ποινικών κυρώσεων αντί διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 δεν θα πρέπει να μειώνει ή να επηρεάζει με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρμόδιων αρχών προς συνεργασία, πρόσβαση και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, ακόμη και έπειτα από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη.

(151)

Ενόψει της προστασίας των πελατών και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους ένδικης προστασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν τη σύσταση δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών, τη συνεργασία για την επίλυση των διασυνοριακών διαφορών, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση 98/257/ΕΚ της Επιτροπής (36) και τη σύσταση 2001/310/ΕΚ της Επιτροπής (37). Κατά την εφαρμογή των διατάξεων για τις καταγγελίες και τις διαδικασίες εξωδικαστικού διακανονισμού των διαφορών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τους υφιστάμενους μηχανισμούς διασυνοριακής συνεργασίας, και ιδίως το δίκτυο προσφυγής για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (FIN-Net).

(152)

Οποιαδήποτε ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών, άλλων αρχών, οργάνων ή προσώπων θα πρέπει να συνάδει με τους κανόνες διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες, όπως αυτοί ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ. Οιαδήποτε ανταλλαγή ή διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από την ΕΑΚΑΑ σε τρίτες χώρες θα πρέπει να συνάδει με τους κανόνες για τις διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων, όπως αυτοί ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001.

(153)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι διατάξεις περί ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων εθνικών αρχών και οι υποχρεώσεις συνδρομής και συνεργασίας μεταξύ των αρχών αυτών. Λόγω της αυξανόμενης διασυνοριακής δραστηριότητας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους κατά τρόπο που να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ακόμα και σε καταστάσεις στις οποίες παραβάσεις ή πιθανολογούμενες παραβάσεις μπορούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των αρχών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών απαιτείται η τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου ώστε να εξασφαλίζεται η ομαλή διαβίβαση των πληροφοριών και η προστασία ορισμένων δικαιωμάτων.

(154)

Όταν η λειτουργία τόπου διαπραγμάτευσης ο οποίος έχει δημιουργήσει μηχανισμούς σε κράτος μέλος υποδοχής έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, οι ανάλογες ρυθμίσεις συνεργασίας που πρέπει να θεσπιστούν θα πρέπει να λαμβάνουν την κατάλληλη μορφή ανάμεσα σε πιθανούς τρόπους συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και των κρατών μελών υποδοχής, η οποία θα είναι ανάλογη με τις ανάγκες μιας διασυνοριακής εποπτικής συνεργασίας και ιδίως θα προκύπτει από τη φύση και την κλίμακα των επιπτώσεων στις αγορές κινητών αξιών και στην προστασία των επενδυτών στο κράτος μέλος υποδοχής, όπως π.χ. η κατά περίπτωση ή περιοδική ανταλλαγή πληροφοριών, διαβούλευση και συνδρομή.

(155)

Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ σχετικά με τις λεπτομέρειες που αφορούν εξαιρέσεις, τη διασαφήνιση των ορισμών, τα κριτήρια για την αξιολόγηση των σκοπούμενων αποκτήσεων συμμετοχής μιας επιχείρησης επενδύσεων, Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ., τις οργανωτικές απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων, τις υποχρεώσεις του επαγγελματικής συμπεριφοράς για την παροχή υπηρεσιών επενδύσεων, την εκτέλεση των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς όρους για τον πελάτη, τη διαχείριση των εντολών πελατών, τις συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους, τις περιστάσεις που επιβάλλουν απαίτηση πληροφόρησης στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή στους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΟΜΔ και στους διαχειριστές ρυθμιζόμενης αγοράς, τις συνθήκες που συνιστούν σημαντική ζημία για τα συμφέροντα των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς για τους σκοπούς της αναστολής και απόσυρσης χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ, ΟΜΔ ή ρυθμιζόμενη αγορά, τις αγορές ανάπτυξης των ΜΜΕ, τα όρια πέραν των οποίων ισχύουν οι υποχρεώσεις αναφοράς της θέσης και τα κριτήρια βάσει των οποίων η λειτουργία τόπου διαπραγμάτευσης σε κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδους σημασίας για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών. Έχει ιδιαίτερη σημασία η Επιτροπή να διεξάγει τις κατάλληλες διαβουλεύσεις στο πλαίσιο των οικείων προπαρασκευαστικών εργασιών, συμπεριλαμβανομένων και των εργασιών σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(156)

Τα τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες θα πρέπει να διασφαλίζουν συνεπή εναρμόνιση και επαρκή προστασία των επενδυτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που επενδύουν σε δομημένες καταθέσεις, και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Ως όργανο με πολύ εξειδικευμένη εμπειρογνωσία, η ανάθεση στην ΕΑΚΑΑ της σύνταξης σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που δεν θα περιλαμβάνουν πολιτικές επιλογές, προς υποβολή στην Επιτροπή, θα ήταν μια αποτελεσματική και ορθή επιλογή. Για να διασφαλίζεται συνεπής προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών σε όλους τους τομείς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά της, στο μέτρο του δυνατού, σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ») που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (38) και την ΕΑΑΕΣ.

(157)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που έχει καταρτίσει η ΕΑΚΑΑ σχετικά με απαλλαγές που αφορούν δραστηριότητες που θεωρούνται επικουρικές των κυρίων δραστηριοτήτων, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται και ορισμένες απαιτήσεις στο πλαίσιο των διαδικασιών έγκρισης και απόρριψης των αιτήσεων άδειας λειτουργίας των επιχειρήσεων επενδύσεων, σχετικά με την απόκτηση ειδικής συμμετοχής, σχετικά με τις αλγοριθμικές συναλλαγές, σχετικά με την υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους, σχετικά με την αναστολή και απόσυρση χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ ή ΟΜΔ, σχετικά με την ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άσκησης δραστηριοτήτων, σχετικά με την ίδρυση υποκαταστήματος, σχετικά με την προσαρμοστικότητα των συστημάτων, τα μέτρα διακοπής συναλλαγών και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, σχετικά με τα μεγέθη μεταβολής τιμών, σχετικά με τον συγχρονισμό των συναλλακτικών ρολογιών, σχετικά με την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση, σχετικά με τα όρια θέσεων και τους ελέγχους για τη διαχείριση θέσεων σε παράγωγα βασικών εμπορευμάτων, σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αιτήσεων αδειοδότησης των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, σχετικά με τις οργανωτικές απαιτήσεις για Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. και Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. και σχετικά με τη συνεργασία αρμοδίων αρχών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(158)

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Στην ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ανατεθεί η σύνταξη σχεδίων εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προς υποβολή στην Επιτροπή σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης των αιτήσεων άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων επενδύσεων, σχετικά με την απόκτηση ειδικής συμμετοχής, σχετικά με τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίησης των συναλλαγών σε ΠΜΔ και ΜΟΔ, σχετικά με την αναστολή και απόσυρση χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση, σχετικά με την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και άσκησης δραστηριοτήτων επενδύσεων, σχετικά με την ίδρυση υποκαταστήματος, σχετικά με την αναφορά της θέσης που κατέχουν ορισμένες κατηγορίες κατόχων θέσεων, σχετικά με τις διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης των αιτήσεων αδειοδότησης, σχετικά με τις διαδικασίες και τα έντυπα για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τη δημοσίευση αποφάσεων, σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας, σχετικά με τη συνεργασία αρμοδίων αρχών, σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και σχετικά με τις διαβουλεύσεις πριν την αδειοδότηση επιχείρησης επενδύσεων.

(159)

Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αξιολογώντας τη λειτουργία των ΜΟΔ, τη λειτουργία του καθεστώτος για τις αγορές ανάπτυξης των ΜΜΕ, τις επιπτώσεις των απαιτήσεων σχετικά με τις αυτοματοποιημένες και υψηλής συχνότητας συναλλαγές, την εμπειρία με το μηχανισμό απαγόρευσης ορισμένων προϊόντων ή πρακτικών και τις επιπτώσεις των μέτρων σχετικά με τις αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων.

(160)

Έως την 1η Ιανουαρίου 2018, η Επιτροπή θα πρέπει να εκπονήσει έκθεση στην οποία θα αξιολογούνται οι δυνητικές επιπτώσεις που θα έχει η λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται για την εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης και των απαιτήσεων παροχής περιθωρίου ασφαλείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 στις τιμές της ενέργειας και στη λειτουργία της αγοράς ενέργειας. Εάν κριθεί σκόπιμο, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ή τροποποίηση του σχετικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης ειδικής τομεακής νομοθεσίας όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011.

(161)

Η οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (39) παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν σε διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) να παρέχουν ορισμένες επενδυτικές υπηρεσίες επιπλέον της συλλογικής διαχείρισης εναλλακτικών επενδυτικών κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου επενδύσεων, επενδυτικών συμβουλών, φύλαξης και διοικητικής διαχείρισης μετοχών ή μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, καθώς και λήψης και διαβίβασης εντολών σχετικών με χρηματοπιστωτικά μέσα. Δεδομένου ότι οι απαιτήσεις που διέπουν την παροχή αυτών των υπηρεσιών εναρμονίζονται εντός της Ένωσης, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων στους οποίους έχει δοθεί η άδεια από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε υποχρέωση λήψης επιπρόσθετης άδειας στο κράτος μέλος υποδοχής ούτε σε οιοδήποτε άλλο μέτρο που παράγει τα ίδια αποτελέσματα.

(162)

Βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες και προτίθενται να τις παρέχουν σε κράτη μέλη πλην του κράτους μέλους καταγωγής τους πρέπει να πληρούν πρόσθετες εθνικές απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης χωριστής νομικής οντότητας. Προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια στη διασυνοριακή παροχή εναρμονισμένων επενδυτικών υπηρεσιών και να διασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των οντοτήτων που παρέχουν τις ίδιες επενδυτικές υπηρεσίες με βάση τις ίδιες νομικές απαιτήσεις, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες θα πρέπει να μπορούν να τις παρέχουν σε διασυνοριακή βάση, με την επιφύλαξη κατάλληλων απαιτήσεων κοινοποίησης, στο πλαίσιο της άδειας που έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους.

(163)

Συνεπώς, η οδηγία 2011/61/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(164)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, και συγκεκριμένα η δημιουργία ενοποιημένης χρηματοπιστωτικής αγοράς στην οποία οι επενδυτές προστατεύονται επαρκώς, ενώ διασφαλίζεται παράλληλα η αποτελεσματικότητα και η ακεραιότητα του συνόλου της αγοράς, απαιτεί τη θέσπιση κοινών κανονιστικών προϋποθέσεων για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, όπου και αν έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης, και για τη λειτουργία των ρυθμιζόμενων αγορών και των άλλων συστημάτων συναλλαγών κατά τρόπο ώστε η έλλειψη διαφάνειας σε συγκεκριμένη αγορά ή η δυσλειτουργία της να μη θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική λειτουργία του συνόλου του ενωσιακού χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της παρούσας οδηγίας, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(165)

Λόγω των αυξημένων καθηκόντων που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται επαρκείς ανθρώπινοι και χρηματοοικονομικοί πόροι.

(166)

Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη, ιδίως το δικαίωμα προστασίας προσωπικών δεδομένων, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην προστασία του καταναλωτή, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, το δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη και πρέπει να εφαρμοστεί σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

(167)

Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και εξέδωσε τη γνωμοδότησή του στις 10 Φεβρουαρίου 2012 (40).

(168)

Σύμφωνα με την Κοινή Πολιτική Δήλωση των κρατών μελών και της Επιτροπής σχετικά με τα επεξηγηματικά έγγραφα της 28ης Σεπτεμβρίου 2011 (41), τα κράτη μέλη ανέλαβαν να συνοδεύσουν, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, την κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο με ένα ή περισσότερα έγγραφα στα οποία θα επεξηγείται η σχέση ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία μιας οδηγίας και στα αντίστοιχα μέρη των νομικών πράξεων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο. Όσον αφορά την παρούσα οδηγία, ο νομοθέτης θεωρεί ότι η διαβίβαση τέτοιων εγγράφων είναι δικαιολογημένη.

(169)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας των προϋπαρχουσών οδηγιών. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται κατ’ ουσία απορρέει από τις προϋπάρχουσες οδηγίες.

(170)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο και την ημερομηνία εφαρμογής των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα III μέρος Β,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων, στους διαχειριστές αγοράς, στους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος εντός της Ένωσης.

2.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει απαιτήσεις ως προς τα ακόλουθα:

α)

όροι για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων,

β)

παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος,

γ)

χορήγηση άδειας λειτουργίας και λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών,

δ)

χορήγηση άδειας λειτουργίας και λειτουργία παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και

ε)

εποπτεία, συνεργασία και εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές.

3.   Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν/ασκούν μία ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες:

α)

το άρθρο 2 παράγραφος 2, το άρθρο 9 παράγραφος 3 και τα άρθρα 14 και 16 έως 20,

β)

το κεφάλαιο II του τίτλου II, εκτός του άρθρου 29 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο,

γ)

το κεφάλαιο III του τίτλου II, εκτός του άρθρου 34 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 35 παράγραφοι 2 έως 6 και 9,

δ)

τα άρθρα 67 έως 75 και τα άρθρα 80, 85 και 86.

4.   Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε επιχειρήσεις επενδύσεων και σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα και επιχειρήσεις πωλούν ή συμβουλεύουν πελάτες σχετικά με δομημένες καταθέσεις:

α)

το άρθρο 9 παράγραφος 3, το άρθρο 14 και το άρθρο 16 παράγραφοι 2, 3 και 6,

β)

τα άρθρα 23 έως 26, το άρθρο 28 και το άρθρο 29, εκτός του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 αυτού, και το άρθρο 30, και

γ)

τα άρθρα 67 έως 75.

5.   Το άρθρο 17 παράγραφοι 1 έως 6 εφαρμόζεται επίσης στα μέλη ή τους συμμετέχοντες ρυθμιζόμενων αγορών και ΠΜΔ που δεν έχουν την υποχρέωση να αδειοδοτούνται στη βάση της παρούσας οδηγίας, δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχεία α), ε), θ) και ι).

6.   Τα άρθρα 57 και 58 εφαρμόζονται επίσης σε πρόσωπα που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 2.

7.   Όλα τα πολυμερή συστήματα χρηματοπιστωτικών μέσων λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου II για τους ΠΜΔ ή τους ΜΟΔ, ή τις διατάξεις του Τίτλου III για τις ρυθμιζόμενες αγορές.

Επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, σε οργανωμένη, συχνή, συστηματική και ουσιαστική βάση, διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούνται εντολές πελατών, εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ ή ΜΟΔ, λειτουργούν σύμφωνα με τον τίτλο III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 23 και του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, όλες οι συναλλαγές χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο και που δεν συνάπτονται σε πολυμερή συστήματα ή συστηματικούς εσωτερικοποιητές πρέπει να συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις του τίτλου III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Άρθρο 2

Εξαιρέσεις

1.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α)

στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητες αντασφάλισης και αντεκχώρησης που αναφέρονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, όταν ασκούν τις δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται η εν λόγω οδηγία,

β)

στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων,

γ)

στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτική υπηρεσία περιστασιακά στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της υπηρεσίας αυτής,

δ)

στα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία δεν είναι παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών και δεν παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες σε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα πλην των παραγώγων επί εμπορευμάτων ή των δικαιωμάτων εκπομπής ή των παραγώγων επί των δικαιωμάτων αυτών, εκτός εάν τα πρόσωπα αυτά:

i)

είναι ειδικοί διαπραγματευτές (market makers),

ii)

είναι μέλη ή συμμετέχουν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ΠΜΔ ή έχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης,

iii)

εφαρμόζουν αλγοριθμική συναλλακτική τεχνική υψηλής συχνότητας ή

iv)

διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών.

Τα πρόσωπα που εξαιρούνται βάσει των στοιχείων α), θ) ή ι) δεν είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς τους όρους του παρόντος στοιχείου για να ισχύει η εξαίρεσή τους,

ε)

στους διαχειριστές με υποχρεώσεις συμμόρφωσης βάσει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ οι οποίοι, όταν διαπραγματεύονται δικαιώματα εκπομπής, δεν εκτελούν εντολές πελατών και δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες πέραν του να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, με την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κάποια αλγοριθμική συναλλακτική τεχνική υψηλής συχνότητας,

στ)

στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων,

ζ)

στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται μόνο στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων και στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων,

η)

στα μέλη του ΕΣΚΤ και στους άλλους εθνικούς οργανισμούς που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες στην Ένωση, στους λοιπούς δημόσιους φορείς που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του στην Ένωση και σε διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που έχουν συγκροτηθεί από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και οι οποίοι έχουν ως σκοπό να κινητοποιούν χρηματοδοτήσεις και να προσφέρουν χρηματοοικονομική υποστήριξη προς όφελος των μελών τους που πλήττονται ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης,

θ)

στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στα ταμεία συντάξεων, είτε υπόκεινται σε συντονισμό σε επίπεδο Ένωσης είτε όχι, και στους θεματοφύλακες και διαχειριστές αυτών των οργανισμών,

ι)

στα πρόσωπα:

i)

τα οποία διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των ειδικών διαπραγματευτών, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, εξαιρουμένων των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή

ii)

που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, στους πελάτες ή τους προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους,

υπό τον όρο ότι:

σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις χωριστά και ως σύνολο αυτό αποτελεί παρεπόμενη δραστηριότητα ως προς την κύρια δραστηριότητά τους, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου, και ότι η εν λόγω κύρια δραστηριότητά τους δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας ούτε η άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή το να δρουν ως ειδικοί διαπραγματευτές για παράγωγα επί εμπορευμάτων,

τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κάποια αλγοριθμική συναλλακτική τεχνική υψηλής συχνότητας, και

τα εν λόγω πρόσωπα κοινοποιούν σε ετήσια βάση στη σχετική αρμόδια αρχή ότι κάνουν χρήση της εξαίρεσης αυτής και, εάν τους ζητηθεί, αναφέρουν στην αρμόδια αρχή τη βάση πάνω στην οποία στηρίζουν την πεποίθησή τους ότι η δραστηριότητά τους στο πλαίσιο των σημείων i) και ii) είναι παρεπόμενη ως προς την κύρια δραστηριότητά τους,

ια)

στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών,

ιβ)

στις ενώσεις που συγκροτούνται από δανικά και φινλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία με μοναδικό σκοπό τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των ταμείων που είναι μέλη τους,

ιγ)

στους «agenti di cambio» των οποίων οι δραστηριότητες και τα καθήκοντα διέπονται από το άρθρο 201 του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος αριθ. 58 της 24ης Φεβρουαρίου 1998,

ιδ)

στους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ ή στο άρθρο 2 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει των εν λόγω οδηγιών, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 ή βάσει των κωδικών των δικτύων ή κατευθυντήριων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω κανονισμών, στα πρόσωπα που ενεργούν ως πάροχοι υπηρεσιών για λογαριασμό τους για να ασκούν τα καθήκοντά τους βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων ή βάσει των κωδικών των δικτύων ή των κατευθυντηρίων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των κανονισμών αυτών και σε κάθε φορέα διαχείρισης ή εκμετάλλευσης μηχανισμού εξισορρόπησης ενέργειας ή δικτύου ή συστήματος αγωγών για τη διατήρηση ισορροπίας μεταξύ παροχής και κατανάλωσης ενέργειας, όταν ασκούν τα καθήκοντα αυτά.

Η εξαίρεση αυτή ισχύει για πρόσωπα τα οποία ασκούν τις δραστηριότητες που περιγράφηκαν στο παρόν σημείο μόνον όταν ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες ή παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σχετικές με παράγωγα επί εμπορευμάτων στο πλαίσιο της άσκησης των δραστηριοτήτων αυτών. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά τη λειτουργία μιας δευτερογενούς αγοράς, περιλαμβανομένων των συστημάτων για συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών δικαιωμάτων μεταφοράς στη δευτερογενή αγορά,

ιε)

στα ΚΑΤ που ρυθμίζονται ως τέτοια δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, στον βαθμό που ρυθμίζονται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.

2.   Τα δικαιώματα που απορρέουν από την παρούσα οδηγία δεν εκτείνονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από αντισυμβαλλομένους σε πράξεις που διενεργούνται από δημόσιους φορείς που χειρίζονται το δημόσιο χρέος ή από μέλη του ΕΣΚΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και με το πρωτόκολλο αριθ. 4 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή κατά την άσκηση ισοδύναμων καθηκόντων δυνάμει εθνικών διατάξεων.

3.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 89 με σκοπό να αποσαφηνιστεί για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ) πότε μια δραστηριότητα ασκείται με περιστασιακό τρόπο.

4.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο ι), τα κριτήρια βάσει των οποίων μια δραστηριότητα θεωρείται παρεπόμενη της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας σε επίπεδο ομίλου.

Στα κριτήρια αυτά λαμβάνονται υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η αναγκαιότητα αυτές οι παρεπόμενες δραστηριότητες να αποτελούν μειονότητα των δραστηριοτήτων σε επίπεδο ομίλου,

β)

ο όγκος της συναλλακτικής δραστηριότητάς τους σε σύγκριση με τη συνολική συναλλακτική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη κατηγορία στοιχείων ενεργητικού.

Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσο οι παρεπόμενες δραστηριότητες αποτελούν μειονότητα των δραστηριοτήτων σε επίπεδο ομίλου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ορίζει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο όγκος των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή της παρεπόμενης δραστηριότητας σε σχέση με τον όγκο των κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή των κύριων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ωστόσο, ο παράγοντας αυτός δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκής για να τεκμηριώνεται ότι η δραστηριότητα είναι παρεπόμενη της κύριας επιχειρηματικής δραστηριότητας του ομίλου.

Οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο εξετάζονται σε επίπεδο ομίλου.

Από τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο και στο τρίτο εδάφιο εξαιρούνται:

α)

οι εντός ομίλου συναλλαγές κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, που εξυπηρετούν σκοπούς διαχείρισης της ρευστότητας ή των κινδύνων εντός του ομίλου,

β)

συναλλαγές σε παράγωγα που αποδεικνύεται με αντικειμενική μέτρηση ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης της επιχείρησης,

γ)

συναλλαγές σε παράγωγα επί εμπορευμάτων και δικαιώματα εκπομπής, που εκτελούνται με σκοπό την εκπλήρωση υποχρέωσης για την παροχή ρευστότητας σε τόπο διαπραγμάτευσης, όταν οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται από ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ή εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, ή από τόπους διαπραγμάτευσης.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 3

Προαιρετικές εξαιρέσεις

1.   Ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόσει την παρούσα οδηγία σε πρόσωπα των οποίων είναι το κράτος μέλος καταγωγής, με την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες των προσώπων αυτών έχουν αδειοδοτηθεί και ρυθμίζονται σε εθνικό επίπεδο και αυτά τα πρόσωπα:

α)

δεν επιτρέπεται να διατηρούν στην κατοχή τους χρήματα πελατών ή κινητές αξίες πελατών και ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να είναι οφειλέτες των πελατών τους,

β)

δεν επιτρέπεται να παρέχουν καμία επενδυτική υπηρεσία, εκτός από τη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και/ή την παροχή επενδυτικών συμβουλών που σχετίζονται με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα, και

γ)

κατά την παροχή της υπηρεσίας αυτής επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές μόνο σε:

i)

επιχειρήσεις επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία,

ii)

πιστωτικά ιδρύματα με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ,

iii)

υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων με άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα, υποκείμενα σε και συμμορφούμενα με κανόνες προληπτικής εποπτείας που κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών είναι τουλάχιστον εξίσου αυστηροί με τους οριζόμενους στην παρούσα οδηγία, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στην οδηγία 2013/36/ΕΕ,

iv)

οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που βάσει της άδειας λειτουργίας που έχουν λάβει σε κράτος μέλος δύνανται να διαθέτουν μερίδια στο κοινό, και διαχειριστές τέτοιων οργανισμών, ή

v)

επιχειρήσεις επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου, κατά την έννοια του άρθρου 17 παράγραφος 7 της οδηγίας 2012/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (42), οι τίτλοι των οποίων είναι εισηγμένοι ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά κράτους μέλους, ή

δ)

επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά σε εμπορεύματα, δικαιώματα εκπομπής και/ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, με μοναδικό σκοπό την αντιστάθμιση εμπορικών κινδύνων των πελατών τους, όταν οι εν λόγω πελάτες είναι αποκλειστικά τοπικές επιχειρήσεις ηλεκτρισμού όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 35 της οδηγίας 2009/72/ΕΚ και/ή επιχειρήσεις φυσικού αερίου όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ, και εφόσον οι πελάτες αυτοί κατέχουν από κοινού το 100 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου των εν λόγω προσώπων, ασκούν έλεγχο από κοινού και καλύπτονται από την εξαίρεση του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) της παρούσας οδηγίας εάν παρέχουν οι ίδιοι αυτές τις επενδυτικές υπηρεσίες, ή

ε)

επιχειρήσεις που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά σε δικαιώματα εκπομπής και/ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, με μοναδικό σκοπό την αντιστάθμιση εμπορικών κινδύνων των πελατών τους, όταν οι πελάτες αυτοί είναι αποκλειστικά διαχειριστές όπως ορίζονται στο άρθρο 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2003/87/ΕΚ, και εφόσον οι πελάτες αυτοί κατέχουν από κοινού το 100 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου των ανωτέρω προσώπων, ασκούν έλεγχο από κοινού και καλύπτονται από την εξαίρεση του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) της παρούσας οδηγίας εάν παρέχουν οι ίδιοι αυτές τις επενδυτικές υπηρεσίες.

2.   Τα καθεστώτα των κρατών μελών επιβάλλουν στα πρόσωπα στα οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 απαιτήσεις οι οποίες είναι τουλάχιστον ανάλογες με τις ακόλουθες απαιτήσεις βάσει της παρούσας οδηγίας:

α)

όροι και διαδικασίες αδειοδότησης και συνεχούς εποπτείας βάσει των προβλεπόμενων στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 και 3, στα άρθρα 7 έως 10 και στα άρθρα 21, 22 και 23 και στις αντίστοιχες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εγκρίνει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 89,

β)

υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας που καθορίζονται στο άρθρο 24 παράγραφοι 1, 3, 4, 5, 7 και 10 και στο άρθρο 25 παράγραφοι 2, 5 και 6 και, εφόσον το εθνικό καθεστώς επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να διορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους, στο άρθρο 29, καθώς και στα αντίστοιχα μέτρα εφαρμογής,

γ)

οργανωτικές υποχρεώσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 16 παράγραφος 3 πρώτο, έκτο και έβδομο εδάφιο και στο άρθρο 16 παράγραφοι 6 και 7 και στις αντίστοιχες κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εγκρίνει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 89.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα πρόσωπα που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου να καλύπτονται από σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών αναγνωρισμένο σύμφωνα με την οδηγία 97/9/ΕΚ. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να μην καλύπτονται από ένα τέτοιο σύστημα, εάν διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής αποζημίωσης μέσω της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους, του προφίλ κινδύνου και της νομικής φύσης των προσώπων που εξαιρούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εξασφαλίζεται ισοδύναμη προστασία των πελατών τους.

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη που ήδη διαθέτουν τέτοιες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις πριν από τις 2 Ιουλίου 2014 μπορούν, μέχρι τις 3 Ιουλίου 2019, να απαιτούν, όταν τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την παρούσα οδηγία σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών και/ή της παροχής επενδυτικών συμβουλών σχετικών με μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και ενεργούν ως διαμεσολαβητές με μια εταιρεία διαχείρισης, σύμφωνα με τον σχετικό ορισμό της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, να είναι τα εν λόγω πρόσωπα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνα μαζί με την εταιρεία διαχείρισης για τυχόν ζημίες του πελάτη σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές.

3.   Τα πρόσωπα που εξαιρούνται από την παρούσα οδηγία δυνάμει της παραγράφου 1 δεν απολαύουν της προβλεπόμενης στα άρθρα 34 και 35 αντιστοίχως ελευθερίας παροχής υπηρεσιών ή άσκησης δραστηριοτήτων ή εγκατάστασης υποκαταστημάτων.

4.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ ότι θα εφαρμόσουν τις προαιρετικές εξαιρέσεις του παρόντος άρθρου και εξασφαλίζουν ότι κάθε άδεια που χορηγούν σύμφωνα με την παράγραφο 1 αναφέρει ότι χορηγείται σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

5.   Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που είναι ανάλογες προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 4

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«επιχείρηση επενδύσεων»: κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου η συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η παροχή μιας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους και/ή η άσκηση μιας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση.

Τα κράτη μέλη μπορούν να περιλαμβάνουν στον ορισμό των επιχειρήσεων επενδύσεων και επιχειρήσεις που δεν είναι νομικά πρόσωπα, εφόσον:

α)

το νομικό τους καθεστώς διασφαλίζει επίπεδο προστασίας των συμφερόντων των τρίτων ισοδύναμο με το προσφερόμενο από τα νομικά πρόσωπα και

β)

υπόκεινται σε ισοδύναμη και προσαρμοσμένη στη νομική τους μορφή προληπτική εποπτεία.

Ωστόσο, εάν φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες που συνεπάγονται την κατοχή κεφαλαίων ή κινητών αξιών τρίτων, το πρόσωπο αυτό μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση επενδύσεων για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 μόνον εφόσον, με την επιφύλαξη των άλλων απαιτήσεων της παρούσας οδηγίας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, το εν λόγω πρόσωπο πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα δικαιώματα κυριότητας των τρίτων επί των μέσων και των κεφαλαίων πρέπει να διασφαλίζονται, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης ή των ιδιοκτητών της, κατάσχεσης, συμψηφισμού ή κάθε άλλης προβολής αξιώσεων εκ μέρους των δανειστών της επιχείρησης ή των ιδιοκτητών της,

β)

η επιχείρηση πρέπει να υπόκειται σε κανόνες εποπτείας της φερεγγυότητάς της και εκείνης των ιδιοκτητών της,

γ)

οι ετήσιοι λογαριασμοί της επιχείρησης πρέπει να ελέγχονται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα τα οποία, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, νομιμοποιούνται να ελέγχουν λογαριασμούς,

δ)

εάν η επιχείρηση έχει έναν μόνο ιδιοκτήτη, το εν λόγω πρόσωπο οφείλει να λαμβάνει μέτρα για την προστασία των επενδυτών σε περίπτωση παύσης των δραστηριοτήτων της επιχείρησης λόγω θανάτου ή ανικανότητάς του ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας κατάστασης,

2)

«επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες του τμήματος Α του παραρτήματος I οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα μέσα που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος I.

Η Επιτροπή εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 89, που προσδιορίζουν:

α)

τις συμβάσεις παράγωγου μέσου στις οποίες αναφέρεται το τμήμα Γ.6 του παραρτήματος I, που έχουν τα χαρακτηριστικά ενεργειακών προϊόντων χονδρικής που πρέπει να εκκαθαρίζονται με φυσική παράδοση, και τις συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ.6,

β)

τις συμβάσεις παράγωγου μέσου στις οποίες αναφέρεται το τμήμα Γ.7 του παραρτήματος I και έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων,

γ)

τις συμβάσεις παράγωγου μέσου στις οποίες αναφέρεται το τμήμα Γ.10 του παραρτήματος I και έχουν τα χαρακτηριστικά άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον είναι διαπραγματεύσιμες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΣΠ ή ΜΟΔ,

3)

«παρεπόμενη υπηρεσία»: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στο τμήμα Β του παραρτήματος I,

4)

«επενδυτική συμβουλή»: η παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεώς του είτε με πρωτοβουλία της επιχείρησης επενδύσεων, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα,

5)

«εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών»: η διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών και περιλαμβάνει τη σύναψη συμφωνιών πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδονται από επιχείρηση επενδύσεων ή πιστωτικό ίδρυμα κατά τη στιγμή της έκδοσής τους,

6)

«διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό»: η διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην κατάρτιση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα,

7)

«ειδικός διαπραγματευτής (market maker)»: πρόσωπο που δραστηριοποιείται στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε συνεχή βάση, και αναλαμβάνει να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό αγοράζοντας και πωλώντας χρηματοπιστωτικά μέσα έναντι ιδίων κεφαλαίων σε τιμές που έχει καθορίσει ο ίδιος,

8)

«διαχείριση χαρτοφυλακίου»: η διαχείριση, με εντολή του πελάτη και υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα,

9)

«πελάτης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες,

10)

«επαγγελματίας πελάτης»: πελάτης που πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο παράρτημα II,

11)

«ιδιώτης πελάτης»: κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας πελάτης,

12)

«αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ»: ένας ΠΜΔ που έχει καταχωριστεί ως αγορά για την ανάπτυξη ΜΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 33,

13)

«μικρομεσαία επιχείρηση»: για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, μια εταιρεία που έχει μέση κεφαλαιοποίηση μικρότερη από 200 000 000 EUR με βάση τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους, για τα τρία τελευταία ημερολογιακά έτη,

14)

«οριακή εντολή» (limit order): εντολή αγοράς ή πώλησης χρηματοπιστωτικού μέσου σε συγκεκριμένη οριακή ή καλύτερη τιμή και για συγκεκριμένη ποσότητα,

15)

«χρηματοπιστωτικό μέσο»: τα μέσα που προσδιορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος I,

16)

«συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων Γ.6»: συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου, αναφερόμενη στο τμήμα Γ.6 του παραρτήματος I η οποία σχετίζεται με άνθρακα ή πετρέλαιο υπό διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ και πρέπει να εκκαθαριστεί με φυσική παράδοση,

17)

«μέσα χρηματαγοράς»: κατηγορίες μέσων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως στη χρηματαγορά, όπως τα έντοκα γραμμάτια, τα αποδεικτικά κατάθεσης και τα εμπορικά γραμμάτια, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής,

18)

«διαχειριστής αγοράς»: πρόσωπο ή πρόσωπα που διευθύνουν και/ή διαχειρίζονται τις δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς και μπορεί να είναι και η ίδια η ρυθμιζόμενη αγορά,

19)

«πολυμερές σύστημα» οποιοδήποτε σύστημα ή μηχανισμός στο οποίο πλείονα ενδιαφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να αλληλεπιδρούν στο σύστημα,

20)

«συστηματικός εσωτερικοποιητής» (systematic internaliser): επιχείρηση επενδύσεων η οποία διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό κατά τρόπο οργανωμένο, συχνά, συστηματικά και σε σημαντικό βαθμό, όταν εκτελεί εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ, χωρίς να λειτουργεί πολυμερές σύστημα.

O συχνός και συστηματικός χαρακτήρας μετράται με τον αριθμό των συναλλαγών στο χρηματοπιστωτικό μέσο που συνάπτονται από την επιχείρηση επενδύσεων εκτός τόπου διαπραγμάτευσης για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελεί εντολές πελατών. O σημαντικός βαθμός μετράται είτε βάσει του μεγέθους των συναλλαγών που συνάπτονται εκτός τόπου διαπραγμάτευσης από την επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις συνολικές συναλλαγές της επιχείρησης επενδύσεων σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο είτε βάσει του μεγέθους των συναλλαγών που συνάπτονται εκτός τόπου διαπραγμάτευσης από την επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις συνολικές συναλλαγές στην Ένωση σε συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο. Ο χαρακτηρισμός ως συστηματικού εσωτερικοποιητή ισχύει μόνο όταν πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις, τόσο ο συχνός και συστηματικός χαρακτήρας, όσο και ο σημαντικός βαθμός, ή όταν μια επιχείρηση επενδύσεων επιλέγει να δραστηριοποιηθεί ως συστηματικός εσωτερικοποιητής,

21)

«ρυθμιζόμενη αγορά»: πολυμερές σύστημα το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων – εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του οι οποίοι δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια –κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων και/ή των συστημάτων του, και το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τον τίτλο III της παρούσας οδηγίας,

22)

«πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ»: πολυμερές σύστημα το οποίο διαχειρίζεται επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων –εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια – κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο II της παρούσας οδηγίας,

23)

«μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης» ή «ΜΟΔ»: πολυμερές σύστημα, άλλο από ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, και στο οποίο πλείονα συμφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση ομολόγων, δομημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, δικαιωμάτων εκπομπής και παράγωγων μέσων δύνανται να αλληλεπιδρούν στο εσωτερικό του κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον τίτλο II της παρούσας οδηγίας,

24)

«τόπος διαπραγμάτευσης»: ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ,

25)

«ρευστή αγορά»: αγορά χρηματοπιστωτικού μέσου ή κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων, όπου υπάρχουν έτοιμοι και πρόθυμοι αγοραστές και πωλητές σε συνεχή βάση, η οποία αξιολογείται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη δομή αγοράς του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ή της συγκεκριμένης κατηγορίας χρηματοπιστωτικών μέσων:

α)

μέση συχνότητα και μέσο μέγεθος των συναλλαγών για ένα φάσμα συνθηκών αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον κύκλο ζωής των προϊόντων εντός της κατηγορίας των χρηματοπιστωτικών μέσων,

β)

αριθμός και είδος συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένου του λόγου των συμμετεχόντων στην αγορά προς τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση για συγκεκριμένο προϊόν,

γ)

μέσο άνοιγμα τιμών όπου είναι διαθέσιμο,

26)

«αρμόδια αρχή»: η αρχή την οποία ορίζει κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 67, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία,

27)

«πιστωτικό ίδρυμα»: το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

28)

«εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ»: η εταιρεία διαχείρισης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (43),

29)

«συνδεδεμένος αντιπρόσωπος»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μιας και μόνης επιχείρησης επενδύσεων για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, διαφημίζει τις επενδυτικές και/ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, τοποθετεί χρηματοπιστωτικά μέσα ή παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,

30)

«υποκατάστημα»: τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, ο οποίος αποτελεί τμήμα επιχείρησης επενδύσεων, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες, ενδεχομένως δε και παρεπόμενες δραστηριότητες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει αδειοδοτηθεί· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στο αυτό κράτος μέλος από επιχείρηση επενδύσεων με την έδρα της σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα,

31)

«ειδική συμμετοχή»: άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων που αντιπροσωπεύει το 10 % τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (44), λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης επενδύσεων στην οποία υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή,

32)

«μητρική επιχείρηση»: η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 9 και του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45),

33)

«θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 και του άρθρου 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, περιλαμβανομένης κάθε θυγατρικής μιας θυγατρικής επιχείρησης της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών,

34)

«όμιλος»: ο όμιλος κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 11 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ,

35)

«στενοί δεσμοί»: κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με:

α)

σχέση συμμετοχής: δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης,

β)

«σχέση ελέγχου»: δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, σε όλες τις περιπτώσεις του άρθρου 22 παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· κάθε θυγατρική θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών,

γ)

δεσμό με τον οποίο αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου,

36)

«διοικητικό όργανο»: το όργανο ή τα όργανα μιας επιχείρησης επενδύσεων, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, που έχουν οριστεί σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία που έχουν την εξουσία καθορισμού της στρατηγικής, των στόχων και της συνολικής κατεύθυνσης της οντότητας και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκησή της και περιλαμβάνουν πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά τις δραστηριότητες της οντότητας.

Για τα σημεία στα οποία η παρούσα οδηγία αναφέρεται στο διοικητικό όργανο και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι διοικητικές και εποπτικές λειτουργίες του διοικητικού οργάνου ανατίθενται σε διαφορετικά όργανα ή σε διαφορετικά μέλη ενός ενιαίου οργάνου, το κράτος μέλος προσδιορίζει τα όργανα ή τα μέλη του διοικητικού οργάνου που είναι υπεύθυνα σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία,

37)

«ανώτερα στελέχη»: τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες μιας επενδυτικής επιχείρησης, ενός διαχειριστή αγοράς ή ενός παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων και τα οποία είναι υπεύθυνα και υπόλογα απέναντι στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διαχείριση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των πολιτικών σχετικά με τη διάθεση υπηρεσιών και προϊόντων προς τους πελάτες από την επιχείρηση και το προσωπικό της,

38)

«αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό»: συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης μεσολαβεί μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή της συναλλαγής κατά τρόπο που δεν την εκθέτει ποτέ σε κίνδυνο αγοράς καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της συναλλαγής, με αμφότερες τις πλευρές να εκτελούνται ταυτόχρονα, και όπου η συναλλαγή ολοκληρώνεται σε τιμή κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης δεν πραγματοποιεί κανένα κέρδος ή ζημία, πέραν της προμήθειας, αμοιβής ή χρέωσης για τη συναλλαγή που γνωστοποιείται προηγουμένως,

39)

«αλγοριθμικές συναλλαγές»: οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπου ένας αλγόριθμος υπολογιστή καθορίζει αυτόματα επιμέρους παραμέτρους εντολών, όπως π.χ. την απόφαση για την εισαγωγή της εντολής, τον χρόνο, την τιμή ή την ποσότητα της εντολής ή τον τρόπο διαχείρισης της εντολής μετά την εισαγωγή της, με ελάχιστη ή καμία ανθρώπινη παρέμβαση και δεν περιλαμβάνει συστήματα που χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς της δρομολόγησης εντολών σε έναν ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης ή για την επεξεργασία εντολών που δεν καθορίζουν παραμέτρους για την εκτέλεσή τους, ή για την επιβεβαίωση εντολών ή τη μετασυναλλακτική επεξεργασία των συναλλαγών που εκτελέστηκαν,

40)

«τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα»: τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών που χαρακτηρίζεται από:

α)

τη χρήση τεχνολογικής υποδομής για την ελαχιστοποίηση του χρόνου αδράνειας δικτύων ή άλλων συστημάτων πληροφορικής, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μια από τις εξής διευκολύνσεις για την αλγοριθμική εισαγωγή εντολών: συστέγαση συστημάτων, φιλοξενία συστημάτων σε εγγύτητα (proximity hosting) ή άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση υψηλής ταχύτητας,

β)

τον καθορισμό από το σύστημα της απόφασης για την εισαγωγή, την παραγωγή, τη δρομολόγηση ή την εκτέλεση μιας εντολής χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για μεμονωμένες συναλλαγές ή εντολές, και

γ)

υψηλά ημερήσια επίπεδα μηνυμάτων τα οποία αποτελούν εντολές, προσφορές ή ακυρώσεις,

41)

«άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση»: μηχανισμός στο πλαίσιο του οποίου ένα μέλος ή συμμετέχων ή πελάτης ενός τόπου διαπραγμάτευσης επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να χρησιμοποιεί τον κωδικό διαπραγμάτευσής του έτσι ώστε το πρόσωπο αυτό να μπορεί να διαβιβάζει ηλεκτρονικά εντολές σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο απευθείας στον τόπο διαπραγμάτευσης και περιλαμβάνει ρυθμίσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο κάνει χρήση της υποδομής του μέλους ή του συμμετέχοντος ή του πελάτη, ή οποιουδήποτε συστήματος σύνδεσης με τον τόπο διαπραγμάτευσης που παρέχεται από το μέλος ή τον συμμετέχοντα ή τον πελάτη, για τη διαβίβαση εντολών (άμεση πρόσβαση στην αγορά) και ρυθμίσεις όπου η υποδομή αυτή δεν χρησιμοποιείται από ένα πρόσωπο κατευθείαν (κατευθείαν πρόσβαση στην αγορά),

42)

«πρακτική διασταυρούμενων πωλήσεων»: η προσφορά μιας επενδυτικής υπηρεσίας μαζί με μια άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως προϋπόθεση για την ίδια συμφωνία ή πακέτο,

43)

«δομημένη κατάθεση»: κατάθεση όπως ορίζεται με το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46), πλήρως επιστρεπτέα κατά την ημερομηνία λήξης, βάσει όρων υπό τους οποίους τυχόν τόκοι ή ασφάλιστρα καταβάλλονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο σύμφωνα με έναν τύπο που περιλαμβάνει παράγοντες όπως:

α)

έναν δείκτη ή συνδυασμό δεικτών, εξαιρουμένων των καταθέσεων μεταβλητού επιτοκίου των οποίων η απόδοση συνδέεται άμεσα με έναν δείκτη επιτοκίου όπως ο Euribor ή ο Libor,

β)

ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ή συνδυασμό χρηματοπιστωτικών μέσων,

γ)

ένα εμπόρευμα ή συνδυασμό εμπορευμάτων ή άλλων υλικών ή μη υλικών μη ανταλλάξιμων περιουσιακών στοιχείων ή

δ)

μια συναλλαγματική ισοτιμία ή συνδυασμό συναλλαγματικών ισοτιμιών,

44)

«κινητές αξίες»: οι κατηγορίες κινητών αξιών που επιδέχονται διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως:

α)

μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, προσωπικών εταιρειών και άλλων οντοτήτων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα για μετοχές,

β)

ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους καθώς και αποθετήρια έγγραφα για τέτοιες κινητές αξίες,

γ)

κάθε άλλη κινητή αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης παρόμοιων κινητών αξιών ή επιδεχόμενη διακανονισμό με ρευστά διαθέσιμα προσδιοριζόμενο κατ’ αναφορά προς κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη,

45)

«αποθετήρια έγγραφα»: οι κινητές αξίες οι οποίες επιδέχονται διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά και οι οποίες αντιπροσωπεύουν κυριότητα επί των κινητών αξιών αλλοδαπού εκδότη, ενώ μπορούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και η διαπραγμάτευσή τους να γίνεται ανεξάρτητα από τις κινητές αξίες του αλλοδαπού εκδότη,

46)

«διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια»: κεφάλαια των οποίων τουλάχιστον μία κατηγορία μεριδίων ή μετοχών αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ολόκληρη την ημέρα σε τουλάχιστον έναν τόπο διαπραγμάτευσης και με τουλάχιστον έναν ειδικό διαπραγματευτή που ενεργεί για να εξασφαλίσει ότι η αξία των μεριδίων ή των μετοχών στον τόπο διαπραγμάτευσης δεν αποκλίνει σημαντικά από την καθαρή αξία ενεργητικού τους και, κατά περίπτωση, από την ενδεικτική καθαρή αξία ενεργητικού τους,

47)

«πιστοποιητικά»: κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

48)

«δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα»: κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 28) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

49)

«παράγωγα»: κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

50)

«παράγωγα επί εμπορευμάτων»: κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 30) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

51)

«CCP»: ένας CCP (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012,

52)

«εγκεκριμένος μηχανισμός δημοσιοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, άδεια παροχής της υπηρεσίας δημοσιοποίησης αναφορών συναλλαγών για λογαριασμό επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

53)

«πάροχος ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών» ή «Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, άδεια παροχής της υπηρεσίας συγκέντρωσης των αναφορών συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στα άρθρα 6, 7, 10, 12, 13, 20 και 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 από ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ, ΜΟΔ και Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ. και ενοποίησής τους σε συνεχή ηλεκτρονική ροή δεδομένων ταυτόχρονης μετάδοσης, παρέχοντας δεδομένα τιμών και όγκου ανά χρηματοπιστωτικό μέσο,

54)

«εγκεκριμένος μηχανισμός γνωστοποίησης συναλλαγών» ή «Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.»: πρόσωπο το οποίο έχει λάβει, δυνάμει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, άδεια παροχής της υπηρεσίας γνωστοποίησης των λεπτομερειών των συναλλαγών στις αρμόδιες αρχές ή την ΕΑΚΑΑ για λογαριασμό επιχειρήσεων επενδύσεων,

55)

«κράτος μέλος καταγωγής»:

α)

στην περίπτωση επιχειρήσεων επενδύσεων:

i)

εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,

ii)

εάν η επιχείρηση επενδύσεων είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα,

iii)

εάν η επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει, βάσει της εθνικής της νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία,

β)

στην περίπτωση ρυθμιζόμενης αγοράς, το κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρισμένη η ρυθμιζόμενη αγορά ή εάν, βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ρυθμιζόμενης αγοράς,

γ)

στην περίπτωση Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.:

i)

εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία,

ii)

εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται η καταστατική του έδρα,

iii)

εάν ο Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ. δεν έχει, βάσει της εθνικής του νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά του γραφεία,

56)

«κράτος μέλος υποδοχής»: το κράτος μέλος, διάφορο του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο μια επιχείρηση επενδύσεων έχει υποκατάστημα ή παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και/ή ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ή το κράτος μέλος στο οποίο ρυθμιζόμενη αγορά παρέχει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να διευκολύνει την εξ αποστάσεως πρόσβαση μελών ή συμμετεχόντων εγκατεστημένων σε αυτό το ίδιο κράτος μέλος στις διενεργούμενες στο σύστημά της συναλλαγές,

57)

«επιχείρηση τρίτης χώρας»: μια επιχείρηση που θα ήταν πιστωτικό ίδρυμα που θα παρείχε υπηρεσίες επενδύσεων ή θα ασκούσε επενδυτικές δραστηριότητες, ή επιχείρηση επενδύσεων εάν τα κεντρικά γραφεία της ή η καταστατική έδρα της βρίσκονταν εντός της Ένωσης,

58)

«ενεργειακό προϊόν χονδρικής»: τα ενεργειακά προϊόντα χονδρικής όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011,

59)

«παράγωγα επί γεωργικών προϊόντων»: οι συμβάσεις παραγώγων που σχετίζονται με προϊόντα που περιέχονται στο άρθρο 1 και στο παράρτημα I μέρος I έως ΧΧ και XXIV/1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (47),

60)

«εκδότης κρατικών/δημόσιων τίτλων»: οιοσδήποτε από τους ακόλουθους φορείς εκδίδει χρεωστικούς τίτλους:

i)

η Ένωση,

ii)

ένα κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου κυβερνητικού φορέα ή οργανισμού ή εταιρείας ειδικού σκοπού του κράτους μέλους,

iii)

σε περίπτωση ομοσπονδιακού κράτους μέλους, ένα από τα μέλη που συγκροτούν την ομοσπονδία,

iv)

εταιρεία ειδικού σκοπού για διάφορα κράτη μέλη,

v)

ένα διεθνές χρηματοδοτικό ίδρυμα που συστήνεται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, σκοπός του οποίου είναι η κινητοποίηση χρηματοδότησης και η παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας προς όφελος όσων μελών του αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, ή

vi)

η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων·

61)

«κρατικός/δημόσιος χρεωστικός τίτλος»: χρεωστικός τίτλος εκδοθείς από εκδότη κρατικών/δημόσιων τίτλων,

62)

«σταθερό μέσο»: κάθε μέσο το οποίο:

α)

παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά, για το απαιτούμενο από τους σκοπούς των πληροφοριών χρονικό διάστημα, και

β)

επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών,

64)

«πάροχος υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων»: Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ., Π.Ε.ΔΕ.ΣΥ. ή Ε.ΜΗ.ΓΝΩ.ΣΥ.

2.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τον προσδιορισμό ορισμένων τεχνικών στοιχείων των ορισμών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, για να τους προσαρμόσει στις εξελίξεις της αγοράς, τις τεχνολογικές εξελίξεις και την εμπειρία από συμπεριφορές που απαγορεύονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 και για να διασφαλίζεται η ενιαία εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Όροι και διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας

Άρθρο 5

Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας

1.   Κάθε κράτος μέλος απαιτεί για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και/ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων ως συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας σε επαγγελματική βάση τη χορήγηση προηγούμενης άδειας, σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Η εν λόγω άδεια χορηγείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 67.

2.   Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη χορηγούν άδεια σε κάθε διαχειριστή αγοράς να διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως εξακριβώνεται η συμμόρφωσή τους προς το παρόν κεφάλαιο.

3.   Τα κράτη μέλη εγγράφουν σε μητρώο όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες για τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Το μητρώο επικαιροποιείται τακτικά. Κάθε άδεια λειτουργίας γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατάλογο όλων των επιχειρήσεων επενδύσεων στην Ένωση. Ο εν λόγω κατάλογος περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες για τις οποίες κάθε επιχείρηση επενδύσεων έχει λάβει άδεια λειτουργίας και ενημερώνεται τακτικά. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και τηρεί επικαιροποιημένο τον εν λόγω κατάλογο στον ιστότοπό της.

Όταν αρμόδια αρχή ανακαλέσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχεία β), γ) και δ), η εν λόγω ανάκληση παραμένει αναρτημένη στον κατάλογο επί πέντε έτη.

4.   Κάθε κράτος μέλος απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων:

α)

εάν είναι νομικά πρόσωπα, να έχουν τα κεντρικά τους γραφεία στο ίδιο κράτος μέλος όπου έχουν και την καταστατική τους έδρα,

β)

εάν δεν είναι νομικά πρόσωπα ή εάν είναι μεν νομικά πρόσωπα, αλλά βάσει του εθνικού τους δικαίου δεν έχουν καταστατική έδρα, να έχουν τα κεντρικά τους γραφεία στο κράτος μέλος όπου όντως ασκούν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες.

Άρθρο 6

Περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας

1.   Το κράτος μέλος καταγωγής μεριμνά ώστε η άδεια λειτουργίας να προσδιορίζει τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιτρέπεται να παρέχει η επιχείρηση επενδύσεων. Η άδεια λειτουργίας μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες από τις παρεπόμενες υπηρεσίες που απαριθμούνται στο τμήμα Β του Παραρτήματος I. Σε καμία περίπτωση δεν χορηγείται άδεια μόνο για την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών.

2.   Επιχείρηση επενδύσεων που ζητά τη χορήγηση άδειας για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε πρόσθετες επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες ή σε παρεπόμενες υπηρεσίες που δεν είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο χορηγήσεως της αρχικής άδειας υποβάλει αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας της.

3.   Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλη την Ένωση και επιτρέπει στην επιχείρηση επενδύσεων να παρέχει τις υπηρεσίες και να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια, σε όλη την Ένωση, είτε ασκώντας το δικαίωμα εγκατάστασης, μεταξύ άλλων και υποκαταστήματος, είτε μέσω της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.

Άρθρο 7

Διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αιτήσεων χορήγησης άδειας

1.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν δεν έχει πεισθεί πλήρως ότι ο αιτών πληροί όλες τις απαιτήσεις βάσει των διατάξεων που θεσπίζονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

2.   Η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων το οποίο καθορίζει μεταξύ άλλων τα είδη των σκοπούμενων δραστηριοτήτων και την οργανωτική διάρθρωση της επιχείρησης, οι οποίες είναι αναγκαίες για να μπορέσει η αρμόδια αρχή να πεισθεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων έχει θεσπίσει, κατά τη στιγμή της αρχικής αδειοδότησης, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το παρόν κεφάλαιο.

3.   Ο αιτών ενημερώνεται, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη της άδειας λειτουργίας.

4.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίζει:

α)

τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων,

β)

τις απαιτήσεις που ισχύουν για τη διοίκηση των επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 6 και τις πληροφορίες για τις κοινοποιήσεις βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 5,

γ)

τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους μετόχους και τα μέλη με ειδικές συμμετοχές, καθώς και τα εμπόδια που ενδέχεται να παρακωλύσουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής, βάσει του άρθρου 10 παράγραφοι 1 και 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.   H ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες κοινοποίησης ή υποβολής των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 9 παράγραφος 5.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Εκχωρείται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 8

Ανάκληση αδειών

Η αρμόδια αρχή δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας επιχείρησης επενδύσεων εάν η επιχείρηση:

α)

δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ’ αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους έξι μήνες, εκτός εάν στο δίκαιο του οικείου κράτους μέλους προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει,

β)

έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα η συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013,

δ)

έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων σχετικά με τη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων, οι οποίες θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

ε)

εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο με το οποίο ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

Κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 9

Διοικητικό όργανο

1.   Οι αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 5 εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα διοικητικά όργανά τους συμμορφώνονται προς τα άρθρα 88 και 91 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΤ εγκρίνουν από κοινού τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 91 παράγραφος 12 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

2.   Όταν οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια σύμφωνα με το άρθρο 5, μπορούν να επιτρέπουν στα μέλη του διοικητικού οργάνου να κατέχουν μία επιπλέον μη εκτελεστική διοικητική θέση από ό,τι επιτρέπεται δυνάμει του άρθρου 91 παράγραφος 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν σε τακτική βάση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις άδειες αυτές.

Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ συντονίζουν τη συλλογή των πληροφοριών στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και το άρθρο 91 παράγραφος 6 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε σχέση με τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο μιας επιχείρησης επενδύσεων προσδιορίζει, επιβλέπει και έχει την ευθύνη όσον αφορά την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση της επιχείρησης επενδύσεων, περιλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στο πλαίσιο της επιχείρησης επενδύσεων και της πρόληψης συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς και το συμφέρον των πελατών της.

Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που επιβάλλει το άρθρο 88 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, οι ρυθμίσεις αυτές διασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο προσδιορίζει, εγκρίνει και επιβλέπει:

α)

την οργάνωση της επιχείρησης για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ικανοτήτων, των γνώσεων και της εμπειρίας που απαιτούνται για το προσωπικό, τους πόρους, τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις για την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από την επιχείρηση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της και όλες τις απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται η επιχείρηση,

β)

μια πολιτική ως προς τις υπηρεσίες, τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τις λειτουργίες που προσφέρονται ή παρέχονται σύμφωνα με το ανεκτό για την επιχείρηση επίπεδο κινδύνου και τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των πελατών της επιχείρησης προς τους οποίους θα προσφέρονται ή θα παρέχονται, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής κατάλληλων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, όπου απαιτείται,

γ)

μια πολιτική αμοιβών των προσώπων που εμπλέκονται στην παροχή των υπηρεσιών προς τους πελάτες, με στόχο την ενθάρρυνση της υπεύθυνης επιχειρηματικής συμπεριφοράς και της δίκαιης μεταχείρισης των πελατών, καθώς και την αποφυγή των συγκρούσεων συμφερόντων στις σχέσεις με τους πελάτες.

Το διοικητικό όργανο παρακολουθεί και ανά περιόδους αξιολογεί την επάρκεια και την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων της επιχείρησης όσον αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της επιχείρησης επενδύσεων και την επάρκεια των πολιτικών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών στους πελάτες, και προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων.

Τα μέλη του διοικητικού οργάνου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.

4.   Η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας εάν δεν έχει πεισθεί ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου της επιχείρησης επενδύσεων διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία και αφιερώνουν ικανό χρόνο στην άσκηση των καθηκόντων τους στην επιχείρηση επενδύσεων, ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό όργανο της εταιρείας ενδέχεται να αποτελεί απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διαχείρισή της και την επαρκή μέριμνα για τα συμφέροντα των πελατών της και την ακεραιότητα της αγοράς.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή όλα τα μέλη του διοικητικού της οργάνου και κάθε μεταβολή στη σύνθεσή του και να της παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει εάν η επιχείρηση πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 1, 2 και 3.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν τουλάχιστον δύο πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 να διευθύνουν πραγματικά την επιχειρηματική δραστηριότητα μιας αιτούσας επιχείρησης επενδύσεων.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν άδεια σε επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι φυσικά πρόσωπα ή σε επιχειρήσεις επενδύσεων που είναι νομικά πρόσωπα διευθυνόμενα, σύμφωνα με το καταστατικό τους και την εθνική νομοθεσία, από ένα και μόνο φυσικό πρόσωπο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη απαιτούν:

α)

την ύπαρξη εναλλακτικών ρυθμίσεων που να εξασφαλίζουν την ορθή και συνετή διαχείριση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων και την επαρκή μέριμνα για τα συμφέροντα των πελατών της και την ακεραιότητα της αγοράς,

β)

τα εν λόγω φυσικά πρόσωπα να διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία και να αφιερώνουν ικανό χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 10

Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές

1.   Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις επενδύσεων μέχρις ότου πληροφορηθούν την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων ή μελών με ειδική συμμετοχή, φυσικών ή νομικών προσώπων, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών.

Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εφόσον, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διαχείριση της επιχείρησης επενδύσεων, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές.

Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.

2.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

3.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, εάν η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της ορθής και συνετής διαχείρισης της επιχείρησης επενδύσεων, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί η εν λόγω κατάσταση.

Τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν αιτήσεις έκδοσης δικαστικών εντολών ή την επιβολή κυρώσεων κατά διευθυντών και διαχειριστών, ή την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή μέλη.

Άρθρο 11

Κοινοποίηση σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο («υποψήφιος αποκτών»), το οποίο, μεμονωμένα ή μαζί με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική αυτή συμμετοχή, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20 %, του 30 % ή του 50 % ή με αποτέλεσμα η επιχείρηση επενδύσεων να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση («σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει προηγουμένως έγγραφη κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές της επιχείρησης επενδύσεων, στην οποία επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και παρέχοντας τις σχετικές πληροφορίες κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 13 παράγραφος 4.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε επιχείρηση επενδύσεων, να απευθύνει προηγουμένως γραπτή κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής του. Το πρόσωπο αυτό ενημερώνει επίσης τις αρμόδιες αρχές για την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20 %, 30 % ή 50 % ή με αποτέλεσμα η επιχείρηση επενδύσεων να παύσει να είναι θυγατρική του.

Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του 30 % όταν, βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 3 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/109/ΕΚ, εφαρμόζουν το ελάχιστο όριο του ενός τρίτου.

Όταν αξιολογούν εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής του άρθρου 10 και του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δεν λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές που κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής και/ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του τμήματος Α του παραρτήματος I, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.

2.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές, κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 («αξιολόγηση»), διαβουλεύονται εκτενώς μεταξύ τους, στην περίπτωση που ο υποψήφιος αποκτών είναι:

α)

πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής,

β)

μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής, ή

γ)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής.

Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη ή έχει σημασία για την αξιολόγηση της απόκτησης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιούν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της αρμόδιας αρχής που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για την οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής, επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση του υποψήφιου αποκτώντος.

3.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, εάν επιχείρηση επενδύσεων λάβει γνώση οποιασδήποτε απόκτησης ή εκχώρησης συμμετοχών στο κεφάλαιό της με την οποία οι συμμετοχές σε αυτήν υπερβαίνουν ή κατέρχονται των ορίων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σχετικά.

Τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, οι επιχειρήσεις επενδύσεων γνωστοποιούν επίσης στην αρμόδια αρχή τα ονόματα των μετόχων και μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές και τα ποσοστά αυτών των συμμετοχών όπως προκύπτουν, για παράδειγμα, από τις πληροφορίες που ανακοινώνονται στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των μετόχων και μελών ή από την εφαρμογή των ρυθμίσεων που ισχύουν για τις εταιρείες των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.

4.   Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν μέτρα, παρόμοια με τα αναφερόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 3, κατά των προσώπων που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης σε περίπτωση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση των αρμόδιων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβάλλουν, προβλέπουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακυρότητα ή την ακυρωσία των αντίστοιχων ψήφων.

Άρθρο 12

Περίοδος αξιολόγησης

1.   Οι αρμόδιες αρχές, αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που απαιτείται βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, γνωστοποιούν εγγράφως στον υποψήφιο αποκτώντα ότι τις παρέλαβαν.

Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την αξιολόγηση εντός προθεσμίας εξήντα εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που τα κράτη μέλη απαιτούν να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 4 («περίοδος αξιολόγησης»).

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον υποψήφιο αποκτώντος, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο αξιολόγησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητήσουν περαιτέρω πληροφορίες αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και προσδιορίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αποκτώντος, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης. Η διακοπή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλουν περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή την αποσαφήνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν είναι δυνατόν να συνεπάγεται διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.

3.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρατείνουν τη διακοπή στην οποία αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 έως 30 εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αποκτών είναι ένα από τα ακόλουθα:

α)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο ή που υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ένωσης,

β)

φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει της παρούσας οδηγίας, ή των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ ή 2013/36/ΕΕ.

4.   Εάν οι αρμόδιες αρχές, μόλις ολοκληρώσουν την αξιολόγησή τους, αποφασίσουν να αντιταχθούν στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνουν εγγράφως τον υποψήφιο αποκτώντα, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβαίνουν την περίοδο αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αποκτώντος. Αυτό δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να προβαίνει στην εν λόγω δημοσιοποίηση άνευ αιτήματος του υποψήφιου αποκτώντος.

5.   Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.

6.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνουν την προθεσμία αυτή, οσάκις ενδείκνυται.

7.   Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές και την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή μεριδίων κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία.

8.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καταρτίσει πλήρη κατάλογο των προβλεπόμενων στο άρθρο 13 παράγραφος 4 πληροφοριών που οι υποψήφιοι αποκτώντες μεριδίων συμμετοχής οφείλουν να συμπεριλάβουν στην κοινοποίησή τους, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

9.   H ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τους όρους της διαδικασίας διαβούλευσης μεταξύ των σχετικών αρμοδίων αρχών κατά το άρθρο11 παράγραφος 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2014.

Εκχωρείται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 13

Αξιολόγηση

1.   Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1, και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διασφαλίσουν την ορθή και συνετή διοίκηση της επιχείρησης επενδύσεων στην οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αποκτώντος στην επιχείρηση επενδύσεων, αξιολογούν την καταλληλότητα του υποψήφιου αποκτώντος και την ορθότητα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τη φήμη του υποψήφιου αποκτώντος,

β)

τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της επιχείρησης επενδύσεων ως αποτέλεσμα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής,

γ)

την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αποκτώντος, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκηθούν από την επιχείρηση επενδύσεων, για την οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής,

δ)

την ικανότητα της επιχείρησης επενδύσεων να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας και, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει άλλων οδηγιών, ιδίως των οδηγιών 2002/87/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ, ιδίως όσον αφορά το κατά πόσο ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμοδίων αρχών,

ε)

το κατά πόσο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 2005/60/ΕΚ, ή ότι η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής θα μπορούσε να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 με τις οποίες αναπροσαρμόζονται τα κριτήρια που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2.   Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής μόνο εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αποκτώντα δεν είναι πλήρεις.

3.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.

4.   Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αποκτώντος και της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.

5.   Παρά τις διατάξεις του άρθρου 12 παράγραφοι 1, 2 και 3, εάν κοινοποιηθούν στην αρμόδια αρχή δύο ή περισσότερες προθέσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια επιχείρηση επενδύσεων, η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αποκτώντες αμερόληπτα.

Άρθρο 14

Συμμετοχή σε εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών

Η αρμόδια αρχή εξακριβώνει ότι κάθε οντότητα που ζητά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπέχει, κατά το χρόνο της αδειοδότησής της, βάσει της οδηγίας 97/9/ΕΚ.

Η υποχρέωση του πρώτου εδαφίου εκπληρώνεται σε σχέση με δομημένες καταθέσεις, όταν η δομημένη κατάθεση εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα που είναι μέλος συστήματος εγγύησης καταθέσεων το οποίο είναι αναγνωρισμένο βάσει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Άρθρο 15

Αρχικό κεφάλαιο

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή δραστηριότητας.

Άρθρο 16

Οργανωτικές απαιτήσεις

1.   Το κράτος μέλος καταγωγής απαιτεί να συμμορφώνονται οι επιχειρήσεις επενδύσεων με τις οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 10 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 17.

2.   Η επιχείρηση επενδύσεων εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών, υπαλλήλων και συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της παρούσας οδηγίας, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών.

3.   Η επιχείρηση επενδύσεων καταρτίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών λόγω συγκρούσεων συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 23.

Η επιχείρηση επενδύσεων που δημιουργεί χρηματοπιστωτικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, διαθέτει, χρησιμοποιεί και επανεξετάζει μια διαδικασία για την έγκριση κάθε χρηματοπιστωτικού μέσου και των σημαντικών προσαρμογών που επιφέρει σε υπάρχοντα χρηματοπιστωτικά μέσα, πριν τα προωθήσει στην αγορά ή τα διανείμει σε πελάτες.

Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων προσδιορίζει μια συγκεκριμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, εντός της αντίστοιχης κατηγορίας πελατών για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, και εξασφαλίζει ότι όλοι οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτή την προσδιορισμένη αγορά-στόχο αξιολογούνται, καθώς και ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο.

Η επιχείρηση επενδύσεων επανεξετάζει επίσης, σε τακτική βάση, τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προσφέρει ή προωθεί εμπορικά, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά τον δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο, με σκοπό να αξιολογεί, τουλάχιστον, κατά πόσο το χρηματοπιστωτικό μέσο συνεχίζει να εξυπηρετεί τις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου και κατά πόσο η σκοπούμενη στρατηγική διανομής συνεχίζει να είναι η κατάλληλη.

Η επιχείρηση επενδύσεων που δημιουργεί χρηματοπιστωτικά μέσα διαθέτει στους διανομείς όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με το χρηματοπιστωτικό μέσο και τη διαδικασία έγκρισης του προϊόντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδιορισμένη αγορά-στόχος του χρηματοπιστωτικού μέσου.

Αν μια επιχείρηση επενδύσεων προσφέρει ή συνιστά χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν κατασκευάζει η ίδια, διαθέτει τις κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το πέμπτο εδάφιο και να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο.

Αυτές οι πολιτικές, διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο ισχύουν με την επιφύλαξη κάθε άλλης υποχρέωσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την κοινοποίηση, την καταλληλότητα ή συμβατότητα, την ταυτοποίηση και διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και με τις αντιπαροχές.

4.   Η επιχείρηση επενδύσεων ενεργεί τα ευλόγως πρακτέα για να εξασφαλίζεται η συνεχής και τακτική εκτέλεση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων. Για τον σκοπό αυτό, η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, μέσα και διαδικασίες.

5.   Η επιχείρηση επενδύσεων εξασφαλίζει ώστε, όταν αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση επιχειρησιακών λειτουργιών ουσιώδους σημασίας για την παροχή συνεχούς και ικανοποιητικής υπηρεσίας στους πελάτες και την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή και ικανοποιητική βάση, να λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να αποφεύγεται κάθε αδικαιολόγητη επιδείνωση του λειτουργικού κινδύνου. Η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην παραβλάπτει ουσιωδώς την ποιότητα του εσωτερικού της ελέγχου ούτε τη δυνατότητα των εποπτικών φορέων να εποπτεύουν τη συμμόρφωση της επιχείρησης με όλες τις υποχρεώσεις της.

Η επιχείρηση επενδύσεων οφείλει να έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και ασφάλειας των συστημάτων ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων.

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των αρμόδιων αρχών να απαιτούν πρόσβαση στις επικοινωνίες δυνάμει της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 οι επιχειρήσεις επενδύσεων διαθέτουν ισχυρούς μηχανισμούς ασφαλείας, για τη διασφάλιση και την εξακρίβωση της γνησιότητας των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των δεδομένων και πρόσβασης χωρίς άδεια και την αποφυγή της διαρροής των πληροφοριών, ώστε να τηρείται πάντοτε το απόρρητο των δεδομένων.

6.   Η επιχείρηση επενδύσεων μεριμνά ώστε να καταγράφονται όλες οι υπηρεσίες που παρέχει και οι δραστηριότητες και συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην αρμόδια αρχή να ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα και να προβαίνει σε ενέργειες για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων δυνάμει της παρούσας οδηγίας, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, της οδηγίας 2014/57/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, και ιδίως να διασφαλίζει τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με όλες τις υποχρεώσεις της, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων έναντι των πελατών ή των δυνητικών πελατών και της ακεραιότητας της αγοράς.

7.   Τα αρχεία περιλαμβάνουν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες που σχετίζονται, τουλάχιστον, με συναλλαγές που συνήφθησαν κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό και με την παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών πελατών.

Οι εν λόγω τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και ηλεκτρονικές επικοινωνίες περιλαμβάνουν επίσης αυτές που αποσκοπούν σε συναλλαγές που συνήφθησαν κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή στην παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, τη διαβίβαση και την εκτέλεση εντολών πελατών, ακόμα και αν οι εν λόγω συνομιλίες ή επικοινωνίες δεν καταλήγουν στην εκτέλεση των εν λόγω συναλλαγών ή στην παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών.

Προς τούτο, μια επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την καταγραφή σχετικών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες πραγματοποιούνται, αποστέλλονται ή λαμβάνονται μέσω τεχνικού εξοπλισμού που παρέχει η επιχείρηση σε υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη, ή μέσω τεχνικού εξοπλισμού του οποίου η χρήση από υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη εγκρίνεται ή επιτρέπεται από την επιχείρηση επενδύσεων.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων κοινοποιούν στους νέους και τους υφιστάμενους πελάτες ότι θα καταγράφονται οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή επικοινωνίες μεταξύ των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πελατών τους οι οποίες έχουν ή ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την πραγματοποίηση συναλλαγών.

Η κοινοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται μία φορά, πριν από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε νέους και υφιστάμενους πελάτες.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν παρέχουν από το τηλέφωνο επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες σε πελάτες που δεν έχουν ενημερωθεί εκ των προτέρων σχετικά με την καταγραφή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή επικοινωνιών τους, εφόσον οι εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες αφορούν τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του πελάτη.

Εντολές μπορούν να δίνονται από πελάτες μέσω άλλων διαύλων, ωστόσο τέτοιου είδους επικοινωνίες πρέπει να πραγματοποιούνται σε σταθερό μέσο, όπως ταχυδρομικές επιστολές, τηλεομοιοτυπικά, ηλεκτρονικά μηνύματα ή τεκμηρίωση των εντολών πελατών που δόθηκαν διά ζώσης σε συναντήσεις. Ιδίως, το περιεχόμενο των σχετικών συνομιλιών σε προσωπικές συνομιλίες με πελάτη μπορεί να καταγράφεται με την τήρηση γραπτών πρακτικών ή σημειώσεων. Οι εντολές αυτές θεωρούνται ισοδύναμες με εντολές που λαμβάνονται από το τηλέφωνο.

Η επιχείρηση επενδύσεων λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να αποτρέπει υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη της να πραγματοποιεί τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και να αποστέλλει ή να λαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα με ιδιωτικό τεχνικό εξοπλισμό, μέσω του οποίου η επιχείρηση επενδύσεων δεν μπορεί να καταγράψει ή να αντιγράψει τις συνδιαλέξεις ή τις επικοινωνίες αυτές.

Τα αρχεία της παρούσας παραγράφου παρέχονται στον εμπλεκόμενο πελάτη κατόπιν αιτήματος και φυλάσσονται για μέγιστη περίοδο πέντε ετών και, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, για μέγιστη περίοδο επτά ετών.

8.   Εάν κατέχει χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, η επιχείρηση επενδύσεων διαθέτει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύσει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχείρησης επενδύσεων, και να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση χρηματοπιστωτικών μέσων πελάτη για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν ο πελάτης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του.

9.   Εάν κατέχει κεφάλαια πελατών, η επιχείρηση επενδύσεων θεσπίζει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύσει τα δικαιώματα των πελατών και, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων πελατών για ίδιο λογαριασμό.

10.   Μια επιχείρηση επενδύσεων δεν συνάπτει συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου με ιδιώτες πελάτες με σκοπό την κάλυψη παρουσών ή μελλοντικών, υφιστάμενων, εξαρτώμενων από αβέβαια περιστατικά ή αναμενόμενων υποχρεώσεων πελατών.

11.   Σε περίπτωση υποκαταστήματος επιχείρησης επενδύσεων, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα εφαρμόζει την υποχρέωση των παραγράφων 6 και 7 στις συναλλαγές που εκτελεί το υποκατάστημα, με την επιφύλαξη της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής να έχει άμεση πρόσβαση στα σχετικά αρχεία.

Τα κράτη μέλη μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιβάλλουν απαιτήσεις σε επιχειρήσεις επενδύσεων όσον αφορά τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους, επιπλέον των διατάξεων των παραγράφων 8, 9 και 10 και των αντίστοιχων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με την παράγραφο 12. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να αιτιολογηθούν αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται, σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις επενδύσεων φυλάσσουν περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια πελατών, συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Επιτροπή κάθε απαίτηση που προτίθενται να επιβάλουν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία επιβολής της απαίτησης. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 34 και 35.

Η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, παρέχει τη γνώμη της για την αναλογικότητα και την αιτιολόγηση των πρόσθετων απαιτήσεων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν πρόσθετες απαιτήσεις που είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, πριν από τις 2 Ιουλίου 2014 και εφόσον πληρούνται οι όροι που τίθενται στο άρθρο αυτό.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί στα κράτη μέλη και δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο τις πρόσθετες απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

12.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 89, για τον καθορισμό των συγκεκριμένων οργανωτικών προϋποθέσεων, οι οποίες καθορίζονται στις παραγράφους 2 έως 10 του παρόντος άρθρου, που πρέπει να πληρούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 41 για να παρέχουν/ασκούν τις διάφορες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες ή συνδυασμούς υπηρεσιών.

Άρθρο 17

Αλγοριθμικές συναλλαγές

1.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών χρησιμοποιεί αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους κινδύνου, κατάλληλους για τις εργασίες που διεκπεραιώνει, προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα συναλλαγών της είναι ανθεκτικά και διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα, υπόκεινται σε κατάλληλα όρια και αποτρέπουν την αποστολή εσφαλμένων εντολών ή τη λειτουργία των συστημάτων κατά τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει ή να συμβάλει στη μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Μια τέτοια επιχείρηση χρησιμοποιεί επίσης αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους κινδύνου προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα διαπραγμάτευσης δεν δύνανται να χρησιμοποιούνται για σκοπό που είναι αντίθετος στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή στους κανόνες ενός τόπου διαπραγμάτευσης με τον οποίο αυτή συνδέεται. Η επιχείρηση επενδύσεων έχει καθιερώσει αποτελεσματικές διευθετήσεις επιχειρηματικής συνέχειας για την αντιμετώπιση κάθε αστοχίας στα συστήματα συναλλαγών της και διασφαλίζει ότι τα συστήματά της έχουν υποβληθεί σε πλήρεις δοκιμές και παρακολουθούνται κατάλληλα ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου.

2.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών σε κράτος μέλος, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της και του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η επιχείρηση επενδύσεων δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών ως μέλος ή συμμετέχουσα στον τόπο διαπραγμάτευσης.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να απαιτεί από την επιχείρηση επενδύσεων να παρέχει, σε τακτική ή σε ad-hoc βάση, περιγραφή της φύσης των στρατηγικών αλγοριθμικής διαπραγμάτευσης που ακολουθεί, λεπτομέρειες σχετικά με τις παραμέτρους διαπραγμάτευσης ή τα όρια στα οποία υπόκειται το σύστημα, τους βασικούς ελέγχους συμμόρφωσης και ελέγχους κινδύνου που χρησιμοποιεί για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων της παραγράφου 1 και λεπτομέρειες των δοκιμών στις οποίες υποβάλλει τα συστήματά της. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων δύναται ανά πάσα στιγμή να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες από την επιχείρηση επενδύσεων σχετικά με τη διενέργεια των αλγοριθμικών συναλλαγών της και τα συστήματα που χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων κοινοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν σχετικού αιτήματος αρμόδιας αρχής τόπου διαπραγμάτευσης ως μέλος ή συμμετέχουσα του οποίου η επιχείρηση επενδύσεων δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών, τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο και τις οποίες λαμβάνει από την επιχείρηση επενδύσεων που πραγματοποιεί αλγοριθμικές συναλλαγές.

Η επιχείρηση επενδύσεων μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και εξασφαλίζει ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή ώστε η αρμόδια αρχή να μπορεί να ελέγξει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Μια επιχείρηση επενδύσεων που χρησιμοποιεί τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα τηρεί, σε εγκεκριμένη μορφή, ακριβή και κατά χρονική ακολουθία αρχεία όσον αφορά όλες τις εντολές που έχουν εισαχθεί, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων εντολών, των εντολών που εκτελέστηκαν και των προσφορών τιμών σε τόπους διαπραγμάτευσης, και τα διαθέτει στην αρμόδια αρχή εφόσον της ζητηθούν.

3.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που διενεργεί αλγοριθμικές συναλλαγές για να ακολουθήσει στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα, την κλίμακα και τη φύση της συγκεκριμένης αγοράς και τα χαρακτηριστικά του μέσου που αποτελεί αντικείμενο της συναλλαγής:

α)

διενεργεί αυτήν την ειδική διαπραγμάτευση συνεχώς κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης αναλογίας των ωρών συναλλαγών του τόπου διαπραγμάτευσης, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και προβλέψιμη βάση στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης,

β)

συνάπτει δεσμευτική γραπτή συμφωνία με τον τόπο διαπραγμάτευσης, στην οποία προσδιορίζονται, τουλάχιστον, οι υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων σύμφωνα με το στοιχείο α), και

γ)

εφαρμόζει αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους για να διασφαλίσει ότι εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας του στοιχείου β) ανά πάσα στιγμή.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 48 της παρούσας οδηγίας, μια επιχείρηση επενδύσεων που διενεργεί αλγοριθμικές συναλλαγές θεωρείται ότι ακολουθεί στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης όταν, ως μέλος ή συμμετέχουσα σε ένα ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης, η στρατηγική της, όταν διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβάνει την εισαγωγή δεσμευτικών, ταυτόχρονων ζευγών εντολών συγκρίσιμου μεγέθους και σε ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα σε έναν μόνο τόπο διαπραγμάτευσης ή σε πλειάδα τόπων διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και συχνή βάση στο σύνολο της αγοράς.

5.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης χρησιμοποιεί αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους που διασφαλίζουν ορθή αξιολόγηση και αναθεώρηση της καταλληλότητας των πελατών που χρησιμοποιούν την υπηρεσία, ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία εμποδίζονται να υπερβούν προκαθορισμένα συναλλακτικά και πιστωτικά όρια, ότι οι συναλλαγές από πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία παρακολουθούνται καταλλήλως και ότι με τους κατάλληλους ελέγχους κινδύνων αποτρέπονται οι συναλλαγές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων ή που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ή να συμβάλλουν σε μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ή θα μπορούσαν να έρθουν σε αντίθεση με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης. Η άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση χωρίς τους ελέγχους αυτούς απαγορεύεται.

Μια επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση είναι υπεύθυνη να εξασφαλίζει ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν αυτήν την υπηρεσία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και με τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης. Η επιχείρηση επενδύσεων παρακολουθεί τις συναλλαγές προκειμένου να εντοπίζει παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή συμπεριφορά που μπορεί να σημαίνει κατάχρηση της αγοράς και η οποία πρέπει να αναφερθεί στην αρμόδια αρχή. Η επιχείρηση επενδύσεων διασφαλίζει ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και του πελάτη σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και ότι βάσει αυτής της συμφωνίας η επιχείρηση επενδύσεων υπέχει ευθύνη δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

Μια επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της και του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η επιχείρηση παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί να απαιτεί από την επιχείρηση επενδύσεων να παρέχει, σε τακτική ή σε ad-hoc βάση, περιγραφή των συστημάτων και των ελέγχων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, καθώς και αποδείξεις για την εφαρμογή τους.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων κοινοποιεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος μιας αρμόδιας αρχής ενός τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η επιχείρηση επενδύσεων προσφέρει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο και τις οποίες λαμβάνει από την επιχείρηση επενδύσεων.

Η επιχείρηση επενδύσεων μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και εξασφαλίζει ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή ώστε η αρμόδια αρχή να μπορεί να ελέγξει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

6.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που ενεργεί ως γενικό εκκαθαριστικό μέλος για άλλα πρόσωπα, χρησιμοποιεί αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι υπηρεσίες εκκαθάρισης εφαρμόζονται μόνο σε πρόσωπα που είναι κατάλληλα και πληρούν σαφή κριτήρια και ότι επιβάλλονται κατάλληλες απαιτήσεις σε αυτά ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι για την επιχείρηση επενδύσεων και την αγορά. Η επιχείρηση επενδύσεων διασφαλίζει ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και του προσώπου σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.

7.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις λεπτομέρειες των οργανωτικών απαιτήσεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 6 και οι οποίες θα επιβληθούν στις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν διαφορετικές επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες ή συνδυασμούς αυτών των υπηρεσιών και/ή δραστηριοτήτων, όπου οι διευκρινίσεις που αφορούν τις οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 5 προσδιορίζουν συγκεκριμένες απαιτήσεις για την άμεση πρόσβαση στην αγορά και για την κατευθείαν πρόσβαση στην αγορά, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι έλεγχοι που εφαρμόζονται για την κατευθείαν πρόσβαση στην αγορά είναι τουλάχιστον ισότιμοι με εκείνους που εφαρμόζονται για την άμεση πρόσβαση στην αγορά,

β)

τις περιστάσεις υπό τις οποίες μια επιχείρηση επενδύσεων θα υποχρεούται να συνάψει τη συμφωνία ειδικής διαπραγμάτευσης στην οποία αναφέρεται το στοιχείο β) της παραγράφου 3, καθώς και το περιεχόμενο των συμφωνιών αυτών, περιλαμβανομένης της αναλογίας των ωρών συναλλαγών του τόπου διαπραγμάτευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3,

γ)

τις περιστάσεις που συνιστούν τις εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 3, μεταξύ των οποίων περιστάσεις ακραίας μεταβλητότητας, πολιτικά και μακροοικονομικά ζητήματα, συστημικά και λειτουργικά ζητήματα, και συνθήκες που εμποδίζουν την επιχείρηση επενδύσεων να διατηρήσει συνετές πρακτικές διαχείρισης κινδύνου όπως ορίζεται στην παράγραφο 1,

δ)

το περιεχόμενο και τον μορφότυπο της εγκεκριμένης μορφής στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 2 πέμπτο εδάφιο, καθώς και το χρονικό διάστημα για το οποίο πρέπει να διατηρούνται τα αρχεία αυτά από την επιχείρηση επενδύσεων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 18

Διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίηση των συναλλαγών σε ΠΜΔ και ΜΟΔ

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, πέραν της εκπλήρωσης των οργανωτικών απαιτήσεων του άρθρου 16, θεσπίζουν διαφανείς κανόνες και διαδικασίες δίκαιης και ομαλής διαπραγμάτευσης και καθορίζουν αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών. Διαθέτουν μηχανισμούς που επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, μεταξύ των οποίων αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να θεσπίζουν διαφανείς κανόνες σχετικά με τα κριτήρια προσδιορισμού των χρηματοπιστωτικών μέσων των οποίων η διαπραγμάτευση επιτρέπεται στα πλαίσια των συστημάτων τους.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να παρέχουν, όπου συντρέχει η περίπτωση, επαρκείς δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, ή να βεβαιώνονται ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μπορούν οι χρήστες του να μορφώνουν επενδυτική κρίση, ανάλογα με τη φύση των χρηστών και με τα είδη των υπό διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να καταρτίζουν, να δημοσιεύουν, να διατηρούν και να εφαρμόζουν διαφανείς και μη μεροληπτικούς, βάσει αντικειμενικών κριτήριων, κανόνες οι οποίοι να διέπουν την πρόσβαση στο σύστημά τους.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να διαθέτουν μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που μπορεί να έχει για τη λειτουργία του ΠΜΔ ή ΜΟΔ, ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες και χρήστες του, κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ, αφενός, του ΠΜΔ, του ΜΟΔ, των ιδιοκτητών τους ή της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ και, αφετέρου, της ορθής λειτουργίας του ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να συμμορφώνονται προς τα άρθρα 48 και 49 και να διαθέτουν όλα τα απαραίτητα αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις για να το πετύχουν.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να ενημερώνουν σαφώς τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτούς για τις αντίστοιχες ευθύνες τους όσον αφορά το διακανονισμό των συναλλαγών που εκτελούνται εντός του εν λόγω συστήματος. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ένα ΠΜΔ ή ΜΟΔ να διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς για τη διευκόλυνση του αποτελεσματικού διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στα πλαίσια των συστημάτων του εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

7.   Τα κράτη μέλη απαιτούν να έχουν οι ΠΜΔ και οι ΜΟΔ τουλάχιστον τρία ουσιωδώς ενεργά μέλη ή χρήστες, καθένας από τους οποίους να έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με όλους τους υπόλοιπους όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών.

8.   Εάν κινητή αξία εισαχθείσα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη της, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση όσον αφορά την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με τον εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

9.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να συμμορφώνονται αμέσως με κάθε εντολή της αρμόδιας γι’ αυτές αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 2, για την αναστολή της διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου.

10.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να παρέχουν στην αρμόδια αρχή λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, περιλαμβανομένων, με την επιφύλαξη του άρθρου 20 παράγραφοι 1, 4 και 5, κάθε είδους δεσμού με ή συμμετοχής από ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή συστηματικό εσωτερικοποιητή που ανήκει στην ίδια επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς, καθώς και κατάλογο των μελών, των συμμετεχόντων και/ή χρηστών τους. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν, μετά από σχετικό αίτημα, τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ. Κάθε χορήγηση άδειας λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ σε επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή της αγοράς γνωστοποιείται στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατάλογο με όλους τους ΠΜΔ και ΜΟΔ στην Ένωση. Ο κατάλογος περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχει ένας ΠΜΔ ή ΜΟΔ και περιλαμβάνει τον μοναδικό κωδικό ταυτοποίησης του ΠΜΔ ή του ΟΜΔ προς χρήση σε εκθέσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 10 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Ο κατάλογος επικαιροποιείται τακτικά. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και τηρεί επικαιροποιημένο τον εν λόγω κατάλογο στον ιστότοπό της.

11.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών πρότυπων για τον καθορισμό του περιεχομένου και της μορφής της περιγραφής και της γνωστοποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 10.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 19

Ειδικές απαιτήσεις για τους ΠΜΔ

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ, πέραν της εκπλήρωσης των απαιτήσεων των άρθρων 16 και 18, θεσπίζουν και εφαρμόζουν διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες για την εκτέλεση εντολών στο σύστημα.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν τη συμμόρφωση των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 3 και διέπουν την πρόσβαση σε ΠΜΔ, με τους όρους του άρθρου 53 παράγραφος 3.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ να διαθέτουν μηχανισμούς ώστε:

α)

να έχουν κατάλληλα μέσα που να τους επιτρέπει να διαχειρίζονται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένοι, να εφαρμόζουν κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία τους κινδύνων και να έχουν λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων,

β)

να έχουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που να επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων τους και

γ)

να διαθέτουν, κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας τους και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία τους, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένοι.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα άρθρα 24 και 25, το άρθρο 27 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 27 παράγραφοι 4 έως 10 και το άρθρο 28 δεν έχουν εφαρμογή στις συναλλαγές που συνάπτονται στη βάση των κανόνων που διέπουν έναν ΠΜΔ, μεταξύ μελών του ΠΜΔ ή συμμετεχόντων σ’ αυτόν, ή μεταξύ του ΠΜΔ και των μελών του ή των συμμετεχόντων σ’ αυτόν σε σχέση με τη χρήση του. Ωστόσο, τα μέλη ενός ΠΜΔ ή οι συμμετέχοντες σ’ αυτόν συμμορφώνονται προς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 24, 25, 27 και 28 υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών τους, εκτελούν εντολές τους μέσω των συστημάτων ενός ΠΜΔ.

5.   Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό.

Άρθρο 20

Ειδικές απαιτήσεις για τους ΜΟΔ

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων και τον διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ να διαθέτουν μηχανισμούς που να αποτρέπουν την εκτέλεση εντολών πελατών σε ένα ΜΟΔ έναντι των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ ή οποιασδήποτε οντότητας αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου ή νομικού προσώπου με την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς.

2.   Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ να καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε ομόλογα, δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, δικαιώματα εκπομπής και ορισμένα παράγωγα μόνο εφόσον ο πελάτης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τη διαδικασία.

Η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ δεν δύναται για την εκτέλεση εντολών πελατών στο πλαίσιο του ΜΟΔ να καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό επί παραγώγων που ανήκουν σε κατηγορία παραγώγων η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως υποκείμενη στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ διαθέτει μηχανισμούς που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τον ορισμό της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38).

3.   Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, εκτός της κατάρτισης αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό, μόνο όσον αφορά τα μέσα κρατικούς/δημόσιους χρεωστικούς τίτλους για τα οποία δεν υπάρχει ρευστή αγορά.

4.   Τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν τη λειτουργία ΜΟΔ και συστηματικού εσωτερικοποιητή εντός της ίδιας νομικής οντότητας. Ένας ΜΟΔ δεν συνδέεται με συστηματικό εσωτερικοποιητή κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εντολών στον ΜΟΔ και των εντολών ή των προσφορών στον συστηματικό εσωτερικοποιητή. Ένας ΜΟΔ δεν συνδέεται με άλλον ΜΟΔ κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ εντολών σε διαφορετικούς ΜΟΔ.

5.   Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ να αναθέτει σε άλλη επιχείρηση επενδύσεων να παρέχει ειδική διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση επενδύσεων δεν θεωρείται ότι παρέχει ειδική διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση εάν συνδέεται στενά με την επιχείρηση επενδύσεων ή το διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν η εκτέλεση εντολών σε ΜΟΔ να διεξάγεται με άσκηση διακριτικής ευχέρειας.

Επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ ασκεί διακριτική ευχέρεια μόνο σε μία ή και στις δυο από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν αποφασίζει την εισαγωγή ή ακύρωση εντολής στον ΜΟΔ που διαχειρίζεται,

β)

όταν αποφασίζει να μην ταυτίσει συγκεκριμένη εντολή πελάτη με άλλες εντολές που είναι διαθέσιμες στα συστήματα σε δεδομένη στιγμή, με την προϋπόθεση ότι συμμορφούται με συγκεκριμένες οδηγίες που έχει λάβει από τον πελάτη και με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 27.

Για το σύστημα που διασταυρώνει εντολές πελατών, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς μπορεί να αποφασίζει εάν, πότε και τι τμήμα δύο ή περισσότερων εντολών επιθυμεί να ταυτίσει εντός του συστήματος. Σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 4 και 5 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, για σύστημα που κανονίζει συναλλαγές σε μη μετοχικές αξίες, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ μπορεί να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση μεταξύ πελατών προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων δυνητικά συμβατών συναλλακτικών συμφερόντων σε μια συναλλαγή.

Η υποχρέωση αυτή τελεί υπό την επιφύλαξη των άρθρων 18 και 27.

7.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί, είτε όταν μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς αιτείται άδεια για τη διαχείριση ΜΟΔ είτε κατά περίπτωση, λεπτομερή περιγραφή των λόγων για τους οποίους το σύστημα δεν αντιστοιχεί σε και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή συστηματικός εσωτερικοποιητής, καθώς και λεπτομερή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα ασκείται η διακριτική ευχέρεια, και ιδίως πότε μια εντολή στον ΜΟΔ μπορεί να αποσυρθεί και πότε και πώς δύο ή περισσότερες εντολές πελατών θα ταυτίζονται στο πλαίσιο του ΜΟΔ. Επιπλέον, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς ενός ΜΟΔ παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. Η αρμόδια αρχή επιβλέπει την κατάρτιση αντιστοιχισμένων συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό από την επιχείρηση επενδύσεων ή το διαχειριστή αγοράς, ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση του με τον ορισμό της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό και να εξασφαλίζει ότι η κατάρτιση αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό δεν προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς και των πελατών τους.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα άρθρα 24, 25, 27 και 28 εφαρμόζονται στις συναλλαγές που συνάπτονται σε έναν ΜΟΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Όροι λειτουργίας για τις επιχειρήσεις επενδύσεων

Τμήμα 1

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 21

Τακτική επανεξέταση των όρων χορήγησης της αρχικής άδειας

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν άδεια λειτουργίας στο έδαφός τους να συμμορφώνονται διαρκώς με τους όρους που τίθενται στο κεφάλαιο I για τη χορήγηση της αρχικής άδειας.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές να καταρτίσουν κατάλληλες μεθόδους για να παρακολουθούν κατά πόσον οι επιχειρήσεις επενδύσεων συμμορφώνονται με την κατά την παράγραφο 1 υποχρέωσή τους. Από τις επιχειρήσεις επενδύσεων απαιτείται να γνωστοποιούν στις αρμόδιες αρχές κάθε ουσιαστική μεταβολή στους όρους χορήγησης της αρχικής άδειας.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις μεθόδους παρακολούθησης που προβλέπει η παρούσα παράγραφος.

Άρθρο 22

Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εποπτεύουν τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων με τρόπο που τους επιτρέπει να εκτιμούν τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμούν τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με αυτές τις υποχρεώσεις.

Άρθρο 23

Συγκρούσεις συμφερόντων

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό και την πρόληψη ή τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αυτών των ιδίων, περιλαμβανομένων των διευθυντών και υπαλλήλων τους, των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους και κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και των πελατών τους, ή μεταξύ δύο πελατών τους, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων αυτών που οφείλονται στη λήψη αντιπαροχών από τρίτους ή στα συστήματα αποδοχών της επιχείρησης επενδύσεων ή παροχής κινήτρων.

2.   Εάν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει κατά το άρθρο 16 παράγραφος 3 η επιχείρηση επενδύσεων για να προληφθούν οι αρνητικές συνέπειες των συγκρούσεων συμφερόντων στα συμφέροντα του πελάτη τους δεν επαρκούν για να εξασφαλισθεί με εύλογη βεβαιότητα η πρόληψη των κίνδυνων να επηρεασθούν αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών, η επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί σαφώς στον πελάτη τη γενική φύση και/ή τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για τον μετριασμό αυτών των κινδύνων, προτού αναλάβει να ασκήσει δραστηριότητες για λογαριασμό του.

3.   Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2:

α)

πραγματοποιείται σε σταθερό μέσο και

β)

περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες, λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του πελάτη, ώστε να μπορεί ο πελάτης να λάβει εμπεριστατωμένη απόφαση για την υπηρεσία στο πλαίσιο της οποίας ανακύπτει η σύγκρουση συμφερόντων.

4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για:

α)

τον καθορισμό των μέτρων που εύλογα μπορεί να αναμένεται ότι θα λάβουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων για να εντοπίζουν, να προλαμβάνουν, να διαχειρίζονται και να γνωστοποιούν τις συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή των διαφόρων επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών ή συνδυασμών αυτών των υπηρεσιών,

β)

τον καθορισμό κατάλληλων κριτηρίων για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των δυνητικών πελατών της επιχείρησης επενδύσεων.

Τμήμα 2

Διατάξεις για την προστασία των επενδυτών

Άρθρο 24

Γενικές αρχές και πληροφόρηση των πελατών

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από κάθε επιχείρηση επενδύσεων να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη και επαγγελματισμό κατά την παροχή επενδυτικών ή, κατά περίπτωση, παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών της, και να συμμορφώνεται ιδίως με τις αρχές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 25.

2.   Επιχειρήσεις επενδύσεων που κατασκευάζουν χρηματοπιστωτικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, εξασφαλίζουν ότι αυτά τα χρηματοπιστωτικά μέσα σχεδιάζονται με τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας προσδιορισμένης αγοράς-στόχου τελικών πελατών, εντός της αντίστοιχης κατηγορίας πελατών, ότι η στρατηγική για τη διανομή των χρηματοπιστωτικών μέσων είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο και ότι η επιχείρηση επενδύσεων ενεργεί τα ευλόγως πρακτέα για να εξασφαλίσει ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο διανέμεται στην προσδιορισμένη αγορά-στόχο.

Μια επιχείρηση επενδύσεων κατανοεί τα χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία προσφέρει ή συνιστά, αξιολογεί τη συμβατότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων με τις ανάγκες των πελατών στους οποίους παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3, και εξασφαλίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά μέσα προσφέρονται ή συνιστώνται μόνο όταν αυτό είναι προς το συμφέρον του πελάτη.

3.   Όλες οι πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, που απευθύνονται από επιχείρηση επενδύσεων σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες.

4.   Στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες παρέχεται εγκαίρως κατάλληλη πληροφόρηση σχετικά με την επιχείρηση επενδύσεων και τις υπηρεσίες της, τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, τους τόπους εκτέλεσης και το κόστος και τις συναφείς επιβαρύνσεις. Η πληροφόρηση αυτή περιλαμβάνει τα εξής:

α)

κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η επιχείρηση επενδύσεων πρέπει, εγκαίρως πριν από την παροχή των επενδυτικών συμβουλών, να ενημερώνει τον πελάτη:

i)

εάν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή όχι,

ii)

εάν οι συμβουλές στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων και, ιδίως, εάν το εύρος αυτό περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή διατίθενται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με την επιχείρηση επενδύσεων, ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, που είναι τόσο στενές ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος εξασθένισης της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών,

iii)

εάν η επιχείρηση επενδύσεων διαθέσει στον πελάτη περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων που προτείνονται στον εν λόγω πελάτη,

β)

οι πληροφορίες για τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές πρέπει να περιλαμβάνουν κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω μέσα ή με την υιοθέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών και να αναφέρεται εάν το χρηματοπιστωτικό μέσο απευθύνεται σε ιδιώτες ή επαγγελματίες πελάτες, λαμβάνοντας υπόψη την προσδιορισμένη αγορά-στόχο σύμφωνα με την παράγραφο 2,

γ)

οι πληροφορίες για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες που να σχετίζονται τόσο με τις επενδυτικές όσο και με τις παρεπόμενες υπηρεσίες, περιλαμβάνοντας το κόστος των συμβουλευτικών υπηρεσιών, κατά περίπτωση, το κόστος του χρηματοπιστωτικού μέσου που συνιστάται ή διαφημίζεται στον πελάτη, και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί ο πελάτης να το πληρώσει, περιλαμβάνοντας και όλες τις πληρωμές προς τρίτους.

Οι πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις επιβαρύνσεις, περιλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την επενδυτική υπηρεσία και το χρηματοπιστωτικό μέσο, και που δεν προκαλούνται από την εμφάνιση υποκείμενου κινδύνου της αγοράς, αθροίζονται για να επιτρέψουν στον πελάτη να κατανοήσει το συνολικό κόστος καθώς και το αθροιστικό αποτέλεσμά του στην απόδοση της επένδυσης και, αν το ζητήσει ο πελάτης, συνοδεύονται από αναλυτική καταγραφή του κόστους. Εφόσον απαιτείται, οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στον πελάτη σε τακτική βάση, τουλάχιστον ετήσια, στη διάρκεια ισχύος της επένδυσης.

5.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 9 παρέχονται σε κατανοητή μορφή κατά τρόπο ώστε οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου είδους του προσφερόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και, ως εκ τούτου, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επενδυτικές αποφάσεις. Τα κράτη μέλη μπορεί να ζητήσουν οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή.

6.   Όταν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη, όσον αφορά τις απαιτήσεις στο πεδίο της παροχής πληροφοριών, η εν λόγω υπηρεσία δεν υπόκειται επιπροσθέτως στις επιβαλλόμενες με τις παραγράφους 3, 4 και 5 υποχρεώσεις.

7.   Όταν η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει τον πελάτη ότι παρέχονται επενδυτικές συμβουλές σε ανεξάρτητη βάση, η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων:

α)

αξιολογεί ένα επαρκώς ευρύ φάσμα χρηματοπιστωτικών μέσων που διατίθενται στην αγορά και τα οποία πρέπει να είναι επαρκώς διαφορετικά ως προς τον τύπο και τους εκδότες τους ή τους παρόχους των προϊόντων, ώστε να εξασφαλίζεται ότι μπορούν να επιτευχθούν κατάλληλα οι επενδυτικοί στόχοι του πελάτη, και δεν πρέπει να περιορίζεται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται ή παρέχονται:

i)

από την ίδια την επιχείρηση επενδύσεων ή από οντότητες που συνδέονται με στενούς δεσμούς με την επιχείρηση επενδύσεων ή

ii)

από άλλες οντότητες με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων έχει τόσο στενές νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως για παράδειγμα συμβατικές σχέσεις, ώστε να υπάρχει ο κίνδυνος εξασθένισης της ανεξάρτητης βάσης των παρεχομένων συμβουλών,

β)

δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και να εξαιρούνται από το παρόν στοιχείο.

8.   Κατά την παροχή διαχείρισης χαρτοφυλακίου, η επιχείρηση επενδύσεων δεν αποδέχεται και δεν παρακρατεί αμοιβές, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από τρίτο μέρος ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους σε σχέση με την παροχή της υπηρεσίας προς τους πελάτες. Ήσσονος σημασίας μη χρηματικά οφέλη, τα οποία μπορούν να ενισχύσουν την ποιότητα της υπηρεσίας που παρέχεται σε πελάτη και είναι τέτοιας κλίμακας και φύσης ώστε να μην μπορεί να κριθεί ότι εμποδίζουν τη συμμόρφωση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα του πελάτη, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς και να εξαιρούνται από την παρούσα παράγραφο.

9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θεωρείται ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του άρθρου 23 ή δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, όταν καταβάλλουν ή εισπράττουν οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια ή παρέχουν ή δέχονται οποιοδήποτε μη χρηματικό όφελος σε σχέση με την παροχή επενδυτικής υπηρεσίας ή παρεπόμενης υπηρεσίας προς ή από οιοδήποτε μέρος πλην του πελάτη ή ενός προσώπου για λογαριασμό του πελάτη, εκτός από τις περιπτώσεις όπου η πληρωμή ή το όφελος:

α)

έχει σχεδιαστεί για τη βελτίωση της ποιότητας της εν λόγω υπηρεσίας προς τον πελάτη και

β)

δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με το καθήκον της να ενεργεί έντιμα, δίκαια και επαγγελματικά, σύμφωνα με τα συμφέροντα των πελατών της.

Η ύπαρξη, η φύση και το ποσό της αμοιβής ή του οφέλους που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ή, εάν το ποσό δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η μέθοδος υπολογισμού του, πρέπει να γνωστοποιούνται σαφώς στον πελάτη, με περιεκτικό, ακριβή και κατανοητό τρόπο, πριν από την παροχή της σχετικής επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας. Αν συντρέχει περίπτωση, η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει επίσης τον πελάτη σχετικά με τους μηχανισμούς για τη μεταβίβαση στον πελάτη της αμοιβής, της προμήθειας ή του χρηματικού ή μη χρηματικού οφέλους που έχει λάβει σε σχέση με την παροχή της επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας.

Η καταβολή αμοιβής ή οφέλους, που επιτρέπει ή είναι αναγκαία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, όπως τα έξοδα φύλαξης, τα τέλη διακανονισμού και τα χρηματιστηριακά τέλη, τα ρυθμιστικά τέλη ή τα νομικά έξοδα, και η οποία δεν μπορεί από τη φύση της να οδηγήσει σε σύγκρουση με την υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να ενεργεί με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον των πελατών της, δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο.

10.   Μια επιχείρηση επενδύσεων που παρέχει υπηρεσίες επενδύσεων σε πελάτες, διασφαλίζει ότι η απόδοση του προσωπικού της δεν αμείβεται ούτε αξιολογείται κατά τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με το καθήκον της να ενεργεί προς το συμφέρον των πελατών της. Ιδίως, δεν προβαίνει σε καμία ρύθμιση υπό τη μορφή αμοιβών, στόχων πωλήσεων ή υπό άλλη μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για το προσωπικό της να συστήσει ένα συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο σε ιδιώτη πελάτη, ενώ η επιχείρηση επενδύσεων θα μπορούσε να προσφέρει διαφορετικό χρηματοπιστωτικό μέσο, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

11.   Εάν μια υπηρεσία επενδύσεων προσφέρεται σε συνδυασμό με άλλη υπηρεσία ή προϊόν ως μέρος πακέτου ή ως όρος για την ίδια συμφωνία ή πακέτο, η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει τον πελάτη εάν υπάρχει ή όχι η δυνατότητα αγοράς των διάφορων στοιχείων χωριστά και παρέχει χωριστή τεκμηρίωση για το κόστος και τις επιβαρύνσεις κάθε στοιχείου.

Όταν οι κίνδυνοι που προκύπτουν από αυτή τη συμφωνία ή πακέτο που προσφέρεται σε ιδιώτη πελάτη είναι πιθανόν να διαφέρουν από τους κινδύνους που σχετίζονται με κάθε στοιχείο χωριστά, η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επαρκή περιγραφή των διαφορετικών στοιχείων της συμφωνίας ή πακέτου και του τρόπου με τον οποίο η αλληλεπίδρασή τους μεταβάλλει τους κινδύνους.

Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, καταρτίζει το αργότερο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016, και επικαιροποιεί περιοδικά, κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση και την εποπτεία των διασταυρούμενων πωλήσεων, προσδιορίζοντας ιδίως καταστάσεις στις οποίες οι πρακτικές των διασταυρούμενων πωλήσεων δεν συνάδουν με τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1.

12.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων, σε σχέση με θέματα που καλύπτονται από το παρόν άρθρο. Οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να αιτιολογηθούν αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται ορισμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς στο συγκεκριμένο κάθε φορά κράτος μέλος.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε απαίτηση που προτίθενται να επιβάλουν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία έναρξης ισχύος της απαίτησης. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 34 και 35 της παρούσας οδηγίας.

Η Επιτροπή, εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, παρέχει τη γνώμη της για την αναλογικότητα και την αιτιολόγηση των πρόσθετων απαιτήσεων.

Η Επιτροπή γνωστοποιεί στα κράτη μέλη και δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο τις πρόσθετες απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.

Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν πρόσθετες απαιτήσεις που είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2006/73/ΕΚ, πριν από τις 2 Ιουλίου 2014, εφόσον πληρούνται οι όροι που τίθενται στο εν λόγω άρθρο.

13.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τις αρχές του παρόντος άρθρου κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών στους πελάτες τους, περιλαμβανομένων:

α)

των όρων προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι πληροφορίες για να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές,

β)

των λεπτομερειών που αφορούν το περιεχόμενο και τη μορφή των πληροφοριών προς πελάτες σε σχέση με την κατηγοριοποίηση των πελατών, τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τις υπηρεσίες που παρέχουν, των χρηματοπιστωτικών μέσων, του κόστους και των επιβαρύνσεών τους,

γ)

των κριτηρίων για την αξιολόγηση του φάσματος χρηματοπιστωτικών μέσων που διατίθενται στην αγορά,

δ)

των κριτηρίων για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των επιχειρήσεων που λαμβάνουν αντιπαροχές προς την υποχρέωσή τους να ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο προς το βέλτιστο συμφέρον του πελάτη.

Κατά τη διατύπωση των απαιτήσεων για τις πληροφορίες επί των χρηματοπιστωτικών μέσων σε σχέση με το στοιχείο β) της παραγράφου 4, πρέπει να περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη δομή του προϊόντος, εφόσον συντρέχει περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές τυποποιημένες πληροφορίες που ενδεχομένως απαιτούνται δυνάμει του ενωσιακού δικαίου.

14.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 13 λαμβάνουν υπόψη:

α)

τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στον δυνητικό πελάτη, λαμβανομένων υπόψη του είδους, του αντικειμένου, του όγκου και της συχνότητας των συναλλαγών,

β)

τη φύση και το φάσμα των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται συμπεριλαμβανομένων των χρηματοπιστωτικών μέσων διαφορετικών τύπων,

γ)

την κατηγορία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη (ιδιώτης ή επαγγελματίας) ή, στην περίπτωση των παραγράφων 4 και 5, την κατηγοριοποίησή τους ως επιλέξιμων αντισυμβαλλόμενων.

Άρθρο 25

Αξιολόγηση της καταλληλότητας και της συμβατότητας και ενημέρωση προς πελάτες

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να διασφαλίζουν, και να αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές όταν τους ζητηθεί, ότι τα φυσικά πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή πληροφόρηση σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα, επενδυτικές υπηρεσίες ή παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες για λογαριασμό της επιχείρησης επενδύσεων διαθέτουν τις απαιτούμενες γνώσεις και ικανότητες για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του άρθρου 24 και του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων.

2.   Όταν η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές συμβουλές ή διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλει να αντλεί τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας, σχετικά με τη χρηματοοικονομική του κατάσταση, περιλαμβανομένης της δυνατότητάς του να υποστεί ζημίες, καθώς και σχετικά με τους επενδυτικούς στόχους του, περιλαμβανομένου του επιπέδου ανοχής κινδύνου, ώστε να μπορεί η επιχείρηση επενδύσεων να του συστήσει τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωσή του και, ιδίως, είναι σύμφωνα με το επίπεδο ανοχής κινδύνου και με τη δυνατότητά του να υποστεί ζημίες.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων παρέχει επενδυτικές συμβουλές στο πλαίσιο των οποίων συστήνει πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 11, το συνολικό πακέτο είναι κατάλληλο για τον πελάτη.

3.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες πλην των μνημονευόμενων στην παράγραφο 2, ζητούν από τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη να δίνει πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή αιτούμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί η επιχείρηση επενδύσεων να εκτιμήσει κατά πόσο η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή προϊόν ενδείκνυται για τον πελάτη. Όταν πρόκειται για πακέτο υπηρεσιών ή προϊόντων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 11, στην αξιολόγηση εξετάζεται κατά πόσο το συνολικό πακέτο είναι ενδεδειγμένο.

Εάν η επιχείρηση επενδύσεων κρίνει, βάσει των πληροφοριών που έχει λάβει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή τον δυνητικό πελάτη, οφείλει να τον προειδοποιήσει σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

Εάν οι πελάτες ή οι δυνητικοί πελάτες δεν παράσχουν τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την πείρα τους, ή αν παράσχουν ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, η επιχείρηση επενδύσεων τους προειδοποιεί ότι η επιχείρηση επενδύσεων δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσον η σκοπούμενη επενδυτική υπηρεσία ή προϊόν είναι κατάλληλα γι’ αυτούς. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.

4.   Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων, όταν αυτές παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών του πελάτη ή τη λήψη και διαβίβασή τους με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες, εξαιρουμένης της χορήγησης δανείων ή πιστώσεων όπως ορίζεται στο τμήμα Β.1 του παραρτήματος I που δεν περιλαμβάνονται σε υφιστάμενα πιστωτικά όρια δανείων, τρεχούμενων λογαριασμών και πιστωτικών διευκολύνσεων πελατών, να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν αναγκαστικά λάβει τις πληροφορίες ή καταλήξει στην κρίση που προβλέπονται στην παράγραφο 3, εφόσον πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

α)

οι υπηρεσίες που σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χρηματοπιστωτικά μέσα:

i)

μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας ή σε ΠΜΔ, εφόσον πρόκειται για μετοχές εταιρειών και εξαιρουμένων μετοχών σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μη ΟΣΕΚΑ και μετοχών στις οποίες έχουν ενσωματωθεί παράγωγα,

ii)

ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, ή σε ΠΜΔ, εξαιρουμένων εκείνων στις οποίες έχουν ενσωματωθεί παράγωγα ή στις οποίες έχουν ενσωματωθεί δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του συναφούς κινδύνου,

iii)

μέσα χρηματαγοράς, εξαιρουμένων εκείνων στα οποία ενσωματώνονται παράγωγα ή στα οποία έχουν ενσωματωθεί δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του συναφούς κινδύνου,

iv)

μετοχές ή μερίδια σε ΟΣΕΚΑ εξαιρουμένων των δομημένων ΟΣΕΚΑ όπως αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (EE) αριθ. 583/2010,

v)

δομημένες καταθέσεις, εξαιρουμένων εκείνων στις οποίες έχουν ενσωματωθεί δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του κινδύνου για την απόδοση ή το κόστος της πρόωρης εξόδου από το προϊόν,

vi)

άλλα μη πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά μέσα για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου.

Για τους σκοπούς του παρόντος στοιχείου, εάν πληρούνται οι απαιτήσεις και η διαδικασία που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 τρίτο και τέταρτο εδάφιο της οδηγίας 2003/71/ΕΚ, μια αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με ρυθμιζόμενη αγορά,

β)

η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη,

γ)

ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας η επιχείρηση επενδύσεων δεν υποχρεούται να αξιολογήσει την καταλληλότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου ή της υπηρεσίας που προσφέρονται ή παρέχονται και ότι επομένως ο ίδιος δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή,

δ)

η επιχείρηση επενδύσεων συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 23 υποχρεώσεις της.

5.   Η επιχείρηση επενδύσεων τηρεί αρχείο όπου περιλαμβάνονται το ή τα έγγραφα που καταρτίζονται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του πελάτη και της επιχείρησης επενδύσεων και που αναφέρουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, καθώς και τους άλλους όρους υπό τους οποίους η επιχείρηση επενδύσεων θα παρέχει υπηρεσίες στον πελάτη. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών μπορούν να ορίζονται με αναφορά σε άλλα έγγραφα ή νομικά κείμενα.

6.   Η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει τον πελάτη επαρκώς, σε σταθερό μέσο, σχετικά με τις υπηρεσίες που του παρέχει. Στις αναφορές αυτές περιλαμβάνονται περιοδικές ανακοινώσεις προς τους πελάτες, λαμβανομένων υπόψη του τύπου και της πολυπλοκότητας των συναφών χρηματοπιστωτικών μέσων και της φύσης της υπηρεσίας που παρέχεται στον πελάτη και περιλαμβάνεται, όπου συντρέχει η περίπτωση, το κόστος των συναλλαγών και των υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται για λογαριασμό του.

Κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, η επιχείρηση επενδύσεων παρέχει στον πελάτη, πριν από τη συναλλαγή, δήλωση σχετικά με την καταλληλότητα σε σταθερό μέσο, όπου προσδιορίζονται οι συμβουλές που δόθηκαν και ο τρόπος με τον οποίο οι παρεχόμενες συμβουλές ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις, τους στόχους και τα άλλα χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη.

Αν η συμφωνία για αγορά ή πώληση χρηματοπιστωτικού μέσου έχει συναφθεί μέσω επικοινωνίας εξ αποστάσεως, που δεν καθιστά δυνατή την εκ των προτέρων παράδοση της δήλωσης καταλληλότητας, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να παρέχει τη γραπτή δήλωση σχετικά με την καταλληλότητα σε σταθερό μέσο, αμέσως μόλις ο πελάτης δεσμευθεί με οποιαδήποτε συμφωνία, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο πελάτης έχει συγκατατεθεί να παραλάβει τη δήλωση καταλληλότητας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, και

β)

η επιχείρηση επενδύσεων έχει προσφέρει στον πελάτη τη δυνατότητα να καθυστερήσει τη συναλλαγή, ώστε να παραλάβει τη δήλωση καταλληλότητας πριν από την ολοκλήρωσή της.

Αν μια επιχείρηση επενδύσεων παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου ή έχει ενημερώσει τον πελάτη ότι θα πραγματοποιεί περιοδική αξιολόγηση της καταλληλότητας, η περιοδική έκθεση περιέχει επικαιροποιημένη δήλωση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η επένδυση ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις, τους στόχους και άλλα χαρακτηριστικά του ιδιώτη πελάτη.

7.   Αν μια πιστωτική συμφωνία που σχετίζεται με στεγαστική ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία υπόκειται στις διατάξεις σχετικά με την αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας για καταναλωτές που καθορίζεται στην οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48), έχει ως προϋπόθεση την παροχή στον ίδιο καταναλωτή μιας επενδυτικής υπηρεσίας σε σχέση με ενυπόθηκες ομολογίες που εκδίδονται ειδικά για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης της πιστωτικής συμφωνίας και έχουν τους ίδιους όρους με αυτήν την πιστωτική συμφωνία η οποία σχετίζεται με τη στεγαστική ακίνητη ιδιοκτησία, ούτως ώστε το δάνειο να είναι πληρωτέο, να αναχρηματοδοτείται ή να εξοφλείται, η υπηρεσία αυτή δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.

8.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 για να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων με τις αρχές που ορίζονται στις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών στους πελάτες τους, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που λαμβάνονται κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας ή της συμβατότητας των υπηρεσιών και των χρηματοπιστωτικών μέσων για τους πελάτες τους, των κριτηρίων για την αξιολόγηση μη πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών μέσων για τους σκοπούς της παραγράφου 4 στοιχείο α) σημείο vi) του παρόντος άρθρου, του περιεχομένου και της μορφής των αρχείων και συμφωνιών για την παροχή υπηρεσιών προς τους πελάτες και των περιοδικών εκθέσεων στους πελάτες για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη:

α)

τη φύση της υπηρεσίας ή των υπηρεσιών που προσφέρονται ή παρέχονται στον πελάτη ή στο δυνητικό πελάτη, έχοντας υπόψη το είδος, το αντικείμενο, τον όγκο και τη συχνότητα των συναλλαγών,

β)

τη φύση των προϊόντων που προσφέρονται ή προτείνονται, περιλαμβανομένων των διαφόρων ειδών χρηματοπιστωτικών μέσων,

γ)

την κατηγορία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη (ιδιώτης ή επαγγελματίας) ή, στην περίπτωση της παραγράφου 6, την κατηγοριοποίησή τους ως επιλέξιμων αντισυμβαλλόμενων.

9.   Η ΕΑΚΑΑ εγκρίνει, το αργότερο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016, κατευθυντήριες γραμμές που προσδιορίζουν κριτήρια για την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1.

10.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, το αργότερο μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016, και επικαιροποιεί περιοδικά, κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση των:

α)

χρηματοπιστωτικών μέσων στα οποία έχουν ενσωματωθεί μέσα που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του συναφούς κινδύνου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 στοιχείο α) σημεία ii) και iii),

β)

δομημένων καταθέσεων στις οποίες έχουν ενσωματωθεί δομές που καθιστούν δύσκολη για τον πελάτη την κατανόηση του κινδύνου από την απόδοση ή το κόστος πρόωρης εξόδου από το προϊόν, σύμφωνα με την παράγραφο 4 στοιχείο α) σημείο v).

11.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει, και να επικαιροποιεί περιοδικά, κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση χρηματοπιστωτικών μέσων που ταξινομούνται ως μη περίπλοκα για τους σκοπούς της παραγράφου 4 στοιχείο α) σημείο vi), λαμβάνοντας υπόψη τις πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση που έχουν εγκριθεί δυνάμει της παραγράφου 8.

Άρθρο 26

Παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων

Τα κράτη μέλη επιτρέπουν σε επιχείρηση επενδύσεων που λαμβάνει οδηγίες για την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών για λογαριασμό ενός πελάτη μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων, να βασίζεται στις σχετικές με τον πελάτη πληροφορίες που της γνωστοποιεί η τελευταία αυτή επιχείρηση επενδύσεων. Η επιχείρηση επενδύσεων μέσω της οποίας μεταφέρονται οι οδηγίες παραμένει υπεύθυνη για την πληρότητα και την ακρίβεια των διαβιβαζόμενων πληροφοριών.

Η επιχείρηση επενδύσεων που λαμβάνει οδηγίες να παράσχει υπηρεσίες για λογαριασμό ενός πελάτη με τον τρόπο αυτόν μπορεί επίσης να βασίζεται σε οποιεσδήποτε συστάσεις σχετικά με την υπηρεσία ή τη συναλλαγή έχουν δοθεί στον πελάτη από άλλη επιχείρηση επενδύσεων. Η επιχείρηση επενδύσεων μέσω της οποίας μεταφέρονται οι οδηγίες παραμένει υπεύθυνη για την καταλληλότητα των παρεχόμενων συστάσεων ή συμβουλών για το συγκεκριμένο πελάτη.

Η επιχείρηση επενδύσεων που λαμβάνει οδηγίες ή εντολές ενός πελάτη μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων παραμένει υπεύθυνη για την παροχή της υπηρεσίας ή την ολοκλήρωση της συναλλαγής, βάσει αυτών των πληροφοριών ή συστάσεων, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος τίτλου.

Άρθρο 27

Υποχρέωση εκτέλεσης των εντολών με τους πλέον ευνοϊκούς για τον πελάτη όρους

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν επαρκή μέτρα ώστε να επιτυγχάνουν, κατά την εκτέλεση εντολών, το βέλτιστο αποτέλεσμα για τον πελάτη, λαμβανομένων υπόψη της τιμής, του κόστους, της ταχύτητας, της πιθανότητας εκτέλεσης και διακανονισμού, του όγκου, της φύσης και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα αφορά την εκτέλεση της εντολής. Μολαταύτα, όταν υπάρχουν συγκεκριμένες οδηγίες του πελάτη, η επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί την εντολή σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες.

Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί εντολή για λογαριασμό ιδιώτη πελάτη, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα προσδιορίζεται συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή του χρηματοπιστωτικού μέσου και το κόστος που συνδέεται με την εκτέλεση, που περιλαμβάνει όλα τα έξοδα που βαρύνουν τον πελάτη και συνδέονται άμεσα με την εκτέλεση της εντολής, στα οποία περιλαμβάνονται τα τέλη που εισπράττει ο τόπος εκτέλεσης, τα τέλη εκκαθάρισης και διακανονισμού και όλες οι λοιπές αμοιβές που καταβάλλονται σε τρίτους που συμμετέχουν στην εκτέλεση της εντολής.

Για τους σκοπούς της επίτευξης του βέλτιστου αποτελέσματος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, όταν υπάρχουν περισσότεροι του ενός ανταγωνιστικοί τόποι για την εκτέλεση μιας εντολής που αφορά χρηματοπιστωτικό μέσο, προκειμένου να αξιολογηθούν και να συγκριθούν τα αποτελέσματα για τον πελάτη που θα επιτυγχάνονταν με την εκτέλεση της εντολής σε καθέναν από τους τόπους εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών της επιχείρησης επενδύσεων και μπορούν να εκτελέσουν τη σχετική εντολή, στην αξιολόγηση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι προμήθειες που εισπράττει η ίδια η επιχείρηση επενδύσεων και τα κόστη που βαρύνουν τον πελάτη για την εκτέλεση της εντολής σε καθέναν από τους επιλέξιμους τόπους εκτέλεσης.

2.   Μια επιχείρηση επενδύσεων δεν λαμβάνει καμία αμοιβή, έκπτωση ή μη χρηματικό όφελος για να κατευθύνει εντολές πελατών σε έναν συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης ή εκτέλεσης κατά παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων ή τις αντιπαροχές, που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στο άρθρο 16 παράγραφος 3 και στα άρθρα 23 και 24.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που υπόκεινται στη σχετική με τις συναλλαγές υποχρέωση των άρθρων 23 και 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 από κάθε τόπο διαπραγμάτευσης και κάθε συστηματικό εσωτερικοποιητή και, για τα λοιπά χρηματοπιστωτικά μέσα, από κάθε τόπο εκτέλεσης, να διαθέτει στο κοινό, ατελώς, δεδομένα που σχετίζονται με την ποιότητα της εκτέλεσης των συναλλαγών που διενεργούνται στον συγκεκριμένο τόπο σε τουλάχιστον ετήσια βάση και, μετά την εκτέλεση μιας συναλλαγής για λογαριασμό πελάτη, η επιχείρηση επενδύσεων να πληροφορεί τον πελάτη σε ποιον τόπο εκτελέστηκε η εντολή. Οι περιοδικές εκθέσεις περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με τις τιμές, το κόστος, την ταχύτητα και την πιθανότητα εκτέλεσης μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών μέσων.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις για να συμμορφώνονται με την παράγραφο 1. Ιδίως, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν πολιτική εκτέλεσης εντολών που να τους επιτρέπει να επιτυγχάνουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τις εντολές των πελατών τους, σύμφωνα με την παράγραφο 1.

5.   Η πολιτική εκτέλεσης εντολών περιέχει, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, στοιχεία σχετικά με τους διάφορους τόπους όπου η επιχείρηση επενδύσεων εκτελεί τις εντολές των πελατών της και τους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή τόπου εκτέλεσης. Περιλαμβάνει τουλάχιστον τους τόπους εκείνους όπου η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί συστηματικά να επιτυγχάνει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα κατά την εκτέλεση των εντολών των πελατών.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν στους πελάτες τους κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν. Οι εν λόγω πληροφορίες επεξηγούν σαφώς, με επαρκείς λεπτομέρειες και με τρόπο εύκολα κατανοητό από τους πελάτες, τον τρόπο με τον οποίο η επιχείρηση επενδύσεων θα εκτελέσει τις εντολές για λογαριασμό του πελάτη. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν εκ των προτέρων τη συναίνεση των πελατών τους σχετικά με την εν λόγω πολιτική εκτέλεσης εντολών.

Όταν η ακολουθούμενη πολιτική εκτέλεσης εντολών προβλέπει τη δυνατότητα εκτέλεσης εντολών των πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, ιδίως, να ενημερώνουν τους πελάτες τους για τη δυνατότητα αυτή. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να εξασφαλίζουν εκ των προτέρων τη ρητή συναίνεση των πελατών τους προτού εκτελέσουν εντολές πελατών εκτός τόπου διαπραγμάτευσης. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να εξασφαλίζουν την εν λόγω συναίνεση υπό μορφή γενικής συμφωνίας ή για συγκεκριμένες συναλλαγές.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν εντολές πελατών να συνοψίζουν και να δημοσιοποιούν σε ετήσια βάση, για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, τους πέντε πρώτους τόπους εκτέλεσης από άποψη όγκου συναλλαγών, στους οποίους εκτέλεσαν εντολές πελατών κατά το προηγούμενο έτος, καθώς και στοιχεία για την ποιότητα εκτέλεσης.

7.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που εκτελούν εντολές πελατών να παρακολουθούν την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση εντολών, ώστε να εντοπίζουν και – όπου συντρέχει λόγος – να θεραπεύουν τυχόν ελλείψεις. Ιδίως, οι επιχειρήσεις επενδύσεων εξετάζουν σε τακτική βάση αν οι τόποι εκτέλεσης που περιλαμβάνονται στην πολιτική εκτέλεσης εντολών επιτυγχάνουν το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες τους ή αν χρειάζεται να επιφέρουν αλλαγές στις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων 3 και 6. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να ειδοποιούν τους πελάτες με τους οποίους έχουν διαρκή πελατειακή σχέση, για κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων και της πολιτικής που ακολουθούν ως προς την εκτέλεση εντολών.

8.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να είναι σε θέση να αποδείξουν στους πελάτες τους, αν αυτοί το ζητήσουν, ότι έχουν εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί η επιχείρηση επενδύσεων και να αποδείξουν στην αρμόδια αρχή, αν αυτή το ζητήσει, τη συμμόρφωσή τους με το παρόν άρθρο.

9.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 σχετικά με:

α)

τα κριτήρια προσδιορισμού της σχετικής σπουδαιότητας των διάφορων παραγόντων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 για τον προσδιορισμό του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος λαμβανομένου υπόψη του όγκου και του είδους της εντολής και της κατηγορίας (ιδιώτης ή επαγγελματίας) του πελάτη,

β)

τους παράγοντες που μπορεί να συνεκτιμά μια επιχείρηση επενδύσεων όταν επανεξετάζει τις ρυθμίσεις εκτέλεσης εντολών που ακολουθεί και τις περιστάσεις υπό τις οποίες ενδέχεται να ενδείκνυται η τροποποίηση των ρυθμίσεων αυτών. Ιδίως, τους παράγοντες προσδιορισμού των τόπων που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να εξασφαλίζουν συστηματικά το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για την εκτέλεση των εντολών των πελατών,

γ)

τη φύση και την έκταση των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται στους πελάτες κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 5 σχετικά με τις πολιτικές εκτέλεσης εντολών που εφαρμόζουν.

10.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει:

α)

το συγκεκριμένο περιεχόμενο, τη μορφή και την περιοδικότητα των δεδομένων που σχετίζονται με την ποιότητα της εκτέλεσης τα οποία πρέπει να δημοσιεύονται σύμφωνα με την παράγραφο 3, λαμβάνοντας υπόψη την κατηγορία του τόπου εκτέλεσης και τον τύπο του σχετικού χρηματοπιστωτικού μέσου,

β)

το περιεχόμενο και τη μορφή των πληροφοριών που πρέπει να δημοσιεύουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στα οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 28

Κανόνες χειρισμού των εντολών πελατών

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών εφαρμόζουν διαδικασίες και μηχανισμούς που εγγυώνται την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών πελατών, σε σχέση με τις εντολές άλλων πελατών ή τις θέσεις διαπραγμάτευσης της επιχείρησης επενδύσεων.

Οι εν λόγω διαδικασίες ή μηχανισμοί επιτρέπουν την εκτέλεση κατά τα άλλα συγκρίσιμων εντολών πελατών με βάση τον χρόνο λήψης τους από την επιχείρηση επενδύσεων.

2.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περίπτωση οριακής εντολής πελάτη που αφορά μετοχές εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά ή που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης και που δεν εκτελείται αμέσως με τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, οι επιχειρήσεις επενδύσεων πρέπει, εκτός εάν ο πελάτης δώσει ρητά άλλες οδηγίες, να λάβουν μέτρα για να διευκολύνουν την ταχύτερη δυνατή εκτέλεση της εντολής ανακοινώνοντας αμέσως δημόσια την οριακή εντολή του πελάτη με τρόπο ευπρόσιτο στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους αυτή διαβιβάζοντας την εντολή του πελάτη σε τόπο διαπραγμάτευσης. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρμόδια αρχή μπορεί να αίρει την υποχρέωση δημοσιοποίησης οριακής εντολής η οποία είναι μεγάλου μεγέθους σε σύγκριση με τον συνήθη όγκο των συναλλαγών στην αγορά σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

3.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 σχετικά με μέτρα που καθορίζουν:

α)

τους όρους και τη φύση των διαδικασιών και μηχανισμών που επιτρέπουν την άμεση, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών πελατών, καθώς και τις καταστάσεις στις οποίες, ή τα είδη συναλλαγών για τα οποία, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν εύλογα να αποκλίνουν από την άμεση εκτέλεση προκειμένου να επιτύχουν πιο ευνοϊκούς όρους για τους πελάτες,

β)

τις διάφορες μεθόδους με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να θεωρηθεί ότι εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να ανακοινώσει στην αγορά τις μη άμεσα εκτελέσιμες οριακές εντολές πελατών της.

Άρθρο 29

Υποχρεώσεις των επιχειρήσεων επενδύσεων όταν ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους

1.   Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους για την προώθηση των υπηρεσιών τους, για την προσέλκυση πελατών ή δυνητικών πελατών ή τη λήψη εντολών από πελάτες και δυνητικούς πελάτες και τη διαβίβασή τους, για την τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων και για την παροχή συμβουλών σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα και υπηρεσίες που προσφέρει η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων.

2.   Όταν επιχείρηση επενδύσεων αποφασίζει να ορίσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο, τα κράτη μέλη απαιτούν να εξακολουθεί αυτή να ευθύνεται πλήρως και άνευ όρων για κάθε πράξη ή παράλειψη του συνδεδεμένου αντιπροσώπου όταν αυτός ενεργεί για λογαριασμό της. Τα κράτη μέλη απαιτούν από την επιχείρηση επενδύσεων να εξασφαλίζει ότι ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος γνωστοποιεί την ιδιότητα υπό την οποία ενεργεί και την επιχείρηση επενδύσεων την οποία αντιπροσωπεύει όποτε έρχεται σε επαφή με πελάτη ή δυνητικό πελάτη ή προτού συναλλαγεί μαζί του.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφοι 6, 8 και 9, στους εγγεγραμμένους στην επικράτειά τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους να κατέχουν χρήματα και/ή χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών για λογαριασμό και υπό την πλήρη ευθύνη της επιχείρησης επενδύσεων, για λογαριασμό της οποίας δραστηριοποιούνται στο έδαφός τους ή, σε περίπτωση διασυνοριακής δραστηριοποίησης, στο έδαφος κράτους μέλους το δίκαιο του οποίου επιτρέπει στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους να κατέχουν χρήματα πελατών.

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να ελέγχουν τις δραστηριότητες των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους, ώστε να εξασφαλίζουν ότι εξακολουθούν να συμμορφώνονται με την παρούσα οδηγία όταν ενεργούν μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

3.   Οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι εγγράφονται στο δημόσιο μητρώο του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένοι. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της παραπομπές ή υπερσυνδέσμους προς τα δημόσια μητρώα που έχουν δημιουργηθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου από τα κράτη μέλη που αποφασίζουν να επιτρέψουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι γίνονται δεκτοί για εγγραφή στο δημόσιο μητρώο μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι έχουν επαρκώς καλή φήμη και τις κατάλληλες γενικές, εμπορικές και επαγγελματικές γνώσεις και ικανότητες που τους επιτρέπουν να παρέχουν την επενδυτική υπηρεσία ή την παρεπόμενη υπηρεσία και να ανακοινώνουν με ακρίβεια στον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη κάθε χρήσιμη πληροφορία για την προτεινόμενη υπηρεσία.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι, εφόσον υπόκεινται στον κατάλληλο έλεγχο, οι επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να επαληθεύουν κατά πόσο οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι που έχουν ορίσει έχουν επαρκώς καλή φήμη και διαθέτουν τις γνώσεις και τις ικανότητες που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο.

Το μητρώο επικαιροποιείται τακτικά. Η πρόσβαση του κοινού σε αυτό είναι ελεύθερη.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ορίζουν συνδεδεμένους αντιπροσώπους να λαμβάνουν επαρκή μέτρα ώστε να αποφεύγεται κάθε ενδεχόμενο δυσμενών επιπτώσεων των μη υποκείμενων στην παρούσα οδηγία δραστηριοτήτων του συνδεδεμένου αντιπροσώπου στις δραστηριότητες που ασκεί αυτός για λογαριασμό της επιχείρησης επενδύσεων.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να συνεργάζονται με επιχειρήσεις επενδύσεων και πιστωτικά ιδρύματα, ενώσεις τέτοιων οντοτήτων και άλλους φορείς για την εγγραφή των συνδεδεμένων αντιπροσώπων σε μητρώα και την παρακολούθηση της συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις της παραγράφου 3. Ιδίως, η εγγραφή των συνδεδεμένων αντιπροσώπων μπορεί να γίνεται από επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα, ενώσεις τέτοιων οντοτήτων και άλλους φορείς υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να ορίζουν μόνο συνδεδεμένους αντιπροσώπους εγγεγραμμένους στα δημόσια μητρώα που αναφέρονται στην παράγραφο 3.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις αυστηρότερες από τις οριζόμενες στο παρόν άρθρο ή να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τους εγγεγραμμένους εντός του χώρου δικαιοδοσίας των συνδεδεμένους αντιπροσώπους.

Άρθρο 30

Συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές για λογαριασμό πελατών και/ή να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό και/ή να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές μπορούν να διακανονίζουν ή να διενεργούν συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους χωρίς να υποχρεούνται να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις του άρθρου 24 εξαιρουμένων των παραγράφων 4 και 5, του άρθρου 25 εξαιρουμένης της παραγράφου 6, του άρθρου 27 και του άρθρου 28 παράγραφος 1 όσον αφορά τις συναλλαγές αυτές ή οποιαδήποτε παρεπόμενη υπηρεσία άμεσα σχετιζόμενη με αυτές τις συναλλαγές.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στις συναλλαγές τους με τους επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους, οι επιχειρήσεις επενδύσεων ενεργούν με εντιμότητα, δικαιοσύνη και επαγγελματισμό και επικοινωνούν με τρόπο που είναι ακριβής, σαφής και μη παραπλανητικός, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του επιλέξιμου αντισυμβαλλόμενου και τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες.

2.   Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα, τις ασφαλιστικές εταιρείες, τους ΟΣΕΚΑ και τις εταιρείες διαχείρισής τους, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τις εταιρείες διαχείρισής τους, τους άλλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που έχουν άδεια λειτουργίας ή υπόκεινται σε ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης ή εθνικού δικαίου κράτους μέλους, τις εθνικές κυβερνήσεις και τα αντίστοιχα γραφεία τους, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων φορέων που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος σε εθνικό επίπεδο, τις κεντρικές τράπεζες και τους υπερεθνικούς οργανισμούς.

Η κατηγοριοποίηση ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου βάσει του πρώτου εδαφίου δεν θίγει το δικαίωμα των οντοτήτων αυτών να ζητήσουν να αντιμετωπιστούν, είτε γενικά είτε για συγκεκριμένες συναλλαγές, ως πελάτες των οποίων οι σχέσεις με την επιχείρηση επενδύσεων υπόκειται στις διατάξεις των άρθρων 24, 25, 27 και 28.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αναγνωρίζουν ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους άλλες επιχειρήσεις που πληρούν προκαθορισμένες αναλογικές προϋποθέσεις, περιλαμβανομένων και ποσοτικών ορίων. Σε περίπτωση συναλλαγής στην οποία οι δυνητικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι εγκατεστημένοι σε τόπους διαφορετικών δικαιοδοσιών, η επιχείρηση επενδύσεων αποδέχεται το καθεστώς της άλλης επιχείρησης όπως αυτό καθορίζεται από τη νομοθεσία ή τις πράξεις του κράτους μέλους εγκατάστασης της επιχείρησης αυτής.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η επιχείρηση επενδύσεων, όταν διενεργεί συναλλαγές με τέτοιες επιχειρήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 1, να λαμβάνει από το δυνητικό της αντισυμβαλλόμενο ρητή επιβεβαίωση ότι δέχεται να αντιμετωπιστεί ως επιλέξιμος αντισυμβαλλόμενος. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν να λαμβάνεται η επιβεβαίωση αυτή είτε με μορφή γενικής συμφωνίας είτε για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αναγνωρίζουν ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους οντότητες τρίτων χωρών ισοδύναμες με τις κατηγορίες οντοτήτων που μνημονεύονται στην παράγραφο 2.

Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να αναγνωρίζουν ως επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους επιχειρήσεις τρίτων χωρών όπως εκείνες της παραγράφου 3 υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και με τις ίδιες απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3.

5.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 σχετικά με μέτρα για τον καθορισμό:

α)

των διαδικασιών αίτησης μεταχείρισης ως πελατών σύμφωνα με την παράγραφο 2,

β)

των διαδικασιών λήψης της ρητής επιβεβαίωσης από τους δυνητικούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με την παράγραφο 3,

γ)

των προκαθορισμένων αναλογικών προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένων των ποσοτικών ορίων, που επιτρέπουν την αντιμετώπιση μιας επιχείρησης ως επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Τμήμα 3

Διαφάνεια και ακεραιότητα της αγοράς

Άρθρο 31

Έλεγχος της συμμόρφωσης με τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ και με άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να δημιουργούν και να εφαρμόζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες σχετικά με τους συγκεκριμένους ΠΜΔ ή ΜΟΔ για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών, συμμετεχόντων ή χρηστών του με τους κανόνες του. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρακολουθούν τις εντολές που αποστέλλονται, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων, και τις συναλλαγές που καταρτίζουν τα μέλη, οι συμμετέχοντες ή οι χρήστες τους μέσω των συστημάτων τους, προκειμένου να εντοπίζονται παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών, ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, και χρησιμοποιούν τους αναγκαίους πόρους ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα του ελέγχου αυτού.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να ενημερώνουν αμέσως την αρμόδια αρχή για σημαντικές παραβάσεις των κανόνων του, για συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή για ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο.

Οι αρμόδιες αρχές των επιχειρήσεων επενδύσεων και των διαχειριστών αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών όσον αφορά τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Όσον αφορά ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, η αρμόδια αρχή πρέπει να είναι πεπεισμένη ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί τέτοια συμπεριφορά προτού ειδοποιήσει τις αρμόδιες αρχές των υπόλοιπων κρατών μελών και την ΕΑΚΑΑ.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν επίσης από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ να διαβιβάζουν επίσης χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην αρμόδια για τη διερεύνηση και δίωξη των καταχρήσεων της αγοράς αρχή και να της παρέχουν αμέριστη βοήθεια στη διερεύνηση και δίωξη της κατάχρησης αγοράς που διαπράττεται στα συστήματά τους ή μέσω αυτών.

4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89, για τον προσδιορισμό των περιστάσεων οι οποίες επιβάλλουν την απαίτηση πληροφόρησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 32

Αναστολή και διαγραφή χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ

1.   Με την επιφύλαξη του δικαιώματος της αρμόδιας αρχής, κατά το άρθρο 69 παράγραφος 2, να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, μια επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ μπορεί να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψει χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο δεν πληροί πλέον τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ εκτός εάν η αναστολή ή διαγραφή αυτή ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων ή τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, οι οποίοι αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση ή διαγράφουν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, να αναστείλουν τη διαπραγμάτευση ή να διαγράψουν και τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της παρούσας οδηγίας και τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των στόχων της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της διαγραφής του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, δημοσιοποιούν την απόφαση αυτή σχετικά με την αναστολή ή τη διαγραφή του χρηματοπιστωτικού μέσου και κάθε σχετικού παραγώγου, και την κοινοποιούν τις σχετικές αποφάσεις στην αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή, στης οποίας τη δικαιοδοσία αποφασίστηκε η αναστολή ή η διαγραφή, απαιτεί επιπλέον από τις ρυθμιζόμενες αγορές, εκτός των ΠΜΔ, των ΜΟΔ και των συστηματικών εσωτερικοποιητών που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και στις οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4 έως 10 του τμήματος Γ του παραρτήματος I της παρούσας οδηγίας και σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου όταν η αναστολή διαπραγμάτευσης ή η διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοπιστωτικό μέσο κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός αν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Η αρμόδια αρχή αμέσως δημοσιοποιεί και κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών την απόφαση αυτή.

Οι αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, στις οποίες έχει κοινοποιηθεί η απόφαση, απαιτούν από τις άλλες ρυθμιζόμενες αγορές, ΠΜΔ, ΜΟΔ, και συστηματικούς εσωτερικοποιητές που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους και στις οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I που σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, την αναστολή διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή του συγκεκριμένου χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγου, όταν η αναστολή διαπραγμάτευσης ή η διαγραφή οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοπιστωτικό μέσο κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός αν τέτοια αναστολή ή διαγραφή θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Κάθε αρμόδια αρχή η οποία λαμβάνει την κοινοποίηση διαβιβάζει την απόφασή της στην ΕΑΚΑΑ και τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβάνοντας και μια αιτιολόγηση, αν ελήφθη απόφαση να μην ανασταλεί η διαπραγμάτευση ή να μη διαγραφεί το χρηματοπιστωτικό μέσο ή τα αναφερόμενα στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I παράγωγα τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο.

Η παράγραφος αυτή ισχύει επίσης όταν αίρεται η αναστολή της διαπραγμάτευσης του χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I και που συνδέονται με αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο ή το έχουν ως σημείο αναφοράς.

Η διαδικασία κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο ισχύει επίσης στην περίπτωση που η απόφαση για αναστολή ή απόσυρση από τη διαπραγμάτευση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I και που συνδέονται με αυτό το χρηματοπιστωτικό μέσο ή το έχουν ως σημείο αναφοράς λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 69 παράγραφος 2 στοιχεία ιγ) και ιδ).

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αναλογική εφαρμογή της υποχρέωσης αναστολής διαπραγμάτευσης ή διαγραφής των παραγώγων αυτών από τη διαπραγμάτευση, η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των περιπτώσεων για τις οποίες η σύνδεση μεταξύ ενός παραγώγου όπως αναφέρεται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I και που σχετίζεται με ή έχει ως σημείο αναφοράς χρηματοπιστωτικό μέσο η διαπραγμάτευση του οποίου αναστέλλεται ή το ίδιο διαγράφεται, και του αρχικού χρηματοπιστωτικού μέσου, συνεπάγεται ότι η διαπραγμάτευση του παραγώγου πρέπει επίσης να ανασταλεί ή το παράγωγο να διαγραφεί, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της διαγραφής του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   H ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τη μορφή και τον χρόνο των κοινοποιήσεων και της δημοσιοποίησης που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 σχετικά με τον καθορισμό των συνθηκών που συνιστούν σημαντική ζημία για τα συμφέροντα των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου.

Τμήμα 4

Αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ

Άρθρο 33

Αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ

1.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι ο διαχειριστής ενός ΠΜΔ μπορεί να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή καταγωγής του αίτηση καταχώρισης του ΠΜΔ ως αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ.

2.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρμόδια αρχή καταγωγής μπορεί να καταχωρίσει τον ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ αν η αρμόδια αρχή λάβει την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και θεωρήσει ότι ο ΠΜΔ πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 3.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ΠΜΔ υπόκεινται σε αποτελεσματικούς κανόνες, συστήματα και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι πληρούνται τα εξής:

α)

τουλάχιστον 50 % των εκδοτών των οποίων τα χρηματοπιστωτικά μέσα εισάγονται προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ είναι ΜΜΕ κατά τον χρόνο που το ΠΜΔ καταχωρίζεται ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος,

β)

ορίζονται κατάλληλα κριτήρια για την αρχική εισαγωγή προς διαπραγμάτευση και τη μετέπειτα παραμονή των χρηματοπιστωτικών μέσων των εκδοτών στην αγορά,

γ)

κατά την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων στην αγορά, διατίθενται επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες που να επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν απόφαση για το αν θα επενδύσουν ή όχι στα χρηματοπιστωτικά μέσα, είτε διατίθεται κατάλληλο πληροφοριακό έγγραφο εισαγωγής είτε ενημερωτικό δελτίο, εφόσον ισχύουν οι απαιτήσεις της οδηγίας 2003/71/ΕΚ σχετικά με δημόσια προσφορά που πραγματοποιείται σε συνδυασμό με την αρχική εισαγωγή του χρηματοπιστωτικού μέσου προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ,

δ)

υπάρχει κατάλληλη διαρκής περιοδική χρηματοπιστωτική έκθεση από ή για λογαριασμό ενός εκδότη στην αγορά, π.χ. ελεγμένες ετήσιες εκθέσεις,

ε)

εκδότες στην αγορά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, πρόσωπα που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα σε εκδότη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 25) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 και οι έχοντες στενό δεσμό με αυτά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις που ισχύουν για αυτούς βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014,

στ)

η κανονιστική πληροφόρηση σχετικά με τους εκδότες και την αγορά αποθηκεύεται και διαδίδεται δημόσια,

ζ)

υπάρχουν αποτελεσματικά συστήματα και έλεγχοι με στόχο την αποτροπή και τον εντοπισμό κατάχρησης αγοράς για τη συγκεκριμένη αγορά, όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

4.   Τα κριτήρια της παραγράφου 3 δεν θίγουν τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ με άλλες υποχρεώσεις βάσει της παρούσας οδηγίας σχετικά με τη λειτουργία των ΠΜΔ. Επίσης, δεν αποτρέπουν την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ από την επιβολή πρόσθετων υποχρεώσεων εκτός των καθοριζόμενων στην εν λόγω παράγραφο.

5.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αρμόδια αρχή καταγωγής μπορεί να διαγράψει από το μητρώο έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)

η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται την αγορά αιτείται τη διαγραφή του,

β)

οι απαιτήσεις της παραγράφου 3 δεν πληρούνται πλέον όσον αφορά τον ΠΜΔ.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν στην περίπτωση που μια αρμόδια αρχή καταγωγής καταχωρίσει ή διαγράψει έναν ΠΜΔ ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ βάσει του παρόντος άρθρου, να ενημερώνει όσο το δυνατόν συντομότερα την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την εν λόγω καταχώριση ή διαγραφή. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αγορών ανάπτυξης ΜΜΕ, τον οποίο και επικαιροποιεί.

7.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, στην περίπτωση που ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ενός εκδότη εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε μία αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, το χρηματοπιστωτικό μέσο να μπορεί επίσης να διαπραγματεύεται σε άλλη αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ εφόσον ο εκδότης έχει ενημερωθεί και δεν έχει φέρει αντίρρηση. Στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση ή την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση, ως προς την εν λόγω αγορά ΜΜΕ.

8.   Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 89 σχετικά με την περαιτέρω εξειδίκευση των απαιτήσεων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Τα μέτρα λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη διατήρησης υψηλού επιπέδου προστασίας των επενδυτών για την προώθηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις εν λόγω αγορές, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τον διοικητικό φόρτο για τους εκδότες στην αγορά, καθώς και ότι δεν αποφασίζονται διαγραφές ούτε απορρίπτονται καταχωρίσεις ως αποτέλεσμα μιας απλώς προσωρινής αδυναμίας εκπλήρωσης των προϋποθέσεων της παραγράφου 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Δικαιώματα των επιχειρήσεων επενδύσεων

Άρθρο 34

Ελευθερία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κάθε επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από την αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ή, προκειμένου περί πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ, μπορεί να παρέχει ελεύθερα επενδυτικές υπηρεσίες και/ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες καθώς και να παρέχει παρεπόμενες υπηρεσίες στο έδαφός τους, υπό τον όρο ότι αυτές οι υπηρεσίες και δραστηριότητες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας της. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία και/ή δραστηριότητα.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή στα πιστωτικά ιδρύματα για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

2.   Κάθε επιχείρηση επενδύσεων που επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες ή να ασκήσει δραστηριότητες στο έδαφος άλλου κράτους μέλους για πρώτη φορά ή να τροποποιήσει το φάσμα των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που ήδη παρέχει με τον τρόπο αυτό, ανακοινώνει τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της:

α)

το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να δραστηριοποιηθεί,

β)

πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο δηλώνονται ιδίως οι επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες, καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες, που προτίθεται να παρέχει στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και κατά πόσον προτίθεται να το πράξει μέσω της χρήσης συνδεδεμένων αντιπροσώπων, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής της. Εάν η επιχείρηση επενδύσεων σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους, κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων.

Εάν η επιχείρηση επενδύσεων σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής της, στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων κοινοποιεί, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που η επιχείρηση επενδύσεων σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο εν λόγω κράτος μέλος. Το κράτος μέλος υποδοχής δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές σύμφωνα με τη διαδικασία και υπό τους όρους του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εντός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών αυτών, τις διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1. Κατόπιν αυτού, η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να αρχίσει να παρέχει την ή τις σχετικές υπηρεσίες και δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής.

4.   Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επιχείρηση επενδύσεων γνωστοποιεί γραπτώς τη μεταβολή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή αυτή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για την εν λόγω μεταβολή.

5.   Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, καθώς επίσης παρεπόμενες υπηρεσίες, σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέσω συνδεδεμένων αντιπροσώπων, γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του την ταυτότητα των εν λόγω αντιπροσώπων.

Εάν το πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος καταγωγής του, στο έδαφος των κρατών μελών στα οποία προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος κοινοποιεί, εντός μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει ορισθεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1, την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων που το πιστωτικό ίδρυμα σκοπεύει να χρησιμοποιήσει για την παροχή υπηρεσιών στο εν λόγω κράτος μέλος. Το κράτος μέλος υποδοχής δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες.

6.   Χωρίς άλλη νομοθετική ή διοικητική απαίτηση, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στους διαχειριστές αγοράς άλλων κρατών μελών που διαχειρίζονται ΠΜΔ και ΜΟΔ να εγκαθιστούν στο έδαφός τους κατάλληλες υποδομές για να διευκολύνουν την πρόσβαση και τη διαπραγμάτευση στις αγορές αυτές από εξ αποστάσεως χρήστες, μέλη ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους.

7.   Η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να εγκαταστήσει την υποδομή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί εντός μηνός την πληροφορία αυτή στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου ο ΠΜΔ ή ο ΜΟΔ σκοπεύει να εγκαταστήσει τις υποδομές.

H αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΠΜΔ γνωστοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν αιτήσεως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής του ΠΜΔ, την ταυτότητα των εξ αποστάσεως μελών ή συμμετεχόντων στον ΠΜΔ που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος.

8.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 4, 5 και 7.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

9.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες διαβίβασης των πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4, 5 και 7.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο έως την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 35

Εγκατάσταση υποκαταστήματος

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται στο έδαφός τους σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την οδηγία 2013/36/ΕΕ μέσω της άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης, και ειδικότερα είτε με την εγκατάσταση υποκαταστήματος είτε μέσω συνδεδεμένου αντιπροσώπου εγκατεστημένου σε κράτος μέλος άλλο του κράτους μέλους καταγωγής, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που χορηγήθηκε στην επιχείρηση επενδύσεων ή στο πιστωτικό ίδρυμα στο κράτος μέλος καταγωγής. Η παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο σε συνδυασμό με επενδυτική υπηρεσία και/ή δραστηριότητα.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις, εκτός από όσες επιτρέπονται σύμφωνα με την παράγραφο 8, στην οργάνωση και τη λειτουργία των υποκαταστημάτων για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε επιχείρηση επενδύσεων που επιθυμεί να εγκαταστήσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα πρέπει πρώτα να το γνωστοποιήσει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της και να της παράσχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων προτίθεται να εγκαταστήσει υποκατάστημα ή τα κράτη μέλη στα οποία δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα αλλά σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγκατεστημένοι σε αυτά,

β)

πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων οι επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες καθώς και οι παρεπόμενες υπηρεσίες που θα προσφέρονται,

γ)

στην περίπτωση υποκαταστήματος, την οργανωτική διάρθρωση του υποκαταστήματος, καθώς και αν το υποκατάστημα προτίθεται να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένους αντιπροσώπους και την ταυτότητα των εν λόγω συνδεδεμένων αντιπροσώπων,

δ)

στην περίπτωση συνδεδεμένων αντιπροσώπων που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε ένα κράτος μέλος στο οποίο η επιχείρηση επενδύσεων δεν έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα, περιγραφή της προβλεπόμενης χρήσης του/των συνδεδεμένων αντιπροσώπων και την οργανωτική δομή, περιλαμβανομένων των διαδικασιών αναφοράς, προσδιορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εντάσσεται στην εταιρική δομή της επιχείρησης επενδύσεων,

ε)

τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία είναι δυνατόν να ζητούνται και να παραλαμβάνονται έγγραφα, και

στ)

τα ονόματα των υπευθύνων διαχείρισης του υποκαταστήματος ή του συνδεδεμένου αντιπροσώπου.

Εάν η επιχείρηση επενδύσεων χρησιμοποιεί συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος άλλο του κράτους μέλους καταγωγής της, ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος εξομοιώνεται προς υποκατάστημα στο άλλο κράτος μέλος, και υπόκειται σε κάθε περίπτωση στις περί υποκαταστημάτων διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

3.   Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης επιχείρησης επενδύσεων, λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που προτίθεται να ασκήσει, εντός τριών μηνών αφότου λάβει όλες αυτές τις πληροφορίες, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων.

4.   Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής παρέχει επίσης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής διευκρινίσεις σχετικά με το εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης του οποίου η επιχείρηση επενδύσεων είναι μέλος σύμφωνα με την οδηγία 97/9/ΕΚ. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου των πληροφοριών αυτών, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

5.   Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθεί να ανακοινώσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση επενδύσεων εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

6.   Μόλις λάβει ανακοίνωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, το υποκατάστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

7.   Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει συνδεδεμένο αντιπρόσωπο εγκατεστημένο σε κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους καταγωγής για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και/ή δραστηριοτήτων, καθώς και παρεπόμενων υπηρεσιών σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και της διαβιβάζει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δεν έχει λόγους να αμφιβάλει για την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της χρηματοοικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος, εντός τριών μηνών αφότου λάβει όλες αυτές τις πληροφορίες, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής που έχει οριστεί ως σημείο επικοινωνίας σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 1 και ενημερώνει σχετικά το πιστωτικό ίδρυμα.

Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνηθεί να ανακοινώσει τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών.

Μόλις λάβει ανακοίνωση από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή ελλείψει ανακοίνωσης, το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της διαβίβασης της ανακοίνωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ο συνδεδεμένος αντιπρόσωπος μπορεί να αρχίσει τις δραστηριότητές του. Ο εν λόγω συνδεδεμένος αντιπρόσωπος υπόκειται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας σχετικά με τα υποκαταστήματα.

8.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το υποκατάστημα διασφαλίζει ότι οι υπηρεσίες που παρέχει το υποκατάστημα εντός του εδάφους του εν λόγω κράτους μέλους συνάδουν με τις υποχρεώσεις των άρθρων 24, 25, 27 και 28 της παρούσας οδηγίας και των άρθρων 14 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και με τα μέτρα που έχει θεσπίσει το κράτος μέλος υποδοχής κατ’ εφαρμογή τους όπου το επιτρέπει το άρθρο 24 παράγραφος 12.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το υποκατάστημα έχει το δικαίωμα να εξετάζει τις ρυθμίσεις του υποκαταστήματος και να ζητεί όποιες αλλαγές είναι απολύτως απαραίτητες ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να επιβάλλει την τήρηση των υποχρεώσεων των άρθρων 24, 25, 27 και 28 της παρούσας οδηγίας και των άρθρων 14 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και των μέτρων που έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή τους όσον αφορά τις υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες που παρέχει στο έδαφός του το υποκατάστημα.

9.   Κάθε κράτος μέλος προβλέπει ότι, αν επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στο έδαφός του, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων μπορεί, κατά την άσκηση των καθηκόντων της και αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνει σε επιτόπιους ελέγχους στο υποκατάστημα αυτό.

10.   Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επιχείρηση επενδύσεων ενημερώνει γραπτώς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής για τη μεταβολή αυτή, ένα μήνα τουλάχιστον πριν επιφέρει τη μεταβολή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής για τη σχετική μεταβολή.

11.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 4, 7 και 10.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

12.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες διαβίβασης των πληροφοριών σύμφωνα με τις παραγράφους 3, 4, 7 και 10.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο έως τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 36

Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις επιχειρήσεις επενδύσεων άλλων κρατών μελών οι οποίες έχουν λάβει άδεια να εκτελούν εντολές πελατών ή να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό να έχουν το δικαίωμα να γίνουν μέλη των ρυθμιζόμενων αγορών που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους ή να έχουν πρόσβαση σε αυτές, με κάποιον από τους ακόλουθους τρόπους:

α)

άμεσα, με την εγκατάσταση υποκαταστημάτων στα κράτη μέλη υποδοχής,

β)

αποκτώντας την ιδιότητα του εξ αποστάσεως μέλους ρυθμιζόμενης αγοράς ή το δικαίωμα εξ αποστάσεως πρόσβασης στη ρυθμιζόμενη αγορά, χωρίς υποχρέωση εγκατάστασης στο κράτος μέλος καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς, εάν οι διαδικασίες και τα συστήματα διαπραγμάτευσης της αγοράς αυτής δεν απαιτούν φυσική παρουσία για τη διενέργεια συναλλαγών στην αγορά.

2.   Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων που ασκούν το δικαίωμα της παραγράφου 1 συμπληρωματικές κανονιστικές ή διοικητικές απαιτήσεις όσον αφορά τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 37

Πρόσβαση στα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και δικαίωμα επιλογής του συστήματος εκκαθάρισης

1.   Με την επιφύλαξη των τίτλων III, IV ή V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, τα κράτη μέλη απαιτούν οι επιχειρήσεις επενδύσεων από άλλα κράτη μέλη να έχουν δικαίωμα άμεσης ή έμμεσης πρόσβασης σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού στο έδαφός τους για την οριστικοποίηση ή την τακτοποίηση της οριστικοποίησης συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα.

Τα κράτη μέλη απαιτούν η άμεση ή έμμεση πρόσβαση αυτών των επιχειρήσεων επενδύσεων στα συστήματα αυτά να υπόκειται στα ίδια διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια χωρίς διακρίσεις όπως αυτά που εφαρμόζονται στα τοπικά μέλη ή τους συμμετέχοντές τους. Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν τη χρήση των συστημάτων αυτών στην εκκαθάριση και το διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης στο έδαφός τους.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν οι ρυθμιζόμενες αγορές στο έδαφός τους να προσφέρουν σε όλα τα μέλη και τους συμμετέχοντες το δικαίωμα να επιλέγουν το σύστημα διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα οι οποίες διενεργούνται στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

υπάρχουν όσοι σύνδεσμοι και συμφωνίες μεταξύ του επιλεγόμενου συστήματος διακανονισμού και κάθε άλλου συστήματος ή υποδομής απαιτούνται για την εξασφάλιση αποτελεσματικού και οικονομικού διακανονισμού της συγκεκριμένης συναλλαγής,

β)

η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της ρυθμιζόμενης αγοράς αναγνωρίζει ότι οι τεχνικές προϋποθέσεις για το διακανονισμό των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά μέσω συστήματος διακανονισμού άλλου από εκείνο που επιλέγει η ρυθμιζόμενη αγορά επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η εν λόγω εκτίμηση της αρμόδιας αρχής της ρυθμιζόμενης αγοράς δεν θίγει τις αρμοδιότητες των εθνικών κεντρικών τραπεζών ως εποπτών των συστημάτων διακανονισμού ή των άλλων εποπτικών αρχών που έχουν αρμοδιότητα για αυτά τα συστήματα. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία που ήδη ασκούν αυτοί οι φορείς, ώστε να μην υπάρχει αλληλοεπικάλυψη της εποπτείας.

Άρθρο 38

Διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού ως προς τους ΠΜΔ

1.   Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ να συνάπτουν με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή φορέα εκκαθάρισης και σύστημα διακανονισμού άλλου κράτους μέλους κατάλληλες συμφωνίες για την εκκαθάριση και/ή το διακανονισμό ορισμένων ή όλων των συναλλαγών που διενεργούν τα μέλη ή οι συμμετέχοντες στην αγορά στο πλαίσιο των συστημάτων τους.

2.   Η αρμόδια αρχή των επιχειρήσεων επενδύσεων και των διαχειριστών αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ δεν μπορεί να αντιταχθεί στη χρήση κεντρικού αντισυμβαλλομένου, φορέων εκκαθάρισης και/ή συστημάτων διακανονισμού άλλου κράτους μέλους, εκτός εάν αυτό είναι αποδεδειγμένα αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του συγκεκριμένου ΠΜΔ, και λαμβανομένων υπόψη των οριζόμενων στο άρθρο 37 παράγραφος 2 προϋποθέσεων για τα συστήματα διακανονισμού.

Για να μην υπάρχει αλληλοεπικάλυψη της εποπτείας, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εκκαθάρισης και διακανονισμού που ήδη ασκούν οι εθνικές κεντρικές τράπεζες ως επόπτες των συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού ή άλλες τυχόν εποπτικές αρχές που διαθέτουν αρμοδιότητα για τα εν λόγω συστήματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών

Τμήμα 1

Παροχή υπηρεσιών ή άσκηση δραστηριοτήτων μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος

Άρθρο 39

Εγκατάσταση υποκαταστήματος

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να παρέχει στο έδαφός τους επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες προς ιδιώτες πελάτες ή προς επαγγελματίες πελάτες κατά την έννοια του τμήματος II του παραρτήματος II, να εγκαταστήσει για τον σκοπό αυτό υποκατάστημα στο έδαφός τους.

2.   Όταν κράτος μέλος απαιτεί από επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να προχωρήσει στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες στο έδαφός του να εγκαταστήσει υποκατάστημα, το υποκατάστημα λαμβάνει προηγούμενη άδεια λειτουργίας από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, σύμφωνα με τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες η επιχείρηση τρίτης χώρας ζητά άδεια λειτουργίας προϋποθέτει τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και εποπτεύεται στην τρίτη χώρα όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση και η αιτούσα επιχείρηση έχει λάβει σχετική άδεια λειτουργίας, με την οποία η αρμόδια αρχή έχει λάβει δεόντως υπόψη τυχόν συστάσεις της FATF για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

β)

έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους όπου πρόκειται να εγκατασταθεί το υποκατάστημα και της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση ρυθμίσεις συνεργασίας σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών για τον σκοπό της διατήρησης της ακεραιότητας της αγοράς και της προστασίας των επενδυτών,

γ)

το υποκατάστημα έχει στη διάθεσή του επαρκές αρχικό κεφάλαιο,

δ)

ορίζονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα υπεύθυνα για τη διαχείριση του υποκαταστήματος, και συμμορφώνονται όλα με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1,

ε)

η τρίτη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση της τρίτης χώρας έχει συνάψει συμφωνία με το κράτος μέλος στο οποίο πρόκειται να εγκατασταθεί το υποκατάστημα, η οποία είναι απολύτως σύμφωνη με τα πρότυπα που ορίζονται στο άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο και εξασφαλίζει αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πολυμερών φορολογικών συμφωνιών,

στ)

η επιχείρηση συμμετέχει σε σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που έχει συσταθεί ή αναγνωρισθεί σύμφωνα με την οδηγία 97/9/ΕΚ.

3.   Η επιχείρηση τρίτης χώρας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υποβάλλει την αίτησή της στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο σκοπεύει να εγκαταστήσει υποκατάστημα.

Άρθρο 40

Υποχρέωση ενημέρωσης

Μια επιχείρηση τρίτης χώρας που σκοπεύει να λάβει άδεια λειτουργίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες στο έδαφος ενός κράτους μέλους μέσω υποκαταστήματος, παρέχει στην αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, τα εξής:

α)

το όνομα της αρμόδιας εποπτικής αρχής στην οικεία τρίτη χώρα. Όταν για την εποπτεία είναι υπεύθυνες περισσότερες από μία αρχές, παρέχονται λεπτομέρειες για τα αντίστοιχα πεδία αρμοδιοτήτων,

β)

όλα τα σχετικά στοιχεία της επιχείρησης (επωνυμία, νομική μορφή, έδρα και διεύθυνση, μέλη του διοικητικού οργάνου, μέτοχοι) και επιχειρησιακό πρόγραμμα με τις επενδυτικές υπηρεσίες και/ή δραστηριότητες, καθώς και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που θα παρέχονται, και την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής οιασδήποτε εξωτερικής ανάθεσης σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών σε τρίτους,

γ)

τα ονόματα των υπευθύνων για τη διοίκηση του υποκαταστήματος και τα σχετικά έγγραφα από τα οποία προκύπτει η τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 9 παράγραφος 1,

δ)

πληροφορίες σχετικά με το αρχικό κεφάλαιο που έχει στη διάθεσή του το υποκατάστημα.

Άρθρο 41

Χορήγηση της άδειας λειτουργίας

1.   Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου η επιχείρηση τρίτης χώρας έχει εγκαταστήσει ή σκοπεύει να εγκαταστήσει το υποκατάστημά της χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο όταν η αρμόδια αρχή έχει πειστεί:

α)

ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 39 και

β)

ότι το υποκατάστημα της επιχείρησης τρίτης χώρας θα μπορεί να συμμορφώνεται με τις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση τρίτης χώρας, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, εάν της έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή όχι.

2.   Το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 16 έως 20, στα άρθρα 23, 24, 25 και 27, στο άρθρο 28 παράγραφος 1 και στα άρθρα 30, 31 και 32 της παρούσας οδηγίας, όπως επίσης στα άρθρα 3 έως 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στα μέτρα που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή τους, και υπόκειται στην εποπτεία της αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος όπου χορηγείται η άδεια λειτουργίας.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν επιπρόσθετες απαιτήσεις στην οργάνωση και τη λειτουργία των υποκαταστημάτων για τα θέματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και δεν μεταχειρίζονται οποιοδήποτε υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών ευνοϊκότερα από τις ενωσιακές επιχειρήσεις επενδύσεων.

Άρθρο 42

Παροχή υπηρεσιών με αποκλειστική πρωτοβουλία του πελάτη

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν, με αποκλειστική πρωτοβουλία ιδιώτη πελάτη ή επαγγελματία πελάτη υπό την έννοια του τμήματος II του παραρτήματος II εγκατεστημένου ή ευρισκόμενου στην Ένωση, παρέχεται σε αυτόν επενδυτική υπηρεσία ή ασκείται επενδυτική δραστηριότητα από επιχείρηση τρίτης χώρας, η προϋπόθεση της χορήγησης άδειας δυνάμει του άρθρου 39 δεν ισχύει για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας ή δραστηριότητας από την επιχείρηση της τρίτης χώρας στο πρόσωπο αυτό, συμπεριλαμβανομένης τυχόν υφιστάμενης σχέσης που αφορά την παροχή της υπηρεσίας ή την άσκηση της δραστηριότητας. Η πρωτοβουλία των πελατών αυτών δεν δίδει στην επιχείρηση της τρίτης χώρας το δικαίωμα να διαθέτει στον συγκεκριμένο πελάτη νέες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων ή επενδυτικών υπηρεσιών με άλλον τρόπο πέραν του υποκαταστήματος, στις περιπτώσεις που απαιτείται από το εθνικό δίκαιο να υπάρχει υποκατάστημα.

Τμήμα 2

Ανάκληση άδειας λειτουργίας

Άρθρο 43

Ανάκληση άδειας λειτουργίας

Η αρμόδια αρχή η οποία χορήγησε σε επιχείρηση τρίτης χώρας άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 41, μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας εάν η επιχείρηση:

α)

δεν κάνει χρήση της άδειας εντός 12 μηνών, παραιτηθεί ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά το προηγούμενο εξάμηνο, εκτός εάν στο δίκαιο του κράτους μέλους της αρμόδιας αρχής προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια παύει να ισχύει,

β)

έλαβε την άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ)

έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των σχετικών με τη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας και εφαρμόζονται και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών,

ε)

εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες το εθνικό δίκαιο με το οποίο ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΡΥΘΜΙΖΟΜΕΝΕΣ ΑΓΟΡΕΣ

Άρθρο 44

Άδεια λειτουργίας και εφαρμοστέο δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη χορηγούν άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς μόνο σε συστήματα που συνάδουν με τον παρόντα τίτλο.

Άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς χορηγείται μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή έχει πειστεί ότι τόσο ο διαχειριστής όσο και τα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς πληρούν τουλάχιστον τις προϋποθέσεις του παρόντος τίτλου.

Προκειμένου περί ρυθμιζόμενης αγοράς που αποτελεί νομικό πρόσωπο και που τη διαχειρίζεται ή την εκμεταλλεύεται διαχειριστής αγοράς άλλος από την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά, τα κράτη μέλη ορίζουν τον τρόπο επιμερισμού των διαφόρων υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία στον διαχειριστή αγοράς, μεταξύ της ρυθμιζόμενης αγοράς και του διαχειριστή αγοράς.

Ο διαχειριστής αγοράς παρέχει όλες τις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων στο οποίο περιγράφονται μεταξύ άλλων τα είδη των σκοπουμένων επιχειρηματικών πράξεων και η οργανωτική δομή, οι οποίες είναι αναγκαίες για να πειστεί η αρμόδια αρχή ότι η ρυθμιζόμενη αγορά έχει θεσπίσει, κατά τη στιγμή της αρχικής αδειοδότησης, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της δυνάμει του παρόντος τίτλου.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν να ασκεί ο διαχειριστής αγοράς τα καθήκοντά του σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν τακτικά τη συμμόρφωση των ρυθμιζόμενων αγορών προς τον παρόντα τίτλο. Διασφαλίζουν επίσης ότι οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν ότι οι ρυθμιζόμενες αγορές πληρούν ανά πάσα στιγμή τις προϋποθέσεις για την αρχική χορήγηση άδειας λειτουργίας που καθορίζονται στον παρόντα τίτλο.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο διαχειριστής αγοράς να είναι υπεύθυνος να εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος τίτλου.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι ο διαχειριστής αγοράς δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στη ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται βάσει της παρούσας οδηγίας.

4.   Με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή της οδηγίας 2014/57/ΕΕ, το δημόσιο δίκαιο που διέπει τις συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται στα πλαίσια των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς είναι εκείνο του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς.

5.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν η δικαιούχος:

α)

δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ’ αυτήν ή δεν έχει λειτουργήσει κατά τους προηγούμενους έξι μήνες, εκτός αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει,

β)

απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο,

γ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας,

δ)

έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των διατάξεων που θεσπίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014,

ε)

εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες η εθνική νομοθεσία προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.

6.   Κάθε ανάκληση άδειας κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 45

Απαιτήσεις που αφορούν το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου κάθε διαχειριστή αγοράς να έχουν ανά πάσα στιγμή επαρκώς καλή φήμη και να διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου αποτυπώνει ένα επαρκώς ευρύ φάσμα πείρας.

2.   Τα μέλη του διοικητικού οργάνου οφείλουν ιδίως να τηρούν τα εξής:

α)

Όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου αφιερώνουν ικανό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του διαχειριστή αγοράς. Για τον αριθμό των θέσεων μέλους του ΔΣ τις οποίες μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα ένα μέλος του διοικητικού οργάνου, σε οιαδήποτε νομική οντότητα, λαμβάνονται υπόψη οι ειδικότερες περιστάσεις και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς.

Τα μέλη του διοικητικού οργάνου διαχειριστών αγοράς που είναι σημαντική από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης, φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, εκτός από εκείνα που εκπροσωπούν το κράτος μέλος, δεν κατέχουν ταυτόχρονα θέσεις πέραν ενός από τους ακόλουθους συνδυασμούς θέσεων:

i)

μία θέση εκτελεστικού μέλους ΔΣ και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους ΔΣ,

ii)

τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους ΔΣ.

Θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους ΔΣ μέσα στον ίδιο όμιλο ή σε επιχειρήσεις στις οποίες ο διαχειριστής αγοράς έχει ειδική συμμετοχή θεωρούνται ως μία θέση μέλους ΔΣ.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρέχουν άδεια σε μέλη του διοικητικού οργάνου να διατηρούν μία πρόσθετη θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τακτικά την ΕΑΚΑΑ για την παροχή τέτοιων αδειών.

Οι θέσεις μέλους ΔΣ σε οργανισμούς που δεν επιδιώκουν κατά κύριο λόγο εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τον περιορισμό του αριθμού θέσεων μέλους που μπορεί να κατέχει μέλος διοικητικού οργάνου.

β)

Το διοικητικό όργανο διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του διαχειριστή αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των βασικών κινδύνων.

γ)

Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση ώστε να αξιολογεί αποτελεσματικά και να θέτει υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις των ανώτατων διοικητικών στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται, και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί τη λήψη των αποφάσεων.

3.   Οι διαχειριστές αγοράς διαθέτουν επαρκείς ανθρώπινους και χρηματικούς πόρους για τον ορισμό και εκπαίδευση μελών του διοικητικού οργάνου.

4.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι διαχειριστές αγοράς που είναι σημαντικοί από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης και φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους θεσπίζουν επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν έχουν καμία εκτελεστική λειτουργία στον εν λόγω διαχειριστή αγοράς.

Η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων πράττει τα εξής:

α)

εντοπίζει και προτείνει, προς έγκριση από το διοικητικό όργανο ή προς έγκριση κατά τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για την κάλυψη των θέσεων του διοικητικού οργάνου. Για αυτόν το σκοπό, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αξιολογεί συνδυαστικά την επάρκεια των γνώσεων, των δεξιοτήτων, της διαφοροποίησης και της πείρας των μελών του διοικητικού οργάνου. Περαιτέρω, η επιτροπή συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για συγκεκριμένο διορισμό και υπολογίζει τον αναμενόμενο χρόνο απασχόλησης. Επιπλέον, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων θέτει τον στόχο όσον αφορά στην εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο, και επεξεργάζεται πολιτική για το πώς θα αυξηθεί ο αριθμός των ατόμων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός,

β)

αξιολογεί κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού οργάνου, και απευθύνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο σχετικά με τυχόν μεταβολές,

γ)

αξιολογεί κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την πείρα των μεμονωμένων μελών του διοικητικού οργάνου και του διοικητικού οργάνου ως συνόλου, και ενημερώνει το διοικητικό όργανο σχετικά,

δ)

επανεξετάζει κατά περιόδους την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό όργανο για την επιλογή και τον διορισμό ανώτερων στελεχών, και κάνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο.

Η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων λαμβάνει υπόψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, στον βαθμό που είναι δυνατόν και σε διαρκή βάση, την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό όργανο δεν κυριαρχείται από ένα άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων κατά τρόπο που να θίγει τα συμφέροντα του διαχειριστή αγοράς στο σύνολό του.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μορφή πηγών κρίνει κατάλληλη, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων.

Στις περιπτώσεις όπου, βάσει του εθνικού δικαίου, το διοικητικό όργανο δεν έχει καμία αρμοδιότητα επί της διαδικασίας επιλογής και διορισμού οιουδήποτε εκ των μελών του, η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται.

5.   Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τους διαχειριστές αγοράς και τις αντίστοιχες επιτροπές αξιολόγησης υποψηφίων να εξασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και δεξιοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό όργανο και να εφαρμόζουν προς τον σκοπό αυτό μια πολιτική που να προωθεί τη διαφοροποίηση στο διοικητικό όργανο.

6.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανο ενός διαχειριστή αγοράς ορίζει και εποπτεύει την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση ενός οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στον οργανισμό και της αποτροπής των συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το διοικητικό όργανο να παρακολουθεί και να αξιολογεί περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης του διαχειριστή αγοράς και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Τα μέλη του διοικητικού οργάνου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.

7.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας αν δεν έχει πειστεί ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς διαθέτουν την απαιτούμενη φήμη, έχουν επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και πείρα, και αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ή αν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς μπορεί να αποτελέσει απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διαχείριση και την επαρκή εξέταση της ακεραιότητα της αγοράς

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία τεκμαίρεται ότι πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1.

8.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από το διαχειριστή αγοράς να κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την ταυτότητα όλων των μελών του διοικητικού του οργάνου και κάθε μεταβολή των μελών του, καθώς και όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του διαχειριστή αγοράς με τις παραγράφους 1 έως 5.

9.   Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κατωτέρω:

α)

την έννοια της αφιέρωσης επαρκούς χρόνου από ένα μέλος του διοικητικού οργάνου για την άσκηση των καθηκόντων του, σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς,

β)

την έννοια των επαρκών συλλογικών γνώσεων, δεξιοτήτων και πείρας σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β),

γ)

τις έννοιες της ειλικρίνειας, της ακεραιότητας και της ανεξάρτητης βούλησης ενός μέλους του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο γ),

δ)

την έννοια των επαρκών ανθρώπινων και χρηματικών πόρων που αφιερώνονται για τον ορισμό και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 3,

ε)

την έννοια της διαφοροποίησης που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει τις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές έως τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Άρθρο 46

Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν να είναι κατάλληλα τα πρόσωπα που είναι σε θέση να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, ο διαχειριστής αγοράς της ρυθμιζόμενης αγοράς:

α)

να παρέχει στην αρμόδια αρχή και να ανακοινώνει στο κοινό πληροφορίες σχετικά με την ιδιοκτησία της ρυθμιζόμενης αγοράς και/ή του διαχειριστή της και ιδίως την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων κάθε προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στη διαχείρισή της,

β)

να γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή και να ανακοινώνει στο κοινό κάθε μεταβίβαση κυριότητας που επιφέρει μεταβολή στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς.

3.   Η αρμόδια αρχή αρνείται να εγκρίνει τις προτεινόμενες μεταβολές στα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στη ρυθμιζόμενη αγορά και/ή στον διαχειριστή της εάν έχει αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι μεταβολές αυτές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς.

Άρθρο 47

Οργανωτικές απαιτήσεις

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν η ρυθμιζόμενη αγορά:

α)

να διαθέτει μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που θα μπορούσε να συνεπάγεται για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή για τα μέλη της ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν, κάθε σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς, των ιδιοκτητών ή του διαχειριστή αγοράς της και της υγιούς λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, ιδίως αν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να βλάψουν την επιτέλεση λειτουργιών που η αρμόδια αρχή έχει αναθέσει στη ρυθμιζόμενη αγορά,

β)

να έχει κατάλληλα μέσα που να της επιτρέπουν να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, να εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών κινδύνων για τη λειτουργία της, και να έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων,

γ)

να διαθέτει μηχανισμούς που να επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, και ιδίως αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων,

δ)

να εφαρμόζει διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και να έχει διατυπώσει αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών,

ε)

να διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων της,

στ)

να διαθέτει, τόσο κατά το χρόνο της χορηγήσεως της άδειας λειτουργίας της όσο και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να εξασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη.

2.   τα κράτη μέλη δεν επιτρέπουν στους διαχειριστές αγοράς να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε καμιά από τις ρυθμιζόμενες αγορές που διαχειρίζονται.

Άρθρο 48

Ανθεκτικότητα των συστημάτων, μέτρα διακοπής διαπραγμάτευσης και ηλεκτρονική διαπραγμάτευση

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, μια ρυθμιζόμενη αγορά να διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα συναλλαγών είναι ανθεκτικά, έχουν επαρκή χωρητικότητα για την εξυπηρέτηση μεγάλων όγκων εντολών και μηνυμάτων, μπορούν να διασφαλίσουν την εύρυθμη διεξαγωγή συναλλαγών υπό ακραίες συνθήκες πίεσης στην αγορά, ελέγχονται πλήρως για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων αυτών, και να διαθέτουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις για την αδιάλειπτη επιχειρησιακή λειτουργία που διασφαλίζουν τη συνέχιση των υπηρεσιών της σε περίπτωση αστοχίας των συστημάτων συναλλαγών.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν μια ρυθμιζόμενη αγορά να διαθέτει:

α)

γραπτές συμφωνίες με όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ακολουθούν στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης στη ρυθμιζόμενη αγορά,

β)

πλαίσιο το οποίο εξασφαλίζει τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού επιχειρήσεων επενδύσεων στις συμφωνίες αυτές, οι οποίες απαιτούν την υποβολή σταθερών προσφορών σε ανταγωνιστικές τιμές έτσι ώστε να παρέχεται ρευστότητα σε τακτική και προβλέψιμη βάση, όπου ενδείκνυται τέτοια απαίτηση με βάση τη φύση και την κλίμακα των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά.

3.   Η γραπτή συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καθορίζει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τις υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων σε σχέση με την παροχή ρευστότητας και, όπου έχει εφαρμογή, οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που απορρέει από τη συμμετοχή στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β),

β)

οποιαδήποτε κίνητρα με τη μορφή εκπτώσεων ή σε άλλη μορφή, που προσφέρει η ρυθμιζόμενη αγορά σε μια επιχείρηση επενδύσεων για την παροχή ρευστότητας στην αγορά σε τακτική και προβλέψιμη βάση και, όπου έχει εφαρμογή, οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που απορρέουν για την επιχείρηση επενδύσεων από τη συμμετοχή της στο σύστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).

Η ρυθμιζόμενη αγορά παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις των ανωτέρω δεσμευτικών γραπτών συμφωνιών. Η ρυθμιζόμενη αγορά ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με το περιεχόμενο της δεσμευτικής γραπτής συμφωνίας και παρέχει, κατόπιν αιτήματος, στην αρμόδια αρχή κάθε περαιτέρω πληροφορία είναι απαραίτητη για να πειστεί η αρμόδια αρχή για τη συμμόρφωση της ρυθμιζόμενης αγοράς προς την παρούσα παράγραφο.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν μια ρυθμιζόμενη αγορά να διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς για την απόρριψη εντολών που υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα όρια όγκου και τιμών ή είναι σαφώς εσφαλμένες.

5.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, μια ρυθμιζόμενη αγορά να είναι σε θέση να προβεί προσωρινά στη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της τιμής ενός χρηματοπιστωτικού μέσου στην αγορά αυτή ή σε συναφή αγορά σε σύντομο χρονικό διάστημα και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, να είναι σε θέση να προβεί σε ακύρωση, τροποποίηση ή διόρθωση οιασδήποτε συναλλαγής. Τα κράτη μέλη απαιτούν μια ρυθμιζόμενη αγορά να εξασφαλίζει ότι οι παράμετροι για τη διακοπή των συναλλαγών έχουν προσαρμοστεί κατάλληλα, κατά τρόπο που λαμβάνει υπόψη τη ρευστότητα των διάφορων κατηγοριών και υποκατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων, τη φύση του μοντέλου της αγοράς και τα είδη των χρηστών και επαρκεί για την αποτροπή σημαντικών διαταράξεων στην εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ρυθμιζόμενη αγορά γνωστοποιεί τις παραμέτρους για τη διακοπή της διαπραγμάτευσης και οιαδήποτε σημαντική μεταβολή τους στην αρμόδια αρχή με τρόπο συνεπή και συγκρίσιμο, και ότι η αρμόδια αρχή, με τη σειρά της, ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ. Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια ρυθμιζόμενη αγορά η οποία είναι σημαντική από πλευράς ρευστότητας για συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν, όταν διακόπτει τη διαπραγμάτευση σε οιοδήποτε κράτος μέλος, ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης να διαθέτει τα αναγκαία συστήματα και διαδικασίες που να εξασφαλίζουν ότι θα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές προκειμένου οι τελευταίες να συντονίσουν την αντιμετώπιση για το σύνολο της αγοράς και να καθορίσουν κατά πόσον ενδείκνυται να διακόψουν τις συναλλαγές σε άλλους τόπους στους οποίους γίνεται διαπραγμάτευση του χρηματοπιστωτικού μέσου μέχρι να αρχίσει εκ νέου η διαπραγμάτευση στην αρχική αγορά.

6.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, μια ρυθμιζόμενη αγορά να διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν την απαίτηση από τα μέλη ή τους συμμετέχοντες να εφαρμόζουν τις κατάλληλες διαδικασίες δοκιμαστικής λειτουργίας των αλγορίθμων και την παροχή περιβάλλοντος για τη διευκόλυνση της πραγματοποίησης των δοκιμών αυτών, οι οποίες να εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών δεν μπορούν να δημιουργήσουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωση συνθηκών μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών στην αγορά και να διαχειρίζονται τις συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών που ανακύπτουν από αυτά τα συστήματα κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων για τον περιορισμό της αναλογίας ανεκτέλεστων εντολών που μπορούν να εισαχθούν στο σύστημα από μέλος ή συμμετέχοντα, προς τις συναλλαγές, συστημάτων για την επιβράδυνση της ροής των εντολών αν υπάρχει κίνδυνος για εξάντληση της χωρητικότητας του συστήματος, και συστημάτων για τον περιορισμό και την επιβολή του ελάχιστου βήματος τιμής στο οποίο μπορούν να εκτελεστούν οι συναλλαγές στην αγορά.

7.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια ρυθμιζόμενη αγορά που επιτρέπει την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση να διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα μέλη ή οι συμμετέχοντες επιτρέπεται να παρέχουν την υπηρεσία αυτή μόνο αν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της παρούσας οδηγίας, ή πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ότι ορίζονται και εφαρμόζονται κατάλληλα κριτήρια ως προς την καταλληλότητα των προσώπων στα οποία μπορεί να δοθεί πρόσβαση, και ότι το μέλος ή ο συμμετέχων φέρει την ευθύνη των εντολών και των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω της υπηρεσίας αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης ότι η ρυθμιζόμενη αγορά ορίζει κατάλληλα πρότυπα σχετικά με τους ελέγχους κινδύνου και τα όρια για τις συναλλαγές μέσω της πρόσβασης αυτής και μπορεί να διακρίνει τις εντολές ή τις συναλλαγές προσώπου που χρησιμοποιεί άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, και, όταν είναι αναγκαίο, να σταματάει την εισαγωγή τέτοιων εντολών ή τη διενέργεια τέτοιων συναλλαγών ξεχωριστά από άλλες εντολές ή συναλλαγές του μέλους ή του συμμετέχοντα.

Οι ρυθμιζόμενες αγορές διαθέτουν ρυθμίσεις για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης από μέλος ή συμμετέχοντα σε πελάτη στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την παρούσα παράγραφο.

8.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια ρυθμιζόμενη αγορά να εξασφαλίζει ότι οι κανόνες της για τις υπηρεσίες συστέγασης συστημάτων είναι διαφανείς και δίκαιοι και δεν επιτρέπουν διακριτική μεταχείριση.

9.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια ρυθμιζόμενη αγορά να εξασφαλίζει ότι η διάρθρωση χρεώσεών της, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων εκτέλεσης, των παρεπόμενων χρεώσεων και τυχόν εκπτώσεων, είναι διαφανής και δίκαιη και δεν παρέχει διακρίσεις, καθώς και ότι δεν δημιουργεί κίνητρα για εισαγωγή, τροποποίηση ή ακύρωση εντολών ή για την εκτέλεση συναλλαγών με τρόπο που συμβάλλει σε συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή σε κατάχρηση αγοράς. Ιδίως, τα κράτη μέλη απαιτούν μια ρυθμιζόμενη αγορά να επιβάλλει υποχρεώσεις ειδικής διαπραγμάτευσης σε μεμονωμένες μετοχές ή σε κατάλληλο καλάθι μετοχών, σε αντάλλαγμα τυχόν εκπτώσεων που παρέχονται.

Τα κράτη μέλη επιτρέπουν στη ρυθμιζόμενη αγορά να προσαρμόζει τις χρεώσεις της για ακυρωμένες εντολές ανάλογα με το χρονικό διάστημα παραμονής της εντολής, και να βαθμονομεί τις χρεώσεις της για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο στο οποίο εφαρμόζονται.

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στη ρυθμιζόμενη αγορά να καθορίζει υψηλότερη χρέωση για την εισαγωγή εντολής που στη συνέχεια ακυρώνεται από ό,τι για εντολή που εκτελείται, καθώς επίσης υψηλότερη χρέωση σε συμμετέχοντες που εμφανίζουν υψηλή αναλογία ακυρωμένων εντολών προς εκτελεσμένες εντολές, και σε όσους εφαρμόζουν τεχνικές κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, προκειμένου να αντανακλάται η πρόσθετη επιβάρυνση για τη χωρητικότητα του συστήματος.

10.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από μια ρυθμιζόμενη αγορά να είναι σε θέση να διακρίνει, μέσω επισήμανσης από μέλη ή συμμετέχοντες, τις εντολές που παράγονται μέσω συστημάτων για την κατάρτιση αλγοριθμικών συναλλαγών, τους διάφορους αλγόριθμους που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των εντολών, και τα σχετικά πρόσωπα που δίνουν τις εντολές αυτές. Αυτές οι πληροφορίες διατίθενται στις αρμόδιες αρχές κατόπιν αιτήματος.

11.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής της ρυθμιζόμενης αγοράς, οι ρυθμιζόμενες αγορές να παρέχουν στην αρμόδια αρχή στοιχεία σχετικά με το βιβλίο εντολών ή πρόσβαση στο βιβλίο εντολών ώστε να είναι δυνατή η παρακολούθηση των συναλλαγών.

12.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων διευκρινίζοντας τα εξής:

α)

τις απαιτήσεις για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας και της επαρκούς χωρητικότητας των συστημάτων συναλλαγών των ρυθμιζόμενων αγορών,

β)

τον λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 6, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η αξία των ανεκτέλεστων εντολών σε σχέση με την αξία των συναλλαγών που εκτελέστηκαν,

γ)

τους ελέγχους σχετικά με την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι έλεγχοι που εφαρμόζονται στην απευθείας πρόσβαση είναι τουλάχιστον ισοδύναμοι με εκείνους που εφαρμόζονται για την άμεση πρόσβαση στην αγορά,

δ)

τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση ότι οι υπηρεσίες συστέγασης συστημάτων και η διάρθρωση χρεώσεων είναι δίκαιες και δεν επιτρέπουν διακρίσεις και ότι η διάρθρωση χρεώσεων δεν δημιουργεί κίνητρα για συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή κατάχρηση αγοράς,

ε)

τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες μια ρυθμιζόμενη αγορά είναι σημαντική από πλευράς ρευστότητας στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο,

στ)

τις απαιτήσεις που διασφαλίζουν ότι τα πλαίσια ειδικής διαπραγμάτευσης είναι δίκαια και δεν επιτρέπουν διακρίσεις τις απαιτήσεις για τη θέσπιση ελάχιστων υποχρεώσεων ειδικής διαπραγμάτευσης τις οποίες πρέπει να προβλέπουν οι ρυθμιζόμενες αγορές όταν σχεδιάζουν πλαίσιο ειδικής διαπραγμάτευσης, και τους όρους υπό τους οποίους δεν ενδείκνυται η απαίτηση θέσπισης πλαισίου ειδικής διαπραγμάτευσης, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και αν η ρυθμιζόμενη αγορά προβλέπει ή επιτρέπει την κατάρτιση αλγοριθμικών συναλλαγών μέσω των συστημάτων της,

ζ)

τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση της εφαρμογής κατάλληλων διαδικασιών δοκιμαστικής λειτουργίας, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, δεν μπορούν να προκαλέσουν ή να συμβάλουν σε συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών στην αγορά.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 3 Ιουλίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

13.   Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει, έως τις 3 Ιανουαρίου 2016, κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την κατάλληλη προσαρμογή των παραμέτρων για τη διακοπή της διαπραγμάτευσης κατά την παράγραφο 5, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

Άρθρο 49

Βήμα τιμής

1.   Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ρυθμιζόμενες αγορές να θεσπίσουν καθεστώτα βήματος τιμής σε μετοχές, αποθετήρια έγγραφα, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και λοιπά παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία καταρτίζονται ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με την παράγραφο 4.

2.   Τα καθεστώτα βήματος τιμής που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

βαθμονομούνται για να αντικατοπτρίζουν το προφίλ ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού μέσου σε διάφορες αγορές και το μέσο άνοιγμα τιμής προσφοράς-ζήτησης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να καθίσταται δυνατή η διαμόρφωση ευλόγως σταθερών τιμών χωρίς να είναι αδικαιολόγητα υποχρεωτικός ο περαιτέρω περιορισμός του ανοίγματος τιμών,

β)

προσαρμόζουν το βήμα τιμής για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο.

3.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του ελάχιστου βήματος τιμής ή των καθεστώτων βήματος τιμής για συγκεκριμένες μετοχές, αποθετήρια έγγραφα, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και λοιπά παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα όπου κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, σύμφωνα με τους παράγοντες της παραγράφου 2 και τις τιμές, τα ανοίγματα τιμών και το βάθος της ρευστότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 3 Ιουλίου 2015.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των ελάχιστου βήματος τιμής ή των καθεστώτων βήματος τιμής για συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα εκτός εκείνων που απαριθμούνται στην παράγραφο 3, όπου κρίνεται απαραίτητο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών, σύμφωνα με τους παράγοντες της παραγράφου 2 και τις τιμές, τα ανοίγματα τιμών και το βάθος της ρευστότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2016.

Η Επιτροπή εξουσιο